Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ελεύθερο Βήμα’ Category

Βασιλόπιτα: Ένα Ελληνικό Έθιμο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Βασιλόπιτα: Ένα Ελληνικό Έθιμο»

 

Η βασιλόπιτα είναι ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που τηρείται σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά σπίτια και κυρίως στα ελληνικά. Κανένα από τα ετήσια έθιμα δεν τηρείται τόσο απαράβατα από τους Νεοέλληνες, όπου κι αν βρίσκονται στα πέρατα του κόσμου, και δεν έχει τόσο βαθιές ρίζες στο χρόνο, όσο η βασιλόπιτα της πρωτοχρονιάς. Γιατί ανέκαθεν με το κρυμμένο «φλουρί» της συμβολίζει την εύνοια της τύχης, που θα φανερώσει τον τυχερό του χρόνου.

Πού όμως πρέπει να αναζητήσουμε τη ρίζα του ωραίου εθίμου της πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας; Ο ελληνικός λαός είναι φορέας και δημιουργός ενός θαυμαστού πολιτισμού, ο οποίος έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν, αλλά και στο χριστιανικό Βυζάντιο. Γι’ αυτό και όλα τα έθιμά μας έχουν την αρχαιοελληνική, αλλά και τη χριστιανική ερμηνεία τους.

Βασιλόπιτα

Βασιλόπιτα

Οι Λαογράφοι αναζητούν τη ρίζα του εθίμου στην αρχαιοελληνική παράδοση. Από τα πανάρχαια χρόνια σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, από τότε που έμαθαν να κατασκευάζουν αλεύρι οι άνθρωποι, αφιέρωναν στα πνεύματα της βλάστησης μικρά ψωμάκια ως εξιλαστήρια ή ευχαριστήρια προσφορά. Οι Αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν στους θεούς σε κάθε μεγάλη καμπή του χρόνου ή της ζωής τους «εορταστικούς άρτους». Κάθε Αθηναίος στρατιώτης, πριν ξεκινήσει για τον πόλεμο, αφιέρωνε στον Άρη, το θεό του πολέμου, τρία ψωμάκια. Ένα για να πάει καλά, ένα για να νικήσει και το τρίτο για να γυρίσει γερός και αρτιμελής. Οι κυνηγοί, για να έχουν πλούσιο κυνήγι αφιέρωναν παρόμοια ψωμάκια στη θεά Άρτεμη, την προστάτιδα του κυνηγιού.  Οι θεριστάδες της γης αφιέρωναν αρτίδια στη θεά Δήμητρα, που τα ονόμαζαν «θαλύσια αρτίδια» στη γιορτή της συγκομιδής και απλώς «άρτους» ή «πλακούντες» στη γιορτή των Θεσμοφορίων.

Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων. Στα Σατουρνάλια, γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο και τον θεωρούσαν θεό της γονιμότητας, καθιέρωσαν  τυπικές θυσίες και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων, υπαίθριες αγορές και τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους. Στη γιορτή αυτή αντιστρέφονταν οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες και οι δούλοι δεν τιμωρούνταν, αν χλεύαζαν τους κυρίους τους. Αυτό οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό και ο Χριστιανισμός θεώρησε τη λέξη «σατουρνάλια» ταυτόσημη με τα «όργια». Ανάμεσα στα έθιμα της γιορτής ήταν  και η συνήθεια να ζυμώνουν πλακούντες, που στη συνέχεια τους έτρωγαν, για να πάρουν δύναμη. Οι πλακούντες ήταν οι μακρινοί πρόγονοι των πιτών και των κέικ. Η ζύμη τους ήταν παρόμοια με τη ζύμη των ψωμιών, αλλά ήταν εμπλουτισμένη με γάλα, λίπος, μυρωδικά, μπαχαρικά κ.α.

Οι Ρωμαίοι είναι οι πρώτοι που καθιέρωσαν στους πλακούντες εκείνους το μεταλλικό νόμισμα για υγεία και καλοχρονιά. Πρόσθεταν μάλιστα και μικρό κομμάτι πάπυρο, που αν τύχαινε σε δούλο του σπιτιού, του χάριζαν την ελευθερία. Οι Φράγκοι τα επόμενα χρόνια παρέλαβαν από τους ρωμαίους το έθιμο και πρόσθεσαν την ανακήρυξη ως «Βασιλιά της βραδιάς» εκείνου, που θα έβρισκε το τυχερό κομμάτι με το νόμισμα. Σύμφωνα με άλλο έθιμο έβαζαν στην πίτα φασόλι αντί νομίσματος και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά».

Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση συνέδεσε αυτό το έθιμο με την ανάμνηση ενός γεγονότος, που συνέβη στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία, όπου επίσκοπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισάρειας και ζούσε βοηθώντας κάθε φτωχό και ανήμπορο. Υπάρχουν μάλιστα δύο παραδόσεις για το έθιμο αυτό.

Η πρώτη λέει ότι ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος σκέφτηκε το τέχνασμα αυτό, θέλοντας να προσφέρει χαρά χωρίς να ακούει ούτε ένα ευχαριστώ. Ήθελε να βλέπει τα πρόσωπα των ανθρώπων να φωτίζονται από χαρά. Τι έκανε λοιπόν; Έπαιρνε λίρες, τις έβαζε μέσα στις πίτες και τις μοίραζε στους φτωχούς. Έπειτα καθώς έτρωγαν τις πίτες, έβρισκαν το δώρο του Αγίου Βασιλείου και περνούσαν όμορφα τις γιορτές. Έτσι διατηρήθηκε η παράδοση να βάζουμε και εμείς φλουρί για να τιμήσουμε τον Άγιο Βασίλειο και προς τιμήν του ονομάσαμε την πίτα, βασιλόπιτα.

Η δεύτερη παράδοση έχει να κάνει με μία ιστορία που συνέβη στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου, τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην πόλη Καισάρεια. Κάποια χρονιά έπεσε μεγάλη σιτοδεία στη χώρα,  η γη δεν κάρπισε και ο κόσμος πεινούσε. Ο σκληρός όμως Έπαρχος Ελβίνιος ζητούσε οπωσδήποτε το φόρο της «δεκάτης» και απειλούσε με επιδρομή και λεηλασία την Καισάρεια. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τους πλούσιους της πόλης και κάθε νοικοκύρη να προσφέρει ένα χρυσαφικό, για να τα παραδώσουν ως «λύτρα» στον Έπαρχο και να σώσουν την πόλη και τη ζωή τους. Έτσι μαζεύτηκε ένας ολόκληρος θησαυρός. Ο Άγιος  πήγε και συνάντησε το σκληρό Έπαρχο, του εξιστόρησε το δράμα των ανθρώπων και του είπε ότι ως νομοταγείς πολίτες ήταν πρόθυμοι να εξοφλήσουν τους φόρους στερούμενοι χρυσά κειμήλια και αγαπημένα τους κοσμήματα. Με τη γλύκα του λόγου του μαλάκωσε την ψυχή του Έπαρχου και καταλάγιασε τόσο το θυμό του, ώστε αποφάσισε να χαρίσει τους φόρους και παρακάλεσε τον Ποιμενάρχη να επιστρέψει τον θησαυρό στο ποίμνιό του.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Μέγας Βασίλειος προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό τα χρυσαφικά που είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως, που ο στρατηγός άνοιξε το σεντούκι και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους στρατιώτες του  και σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Κατά την παράδοση ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος με πλήθος Αγγέλων, που απομάκρυνε το στρατό του Έπαρχου και απάλλαξε την πόλη από την καταστροφή.

Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας, αλλά ο Μέγας Βασίλειος βρέθηκε σε δύσκολη θέση!  Έπρεπε να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και να πάρει ο καθένας το δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, αφού δεν ήξερε τι ανήκε στον καθένα. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε με μια ωραία ιδέα. Επειδή ο κόσμος πεινούσε, έδωσε εντολή και ετοιμάστηκαν τόσοι εορτάσιμοι άρτοι, όσες και οι οικογένειες, που είχαν προσφέρει τιμαλφή. Σε κάθε  άρτο τοποθετήθηκε και από ένα χρυσό αντικείμενο και άφησε στη χάρη του Θεού να καθορίσει τί θα τύχαινε στον καθένα. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό και έβρισκε μέσα το χρυσαφικό της! Από τότε η βασιλόπιτα με το «φλουρί», για τον τυχερό του χρόνου, καθιερώθηκε σαν έθιμο, που εορτάζεται την πρώτη μέρα του χρόνου στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου.

Τους ωραιότερους πλακούντες ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη, λένε οι Λαογράφοι, τους παρασκεύαζαν οι Βυζαντινοί. Τους ονόμαζαν «πίτες», έβαζαν μέσα φλουρί κωνσταντινάτο και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά. Αυτές τις πίτες τις συνέδεσαν με το θρύλο του Αγίου Βασιλείου και τις καθιέρωσαν ως αναπόσπαστο άρτυμα και έθιμο της πρωτοχρονιάς. Έτσι η βασιλόπιτα ξεκίνησε σαν αρχαιοελληνική λατρευτική ιερή συνήθεια, πέρασε μέσω των Ρωμαίων στο Βυζάντιο, όπου ενδύθηκε το χριστιανικό μανδύα, δέθηκε με τη γιορτή ενός από τους πιο προσφιλείς Αγίους της ελληνικής ορθοδοξίας, του Αγίου Βασιλείου, που τιμάται η μνήμη του την πρώτη Ιανουαρίου, και έφτασε στις μέρες μας ως το χαρακτηριστικότερο έθιμο της ελληνικής πρωτοχρονιάς.

Φλουρί Κωνσταντινάτο

Φλουρί Κωνσταντινάτο

Το έθιμο της βασιλόπιτας λοιπόν, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη του Αγίου Βασιλείου. Στις μέρες μας βάζουμε μέσα στην πίτα ένα κέρμα, το φλουρί, πιστεύοντας ότι σε όποιον πέσει, αυτός θα είναι ο τυχερός και ευνομούμενος του νέου έτους! Οι συνταγές ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή, όπως βέβαια και το γούρι καλής τύχης, που μπαίνει στα τοπικά πρωτοχρονιάτικα ψωμιά, τις πίτες και τα κέικ. Σήμερα, το φλουρί- είτε πραγματικό νόμισμα είτε ψεύτικο- είναι αυτό που παίρνουν οι περισσότεροι από εμάς, όταν πετύχουν το τυχερό κομμάτι. Αλλά στο παρελθόν το γούρι μπορεί να ήταν ένα άσπρο κουμπί ή ένα κομμάτι κόκκινη κλωστή, ιδίως αν η οικογένεια ήταν φτωχή. Σε ορισμένες περιοχές έβαζαν βελανίδια και κομμάτια καλαμποκιού ή ακόμα και μικρά κλαδάκια από κάποια δέντρα.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι στο παρελθόν, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη, όταν έρχονταν ο καιρός να μοιράσει ο πατέρας της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας το βιός του στους γιους, άφηνε στη χάρη του Αι-Βασίλη να κρίνει το τι έπρεπε να πάρει ο καθένας. Έτσι στη μεγάλη βασιλόπιτα τα «σημάδια» δεν έμπαιναν για ευχή, αλλά για «τάξιμο». Και τα κομμάτια της πίτας τη χρονιά εκείνη τα ονόμαζαν «φιλιά». Σε όποιου γιου το «φιλί» έπεφτε το νόμισμα, θα έπαιρνε το σπίτι. Σε όποιου το φασόλι, το ποτιστικό χωράφι. Το στάρι ,το ξερικό χωράφι. Η κληματόβεργα, το αμπέλι. Το άχυρο τα ζωντανά κ.λ.π.

Αλλά και η κοπή της βασιλόπιτας στο παρελθόν γίνονταν με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα ο νοικοκύρης την έστεφε τρεις φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Έπειτα έκανε με κλειδί, με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά, να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι, και την ώρα ακριβώς που άλλαζε ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά. Πρώτο ήταν του Αι-Βασίλη. Έπειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία, αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι έκοβε και για τους φτωχούς. Και όταν τελείωνε το εορταστικό δείπνο η οικογένεια, ο νοικοκύρης κατέβαινε στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επαύριον θρυμμάτιζε και σκορπούσε ένα κομμάτι στα κτήματα και στα αμπέλια.

Η Βασιλόπιτα κατά το ελληνικό έθιμο κόβεται και σήμερα σε οικογενειακή συγκέντρωση αμέσως με τον ερχομό του νέου έτους κυρίως μετά από το φαγοπότι της βραδιάς και ακολουθεί χαρτοπαιξία «για το καλό του καινούργιου χρόνου». Έτσι στις 12.00 ακριβώς τα μεσάνυχτα με την αλλαγή του έτους σβήνουν τα φώτα και μετά από ένα λεπτό ξανανάβουν και εύχονται όλοι «χρόνια πολλά» και «ευτυχισμένο το νέο έτος». Τότε η νοικοκυρά του σπιτιού φέρνει τη Βασιλόπιτα στο τραπέζι και ο νοικοκύρης, αφού τη σταυρώσει με το μαχαίρι τρεις φορές, αρχίζει να την κόβει σε τριγωνικά κομμάτια, που τα  προσφέρει σε κάθε παριστάμενο μέλος της οικογένειας, φίλους και συγγενείς με πρώτο το κομμάτι του Χριστού, της Παναγίας και του Άι Βασίλη και κατόπιν του σπιτιού, του σπιτονοικοκύρη, της σπιτονοικοκυράς και των υπόλοιπων παρισταμένων κατά τάξη συγγένειας και ηλικία με τελευταίο το κομμάτι του φτωχού, χωρίς βέβαια να λησμονούνται και τα πρόσωπα της οικογένειας, που για διάφορους λόγους δεν παρίστανται. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να κοπεί κομμάτι «για την εταιρεία», «για το μαγαζί» κ.λ.π..

Το κόψιμο της Βασιλόπιτας γίνεται και τις άλλες μέρες του «Δωδεκαήμερου» των εορτών. Ο Νεοέλληνας ως μέλος μιας οικογένειας, ενός Συλλόγου ή μιας κοινωνίας οργανωμένων ατόμων, δεν εννοεί αλλαγή του χρόνου, χωρίς την κοπή της βασιλόπιτας. Υπουργεία, γραφεία και σύλλογοι μπορεί να κόβουν βασιλόπιτες μέχρι και το Φεβρουάριο.

Σήμερα βέβαια σε πολλές περιπτώσεις την έχουμε προσαρμόσει στα γαστρονομικά αστικά δεδομένα της καταναλωτικής κοινωνίας και την έχουμε μετατρέψει σε ένα ευωδιαστό  αρτογλύκισμα πολυτελείας – τσουρέκι κατά προτίμηση – για το οποίο τη λύση δίνει το ζαχαροπλαστείο. Υπάρχουν όμως ακόμα άξιες Ελληνίδες νοικοκυρές, που με θρησκευτική ευλάβεια επιμένουν να την παρασκευάζουν με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι όπως τον έμαθαν από τη μάνα τους, με συνταγή που και εκείνη είχε διδαχθεί από τη δική της μάνα, συνεχίζοντας παράδοση αιώνων. Οι εξαιρετικές ιδιότητες, που αποδίδονταν κάποτε στη βασιλόπιτα, συνετέλεσαν, ώστε η ετοιμασία της να γίνεται με συμβολική τελετουργία και να συνοδεύεται συχνά από πράξεις αναλογικής μαγείας. Γιατί στη συλλογική συνείδηση του λαού μας η βασιλόπιτα ήταν κάποτε πρωτοχρονιάτικο σύμβολο με εξαιρετικές ιδιότητες, καθοριστικές για την τύχη των ανθρώπων, των ζωντανών και των άλλων περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής οικογένειας. Γι’ αυτό και ο τρόπος παρασκευής της ακόμα  εξασφάλιζε την καλοχρονιά. Και τέτοιες δοξασίες δύσκολα ξεριζώνονται από την ψυχή του λαού.

  

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα»

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίζονται με τα γιορτινά τους και τα παιδιά, άλλα μοναχικά, άλλα σε παρέες, κρατώντας κουδουνιστά τρίγωνα ή μπαγλαμαδάκια, κιθάρες, ακορντεόν, λύρες ή φυσαρμόνικες, ξεχύνονται στους δρόμους, για ν’αναγγείλουν πόρτα-πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια, που ψάλλονται εθιμικά την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (του Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνα της Μεγάλης Παρασκευής, που έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και τραγουδούσαν σαν σε χορωδία. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι, η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

 

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Η ρίζα του εθίμου

 

Τα κάλαντα είναι αρχαϊκὸ ελληνικὸ και ρωμαϊκό έθιμο, ενώ η λέξη κάλαντα έχει λατινική προέλευση. Η ρίζα τους φαίνεται ότι ξεκινάει απὸ τοὺς «αγερμούς» της αρχαίας Ελλάδας. Οι αγερμοὶ (απὸ τὸ ρήμα ἀγείρω = αθροίζω, μαζεύω) αρχικά ήταν έρανοι για την οικονομικὴ στήριξη ενός πολιτικού ή ζητιανιὰ των φτωχών στα αρχοντικὰ των πλουσίων ή στους ναοὺς που πανηγύριζαν ή θρησκευτική ζητιανιά σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων για τους ναούς και τα μοναστήρια των θηλυκών κυρίως θεοτήτων, όπως της Ρέας, Ειλειθυίας, Κυβέλης, Αρτέμιδος, Ήρας και άλλων.

Κάποια στιγμή πέρασαν από τους θρησκευτικούς στους παιδικούς αγερμούς, σε πράγματα δηλαδή που μάζευαν κάποια παιδιά, τα οποία ανακοίνωναν τις ημερολογιακές αλλαγές. Όπως είναι λογικό, στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν ακριβή ημερολόγια. Το αρχαιότερο ημερολόγιο το έγραψε κατά τον Δ΄ π.Χ. αιώνα ο μαθηματικός και αστρονόμος Εύδοξος ο Κνίδιος, σύγχρονος του Αριστοτέλη, γι΄ αυτὸ και λεγόταν «Ευδόξου Τέχνη». Απὸ την προϊστορικὴ εποχή ο άνθρωπος είχε παρατηρήσει τα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, που το χωρίζουν σε τέσσερα τέταρτα (εποχές), δηλαδή τις δύο ισημερίες, εαρινή στις 20 Μαρτίου και φθινοπωρινή στις 22 Σεπτεμβρίου, και τα δύο ηλιοστάσια, το χειμερινή στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς, και το θερινὸ στις 21 Ιουνίου με τη μεγαλύτερη ημέρα της χρονιάς. Τις αλλαγές αυτές τις διαπίστωναν παρατηρώντας το βορειότερο και το νοτιώτερο σημείο της ανατολής και της δύσης του Ηλίου στις οροσειρές του ορίζοντα.

Τις ακριβείς ημερολογιακές αλλαγές του έτους ή και του μηνός τις ανακοίνωναν εκείνοι που ασχολούνταν με τα ημερολόγια και ο απλός λαός τις μάθαινε από μικρά παιδιά, μικροὺς ἀγγελιοφόρους, που μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με αγγελτήρια και ευχετήρια τραγουδάκια και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχε νόμισμα, τα φιλοδωρήματα ήταν ξηροὶ ή λιασμένοι καρποί, αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα ή τρόφιμα, αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασὶ στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι και διάφορα άλλα καλούδια απὸ το κελλάρι του κάθε σπιτιού. Αργότερα ήταν και νομίσματα μικρής αξίας, όπως οι οβολοὶ.

Τα παιδιά της προϊστορικής εποχής έλεγαν το μήνυμα και τις ευχές κάθε πρωτομηνιά (νεομηνία), όπως μνημονεύει ο συντάκτης του ψευδηροδότειου Βίου του Ομήρου, που γράφει ότι δήθεν ο φτωχὸς και τυφλός Όμηρος παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτὸν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων, δηλαδή ο Όμηρος «περνώντας το χειμώνα στη Σάμο κάθε πρώτη του μηνός περνούσε από αρχοντικό σε αρχοντικό, και έπαιρνε κάτι, αφού τραγουδούσε τα λόγια αυτά, τα οποία ονομάζουν ειρεσιώνη. Και τον οδηγούσαν κάθε φορά παιδιά από την περιοχή αυτή, που τραγουδούσαν κι αυτά μαζί του». Ο χαρακτηρισμός των τραγουδιών αυτών ως «ειρεσιώνη» δείχνει την εξέλιξη των αγερμών στο πέρασμα των χρόνων και την ταύτισή τους με την ειρεσιώνη των αρχαίων Ελλήνων.

 

Στα χρόνια της «ειρεσιώνης»

 

Ειρεσιώνη

Ειρεσιώνη

Πίσω από τα κάλαντα, λοιπόν, κρύβεται και το αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλί) ήταν ένα κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί, πάνω στις οποίες κρεμούσαν τους καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π.), που τους προσέφεραν στα διάφορα σπίτια. Συμβόλιζε την ευφορία και τη γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη, στα Θαργήλια (27 Απριλίου – 26 Μαΐου),  με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς να ευνοήσουν την καρποφορία, και μια το φθινόπωρο, στα Πυανέψια, την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιόνος (Ιανουαρίου), για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την συγκομιδή των καρπών. 

Στην αρχαία Ελλάδα, πολλούς αιώνες πριν τη γέννηση του Χριστού, «παίδες αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) ξεχύνονταν στους δρόμους δύο φορές το χρόνο με «ειρεσιώνες» στα χέρια, τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι ευχόμενα πλούτο, χαρά και ειρήνη και έπαιρναν ως φιλοδώρημα καρπούς κάθε λογής από το νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού. Το έθιμο της ειρεσιώνης ήταν έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που έφευγε και παράκληση να συνεχιστεί η γονιμότητα και η ευφορία και το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπως κρεμάμε σήμερα τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Εκεί θα έμενε μέχρι το επόμενο έτος, όποτε θα καίγονταν σε τελεστική φωτιά, όπως καίμε στις μέρες μας τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια στις φωτιές του Αη-Γιάννη. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από τη θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):

 

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,

συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…

Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί

κατά καρδόπου έρποι μάζα…

 Δηλαδή:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,

γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.

Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,

και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία

και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.

Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι

στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

 

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

 Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη

ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα

να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη

και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Επομένως τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί,  ειρεσιώνες κ.α. ήταν κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά μόνο σε όψιμα χρόνια.

 

Από τις calendae στα κάλαντα

 

Μέχρι να φτάσουμε από τις αρχαίες ειρεσιώνες στα σημερινά κάλαντα μεσολάβησε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για τη σημερινή διαμόρφωση των καλάντων, η οποία τους χάρισε και το όνομα που έχουν σήμερα.

Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια κάθε μήνας διαρκούσε όσο μία περίοδος περιφοράς της σελήνης γύρω από τη γη (σεληνιακοί μήνες). Στην αρχή κάθε σεληνιακού μήνα οι ρωμαίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν τις λεγόμενες «calendae» καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae), που μεταφράζεται «νουμηνίες» (νέος + μήνας). Η λέξη calendae προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Το ρήμα calo είναι συγγενικό με το δικό μας ρήμα «καλώ». Από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier και το δικό μας καλεντάρι ( το calendarium των Ρωμαίων ήταν κατάλογος  χρεών μαζί με τόκους και φόρους, που πληρώνονταν την πρώτη κάθε μήνα).

Η πιο εντυπωσιακή από όλες τις γιορτές των ρωμαϊκών νουμηνιών ήταν οι Καλένδες του μήνα Ιανού, δηλαδή του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες, πέρα από το γλέντι και την ανταλλαγή των δώρων, οι άρχοντες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους σε μια πανηγυρική τελετή. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομά τους τα κάλαντα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως ταυτίστηκαν με την 1η Ιανουαρίου και επομένως με την πρωτοχρονιά (Κάλαντα = πρωτοχρονιά). Σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια, που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά όλη την περίοδο των Χριστουγέννων. Ετυμολογικά τουλάχιστον από ‘κει κρατούν τα «κάλαντα».

Από τις καλένδες προέρχεται, εκτός από τα κάλαντα, και η παροιμιακή φράση «παραπέμπω στις (ελληνικές) καλένδες», που τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και σημαίνει κάτι που διαρκώς αναβάλλεται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ. Γιατί δεν υπήρχαν ελληνικές καλένδες, ενώ ρωμαϊκές υπήρχαν. Για το ρωμαίο της εποχής του Αυγούστου η υπόσχεση «θα σε πληρώσω στις καλένδες» ήταν εντελώς κυριολεκτική, ισοδύναμη με τη δική μας «θα σε πληρώσω την πρώτη του μηνός». Η έκφραση όμως «θα σε πληρώσω στις ελληνικές καλένδες» (ad calendas graecas) έδειχνε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και ήταν ισοδύναμη με τις δικές μας φράσεις «θα σε πληρώσω στις 30 του Φλεβάρη» ή «το μήνα που δεν έχει Σάββατο».

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα πήραν τη σημερινή τους μορφή στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Τότε οι χριστιανοί ήθελαν να εξοβελίσουν από τη ζωή τους κάθε τι που θύμιζε το ρωμαϊκό κόσμο, απ’ τον οποίον καταδιώχθηκαν άγρια. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα με διαφορετική νόημα λέξεις που σχετίζονταν με τελετουργίες ειδωλολατρικών ρωμαϊκών εορτών και επέλεγαν να γιορτάζουν τις δικές τους γιορτές σε ημερομηνίες αντιστοίχων ειδωλολατρικών. Επειδή όμως οι προχριστιανικές τελετουργίες είχαν διεισδύσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων, η χριστιανική εκκλησία έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, λοιπόν, διατήρησε τα περισσότερα λαοφιλή αρχαία έθιμα, αλλά  με άλλη μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Η λαϊκή παράδοση  από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς και έδωσε στον «Αϊ Βασίλη», που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του 379 μ.Χ., όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν στις 30 Δεκεμβρίου την αναγέννηση του Διονύσου, ο οποίος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη και σκοτώθηκε από τους τιτάνες. Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή είχε ταυτιστεί με τη γιορτή του Ήλιου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες ο Ήλιος είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου, που γεννιόταν κατά τη χειμερινή τροπή του ήλιου, μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν το Μάρτιο, την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από τη μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα μέχρι να εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Ισημερία το Μάρτιο. Τότε «αλλάζει ο χρόνος», ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης της φύσης.

Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»: 

 

[…] «Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»[…]

 

Στη βυζαντινή περίοδο

 

Βυζαντινά Κάλαντα

Βυζαντινά Κάλαντα

Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και δεν υποχώρησε, παρά τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των πατέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. Και πολλοί Πατριάρχες το απαγόρευαν στους πιστούς, ενώ ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Τζέτζης, που έζησε τον 12ο αιώνα, αποκαλούσε τους καλαντιστές κάθε πρωτομηνιάς «μηναγύρτες»:

 Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι

και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων,

………………………………

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τους παρουσιάζει μάλιστα ως γάλλους (= κίναιδους) ιερείς, οι οποίοι έβαζαν πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι το είδωλο της θεάς  Ρέας και περιερχόμενοι στις κώμες τραγουδούσαν τα αρχίμηνα χτυπώντας και τύμπανα (=ντέφια) και ζητιανεύοντας (προσαιτούντες) όσπρια και σιτηρά υπέρ του μοναστηριού τους. Και οι οπαδοί της λατρείας ασπάζονταν το είδωλο και τους έδιναν ένα πιάτο απ᾽ αυτά που ζητούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και οι καλόγεροι, που ζητιάνευαν για τα μοναστήρια τους με λείψανα και εικονίσματα αγίων πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι  και μάζευαν παρόμοια προϊόντα ή χρήματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας στη Βυζαντινή περίοδο δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν από το 13ο αιώνα και απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Ωστόσο τα Κάλαντα ή Κάλενδοι, όπως ονομάζονταν στο Βυζάντιο, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν απλά τραγούδια. Ήταν λαμπρή γιορτή. Μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν διάφορα εγκωμιαστικά ή και σατιρικά τραγούδια παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από κάθε νοικοκύρη.  Κρατούσαν ραβδιά ή φανάρια ή ομοιώματα πλοίων στολισμένα και συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου.

 

Τα κάλαντα στη νεοελληνική παράδοση

 

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα. Ομάδες παιδιών ή και ώριμων ανδρών περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν στα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή. Από την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας μάλιστα καθιερώθηκε το έθιμο της απαγγελίας των καλάντων από τους άνδρες της ανακτορικής φρουράς ενώπιον των Βασιλέων, όπως συνέβαινε και σε άλλους Ευρωπαϊκούς Βασιλικούς Οίκους, όπου είχαν καθιερωθεί παρόμοιες εθιμικές ευχητικές εκδηλώσεις. Έτσι μέχρι σήμερα συνεχίζεται το έθιμο να λέγονται τα κάλαντα όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και σε πρόσωπα πολιτικά από ομάδες, συλλόγους, χορωδίες κλπ.

Τα κάλαντα, που ακούμε σήμερα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, είναι πολλά και ποικίλα, πανέμορφα και γεμάτα παραλλαγές, αυτοσχεδιασμούς και αποχρώσεις και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Είναι τραγούδια με στίχους, που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά σε κάθε νοικοκύρη, που επισκέπτονται ή συναντούν οι καλαντάρηδες, και στα μέλη της οικογένειάς του,  την «κυρά» (= σύζυγο), το γιο ή τη θυγατέρα.

Παρόλο όμως που διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια «τυπική» δομή: το πρώτο μέρος τους αναφέρεται στην εορτή, το δεύτερο εγκωμιάζει το σπίτι στο οποίο ψάλλονται και καθένα από τα μέλη της οικογένειας, και το τρίτο παραινεί τους οικοδεσπότες σε φιλοδώρημα προς τους καλαντιστές. Ξεκινούν δηλαδή με χαιρετισμό και στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Το τραγούδι κλείνει με ευχαριστίες για το φιλοδώρημα ή με αποδοκιμασία και σκωπτικά σχόλια για τον οικοδεσπότη, που θα αρνηθεί να «φιλέψει» τους τραγουδιστές.

Πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως τους διαμόρφωσαν σε κάλαντα κατά τη Βυζαντινή περίοδο σημαντικοί λόγιοι, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο, όπως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς Εις αυτό το Νέο Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω με την πρέπουσα αυτή…, που τραγουδάνε στην Κάλυμνο, ή τα βυζαντινά κάλαντα των Φώτων από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον, Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος….

Την παράδοση συνέχισε ο απλός λαός, που δημιούργησε στιχουργικά αριστουργήματα με το ανεπιτήδευτο, αλλά γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων της Θράκης Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη… ή τα κάλαντα Πρωτοχρονιάς των Φούρνων Ικαρίας Άγιος Βασίλης έρχεται ‘πο πίσ’ απ’ το Καμάρι, βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα κυνάρι…

 Πέρα μάλιστα από τα καθαρά «λόγια» κάλαντα (π.χ. «Καλήν ημέραν άρχοντες…») ή τα «λαϊκότερα» («Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..»), υπάρχουν τα «λαϊκά» κάλαντα, που είναι αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, ανάλογα με τις ιδιότητες και τις ανάγκες τους (π.χ. «Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…»).

Πολλές φορές όμως παρατηρούμε ότι η αναφορά στον άγιο ή στην εορτή ανακατεύεται με ευχές των καλαντιστών στα μέλη της οικογένειας και μάλιστα στα ανύπαντρα παλικάρια και κορίτσια για έναν καλό έρωτα ή γάμο. Μερικές φορές μάλιστα είναι και άμεση ερωτική πρόταση, γιατί τα κάλαντα ήταν κάποτε και ευκαιρία καντάδας καμουφλαρισμένης ανάμεσα στους στίχους των εγκωμίων του αγίου της ημέρας. Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σημερινά κάλαντα της πρωτοχρονιάς που, αν κάποιος τα ακούσει προσεκτικά, δε βγάζει σαφές νόημα από τα λεγόμενά τους, γιατί συνδέονται με μια ρομαντική ιστορία, που μας πάει πίσω στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη βυζαντινή εποχή οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές, όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. Ένα φτωχό παλικάρι, λοιπόν, εκείνη την εποχή είχε ερωτευθεί σφοδρά μια κόρη αυτοκρατορικής οικογένειας, ψηλή, όμορφη και γλυκιά, που κυκλοφορούσε φορώντας ένα από τα συνηθισμένα ψηλά καπέλα της εποχής. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να της εκφράσει τον έρωτά του, σκέφτηκε να πάει την Πρωτοχρονιά να τις πει τις ευχές του για το νέο έτος, αλλά να τροποποιήσει το ποιηματάκι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους άλλους.

Σε κάθε στίχο από τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς παρενέβαλλε και ένα στιχάκι δικό του, το οποίο θα απευθυνόταν στην κοπέλα, όπως διαπιστώνουμε, αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενό τους [σε αγκύλες οι ενδιάμεσοι στίχοι, που απευθύνονται στην καλή του].

 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

[ψιλή μου δεντρολιβανιά]

Κι αρχή καλός μας χρόνος

[εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος]

Άγιος Βασίλης έρχεται

[και δε μας καταδέχεται]

από την Καισαρεία

[συ σ’ αρχόντισσα κυρία]

Βαστάει πένα και χαρτί

[Ζαχαροκάντυο ζυμωτή]

Χαρτί χαρτί και καλαμάρι

[δες και με το παλικάρι]

 

Όπως διαπιστώνουμε, την αποκαλεί ψηλή σαν δεντρολιβανιά, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο Θόλος (θόλος εκκλησίας), επειδή φορούσε ψηλό καπέλο με τούλι στην κορυφή, της λέει ότι δεν τον καταδέχεται, γιατί είναι αρχόντισσα κυρία, την αποκαλεί ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα, και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά (δες και με το παλικάρι!). Αυτό το βυζαντινό τραγουδάκι έμεινε ως τις μέρες μας ως παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά η ιστορία ξεχάστηκε στα βάθη των αιώνων. Έτσι λοιπόν μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες τα παιδιά το τραγουδάνε κάθε Πρωτοχρονιά παίρνοντας τον μποναμά τους.

 

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

 

Η τάση αυτή της ανάμειξης των λόγιων βυζαντινών στίχων με θρησκευτικό περιεχόμενο και των αυτοσχέδιων λαϊκών στιχουργημάτων απλών ανθρώπων επιβεβαιώνει τη σύνδεση των καλάντων με τους ιστορικούς προγόνους τους, τους αγερμούς, την ειρεσιώνη και τις καλένδες. Έχουμε δηλαδή μια σύνθεση των παλιών στιχουργημάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και των εκκλησιαστικών ύμνων, που έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Εξηγεί επίσης και τη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένα τα κάλαντα, αφού η έκφρασή τους ακολούθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την καθαρεύουσα, που δηλώνει την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους, στην απλή δημοτική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται επομένως για τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά και από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, που πολλές φορές οι στίχοι τους συναγωνίζονται και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων και φανερώνουν την ποιητική ψυχή του λαού μας.

Ο λόγος που το έθιμο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι γιατί πρώτα – πρώτα θεωρείται μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Για τα παιδιά όμως που τα τραγουδούν κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα είτε σε προϊόντα. Η ανταμοιβή για τις ευχές, το «φίλεμα», στο παρελθόν ήταν σε είδος: γλυκά, ξηροί καρποί, αυγά, στάρι, λάδι, κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Αργότερα καθιερώθηκε να δίνονται χρήματα. Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα, χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους εκπληκτικής ομορφιάς και γεμάτους από ωραίες εικόνες. Πολλές φορές, όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τα παιδιά συνέχιζαν να λένε με πολύ δυνατή φωνή έξω από το σπίτι δίστιχα σκωπτικά, ειρωνικά και περιπαιχτικά,  που έχουν τη ρίζα τους στο έθιμο της αρχαίας “ειρεσιώνης,” όπως:

 Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.

Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν…

Εσέ Κυρά η ομορφιά, γρήγορα να σ’ αφήσει…

Την κόρη σου την όμορφη βάλτηνε στο ζεμπίλι

και κράτησέ την αψηλά να μη τη φαν’ οι ψύλλοι…

 

Κύριος σκοπός των καλαντιστών ωστόσο ήταν και είναι πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισπράττουν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, αλλά έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος ακολουθεί η μοιρασιά. Αυτή η μοιρασιά, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας είναι η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών. Εξίσου σημαντική είναι και η επικοινωνία, όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι γνώριμοι και δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και παλαιότερα έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί, κάτι  που προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους, όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Έθιμο σχετικό με τα κάλαντα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και οι μεταμφιέσεις. Σκοπός τους είναι ο εξευμενισμός κάποιων υπερφυσικών δυνάμεων, που πίστευαν κυρίως οι παλιοί ότι καθόριζαν τις μοίρες των ανθρώπων. Οι μεταμφιεσμένοι, που συνήθως παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων ή αγροίκων πολεμιστών ή άλλων προσώπων, όπως γαμπρός, νύφη, αράπης, γιατρός, καπετάνιος, «αλής», «καλικάντζαρος» κ.α. περιφέρονται ανά ομάδες συνοδεύοντας τους νεαρούς καλαντιστές και τραγουδώντας μαζί τους. Οι πιο γνωστές ομάδες μεταμφιεσμένων με δέρματα ζώων είναι τα «ρογκάτσια» ή «ρογκατσάρια» (ρογκάτσια=προβιές) της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, οι «Μπαμπαλιάρηδες» της Θράκης (μπάμπαλο=κουρέλι), οι «Μωμόγεροι» του Πόντου κ.α. Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα, για να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν ως προσφορά «μελιτόεσσες», μικρές μελόπιτες, που πιθανότατα είναι οι πρόγονοι των «μελομακάρονων».

Χαρακτηριστικό στοιχείο μεταμφίεσης είναι και το ραβδί που χρησιμοποιούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι καλαντιστές, απόρροια κι αυτό της «ειρεσιώνης» ή και των ράβδων των ποιμένων της Βίβλου. Πέραν όμως απ’ το συμβολισμό τους τα ραβδιά αυτά χρησίμευαν στα παιδιά και ως αμυντικό όπλο για τα σκυλιά, που θα έβρισκαν στο δρόμο τους…

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007.
  • Βρετάκου Φίλιππου, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των», Αθήνα, 1980.
  • Θεοδοσίου Σ. – Δανέζη Μ., «Ο κύκλος του χρόνου, αστρονομία και μυστηριακές Λατρείες», εκδ. Δίαυλος.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • Liddell/Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας,
  • Λουκάτου Δ., «Χριστουγεννιάτικα και των εορτών»
  • Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.
  • Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλ., «Λαογραφικά Θράκης Α΄», 1979.
  • Περιοδικό «Τερπνή», Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα,  μελέτη , φ. 42 – 44 (2001 – 02).
  • Πολίτη Ν., «Παραδόσεις Α&Β», Αθήνα 1994.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το ελληνικό περίπτερο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

 «Το ελληνικό περίπτερο»

 

Το περίπτερο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεοελληνικής κοινωνίας και μια ελληνική πατέντα. Είναι αυτό που μας λείπει όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, αφού σ’ αυτό μπορούμε εύκολα και ανά πάσα στιγμή να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε. Περίπτερο ονομάζεται το μικρό κτίσμα, το οποίο χρησιμεύει είτε απλώς για επίδειξη προϊόντων (περίπτερο σε εκθέσεις) ή ως μικροκατάστημα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του πεζοδρομίου. Στην Ελλάδα τα περίπτερα βρίσκονται συνήθως σε πλατείες ή σε δρόμους των πόλεων και των μεγάλων χωριών σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας ως ανεξάρτητα κτίσματα, συνήθως από ξύλο.

Φαινόμενο καθαρά ελληνικό, παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας, το περίπτερο αποτυπώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία και τις τάσεις  κάθε εποχής, ενώ η ιστορία του αποτελεί ένα κομμάτι της καθημερινότητας των Ελλήνων για περισσότερο από έναν αιώνα. Πότε και πώς ξεκίνησαν όμως; Από πού πήραν το όνομά τους; Πώς φτάσαμε από τα ξύλινα κιόσκια, όπου «γεμίζονταν στυλό διαρκείας» και πωλούνταν περιοδικά, στα σημερινά υπερσύγχρονα περίπτερα με τις κάμερες ασφαλείας, που δέχονται και πιστωτικές κάρτες;

Η λέξη «περίπτερο» είναι σε χρήση από την αρχαιότητα ως επιθετικός προσδιορισμός. Συγκεκριμένα, «περίπτερος ναός» ονομάζεται ο ναός που περιβάλλεται από κίονες σε όλες τις πλευρές του. Η διεθνής ονομασία του περιπτέρου είναι κιόσκι και προέρχεται από την τουρκική λέξη köşk. Τα περίπτερα  με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα εμφανίστηκαν μετά το 1821, αμέσως μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, πρώτα στο Ναύπλιο και έπειτα στην Αθήνα, ως μικρά καπνοπωλεία. Σιγά – σιγά τα προϊόντα που πωλούσαν πλήθαιναν και έβαλαν στις προθήκες τους μικροαντικείμενα και  το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το «Ίρις» με τιμή 25 λεπτά.

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

Συστηματικά τα περίπτερα φτιάχτηκαν μετά τον πόλεμο  του 1897 της Ελλάδας με την Τουρκία σε αστικά κέντρα της περιφέρειας. Στην Αθήνα το πρώτο περίπτερο στήθηκε στην οδό Πανεπιστημίου το φθινόπωρο του 1911. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα περίπτερα, δείγματα «μικροαρχιτεκτονικής», στάθηκαν δίπλα μας καλύπτοντας συνήθειες και ανάγκες της καθημερινότητας σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και όλης της Ελλάδας. Έναν και πλέον αιώνα από την εμφάνιση του πρώτου περίπτερου στην Ελλάδα, πολλά έχουν αλλάξει στην εμφάνιση και στο εμπόρευμα των περιπτέρων, αλλά ένα πράγμα έχει μείνει ίδιο: Η αίσθηση πως ό,τι κι αν χρειαστούμε, από τσιγάρα μέχρι γαριδάκια και από ποτά μέχρι υπεύθυνες δηλώσεις, θα το βρούμε σε ένα από τα δεκάδες περίπτερα που διαθέτει κάθε πόλη, κάθε ελληνική γειτονιά.

Οι λόγοι για την καθιέρωση και τη διάδοση των περιπτέρων  ήταν τρείς:  Καταρχήν η ανάγκη αποκατάστασης των αναπήρων και των τραυματιών των πολέμων. Από το 1889 ξεκίνησε η χορήγηση αδειών σε τραυματίες πολέμου και ο αριθμός των περιπτέρων μεγάλωσε κατά πολύ. Ορόσημο για την εξάπλωσή τους αποτέλεσαν ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Τότε η Ελλάδα γέμισε με ανάπηρους και τραυματίες πολέμου και η πολιτεία αναζητούσε έναν τρόπο για να τους συνδράμει. Καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να τους δώσει κανονικές συντάξεις αναπηρίας, η Πολιτεία προσέφερε στους ανάπηρους Πολέμου ως «προίκα» από ένα περίπτερο στον καθένα.

Ο δεύτερος λόγος ήταν για να μπορέσει το κράτος να ελέγξει  το καπνικό εμπόριο  και να το εντάξει σε ένα δίκτυο, ώστε να εξασφαλίσει έσοδα από τη φορολογία. Μέχρι τότε τσιγάρα χύμα και καπνό πουλούσαν  πλανόδιοι μικροπωλητές και ελάχιστα καπνοπωλεία, με αποτέλεσμα να χάνονται έσοδα για το κράτος. Το κράτος έδωσε στα περίπτερα το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων  και δημιούργησε με ελάχιστο κόστος ένα φοροεισπρακτικό μηχανισμό, που του απέδωσε πολύ υψηλά έσοδα. Παράλληλα η  νομοθετική αυτή ρύθμιση είχε και κοινωνικό χαρακτήρα, πέραν του κρατικού ελέγχου, αφού χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν απασχόληση και έχτισαν τις ζωές τους είτε ως δικαιούχοι είτε ως ενοικιαστές είτε ως προμηθευτές αυτών των μικρών επιχειρήσεων.

Ο τρίτος λόγος ήταν η εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών. Σε μια εποχή που το εμπόριο δεν είχε αναπτυχθεί, πολυκαταστήματα δεν υπήρχαν και τα σημεία πώλησης ήταν λίγα, οι καταναλωτές μπορούσαν να βρουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. Ένα μικρό, πρόχειρα κατασκευασμένο, ξύλινο κουβούκλιο με ελάχιστα προϊόντα προσπαθούσε να καλύψει τις ελάχιστες οικονομικές ανάγκες της εποχής. Το περίπτερο της γειτονιάς όμως ενώ ξεκίνησε δειλά- δειλά ως ένας μικρός εσωτερικός χώρος με ελάχιστα είδη, όπως τσιγάρα και μερικά ψιλικά, καρφίτσες, μπαχαρικά, καραμέλες, τσίχλες κ.α. , με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα με τα προϊόντα να αυξάνονται συνεχώς, όπως προστάζουν οι ανάγκες κάθε μεγαλούπολης, κυρίως όταν η αγορά κλείνει το βράδυ. Όλο και περισσότερα προϊόντα βρίσκονται στα ράφια ή στα ψυγεία του και το περίπτερο εδραιώθηκε στις συνήθειες του νεοέλληνα.

 

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

 

Το 1914 εντοπίζεται η πρώτη νομοθετική διάταξη, που αναφέρεται στην κατοχύρωση των περιπτέρων στους ελληνικούς δρόμους. Στην αρχή δημιουργήθηκε το λεγόμενο κιόσκι, μικρός επαγγελματικός χώρος χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα πάρκα, στις στάσεις των λεωφορείων, στα ΚΤΕΛ. Η  κατασκευή αυτή ήταν διαστάσεων 0,70Χ0,70μ. και αποτελούνταν από τέσσερα μεταλλικά κολονάκια και μία βάση, για να τοποθετούνται οι εφημερίδες. Στο επάνω μέρος του περιπτέρου ένα πανί το προστάτευε από τον ήλιο. Ασφάλεια δεν υπήρχε και με ένα απλό κατσαβίδι όποιος ήθελε άνοιγε το περίπτερο και έκλεβε.

Ο γνωστός χρονογράφος και ποιητής των αρχών του 20ου αιώνα Σωτήρης Σκίπης σε άρθρο του στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ στις 20 Οκτωβρίου 1919 γράφει για τα πρώτα περίπτερα που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα: Άξιος συγχαρητηρίων έγινε ο κ. Δήμαρχος ο οποίος αποφάσισε την ανέγερσιν πολλών περιπτέρων εις τας Αθήνας, τα οποία θα εκχωρήσει εις τους τραυματίας του πολέμου ή εις μέλη οικογενειών φονευθέντων πολεμιστών. Δεν φαντάζεται κανείς πόσα καλά θα προκύψουν αμέσως – αμέσως εκ της ανεγέρσεως των περιπτέρων. Τα περίπτερα θα είναι ένας στολισμός της πόλεως, θα εξυπηρετηθούν δι’ αυτών και θα εύρουν πόρον ζωής πλείστοι ανάπηροι των δύο πολέμων. Θα εξαπλωθεί δια του μέσου τούτου το ελληνικόν έντυπον, είτε εφημερίς, είτε περιοδικόν, είτε φυλλάδιον, είτε βιβλίο. Και θα γίνουν αιτία όπως οι μεγάλαι επαρχιακαί μας πόλεις θα κουνηθούν λιγάκι και θα μιμηθούν λιγάκι των πρωτεύουσαν. Μια άκρως γλαφυρή αναπαράσταση του ρόλου του περιπτέρου στην Ελλάδα των επόμενων 100 χρόνων.

Αργότερα αλλάζει η σχετική νομοθεσία και η δομή των περιπτέρων, όπως και η όψη τους, και γίνονται όλα ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα, με ίδιες διαστάσεις για όλη την Ελλάδα (1.30 Χ 1.50 μ.), με εξωτερικά ρολά ασφαλείας και ψυγεία για αναψυκτικά, ενώ με νομοθετική ρύθμιση του 1980 (ν.1080/1980) η τοπική αυτοδιοίκηση μπορούσε να παραχωρεί κοινόχρηστο χώρο στους εκμεταλλευτές περιπτέρων.

Το 2006 έδωσαν άλλους 20 πόντους και οι διαστάσεις του περιπτέρου γίνονται 1,50 με 1,70 με το εμβαδόν του κουβουκλίου να είναι 2,55 τμ.  Από εκεί και πέρα κάθε δήμος έχει διαφορετική πολιτική και δίνει διαφορετικής έκτασης κοινόχρηστο χώρο για κάθε περίπτερο. Ο δήμος της Αθήνας επιτρέπει στα περίπτερα να καλύψουν με ρολά χώρο  4,25 τετραγωνικών και επιπλέον χώρο μέχρι τα 6,35, για να βάλουν δύο ψυγεία. Μιλάμε για νόμιμη επιπλέον έκταση που παραχωρείται με την πληρωμή του τέλους κατάληψης κοινοχρήστου χώρου, ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρίσκεται το περίπτερο. Σιγά- σιγά οι ανάγκες εξυπηρέτησης των καταναλωτών πολλαπλασιάστηκαν, ήταν αδύνατο να χωρέσουν στις διαστάσεις ενός περιπτέρου αυτών των διαστάσεων και οι περιπτερούχοι αναγκάζονται να βγάζουν τα είδη τους και έξω από το νόμιμο χώρο του περιπτέρου και φυσικά πληρώνουν τσουχτερά πρόστιμα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Σε πρώτη φάση άδεια περιπτέρου δικαιούνταν οι ανάπηροι πολέμου. Το Σεπτέμβρη του 1922 νόμος του Υπουργείου Περιθάλψεως ορίζει ότι τα ήδη ανεγερθέντα περίπτερα, αλλά και αυτά που πρόκειται να αναγερθούν στο μέλλον, θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην «Πανελλήνιον  Ένωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921». Η Ένωση θα είναι ο μοναδικός επίσημος φορέας διαχείρισης των περιπτέρων με προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Συγκοινωνιών, το οποίο θα καθορίζει το σχήμα και το μέγεθος των περιπτέρων που αναμένεται να ανεγερθούν. Η παραχώρηση περιπτέρου σύμφωνα με το νόμο αυτό είναι προσωπική και μόνο υπόθεση και δεν επιτρέπεται να πωληθεί, να μεταβιβαστεί, να μπει σε καθεστώς υποθήκης και να υπομισθωθεί. Επιτρέπεται επίσης συνεταιρισμός μεταξύ δύο μόνο εταίρων με την άδεια του Υπουργού Συγκοινωνιών. Σε περίπτωση θανάτου του κατόχου, η χρήση και εκμετάλλευση του περιπτέρου μεταβιβάζεται αυτόματα στη γυναίκα και τα παιδιά του αναπήρου-τραυματία για μια πενταετία και αργότερα περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ένωσης. Τα χρήματα που θα εισπραχθούν από την αδειοδότηση των περιπτέρων θα διατεθούν, σύμφωνα με το νόμο,  υπέρ της δημιουργίας ειδικού Ταμείου προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου.

Με νομοθετικές διατάξεις του 1943 και του 1944 μπήκαν και άλλες κατηγορίες δικαιούχων αναπήρων, όπως οι ανάπηροι πολέμου άμαχου πληθυσμού, τα θύματα πολέμου και τα θύματα ειρηνικής περιόδου. Αργότερα η ευεργετική αυτή παροχή της πολιτείας επεκτάθηκε, ενώ με το νόμο 1044/1971 δημιουργήθηκαν κανόνες στην αδειοδότηση των δικαιούχων και άρχισαν να αναγνωρίζονται και να αποκτούν δικαιώματα οι ενοικιαστές περιπτέρων ως τάξη επαγγελματιών.  Μετά το 1980 στους δικαιούχους περιπτέρων εντάχθηκαν και οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, οι ανάπηροι του Δημοκρατικού Στρατού και του άμαχου πληθυσμού δηλ. πολιτικοί ανάπηροι που τραυματίστηκαν από νάρκες, βόμβες κ.λ.π. και ακρωτηριάστηκαν, καθώς και οπλίτες σε όλα τα σώματα ασφαλείας, όπως αστυνομία, λιμενικό, πυροσβεστική και οπλίτες στρατού, φαντάροι δηλαδή που έπαθαν σε ώρα υπηρεσίας ατύχημα. Από το 2007 άδεια περιπτέρου δίνεται και σε βετεράνους του πολέμου στην Κύπρο, όπως και σε άτομα με σοβαρή αναπηρία (ΑΜΕΑ).

Ο νόμος, τέλος,  4046/2012 προβλέπει ότι οι υφιστάμενες άδειες περιπτέρων διατηρούνται σε ισχύ και δε μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται, ενώ από την 1η Ιανουαρίου του 2014 οι δικαιούχοι τους υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο, που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου. Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις οι θέσεις των περιπτέρων θα καθορίζονται εφεξής με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου κάθε πόλης και μόνο το 30% των περιπτέρων θα παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των υπόλοιπων θέσεων των περιπτέρων θα γίνεται με δημοπρασία, ενώ ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των θέσεων δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τα 10 έτη. Επιπλέον απαγορεύει την αναμίσθωση, υπεκμίσθωση και την περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους, μια πρακτική δεκαετιών, που επέτρεπε την υπενοικίαση περιπτέρων σε τρίτους.

 

Τι μπορεί να πουλήσει ένα περίπτερο;

 

Τεκμηριωμένες πληροφορίες για τα προϊόντα που πουλούσε το περίπτερο μέχρι τις αρχές του Μεσοπολέμου και τα τέλη της δεκαετίας του 1940 δεν υπάρχουν. Το μόνο σίγουρο είναι πως στο περίπτερο υπήρχαν οι εφημερίδες, τα χύμα τσιγάρα και κάποια υποτυπώδη ζαχαρώδη προϊόντα. Νομικά, το διάταγμα που υπάρχει μιλάει για «ψιλικά» και για «προϊόντα ευτελούς αξίας». Τα περίπτερα πάντα εμπορεύονταν  πράγματα πρώτης ανάγκης, που απεικονίζουν τις καταναλωτικές συνήθειες και το επίπεδο διαβίωσης κάθε εποχής. Οι «περιπτεριούχοι» ή «περιπτεράδες» πωλούν μια μεγάλη ποικιλία αντικειμένων με βασικά τα τσιγάρα, τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Γενικά οι νόμοι ορίζουν ότι τα περίπτερα πρέπει να εξυπηρετούν τις τοπικές ανάγκες. Αυτά που βρίσκονται δίπλα σε νεκροταφεία ας πούμε μπορούν να πουλάνε λιβάνι. Για αυτό και τα περίπτερα σε τουριστικές περιοχές πουλάνε αγαλματάκια, ενώ περίπτερα σε εμπορικούς δρόμους πουλάνε ανδρικές ζώνες, γυαλιά ηλίου, μέχρι και…  τσεκούρια.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Το προϊόν που στήριξε το περίπτερο για αρκετές δεκαετίες δεν ήταν άλλο από τα τσιγάρα. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους τα περίπτερα διέθεταν χύμα τσιγάρα. Ο καθένας που ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο πήγαινε στο περίπτερο, άφηνε μερικές δραχμούλες και αγόραζε όσα τσιγάρα του επέτρεπε το βαλάντιό του. Σήμερα, από τα χύμα και με δελτίο τσιγάρα, έχουμε πάνω από 370 διαφορετικά brands καπνοβιομηχανικών προϊόντων μαζί με τους καπνούς για στρίψιμο και πλήθος άλλων αξεσουάρ για το κάπνισμα.

Οι εφημερίδες, που τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν το μοναδικό μέσω ενημέρωσης σε μια Ελλάδα που συνεχώς συνταρασσόταν από πολεμικές συγκρούσεις, αποτελούν το δεύτερο προϊόν. Οι καθημερινές εξελίξεις γίνονταν γνωστές μέσα από τις εκδόσεις των εφημερίδων, οι οποίες πολύ γρήγορα έγιναν μέρος της γκάμας των περιπτέρων. Σε πολλές περιπτώσεις για γεγονότα ιστορικής σημασίας, οι εφημερίδες τυπώνονταν τρεις και τέσσερις φορές, για να ενημερώσουν τους Έλληνες και η ανάρτηση των εφημερίδων στις προθήκες των περιπτέρων αποτελούσε ένα σημαντικό γεγονός για την καθημερινότητα των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων σε εποχές κρίσιμες για την πορεία και την ανάπτυξη της Ελλάδας. Μετά την πτώση της χούντας το 1973 αρχίζει η έκρηξη στον Τύπο, κυκλοφορούν πάρα πολλοί τίτλοι εφημερίδων και τα κυκλοφοριακά ρεκόρ καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα και ο ξένος Τύπος ανθεί, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπου οι ξένες εφημερίδες ήταν και η μόνη αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης.

Το περίπτερο της γειτονιάς όμως είχε κρεμασμένα με μανταλάκια και τα περιοδικά. Από το περίπτερο αγόραζαν το «ΡΟΜΑΝΤΣΟ» και το «ΦΑΝΤΑΖΙΟ», το Μικρό Ήρωα και το Μικρό Σερίφη, κι ακόμα το Πάνθεον, το Ντομινό, τη Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Εκεί και τα αγαπημένα κόμιξ των παιδιών, «Μπλέκ», «Όμπραξ» και «Μικρός Καουμπόϋ». Αργότερα και τα περιοδικά κοινωνικού κουτσομπολιού, που έκαναν γνωστούς στη γειτονιά τους φλογερούς έρωτες, τα πάθη και τις «δυστυχίες» των αστέρων της τηλεόρασης και του κινηματογράφου εκείνης της εποχής. Και τα τελευταία χρόνια περιοδικά με κείμενα και εικόνες ερωτικού περιεχομένου, σταυρόλεξα και Sudoku, βιβλία και άλλα έντυπα.

Από το 1940 στα περίπτερα άρχισαν να πωλούνται ζαχαρώδη και αναψυκτικά, τσίχλες και σοκολάτες. Δίπλα στα περίπτερα τοποθετούνται τα πρώτα ξύλινα ψυγεία με πάγο για χυμούς, αεριούχα ποτά και εμφιαλωμένο νερό. Οι παλιότεροι θυμούνται τις λεμονάδες και τις γκαζόζες της εταιρίας ΗΒΗ, που έδωσαν μια νότα δροσιάς και ξεκούρασης, τις πρώτες σοκολάτες γάλακτος της εταιρίας «ΙΟΝ Παυλίδης», που δημιούργησαν μια νέα εικόνα για το  περίπτερο, τις γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, το γλυφιτζούρι κοκοράκι, τις καραμέλες γάλακτος τυλιγμένες σε χρυσό χαρτί, το αυθεντικό παστέλι και το κάτασπρο μαντολάτο.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Τα επόμενα χρόνια το περίπτερο αποκτά σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και  διευρύνει την γκάμα των προϊόντων του και τις διαστάσεις του χώρου που καταλαμβάνει. Τα εμπορεύματα αυξάνονται με έμφαση στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής σε μια περίοδο που τα super market δεν έχουν κάνει ακόμα τη δυναμική τους εμφάνιση. Είναι η εποχή που προστέθηκαν στα περίπτερα και τα πρώτα ανδρικά αξεσουάρ, τα ιστορικά ξυραφάκια «Astor», που έμπαιναν στις παλιές ξυριστικές μηχανές, οι τσατσάρες, τα σαπούνια, οι οδοντόκρεμες KOLYNOS, τα βερνίκια και οι ασπιρίνες ή το Αλγκόν για τους πονοκεφάλους! Ένας μικρόκοσμος αγαθών και αντικειμένων πρώτης ανάγκης, που μετατρέπει το περίπτερο σε ένα μεγάλο – μικρό μαγαζί. Δειλά – δειλά αρχίζουν τα πρώτα περίπτερα να διευρύνουν τα ωράρια λειτουργίας τους, κάποια από αυτά αρχίζουν να διανυκτερεύουν και να διαφοροποιούνται μεταξύ τους και σε σχέση με τα προϊόντα στα οποία επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους. Υπάρχουν περίπτερα που εστιάζουν στον Τύπο, άλλα στα καπνικά και στα ζαχαρώδη και άλλα στα είδη ψιλικών.

Η δύναμη των περιπτέρων απογειώθηκε με την είσοδο σ΄ αυτά της λεγόμενης κρύας αγοράς, δηλαδή των παγωτών, που πουλάνε τα θερμά καλοκαίρια με τους καύσωνες. Τα ψυγεία των εταιριών ΕΒΓΑ, ΔΕΛΤΑ, ALGIDA, AΓΝΟ κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους στα περίπτερα και κορυφώνουν την εξέλιξη και την ευημερία τους. Από τα ψυγεία πάγου με τις γκαζόζες, βρίσκουμε πλέον στα περίπτερα σύγχρονα ψυγεία με κάθε είδος αναψυκτικών, ισοτονικών ποτών, φυσικών και παστεριωμένων χυμών, παγωτών και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης - Νίκος Ρίζος.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης – Νίκος Ρίζος.

Η έλευση των τηλεφώνων στην Ελλάδα δίνει μεγάλη ώθηση στα περίπτερα, που προσφέρουν μεγάλη εξυπηρέτηση για τους καταναλωτές της εποχής με τα τηλέφωνα για το κοινό. Οι δεκαετίες του ’50 και του ‘60 είναι οι δεκαετίες της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης και πλήθος ανθρώπων από την επαρχία συρρέουν στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Για τηλέφωνο στο σπίτι ούτε κουβέντα. Έτσι τα περίπτερα με τις τηλεφωνικές συσκευές τους και τα τηλέφωνα με μετρητές και αργότερα με κερματοδέκτες γίνονται ο κύριος τρόπος επικοινωνίας με συγγενείς και φίλους στους τόπους καταγωγής. Στο περίπτερο ήλθε το πρώτο τηλέφωνο στο χωριό, που καλυτέρεψε τη ζωή μας. Στο περίπτερο τα τηλεφωνήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, με το θλιβερό άγγελμα του θανάτου κάποιου αγαπημένου προσώπου στην Αυστραλία, με τα τηλεφωνικά αποτελέσματα της αγαπημένης μας ομάδας. Τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας, τα κινητά τηλέφωνα πυροδότησαν μεγάλες πωλήσεις και μεγάλους τζίρους από τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας και πλήθος άλλων τηλεφωνικών προϊόντων, όπως τηλεκάρτες και κάρτες προ-πληρωμής τηλεφωνικού χρόνου, που αγόραζαν οι μετανάστες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιστορικής εξέλιξης του περιπτέρου από μικρό κιόσκι σε μικρό πολυκατάστημα αποτελεί ένα διαφορετικό και πρωτοποριακό περίπτερο της Αθήνας. Το 1934 ο Γιάννης Γεωργακάς ίδρυσε με έναν συνεταίρο το πρώτο περίπτερο με το όνομα Μινιόν, που λειτούργησε αρχικά στην οδό Σταδίου και μετά στην Αιόλου 104. Την εποχή του Μεσοπολέμου, που τα περίπτερα αρκούνταν στην πώληση των δύο βασικών προϊόντων (καπνός και εφημερίδες), εκείνος κλείνει τις δύο πλαϊνές πτέρυγες του περιπτέρου του και τις μετατρέπει σε βιτρίνες, όπου εκθέτει διάφορα είδη όπως στυλό, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, σουγιάδες, ψαλίδια και άλλα, αιφνιδιάζοντας το κοινό. Το εγχείρημα του έμελλε να γίνει ο προπομπός του θρυλικού πολυκαταστήματος Μινιόν της οδού Πατησίων, που άρχισε να λειτουργεί το 1945 και εξελίχθηκε σταδιακά σε μεγάλο πολυκατάστημα, το πρώτο που έβαλε ηλεκτρικές σκάλες και ταμεία με μαγνητική ανάγνωση, με 120.000 είδη, 1.000 άτομα προσωπικό και 6 ορόφους. Ο έκτος όροφος μάλιστα άνοιγε μόνο κάθε Χριστούγεννα και πρωτολανσάρισε τον Άγιο Βασίλη, που ερχόταν με άρμα στο Μινιόν σε μια πρωτοποριακή  μορφή διαφήμισης του καταστήματος. Η προσπάθεια αυτή αντιμετωπίστηκε με αγάπη από τον κόσμο, βόλεψε τις αγοραστικές του συνήθειες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία των σύγχρονων πολυκαταστημάτων στην Ελλάδα. Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980, στη μέση της εορταστικής περιόδου, ένας εμπρησμός από αγνώστους, που δε βρέθηκαν ποτέ, κατέστρεψε το πολυκατάστημα. Από τη φωτιά διασώθηκε μόνο ο σκελετός του κτηρίου, που αποκαταστάθηκε και το κατάστημα επαναλειτούργησε, αλλά το 1983 η επιχείρηση κρατικοποιήθηκε και τελικά χρεοκόπησε και έκλεισε οριστικά το 1998.

 

Μινιόν

Μινιόν

 

Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν πάνω από 18.000 περίπτερα με τζίρο που ξεπερνά τα 5 δισ. Ευρώ. Από αυτά 5.000-6.000 βρίσκονται σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ στις επαρχιακές πόλεις αντιστοιχεί περίπου 1 περίπτερο για κάθε 1.000 κατοίκους, αν υπολογίσουμε ότι στο Άργος των 30.000 κατοίκων υπάρχουν 30 περίπτερα. Το μεικτό κέρδος τους υπολογίζεται στο 9-10% και τα ετήσια μεικτά κέρδη των ελληνικών περιπτέρων αγγίζουν συνολικά τα 500 εκατ. ευρώ. Τα είδη που πουλάνε τα περίπτερα μετά τη δεκαετία του 80 είναι πολλά και οι κωδικοί των προϊόντων τους (έντυπα, ζαχαρώδη προϊόντα, αναψυκτικά, νερά, γάλατα  γιαούρτι, χυμοί, παγωτά κλπ) ξεπερνούν τις 2.500! Σήμερα στα περίπτερα μπορεί να βρει κανείς κάθε είδους σνακς και ζαχαρώδη, μπισκότα και σοκολάτες, ενώ οι εταιρίες τσιγάρων διαθέτουν περισσότερες από 300 μάρκες. Ο χώρος του περιπτέρου είναι πλέον πάρα πολύ μικρός, γι αυτό και επεκτάθηκαν στα πεζοδρόμια, εμπλούτισαν τις προθήκες τους, άλλαξαν τα ωράρια και τους όρους εργασίας. Πολλά από αυτά θυμίζουν μίνι μάρκετ. Κι όμως, οι δικοί του προάγγελοι ήταν τα μικρά καπνοπωλεία, που εμφανίστηκαν αμέσως μετά το 1821 στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα. Και, παρά τις αλλαγές, με δεδομένο ότι ο θεσμός των περιπτέρων ξεπέρασε τα 100 χρόνια ζωής και συνεχίζει να εξελίσσεται, δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από το πιο επιτυχημένα κοινωνικά κι επιχειρηματικά εγχειρήματα του ελληνικού κράτους.

Το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε, και ελπίζουμε να μην αλλάξει ποτέ, είναι ο ρόλος του περιπτέρου και του περιπτερά στην καθημερινότητά μας. Ο περιπτεράς της γειτονιάς είναι «ο άνθρωπός μας», εκείνος που μας περιμένει ανοικτός μέχρι αργά και τις Κυριακές, ο άνθρωπος που ξέρει το όνομά μας, τα τσιγάρα που καπνίζουμε ή τη μάρκα σοκολάτας που προτιμάμε, εκείνος που θα μας πει την  πρώτη καλημέρα και την τελευταία φιλική καληνύχτα. Ο άνθρωπος που ξέρει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, που θα δώσει πληροφορίες στον ξένο και τον  περαστικό, ο πιστός σύντροφος των απανταχού ξενύχτηδων.  Αυτός είναι ο περιπτεράς μας! Και με βροχή και με κρύο και πρωί και νύχτα, ο περιπτεράς είναι  πάντοτε στις επάλξεις για να μας εξυπηρετήσει. Μια δύσκολη δουλειά με ατελείωτα ωράρια και μεγάλους κινδύνους από κλοπές και ληστείες. Αρκεί να σημειώσουμε ότι σήμερα, το 2013, τα περίπτερα δεν έχουν ύδρευση, μια βρύση για να πλένουν οι περιπτεράδες  τα χέρια τους και κάνουν την ανάγκη τους σε … μπουκάλια, όταν τα γειτονικά μαγαζιά δεν τους επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα τους, γιατί συνήθως είναι … στα μαχαίρια, επειδή τους κρύβουν τη θέα ή τους κόβουν την πελατεία. Υπάρχουν βέβαια και πολλά περίπτερα σήμερα, που έχουν κλιματισμό και έναν ωφέλιμο χώρο, που επιτρέπει κάποιες ανέσεις σε σχέση με το παρελθόν.

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό φαινόμενο των περιπτέρων να αποτελεί παγκόσμια πατέντα, αλλά υπάρχουν και χώρες, όπως Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ουγγαρία και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που έχουν τα δικά τους περίπτερα. Οι Έλληνες είχαν την ιδέα, οι ξένοι τα εκσυγχρόνισαν και στο εξωτερικό όχι μόνο υπάρχουν περίπτερα, αλλά ορισμένα από αυτά αποτελούν και έργα τέχνης!

Περίπτερο στην Γερμανία

Περίπτερο στην Γερμανία

Μπορεί η ιδέα των επιχειρήσεων αυτού του είδους να είναι ελληνική, ωστόσο οι Ευρωπαίοι πάτησαν πάνω σε αυτή και την ανέπτυξαν, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν εξαιρετικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν στο κοινό, αλλά και βοηθούν τους ίδιους τους περιπτεράδες να εργάζονται ως άνθρωποι. Από το Βερολίνο μέχρι την Πίζα και από το Κάιρο μέχρι την Ιαπωνία, τα περίπτερα είναι αρκετά και εντυπωσιακά. Περίπτερα που να πουλούν μόνο έντυπα και τσιγάρα έχουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία.

Το περίπτερο και ο ρόλος του περιπτερά πρέπει να μείνει ζωντανός, γιατί το μέγεθος της προσφοράς του είναι μεγάλο. Από το 1911 που λειτούργησε το πρώτο περίπτερο στην Πανεπιστημίου μέχρι σήμερα, το ελληνικό περίπτερο έχει διανύσει 102 χρόνια ζωντανής ιστορίας άρρηκτα συνδεδεμένης με τις χαρές μας, τις λύπες μας, τις αναμνήσεις μας, τη ζωή μας. Είναι μέρος της ιστορικής μνήμης του λαού και κομμάτι της μνήμης του καθενός από εμάς. Είναι  η παιδικότητά μας, η εφηβεία και η ωριμότητά μας. Μετά από ιστορία εκατό και πλέον χρόνων το περίπτερο φαίνεται ότι, όπως και όλη η χώρα, θα περάσει και αυτό σε μια νέα εποχή. Ευχή και προσδοκία όλων είναι και μετά από 100 χρόνια να τιμάμε άλλον έναν αιώνα ζωής και εξέλιξης των περιπτέρων στην Ελλάδα.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κάππος  Κ. Θανάσης, «Τα περίπτερα της Αθήνας», Εκδ. Αλήθεια 2010.
  • Κιούσης Γιώργος, Στης τρόικας τον καιρό στενάζουν και τα περίπτερα, εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
  • Μανιάτης Δημ., Τα περίπτερα της Αθήνας, εφημερίδα Τα Νέα, 11-1-2011
  • Μπασκόζος  Γιάννης, Από τους αναπήρους πολέμου στις επιχειρήσεις τοτ σήμερα,  εφημερίδα Το Βήμα.
  • Πετρόπουλος Ηλίας, «La kiosque grec» , Παρίσι, 1976.
  • Πλακόπουλος Γιάννης, «Ένας Αιώνας κι Ένας Χρόνος Περίπτερο», επετειακό λεύκωμα.
  • Σελλά Όλγα, Περίπτερα, τα πρώτα μικρά «πολυκαταστήματα» της Αθήνας,  εφημερίδα  Καθημερινή.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Ο αριθμός 7


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», κείμενο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο αριθμός 7»

 

Η επιστήμη των αριθμών αποτελεί το θεμέλιο κάθε γνώσης σε όλους τους πολιτισμούς. Από την αρχαιότητα δεν υπάρχει λαός  με φιλοσοφία ή παράδοση, που να μην δίνει μεγάλη σημασία στους αριθμούς. Χαλδαίοι, Βαβυλώνιοι, Κινέζοι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Ίνκας και άλλοι λαοί χρησιμοποίησαν τους αριθμούς για να εκφράσουν τις κοσμογονικές τους αντιλήψεις. Μερικοί αριθμοί ωστόσο, όπως το 3, το 4, το 7 και το 9, προσέλκυσαν την ιδιαίτερη προσοχή των ανθρώπων. Τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στη φύση, οι συμπτώσεις, οι συνδυασμοί, τα διάφορα περιστατικά, που συνδέθηκαν με τους αριθμούς αυτούς, έδωσαν αφορμή να αναπτυχθεί ένα είδος μυστηριακής λατρείας γύρω τους.

Ο αριθμός 7

Ο αριθμός 7

Οι δοξασίες γύρω από τον αριθμό 7 κυριάρχησαν στους περισσότερους λαούς της αρχαιότητας και ο απόηχός τους φτάνει ως τις μέρες μας ερεθίζοντας το νου και του σημερινού ανθρώπου. Ο αριθμός 7 θεωρείται ιερός και συμβολικός και κλείνει μέσα του μια δύναμη μυστηριακή. Αν προσπαθήσουμε να αναφέρουμε όλα τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μυστηριώδη αριθμό, θα χρειαστούμε ολόκληρο βιβλίο. Ας δούμε όμως μερικές εφαρμογές του αριθμού 7:

Κατά τους Πυθαγόρειους ο αριθμός 7 είναι «αμήτωρ», αφού δεν είναι γινόμενο παραγόντων. Είναι ακόμη το σύμβολο της τελειότητας, γιατί είναι άθροισμα του 3 και του 4, που εκφράζουν τα δύο τέλεια γεωμετρικά σχήματα, το ισόπλευρο τρίγωνο και το τετράγωνο. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το 7 ως μυστηριώδη αριθμό και για τις γεωμετρικές του ιδιότητες, επειδή 7 σημεία δεν μπορούν να δημιουργήσουν συμμετρία σε ένα κύκλο!

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ακόμα τον αριθμό 7 ως εικόνα και πρότυπο της τάξης και της αρμονίας στη φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία (σύμβολο της θείας τριάδας σε όλους τους λαούς, χριστιανικούς και παγανιστικούς), στην οποία προστίθεται το ένα ή η θεία μονάδα (3Χ2+1=7).

Για τους Ανατολικούς λαούς οι 7 πλανητικές σφαίρες αντιπροσωπεύονται από τους 7 κρίκους, που φορούν οι γυναίκες στα 7 μέρη του σώματος, που διακοσμούνται (κεφάλι, λαιμό, χέρια, πόδια, αυτιά, μύτη και μέση). Η κινέζικη φιλοσοφία 7 σημεία θεωρεί ως θεμελιώδη (αέρας, νερό, μέταλλο, αιθέρας, φωτιά, ξύλο και γη).

Οι αρχαίοι ανατολικοί λαοί πίστευαν ότι 7 ήταν οι μεγάλες θεότητες και 7 τα μεγάλα αστέρια. Οι Χαλδαίοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Ινδοί και Πέρσες μέτρησαν τους 7 πλανήτες, τα 7 άστρα της μεγάλης Άρκτου και τα 7 της μικρής Άρκτου. Οι Μουσουλμάνοι δικαιούνται να έχουν 7 γυναίκες σύμφωνα με το Κοράνι. Κάθε φάση της Σελήνης διαρκεί 7 ημέρες.

Για τους Εβραίους 7 μέρες κρατούσαν οι γιορτές της σκηνοπηγίας , 7 χρόνια διαρκούσε το Σαββατικό έτος και 7 τέτοια έτη αποτελούσαν το Ιωβηλαίο. Επτά ιερείς με 7 σάλπιγγες γύριζαν γύρω από την Ιεριχώ για 7 μέρες και την 7η ημέρα έκαναν 7 φορές το γύρω των τειχών της. Επτάφωτη ήταν η ιερή λυχνία, την έβδομη μέρα από την γέννηση γινόταν η περιτομή των αγοριών, επτά φορές συγχωρούνταν τα αμαρτήματα, στο επταπλάσιο ο κλέφτης αποζημίωνε τον παθόντα.

Η αρχαία Ελλάδα είχε 7 σοφούς (Θαλής, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Πιττακός, Σόλων και Χίλων) και η εκπαίδευση των αγοριών στην αρχαία Σπάρτη άρχιζε στα επτά τους χρόνια. Οι ελεύθερες τέχνες στην αρχαιότητα ήταν 7  (γραμματική, ρητορική, διαλεκτική, αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία) και  7  τα θαύματα του αρχαίου κόσμου (Κολοσσός Ρόδου, πυραμίδα Χέοπος, Μαυσωλείο  Αλικαρνασσού, Φάρος Αλεξάνδρειας, κρεμαστοί κήποι Βαβυλώνας, Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και Ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο). 7 στρατηγοί εκστρατεύσανε κατά της Θήβας στους «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου (Άδραστος –Πολυνείκης – Τυδέας – Αμφίαραος – Καπανέας – Ιππομέδοντας – Παρθενοπαίος) και 7 ήρωες (Ετεοκλής – Πολυφόντας – Μελάνιππος – Μεγαρέας – Ύπερος – Λασθένης – Άκτορας) υπερασπίστηκαν τις 7 πύλες της Θήβας.

7 πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου (Χίος, Σμύρνη, Κύμη, Κολοφών, Πύλος, Άργος, Αθήνα) και με 7διπλο βοδινό δέρμα ήταν φτιαγμένη η ασπίδα του Αίαντα στην Ιλιάδα. Οι Αρχαίοι Έλληνες χώριζαν τους ωκεανούς του κόσμου σε 7 θάλασσες (Αιγαίο,  Μεσόγειο, Αδριατική, Μαύρη, Ερυθρά,  Κασπία, Περσικό Κόλπο).

Στον 7ο μήνα της κύησης πρέπει να γεννηθεί το έμβρυο για να επιζήσει, στον 7ο μήνα ζωής βγάζει δόντια και στο 7ο έτος τα ανανεώνει. Σε επτάδες χώριζαν την ηλικία του ανθρώπου (ως 7 βρεφική, ως 14 παιδική, 21 εφηβική, 28 νεανική, 35 ωριμότητα, 42 ακμή κ.λ.π.), 7 είναι τα ανοίγματα της κεφαλής (2 μάτια, 2 αυτιά, 2 ρουθούνια, 1 στόμα), 7 τα σπλάχνα (στομάχι, καρδιά, σπλήνα, συκώτι, πνευμόνι και 2 νεφροί), 7 και οι αποκρίσεις του ανθρώπινου οργανισμού (δάκρυ, μύξα, σάλιο, σπέρμα, ούρα, κόπρανα και ιδρώτας).

Ο Όμηρος θέλει 7 τις αγέλες των βοδιών του Απόλλωνα, 7 χορδές έχει η λύρα του, επτάπηχο ανδριάντα του δώρισαν οι Αιγύπτιοι. Ο Οδυσσέας έμεινε 7 χρόνια στο νησί της Καλυψώς και στο μύθο του Θησέα 7 παλικάρια και 7 κόρες έστελναν για τροφή στο Μινώταυρο.

Ξεχωριστή θέση έχει ο αριθμός 7 και στην Παλαιά διαθήκη: Οι μέρες της Δημιουργίας ήταν 7, την 7η ημέρα έπλασε ο θεός τον άνθρωπο και η 7η ημέρα της Δημιουργίας είναι ημέρα ανάπαυσης και αργίας και συμβολίζει την ολοκλήρωση και την τελειότητα!. Το Πάσχα διαρκούσε 7 ημέρες. Ο Νώε έβαλε στην κιβωτό 7 ζεύγη ζώων και πτηνών, Ο Κατακλυσμός άρχισε 7 μέρες μετά την είσοδο του Νώε στην κιβωτό, την 7η μέρα μετά τον Κατακλυσμό έστειλε ο Νώε το περιστέρι έξω και 7 ημέρες και 7 νύκτες ταξίδεψε το περιστέρι μέχρι να επιστρέψει στην Κιβωτό.  Ο Φαραώ ονειρεύτηκε 7 παχιές και 7 αδύνατες αγελάδες, καθώς και 7 καρποφόρα και 7 άκαρπα στάχια. Η λυχνία του Μωυσή ήταν επτάφωτη.  Ο βασιλιάς Δαβίδ 7 φορές την ημέρα υμνούσε το Θεό και 7 πλεξίδες είχαν τα μαλλιά του Σαμψών, που του έδιναν τη δύναμή. Ο αριθμός 7 χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη 70 φορές!

Η Ρώμη χτίστηκε πάνω σε επτά λόφους, όπως και η Κωνσταντινούπολη, που είχε και επτά ονόματα (Βυζάντιο, Νέα Ρώμη, Αντωνία, Θησαυρός του Ισλάμ, Διαχωριστής του Κόσμου, Ινσταμπούλ, και Κωνσταντινούπολη.), πολιορκήθηκε από τους Μωαμεθανούς 7 φορές και αλώθηκε μετά από 7 εβδομάδες από τον έβδομο Σουλτάνο των Οσμανιδών.

Στην ορθόδοξη εκκλησία 7 είναι τα ιερά μυστήρια (Γάμος, Βάπτιση, Χρίσμα, Ευχέλαιο, Μετάληψη, Εξομολόγηση, Ιεροσύνη),  7 είναι τα θαύματα του Χριστού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη,  7 οι κύριες αρετές (ταπεινότητα, ευσπλαχνία, αγνότητα, φιλαλληλία, επιείκεια, καλοσύνη, εργατικότητα),  7  τα θανάσιμα αμαρτήματα ((φιλαργυρία, πορνεία, γαστριμαργία, φθόνος, οργή, ακηδία) και 7 οι ευχές που περιέχει το «Πάτερ ημών», 3 για το Θεό (αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου) και 4 για τις ανάγκες του ανθρώπου (τον άρτον ημών δος, άφες τα οφειλήματα, μη εισενέγκεις εις πειρασμόν, ρύσαι από του πονηρού).

Τα χρώματα του φάσματος και του ουράνιου τόξου είναι7 (κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο, βαθυγάλαζο, βιολετί). Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες υποψίες ότι ο Νεύτων, που μίλησε πρώτη φορά για τα χρώματα, διέκρινε έξι χρώματα και πρόσθεσε το χρώμα indigo – βαθυγάλαζο, λουλακί – για να συμπληρωθεί ο «μαγικός» αριθμός επτά.

Οι  νότες του πενταγράμμου 7, οι φθόγγοι της μουσικής 7 (do, re, mi, fa, sol, la, si ), 7  και της βυζαντινής μουσικής (πα, βου, γα, δι, και, ζω, νι), 7 οι καλές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, ποίηση, χορός, μουσική και κινηματογράφος),  7 τα μέταλλα των αλχημιστών ( χρυσός,  άργυρος,  υδράργυρος,  χαλκός, σίδηρος, κασσίτερος, μόλυβδος),  7 τα άστρα στον αστερισμό Πλειάδες, (Αλκυόνη, Μερόπη, Ηλέκτρα, Ταϋγέτη, Κελαινώ, Μαία, Αστερόπη),  7 οι ουρανοί του κόσμου και  7 τα κακά της μοίρας μας!.

Στη δημώδη γλώσσα υπάρχουν πολλές λέξεις με πρώτο συνθετικό το εφτά: εφτάδιπλος, εφτάζυμο, εφταήμερο, εφτάπηχος, εφτάψυχος, εφταμηνίτικος, εφτάστερος, εφτασφράγιστος, εφτάφωτος, επτάλοφος, επταπύργιο, Επτάνησα, Επταχώρι, επταδάκτυλος, επτάχορδος, εφτασύλλαβος και «7 τραγούδια θα σου πω / για να διαλέξεις το σκοπό / που θα μου πεις και θα σου πω / το σ’ αγαπώ» έλεγε το γνωστό τραγούδι του Χατζηδάκι, Τα Επτάνησα του Ιονίου πελάγους είναι 7 ( Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Λευκάδα, Κύθηρα και Παξοί),  7 οι νάνοι στη Χιονάτη, 7 χρόνια κράτησε η δικτατορία του 67,  7 τα φωνήεντα της αλφαβήτου, 7up το γνωστό αναψυκτικό και τη θύρα 7 έχουν οι φανατικοί φίλοι του Ολυμπιακού!

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αριθμός αυτός κρύβει κάτι το ξεχωριστό και μυστηριώδες, αφού από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαδεύει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο την ζωή μας.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Η ιστορία των μαθητικών παρελάσεων


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Η ιστορία των μαθητικών παρελάσεων»

 

Γίγαντες του Πότσδαμ

Γίγαντες του Πότσδαμ

Στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν ήταν υπό διαμόρφωση τα εθνικά κράτη, ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος ίδρυσε ένα τάγμα παρελάσεων, στο οποίο γίνονταν δεκτοί άνδρες με ελάχιστο ύψος ένα μέτρο και ογδόντα εκατοστά. Οι «Γίγαντες του Πότσδαμ», όπως έμειναν στην Ιστορία, ήταν στην πραγματικότητα ένα τάγμα, το οποίο εξυπηρετούσε την ανάγκη του στρατοκράτη μονάρχη να βλέπει ένστολους να παρελαύνουν με τις φανταχτερές ενδυμασίες τους εντός των ανακτόρων. Η επινόηση αυτή του Φρειδερίκου της Πρωσίας αποθεώθηκε το 19ο αιώνα στη Γερμανία και στις αρχές του 20ου αιώνα καθιερώθηκε και σε άλλα κράτη με τη συμμετοχή στρατιωτικών ή και μαθητικών τμημάτων.

Στην Ελλάδα παρελάσεις με τη συμμετοχή μαθητών πραγματοποιούνται σποραδικά από τα τέλη του 19ο αιώνα ως μέρος των εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899 μαθαίνουμε ότι κατά την «εθνική εορτή» όλοι οι μεγάλοι δρόμοι της Αθήνας ήταν σημαιοστολισμένοι, ενώ στρατιωτικά σώματα μετά τη δοξολογία πραγματοποίησαν παρέλαση στην οδό Σταδίου, «με τη μουσική επικεφαλής». Κατά τον αρθρογράφο «Ιδιαιτέραν αίσθησιν έκαμεν η πρώτην φοράν εφέτος γενομένη παρέλασις των μαθητών των νομαρχιακών σχολείων Αττικής κατά τετράδες βαινόντων με την ελληνικήν σημαίαν εμπρός».

 

Εφημερίδα «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899.

Εφημερίδα «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899.

 

Από τις αρχές του 20ου αιώνα από την εφημερίδα «Εμπρός» μαθαίνουμε ότι κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1914, οι μαθητές στο Άργος και τη Λάρισα συμμετείχαν σε λαμπαδηφορία, ενώ στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της νύχτας «εγένετο λαμπρά παρέλασις προ των Ανακτόρων και δια των κεντρικοτέρων οδών, των στρατιωτικών λαμπαδηφορούντων, των δε μαθητών του Γυμνασίου μετά ανηρτημένων ενετικών φανών τη συνοδεία της μουσικής  έψαλλον το εμβατήριο »Ήπειρος»».

Στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1924 τα σχολεία εμφανίζονται παραταγμένα και είναι έτοιμα να παρελάσουν μαζί με το στρατό, αλλά από τους εορτασμούς «απουσίαζε» ο Βασιλιάς, μιας και η μέρα εκείνη συνέπεσε με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Τα επόμενα χρόνια αναφέρονται μόνο πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών που πλαισιώνουν τη στρατιωτική παρέλαση. Το 1932 στην Αθήνα τα σχολεία συμμετέχουν μαζί με τους προσκόπους, τη «φρουρά της πόλης» και τις «εθνικιστικές οργανώσεις» σε παρέλαση ενώπιον επισήμων στον Άγνωστο Στρατιώτη. Η παρουσία, επομένως, μαθητών στις παρελάσεις μέχρι το 1936 δεν έχει επίσημο και πανελλαδικό χαρακτήρα. Οργανώνεται με πρωτοβουλία τοπικών ή σχολικών φορέων.

 

Παρέλαση στο Άργος

Παρέλαση στο Άργος

 

Η κατάσταση αυτή άλλαξε το 1936, όταν την 25η Μάρτιου μπροστά από το διορισμένο πρωθυπουργό Μεταξά και το Βασιλιά «Πρώτον παρήλασαν τα σχολεία, αι οργανώσεις, οι τροχιοδρομικοί, αντιπροσωπεία χωρικών Μακεδόνων με τας εθνικάς των ενδυμασίας, οι παλαιοί πολεμισταί και ακολούθησε το στράτευμα», όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «’Εθνος».

Μεταξάς

Μεταξάς

Όταν λίγους μήνες αργότερα ο Μεταξάς θα επιβάλει δικτατορία, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της στρατιωτικής συνείδησης της νεολαίας και θα χρησιμοποιήσει τις παρελάσεις ως όργανα για την επίτευξη των σκοπών του. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά οι παρελάσεις πραγματοποιούνται την 25η Μαρτίου, στην επέτειο της επιβολής της 4ης Αυγούστου και σε άλλες τοπικές «εθνικές εορτές». Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του μετά από την παρέλαση της 25 Μαρτίου του 1938, στην οποία πήραν μέρος υποχρεωτικά 50.000 νέοι και παιδιά της περιοχής πρωτευούσης: Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! Χθες στο πεδίον του Άρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Έργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνας και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Αι φάλαγγες της ΕΟΝ ατέλειωτοι! Όλοι ντυμένοι!  Ήταν η εποχή που οι μαθητικές παρελάσεις εντάσσονται επίσημα στο πρόγραμμα των εορτασμών των εθνικών επετείων. Γυμναστικές επιδείξεις, παρελάσεις και λαμπαδηφορίες έδιναν έμφαση στο στρατιωτικό πνεύμα και στην πειθαρχία των νέων.

Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μαθητικές παρελάσεις καταργήθηκαν στο σύνολο των δυτικών κρατών της Ευρώπης.  Στην Ελλάδα ωστόσο, οι μαθητικές παρελάσεις που επέβαλε ο Μεταξάς συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας. Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης δεν αμφισβήτησαν την αναγκαιότητα των υποχρεωτικών μαθητικών παρελάσεων, αλλά προσπάθησαν να απαλύνουν τις ακρότητες του στρατιωτικού καθεστώτος και να προσαρμόσουν τον καταναγκασμό στα “δημοκρατικά ήθη”. Ούτε η Αριστερά ζήτησε τότε να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις. Απαίτησε μόνο να συμπεριληφθούν στους παρελαύνοντες και τα σωματεία των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης.

 

Καποδιστριακό Άργος.  Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

 

Για μία και μόνο φορά έθεσε θέμα κατάργησης των μαθητικών παρελάσεων ως αναχρονιστικού θεσμού το Φεβρουάριο του 1984 η φιλοκυβερνητική εφημερίδα “Ειδήσεις”, που έγραψε: Άξια για κάθε έπαινο η πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας να θέσει τέρμα στις παρελάσεις των μαθητών. Το ολοκληρωτικής νοοτροπίας έθιμο της στρατιωτικοποίησης  των νέων, ακόμα και των εξάχρονων παιδιών, με τη «ζύγιση» και τη «στοίχιση», με την «κεφαλή δεξιά», με την απόδοση τιμών στον υπουργό, στο νομάρχη ή στο δεσπότη, δεν συναντάται στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Όχι πάντως στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Γιατί καλλιεργεί στη νέα γενιά ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας, τέτοια που ελάχιστα συμβάλλει στη διαμόρφωση ελεύθερων κι ανεξάρτητων συνειδήσεων. Την ίδια μέρα, όμως, ο τότε υπουργός Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης έσπευσε να διαψεύσει την είδηση, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι ούτε απόφαση ούτε παρόμοια σκέψη υπήρχε.

Παρέλαση στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, δεκαετία 1930.

Παρέλαση στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, δεκαετία 1930.

Τα τελευταία χρόνια ακούγονται φωνές από πολλούς που διαφωνούν και θεωρούν ότι η παρέλαση επισκιάζει τον παιδευτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει για το σχολείο ο εορτασμός των εθνικών επετείων. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Άλκης Ζέη: «Οι μαθητικές παρελάσεις, που κληρονομήσαμε από το Μεταξά, δεν έχουν νόημα. Πουθενά αλλού δεν γίνονται. Τη 14η Ιουλίου οι Γάλλοι πολίτες βγαίνουν και χορεύουν στους δρόμους. Πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους γιορτής, πιο ζωντανούς. Όμως εμείς φανατιζόμαστε. Φοβόμαστε μη χάσουμε τη σημαία μας…».

Κανένας υπουργός όμως δεν αμφισβήτησε τη σχέση των μαθητικών παρελάσεων με τη διαδικασία της εκπαίδευσης. Οι μαθητικές παρελάσεις θεωρούνται γενικά  ως εκδηλώσεις, που τιμούν τους αγώνες των προγόνων και παρουσιάζουν τους νέους ως συνεχιστές του ένδοξου παρελθόντος.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 Βιβλιογραφία


  • Εφημερίδες: Έθνος, Ειδήσεις, Ελευθεροτυπία, Εμπρός.
  • Λιναρδάτος Σπύρος, «4η Αυγούστου», Θεμέλιο, Αθήνα 1998.
  • Μαχαιρά Ελένη, «Η Νεολαία της 4η Αυγούστου», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1987.
  • Μεταξάς Ιωάννης, «Λόγοι και σκέψεις», Ίκαρος, Αθήνα 1969.
  • Ρούσσος Γεώργιος, «Νεότερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», 1826-1974, Αθήνα, 1975.

Read Full Post »

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Read Full Post »

Τεκτονικές Στοές Άργους


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Τεκτονικές Στοές Άργους»

Πέπλο σιωπής και απόλυτο σκοτάδι υπάρχει σε ότι αφορά τις δυο τεκτονικές στοές που ιδρύθηκαν στο Άργος, μετά την στέψη του Γεωργίου του Α΄ ως βασιλιά των Ελλήνων το 1863 και την ενσωμάτωση των Ιονίων νήσων, που έφερε ως προίκα του.[1]

Η πρώτη στοά ιδρύεται το 1863 με το όνομα «Πρόνοια» και η δεύτερη – ένα χρόνο μετά – το 1864, με το όνομα «Πρόοδος». Τα γεγονότα – και τα πρόσωπα που έπαιξαν κύριο ρόλο – που συνέβαλαν στην επανεμφάνιση του τεκτονισμού στην Ελλάδα μετά την απομάκρυνση, το 1862, του Όθωνα και τον ερχομό του Γεωργίου του Α΄ στον θρόνο της Ελλάδος, περιγράφονται από τον Νέστωρα Λάσκαρη, στην εγκυκλοπαίδεια της «Ελευθέρας Τεκτονικής» στο λήμμα « Ελλάς» σελ.376 ως εξής:

« Περί τα τέλη του 1863 ιδρύεται εν Αθήναις υπό της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας Στοά υπό το διακριτικόν όνομα « Πανελλήνιον». Την σύστασιν της Στοάς ταύτης επηκολούθησεν η των Στοών « Αρχιμήδης» εν Πάτραις, « Ποσειδών» εν Πειραιεί, « Παίδες Λεωνίδου» εν Σύρω, « Πρόνοια» εν Άργει, « Σκουφάς» εν Χαλκίδι, «Ανεξαρτησία» εν Λαμία. Αι επτά αύται Στοαί συνενωθείσαι εζήτησαν δια κοινού εγγράφου περί τας αρχάς του 1864 την άδειαν παρά της προϊσταμένης αυτών αρχής, της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας όπως συστήσωσιν ανεξάρτητον Μεγάλην Ανατολήν της Ελλάδος.

Η Μεγάλη όμως Ανατολή της Ιταλίας ηρνήθη να παράσχει την άδειαν ταύτην, απλώς δε μόνον επέτρεψε την ίδρυσιν Διευθυντηρίου τεκτονικού υπό την αιγίδα της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας. Ούτως η Ανώτατη Διοίκησις του εν Ελλάδι Τεκτονισμού απηρτίσθη εκ των αδελφών Σπήλιου Αντωνοπούλου και Δ. Μαυροκορδάτου, υπουργών, και Ν. δαμασκηνού, καθηγητή Πανεπιστημίου. Αναπληρωτής δε του τυχόν εκ των τριών κωλυομένου ωρίσθη ο καθηγητής Πανεπιστημίου Ι. Παπαδάκης. Το Διευθυντήριον ευθύς άμα τη συστάσει του άρχισε να ιδρύει νέας Στοάς μεταξύ των οποίων τον « Ρήγαν Φεραίον» εν Λαμία, την « Ποσειδωνίαν» εν Πειραιεί, την « Πρόοδον» εν Άργει και την « Κέρκυραν» εν Κερκύρα.

Βλέπουμε ότι η « Μεγάλη Ανατολή» της Ιταλίας είναι η μητέρα στοά, αυτή ιδρύει και αυτή καθοδηγεί τις θυγατρικές τεκτονικές στοές στην Ελλάδα από την έδρα της στην Φλωρεντία.

Την πρώτη στοά που ιδρύει, είναι στην Πρωτεύουσα Αθήνα με το όνομα «Πανελλήνιον».

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου, 1826.

Η σφραγίδα της Τεκτονικής Στοάς Ναυπλίου, 1826.

Με το όνομα όμως «Πανελλήνιον» γνωρίζουμε ότι λειτούργησε στο Ναύπλιο η πρώτη τεκτονική στοά της Ελλάδος από το 1825. ( Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, Τεκτονική στοά Ναυπλίου, 19/12/2012).

Γιατί λοιπόν δεν επανασυστήθηκε στο Ναύπλιο και το διακριτικό όνομα «Πανελλήνιον» μεταφέρθηκε στην νέα πρωτεύουσα από τη παλιά;

Γιατί η στοά έγινε στο Άργος και όχι στο Ναύπλιο; Ίσως το όνομα « Πανελλήνιον» ν’ ανήκει μόνο στην τεκτονική στοά της Πρωτεύουσας της Χώρας. Αλλά ίσως και τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την αποτυχία της «Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862» να έπαιξαν καθοριστικό αρνητικό ρόλο, μιας και το Ναύπλιο ήταν από παντού ρημαγμένο, σε αντίθεση με το Άργος που – συγκριτικά- ανθούσε οικονομικά και υπερίσχυε πολιτικά.

Το 1864  ιδρύονται 13 συνολικά στοές σε 8 πόλεις ( Αθήνα, Πάτρα, Πειραιάς, Σύρος, Άργος, Χαλκίδα, Λαμία, Κέρκυρα) μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε μια χώρα που όχι μόνο δεν είχε στα 35 χρόνια περίπου που ήταν ελεύθερη, τεκτονική δραστηριότητα, αλλά η τεκτονική παρουσία ήταν αυστηρώς απαγορευμένη.

Ο τεκτονισμός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην προεπαναστατική περίοδο στην Ελλάδα,  στο άρθρο «Τεκτονισμός- Συμβολή στην Επανάσταση του 1821 – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού 7/10/2009», θα βρει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης αρκετές πληροφορίες γι’ αυτό – υποχρεώθηκε από τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια να σταματήσει την δράση του και να διαλύσει τις οργανώσεις του.

Ο « Μεγάλος Διδάσκαλος της Εθνικής Μεγάλης Στοάς» Ευστ. Λιακόπουλος στο βιβλίο του «Ο Τεκτονισμός στην Ελλάδα» περιγράφει με σαφήνεια το πώς και το γιατί ο Ι. Καποδίστριας διέλυσε όλες τις « Μυστικές Εταιρείες» που λειτουργούσαν τότε στην χώρα μας.

«Οι λόγοι που έκλεισε απότομα η προεπαναστατική περίοδος του Ελληνικού Τεκτονισμού είναι δυστυχώς καθαρά ιστορικοί και ταυτίζονται με εκείνους που προσδιόρισαν τη μοίρα του νέου Ελληνισμού».

Διονύσιος Ρώμας. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”.

Διονύσιος Ρώμας. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”.

Η Επανάσταση στην τελική της φάση επέζησε κυριολεκτικά χάρις στις «προστάτιδες» δυνάμεις εξαιτίας της απρόσμενης εμφάνισης του παράγοντα Ιμπραήμ στο πεδίο της μάχης. Έτσι οι ξένοι με τη μεγαλύτερη άνεση επέβαλλαν  στο ασθενικό πια κρατίδιο τους δικούς τους πολιτικούς πειραματισμούς. Οι φυσικοί ηγέτες αυτού του τόπου, που γνώριζαν την ψυχολογία του λαού και μπορούσαν να του επιβληθούν με τον τρόπο τους , παραχώρησαν τη θέση τους σε μια «επιβεβλημένη» ηγεσία και διοίκηση, με όλα τα παρεπόμενα κακά.

Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, τέκτονας ο ίδιος και φιλελεύθερος, απαρνήθηκε και τις δυο του αυτές ιδιότητες με πόνο ψυχής φαντάζομαι, κάτω από το βάρος μιας σκληρής πραγματικότητας. Αναγκάστηκε να καταργήσει το Σύνταγμα [2] και να κυβερνήσει δικτατορικά για να επιβάλλει κάποια τάξη στο χάος που είχε δημιουργηθεί.

Στις 8 Ιουνίου του 1828 με την υπ’ αριθ. 2953 Μυστική Εγκύκλιο του προς το « Πανελλήνιον» [3] ζητεί τη διάλυση των Μυστικών Εταιρειών, στη συνέχεια δε στις 22 Αυγούστου 1831 καλεί τους Υπαλλήλους να δηλώσουν ότι δεν ανήκουν σε Μυστικές Εταιρείες επί ποινή απολύσεως. Στην πρώτη εγκύκλιο του περιλαμβάνει στις Μυστικές Εταιρείες που δεν συμβιβάζονται με τα «κατά νόμους καθεστώτα» και «την από αιώνων γνωριζομένην από του ονόματος της Αδελφοποιίας ή Αγάπης».

Έτσι, εντελώς άδοξα έκλεισε η πρώτη αληθινά λαμπρή περίοδος του «προεπαναστατικού τεκτονισμού» στην Ελλάδα».

Είδαμε ότι οι τεκτονικές στοές που ιδρύονται στο τέλος του 1863 είναι εξαρτημένες από την Τεκτονική στοά «Μεγάλη Ανατολή» της Ιταλίας με έδρα της την Φλωρεντία και ως δορυφόροι της καθοδηγούνται από αυτήν.  Σύντομα όμως οι νέες  στοές αναπτύσσονται διασυνδέονται μεταξύ τους και θέλουν ν’ αυτονομηθούν από το Ιταλικό κέντρο.

Έτσι αρχές του 1864 ζητούν την άδεια «από την προϊσταμένη αυτών αρχή» να « συστήσωσιν ανεξάρτητον Μεγάλην Ανατολήν της Ελλάδος». Με λίγα λόγια γυρέψανε  την ανεξαρτησίαν τους και οι Ιταλοί αντί γι’ αυτήν τους επιτρέψανε να φτιάξουν ένα «Διευθυντήριο» όλων αυτών των στοών, υπό την αιγίδα τους βέβαια. Οι Ιταλοί πρέπει να θύμωσαν για την κίνηση αυτή κάποιων Ελληνικών στοών, γιατί αμέσως μετά την ίδρυση του Διευθυντηρίου το οποίο και έλεγχαν απολύτως άρχισαν μέσα στο 1864 να ιδρύουν νέες στοές στην Λαμία, στον Πειραιά, στην Κέρκυρα και στο Άργος.  

Έτσι η τεκτονική στοά του Άργους «ΠΡΟΝΟΙΑ» που ζήτησε μαζί με τις άλλες 6 στοές από τους Ιταλούς την ίδρυση Ανεξάρτητης Ελληνικής στοάς «Μεγάλης Ανατολής» εξαφανίστηκε και κανείς πλέον στο μέλλον και πουθενά δεν ξανακάνει λόγο γι’  αυτήν και τη θέση της παίρνει η νέα στοά του Άργους με το όνομα « ΠΡΟΟΔΟΣ». Η νέα αυτή στοά του Άργους η «ΠΡΟΟΔΟΣ» γίνεται ύστερα από 3 χρόνια το 1867, μαζί με άλλες επτά στοές ιδρυτικό μέλος της πρώτης Ελεύθερης Τεκτονικής στοάς της Ελλάδος «ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» .

Στην « ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ» τ. 138/2012 ο συλλέκτης Κ. Συνοδινός δημοσιεύει ένα σπάνιο έγγραφο – ντοκουμέντο που προέρχεται από την Ιταλική « ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» και μας πληροφορεί τα εξής:

Ε.: Δ.: Τ: Μ.: Α.: Γ.·. Σ.: .

Παγκόσμιος Τεκτονία

Επιστήμη, Ελευθερία, Εργασία, Αδελφότης, Αλληλεγγυότης

Ιδών των εξ Αθηνών Τεκτονικών πίνακα του Ημετέρου Τεκτ.·. Διευθυντηρίου εν Ελλάδι, υπό ημερομηνίαν 16 Φεβρουαρίου 1867 (M..Χ.) δι’ ου εξαιτείται, όπως δύνηται να ενεργή αυτόνομον Κέντρον και ούτω αποκατασταθή Μ.Α. της Ελλάδος ως και παρά τοις λοιποίς ελεθέροις έθνεσι,, ο Μ.Δ., του Τάγμ.·. ψηφί­ζει,

Α’. Το εν Αθήναις Ημέτερον Τεκτονικόν Κέ­ντρον κηρύσσεται αυτόνομον.

Β’. Αι οκτώ υπαριθμούμεναι Στοαί «απολύονται  του εξαρτήματος της Μ.·. Αν.·, της Τεκτονίας, όπως δυνηθώσι να αποκαταστήσωσι το νέον Τεκτ. Κέντρον εν Ελλάδι».

Γ’. Η Μ.·. Α.·. υπόσχεται ν’ αναγνωρίση την αποκατασταθησομένην Ελληνικήν Μ.·. Αν.·, και να παραδεχθή αυτήν ως κανονικήν εις τας ανταποκρίσεις αυτής.

Εκτελεστέον παρά του αναπληρωματικού

Μ.·. Δ.·. Αδ.·. Λ. Φραπόλλι.

Εν Φλωρεντία της Ημ. Αν. Α. Φ.1000-867

 Ο Μ. Δ. Φ. Δελούκα

 Παρά τω Μ.·. Δ.·, ο Α’.·. Πρόσθ.·. Μ.·. Δ.

 Δ. Φραπόλλι

Ο Μ.·. Αρχειοφ.˙.

Πίος Αδούκα

Λέσχαι ανεξάρτητοι δυνάμει της άνωθεν δια­ταγής,

«ΠΑΙΔΕΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ» εν Σύρω,

«Πανελλήνιον» εν Αθήναις,

«Ποσειδονία» εν Πειραιεί,

«Σκουφάς» εν Χαλκίδι,

«Κέρκυρα», εν Κέρκυρα,

«Αρχιμήδης» εν Πάτραις,

«Ρήγας Φεραίος εν Λαμία,

« Πρόοδος» εν Άργει.

Στο ιδρυτικό της « Μεγάλης Ανατολής» της Ελλάδος η τεκτονική στοά Άργους « ΠΡΟΟΔΟΣ» είναι η 8η στη σειρά όπως φαίνεται στο έγγραφο « GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA» που με ημερομηνία 16/02/1867 σας παρουσιάζουμε.

 

GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA

GRANDE ORIENTE DELLA MASSONERIA IN ITALIA

 

Άρα με το έγγραφο αυτό της 16/02/1867 οι οκτώ στοές που αναφέρονται με όγδοη την στοά του Άργους « ΠΡΟΟΔΟΣ» «απολύονται του εξαρτήματος της Ιταλικής Μεγάλης Ανατολής» και όχι μόνο μπορούν να δημιουργούν δικό τους νέο τεκτονικό κέντρο στην Ελλάδα αλλά και πλέον γίνονται «Λέσχαι Ανεξάρτητοι» με καθοδήγηση όχι πλέον Ιταλική αλλά την νέαν Ελληνική «Μεγάλη Ανατολή».

Οι τεκτονικές στοές του Άργους δεν άφησαν ορατά ίχνη στην πορεία τους μέσα στην Αργολική Κοινωνία. Πιστεύω πως για πρώτη φορά, μετά από 150 χρόνια απόλυτης σιωπής γράφεται κάτι για το θέμα αυτό. Και για το μόνο που είμαστε σίγουροι είναι η ύπαρξη των στοών αυτών.

Γιατί τίποτε δεν γνωρίζουμε – μέχρι σήμερα τουλάχιστον και  εύχομαι το παρόν να γίνει αρχή για να μάθουμε στο μέλλον – για την οργάνωσή τους, την τεκτονική τους ή άλλη παράλληλη δραστηριότητα και λειτουργία, την έδρα τους, τα ιδρυτικά και ηγετικά μέλη τους.

Ένα μεγάλο ερωτηματικό για μένα είναι: το γιατί το « ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΡΙΟ» κατήργησε την πρώτη στοά «ΠΡΟΝΟΙΑ» και ίδρυσε την νέα, την «ΠΡΟΟΔΟ». Δηλαδή ποιοι Αργείοι « ανυπάκουοι» τέκτονες τιμωρήθηκαν με «διαγραφή» – όπως θα έλεγαν σήμερα –  από την Μεγάλη Ανατολή της Ιταλίας και ποιοι « υπάκουοι» Αργείοι τέκτονες ίδρυσαν την νέα στοά « ΠΡΟΟΔΟΣ»

Τέκτονας δεν γινόταν ο οιοσδήποτε τότε. Είναι γνωστό ποιοι αποτελούσαν τους ηγετικούς πυρήνες στην ίδρυση τεκτονικών στοών την εποχή εκείνη και πόσο αναγκαία ήταν ορισμένα «προσόντα» που έπρεπε να διαθέτει κανείς για να γίνει μέλος, να μυηθεί και να ανέλθει στην κλίμακα των 33 βαθμίδων μιας τεκτονικής στοάς.

Άνθρωποι χωρίς μόρφωση και καταξίωση στο χώρο τους, χωρίς ένα θετικό χαρακτηριστικό που να τους έκανε να διακρίνονται  και να ξεχωρίζουν στο Κοινωνικό, Οικονομικό, Πολιτικό, Πνευματικό, στρατιωτικό, Δικαστικό ή Θρησκευτικό περιβάλλον τους, δεν θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν μέλη μιας τεκτονικής στοάς. Αυτά τα χαρακτηριστικά όμως τα είχε ένα πολύ μικρό ποσοστό του – ούτως ή άλλως – μικρού αστικού πληθυσμού της Χώρας μας, που πάνω από 70% ήσαν γεωργοί, κτηνοτρόφοι ή εργάτες χειρώνακτες, αγράμματοι οι περισσότεροι.

Το Άργος το 1863 είχε 11.000 κατοίκους και ήταν το Εμπορικό και Βιοτεχνικό κέντρο της Αργολίδας. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν μικροκαλλιεργητές γης, κτηνοτρόφοι, εργάτες, υπάλληλοι και μικρέμποροι. Μειοψηφία αλλά με δεσπόζουσα οικονομική – κοινωνική – πολιτική θέση στο Άργος είχαν, οι πολύ λίγοι μεγαλοκτηματίες μαζί με τους μεγαλέμπορους και βιοτέχνες, τους λίγους τότε γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, εκπαιδευτικούς, Δημόσιους και δημοτικούς υπαλλήλους, τους τοκογλύφους εισοδηματίες και μερικούς στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτοί μαζί με τους πολιτικούς και Δημοτικούς Άρχοντες, τους στρατιωτικούς, τους δικαστικούς και τους κληρικούς αποτελούσαν την  «Άρχουσα τάξη» της πόλης. Σ’ αυτήν την «Elite» θα πρέπει ν’ αναζητήσουμε τους ιδρυτές και τα μέλη των δύο τεκτονικών στοών του Άργους.

Ο Ερευνητής του μέλλοντος ίσως σταθεί πιο επιμελής και πιο τυχερός από τον συγγραφέα του παρόντος και βρει στοιχεία και αποδείξεις και καταγράψει τους ιδρυτές, τα μέλη και την δράση των δύο τεκτονικών στοών του Άργους.

Οι τέκτονες της εποχής εκείνης ήταν από τα πιο προοδευτικά και φιλελεύθερα μυαλά που διέθετε ο τόπος μας [4] .  Η ύπαρξη τους σ’ ένα τόπο που έμεναν και είχαν τις δραστηριότητες τους δεν σήμαινε ότι θα υπήρχε και τεκτονική στοά εκεί. Τέκτονες χωρίς στοά υπάρχουν παντού όχι όμως και το αντίθετο.

Οι τεκτονικές στοές στο Άργος ακόμη και αν έπαψαν πολύ νωρίς να υπάρχουν και να λειτουργούν, οι τέκτονες του Άργους υπήρχαν και σίγουρα θα είχαν πολλαπλή δραστηριότητα μέσα στο Άργος. Αυτούς και την δράση τους ο ερευνητής του μέλλοντος οφείλει να βρει και να παρουσιάσει. Γιατί είμαι σίγουρος ότι μέσα από κάποιο Κοινωνικό, Πολιτιστικό ή Επιμορφωτικό σύλλογο ή λέσχη θα συνευρίσκονταν και μέσω του φορέα αυτού θα προσπαθούσαν να παρέμβουν με τις απόψεις και το έργο τους στην κοινωνία του Άργους.

Όσοι γνωρίζουν και έχουν στοιχεία ή οι απόγονοι των πρωτοπόρων αυτών Αργείων τεκτόνων που γνωρίζουν τα ονόματα και την δράση τους, οφείλουν να καταθέσουν τις μαρτυρίες τους. Ταμπού και μυστικά δεν υπάρχουν πλέον γι’ αυτούς που μελετούν την Ιστορία και οι τεκτονικές στοές στο Άργος και οι τέκτονες του είναι κομμάτι της Ιστορίας του Άργους και πρέπει και να καταγραφεί και να μελετηθεί.

 Γιώργος Γιαννούσης

 Οικονομολόγος- Πρόεδρος

 της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 Ιστορίας και Πολιτισμού. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα  Ιόνια νησιά και ιδιαίτερα η Κέρκυρα και η Ζάκυνθος είχαν έντονη και διαρκή την τεκτονική παρουσία.

[2] Εννοεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Με απόφαση της Βουλής, τον Ιανουάριο του 1828 ανέστειλε και τυπικά τα άρθρα του Συντάγματος αυτού και συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στα χέρια του.

[3] «Πανελλήνιον»: Γνωμοδοτικό Σώμα από 27 μέλη, το οποίο συνέστησε ο Καποδίστριας σε αντικατάσταση της Βουλής, ένα είδος Υπουργικού Συμβουλίου. « Πανελλήνιον». Ίδιο όνομα με την πρώτη τεκτονική στοά στο Ναύπλιο. Να πιστέψουμε ότι τυχαία ονομάστηκε έτσι, το ανώτατο και μόνο τότε Συμβούλιο που υπήρχε;

[4] Αρχηγός της «Χρυσής Νεολαίας» η οποία επί Όθωνος ζητούσε την αποκατάσταση του Συντάγματος και ψυχή της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 ήταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879) ο οποίος τον Νοέμβριο του 1865 έγινε ο πρώτος τέκτονας Πρωθυπουργός μετά τον Ι. Καποδίστρια.

 

Read Full Post »

Η Κασσιανή και…το τροπάριό της


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Η Κασσιανή και…το τροπάριό της»

  

Κάθε χρόνο το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στους Ορθόδοξους Ναούς το τροπάριο της Κασσιανής, ένας από τους πιο δημοφιλείς ύμνους μετανοίας, που συγκινεί κάθε πιστό και αναφέρεται στη μνήμη μιας πόρνης, την οποία γλίτωσε ο Ιησούς από το λιθοβολισμό και εκείνη άλειψε αργότερα με μύρο τα πόδια του και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Σε αυτή τη γυναίκα αναφέρεται το τροπάριο και έχει σκοπό να τονίσει την αξία της μετάνοιας στη ζωή μας, μετάνοια που προαπαιτείται και για τη σωστή συμμετοχή μας στα Πάθη του Κυρίου.

«Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος». (μεταγραφή Φώτη Κόντογλου)

 

Εάν ρωτήσουμε σε ποια αμαρτωλή γυναίκα αναφέρεται το τροπάριο, οι περισσότεροι θα απαντήσουν, εσφαλμένα, ότι αναφέρεται στην ίδια την Κασσιανή ή στη Μαρία τη Μαγδαληνή. Μεγάλο λάθος! Σε ποια γυναίκα, αλήθεια, αναφέρεται και ποια ήταν η Κασσιανή;

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος. Αγιογραφία σε Ξύλο Αυγοτέμπερα. Έργο της αγιογράφου Αγγελικής Τσέλιου.

Η αμαρτωλή γυναίκα του ύμνου αυτού είναι ανώνυμη, μια μοιχαλίδα, που ο Χριστός την έσωσε, όταν το έξαλλο πλήθος των Φαρισαίων ήθελε να την  λιθοβολήσει για το ηθικό της παράπτωμα, με την περίφημη φράση του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα, όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στον σωτήρα της Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται σεμνά και ταπεινωμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της.

Το περιστατικό αναφέρουν οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές. Ο Ματθαίος (κστ`, 6-7),  ο Μάρκος (ΙΔ` 3) και ο Λουκάς που γράφει (ζ. 37-38): «Και ιδού γυνή εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω». Κανένας από τους τρεις δεν αναφέρει το όνομά της από σεβασμό, ίσως, στη μνήμη της και για να αποφύγουν τη δημόσια διαπόμπευσή της.

Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με στοιχεία για τη ζωή της, που αντλούμε από Βυζαντινούς χρονογράφους (Κωδινός, Γλυκάς, Πτωχοπρόδρομος, Ζωναράς, Γεώργιος Αμαρτωλός κ.α.), επειδή δεν την επέλεξε ως σύζυγό του ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.

Ο Θεόφιλος (813-842) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας και η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την τελευταία εικονομαχική ακμή. Σύμφωνα με τους βυζαντινούς χρονογράφους το 830 μ.Χ., η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του, η Ευφροσύνη, θέλοντας να βρει άξια σύζυγο στο θετό γιο της διοργάνωσε ένα είδος καλλιστείων, στέλνοντας εντολή σε όλα τα θέματα, τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες, που κατάγονταν από τις ευγενέστερες οικογένειες, σε μια αίθουσα του Παλατιού κι έδωσε στο Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο για να το δώσει σ’ αυτήν που θα προτιμούσε.

Δώδεκα «κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και κατέφθασαν στο Παλάτι. Ανάμεσα στις υποψήφιες ξεχώρισαν δύο: η Κασσία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγό-ταν από οικογένεια ευπατρίδων, και η επίσης αρχόντισσα Θεοδώρα.

Ο νεαρός αυτοκράτορας θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της τη ρώτησε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» δηλαδή ότι «από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα και το προπατορικό αμάρτημα. Η Κασσιανή όμως αποστόμωσε τον Θεόφιλο ανταπαντώντας του «αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω», δηλαδή ότι «και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία και τη γέννηση του Χριστού. Η απάντηση κακοφάνηκε στον αυτοκράτορα που της είπε «ω γύναι! Είθε να εσίγας» και διάλεξε για σύζυγό του την ωραία, αλλά σεμνή Θεοδώρα από την Παφλαγονία δίδοντάς της το χρυσό μήλο της εκλογής.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτεί από τον κόσμο και να μονάσει. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του πρόσκαιρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιώνιας Βασιλείας του Χριστού». Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση.

Εκεί στο μοναστήρι εκδήλωσε το έμφυτο καλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια και Ιδιόμελα. Στην ήσυχη ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.

Σύμφωνα με μια ρομαντική, αλλά καθόλου αληθινή παράδοση, ο Θεόφιλος δε λυτρώθηκε ποτέ από τον έρωτα που του ενέπνευσε η ομορφιά της Κασσιανής και την αναζητούσε στα Μοναστήρια της αυτοκρατορίας του. Κάποτε που έφτασε στο μοναστήρι της, η Κασσιανή κρύφτηκε για να αποφύγει την ανεπιθύμητη αυτή συνάντηση. Ήταν τότε που συνέθετε το ιδιόμελο της. Το κείμενο βρισκόταν στο αναλόγιο μισοτελειωμένο, ως τη φράση: «ών (ποδών) έν τώ παραδείσω Εύα το δειλινόν».

Ο Θεόφιλος διάβασε το τροπάριο, αναγνώρισε το ύφος της Κασσίας, και θέλησε να την πειράξει για μια ακόμα φορά. Πήρε τη γραφίδα και συμπλήρωσε τη φράση «κρότων τοίς ωσίν ηχηθείσα τώ φόβω εκρύβη», κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο φόβο που αυτή ένιωσε όταν άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του. Όταν ο Θεόφιλος έφυγε, η Κασσία γύρισε στο κελί της και με έκπληξη είδε την επέμβαση του Θεόφιλου. Χωρίς όμως να απαλείψει τη φράση, συνέχισε και ολοκλήρωσε τον ύμνο της.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι εκτός από τη θρησκευτική ποίηση η Κασσιανή ασχολήθηκε και με κοινωνική ποίηση, γνωμικά και επιγράμματα. Τα θέματά της αναφέρονταν στο χαρακτήρα του ανθρώπου, στους καλούς τρόπους, τη γυναίκα, τη φιλία, την ευτυχία, το ήθος κ.α. Η Κασσιανή εκοιμήθη στις 7 Σεπτεμβρίου στην ιδιαίτερη πατρίδα της την Κάσο. Μέχρι σήμερα υπάρχει η λάρνακα και το ψηφιδωτό, καθώς και εντοιχισμένη πλάκα με χρονολογία 890 μ.Χ. Τα λείψανα της Αγίας Κασσιανής μεταφέρθηκαν αργότερα στην Ικαρία.

Το επεισόδιο της Κασσιανής με το Θεόφιλο ήταν φυσικό να περάσει και στην περιοχή της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, όπου γράφηκαν πολλά ποιήματα και τρυφερά διηγήματα και μυθιστορήματα. Το θέμα της Κασσιανής επηρέασε έντονα πολλούς Βυζαντινούς χρονογράφους, ιστορικούς και φιλολόγους, όπως τον Κωστή Παλαμά, τον Ψυχάρη, τον Πολίτη κ.α.

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Οικολογικά έθιμα


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο από το βιβλίο – που μόλις κυκλοφόρησε από την Αργολική Βιβλιοθήκη – του Φιλόλογου, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Οικολογικά έθιμα»

 

Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί το έθιμο επιβάλλει να τρώμε χοιρινό ή γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και αρνί, ολόκληρο μάλιστα, το Πάσχα; Ας δούμε πώς σχετίζονται τα έθιμα αυ-τά της θρησκείας μας με τα οικολογικά δεδομένα της χώρας μας.

Στη χώρα μας μέχρι το υψόμετρο των πεντακοσίων περίπου μέτρων, όπου φτάνει και η καλλιέργεια της ελιάς, επικρατεί το μεσογειακό κλίμα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι συχνά το μεσογειακό κλίμα αναφέρεται και ως «το κλίμα της ελιάς». Σ’ αυτό το κλίμα η περίοδος της αφθονίας για τη φύση αρχίζει με τα πρωτοβρόχια του Οκτωβρίου, οπότε,  αρχίζουν να φυ-τρώνουν τα ποώδη φυτά και η φύση ξαναζωντανεύει μετά την ξηρασία του καλοκαιριού. Στις περιοχές του μεσογειακού κλίματος από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Απρίλιο υπάρχει αφθονία «βοσκήσιμης ύλης». Από τον Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο συμβαίνει το αντίστροφο, αφού οι βροχές είναι ελάχιστες και α­ποξηραίνονται οι βοσκότοποι των χαμηλών υψομέτρων.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο:  http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο: http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Η παραδοσιακή γεωργία και κτηνοτροφία ακολουθού­ν πιστά αυτούς τους κύκλους. Μέσα από αιώνες εμπειρίας κατάφεραν να ενταχθούν πλήρως σε ό,τι το περιβάλλον προσέφερε με στόχο τη διατήρηση των φυσικών πόρων, χωρίς υποβάθμιση και εξάντλησή τους. Ο χριστιανισμός παράλληλα ήρθε να υποστηρίξει την παράδοση και προσάρμοσε τα δυο εξάμηνα με τις γιορτές των «δυο καβαλάρηδων», του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου και του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Τα χριστιανικά έθιμα και οι νηστείες έχουν άμεση σχέση με τα δεδομένα της φύσης και τις ανάγκες των ανθρώπων.

Οι παλαιότεροι γνωρίζουν ότι τα χοιρινά μεγαλώνουν το καλοκαίρι και τρέφονταν με αποφάγια, που δεν μπορούσαν να διατηρηθούν εκτός ψυγείου πριν τη διάδοση του ηλεκτρικού ρεύματος, και με υπολείμματα φρούτων – τομάτες, φλούδες καρπουζιών κ.α. – που αφθονούσαν στους ελληνικούς κάμπους τη θερινή περίοδο. Οι γαλοπούλες πάλι έβοσκαν ελεύθερες στις καλαμιές από τον Ιούνιο, το θεριστή, και όλο το καλοκαίρι. Μετά το Νοέμβριο, που πιάνει για τα καλά ο χειμώνας, τα χοιρινά πρέπει να μείνουν στο κουμάσι και οι γαλοπούλες στο κοτέτσι τους και να τρέφονται με ζωοτροφές, που δεν υπήρχαν παλαιότερα. Οι λίγοι σπόροι, σιτάρι και καλαμπόκι, διαλογής ή καθαροί, που είχε διαθέσιμους κάθε σπίτι μόλις έφταναν για ένα – δυο μήνες, από το τέλος Οκτωβρίου δηλαδή ως τα Χριστούγεννα.

Να λοιπόν γιατί, όσα χοιρινά ή γαλοπούλες δεν είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή και δεν μπορούσαν να τα θρέψουν, έπρεπε να τα σφάξουν και να τα καταναλώσουν την περίοδο των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς. Τις γαλοπούλες, που ήταν μικρού σχετικά βάρους τις κατανάλωναν ολόκληρες. Τα χοιρινά, που έβγαζαν δεκάδες κιλών κρέας, τα κρατούσαν για όλο το χειμώνα κάνοντας πολλά κομμάτια παστά με πολύ αλάτι και πηχτή με μπόλικο σκόρδο και ξύδι, για να διατηρηθούν εκτός ψυγείου. Η θρησκεία υποβοηθά την επιβίωση των ανθρώπων κάνοντας την ανάγκη έθιμο καθαγιασμένο από το χριστιανισμό.

Τα γιδοπρόβατα, αντίθετα, γεννούν συνήθως από τον Οκτώβρη ως τον Ιανουάριο και αυτός είναι ο λόγος, που το μήνα αυτό τον αναφέρουμε και ως «Γεννάρη». Από τον Οκτώβρη ως το Μάη οι ελληνικοί κάμποι είναι καταπράσινοι και τα γιδοπρόβατα βρίσκουν άφθονη τροφή στη φύση. Παράλληλα το Φεβρουάριο τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια έχουν γίνει 2-3 μηνών και προσφέρονται για κατανάλωση του κρέατός τους.  Οι κτηνοτρόφοι, επειδή αυτήν την εποχή σε πολλές περιοχές υπάρχουν χιόνια, δεν μπορούν να βγάλουν τα κοπάδια για βοσκή και χρειάζονται κτηνοτροφές. Έτσι, αναγκάζονται να σφάξουν ζώα, για να μειώσουν τον αριθμό τους.

Με την αναγκαστική μείωση του αριθμού των γιδοπροβάτων υπάρχει προσφορά κρέατος, το οποίο πρέπει να καταναλωθεί και η παράδοση μας συντονίζεται μ’ αυτό. Του Αγίου Βλασίου (11 Φεβρουαρίου), που θεωρείται προστάτης του κοπαδιού κατά του  λύκου, του τσακαλιού και των άλλων σαρκοφά­γων ζώων, ετοίμαζαν σε πολλά χωριά φαγητά από κρέας προβάτων και κατσικιών, που τα έσφαζαν στο προαύλιο της εκκλησίας. Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει και το Τριώδιο, το οποίο συν­δέεται με φαγοπότι και διαρκεί τρεις εβδομάδες.

Την πρώτη εβδομάδα κάθε σπίτι σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να «ματώσει», έπρεπε δηλαδή να σφάξει και να φάει κρέας οπωσδήποτε. Σε κάποια χωριά γυρνούσε και ο τελάλης, που φώναξε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν’ αγοράσει», ενώ σε άλλες περιοχές η σύσταση ήταν πιο ριζοσπαστική, αφού ο τελάλης πρόσθετε «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!».

Η δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου είναι η «Κρεατινή», η μόνη εβδομάδα του χρόνου, που δεν απαγορεύεται από τη θρησκεία μας η κατανά­λωση κρέατος την Τετάρτη και την Παρασκευή. Σ’ αυτή την εβδομάδα ανήκει και η «τσικνοπέμπτη», που πήρε τ’ όνομά της από την τσίκνα, που πρέπει να υπάρξει σε κάθε σπίτι με το ψήσιμο κρέατος.

Την τρίτη εβδο­μάδα του τριωδίου, την «Τυρινή», ο κόσμος «αποκρεύει», δηλαδή σταματά να τρώει κρέας. Παράλληλα τα χιόνια λιώνουν, αφού έχει πιάσει Μάρτης, η θερμοκρα­σία του περιβάλλοντος ανεβαίνει και τα φυτά μεγαλώνουν. Η άνοιξη έρχεται και αρχίζει να υπάρχει στη φύση αφθονία φυτών για βόσκηση από τα κοπάδια των γιδοπροβάτων. Τώρα όμως έφθασε η Σαρακοστή, που σχετίζεται απόλυτα με την παράδοσή μας.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής η επάρκεια των φυτών χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο σ’ όλη την περίοδο της νηστείας και οι χορτόπιτες είναι σε ημερήσια διάταξη. Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, το έθιμο συνιστά χορτόπιτες και το ίδιο ισχύει των Αγίων Σαράντα (9 Μαρ­τίου) με τις «σαραντόπιτες»,  καθώς και με φαγητά «από σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια». Η κατανάλωση κρέατος στη διάρκεια της Σαρακοστής απαγορεύεται, γιατί θα ήταν απώλεια μεγάλη να σφάξουμε τα ζώα την εποχή που αυξάνονται σε βάρος

Από το Μάιο οι βροχές στις περισσότερες περιοχές της χώρας μειώνονται δραστικά και τα ποώδη φυτά, αφού ανθίσουν και κάνουν σπόρους, ξεραίνονται. Επομένως, οι διαθέσιμες τροφές για βόσκηση αρχίζουν να λείπουν και γίνονται ελάχιστες κατά το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι. Πρέπει, λοιπόν, πριν οι τροφές ελαχιστοποιηθούν, να λιγοστέψει σοβαρά και ο αριθμός των γιδοπροβάτων.

Η μείωση αυτή γίνεται κυρίως το Πάσχα με το ψήσιμο του αρνιού. Επειδή μάλιστα το αρνί και το κατσίκι δεν μπορούν να διατηρηθούν παστά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καθιερώθηκε το έθιμο της σούβλας, για να καταναλώνονται άμεσα. Το ψήσιμο του αρνιού είναι έθιμο ολόκληρης της Ελλάδας και συνεχίζεται μέχρι το τέλος Μαΐου. Του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) σε πολλά χωριά πήγαιναν ένα αρνί στην εκκλησία, το διάβαζε ο παπάς κι έπειτα το έσφαζαν και το ετοίμαζαν αμέσως για το φούρνο. Στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του θεολόγου (8 Μαΐ­ου) έσφαζαν αρνιά στην εκκλησία και το ίδιο έθιμο ίσχυε των Αγίων Κων­σταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου).

Οι παραλληλισμοί  μπορεί να φαίνονται σε πολλά σημεία υπερβολικοί και να χρειάζεται αρκετή δόση φαντασίας, για να ερμηνευτούν ορθολογικά οι παραδόσεις μας. Είναι δύσκολο όμως να φανταστεί κανείς νηστεία από κρέας το Μάιο και τον Ιούνιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση τα γιδοπρόβατα θα γινόντουσαν τόσο πολλά, που  θα κινδύνευαν να ψοφήσουν το καλοκαίρι από έλλειψη τροφής και νερού στα άνυδρα ξεροβούνια της ορεινής χώρας!

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις,  θέσεις, άρθρα και επιστημονικές τους εργασίες ή να σχολιάζουν επίκαιρα γεγονότα.

Φιλοξενούμε λοιπόν σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα σημαντικό άρθρο για την παιδεία του Φιλόλογου – Συγγραφέα,  Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία»

 

Η γνωριμία με εκπαιδευτικά συστήματα άλλων χωρών και η αξιοποίηση της εμπειρίας τους είναι όχι απλώς χρήσιμη, αλλά αναγκαία. Ένας ιδιαίτερος κλάδος στο χώρο των παιδαγωγικών επιστημών, η συγκριτική παιδαγωγική ή συγκριτική εκπαίδευση, επιδιώκει να μελετήσει και να συγκρίνει τα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών του κόσμου, να εντοπίσει τις διαφορές και τις ομοιότητές τους και να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την εκπαιδευτική πολιτική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί το εκπαιδευτικό σύστημα της Φιλανδίας, που έχει 5,2 εκατομμύρια κατοίκους – το μισό πληθυσμό της Ελλάδας – και βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της εκπαιδευτικής κοινότητας της Ευρώπης. Οι σημαντικές βαθμολογικές επιδόσεις, που σημειώνει στις διεθνείς συγκριτικές μελέτες (PISA), στάθηκαν αφορμή για να δημιουργηθεί ένας μύθος σχετικά με τα εκπαιδευτικά επιτεύγματα της χώρας αυτής. Δεκάδες δημοσιογράφοι και εκπαιδευτικοί σπεύδουν στο Ελσίνκι, για να διαπιστώσουν από κοντά τα αίτια αυτής της εκτίναξης. Και φυσικά όλοι ευελπιστούν να ανακαλύψουν το φοβερό μυστικό, που κρύβεται πίσω από την εντυπωσιακή άνοδο του επιπέδου των μαθητών.

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Φθάνοντας σε ένα σχολείο του Ελσίνκι μπορεί κάποιος να δει εφήβους, αλλά και μικρά παιδιά,  από 8 μηνών μέχρι 16 ετών, να παίζουν στην παιδική χαρά του σχολείου. Τα παιδιά κάνουν μια προκαταρτική τάξη (pre-school) μεταξύ του 6ου και του 7ου έτους της ηλικίας τους στο νηπιαγωγείο ή στους παιδικούς σταθμούς. Τα επίσημα μαθήματα αρχίζουν όταν γίνονται 7 χρονών και μένουν στο ίδιο σχολείο έως ότου γίνουν 16. Ακολούθως θα πάνε ή στο λύκειο, που θα τους οδηγήσει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ή σε μια επαγγελματική σχολή.

Το Δημοτικό και το Γυμνάσιο συστεγάζονται και λειτουργούν ως ένα ενιαίο σχολείο,  ώστε να μην επιβαρύνεται η ψυχολογία των παιδιών από τη μετάβαση από το ένα περιβάλλον στο άλλο. Στα σχολεία της Φινλανδίας οι μαθητές περνούν 9-10 χρόνια στο ίδιο σχολείο. Αυτή η συνύπαρξη κάνει να φαίνεται το φινλανδικό σχολείο λιγότερο εφηβικό γκέτο από ό,τι ένα συνηθισμένο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι δάσκαλοι αναγνωρίζουν ότι αυτή η ενιαία σχολική δομή βοηθά το προσωπικό να ξέρει τους μαθητές και τις οικογένειές τους πολύ καλά, αφού οι μαθητές είναι εκεί από τη νηπιακή ως την εφηβική ηλικία. Επίσης οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία αυτά λένε ότι το σύστημα του ενιαίου σχολείου σε ένα γνωστό περιβάλλον κάνει τα παιδιά να αισθανθούν ασφαλέστερα, χωρίς το φόβο για το άγνωστο, και πιο εύκολη τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο, το Λύκειο.

Η δημόσια διοίκηση της Φινλανδίας λειτουργεί με το μοντέλο της αποκέντρωσης εξουσιών. Το Υπουργείο Παιδείας της Φινλανδίας χαράσσει την εκπαιδευτική πολιτική, καθορίζει κατευθυντήριες γραμμές και στρατηγικές επιλογές, ελέγχει την παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και ετοιμάζει τη σχετική εκπαιδευτική νομοθεσία.

Το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΠ) συντάσσει τη βασική δομή των προγραμμάτων σπουδών και των εξετάσεων, αξιολογεί τα αποτελέσματα εκμάθησης, συντονίζει τα δίκτυα πληροφοριών, οργανώνει την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, παράγει υλικό εκμάθησης και αναπτύσσει τον εκπαιδευτικό τομέα με διάφορα project. Τα εκπαιδευτικά συμβούλια των δήμων έχουν την ευθύνη για την παροχή της εκπαίδευσης σε τοπικό επίπεδο βάσει των κατευθυντήριων οδηγιών. Οι δήμοι προσλαμβάνουν το προσωπικό του σχολείου μαζί με το Συμβούλιο των γονέων και κηδεμόνων. Η κρατική επιχορήγηση προς τους δήμους αγγίζει το 57% και από εκεί και πέρα αναλαμβάνουν οι δήμοι να καλύψουν τα υπόλοιπα.

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Το σχολικό σύστημα στη Φινλανδία

Τα μικρά παιδιά παρακολουθούν 19 ώρες, αργότερα 23 ώρες και στις μεγάλες τάξεις οι μαθητές κάνουν 30 ώρες την εβδομάδα. Το σύστημα δίνει αρκετή ευελιξία στους τοπικούς φορείς να προσθέσουν επιπλέον μαθήματα ή επιπλέον ώρες σε υπάρχοντα μαθήματα ανάλογα με τις ανάγκες ή τους στόχους που έχουν θέσει. Η επίσημη σχολική ημέρα τελειώνει περίπου στις 1 το μεσημέρι, αλλά μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις του σχολείου για να γευματίσουν, να διαβάσουν, να κάνουν αθλητισμό κλπ. Σε όλα τα σχολεία προσφέρεται ένα γεύμα στους μαθητές και αυτό διευκολύνει τα ωράρια των σχολείων και τους γονείς των μαθητών που εργάζονται.

Η ύλη της διδασκαλίας καθορίζεται από την κεντρική εξουσία, αλλά οι εκδοτικοί οίκοι της Φινλανδίας είναι αυτοί που φέρνουν το βάρος της δημιουργίας των κατάλληλων σχολικών βιβλίων. Από τις διαθέσιμες στην αγορά σειρές των σχολικών βιβλίων κάθε σχολείο μπορεί να αποφασίσει ποιες σειρές θα χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες τους βάσει της μεθόδου διδασκαλίας, της τιμής και λοιπών κριτηρίων. Τα βιβλία εφόσον βρίσκονται σε καλή κατάσταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά από τις ακολουθούμενες τάξεις.

Βασική αρχή του εκπαιδευτικού της συστήματος είναι η ισότητα των ευκαιριών στην εκπαίδευση, που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μαθητές δύο ταχυτήτων, αλλά προχωρούν με όλους τους μαθητές επιδιώκοντας υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά ως τα 16 τους. Στη μικρή κοινότητα του σχολείου θα βρεις παιδιά με ειδικές ανάγκες, αφού, σκοπίμως, δεν υπάρχουν ειδικά ιδρυματικά σχολεία. Θα βρεις βρέφη να μαθαίνουν από μικρά να συνυπάρχουν με μεγάλους και αναπήρους, όπως στην κοινωνία των μεγάλων, καλλιεργώντας το αίσθημα της ευθύνης και της αλληλεγγύης των μεγάλων παιδιών προς τα μικρότερα και προς τα διαφορετικά.  Και υπάρχει ιδιαίτερη φροντίδα για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Κάθε μαθητής, ανεξάρτητα από την επίδοσή του, θεωρείται ότι μπορεί να προσφέρει στην τάξη του και στο σχολείο. Οι αδύναμοι μαθητές δε χαρακτηρίζονται ως άχρηστοι και προβληματικοί και δεν τίθενται στο περιθώριο. Στόχος του συστήματος είναι ο εντοπισμός τους όσο το δυνατόν νωρίτερα, κυρίως στο νηπιαγωγείο ή στον παιδικό σταθμό, για να τους δώσουν μια επιπλέον βοήθεια και υποστήριξη. Εάν υπάρχει πρόβλημα με τη συμπεριφορά κάποιων μαθητών, πρώτα γίνεται κουβέντα με τα ίδια τα παιδιά και, εάν δεν βρεθεί φόρμουλα για την επίλυση του  προβλήματος, καλούνται οι γονείς. Και οι αποβολές δεν έχουν την τιμητική τους στα σχολεία αυτά.

Μια άλλη παράμετρος είναι η καλή γνώση των Αγγλικών, που διδάσκονται μόνο στο σχολείο τους κι όχι στα φροντιστήρια και σε ιδιαίτερα μαθήματα. Κι αυτό γιατί η καλή γνώση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους Φιλανδούς, επειδή η γλώσσα τους είναι ξεκομμένη από τις υπόλοιπες παραδοσιακές γλώσσες της Ευρώπης, όπως και η Ελληνική. Τα παιδιά αποκτούν την πρώτη τους επαφή με τις ξένες γλώσσες μέσα από την τεχνολογία, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, από τα game boy κλπ και  κυρίως παρακολουθώντας ταινίες στη τηλεόραση. Έτσι από πολύ νωρίς προσπαθούν να διαβάζουν τους υπότιτλους και παράλληλα ακούνε την ξένη γλώσσα.

Τα παιδιά στη Φινλανδία, στις πρώτες έξι τάξεις, κάνουν συχνά τεστ, όχι όμως για να βαθμολογηθούν (να τιμωρηθούν όπως τα ελληνόπουλα), αλλά για να διαπιστωθούν οι αδυναμίες τους, ώστε να τους παρασχεθεί εξατομικευμένη ενισχυτική διδασκαλία. Η φιλοσοφία τους είναι ότι «η βαθμολογία αποθαρρύνει και ωθεί ακόμη περισσότερο στην άρνηση μάθησης τον κακό μαθητή, ενώ επιβραβεύει τον καλό μαθητή, που έτσι κι αλλιώς δε χρειάζεται την επιβράβευση».

Συνήθως τα σχολεία στην Φινλανδία έχουν πολλούς ανοικτούς χώρους, γυάλινους τοίχους, έξυπνο σχεδιασμό, βιβλιοθήκες και υπολογιστές. Αισθάνεσαι εκεί μέσα μια ηρεμία και μια ησυχία που σε ξενίζει. Κι αυτό θα μπορούσε να οφείλεται σε μια άλλη πολιτιστική διαφορά, ότι οι μαθητές δεν φορούν παπούτσια, αλλά περπατούν γύρω με τις κάλτσες τους. Αυτό δίνει μια αίσθηση ενός φιλικού χώρου ή ακόμα και οικογενειακού.

Αίθουσα Δημοτικού Σχολείου στη Φινλανδία

Αίθουσα Δημοτικού Σχολείου στη Φινλανδία

Βασική παιδαγωγική αρχή είναι να ενθαρρύνονται  τα παιδιά να λένε τη γνώμη τους και να συζητούν με τους καθηγητές τους και η βαθμολογία τους προκύπτει κυρίως από τη συμμετοχή τους στις συζητήσεις, που γίνονται μέσα στην τάξη. Η απομνημόνευση είναι κάτι που δεν υπάρχει στην εκπαίδευση της Φινλανδίας. Επιπλέον υποβαθμίζεται και αποθαρρύνεται ο ανταγωνισμός εντός του σχολείου και καλλιεργείται η αυτοπεποίθηση σε κάθε μαθητή. Οι παιδαγωγοί τους δεν έχουν κανένα λόγο να απαιτήσουν από τα παιδιά να μάθουν απ’ έξω πράγματα, που μετά από μερικές εβδομάδες δε θα θυμούνται. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα παιδιά τους να σκέπτονται λογικά, με κριτική σκέψη, κατανοώντας περίπλοκα νοήματα και αλληλοσυσχετισμούς. Με λίγα λόγια τους ενδιαφέρει να αγαπήσουν τα παιδιά τη μάθηση και το βιβλίο για να συνεχίσουν να μαθαίνουν μόνα τους. Με το ζόρι δε μαθαίνει κανείς. Με το ζόρι μπορείς μόνο να αποστηθίσεις ξένη γνώση, για λίγο καιρό.

Όταν το απόγευμα οι Φιλανδοί μαθητές πάνε στο σπίτι, αφήνουν τη σάκα με τα βιβλία στο σχολείο. Όλη η υπόλοιπη ημέρα τους ανήκει. Χαίρονται την παιδικότητά τους. Τεστ για το σπίτι απαγορεύονται. Η λέξη φροντιστήριο δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό τους. Είναι πρώτα στην Ευρώπη στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων και τελευταία σε τηλεθέαση.  Στη Φινλανδία οι διακοπές το καλοκαίρι διαρκούν δύο μήνες. Και όταν τελειώνουν οι μαθητές γιορτάζουν, γιατί μετά από δύο μήνες διακοπών θα βρεθούν ξανά με τους συμμαθητές και δασκάλους φίλους τους, στη μικρή κοινότητα του σχολείου τους.

Στην Ελλάδα βλέπεις παιδιά με τσάντες να κυκλοφορούν μέχρι τα μεσάνυχτα τρέχοντας σαν τον Βέγγο να προλάβουν το επόμενο μάθημα αποστήθισης, προς μεγάλη ικανοποίηση των φροντιστηρίων. Είναι δυνατόν αυτά τα τραύματα της χαμένης παιδικότητας να μην έχουν βαθιές και μακροχρόνιες ψυχικές συνέπειες; Τα περισσότερα ελληνόπουλα πάνε άκεφα σε άθλια σχολεία, που μοιάζουν σαν γκαράζ αυτοκινήτων. Συναντούν δασκάλους, στην πλειονότητά τους σκυθρωπούς και δίχως όρεξη, για τους οποίους η λέξη εξατομικευμένη προσέγγιση μαθητή με ιδιαίτερα προβλήματα υπάρχει μόνο στα λεξικά. Πρέπει να αποστηθίσουν κακογραμμένα βιβλία πάνω στα οποία θα εξεταστούν. Όποιος έχει την καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, θα επιβραβευθεί. Οι κακοί μαθητές θα τιμωρηθούν και θα σπρωχθούν στη μαθησιακή άρνηση. Η μαθητική διαρροή σε κάποιες περιοχές της χώρα μας ξεπερνά το 30% , ενώ στη Φινλανδία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η απάντηση της υπουργού παιδείας της Φινλανδίας είναι: «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε έναν μαθητή».

Γιατί αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά τα τραγικά στο σημαντικότερο τομέα μιας χώρας, όπως είναι η παιδεία, από την οποία εξαρτώνται όλα τα άλλα; Γιατί βασανίζουμε δίχως λόγο ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, τα παιδιά μας; Γιατί, ενώ πληρώνουμε τα περισσότερα λεφτά στον κόσμο για την παιδεία (στην παραπαιδεία των φροντιστηρίων), έχουμε μια τόσο άθλια δημόσια παιδεία;

Γιατί το σύστημα της Φιλανδίας στηρίζεται στην πλήρη έλλειψη διαφθοράς. Στη Φιλανδία οι διορισμοί και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών γίνονται κυρίως με ευθύνη των δήμων. Φαντάζεστε αυτό να συνέβαινε και στην Ελλάδα; Θα γινόταν «το σώσε» από διαφθορά και αναξιοκρατία. Υπάρχει επίσης διαφορετική ψυχολογία σε ένα λαό, που περνάει τα δύο τρίτα της χρονιάς μέσα στη νύχτα και το κρύο από ένα μεσογειακό λαό. Το κλίμα τους δημιουργεί προβλήματα, όπως η κατάθλιψη και ο αλκοολισμός, αλλά και κάποια θεαματικά πλεονεκτήματα, τα οποία φαίνονται στην εκπαίδευση.

Αυτοί οι ήσυχοι μελαγχολικοί άνθρωποι έχουν λιγότερη διάθεση για πονηριά και διαφθορά και είναι πάντα εντάξει στις υποχρεώσεις τους ως υπεύθυνοι πολίτες. Επίσης οι μαθητές εκεί είναι πιο ήσυχοι! Ξέρετε τι είναι να προσφερθεί σε ένα δάσκαλο μία τάξη με ήσυχα πειθαρχημένα παιδιά; 

Εμείς είμαστε πιο ζωηροί και έχουμε πρωτίστως να καταπολεμήσουμε τη διαφθορά και τη δημόσια σπατάλη. Αν ποτέ το καταφέρουμε, ας ρίξουμε μία κλεφτή ματιά και στο Φινλανδικό σύστημα.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »