Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855.

Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855. Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο…

 

Read Full Post »

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος – Ναύπλιο


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα σημείωμα του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 «Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος».

 

Απρίλιος 1897. Ξεκίνησε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος που κατέληξε το Μάιο του ίδιου χρόνου στην πρώτη μεγάλη ήττα της Ελλάδας από στους Τούρκους μετά το 1821. Τότε τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές πλάγιες του Ολύμπου.  Στην εκστρατεία αυτή συμμετείχε και το 8ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα το Ναύπλιο και συγκεκριμένα το ενετικό κτήριο (σημερινό αρχαιολογικό μουσείο) στην Πλατεία Συντάγματος.

Προς τιμήν των 23 πεσόντων του 8ου Συντάγματος του πολέμου του 1897 κατασκευάστηκε με χρήματα των στρατιωτών και των αξιωματικών πρωτοβουλία του διοικητή Δημητριάδη, αναθηματική στήλη των πεσόντων. Εγκαινιάστηκε έξι χρόνια αργότερα στις 24/4/1903 μπροστά από το ενετικό κτήριο στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Αργότερα, η 7η Ιανουαρίου καθιερώνετε ημέρα εορτής του 8ου Συντάγματος. Η ημερομηνία αυτή ταυτίζετε με την μάχη της Μανωλιάσσας του 8ου συντάγματος στις 7 Ιανουαρίου 1913. Η Μανωλιάσσα είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του δήμου Μπιζανίου.

Στις ετήσιες εκδηλώσεις μπροστά από το μνημείο γινόταν αναφορά για τους πεσόντες του 8ου Συντάγματος σε όλες τις στρατιωτικές συμμέτοχες του. Συνολικά 511 ήταν οι οπλίτες και οι αξιωματικοί που έπεσαν υπέρ πατρίδος στις μάχες του 8ου Συντάγματος.

 

Πλατεία Συντάγματος, πίσω η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων μπροστά από το σημερινό Αρχαιολογικό μουσείο.

 

Η αναθηματική στήλη καταγράφει όλους τους νεκρούς από τους πολέμους του 1897, 1912 -1913 και 1918 -1922.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41, γίνεται  στην πίσω πλευρά  της στήλης.

Μετά το τέλος της λειτουργίας του ενετικού κτηρίου σαν στρατιωτικό κτήριο και πριν γίνει αρχαιολογικό μουσείο η αναθηματική στήλη μεταφέρθηκε το 1933 στο νέο στρατόπεδο του Ναυπλίου στο Πολύγωνο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)


                                                      

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)»

 

Οι περισσότεροι έχουμε δει τη βενετική δεξαμενή στην παραλία του Ναυπλίου σε φωτογραφικές απεικονίσεις της βόρειας πλευράς της πόλης. Η δεξαμενή βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το χώρο της εγκαταλελειμμένης πισίνας του Αμφιτρύωνα (Φωτό 1 και 2).

 

Πανοραμική άποψη του Ναυπλίου.

 

Ο χώρος που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

Η δεξαμενή είχε εξωτερικές διαστάσεις 22 x 25 μέτρα και ύψος γύρω στα 8 μέτρα. Η χωριτικότητά της σε νερό πρέπει να ήταν γύρω στα 2.000 μ3. Γέμιζε με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής, μέσω ενός δικτύου κεραμικών σωληνώσεων και φυσική ροή. Τμήμα του δικτύου μεταφοράς νερού βλέπουμε σήμερα στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στο θερινό κινηματογράφο Ναυπλίου. Το τοπωνύμιο της περιοχής «Κρυονέρι» μας οδηγεί στην υπόθεση μήπως υπήρχε κάποια μικρή πηγή στην περιοχή.

Η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο» περιγράφει τη δεξαμενή ως «τέλειο τεχνικό έργο που οι καμάρες του το ανεβάζουν στο επίπεδο της μεγάλης τέχνης. Το οικοδομικό υλικό, πέτρες, πλίθες, κιμιλιά έχει την αρμογή και την στερεότητα ενός μεγάλου κτηρίου. Έχει μια καλή θέση στην ιστορία της νεότερης οχυρωματικής».

1710: Σύμφωνα με τον Schaeffer, η δεξαμενή κτίστηκε το 1710, στα τέλη της Β’ Βενετοκρατίας, από τον προβλεπτή Σαγρέδο. Ήταν ενσωματωμένη στα βόρεια τείχη της πόλης του Ναυπλίου (Φωτό 3).

 

Η Βενετική δεξαμενή σε αποτύπωση του Schaeffer, 1934.

 

Ο Schaeffer ήταν Γερμανός αρχιτέκτονας που έχει ασχοληθεί πριν από το 1940 με την ιστορική εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου. Η διδακτορική του διατριβή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Schaeffer είναι γνωστό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση, επιβλέποντας σε συνεργασία με το Τ. Κωστούρο, την ανακατασκευή σε ξενοδοχείο της καστρονησίδας Μπούρτζι. Σε σχέδια που υπάρχουν στο Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο έχει αποτυπώσει την δεξαμενή.

1866: Λίγα χρόνια μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, με το ΦΕΚ 53/1866 αποφασίζεται η κατεδάφιση του βόρειου τείχους της πόλης, από τον προμαχώνα του Μόσχου (περίπου στην περιοχή του Αγ. Νικολάου) μέχρι τη βενετική δεξαμενή. (πληροφορία ΦΕΚ Ν. Τόμπρα).

1871: Η κατεδάφιση του τείχους ολοκληρώνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Στην κατεδάφιση εργάζονται κρητικοί πρόσφυγες που έχουν έλθει στο Ναύπλιο το 1866. Μετά την κατεδάφιση του τείχους διαμορφώνεται σταδιακά η παραλιακή προκυμαία. Το τμήμα του τείχους από την βενετική δεξαμενή μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε Αδέλφια» παραμένει στη θέση του (Φωτό 4).

 

Η σήμανση με το βέλος μας δείχνει που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

1888: Μέχρι τότε, η δεξαμενή δεν χρησιμοποιείται. Με απόφαση της δημοτικής αρχής, η δεξαμενή γέμισε νερό από τη νέα δεξαμενή νερού που είχε κατασκευαστεί στους πρόποδες του Παλαμηδίου (υπάρχει ακόμα και σήμερα πάνω από την σημερινή πυροσβεστική). Το νερό ερχόταν πια με σιδεροσωλήνες από την Άρια.

1901: Η βενετική δεξαμενή τροφοδοτεί ακόμα την πόλη με νερό, όπως αναφέρει ο δήμαρχος Τερζάκης.

1916: Η δεξαμενή έχει ακόμα νερό και το διαπιστώνουμε από καταγγελία για δηλητηρίαση ναυπλιώτη από το νερό της δεξαμενής (ΓΑΚ Αργολίδας).

1929: Τον Ιούνιο αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής (Φωτό 6 και 8).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή.

 

1933: Το Νοέμβριο του 1933, η Έφορος Αρχαιοτήτων χαρακτήρισε την ημικατεστραμμένη δεξαμενή «αρχαίο κτήριο» και απαγόρευσε τη συνέχεια της κατεδάφισης. Ο τοπικός τύπος θεωρεί την απόφαση εξωφρενική και διαμαρτύρονται στο Υπουργείο Παιδείας ο δήμος, το λιμενικό ταμείο, ο Νομάρχης και οι επιστημονικοί σύλλογοι της πόλης , καθώς δεν θέλουν να διατηρηθεί η «δυσώδης ασχημία εις το κεντρικώτερον σημείο της πόλης». Η αντίθεση αρχαιολογίας και πόλης έχει ξεκινήσει από πολύ παλιά. Η έφορος δεν είναι άλλη από την γνωστή από το βιβλίο «Το Ναύπλιο» Σέμνη Καρούζου (Φωτό 5).

 

Αναγγελία στον Τύπο.

 

1938: Το Σεπτέμβριο άρχισαν ξανά οι εργασίες κατεδάφισης, όπως μας ενημερώνει ο τοπικός τύπος.

1939: Άρχισαν οι συζητήσεις για αξιοποίηση συνολικά της παραλιακής ζώνης για κατασκευή ξενοδοχείου από την Πανναυπλιακή Ξενοδοχειακή Εταιρία Τουρισμού Α.Ε. (Ίδρυση: ΦΕΚ 96/6-4-1939. Μετοχικό κεφάλαιο 3.000. 000 δρχ). Η Εταιρία αγόρασε από το λιμενικό Ταμείο (!!!) το οικόπεδο της παραλίας, που συμπεριλαμβανόταν και η δεξαμενή (Ιούλιος 1939. Από αρχείο Ν. Τόμπρα).

1929-1950: Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία. (Φωτό 7 και 9).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Βενετική δεξαμενή

 

1950 1951: Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα. Για την κατεδάφιση χρησιμοποιούνται και εκρηκτικά – πηγή πληροφορίας η ζωντανή ιστορία της πόλης Λ. Λάμπρου – (Φωτό 10).

 

Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα.

 

1952: Στις αρχές του χρόνου αρχίζει η κατασκευή του πρώτου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας». Διαμορφώνεται το αίτημα να γκρεμιστεί και το σπίτι του Μαγουλιανίτη (Ασημακόπουλου), όπου στεγαζόταν η καλοκαιρινή ταβέρνα του Πλατσάρα που ήταν στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Το κτήριο είχε καεί την περίοδο της Κατοχής.

1957: Ολοκληρώνονται οι εργασίες διαμόρφωσης της ευρύτερης περιοχής με την ολοκλήρωση του κτισίματος και του δευτέρου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» και την κατασκευή της πισίνας.

1961: Τελειώνουμε την αφήγηση με ένα προσφιλές θέμα: Καταγγελία στον ΕΟΤ για οικονομικές ατασθαλίες κατά την κατασκευή της πισίνας. Το έργο είχε υπέρβαση 146%. Με αρχικό προϋπολογισμό για την κατασκευή της πισίνας και περιβάλλοντος χώρου 732.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 1.077.000 δραχμές. Ακόμα και η προσθήκη του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» είχε υπέρβαση. Με αρχικό προϋπολογισμό 3.898.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 2.378.000 δραχμές (62 %).

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης»

 

Ίσως η περισσότερο άγνωστη φυλακή της πόλης του Ναυπλίου είναι η Στρατιωτική Φυλακή. Είναι γνωστές οι φυλακές στο Παλαμήδι, στο κτήριο «Λεονάρδου» και Βουλευτικού, οι  γυναικείες φυλακές στο ισόγειο του Βουλευτικού και σε ιδιωτικό κτήριο και η φυλακή των πολιτικών κρατούμενων στην Ακροναυπλία.

Η Στρατιωτική Δικαιοσύνη οργανώθηκε για πρώτη φορά επί εποχής Καποδίστρια, όταν συγκροτήθηκε το Διαρκές Στρατοδικείο στο Ναύπλιο. Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (21 Νοεμβρίου 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

Η ποινή του θανάτου για τους στρατιωτικούς εκτελείτο με τυφεκισμό ενώ των ποινικών με την γκιλοτίνα.

 

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου.

 

1884 (τέλη): Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες σε υπάρχοντα ενετικά κτήρια της Ακροναυπλίας, ίσως και με προσθήκη κάποιων νέων κτηρίων για τις ανάγκες στέγασης των στρατιωτικών φυλακών.

1885: Αρχές του έτους άρχισε η μεταφορά των στρατιωτικών καταδίκων από τις φυλακές του Παλαμηδίου στην Ακροναυπλία. Στο χώρο των φυλακών υπάρχει και εκκλησία για τον εκκλησιασμό των κρατούμενων ενώ έχει καταγραφεί και αίτημα για διορισμό μόνιμου ιερέα στη φυλακή. Η φυλακή έχει δύο ορόφους, με δύο θαλάμους, ατομικά κρεβάτια και καρτέλες σε κάθε κρεβάτι με το όνομα, την αναγραφή της ποινής, το αδίκημα και το στρατιωτικό σώμα που άνηκε. Οι εφημερίδες της εποχής πανηγυρίζουν για την εφαρμογή στις στρατιωτικές φυλακές του νέου συστήματος.

1885: Ιδρύεται το 8ο πεζικό σύνταγμα στο Ναύπλιο, το οποίο στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο (μετέπειτα πολιτικές φυλακές Ακροναυπλίας), δίπλα από τις στρατιωτικές.

1886: Στα μέσα του χρόνου μαθαίνουμε ότι οι φυλακές φιλοξενούν 337 κρατούμενους στρατιωτικούς και είναι πλήρεις.

1888: Έχει μειωθεί ο αριθμός των κρατουμένων σε 221 στρατιωτικούς.

1897: Στα μέσα του χρόνου γέμισαν όλες οι στρατιωτικές φυλακές (π.χ. Μεντρεσές στην Αθήνα) από λιποτάκτες φαντάρους. Πολλοί από τους λιποτάκτες του πολέμου του 1897 οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών.

 

1897 (Απρίλιος – Μάιος ): Μεταφορά στις στρατιωτικές φυλακές 124 Τούρκων αιχμαλώτων από τον πόλεμο του 1897.

1897: Στα τέλη του έτους μαζική απόδραση από τις στρατιωτικές φυλακές κρατουμένων, οι οποίοι συγκροτούν συμμορία ληστών στην περιοχή της Μαντινείας.

1897: Ορίζεται το Ναύπλιο ως έδρα ταξιαρχίας, που στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο δίπλα από τις στρατιωτικές φυλακές.

1900: Στις 2 Αυγούστου οδηγούνται στις φυλακές Ακροναυπλίας οι επικεφαλής κινήματος αξιωματικών πεζικού. Το στρατιωτικό κίνημα είχε γίνει στις 18/7/1900.

1902: Στις 2 Ιουνίου υπογράφεται επιστολή στρατιωτικών καταδίκων, όπου επιβραβεύεται ο διοικητής των φυλακών Ι. Παναγιωτόπουλος για την τάξη που έχει επιβάλλει. Από την επιστολή μαθαίνουμε για δύο φόνους μεταξύ των καταδίκων την προηγούμενη χρονιά στη φυλακή.

 

Το συγκρότημα των στρατιωτικών φυλακών στο Ναύπλιο.

 

1903: Τον Απρίλιο, σε έκθεση επιθεωρητή των φυλακών μαθαίνουμε ότι οι κατάδικοι στρατιώτες παίζουν χαρτιά και στα κελιά έχουν μπουκάλια με ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά.

1905: Στις 16 Οκτωβρίου γίνεται απόδραση από τις φυλακές Ακροναυπλίας καταδίκου σε ισόβια δεσμά, δεκανέας στο βαθμό.

1909: Στη φυλακή μεταφέρονται οι στασιαστές του κινήματος του Ναυτικού, που έγινε στις 17-10-1909, μετά το κίνημα στο Γουδί.

1909: Το Νοέμβριο ο αριθμός των κρατούμενων είναι 300 στρατιωτικοί.

1913: Στις φυλακές μεταφέρονται και Τούρκοι αιχμάλωτοι.

1921: Το Νοέμβριο μεταφέρονται στις στρατιωτικές φυλακές απεργοί στρατεύσιμοι από το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Αθήνας, μετά από απόφαση στρατοδικείου.

1922: Τον Αύγουστο, 800 οι στρατιωτικοί κατάδικοι της Ακροναυπλίας ζητούν να πάνε στο μέτωπο. Έχουν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των κρατούμενων, ίσως χρησιμοποιούσαν τότε ως χώρο φυλακής και το μεγάλο ενετικό κτήριο.

1922: Άρχισαν να μεταφέρονται στις φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στο ΚΚΕ. Οι στρατιωτικοί κρατούμενοι μεταφέρουν νερό από την πόλη του Ναυπλίου με ντενεκέδες για τη δεξαμενή της φυλακής και ασχολούνται με σπάσιμο χαλικιού. Όταν διαβάζουν ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ τιμωρούνται. Άλλη μια αγγαρεία ήταν ο καθαρισμός των πέντε δεξαμενών της πόλης του Ναυπλίου.

1929: Ψηφίζεται το Ιδιώνυμο (Νόμος 4249/25-7-29) «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1929: Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός για όλους τους θανατοποινίτες κρατούμενους.

1931: Τον Ιούλιο του 1931 δημοσιεύεται επιστολή στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, η οποία υπογράφεται από τον «Κόκκινο φαντάρο». Εκεί μαθαίνουμε ότι το συσσίτιο είναι κακό, ο ίδιος έχει περάσει 25 μήνες στη φυλακή και η αγγαρεία του είναι να σπάει πέτρες. Το ημερομίσθιο του φυλακισμένου είναι οχτώ δραχμές την ημέρα και η καταβολή του αργή.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών και η αναγραφή της φυλακής στην πρόσοψη του κτηρίου.

 

1932: Στις στρατιωτικές φυλακές οδηγούνται φαντάροι που ανήκουν στο ΚΚΕ, οι οποίοι κατηγορούνται ότι «συνεδρίασαν για την ανατροπή του καθεστώτος» ή μοίραζαν προκηρύξεις.

1932: Αντιθέσεις μεταξύ πολιτικών και ποινικών στρατιωτικών κρατούμενων. Οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούν το σύστημα ότι αφήνει ελεύθερα τα ναρκωτικά στη φυλακή (χασίς).

1935: Στις 13 Απριλίου οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί, που συμμετείχαν στο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε την 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Στις 2 Δεκεμβρίου αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

1935: Τον Δεκέμβριο αρχίζουν απεργία πείνας στις στρατιωτικές φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι για να τους δοθεί αμνηστία.

1936: Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Έχει αποφασιστεί, όπως μαθαίνουμε από τοπική εφημερίδα η μετατροπή των φυλακών αποκλειστικά «για τους κομμουνιστάς».

1937: Στις 3 Φεβρουαρίου αρχίζει η λειτουργία των φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους οι πολιτικοί με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας λειτουργούν στο μεγάλο ενετικό κτήριο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα» – Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μεταφέρουμε» σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο της κυρίας Γιούλης Επτακοίλη, βασισμένο σε μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου*, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» το Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020, με τίτλο:

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα»

 Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα!

 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

«Στους δρόμους όφειλαν όλοι να περπατούν με μπαστούνια για να τηρούν σε απόσταση όσους συναντούσαν, κρατώντας συγχρόνως σφουγγάρια βρεγμένα με ξίδι, καθώς και ψιλοκομμένες φλούδες κεδρόξυλου για να απομακρύνονται τα μικρόβια. Κάθε πρωί έπρεπε να τρώνε ξηρά σύκα, λίγο απήγανο, λίγο αλάτι και άφθονο σκόρδο ή, αν δεν είχαν τα είδη αυτά, ψωμί βουτηγμένο σε κρασί μοσχάτο. Στους άνδρες συνιστούσαν να ξυρίζονται συχνά και ν’ αλλάζουν καθημερινά ρούχα, στις γυναίκες ν’ αερίζουν, επίσης καθημερινά, τα ασπρόρουχα, ιδιαίτερα τα σεντόνια, και να πλένουν τα ρούχα, χρησιμοποιώντας ξίδι και σκόρδο».

Το 1687, τη δεύτερη δηλαδή περίοδο της Βενετοκρατίας, επιδημία πανούκλας είχε πλήξει την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την περιοχή του Ναυπλίου. Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης τα μέτρα που είχαν πάρει τότε οι Αρχές για την αντιμετώπισή της και την ανακοπή της πορείας του θανάτου, οι ομοιότητες στους χειρισμούς και η έμφαση στο social distancing [Κοινωνική αποστασιοποίηση] δεν διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα.

 

O Φραγκίσκος Μοροζίνι,

αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν

τα πρώτα κρούσματα,

κατευθύνθηκε με τον στόλο του

στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε

ως την τελική κάθαρση.

 

Τα αποσπάσματα που δημοσιεύει η «Κ» είναι προϊόν της μελέτης της Χρύσας Μαλτέζου, ιστορικού, τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και τέως διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

Περιλαμβάνονται σε ένα άγνωστο στην έρευνα μέχρι πριν από λίγα χρόνια αρχειακό υλικό που εισήχθη στις συλλογές των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας: το ιδιωτικό αρχείο του Gasparo Bragadin, έκτακτου προνοητή της Ρωμανίας κατά τη διετία 1686-1688. «Απαρτί­ζεται από τρία σταχωμένα με περ­γαμηνή κατάστιχα που περιέχουν πολυάριθμα έγγραφα, ιδιαίτερα σημαντικά για την πελοποννησιακή ιστορία στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της Βενετοκρατίας», ανα­φέρει η κ. Μαλτέζου.

 

Το Ναύπλιο την εποχή της πανούκλας, όπως απεικονίζεται σε γκραβούρα της εποχής.

 

Το γαλλικό πλοίο

 

Στα έγγραφα υπάρχουν αρκετές αναφορές για την πανώλη που έπληξε την Πελοπόννησο το 1687/1688. «Για τη φοβερή αυτή μεταδοτική νόσο που προσέβαλε τόσο τις παραθαλάσσιες περιοχές όσο και την ενδοχώρα, οι πενιχρές μαρτυρίες που είχαμε ώς τώρα δεν επέτρεπαν να εκτιμήσομε τις επιπτώσεις της στη δημογραφική σύνθεση του πλη­θυσμού, αλλά και τις συνέπειες που είχε στη ζωή γενικότερα των κατοί­κων της εποχής εκείνης. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέταμε ήταν ότι η πανούκλα μεταδόθηκε από γαλλικό πλοίο που είχε ελλιμενισθεί στο Ναύπλιο, ότι γρήγορα εξαπλώ­θηκε στην πόλη και στα περίχωρα κι από κει σε όλη την Πελοπόννησο, ότι υπήρξε οξεία και θανατηφόρα κι ακόμη ότι ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα, κατευθύνθηκε με τον στόλο του στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε ως την τε­λική κάθαρση», γράφει η κ. Μαλτέ­ζου, διευκρινίζοντας ότι το υλικό αναφέρεται μόνο στην επαρχία της Ρωμανίας που ανήκε στη δικαιοδο­σία του Βενετού αξιωματούχου, η οποία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο περιλάμβανε, τα διαμερίσματα του Ναυπλίου, της Κορίνθου, της Τριπολιτσάς, του Άργους και του Αγίου Πέτρου Τσακωνιάς.

Και μερικά στοιχεία για τον πλη­θυσμό: «Σύμφωνα με την απογραφή του πληθυσμού του 1689 η Πελοπόννησος, χωρίς τη Μάνη και την Κορινθία, αριθμούσε 86.468 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Grimani  του 1700 ο συνολικός πληθυσμός είχε ανέλθει στους 176.844 κατοίκους. Ειδικότε­ρα η επαρχία της Ρωμανίας αριθ­μούσε 37.458 κατοίκους».

Ποιες ήταν όμως οι οδηγίες των Αρχών προς τους κατοίκους της εποχής; «Απαγορευόταν να κυκλο­φορούν άσκοπα στους δρόμους και να μετακινούνται σε άλλα σπίτια. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κι αν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι, επι­τρεπόταν να πηγαίνουν σε σπίτια άλλων με τη συνοδεία ενός φύλα­κα. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους στρατιώτες, στους οποίους επιτρεπόταν η μετακίνηση αλλά και η κυκλοφορία κατά την ώρα μόνο της αλλαγής της βάρδιας».

 

Οι νεκροθάφτες με τα κουδούνια και τα μπλόκα στους δρόμους

 

Η πολιτική που ακολουθούσαν για τις κατοικίες όπου σημειώνονταν θάνατοι ήταν βέβαια αρκετά δια­φορετική. «Τα σπίτια, στα οποία είχαν επισημανθεί θανατηφόρα κρούσματα, αν ήταν απομονωμέ­να, παραδίδονταν ολόκληρα στη φωτιά. Διαφορετικά, αν υπήρχε κίνδυνος να μεταδοθεί η φωτιά στα διπλανά, γινόταν απολύμανση, καιγόταν δηλαδή η οικοσκευή αλλά και ο ρουχισμός. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρώτα έκλειναν τα παράθυρα για να εισχωρήσει ο καπνός στους τοίχους κι αφού με­τά τα άνοιγαν, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα, ράντιζαν με ξίδι το πάτωμα και άλειβαν τους τοίχους με κατράμι ή τριμμένη τερεβιν­θίνη (καμφορά). Οι νεκροθάφτες όφειλαν κάθε πρωί να τριγυρίζουν στους δρόμους, για να μαζεύουν τους νεκρούς από τα σπίτια, έχοντας δεμένα στα πόδια τους κου­δούνια για να ακούγονται από μακριά και να μην τους πλησιάζει ο κόσμος. Στο Ναύπλιο, τα πτώματα ενταφιάζονταν γύρω από το χαρά­κωμα που βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο και οι νεκροθάφτες είχαν εντολή να σκάβουν βαθείς λάκκους και να τους σκεπάζουν μετά με ασβέστη».

 

Οι Βενετοί προχώρησαν

στον αποκλεισμό των πόλεων

από την ύπαιθρο,

με σκοπό να ανακόψουν

την εξάπλωση του λοιμού.

 

Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με σκοπό να ανακόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Τα ίδια σχεδόν μέτρα που ανα­κοίνωσε για τις μετακινήσεις την περίοδο του Πάσχα ο Νίκος Χαρδαλιάς, ακολουθούσαν και τότε οι Αρχές.

«Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με τον σκοπό να ανα­κόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Έτσι οι δρόμοι που οδηγούσαν από το Άργος, την Κόρινθο και την Τρί­πολη προς το Ναύπλιο έκλεισαν, ενώ έξω από τις πύλες της εισόδου του Ναυπλίου δόθηκε εντολή να το­ποθετηθούν διπλά φράγματα, για να εμποδίζεται η επικοινωνία με τα περίχωρα. Στη μέση του φράγματος έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς ένας ή δύο φύλακες, οι οποίοι μαζί με τον Proveditore alla Sanita  θα χορηγούσαν άδειες εισόδου και εξόδου από την πόλη μόνο μετά έλεγχο. Με ιδιαίτερη αυστηρότητα αντιμετωπίστηκαν οι ομάδες Αθη­ναίων που είχαν φτάσει πρόσφυγες στην πελοποννησιακή γη».

Στα αρχεία περιέχονται και πληροφορίες για τα συμπτώματα της νόσου και τα φάρμακα που χρησι­μοποιούσαν, «την τερεβινθίνη, το permadandon, και μια φαρμακευτική σύνθεση, την οποία οι Έλληνες σύμφωνα με τη μαρτυρία των εγγράφων, ονόμαζαν “σαμψάχι”. Ως προς τους γιατρούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη δύ­σκολη εκείνη περίοδο, η πηγή μας διασώζει τα ονόματα εκείνων που εργάζονταν στο νοσοκομείο του Ναυπλίου: ο Αντόνιο Μπερνάρντι, επικεφαλής του νοσοκομείου, ο Πίνι, ο Λεάντρο και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφύριος, του οποίου οι γνώσεις είχαν, όπως φαίνεται ιδιαίτερα εκτιμηθεί από τους Βενετούς αξιωματούχους, γιατί συχνά εξαίρεται η προσφορά του στις εκθέσεις τους».

 

* Η μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα Πρακτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης που συγκλήθηκε στη Μονεμβασιά με τίτλο: «Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea», Αθήνα 1998.

 

Γιούλη Επτακοίλη

«τέχνες & γράμματα», εφημερίδα «Καθημερινή», Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020.

 

Read Full Post »

Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο – «Το μόνον εθνικόν βιομηχανικόν κατάστημα εν Πελοποννήσω»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Οπλοστάσιο: Η πρώτη βαριά βιομηχανία στο Ναύπλιο»

 

Το οπλοστάσιο στεγαζόταν στον ενετικό προμαχώνα Mocenigo που βρισκόταν στη θέση που σήμερα είναι κτισμένα το πρώτο δημοτικό σχολείο και το λύκειο Ναυπλίου. Ήταν μονάδα του στρατού, με αντικείμενο την επισκευή και παραγωγή οπλισμού και πυρομαχικών. Άρχισε τη λειτουργία της μετά την επανάσταση του 1821 στο υπό σύσταση ελληνικό κράτος και συνέχισε κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Από δημοσιεύσεις του Τύπου το 1870 μαθαίνουμε ότι το οπλοστάσιο παρήγαγε επίσης μουσικά όργανα, σάλπιγγες και ιπποσκευές, όπως σαμάρια, σέλες, χαλινάρια, καπίστρια, λαιμαριές (σαγματοποιείο). Συμμετέχει το οπλοστάσιο με προϊόντα του στην έκθεση των Ολυμπίων το 1870.Στο οπλοστάσιο επίσης φυλασσόταν και επισκευαζόταν η γκιλοτίνα. Υπήρχαν μάλιστα παράπονα από τους δημίους ότι δεν ακόνιζαν σωστά τη λεπίδα κοπής των κεφαλιών και ταλαιπωρούνταν οι κατάδικοι που εκτελούνταν στο Αλωνάκι.

Στο οπλοστάσιο εργάζονταν και μαθητευόμενοι. Αυτοί έπρεπε να ήταν σε ηλικία από 16-18 χρονών, να ξέρουν ανάγνωση, γραφή και τις τέσσερις αριθμητές πράξεις.

 

Καρτ ποστάλ. Το παλατάκι του Καποδίστρια, δεξιά το οπλοστάσιο.

 

1829: Ιδρύθηκε στο οπλοστάσιο «Μουσείο τροπαίων του αγώνος».

1868: Μεταποιήθηκε στο οπλοστάσιο το κοινό τουφέκι σε πολύκροτο, ελάχιστα διαφορετικό από εκείνα των ευρωπαϊκών κρατών, αποδεικνύοντας την επιδεξιότητα των τεχνιτών.

1869: Απόφαση για κατασκευή οπλοστασίου στο Πειραιά έσπειρε υποψίες για τη μεταφορά του οπλοστασίου από το Ναύπλιο.

1876: Εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου με την τοποθέτηση ατμομηχανής 30 ίππων, δωρεά Κοντογιάννη (ομογενής πρόξενος στην Πετρούπολη), μετά από πολλές περιπέτειες. Ελπίδες ότι με την ατμομηχανή θα υπήρχε η δυνατότητα να παράγει το οπλοστάσιο οπλικό υλικό καθιστώντας τη χώρα αυτάρκη.

1877: Καταγράφεται στον Τύπο επιθυμία αξιωματικών για μεταφορά του οπλοστασίου στον Πόρο ή την Αθήνα ή τον Πειραιά ακόμα και στην Χαλκίδα. Υπάρχουν παράπονα στην κυβέρνηση για αδιαφορία στη λειτουργία του οπλοστασίου και υπολειτουργία του.

1884: Υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη μεταφορά του οπλοστασίου και παράπονα της τοπικής κοινωνίας ότι αφαιρούν πολλά από το Ναύπλιο.

1897: Τον Οκτώβριο το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Ναυπλίου βγάζει ψήφισμα για να μη μεταφερθεί το οπλοστάσιο σε άλλη πόλη.

1909: Όλες οι ενδείξεις δείχνουν την πρόθεση της μεταφοράς του οπλοστασίου στην Αθήνα. 150 επώνυμοι Ναυπλιώτες συγκεντρώνονται στο δημαρχείο και ορίζουν επιτροπή για να διεκδικήσει την αποσόβηση της μεταφοράς του σαγματοποιείου, καθώς αυτό θα σημάνει και τη διάλυση του οπλοστασίου. Η πόλη είναι σε μεγάλη αναστάτωση και απειλεί με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις. Το ρεπορτάζ της εποχής αναφέρει: «Η πόλις Ναυπλίου η προνομιούχος απεγυμνώθη τελείως παρά των διαφόρων Κυβερνήσεων και εγκατελείφθη παρ αυτών δίκαια λοιπόν η αγανάκτησις των Ναυπλιέων επι τη νέα ταύτη ειδήσει.»

1915: Με ΦΕΚ καταργείται το οπλοστάσιο του Ναυπλίου.

1916: Με το τρένο γίνεται η μεταφορά εξαρτημάτων του οπλοστασίου στην Αθήνα.

1935: Αρχίζει η κατεδάφιση των κτηρίων του οπλοστασίου για να κτιστούν τα σχολεία του Α Δημοτικού και του Γυμνασίου, σημερινού Λυκείου.

 

Τα υπό κατεδάφιση παλιά κτίρια του οπλοστασίου.

 

Το φουγάρο, τελευταίο απομεινάρι του οπλοστασίου, κατεδαφίστηκε πολύ αργότερα, το 1936 αφού ολοκληρώθηκε η κατασκευή των σχολικών συγκροτημάτων.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου: 1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου – 2. Υπόστεγο ξυλείας – 3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών – 4. Θάλαμος του θυρωρού – 5. Φυλακείον – 6. Υπόστεγο αμαξών – 7. Προπλαστήριο χωνευτών. 8. Φουγάρο – 9. Χωνευτήριο – 10. Καρφοποιείο – 11. Αποθήκη ορυχαλκείων – 12. Ορυχαλκείο – 13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο – 14. Αποθήκη – 15. Οπλοποιείο – 16. Σχεδιοφυλάκιο – 17. Σχολείο του λόχου – 18. Ηλιακό ρολόι.

 

Η τοπογραφία του οπλοστασίου:

  1. Αποθήκη γραφεία και θάλαμος λόχου.
  2. Υπόστεγο ξυλείας.
  3. Εργοστάσιο σιδηρουργών κλειδουργών.
  4. Θάλαμος του θυρωρού.
  5. Φυλακείον.
  6. Υπόστεγο αμαξών.
  7. Προπλαστήριο χωνευτών.
  8. Φουγάρο.
  9. Χωνευτήριο.
  10. Καρφοποιείο.
  11. Αποθήκη ορυχαλκείων.
  12. Ορυχαλκείο.
  13. Ξυλουργείο – Αμαξοποιείο.
  14. Αποθήκη.
  15. Οπλοποιείο.
  16. Σχεδιοφυλάκιο.
  17. Σχολείο του λόχου.
  18. Ηλιακό ρολόι.

Σημείωση Νίκου Τόμπρα: «Ένας από του πιο σημαντικούς , ίσως ο σημαντικότερος υπάλληλος του οπλοστασίου, ήταν ο Αντώνιο Βρεντάνος Τζιμαρώλη καθηγητής χημείας και πυροτεχνουργός του οπλοστασίου, ο οποίος αφού εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο έζησε όλη την ζωή του εδώ παντρεύτηκε, απέκτησε οικία στον μεγάλο δρόμο, και είχε μία κόρη που παντρεύτηκε και έζησε στο Ναύπλιο και έναν γιό που έγινε αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Ο Βρεντάνος είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές της πόλης του Ναυπλίου κατά τον 19ο αιώνα και οι εφημερίδες και τα ΦΕΚ της εποχής βρίθουν αναφορών σε αυτόν καθώς εργαζόταν και ως ιδιώτης πτυχιούχος χημικός, αφού τότε δεν υπήρχε κανένας άλλος με αυτά τα προσόντα. Ενδεικτικά και μόνο ΦΕΚ 18/16-6-1854».

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 

«Τα λουτρά στην πόλη του Ναυπλίου»

 

Εγκαταστάσεις λουτρών (χαμάμ) στην πόλη του Ναυπλίου αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Άγγλο αρχαιολόγο και τοπογράφο William Gell. Περιγράφει ένα δημόσιο λουτρό, που είχε επισκεφθεί μεταξύ των ετών 1804-1806, ως εξής: «Στο κέντρο του πρώτου διαμερίσματος υπήρχε φωτιά και γύρω γύρω σοφάδες με καθαρά σεντόνια και σκεπάσματα. Εκεί γδύνεσαι, τυλίγεσαι με ένα βαμβακερό ρούχο, φοράς ξυλοπάπουτσα και οδηγείσαι ανάμεσα από πολλές θολωτές καμάρες, τη μια ζεστότερη από την προηγούμενη, στο χαμάμ, όπου ξαπλώνεις σε ένα τεζάχι ξύλινο, μεγάλο όσο μια πόρτα, στερεωμένο σε ύψος 4 ιντσών από το πάτωμα. Kι ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση, ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. (…) Ύστερα, σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα, όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς να αφήσεις τα λεφτά στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές».

Την περίοδο εκείνη υπήρχαν στην πόλη τουλάχιστον δύο λουτρά. Τμήμα ενός λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα. (Φωτό 1)

 

Φωτό 1. Τμήμα λουτρού σώζεται ακόμα και σήμερα απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σπυριδωνα.

 

Το άλλο μάλλον στεγαζόταν σε κτίριο στο Μεγάλο Δρόμο (Β. Κωνσταντίνου 10) και κατά πάσα πιθανότητα η περιγραφή του Gell αφορά αυτό. Το λουτρό αυτό ανήκε στους κληρονόμους του Παπαφλέσσα. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 53, άρθρο Κ. Δανούση).

Τα λουτρά τροφοδοτούνταν με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής. Τμήματα του πήλινου αγωγού μεταφοράς νερού έχουν βρεθεί στην περιοχή Ροδίου. Στο ίδιο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο. (Φωτό 2)

 

Φωτό 2. Στο σύστημα μεταφοράς νερού στην πόλη ανήκουν και οι κατασκευές με καμάρες που διακρίνουμε στις υπώρειες του βράχου στον θερινό κινηματογράφο.

 

Σε ένα από τα λουτρά μαρτυρείται μαζική δολοφονία Ευρωπαίων εθελοντών, λίγο μετά την άλωση του Ναυπλίου. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου από βιβλίο Σιμόπουλου). Το 1826 καταγράφεται στο αστυνομικό δελτίο κλοπή μαργαριταριού που ανήκε σε μια γυναίκα, η οποία είχε επισκεφτεί το χαμάμ της πόλης για το λουτρό της. (Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου). Στα χρόνια της απελευθέρωσης λειτουργούν ακόμα ιδιωτικά λουτρά στην πόλη. Το 1834 υπάρχει φόρος λουτρών ενώ στα Γενικά Αρχεία του Κράτους συναντάμε το όνομα ενός ιδιοκτήτη λουτρών, του Μ. Κοιλόνου. (ΓΑΚ)

Γύρω στα 1860 κατασκευάζονται θαλάσσια λουτρά σε χώρο μέσα στη θάλασσα, στην περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες προς την κατεύθυνση του φάρου. Λειτουργούν δώδεκα λουτρά σε ξύλινη κατασκευή, με σκελετό που είναι μέσα στη θάλασσα. (Φωτό 3-4)

 

Φωτό 3. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Φωτό 4. Η περιοχή που είναι σήμερα οι Μπανιέρες.

 

Το 1887 γίνεται ανακαίνιση των λουτρών ενώ η εξέδρα χρησιμοποιείται και για παραστάσεις και συναυλίες. Το 1901 σε δημοσίευμα της εφημερίδας «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» αναφέρεται ότι το κόστος για τα λουτρά είναι 0.20 λεπτά. Από το 1892 – 1894 τα λουτρά ενοικιάζονται από τον Κωνσταντίνο Καλτεζά και έπειτα από τον Βασίλη Μπουζακιώτη. (ΓΑΚ)

Έως το 1924 γίνονται δημοπρασίες για την ενοικίαση των ξύλινων λουτρών. Από φωτογραφίες της εποχής διαπιστώνουμε ότι υπήρχε ένα μικρό διάστημα που δεν υπάρχουν ξύλινα λουτρά στην πόλη (1925; 1928).

Την 1η Απριλίου 1928 παραδίδονται από τον μηχανικό Γιάνναρο τα νέα σχέδια ξύλινων λουτρών στον μηχανικό του δήμου για να γίνει εργολαβία. (Φωτό 5 Σχέδια).

 

Φωτό 5. Σχέδια ξύλινων λουτρών.

 

Σε 10 ημέρες δημοπρατείται η κατασκευή των ξύλινων λουτρών, με προϋπολογισμό 190.000 δραχμές. Στις 27 Απριλίου 1930 καταγράφεται δημοπρασία για την ενοικίαση των λουτρών, με μειοδότη κάποιον με το όνομα Ρετάλης. Σε επαναληπτική δημοπρασία φαίνεται ότι τελικά τα λουτρά ενοικιάστηκαν από τον Ευάγγελο Σμυρναίο. Στις 31 Ιουνίου 1931 το Δημοτικό Συμβούλιο έδωσε άδεια στον Σμυρναίο να πουλάει είδη καφενείου στο χολ των λουτρών. Τα λουτρά αποτελούνται από δέκα διαφορετικά δωμάτια, χωρισμένα σε ανδρών και γυναικών. Σύμφωνα με τη διαφήμιση που κυκλοφορεί, υπάρχει η δυνατότητα για ιαματικά λουτρά, σε πλήρη απομίμηση των λουτρών Αιδηψού, Λουτρακίου, Κυλλήνης, Υπάτης και Μεθάνων. Τα νερά έρχονταν σε συσκευασία, με την εγγύηση του καθηγητή Αναστάσιου Δαμβέργη (καθηγητής της φαρμακολογίας, ο οποίος έκανε αναλύσεις στα ιαματικά νερά της Ελλάδας). Τα προμήθευε το κατάστημα Μ. Λάμπρου. Επίσης, μπορούσε κάποιος να κάνει θαλάσσια θερμά λουτρά και λουτρά καθαριότητας, θερμά και ψυχρά. (Φωτό 6-7-8)

 

Φωτό 6. Λουτρά

 

Φωτό 7. Λουτρά

 

Φωτό 8. Αγγελία

 

Το 1941, τα λουτρά, τα οποία είναι σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, επισκευάζονται. (ΓΑΚ) (Φωτό 9)

 

Φωτό 9. Τα λουτρά, ήταν σε λειτουργία και κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

 

Το 1946 δίνεται η δυνατότητα παροχής θερμών λουτρών σε άπορους. (ΓΑΚ)

Το 1947, ο σύλλογος «Παλαμήδης» καταθέτει πρόταση να παραχωρηθεί σε δημοπρασία και να κατασκευαστεί στον χώρο του παλαιού γυμναστηρίου (πάρκο Σταϊκόπουλου) λουτρικό κατάστημα για καθαριότητα και για ιαματικά θερμά λουτρά. (Σύλλογος Παλαμήδης, πρακτικά).

Το 1958, το Λιμενικό Ταμείο κατασκευάζει τσιμεντένια βάση για νέα λουτρά, διαθέτοντας 160.000 δρχ. Ο μηχανικός που σχεδίασε το κτίριο ονομάζεται Ευμένιος Μαυρόπουλος. Το Λιμενικό Ταμείο σταματάει το έργο, λόγω έλλειψης χρημάτων. (Τοπικές Εφημερίδες).

Τον Μάρτιο του 1959, ο δήμαρχος Σαγιάς και ο πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Ηλίας Παπαδάκης πιέζουν να ολοκληρωθούν τα έργα κατασκευής των λουτρών. Με μεσολάβηση του ναυπλιώτη Γενικού Διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου, Μάνου Δαλαμάγκα (συμμετέχει και στο Συμβούλιο Τουρισμού), διατέθηκαν άλλες 200.000 δρχ. για την αποπεράτωση του κτιρίου στις Μπανιέρες. Στα μέσα του 1959 κατεδαφίστηκαν τα υφιστάμενα ξύλινα λουτρά. (Τοπικές Εφημερίδες).

Η κατασκευή δεν έτυχε καθολικής αποδοχής. Η εφημερίδα «Σύνταγμα» εκφράζει τις αντιρρήσεις της ως προς το σημείο κατασκευής των νέων λουτρών. Αναφέρει ότι «το έργο είναι βαρύ, θυμίζει παλιό στρατώνα, εξαφάνισε το μνημείο της Γλώσσας και ανατρέπει την γραμμήν των 5 αδελφών». Και μάλλον είχε δίκιο. Η μελέτη για την κατασκευή του κτιρίου είχε και αυτή παραλείψεις. Δεν είχαν σχεδιάσει ουρητήρια ούτε και τον χώρο του μηχανοστασίου. Τελικά και τα δύο έγιναν στα σκαλοπάτια όπως κατεβαίνουμε από τα Πέντε Αδέλφια για την Πύλη της Θάλασσας στην παραλία της Γλώσσας. (Φωτό 10)

 

Φωτό 10. Πύλη της Θάλασσας.

 

Τον Ιούλιο του 1959, το κτίριο δημοπρατείται και από το καλοκαίρι του 1960 τα λουτρά αρχίζουν να λειτουργούν. Παρέχονται θερμά θαλάσσια λουτρά αλλά και ιαματικά φάρμακα Αιδηψού, Μεθάνων, Υπάτης από τη βιομηχανία Δαμβέργη. (Τοπικές εφημερίδες) (Φωτό 11-12-13)

 

Φωτό 11. Μπανιέρες.

 

Φωτό 12. Τμήμα από το τείχος του Τόρου στη βορειοδυτική παραλία.

 

Φωτό 13. Διαφήμιση των λουτρών, 1960

 

Με τα χρόνια, τη δεκαετία του 1970, δεν λειτουργούν λουτρά στον χώρο και πλέον χρησιμοποιείται ως ο μοναδικός χώρος για μπάνιο εντός της πόλης. Οι γονείς με το ουζάκι και τα μεζεδάκια του Ζήση και τα παιδιά με τις βουτιές από την ξύλινη εξέδρα και το ανέβασμα από τις μεταλλικές σκάλες. Την περίοδο της χούντας, ο δήμαρχος Α. Παναγιωτόπουλος κατασκευάζει δίπλα στις μπανιέρες μια μικρή «πισίνα» για τα παιδιά.

Από το 1990 το κτίριο είναι μέσα στην αδόμητη ζώνη προστασίας της Ακροναυπλίας / Παλαμηδίου, η οποία επικαιροποιήθηκε το 1995 Πολεοδομικά το κτίριο είναι αυθαίρετο (δεν έχει οικοδομική άδεια) και δεν γνωρίζω αν έχει γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια νομιμοποίησης -τακτοποίησης, ώστε να μπορεί να νοικιαστεί από το Λιμενικό Ταμείο.

Και φθάνουμε στο σωτήριο έτος 2020. Αυτές τις μέρες του Μαρτίου ολοκληρώνεται το έργο της τοποθέτησης λιθορριπής μπροστά από το κτίριο, σε ύψος 1.5 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, με τη δικαιολογία της προστασίας της εγκατάστασης!!! Η εγκατάσταση δεν είναι πια λουτρά θερμαινόμενα. Εδώ και χρόνια είναι ένα σημείο πρόσβασης στη θάλασσα και εμείς το καταστρέψαμε.

 

Φωτό 14. Μπανιέρες, η σημερινή κατάσταση.

 

Μετά από 60 χρόνια Στις Μπανιέρες, δεν θα μπορείς να κάνεις μπάνιο. (Φωτό 14)

 

 Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Read Full Post »

Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της κυρίας Μαρίας Βασιλείου με τίτλο:

 «Οι κομπογιαννίτες, οι φαρμακοτρίβες κατά την Επανάσταση του 1821 και του Πασχάλη Θεοδώρου τα χάπια του πρώτου που άνοιξε (ανεπίσημο) φαρμακείο στο Ναύπλιο».

 

Είναι γνωστό ότι, κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, οι συνεχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων για τον Αγώνα, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.

Ωστόσο αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, γιατί κατά τον Κοραή «…θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».

Τα Πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν, κυρίως, της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης, από τα οποία οι αποφοιτούντες με διπλώματα  που έφεραν την αναφορά «Natione Graecus» προσπαθούσαν να βοηθήσουν με κάθε τρόπο την υπόδουλη πατρίδα και να συνδράμουν στον αγώνα.

 

Ευρωπαίος γιατρός περιθάλπει Έλληνα αγωνιστή. Λιθογραφία από την έκδοση Histoire d’une Epingle et Bluettes του σχεδιαστή H. Gerard Fontallard. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Στην υπόδουλη Χώρα λοιπόν, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, υπήρχαν κυρίως  πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί που ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», και ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι, κυρίως,  στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί» αλλά επίσης, «ιατροφαρμακοποιοί», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες. Η μετάδοση των γνώσεων και των εμπειριών στην άσκηση της πρακτικής ιατρικής ήταν συνήθως οικογενειακή υπόθεση και περνούσε από τον πατέρα στα παιδιά του. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί η λειτουργία πρακτικών ιατροφαρμακευτικών σχολείων στην Αθήνα, το Καρπενήσι, τη Σπάρτη, τη Χίο και αλλού, στα οποία διδάσκονταν σχετικά μαθήματα. Ένα τέτοιο ιατροφαρμακευτικό σχολείο ιδρύθηκε στο Μυστρά από τον Παναγιώτη Γιατράκο πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα.

 

Προσωπογραφία του αγωνιστή Παναγιώτη Γιατράκου, έργο του Σπυρίδωνα Προσαλέντη. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύ-μελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.

Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι. Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας.

Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι είχαν, επίσης, τα προσωνύμια «Βικογιατροί», συγκέντρωναν βότανα από την κοιλάδα του Βίκου ή «Ματσοκάριδες» γιατί κρατούσαν ρόπαλο (mazuca), κυρίως, για να αμύνονται από τις επιθέσεις των συγγενών του ασθενούς. Η θεραπευτική αγωγή που συνιστούσαν, απαιτούσε αφενός, υλικά για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν και αφετέρου, υιοθέτηση οδηγιών ιδιαίτερα πολύπλοκων στην εφαρμογή τους.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Τους Βικογιατρούς ή κομπογιαννίτες του Ζαγορίου εντοπίζει στις περιηγήσεις του και ο Πουκεβίλ, στα τέλη του 18ου αιώνα και τον εντυπωσιάζουν οι ικανότητες τους, καθώς και ο τρόπος που μπολιάζουν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά: «Οι πατέρες μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ή και σε μαθητές που προσκολλώνται σε αυτούς ως υπηρέτες, την πρακτική μερικών χειρουργικών εργασιών (…) με τέτοια επιτυχία και επιδεξιότητα, ώστε μπορούν να εκπλήξουν και τους πιο ικανούς χειρουργούς. Διακρίνονται προ πάντων στις περιεσφιγμένες κήλες ή στις κήλες που έγιναν ενοχλητικές εξαιτίας του βάρους των. Άλλοι ξέρουν να χειρουργούν τον καταρράκτη διά πιέσεως και οι πιο ικανοί χρησιμοποιούν λιθοτομία. Αναφέρω πράγματα που είδα. Οι αμαθείς χειρουργοί του Ζαγορίου δεν δημιουργούν περισσότερα θύματα από όσα πολλοί σημερινοί πτυχιούχοι επιστήμονες».

Η ενδυμασία των κομπογιαννιτών έχει περιγραφεί από πολλούς ιστορικούς και ιστοριογράφους της εποχής…….. φορούσαν «μέλαιναν μαλλιαράν σεγγούνα, περιέδεναν δε με πράσινη ταινία την, εις δασείς πλοκάμους κυμαίνουσαν χαίτην των, επί της οποίας έθετον σαμουροκάλπακο και επί του βραχίωνος έθετον οζώδην ράβδον εξ ου και απεκλείθησαν ματσουκάδες». Την ειδική ένδυση των κομπογιαννιτών περιγράφει και ο Δ. Καμπούρογλου «αποτελούνταν από αντερί (φαρδύς χιτώνας) και τζουπέν, ζώνην πλατείαν και καλπάκι μικρότερον του αρχοντικού». Σύμφωνα με άλλες πηγές οι Βικογιατροί «επετρέπετο να φορούν ποικιλόχρωμα φορέματα να φέρουν αλεξιβρόχιον και να σοβώσι καβαλλαραίοι».

Στο σαμουροκάλπακο, καπέλο από γούνα σαμουριού (ένα είδος νυφίτσας), τοποθετούσαν εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης. Σε άλλες περιπτώσεις τοποθετούσαν τα φάρμακα σε σακούλες, τις οποίες κρεμούσαν σε εμφανή σημεία της ένδυσής τους και για το λόγο αυτό ονομάζονταν και σακουλαραίοι.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας σε άρθρο του (1883) τιτλοφορούμενο «Η ιατρική εν Ελλάδι» αναφέρει πως φορούν επωμίδες, οι οποίες «ανεμιζόμεναι κροταλίζουν επί των δίκην παρασήμων επικείμενων μεταλλικών κομβίων», και μικρά υποδήματα «περισφιγγόμενα διά θεατρικών κροσσιών και στενών παντελονιών πεποικιλμένων διά σειριτίων» έτσι που ομοιάζουν «προς Ισπανούς ταυρομάχους»!

Συνήθως είχαν ως συνοδεία έναν βοηθό, ο οποίος διαλαλούσε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!», ενώ μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερη συντεχνιακή διάλεκτο.

Ο Α. Σούτσος στην Κωμωδία Ο ΑΣΩΤΟΣ σατυρίζει τους κομπογγιαννίτες με τους παρακάτω στίχους:

 

«Δεν είμαι εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στο δρόμο

Με αλοιφές, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο

Και να φωνάζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι

Καλός γιατρός, πουλεί ζωή! Ποιος θέλει! Ποιος θα πάρη».

 

Αλλά και  γιάτρισσες κατείχαν εξ οικογενειακών κληρονομιών γιατροσόφια θεραπευτικής και χορηγούσαν φάρμακα. …. ήταν η ελπίδα των αρρώστων της εποχής, μιας εποχής στην οποία η ιατρική βρίσκονταν σε νηπιακή κατάσταση.

 Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης αναφέρονται επίσης και κάποιοι εμπειρικοί φαρμακοτρίβες, οι οποίοι μαζί με άλλα εμπορεύματα πουλούσαν και φάρμακα. Ειδικοί φαρμακοποιοί δεν υπήρχαν. Ονομαστός κατά την έναρξη της Επανάστασης φαρμακέμπορος υπήρξε ο Νικολής Πύρλας από την Τρίπολη, ο οποίος είχε μάθει τα σχετικά με το εμπόριο και τη χρήση των φαρμάκων στη Μάλτα και στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1822, όταν απελευθερώθηκε το Ναύπλιο, πολλοί ομογενείς ιατροί, που είχαν σπουδάσει στα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, ήρθαν στην Ελλάδα για να προσφέρουν τις ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις τους. Το πρώτο φαρμακοπωλείο που ιδρύθηκε στο Ναύπλιο ήταν του Πασχάλη Θεοδώρου, Μικρασιάτη, πιθανόν από την Σμύρνη, που είχε σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Αυτός ασκούσε την ιατρική και παράλληλα διηύθυνε και το φαρμακείο όπου παρασκεύαζε γαληνικά φάρμακα (φάρμακα δηλαδή εξατομικευμένης φαρμακοθεραπείας), καταπότια, εκχυλίσματα κλπ.

Από άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912,  που περιέχεται στο Ημερολόγιο Σκόκου (1915) μαθαίνουμε ότι, «Ο Δετώρ Πασχάλης (έτσι υπέγραφε) εμίσθωσε αντί μεγάλου σχετικώς μισθώματος κατάστημα στην κεντρικώτερη θέση της πόλεως,  καλουμένη Σαντριβάνι, όπου ήταν η αγορά, το οποίο και διασκεύασε ευπρεπέστατα. Μακρά εκ κοινού ξύλου τράπεζα ετέθη επικεφαλής του καταστήματος και επ’ αυτής η απαραίτητος μικρά τρυτάνη (γλωσσίδα του ζυγού που δείχνει το βάρος) μετά θήκης περιεχούσης αντί βαρών σπέρματα σίτου (σιταρόσπορους),  προς ζύγιση των φαρμάκων, και μερικά ιγδία (γουδιά) σιδερένια από θραύσματα όλμων, ως επί το πλείστον. Τους τοίχους του καταστήματος περιέβαλλον εξ’ ολοκλήρου γυάλινες προθήκες, υαλοσκεπείς έμπροσθεν, προς φύλαξιν των περιεχόντων τα διάφορα φάρμακα, φιαλών και αγγείων. Αντιληφθείς εγκαίρως πόσο δυσάρεστη ήταν στους  πελάτες του η πόσις πικρών και δίσγευστων αφεψημάτων, κινδυνεύσας μάλιστα να κακοποιηθεί υπό κάποιου αγροίκου Ρουμελιώτου στρατιώτου, (ο οποίος έπασχε εκ δυσπεψίας και του χορήγησε αηδές καθαρτικό), θεώρησε προσφορώτερο δια της προσθήκης αλεύρου  να καταστήσει ευποτώτερα τα ρευστά φάρμακα παρασκευάζοντας έτσι καταπότια (χάπια), με τα οποία γέμισε στο εξής τις προθήκες του καταστήματος. Από τότε κάθε προσερχόμενος στην Σπετσαρία (φαρμακείο) του Δετώρ Πασχάλη  ελάμβανε άνευ χρονοτριβής, αντί μικρού αντιτίμου, το ζητούμενο φάρμακο για κάθε νόσο, σε καταπότια εντός συνήθως ξύλινου κυτίου».  Η «θεραπευτική δύναμη » αυτών των χαπιών, τα κατέστησε περιζήτητα και δημοφιλή σε όλο τον λαό.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Δύο με τρία χρόνια όμως μετά την έναρξη της λειτουργίας του φαρμακοτριβείου, οι ομογενείς από την Τεργέστη, έστειλαν στο Ναύπλιο, το 1825, τον Βονιφάτσιο Βοναφίν, ο οποίος ίδρυσε πλήρες φαρμακείο που λειτούργησε επί εβδομήντα χρόνια. Συγχρόνως συστάθηκε και τρίτο φαρμακείο υπό την διεύθυνση του Μιχ. Κωτσονόπουλου, ο οποίος είχε ασκηθεί στην φαρμακευτική τέχνη στην Τρίπολη κοντά στον πρώτο ξάδελφό του Νικ. Πύρλα. Στα χρόνια του Καποδίστρια ο φαρμακοποιός Νικ. Ζαβιτσάνος, ο οποίος ακολούθησε τον ιδιαίτερο γιατρό του Καποδίστρια Ταγιαπιέρα ίδρυσε και τέταρτο φαρμακείο κοντά στον Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Έτσι αραίωσε αισθητά η πελατεία του Δετώρ Πασχάλη και στο τέλος το κτήριο όπου στεγαζόταν κατέληξε να γίνει καπνοπωλείο. Τα περιζήτητα όμως χάπια παρέμειναν παροιμιώδη για πολλά χρόνια συμβολίζοντας τα «παχιά λόγια» και τις κενές υποσχέσεις των δημαγωγών της εποχής εκείνης.

«Του Κωλέττη τα λόγια Και του Πασχάλη τα χάπια». Είναι οι παροιμιώδεις εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για τις κενές περιεχομένου υποσχέσεις των πολιτικών της εποχής.

 

Πηγές 


 

  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Εμμανουήλ Ιω. Εμμανουήλ, Ακαδημαϊκού, Τακτικού     Καθηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω, Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβούλου: Τύποις «Πυρσός» Α.Ε, Αθήναι 1948.
  • «Ιστορία της Φαρμακευτικής», Ελένη Σκαλτσά, Καθηγήτρια, Τμήμα Φαρμακευτικής,     Τομέας Φαρμακογνωσίας & Χημείας Φυσικών Προϊόντων, ΕΚΠΑ,/ Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, www.kallipos.gr
  • «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», του Θεοδώρου Δαρδαβέση, Αναπληρωτή Καθηγητή Υγιεινής και Κοινωνικής Ιατρικής του ΑΠΘ, Μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου Αίμου, του Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης/ Πάπυροι ,Τόμος 2,2013.
  • «Του Πασχάλη τα χάπια» Μιχ. Λαμπρυνίδη 1912  περιέχεται στο Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου (1915).

 

Επιμέλεια Κειμένου

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πάρκο Κολοκοτρώνη: Μήπως πρέπει να δείχνουμε μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορία μας;


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Πάρκο Κολοκοτρώνη: Μήπως πρέπει να δείχνουμε μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορία μας;»

 

Η Ίδρυση του πάρκου

 

Ας δούμε την τοπογραφία της περιοχής του πάρκου Κολοκοτρώνη τα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Η περιοχή ήταν εκτός των τειχών της πόλης. Βόρεια του σημερινού πάρκου, στη σύγχρονη οδό Πολυζωίδου, βρισκόταν η τάφρος των ανατολικών τειχών. Η έκταση δεν ήταν επίπεδη, όπως σήμερα. Στην όχθη της τάφρου υπήρχε ένα μεγάλο ανάχωμα ενώ η θάλασσα έφτανε σχεδόν έως τη σημερινή οδό Σιδηράς Μεραρχίας. (Φώτο 1-2)

 

Φώτο 1. Ο χώρος που είναι σήμερα το πάρκο.

 

Φώτο 2. Τοπογραφικό του Ναυπλίου, 1826

 

Ο προμαχώνας Dolfin ήταν βόρεια του πάρκου. Η περιοχή ήταν επίσης βαλτώδης. Σταδιακά, μετά την απελευθέρωση, διαμορφώνεται σε ένα μεγάλο άπλωμα, που χρησιμοποιείται από τον στρατό για γυμνάσια, αφού εκείνη την περίοδο, η πόλη είχε πολύ στρατό. Έτσι, η περιοχή ονομάζεται πλατεία Γυμνασίων ή Άρεως. (Φώτο 3). Η είσοδος και η έξοδος στην πόλη γίνεται από την Πύλη της ξηράς. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα έλη (οι βάλτοι) καθώς, όπως αναφέρει ο τύπος της εποχής «τα έλη γεννούν πυρετούς».

Η πόλη άρχισε να αλλάζει όταν αποφάσισαν να γκρεμίσουν σταδιακά τα τείχη. Ξεκίνησαν το 1865 από τα τείχη της οδού Αμαλίας και τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1871, συνέχισαν με τα παραλιακά τείχη μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε αδέλφια», αφήνοντας ανέπαφη την ενετική δεξαμενή στο ύψος της σημερινής πισίνας του Αμφιτρύωνα. Σταδιακά, μπαζώθηκε και η τάφρος αλλά τα ανατολικά τείχη (από τον προμαχώνα Grimani μέχρι τον χώρο του Α’ Δημοτικού) έμειναν στην θέση τους. Η Πύλη της Ξηράς εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο για την είσοδο και έξοδο της πόλης. Η οριστική αλλαγή της τοπογραφίας στην περιοχή ήλθε με την κατεδάφιση των ανατολικών τειχών που ξεκίνησε το 1895, μετά από έγκριση του Χ. Τρικούπη.

Δέκα χρόνια πριν, το 1882, εισάγεται στη Βουλή το νομοσχέδιο για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής της Πελοποννήσου. Το 1884 άρχισε η διαμόρφωση της περιοχής για την κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, με τη μεταφορά ποσοτήτων χωμάτων από την περιοχή της Πλατείας Άρεως για τις ανάγκες του σιδηρόδρομου. Το 1885 έχουν ολοκληρωθεί οι κτιριακές εγκαταστάσεις (κτίρια σταθμού, αποθήκες, υπόστεγα) και στα τέλη του χρόνου ο σιδηρόδρομος κάνει το πρώτο δοκιμαστικό ταξίδι του στο Ναύπλιο. (Φώτο 3)

 

Φώτο 3. Σιδηροδρομικός σταθμός.

 

Το γκρέμισμα των τειχών και οι επιχώσεις που έγιναν διαμόρφωσαν σταδιακά τον χώρο βόρεια του πάρκου, από την οδό Σιδηράς Μεραρχίας μέχρι την οδό Μπουμπουλίνας. Το 1877, ο δήμαρχος Επαμεινώντας Κωτσονόπουλος κατατεθεί πρόταση να ανεγερθεί στο Ναύπλιο ένας έφιππος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη. Το 1889, έγινε η σύμβαση για την παραγγελία του ανδριάντα στον Λάζαρο Σώχο, μετά από διαγωνισμό που συμμετείχαν τέσσερεις γλύπτες (και μιλάμε για το 1889 μην πούμε τίποτα για το σήμερα ). Τα χρήματα για την κατασκευή μαζεύτηκαν με πανελλήνιο έρανο. Ο ανδριάντας ολοκληρώνεται και τον Νοέμβριο του 1895 το κιβώτιο με τον έφιππο Κολοκοτρώνη φτάνει στο Ναύπλιο με πλοίο από τον Πειραιά και αποθηκεύεται στο Οπλοστάσιο.

Και ενώ ο έφιππος ανδριάντας είναι στο Ναύπλιο, δεν έχει αποφασιστεί ακόμα ο χώρος που θα τοποθετηθεί. Ο δήμος Ναυπλίου δεν έχει λεφτά να κατασκευάσει τη μαρμάρινη βάση. Στον τοπικό τύπο αρχίζουν οι γκρίνιες. Ο δήμαρχος ασχολείται με το άγαλμα και δεν βλέπει ότι η πόλη είναι μέσα στη λάσπη, δεν έχει νερό, σχολείο αρρένων, αγορά κλπ.
Τον Ιούλιο του 1889, τρείς είναι οι προτάσεις για το που θα τοποθετηθεί ο ανδριάντας. (εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ)

  1. Μπροστά από την Πύλη της Ξηράς.
  2. Στη σημερινή θέση, με το επιχείρημα του δημάρχου Δημητρίου Τερζάκη ότι η πόλη θα επεκταθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
  3. Στην περιοχή Κιούλ Τεπέ, όπου ήταν τα κτήματα του Κολοκοτρώνη και στην οποία ο ίδιος έχει χτίσει το εκκλησάκι των Αγ. Θεοδώρων. Την άποψη αυτή υποστηρίζει η εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ.

Για να αποφασιστεί ο χώρος της τοποθέτησης έρχεται με πλοίο αυθημερόν στο Ναύπλιο, τον Οκτώβριο του 1899, ο Αντιβασιλέας διάδοχος Κωνσταντίνος, μαζί με τον ναυπλιώτη εφέτη που υπηρετεί στη Κέρκυρα, Νικόλαο Κωστάκη, ο οποίος είχε αναλάβει να χρηματοδοτήσει την κατασκευή της βάσης του ανδριάντα. (εφημερίδα ΑΣΤΥ – ΕΜΠΡΟΣ)

Φώτο 4. Σκιτσο του Δημάρχου Δ. Τερζάκη.

Ο Αντιβασιλέας συμφώνησε για τον χώρο της σημερινής θέσης και όρισε μάλιστα τα εγκαίνια για τον Απρίλιο του 1900. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Δημάρχου Δ. Τερζάκη τριάντα χρόνια μετά ότι ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος επισκέφτηκε τα προτεινόμενα μέρη, συνοδευόμενος από πολύ κόσμο, «αλλά κατέληξε με αυταρχικότητα» να επιβάλει τη θέση που αυτός είχε προτείνει. (Φωτο 4)

Μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι στα τέλη του 1899 έχει αποφασιστεί να κατασκευαστεί το δικαστικό μέγαρο στον χώρο που είναι σήμερα. Τον Μάρτιο του 1900 ξεκίνησε η τοποθέτηση της μαρμάρινης βάσης. Η καθυστέρηση της κατασκευής έφερε αναβολή και στα εγκαίνια. Την ίδια περίοδο, αλλάζει ο δημόσιος φωτισμός στην πόλη. Από φωτιστικά με πετρέλαιο περνάμε σε φωτισμό με λάμπες τύπου Αουερ[1]. Τοποθετήθηκαν δώδεκα φώτα στην Πλατεία Κολοκοτρώνη, σε σχέση με οκτώ που τοποθετήθηκαν στην πλατεία Συντάγματος.

Τελικά τα εγκαίνια ορίστηκαν και έγιναν στις 23 Απριλίου 1901 (ημέρα της εορτής του Βασιλιά Γεώργιου Α’). Η τελετή είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Πολλοί επίσημοι, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο πρωθυπουργός Θεοτόκης, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης Δηλιγιάννης, πολλοί βουλευτές, δήμαρχοι και χιλιάδες κόσμου. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, στα εγκαίνια του έφιππου Κολοκοτρώνη ήρθε στο Ναύπλιο 25.000 κόσμος από την Αθήνα και όλη την Πελοπόννησο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής. Στις παράλληλες εκδηλώσεις των αποκαλυπτηρίων, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διοργάνωση στο Ναύπλιο (Τριανόν) του 1ου Γεωργικού Συνεδρίου. (Φωτο 5-6)

 

Φώτο 5. Ταχυδρομικό δελτάριο, η ημέρα των αποκαλυπτηρίων.

 

Φώτο 6. Ταχυδρομικό δελτάριο, 1902.

 

Ας δούμε τώρα την περιγραφή της λεγόμενης Πλατείας Κολοκοτρώνη από έναν αθηναίο ανταποκριτή: «εν τω κέντρω αυτής μεγαλοπρεπέστατος υψούνται ο αποκαλυφθησόμενος ανδριάς αυτού, γύρωθεν του οποίου κήπος, περιέχων εκλεκτά άνθη, προσδίδει όντως ιδανικής όψιν. Προς το βόρειον μέρος της πλατείας της τοσούτον απλέτως δια 12 φανών ασετιλίνης φωτιζόμενης…». Το πάρκο Κολοκοτρώνη έχει ήδη διαμορφωθεί με φυτεύσεις δένδρων περιμετρικά και νότια και κήπο με λουλούδια, παρά την ύπαρξη στο βόρειο τμήμα του προμαχώνα Dolfin.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε το ευρύτερο πολιτικό κλίμα της εποχής, για να καταλάβουμε σε πόσο δύσκολες συνθήκες κατασκευάστηκε ο ανδριάντας του Κολοκοτρώνη. Τα χρήματα μαζεύτηκαν με πανελλήνιο έρανο σε μια περίοδο που έχει μεσολαβήσει η ταπεινωτική ήττα από τον πόλεμο του 1897 και η χρεοκοπία του κράτους, τον Δεκέμβριο του 1893. Σε μια ίδια περίοδο με την σημερινή κατάσταση στην ελληνική Οικονομία. Επιτήρηση με μνημόνια τρόικες ή θεσμούς που παρακολουθούν τα οικονομικά της χώρας.

Σε πολιτικό επίπεδο, είναι σαφής η προσπάθεια του βασιλιά Γεωργίου και του διαδόχου Κωνσταντίνου να βελτιώσουν την εικόνα του βασιλικού θεσμού και να επωφεληθούν από τη δυσαρέσκεια του κόσμου για τον κοινοβουλευτισμό, μετά την ήττα του 1897. Με πολιτικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να κάνουν τη βασιλεία σημαντικό πολιτικό παράγοντα παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να εντάσσεται και το ενδιαφέρον της βασιλικής οικογένειας ακόμα και για τον χώρο τοποθέτησης του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη και έτσι ίσως εξηγείται η φράση του δημάρχου Τερζάκη για το διάδοχο Κωνσταντίνο «αλλά κατέληξε με αυταρχικότητα».

Τα αποκαλυπτήρια γίνονται τέσσερα χρόνια μετά την ήττα του 1897, μετά την πτώχευση και την επιτήρηση. Η τοποθέτηση του ανδριάντα είναι ένα καλό νέο για την κοινωνία και θέλει να συμμετέχει. Ίσως είναι ο λόγος για την παρουσία 25.000 πολιτών στα αποκαλυπτήρια.

 

Νέα ζωή στο πάρκο

 

Το 1901, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και έκδοση αντίστοιχου ΦΕΚ, αποφασίστηκε η επέκταση του σχεδίου πόλης στα ανατολικά και στα βόρεια του πάρκου. Ουσιαστικά, διαμορφώνεται πολεοδομικά ο χώρος του πάρκου (ΦΕΚ 187/1-9-1901). Από την επέκταση του σχεδίου της πόλης προκύπτουν 45 οικόπεδα ιδιοκτησίας της Λιμενικής Επιτροπής[2], η οποία τα εκποιεί στις αρχές του 1903, περιμένοντας να εισπράξει 100.000 δρχ.). Το 1910 ολοκληρώνονται οι εργασίες κατασκευής του δικαστικού μεγάρου αλλά παραμένει στη θέση του ο προμαχώνας Dolfin. (Φώτο 8-9)

 

Φώτο 8. Δικαστικό μέγαρο.

 

Φώτο 9. Προμαχώνας Dolfin.

 

Τα επόμενα χρόνια, το πάρκο υποβαθμίζεται. Παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης με στάσιμα νερά και μορφή βάλτου. (Φώτο 7)

 

Φώτο 7. Φωτογραφία εγκατάλειψης του πάρκου.

 

Το 1930, με τον σχεδιασμό των εορτών για την εκατονταετηρίδα στο Ναύπλιο, άρχισαν εργασίες αναβάθμισης του πάρκου. Τον Μάρτιο ανατέθηκε σε εργολάβο το έργο της αναμόρφωσης, σύμφωνα με προτεινόμενο σχέδιο. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ο νεοεκλεγείς δήμαρχος Κ. Κόκκινος φέρνει από την Αθήνα τον διάσημο για την εποχή του ανθοπώλη, Φλεριανό, για να προτείνει τρόπο φύτευσης του πάρκου (το 2020 δεν έχουμε μια φυτοτεχνική μελέτη για το πάρκο). (Φώτο 13)

 

Φώτο 13. Άφιξις Φλεριανού.

 

Τον Αύγουστο αρχίζουν οι φυτεύσεις, ο νέος φωτισμός, τοποθετήθηκαν παγκάκια και κατασκευάστηκε η ξύλινη παράγκα «Μανιταρά», βασισμένη σε σχέδια ξύλινου στεγάστρου που είχε σχεδιαστεί το 1905. (Φώτο 15- 16). Κατεδαφίζεται το υπολειπόμενο τμήμα του προμαχώνα Dolfin, με εργάτες κρατούμενους των φυλακών και έτσι διαμορφώνεται τοπογραφικά ο χώρος όπως είναι σήμερα. (Φώτο 10-11)

 

Φώτο 15. Η ξύλινη παράγκα «Μανιταρά».

 

Φώτο 16. Σχέδιο στέγαστου.

 

Φώτο 10. Κατεδάφιση προμαχώνα.

 

Φώτο 11. Πάρκο Κολοκοτρώνη, 1930.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1933, με μελέτη του σημαντικού αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη (ο οποίος επέλεξε και τις φυτεύσεις) διαμορφώνεται η πλατεία Καποδίστρια. Τον Ιούνιο του 1933 τοποθετείται το άγαλμα του Καποδίστρια. Στις 29 και 30 Νοεμβρίου του 1930 γίνονται οι εκδηλώσεις των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση από τους Τούρκους (εκατονταετηρίδα), με επίκεντρο των εκδηλώσεων το πάρκο Κολοκοτρώνη. (Φώτο 14)

 

Φώτο 14. Εορτασμός εκατονταετηρίδας.

 

Το πάρκο αποκτά ζωή. Είναι το σημείο αναφοράς για την πόλη. Οι καταγραφές στον τύπο της εποχής περιορίζονται στο να μην κόβουν τα χρυσάνθεμα οι νυκτερινοί επισκέπτες του πάρκου. (Φωτο 13α )

 

Φώτο 13α. Τα Χρυσάνθεμα.

 

Τον τόνο στο πάρκο δίνουν η παράγκα του «Μανιταρά» και οι υπαίθριοι φωτογράφοι. Δεν υπάρχει σπίτι στο Ναύπλιο που να μην έχει φωτογραφία από τους υπαίθριους φωτογράφους του πάρκου. Λευτέρης Μελίδης, Δημήτρης Ιωαννίδης, Πρόδρομος Παπαδόπουλος κ.λπ. (όλοι πρόσφυγες) Φωτογράφοι υπήρχαν στο πάρκο μέχρι το 1970. (Φώτο 17-18)

 

Φώτο 17. Φωτογράφοι στο πάρκο.

 

Φώτο 18. Φωτογράφοι στο πάρκο.

 

Τα τελευταία χρόνια το πάρκο πέρασε στην απόλυτη παρακμή. Καμία φροντίδα. Κανένα λουλούδι δεν ανθίζει την άνοιξη. Για σκεφτείτε πόσα χρόνια έχετε να δείτε ανθισμένα λουλούδια στο πάρκο. Ρίξαμε χαλίκι στους διαδρόμους για να μην λιμνάζουν τα νερά της βροχής και κάναμε το πάρκο απρόσιτο σε καρότσια και ΑμεΑ. Δεν κλαδεύουμε δένδρα αλλά αν φτάσουν στο απροχώρητο τα κόβουμε. Δεν υπάρχουν πια ούτε παγκάκια. Το μόνο που στέκει στη θέση του είναι το μνημείο του Κολοκοτρώνη (και αυτό δεν πρέπει να αισθάνεται και τόσο καλά) και η πολιορκία του πάρκου απ΄ όλες τις πλευρές με καρέκλες καταστημάτων. Με όλα αυτά, το πάρκο δεν έχει πια ζωή στην πόλη.

Και συμπτωματικά, έναν χρόνο πριν την εορτασμό των διακοσίων χρόνων από την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η δημοτική αρχή αποφάσισε να παρέμβει. Το 1930 (στο πλαίσιο των εορτασμών των εκατό χρόνων) έγιναν μελέτες, ήρθε ειδικός ανθοπώλης, βάλαμε παγκάκια. Το 2020, ενενήντα χρόνια μετά προτείνουμε να βάλουμε μπετονένιες κερκίδες και να μικρύνουμε το πάρκο. Σημεία των καιρών….

Υ.Γ. Μήπως το πάρκο που έχει ζωή από το 1901 είναι μνημείο και πρέπει να προστατεύεται και νομικά; Δεν τίθεται βέβαια συζήτηση ότι πρέπει να το σεβόμαστε.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η λάμπα Άουερ είναι λάμπα ασετιλίνης. Εκμεταλλεύεται το φως που εκπέμπεται από ένα μικρό δίχτυ υφαντικής ίνας, επενδυμένο με οξείδιο του θορίου, που πυρακτώνεται από τη φλόγα του αερίου. Ο εργολάβος Αριστ. Τσάκωνας ανέλαβε με 5.500 δρχ. να εγκαταστήσει 50 φανάρια ασετιλίνης στην πόλη του Ναυπλίου.

[2] Με τον νόμο ΒΨΝΗ της 10ης Απριλίου του 1900 περιήλθε στη Λιμενική Επιτροπή Ναυπλίου η έκταση «μεταξύ της θαλάσσης και της Δημοσίας οδού του τείχους του Φρουρίου εν ω το οπλοστάσιον», αφού έγινε ο σχετικός πλειοδοτικός διαγωνισμός και κάποιοι ιδιώτες πλειοδότησαν παίρνοντας κάποια από τα οικόπεδα που δημιουργήθηκαν, το 1904 ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες και οι σχετικές χρηματικές καταβολές και τέλη 1904 αρχές 1905 άρχισαν να συντάσσονται οι σχετικές μεταβιβαστικές πράξεις. Πρόκειται βέβαια για τα οικόπεδα που καταλαμβάνουν τα οικοδομικά τετράγωνα που περικλείονται από τις οδούς Πολυζωίδου, Μπουμπουλίνας (πιθανά η θάλασσα να ήταν πιο μέσα), Συγγρού, Σιδηράς Μεραρχίας και πιθανά και μέχρι την σημερινή οδό Θεσσαλονίκης. Όμως όπως όλοι γνωρίζουμε οι Νομαρχία Αργολίδος κάηκε δύο φορές και συνεπώς αμφιβάλλω εάν σώζονται σχέδια και χάρτες των σχετικών οικοδομικών τετραγώνων και της αρίθμησης των σχετικών κλήρων. Ευτυχώς τα συμβόλαια είναι πάντα εκεί. Κάπως έτσι άρχισε η αξιοποιήσει της Βόρειας πλευράς της οδού Σιδηράς Μεραρχίας έναντι του πάρκου και έως το τοίχος. πηγή: Συμβολ. πράξεις Υ. Ν. (Σημ. Νίκος Τόμπρας).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους Αργολίδας.
  • Εφημερίδες: Ναυπλιακή Ηχώ – ΑΡΓΟΛΙΣ – ΓΝΩΜΗ – ΠΡΟΟΔΟΣ – ΕΜΠΡΟΣ – ΣΚΡΙΠ – ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – ΠΡΩΙΑ.
  • Περιοδικό ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΛΟΓΟΥ και ΤΕΧΝΗΣ.
  • Βιβλίο: Εικονογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια, εκδόσεις «συλλογές» 1985, για τα Δελτάρια.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου
  • Φωτογραφίες: Αρχείο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Read Full Post »

Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βένετων – Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα. Αφροδίτη Κουρία, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η εισήγησή μου εστιάζει σε χαρακτικά των ευρωπαϊκών περιηγητικών και συ­ναφών εκδόσεων με σημείο εκκίνησης το δεύτερο μισό του 16ου αι. και με συνεπίκουρη τη μαρτυρία νεότερων εικονογραφικών πηγών (κυρίως του 19ου αι.) για το Ναύπλιο των Βενετών. Θα πρέπει εξαρχής να τονιστεί ότι τα χαρα­κτικά των παλαιών περιηγητικών και άλλων συναφών εκδόσεων είναι καρποί ποικίλων διαμεσολαβήσεων και των διαδικασιών παραγωγής αυτής της εικο­νογράφησης με τις ιδιομορφίες της. Οι εικόνες αυτές, καθώς και οι αντίστοιχές τους ζωγραφικές, είναι πολιτιστικά προϊόντα με πολλαπλές λειτουργίες και πολλούς αποδέκτες. Όλα αυτά σηματοδοτούνται και αισθητοποιούνται στις τυπολογίες τους, στη μορφική διατύπωση των θεμάτων και σε επιμέρους στοιχεία των παραστάσεων, όπως επίσης και στη συνέργεια λόγου και εικό­νας, την οποία συναντάμε σε αρκετά από αυτά τα χαρακτικά.

Οι παλαιότερες απόψεις του Ναυπλίου (του 16ου και 17ου αι.) ακολου­θούν πιστά τον τρόπο εξεικόνισης των πόλεων που ονομάστηκε «vue à vol d’oiseau» («bird’s eye view») ή, ακριβέστερα, «plan perspective», δηλαδή προοπτική κάτοψη (εικ. 1, 2).

 

Εικ. 1: Άποψη του Ναυπλίου (G. F. Camocio, Isole famose, porti, fortezze e terre maritime…, Βενετία περ. 1571-1575), χαλκογραφία.

 

Εικ. 2: Άποψη του Ναυπλίου (S. Pinargenti, Isole che son da Venetia…, Βενετία 1573), χαλκογραφία.

 

Ο τρόπος αυτός στον 16ο αι. εδραιώθηκε ως η κατεξοχήν πιστευτή εικόνα του κόσμου. Η προοπτική κάτοψη, αυτή η πα­νοραμική άποψη όπου η ρεαλιστική αναπαράσταση συνδιαλέγεται με μια κωδικοποιημένη, συνδηλωτική ή και συμβολική γλώσσα, εγγράφεται στα πο­λιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής με τις πολιτικές προεκτάσεις τους, στις έρευνες και τα αιτήματα για την αναπαράσταση του ορατού κόσμου, του γεω­γραφικού χώρου, και για τον έλεγχό του, την «οικειοποίησή» του με εργαλείο τη χαρτογραφική-τοπογραφική εικόνα. O Georg Braun, ο οποίος μαζί με τον Frans Hogenberg εξέδωσε τον μνημειώδη άτλαντα Civitates orbis terrarum (1572-1617), έργο που καταξίωσε αυτού του είδους τις απόψεις πόλεων, εξη­γεί με σαφήνεια στην εισαγωγή του άτλαντα τον σκοπό και τα χαρακτηριστικά αυτών των αναπαραστάσεων, όπως επισημαίνουν και οι μελετητές: «Με την έκφραση “ad vivum delineata” [ο Braun] θέλει να δηλώσει ότι η εικόνα έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσλαμβάνεται ως αληθινή: δεν είναι μια δισδιάστατη, επίπεδη αντιγραφή, αλλά μια πόλη που προβάλλει τρισδιά­στατη πάνω στο χαρτί. Το “αληθινό” και το “ζωντανό” συμπίπτουν. Το τελικό αποτέλεσμα σχεδιάζεται όχι μόνο για την τέρψη των ματιών αλλά και για να δείχνει ως μια ψευδαισθητική προσομοίωση του “πραγματικού”, έντεχνα κατασκευασμένη».[1] Ο Braun δηλώνει ότι το δικό του βιβλίο είναι ανώτερο από το βιβλίο οποιουδήποτε άλλου στον κόσμο, «artificio & veritate», δηλαδή λόγω της δεξιοτεχνίας και της αλήθειας.[2] Ας σημειωθεί ότι το επίθετο vero, «Il vero disegno […]» [το αληθινό σχέδιο] αναγράφεται σε αρκετά cartouches τέτοιων πορτρέτων πόλεων, ανάμεσά τους και κάποια του Ναυπλίου (εικ. 2).[3]

Ποιο είναι όμως το «πραγματικό», που η προοπτική κάτοψη (ή «bird’s eye view») επιτρέπει να δούμε με αληθοφάνεια; Και εκεί ακόμη ο Braun είναι σα­φής ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία αυτών των εικόνων, όπως σημει­ώνουν οι μελετητές.[4]

Δεν πρόκειται ασφαλώς για μια θέα των πόλεων μερική και συγκυριακή, όπως αυτή που έχουμε από μία και μόνη οπτική γωνία ή σε μία μόνο χρονική στιγμή. Η προοπτική κάτοψη προσφέρει ολοκληρωτική εποπτεία του αντικειμένου (της πόλης), συμπεριλαμβάνοντας μέσα σ’ ένα βλέμμα όλες τις απόψεις, τις θέες που θα είχε το μάτι, εάν έβλεπε από διάφορα σημεία και από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ο Braun πίστευε ότι «οι πόλεις πρέπει να σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο θεατής να μπορεί να βλέπει όλους τους δρόμους και επίσης όλα τα κτήρια και τους ανοιχτούς χώρους».[5] Ο Braun διακρίνει με σαφήνεια τις δύο αντιλήψεις, τις δύο εκφραστικές γλώσσες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των «vues à vol d’oiseau», δηλαδή τη «ratio geometrica» και τη «ratio perspectiva».[6] Η πρώτη, με την κάτοψη, μας επιτρέπει να δούμε τη μορφή της πόλης στο σύνολό της, τον καταμερισμό του χώρου στο εσωτερικό της, τη σχέση ανάμεσα στα πλήρη και τα κενά· η δεύτερη γλώσσα παρουσιάζει τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των σημαντικών οι­κοδομημάτων και την κλίμακά τους σε σχέση με τα υπόλοιπα κοινά κτίσματα.

Οι «vues à vol d’oiseau» [προοπτικές κατόψεις] με την υβριδική γλώσσα τους μορφοποιούν τη σύνθετη σχέση των ανθρώπων με τον κόσμο, με το ορα­τό, με το πραγματικό και, παράλληλα, είναι ένα σημαντικό τεκμήριο για τον καθοριστικό ρόλο της εικόνας στην παραγωγή και τη διάδοση της γνώσης από την Αναγέννηση και μετά. «Η σημασία του Civitates έγκειται στο σκεπτικό ότι οι εικόνες των πόλεων, που απευθύνονται στην πιο οξεία αίσθηση, την αίσθηση της όρασης, προσφέρουν τη σχετική πληροφόρηση πολύ πιο άμεσα από την περιγραφή τους μόνο με τον λόγο», γράφει η Nuti, παραπέμποντας και πάλι στο κείμενο του Braun.[7]

Η μεγάλη ζήτηση για απόψεις πόλεων, θέμα πολύ αγαπητό στον φιλοπερίεργο άνθρωπο της Αναγέννησης και των κατο­πινών χρόνων, συντελεί στην πλούσια παραγωγή έντυπων και, σε μικρότερο βαθμό, ζωγραφικών εικόνων με αυτή τη θεματική. Η εικονογράφηση των ταξιδιωτικών χρονικών ζωντανεύει την αφήγηση και είναι ένα πρόσθετο στοι­χείο έλξης για τον αναγνώστη, ο οποίος έτσι γίνεται και θεατής. Ο Charles Talbot, αναφερόμενος στα παλαιότερα χαρακτικά, παρατηρεί: «Η ανάμειξη πραγματικών και φανταστικών απόψεων σε μια έκδοση[8] οδηγεί στην υπόθεση ότι η έλξη που ασκούσαν αυτές οι ξυλογραφίες, απέρρεε τόσο από μια ικανο­ποίηση της περιέργειας για τους πραγματικούς τόπους όσο και από την ευχα­ρίστηση του να βλέπουν απεικονίσεις τόπων σε εικόνες».[9] Βάσιμα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό ισχύει και για μεταγενέστερες απόψεις.

Η έλλειψη ακρίβειας και αξιοπιστίας, σε διάφορες εκδοχές, είναι βασικό γνώρισμα των εικόνων που κοσμούσαν πολλές πρώιμες περιηγητικές εκδό­σεις, ιδιαίτερα αυτών για τις οποίες ο σχεδιαστής βασιζόταν σε κάποιο αδρό, πρόχειρο σχέδιο ή (και) σε προφορική ή γραπτή πληροφόρηση. Οι τυχόν επεμβάσεις του χαράκτη, εξάλλου, κατά τη διαδικασία αναπαραγωγής είναι ένας παράγοντας που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη μελέτη και αξι­ολόγηση αυτού του οπτικού υλικού.[10] Το φαινόμενο της αναξιοπιστίας επα­ληθεύεται πολλαπλά και στην περίπτωση του Ναυπλίου. Σε αρκετές εικόνες η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης ανακαλεί τυπικές μεσαιωνικές πό­λεις της Δύσης. Ας θυμηθούμε εδώ τον Pierre Lavedan, ο οποίος έχει μιλήσει για «υπερβολή του γοτθικού» και παρατηρεί, αναφερόμενος στην αναπαρά­σταση πόλεων της Ανατολής με τη μορφή των δυτικών: «Πρόκειται για ένα γεωγραφικό αναχρονισμό, μπορούμε να πούμε. Είναι, άλλωστε, φυσικό να φαντάζεται κανείς τις πόλεις που δεν έχει δει σύμφωνα μ’ αυτές που γνωρίζει».[11] Αυθαιρεσίες παρατηρούνται, επίσης, στον πολεοδομικό ιστό, στην το­πογραφία της πόλης και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, σε ορισμένες μάλιστα εικόνες είναι πρόδηλη μια τοπιογραφική όραση που παραπέμπει σε πανοραμικά τοπία της βορειοευρωπαϊκής ζωγραφικής. [12] Ανακρίβειες παρατη­ρούμε, εξάλλου, και σε επιμέρους θέματα, όπως στο Μπούρτζι, το οποίο, μά­λιστα, σε ορισμένα χαρακτικά εμφανίζεται σε μια αντιρρεαλιστική, εξωπραγ­ματική κλίμακα – απόηχο μιας μεσαιωνικής αντίληψης.[13] Το φαινόμενο αυτό, βέβαια, συνδέεται και με τον ορίζοντα προσδοκίας και υποδοχής των περιη­γητικών εκδόσεων, καθώς υπακούει στο αίτημα για εικόνες που θα γοήτευαν και θα εντυπωσίαζαν τους αγοραστές και αναγνώστες αυτών των βιβλίων.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι σε αρκετές απόψεις του Ναυπλίου – όπως και άλλων πόλεων που ήταν σημαντικές κτήσεις των Βενετών (και όχι μόνο) – έχει αποτυπωθεί με ξεχωριστή προσοχή η οχύρωση, συνήθως με βάση σχέδια στρατιωτικών, τοπογράφων και μηχανικών του στρατού. Μια από τις πιο πρώ­ιμες απόψεις του Ναυπλίου που γνωρίζουμε, έργο του Βενετού χαρτογράφου και χαράκτη Giovanni Francesco Camocio (εικ. 1), αποτελεί πολύτιμο εικονογραφικό ντοκουμέντο, καθώς θεωρείται ότι προσφέρει αξιόπιστα στοιχεία για την παλαιότερη οχύρωση της κάτω πόλης και για τα κάστρα της Ακροναυπλίας, όπως φαίνονται στους τρεις οχυρωμένους περιβόλους.

Προς το δυτικό άκρο βλέπουμε το Κάστρο των Ελλήνων (Castel di Greci), στο μέσον το Κά­στρο των Φράγκων (Castello di Franchi) και στο ανατολικό άκρο το, νεότερο, Castello di Toro (ή Castello Toro), έργο των Βενετών στην πρώτη βενετοκρατία (1389-1540). Βλέπουμε εδώ τον στιβαρό κυκλικό προμαχώνα (Torrione), από τον οποίο φαίνεται ότι πήρε το όνομά του αυτός ο οχυρός περίβολος.[14] Στην ανατολική πλευρά είναι η τάφρος που άνοιξαν οι Βενετοί. Στο τείχος αυτής της πλευράς διακρίνεται η Πύλη της Ξηράς (Porta di Terraferma), με την ξύλινη γέφυρά της – μοναδική πρόσβαση στην πόλη από τη στεριά -, πλάι στον ορθογωνικό πύργο που την προστάτευε. Η περιτείχιση της κάτω πόλης είναι κι αυτή έργο της πρώτης ενετικής κυριαρχίας. Στο χαρακτικό εικονίζονται τα επιθαλάσσια τείχη με τους κυκλικούς πύργους – προμαχώνες και τις πύ­λες από την πλευρά της θάλασσας. Βλέπουμε στη ΒΑ γωνία τον Torrioncino (δηλαδή μικρό κυκλικό πύργο) Contarina, όπως τον έχει ταυτίσει η Ιωάννα Στεριώτου.[15] Η βραχονησίδα στην είσοδο του κόλπου εμφανίζεται επίσης οχυρωμένη (Μπούρτζι). Η οχύρωσή της από τους Βενετούς ξεκίνησε το 1471.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Το χαρακτικό του Camocio έγινε όταν πια το Ναύπλιο είχε καταληφθεί από τους Τούρκους (πρώτη τουρκοκρατία, 1540-1686). Ο Camocio πρέπει να είχε ως πρότυπο ένα παλαιότερο σχέδιο της εποχής της πρώτης βενετοκρατίας, καθώς λείπουν από την εικόνα του τα τζαμιά με τους μιναρέδες και μόνη, υπαινικτική, δήλωση της τουρκικής κατάκτησης είναι η ημισέληνος πάνω σε σημαίες.[16] Τέτοιες αναχρονιστικές εικόνες συναντάμε σταθερά σε παλιά χα­ρακτικά με απόψεις ελληνικών πόλεων, καμωμένες στα χρόνια που οι πόλεις είναι πια υπό οθωμανική κατοχή, γιατί αντιγράφουν συνήθως προγενέστερες απόψεις. Η αντιγραφή, άλλωστε, από παλαιότερα ή και σύγχρονα πρότυπα – με μεγάλη πιστότητα ή με ελευθερίες – ήταν πάγια πρακτική στην εικονο­γράφηση κυρίως των πρώιμων περιηγητικών και των συναφών εκδόσεων, και συναρτάται με τους όρους και τις διαδικασίες παραγωγής τους. Είναι, βέβαια, ένα δεδομένο κομβικής σημασίας σε ό,τι αφορά την τεκμηριωτική αξία αυτού του οπτικού υλικού.

Θα σταθούμε και πάλι στα cartouches δύο απόψεων του Ναυπλίου, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω,[17] και στην αναφορά στους «απίστους» (infideli) «που τώρα κατέχουν» την πόλη, όπως διαβάζουμε (εικ. 2). Η χρονική συγκυ­ρία έχει οπωσδήποτε τη σημασία της. Υπαγορεύει τη συσχέτιση αυτών των χαρακτικών, όπως και των εκδόσεων στις οποίες ανήκουν, με τη νικηφόρα για τη χριστιανική Δύση έκβαση της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου.[18]

Η εικονογραφία του Ναυπλίου εμπλουτίζεται σημαντικά στο τελευταίο τέταρτο του 17ου αι., ειδικότερα στα χρόνια των πολεμικών επιχειρήσεων των Βενετών και των συμμάχων τους στην Πελοπόννησο εναντίον των Οθω­μανών, υπό τον αρχιστράτηγο Francesco Morosini. Από τις πιο εντυπωσιακές επιτυχίες των Βενετών ήταν η ανακατάληψη του Ναυπλίου, στο τέλος Αυγούστου του 1686. Η πόλη θα γίνει πλέον η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μο ρέως (Regno di Morea) κατά τη δεύτερη βενετοκρατία (1686-1715). Τα γεγο­νότα αυτού του πολέμου απαθανατίστηκαν, σε διάφορες εκδοχές, κυρίως στα χαρακτικά και στις εκδόσεις του φημισμένου Βενετού χαρτογράφου-κοσμογράφου Vincenzo Maria Coronelli. Οι εκδόσεις του Coronelli, του Βενετού ιστοριογράφου Alessandro Locatelli – γραμματέως του Morosini-, του Gio. Giacomo de Rossi καθώς και άλλων[19] για τις επιχειρήσεις των ενωμένων χρι­στιανικών δυνάμεων υπό τους Βενετούς, με τις απόψεις και τα χαρτογραφικά σχεδιαγράμματα των τόπων που ανακτούσαν από τους Τούρκους, και με τις κωδικοποιημένες αναπαραστάσεις της διάταξης των συμμαχικών δυνάμεων – οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά – υπάκουαν σε πολιτικές σκοπιμότητες και χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία προπαγάνδας της Γαληνοτάτης, και όχι μόνο, όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί.[20] Η συνέργεια λόγου και εικόνας είναι και πάλι χρήσιμο εργαλείο για την επαρκή ανάγνωση των έντυπων πα­ραστάσεων. Στο χαρακτικό του de Rossi (εικ. 4), που φιλοτεχνείται στη Ρώμη, στην έδρα του πάπα, του οποίου οι δυνάμεις συμμετείχαν στην εκστρατεία κατά των Τούρκων, έχει ασφαλώς ειδικό βάρος η αναφορά στον πάπα Ιννοκέντιο όπως και στους «συμμάχους» – αναφορά που απουσιάζει από ένα ανά­λογο χαρακτικό, όπου κυριαρχεί στο πρώτο πλάνο ο λέων της Γαληνοτάτης.[21]

 

Εικ. 4: G. G. de Rossi, «Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του φημισμένου λιμανιού του Ναυπλίου… που πολιορκήθηκαν από το στρατό της Βενετίας και των συμμάχων…» [1687], χαλκογραφία.

 

Ο Coronelli, με εντολή της Γερουσίας, ετοίμαζε τα εικονογραφημένα χρο­νικά των πολεμικών επιχειρήσεων για να τονιστεί η σημασία των βενετικών κτήσεων και, συνακόλουθα, για να δικαιολογηθεί ο δαπανηρός πόλεμος και η τεράστια φορολογική επιβάρυνση για τον λαό.[22] Αξιοσημείωτη είναι η απει­κόνιση των κανονιών σε χαρακτικά, σε σχέδια και σε άλλα συναφή έργα, καθώς και η ειδική αναφορά στα κανόνια, στις πυροβολαρχίες (batterie), που διαβάζουμε στους σχολαστικούς υπομνηματισμούς ιταλικών κυρίως εικόνων (εικ. 3, 4 και 11).[23] Για τη Βενετία «η πληροφόρηση είναι πάνω απ’ όλα ένα εργαλείο διακυβέρνησης», σημειώνει η Donatella Calabi.[24] Αυτό επιβεβαιώ­νεται και στην περίπτωση του Ναυπλίου.

 

Εικ. 3: R. de Hooge, Το Ναύπλιο κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο (από αταύτιστη ολλανδική έκδοση, β΄ μισό 17ου αι.), χαλκογραφία.

 

Ο σκοπός και η αποστολή της εικονογραφίας στα κρίσιμα αυτά χρόνια είναι ευανάγνωστα και στη συμβολική γλώσσα που αρθρώνουν αρκετά χαρα­κτικά. Κύριος φορέας του μηνύματος είναι ο αλαζονικός φτερωτός λέων του Αγίου Μάρκου, όταν μάλιστα έχει στα πόδια του αλυσοδεμένους και γυμνούς τους αντιπάλους του, όπως εικονίζεται στη χαρτογραφική σύνθεση του Ολ­λανδού Frederick de Wit για το Regno di Morea, με τις ένθετες απόψεις και τα σχέδια των βενετικών κτήσεων.[25] Το θεματικό μοτίβο του ταπεινωμένου, γυμνού Οθωμανού στο έδαφος έχει προϊστορία στην υψηλή τέχνη, όπως δεί­χνει ο πίνακας του Τισιανού Ο Φίλιππος Β’ προσφέρει στη Νίκη τον Πρίγκηπα Δον Φερνάντο (περ. 1573-1575, Μουσείο του Πράδο, Μαδρίτη), στον οποίο απαθανατίζεται – με αλληγορική γλώσσα και εδώ – η νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.[26] Ο σταυρός πάνω στους μιναρέδες, εξάλλου, που βλέπουμε σε κάποιες απόψεις του Ναυπλίου,[27] συμμετέχει με το δικό του μήνυμα στη συμβολική και προπαγανδιστική γλώσσα των εικόνων.

Ένα εντυπωσιακό, και πολύ σπάνιο, τεκμήριο της σημασίας και του αντικτύπου που είχε η ανακατάληψη του Ναυπλίου από τους Βενετούς, αποτελεί η μεγάλων διαστάσεων άποψη της πόλης από τον – Ιταλό πιθανότατα – Thomas Gaudiello, ένα θολό πρόσωπο προς το παρόν, για το οποίο όμως γνωρίζουμε ότι δούλεψε στη Νάπολη το διάστημα 1688-1727[28] (εικ. 11).

 

Εικ. 11: Thomas Gaudiello, Το Ναύπλιο κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο, περ. 1688, τρισδιάστατη κατασκευή (ζωγραφισμένο ξύλο, πανί, χαρτί, μεταλλικά στοιχεία, 45× 110×14 εκ. (Συλλογή Θ. Θεοδώρου).

 

Το έργο προ­έρχεται από ιταλική ιδιωτική συλλογή και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο αυτού του Συμποσίου.[29] Έχει εμφανείς συγγένειες με χαρακτικές απόψεις του Ναυπλίου και με εικονογραφήσεις επεισοδίων από τον βενετοτουρκικό πόλεμο. Εδώ, ωστόσο, έχουμε και την «κινηματογραφική» λεπτο­μέρεια του μιναρέ, τη στιγμή που γκρεμίζεται. Εξάλλου, μια πιο ρεαλιστική αντίληψη στην απεικόνιση κτισμάτων της πόλης, μια διακοσμητική διάθεση και το πλήθος των αφηγηματικών λεπτομερειών με τον νατουραλισμό τους υπαγορεύουν τη συσχέτιση και με ζωγραφικούς πίνακες.[30] Ανεξάρτητα από την ιστορική συγκυρία, το έργο αυτό αποτελεί και ένα ενδιαφέρον δείγμα από τον υλικό πολιτισμό της εποχής στις ευρωπαϊκές αστικές κοινωνίες.

Σε ό,τι αφορά τώρα το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, υπάρχει σημαντι­κό κενό οπτικής πληροφόρησης. Οι γνωστές έντυπες εικόνες σε εκδόσεις της εποχής είτε βασίζονται σε παλαιότερες απόψεις της πόλης, και άρα είναι αφε­ρέγγυες,[31] είτε επιμένουν στα πολεμικά γεγονότα του 1686. Ξεχωρίζουν, βέ­βαια, αυτές που εστιάζουν στην οχύρωση του Παλαμηδιού, όπως τα χαρακτικά του Coronelli και του S. Vincenzo da Canal, ο οποίος ήταν μέλος της Ακαδη­μίας των Αργοναυτών (Accademia cosmografica degli Argonauti), την οποία είχε ιδρύσει στη Βενετία ο Coronelli[32] (εικ. 5, 6).

 

Εικ. 5: V. Coronelli, Σχεδιάγραμμα του Ναυπλίου και του φρουρίου του Παλαμηδιού (από αταύτιστη έκδοση, α΄ μισό 18ου αι.), χαλκογραφία.

 

Εικ. 6: S. V. da Canal, Το Παλαμήδι οχυρωμένο (από αταύτιστη έκδοση, α΄ μισό 18ου αι.), χαλκογραφία.

 

Σ’ αυτά βλέπουμε το νεότευ­κτο φρουριακό συγκρότημα του Παλαμηδιού – ένα από τα σημαντικότερα έργα της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας – με τα οχυρά του, τους προμαχώνες, τις πύ­λες, τους στρατώνες (quartieri) κι ακόμη, σε πολύ σχηματική αποτύπωση, την κλιμακωτή, σκεπαστή σε ορισμένα σημεία, άνοδο σ’ αυτό, τη strada segreta όπως δηλώνεται στον υπομνηματισμό του Coronelli.[33] Το φρούριο πάνω στον βράχο θα εντυπωσιάζει τους επισκέπτες της πόλης και η επιβλητική παρουσία του θα σφραγίσει πλέον την εικονογραφία του Ναυπλίου, η οποία από τον προ­χωρημένο 18ο αι. και εξής, στο πλαίσιο και της εξέλιξης του περιηγητισμού, εμπλουτίζεται με πρωτογενείς (και συχνά αδιαμεσολάβητες) οπτικές μαρτυ­ρίες, που, ωστόσο, δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα είναι η υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου JeanBaptiste Hilaire,[34] ο οποίος συνόδευσε τον κόμη Choiseul – Gouffier στο ταξίδι του στην Ελλάδα στα 1776­-1777. Η εικόνα της ίδιας της πόλης παρουσιάζει ανακρίβειες, ενώ είναι προ­βληματική και η ζωγραφική αποτύπωση των μεγάλων οχυρωματικών έργων της δεύτερης βενετοκρατίας στην πόλη (ιδιαίτερα του προμαχώνα Grimani). Είναι πρόδηλη η έμφαση που ο ζωγράφος θέλει να δώσει στις οχυρώσεις.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.

 

Με στόχο την έγκυρη τεκμηρίωση προσεγγίζει τη βενετική οχύρωση του Ναυπλίου η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως στις αρχές του 19ου αι.,[35] στην οποία οφείλουμε ένα πολύτιμο οπτικό ντοκουμέντο – όπως έχει επισημάνει ο Ιορδάνης Δημακόπουλος – για ένα από τα κορυφαία τοπόσημα της πόλης, έργο και αυτό της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας, τη μνημειακή πλέον Πύλη της Ξηράς που αντικατέστησε την παλιά πύλη (εικ. 7).

 

Εικ. 7: Μερική άποψη του Ναυπλίου από την πλευρά της Πρόνοιας (A. Blouet, Expédi¬tion Scientifique de Morée, Παρίσι 1833), χάραξη σε ατσάλι.

 

Ο Δημακόπουλος σημειώνει στη σχετική μελέτη του: «Στην πρωτεύουσα αυτή του “βα­σιλείου του Μορέως” η κυρία αυτή πύλη εισόδου στο Ναύπλιο καθιστούσε αισθητή την παρουσία του νεοφερμένου κυριάρχου […]».[36] Η Πύλη της Ξηράς διακρίνεται και σε μια παρόμοια άποψη της πόλης στην υδατογραφία του Άγγλου περιηγητή James Skene (Συλλογή Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος), έργο που προσφέρει μια κοντινή θέα στον προμαχώνα Grimani, τον επιβλητικό οχυρωματικό περίβολο στην ανατολική άκρη της Ακροναυπλίας, στην περιοχή του Castel Torro, όπου βλέπουμε και τον – παλαιότερο – διπλό πύργο-προμαχώνα (Torrione).[37] Σημαντικό, και σπανιότατο, ντοκουμέ­ντο είναι επίσης η απεικόνιση της εσωτερικής όψης, του εσωτερικού της Πύ­λης, σχεδιασμένη από τον Γερμανό φιλέλληνα Karl von Heideck, που υπήρξε φρούραρχος του Ναυπλίου και κατόπιν μέλος της Αντιβασιλείας.[38]

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Στο ερευνητικό βλέμμα και την πρόθεση τεκμηρίωσης, με τη συνακόλου­θη περιγραφική σχεδιαστική ακρίβεια, οφείλουμε και άλλα πρωτότυπα έργα (σχέδια, υδατογραφίες) όπως και χαρακτικά του πρώτου μισού του 19ου αι., τα οποία προσφέρουν έγκυρες μαρτυρίες – έστω και αποσπασματικά, σαν ψηφίδες – για το Ναύπλιο των Βενετών. Στο σχέδιο της πλατείας του Αγίου Γεωργίου από τον Γερμανό κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze (εικ. 8) βλέπουμε στο κέντρο την ιστορική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κτίσμα της πρώτης βενετοκρατίας, με την ενετική πλατεία μπροστά και δεξιά ένα μεγάλο οικοδόμημα που, σύμφωνα με τη Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την Ελένη Μαΐστρου, υπήρξε ένα παλιό ενετικό σχολείο.[39] Ο Klenze πίστευε ότι «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λεί­ψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».[40] Αυτή τη γραφική ομορ­φιά αναζήτησε και ένας άλλος Γερμανός αρχιτέκτων, ο Ludwig Lange, όπως πιστοποιεί το σχέδιό του, όπου στο κέντρο δεσπόζει ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (η Φραγκοκκλησιά), κτίσμα της πρώτης βενετοκρατίας.[41]

 

Εικ. 8: L. von Klenze, Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834, σχέδιο με μολύβι (Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung).

 

Η σύνθετη ταυτότητα του δομημένου χώρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την πολυκύμαντη ιστορία του Ναυπλίου, η «σκηνογραφία» της αρχιτε­κτονικής φυσιογνωμίας της πόλης διεκδίκησε επίμονα την προσοχή των Ευ­ρωπαίων επισκεπτών. Εύγλωττα τεκμήρια είναι επίσης σχέδια και υδατογρα­φίες της πλατείας Πλατάνου (σημερινής πλατείας Συντάγματος), του Φόρουμ («Φόρου») των Βενετών,[42] με το μικρό τζαμί, που υπήρξε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας στο Ναύπλιο των Βενετών, με το Παλαμήδι να κυριαρχεί στο φόντο.

Αναρωτιέται κανείς μήπως η εστίαση σ’ αυτή την πολύμορφη σκηνογρα­φία εξηγεί, ώς ένα βαθμό, την πλήρη σχεδόν απουσία – όσο γνωρίζουμε – από την εικονογραφία του Ναυπλίου ενός κορυφαίου μνημείου της δεύτερης βενετοκρατίας, του Οπλοστασίου του Στόλου (Arsenale), του σημερινού Αρχαι­ολογικού Μουσείου. Το αγνοούν σταθερά στις απόψεις της πλατείας Πλατά­νου και εμφανίζεται μόνον υπαινικτικά, ως μια λεπτομέρεια χρήσιμη για το καδράρισμα όψεων της πόλης, όπως δείχνει η υδατογραφία του εσωτερικού της πόλης (εικ. 9), όπου στο βάθος, στα τείχη, βλέπουμε την Πύλη του Σαγρέδου, έργο και αυτό της δεύτερης βενετοκρατίας (1713).

 

Εικ. 9: Αγνώστου, Εσωτερικό της πόλης του Ναυπλίου (ά μισό 19ου αι.), υδατογραφία (Συλλογή οικογένειας Γ. Φωτόπουλου).

 

Το Παλαμήδι, βέβαια, δεσπόζει σταθερά στις απεικονίσεις του Ναυπλίου (μακρινές και κοντινές) και είναι χαρακτηριστική η φροντίδα με την οποία αποδίδουν την κλιμακωτή άνοδο, όπως βλέπουμε σε αρκετές εικόνες με μερι­κές απόψεις της πόλης (εικ. 8). Αξιοπρόσεκτη είναι μια άποψη του φρουρίου στο βιβλίο του σημαντικού Γάλλου περιηγητή Theodore Du Moncel (εικ. 10). Εντυπωσιασμένος από το Παλαμήδι («Το πλέον σημαντικό και ενδιαφέρον από τα φρούρια είναι εκείνο του Παλαμηδιού […]»), ο Du Moncel αναφέρεται αναλυτικά στα οχυρά του μέσα στο χρονικό του.[43]

 

Εικ. 10: Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι (Th. Du Moncel, Excursion par terre d’Athènes à Nauplie, Παρίσι [1845]), λιθογραφία.

 

Κλείνοντας την εισήγησή μου, θα κάνω κάποιες γενικές παρατηρήσεις. Το παλαιό εικονογραφικό υλικό δεν μας δίνει ουσιαστική πληροφόρηση για την ίδια την πόλη της πρώτης και δεύτερης βενετοκρατίας, δηλαδή την κάτω πόλη αλλά και τους οικισμούς μέσα στους τρεις οχυρωμένους περιβόλους στην Ακροναυπλία με την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους, τον πολεοδομικό ιστό και κάποια, έστω, σημαντικά κτίσματα με τη μορφολογία τους, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση των μεγάλων πόλεων της Κρήτης κυρίως, του Regno di Candia, και επίσης ώς ένα βαθμό στις πόλεις της Χίου και της Κέρκυ­ρας. «Πού ήταν η θέση της πλατείας ή αγοράς (του «Φόρου») ή το “Παλάτι του Αφεντός” που λέει ο ψευδοΔωρόθεος ότι έχτισαν τότε οι Βενετσάνοι;», ανα­ρωτιέται η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της αναφερόμενη στην πόλη της πρώ­της βενετοκρατίας.[44] Και οι άλλες πλατείες που υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της βενετοκρατίας[45] είναι επίσης «αόρατες» στην παλαιά εικονογραφία της πόλης.

Στην περίπτωση του Ναυπλίου της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας, το οποίο είναι πλέον η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μορέως, προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση αυτή η απουσία των στοιχείων που – εκτός από την οχύρωση – δια­μόρφωσαν τη συγκεκριμένη, την αληθινή ταυτότητα και εικόνα της πόλης, για την οποία, μάλιστα, υπάρχουν εγκωμιαστικές αναφορές από τους σύγχρονούς της Βενετούς χρονογράφους, όπως διαβάζουμε στον Λαμπρυνίδη: «Άπαντες οι σύγχρονοι Ενετοί χρονογράφοι διά των κοσμητικωτέρων επιθέτων εξαίρουσι την πόλιν του Ναυπλίου αποκαλούντες αυτήν “την περιφημοτέραν των πόλεων της Ανατολής, την ευγενεστέραν και θαυμασιωτέραν και ωραιοτέραν πόλιν, το πρωτεύον φρούριον του ανθηρού βασιλείου της Πελοποννήσου” (“La più famosa de tutte le cità, la più nobile, la più splendida e bella cità, la capital piazza del florido regno della Morea”)».[46]

Με βάση τα συνολικά οπτικά δεδομένα που έχουμε, μπορεί να υποστη­ρίξει κανείς ότι η απεικονιστική διαχείριση του Ναυπλίου διαχρονικά καθο­ρίστηκε από την αμυντική δυναμική του, ένας γενεσιουργός παράγοντας της οποίας είναι βέβαια η γεωμορφολογία, η τοπογραφία του. Αυτή η συνθήκη και η συνακόλουθη πρόσληψη της πόλης, πέρα από τα εικονογραφικά τεκμή­ρια (κυρίως τα παλαιά), είναι ευανάγνωστες και σε λεκτικές αναφορές. Ενδει­κτικά παραθέτω: «Μπορεί κανείς να πει γι’ αυτή τη θέση [το Ναύπλιο] ότι η φύση δεν ξέχασε τίποτε από όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή», διαβάζουμε σε έκδοση του Coronelli.[47] Σύμφωνα με τον Du Moncel, εξάλλου, «η θέση του Ναυπλίου […] προαναγγέλλει μια μεγάλη πόλη, πράγμα που πιθανώς το οφείλει στα φρούρια που το περιβάλλουν».[48] Και, τέλος, ο Bory de Saint-Vincent, μέλος της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, παρατηρεί: «Τα δύο φρούρια, στο Ιτσ-Καλέ και στο Παλαμήδι, έχουν προσδώσει στο Ναύπλιο μεγάλη σημασία και του προξένησαν μεγάλες συμφορές. Γιατί λίγες πόλεις υπέστησαν τόσες επιθέσεις, καταλήψεις, καταστροφές, ανακαταλήψεις και νέες επιθέσεις».[49]

 

Aphrodite Kouria

Visual Evidence for the Nafplio under the Venetians. Iconographic and Stylistic Issues

 

The paper focuses on European travellers’ prints and relevant works dating from the 16th to the early 18th century. This material offers the main body of visual evidence as regards the Nafplion under Venetian rule (1389-1540 and 1686-1715) and the Veneto-Turkish war. These pictures are complex cultural products functioning at the realistic, the connotative-conceptual and also the symbolic level. This complex function and the multiple meanings that these images convey are expressed and visualized in their hybrid pictorial language, in the codes of representing the town (bird’s eye view) and the historical sub­ject-matter as well as in the interaction of word and image which is a sig­nificant feature of this visual material. Prints and original works (drawings and watercolours) dating from the 19th century contribute an illuminating but fragmentary testimony for the Venetian castles and monuments of the town. The diachronic survey of the iconographic material reveals that the focus of attention were the fortifications of this important Venetian possession and its defensive potency. This attitude and perception of Nafplion are also attest­ed by a number of textual accounts. There are no realistic depictions of the “Venetian” town itself with its urban fabric and the main buildings with their architectural identity.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   L’ oeil du cartographe et la representation geographique du Moyen Age a nos jours, επιμ. C. Bousquet-Bressolier, Παρίσι 1995, σ. 66.

[2] Lucia Nuti, «The Perspective Plan in the Sixteenth Century: The Invention of a Re­presentational Language», The Art Bulletin, τ. 76, αρ. 1 (Μάρτιος 1994), σ. 107. Στο άρ­θρο της, όπου εξετάζει διεξοδικά το Civitates και τη θεωρητική του υποστήριξη από τον Braun, η Nuti παρατηρεί ότι οι επεξηγήσεις του Braun μπορούν να θεωρηθούν «ώριμη έκφραση του πολιτισμικού υπόβαθρου αυτού του τεράστιου εγχειρήματος. Τα σχόλιά του καθρεφτίζουν με ενάργεια τη διπλή φύση της έκδοσης, η οποία ισορροπεί απόλυτα ανάμε­σα στην αγορά και την επιστήμη» (στο ίδιο, σ. 106).

[3] Το ίδιο cartouche, με την υπογραφή εδώ D. Zenoi, υπάρχει σε παρόμοια άποψη του Ναυπλίου από αταύτιστη ιταλική έκδοση, προφανώς σύγχρονη με την έκδοση του Pi nargenti. Βλ. Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελ­λάδος, Αθήνα 2007, εικ. 22. Σχετικά με την αξιοπιστία της οπτικής αναπαράστασης, που προσδίδει σημαντική αξία στις απόψεις, βλ. και Αναστασία Στουραΐτη, «Η συγκρότηση της γνώσης στα έντυπα βενετικά νησολόγια», Το Αιγαίο Πέλαγος. Χαρτογραφία και Ιστο­ρία 15ος-17ος αιώνας, επιστ. επιμ. Γιώργος Τόλιας, Αρχείο Χαρτογραφίας του Ελληνικού Χώρου – Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2010, σ. 52-53.

[4]  L’oeildu cartographe, ό.π., σ. 66-67.

[5] John Goss, The Mapmaker’s Art. A History of Cartography, Λονδίνο 1994, σ. 260.

[6]  L’oeil du cartographe, ό.π., σ. 67-68, και Nuti, ό.π., σ. 117.

[7] Nuti, ό.π., σ. 106.

[8] Για να καλύψουν τα κενά της εικονογράφησης.

[9] Charles Talbot, «Topography as Landscape in Early Printed Books», The Early Illu­strated Book. Essays in honor of Lessing J. Rosenwald, επιμ. S. Hindman, Library of Con­gress, Ουάσινγκτον 1982, σ. 106.

[10] Βλ. σχετικά Αφροδίτη Κούρια, «Εικόνες του ελληνικού χώρου σε χαρακτικά πε­ριηγητικών εκδόσεων», Ζυγός 57 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1983), σ. 60-66.

[11] Pierre Lavedan, Représentation des villes dans l’art du Moyen Âge, Παρίσι 1954, σ. 45, 47.

[12] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας όρασης προσφέρει η άποψη του Ναυπλίου στο βιβλίο του Ολλανδού Olfert Dapper, Naukeurige Beschryving van Morea […], Άμστερνταμ 1688. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 36. Σχετικά με την απεικονιστι- κή διαχείριση των εντός των τειχών πόλεων, τις συμβάσεις με καταγωγή στη μεσαιωνική εικονογραφία και την ελλειπτική απεικόνιση, καθώς και τις ελευθερίες του σχεδιαστή στην απόδοση του φυσικού χώρου, του τοπίου βλ. Nuti, ό.π., σ. 113, 121, 122. Το τοπίο έξω από τα τείχη ήταν στην απόλυτη «δικαιοδοσία» του σχεδιαστή, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις επέλεγε τη διεύρυνση του οπτικού πεδίου καθώς και μια χαμηλή οπτική γω­νία, ώστε να συμπεριλάβει όλες τις εικονογραφικές-ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες (δέ­ντρα, θάμνους, πλοία ή επεισόδια δράσης). Μ’ αυτό το πνεύμα είναι καμωμένα ορισμένα χαρακτικά του Ναυπλίου, ανάμεσά τους και κάποια που αναφέρονται στον βενετοτουρκι- κό πόλεμο, με προβεβλημένα στο πρώτο πλάνο πολεμικά στιγμιότυπα (εικ. 3, 4).

[13] Βλ. κυρίως την άποψη του Ναυπλίου από την έκδοση του J. Peeters, Description exacte desprincipales villes, havres et quelquesplaces de la Grece […], Anvers π. 1690 (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 27).

[14] Ιωάννα Θ. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πε- λοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το Αρχείο της Βενετίας», Η εκστρατεία τουMorosini και το Regno diMorea, Μονεμβασιώ – τικος Όμιλος, Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 1990, επιμ. Χ. Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 142.

[15] Στο ίδιο, σ. 142.

[16] Όπως παρατηρεί ο Στυλιανός Αλεξίου, με αναφορά σε μια άποψη του Ρεθύμνου: «Ξέρουμε ότι ένα από τα πρώτα μελήματα των Τούρκων, όταν εδραιώνονταν σε μια χώρα, ήταν η κατεδάφιση των κωδωνοστασίων των χριστιανικών ναών (που φυσικά τους με­τέτρεπαν σε τζαμιά) και η αντικατάστασή τους με μιναρέδες. (Ο μιναρές ήταν βασικό “σημείο” της ισλαμικής κατακτήσεως)». Στ. Αλεξίου, «Μια απεικόνιση του Ρεθύμνου των αρχών του ΙΖ’ αιώνα», Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Κωνσταντίνο Δ. Καλο- κύρη, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 230.

[17] Βλ. σ. 314 και υποσ. 3.

[18] Τη σημασία της νίκης αυτής με αιχμή τη χριστιανική θρησκεία απηχεί η ελαιο­γραφία του Τισιανού, του κορυφαίου Βενετού ζωγράφου της Αναγέννησης, με τίτλο Η Ισπανία συνδράμει τη Θρησκεία, Μουσείο του Πράδο, Μαδρίτη. «Ένα αλληγορικό έργο με αναφορά στη ναυμαχία, όπου ο ζωγράφος εικονίζει την Ισπανία να σώζει τη θρησκεία που απειλείται από τους απίστους» (Consuelo Luca de Tena and Manuela Mena, Guide to the Prado, Silex, Ισπανία 1980, σ. 253, αρ. κατ. 430). Για τον Τισιανό και τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου βλ. και παρακάτω, σ. 320.

[19] Ενδεικτικά αναφέρω: Franc. Scalletari, Condotta navale e vera relatione del viag- gio da Carlistot a Malta dell'[…] Giovanni Gioseppe d’Herberstein […], Γκρατς 1688 και J. Chr. Wagners, Christlich und Turkischer Stadt und Geschichte Spiegel […], Άουγκσ- μπουργκ 1687. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 48, 49, 39. Αξίζει να σημειωθεί ότι το χαρακτικό με το σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, τη σχηματική διάταξη των στρα­τιωτικών δυνάμεων και τον πλούσιο υπομνηματισμό, από την έκδοση του Wagner (ό.π., εικ. 39), παρουσιάζει σαφείς εικονογραφικές και μορφολογικές ομοιότητες με αντίστοιχο σχέδιο στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, το οποίο έχει δημοσιεύσει η Ευτυχία Λιάτα. Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης του Μεσαι­ωνικού και Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 2002, εικ. 4.

[20] Βλ. Leonora Navari, «Morozini and Coronelli: The Iconography of the Venetian Conquest of the Peloponnesus», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea, ό.π., σ. 181-191, Andrea Nanetti, «Βενετία και Πελοπόννησος», Η Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία, 16ος-18ος αιώνας, Αρχείο Χαρτογραφίας του Ελληνικού Χώρου – Μορφωτι­κό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2006, σ. 46, 152, Όλγα Κατσιαρδή-Hering, «Η Λευ­κάδα στη βενετική χαρτογραφία (1686-1729)», Χαρτογραφίες της Ανατολικής Μεσογείου, Τετράδια Εργασίας 25/26, επιμ. Γιώργος Τόλιας – Δημήτρης Λούπης, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2004, σ. 94, 97.

[21] Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 33.

[22] Nanetti, ό.π., σ. 46.

[23] Βλ. επίσης Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 33, καθώς και το σχέδιο του Ναυπλίου στο χειρόγραφο ημερολόγιο αγνώστου -Βενετού- συντάκτη, το οποίο έχει παρουσιάσει η Ευτυχία Λιάτα στη μελέτη της Με την αρμάδα στο Μοριά 1684-1687. Ανέκδοτο ημε­ρολόγιο με σχέδια, εισαγωγή – επιμέλεια Ευτυχία Δ. Λιάτα, μεταγραφή κειμένου Κ. Γ Τσικνάκης, Ολκός, Αθήνα 1998, εικ. 16 (χφ. σ. 124-125).

[24] Αναφέρεται στο Heleni Porfyriou, «The Cartography of Crete in the First Half of the 17th Century: a Collective Work of a Generation of Engineers», Χαρτογραφίες της Ανατολικής Μεσογείου, ό.π., σ. 89.

[25] F. de Wit, Peloponnesus Hodie Moreae Regnum […], σε αλλεπάλληλες εκδόσεις από τα τέλη του 17ου αι. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 13.

[26] Venezia e la difesa del Levante […] da Lepanto a Candia 1570-1670, επιμ. Maddalena Redolfi, Arsenale Editrice, Βενετία [1986], σ. 13, εικ. 2.

[27] Βλ. π.χ. την άποψη του Ναυπλίου στη σύνθεση του de Wit και μια άποψη της πό­λης από έκδοση του Coronelli (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 13, 14, 38).

[28] El Mar en la Coleccion Masaveu (κατάλογος έκθεσης), Corporacion Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Δ. Χ. Γεωργόπουλος, «Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688)», σ. 327-330 και σ. 405, εικ. 1.

[29] Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τον κύριο Θεόδωρο Θεοδώρου για την επισή­μανση του πίνακα και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

[30] Πρβλ. ενδεικτικά την Tavola Strozzi, 1472-1473 (αποδίδεται στον Francesco Ro- selli) με την άποψη της Νάπολης και τον στόλο της Αραγωνίας στο λιμάνι (Museo nazio- nale di San Martino, Νάπολη).

[31]  Ενδεικτικά αναφέρω την άποψη στην έκδοση του J. Peeters (βλ. παραπάνω, υποσ. 13) και την άποψη στο βιβλίο του A. Lasor a Varea, Universus Terrarum Orbis […], Πά- δοβα 1713, με το ανοχύρωτο Παλαμήδι. Βλ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του, ό.π., εικ. 13.

[32] Nanetti, ό.π., σ. 46.

[33] Βλ. εικ. 5, αρ. 19.

[34] Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 57.

[35] Βλ. τη λεπτομέρεια τοιχοδομίας από τα ενετικά τείχη της κάτω πόλης στο Abel Blouet, Expedition Scientifique de Moree […], τ. ΙΙ, Παρίσι 1833, πίν. 74, εικ. 3 (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 104).

[36]  Ιορδάνης Δημακόπουλος, «Η Πύλη της Ξηράς των Ενετικών οχυρώσεων του Ναυπλίου», ανάτυπο από τα Πρακτικά του Δ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπου­δών, 1990, τ. Β’, Αθήναι 1992-1993, σ. 311.

[37] Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 6 και 7. Η πύλη είναι ευδιάκριτη και στον εμ βληματικό πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess που απαθανατίζει την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο (Neue Pinakothek Bayerische Staatsgemaldesammlungen, Μό­ναχο), έργο καμωμένο το 1835 (βλ. στο ίδιο, εικ. 153).

[38]  Βλ. Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1979, εικ. 106.

[39]  Βλ. Μεσογειακές διαδρομές. Catalunya: Lleida, Toscana: Montalbano -Medioval- darno, Αργολίδα – Ναύπλιο. Οδηγός και εκπαιδευτικοί φάκελοι, Πρόγραμμα «Σωκράτης», Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων/ΓΔΧΧΙΙ, Πίζα 1998, Φάκελος «Εκπαίδευση», και Ελένη Μαΐστρου, «Μοναδική αρχιτεκτονική. Μνημεία και ιστορικά κτίρια συνθέτουν την ανεπανάληπτη φυσιογνωμία αυτής της πόλης», Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, Πελο­πόννησος, τ. ΙΒ’, Αθήνα 1996, σ. 27.

[40] Leo von Klenze, Aphoristische Bemerkungen gesammelt auf einer Reise nach Griechenland, Βερολίνο 1838, σ. 508. Το μεταφρασμένο παράθεμα στο Καρούζου, ό.π., σ. 90.

[41] Βλ. Καρούζου, ό.π., εικ. 81.

[42] Μαΐστρου, ό.π., σ. 27 και Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, «Ναύπλιο: Από την τειχι­σμένη μεσαιωνική πόλη στην ανοικτή πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τ. VIII, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, 150χρόνια Ναυπλιακή Επανάστα­ση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862, 2012, επιστ. επιμ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Μαρία Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο 2013, σ. 329.

[43] Theodore Du Moncel, Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο, κείμενα και λιθογραφίες του Th. Du Moncel, μτφρ. και εισαγωγή Ε. Λούβρου, Αθήνα 1984, σ. 168.

[44] Καρούζου, ό.π., σ. 31-32.

[45] Για τις πλατείες βλ. στο ίδιο, σ. 46-47, 50, και Καρδαμίτση – Αδάμη, ό.π., σ. 331.

[46] Μιχαήλ Γ Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τα καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήναι 21950, σ. 131.

[47] Vincenzo Maria Coronelli, Description geographique et historique de la Moree reconquisepar les Venitiens […], Παρίσι 1687, σ. 45.

[48] Du Moncel, ό.π., σ. 168.

[49] J. B. G. M. Bory de Saint-Vincent, Relation de Voyage de la Commission Scienti- fique de Morée […], τ. II, Παρίσι – Στρασβούργο 1837-1838, σ. 443.

 

Αφροδίτη Κουρία

Δρ. Ιστορικός Τέχνης

Ανεξάρτητη Επιμελήτρια Εκθέσεων

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »