Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αργολίδα’ Category

Ο σιδηρόδρομος στην Αργολίδα 1882 – 1900


 

Πριν από ένα σχεδόν αιώνα στην Ελλάδα ξεκί­νησε το μεγάλο εγχείρημα του σιδηροδρόμου. Ήταν τότε για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος η σοβαρότερη επενδυτική απόφαση. Οι συζητήσεις που έγιναν για την κατασκευή της γραμμής ΑθηνώνΆργους Ναυπλίου, όπως και οι αποφάσεις που τελικά πάρθηκαν πριν 100 χρόνια [το άρθρο είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Απόπειρα», το χειμώνα του 1994], ίσως είναι και οι μόνες που ασχολήθηκαν σοβαρά με το συγκοινωνιακό ζήτημα και χαρακτηρίζουν τη σιδηροδρομική γραμμή μέχρι σήμερα.

Η επιλογή, το 1882, της μετρικής γραμμής (πλάτος 1,00 μ.) με το χαρακτηρισμό «γραμμή τοπικού χαρακτήρα» για το δίκτυο της Πελοποννήσου, αντί της διεθνούς γραμμής (πλάτος 1,43 μ.), καθορίζει μέχρι σήμερα το σιδηροδρομικό δίκτυο. Η μετρική γραμμή επιλέχθηκε για λόγους οικο­νομικής στενότητας του κράτους. Ήταν περισσό­τερο συμφέρουσα, επειδή σήμαινε λιγότερες απαλλοτριώσεις, λιγότερη ξυλεία για τα υποστηρίγματα, μικρότερες καμπύλες και ελάχιστα αναγκαία τούνελ. Στη Βουλή ο Χ. Τρικούπης, επιχειρηματολογώ­ντας για την επιλογή αυτής της γραμμής (μετρική αντί διεθνής), ανέφερε ότι οι τοπικοί σιδηρόδρομοι θα γίνουν τότε μόνο διεθνείς, όταν οι περιστάσεις καταστούν ευνοϊκότερες, όταν η συγκοινωνία αυξηθεί, όταν η ανάπτυξη της χώρας το επιτρέψει. Εκατό χρόνια αργότερα, και στηριζόμαστε ακόμα στις προτάσεις που υλοποίησε ο Χ. Τρικούπης και στα όνειρα που είχε τότε για το σιδηρόδρομο.

 

Πληθυσμιακά και συγκοινωνιακά στοιχεία της «περιο­χής» Άργους -Ναυπλίου κατά την περίοδο 1880 – 1890

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το έργο του σιδηροδρόμου, σαν έργο ζωής, οικονομικής ανάπτυξης και ενοποίησης της γεωργικής Ελλά­δας αναφέρουμε τον πληθυσμό και τα υπάρχοντα συγκοινωνιακά μέσα στις αρχές του 1880 στην Αργολίδα.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1879[1]:

Επαρχία Ναυπλίας 16.019 κάτοικοι. Δήμος Ναυπλιέων 9.045 κάτοικοι. Ναύπλιο 4.598. Πρόνοια 1.757

Επαρχία Άργους 24.284 κάτοικοι. Δήμος Αργείων 11.793 κάτοικοι. Άργος 9.861.

Απογραφή 1889[2]: Δήμος Ναυπλιέων 10.879 κάτοικοι. Ναύπλιο 5.459 κάτοικοι. Πρόνοια 1.694.  Άργος 9.814. Δήμος Αργείων 12.057 κάτοικοι.

Στις αρχές του 1880, όπως γράφει ο Α. Μηλιαράκης στο βιβλίο «Γεωγραφία και πολιτική, νέα και αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας», υπήρχαν οι εξής αμαξιτοί δρόμοι: α) Κόρινθος – Άργος – Τρίπολη. Η μόνη αμαξιτός που συγκοινωνεί μετά της λοιπής Ελλάδας. β) Οδός Άργους – Ναυπλίου γ) Οδός   Άργους – Χαρβατίου, χάριν των αρχαιοτήτων Μυκηνών, και Ναυπλίου – Χαρβα­τίου βατή, διασχίζουσα την πεδιάδα, δ) Ναυπλίου – Τολού, ε) Ναυπλίου – Λυγουρίου – Ιερού Ασκληπιού στ) Άργους – Κάτω Μπέλεσι.

Αναφέρει δε χαρακτηριστικά: «Η δια των αμαξιτών τούτων οδών συγκοινωνία των επαρχιών και των δήμων του νομού δεν είνε επαρκής, διότι πολλοί των μεσογείων δήμων μένουσιν είτε εντελώς απομεμονωμένοι εντός των λεκανοπεδίων των, συγκοινωνούντες μόνο δι’ ατραπών δυσβάτων, αποτόμων και πετρωδών δι’ ων δυσχερής η πορεία δυσχερεστέρα δε η μεταφορά προϊόντων».

Ας δούμε όμως ενδεικτικά την πυκνότητα των ημερησίων διελεύσεων κατά την τριετία 1870 -1872 για το δρόμο Ναυπλίου – Άργους, όπως φαίνεται από τα καταβαλλόμενα διόδια. 1870,117 διελεύσεις την ημέρα, 1871,117 διελεύσεις την ημέρα, 1872,121 διελεύσεις την ημέρα. Η καταβολή διοδίων δεν αφορούσε όσους μετα­κινούνταν για να πάνε στα χωράφια τους, για τον τρύγο ή για τη σοδειά ούτε την Ταχυδρομική Υπηρεσία, τη Χωροφυλακή, το Ιππικό ή όσους έχουν κάποια σχέση με τη διοίκηση. Η πυκνότη­τα κυκλοφορίας αφορούσε ουσιαστικά το εμπό­ριο.

Η συγκοινωνία μέσω θαλάσσης υπάρχει μεταξύ Ναυπλίου – Πειραιά με ατμόπλοια και Ναυπλίου – Μύλων με βάρκες. Το λιμάνι του Ναυπλίου χαρακτηρίζεται από τον Α. Μηλιαράκη, «ουχί ασφαλές, προσβαλλόμενον υπό των νοτίων ανέμων, είνε δε προσέτι και αβαθές, μη προσιτόν εις ατμόπλοια και μεγάλα πλοία, άτινα αγκυροβολούσι μακριά». Το 1881 οι εξαγωγές του λιμανιού του Ναυπλίου[3] προς το εξωτερικό αντιπροσωπεύουν το 1,3% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών και το 2,5% των εισαγωγών. Η σταφίδα βρίσκεται στην πρώτη θέση των εξαγωγών με έναν όγκο 1.813.350 ενετικών λίτρων το 1882. Η προσέγγιση πλοίου της ελληνικής ατμοπλοϊκής εταιρίας ήταν τακτι­κή (5 φορές την εβδομάδα). Προς το τέλος του αιώνα το λιμάνι του Ναυπλίου χάνει τον οικονο­μικό ρόλο που έπαιξε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1880. Πρώτη διαπίστωση. Αν εξαιρέσουμε τη θαλάσσια συγκοινωνία, η χερσαία συγκοινωνία – οδικό δίκτυο είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Οι πρώτες προτάσεις ως την ίδρυση της Α.Ε. ΣΠΑΠ (1870 – 1882)

 

Η ιστορία του σιδηροδρόμου στη νεότερη Ελλά­δα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το σιδηροδρομικό δίκτυο του νομού Αργολίδας. Στα πρώτα κιόλας σιδηροδρομικά σχέδια που κατατέθηκαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος συναντάμε προτά­σεις για τη σιδηροδρομική ανάπτυξη της Αργο­λίδας. Το όνειρο του σιδηροδρόμου ξεκίνησε πολύ νωρίς. Μόλις το 1835 έγινε πρόταση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών – Πειραιώς. Ως το 1880 έχουν γίνει μόνο 9 χλμ. της γραμμής αυτής. Το 1882 μπορεί να χαρακτη­ριστεί σαν «έτος της ελληνικής σιδηροδρομικής εποχής».

Τη χρονιά αυτή ο Χ. Τρικούπης θα υπογράψει οριστικές συμβάσεις για τα δίκτυα Θεσσαλίας – Πελοποννήσου και Αττικής συνολι­κού μήκους900 χλμ. Μέχρι να φθάσουμε όμως στο έτος 1882 κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Ακούστηκαν και παρου­σιάστηκαν πολλές προτάσεις για την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Στις προτάσεις αυτές τις περισσότερες φορές συμπεριλαμβάνεται και ο νομός Αργολίδας.

Συγκεκριμένα: 1868: Ο Βαρώνος και χρηματιστής Louis de Normand προτείνει την κατασκευή τριών γραμ­μών, μεταξύ των οποίων και αυτή που συνδέει το Λακωνικό Κόλπο με την Τρίπολη και την Κόρινθο.

1871 (Οκτώβριος): Όμιλος Γάλλων κεφαλαιούχων προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση την κατα­σκευή της γραμμής: Πειραιάς – Κόρινθος – Ναύπλιο – Σπάρτη – Γύθειο – Αλμυρός.

1879 (Ιούλιος): Ο κόμης ντε Μοντρεσύ υποβάλλει σχέδια τεσσάρων γραμμών, ανάμεσα στις οποίες και η γραμμή Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα, με διακλάδωση σε Κουτσοπόδι – Άργος – Ναύπλιο.

1881 (31/8): Ο Κουμουνδούρος υπογράφει σύμβα­ση με τον L. Perdoux για την κατασκευή δυο γραμμών Πειραιώς – Λαρίσης και Πειραιώς – Πατρών, με διακλάδωση Κόρινθο – Ναύπλιο – Μύλους, διεθνούς πλάτους1,43 μ. Η διακλάδωση αφορούσε γραμμή πλάτους0,70 μ. στρωμένη πάνω σε αμαξιτό δρόμο. Ο ανάδοχος δηλώνει αδυναμία να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του και ζητά να αναθεωρηθούν οι όροι της σύμβασης.

1882: Το φιλόδοξο όνειρο του σιδηροδρόμου αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα. Ο πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης εισάγει στη Βουλή τρία νομοσχέδια για τις σιδηροδρομικές γραμμές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και τη γραμμή Πειραιώς – Πατρών, με διακλάδωση προς Κό­ρινθο – Ναύπλιο – Μύλους. Η γραμμή αυτή, κατά την πρόταση του Τρικούπη, θα είναι αυτόνομη και όχι σε τμήμα του αμαξιτού δρόμου, πλάτους1,00 μέτρου και όχι 1,43 που προέβλεπε η σύμβαση Κουμουνδούρου – L. Perdoux. Στις συζητήσεις της Βουλής, 20, 24 και 25 Μαΐου» 1882, (οι σημαντικότερες που έχουν γίνει για το σιδηρόδρομο) σφοδρή υπήρξε η αντιπαράθεση των προτάσεων Τρικούπη – Κουμουνδούρου.

Η πρόταση Τρικούπη, για επιλογή γραμμής μετρι­κού πλάτους στο δίκτυο της Πελοποννήσου, και οικονομικότερη ήταν και σύμφωνη με τις γενικές αρχές της στρατηγικής του. Σύμφωνα μ’ αυτή «το κράτος με τη μικρότερη δική του επιβάρυνση (θα πρέπει) να εκμεταλλευτεί τη βελτίωση της εξωτερι­κής πίστης και – προσελκύοντας ελληνικά και διεθνή κεφάλαια – να προωθήσει στο συντομότερο χρονικό διάστημα (4-5 χρόνια) την κατασκευή ολόκληρου του εσωτερικού σιδηροδρομικού δικτύου». Στις 19/4/1882 ο Χ. Τρικούπης υπογράφει σύμβα­ση με την Γενική Πιστωτική Τράπεζα (Γ.Π.Τ.), διευθυντής της οποίας ήταν ο Ι. Δούμας, όπου προβλέπεται η κατασκευή της γραμμής Πειραιώς – Πατρών με διακλαδώσεις προς Κόρινθο – Άργος – Ναύπλιο και  Άργος – Μύλους, μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Αξιοσημείωτο είναι ότι εκτός των άλλων, στη σύμβαση ορίζεται πως η διοίκηση θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει την τοποθέτηση χωρίσματος σε κάθε βαγόνι, για τις γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες τους. Στις ημέρες των εορτών και των πανηγύρεων θα ισχύουν φθηνότερες τιμές. Στις 17/10/1882 ιδρύεται η Α.Ε. ΣΠΑΠ (Ανώνυ­μος Εταιρία Σιδηροδρόμων Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου).

 

Η ιστορία του αργολικού σιδηροδρόμου μέσα από τον τοπικό Τύπο.

 

Τα πρώτα βήματα

Η σύμβαση του Χ. Τρικούπη με τη την Γενική Πιστωτική Τράπεζα υπογράφηκε στις 19/4/82. Το σιδηροδρομικό ζήτημα απασχόλησε έντονα και τον Τύπο της Αργολίδας. Κάθε εφημερίδα, ανάλογα με τον πολιτικό της προσανατολισμό, δίνει μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση στο θέμα αυτό. Ήδη από 18/9/82 η ναυπλιακή εφημερίδα «Αργολίς» ανακοι­νώνει ότι έφτασαν στο Ναύπλιο οι πρώτοι μηχανικοί και πείστηκαν ν’ αρχίσουν το έργο από τη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους γραμμή, παρότι οι εργασίες γι’ αυτό το τμήμα του δικτύου είχαν προγραμματιστεί για το τέταρτο έτος. Η ανακοίνωση καταλήγει με πρόκληση στην πολι­τικά αντίθετη επίσης ναυπλιακή εφημερίδα «Ανεξαρτησία», η οποία απαντά την 1η Οκτω­βρίου 1882 με το εξής καυστικό σχόλιο: Οι μηχανικοί κατά την «Αργολίδα» αφικνούνται και η έναρξις γενήσεται εκ Ναυπλίου. Μη και τούτο ομοιάζει της Μουσικής, διορισθέντος μόνου του Αρχιμουσικού;

 

Ατμομηχανή «Τίρυνς» για τις γραμμές Πελοποννήσου κατασκευής Krauss, 1884.

 

Η ιστορία του αργολικού σιδηροδρόμου αρχίζει να γράφεται μεσ’ από τις αντιπαραθέσεις του τοπικού Τύπου, πολύ πριν ξεκινήσει το έργο κατασκευής του.

Τα έργα για την κατασκευή της γραμμής Πελο­ποννήσου ουσιαστικά ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1882 με πολλά προβλήματα. Οι μέτοχοι καθυστερούν στην καταβολή του κεφαλαίου που τους αναλογεί και οι σταφιδοπαραγωγοί προβάλλουν αντίσταση στην κατάληψη της αναγκαίας γης. Στις 14 Ιουνίου 1884 η εφημερίδα του Άργους «Δαναός»  πληροφορεί ότι ήλθαν μηχανικοί για να ορίσουν τη θέση του σταθμού του Άργους και του Ναυπλίου. Για μεν το Άργος προσδιορίζεται ανατολικώς της πόλης «εκατόν περίπου βήματα εντεύθεν από της σταφιδοφυτείας του Κ. Ζορμπά εις το Ναύπλιο εν τη έξω της πόλεως και κάτωθι του Παλαμηδίου ιστορική ευρύτατη πλατεία».

 Η γραμμή από Άργος μέχρι το Μπολάτι ορίζεται παράλληλα του δημόσιου δρόμου και από κει μέχρι το Ναύπλιο δυτικότερα περί τα 15-20 μέτρα. (Το πώς σήμερα βρέθηκαν ιδιοκτησίες μεταξύ γραμμών και δρόμου στο κομμάτι Άργος – Μπολάτι, είναι ένα άλλο ερώτημα.) Για την έναρξη των εργασιών σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Μ. Λαμπρινίδης, δικηγόρος – σύμβουλος της εταιρίας κατασκευής, και γνωστός συγγραφέ­ας της «Ναυπλίας». Αρχίζουν οι εργασίες για τη γραμμή Κορίνθου – Άργους. Τις πληροφορίες επιβεβαιώνει η εφημε­ρίδα του Ναυπλίου «Ανεξαρτησία» προτείνοντας ταυτόχρονα στις 19 Ιουλίου 1884, την κατασκευή και του παραλιακού δρόμου Μύλοι  – Ναύπλιο για να γίνει η πόλη ορμητήριο του εμπορίου.

 

Πρώτα προβλήματα

 

Και ενώ οι εργασίες για το σιδηρόδρομο ακόμα δεν έχουν αρχίσει, σοβαρή διένεξη δημιουργείται μεταξύ των πόλεων Ναυπλίου και Άργους σχετικά με το που θα περάσει η γραμμή του τρένου. Ο Τύπος και των δυο πόλεων φωτίζει με πλήθος πληροφορίες αυτή τη διαμάχη. Στις 7 Αυγούστου 1884 η εφημερίδα του Άργους «Δαναός» δημοσιεύει πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου» και γνωστο­ποιεί ότι, ενώ είχε από τη σύμβαση προγραμμα­τιστεί ο κλάδος που ξεκινάει από Κόρινθο να καταλήγει στο Ναύπλιο μέσω Άργους, και άλλος κλάδος ξεκινώντας από το Άργος να καταλήγει στους Μύλους, γίνεται προσπάθεια χάραξης της γραμμής από Δερβενάκια κατευθείαν στην Τί­ρυνθα. Πληροφορεί ότι υπάρχει σκέψη για γραμμή σύνδεσης απευθείας από Ναύπλιο στους Μύλους.

Με το επιχείρημα ότι η γραμμή είναι μεγαλύτερη σε χιλιόμετρα, κοστίζει περισσότερο το ταξίδι και ότι θα δαπανηθούν περισσότερα χρήματα για την κατασκευή της, απαιτεί από τον υπουργό να μην εγκρίνει την τροποποίηση. Διαφορετικά, προτρέπει τους Αργείους και λοιπούς Πελοποννησίους της δι’ ιπποσιδηροδρόμου ή άλλων εταιρειών αναπτύξεως της συγκοινωνίας αυτών.

Σε απάντηση η εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» στις 14 Αυγούστου 1884 με κύριο άρθρο «Ο σιδηρόδρομος Κορίνθου-Ναυπλίου» αναφέρει ότι η γραμμή, εάν δεν διέλθει από το Άργος, θα είναι συντομότερη κατά δεκαπέντε χιλιόμετρα και προτείνει η διακλάδωση για τους Μύλους μέσω Άργους να γίνεται από την Τίρυνθα. Η γραμμή δε Ναύπλιο – Μύλοι να γίνει παραλιακή με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν εκεί ιδιοκτη­σίες (οι σημερινές άραγε που βρέθηκαν;), άρα θα κοστίσει λιγότερο στην εταιρία.

Τέλος αναφέρει ότι «εν Ναυπλίω οκτώ χιλιάδες τουλάχιστον κάτοι­κοι των μερών εκείνων (Τριπόλεως – Κυνουρίας) έρχονται ετησίως είτε δια τας εμπορικάς και τας δικαστικάς υποθέσεις των, είτε ως μάρτυρες εις το Κακουργοδικείον, είτε το θέρος δια λουτρά κ.λπ. εις Άργος δε ουδ’ εκατόν ίσως». Την ίδια μέρα, 14 Αυγούστου 1884, ο «Δαναός» με τον τίτλο «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου» και υπότιτλο «Εν σπουδαίον παρόραμα και τινές προθήκαι» αναφέρεται πάλι στην πρόταση για τη γραμμή Κορίνθου – Ναυπλίου (χωρίς να διέρχεται από το Άργος) λέγοντας ότι αυξάνεται η απόστα­ση και ζημιώνεται το δημόσιο, μιας και επιχορη­γεί την εταιρία με 20.000 δρχ. το χλμ. Το ίδιο διάστημα έχει αρχίσει και η χάραξη της γραμμής Ναυπλίου – Άργους.

Διαπιστώνονται και οι πρώτες κακοτεχνίες από την εφημερίδα, αντί δηλαδή το πλάτος να χαράσσεται στο 1,00 μέτρο, χαράσσεται άλλες φορές 1,009 και άλλες 1,005. Δεν έλειψαν και τα πολιτικά μέσα και από τις δυο πόλεις για να υλοποιηθεί το ένα ή το άλλο σχέδιο. Οι βουλευτές του Άργους, I. Δανόπουλος, Π. Ζωγράφος, Γ. Τσόκρης ενήργησαν για τα συμφέροντα του Άργους, στέλνοντας ο τελευταίος και επιστολή προς Τρικούπη. Το ζήτημα παραμένει φλέγον και η «Αργολίδα» στο φύλλο της 30/8/84 επανέρχεται με τα εξής επιχειρήματα:

1ο, το λιμάνι του Ναυπλίου μπορεί να αποτελέσει διέξοδο για το σιδηρόδρομο, συνδέοντας τα παράλια της Πελοποννήσου με τη σιδηροδρομική γραμμή, ώστε να μπορεί να γίνεται μεταφορά εμπορεύματος.

2ο, η γραμμή Κορίνθου – Ναυπλίου περνά από περισσότερα χω­ριά της Αργολίδας (Κούτσι, Ανυφί, Μέρμπακα, Χώνικα, Πασσά, Φίχτια, Αρχαίες Μυκήνες), ενώ η γραμμή του Άργους περνά μόνο από το Κουτσοπόδι.

Τέλος προτείνεται αμέσως η εκβά­θυνση του λιμανιού και προς το σκοπό αυτό η επιβολή λιμενικού φόρου. Την ίδια περίοδο αρχίζει η μεταφορά υλικών για την γραμμή. Εκομίσθησαν ενταύθα εννέα χιλιάδες κιβώτια γαλλι­κής γης χρησίμου προς στερεοποίησιν της γραμμής του σιδηροδρόμου δια τους οχετούς και τας γέφυρας (Αργολίδα, 30/8/84). Διευθυντής των έργων είναι ο κ. Σνάιδερ. Σεπτέμβριος 1884 και το θέμα της διέλευσης της γραμμής δεν έχει λυθεί.

Η εφημερίδα «Δαναός» στις 13/9/84 επανέρχεται με άρθρο ανωνύμου και τίτλο «διατριβή σπουδαίου και αμερόληπτου αν­δρός», για την αναγκαιότητα του να περάσει η γραμμή από το Άργος. Κύριο επιχείρημα είναι η εμπορικότητα της πόλης. Υπάρχουν εμπορικά καταστήματα, μεγάλα τεχνουργεία, σιδηρουργεία, αμαξοπηγεία, κατασκευάζονται άροτρα εκεί, ενώ το Ναύπλιο είναι πόλη καθαρά στρατιω­τική. Αν δε αποφασισθεί, λέει, η αυτόνομη γραμμή Άργους – Ναυπλίου, σώζεται και η αρίστη πλατεία των γυμνασίων του στρατού του Ναυπλίου η εντός κειμένη της Πύλης της Ξηράς. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1884 φαίνεται ότι η εταιρία καταλήγει προς τη λύση Κόρινθος – Ναύπλιο με διακλάδωση Τίρυνθα – Άργος (Δαναός 21/9/84). Η τρικουπική εφημερίδα του Ναυπλίου «Πρόοδος» παρατηρεί ότι «κατήγαγον το ζήτημα της γενικής συγκοινωνίας εις τυπικήν έριν και έφθειραν αυτό».

Σταθμός Ναυπλίου, 1929.

Νοέμβριος 1884: Αρχίζουν οι προεργασίες. Κα­τασκευάζεται γραμμή στο Ναύπλιο δια μέσου παραλιακής οδού μέχρι της πλατείας Άρεως, για τη μεταφορά των χρήσιμων υλικών. Καταστρέφε­ται πρόχωμα της πλατείας για την επίχωση της θάλασσας, παρά τις αντιρρήσεις του τοπικού Τύπου (Ανεξαρτησία).

Δεκέμβριος 1884: Οι εργασίες συνεχίζονται. Φθάνουν στο Ναύπλιο πολλοί Ιταλοί εργάτες, μηχανήματα όμως δεν έχουν φθάσει ακόμα (εφημ. Ανεξαρτησία 5/12/84). Επιχωματώθηκε στο Ναύ­πλιο η τάφρος «ενώσασα πλέον ασφαλώς το Ναύπλιο με το έξω μέρος, ενώ μέχρι τούδε συνεκοινώνει δια σαθρών γεφύρων». Στήθηκε μηχάνημα για να ανελκύει στην αποβάθρα τα υλικά. «Στο μέγα τούτο ευεργέτημα της συγκοινωνίας ο τόπος αναγνω­ρίζει και δικαίως επευφημεί την κυβέρνησιν του Τρικούπη». «Πρόοδος», 8/12/1884. Ακόμα όμως δεν έχει λυθεί το θέμα της διέλευσης της γραμμής.

Ο «Δαναός» (22/12/1884) με πρωτο­σέλιδο το «Ζήτημα του σιδηροδρόμου» επαναφέρει το θέμα της διέλευσης της γραμμής, εκτιμώντας ότι η υπόθεση γέρνει προς όφελος του Ναυπλίου. Γράφει χαρακτηριστικά: «από χρόνων αμνημονεύ­των το Ναύπλιον αντιδρά κατά της προόδου του Άργους». Σύμφωνα με το δημοσίευμα πρωτοστάτες στην προσπάθεια για να αλλάξει η γραμμή ήταν ο δικηγόρος, πρώην βουλευτής Πυλίας και υποψή­φιος Ναυπλίας Ν. Καραπαύλος, και ο δικηγόρος Μιχ. Λαμπρινίδης, υπάλληλος της εταιρίας σιδη­ροδρόμων. Από τη μεριά του Άργους ο Δήμαρχος Σ. Καλμούχος ενημερώνει για τα συμβάντα το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης και βγαίνει το υπόμνημα που δίνεται στους βουλευτές του νομού, στους κατοίκους, στο Υπουργικό Συμβούλιο, στο Υπουργείο Εσωτερικών και στη Γενική Πιστωτι­κή Τράπεζα. Επισκέπτεται την περιοχή ο Ρούνδελ στις 3 Δεκεμβρίου 1884 για να διαπιστώσει ο ίδιος τα προβλήματα, αλλά μεροληπτεί, αφού στην περιοδεία του τον συνοδεύουν η κόρη του κ. Βλαγκάλη και ο κ. Μ. Λαμπρινίδης, που κατά την άποψη του «Δαναού» εξυπηρετούν τα συμφέροντα του Ναυπλίου.

Η κατάσταση της αντιπαράθεσης έχει οξυνθεί «η πρωτοφανής τω όντι κακία των γειτόνων ην πας φιλότιμος Αργείος οφείλει να μη λησμονήση ποτέ διότι θα ήνε ανάξιος της πατρίδος του και προδότης υϊός» (εφημ. «Δαναός»). Κατά το «Δαναό» πάντα, η πόλη του Άργους πρέπει να βρει άλλες συγκοινωνιακές λύσεις, όπως τροχιοδρόμων, λεωφορείων καταλήγει δε στο ρητό «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Παρ’ όλες τις αντιθέσεις η κατασκευή της γραμμής Ναυπλίου – Άργους επισπεύδεται, με την ελπίδα τον Ιούνιο του 1885 να παραδοθεί.

1η Ιανουαρίου 1885: Η εφημερίδα του Ναυπλίου «Πρόοδος» μας ενημερώνει ότι στην πλατεία Άρεως του Ναυπλίου έχουν κατασκευαστεί κα­ταστήματα υποστεγάσεως των βαγονιών και δωμάτια του σταθμού. Ο Α. Οικονόμος «λαοφιλής ηγέτης των νέων ιδεών», «τέκνον των Καλαβρύτων» συνηγορεί υπέρ της γραμμής Κόρινθος – Άργος (εφημ. Δαναός, 16/1/85). Στις τάξεις της πόλης του Ναυπλίου επικρατεί η βεβαιότητα ότι η γραμμή θα περάσει κατευθείαν από Ναύπλιο και αναφέρεται στην Πρόοδο, 2/2/85, «το ‘Αργος δεν έχει συστατικά πρωτευούσης και τοιαύτη ελπίς δι’ αυτό είναι όνειρο». Βγαίνει ψήφισμα από το Δημοτικό Συμβούλιο του Άργους και γίνεται κριτική από την εφημερίδα «Πρόοδο» γιατί δεν έβγαλε ανάλογο ψήφισμα το Δημοτικό Συμβούλιο του Ναυπλίου («Πρόοδος», 2/2/85).

Μάϊος 1885: Οι εργασίες στη γραμμή Ναυπλίου – Άργους έχουν σταματήσει και οι μόνες που γίνονται αφορούν τα κτήρια στην πλατεία Άρε­ως Ναυπλίου («Πρόοδος», 8/5/85). «Είναι δε καταπληκτικόν δια τον τόπο μας να παρουσιάζωνται καθ’ εκάστην εις διάφορα σημεία της πλατείας του Άρεως και θεμέλια νέων οικοδομών αίτινες την προτεραίαν δεν υπήρχαν» («Πρόοδος», 24/5/85).

Το πρόβλημα της γραμμής δεν έχει ακόμα λυθεί αλλά υπάρχει η εντύπωση ότι σίγουρα θα είναι απευθείας Κόρινθος – Ναύπλιον, επειδή ο σταθμός που κατασκευάζεται στο Ναύπλιο είναι ο μεγαλύ­τερος σταθμός της Πελοποννήσου (Πρόοδος, 24/5/ 85). Οι εργασίες της γραμμής του σιδηρόδρομου από Κόρινθο προς Αργολίδα προχωρούν. Στα Δερβε­νάκια υπάρχει «αποικία εργατών του σιδηροδρόμου των πλείστων Ιταλών», υπό τη διεύθυνση του εργολάβου από το Μιλάνο, Π. Κολόμβου.

Στη θέση «Χάνι Ανέστη» έχει κατασκευαστεί ξύλινο ξενοδοχείο όπου κυματίζει η ελληνική και ιταλι­κή σημαία. «Τι νομίζετε ότι δύνασθε να ευρήτε εν τω μικρώ εκείνω ξενοδοχείω; Την Ιταλίαν άνευ ουδεμίας υπερβολής. Όλα ευρωπαϊκά και τέλεια. Καφέν εξαίσιον, καφέν με γάλα της Ελβετίας κάλλιστον, καφέν με σοκολάτα, βούτυρον νωπόν, μαγειρικήν ιταλικήν και τεχνικωτάτην, κρέας βόειον και προβάτειον, πάστας παντός είδους, τυρόν Ελβετικόν, Ολλανδικόν και Ελληνικόν όλων των ειδών, χοιρομήρια σαλεσιτότα, σαρδέλας, τόνους, ποτά δε, οίνους του Άργους, της Νεμέας και της Ευρώπης, κονιάκ και όλα τα ποτά και αναψυκτικά, λιμονάδας αεριοειδείς και μπίραν Βιέννης» (εφημ. Άργος, 31/4/85).

Το καλοκαίρι του ’85 αρχίζει η τοποθέτηση των σιδερένιων ράβδων της γραμμής Ναυπλίου -Άργους, αλλά όπως μας πληροφορεί διαμαρτυρόμενη η εφημερίδα Ναυπλίου «Ανεξαρτησία», (13/6/85) δεν θα παραδοθεί σε λειτουργία εάν δεν τελειώσει η γραμμή μέχρι την Κόρινθο.

Ιούλιος 1885: Η εταιρία Σιδηροδρόμου αποφασί­ζει η γραμμή να πάει μετά τα Φίχτια στο Άργος και από κει στο Ναύπλιο. Το Δ.Σ. Άργους ευχαριστεί όσους συνέβαλαν στην προσπάθεια όπως τον κ. Ε. Σανόπουλο, νομικό σύμβουλο, και Αρ. Οικονόμου, βουλευτή Αττικής, Αν. Μηλιαράκη, έγκριτο λόγιο. Τέλος η εφημερίδα «Άργος» (6/6/85) απονέμει εύσημα στον Δήμαρχο Σπ. Καλμούχο «όστις ήτο το κίνητρον και η ψυχή τάσης ενεργείας» και καταγράφει το ψήφισμα του Δ.Σ. που ευγνωμονεί τους προαναφερθέντες φί­λους της πόλης. Το ψήφισμα ευχαριστεί και τους κ. Δ. Βαρδουνιώτη, ως συντάκτη της εφημερίδας «Δαναός» και ανταποκριτή αθηναϊκών εφημερί­δων, και τον κ. Διομήδη Φανδρίδη για τη βοήθειά του ως υπουργικός γραμματέας. Διαψεύδεται δημοσίευμα του «Ερασίνου» ότι τον Σεπτέμβριο παραδίδεται σε χρήση η γραμμή Ναυπλίου – Άργους.

 

Το πρώτο ταξίδι

 

Η εκμετάλλευση της γραμμής Αθηνών – Κορίνθου έχει αρχίσει από τον Απρίλιο (1885) και οι εισπράξεις της εταιρίας συνεχώς ανεβαίνουν. Γίνονται προτάσεις να κατασκευαστεί «περίζωμα στην Κακιά Σκάλα, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος από εκτροχιάσεις και να φύγει και ο φόβος των επιβατών ώστε να προτιμούν το τραίνο από τον θαλάσσιο δρόμο». Δημοσίευμα στον «Ερασίνο» πληροφορεί ότι το τρένο όπου συναντάει άμαξες και ζώα βγάζει «οξύν συριγμόν… και ότι εκ τούτου αφηνίασαν ίπποι και έπαθον άνθρωποι». Διάψευση αυτού έχουμε από την εφ. «Άργος» 23/8/85 και σχόλιο ότι «Είναι ουχ ήτον αληθές ότι το τοιούτο συμβαίνει οσάκις αι ατμάμαξαι συναντώσι καθ’ οδόν τον κ. Συντάκτην του Ερασίνου αλλά τον συρίζουσι χάριν φιλικού χαιρετισμού και απόδειξις είνε ότι ουδέποτε ο κ. Λόγδας αφήνιασεν».

Νοέμβριος 1885: Τοποθετείται η σιδερένια γέφυ­ρα εις τον Ξηριά. Η γραμμή Ναυπλίου – Άργους είναι πλέον έτοιμη για λειτουργία αλλά η εταιρία δεν αποφασίζει να τη λειτουργήσει αυτόνομα.

Δεκέμβριος 1885: Κύριο άρθρο στην εφημ. «Άργος» 19/12/85 αναφέρεται στην επιλογή των στενών γραμμών παρουσιάζοντας συγκριτικά οικονομικά στοιχεία. Η δαπάνη φθάνει 100.000 φρ. κατά χιλιόμετρο στενής γραμμής, μπορεί δε να φθάσει και 70.000 -80.000 φρ. ενώ η πλατειά γραμμή το μικρότερο που μπορεί να φθάσει είναι 120.000 – 130.000 το χιλιόμετρο και το περισσότε­ρο 200.000 – 250.000 φρ. Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 1885: Φθάνει από Κό­ρινθο η πρώτη ατμομηχανή με δυο μεγάλα βαγόνια και επισήμους το διευθυντή της Πιστω­τικής κ. Δούμα, τον κ. Αλ. Ποταμιάνο, πρώην βουλευτή Ναυπλίας, τον κ. Μ. Λαμπρινίδη, δικαστικούς και άλλους. Υπάρχει δέσμευση ότι την 1η Φεβρουαρίου 1886 θα παραδοθεί ο σιδη­ρόδρομος για χρήση του κοινού («Άργος», 19/12/ 85).

Στο Ναύπλιο πολύς κόσμος περίμενε το τρένο για να το υποδεχθεί. Ο κακός καιρός και το βαθύ «σκότος εις ον άφηκεν η αστυνομία την προκυμαία κατά την εσπέραν εκείνην, κατέστησε την παρουσίαν και των ολίγων μεινάντων περιττήν» («Πρόοδος», 24/12/85). Το τραίνο έφθασε στις 6.30 μ.μ. και την επομένη, στις 10.00, αναχώρησε για Αθήνα όπου έφτασε στις 8.30. Στο Άργος παρέμεινε 2 ώρες για να γευματίσουν οι ταξιδιώτες.

 

Πίνακας εισπράξεων 1888-1900.

 

Φλεβάρης 1886: Παρά τις υποσχέσεις η γραμμή δεν έχει μπει σε λειτουργία. Οι βροχές κατά το διάστημα αυτό μετέβαλαν την Αργολίδα «εις τέλμα και ανυπολόγιστες ζημιές απήνεγκον εις τα σπαρτά και τους γεωργούς». Από κακή εκτίμηση ή κακοτεχνία η εταιρία κατασκευής του σιδηροδρόμου δεν κατασκεύασε στην γραμμή Άργους – Ναυπλίου όσες γέφυρες έπρεπε, με αποτέλεσμα να υποστεί η γραμμή τεράστιες ζημιές, και να αναγκαστεί η εταιρία να κατασκευάσει πέντε νέες γέφυρες.

Η εκμετάλλευση της γραμμής αναβάλλε­ται για μήνες. Αίτημα για εκβάθυνση και καθά­ρισμα της κοίτης χειμάρων Ινάχου και Χαράδρου, όπως έγινε το 1869, για να μη μετατρέπεται η αργολική πεδιάδα σε λιμνοθάλασσα, προβάλλε­ται από τον Τύπο (Αργολίς, 8/2/86).

Μάρτιος 1886: Τελείωσαν οι εργασίες της γραμ­μής και προβλέπεται την 1η Απριλίου να παρα­δοθεί προς χρήση. Ο κόσμος με μεγάλη χαρά αναμένει την ημέρα έναρξης του σιδηροδρόμου, «την θεωρεί ως αφετηρίαν κοινωνικής προόδου». Παροτρύνεται η εταιρία να προσλάβει προσωπικό με ικανότητα και ειδικότητα. «Δια τούτο ως προς την εκλογήν των υπαλλήλων της δεν πρέπει να αποβλέψη κατ’ ελάχιστον εις προσωπικάς και ρουσφετολογικές συστάσεις ισχυρών ή ευνοουμένων, αλλ’ αυστηρώς και αποκλειστικώς εις την ικανότητα και τα λοιπά προσόντα». Τα ρουσφέτια καλά κρατούν. Πληροφορίες λένε, ότι η γραμμή Άργους – Μύλων θα τελειώσει τον Μάιο.

Φτιάχνεται ο κανονισμός δρομολογίων, και αναφέρονται δυο δρομολόγια από Αθήνα προς Άργος και Ναύπλιο, επτά δρομολόγια Άργος – Ναύπλιο και τέσσερα Άργος – Μύλους. Στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου δεν πρυτάνευσε το δημόσιο συμφέρον αλλά ο ωμός κομματαρχισμός. Όπως αναφέρει ο Τ. Βουρνάς στην «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας», «η σιδηροδρομική γραμμή της Πελοποννήσου ακολουθεί παράλογη και αντιοικονο­μική διαδρομή επί ζημία της συντομίας του ταξιδιού και των απαιτήσεων της τεχνικής, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει το συμφέρον των κομματαρχών των περιοχών από τις οποίες περνά η σιδηροδρομική γραμμή».

 

Πρώτο επίσημο (και με πολιτικές σκοπιμότητες) ταξίδι

 

25 Μαρτίου 1886: Η πρώτη επίσημη λειτουργία της γραμμής πραγματοποιείται με επίσκεψη της βασιλικής οικογενείας και του πρωθυπουργού Δηλιγιάννη. Πολλοί θεώρησαν το ταξίδι σκόπι­μο για να αποφύγει η πολιτική ηγεσία τις κινητοποιήσεις του κόσμου με την ευκαιρία της 25ης Μαρτίου και τις διαδηλώσεις για τα «Ελληνικά δίκαια». Στις 3 μ.μ. η βασιλική οικογένεια και ο πρωθυ­πουργός έφθασαν στο Άργος όπου τους υποδέχτη­καν πλήθος κόσμου με επικεφαλής το Δήμαρχο Σπ. Καλμούχο. Η βασιλική οικογένεια και ο πρωθυπουργός δεν κατέβηκαν από το τρένο, προκαλώντας τα αρνητικά σχόλια του Τύπου: «περιφρονήσαντες ούτω πέντε περίπου χιλιάδας λαού» δέχθηκαν στη βασιλική άμαξα το Δήμαρχο. Στο Ναύπλιο έγινε απρόσμενα (βλέπε Ναυπλιακή επανάσταση) μεγαλοπρεπής υποδοχή μ’ επικεφα­λής το Δήμαρχο κ. Κωτσονόπουλο. Το τρένο σταμάτησε στο σταθμό και δια μέσου της Πύλης της Ξηράς οι επίσημοι έφθασαν στο λιμάνι όπου υπήρχε το πλοίο Αμφιτρίτη. «Ουδέποτε άλλοτε ίσως το Ναύπλιο εφάνη φιλοβασιλικώτερον, ει και πολλάκις υπήρξεν η εστία των πλέον ακράτων επαναστατικών ιδεών» (Άργος, 30/3/1886).

 

Λειτουργία γραμμής – προβλήματα

 

Το σιδηροδρομικό τμήμα Κόρινθος – Ναύπλιον ήταν 64 χιλιόμετρακαι η απόσταση Άργος -Μύλοι 9,5 χιλιόμετρα. Εκτός των κυρίων σταθμών Κορίνθου – Άργους – Ναυπλίου υπήρχαν και ενδιάμεσοι σταθμοί στα Εξαμίλια, Χιλιομόδι, Αθήκια, Αγ. Βασίλειο, Χάνι Ανέστη, Φίχτια, Κουτσοπόδι, Δαλαμανάρα, Τί­ρυνθα, Κεφαλάρι. Η απόσταση Αθήνα – Ναύπλιο «θα διανύηται εντός 7 ωρών» καταρχήν, γιατί στο τμήμα Κόρινθος – Ναύπλιο το τρένο δε θα υπερβαί­νει σε ταχύτητα τα20 μίλια την ώρα τους πρώτους 6 μήνες. Αργότερα το ταξίδι θα διαρκεί μόνο πέντε ώρες. Διορίζεται και ο πρώτος υπάλληλος για την παραλαβή των εμπορευμάτων, ο Απ. Σεγκένης από το Άργος, με θετικά για την επιλογή του σχόλια από τον Τύπο.

15 Απριλίου 1886: Άρχισε το τακτικό δρομολόγιο Κόρινθος – Άργος – Ναύπλιο και ταυτόχρονα (μάλ­λον) 19 Απριλίου τα τακτικά δρομολόγια Άργος – Ναύπλιο. Η έναρξη ήταν πανηγυρική, και με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Η πρώτη αμαξοστοιχία σύρεται υπό ατμομηχανής με την ονομασία «Άργος».

 «Ομολογουμένως ο σιδηρόδρομος έδωκε νέαν ζωήν του τόπου ημών, καταστήσας προχειροτάτην την συγκοινωνίαν. Αι αυτού κυκλοφορούσιν οι πληθυ­σμοί, ζωπυρούνται ο κοινωνικός βίος, η βιομηχανία και το εμπόριον και προάγεται ο πολιτισμός».

Σταθμάρχης Ναυπλίου διορίζεται ο κ. Γ. Αττάρ, και βοηθός του ο Σπ. Καλούδης, Ναυπλιώτης που υπηρέτησε στις εργασίες κατασκευής. Σταθμάρ­χης Άργους διορίζεται ο Δ. Στεκούλης και βοηθός ο «προσηνής και φιλόπονος νέος» από το Ναύπλιο Μιχ. Σοφής. Επί των εμπορευμάτων ο Αργείτης Απ. Ζεγκένης. Τους διορισμούς υποδέχεται με ευνοϊκά σχόλια ο Τύπος. «Μόνον δια τινός κλειδούχους και φύλακας ψιθυρίζονται τινές αποδοκιμασίαι, λόγω ότι εις τον διορισμόν αυτών εισέφρησαν ιδέαι τινές ρουσφετολο­γικαί» («Άργος», 26/4/86).

Παρατηρείται όμως έλλειψη καφενείου στο Ναύ­πλιο, αποθήκης στο Άργος, και στοιχειωδών ανέσεων στους σταθμούς, όπως η έλλειψη νερού για να πίνουν οι ταξιδιώτες. Υπάρχουν πολλά τραντάγματα του τρένου κύρια στο τμήμα Άργος – Δαλαμανάρα. Διατυπώνεται ακόμη η επιθυμία το τρένο να μη σταματά μόνο 5 λεπτά στο Άργος. Τα δρομολόγια ήταν δυο την ημέρα, για Αθήνα – Πειραιά από Ναύπλιο και δυο αποκλειστικά για Άργος με επιστροφή.

Υπάρχει απαίτηση το δρομολόγιο Ναυπλίου-Άργους να γίνεται 7-8 φορές την ημέρα και να ελαττωθεί η τιμή του εισιτηρίου για να αναπτυ­χθεί περισσότερο η κυκλοφορία των κατοίκων με το τρένο παρά με την ατμοπλοΐα, η οποία με την έναρξη της γραμμής έριξε την τιμή του εισιτη­ρίου. Το ταξίδι Ναύπλιο – Αθήνα έχει προγραμματισθεί για επτά ώρες και Άργος -Ναύπλιο για 26 λεπτά. Στα εισιτήρια τα παιδιά μέχρι 3 χρονών δεν πληρώνουν, από 3-9 χρονών πληρώνουν μισό εισιτήριο και πάνω από 9 ολόκληρο.

 

Καρτ – ποστάλ, που απεικονίζει το Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου.

 

Ο σιδηρόδρομος μπαίνει στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Τα εμπορεύματα, η αλληλογραφία γίνονται με το τρένο. Οι εφημερίδες φτιάχνουν ειδικές στήλες με τίτλο «Σιδηροδρομικά». Δεν άργησαν όμως και τα επεισόδια. Στις 7 Μαΐου 1886, 135 στρατιώτες του πεζικού εζήτησαν να φύγουν με το τρένο για Αθήνα και να πληρώσουν εκεί το εισιτήριο. Τα βαγόνια ήταν λίγα, μόνο πέντε, και οι επιβάτες περισσότεροι από 200. Ο σταθμάρχης προτείνει να μην ταξιδέψουν όλοι, οι στρατιώτες όμως «δεν υπήκουσαν αλλά εφώνησαν εις τα όπλα και ύψωσαν τοιαύτα κατά του μηχανικού του σταθμού και των παρισταμένων θεατών». Μπροστά στην κατάσταση που διαμορφώθηκε ο σταθμάρχης αποφάσισε να αναχωρήσει το τρένο με τους στρατιώτες και με λίγους επιβάτες. Η διοίκηση του τάγματος αναγκάστηκε να πληρώ­σει στο σταθμό τα εισιτήρια των στρατιωτών. Σημαντικός ήταν ο ρόλος του σιδηροδρόμου και την περίοδο του ναυτικού αποκλεισμού της Ελλάδας, που επεβλήθη το Μάιο του 1886 από τα πολεμικά πλοία της Αγγλίας, Ιταλίας, Αυ­στρίας και Γερμανίας. Αλλά και «χάρις εις την δια του σιδηροδρόμου συγκοινωνίαν έχομεν ήδη δις της ημέρας ταχυδρομείον» («Αργολίς», 12/5/86).

4 Αυγούστου 1886: Έναρξη της γραμμής Άργος – Μύλοι. Η κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη παραση­μοφόρησε τον Μ. Λαμπρινίδη για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο σιδηρόδρομο. Μαζί του παρασημοφορήθηκαν και ο Κ. Σταμπόλος και Ιωαν. Αργασάρης Λομβαρδός, ανιψιός του υπουρ­γού Εσωτερικών. Η εφημερίδα «Άργος» (6/8/1886) αναφέρει για το γεγονός: «Αν η παρασημοφόρησις αυτή δεν εγένετο μόνον δια τον συνώνυμον ανεψιού του υπουργού των Εσωτερικών, ουδέν ταύτης κωμικότερον και ειρωνικώτερον, μας υπενθυμίζει δε τα εις τους τούρκους στρατιώτας απονεμηθέντα εσχάτως υπό του σουλτά­νου παράσημα δια τας εις τα σύνορα ανδραγαθίας των».

Οι σταθμοί αρχίζουν να γίνονται το επίκεντρο των πόλεων. Ο δήμος του Άργους φωτίζει με φανούς το δρόμο από την πλατεία του Άργους μέχρι το σταθμό. (Αύγουστος 1886). Από πολύ νωρίς άρχισαν τα προβλήματα των δρομολογίων, «αι καθυστερήσεις του έγιναν αηδείς, αηδέστατοι, ως εκ της σαθρότητος των μηχανών κυρίως». Σημαντικό κωμικοτραγικό γεγονός πε­ριγράφει η εφημερίδα «Άργος» (6/9/86). «Ενώ το τραίνον ώδευεν ενταύθα εις Αθήνας, εις τον ανήφορον των Δερβενακίων προέβαινε τρία μέτρα και οπισθοχωρεί εξ. Οι δε επιβάται εν δεινώ καύσωνι κατήλθον εκ των βαγονιών και ωθούν δια των χειρών των το τραίνο μετά γελώτων σαρκαστικωτάτων!». Τα βαγόνια ήταν βρομερά, «δεν σκουπίζονται». Υπάρχουν αναφορές για συνεχείς καθυστερήσεις και δυστυχήματα που καταθορύβησαν τον κόσμο. Η εφημερίδα «Άργος» καταλήγει: «Εχάθη ολίγη ανθρωπιά, ολίγη ντροπή;».

Ειδικό δρομολόγιο δημιουργείται από Σεπτέμ­βριο για τα εμπορεύματα. Οι εμπορικές αμαξοστοιχίες αναχωρούν κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο από Ναύπλιο προς Αθήνα -Πειραιά. Από Πειραιά αναχωρούν κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή. Οι αλλαγές στα δρομολόγια προκαλούν και άλλα προβλήματα. Το τρένο που αναχωρούσε από το Ναύπλιο στις 7.00 μ.μ. αναχωρεί στις 6.00 και υπάρχει αίτημα για αναχώρηση στις 5.30 για το φθινόπωρο και 5.00 για το χειμώνα, για να μην περιμένουν οι «επιβάτες, μαθητές και έμποροι, στο σκοτάδι και μην διατρέχει κίνδυνο το δρομολόγιο από ζώα και άλλα εμπόδια της γραμμής». Ήδη όμως έχει κατασκευαστεί και λειτουργεί το καφενείο στο σταθμό του Ναυπλίου. «Το καφενείον του ενταύθα σταθμού του σιδηροδρόμου κατέστη το ευαρεστότερο εκτός της πόλεως εντευκτήριο. Είνε κομψόν και φιλοκαλώς διακεκοσμημένον είχε δε και υπηρεσίαν πρόθυμην προς τιμήν του διευθυντού αυτού κ. I. Τσάκωνα» («Αργολίς», 14/3/87).

Σταθμός Μύλων

Τον Απρίλιο του 1887 ο Χ. Τρικούπης εισάγει στη Βουλή νομοσχέδιο που επιτρέπει στην Κυβέρνη­ση την κατασκευή και εκμετάλλευση της γραμμής Μύλων – Καλαμών, με βάση σχέδια γαλλικής αποστολής. Ωστόσο τον Απρίλιο του 1888 υπογράφτηκε σύμβαση με τον Βέλγο πρόξενο L.Rossels αντιπρόσωπο του E.Rollin για την κατασκευή της γραμμής μέσα σε τρία χρόνια.

Αύγουστος 1887: Κυκλοφορούν φήμες για διακο­πή των δρομολογίων Ναυπλίου -Άργους, που διαψεύδονται από τον διευθυντή της εταιρίας του σιδηροδρόμου κ. Ιωαν. Δούμα.

Νοέμβριος 1887: Η υποτίμηση των εισιτηρίων στη γραμμή Ναυπλίου – Άργους. (πρώτη θέση 1 δραχμή, δευτέρα θέση 80 λεπτά, τρίτη θέση 50 λεπτά και με επιστροφή 1,80 δρχ., 1,35 δρχ., 90 δρχ. αντίστοιχα). Διαφωνίες σχετικά με το πως αναφέρεται στους ισολογισμούς του ΣΠΑΠ το χωριό Μύλοι. Αναγράφεται σαν Μύλος Ναυπλίου και όχι Μύλοι Άργους. Η εφημ. «Άργος» 6/12/87 αναφέ­ρει: «Όσω και αν ήνε άγονος και άχρηστος η γεωγραφία δια την εταιρίαν του σιδηροδρόμου, οφείλει να προσέχη εις τοιαύτα διότι εκτός του ότι επισκέπτονται την Ελλάδα και ξένοι είναι πράγμα καθ’ αυτό άνοστο και επιπόλαιο ως θα ήτο και αν έγραφε Νεμέα Βοιωτίας και Κιάτο Αττικής».

Στα τέλη του ’87 το τρένο επανέρχεται στα πρωτοσέλιδα. Τα προβλήματα της γραμμής αυξάνονται. «Ο σιδηρόδρομος κατήντησεν αδιόρθωτος και αηδία». Στη βρόμα, στην ακαταστασία των δρομολογίων προστέθηκαν και οι εκτροχιασμοί. Απευθύνονται εκκλήσεις στην Κυβέρνηση να μην εγκαταλείψει το σιδηρόδρομο στους «πέντε δρό­μους», «έρμαιον απαίσιας κερδοσκοπίας». Όσο για την «αταξία της κινήσεως διευθυντή της οποίας διόρισαν τινα κύριον, διακεκριμένον εις γνώσεις κινήσεων… χορευτικών» («Άργος», 24/12/1887)… Οι καθυστερήσεις έγιναν κανόνας. Θεωρείται επιτυχία που το τρένο ενώ έπρεπε να φθάνει 2.30 έρχεται 3.15, γιατί παλαιότερα ερχόταν 4.00. Το Φλεβάρη του ’88 τα προβλήματα έχουν φθάσει στο απροχώρητο. «Ο αγάς του σιδηροδρόμου» τιτλοφορείται πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Άργος», 3/2/88.

Τα προβλήματα των καθυστερή­σεων επιδρούν σημαντικά στη ζωή των πόλεων. Παράδειγμα το ταχυδρομείο γίνεται μετά τις 7.00 μ.μ. και τις περισσότερες φορές μένει για την επομένη. Ακόμα και η γραμμή Άργους – Ναυπλίου έχει εγκαταλειφθεί, «η ειδική αμαξοστοιχία είνε άθλια και ελεεινή, βρωμερόν ιδέσθαι. Δυο βαγόνια Γ θέσεως ρυπαρώτατα και τιποτένια. Εν δε Α και Β ομού θέσεως εφάμιλλον του της Γ. Οι καναπέδες είνε πλήρεις ρύπων, κόνεως και κηλίδων εξ ελαίου και άλλων ομογενών ουσιών παντοίων σχημάτων. Αι ύαλοι των παραθύρων δεν κλείουν ερμητικώς μια δε ύαλος είνε προ πολλού τεθραμμένη, εις τρόπον, ώστε ο επιβάτης είνε έρμαιον όλων των ρευμάτων των αέρων και αξιόλογα δύναται να αποβιβαστεί με μια πλευρίτιδα ή ένα πυρετόν». («Άργος», 3/2/88). Έκκληση προς τους βουλευτές του νομού να  κάνουν σημαία τους το σιδηροδρομικό ζήτημα, με τη διαβεβαίωση ότι θα κερδίσουν τη μέγιστη δημοτικότητα.

Μετά από επανειλημμένα δημοσιεύματα κάτι άρχισε να κινείται. Αντικαθίστανται τα σπασμέ­να τζάμια, καταβάλλεται προσπάθεια για επιμέ­λεια και καθαριότητα στα βαγόνια και το Μάρτιο του ’88 πραγματοποιείται η αντικατάσταση στα βαγόνια της μεταξύ Άργους – Ναυπλίου – Μύλων τοπικής αμαξοστοιχίας με άλλα καλύτερα. Η προσπάθεια για καλυτέρευση των συνθηκών αυτών σχολιάζεται από την εφημ. Άργος , «με το κουτάλι τάχα θα αποξηρανθεί η Κωπαΐς;».

Απρίλιος 1888: Αυξάνονται τα δρομολόγια μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τώρα πλέον γίνονται έξι ημερήσια δρομολόγια τακτικά. Τρεις φορές την εβδομάδα τα δρομολόγια αυξάνονται σε επτά. Από το Μάρτη του ’88 απαγορεύεται η αποστολή ατελών επιστολών με το τρένο. Η «χυδαία ρυπαρότης πολλών αμαξών της και πολλά άλλα, αυτά πρέπει να κινώσι την προσοχήν και το ενδιαφέρον» αναφέρει η «Αργολίδα», διαφωνώντας με το μέτρο.

  

Η γραμμή Μύλοι – Τρίπολη

 

Σταθμός Αχλαδοκάμπου

Από τις αρχές του ’89 άρχισαν οι εργασίες της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα. Στην κατασκευή δουλεύουν εργάτες διαφόρων εθνοτήτων. Προ­βλήματα όμως υπάρχουν στις ημέρες των εορτών, αλλά και μετά το τελείωμα της δουλειάς όταν οι εργάτες «παραδίδονται εις την διασκέδασιν και την οινοποσίαν και τέλος εις συμπλοκές». Για το λόγο αυτό η εφημ. «Αργολίδα», 18/7/89′ απευθύνει αίτημα προς τη Μοιραρχία να ενισχύ­σει τους Μύλους με μεγάλο αριθμό στρατιωτών, για να μεσολαβεί στους συχνά διαπληκτιζόμενους Ιταλούς και Μαυροβούνιους. Το ίδιο διάστημα αντικαθίσταται η μηχανή της εμπορικής αμαξοστοιχίας με μικρότερη που όμως δεν μπορεί να σύρει τα εμπορικά βάρη, δηλαδή ντομάτες, διάφορα πτηνά, λαχανικά και οπωρικά είδη. (εφημ «Αγαμέμνων», 18/7/89). Ουσιαστικά η γραμμή υποβαθμίζεσαι.

Δεν άργησαν τα προβλήματα στην κατασκευή της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα. «Μόλις 25 εργάται ασχολούνται εις την κατασκευήν», «πάσα εργασία έπαυσεν οι δε εργολάβοι αναχωρούν λάθρα μη πληρώνοντες τους μισθούς των εργατών και ξενοδό­χων» («Αγαμέμνων», 5/8/89).

14 Ιουλίου 1889: Δέχεται επίθεση με πέτρα και σκοτώνεται στην Τίρυνθα ο εργοδηγός του σιδηροδρόμου I. Θεοχάρης από τον αρχιεργάτη Μαγούλα επειδή του έκανε παρατηρήσεις γιατί ήταν μακριά από την εργασία του. Αίτημα από την εφημ. «Πρόνοια» 20/8/89 να απαλλαγεί ο σιδηρόδρομος από τους «κεκρυμμένους εγκλημα­τίες».

12 Δεκεμβρίου 1889: Ερώτηση του βουλευτή Φλέσσα για απεργία εργατών στη γραμμή Μύλων – Καλαμάτας προκαλεί την απάντηση του υπουργού των Εσωτερικών Δραγούμη ότι δεν έγινε απεργία αλλά «εις την λίμνην Λέρναν προκει­μένου να γίνη θεμελίωσις της γέφυρας η εταιρία ηθέλησε να μεταχειρισθεί 50 Αρμένιους εργάτας, οίτινες έχουσιν ειδικότητα εις τα τοιαύτα έργα. Επειδή οι εγχώριοι εργάται δοσαρεστήθησαν εκ τούτου προέβησαν εις απειλάς κατά των υπαλλήλων της εταιρίας το υπουργείο διέταξε να ενισχυθεί ο εκεί στρατιωτικός σταθμός ο οποίος είχε μόνον ένα χωροφύλακα αλλά πριν η μεταβή εκεί η στρατιωτική δύναμις η τάξις είχε καθ’ ολοκληρία αποκατασταθή».

Ιούνιος 1890: Ιδρύεται η «Εταιρία των Μεσημβρι­νών Σιδηροδρόμων της Ελλάδας», που αναλαμβά­νει το δικαίωμα εκμετάλλευσης της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα.

Στα τέλη του 1890 ο Ε. Rollin, εκπρόσωπος της εταιρίας που έχει αναλάβει την κατασκευή της γραμμής Μύλοι – Καλαμάτα, αντιμετωπίζει δυσκο­λίες και στις 17/12/1891 το κράτος τον κηρύσσει έκπτωτο. Μέχρι την έκπτωσή του έχουν παραδο­θεί σε προσωρινή κυκλοφορία τα τμήματα Μύλοι – Τρίπολη και Καλαμάτα – Διαβολίτσι. Με την έκπτωση μεταβιβάζονται τα δικαιώματα της εκμε­τάλλευσης της γραμμής στην εταιρία ΣΠΑΠ.

Φεβρουαρίου 1892: Παραδίδεται στην κυκλο­φορία η γραμμή Μύλοι – Τρίπολη. Αίτημα των 120 κατοίκων του Κυβερίου είναι να γίνει το φυλάκιο στη θέση Ράχη Ντέλη στάση του τρένου, για να το χρησιμοποιούν οι κάτοικοι του Κυβερίου. («Αγαμέμνων», 2/11/92). Καλοκαίρι ’93: Ζητείται να μπει αποκλειστική αμαξοστοιχία για να διευκολύνει τους κατοίκους του Άργους να πηγαίνουν για τα μπάνια τους στη θέση «Αλμυρό», 5 μόνο λεπτά από το Σταθμό των Μύλων. Η μη χρησιμοποίηση του τρένου σημαί­νει χάσιμο χρόνου τριών ωρών για μετάβαση και επιστροφή ή με άμαξες ή με σούστες για τους ευπορώτερους.

Αύγουστος 1893 και τα δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου καταγγέλουν την βρομιά που έχουν τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας, κύρια της Γ θέσης. Σεπτέμβρης 1893 και για λόγους οικονομίας η εταιρία ΣΠΑΠ απέλυσε αρκετούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και τον Ιων. Νάτσιο, υπάλλη­λο του σταθμού του Άργους. Η εφημερίδα «Αγαμέμνων» (5/9/93) διαμαρτύρεται για την απόφαση και επισημαίνει ότι οι δυο απομείναντες υπάλληλοι δεν μπορούν να εκπληρώσουν όλες τις ανάγκες του σταθμού και δημιουργούνται προβλήματα στη λειτουργία του.

4 Νοεμβρίου 1893: Λειτουργεί νέο δρομολόγιο του τρένου προς την Κόρινθο. Προβλήματα όμως δεν έχουμε μόνο στα δρομο­λόγια αλλά και στους σταθμούς. Το ρολόι του σταθμού του Ναυπλίου πηγαίνει μπροστά 20 ή 30 λεπτά και δημιουργεί προβλήματα στους ταξιδιώ­τες με το τρένο. Το φθινόπωρο του ’98 επανέρχεται το αίτημα για αλλαγή της ώρας αναχώρησης του βραδινού δρομολογίου. Επειδή την ώρα που αναχωρεί είναι νύκτα, ζητείται να γίνεται πιο νωρίς για τη διευκόλυνση των επιβατών («Δαναός», 15/10/ 1898).

 

Ο 20ός αιώνας

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους – Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

Τον 20ό αιώνα το τρένο αποκτά μια ρομαντική αίγλη. Το κυριότερο μεταφορικό μέσο του περασμένου αιώνα συνέχισε ν’ αποτελεί τον κορμό της συγκοινωνίας και στις αρχές του 20ού. Στο μακρινό του ταξίδι μέσα στο χρόνο το τρένο στην Αργολίδα έγραψε την ιστορία του κι έφτασε αγκομαχώντας ως τις μέρες μας. Ας μείνουμε για λίγο στους κυριότερους σταθμούς της του αιώνα. Στις 27 Ιουνίου 1918 και για 6 μήνες μετά τη λήξη του πολέμου (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918) επιτάσσεται το δίκτυο της Πελοποννήσου. Το 1922 οι ΣΠΑΠ αποσπώνται από τους σιδη­ροδρόμους του κράτους και αποτελούν ιδιαίτερη εταιρία υπό ιδιωτική εκμετάλλευση. Το 1928 οι σιδηρόδρομοι αναλαμβάνουν το προνόμιο της εκμετάλλευσης των οδικών αρτη­ριών που βρίσκονται παράλληλα προς τις σιδη­ροδρομικές γραμμές του ΣΠΑΠ.

Το 1937 εντάσσεται η αυτοκινητάμαξα στη γραμμή Αθήνα- Άργος – Ναύπλιο και ταυτόχρονα μειώνεται ο χρόνος της διαδρομής. Στις 10 Ιουνίου 1940 η εκμετάλλευση των σιδη­ροδρόμων Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) περνά στο Ελληνικό Δημόσιο. Το 1963 διακόπτεται η κυκλοφορία της γραμμής προς Ναύπλιο. Τριάντα χρόνια αργότερα, η γραμμή προς Ναύ­πλιο επαναλειτουργεί.

Τη γοητεία του τρένου επισφράγισε και ο κινη­ματογράφος. Το 1962 με αφετηρία το σταθμό του Ναυπλίου εξελίσσεται το σενάριο του πρώτου ελληνικού «φιλμ νουάρ», με τίτλο «Ενώ το τραίνο σφύριζε», και πρωταγωνιστές τους Λ. Καλλέργη και Σ. Ληναίο. Το τέλος του αιώνα βρίσκει τη γραμμή Αθηνών – Κορίνθου – Άργους – Ναυπλίου με τα προβλήματα που εντοπίστηκαν από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της.

Η κακή αρχή, στο μεγάλο όνειρο της συγκοινω­νιακής ανάπτυξης, ως μέσο για την οικονομική ενοποίηση της γεωργικής Ελλάδας, ως μοχλός στην αναπτυξιακή διαδικασία είχε την ανάλογη συνέχεια. Έναν αιώνα μετά από τη λειτουργία της γραμμής τα προβλήματα παραμένουν τα ίδια. Το τρένο, παρόλο που με τα χρόνια καθιερώθηκε ως το πιο φιλικό προς το περιβάλλον μέσο μεταφοράς, στην Ελλάδα πνίγηκε στον ανταγωνισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αν και τα χρόνια που πέρασαν οι αμαξιτοί δρόμοι έγιναν εθνικοί, οι δρόμοι των μουλαριών έγιναν άσφαλτοι, ο σιδηρόδρομος στην Πελοπόννησο σφυρίζει πάντα στις ίδιες μετρικές γραμμές που είχε υλοποιήσει η πολιτική του Χ. Τρικούπη. Μπορεί όμως και να παραμένουμε πιστοί στις ελληνικές παραδόσεις και αντιλήψεις που επικρα­τούσαν όταν πρωτοξεκίνησε το εγχείρημα του τρένου. Ίσως «θεωρούμε τον σιδηρόδρομον ως διαβολικό μηχάνημα που το κουβάλησαν οι παλη-όφραγκοι για να μας χαντακώσουν».

 

Κάτι σαν επίλογος

 

Ποιος δεν ανατριχιάζει ακούγοντας το μακρινό, μακρόσυρτο σφύριγμα του τρένου. Ένας ήχος που εμπεριέχει τη θλίψη της εγκατάλειψης ενός μεταφορικού μέσου. Ο αδιάκοπος ήχος των τροχών πάνω στις ράγες ρυθμικός, πάντα ο ίδιος, μας μεταφέρει την αγωνία του για τη δόξα που δεν απέκτησε. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, εγκαταλελειμμένοι, μας υπενθυμίζουν τη χαμένη αισθητική, την καθημερινή ισοπέδωση του μπε­τόν, της κακογουστιάς, της προχειρότητας, της αυθαιρεσίας, της πλαστικής καρέκλας.

Ακόμα και έτσι, ο σιδηρόδρομος είναι συμβολικό εργαλείο της ποίησης, είναι το πιο χρησιμοποι­ημένο από τα μεταφορικά μέσα από τη λογο­τεχνία, τεχνικό εφεύρημα αμέσως μετά το πλοίο. Είναι η ανθρώπινη διάσταση της συγκοινωνίας, η ρομαντική πλευρά της καθημερινότητας. Είναι ο ήχος που μας ξαφνιάζει, η μονοτονία της γραμμής που μας θυμίζει ότι υπάρχει και πρέπει να αγκαλιαστεί με τρυφερότητα, με αγάπη, γιατί αποτελεί ζωντανή παρουσία της ιστορίας μας και πρέπει να αποτελέσει τη μονόδρομη απάντη­ση στο βωμό του αίματος της ασφάλτου.

 

Μπάμπης Αντωνιάδης

 

 

Υποσημειώσεις


[1] Μ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδας».

[2] Μ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδας».

[3] Μαρία Συναρέλη, «Δρόμοι και λιμάνια στην Ελλάδα του 1830-1880».

 

Βιβλιογραφία


 

Μελέτες

  • Βουρνάς Τ., Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, Αθήνα 1974.
  • Κορώνης Σ., Ελληνικοί σιδηρόδρομοι και σιδηροδρομική πολιτική, Αθήνα 1914.
  • Μηλιαράκης Α. Γεωγραφία και πολιτική, νέα και αρχαία τον νομού Αργολίδας, Αθήνα 1886.     Παπαγιαννάκη Λ., Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1900), Αθήνα 1990.
  • Συναρέλλη Μ., Δρόμοι και Λιμάνια στην Ελλάδα (1830-1880), ΕΤΒΑ 1989.
  • Χουλιαράκης Μ., Γεωργική διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Ελλάδος 1821-1971, Αθήνα 1974.

Έντυπα

  • Από το Ιστορικό Αρχείο Ε.Τ.Ε.
  • Απολογισμός Σιδηροδρομικών Εταιρειών ΣΠΑΠ (1886-1900)

 

Εφημερίδες

  •  «Αγαμέμνων», Άργους.
  • «Ανεξαρτησία», Ναυπλίου.
  • «Αργολίς», Ναυπλίου.
  • «Άργος», Άργους.
  • «Δαναός», Άργους.
  • «Πρόνοια», Ναυπλίου.
  • «Πρόοδος», Ναυπλίου.

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Απόπειρα λόγου και τέχνης», εκδόσεις «Απόπειρα», Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, τεύχος 6, Ναύπλιο, 1994.

   

Read Full Post »

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή». Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά, Μπερμάντι, (Αργολίδα, 1922 – 1959)


 

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα με έδρα τη Στοκχόλμη που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας της Σουηδίας. Στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο στην νότια πλαγιά της Ακρόπολης στην περιοχή Μακρυγιάννη. Ιδρύθηκε το 1948 ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων ανασκαφών που πραγματοποίησαν Σουηδοί ερευνητές στην Ελλάδα από το 1922 έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1948 αιτήσεις για τις άδειες των Σουηδών αρχαιολόγων γίνονταν μέσω άλλων ξένων σχολών στην Ελλάδα. Από τότε και μέχρι σήμερα έχει αναπτύξει ένα σημαντικό αρχείο της εργασίας υπαίθριου (ανασκαφή και έρευνα) στην Κρήτη, καθώς και αρχαιολογικά προγράμματα που περιλαμβάνουν ανασκαφές στην Αφίδνα (Αττική), Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά και Μπερμάντι (Αργολίδα), Χανιά, Μάλθι (Μεσσηνία), Παράδεισος (Δυτική Θράκη), Ασέα (Αρκαδία) και Καλαυρεία (Πόρος).

 

Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή

 

Το πρώτο ευρύ σουηδικό ανασκαφικό πρόγραμμα στην Ελλάδα έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1920 στην αρχαία Ασίνη, σημερινό Καστράκι, που βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στο Τολό, νοτιοανατολικά του Ναυπλίου. Σύντομα ακολούθησαν και άλλα προγράμματα στην ίδια περιοχή, στα Δενδρά / Μιδέα και στο Μπερμπάτι (σημερινή Πρόσυμνα).

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Κύριος ανασκαφεύς σε όλες τις τοποθεσίες πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Axel W. Persson. Τα επιστημονικά αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν σε πολλά βιβλία και άρθρα και ο Persson έγραψε επίσης εκλαϊκευμένα έργα, τόσο για την Ασίνη όσο και για τα Δενδρά. Τα τελευ­ταία είναι γραμμένα στη σουηδική γλώσσα και δεν είναι ευπρόσιτα. Τόσο στις επιστημονικές εκδόσεις, όσο και στις εκλαϊκευμένες, γίνονται συχνά εμφανή και όσα συνέβαιναν πέρα από τις ανασκαφές. Στα ημερολόγια αναφέρεται πόσοι εργάτες είχαν απασχοληθεί και στα φωτογραφικά αρχεία έχουν αποτυπωθεί την ώρα της δουλειάς αλλά μερικές φορές και σε άλλες καταστάσεις.

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Εκείνη την εποχή μια ανασκαφή απασχολούσε γενικώς όλο το χωριό. Άνδρες, γυναίκες και έφηβοι έπαιρναν μέρος στις δραστηριό­τητες γύρω από το πρόγραμμα. Η αναλογία εργατών και αρχαιολόγων ήταν διαφορετική από σήμερα. Οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι. Με εξαίρεση την άνοιξη του 1922, όλοι οι εργάτες στο πρόγραμμα της Ασίνης ήταν από την περιοχή. Στο βιβλίο του Asine. De svenska utgràvningarna (Ασίνη, οι σουηδικές ανασκαφές), Ουψάλα 1931, ο Axel W. Persson αναφέρει ότι την άνοιξη του 1922 προσελήφθησαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Αρμένιοι, Άραβες και λίγοι Έλληνες, οι οποίοι μιλούσαν όλοι τουρκικά και ο Χρίστος ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ελληνικά.

Στην Ασίνη ο αριθμός των εργατών ποίκιλε από είκοσι ως τριάντα κατά την άνοιξη του 1922 και από τριάντα ως σαράντα στο τέλος του ίδιου χρόνου. Το 1924 απασχολήθηκαν δεκαπέντε με είκοσι εργάτες, το 1926 από είκοσι ως πενήντα και το 1930 μόνο πέντε ως δέκα. Οι αριθμοί βεβαίως αντανακλούν την έκταση των εργασιών κατά τα αντίστοιχα χρόνια. Συγκριτικά ο αριθμός των αρχαιολόγων και των βοηθών τους ποτέ δεν έφτασε τους δεκαπέντε και κάποιοι από αυτούς έρχονταν για μικρό χρονικό διάστημα.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ο Persson μας πληροφορεί επίσης ότι στις ανασκαφές του θολω­τού τάφου στα Δενδρά το 1926 είχαν απασχοληθεί δέκα άνδρες στην ανασκαφή και αργότερα μερικά κορίτσια για το κοσκίνισμα. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός των εργασιών, πράγμα που φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες από την Ασίνη. Οι άνδρες χρησιμοποιούσαν αξίνα, οι γυναίκες και οι έφηβοι φτυάρι και τα κορίτσια κοσκίνιζαν. Το πλύσιμο των οστράκων το είχαν αναλάβει οι γυναίκες, οι έφηβοι και, στο Μπερμπάτι, ακόμα και τα παιδιά.

 

Μπερμπάτι. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου και ο Axel Persson στην Παναγία. 1937 (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Οι φωτογραφίες δείχνουν τις γυναίκες από την Ασίνη να εργάζονται μαζί με τους άνδρες στη γη, ενώ στα Δενδρά/Μιδέα και στο Μπερμπάτι φαίνεται πως δεν συνέβαινε το ίδιο. Δεν γνωρίζουμε το γιατί, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αγρό­τες από τα Δενδρά/Μιδέα και το Μπερμπάτι ήταν σε καλύτερη οικο­νομική κατάσταση απ’ ότι οι ψαράδες στο Τολό. Το εισόδημα από τις ανασκαφές μπορεί να ήταν καλοδεχούμενο στην οικογένεια, αλλά στην Ασίνη ίσως περισσότερο απ’ ότι στα άλλα χωριά. Ο Ορέστης από τις Μυκήνες εργάστηκε στα Δενδρά ως μάγειρας για την ομάδα. Είχε ζητήσει να εργαστεί, καθώς ήταν αυτός που, ως οδηγός, είχε συνοδέψει την αμερικανίδα αρχαιολόγο Dorothy Burr στην ανακάλυψη του θολωτού τάφου. Ο Ορέστης, που πήρε μέρος επίσης στις ανασκαφές στο Μπερμπάτι, ήταν γιος του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης» στις Μυκήνες, ταβέρνα γνωστή για την εξαίρετη κουζίνα της.

 

Δενδρά. Οι αρχαιολόγοι (από αριστερά Erik Knudtzon, Νικόλαος Μπέρτος – έφορος της Αργολίδας – Axel W. Persson και Lie Lindback) λούζουν τα μαλλιά τους στο χωριό, υπό την επιτήρηση του νεαρού Ορέστη από τις Μυκήνες, γιου του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης». (The Persson Papers, Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Για τα έτη 1936 και 1937 δεν υπάρχουν πληροφορίες για το εργα­τικό δυναμικό. Από την άλλη μεριά, ο κατάλογος του 1938 είναι μακρύς: Αντώνης Κρεμμύδας, Γιάννης Αλωνιστιώτης, Γεώργιος Πανούσης, Παναγιώτης Χρόνης, Παναγιώτης Κουτσούρης, Παναγιώτης Κρεμμύδας, Γιώργης Παπαϊωάννου, Ευθύμιος Αλωνιστιώτης, Δημήτριος Τέντζερης, Νικόλαος Κλώπας, Ιωάννης Αλωνιστιώτης, Μπάρμπας Γιώργος, Δημήτριος Τρίκκας, Δημήτριος Κοσμόπουλος, Κωνσταντίνα και Κώστας. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου ήταν η μοναδική γυναίκα, και από τις φωτογραφίες φαίνεται πως μαγείρευε για την ομάδα.

 

Μπερμπάτι. Ο ναός της Παναγίας από τα βορειοδυτικά. (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Ο Κώστας ήταν ο Κωνσταντίνος Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες. Πρόκειται αναμφίβολα για τον ίδιο Κώστα που ήταν προϊστάμενος το 1953, αλλά δεν αναφέ­ρεται στον κατάλογο αυτού του έτους που ακολουθεί. Όταν συγκρί­νουμε αυτόν τον κατάλογο με εκείνον του 1953, είναι φανερό πως τα πρόσωπα που αναφέρονται δεν προέρχονται όλα από το Μπερμπάτι, αλλά και από τις Μυκήνες.

Ο κατάλογος του 1953 περιλαμβάνει τους Αθανάσιο Κολιζέρα, Ευάγγελο Κολιζέρα, Δημήτριο Τέντζερη, Γιάννη Αλωνιστιώτη, Γιάννη Χριστόπουλο, Παναγιώτη Κολιζέρα, Νικόλαο Χριστόπουλο από τις Μυκήνες και τους Δημήτρη Γκότση, Νικόλαο Κλώπα, Αναστάσιο Κλώπα, Μιλτιάδη Μπελεσιώτη και Σπύρο Δήμα από το Μπερμπάτι, αν και οι Μπερμπατιώτες δεν εργάστηκαν τόσες μέρες, όσες οι Μυκηναίοι. Αυτή τη χρονιά εμφανίζεται ξανά το όνομα Κωνσταντίνα και υποθέτω πως πρόκειται για την ίδια Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου που εργαζόταν στις ανασκαφές από το 1938. Πληρωνόταν με 20.000 δραχμές την ημέρα το 1953, όταν οι άνδρες έπαιρναν 30.000. Για το έτος 1959 δυστυχώς έχουμε μόνο τα μικρά ονόματα αυτών που εργάστηκαν στις ανασκαφές: Θάνος, Νίκος, Παναγιώτης, Τάκης, Γιώργος, Άγγελος κι ακόμη ένας Θάνος, του οποίου ο πατέρας είχε πεθάνει. Μερικοί απ’ αυτούς τους άνδρες έχουν ταυτιστεί με κάποι­ους από τον κατάλογο των ανασκαφών του 1953.

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Στα Δενδρά και στο Μπερμπάτι οι ανασκαφές γινόταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ στην Ασίνη άρχιζαν γενικώς τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και μερικές φορές κρατούσαν ως το τέλος Ιουνίου (1924) και μια φορά, το 1926, ως τις 10 Ιουλίου. Η ανασκαφική περίοδος το 1924 διήρκεσε δυόμισι μήνες και το 1926 τρεις. Στην Ασίνη έγιναν ανασκαφές και το φθινόπωρο του 1922. Η διαφορετική χρονική έκτα­ση κάθε ανασκαφικής περιόδου εξηγεί ίσως τον μεγαλύτερο ή μικρό­τερο αριθμό εργατών που χρησιμοποιήθηκαν.

Στα τέλη του 1922, συμμετείχε στις ανασκαφές και ο  Βασιλιάς Γουσταύος VI Αδόλφος, ένθερμος ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Ήταν τότε Διάδοχος της Σουηδίας και το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία τον έκανε να πάρει την πρωτοβουλία για τις ανασκαφές στην Ασίνη και τον ώθησε να γίνει ένας από τους ιδρυτές του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι ο Διάδοχος πήρε ενεργό μέρος σε όλα τα προγράμματα στην Αργολίδα.

 

Ασίνη (Καστράκι) 1922-1930

 

Η αρχαία Ασίνη προσδιορίζεται από ένα βραχώδες ακρωτήριο, που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, κοντά στο Τολό. Μια ομάδα Γάλλων είχε αρχίσει τις έρευνες εδώ, όταν, το 1920, επισκέφθηκε το μέρος ο Διά­δοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος. Η ομορφιά του τοπίου τον προσέλκυσε.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους, όταν άκου­σαν πως ο Διάδοχος ενδιαφερόταν να ξεκινήσουν ανασκαφές από Σουηδούς. Συστάθηκε τότε στη Σουηδία μια επιτροπή με τον Διάδοχο πρόεδρό της. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922. Με δική του μάλιστα παρέμβαση εκδόθηκε το 1938 η μελέτη των Ο. Frödin και A.W. Persson, Asine. Results of the Swedish excavations 1922-1930.

Ο Frödin και ο Person ήταν οι διευθυντές των ανασκαφών. Ερεύνησαν όχι μόνο την Ακρόπολη και την ελαφρώς επικλινή βόρειο κλιτύ της, αλλά επίσης μέρος της νοτίου και της ανατολικής κλιτύος του λόφου Μπαρμπούνα, απέναντι. Ανακάλυψαν περισσότερο ή λιγό­τερο συνεχή ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώιμη εποχή του χαλκού ή την αρχή της τρίτης χιλιετηρίδας π.Χ. ως την ύστερη αρχαιό­τητα, σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ.

 

Ο Διάδοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος στις ανασκαφές μαζί με τους αρχαιολόγους. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922.

 

Η Ασίνη δεν υπήρξε ποτέ πολύ σημα­ντική τοποθεσία στην Αργολίδα, έπαιξε όμως σπουδαίο ρόλο στην ιστορία ως ασφαλές και καλά προστατευμένο λιμάνι. Η στρατηγική της σπουδαιότητα μαρτυρείται από την τοποθεσία, όπου σήμερα διασώ­ζονται κυρίως τα ελληνιστικά οχυρώματα.

Στα οχυρώματα αυτά έγι­ναν προσθετικά έργα την περίοδο της τουρκοκρατίας και ξαναχρησιμο­ποιήθηκαν από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ανασκαφές στην Ασίνη ξανάρχισαν στη δεκαετία του 1970 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα σουη­δικά και στα αγγλικά μια ευρεία μελέτη για την περιοχή του Carl Gustaf Styrenius, Asine. A Swedish excavation site in Greece (Medelhavsmuseet, Skrifter 22) Stockholm 1998, στην οποία περιλαμβάνεται και χρήσιμη βιβλιογραφία.

 

Δενδρά – Μιδέα

 

Ενώ εργαζόταν στην Ασίνη, στα 1926, ο Axel W. Persson προσεκλήθη να ανασκάψει τον θολωτό τάφο στα Δενδρά, στα ανατολικά του Αργολικού Κάμπου. Ο τάφος περιείχε εκπληκτικά ευρήματα, για παράδειγμα το χρυσό κύπελλο με το χταπόδι που σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο Persson συνέχισε την έρευνα και σε άλλους θαλαμοειδείς τάφους το επόμενο έτος και ξανά το 1937 και το 1939. Κατά την τελευταία ανασκαφική περίοδο ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ακρόπολη κοντά στη Μιδέα με τα καλοδιατηρημένα οχυρώματά της από τον 13ο αιώνα π.Χ.

 

Δενδρά. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του θολωτού τάφου το 1926, οι αρχαιολόγοι κοιμόνταν στον δρόμο του τάφου κάθε βράδυ από το φόβο των αρχαιοκαπήλων. (The Person Papers, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Ο Persson ανακάλυψε πως ήδη στα μέσα της εποχής του χαλκού ή στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετηρίδας, η ακρόπολη είχε κατοικηθεί και ξανακατοικήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, τον 13ο και τον 14ο αιώνα π.Χ. Ο Axel W. Persson εξέδωσε τα αποτελέσματα των ερευ­νών του στους τόμους The royal tombs at Dendra near Midea, Lund 1931 και New tombs at Dendra near Midea, Lund 1942. Οι ανασκαφές στη Μιδέα συνεχίζονται με τη συνεργασία ελλή­νων αρχαιολόγων και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Μπερμπάτι 1935-1939, 1953 και 1959

 

Ουσιαστικά θεωρούμε ότι οι παλιές ανασκαφές στο Μπερμπάτι περι­λαμβάνουν και τις ανασκαφικές περιόδους της δεκαετίας του 1950, καθώς οι έρευνες της περιόδου 1935-1939 δεν ολοκληρώθηκαν εξ αιτίας του πολέμου. Οι εργασίες που έγιναν κατά τη μεταπολεμική περίοδο συμπληρώνουν αυτές που έγιναν πριν τον πόλεμο.

 

Μπερμπάτι. Ανασκαφή του εργαστηρίου αγγειοπλαστικής στην ανατολική κλιτύ του Μαστού. Τρεις από τους άνδρες έχουν αναγνωριστεί. Αριστερά ο Παναγιώτης Κρεμμύδας ο άνδρας με το μαντήλι στο κεφάλι είναι ο πατέρας του Αντώνιος Κρεμμύδας αριστερά του ο Γεώργιος Πανούσης (;). (Αρχείο Μερμπατιού).

 

Ο Axel W. Persson ξεκίνησε τις έρευνες στο Μπερμπάτι, ανασκάπτοντας πρώτα το θολωτό τάφο, το 1935, ο οποίος είναι γνωστός στην περιοχή ως – Ο Τάφος του Δασκάλου – στοχεύοντας μετά στο Μαστό, το λόφο από ασβεστόλιθο, αυτό το τόσο χαρακτηριστικό πέτρωμα στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Μπερμπατιού. Στο Μαστό υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώι­μη νεολιθική εποχή, την έκτη χιλιετηρίδα π.Χ. Υπάρχει επίσης ένας μικρός οικισμός της πρώιμης εποχής του χαλκού, την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ., αλλά η δεύτερη χιλιετηρίδα έχει περισσότερο ενδιαφέρον για τον επιστημονικό κόσμο. Στο πρώτο μισό αυτής της χιλιετηρίδας υπάρχει σαφής μαρτυρία παραγωγής κεραμικών, που συνεχίζεται για περίπου εξακόσια χρόνια.

 

Ο Κώστας Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες ήταν προϊστάμενος. Εδώ καθώς ανασκάπτει το εργαστήριο αγγειοπλαστικής. 1938 (φωτ. Βο Ηellman, Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι στην κοιλάδα υπήρχαν εργαστήρια κεραμικής καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας της. Ο Persson δεν δημοσίευσε τίποτα ο ίδιος, αλλά οι συνεργάτες του, που ήταν υπεύθυνοι για τα διάφορα μέρη της ανασκαφής. Δεν χρειά­ζεται να αναφερθεί πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση εξ αιτίας του πολέμου.

 

Μουσείο Ναυπλίου. Η Σουηδική Αίθουσα στο μουσείο, πιθανόν κατά τα εγκαίνια μετά το 1930. Οι βιτρίνες αγοράστηκαν από την Επιτροπή για την Ασίνη. Στο βάθος της αίθουσας υπάρχει η σουηδική σημαία. Ο κύριος Νικόλαος Γριμάνης, η σύζυγός του και δυο από τα παιδιά τους ήταν παρόντες. Το αντικείμενο μπροστά στο δάπεδο προέρχεται από τον θαλαμοειδή τάφο στα Δενδρά και βρέθηκε το 1927. (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Τα ακόλουθα δημοσιεύματα πραγματεύονται το παλιό υλικό που ανευρέθη: Gοsta Saflund, Excavations at Berbati 1936-1937, Stockholm 1965. Πραγματεύεται τον οικισμό από την τρίτη χιλιετηρί­δα π.Χ. και τους θαλαμοειδείς τάφους που ανακαλύφθηκαν στις χαμηλότερες πλαγιές του Φυτεσούμι, βόρεια του Μαστού.

 

Ναύπλιο, ο δρόμος προς την πλατεία Συντάγματος με το Τριανόν, που τότε ήταν καφενείο. 28 Οκτωβρίου 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ο Erik J. Holmberg ανέσκαψε και δημοσίευσε έναν θαλαμοειδή τάφο δυτικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, A Mycenaean champer tomb near Berbati in Argolis, Goteborg 1983. H Barbro Santillo Frizell δημοσίευσε «The Tholos tomb at Berbati» στο Opuscula Atheniensia 15, 1984. H μελέτη του Ake Akerstrom για την μυκηναϊκή εικονιστική κεραμική που παραγόταν στον Μαστό εκδόθηκε το 1987 στην εκδοτική σειρά του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών (Berbati. Vol. 2. The pictorial pottery.) Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γίνει επιφανειακή έρευνα στην κοιλάδα και οι ανασκαφές συνεχίζονται από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

Αθήνα, Σεπτέμβρης 1998

Berit Wells

Σημείωμα του Berit Wells, στον κατάλογο της Έκθεσης, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή», που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου, από τις  24 Οκτωβρίου, έως τις  14 Νοεμβρίου 1998, στα πλαίσια των εορτασμών των 50 χρόνων από την ίδρυση του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.   

Read Full Post »

Πρόσυμνα –  Ντιάνα Αντωνακάτου


 

 Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Άργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει την Πρόσυμνα Αργολίδας,  η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Εδώ δεσπόζει η φύση. Το τοπίο κυριαρχεί και στο καινούργιο χωριό της Προσύμνας (Μπερμπάτι ως χθες), κι’ ως την μυκηναϊκή πολιτεία. Εδώ ο κάμπος με την οικειότητά του κλείσθηκε πίσω από το στενό βραχωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, λησμονήθηκε η ευκολοδάμαστη γη του πέρα κατά τα νοτιοδυτικά. Η απόσταση από το Άργος είναι 12 χιλιόμετρα. Από το τελευταίο καμπίσιο περιβόλι δυο-τρία. Σε χωρίζει όμως ένα σύνορο. Άλλον κόσμο άφησες, άλλον κόσμο χαιρετάς, κι’ άλλον κόσμο θωρούνε από τούτα τα βουνά οι άνθρω­ποι, κι’ ας μην είναι ολότελα ορεινοί.

Αν είναι να προτιμήσει ο ταξιδιώτης μιαν εποχή για πρωτογνωριμιά της αρχαίας Προσύμνας, ας μην είναι τούτη βροχερή, χειμωνιάτικη. Θ’ αγριέψει αν δεν αντέχει, αν αποζητάει εύκολη απόλαυση ματιού. Θα νοιώσει τη διάθε­σή του να χτυπιέται αλύτρωτη από μουντό λόφο σε μολυβί βουνό, να βουλιά­ζει σε μουσκεμένα κοκκινοχώματα. Να μη μπορεί να βρει παρηγοριά πάνω στα μουλιασμένα, απρόσωπα, χωρίς παράδοση, σπίτια του νέου χωριού. Και θα του φανεί η πορεία προς την κυκλώπεια Ακρόπολη της Προσύμνας, μια λασπωμέ­νη ταλαιπωρία.

Κι’ ούτε νάναι το καλοκαίρι. Τότε που αχνίζουν ξερά κι’ αναμμένα τα χώ­ματα, τα σπίτια μια κοκκινόπηλη καυτή συνέχειά τους, φλογισμένες οι μάντρες, τα λιγοστά δεντράκια ανάπηρα να σου κρατήσουν ίσκιο. Κι’ ως να φθάσεις εκεί στο στόχο σου, στην Προσύμνα, να σου ρίχνουν από γύρω βέλη, φλογισμέ­νες τις ανάσες τους οι φρυγμένες ανηφοριές.

Πρόσυμνα – Ντιάνα Αντωνακάτου

Νάναι, σαν πας, μια πρώιμη άνοιξη για τούτο το προσκύνημα. Μάρτης. Ένα απομεσήμερο αστραφτερό. Και το χωριό, αλλιώτικο, να φέγγει μ’ ένα πρόσωπο δικό του, μέσα στην απουσία κάθε ρυθμού.  Να ξεχύνει μια ζεστασιά και νάναι σαν ανάγλυφο απλοϊκό γεωμετρικής εποχής, ψημένης γης το υλικό του. Η λιγοστή χλόη στη σκιά, πολύτιμο χαλάκι της κάθε πόρτας. Που και που μια ανθισμένη ροζ αγριαμυγδαλιά να στέκει απορεμένη, τρυφερό στολίδι πάνω στο σκληρό μέτωπο του χωριού: στην κοκκινόθωρη πλαγιά του. Και μες στο φως της λαμπρότατης μέρας, πάνω από όλα τούτα τα φτωχανθρώπινα, τα ντόπια κόπια, ν’ αρμενίζει από ψηλά εκείνη η ανεκπλήρωτη ελπίδα του από­δημου Προσυμνιώτη, να δώσει στο χωριό του το μόχθο του της ξενητιάς: ένα μεγάλο κτίριο – ατέλειωτο ύστερα από το θάνατο του ξενητεμένου – που κυριαρχεί. Σημάδι πως δούλεψε εκεί στην Αμερική, πως μόνο τούτο το κομματάκι της γης συλλογιόταν. Αρμενίζει μεγαλόστομη και συγκινημένη, άχαρη και πολύ­τιμη τούτη η άμοιρη και δραματική προσφορά μέσα στο γαλάζιο της ελληνικής άνοιξης.

Τούτο το κρυστάλλινο γαλάζιο, ένας φακός που ομορφαίνει το ασήμαντο και ξεχωρίζει το ταπεινό, που αναδείχνει σε μια πυρή αναλαμπή και τούτο το χωριό και μας κάνει να ξεχνάμε μια αθέλητη σύγκριση με τα Αιγιοπελαγίτικα, τα Πηλιορίτικα, τα Επτανησιώτικα, τα Ορεινά χωριά όχι της πρώτης ανάγκης.

Όσο προσεγγίζεις την Προσύμνα τόσο φαίνεται μακρινή, προσκολλημένη πάνω σε ψηλούς όγκους, αξεχώριστη. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο δυνατό. Και ξαφνικά το νοιώθεις βιβλικό. Είναι ο καιρός του αλετριού. Φυτεύεται σε λίγο ο καπνός. Οι μικρές ανθρώπινες φιγούρες πίσω από το μουλάρι και το άροτρο, σκορπισ­μένες σ’ όλες τις πλαγιές, έχουν την ίδια κίνηση, όπως χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς ξανοίγουν βαθυκόκκινες χαραματιές στ’ ανηφορικά χωράφια.

Ο τόπος γύρω τους αιώνιος, όλο και μεγαλώνει, καθώς βραδιάζει, γεμάτος μυστήριο, και οι φιγούρες χάνονται, θαρρείς, μέσα στις εποχές, πάντα ίδιες στο αντάμωμά τους κατά το γυρισμό, που μοιάζει από μακριά χαιρετισμό μερμηγκιών όμοιο από χρόνο σε χρόνο μέσα στους αιώνες. Ο τόνος του ζεστός κοντά, σαν τον ήλιο της μέρας που υποσχόταν μιαν άλλη παρόμοια, δινόταν πάλι με την προσ­φώνηση προς τον ξένο διαβάτη, που αντάμωνε κιόλας με τη συγκινημένη μνήμη του το φανταστικό μέγαρο, ξεθεμελιωμένο αιώνες πριν. «Έρημος δ’ εστί κακείνη και η πλησίον Μιδέα… ταύτη δ’ όμορος Προσύμνα… ηρήμωσαν δε τας πλείστας οι Αργείοι απειθώσας»…

Πώς τόλμησε, αλήθεια, τούτη η μικρή πολιτεία να πάει ενάντια στο Άργος, έτσι που στέκει, πεντάμονη, χαμένη στα κορφοβούνια της, με το ποτάμι της μονάχα – τότε σίγουρα πλατύστομο -, να την υπερασπίζει – και συμμαχικές στη ράχη της οι Μυκήνες μόνον; Πώς τόλμησε;

Έρημη η Ακρόπολη. Συλημένοι οι τάφοι – πάνω από ογδόντα. Ίσα που ξέμεινε κανένας θαλαμωτός να θυμίζει πως κι’ εδώ είταν ευσεβείς. Κι’ εδώ πολεμούσαν, κι’ εδώ αγαπούσαν με το ίδιο πάθος τη ζωή και την ομορφιά. Με ξίφη εμπαιστικά, με πλούσια κοσμήματα χρυσά, και με αγγεία ζωγραφισμένα θαυμαστά θαλασσινά θέματα, με μικρές πήλινες θεότητες – γεμάτος ο τά­φος. Να θυμίζουν ακόμη πως σίγουρα οι γυναίκες θα κρατούσαν όπλα. Σαν τούτες τις σύγχρονες απόγονές τους – κι’ η μνήμη κάνει πήδημα τρανό – τις γειτόνισσες, που αν δεν είχαν να χειρισθούν κομψά όπλα, η καρδιά τους βρήκε τρόπο να υπερασπίσει τα πάτρια, τότε στ’ Αγιονοριού τη μάχη, χτυπών­τας τον εχθρό με λιθάρια. Κι’ η ιστορική μνήμη μας φέρνει κοντά.

Στις 28 Ι­ουλίου 1822 που ο στρατός του Δράμαλη φεύγοντας από τη Γλυκειά, από το Ναύπλιο, με προορισμό τη δίοδο του Αγιονοριού, κατάστρεψε όσα σπίτια πρόφ­τασε στο Μπερμπάτι (Προσύμνα). Για να βρει εκεί στ’ Αγιονόρι, όπου τον παραφύλαγε ο Νικηταράς, την ελληνική εκδίκηση. Ελληνικά βόλια δέχτηκαν οι Τούρκοι μα και πελώρια κοτρώνια σπρωγμένα από τις γυναίκες των Λιμνών, της Προσύμνας και των άλλων γειτονικών χωριών.

Η ματιά ακολουθάει στο βάθος βορεινά εκείνη τη φυγή του δρόμου που γλιστράει μέσα από τις πλαγιές τ’ Αγιονοριού. Πιο έντονη, όμως, η παρουσία του ερημικού «άλλοτε» μας γυρίζει πίσω.

Ωστόσο, η Ακρόπολη δεν ξεσκεπάζει κανένα από τα μυστικά της. Φτωχά αχνάρια από τα τείχη της, από τις κατοικίες της, από τους τάφους, σβήνουν λίγο λίγο. Η δύση εδώ είναι βιαστική, βαθαίνουν οι ίσκιοι γρήγορα. Όμως, σ’ αυτήν την περασμένη ώρα, εδώ μέσα στην σφραγισμένη σιωπή του λόφου, περισσότερο απ’ όλες τις επικοινωνίες με τις πολύτιμες, εύγλωττες προθήκες των Μουσείων, ο επισκέπτης μπορεί ν’ αφουγκραστεί τη βαθειά σιωπή που καλύπτει τις θαμμένες χιλιετηρίδες.

Ό,τι και να μας φανερώνεται στα ευρήματα από τα συμπληρώματα, τις αναπαραστάσεις, τις εικασίες, λείπει εκείνη η αλήθεια, η ψυχή των πραγμάτων. Εκεί στην Προσύμνα, εκείνη την ώρα της σιωπής, σεβαστική η μνήμη ακούμπησε για ένα ελάχιστο χρόνο, πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια, που κλείνει ό,τι δεν είναι πράξη, ό,τι δεν είναι λόγος, αφή κι’ ακοή κι’ όραση, που φυλάει ό,τι είναι ανθρώπινος λυγμός ή γέλιο. Σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο γύρω, στα τριγυρνά βουνά του τα «σκιόεντα» αντήχησε, για μια φανταστική στιγμή τέτοιο ζευγάρι, ο ήχος.

Ντιάνα Αντωνακάτου

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη της συγγραφέως.

 

Πηγή


  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη σε μορφή pdf:

 

  • Πρόσυμνα – Αρχαιολογική έρευνα. Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων – Μπέριτ Ουέλλς, Υποδιευθύντρια Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 49: Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων

Read Full Post »

Εικονοστάσια


 

«… Από τη μικρότητα του τόπου,

ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δυνάμεις,

θέλει να έβγουν οι μεγάλες ουσίες».

(Δ. Σολωμός. Ποιήματα και πεζά, Αθήνα, Εξάντας 1990)

 

Εικονοστάσι στη Νέα Τίρυνθα Αργολίδας

θεός και άνθρωπος είναι οι δύο πόλοι της θρησκείας. Υπερβατικό το ένα στοιχείο της πραγματικότητας και ενδοκοσμικό το άλλο, το θείο και το ανθρώπινο συνιστούν τις παραμέτρους της έννοιας του ιερού. Το ανθρώπινο αναφέρεται στο θείο με δύο διαφορετικούς τρόπους: θετικά και αρνητικά. Η θετική στάση συνιστά το θεϊσμό και η αρνητική τον αθεϊσμό.

Καλούμαστε να προλογίσουμε, αυτό – που κατά την ταπεινή μας γνώμη – ανήκει στην πρώτη περίπτωση αγγίζοντας την υπερβολή ίσως: τα εικονοστάσια ή προσκυνητάρια, κατά τη λαϊκή έκφραση. Η ύπαρξή τους έχει λόγο: υποδηλώνει την επιθυμία να εξιλεωθεί το θείο, την επισήμανση κάποιου ιερού τόπου ή τέλος, την ανάμνηση κάποιου καλού ή κακού γεγονότος. Για τους λόγους αυτούς ίσως να μην ήταν άστοχη η ονομασία «μαρτύρια».

Η κατασκευή ενός «προσκυνηταριού» υπερβαίνει τις «καθ’ ύλην» υποχρεώσεις του πιστού, ο οποίος πραγματοποιεί με τον τρόπο αυτό μια επιπλέον προσφορά στο θείο. Τα ιδιότυπα αυτά μνημεία συνίστανται από έναν στοιχειώδη δομικό πυρήνα με μικρές διαστάσεις, που έχει απαραιτήτως στην κορυφή του το χριστιανικό σταυρό.

Ο πυρήνας αυτός περιλαμβάνει στους κόλπους του δύο κοιλότητες, το εικονοστάσι και τον κορμό για τις ελεημοσύνες, κάτι που παλαιότερα υπήρχε στα περισσότερα προσκυνητάρια, όπου οι πιστοί έριχναν τον όβολό τους. Στον επάνω χώρο φυλάσσεται η εικόνα του Αγίου, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το προσκυνητάρι, το λάδι και όλα τα απαραίτητα για τη συντήρηση του καντηλιού.

 

Εικονοστάσι στη Μιδέα Αργολίδας

 

Υπάρχει πληθώρα προσκυνηταριών, που συναντά κανείς διάσπαρτα στην πατρίδα μας, τα περισσότερα στην ύπαιθρο χώρα, κυρίως στο κεντρικό και επαρχιακό δίκτυο.  Οι ιδιότυποι αυτοί ιεροί χώροι έχουν ποικίλη μορφή και περιεχόμενο. Ως ταπεινά ναΐδρια καταθέτουν τη «μαρτυρία» και τον πόνο των ανθρώπων. Όσον αφορά στη διαμόρφωση των προσκυνηταριών, κυρίαρχο ρόλο έχουν τα διαθέσιμα δομικά υλικά του χώρου της κατασκευής τους, τα οικονομικά μέσα και τέλος, η έμφυτη αισθητική του λαϊκού τεχνίτη που αναλαμβάνει την κατασκευή τους.

Ο συνδυασμός των παραπάνω προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία των μορφών και τη διαφορετική τεχνοτροπία του ενός από το άλλο, ώστε πολλές φορές η ποιότητά τους να είναι αμφίβολη και η αισθητική τους αμφισβητήσιμη. Σε μερικές περιπτώσεις, χωρίς υπερβολή, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται σε όμοιες μορφές ομάδες και άλλοτε πάλι, με κάποια γεωγραφική συνοχή.

 

Εικονοστάσι στην Αρχαία Επίδαυρο

 

Εκφράζουν πηγαία συναισθήματα. Και κυρίως, συνοψίζουν την ιδιότυπη λαϊκή θρησκευτικότητα. Αυτό φαίνεται στα κοιλώματα των δένδρων, στα βραχώδη τοιχώματα, στα μικρά σπήλαια και σε όλα αυτά τα απίθανα μέρη που επιλέγει η ανθρώπινη παρόρμηση, για να καταθέσει την ψυχή της. Αξιοσημείωτο είναι το ότι συναντάμε προσκυνητάρια ακόμα και έξω από την Ελλάδα.

Να σημειωθεί επίσης ότι στην εκκλησιαστική τέχνη η Πίστη προηγείται, ενώ η Τέχνη κυριαρχείται από αυτήν. Δεν εκφράζονται ατομικά συναισθήματα, αλλά συλλογική αποδοχή του «ακατάληπτου» μυστηρίου που «εισέβαλε» στην ιστορική πραγματικότητα «διά την ημετέραν σωτηρίαν», γι’ αυτό και διατηρείται η ανωνυμία του εκκλησιαστικού καλλιτέχνη, ακόμη και αν είναι γνωστός.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Ηραίον Άργους 


 

 Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει το Ηραίον του Άργους, η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Ο ιερός τόπος του Ηραίου, νότια από τις Μυκήνες κι’ αυτός στ’ ανατολικά ριζωμένος, αντίκρυ στον κάμπο. Μια ξέφραχτη απλωσύνη πάνω σ’ ένα περή­φανο ύψωμα. Δεν έχει επιβλητικά μυστικά, δεν έχει ερείπια συναρπαστικά, δεν έχει ούτε σύγχρονους πιστούς — δεν έχει ακόμη ούτε εποχές πλαίσιά του. Σ’ όλες τις εποχές κρατάει αυτήν την ίδια ανοιχτή, άσκεπη ευλάβεια, απλω­μένη παλάμη, προσφορά ιερή στην πίστη της μεγάλης θηλυκής θεότητας των Αρχαίων.

Μια Παναγία, χωρίς καλοσύνη, αλλά αυστηρή στην παρθενικότητά της, αλύγιστη στην πίστη του ενός άντρα: η Ήρα. Σ’ όλους τους μήνες το σύγ­χρονο προσκύνημα αποπνέει την ίδια ιερότητα. Δεν υπάρχουν κοντά δέντρα να ορίζουν τις αλλαγές του χρόνου. Μόνον η χλόη ανάμεσα στα λιγοστά ερείπια σημειώνει τη μεταβολή, έχοντας να προσφέρει την ίδια συντροφικότητα με κεί­νη των χορταριών πάνω σε ξεχασμένα κοιμητήρια. Τ’ ανατρίχιασμα του αέρα μόνο τη χλόη διαπερνάει. Διάφορο σαν είναι ξερή το φθινόπωρο κι’ αλλιώτικο σαν είναι δροσερή την άνοιξη.

 

Ηραίον, πίνακας Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Το τοπίο είναι μοναχικό. Το τυλίγει μια μοναξιά χωρίς αλαζονεία, χωρίς σκληρότητα, χωρίς άγχος, μια μοναξιά που απλώνεται με μια θηλυκή γλυκύ­τητα, με ανεπαίσθητη θλίψη καρτερίας, κι’ ενώνεται με ό,τι γύρω εξακολουθεί να είναι ζωή, πάνω στο πιο ζωντανό κομμάτι της Αργολίδας. Μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά επικοινωνείς με το Ηραίο. Σιωπή σε συνοδεύει περνώντας από το φυλάκιο στις μεγαλόπρεπες πρώτες σκάλες, πλατειές 81 μέτρα να σε οδηγήσουν από το πρώτο ύψωμα στο δεύτερο του νέου Ναού. Σ’ αυτό το μεσαίο ύψωμα θ’ ακολουθήσεις συγκεντρωμένα τα σπουδαιότερα χνά­ρια των ιστορικών χρόνων να πλαισιώνουν τον Ναό.

Κατά τ’ ανατολικά ένα κτίριο 28X17 μπορεί να χρησίμευε για τελεστήριο, αίθουσα μυστηρίων, όπως στην Ελευσίνα. Κατά τα βόρεια, πίσω από μια δεύτερη κλίμακα 45 μ. πλάτος αναπτύσσονται τρία κτίρια-στοές, 22 Χ 7 μ. πλάτος, με διπλές κολόνες η μικρή και η μεγάλη 63 Χ 10,50 μ. Και μια τρίτη στοά στα βορειοδυτικά. Στα νότια και δυτικά άλλο κτίριο, από τα αρχαιότερα στο είδος του, μ’ αυλή και περιστύ­λιο του 4ου αιώνα ίσως, οίκος για τις ιέρειες της Θεάς που αγγίζει με τη μια γωνία του μια τέταρτη στοά, αυτήν της εισόδου με την πιο τέλεια κατασκευή απ’ όλα τα κτίσματα του Ηραίου. Πιο μακριά, δυτικά, ανακαλύπτεις ρωμαϊκές θέρμες κι’ άλλες στοές.

Στο μέσον αυτών των κτιρίων ο νέος ναός, εφάμιλλος των ωραιοτέρων ιστορικών, κτισμένος από τον Ευπόλεμο σ’ αντικατάσταση του αρχαϊκού που κάηκε. Η βάση του 39 Χ 20 μέτρα, με έξη δωρικές κολόνες περιστύλιο και δώδεκα στα πλάγια. Στο εσωτερικό το υπόβαθρο των τοίχων του σηκού και τα θεμέλια των εσωτερικών κιόνων. Μέσα εκεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς καθισμένης στο θρόνο, έργο του Πολυκλείτου. Και κοντά ένα ξύλινο άγαλμα της Ήρας κλεμμένο από την Τίρυνθα το 468 π.Χ.

Στο Εθνικό Μουσείο λίγα κομμάτια από τα αετώματα υπάρχουν μόνο. (Ο Παυσανίας ιστορεί πως το ένα έδινε τη γέννηση του Δία και τη μάχη των Γιγάντων, το άλλο την άλωση της Τροίας). Στα προπύλαια υπήρχαν αγάλματα ιερειών, ηρώων και του Ορέστη. Στο τρίτο ύψωμα ο αρχαίος ναός της Ήρας – κάηκε το 423 π.Χ. – δεσπόζει ακόμη με μια μεγαλοπρέπεια κυριαρχική από το ύψος των 252 μέτρων, ενώ πίσω το βουνό της Εύβοιας ανεβαίνει ως τα 700 μέτρα. Ανάμεσα σε δυο μικρά ποτάμια, τον Αστερίονα και τον Ελευθέριο –  τα νερά τους ιερά για την κάθαρση της ιέρειας κατάξερα τώρα – ο χώρος θα είχε αιώνων λατρεία στη θεά ή σε μια θεότητα προκάτοχό της και στις Μυκηναϊ­κές εποχές. Ο θρύλος εδώ ορίζει το μέρος οπού ο Αγαμέμνων όρκισε τους Α­χαιούς πριν από την Τροία.

Κατά τις ανασκαφές του 1926 βρέθηκαν πάνω από τον αρχαϊκό ναό κεραμικά Νεολιθικά και τάφοι της Προελλαδικής εποχής, ακό­μη και Μυκηναϊκής και Γεωμετρικής. Όλα αυτά μας βεβαιώνουν πόσο μακρό­χρονα ιερός ήταν αυτός ο τόπος της θεάς των φυσικών στοιχείων που έγινε το ιερό τέμενος του Άργους, το μέγα προσκύνημα, το καταφύγιο στις κακές ώρες, αλλά και της γιορταστικής χαράς τους η μεγάλη ρίζα.

Η έκφραση της υπέρτατης ευλάβειας δίνεται μέσα από την αρχαιότητα με τα δυο αγάλματα των Δελφών, των Αργείων αδελφών Κλέοβι και Βίτωνα. Αφιερώματα στην υψίστη ευσέβεια. Γιοι της Ιέρειας της Ήρας έσυραν με τους ώμους τους το λατρευτικό άρμα φέρνοντας οι ίδιοι τη μητέρα τους στο Ηραίο, για νάρθουν να κοιμηθούν εξαντλημένοι βρίσκοντας τον αιώνιο ύπνο – δώρο της θεϊκής εύ­νοιας – την ίδια νύχτα. Δεν υπάρχει κανένα γεγονός πολεμικό που να μην είναι επίσης συνδεδεμένο μ’ αύτη την ευλάβεια προς την Μητέρα Θεών και Ανθρώπων, τιμημένη από ντόπιους και ξένους, φίλους και εχθρούς.

Ο Κλεομένης αφού σκότωσε 7000 εχθρούς του Αργείους μέσα στο ιερό Άλσος της Σηπείας, κοντά στην Τίρυνθα ήρθε, κατά την παράδοση, στο Η­ραίο για θυσίες και εξιλασμό με χίλιους στρατιώτες, μπαίνοντας με τη βία στον Ναό. Όμως στο πλησίασμά του το άγαλμα της πολιούχου του Άργους, βγάζοντας φλόγες από το στήθος, του έδειξε την οργή της Θεάς για την κατα­στροφή της αγαπημένης της πολιτείας.

Η μεγάλη γιορτή της τα «Ηραία» γίνονταν τον δεύτερο χρόνο κάθε Ολυμπιάδος κι’ ήταν η επισημότερη γιορτή των Αργείων, θρησκευτική και εθνι­κή μαζί. Με θυσίες – ήταν πολλές κι’ ονομάσθηκαν γι’ αυτό Εκατόμβαια – με αγώνες – το έπαθλό τους μια χάλκινη ασπίδα, «Χαλκείος Αγών» – με πομπές και παρελάσεις από νέους και νέες. Και τέλος με ξεφαντώματα.

Οι Ιέρειες λογαριάζονταν υψηλά πρόσωπα – τα ονόματά τους κρατούσαν από βασιλικά γένη. Καταγραμμένα μαζί με τις ημερομηνίες της υπηρεσίας τους στο ναό, σήμαιναν για τους Αργείους μέτρο ημερομηνίας. Η γιορτή άρχιζε μόνον όταν η Ιέρεια ερχόταν πάνω στο άρμα, το οδηγημένο από δυο άσπρα βόδια. Όταν το Θέατρο της πόλεως μπορούσε να χωρέσει είκοσι χιλιάδες θεα­τές, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς πόσες χιλιάδες πιστούς και προσκυνη­τές μπορούσε να συγκεντρώσει τέτοια μεγαλόπρεπη και πολυήμερη γιορτή σ’ έναν ανοιχτό υπαίθριο χώρο.

Κι’ είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τα πλήθη των αιώνιων γυναικείων πόθων και καημών, καθώς θ’ ανέβαιναν τις πλατειές σκάλες, με τ’ αναθήματά τους, ικέτιδες της δικιάς τους Θεάς. Όμοιες με τα παντοτινά χιλιόπυκνα γυναικεία πλήθη που σέρνονται, κάποτε γονατιστά, τάζουν και ολονυχτούν εμπρός σ’ όλες τις Παναγίες με τα μύρια χαϊδευτικά της τοπικής ευλάβειας, ως σήμερα. (Του Άργους η Ήρα είχε διάφορα υποκοριστι­κά λατρευτικά: Ανθεία, Ακραία, Ειλειθυΐα).

Αν γινόταν ξαφνικά οι ίσκιοι των νεκρών πιστών όλων των εποχών, να πορεύονταν μαζί σε τούτο το Ιερό, ο Αργείος χώρος θα γέμιζε, θα ξεχείλιζε. Η ανάσα τους λιβανωτό ευλάβειας μιας χιλιετηρίδας, θα πύκνωνε τότε σ’ ένα μεγάλο σύννεφο γκρίζο, ταξιδιάρικο προς τα βόρεια, προς τον Όλυμπο. Γύρω όμως μόνον η άνοιξη προβάλλει ποικιλόχρωμο μωσαϊκό μιας γης πολυδουλεμένης. Ένα άσπρο σύννεφο ταξιδεύει κατά τη θάλασσα. Το σημαδεύει μια μονά­χα κολόνα μισογκρέμιστη, σ’ όλο το χώρο της αλλοτινής μεγαλοπρέπειας. Εδώ, ούτε τον ίσκιο της Θεάς δεν κράτησαν οι ανελέητοι αιώνες.

  

Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Δήμαινα Αργολίδας


 

Χωριό του Δήμου Επιδαύρου του Νομού Αργολίδος, με 600 κατοίκους (σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001). Είναι χτισμένο σε πεδινό μέρος και περιβάλλεται από τα βουνά: Αραχναίο, Σολυγείας, Κολόνι και Άκρος. Η έκταση του πεδινού τμήματος είναι 8.000 στρέμματα και του ορεινού άλλα τόσα περίπου. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, επειδή η γη είναι πολύ εύφορη (καλλιεργούνται ελιές, βερικοκιές, αχλαδιές, εσπεριδοειδή, λίγα σιτηρά και καπνά), και δευτερευόντως με την κτηνοτροφία. Το μορφωτικό επίπεδο, αν και αρβανιτοχώρι, είναι αρκετά ικανοποιητικό.

 

Δήμαινα

 

Για την ονομασία του χωριού Δήμαινα υπάρχουν οι εξής δύο παραδόσεις:  Επειδή στο χωριό από πολύ παλαιά καλλιεργούσαν σιτάρι «δίμηνο», από παραφθορά η λέξη σιγά σιγά έγινε «δίμηνα» και κατέληξε «Δήμαινα». Τη δεύτερη την αποδίδουν στην αρχοντική οικογένεια του Δήμου που ζούσε εδώ στο μικρό αυτό οικισμό μαζί με 5-10 οικογένειες. Όταν αυτός πέθανε και έμεινε η γυναίκα του, η Δήμαινα, αυτή ανέλαβε ως υπεύθυνη του οικισμού και απέδιδε τους φόρους στους Τούρκους. Επίσης, διαβάζουμε στο κτηματολόγιο της Μονής Ταξιαρχών ότι τα σύνορα των κτημάτων της Μονής φτάνουν μέχρι την περιφέρεια της Δήμαινας. (Αυτή η πληροφορία καταγράφεται το 1750 μ.Χ.)

 

Χάρτης

 

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους κατέβηκαν από το ορεινό χωριό Αγγελόκαστρο Κορινθίας περί τις 25 οικογένειες. Αυτές είχαν εδώ κάποιες μικρές άγριες εκτάσεις ιδιοκτησίες. Επειδή όμως ο τόπος είχε το καλοκαίρι μεγάλη ελονοσία, οι κάτοικοι ανέβαιναν στο Αγγελόκαστρο και επέστρεφαν το Σεπτέμβριο. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στα βόρεια και ανατολικά του χωριού. Σιγά σιγά οι οικογένειες αυτές αγόρασαν και άλλα κτήματα, πρώτον από τη Μονή Ταξιαρχών και δεύτερον από ορισμένες οικογένειες, που τα είχαν πάρει από το κράτος, δωρεά ως «καπετανάτα», όπως Καλούδης, Μάτζαρης, τρεις Κρητικοί, Σκαλτσάς, Φορμόλας, Ρολιανός, Τσολάκης, Λύρας, Σκουλίτσης, Φρέγκαινα, Καθολική (από έναν Καθολικό στο θρήσκευμα) κτλ.

Παράλληλα με τους εξ Αγγελοκάστρου έρχονται στη Δήμαινα και εξ Αραχναίου, κτηνοτρόφοι και όχι μόνο, που εγκαθίστανται στα «ριζώ­ματα» στα δυτικά και νότια του χωριού. Επίθετα τέτοιων οικογενειών έχουμε: Κόλλιας, Σχίζας, Άσπρος κτλ., ενώ εξ Αγγελοκάστρου έχουμε: Οικονόμου, Μποζίκης, Μπινιάρης (Καβουρίνος), Καραμπέτσος κτλ. Το 1852, σύμφωνα με την επιγραφή που βλέπουμε, κτίζεται η εκκλησία «Άγιος Κωνσταντίνος και Ελένη», καθώς και το νεκροταφείο.

Το 1885 παρουσιάζεται ο Άγιος Γεώργιος δια ονείρου και οράματος σε έναν κάτοικο του χωριού που λεγόταν Παπαγεωργίου Γεώργιος (Ραμαντάνης), του υποδεικνύει την τοποθεσία όπου υπήρχε η εικόνα του και τον προτρέπει να τη βρουν και να χτίσουν εκκλησία. Αυτός τότε τα διηγείται όλα αυτά στους συγχωριανούς του, αλλά εκείνοι δεν τον πιστεύουν. Πάλι εκ δευτέρου αποκαλύπτεται ο Άγιος στον ίδιο, ο οποίος συγκλονισμένος τότε γυρίζει από σπίτι σε σπίτι και τους αναγγέλλει το όραμα και έτσι πείστηκαν, έσκαψαν, βρήκαν την εικόνα και έχτισαν την εκκλησία.

Μέχρι και Αιγινίτες πήραν μέρος, οι οποίοι, εκτός από πολλές δωρεές στο ναό, έφεραν σχεδόν όλα τα υλικά από την Αίγινα στην παραλία της Νέας Επιδαύρου και από εκεί με τα ζώα ή και στην πλάτη τα μετέφεραν στην εκκλησία. Το 1895 έγιναν τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Γεωργίου. Πολύς κόσμος κάθε χρόνο μαζευόταν στη γιορτή του, με περιφορά της εικόνας στον κάμπο και γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Δεν απουσίαζαν βεβαίως οι Αιγινίτες. Το 1963 έγινε, ανακαίνιση, διότι ο Ναός ήταν ετοιμόρροπος λόγω των παλαιών υλικών.

Το 1860 πρέπει να λειτούργησε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο στο σπίτι του Αντωνίου Οικονόμου, μετά στου Πρωτόπαππα, μετά στου Διδασκάλου Ανδρέα, και από το 1957 στη θέση που είναι σήμερα. Το έκτισαν οι κάτοικοι με προσωπική εργασία.

 

Οι μαθητές του σχολείου που στεγαζόταν στου Πρωτόπαπα (παπά – Αναστάση), 1932.

 

Μέχρι το 1914 το χωριό υπαγόταν στο Δήμο της Νέας Επιδαύρου και εκκλησιαστικώς στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδας. Όταν όμως καταργήθηκαν οι μικροί Δήμοι μετά το 1909, τότε το χωριό έγινε «κοινότητα Δημαίνης» το 1914, με πρώτο Πρόεδρο τον Ιωάννη Λογοθέτη. Τότε καθορίζονται και τα όρια της περιφέρειας Δημαίνης που ισχύουν μέχρι και σήμερα. Το 1936 χαράσσεται ο δημόσιος δρόμος που συνδέει τη Δήμαινα με το δρόμο της Νέας Επιδαύρου, δίπλα στη Μονή Ταξιαρχών.

 

Οι αρχές του τόπου φωτογραφίζονται με τους μαθητές κατά την Εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1958.

 

Επίσης κατά το ίδιο έτος ο Πρόεδρος της Κοινότητας Αναστ. Σταμούλης ύδρευσε το χωριό από την πηγή «Καμάρι», με υπόγειο υδραγωγείο και δεξαμενή στο άνω άκρο του χωριού. Από το 1946 σταμάτησαν οι κάτοικοι να φεύγουν τα καλοκαίρια για το Αγγελόκαστρο και από τότε άρχισαν να ανοίγουν πηγάδια, να αρδεύουν τον κάμπο και να καλλιεργούν καλοκαιρινά προϊόντα (βαμβάκια, καπνά, ντομάτες κ.ά.), πράγμα που οδήγησε σε αλματώδη οικονομική πρόοδο μέχρι και σήμερα.

 

Νεαροί φωτογραφίζονται στο ποταμάκι του χωριού, που κατέβαινε απ’ το Καμάρι.

 

Το 1964 στις 4 του Οκτώβρη ηλεκτροδοτείται το χωριό και όλες οι αντλητικές εγκαταστάσεις πηγαδιών και γεωτρήσεων. Με το νόμο του «Καποδίστρια» καταργείται η Κοινότης Δημαίνης και γίνεται Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Επιδαύρου. [ Κατά την εφαρμογή του «Καλλικράτειου» νόμου, καμιά αλλαγή δεν επήλθε στην Διοικητική Δομή της Δήμαινας ]. Από αρχαιολογικής απόψεως φαίνεται ότι από αρχαιοτάτων χρόνων όλος σχεδόν ο τόπος κατοικείτο, γιατί στις διάφορες καλλιέργειες του κάμπου βρίσκουμε κτίρια και τάφους.

Αλλά επίσης έχουμε παρατηρήσει ότι διάφοροι αρχαιολόγοι λόρδοι (Εγγλέζοι) κατά καιρούς επισκέπτονταν την τοποθεσία «Πηγαδάκι», όπου, όπως λέει η παράδοση, υπήρχε το παλάτι της Βασίλισσας. Επίσης σε σημείο του κάμπου, όπου έγινε ο αναδασμός, υπήρχε άλλο παλάτι. Αυτό αποδεικνύεται από τους λαξευμένους ογκόλιθους που βρέθηκαν εκεί.

Πολύ κοντά στη Δήμαινα βρίσκεται η γυναικεία μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών του 15ου αι. Στη Δήμαινα υπάρχει μια ομάδα από οχτώ ελιές που έχουν αναγνωριστεί ως διατηρητέο μνημείο της φύσης. Έχουν θρησκευτική αξία και συνδέονται με ιστορικά γεγονότα του τόπου. Στη τουρκοκρατία είχαν αναγνωριστεί με φιρμάνι ως ιερό δάσος.

 

Από το πανηγύρι του χωριού.

 

Στην περιοχή της Δήμαινας υπάρχουν οι εκκλησίες, του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου στις 21 Μάιου γίνεται παραδοσιακό πανηγύρι,  της Υπαπαντής του Χριστού, που εορτάζετε με μικρό πανηγύρι στις 2 Φεβρουαρίου, του Αγίου Γεωργίου και πολλά άλλα εκκλησάκια. Στη Δήμαινα οι λάτρεις της περιπέτειας στη φύση μπορούν να εξασκηθούν στη πεζοπορία στο βουνό ή με το κυνήγι τις επιτρεπόμενες περιόδους. Τις ορεινές περιοχές της Δήμαινας διαλέγουν κάποιοι ιδιοκτήτες 4×4 για εκτός δρόμου διαδρομές.

 

Πηγές


  • π. Μιχαήλ Μπινιάρης , Γεωργία Σάκκουλη – Μαγγέλη, «Δήμαινα – Για να μην  ξεχαστούν οι ρίζες μας», Κέντρο Νεότητας Δήμαινας, Δήμαινα, 2004.
  • Δήμος Επιδαύρου.

Read Full Post »

Η διάδοση των Ρωμαϊκών Ονομάτων στην Αργολίδα (1ος  αι. π.Χ. – 3ος αι. μ.Χ.)

 

 


 

 Από τις 250 επιγραφές της Αργολίδας, στις οποίες μαρτυρούνται περίπου 200 πρόσωπα, που απόκτησαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη από το τέλος του 1ου αι. π.Χ. μέχρι το 212 μ.Χ., παρακολουθείται η σταδιακή διείσδυση των ρωμαϊκών ανθρωπωνυμίων στις τέσσερεις αρχαίες πόλεις του νομού, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, στο Άργος, την Επίδαυρο, την Ερμιόνη και την Τροιζήνα.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που εμφανίζονται στις επιγραφές που χρονολογούνται στην περίοδο μεταξύ του τελευταίου τετάρτου του 1ου αι. π.Χ. ως την πρώτη τριακονταετία του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα θα πολλαπλασιαστούν προϊόντος του αιώνα, για να αυξηθούν ακόμα περισσότερο στον 2ο αι. Στην ουσία η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα gentilicia και όχι στα cognomina, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία παραμένουν ελληνικά.

 

Η προσέγγιση του επιγραφικού υλικού από την Αργολίδα αφορά κυρίως στην μελέτη των επιγραφών που προέρχονται από τις τέσσερεις πόλεις – κράτη της αρχαιότητος, του Άργους, της Επιδαύρου, της Ερμιόνης και της Τροιζήνας, που γεωγραφικά περιλαμβάνονται στον νομό Αργολίδας, στην βορειοανατολική Πελοπόννησο, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας.[1]

Στις τετρακόσιες περίπου επιγραφές που χρονολογούνται από τον 2ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 4ο μεταχριστιανικό, αν και το διαθέσιμο υλικό από τα μέσα του 3ου αι. και μετά είναι ελάχιστο, μαρτυρούνται 272 πρόσωπα που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα. Από τα πρόσωπα αυτά τα 78 ταυτίζονται είτε με γνωστούς Ρωμαίους, υπηρέτες της κεντρικής διοίκησης στην επαρχία της Αχαΐας – δεν συμπεριλαμβάνονται οι αυτοκράτορες και τα μέλη των αυτοκρατορικών οικογενειών – είτε με Έλληνες μη καταγόμενους από την Αργολίδα. Στα 272 πρόσωπα που αναφέρθηκαν θα πρέπει να προστεθούν και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες ελληνικές πόλεις.

Στον 1ο αι. π.Χ. σε επιτύμβιες επιγραφές από το Άργος απαντούν πρόσωπα με ονόματα όπως Γάϊος, Λεύκιος[2], Αύλος[3] η Πρείμα[4], χωρίς gentilicium ή cognomen, ενώ τα πατρώνυμα όλων, καθώς και τα ονόματα των αδελφών ενός Αύλου και της Πρείμας είναι ονόματα ελληνικά.

Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων ερευνητών για το κατά πόσον τα αρσενικά τουλάχιστον ονόματα που προαναφέρθηκαν είναι πράγματι λατινικής προελεύσεως ή ελληνικής, θα πρέπει για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε ρωμαϊκή επίδραση.[5]

Σε δύο τιμητικές επιγραφές από το Άργος, μία λατινική για τον Καικίλιο Μέτελλο, που χρονολογείται το 69/68 π.Χ.[6] και μία δίγλωσση για τον γαμβρό του Μάρκιο Ρήγα του 67/ 66 π.Χ.,[7] αναφέρονται Ιταλοί negotiatores εγκατεστημένοι στην πόλη, Italici quei Argeis negotiantur. Επομένως τουλάχιστον στο α’ μισό του 1ου αι. π.Χ. στο Άργος υπήρχε μία κοινότητα Ιταλών.[8]

Η εποχή της εγκατάστασης των Ιταλών negotiatores στο Άργος ίσως να πρέπει να συνδυαστεί με την καταστροφή του λιμανιού του Πειραιά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. και την παρακμή των μεγάλων εμπορικών κέντρων με τις εξαιρετικά ανθηρές κοινότητες των Ιταλών και των Ρωμαίων εμπορευομένων, όπως η περίπτωση της Δήλου.

Ασφαλώς το Άργος, χωρίς να προσφέρει τα πλεονεκτήματα της Δήλου ή της Ρόδου, διέθετε ορισμένα πολύ θετικά στοιχεία που ευνοούσαν την εγκατάσταση των Ιταλών negotiatores.[9] Η πόλη διέθετε ένα πολύ καλό λιμάνι, πάνω στο δρόμο επικοινωνίας του Αιγαίου και της Ασίας με την Ιταλία και την Δύση. Η καταστροφή της Κορίνθου λειτουργεί απόλυτα θετικά στην εξέλιξη του Άργους σε κέντρο εμπορίου. Και το κυριότερο ίσως, η πόλη διέθετε πλούσια γη για καλλιέργεια και νομές.[10]

Είναι πολύ πιθανό μετά την παρακμή της Δήλου ένα μέρος των εκεί εμπορευομένων να εγκαταστάθηκε στο Άργος μεταθέτοντας εκεί τις δραστηριότητες και τα συμφέροντα τους. Κατά μίαν άποψη η συνέχεια αυτή δικαιολογεί και τη χρήση του όρου Ιταλοί / Italici, στις προαναφερθείσες αργολικές επιγραφές, σε εποχή μετά τον Συμμαχικό πόλεμο, που θεωρητικά τουλάχιστον όλοι οι κάτοικοι της Ιταλικής χερσονήσου είχαν αποκτήσει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Οι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στο Άργος θέλησαν να περιβάλουν τη νέα τους έδρα με την δύναμη και το κύρος που είχε αποκτήσει η συντεχνία τους στη Δήλο.[11]

  

 

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

  

Αυτό που φαίνεται να προκύπτει από την μελέτη του δημοσιευμένου τουλάχιστον ανθρωπωνυμικού υλικού του Άργους είναι ότι η κοινότητα των negotiatores θα πρέπει να ανέπτυξε δραστηριότητες περιορισμένης εμβέλειας και διαφορετικής ενδεχομένως φύσεως. Η σύγκριση των προσωπογραφικών και ανθρωπωνυμικών δεδομένων της Δήλου[12], αλλά και της Ρόδου[13], με αυτά του Άργους παρέχει σαφείς ενδείξεις.

Τέσσερα μόνο πρόσωπα στις επιγραφές του Άργους, που χρονολογούνται στο τελευταίο τρίτο του 1ου αι. π.Χ. ή στις αρχές του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα, είναι φορείς των tria nomina[14]. Το παλαιότερο και μοναδικό για τα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια λατινικό cognomen είναι το Ινγένουος[15] και φέρεται από τον Λεύκιο Κορνήλιο Ινγένουο ή Ίνγενο, σε διαφορετική απόδοση, πρόσωπο γνωστό από δύο τιμητικές επιγραφές[16].

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Τria nomina: Χαρακτηριστικά τρία ονόματα που συμπλήρωναν την ονοματοδοσία των Ρωμαίων πολιτών. Αποτελούνταν από το praenomen (το μικρό όνομα), το nomen gentilicium (το όνομα της οικογένειας ή της φυλής στην οποία ανήκε) και το cognomen (το όνομα του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειάς του) ή το agnomen (ένα χαρακτηριστικό προσωπικό όνομα που οφειλόταν σε κάποια ιδιότητα, ένα είδος παρωνυμίου δηλαδή).]

Είναι πιθανό ο Ινγένουος, ο οποίος τιμάται από την συντεχνία των Λεειτών, ενδεχομένως των λιθοξόων (από το λείος, λειαίνω)[17] να ανήκε ή να προερχόταν από τον κύκλο των Ιταλών. Το βέβαιο όμως είναι ότι είχε πολιτογραφηθεί και Αργείος, αφού στην δεύτερη επιγραφή που τιμάται από τον δήμο των Αργείων αναφέρεται ότι είχε διατελέσει γυμνασίαρχος, αγορανόμος, γραμματεύς, ταμίας και αγωνοθέτης[18].

Εξ ίσου πιθανή βέβαια είναι και η περίπτωση να πρόκειται για ντόπιο που οφείλει ενδεχομένως την πολιτεία στον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα, ταμία και αντιστράτηγο στην Αχαΐα το 25 π.Χ. περίπου,[19] και ο οποίος, αν και σε πρώιμους σχετικά χρόνους, υιοθέτησε το λατινικό cognomen. Ίσως μάλιστα η ίδια η σημασία, η ελληνική ερμηνεία, του cognomen να αποτελεί ένδειξη για την καταγωγή του.

Σε δίγλωσση επιτύμβια επιγραφή μαρτυρείται το όνομα του Μάρκου Περπέρνα Ύμνου[20], ενδεχομένως απελεύθερου[21], ο οποίος θα μπορούσε να είναι και αυτός μέλος της κοινότητας των εμπορευομένων. To gentilicium Περπέρνας, όχι συχνό στον ελλαδικό χώρο, είναι κοινό στο ονοματολόγιο των Ετρούσκων[22]. Αντίθετα το cognomen υποδηλώνει ελληνική προέλευση. Απαντάται σε κείμενα πολλών ελληνικών πόλεων ως απλό όνομα[23].

Ο ρήτορας και φίλος του Μάρκου Αντώνιου, Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης, υιός Αναξίωνος[24], θα πρέπει να αναγνωριστεί σε τιμητική επίσης επιγραφή του β’ μισού του 1ου αι. π.Χ.[25]. Δεν είναι βέβαιο αν είναι Αργείος ή Αθηναίος, καθώς εκτός από την συντεχνία των Αργείων σπατοληαστών, των βυρσοδεψών (από το σπάτος), τιμάται και από τον δήμο των Αθηναίων[26]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι υπεύθυνος για την πολιτεία του είναι ο ίδιος ο Μάρκος Αντώνιος.

Ο αριθμός των ρωμαϊκών ονομάτων στο Άργος αυξάνεται προϊόντος του 1ου αι. μ.Χ., για να γίνει ακόμα μεγαλύτερος τον 2ο αι. Τον 3ο αι. παρατηρείται μία σημαντική μείωση, άλλωστε και γενικά οι επιγραφικές μαρτυρίες ελαχιστοποιούνται, για να καταλήξουμε τελικά σε μόνο ένα όνομα στον 4ο αι. Στις επιγραφές μαρτυρούνται 15 gentilicia Αργείων, εκ των οποίων τα 6 είναι αυτοκρατορικά και φέρονται από 25 πρόσωπα. 19 ακόμα Αργείοι ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες.

Οι περισσότεροι από τους Αργείους που έχουν την πολιτεία ανήκουν στο γένος των Κλαυδίων. Από τους πρώτους Κλαυδίους του Άργους φαίνεται ότι ήταν ο Τιβέριος Κλαύδιος, υιός Διοδότου, Διόδοτος, αγορανόμος, γραμματέας, ιερέας και αγωνοθέτης των Νεμείων και των πρώτων Σεβαστείων σε αντικατάσταση των μέχρι τότε τελουμένων Καισαρείων[27], τον οποίον τιμούν οι Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες.[28]

Στο ίδιο αυτό γένος ανήκουν και οι δύο από τις τρεις σημαντικές οικογένειες Αργείων των δύο πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων του Τιβερίου Κλαυδίου Αντιγόνου, γερουσιαστή και αγωνοθέτη Νεμείων και Σεβαστείων, ο οποίος αποκτά την πολιτεία μεταξύ 49 και 54[29], και του Τιβερίου Κλαυδίου Τυχικού[30]. Η τρίτη οικογένεια είναι αυτή του Γναίου Πομπηίου Κλεοσθένη, επίσης γερουσιαστή και αγωνοθέτη[31]. Ο 2ος αι. αποτελεί περίοδο ακμής για το Άργος μετά την ευεργετική πολιτική του Αδριανού προς την πόλη και την συμμετοχή του στο Πανελλήνιο[32].

Σε αντίθεση με τις οικογένειες των Αργείων, για τις οποίες οι σωζόμενες μαρτυρίες δεν αφορούν περισσότερες από τρεις γενεές, οι μεγάλες οικογένειες της γειτονικής Επιδαύρου, τα μέλη των οποίων αρκετά νωρίς αποκτούν την ρωμαϊκή πολιτεία, έχουν μία μακρά παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στο α’ μισό του 3ου αι. π.Χ., και παρακολουθείται αδιάσπαστα μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου μεταχριστιανικού αιώνα[33].

Βεβαίως είναι πολύ πιθανόν αυτή η αδιατάρακτη διαδοχή των γενεών να οφείλεται στην ίδια την φύση των επιγραφών, στο σύνολο τους σχεδόν αναθηματικές και τιμητικές. Το μέγιστο μέρος του δημοσιευμένου τουλάχιστον υλικού προέρχεται από το ιερό του Ασκληπιού και ένα μικρότερο ποσοστό από το ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, ένα χώρο με πανελλήνια ακτινοβολία από τον 4ο αι. π.Χ. Όπως είναι φυσικό σε τέτοιου είδους κείμενα σώζονται μαρτυρίες για πρόσωπα προερχόμενα από μία συγκεκριμένη τάξη, από ένα περιορισμένο σχετικά κύκλο, που η κοινωνική τους θέση επιτρέπει την ανάληψη του κόστους ενός αναθήματος ή ενός τιμητικού ανδριάντα και την συναναστροφή τους άμεσα ή έμμεσα με τους εκάστοτε κρατούντες. Όντας μέλη της ηγετικής τάξης της πόλης, μπορούσαν ευκολότερα να συνδεθούν με τους φορείς της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τα στέμματα των μεγάλων οικογενειών της Επιδαύρου έχουν αποκατασταθεί από τον Fraenkel και τον Hiller von Gaertringen στους τόμους των Inscriptiones Graecae IV και IV Ι2 αντίστοιχα, ενώ ειδικά για την οικογένεια των Στατειλίων υπάρχει η πρόσφατη διεξοδική μελέτη του Α. Spawforth[34]. Στην οικογένεια των Κλαυδίων είναι πιθανή η προσθήκη της οικογένειας του Τιβερίου Κλαυδίου Πολυκράτη[35], πατέρα της Κλαυδίας Δαμαρούς[36], συζύγου του Τιβερίου Κλαυδίου Ξενοκλή[37], συγγενούς των Στατειλίων, η οποία επιτρέπει την παρακολούθηση ενός ακόμα κλάδου των Κλαυδίων μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου αι.

 

Πολυκράτης Ευάνθους

Χ

Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης                      Τιβ. Κλαύδιος

                                                                              Φαιδρίας

Κλαύδια Δαμαρώ                                          Τιβ. Κλαύδιος

                                                                             Ξενοκλης

Τιβ. Κλαύδιος Φαιδρίας[38]                   Τιβ. Κλαύδιος

                                                                           Παύλος

  

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. τα μέλη των μεγάλων οικογενειών παύουν να κατέχουν τα αξιώματα της πόλης και εμφανίζονται νέα πρόσωπα. Με την παρακμή των παλαιών αριστοκρατικών γενών, φαινόμενο γενικότερο της εποχής, ίσως να μπορεί να συνδυαστεί και η παρακμή του ιερού, που προκειμένου να συντηρηθεί και να επισκευαστεί απαιτήθηκαν τα χρήματα του Ρωμαίου συγκλητικού Σέξτου Ιουλίου Μαΐωρος Αντωνίνου Πυθοδώρου Νυσαέως [39].

Ο πρώτος Επιδαύριος ο οποίος παίρνει την ρωμαϊκή πολιτεία θα πρέπει να είναι ο Νικάτας Σωδάμου, για να ονομαστεί Γναίος Κορνήλιος Νικάτας, ενδεχομένως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 1ου αι. π.Χ. Ίσως και αυτός να οφείλει την πολιτεία του στον ταμία και αντιστράτηγο της Αχαΐας Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα. Οι Κορνήλιοι φαίνεται ότι ήταν βασικοί υποστηρικτές της αυτοκρατορικής λατρείας στην Επίδαυρο.

Ο Γναίος Κορνήλιος Νικάτας στα χρόνια του Αυγούστου θέσπισε για πρώτη φορά τα Καισάρεια και καθιέρωσε να συνεορτάζονται με τα Απολλωνιεία και τα Ασκληπιεία, αγωνοθετήσαντα πρώτον τα Απολλωνίεια και Ασκληπίεια κτίσαντά τε ταν Καισαρείων πανάγυριν και αγώνας και πρώτον αγωνοθετήσαντα, και διετέλεσε δύο φορές ιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας. Όταν αργότερα τα Καισαρεία έγιναν Σεβάστεια, από τους τελευταίους αγωνοθέτες στην Επίδαυρο είναι ο δισέγγονος του Γναίος Κορνήλιος Φαβία Πούλχερ, ο γνωστός από επιγραφές της Κορίνθου, της Τροιζήνας, του Άργους, της Αθήνας, αρχιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας, ελλαδάρχης και γραμματέας του Κοινού των Αχαιών[40]».

Ο γιος του Νικάτα, Γναίος Κορνήλιος Πούλχερ, είναι ο πρώτος Επιδαύριος με λατινικό cognomen, σε εποχή αρκετά πρώιμη, τουλάχιστον στην πρώτη δεκαπενταετία του 1ου αι. μ.Χ., σαφέστατη ένδειξη του εκρωμαϊσμού της οικογένειας του. Ο Πούλχερ ήταν νικητής εν κέλητι τελείω και συνωρίδί τελεία σε αγώνες του 32 / 33[41], αγωνοθέτης των Ισθμίων και των αυτοκρατορικών αγώνων του 43, ενώ τιμάται από την πόλη των Επιδαυρίων ετών οντά τεσσάρων και αγορανομήσαντα και γυμνασιαρχήσαντα εν ταις πανυγήρεσιν, αρετάς ένεκεν και ευνοία, ένδειξη της εξέχουσας θέσης της οικογένειας του και της μεγάλης επιρροής της στα κοινά.

Στην ίδια οικογένεια με τον Νικάτα ανήκει και ο Νικοτέλης Ευνόμου, αγωνοθέτης των Ασκληπιείων και των αυτοκρατορικών αγώνων του, ο οποίος είναι και ο πρώτος από τον κλάδο των Κλαυδίων που αποκτά την ρωμαϊκή πολιτεία μεταξύ 49 και 54. Στο Ασκληπιείο σώζεται η βάση των ανδριάντων που ο Τιβέριος Κλαύδιος Ευνόμου υιός Νικοτέλης ίδρυσε προς τιμή του Κλαυδίου και της Αγριππίνας.

Στην περίοδο της αρχής του Πόπλιου Μέμμιου Ρέγουλου, ανάμεσα 35 και 44, αποκτά την πολιτεία ο Τίτος Στατείλιος Τιμοκράτης, ο πρώτος από την τρίτη μεγάλη οικογένεια της Επιδαύρου, τα μέλη της οποίας διαδραματίζουν βασικό ρόλο στα κοινά μέχρι το τέλος σχεδόν του 2ου αι.

Όπως είναι φανερό ήδη από τα στέμματα του Hiller von Gaertringen οι τρεις οικογένειες των Κορνηλίων, των Στατειλίων και των Κλαυδίων αποτελούν στην ουσία τρία παρακλάδια του ίδιου βασικού κορμού. Στην πραγματικότητα είναι μία κλειστή κοινότητα στα μέλη της οποίας εναλλάσσονται τα αξιώματα της πόλης, του ιερού και όχι μόνο. Διατηρούν στενές σχέσεις με το Άργος, που στον 1ο αιώνα είναι η έδρα του συνεδρίου των Αχαιών, αξιώματα του οποίου καταλαμβάνουν, την Κόρινθο, την Σπάρτη, την Αθήνα, που ασφαλώς έχουν να τους προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες πλουτισμού και κοινωνικής ανόδου απ’ ότι η ίδια η πόλη τους, η οικονομία της οποίας θα πρέπει και στην αυτοκρατορική περίοδο, όπως και στα κλασικά χρόνια, να ήταν κατά βάση γεωργική, ενώ μερικά από τα μέλη τους φτάνουν στο να αποκτούν αξιώματα της κεντρικής εξουσίας. Η βασική αντίληψη των αρχαίων ελλήνων, ότι κανείς μπορούσε να είναι πολίτης μίας μόνο πόλης, ως γνωστό, στους αυτοκρατορικούς χρόνους περιήλθε σε αχρηστία και η ρωμαϊκή πολιτεία κατέστη συμβατή με την πολιτεία μιας ή και περισσότερων πόλεων. Και η παλαιά αριστοκρατία της Επιδαύρου δεν θα ξέφευγε από τον κανόνα.

Λίγα είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για τις δύο μικρότερες πόλεις της Αργολίδας, την Ερμιόνη και Τροιζήνα. Εδώ όμως το διαθέσιμο υλικό είναι πολύ μικρότερο. Οι Ερμιονείς φορείς της ρωμαϊκής πολιτείας που μπορούν να χρονολογηθούν δεν είναι παλαιότεροι από τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα. Από τα 20 χρονολογημένα πρόσωπα τα 18 ανήκουν στο γένος των Αυρηλίων, 1 στους Ιουλίους και 1 στους Καικιλίους.

Τέσσερα ονόματα γένους μαρτυρούνται στις επιγραφές για τους πολίτες της Τροιζήνας και συμπεριλαμβάνουν μόλις 7 πρόσωπα. Όπως και στο Άργος, παρατηρείται μία υπεροχή των Κλαυδίων, αν και με τόσο λίγο υλικό οποιαδήποτε σύγκριση είναι κάθε άλλο παρά ασφαλής. 

Σε σχέση με το σύνολο των πολιτών των τεσσάρων πόλεων που προαναφέρθηκαν και μέσα στα υπό εξέταση χρονικά πλαίσια, από τον 2ο αι. π.Χ. ως το 212, το ποσοστό των Αργείων και Επιδαυρίων που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα πριν το διάταγμα του Καρακάλλα –συμπεριλαμβάνονται και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες πόλεις – δεν ξεπερνά το 25%, ενώ είναι μερικές μονάδες μικρότερο για τους Τροιζηνίους και τους Ερμιονείς.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που μαρτυρούνται στις επιγραφές της Αργολίδας μέχρι το α’ τρίτο του 1ου αι.μ.Χ., αυξάνονται σημαντικά κατά την διάρκεια του β ‘ μισού του ίδιου αιώνα, από την εποχή της αρχής του Κλαυδίου. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τον 2ο αι. Όσον αφορά μάλιστα στα μέλη των παλαιών αριστοκρατικών γενών είναι φανερό ότι μέχρι το τέλος του 2ου αι. είχαν αποκτήσει στο σύνολο τους τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη.

Όμως η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα ονόματα γένους. Τα cognomina ακολουθούν την ίδια μεν αύξηση, ο αριθμός τους αυξάνεται παράλληλα με τα gentilicia, αλλά το ποσοστό τους σε σχέση με τα ονόματα γένους είναι εξαιρετικά μικρό. Η προτίμηση στα ελληνικά cognomina είναι αναμφισβήτητη. Αν το λατινικό cognomen θεωρηθεί σαφής ένδειξη εκρωμαϊσμού του φέροντος, τότε ενδεχομένως η εμμονή στα ελληνικά cognomina να αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο για την ύπαρξη της ελληνικής εθνικότητας και της εθνικής συνείδησης.

 

Λίνα Γ. Μενδώνη

 Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

  

Υποσημειώσεις

 

 


 

 [1] Η μελέτη του ανθρωπωνυμικού υλικού της ρωμαϊκής περιόδου από την Αργολίδα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του έργου Nomina Romana του προγράμματος Νότιας Ελλάδας του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 [2] Ο Λεύκιος Λευκίου, τραγικός χοροδιδάσκαλος (SEG 33 [1983] 290), αναγραφόμενος σε κατάλογο τεχνιτών από το Άργος, δεν μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα Αθηναίος (πρβλ. LGPN, s. ν. Λεύκιος, αριθμ. 5). Βλ. Ι. Στεφανής, Διονυσιακοί Τεχνίται. Συμβολές στην Προσωπογραφία του Θεάτρου και της Μουσικής των αρχαίων Ελλήνων (Ηράκλειο 1988) 282, αριθμ. 1540.

 [3] SEG 11 (1950)344· /GII2 8378 (για την χρονολόγηση της επιγραφής, Μ. Μιτσός, Αργολική Προσωπογραφία [Αθήνα 1952] 5. ν. Αύλος II).

 [4] SEG 11(1950)344.

[5] E. Kapetanopoulos, «Romanitas and the Athenian Prytaneis», AE 1981,24-25.

[6] CIL III 531.

[7] IG IV 604.

[8] J. Hatzfeld, Les Trafiquants Italiens dans Ι’ Orient Hellénique (Paris 1919) 78· η περιοχή του Κλείτορος που συζητάται από τον Hatzfeld δεν ανήκει στη σύγχρονη Αργολίδα, αλλά στην Αρκαδία. D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», BCH86 ( 1962) 305 – 313 και του ιδίου, «Les Italiens d’ Argos. Un post-scriptum», BCH81 (1963) 322-324.

[9] D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», όπ. π., 306.

[10] Για το ενδιαφέρον των Ρωμαίων σε θέματα γεωργίας και κτηνοτροφίας, S. Zoumbaki, «Ρωμαίοι ενγαιούντες. Römische Grundbesitzer in Eleia», Tyche 9 (1994)213-218.

[11] Πρβλ. D. van Berchem, όπ. π. (υποσημ. 8).

[12] J. Hatzfeld, «Les Italiens résidant à Délos mentionnés dans les inscriptions de l’île», BCH36 (1912) 5-218 και M.-F. Basiez, 215-224. Πρβλ. επίσης, Chr. Le Roy, «EncoreF agora des Italiens à Délos», MélangesP. Leveque 7(1993)183-208.

[13] A. Bresson, infra, 225-238.

[14] 1. Λ(εύκιος) Κορνήλιος Ίνγένουος ή «Ινγενος (= IGIV 607 και SEG 13 [1956]244). ΟΜ. Fraenkel στην έκδοση των IG αναπτύσσει το όνομα ως Λ(ούκιος)· η ανάπτυξη Λ(εύκιος) είναι μάλλον προτιμότερη λόγω της πρωϊμότητας της επιγραφής. 2. Μάρκος Περπέρνας Ύμνος (= SEG25 [1971] 370). 3. Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης (= IG IV 581). 4. Μάρκος Άνταλίνιος Σιλάσιμος(=/σΐν538+641).

[15] 1. Kajanto, The Latin Cognomina (Roma 1982) 314 (= Η. Solin – Ο. Salomies, Repertorium nomimumgentilium et cognominum latinorum [Mainz 1988] 345).

[16] Βλ. ανωτέρω σημ. 14

[17] Λεεΐται videtur derivatum esse a λείος, ut forma principalis fuerit λεΐτης… quod ex itacisco mutatum est in λεΐτης. Habemus igitur praeter collegia Argiva occurrentiaen. 530,581,608 aliud: «levigantium, levigaverit quidem ligna s. lapides», M. Frankel σχόλια στην έκδοση των IG.

[18] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH16 ( 1953) 400-402 και H. W. Pleket, «Three Epigraphic Notes», Mnemosyne (ser. 4) 10(1957) 141-143.

[19] PIR II2 C 1438- E. Groag, Die Römischen Reichsbeamten von Achaia bis auf Diokletian (Wien-Leipzig 1939) 113.

[20] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[21] Η. Solin, Die griechischen Personennamen in Rom. Ein Namenbuch (Βερολίνο 1982) III, 1177.

[22] W. Schulze, Zur Geschichte lateinischer Eigennamen (Βερολίνο 1904)88(= H. Solin- O. Salomies,ÓJt. π., 141).

[23] Βλ. πρόχειρα LGPN1 – II, s. ν. Ύμνος. Η παλαιότερη μαρτυρία του ονόματος, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, είναι σε επιγραφή από την αγορά των Αθηνών, που χρονολογείται στα τέλη του 3ου/αρχές 2ου αι. π.Χ., D. W. Bradeen, Inscriptions. The funerary monuments (1973) 407.

[24] Πλούταρχος, Αντώνιος 69  και P. Graindor, Athènes sous Auguste (Κάϊρο 1927) 236.

[25] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[26] IG II2 3899. Πρβλ. Ε. Kapetanopoulos, The Early Expansion of Roman Citizenship into Attica during the first part of the Empire (200 B. C. -A. D. 70) [Yale 1963] (αδημ. διδ. διατριβή) 215 και Prosopographia 187.

[27] Α. Β. West, «Achaean Prosopography and Chronology», CPh 23 (1928) 258-269 και ειδικότερα 260, σημ. 2.

[28] IG IV 606.

[29] SEG28 (1978) 396 και 397. Πρβλ. Α. Β. West, όπ. π., 260-261.

[30] M. Piérart, «A propos des subdivisions de la population argienne», BCH 109 (1985) 345-356 και ειδικά 355-356 (= SEG 35 [1985] 270-271).

[31] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH80 ( 1956) 598-618 και ειδικότερα 610-614 (SEG 16 [1959] 258 και 259).

[32] A. J. Spawforth – S. Walker, «The World of the Panhellenion II. Three Dorian Cities», JRS 1986, 88-105 και ειδικότερα 101-105, όπου διαπραγματεύονται την δραστηριότητα των μεγάλων οικογενειών της πόλης.

[33] F. Hiller von Gaertringen, JGIV2 1 (Βερολίνο 1929) Prolegomena, XXV, XXX-XXXI, XXXIV.

[34] «Families at Roman Sparta and Epidaurus: Some Prosopographical Notes», ABS A 80 (1985) 191-258 και ειδικότερα 248-258.

[35] IG IV2 1, 685 και 686, ο οποίος χρονικά τοποθετείται στο β ‘ μισό του 1ου αι. μ.Χ. Ο Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης θα μπορούσε να είναι εγγονός του Πολυκράτους Ευάνθους (= 7GIV21,647), ο οποίος χρονολογείται στο τέλος του 1ου αι. π.Χ.

[36] IG IV2 1,678.

[37] IG IV2 1,678. Αυτός ο Ξενοκλής ταυτίζεται πιθανότατα με τον αναθέτη ενός ανδριάντα στον αξιωματούχο της εποχής του Αδριανού, Γναίο Κορνήλιο Πούλχερ (PIR IIC, 1424). Βλ. W. Peek, Neue Inshrìften aus Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig, Band 63.5 (Λειψία 1972) 47.

[38] IG IV2 1,686.

[39] F. Hiller von Gaertringen, όπ., π., XXXIV. Ο Ρωμαίος συγκλητικός Sextus Julius Major Antoninus Pythodorus συντήρησε διάφορα κτήρια στο Ασκληπιείο και στο Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα και έκτισε αρκετά νέα, Παυσανίας II. 27,6-7.

[40] PIR II2 C, 1424· για την σταδιοδρομία του Γναίου Κορνηλίου Ποϋλχερ, και κυρίως για τις δραστηριότητες του ως στρατηγός, γραμματεύς των Αχαιών και αρχιερεύς της αυτοκρατορικής λατρείας, βλ. Β. Puech, «Grands Prêtres et Helladarques d’Achaie», REA 85 ( 1983) 17-21. Πρβλ. επίσης G. Bowersock, «Some persons in Plutarch’s moralia», CQ 15 (1965)267-270.

[41] IG IV2 1, 101 και W. Peek, Inschriften aus dem Asklepieion von Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig (Λειψία 1969) 40-41, αριθμ. 45.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα


  

Αν προσπαθήσουμε να αποδώσουμε σε γενικές γραμμές τον ορισμό του μύθου μπορούμε να τον προσδιορίσουμε ως την αφήγηση που αφορά σε θεούς, ήρωες, ημίθεους και «δαίμονες» σε μια εποχή που ο άνθρωπος αγωνιούσε να εξηγήσει τα όσα συνέβαιναν γύρω του. Η γόνιμη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων δεν δίσταζε να αναγνωρίζει μεταφυσικές δυνάμεις και πνεύματα σε κάθε αντικείμενο και κυρίως σε κάθε φυσικό φαινόμενο ή αφηρημένη έννοια. Οι απαρχές του σύμπαντος, η γέννηση των θεών, η κοσμογονία, οι θεοί του Ολύμπου, τα ηρωϊκά κατορθώματα, οι οικογενειακοί κύκλοι συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μυθολογίας που συνδέεται άρρηκτα με τη θρησκευτική σκέψη.

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Στη μοιρασιά του κόσμου που έγινε με κλήρο ανάμεσα στους τρεις γιους του Κρόνου, ο Δίας αναγνωρίστηκε ως κύριος του ουρανού, ο Ποσειδώνας ως κύριος των υδάτων και ο Πλούτωνας του Κάτω Κόσμου. Η θεϊκή παρουσία είναι αισθητή στη προφορική παράδοση και ακολούθως στη λυρική ποίηση. Ποιητές και ιστορικοί την επικαλούνται σχεδόν πάντα και η αρχαία εικονογραφία συμπληρώνει με πολύ παραστατικό τρόπο τις πηγές.

Εκτός όμως από αυτά το φυσικό περιβάλλον με οποιαδήποτε μορφή – βουνά, σπηλιές, δάση, ποταμοί, θάλασσα, πηγές, έλη – έχει επηρεάσει τους μυθολογικούς κύκλους και έχει προκαλέσει συναίσθημα ή δέος. Όλα τα ποτάμια ήταν θεοί, οι νύμφες λατρεύονταν ομαδικά ή σε μικρά ιερά και οι θάλασσες και τα βουνά είχαν δικά τους πνεύματα. Σε κάθε βράχο της Ελλάδας μπορεί κάποτε να κατοικούσε ένα θεός, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ίωνα Δραγούμη στο βιβλίο του «Σαμοθράκη». Μέσα από τις περιγραφές της γραπτής παράδοσης (Ομηρική ποίηση, Ησίοδος, Ομηρικοί ύμνοι) μπορούμε να κατανοήσουμε τις απεικονίσεις των θεών που συνδέονται με το ελληνικό τοπίο.

Καθένας στον ιδιαίτερο χώρο επιρροής του συγκεντρώνει τις δυνάμεις, τις ιδιότητες, τις αρετές και τα αγαθά που προσβλέπουν κάθε φορά οι θνητοί, που προσπαθούν με τις κατασκευές τους (ιερά, ναούς, βωμούς) και με τελετές να πλησιάσουν μέσα από τη φύση τους αθάνατους και μάκαρες.

Το νερό κατέχει σημαντική θέση για τους περισσότερους θεούς και τους μύθους γύρω από αυτούς. Περιγράφεται ως μέλαν, δνοφερόν, γλυκερόν, πλατύ. Η θάλασσα και τα ποτάμια αναζωογονούν τις δυνάμεις των θεών καθώς αγάλματα ή ομοιώματά τους ανάλογα με τις προβλεπόμενες για κάθε περίσταση ιεροτελεστίες εμβαπτίζονται ή πλένονται στο νερό. Με τον τρόπο αυτό παραμένουν αγέραστοι, αθάνατοι και παντοδύναμοι.

Υπερτερούν οι γυναικείες θεότητες με γονιμοποιό χαρακτήρα, όπως π.χ. η Αφροδίτη με το προγαμιαίο λουτρό ή η σπουδαιότητα του λουτρού της Αθηνάς Παλλάδος στο Άργος που αναφέρεται σε ποίημα του Καλλίμαχου. Σύμφωνα δε με την αργολική αντίληψη η Ήρα, πάρεδρος του Δία, ανακτά διαρκώς την παρθενική της υπόσταση με το γνωστό λουτρό του αγάλματός της στο νερό της πηγής που λέγεται Κάναθος. Γι’ αυτό και ο ιερός γάμος της, που είναι ένα δρώμενο για την γενική ευφορία στη βλάστηση, στα ζώα και στον άνθρωπο, γίνεται κάθε χρόνο.

Αλλά και στις τελετές καθαρμού το πιο διαδεδομένο μέσο είναι το νερό. Γι΄ αυτό πριν από τις σπονδές και τις θυσίες ζώων προηγείτο το πλύσιμο των χεριών (χέρνιψ) με νερό στο οποίο είχαν προσθέσει αλάτι. Στις εισόδους των ιερών υπήρχαν δοχεία με νερό, τα περιρραντήρια, αρκετά από τα οποία έφεραν πλαστικό διάκοσμο. Δεν ήταν λίγα τα ιερά που είχαν το καθένα δική του πηγή ή πηγάδι, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις έπρεπε να το μεταφέρουν από μεγαλύτερη απόσταση από μια αέναη πηγή.  

Η παρθένα που μεταφέρει το νερό με το δοχείο πάνω στο κεφάλι (υδριαφόρος), είναι σταθερό θέμα στην λατρευτική εικονογραφία. Ιδιαίτερες πηγές έχουν σχεδόν όλα τα ιερά της Δήμητρας. Το Ηραίο του Άργους είχε τη δική του πηγή στους πρόποδες του λόφου.

Από το Άργος είναι γνωστή αναθηματική επιγραφή για τη γιορτή Αδώνια. Στον διήμερο εορτασμό και κυρίως τη δεύτερη μέρα οι γυναίκες έψαλαν ύμνους και ανέθεταν αγγεία με σπόρους που βλαστάνουν γρήγορα με συχνό πότισμα. Σκοπός της γιορτής ήταν η εξασφάλιση ευφορίας για το επόμενο έτος, της οποίας το μεγαλύτερο εμπόδιο αποτελούσε η ανομβρία. Μαγική πράξη για την αποτροπή της ανομβρίας ήταν το ρίψιμο των κήπων του Αδώνιδος σε κρήνες.

Σε μαγική πράξη οφείλεται η ανακάλυψη μιας πηγής με άφθονο νερό, της Περσείας, κάτω από τη ρίζα ενός μανιταριού, ενός μύκητος, που ο Περσέας, γιος του Δία και της πριγκίπισσας Δανάης, ξερίζωσε για να πιει νερό. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει και μια δεύτερη εκδοχή κατά την οποία ο Περσέας ονόμασε την πόλη Μυκήνες, επειδή στην περιοχή έπεσε ο μύκης, δηλαδή η άκρη της λαβής του ξίφους του, πράγμα που ο ήρωας θεώρησε ως σημάδι των θεών για την υπόδειξη της θέσης που θα έπρεπε να ανοικοδομήσει μια νέα πόλη.

Εκτός από τις πηγές τα ποτάμια επίσης ήταν ιερά, το καθένα είχε ιδιαίτερη θεϊκή υπόσταση και οι θνητοί ζητούσαν τη βοήθειά τους όχι μόνο για την ευφορία της γης αλλά και την ευγονία των ανθρώπων. Η αφιέρωση των μαλλιών των εφήβων σε ποταμούς που ζήτησαν τη βοήθειά τους αναφέρεται συχνά στην αρχαία γραμματεία. Η τοπογραφία της Αργολίδας ορίζεται καθοριστικά από τους ποταμούς Ερασίνο, Χάραδρο και Ίναχο.

Στην αρχαιότητα ήταν αδιανόητη η διάβαση ποταμού χωρίς θυσία και ο Ερασίνος αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που αναφέρεται στον Ηρόδοτο. Ο Χάραδρος έχει δημιουργήσει αρκετά προβλήματα στην πόλη του Άργους με πλημμύρες που κάλυψαν οικιστικά κατάλοιπα κυρίως όμως τάφους. Σημαντικότερος από τους ποταμούς αυτούς θεωρείται ο Ίναχος καθώς συνδέεται με την γενεαλογία των αργείων.

Ο Απολλόδωρος (1ος – 2ος αι. μ.Χ.) κατέγραψε σε μια μυθολογική επισκόπηση τη γενεαλογία των θεών και των ηρώων. Αρχίζει με τον Ουρανό και τη Γαία και μετά τη γενιά του Δευκαλίωνα, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του Πύρρα σώθηκαν από τη θεϊκή μήνι που με κατακλυσμό έπνιξε όλους τους ανθρώπους της εποχής του χαλκού, συνεχίζει με τη γενιά του Ινάχου. 

Ο ποταμός Ίναχος

Ο Τιτάνας Ωκεανός, πατέρας των γλυκών υδάτων, και η Τηθύς γέννησαν ένα γιο τον ποταμό Ίναχο. Ο Ίναχος γέννησε με τη Μελία, θυγατέρα του Ωκεανού, τον Φορωνέα και τον Αιγιαλέα. Ο Φορωνέας έγινε βασιλιάς σ’ ολόκληρη τη χώρα που αργότερα ονομάστηκε Πελοπόννησος. Οι Αργείοι έλεγαν πως ο Ίναχος έζησε πριν από το ανθρώπινο γένος και πως ο γιος του Φορωνέας ήταν ο πρώτος άνθρωπος. Λένε πως συγκέντρωσε τους ανθρώπους μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και τους είχε εγκαταστήσει στην κοιλάδα του Ίναχου, στον οποίο είχαν δώσει το όνομά του σε ανάμνηση του ευεργετήματος αυτού.

Η ευθύνη της προστασίας μιας πόλης αποτελούσε τιμή για τους θεούς. Αρκετοί μύθοι αναφέρονται σε διαγωνισμό των θεών για την κατάληψη της ζηλευτής θέσης του πολιούχου στα σημαντικά ελληνικά πολίσματα. Όταν η Ήρα και ο Ποσειδώνας διαφιλονίκησαν για την εξουσία στην αργεία γη διάλεξαν τον Ίναχο ως κριτή της διαμάχης μαζί με τα άλλα δύο ποτάμια της περιοχής, τον Κηφισό και τον Αστερίωνα.

Ο Ίναχος αποφάσισε υπέρ της θεάς. Ο Ποσειδώνας εξοργισμένος τον καταράστηκε, ο Ίναχος έχασε τη θεϊκή του δύναμη και η κοίτη του ξεράθηκε. Η οργή του θεού συνεχίσθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδας πλημμύρισε. Χρειάσθηκε η παρέμβαση της Ήρας για να αποσύρει ο Ποσειδώνας το θαλασσινό νερό. Μετά από αυτό οι Αργείοι ίδρυσαν το ιερό του Προκλύστιου Ποσειδώνα.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Μέσα από τους μύθους αυτούς οι αρχαίοι θεωρούν τον Ποσειδώνα υπεύθυνο για τη διαμόρφωση της γήινης επιφάνειας με κοιλάδες, βουνά, ισθμούς – για σεισμούς και καταποντισμούς – για τον κόσμο της θάλασσας – για ποτάμια, λίμνες, πηγές και πλημμύρες. Μάλιστα κατά τον Αισχύλο όλες οι πηγές θεωρούνται ότι δημιουργούνται από τον Ποσειδώνα. Τα νερά που αναπηδούν ορμητικά από τα έγκατα της γης, όπως και τα ρεύματα των ποταμών και τα κύματα του πελάγους συνδυάζονται σταθερά με τα άλογα και τους ταύρους, ζώα που χαρακτηρίζονται για την ορμητικότητά τους. Μερικοί μύθοι αναφέρουν πως παρουσιαζόταν με μορφή αλόγου και πως αυτός έπλασε το άλογο.

Η γέννηση του αλόγου συνδέεται με το νερό το ίδιο και ο καταποντισμός τους. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο ρεύμα γλυκού νερού που αναβλύζει μέσα στη θάλασσα στη Δίνη έριχναν για τον Ποσειδώνα άλογα στολισμένα με χαλινούς. Η περιοχή όπου βρισκόταν η Δίνη, κοντά στο σημερινό Ανάβαλο, ονομαζόταν στην αρχαιότητα Γενέθλιον. Η ονομασία οφείλεται σε ένα σπάνιο επίθετο του Ποσειδώνα, που έχει ταυτόσημη έννοια με το Γενέσιον που αναφέρει ο Παυσανίας πάνω στη διαδρομή από τη Λέρνα για τη Θυρεάτιδα, μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή από στρατηγικής απόψεως για τους αργείους.   

Είναι όμως ο ίδιος θεός που μπορεί να κάνει να αναβλύσει ακόμα και γλυκό νερό, όταν για κάποιο λόγο καταλαγιάζει ο θυμός του. Έτσι για την κόρη του Δαναού Αμυμώνη, η οποία ενώθηκε με τον θεό της θάλασσας ερωτικά, ανέβλυσαν στη στιγμή οι πλούσιες πηγές της Λέρνας. Καρπός της ένωσης αυτής ήταν ο Ναύπλιος, οικιστής του Ναυπλίου, με απέραντη σοφία στη ναυσιπλοία. Το όνομα της Νύμφης δόθηκε στην κυριότερη πηγή της Λέρνας στους πρόποδες του Ποντίνου όρους. Από μελετητές ταυτίστηκε με το σημερινό Κεφαλάρι των Μύλων και μαζί με τα νερά της Αλκυονίας κινούσαν τους υδρόμυλους που έδωσαν το όνομά τους στο χωριό.

Μία ακόμα από τις Δαναϊδες η Υπερμήστρα έσωσε τον Λυγκέα, γιο του Αίγυπτου, αρνούμενη να υπακούσει την πατρική εντολή να τον θανατώσει την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Οι υπόλοιπες υποχρεώθηκαν ως τιμωρία για την ομαδική δολοφονία των συζύγων τους στην αέναη προσπάθεια να γεμίζουν στον κάτω κόσμο με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ο μύθος έχει απασχολήσει διαχρονικά τους μελετητές  οι οποίοι τον έχουν αναλύσει και από την πλευρά της ψυχολογίας.  

Ήρα, η πολιούχος θεά του Άργους

Η λευκόχερη Ήρα, νικήτρια στη διαμάχη με τον Ποσειδώνα, σύζυγος του ύψιστου θεού Δία και βασίλισσα του Ολύμπου, αναφέρει στην Ιλιάδα τη Σπάρτη, τις Μυκήνες και το Άργος  ως τις πιο αγαπημένες της πόλεις. Προστάτρια των ναυτιλομένων και κυρίαρχη των λιβαδιών ήταν η θεότητα που είχε τα πλουσιότερα ιερά από τον 8ο αι. π. Χ, καθώς η σύνδεσή της με τη θάλασσα, τη γονιμότητα της γης και κατ΄ επέκταση με τη γεωργία συνιστά νέο είδος κοινωνίας.

Ο μύθος λέει ότι ο Ίναχος (ή ο γιος του Φορωνέας) έχτισε πρώτος ναό στην Ήρα την Αργεία. Το άνδηρο στην πλαγιά του όρους Εύβοια περιτριγυρισμένο από βοσκοτόπια και δύο ρυάκια ήταν αφιερωμένο στη δέσποινα της αργολικής πεδιάδας. Το δυτικό ρυάκι ταυτίζεται με το ονομαζόμενο Ελευθέριο Ύδωρ ενώ το ανατολικό είναι ο Αστερίων. Στις όχθες του δεύτερου φύτρωνε η ομώνυμη πόα από την οποία έπλεκαν στεφάνια στη θεά, που πιθανότατα αποδίδονται ανάγλυφα στον πόλο (κυλινδρικό διάδημα) αγαλματιδίων και ειδωλίων της θεότητας. Θρησκευτικοί καθαρμοί και απόρρητες τελετές τροφοδοτούνται από τα νερά του πρώτου ρυακιού κατά τη φημισμένη αργειακή γιορτή τα Ηραία.

Η γιορτή συγγενεύει με τη γιορτή των Λερναίων που είχε κι εκείνη μυστικά «λεγόμενα και δρώμενα» με θέμα την ευφορία, τη βλάστηση, την αθανασία της ψυχής. Το πολύρρυτο άλσος των πλατάνων και των άλλων δέντρων έκρυβε μυστικές τελετές για το Διόνυσο. Κατά την εορτή της Επιφάνειάς του οι Αργείοι καλούσαν τον «βουγενή» Διόνυσο με σάλπιγγες να βγει από τη λίμνη της Λέρνας και βύθιζαν ένα αρνί ως θυσία στο αχανές βάθος . Και για τη Δήμητρα Πρόσυμνα τελούνταν ετησίως εορτές από τους αργείους μέσα σε τέμενος ναών και ιερών μεταφέροντας με πυρσούς φλόγα από το ιερό της Πυρωνίας Αρτέμιδος στο όρος Κράθι της γειτονικής Αρκαδίας.

Ο Ηρακλής σκοτώνει τη Λερναία Ύδρα (παράσταση από αμφορέα του 540 π.X.).

Στην περιοχή της Λέρνας όμως η άφθονη υδροχαρής βλάστηση δεν αντικατοπτρίζει το κάλλος της Δαναϊδας νύμφης Αμυμώνης. Κρύβει το έρεβος της άπατης λίμνης που τη φυλάει ένα τέρας, η Λερναία Ύδρα, με εννέα φιδίσια κεφάλια, γέννημα του Τυφώνα και της Έχιδνας, που η δηλητηριασμένη του ανάσα κατάκαιγε τα πάντα: φυτά, ζώα, ανθρώπους. Εδώ ο Ηρακλής με τη βοήθεια του ανιψιού του Ιόλαου και τη σοφία της θεάς Αθηνάς εξόντωσε το φοβερό φίδι.

Στον Απολλόδωρο στο σχετικό εδάφιο διαβάζουμε περιγραφή της αποκοπής των κεφαλιών της Λερναίας ‘Υδρας από τον ήρωα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «…και τούτον τον τρόπον των αναφυομένων κεφαλών περιγενόμενος, την αθάνατον αποκόψας κατώρυξε και βαρείαν επέθηκε πέτραν, παρά την οδόν την φέρουσαν δια Λέρνης εις Ελαιούντα».

Το θέμα του μύθου, που περιγράφει το δεύτερο και πιο σημαντικό από τους άθλους του Ηρακλή, ήταν ιδιαίτερα προσφιλές στις εικαστικές τέχνες από το τέλος του 8ου – αρχές 7ου αι. π.Χ. Ο κορινθιακός κεραμεικός θεωρείται η αρχή της επεξεργασίας του θέματος στην τέχνη της αγγειογραφίας που επηρέασε στη συνέχεια τους αγγειογράφους άλλων εργαστηρίων. Η ερμηνεία του έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων και οδήγησε στη διατύπωση διαφόρων θεωριών: καρστικό φαινόμενο, ταύτιση του Ηρακλή με τον θερμό ήλιο που το καλοκαίρι στερεύει τις πηγές και την Ύδρα – έλος.

Για τους αρχαίους τα έλη ήταν ολέθρια γιατί τα συνέδεαν με τις δυνάμεις του υπερφυσικού. Η αισθητή αύξηση της νόσου της ελονοσίας από τον 5ο αι. ως την περίοδο των αυτοκρατορικών χρόνων είχε θεωρηθεί παλαιότερα ως η κύρια αιτία της ερήμωσης της αρχαίας Ελλάδας. Ο αμερικανός ανθρωπολόγος J. L. Angel βασίσθηκε στα ποσοστά εμφάνισης της πορώδους υπερόστωσης για τον εντοπισμό μεγάλων επιδημιών ελονοσίας στον ελληνικό χώρο κατά την αρχαιότητα.

Το λιμάνι της Λέρνας το προστάτευε η λιμενία ή εύπλοια Αφροδίτη, ιερό της οποίας υπάρχει στο Τημένιο του Άργους  μαζί με το ιερό του Ποσειδώνα. Ο τελευταίος ως γενάρχης του Ναύπλιου λατρεύεται ως η κυριότερη θεότητα στη Ναυπλία, σε ναό τα κατάλοιπα του οποίου υποτίθεται πως έχουν εντοιχισθεί στο μεσαιωνικό τείχος της Ακροναυπλίας.

Δαναΐδες

Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων έχει άμεση σχέση με το νερό, γιατί αποτελεί το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια. Το Άργος, όπως προαναφέρθηκε, έχει γνωρίσει την οργή του Ποσειδώνα και έχει γίνει πολυδίψιο. Όλες οι Δαναϊδες, που τα ονόματά τους θυμίζουν Νηρηίδες – Ωκεανίδες, είναι Νύμφες των πηγών. Ο συσχετισμός των Δαναϊδων στις γραπτές πηγές με τα φρέατα του Άργους δεν αποκλείεται να συνδέεται με κάποια αρδευτικά έργα που έδωσαν τη δυνατότητα στο Δαναό να γίνει βασιλιάς στο Άργος.

Ο Στράβωνας αναφέρει ότι τέσσερα από τα πηγάδια οι αργείοι τα θεωρούσαν ιερά και τα τιμούσαν ειδικά, πιστεύοντας ότι όταν υπήρχε νερό αυτά δεν είχαν.

Στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας και σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο ο χώρος που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο»  πήρε τη σωζόμενη μορφή στα ρωμαϊκά χρόνια (123/4 μ. Χ.) όταν ο Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος. Τότε διαμορφώνεται ένα Νυμφαίο που αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Εδώ πιθανότατα ήταν στημένο και το άγαλμα που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του Μουσείου Άργους, όπου ο αυτοκράτορας με τη μορφή του ήρωα Διομήδη άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού χεριού. Τμήμα επιγραφής που ήρθε στο φως στις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής σχολής στην αρχαία Αγορά του Άργους αποτελεί υπόμνηση των υδραυλικών έργων που έγιναν στην πόλη από τον Αδριανό, τα οποία προστέθηκαν στις αντίστοιχες σημαντικές εργασίες των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων στην περιοχή της Αγοράς.

Στο Νυμφαίο κατέληγε το νερό που κυλούσε στον βόρειο αγωγό του Αδριάνειου Υδραγωγείου που σώζεται σε μήκος 600 μ. περίπου στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας. Διανύοντας μια πολύ μεγάλη διαδρομή από το Κεφαλόβρυσο, Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι έφερνε το νερό στην πόλη. Μάρτυρες της πορείας του σημαντικού αυτού έργου οι πλινθόκτιστες βάσεις που είναι ορατές στην περιοχή «Σταθέικα» βορειοδυτικά του Άργους  και στο χωριό Γυμνό στη θέση «Αγ. Θωμάς».

Στην περιοχή της Στέρνας κοντά στο ύψωμα του Αγ. Νικολάου στη θέση που στους ντόπιους είναι γνωστή με το όνομα «Τσόλορη» μέσα στην κοίτη του Ίναχου ήρθε στο φως η κατώτερη επιφάνεια έδρασης πεσσού του υδαταγωγού. Στις εργασίες διάνοιξης της νέας Εθνικής Οδού Κορίνθου – Καλαμάτας βρέθηκε μικρό τμήμα υδραγωγείου στην περιοχή Ρουσάλια στη θέση «Ντράσιζα» κτηματικής περιφέρειας Μαλανδρενίου. Η από νότο προς βορρά πορεία του δεν αποκλείεται να υποδεικνύει σύνδεση με το νότιο υδραγωγείο του Άργους που τροφοδοτούνταν από το Κεφαλάρι.

Νότια του «Κριτηρίου» κατάλοιπα δεξαμενής έχουν ερμηνευθεί ως ένδειξη της λατρείας της Ίσιδας, που πρέπει να ήταν δημοφιλής στο Άργος από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. και με την οποία πιθανότατα συνδέεται η χρήση υπόγειου πλινθόκτιστου οικοδομήματος που ήρθε στο φως στη διάρκεια σωστικής ανασκαφικής έρευνας.

Ο καλλωπισμός του σώματος αποτελούσε κύριο μέλημα της αρχαίας κοινωνίας. Η καθημερινή φροντίδα του σώματος σε λουτρά, θέρμες και βαλανεία, σηματοδοτούσε την ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή, αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, χαλάρωση και ξεκούραση. Στο Άργος στη διάρκεια σωστικών ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως κατάλοιπα που ταυτίζονται με λουτρά των ρωμαϊκών χρόνων.

Απεικόνιση του Ασκληπιού και της οικογένειάς του

Εκτός από τον καλλωπισμό και η ίαση του σώματος όφειλε πολλά στη χρήση του νερού σε ιαματικά κέντρα όπου κατέφευγαν οι ασθενείς και ονομάζονταν Ασκληπιεία από το όνομα του θεραπευτή θεού, του Ασκληπιού. Γιος του Απόλλωνα, είχε διδαχθεί την ιατρική από τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα και την ασκούσε σε φυσικό περιβάλλον με άλση, πηγές με τρεχούμενα ιαματικά νερά, που η ακτινοβολία του ιερού χώρου και οι διαιτητικές θεραπείες συντελούσαν στη θεραπεία του σώματος και της ψυχής.

Στο Άργος στις Θέρμες στην περιοχή του Θεάτρου μεγάλο κτίσμα τροφοδοτούμενο από ένα υδραγωγείο μετατράπηκε σε Σαραπείο. Επί Αδριανού δημιουργείται μια εγκατάσταση λουτροθεραπείας (cure balnéaire) και επικρατεί η ιαματική πλευρά του νερού αναμφίβολα κάτω από την προστασία του Ασκληπιού. Ο χώρος χρησιμοποιείται και στους υστερορωμαϊκούς χρόνους επί Γορδιανού ΙΙΙ. Η παρουσία άφθονου νερού στο εσωτερικό του οικοδομήματος καλύπτει τις ανάγκες του ιερατείου (κάθαρση) αλλά και των πιστών (θεραπεία). Σ’ αυτά τα λουτρά οι θεραπευτικές ιδιότητες του νερού φαίνεται πως ουσιαστικά βασίζονταν στην αντίθεση ανάμεσα στις θερμοκρασίες των εναλλάξ εμβαπτισμών σε δεξαμενές θερμές και ψυχρές.

Στο ανατολικό τμήμα της Αργολίδας, στην Επίδαυρο το νερό γίνεται φορέας του ιερού χαρακτήρα της θεότητας. Οι πάνδημοι εορτασμοί, οι συναθροίσεις και οι συμβολικές πράξεις στον κύκλο λατρείας ενός θεού-γιατρού απαιτούσαν συνεχή ροή νερού σε πηγάδια, κρήνες και υδραγωγεία. Ήδη από τον 8ο αι. π.χ, στο ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, πατέρα του Ασκληπιού και αργότερα στον μεγάλο ιερό χώρο του Ασκληπιείου υπήρξε πρόβλεψη για εκτέλεση τεχνικών έργων που διασφάλιζαν την ύπαρξη νερού μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (5ος αι. μ. Χ). Στη διάρκεια του 4ου αι. π.χ., η υλοποίηση του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος συνδέθηκε με ένα άψογο τεχνικό σύστημα παροχής, διανομής αλλά και αποχέτευσης του νερού στο σπουδαιότερο ιερό της αρχαιότητας. Σε επιγραφές αναφέρονται κατασκευαστικά στοιχεία, υλικά και δαπάνες που αφορούν στα υδραυλικά έργα του ιερού με τα οποία το νερό μεταφέρεται και αποθηκεύεται σε τεράστιες δεξαμενές τροφοδοτώντας τις κρήνες και τα λουτρά.

Στην ΝΑ Αργολίδα, στην Ερμιόνη, κυριαρχεί η λατρεία του Ποσειδώνα, της Αθηνάς, της Δήμητρας – θεά της σποράς και του Κάτω Κόσμου, της Αφροδίτης και της Ίσιδας. Oι επικλήσεις της Αφροδίτης ως ποντία, λιμενία και εύπλοια δείχνουν την άμεση σχέση της περιοχής με το νερό. Η Ίσιδα, όπως και η Αφροδίτη, τιμώνταν στα λιμάνια ως θεότητες προστάτριες της ναυσιπλοϊας. Στην εποχή του περιηγητή Παυσανία ονομαστές είναι οι κρήνες που τροφοδοτούν τα ιερά και την πόλη της Ερμιόνης που δεν στερεύουν ποτέ.

Οι μύθοι στους οποίους αναφερθήκαμε επιγραμματικά φανερώνουν διάρθρωση, ιεραρχία ίσως και κάποια αντινομία. Μιλούν για πράξεις με επικοινωνιακό χαρακτήρα γύρω από μια θεότητα ή ένα ήρωα που ενσαρκώνει την υπερφυσική δύναμη. Τα κοινά στοιχεία μεταξύ των περιοχών δεν οφείλονται μόνο σε πολιτιστικές επιδράσεις αλλά σε κοινές εμπειρίες και μνήμες που κυλούν μαζί με το νερό από τη μια άκρη της Αργολίδας στην άλλη σε περιοχές που αναφερθήκαμε αλλά και σε όλες τις άλλες που τα όρια της παρουσίασης αυτής δεν επιτρέπουν.

Μνήμες που γύρω στο 700 π.Χ. σε κάποια πλαγιά του όρους Ελικών, ο ποιητής Ησίοδος, πλάθει στην αρχαιότερη ερμηνεία σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και τη γέννηση των θεών χωρίς να εξαλείφει τις αμέτρητες τοπικές παραλλαγές. Η προσέγγιση ενός μυθικού κόσμου διατρέχει πάντα τον κίνδυνο να φανεί κάπως άστατη, καθώς οι ολύμπιοι θεοί, οι ήρωες και οι ημίθεοι δεν αναγνωρίζονται με μια μοναδική υπόσταση ή σε μια γεωγραφική περιοχή. Και το νερό είναι το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια που συνδέονται με τη θεϊκή παρουσία αλλά και με τις ανθρώπινες καταβολές.

Στην Αργολίδα, όπως και σε άλλες περιοχές, η σχέση του ανθρώπου με το νερό είναι ζωτική, μυστηριακή, εξαγνιστική  και έχει αφήσει τις μαρτυρίες της σε διάφορες κατηγορίες έργων της αρχαιότητας. Μύθοι αναζωπυρώνονται από εκτεταμένες περιόδους ξηρασίας και ο Ίναχος με τη γενιά του και τους δυναστικούς κρίκους της αργειακής γενεαλογίας έρχεται σε αντίθεση με τους μύθους για την αφθονία του νερού στη Λέρνα, τον Δαναό και τις Δαναϊδες.

Η συνύπαρξη του μυθολογικού με το ερωτικό στοιχείο που αποδίδεται σε ανάγλυφο με τη μορφή της Λήδας και του Δία μεταμορφωμένου σε κύκνο υπενθυμίζει ότι η αρχαία ελληνική τέχνη δείχνει με καλλιτεχνικό τρόπο πόσο συνυφασμένη ήταν η ζωή με τους μύθους για το νερό ακόμα και με την έμμεση επισήμανσή του.

Στην αρχιτεκτονική αναφέρουμε ενδεικτικά τις πήλινες λεοντοκεφαλές – υδροόες που παραπέμπουν στη δύναμη του υγρού στοιχείου ή στα ακροκέραμα με το φυτικό πλαστικό διάκοσμο. Στην αγγειογραφία φαίνεται μια προτίμηση στις σκηνές που «συνομιλούν» με τον θεατή για τη ζωή. Εμφανίζεται πολύ συχνά ο δαμαστής αλόγων που ελέγχει είτε ένα είτε δύο άλογα, θέμα ιδιαίτερα προσφιλές στο αργείτικο εργαστήρι καθώς συνδέεται με το ιππόβοτο Άργος. Έμβια όντα (δελφίνι), ψάρια, υδρόβια πουλιά στα αγγεία των γεωμετρικών χρόνων έχουν θεωρηθεί ως παραπληρωματικά θέματα στην εικονογραφία που ερμηνεύεται ως απεικόνιση της σχέσης της αργείας γης με το νερό.

Στην ημερίδα [Νοέμβριος 2009] αυτή με κυρίαρχο θέμα το πρόβλημα του νερού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα επισημαίνουμε ο καθένας με το δικό του τρόπο ότι το νερό είναι η πηγή και η ουσία της ζωής, χωρίς την οποία η φύση και ο άνθρωπος ασφυκτιούν και κινδυνεύουν.

Η ευλογία του νερού όμως δεν είναι δίκαια μοιρασμένη. Αν και απολύτως απαραίτητο για τη ζωή και την υγεία, περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του Τρίτου Κόσμου δεν έχουν πόσιμο νερό και τα τρία τέταρτα απ’ αυτούς δεν έχουν ούτε εγκαταστάσεις υγιεινής, ενώ περίπου 80% των ασθενειών που προσβάλλουν τον άνθρωπο οφείλονται στην έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού.

Η Ουνέσκο ασχολείται με το πρόβλημα του νερού από το 1950, όταν εγκαινίασε ένα πρόγραμμα ερευνών στις άνυδρες περιοχές της υδρογείου. Σήμερα το Διεθνές Υδρολογικό Πρόγραμμα (ΔΥΠ) έχει ως στόχο να αναπτύξει την επιστημονική βάση για την ορθολογική χρήση των πηγών του νερού και να αναζητήσει λύσεις των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν χώρες με διαφορετικές γεωγραφικές συνθήκες και επίπεδα τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών κήρυξε το Νοέμβριο του 1980 τη Διεθνή Δεκαετία Πόσιμου Νερού και Εγκαταστάσεων Υγιεινής (1981-1990), με στόχο «Πόσιμο νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής για όλους ως το 1990» .

Από το 1991 με πρωτοβουλία του Συμβουλίου της Ευρώπης ξεκίνησε ο θεσμός των εκδηλώσεων για τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στον οποίο η Ελλάδα συμμετέχει από το 1994. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι βασικές εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού στο διάστημα από το 1997 – 1999 σχετίζονται άμεσα με το νερό, όπως η μικρή αλλά περιεκτική έκθεση στον προθάλαμο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους με τίτλο «Πολυδίψιον Άργος – Το πρόβλημα του νερού στην Αργολίδα». Συστήματα υδρομάστευσης και κατασκευές με έμφαση στις γεωτεχνικές μηχανικές μεθόδους της αρχαιότητας συνιστούν βασικές υποδομές στην πολιτιστική – ιστορική διαδρομή κάθε περιοχής. Οι Μυκήνες, όπως και η Τίρυνθα, αποτελούν τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της ορθής διαχείρισης των υδάτινων πόρων στην αρχαιότητα.  Είναι καθήκον μας να φροντίσουμε αυτή την πολύτιμη κληρονομιά και στους εποικοδομητικούς μύθους της αρχαιότητας για το νερό στην Αργολίδα να μη προσθέσουμε τη δική μας αρνητική πραγματικότητα.

 

Άννα Μπανάκα

Διευθύντρια Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών

και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ναυπλίου

 

Read Full Post »

Μικρό οδοιπορικό στα θεατρικά δρώμενα της Αργολίδας


 

 Ο Δημοσιογράφος- ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, σ’ αυτό του το πόνημα, διερευνά την προϊστορία του θεάτρου στην Αργολίδα, όπως αυτή κατά καιρούς εκφράστηκε. Όπως ο ίδιος διευκρινίζει «σε καμιά περίπτωση δεν έχει την έννοια της θεατρικής έρευνας». Απλώς προσπαθεί να κάνει μια απλή καταγραφή κάποιων θεατρικών παραστάσεων που δόθηκαν στον τόπο μας πριν χρόνια.

 

«Νικήρατος»


Να αναφέρουμε αρχικά ότι το Ναύπλιο διεκδικεί – με τον ειδικό ρόλο που έπαιζε τότε – τη πρώτη «θεατρική παράσταση», που δόθηκε το 1826!!! Στα σαλόνια των πολιτευτών και των οπλαρχηγών της εποχής συζητούσαν «περί των εν τη λοιπή ελευθέρα και δούλη Ελλάδι συμβαινόντων. Έστιν ότε αλλά πολύ σπανίως την μονοτονίαν αυτήν των πολιτικών συζητήσεων διέκοπτε η απαγγελία ποιημάτων στρεφομένων περί τα κατορθώματα των υπέρ της ελευθερίας μαχομένων τότε ηρώων… Τα παθήματά των, άτινα διεκτραγώδουν ανά τας οδούς και τας ρύμας και τα γνωσθέντα καθ’ άπαντα τον πεπολιτισμένον κόσμον ανδραγαθήματά των ενέπνευσαν είς τινα του Ναυπλίου κυρίαν, Ευανθία Καΐρη, το πρώτον πατριωτικόν δράμα, το οποίον εγράφη αλλά και εξεδόθη κατά την διάρκειαν της Ελληνικής Επαναστάσεως. Το έργον φέρει τον τίτλον «Νικήρατος», εγράφη δε τον Ιούνιον του 1826…» (Ιστορία Νεοελληνικού Θεάτρου, Ν. Λάσκαρη).

Να σημειώσουμε ότι το έργον ήταν μια απλή αφήγηση των γεγονότων του Μεσολογγίου, μόνο που η Ευανθία Καΐρη είχε αλλάξει τα ονόματα των δρώντων προσώπων. Αργότερα το έργο «Νικήρατος» επανεκδόθηκε διορθωμένο από την Ελπίδα Ι. Κυριακού και παίχτηκε στη Σύρο από ερασιτέχνες το 1830 από τον πρώτο ελληνικό θίασο, και στη συνέχεια από το θίασο Μιχαλόπουλου. Από ερασιτέχνες και πάλι παίχτηκε στο Μεσολόγγι και στην Άνδρο στην «Καΐρειο» σχολή.

Και φτάνουμε στο 1910. Η εφημερίδα «Δαναΐς» μας πληροφορεί ότι: « ο υπό τον κ. Ευάγγ. Κουμαριώτη θίασος «Ορφεύς» έδωσε πρό τινος παραστάσεις τινας εν Ναυπλίω. Ο θεατρικός ούτος θίασος φαίνεται αρκετά καλώς κατηρτισμένος, ως εικάζομεν εκ των κρίσεων των επιχωρίων εφημερίδων. Είναι λυπηρόν ότι τόσον σπανίως επισκέπτονται τοιούτοι θίασοι το Ναύπλιον, το οποίον είναι το σπουδαιότερον διοικητικόν, δικαστικόν και στρατιωτικόν κέντρον της Πελοποννήσου και το οποίον φημίζεται, τόσον δε δικαίως, διά την εκλεκτήν αυτού κοινωνίαν».

Περί το 1930 φιλοξενούσε θεατρικά μπουλούκια το «Τριανόν» που λειτουργούσε ως Καφενείο – Θέατρο. Αρχικά με τους αδελφούς Ματαφά και στη συνέχεια με τον Αν. Πανόπουλο. Ο τελευταίος αξιοποιούσε τότε τις διασυνδέσεις του με θεατρίνους της Αθήνας και τη σχέση του με τον κινηματογραφάνθρωπο της εποχής, το Μαδρά. Εκεί γύρω στο 1935 ο Πανόπουλος εξάλλου διατηρούσε και κινηματογραφική αίθουσα στην Αθήνα. Από τη σκηνή του «Τριανόν» πέρασαν δεκάδες θίασοι…

Την ίδια εποχή στο Άργος καταφθάνουν μπουλούκια αλλά και συγκροτημένοι θίασοι και αρχίζουν να δίνουν παραστάσεις στην αίθουσα «Θηβαίου». Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, αφού κατά βάση ήταν καφενείο, αλλά και κινηματογράφος, κοσμικόν κέντρον και βέβαια θέατρο μια και για αρκετά χρόνια διατηρούσε υποτυπώδη σκηνή με σανίδες. Το 1935 δε που έδωσε παραστάσεις ο Πέλος Κατσέλης με την «Καλλιτεχνική Συντροφιά» θεωρήθηκε μέγα πολιτιστικό γεγονός για την πόλη.  Μαζί του η Ελένη Χαλκούση, ο Κώστας Σαντοριναίος, και ο υποβολέας Φιλίτσης.

Από το ΄35 και μετά τα μπουλούκια  έπαυσαν να έχουν τον πρώτο λόγο. Το 1936 δίνει παραστάσεις ένας ακόμη αξιόλογος θίασος. Αυτή τη φορά ο Κ. Σαντοριναίος με τη «συμπαθή πρωταγωνίστρια Παμφίλη Αργυροπούλου». Το Αργειακό κοινό κατακλύζει κάθε βράδυ το θέατρο, «γεγονός σπανιώτατον διά την πόλιν μας», όπως γράφει εφημερίδα της πόλης. Να σημειώσουμε δε ότι οι περιοδεύοντες αυτοί θίασοι παρέμεναν περί την εβδομάδα, ανάλογα βέβαια με την εισπρακτική επιτυχία, υπήρχε δε ποικιλία ρεπερτορίου, αφού έπαιζαν κάθε βράδυ και διαφορετικό έργο. Άλλοι θίασοι που επισκέφτηκαν το Άργος την εποχή εκείνη ήταν του Ξύδη, του Παλαιολόγου, του Ρουγκέρη, του Χέλμη, έως βέβαια την κήρυξη του πολέμου του ΄40 που έπαυσε κάθε θεατρική δραστηριότητα.

 

«Νουνά» η Άννα Συνοδινού»


Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο αρχίζει νέα περίοδος και για τη θεατρική ζωή. Τα εναπομείναντα μπουλούκια, αλλά πολλοί περισσότερο οι θίασοι, καταφθάνουν στην Αργολίδα ο ένας μετά τον άλλο. Το 1951 «ένα εντελώς ξεχωριστό γεγονός κοσμικό και καλλιτεχνικό θα αποτελέσει η έναρξη των παραστάσεων του Αθηναϊκού θιάσου διακεκριμένων πρωταγωνιστών του θεάτρου και κινηματογράφου Άννας Λώρη και Περικλή Χριστοφορίδη… με 4 έργα διαλεγμένα από την παγκόσμια θεατρική παραγωγή», γράφει η «Ασπίς».

 Εντωμεταξύ οι Αργολιδείς – ιδιαίτερα δε οι Λυγουριάτες – είχαν πλέον τη δυνατότητα να γνωρίσουν τα ιερά τέρατα του θεάτρου, αφού άρχισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Δεκάδες πρωταγωνιστές, άλλοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι, μουσικοί, τεχνικοί θεάτρου γίνονται ένα με τους κατοίκους του χωριού, αφού κατά τη διάρκεια των παραστάσεων διαμένουν σε σπίτια Λυγουριατών. «Καθ’ όλον το διάστημα της παραμονής εν Λυγουρίω του Εθνικού Θεάτρου, τόσον του προσωπικού όσον και των ηθοποιών, αρμονικώτατα έζων με τους κατοίκους, με τους οποίους έχουν συνάψει προσωπικάς φιλίας και δεσμούς έτσι η κ. Άννα Συνοδινού έγινε και νουνά, αναδεχθείσα εκ της κολυμβήθρας το θυγάτριον του Λεωνίδα Δ. Λιακοπούλου, ονομάσασα αυτό Λουΐζα – Ευαγγελία» (εφημ. Αργοναυπλία).

 

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

 

Η «σκηνή» του κινηματογράφου «ΠΑΝΑΚΕΙΑ» στο Λυγουριό γνωρίζει μεγάλες θεατρικές δόξες! Όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές του Εθνικού Θεάτρου πέρασαν από κει, αφού εκεί γίνονταν οι πρόβες των θεατρικών παραστάσεων του Φεστιβάλ. Αλέξης Μινωτής, Θάνος Κωτσόπουλος, Κατίνα Παξινού, Άννα Συνοδινού, Στέλιος Βόκοβιτς, Χριστόφορος Νέζερ, Παντελής Ζερβός, Ελένη Χατζηαργύρη, Κάκια Παναγιώτου, Κούλα Αγαγιώτου, αλλά και αργότερα οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Πέτρος Φυσσούν, η Μελίνα, όλοι πέρασαν από το «Σινε-ΠΑΝΑΚΕΙΑ»…

 

Αρχαίο θέατρο Άργους. Θεατρική Παράσταση του Εθνικού θεάτρου με την Άννα Συνοδινού και τον Θάνο Κωτσιόπουλο, 1966.

 

Βρισκόμαστε γύρω στα 1960. Δεκάδες κινηματογραφικές αίθουσες ξεφυτρώνουν ανά την Αργολίδα. Οι περιοδεύοντες θίασοι βρίσκουν οργανωμένους πλέον χώρους για τις παραστάσεις τους. Βελτιώνονται τα σκηνικά. Η «Δαναΐς», η «Όαση», ο «Ορφέας»  στο Άργος, το «Τριανόν», η «Κορωνίς», η «Αίγλη» στο Ναύπλιο, το «Σινε-Πλαζ» στη Ν. Κίο δέχονται την «επιδρομή» αθηναϊκών θιάσων.

Έχουν προηγηθεί η Σοφία Βέμπο, ο Μάνος Κατράκης και η Ειρήνη Παπά με το Λαϊκό Θέατρο, ο Κάρολος Κουν με το Θέατρο Τέχνης, και συνεχίζουν με τους θιάσους τους η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, η Σμαρούλα Γιούλη, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, ο Νίκος Ρίζος, η Χριστίνα Σύλβα, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Τζένη Καρέζη, ο Θανάσης Βέγγος, η Αντιγόνη Βαλάκου, ο Νίκος Κούρκουλος, ο Σταύρος Παράβας, ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Ζωή Λάσκαρη….

Πάντως η τελευταία θεατρική παράσταση αθηναϊκού θιάσου στην περιοχή μας πρέπει να ήταν με το έργο «Πρόσωπο με πρόσωπο»  του Αλ. Γκέλμαν το 1989 στη «Δαναΐδα»… 

 

Τα παιδία παίζει…Θέατρο


Παράλληλα όμως με τις πολλαπλές καθόδους των Αθηναϊκών θιάσων τόσο προπολεμικά όσο και μετά τον πόλεμο αναπτύσσεται τοπικό θεατρικό κίνημα. Πολιτιστικοί, μορφωτικοί, θρησκευτικοί φορείς, αγροτικοί σύλλογοι, μαθητικές κοινότητες, άλλοι κοινωνικοί φορείς ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις. Τόσο στις πόλεις αλλά και στα χωριά στήνονται θεατρικές σκηνές συχνά με έργα ντόπιων λογοτεχνών ( Άγγελος Τερζάκης, Θεόδωρος Κωστούρος). Στην παράσταση μάλιστα του έργου του Θεόδωρου Κωστούρου «Άγιος Αναστάσιος» πρωταγωνιστούσε η σημερινή βουλευτής Αργολίδας κ. Έλσα Παπαδημητρίου, νεάνις τότε…

 

«Γκόλφω» παντού


Κατά κανόνα τα έργα ήταν πατριωτικού – θρησκευτικού περιεχομένου αλλά και «δράματα ειδυλλιακά εις ποικίλας πράξεις». Τη θρυλική «Γκόλφω» τη συναντά κανείς ανά την Αργολίδα σε διάφορες εκδοχές. Σε μία απ’ αυτές αναφέρεται ο Γιώργος Καραμάνος στο ανέκδοτο έργο του «Φωτογραφείον – το Μάνεσι»:

«Ντυμένοι οι περισσότεροι με στολές φαλαγγιτών και σκαπανέων ζούσαν με την πεποίθηση πως ξαφνικά αλλάζει η τύχη μας και ότι μας περιμένουν καλύτερες μέρες. Άμα πέσαμε και στο φαγοπότι της πρώτης επετείου – της δικτατορίας του Μεταξά – μας πήρανε τέτοιες χαρές που το γυρίσαμε στο θέατρο. Όλα σχεδόν τα χωριά της περιοχής προσβληθήκαμε από υπέρμετρο ζήλο για τα έργα του Περεσιάδη με ιδιαίτερη προτίμηση στη «Γκόλφω» και στην «Εσμέ».

 Εκδηλώσεις που δένανε πολύ με το φωτογράφο και πόσο μάλλον όταν κάποιοι επίσημοι τιμούσαν την πρώτη παράσταση με την παρουσία τους. Όπου στον τομέα αυτό ο πατέρας έδειξε και άλλες ικανότητες. Αυτός ειδικός σκηνοθέτης, αυτός για τα κοστούμια και τις γενειάδες, γέμισε το σπίτι μας από φουστανέλες, τσαρούχια, μαγγούρες και προβατόμαλλο… Η μόνη του δυσκολία στη διανομή του έργου. Όλοι εθελοντές «ηθοποιοί» διεκδικούσαν το ρόλο του «Τάσου» και για μια εβδομάδα δεν παίρναν κουβέντα.

 

Στιγμιότυπο από την παράσταση της «Γκόλφως», 1939, στο χωριό Μάνεσι. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από το «Φωτογράφο του χωριού», πατέρα του συγγραφέα Γ. Καραμάνου.

Κι ενώ σ΄εκείνη την πρώτη σύσκεψη διαλύθηκαν σχεδόν θυμωμένοι και νόμιζες πως η προσπάθεια ναυαγεί, το γύριζαν στις μεμονωμένες επισκέψεις στο σπίτι για να διαβάλει ο ένας τον άλλο. Μπασμένος όμως ο πατέρας στην ψυχολογία τους, τους έστρωσε στην ανάλογη θεραπεία διαβεβαιώνοντας τον καθένα χωριστά ότι υπερέχει όλων των άλλων και πως δεν είναι δυνατό να υποτιμηθεί η αξία του ερμηνεύοντας ένα δεύτερο ρόλο, αφού το χωριό γνωρίζει ποιος είναι ο ψωριάρης και ποιος ο εκλεκτός.

Με το που έφτανε η βραδυά της πρεμιέρας, όλα τούτα τα καραγκιοζιλίκια και οι φαγωμάρες ξεχνιόντουσαν με μιας. Θρίαμβος καταπληκτικός! Να κουνιέται ολόκληρο το σχολείο από το χειροκρότημα και τις φωνές. Παρών και ο Νομάρχης με την ακολουθία του επιβεβαίωνε και προσωπικά την επιτυχία με τα θερμά του συγχαρητήρια. Επιθυμία του να φωτογραφηθεί και με όλους τους παράγοντες της παράστασης, ανέβαζε πολύ την αξία ενός τέτοιου ενθύμιου, και ο πατέρας άλλαζε συνέχεια σασί με καινούριες πλάκες. Στη μια έβαζε τον αστυνόμο δεξιά, στην άλλη τον πήγαινε αριστερά, τον παλινδρομούσε με τη σκοπιμότητα να κολακευτούν οι δύο αγροφύλακες του χωριού που στέκονταν στις άκρες, ώστε να δοθούν και οι ανάλογες φωτογραφίες…»

Θεατρική έξαρση, λοιπόν και το 1958 τα μέλη του Π.Ο.Γ. (Προοδευτικός Όμιλος Γυμνού) ανεβάζουν τη «Μπουμπουλίνα» «σημειώσασα εξαιρετικήν επιτυχίαν, εις τα διαλείμματα δε απηγγέλθηκαν σατυρικοί στίχοι υπό του κ. Χρήστου Οικονόμου».

«Η Γκόλφω», 1963

Το 1960 «τη ευγενή φροντίδι του διδασκάλου κ. Ανδρέου Κεραμίδα και των μελών της Σχολικής Εφορείας επαίχθη θεατρική παράστασις «Η Γκόλφω» εις πράξεις πέντε…. Συνέπραξαν παίδες και νεάνιδες και χορός εκ ποιμένων και ποιμενίδων»!!!, ενώ το 1963 στην Αγία Τριάδα έχουμε άλλη μια «Γκόλφω» από νεολαίους του χωριού «με σκοπό την οικονομικήν ενίσχυσιν δια την θεμελίωσιν του Ιερού Ναού Αγίου Βλασσίου».  Για την ιστορία ν’ αναφερθούμε στη διανομή των ρόλων: Παν. Κυριάκου (Τάσος), Δημήτρης Λυκομήτρος (Γκόλφω), Βασ. Μαστοράκος, Δημ. Κυριάκου (Σταυρούλα), Παν. Μερμίγκης (Γιάννος), Γιώργος Σαλαπάτας (Αγωγιάτης), Γιώργος Μερκούρης (Ξένος).

Αξέχαστες θα μείνουν στους Ναυπλιώτες οι θεατρικές παραστάσεις υπό τον κ. Βασ. Χαραμή και τους μαθητές του Γυμνασίου, ενώ πληθώρα παραστάσεων έδιναν και το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, η Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Άργους, αλλά και ο στρατιωτικός θίασος του ΚΕΜΧ. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της διδακτορίας, μέσα στη γενικότερη πολιτιστική ύφεση, ακολούθησε και το ερασιτεχνικό θέατρο ανάλογη πορεία.

Το 1980 ιδρύθηκε το «Θέατρο Άργους» που μετεξελίχθηκε το 1984 σε «Δημοτικό Θέατρο Άργους» και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Τα τρία τελευταία χρόνια το Δη. Θε. Α. οργανώνει με επιτυχία και το «Φεστιβάλ Παιδικού Θεάτρου» με παιδικές θεατρικές ομάδες από την ευρύτερη περιοχή του Άργους. Σημαντική επίσης για την Αργολίδα αλλά και γενικότερα για όλη την Ελλάδα είναι η προσπάθεια για δημιουργία θεάτρου φυλακών μέσα στις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας. Την προσπάθεια ανέλαβε η ΝΕΛΕ και ο Λευτέρης Μπαρδάκος και το πρώτο έργο που ανέβηκε από φυλακισμένους στην ειδικά διαμορφωμένη από τους ίδιους σκηνή ήταν η «ΒΕΡΑ» του Δ. Κεχαΐδη, πλήθος κόσμου στις τριάντα παραστάσεις της.

Στο Ναύπλιο το 1991 υπάρχει η «Θεατρική Ομάδα» της ΝΕΛΕ, η οποία μετεξελίχθηκε μετά από ένα χρόνο σε «Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου», που τους τελευταίους μήνες δημιουργεί την «Παιδική Σκηνή». Στην περιφέρεια θεατρικά σχήματα συναντά κανείς στο Λυγουριό (Θεατρικό σχήμα Καββαδία, που ετησίως δίνει παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου), στη Ν. Κίο το θεατρικό σχήμα του Μορφωτικού Συλλόγου, ενώ σποραδικά ξεφυτρώνουν παιδικές σκηνές σε χωριά, όπως στο Λάλουκα, τη Δαλαμανάρα, το Κιβέρι…

Μετά από αυτό το μικρό θεατρικό οδοιπορικό στην Αργολίδα διαπιστώνουμε και την ανάγκη των ανθρώπων που συμμετείχαν στις προσπάθειες αυτές να εκφραστούν, αλλά και την ανάγκη του κοινού να παρακολουθεί και να υποστηρίζει τέτοιες κινήσεις. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός τόσο περισσότεροι θίασοι ξεπροβάλλουν, τόσο πιο φροντισμένες παραστάσεις παρακολουθούμε (ας σημειωθούν και τα πολλά βραβεία που έχει αποσπάσει κατά καιρούς τόσο το Δημοτικό Θέατρο Άργους όσο και το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου).

Μήπως πρέπει να αισιοδοξούμε;

 

Γιώργος Αντωνίου, « Μικρό οδοιπορικό στα θεατρικά δρώμενα της Αργολίδας», περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχος 324, σελ. 6-9, Άργος 1994.

  

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »