Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Το μετάλλιο φιλομάθειας του Ιωάννη Καποδίστρια – Ανδρέας Μαζαράκης


 

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

Η προσπάθεια του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, να θέσει βάσεις στην παιδεία είναι γνωστή. Μόνο για το χρονικό διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών του 1830, μέσα στο χειμώνα, επισκέφτηκε τη Σύρο, τον Πόρο και την Αίγινα ενθαρρύνοντας τους τοπικούς παράγοντες να συνδράμουν στην ίδρυση σχολείων. Η ανταπόκριση των συνδρομητών σε τοπικό επίπεδο ήταν θετική. Υπάρχει όμως μία λιγότερο γνωστή πτυχή αυτής της προσπάθειας, εκείνη της απονομής βραβείου φιλομάθειας γιατί όπως πίστευε, «[…] οί Ἕλληνες εἶναι εὐαίστητοι, καὶ ἐν αὐτοὶς ἡ ἰσχυροτάτη χορδὴ ὑπάρχει ἡ τῆς φιλαυτίας […]»[1]. Ανέτρεξα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία και δεν συνάντησα μία πλήρη δημοσίευση που να αφορά στο βραβείο φιλομάθειας και πολύ περισσότερο μία φωτογραφία του μεταλλίου.

Η αλληλογραφία του Καποδίστρια ρίχνει αρκετό φως στην ύπαρξη του μεταλλίου – βραβείου, γιατί μας αναφέρει ότι στην αρχή κόπηκε για τη βράβευση των αριστούχων της Αλληλοδιδακτικής σχολής του Ναυπλίου και αργότερα για το ορφανοτροφείο της Αίγινας και τα υπόλοιπα σχολεία.

Στις 5 Απριλίου, στέλνει ο Κυβερνήτης μία επιστολή προς τον διδάσκαλο της σχολής όπου του γράφει «[…] Πέμπομεν πρός σὲ τὰ νομισματικὰ βραβεῖα δἰ ὧν ἡ κυβέρνησις τιμᾷ τοὺς εὐδοκιμήσαντες εἰς τὰς τελευταίας ἐξετάσεις μαθητάς σου, […] οἱ δὲ τούτων ἀξιωθέντες θέλουν φέρει ἐπὶ τοῦ στήθους προσηρτημένα μὲ δέμα ἐθνικοῦ χρώματος»[2]. Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε με μικροδιαφορές στις 7 Μαΐου 1830 στην «Ἐφημερὶς Γενική», όπου αναφέρεται ότι τα μετάλλια εστάλησαν σύμφωνα με «τὸν ἐπισυναπτόμενον κατάλογον», που σημαίνει ότι οι μαθητές που βραβεύτηκαν ήταν περισσότεροι από ένας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμβολή της Βασιλικής Μπόμπου-Σταμάτη στη μελέτη του Bικεντίου Δαμοδού – Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου


 

Στα έργα της για τον Βικέντιο Δαμόδο (Χαβριάτα Κεφαλονιάς 1700-1754) η Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη (Καλαμάτα 1932-Αθήνα 2020) επικεντρώνεται στη ζωή και στους δρόμους που ακολούθησε, τα χρόνια που πέρασε στη Βενετία, σπουδάζοντας φιλοσοφία και νομικά καθώς και στη φιλοσοφική και θεολογική Σχολή που ίδρυσε στα Χαβριάτα.

Στόχος της ήταν επίσης να μελετήσει και να ταξινομήσει τα χειρόγραφα των έργων και των διδακτικών του βιβλίων, τα περισσότερα αδημοσίευτα. Προσπαθώντας να εκτιμήσει τη θέση του στην ιστορία της νεοελληνικής σκέψης, θεώρησε ότι ο Δαμόδος ήταν ένας σημαντικός πρόδρομος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που διακρίθηκε για την υπεράσπιση της καρτεσιανής φιλοσοφίας και φυσικής αντί του αριστοτελισμού και για το ενδιαφέρον του για τη χρήση της απλοελληνικής γλώσσας.

 

Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της Βασιλικής Μπόμπου-Σταμάτη υπήρξαν ποικίλα και όπως έγραψε η ίδια η έρευνα συνιστούσε για εκείνη μια γοητευτική περιπέτεια[1]. Ασχολήθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, με  τους Έλληνες φοιτητές στην Πάδοβα, με γνωστούς λογίους της βενετικής και οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, με τη  βιβλιοθήκη του λόρδου Γκίλφορδ αποτυπώνοντας έτσι το μοναδικό της στίγμα και την ευαισθησία της.

Τον τελευταίο καιρό, εντρυφούσε με μεγάλη ευχαρίστηση στην περιπετειώδη ζωή του Άγγλου περιηγητή και λογίου John Τweddell (1769-1799) που νεότατος άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα. Το συγγραφικό κύκνειο άσμα της υπήρξε ο πρόλογος στην επανέκδοση του βιβλίου της Μελπομένης Κ. Αυγερινού, Μακεδονικά απομνημονεύματα: Γραφέντα επί τη βάσει λεπτομερούς μελέτης και προσωπικής πείρας των μακεδονικών πραγμάτων από 1898-1912 (Αθήνα 1914) που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2020 στη Θεσσαλονίκη[2]. Πρόκειται για θέματα που, μαζί με τόσα άλλα που ανακύπτουν από την καθημερινότητα, αποτέλεσαν το περιεχόμενο μιας μακράς και αδιάλειπτης φιλίας που με συνέδεσε με την Κική για ένα διάστημα πενήντα και πλέον ετών.

Η προσήλωσή της στην προσωπικότητα του Βικέντιου Δαμοδού (Χαβριάτα Παλικής Κεφαλληνίας 1700-1754) οφείλεται κυρίως στην προσπάθειά της να τον αποκαταστήσει στην προσωπογραφία της νεοελληνικής παιδείας προσφέροντας άφθονο και άγνωστο υλικό[3]. Στη διατριβή της με τίτλο Ο Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία-Εργογραφία 1700-1752[4], καρπό πολυετούς και ενδελεχούς έρευνας την οποία υποστήριξε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναθεωρώντας σε πολλά σημεία την αδρή ως τότε εικόνα του φωτίζοντας άγνωστες πτυχές της ζωής του και του έργου του καθώς και τη χρονολογία του θανάτου το 1754 αντί του 1752[5].

 

Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, «Ο Βικέντιος Δαμοδός. Βιογραφία – Εργογραφία 1700-1754», Διδακτορική διατριβή. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998.

 

Από διάσπαρτες αρχειακές πηγές, όπως τα Αρχεία της Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας και το κρατικό αρχείο της Βενετίας, το αρχείο των Rifirmatori dello studio di Padova, το τοπικό ιστορικό αρχείο της Κεφαλονιάς καθώς και τον κώδικα της Εκκλησίας της Θεοτόκου στα Χαβριάτα, μαθαίνουμε  για τις καταβολές της οικογενείας Damodon-Δαμοδού από τη Μεθώνη, για τον πατέρα του Φραγκίσκο, την μητέρα του Φιλανδρία Μοσχοπούλου, τη σύζυγό του Καλομοίρα Φουκά, τα αδέλφια του, τον θείο του Βενέδικτο, εφημέριο του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία  καθώς και για άλλα στενά συγγενικά του πρόσωπα.  Επίσης μαθαίνουμε για τη μαθητεία του κοντά στον Αντώνιο Κατήφορο στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο στη Βενετία, για τις περαιτέρω σπουδές του στα νομικά, τη φιλοσοφία και τη θεολογία, για τη λειτουργία της φημισμένης του Σχολής στα Χαβριάτα που ίδρυσε λίγο μετά το 1721 καθώς και για τους μαθητές τους.

 

Το Ελληνομουσείο Φλαγγίνη, αριστερά και στο κέντρο, ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων, συνοικία Καστέλο. Το 1498, η ελληνική κοινότητα της Βενετίας πήρε το δικαίωμα να ιδρύσει τη «Scuola de San Nicolò dei Greci» (Σχολή του Αγίου Νικολάου των Ελλήνων», μια αδελφότητα η οποία βοηθούσε τα μέλη της κοινότητας. Το 1539, μετά από διαρκείς διαπραγματεύσεις, η καθολική εκκλησία επέτρεψε την κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου η οποία χρηματοδοτήθηκε από φόρο σε όλα τα πλοία που ερχόταν από Ορθόδοξες περιοχές. Η Φλαγγίνειος Σχολή, ή Ελληνομουσείο Φλαγγίνη ή Φλαγγιανόν Φροντιστήριον ήταν ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στη Βενετία από το 1662 έως το 1905.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Σμύρνη με το βλέμμα του Νικολάου Δραγούμη – Στοχασμοί για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου


 

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Σμύρνη κατέχει μία ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία καθώς συνιστούσε έναν ελκυστικό ταξιδιωτικό προορισμό[1]. Εκτός από τους ακατάλυτους δεσμούς που συνέδεαν την ελληνική κοινότητα με το εθνικό κέντρο, υπήρχε διάχυτη η αίσθηση ότι η εμβληματική αυτή μητρόπολη της Ιωνίας υπερείχε των πόλεων του ελληνικού κράτους για το επίπεδο και την ποιότητα ζωής.

 

Άποψη της Σμύρνης. Abraham Storck (Άμπραχαμ Στορκ), 18ος αιώνας.

 

Ένα επίλεκτο μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Γ. Κοζάκης-Τυπάλδος, σχετικά σημειώνει: «Εν γένει υπό την υλικήν έποψιν οι Σμυρναίοι εισί πολύ πλέον πεπολιτευμένοι από ημάς τους κατά την ελευθέραν Ελλάδα Έλληνες, και τη αληθεία (μ᾽όλας μας τας αξιώσεις) νομίζω, ότι και διανοητικώς δεν υπερτερούμεν αυτούς κατά πολύ»[2].

H λαμπρή αυτή κοσμόπολη που στα νεότερα χρόνια συγκροτήθηκε από μεταναστευτικά πληθυσμιακά ρεύματα, σταδιακά  σημείωσε αλματώδη οικονομική πρόοδο λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών και των διεθνών της προσβάσεων[3]. Πρόκειται πλέον για την ανθοφορούσα και πολυεθνική Σμύρνη[4] όπου το ελληνικό στοιχείο συνιστούσε τον αξιολογότερο οικονομικό και κοινωνικό  παράγοντα[5]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Θέλω να σταβρωθώ κι εγώ»: Μιχαήλ Ακύλα, Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα. Μια βιβλική παράφραση  – Αννίτα Π. Παναρέτου


 

Η ύπαρξη του έργου Οι τελευταίες μέρες του Ιούδα μού έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια συστηματικής έρευνάς μου για την ανάδειξη της φυσιογνωμίας του Μιχαήλ Ακύλα. Έτσι, θα περιοριστώ σε μια παρουσίαση του έργου, με αναφορά στον βίο και την προσωπικότητα του συγγραφέα του.

Μιχάλης Ακύλας

Ο Μιχαήλ Ακύλας, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, γεννήθηκε στο Άργος, τον Ιανουάριο του 1900. Έχασε νωρίς τη μητέρα του και ο πατέρας του, που λόγω επαγγέλματος – ήταν νομομηχανικός – μετακινείτο συχνά με μετάθεση, τον ενέγραψε οικότροφο στη Λεόντειο Σχολή. Στα δεκαέξι του εισήχθη στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία αποφοίτησε ως μάχιμος σημαιοφόρος για να φτάσει, το 1929, στον βαθμό του υποπλοιάρχου. Το 1931 μετατάχθηκε στη νεοσύστατη τότε πολεμική αεροπορία με τον βαθμό του σμηναγού. Το 1932 προήχθη σε επισμηναγό. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς, πάντως μετά τα μέσα του 1932 και πριν την άνοιξη του 1934 παραιτήθηκε.

Τον ξαναβρίσκουμε στα τέλη Νοεμβρίου του 1941, όταν, σύμφωνα με μαρτυρία του φίλου του συγγραφέα Γιάννη Μαγκλή, αναζητούσε τρόπο να διαφύγει στη Μέση Ανατολή. Τον Μάρτιο του 1942 η προσπάθεια ευοδώνεται και τη νύχτα της 31η Μαρτίου προς 1η Απριλίου ο Ακύλας αποπλέει από το Νέο Φάληρο πάνω σε ένα καΐκι, μαζί με άλλους 13 επιβάτες, αξιωματικούς και πολίτες. Η επιχείρηση προδίδεται. Σε απόσταση μικρότερη των δύο μιλίων από την ακτή τούς πλησιάζει μια γερμανική τορπιλάκατος και συλλαμβάνονται όλοι, καθώς και οι 15 επιβάτες ενός δεύτερου καϊκιού που ακολουθούσε. Κλείνονται στις φυλακές Αβέρωφ και στις 4 Μαΐου μεταφέρονται στις φυλακές Παραπηγμάτων της οδού Βουλιαγμένης. Εκεί, στις 29 Μαΐου, τους ανακοινώνεται ότι θεωρούνται όμηροι και ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε δολιοφθοράς κατά του Άξονα θα τουφεκιστούν.

Στις 4 Ιουνίου τους ανακοινώνεται ότι έγινε δολιοφθορά σε μικρό μέρος της σιδηροδρομικής γραμμής κοντά στα Λιόσια. Επιλέγονται 3 αξιωματικοί και 3 πολίτες, στους οποίους προστέθηκαν στη συνέχεια δύο φοιτητές. Στην ομάδα των οκτώ συμπεριλαμβανόταν ο Ακύλας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο – Σύντομο ιστορικό και αρχαιολογικό σημείωμα – Αναστασία Βασιλείου, Δρ αρχαιολόγος


 

Αρχαιότητα

 

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η πόλη οφείλει το όνομά της στον ιδρυτή της Ναύπλιο, γιο του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης.

Τα πρώτα ίχνη ζωής, που ανάγονται στην προϊστορική εποχή, έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορα σημεία της πόλης, όπως στο κάστρο της Ακροναυπλίας, στο λόφο του Παλαμηδίου, στην περιοχή της Ευαγγελίστριας, στα Κουτσούρια και στην Καραθώνα. Η ύπαρξη οργανωμένου οικισμού εντοπίζεται στο κάστρο της Ακροναυπλίας γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., οπότε και χρονολογείται η πρώτη φάση των τειχών του.

Όταν επισκέφθηκε την πόλη ο Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ., τη βρήκε έρημη. Αναφέρει ερείπια τειχών και την ύπαρξη ιερού του Ποσειδώνα.

 

Πρωτοβυζαντινή και Μεσοβυζαντινή εποχή (4ος – αρχές 13ου αι.)

 

Στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους το Ναύπλιο παραμένει μικρή πόλη, η οποία διοικητικά ανήκε στην επαρχία Αχαΐας και εκκλησιαστικά στην επισκοπή Άργους. Από τα τέλη του 8ου/αρχές του 9ου αιώνα η περιοχή ανήκε στο θέμα Πελοποννήσου με έδρα την Κόρινθο και από τον 11o αιώνα στο θέμα Ελλάδος με έδρα τη Θήβα.

Λέων Σγουρός, προσωπογραφία η οποία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου «Λέων Σγουρός – Έπος», του Κώστα Μ. Σταμάτη, εκδόσεις «Λεξίτυπον», 2011.

Από τον 11o αιώνα η πόλη αρχίζει να αναδεικνύεται ως εμπορικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ναύπλιο συμπεριλήφθηκε στις πόλεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας όπου οι Βενετοί είχαν αποκτήσει το προνόμιο της ελεύθερης εμπορίας. Στα τέλη του 12ου αιώνα εξέχουσα για την ιστορία της πόλης υπήρξε η μορφή του Λέοντα Σγουρού, τοπικού άρχοντα του Ναυπλίου από το 1200 περίπου. Ο Λέων Σγουρός θέλοντας να επεκτείνει την εξουσία του έφτασε μέχρι τη Λάρισα το 1204. Την προέλασή του ανέκοψαν οι Σταυροφόροι, στη διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας, οι οποίοι κατέλαβαν τελικά όλες τις περιοχές που είχε κατακτήσει, μαζί με το Ναύπλιο.

Στη βυζαντινή εποχή, η κατοίκηση εντοπίζεται κυρίως στην Ακροναυπλία, στο κάστρο αλλά και στη βόρεια κλιτύ της, στην περιοχή του Ψαρομαχαλά. Σημαντικό κατάλοιπο της εποχής αποτελεί η εκκλησία που ήταν πιθανώς αφιερωμένη στους αγίους Θεοδώρους και σήμερα σώζεται μόνο η θεμελίωση και το κατώτερο τμήμα της τοιχοποιίας της. Η συγκεκριμένη εκκλησία που άλλοτε δέσποζε σε κεντρική θέση της Ακροναυπλίας πιθανώς συνδέεται με τον οίκο των Σγουρών. Στο κάστρο έχει βρεθεί επίσης αξιόλογη εφυαλωμένη κεραμική, κυρίως του 12ου αιώνα και εξής.

 

Φραγκοκρατία (1210-1388)

 

 Μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Σταυροφόρους, η περιοχή παραχωρήθηκε το 1212 ως φέουδο από τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο στον κύρη των Αθηνών Όθωνα de Ιa Roche και προσαρτήθηκε στο Δουκάτο των Αθηνών. Εκκλησιαστικά η Αργολίδα υπαγόταν στη λατινική επισκοπή Άργους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας: Πτυχές της επανάστασης του 1821 στο θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη – Θωμάς Καραγκιοζόπουλος


 

Στην ποιητική έμμετρη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη Καποδίστριας, η οποία γράφεται το διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1944, ο ιστορικός χρόνος τοποθετείται στην Ελλάδα της μετεπαναστατικής περιόδου 1828-1831. Το θεατρικό είναι γραμμένο κατά βάση σε ιαμβικό δεκατρισύλ­λαβο στίχο, ενώ στα χορικά, ο λόγος του Χορού των Γυναικών έχει συντεθεί σε αναπαιστικούς στίχους δέκα συλλαβών. Ο Καζαντζάκης αξιοποίησε ένα παλαιότερο ποίημά του με τίτλο «Σουλιώτισσα» (1906), ενώ προχώρησε και σε μια γόνιμη συνομιλία με το δημοτικό τραγούδι.[1] Είναι γεγονός πως η στι­χουργημένη μορφή του κειμένου αποτελεί μία πρόσθετη δυσκολία στην πρό­σληψη των νοημάτων του έργου, ιδίως όταν αυτό επιλέγεται για να «ανέβη» στο θέατρο.

«Ο Καποδίστριας» – Τραγωδία. Έτος έκδοσης, 1946.

Στην αρχή, θα ήταν χρήσιμη μια περίληψη του θεατρικού: Γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δολοφονηθεί, ο Καποδίστριας πληροφορείται ότι οι Μανιάτες έχουν εξεγερθεί εναντίον του και ζητούν την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Λίγο αργότερα, τον επισκέπτεται ο Μακρυγιάννης που είχε λάβει μια περίεργη προειδοποίηση ότι ο κυβερνήτης θα κινδυνεύσει και σπεύδει να τον προστατεύσει. Τον συμβουλεύει να ελευθερώσει τον Πετρό­μπεη, να συγχωρέσει την εξέγερση της Ύδρας και να προχωρήσει σε ανα­δασμό της γης.

Ο Καποδίστριας είναι ανένδοτος στο θέμα της Ύδρας, αλλά φαίνεται να σκέφτεται τις άλλες δύο προτάσεις του Μακρυγιάννη. Μετά την αναχώρηση του τελευταίου, ο κυβερνήτης εξομολογείται στον Παπαγιώργη, έναν Μανιάτη ιερέα που τον αντιμετωπίζει εχθρικά και αρνείται να τον με­ταλάβει, αν δεν ελευθερωθεί ο Πετρόμπεης. Προς το τέλος της συνάντησης, έρχεται ο Κολοκοτρώνης και ειδοποιεί για τη συνωμοσία και την ανάμειξη του Παπαγιώργη. Παρακινεί τον Καποδίστρια να συλλάβει τους Μαυρομι­χάληδες που έχουν ορκιστεί να τον σκοτώσουν, όμως ο κυβερνήτης διαφωνεί και ανακοινώνει ότι θα στείλει ρωσικά πλοία για να υποτάξει την Ύδρα.

Ο επόμενος επισκέπτης είναι ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, ένας από τους επί­δοξους δολοφόνους του Καποδίστρια. Παραπονιέται ότι ο κυβερνήτης έχει εγκαταλείψει το μεγάλο όραμα για την απελευθέρωση της Πόλης. Εκείνος του εξηγεί ότι προέχει η επίλυση των πρακτικών προβλημάτων, χωρίς όμως να τον πείθει. Λίγο αργότερα, το πλήθος συγκεντρώνεται στην αυλή του Κυβερνείου, διαδηλώνει εναντίον του Καποδίστρια και ζητάει Σύνταγμα. Ο Γκίκας διαφωνεί έντονα με τον Μακρυγιάννη και τον τραυματίζει. Εμφανί­ζεται ο κυβερνήτης. Βλέποντας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη του λέει ότι θα ελευθερώσει τον Πετρόμπεη, αρκεί να το ζητήσει, εκείνος όμως αδιαφορεί.

Οι λεκτικές συγκρούσεις συνεχίζονται, ενώ ο Μακρυγιάννης προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ο Καποδίστριας αναγγέλλει τον αναδασμό της γης, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Κολοκοτρώνη που τον εγκαταλείπει. Τη στιγμή εκείνη φτάνουν τα νέα για την άφιξη των ρωσικών πλοίων στην Ύδρα. Το πλήθος ταράζεται ξανά και ο Παπαγιώργης παρακινεί τους Μαυρομιχά­ληδες να σκοτώσουν τον κυβερνήτη, ο οποίος έχει ήδη διατάξει την αποφυλά­κιση του Πετρόμπεη, θέλοντας έτσι να κάνει προσπάθεια για εθνική συμφι­λίωση. Παρ’ όλα αυτά τον τραυματίζουν θανάσιμα και το έργο κλείνει με τη δολοφονία του Καποδίστρια. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η άλωση της Τριπολιτσάς μέσα από το έργο του Παναγιώτη Ζωγράφου Μεταξία Παπαποστόλου


 

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen.

«Η Ζωγραφική παράσταση δεν είναι παρά ένας τρόπος διήγησης», μας αναφέρει ο Σπύρος Ασδραχάς, και η επιτυχία της εξαρτάται από το βαθμό απόδοσης του περιεχομένου της διήγησης, φορτισμένου, στην περίπτωση της συνεργασίας του στρατηγού Μακρυγιάννη με τον Δημήτριο Ζωγράφο για την εικονογράφηση του Αγώνα του ’21, από στοιχεία ενσυνείδητης ιδεολογίας.

Στο ξεκίνημα του νεοελληνικού κράτους, τέσσερις βασικά ομάδες, με δι­αφορετική αφετηρία και διαφορετικά μορφοπλαστικά χαρακτηριστικά αλλά με παράλληλες αναζητήσεις και κοινή κατεύθυνση, αναγνωρίζονται εύκολα στην πρώτη γενιά των δημιουργών της νεοελληνικής ζωγραφικής. Ένα κοινό στοιχείο που δίνει βασικά τον τόνο σ’ όλους σχεδόν τους καλλιτέχνες της γενιάς αυτής είναι η ιδιαίτερη απασχόλησή τους με τα ιστορικά θέματα και ειδικά με τα θέματα της ελληνικής Επανάστασης. Ξένοι καλλιτέχνες και λα­ϊκοί ζωγράφοι, επτανήσιοι και ανεξάρτητοι δημιουργοί, χωρίς να θυσιάζουν το προσωπικό τους μορφοπλαστικό ιδίωμα συναντιούνται ακριβώς στο ση­μείο αυτό, στην προσπάθεια να μορφοποιήσουν την ιστορική στιγμή.

Ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της λαϊκής ζωγραφικής της γενιάς αυτής είναι ο Παναγιώτης ή, κατά τις νεότερες έρευνες, ο Δημήτριος Ζωγράφος από την Βορδόνια Λακωνίας, που με τη σειρά των εικόνων που ζωγράφισε για τον Μακρυγιάννη, μας έδωσε το πιο ολοκληρωμένο σύνολο του είδους του. Χωρίς να ξέρουμε τίποτα για τη γέννησή του ούτε και τη μαθητεία του, είναι σχε­τικά εύκολο να καταλάβουμε από τα ίδια τα έργα ότι θα πρέπει να έμαθε τη δουλειά κοντά σε κάποιον κοινό ζωγράφο βυζαντινών εικόνων, σε κάποιον από τους αγιογράφους που γύριζαν τα χωριά, για να παίρνουν παραγγελίες για εικόνες αγίων και να εργάζονται στις εκκλησίες.

Ο Μακρυγιάννης είχε προετοιμάσει τη θεματογραφία του. Γράφει:

 

«Αφού πήγα και εγώ με την τετραρχίαν μου παρατήρησα κι όλες τις θέσεις οπό­γιναν πόλεμοι, και σημάδεψα όλες αυτές τις θέσεις και όσες άλλες ήξερα». Έκανε, δηλαδή, τοπογραφικά σχέδια που θα χρησίμευαν ως βάση της εικονο­γραφίας, συνεχίζει «Αφού έδιωξα τον (ξένο) ζωγράφο, έστειλα κι έφεραν από τη Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφο τον έλεγαν. Έφερα αυτόν και μιλήσαμεν και συμφωνήσαμεν του κάθε κάδρου την τιμήν του κι έστειλε κι ήφερε και δυο του παιδιά και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τελείωσε τα 1839».

 

Η νεότερη έρευνα έχει αποδείξει ότι ο Ζωγράφος του Μακρυγιάννη είναι ο Δημήτριος, που άλλωστε υπογράφει τις υδατογραφίες και όχι ο Παναγιώτης. Ο Παναγιώτης είναι ο γιος του που από το 1839 ως το 1841 σπουδάζει στο Σχολείο των Τεχνών και μάλιστα με υποτροφία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Ιστορικό δημοτικό τραγούδι ή της φυλακής; – Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας


 

Όταν σκέφτηκα να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο τραγούδι αναλαμβάνοντας να το παρουσιάσω στο παρόν συνέδριο, είχα μάλλον άγνοια κινδύνου! Έλεγα: «δεν μπορεί, θα υπάρχει στη βιβλιογραφία κάποια αναφορά, σε κάποια συλλογή δημοτικών τραγουδιών θα ανθολογείται κι εκεί οπωσδήποτε θα υπάρχουν σχετικές πληροφορίες». Κι όμως, παρόλο που το τραγούδι είναι γνωστό και ιδιαίτερα αγαπητό έως σήμερα, δεν βρήκα παρά ελάχιστα πράγματα κι αυτά όχι συστηματικά, εννοώ σε επιστημονικές εργασίες. Παρόλο που, για να είμαι ειλικρινής, μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα να το αφήσω και είτε ν’ αλλάξω θέμα είτε να μην κάνω καθόλου ανακοίνωση στο συνέδριο, σκέφτηκα πως είναι τελικά μία από εκείνες τις περιπτώσεις που ο ερευνητής καλείται να παρουσιάσει το υλικό του ξεκινώντας από μία tabula rasa και να δημιουργήσει ο ίδιος την πρώτη, ίσως, μονογραφία για το συγκεκριμένο τραγούδι. Η ορθότητα της επιλογής μου θα κριθεί βεβαίως από το αποτέλεσμα και θέτω στην κρίση σας τις παρατηρήσεις μου.

Οι πληροφορίες που αντλεί κανείς από το διαδίκτυο είναι ιδιαίτερα φειδωλές και αφορούν το τραγούδι, περισσότερο από τη μουσική του πλευρά. Έτσι, για παράδειγμα σε ιστοσελίδα για το κλαρίνο μαθαίνουμε ότι είναι «ένα τραγούδι με προέλευση από την Αρκαδία Πελοποννήσου»[1].

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 3/4 και χορεύεται στα βήματα του «Τσάμικου». Το ότι είναι τσάμικο φυσικά δεν χρειάζεται να έχει κανείς ιδιαίτερες γνώσεις μουσικολογίας και ειδικές σπουδές στο δημοτικό τραγούδι για να το αντιληφθεί. Εξάλλου, εμείς ως Ιστορικοί και Φιλόλογοι ενδιαφερόμαστε για τα λόγια του τραγουδιού.

Αυτό που συνειδητοποιεί κανείς ακούγοντας το τραγούδι είναι ότι απαιτείται τελικά μία εργασία ανάλογη μ’ αυτή του αρχαιολόγου που καλείται να εντοπίσει τη στρωματογραφία των δίστιχων από τα οποία αποτελείται το τραγούδι και να χρονολογήσει, να εντοπίσει δηλαδή τις ιστορικές αναφορές για να αποφανθεί τελικά σε τι αναφέρεται και ποια είναι η αρχική πηγή έμπνευσης του ανώνυμου δημιουργού και ποια σημεία του αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες.

 

 

Σας διαβάζω τους στίχους, έτσι όπως είναι περισσότερο γνωστό γιατί όπως θα δούμε υπάρχουν και ορισμένες παραλλαγές, κάτι που συνηθίζεται στο δημοτικό και το λαϊκό τραγούδι γενικότερα.

 

Στ’ Αναπλιού, γεια σας λεβέντες, στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι,
στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι ’κεί βροντάει το καριοφίλι.
——
Το βροντάν, γεια σας λεβέντες, το βροντάν’ οι Μωραΐτες,
το βροντάν’ οι Μωραΐτες κι όλοι οι βαρυποινίτες.
——
Το βροντάει, γεια σας λεβέντες, το βροντάει και μια γυναίκα,
το βροντάει και μια γυναίκα η καημένη χρόνια δέκα.
——
Το βροντάει, γεια σας λεβέντες, το βροντάει και μια δασκάλα,
το βροντάει και  μια δασκάλα που ‘ναι άσπρη σαν το γάλα.
(περισσότερα…)

Read Full Post »

Στρατιωτική βιβλιογραφία και ιστοριογραφία στην Αργολίδα μετά την Επανάσταση: Η περίπτωση της έκδοσης Έφορος Στρατιωτικός (1835) και του συγγραφέα της Παναγιώτη Ρόδιου – Παναγιώτης Σαβοριανάκης


 

Το περίγραμμα της ζωής του συγγραφέα:

  

Εξ αρχής οφείλουμε να επισημάνουμε ότι εκδότης και συγγραφέας των κει­μένων του Έφορου Στρατιωτικού[1] στα 1835 υπήρξε ο Παναγιώτης Ρόδιος, αξιοση­μείωτο παράδειγμα δημοσίου προσώπου της εποχής με αρκετά σημαντικό ρόλο στα ελληνικά πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα κατά την περίοδο 1821-1848.

Ας δούμε συνοπτικά λοιπόν τη ζωή του εμπνευστή της έκδοσης του εντύπου και ας τον τοποθετήσουμε στα καίρια γεγονότα της εποχής του: Γόνος οικο­γένειας καραβοκύρη, γεννήθηκε στη Ρόδο το 1789, τη χρονιά της έκρηξης της Γαλλικής Επανάστασης, και γρήγορα «ξενιτεύτηκε» στη Σμύρνη για σπουδές. Φοίτησε στην πρωτοποριακή Σχολή της Σμύρνης, μέσα στο πνευματικό κλίμα του Διαφωτισμού, με διαπρεπείς δασκάλους του τότε κύκλου του Κοραή. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση βρέθηκε για λίγο στην ιταλική Πάδουα και – κυρίως – στο Παρίσι, όπου, ενταγμένος στον κύκλο του Κοραή, φοιτούσε στην ιατρική Σχολή, αρθρογραφούσε στον βιεννέζικο Ερμή το Λόγιο και μετέφραζε τραγωδίες του Σοφοκλή, τις οποίες σχεδίαζε να εκδώσει[2].

 

Ο στρατηγός Παναγιώτης Ρόδιος (1789-1851), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης βρέθηκε στην Ελλάδα ταξιδεύοντας στο ίδιο πλοίο με το φημισμένο Σκωτσέζο αξιωματικό των ναπολεόντειων πολέμων Γκόρντον και ορισμένους Γάλλους ομότεχνούς του. Σε αυτούς οφείλει πιθανό­τατα την πίστη και τη μετέπειτα επιμονή του στην ιδέα της σύστασης ελληνικού τακτικού εθνικού στρατού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Το Απάνθισμα των Εγκληματικών» – Ο Πρώτος Ποινικός Κώδικας της Ελεύθερης Ελλάδος – Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης, Επίτιμος Αντιεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου


 

Οι πυλώνες που συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Ελλάδος ήταν η Εθνική Παράδοσις, η Ορθόδοξος Εκκλησία, η Πνευματική ηγεσία (Φαναριώτες), οι οργανωμένες πολεμικές ομά­δες στην θάλασσα και την ξηρά (κλέφτες και αρματωλοί), το Εμπο­ρικό Ναυτικό, οι Φιλέλληνες, ο Κοινοτικός Βίος και οι θεσμοί του Δι­καίου (συντεχνίες, συνεταιρισμοί και γενικότερα οι θρησκευτικές και πολιτικές ενώσεις). Κατά την διάρκεια της δουλείας, όπως χαρακτη­ριστικά αναφέρει ο καθηγητής Πανταζόπουλος «εχαλκεύθη και ην­δρώθη η περί δικαίου συνείδησης του δουλεύοντος Έθνους».

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών των Ελλήνων ήταν τα εκκλησια­στικά – επισκοπικά δικαστήρια. Η εφαρμογή όμως του ποινικού δι­καίου, που είχε ως βάση του την διδασκαλία του Κορανίου, ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα των τουρκικών δικαστηρίων, που σκοπός τους ήταν κυρίως η προστασία της εξουσίας του κατακτητή από εγκλή­ματα που στρέφονταν εναντίον του, όπως η ληστεία, η πειρατεία, η προσβολή της πολιτειακής του εξουσίας και της δημόσιας τάξης.

Σε ορισμένες τοπικές κοινωνίες, όπου οι Τούρκοι είχαν περιορι­σμένη εξουσία, είχε εφαρμογή ένα εθιμικό ποινικό δίκαιο των υπόδου­λων για εγκλήματα αγρονομικά, αγορανομικά αλλά και για κλοπές, σωματικές βλάβες, και εγκλήματα κατά των ηθών. Οι Έλληνες επίτρο­ποι-κριτές επειδή δεν μπορούσαν να εκδόσουν εκτελεστές αποφάσεις, επέβαλαν πρόστιμα υπέρ του κατακτητή ενώ κατά κανόνα φρόντι­ζαν για τον συμβιβασμό των αντιμαχόμενων πλευρών ώστε να μην αναμιγνύεται ο κατακτητής. Σε ορισμένες περιοχές, όπως η Μάνη και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, όπου η τουρκική παρουσία δεν ήταν έντονη, οι ποινικές υποθέσεις εκδικάζονταν από τους Έλληνες, ενώ στην Μάνη εφαρμοζόταν ο άτεγκτος νόμος της αντεκδίκησης, η λεγό­μενη βεντέτα, δηλαδή η ιδιωτική ανταπόδοση.

Μετά την έναρξη του Αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία και τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους κρίθηκε απαραίτητο να θε­σπισθεί ένας ποινικός κώδικας ο οποίος σκοπό είχε αφ’ ενός μεν να προστατεύσει τις ελευθερίες των Ελλήνων αφ’ ετέρου δε να εγγυηθεί τις ελευθερίες αυτές από αξιόποινες δραστηριότητες. Έτσι στο άρθρο 97 του Προσωρινού Πολιτεύματος της Επιδαύρου η Πρώτη Εθνική Συνέλευση (1822) ανέθεσε στο Εκτελεστικό Σώμα να συστήσει επιτρο­πή για να καταρτίσει, εκτός των άλλων, και ποινικό κώδικα. Επειδή η επιτροπή αυτή δεν συστάθηκε, η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος την 1-4-1823 διόρισε εννεαμελή επιτροπή από δύο επισκόπους, δύο ιερο­μόναχους, ένα ιεροδιάκονο και τέσσερις λαϊκούς για να εκθέσει «τα κυριότερα των εγκληματικών εκ του προχείρου ερανιζομένη από τους νόμους των ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και άλλοθεν».

Ο Πανούτσος Νοταράς, Υπουργός των Οικονομικών και Πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος της Προσωρινής διοικήσεως της Ελλάδος κατά την Ελληνική Επανάσταση. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλη της Επιτροπής αυτής ήταν ο Επίσκοπος Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Επίσκοπος Ταλλαντίου Νεόφυτος, οι ιερο­μόναχοι Βενιαμίν ο Λέσβιος και Γεράσιμος Παπαδόπουλος, ο ιεροδι­άκονος Γρηγόριος Κωνσταντάς και οι λαϊκοί Πανούντζος Νοταράς, που αργότερα επί Καποδίστρια έγινε Πρόεδρος του Ανεκκλήτου Κρι­τηρίου, δηλαδή του σημερινού Αρείου Πάγου με έδρα το Άργος, Ιω­άννης Κοντουμάς, Γεώργιος Αινιάν και Ιωάννης Ζαΐμης. Ο τελευταί­ος αργότερα έγινε βουλευτής Καλαβρύτων και ήταν και ο πρώτος δή­μαρχος της ελεύθερης Πάτρας.

Η Επιτροπή αυτή με τις πολεμικές επιχειρήσεις σε πλήρη εξέλιξη, στις 17-4-1823, δηλαδή σε δεκαέξι μόνο ημέρες, συνέταξε και παρέ­δωσε στην Εθνική Συνέλευση ένα ποινικό κώδικα τον οποίο η Συνέ­λευση ονόμασε «Απάνθισμα των Εγκληματικών» που έγινε νόμος το έτος 1824 με τον τίτλο «περί αμαρτημάτων και ποινών».

 

Το Απάνθισμα των Εγκληματικών

 

Η αναφορά υποβολής του έργου αυτού από την Επιτροπή, που έχει την μορφή Ει­σηγητικής Εκθέσεως, αναφέρει χαρακτηριστικά «Συνελθόντες πολ­λάκις εις εν και μελετήσαντες εσκεμμένως του Νόμους των αειμνή­στων Αυτοκρατόρων Χριστιανών και άλλους Κώδικας της ευνομού­μενης Ευρώπης συνερανίσθημεν το περί αμαρτημάτων και ποινών τούτο Απάνθισμα, σπουδάσαντες να εφαρμόσωμεν πάντα εις την ενεστώσαν του Έθνους μας περίστασιν, κατά την επιταγήν της Σε­βαστής Εθνικής Συνελεύσεως». (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »