Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του


 

Ένας από τούς σημαντικότερους και πιο δραστήριους Φι­λικούς, αλλά και μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, υπήρξε ο Ιθακήσιος Νικόλαος Γαλάτης, γόνος αρχοντικής οικογένειας και με ξεχωριστή παιδεία, γεννημένος το 1790-1794. Σύμφωνα με έγγραφα, αγγλικά και ρωσικά, του 1816-1817, αλλά και προσωπική του κατάθεση στις αγγλικές Αρχές της Επτανήσου, πριν φύγει για την Οδησσό (1816), έρχεται στην Αθήνα, όπου και γίνεται μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας, υπηρετεί στην επτανησιακή εθνοφρουρά, και γνωρίζοντας καλά γαλλικά και ιταλικά, υπηρετεί για ενάμιση περίπου χρόνο, ως γραμματικός του Αλή Πασά. [1]

Ο Ν. Γαλάτης φθάνει στην Οδησσό στα 1816 κι αμέσως έρχεται σε επικοινωνία με τους πρωταγωνιστές της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας. «Κατ’ ε­κείνην δε την εποχήν (δηλ. 1816) -λέει ο Εμμα­νουήλ Ξάνθος- ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικό­λαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήταν συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια, και ότι διά υποθέσεις σημαντικάς, είχε σκοπόν να απέλθη εις Πετρούπολιν προς αντάμωσίν του. Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς και μαθών την Αρχήν, υπεσχέθη μεγάλα πράγματα· ο Σκουφάς λοιπόν τον εφοδίασε με έξοδα και συστατικά εις τους εν Μόσχα Τοακάλωφ, Κομιζόπουλον και άλλους φίλους, οίτινες τον υπεδέχθησαν με πολλήν περιποίησιν και τον εσύστησαν εις τον Πρίγκηπα Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον τον Φυραρήν και τον οποίον κατήχησεν εις την Εταιρίαν, της οποίας εδέχθη με μεγάλον ενθουσιασμόν το μυ­στήριον. Έφθασεν εκεί, αλλά με την κακήν και άφρονα διαγωγήν του ηνάγκασε την Διοίκησιν να τον αποπέμψη εκτός των συνόρων, και ούτος απήλθεν εις Μολδαυΐαν, όπου ευρισκόμενος κατεχράτο του μυστηρίου της Εταιρίας προς όφελος και ευχαρίστησιν των παθών του» [2].

Φιλική Εταιρεία

Ο Φιλικός Γεώργιος Λεβέντης, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ν. Γαλάτη, κατά την παραμονή του στη Μολδαβία, τον κατηγορεί για τυχοδιωκτισμό, γράφοντας στα απομνημονεύματά του:

«Του πολυθρύλητου Γαλάτου ο βίος είναι λίαν περίεργος και τυχοδιωκτικός. Πρώτον μετέβη αυτός εις Οδησσόν περί τα τέλη του 1816, φορών άγγλου στρατιώτου στολήν· διά της σπανιάς ευφυΐας του και της περί το λέγειν δεινότητας εφείλκυσε πολλούς προς εαυτόν και ταχέως εγένετο φίλος των εκεί μελών της αρχής, Νικολάου Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθου και Αθανασίου Ταακάλωφ. Οι αγαθοί εκείνοι άνδρες, πιστεύσαντες εις τους λήρους του Γαλάτου, ανεκοίνωσαν αυτώ το μέγα μυστήριον και συμπερέλαβον αυτόν ως μέλος της αρχής, ελπίζοντες ότι θα συνετέλει εις του μεγάλου επιχειρήματος την αισίαν έκβασιν. Εν Πετρουπόλει εξετραχηλίσθη εις τοσαύτα πλημμελήματα, ώστε η ρωσική κυβέρνησις, ει και ανακαλύψασα τα κατά την εταιρίαν εκ των συλληφθέντων εγγράφων του, ηρκέσθη μόνον ίνα αποπέμψη αυτόν εκ Ρωσίας, τον συνέστησε δε πάνυ γενναίως και φιλανθρώπως προς την εν Μολδαβία αρχήν, υπολαβούσα τας περί εταιρίας ιδέας του ως κενά πλάσματα νεανικής φαντασίας. Καθ’ υπερβολήν άσωτος ων, συνεχώς περιέπιπτεν εις αξιοποίνους και επίφοβους παρε­κτροπής, ο δε φιλογενής Λεβέντης αξίωσε εφιλοτιμήθη και εσπούδασεν ίνα προλάβη ή επανορθώ­ση τας αδικοπραγίας και την απληστίαν του, δαπανήσας εν άλω πλείονας των 40.000 ολλ. φλωρίων χάριν της Φιλικής Εταιρίας, ης τα συμφέροντα εξετίθει και εζημίου ο Γαλάτης» .[3]

Ο Ν. Γαλάτης κατά τη μετάβασή του στην Πετρούπολη, στα 1817, είτε με εντολή της Αρχής ή από δική του πρωτοβουλία, θα συναντήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και θα του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα που ο Καποδίστριας θα αρνηθεί. Αφηγείται για τη συνάντηση αυτή ο Καποδίστριας.

«Ο Γαλάτης ήλθε λοιπόν εις Πετρούπολιν και παρουσιάσθη εις εμέ. Έφερε την στολήν της Ιονίου Εθνοφυλακής και ετιτλοφορείτο κόμις! Η εμφάνισίς του, οι τρόποι του και οι πρώτοι του λόγοι μοι έ­καμαν κατ’ αρχάς να νομίσω ότι ο νέος ούτος ήτο τυχοδιώκτης. Εν τούτοις αι εξηγήσεις ας εφαίνετο επειγόμενος να μοι δώση με ήγαγον να μεταβάλω γνώμην. Τον άφησα να ομιλήση και τότε ενόησα ότι επρόκειτο περί πράγματος σοβαρωτέρου. Πράγματι ο Γαλάτης ήτο απεσταλμένος μυστικής εταιρείας αποτελουμένης αποκλειστικώς εξ Ελλήνων οι οποίοι εσχεδίαζον να ελευθερώσουν διά γενικής εξεγέρσεως την πατρίδα των εκ του τουρκικού ζυγού. Ο Γαλάτης ήρχετο να μοι προτείνη να γίνω αρχηγός της εταιρείας ταύτης και να διευθύνω συνεπώς τας ενεργείας της. Μοι προέτεινε να μοι αναγνώση τας οδηγίας και πάντα τα έγγραφα ων ή­το κομιστής». [4]

Ο Γαλάτης, που τον παρακολουθούσε η ρωσική Αστυνομία, θα συλληφθεί τότε και θα υποχρεωθεί να καταφύγει στη Μολδαβία. «Η ανάκρισις και τα έγγραφα, άτινα εκόμιζεν ο Γαλάτης, απεκάλυπταν τα σχέδια της μυστικής εταιρείας», γράφει ο Καποδίστριας. [5] Το γεγονός φανερώνει τουλάχιστον επιπολαιότητα από μέρους του Γαλάτη, που φαίνεται πως ενεργούσε χωρίς τις απαραίτητες προφυλάξεις και με κάποιον επικίνδυνο παρορμητισμό.

«Ο Γαλάτης, γενόμενος Εταίρος, – λέει ο Ιωάννης Φιλήμων – έδειξεν απαραδειγμάτιστον ενθουσια­σμόν, τον οποίον υπεστήριζε το παρρησιαστικόν και τολμηρόν πνεύμα του. Υπέσχετο ως κατορθωτό όχι μόνον τα δύσκολα, αλλά και τα φύσει ακατόρθωτα». [6]

Αυτή η αυτοπεποίθηση και ο ενθουσιασμός θα τον οδηγήσουν σε απερισκεψίες και ακρότητες, τις οποίες επισημαίνει και ο Φιλήμων, γράφοντας:

«Τα πάθη εκείνα, όσα γεννώνται από την μεταξύ των δυνάμεων και των επιθυμιών ανισότητα, σύρουσι τον άνθρωπον εις τας μεγαλιτέρας παραδρομάς και ατοπίας. Τοιούτος δείκνυται ο Γαλάτης εις την εποχήν αυτήν (δηλαδή κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη). Επιρρεπής και εις το καλόν και εις τον κακόν επίσης, κενόδοξος και αχαλίνωτος από το ορμητικόν του πνεύμα, δεν αφήκε τίποτε, απ’ όσα εδύναντο να ριψοκινδυνεύσωσι βεβαίως την υπόληψιν και ύπαρξιν της αρτιπαγούς Εταιρίας! Εκτίνει, όπου υπάγει, τους προσηλύτους· κατηχεί τον γηραιόν ηγεμόνα Α. Μαυροκορδάτον (τον Φυραρήν) και πολλούς μεγαλεμπόρους, και εμπνέει σέβας ενταυτώ και έκπληξιν εις όλους». [7]

Εκτός από τον Α. Μαυροκορδάτο, κατά τον Τ. Κανδηλώρο, ο Γαλάτης θα κατηχήσει στη Μόσχα τον Νικόλαο Πατσιμάδη, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και τον Μάνθο Ριζάρη. «Και οι τέσσερες ούτοι, εκ των επιφανεστέρων εν Μόσχα Ελλήνων, υπήρξαν και εκ των δραστηριωτέρων μελών της Φιλικής Εταιρίας, επομένως οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη εις τον Γαλάτην, διότι πρώτος αυτός διέσπασεν εν Μό­σχα τους πάγους του Βορρά, κατηχήσας σπουδαία και πανελληνίου φήμης πρόσωπα», λέει ο Τ. Κανδηλώρος. Για να ολοκληρώσει: «Δεν είχεν όμως ο Γαλάτης μόνον δυστυχώς δραστηριότητα. Είχε και ικανήν πονηριάν μετέχων των αρετών και των κακιών του παλαιού Αλκιβιάδου». [8]

Η αναγκαστική φυγή του από την Πετρούπολη και η εγκατάστασή του στη Μολδαβία θα ταυτισθούν με τις υποψίες που άρχισαν να έχουν κορυφαία μέλη της Φιλικής για πιθανότητα να προδώσει μυστικά της Αρχής, από απερισκεψία ή φιλοχρηματία. Ο ίδιος πάντως συνεχίζει τις κατηχήσεις, χωρίς όμως να παίρνει και τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Απίθανος πρέπει να θεωρηθεί ο ισχυρισμός του Αμβροσίου Φραντζή ότι ο Γαλάτης, τον οποίον χαρακτηρίζει «ασήμαντον νέον και άσωτον υπέρ το δέον», αλλά που είχε «μεγάλην εμπειρίαν και επιτηδειότητα», κατά τη σύντομη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, στα 1818, «διά να δίδη φό­βον εις τούς εφόρους υπήγαινε συχνάκις εις τον Χαλέτ εφέντην (πρόεδρον όντα του οθωμανικού υπουργικού συμβουλίου)». [9]

Η απώλεια κάποιων εγγράφων, η αθρόα εγγραφή μελών στη Μολδαβία, παρά την εντολή της Αρχής να είναι περιορισμένη και ιδιαίτερα μυστική, και που μερικοί πίστευαν ότι γινόταν για την είσπραξη συνδρομών, οι συχνά απερίσκεπτες κινήσεις του και εξομολογήσεις του ανησύχησαν τούς κορυφαίους της Φιλικής, ότι πιθανόν ο Γαλάτης, με την όλη συμπεριφορά του, μπορούσε να προξενήσει ολέθρια αποτελέσματα στους στόχους της Φιλικής Εταιρείας. Ο Θ. Νέγρης, με γράμμα του από το Ιά­σιο (12 Απριλίου 1819), προς την Αρχή, επισημαίνει τη γενικότερα επιζήμια αποστολή «του μισογενούς τέραιος», καθώς αποκαλεί τον Γαλάτη, κατά τη δίχρονη παραμονή του εκεί. [10]

 

Η εκτέλεση

 

Ο θάνατος του Σκουφά, στα 1818, επιταχύνει τις εξελίξεις για την τύχη του Γαλάτη. Έτσι, στα μέσα του 1819, αποφασίζεται η εκτέλεσή του, με τη συγκατάθεση του Τσακάλωφ, του Ξάνθου, του Π. Αναγνωστόπουλου και πιθανώς και του Π. Σέκερη. Ο Γαλάτης παγιδεύεται από τον Τσακάλωφ, με την πρόταση ότι οι ανάγκες της Εταιρείας, ύστερα από έγγραφα οπλαρχηγών του Μοριά, επιβάλλουν τη μετάβαση του ίδιου και ορισμένων άλλων, ανάμεσά τους και ο Γαλάτης, στη Μάνη. Ήθελαν να τον δολοφονήσουν στην Ελλάδα και όχι στη Μολδαβία ή στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη αναταραχή στους κόλπους της Εταιρείας. Τη συνέχεια της δραματικής πορείας προς το θάνατο, μας περιγράφει ο Ξάνθος:

«Εν ω δε ο Ξάνθος ήτο εις το Πήλιον όρος, είχε επιστρέψει ο Πεντεδέκας από την Βλαχίαν μετά του ρηθέντος Γαλάτη· τούτον οι εκεί (δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη) Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος και Σέκερης υπεδέχθησαν φιλικώς και επεριποιούντο με καλόν τρόπον, αλλ’ αυτός κακοήθης ων, ωφελείτο από την περίστασιν των τρεχόντων πραγμάτων, διά να ενοχλή όσους εγνώρισεν αδελφούς της Εταιρίας, βιάζων αυτούς να του δίδωσι χρήματα επί τη απειλή προδοσίας. Εκείνοι δε φοβούμενοι, και δικαίως, τω έδιδον μεν, αλλ’ εταράττοντο διά την τοιαύτην φρικτήν κακοήθειαν και πολλά παράπονα κατ’ αυτού εγίνοντο, ώστε ο Τσακάλωφ και ο Δημητρακόπουλος (ο επιστρέψας εκ της Μάνης με γράμματα του ηγεμόνος Πέτρου Μαυρομιχάλη προς την Αρχήν) τον κατέπεισαν να επιβιβασθή με αυτούς διά την Μάνην, ως και έγινε. Φθάσαντες δε εις Ύδραν και εκείδεν μεταβαίνοντες διά τας Σπέτσας και μη υποφέροντες αφ’ ενός την κακίαν και διαφθοράν του, προβλέποντες δε αφ’ εφενός οι εταιρισταί, και το τόσον μεγά δυσκατόρθωτον έργον προχωρήσαν επί τοσούτον κατ’ ευχήν, δυνάμενον ευκόλως να ματαιωθή, μη φυλαττωμένης της απαιτουμένης εχεμυθίας, δύο κακών προκειμένων, απεφάσισαν υπέρ της σωτηρίας των πολλών, να θυσιάσωσιν ένα, και τω όντι τον εφόνευσαν εις την Ερμιόνην (Καστρί), όπου προς επίσκεψιν τινών ερειπίων είχαν υπάγει- αυτοί δε κατέφυγον εις την Μάνην». [11]

Ο Ξάνθος προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη για την εκτέλεση του Γαλάτη και λέει ότι ο φόνος αποφασίστηκε στην Ερμιόνη, ενώ είναι, από διάφορες πηγές, γνωστό πως η εκτέλεση είχε προαποφασισθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιωάννης Φιλήμων, αναφερόμενος στην εκτέλεση του Γαλάτη, το Νοέμβριο του 1819, γράφει.

«Αυτός (ο Τσακάλωφ) και ο Γαλάτης βηματίζονται εις παραλληλόγραμμον. Έφθασαν εις εν κοίλωμα, όπου ο Δημητρακόπουλος ειδοποιεί τον πρώτον, ότι είναι η ώρα. Ο Τσακάλωφ εντεύθεν δεν προοδεύει, υποκρινόμενος ότι παρατηρεί τι. Ο Δημητρακόπουλος λαμβάνει την θέσιν του και πυροβολεί τον Γαλάτην. Αυτός και πληγωμένος αποσύρει το ξίφος, και ορμά κατά μέτωπον προς τον φονέα του, όστις τον πυροβολεί εκ δευτέρου εις το στήθος και τον θανατώνει. [12]

Ο Γαλάτης έζησεν ως 1/4 της ώρας. Κατά τας τε­λευταίας ταύτας στιγμάς του εφώναξε δακρυρροών:«Αχ! Μ’ εφάγατε! Τι σας έκαμα;». Ο Δημητρακόπουλος συντρίβεται και περιχέεται από δάκρυα. Πλησιάσας δε τον ψυχορραγούντα, λέγει· «Ω, δυστυχή άνθρωπε. Τα δάκρυά μου είναι μάρτυς της καρδίας μου, ότι σ’ ελυπούμην· αλλά πώς άλλως ήτο δυνατόν να γλυτώσωμεν από την ανοικονόμητον κακίαν σου;».

Ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος, χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «επικίνδυνο», υπογραμμίζει «την ξεδιάντροπη επιδειξιομανία του», αλλά δεν δικαιολογεί το φόνο του. Σημειώνει, αναφερόμενος στο θάνατό του:

«Καθώς αγωνιζόταν ν’ αγκαλιάσει το δέντρο, το μοναδικό μάρτυρα που θα μαρτυρήσει μετά το θά­νατό του την αθωότητά του, την πίστη του και το ζήλο του για την πατρίδα, ένα τρομπόνι ρίχτηκε στην πλάτη του από ένα φίλο. Είναι αυτό το ίδιο δέντρο που, με τα πυκνά και σκοτεινά κλαριά του, σκεπάζει τώρα τη στάχτη του και που στον αυλακωμένο από τον κεραυνό κορμό του αρκετοί από τους συμπολίτες του πρότειναν, αντί επιταφίου, να χαραχτούν τα τελευταία λόγια που πρόφερε παραδίνοντας το πνεύμα: Τι σας έκαμα;» [13]

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

 

Ο Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon) αποδίδει ευθύνες για τη δολοφονία και στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που έγινε Φιλικός στις αρχές του 1820 και αργότερα Γενικός Επίτροπος της Φιλικής Εταιρείας, λέγοντας:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο φόνος αυτός οργανώθηκε από τους κυριότερους Φιλικούς, και δεν έλειψαν εκείνοι που τον απέδωσαν στον Υψηλάντη, επειδή, σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή, έβλεπε στο πρόσωπο του Γαλάτη έναν αντίζηλο που του αμφισβητούσε το προβάδισμα, και με τον οποίο είχε κιόλας μαλλώσει σχετικά με τη διάθεση των αποθεμάτων της Εταιρείας». [14]

Την κατηγορία ότι ο Αλ. Υψηλάντης γνώριζε για τις δολοφονίες Φιλικών, όπως αυτή του Γαλάτη, αλλά και του Καμαρινού και του Ιπατρου, υποστηρίζει και ο Φίνλεϊ, διευκρινίζοντας πως «οι μυστικές εταιρείες υποθάλπουν συνήθως και καλλιεργούν εσωτερικές ραδιουργίες». [15]

Ο Ν. Γαλάτης, τον οποίο ο Σπυρίδων Τρικούπης χαρακτηρίζει «νέον πνευματώδη, αλλ’ άσωτον και κομπαστήν» [16], πλήρωσε με τη ζωή του τον παρορμητισμό, την απερισκεψία του και τη φιλοχρηματία του, που επισημαίνουν συνεργάτες του και ιστορικοί. Σε μια εποχή τόσο ταραγμένη, γίνονται και υπερβολές και οι αιτίες που οδηγούν σε χαρακτηρισμούς, όπως αυτή του Γαλάτη ως «προδότη», συνδέουν τη διαύγεια, με το ημίφως και τη σκιά. Η δολοφονία έγινε, όπως έχει τονισθεί, για να μην διακινδυνεύσουν πρόσωπα, αλλά και η ίδια η πορεία προς την εξέγερση. Είναι εκείνο που χαρακτηριστικά σημείωσε ο Ξάνθος: «Αποφάσισαν (δηλ. βασικά στελέχη της Φιλικής) υπέρ της σωτηρίας των πολλών να θυσιάσωσιν ένα». [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, «Προεταιριστικές δραστηριότητες του Φιλικού Νικολάου Γαλάτη», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, Ε (1974-1975), σ. 366-370.

[2] Εμμανουήλ Ξάνθος, «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας», έκδοσις δευτέρα, Αθήνα 1939, σ. 32-33.

[3] Τάσος Βουρνάς, «Φιλική Εταιρία», Αθήνα (1982), σ. 269-270.

[4] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, εισαγωγή-μετάφρασις- σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρι, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι 1968, σ. 82- 83.

[5] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, σ. 86.

[6] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, εν Μανωλία 1834, σ. 182.

[7] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 183.

[8] Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλικής Εταιρία, 1814-1821, εν Αθήναις 1926, σ. 127.

[9] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμος πρώτος, εν Αθήναις 1839, σ.78.

[10] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Α’, Αθήναι 1859, σ. 141.

[11] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 37-38.

[12] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 229-230.

[13] Απομνημονεύματα του Πρίγκηπος Νικολάου Υψηλάντη, μετάφραση-προλεγόμενα και σχόλια Ελευθέριος Μωραιτίνης- Πατριαρχέας, Αθήνα 1986, σ. 119-121.

[14] Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Βιβλίο Α’, τόμος 1, μετάφραση Φρίξος Βράχας, Αθήνα χ.χ., σ. 16.

[15] Γεώργιος Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, μετάφραση Αλίκη Γεωργούλη, θεώρηση Ελένης Γαρίδη, επιμέλεια-συμπληρώσεις – σχολιασμός Τάσος Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 165.

[16] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις εκατονταετηρίδος μετά προλόγου Κωστή Παλαμά, τόμος Α’, Αθήναι 1926, σ, 16.

[17] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 38. Για το Ν. Γαλάτη, βλ. και, Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία, Αθήναι 1964, σ. 36-37.

 

Δημήτρης Σταμέλος

Ιστορικός – Λογοτέχνης

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης», τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

Read Full Post »

Αινιάν Δημήτριος (1800-1881)


 

Εις τοσούτον μικρόν και αρτισύστατον κράτος, οποίον είναι το εδικόν μας, και κατά τον δρόμον, τον οποίον τρέχουν οι νέοι μας, αλοίμονον εις εκείνους, οίτινες δεν θέλουν έχει κανένα άλλον τρόπον ζωής παρά την υπαλληλίαν! και αλοίμονον εις το έθνος, το οποίον θέλει επιφορτισθή τοσούτον πλήθος αρχολιπάρων και υπουργηματοθηρών! ή θέλουν ευρεθή ούτοι εις την ανάγκην τίς του άλλου πλειότερον να εξαχρειωθή ενώπιον της εξουσίας, ή θέλουν σύρει την κοινωνίαν εις όχι ασημάντους περισπασμούς, μη δυνάμενοι να έχωσιν οικείαν ύπαρξιν.  

(Αινιάν Δημήτριος – «Ο μαθητής» ή «Ο υιός του Γερονίκου», 1852. Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Α΄. Εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση, 1968. 266).

 

Ο Δημήτριος Οικονόμου (Ψευδώνυμο: Αινιάν Δημήτριος), αγωνιστής της επανάστασης του 1821, λόγιος, δικαστικός και πολιτικός, γεννήθηκε στο Μαυρίλο του Τυμφρηστού (Φθιώτιδα), τελευταίο παιδί του παπα – Ζαχαρία Οικονόμου. Το Αινιάν προήλθε από υιοθέτηση του επιθέτου Αινιάν [= Φωκιδεύς] – άγνωστο πότε – από τον πατέρα της οικογένειας.

 

«Είμαι υιός υστερότοκος του Ζαχαρία Αινιάνος καταγομένου εκ Μαυρίλου του δήμου Τυμφρηστού της επαρχίας Φθιώτιδος. Εγεννήθην τη 21 Νοεμβρίου του 1800 έτος».

 

Το 1806 εγκαταστάθηκε με τους δικούς του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο πατέρας διορίστηκε διευθυντής στη Σχολή του Γένους στα Θεραπειά, όπου φοίτησε ο Δημήτριος, και στη συνέχεια στη Σχολή της Ξηράς Κρήνης (Κουρού Τσεσμέ). Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μέλη της οποίας ήταν ήδη ο πατέρας και τα δύο αδέρφια του Γεώργιος και Χριστόδουλος.

Η  έκρηξη της επανάστασης βρήκε τον Δημήτριο Αινιάνα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί είδε με τα μάτια του τις σφαγές του ελληνικού στοιχείου από τους Τούρκους. Αποκόπηκε από τη οικογένεια του, κυνηγήθηκε, κρύφτηκε, δεινοπάθησε και μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Από τη Κωνσταντινούπολη κατόρθωσε και πέρασε κρυφά στην Οδησσό. Εκεί παρέμεινε οκτώ μήνες ώσπου να ρυθμιστεί διπλωματικά το ζήτημα μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας και να επιτραπεί το ταξίδι Ελλήνων προσφύγων στην πατρίδα τους δια μέσου της Ευρώπης. Ο Δημήτριος Αινιάνας αφού πέρασε από την Αυστρία κατέληξε στο Λιβόρνο της Ιταλίας κέντρο του Ελληνικού εταιριστικού κινήματος και έφτασε στην Ύδρα κατά το τέλος του 1822. Ύστερα πήγε στην Ερμιόνη όπου βρισκόταν η Κεντρική διοίκηση, από εκεί στο Άργος και στην Βοστίτσα (Αίγιο)  προς αναζήτηση του αδελφού του.  Από το Αίγιο ο Δημήτριος Αινιάνας πέρασε στην Ρούμελη πατώντας με ιδιαίτερη συγκίνηση τα χώματα της.

Δημήτριος Αινιάν (1800-1881). Ελαιογραφία Γ. Παπαδήμα. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Δημήτριος Αινιάν πήρε ενεργό μέρος στον Αγώνα, αρχικά ως απλός στρατιώτης και στη συνέχεια ως γραμματέας του Εκτελεστικού και της Επιτροπής της Εθνοσυνέλευσης και ως γραμματικός του Γεώργιου Καραϊσκάκη (από το 1826).

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος διετέλεσε γραμματέας του εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας, μέλος του Εφετείου των Νήσων (κατά τη διακυβέρνηση Καποδίστρια) και πρόεδρος πρωτοδικών στη Λαμία, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1835, μετά από έκφραση δυσπιστίας του Όθωνα προς το πρόσωπό του. Αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Υπάτη και ανέπτυξε γεωργική αλλά και πολιτική δράση ενάντια του καθεστώτος. Αποτέλεσμα της τελευταίας ήταν η λεηλασία του σπιτιού του, η δυσμένεια του Παλατιού και έντονα οικονομικά προβλήματα.

Το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής, μετά από ακύρωση της εκλογής του από το παλάτι όμως, έφυγε για την Αθήνα. Εκεί ανέπτυξε εκδοτική και δημοσιογραφική δραστηριότητα (εκδότης και συντάκτης του περιοδικού «Βιβλιοθήκη του Λαού» και συνεργάτης στις εφημερίδες Αθηνά και Το Πανελλήνιον), ενώ παράλληλα εργάστηκε ως Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τμηματάρχης του Υπουργείου Εσωτερικών.

Με πολύ κόπο κατόρθωσε να εξασφαλίσει πενιχρή κρατική σύνταξη και το 1863 (μετά την εκθρόνιση του Όθωνα) εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Φθιώτιδος στη Β΄ Εθνική Συνέλευση. Με ενδιάμεσες μετακινήσεις μεταξύ Αθήνας και Υπάτης εγκαταστάθηκε τελικά το 1878 στην πρωτεύουσα, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του πάμφτωχος. Πέθανε στη Στυλίδα.

Η ζωή του Δημητρίου Αινιάνος χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από την αγωνία του για την πρόοδο του ελληνικού λαού. Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με την πολιτική φρόντισε για την ίδρυση τυπογραφείων, βιβλιοδετείων και σχολείων στην ελληνική επαρχία και αρνήθηκε να υποχωρήσει σε τακτικές ψηφοθηρίας και πελατειακών σχέσεων.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με τη δημοσίευση του ποιήματος «Ωδή στο Μεσολόγγι» στην εφημερίδα «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος την ημέρα της Εξόδου», ενώ το σύνολο του συγγραφικού έργου του περιλαμβάνει επίσης γλωσσολογικές, βιογραφικές, γεωπονικές και ιστορικές μελέτες και στο χώρο της λογοτεχνίας διηγήματα, τα περισσότερα δημοσιευμένα στο περιοδικό του Αινιάνος Βιβλιοθήκη του Λαού.

Το διηγηματικό έργο του Δημητρίου Αινιάνος κινείται στο χώρο της κοινωνικής πεζογραφίας, με ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες ζωής των αγροτικών πληθυσμών. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η ρεαλιστική γραφή, ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός και η συνειδητή στράτευση στην υπηρεσία του διδακτισμού και του ηθικού παραδειγματισμού με συνακόλουθη αποφυγή οποιουδήποτε λογοτεχνικού ύφους.

Έργα του Αινιάνος εκτός από την από την «Βιογραφία του Γ. Καραϊσκάκη» και τη «Βιβλιοθήκη του Λαού» είναι η «Γραμματική της ομιλουμένης γλώσσας» (1853), το «Λεξικό της ομιλουμένης γλώσσας», (1864 ανέκδοτο και σήμερα χαμένο), «Ρακίνα», Λαμία, 1837 (ανώνυμη έκδοση, μετάφραση), «Αγρονομικά», Χαλκίδα, 1833 (ανώνυμη έκδοση), «Πραγματεία περί συκαμινοφυτείας και μεταξοσκωληκοτροφίας», Αθήνα, 1857,  «Χριστιανική ηθική» 1859, «Αγρονομία στοιχειώδης», Αθήνα, 1861, «Υπόμνημα προς την εν Αθήναις Β’ Εθνικήν Συνέλευσιν διαθέτου των εθνικών γαιών», Αθήνα, 1863, «Περί του Ανατολικού ζητήματος», 1876, η «Βιογραφία του Παλαιών Πατρών Γερμανού»  (εργασία η οποία έχει χαθε), «Αναμνήσεις θερινής νυκτός εν Υπάτη»,  Αθήνα, 1870,  «Έμπορος Μάρκος» που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του,  «Βρυκόλακας», «Παμύθιον», «Γερογιάννη», «Ο υιός της χήρας», Μαθητής», «Διδασκάλισσα»,  «Καϊριστή», «Υιόν του Γερονίκου», καθώς και άλλες βιογραφίες, διηγήματα και μεταφράσεις  κυρίως από τα γαλλικά.   Έγραψε και την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του.

Αλλά το ιστορικό ενδιαφέρον του Δημητρίου Αινιάνα δεν περιορίστηκε μόνο στα παραπάνω μελετήματα.  Έγραψε για άλλα πολυσήμαντα εθνικά θέματα του ελληνικού αγώνα όπως και για πολλές σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες των ελλήνων κατά την διάρκεια της επανάστασης: «Περί του Ελληνικού Ναυτικού», «Η μάχη στα Βασιλικά», «Η άλωση της Τριπολιτσάς», «Η πτώση του Μεσολογγίου», καθώς και την χαρακτηριστικότατη περιγραφή της καταστροφής των Τούρκων στην Αράχοβα, δημοσιευμένη με τον γενικό τίτλο «Ήθη και έθιμα των Ελλήνων και πράξεις και πράξεις κατά την επανάσταση» που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί συμπλήρωμα της βιογραφίας του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Γιώργος Καλλιώρας, ιστότοπος olykos

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


 

  • Βαλέτας Γιώργος, Εισαγωγή στην έκδοση Δημητρίου Αινιάνος Άπαντα, σ.3-6. Αθήνα, Άτλας, 1962.
    • Γκιόλιας Μάρκος, «Αινιάν Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας1. Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968.
    • Καγιαλής Τάκης, «Ένας συμπαθητικός άνθρωπος του 19ου αιώνα», Το Βήμα, 5/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Η κοινωνική πεζογραφία του Δημητρίου Αινιάνος», Το Βήμα, 26/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Δημήτριος Αινιάν», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Δ’ 1830-1880, σ.116-133. Αθήνα, Σοκόλης, 1996.
    • Καψάλης Γερ. Δ., «Αινιάνες», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Πυρσός, 1927.
    • Λάππας Τάκης, Ρουμελιώτες στην επανάσταση Β΄ Δημήτριος Αινιάνας, Γερο – Πανουριάς, σ.5-14. Αθήνα, 1958.
    • Μαζαράκης Ι. Κ. Αινιάν, «Χρονολόγιο – Εισαγωγή», Δημητρίου Αινιάν, Ο Καραϊσκάκης. Αθήνα, Ερμής, 1974.
    • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Αινιάν Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.

Read Full Post »

Κίτσος (Κυριάκος) Τζαβέλας (1800 ή 1801 1855)


 

Αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου κατέφυγε η οικογένειά του όταν καταλήφθηκε το Σούλι το 1803 από τον Αλή Πασά. Ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης το 1821 έλαβε μέρος σε πολλές και σημαντικές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και όταν ο Κιουταχής απείλησε το μικρό νησί Κλείσοβα το Μάρτιο του 1826 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες να ενισχύσει την άμυνά του.

 

Κίτσος Τζαβέλας. Λιθογραφία. Σχέδιο του Καρλ Κράτσαϊζεν.

 

Τζαβέλας Κίτσος, λιθογραφία.

 

Κίτσος Τζαβέλλας

 

Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300 και κατέφυγε στα Σάλωνα (Άμφισσα). Το 1827, πολέμησε στην Αττική με τον Γ. Καραϊσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά.  Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός (1847- 48). Τον επόμενο χρόνο έγινε υπουργός Στρατιωτικών και το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστράτηγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Read Full Post »

Η μάχη στο Πέτα – 4 Ιουλίου 1822


  

Τα πριν από τη μάχη – Εκστρατεία στην Ήπειρο – σύσταση εκστρατευτικού σώματος

 

Η κατάσταση στην Ήπειρο για τους Σουλιώτες κατέστη εξαιρετικά κρίσιμη μετά την ε­ξόντωση του Αλή πασά και την παρασπονδία των Τουρκαλβανών. Ο Χουρσίτ, πανίσχυρος, έθεσε προτεραιότητα εκστρατείας ενάντιά τους, μη θέλο­ντας δε «ν’ αφήσει οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθεί», πολιόρκησε με τον υπ’ αυ­τόν Ομέρ Βρυώνη στενότατα το δυσπόρθητο φρού­ριο της Κιάφας, στο οποίο είχαν καταφύγει με πλή­θος γυναικοπαίδων και ανεπαρκέστατο εφοδιασμό. Έφταναν, τότε, επικλήσεις τους στη Διοίκηση του Αγώνα και με τον Μάρκο Μπότσαρη για επείγου­σα αποστολή ενισχύσεών τους.

Η Διοίκηση του Αγώνα μόλις είχε συγκροτηθεί μετά την Α’ στην Επίδαυρο Εθνοσυνέλευση με έ­δρα την Κόρινθο, μετά την παράδοση του Ακρο­κορίνθου, και πρόεδρο του Εκτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος αποδέχθηκε το σουλιώτικο αίτημα, γνωρίζοντας ότι «μόνη η πολιτική επιτηδειότης, αν δεν συνοδεύεται με στρατιωτικήν ικανότητα και επιρροήν δεν αρκεί», αλλ’ απαιτείται «κάππα και τσαρούχι» και κρίνο­ντας τους Σουλιώτες δυναμικό στήριγμα στα πολι­τικά του σχέδια. Αποφασίστηκαν τότε: διενέργεια εκστρατείας στην Ήπειρο, σύσταση εκστρατευτικού σώματος, διορισμός του Μαυροκορδάτου αρχηγού στα «πολιτικά τε και πολεμικά πράγματα» της εκ­στρατείας.

Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών το εκστρα­τευτικό σώμα απαρτίστηκε από: Ένα σύναγμα τα­κτικού πεζικού, που περιελάμβανε δύο τάγματα, το καθένα από πέντε λόχους. Διοικητής και υποδι­οικητής ανέλαβαν αντίστοιχα οι Ιταλοί φιλέλληνες Ταρέλα (Tarella) και Γκουμπερνάτι (Gubernati). Διλοχία φιλελλήνων με διοικητή τον Ιταλό Ντάνια (Dania) και διοικητές του πρώτου λόχου, απαρτιζόμενου από Γερμανούς-Πολωνούς, τον Πο­λωνό Μιζιέφσκι (Mirziewsky) και του δεύτερου, από Γάλλους-Ιταλούς, τον Ελβετό Σεβαλιέ (Chevalier). Το σώμα Επτανησίων. Διοικητής ο Κεφαλονίτης Σπύρος Φωκάς. Δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές υπό τον Βουτιέ (Voutier). Στρα­τιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Νόρμαν (Nor­man). Αρχηγός εκστρατείας, ο Μαυροκορδάτος, με φρουρά και επιτελείο προσωπικά.

 

Πορεία του σώματος από Κόρινθο στο Κομπότι – Πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το εκστρατευτικό σώμα από Κόρινθο διά Πατρών έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου έφταναν και οκτώ πλοία, πε­λοποννησιακά σώματα και αυτά των Καρατάσου-Γάτσου. Στο Μεσολόγγι διαλύθηκε «αφ’ εαυτής» η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος για να ε­νεργεί ο Μαυροκορδάτος «κατ’ ευθείαν τα δόξαντα»· στάλθηκε με εντολή του το σώμα των υπό Κυριακούλη Μαυρομιχάλη Μανιατών στο λιμάνι της Σπλιάντζας – Φαναρίου για βοήθεια στους Σουλιώ­τες· και η όλη δύναμη, περί τους 1.500-2.000 άν­δρες, αναχώρησε για το Κομπότι. Ενδιάμεσος σταθ­μός υπήρξε η Λάσπη, «εν μέσω Ακαρνανίας και ε­ντεύθεν Καραβοσαρά», όπου, φτάνοντας και άτα­κτα σώματα, σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο Μαυροκορδάτος οπλαρχηγών-προκρίτων αποφασίστηκε η δύναμη των 3.000, συν άλλους 4.000. μετά την εν­σωμάτωση των ατάκτων, να κινηθεί προς Κομπότι, όπου και στρατοπέδευσε στις 9 Ιουνίου 1822.

Τη στρατοπέδευση του σώματος επακολουθήσαν οι πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις, από τις οποίες σημαντικότερες μαρτυρούνται: στις 23 Ιου­νίου, με νικηφόρο ελληνικό αποτέλεσμα, και η κρισιμότερη, ασφαλές προοίμιο της μάχης στο Πέ­τα, στις 29 Ιουνίου στο χωριό Πλάκα. Αυτή προήλ­θε έπειτα από τριχοτόμηση της εκστρατευτικής δύ­ναμης: το δυναμικότερο τμήμα, 1.500-2.000 άνδρες, υπό τους Βαρνακιώτη, Μπότσαρη, Βλαχόπουλο, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Σούλι, σε εκτέ­λεση εντολής για βοήθειά του, απέτυχε και καταδιωκόμενο κατέφυγε στην Πλάκα, όπου έγινε ο­λοήμερη αιματηρή μάχη με αποτέλεσμα την υπο­χώρησή του και την καταφυγή του την 1η Ιουλίου στο Πέτα· το δεύτερο τμήμα, με το τακτικό σύνταγμα, τους φιλέλληνες, τους Επτανήσιους και μερι­κούς ατάκτους, κατέλαβε το Πέτα προς υπεράσπισή του· το τρίτο, ολιγαριθμότερο, υποχωρώντας από το Κομπότι, προ υπέρτερων δυνάμεων, κατέφυγε και αυτό στο Πέτα. Έτσι, την 1η Ιουλίου 1822 όλη η ελ­ληνική εκστρατευτική δύναμη, περί τους 3.000 άν­δρες, βρισκόταν στο Πέτα έναντι 7.000 Τούρκων στρατοπεδευμένων στην Άρτα.

 

Η μάχη στο Πέτα – Διάταξη μάχης

 

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Έπειτα από αυτές τις εξελίξεις η μάχη ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα ήταν προδιαγεγραμμένη και το ελληνικό πήρε διάταξη μάχης. Το Πέτα, θέση ορεινή και οχυ­ρά, περικλείεται από δύο σειρές βουνών. Μία μπροστά από το χωριό «την και επικινδυνοτέραν», τα χθαμαλά της οποίας κατέλαβαν, κέντρο το τακτικό σύνταγμα, παράπλευρα δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές, δεξιά οι Επτανήσιοι, αριστερά «την και επικινδυνοτέραν» όλων των θέσεων κατέλαβαν οι φιλέλληνες.

Τη δεύτερη σειρά βουνών, πίσω α­πό το χωριό, «την και επιμηκεστέραν» κατέλαβαν τα άτακτα σώματα, κέντρο των Βαρνακιώτη-Βλαχό­πουλου, αριστερά του Μπότσαρη, δεξιά του Γώγου, επιφορτισμένου με τη φρούρηση της στενωπού Μετωπιού και του παρακείμενου λόφου, όπου βρίσκονταν χωρικοί του Πέτα -εφεδρεία οι Ισκος-Γάτσος. Ο Μαυροκορδάτος στη Λαγκάδα του Μακρυνόρους με την υπό Θοδωρή Γρίβα φρουρά του ως φροντιστής της Επιμελητείας του στρατού. Στρατιωτικής διοικητής της μάχης, ο Νόρμαν.

 

Διεξαγωγή της μάχης

 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Στις 4 Ιουλίου πολύ πρωί, ιππικές-πεζικές δυνάμεις υπό τον Κιουταχή βγή­καν από την Άρτα και πλησιάζοντας το Πέτα χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το ισχυρότερο προσέβαλε μετωπικά τις δυνάμεις του Νόρμαν ανεπιτυχώς. Το δεύτερο, περί τους 2.000 άνδρες, κινήθηκε στα δε­ξιά των ατάκτων σκοπεύοντας να χτυπήσει το ελ­ληνικό στρατόπεδο, υπερφαλαγγίζοντάς το, από τα νώτα.

Ο Γώγος Μπακόλας, που κατείχε τη δεξιά πτέρυγα των ατάκτων, προσέβαλε τους προπορευόμενους 80 Τουρκαλβανούς σημαιοφόρους, οι οποίοι υπέστειλαν τις σημαίες και υποχωρώντας ζητούσαν διέξο­δο φυγής και σωτηρίας. Περνώντας από το Μετωπιό παρατήρησαν αφύλακτο τον παρακείμενο λόφο, τον κατέλαβαν και ανεπέτασσαν τις σημαίες κραυγάζο­ντας και πυροβολώντας. Οι άτακτοι, θεωρώντας αυ­τό ήττα είτε προδοσία, αποχωρούσαν αβλαβείς. Οι Τούρκοι στα χθαμαλά της μάχης παίρνοντας θάρ­ρος άρχισαν σφοδρότατες επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις του Νόρμαν, με επακόλουθο αιματηρή μά­χη, σώμα προς σώμα, όταν τραυματίας βαριά ο Νόρμαν, με νεκρούς τους Ταρέλα-Φωκά, διαπιστώ­νοντας μάταιη κάθε αντίσταση, διέταξε υποχώρη­ση· οι δε άνδρες του «ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι» τράβηξαν προς τη Λαγκάδα, όπου βρισκόταν ο Μαυροκορδάτος και όπου έφτασαν «γυμνοί, ανυπόδητοι και το χείριστον νήστεις».

Οι φιλέλληνες* με τον Ντάνια αποκόπηκαν, κυκλώθηκαν, σχημάτισαν τετράγωνο, πολέμησαν με απαρά­μιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία και «φονεύοντες και φονευόμενοι» εθυσιάστηκαν άπαντες. Την ίδια μέρα, 4 Ιουλίου, υπέκυψε σε υπέρ­τερες δυνάμεις και το σώμα των Μανιατών, στο Φανάρι, παρά την ηρωική του αντίστα­ση, και τα κατάλοιπά του με νεκρό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη επιβιβάστηκαν στα πλοία, και αφού αποβίβασαν το νεκρό αρχηγό τους στο Μεσολόγγι για ενταφιασμό, ξαναγύρισαν στην Πελοπόννησο.

Αίτια της καταστροφής

Η υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων κατά το πλήθος, τον πολεμικό εφοδιασμό, τις βάσεις ανε­φοδιασμού και ενισχύσεων και σε περιοχές κυ­ριαρχούμενες από αυτές, έναντι κατά πολύ ασθενέ­στερων ελληνικών δυνάμεων, ανεπαρκέστατα εφο­διασμένων, χωρίς βάσεις ανεφοδιασμού και ενισχύ­σεων και με καταλυτική την τουρκική κυριαρχία στις ηπειρωτικές περιοχές.

– Η ανεπαρκής εκπαίδευση, προετοιμασία και ο εξοπλισμός του εκστρατευτικού σώματος. Κατά συγκλίνουσες μαρτυρίες της εποχής, οι τακτικοί ή­ταν ανεκπαίδευτοι, αγύμναστοι στον τρόπο τακτι­κής και πειθαρχικής αντιμετώπισης του εχθρού και απροετοίμαστοι για ένα τόσο σημαντικό εγχείρημα. Ο οπλισμός τους περιοριζόταν μόνον «εις εν λογχοφόρον τουφέκιον και πυριταποθήκην», ως ένδυ­μα είχαν «μίαν καπόταν και εν ζεύγος τσαρουχιών» και «με ένδυσιν και υπόδησιν εκ των ενόντων και ουχί ομοιομόρφως».

– Η διαφορετικότητα των ανδρών του σώματος κατά την πολεμική εμπειρία. Διαφορετική των φιλελλήνων, απόμαχων πολεμικών και επαναστα­τικών περιπετειών, διάφορος των Επτανησίων, των τακτικών, των ατάκτων. Οι φιλέλληνες πολεμούσαν τον εχθρό «εκ του συστάδην», σώμα προς σώμα, οι άτακτοι με προμαχώνες-ταμπούρια «εν καιρώ μά­χης». Χαρακτηριστική είναι η απάντηση των Ταρέλα-Ντάνια στις συμβουλές οπλαρχηγών να ανεγείρουν προμαχώνες-ταμπούρια: «Εμείς προμαχώ­νες έχουμε τα στήθια μας».

– Η παντελής έλλειψη σχεδίου επιχειρησιακής δράσης και, εκ τούτου, απουσία συντονισμού των ε­πιχειρήσεων, με αποφάσεις να λαμβάνονται κατά τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες και η οποία ε­πιτεινόταν από διαπληκτισμούς Γερμανών-Γάλλων γα τα πρωτεία και τις διαφορές τακτικών – ατάκτων.

– Τέλος, το και σπουδαιότερο αίτιο ήταν ότι η εκ­στρατευτική δύναμη έπασχε επικίνδυνα από ικανό και εμπειροπόλεμο ηγέτη. Ο Μαυροκορδάτος δεν ανταποκρίθηκε, έστω και στοιχειωδώς, ως ηγέτης. Ανέλαβε την αρχηγία της εκστρατείας για τα πολι­τικά του σχέδια και στην κρισιμότητα της μάχης του Πέτα, αφήνοντας τη διεξαγωγή της στον Νόρμαν, ι­κανότατο, αλλά παντελώς αδαή των ελληνικών συνθηκών, κατέφυγε ασφαλής με την προσωπική του φρουρά στη Λαγκάδα, όπου υποδεχόταν σε α­ξιοθρήνητη κατάσταση τα γυμνά ανυπόδητα και νηστικά λείψανα του εκστρατευτικού σώματος, α­πό αρχηγός του με απόλυτη εξουσία, απλός φροντιστής της επιμελητείας του.

 

Αποτελέσματα της καταστροφής

 

Της μάχης στο Πέτα οδυνηρά ήταν τα αποτελέσματα για τον Αγώ­να, μέγιστες οι απώλειες του εκστρατευτικού σώμα­τος.

-Χάθηκαν: το ένα τρίτο του τακτικού συντάγματος με νεκρό τον Ταρέλα και τον Γκουμπερνάτι να πα­σχίζει απελπισμένα να διατηρήσει τα λείψανά του. Το μισό των Επτανησίων. Τα δύο τρίτα των φιλελ­λήνων με νεκρό τον Ντάνια.

– Οι Τούρκοι νικητές επιστρέφοντας στην Άρτα, με πλήθος παντοειδών λαφύρων και τη σημαία των φιλελλήνων, κατέσφαξαν όλους τους ασθενείς, α­ποκεφάλισαν τους αιχμαλώτους.

– Το και σπουδαιότερο, εξέλιπε οριστικά για τον Αγώνα το Σούλι, τελευταία αντιστασιακή εστία στην Ήπειρο, προπύργιο της Ακαρνανίας. Γιατί οι Σου­λιώτες, μετά τη μάχη, περιήλθαν σε δεινότατη θέ­ση· απομονωμένοι, χωρίς ελπίδα βοήθειας, ανα­γκάστηκαν να υπογράψουν έντιμη συνθήκη με τους Τούρκους με μεσολάβηση του Άγγλου πρόξε­νου στην Πρέβεζα, Μέγερ, όπου κατέβηκαν με τα όπλα και γυναικόπαιδα, επιβιβάστηκαν σε αγγλικά πλοία και μεταφέρθηκαν στην Άσσο της αγγλοκρατούμενης Κεφαλονιάς για να σκορπιστούν και στα άλλα Επτάνησα.

– Ελεύθερος πλέον κατέστη ο δρόμος για τους Κιουταχή- Ομέρ Βρυώνη ανενόχλητοι να περάσουν στην Ακαρνανία και να πραγματοποιήσουν την πρώτη του Μεσολογγίου πολιορκία.

 

* Σημείωση βιβλιοθήκης: Οι Φιλέλληνες που έπεσαν στη μάχη του Πέτα ήταν: Οι Γερμανοί: Νόρμαν Βον ΦέΪμαν, Ροστ,Μόριτ, Τάϊχμαν (σημαιοφόρος), Σνάϊδερ, Κάρολος Μπάρς, Θεόδωρος Ντήτερλε, Έμπεν, Κούρτιος Δάρνερ, Φερνινάρος Άϊζεν, Μαυρίκιος Φέλς, Φέλος, Φέλς, Ιωάννης Χάϊσσε (ναυτικός), Αλβέρτος φον ΚάΪζενμαρκ, Γεώργιος Γιόχαν (θαλαμηπόλος του Νόρμαν), Λουδοβίκος Κάϊζεμπεργκ (υπολοχαγός Βαυαρικού πυροβολικού), Κάρολος Λέσκυ, Λαουρίκε, Ερνέστος Λούτσε, Χ.Φ. Μάνεκε, Γουσταύος Νάγκελ (φαρμακοποιός), Θεόδωρος Όμπερστ, Φρειδερίκος Όλμερ, Χριστόφορος Αιλμάγερ, Κάρολος Ράγκε (σημαιοφόρος), Ερνέστος Ρούστ, Φρειδερίκος Σάντερ, Ιάκωβος Σάντμαν (αξιωματικός), Ερρίκος Σμίτ (αξιωματικός), Ι. Σνάϊντερ (υπολοχαγός), Φρειδερίκος Σέεγκερ και Χάινριχ Σέεγκερ (αδέλφια), Φ. Β. Τάιχμαν (λοχαγός σημαιοφόρος), Ιωάννης Βέτσερ, Νικόλαος Βέτσερ, Νικόλαος Βόλφ (φοιτητής Θεολογίας) , ο Γάλλος Μινιάκ, οι Πολωνοί Μιζιέφσκι και Αλεξάντερ Κουσιανόβσκυ, οι Ιταλοί Πέτρος Ταρέλλα, Ανδρέα Δάνια, Μπατελάνι, Σελεστίν, Φόρτζιο, Βιβιανί, Πλενάριο, ο Ολλανδός Ροδόλφος Χούγκφανς, ο Ρώσος Μπερεντζόφσκι, ο Αιγύπτιος Δαβουσί, οι Ελβετοί Λουδοβίκος Σεβαλιέ, Καίνιχ, Βράνδλιν και οι Μικρασιάτες Άγγελος Ζωντανός, Μανώλης και Γαβρίλος Αμανίτης και ο Σμυρνιός Πέτρος Μέγγος.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βυζαντίου Χρήστου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός, έκδοση Τσουκαλά, Νο 10, 1956.
  • Οικονόμου Μ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Τουκαλά, 1ος, Νο 14, 1957. Σπηλιάδη Ν., Απομνημονεύματα, 1ος, 1851.
  • Τρικούπη Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2ος, 1861.
  • Gordon Thomas, History of the Greek révolution, 1ος, 1832.
  • Jourdain, Mémoires historiques et militaires sur les événements de la Grèce depuis 1822, jusqu’ au combat de Navarin, 1ος, 1828.
  • Voutier, Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs, 1823, μετάφραση, Απομνημονεύματα, έκδοση Τσουκαλά, Νο 11, 1957.

 

Σπύρος Δ. Δουκάτος

Ιστορικός

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα I, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1992.


 

[…] Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η ύπαρξη στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου στοιχείων, που σχετίζονται με τη μετακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1843, από το νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε ενταφιαστεί, στην πλατεία του Πλατάνου (σημερινή πλατεία Συντάγματος). Τα οστά τοποθετήθηκαν στην κρύπτη του μνημείου, που κατασκευάστηκε γι’ αυτό το σκοπό. Το μνημείο μεταφέρθηκε το έτος 1951 στην πλατεία Τριών Ναυάρχων…

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από το «Τριανόν».

 

[…] Σε μελέτη των Κ. Σωτηριάδου – Θ. Παπαπετρόπουλου επιχειρείται να διαλευκανθεί το πρόβλημα της υγείας και η αιτία του πρόωρου θανάτου του Δ. Υψηλάντη.

Το 1932 ο Άγγλος νευρολόγος Caughey εξέτασε σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου μια γυναίκα 54 χρονών, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο μυοτονικής δυστροφίας, μιας σχετικά σπάνιας κληρονομικής αρρώστιας των μυών και των ενδοκρινών αδένων. Τέσσερα ακόμη αδέλφια της (από τα επτά) έπασχαν από την ίδια πάθηση. Η άρρωστη διηγήθηκε στον Δρ. Cau­ghey ότι ο πατέρας της, που είχε την ίδια αρρώστια, έζησε και εργάσθηκε στο Λονδίνο, ο παππούς της ήταν καθηγητής των Ελληνικών σε ένα Πανεπιστήμιο του Βορρά και η προγιαγιά της ήταν αδελφή των αδελφών Υψηλάντη. Ο Δρ. Caughey δημοσιεύει το γεγονός σε μονογραφία σχετική με την πάθηση αυτή, που εξέδωσε στο Λονδίνο μαζί με τον Έλληνα νευρογενετιστή Μυριανθόπουλο το 1963. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού διατυπώνεται η υπόθεση ότι και ο Δημήτριος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Υψηλάντη έπασχαν από μυοτονική δυστροφία.

Οι μαρτυρίες και οι περιγραφές ανθρώπων που γνώρισαν το Δ. Υψηλάντη μας δίνουν ανάλογη εικόνα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.

Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μειονεκτική σε τέτοιο βαθμό που δημιουργούσε ένα στενόχωρο συναίσθημα αμηχανίας σε όσους τον πλησίαζαν. Ήταν μικρόσωμος, δύσμορφος, με εύθραυστα μέλη. Το ανέκφραστο πρόσω­πό του απωθούσε όλους όσους τον πλησίαζαν για πρώτη φορά. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και φωνή αδύνατη, ένρινη και δυσαρθρική. «Μιλούσε με ένα τόνο ένρινο σαν καπουκίνος», γράφει χαρακτηριστικά ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann. Ήταν περίπου 28 χρονών όταν ήρθε στην Ελλάδα, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτερος.

Η όψη του ήταν υπναλέα και κοιμόταν πάνω από δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι μυς του προσώπου και των άκρων του ήταν τόσο ατροφικοί που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε με σκελετό. Οι κινήσεις του ήταν αδέξιες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η πάθησή του παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση με περιόδους έξαρσης, πράγμα που τον είχε υποχρεώσει να διατηρεί μόνιμα στο επιτελείο του γιατρό.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών.

Η αρρώστια εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και οδηγεί στο θάνατο, συνήθως από αναπνευστικές λοιμώξεις, πριν από το 40ο έτος της ηλικίας. Τη μυοτονική δυστροφία περιέγραψε το 1909 ο Γερμανός Steinert· δεν ήταν επομένως γνωστή η νόσος την εποχή που ζούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η ασθένεια κληρονομείται με τον επικρατητικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Παραβάλλοντας τα στοιχεία που απορρέουν από τα ιστορικά κείμενα για την πάθηση του Δ. Υψηλάντη με τα συμπτώματα της μυοτονικής δυστροφίας διαπιστώνονται σαφείς ομοιότητες.

Εδώ αξίζει να αναφερθούν και οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν τον άρρωστο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους αδελφούς τους Νικόλαο και Γεώργιο. Οι γνωματεύσεις αυτές, που δόθηκαν στις αρχές της Αυστροουγγαρίας από διάσημους γιατρούς της εποχής, δεν οδηγούν από μόνες τους σε καμμία διάγνωση. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της πάθησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι καθαρά συμπτωματική (διάγνωση δηλαδή που παραθέτει απλώς τα συμπτώματα χωρίς να μπορεί να τα υπαγάγει σε μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα) και αφήνει μέχρι τέλους αναπάντητα ερωτήματα, παρά τη νεκροψία που έγινε μετά το θάνατό του…

 Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του Δημητρίου Υψηλάντη, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, που δίνει ο William Rathborne Greg: «Η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ παράξενη. Όταν τον γνώρισα, την άνοιξη του 1832, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τριανταπέντε χρονών και όμως έμοιαζε με εξηντάρη. Aνάστημα κοντό, κεφάλι τελείως φαλακρό σαν σκελετού, μέλη εύθραυστα και καχεκτικά, σε βαθμό που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε στο τελευταίο στάδιο φυματίωσης. Έβηχε συνεχώς και η φωνή του ήταν αδύνατη και έντονα δυσαρθρική. Θα έλεγε κανείς ότι βλέπει έναν αναστημένο σκελετό από τους τριακόσιους πεσόντες στις Θερμοπύλες»…

 Η ιατρική της εποχής εκείνης δεν μας δίνει τη διάγνωση, αποκλείει όμως πολλές γνωστές τότε χρόνιες λοιμώδεις καχεκτικές παθήσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν σαν διάγνωση της ασθένειας των αδελφών Υψηλάντη. Η πριγκιπική οικογένεια έζησε στη Ρωσία και στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή περιοχές με καλό επίπεδο ιατρικής για την εποχή τους. Εάν επρόκειτο για κάποια γνωστή τότε αρρώστια θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί, αφού στον Αλέξανδρο Υψηλάντη έγινε και μεταθανάτια νεκροτομική μελέτη. Η παρουσία μιας χρόνιας αρρώστιας σε τρία αδέλφια και ίσως τέσσερα (μεταξύ οκτώ) εύλογα στρέφει τη διάγνωση σε νόσο κληρονομική. Οι κλινικές ομοιότητες αυτής της χρόνιας εξελικτικής πάθησης με τη μυοτονική δυστροφία, τουλάχιστον στον αδελφό Δημήτριο, και η αναμφισβήτητη διαπίστωση μυοτονικής δυστροφίας σε απογόνους της οικογένειας στο Λονδίνο. 100 χρόνια αργότερα, ισχυροποιούν την υπόθεση ότι η πάθηση των αδελφών Υψηλάντη ήταν μυοτονική δυστροφία.

Από αυτή, λοιπόν, τη νόσο εικάζεται ότι πέθανε στις 5 Αυγούστου 1832 ο Δ. Υψηλάντης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του – Κώστας Λάππας, Μνήμων, τομ. 7, 1979. 


 

Στα 1839 ο Μακρυγιάννης έχει έτοιμες τις εικονογραφίες του Αγώνα κι αποφασίζει να τις δώσει για εκτύπωση. Γράφει στ’ Απομνημονεύματά του: «Τότε βρίσκω κι έναν, Ησαΐα τον έλεγαν, ήταν στενός φίλος του Καποδίστρια· τον είχε δάσκαλο ο Κυβερνήτης εις τ’ Αναπλιού το σκολείον. Αυτόν τον αγαθόν Ησαΐα εγώ δεν τον γνώριζα· μου τον σύστησαν φίλοι. Έρχεται ο Σαΐγιας εις το σπίτι μου και συμφωνούμεν να του δώσω της εικονογραφίες να πάει εις Παρίσια να της τυπώση». Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή: ο δάσκαλος Αλέξανδρος Ησαΐας αντί να πάει στο Παρίσι, πήγε στην Ιταλία (Βενετία, Τεργέστη) όπου τύπωσε μια σειρά λιθογραφίες, με θέματα από την Επανάσταση του ’21, που όμως δεν είχαν καμμιά σχέση με τις εικόνες του Μακρυγιάννη. Αρκετές απ’ αυτές τις λιθογραφίες σώζονται και σήμερα και φέρουν την υπογραφή του Ησαΐα. Έτσι αποκαλύπτεται ότι o Hσαΐας εκτός από δάσκαλος ήταν και ζωγράφος.

 

Μάχη των Αθηνών, επιχρωματισμένη λιθογραφία αγνώστου Ιταλού ζωγράφου ( κατά παραγγελία και υποδείξεις του Α. Ησαΐα.

 

Η δεύτερη αυτή ιδιότητα του Ησαΐα αμφισβητήθηκε τελευταία από τον Γ. Πετρή: σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Ο Μακρυγιάννης και η εικονογραφία του Ησαΐα» υποστήριξε την άποψη ότι οι παραπάνω λιθογραφίες δεν έχουν γίνει από τον Ησαΐα, αλλά από κάποιον άγνωστο Ιταλό ζωγράφο. Η επιχειρηματολογία του Γ. Πετρή στηρίχτηκε: α) στην εικαστική ανάλυση των λιθογραφιών – που αποδεικνύει ότι είναι καμωμένες σύμφωνα με τους κανόνες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζωγραφικής και β) στην έλλειψη μαρτυριών που να πιστοποιούν ότι ο δάσκαλος Ησαΐας είχε και γνώσεις ζωγραφικής. Εδώ θα σταθούμε και θα εξετάσουμε κυρίως τα επιχειρήματα της δεύτερης κατηγορίας.

Κατά τη γνώμη του Γ. Πετρή, ένας απλός δάσκαλος της εποχής του Ησαΐα δεν εννοείται να γνωρίζει ούτε σχέδιο, ούτε ιχνογραφία. «Το ότι ο Ησαΐας είναι δάσκαλος, γράφει, θα μπορούσε, με τα σημερινά μέτρα, να δημιουργήσει την εντύπωση πως είχε και κάποια γνώση σχεδίου, γιατί οι σημερινοί δάσκαλοι αποκτούν γνώσεις, μερικά γενικά τεχνικά στοιχεία, που τους επιτρέπει να διδάσκουν τα παιδιά ιχνογραφία και χειροτεχνία. Μα τέτοια πράγματα είναι πολύ αμφίβολο πως ακολουθούσαν την ίδια πορεία σ’ εκείνη την εποχή. Οι δάσκαλοι, όσο νομίζουμε πώς ξέρουμε, της εποχής εκείνης, διδάσκανε κατά κανόνα μονάχα γράμματα. Αυτά μαθαίνανε». Ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στην εποχή του Καποδίστρια· πιστεύει ωστόσο, ότι η κατάσταση της εκπαίδευσης έχει μείνει αμετάβλητη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου ο δάσκαλος δεν μπορούσε να ξεφύγει «από τα καθιερωμένα: το ψαλτήρι, το κτωήχι, το μηναίο, ή τις προφητείες».

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Τουλάχιστο στην εποχή του Καποδίστρια, που μας ενδιαφέρει εδώ, η δομή του σχολείου έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Στα πλαίσια του υπό οργάνωση κράτους μπαίνουν τα θεμέλια ενός πρώτου σχεδιασμού της κατώτερης σχολικής εκπαίδευσης: καινούριες μέθοδοι διδασκαλίας εισάγονται ή καθιερώνονται σε ευρεία κλίμακα (αλληλοδιδακτική), γράφονται ή μεταφράζονται σχολικά εγχειρίδια, μερικά καινούρια μαθήματα αντικαθιστούν ή προσθέτονται στα παλιά, και γενικά ο ρόλος και η αποστολή του σχολείου πάνε τώρα να διαφοροποιηθούν. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι κόβονται οι δεσμοί με την Ιδεολογία και τη σχολική πρακτική του παρελθόντος.

Σημειώνω εδώ ότι σ’ αυτά ακριβώς τα χρόνια είναι που μπαίνουν, επίσημα, στα σχολεία και διδάσκονται συστηματικά η καλλιγραφία και η ιχνογραφία. Ο σκοπός των μαθημάτων αυτών είναι προφανής: η καλλιγραφία θα βελτιώσει τη γραφή και βέβαια θα δώσει στο κράτος καλούς γραφιάδες, ενώ η ιχνογραφία θα εξοικειώσει το παιδί με το σχέδιο. Η διδασκαλία του πρώτου μαθήματος γίνεται με βάση πίνακες καλλιγραφίας· για τη διδασκαλία της γραμμικής ιχνογραφίας μεταφράζεται στα 1831, με την επιμέλεια του Ιω. Κοκκώνη, ειδικό εγχειρίδιο. Κάθε άλλο λοιπόν παρά προβολή των «σημερινών μέτρων» στο παρελθόν, όπως γράφει ο Γ. Πετρής, αποτελεί η διδασκαλία τέτοιου είδους μαθημάτων στα χρόνια του Καποδίστρια…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του

 

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Μάγερ Ιωάννης Ιάκωβος (17981826)


 

Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ. Συλλεκτική σειρά γραμματοσήμων των ΕΛΤΑ, αφιερωμένων σε επιφανείς δημοσιογράφους, 2015.

Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (Johann Jacob Meyer) ήταν Ελβετός φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης του 1821 και πρωτοπόρος του ελληνικού Τύπου. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, σπούδασε φαρμακευτική και κατόπιν ιατρική στο Φράιμπουργκ αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Με τη βοήθεια του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βέρνης έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1822 έλαβε μέρος στη ναυμαχία του Κορινθιακού. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, έγινε ορθόδοξος και παντρεύτηκε την Αλτάνα Ιγγλέση.   Συνδέθηκε στενά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο όταν ήταν εκεί (1824) ως «γενικός διευθυντής» της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Για ένα διάστημα υπήρξε μέλος της τριμελούς επιτροπής του Μεσολογγίου.

Το 1824 τυπώνει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» στο πιεστήριο που έφερε ο Στάνχοπ από την Αγγλία, με τυπογράφο τον Θεσσαλονικέα Δημήτριο Μεστανέ ή Μεσθενέα.  Η εφημερίδα εκδιδόταν μέχρι το 1826, οπότε και καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Στο ίδιο πιεστήριο είχε τυπωθεί το 1825 ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού.

 

Προσωπογραφία του Ιωάννη Ιακώβου Μάγερ, με φόντο την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά».

 

Διορίστηκε το 1824 μέλος της Τριμελούς Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, αγωνιζόμενος μέχρι τέλους για τη σωτηρία της πόλης και των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Οι ανταποκρίσεις του Μάγερ που δημοσιεύθηκαν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες προσέφεραν τα μέγιστα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου κοντά στη θέση Αρμυράκι. Μαζί του σφαγιάστηκαν η γυναίκα και τα δύο παιδιά τους. Το πτώμα μετέφεραν στην πόλη Μεσολογγίτες αιχμάλωτοι και ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι στον «Κήπο των Ηρώων».

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

Πάνου Γεώργιος (1770- 1863)


 

Γεώργιος Πάνου (από το αρχείο Ανδρέα Κουμπή, Σπέτσες)

Ο Γεώργιος Πάνου, πλοιοκτήτης, φιλικός, αγωνιστής και πολιτικός της επανάστασης του 1821,  γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1770 και ήταν γιος του προεστού Νικολάου Πάνου. Από την παιδική του ηλικία έλαβε ναυτική εκπαίδευση και πραγματοποίησε διάφορα ταξίδια στο πλευρό πρώτα του πατέρα και μετά του θείου του. Το καράβι τον έφερε μακριά από τα σπετσιώτικα νερά, σε νέους κόσμους, νέους ανθρώπους, νέες συνήθειες. Έξυπνος, δραστήριος, εργατικός, αποκτά εκτίμηση και εμπιστοσύνη και με τη ναυτική του αξία αρχίζει να επιβάλλεται.

Ο Γεώργιος Πάνου ταξιδεύει με σπετσιώτικα καράβια ως τους μεγάλους ωκεανούς. Βγαίνει στην Ευρώπη, από την Ιταλία ως την Ισπανία και την Πορτογαλία και μαθαίνει ότι σκλαβωμένος λαός δεν είναι μόνο ο δικός του και πως η ελευθερία θέλει θυσίες και αίμα. Ύστερα από σκληρή δουλειά και μεγάλη θέληση, κατόρθωσε να αποκτήσει δικό του καράβι το «Σόλων» το 1813, ο Πάνου ήταν πια ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, ένας έμπειρος ναυτικός, που δεν άργησε να αποκτήσει την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τις ικανότητές του αυτές και την ασύγκριτη τιμιότητά του.

Είχε εξοπλίσει το καράβι του «Σόλων» με πυροβόλα τέλεια και όταν κάποτε πειρατές του επιτέθηκαν στο πέλαγος αιφνιδιαστικά και παρόλο που ήταν ασύγκριτα ανώτεροι σε αριθμό και πυροβόλα, κατόρθωσε να τους τσακίσει κυριολεκτικά και να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους. Έτσι, μαθήτευσε στο θαλασσινό πόλεμο με τους πειρατές κι απέκτησε τέτοια φήμη, ώστε έγινε γνωστός για τα κατορθώματά του στην Οθωμανική Πύλη, που δεν άργησε, το 1814, να τον διορίσει Μπέη – Κοτζάμπαση, δηλαδή Διοικητή στις Σπέτσες. Το αξίωμα αυτό το κράτησε μέχρι το 1817, οπότε παραιτήθηκε για άγνωστους λόγους. Ίσως γιατί το χρόνο αυτό η Φιλική Εταιρεία, με ειδικό μανιφέστο μέσω του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, τον κάλεσε κρυφά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πάνου ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και σύντομα βρέθηκε στην Πόλη, κοντά στον Παναγιώτη Σέκερη. Εκεί, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον κατήχησε στα μυστήρια της Φιλικής Εταιρείας και τελικά τον όρκισε αφού του πρόσφερε μικρό σταυρό που σώζεται στο Ναυτικό πολεμικό Μουσείο. Διέθεσε στο ταμείο που είχε η Φιλική Εταιρεία ιδρύσει στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, σαν πρώτη εισφορά του 1000 τάλληρα ισπανικά. Με επιστολή του προς τη Μονή αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά τα προσφέρει στη μνήμη της μητέρας του για την ανακαίνιση της Αγίας Μονής, και εννοούσε την Επανάσταση.

Το 1818, ορίστηκε μαζί με τους Μπόταση και Φατζιολάτη, έφορος της Φιλικής Εταιρείας στις Σπέτσες, ενώ το 1819, φυγάδευσε από την Ερμιόνη Αργολίδας τον Τσακάλωφ μετά τη δολοφονία του Νικόλαου Γαλάτη. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη της επανάστασης, όταν ο Παπαφλέσσας έφτασε στις Σπέτσες τάχτηκε υπέρ των επαναστατικών κελευσμάτων του ιερωμένου.

Παίρνει μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας, επί κεφαλής μοίρας και ύστερα από τρεισήμισι μηνών πολιορκία, κάτω από τη στρατηγική διεύθυνσή του, το μεγάλο φρούριο πέφτει. Πήρε ακόμη μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε πολλές άλλες ναυτικές επιχειρήσεις και διακρίθηκε για την τόλμη και το θάρρος του. Το 1823, πηγαίνει πληρεξούσιος των Σπετσών στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους, ενώ το καράβι του ο «Σόλων» – κι όταν ο ίδιος είναι στη στεριά – δεν παύει να μάχεται.

Αργότερα αρρωσταίνει. Η αρρώστια του, όμως, δεν τον εμποδίζει να γίνει Λιμενάρχης, Ειρηνοδίκης και Αστυνόμος στο νησί. Το 1827  μετείχε με το άλλο καράβι του, «Θησεύς», στην αποτυχημένη επιχείρηση του Τόμας Κόχραν κατά του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Ο Γεώργιος Πάνου, με το τέλος της Επανάστασης και όταν η νίκη είχε στέψει τα όπλα της Ελλάδας και οι θάλασσες και τα βουνά της ήταν πια ελεύθερα, αποσύρθηκε στο νησί του. Από την τεράστια περιουσία του μόνο ο «Σόλων» του είχε απομείνει. Ασχολήθηκε και πάλι με ναυτιλιακές εργασίες για να επανορθώσει τα οικονομικά του. Αλλά κατά κακή τύχη, το ένδοξο και ιστορικό καράβι ναυάγησε και ο άλλοτε προύχοντας κατάντησε φτωχός. Στα 1836 του απονεμήθηκε μία μικρή σύνταξη και μέχρι τα βαθιά του γηρατειά έζησε στις Σπέτσες κοντά στα παιδιά του με τη φωτογραφία του «Σόλωνα» και άλλα ενθυμήματα από τον αγώνα μέσα στο αρχοντικό του, που στολίζει σήμερα το νησί. Εκεί πέθανε, σε ηλικία 93 χρόνων, την 1η Ιουνίου 1863, τη μέρα ακριβώς που η Πολιτεία, για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφορε στον αγώνα, τον τίμησε με το  αργυρό παράσημο του Σωτήρος.

Ο τάφος του βρίσκεται στα κοιμητήρια των Αγίων Πάντων με την επιγραφή:

«Πρώτος ναύαρχος Σπετσών»

Γεώργιος Ν. Πάνου 1770 – 1863.

Αρχών της νήσου Σπετσών,

πολλά υπέρ της Εθνικής παλιγγενεσίας μοχθήσας και δαπανήσας».

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Στορνάρης (ή Στουρνάρης) Νικόλαος (1775;-1826)


 

Νικόλαος Στουρνάρης

Ο Νικόλαος Στορνάρης ή Στουρνάρης ήταν Φιλικός, Αγωνιστής της Επανάστασης, οπλαρχηγός στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και υπερασπιστής του Μεσολογγίου. Έδρασε στη Δυτική Στερεά. Το αρματολίκι του ήταν στην περιοχή του Ασπροποτάμου και ήταν στην εποχή του Αλή πασά ονομαστό κέντρο ενόπλων σωμάτων.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδας στη Λευκάδα στις αρχές του 1821. Μετείχε στην επανάσταση στον Ασπροπόταμο και πολέμησε στη Στερεά και την Πελοπόννησο διακριθείς ιδιαίτερα στο Βουλγαρέλι το 1824.

Μετά την καταστολή της επανάστασης στον Όλυμπο το 1822 συγκέντρωσε δίπλα του όσους επαναστάτες και φιλέλληνες διέφυγαν. Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη την άνοιξη του 1823 στην αντίσταση εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν το προσκύνημα των αρματολών στη Στερεά και τη Θεσσαλία και συμμετείχε στις μάχες εναντίον του Ομέρ Βρυώνη στα 1823 και 1824 στη Δυτική Στερεά.

 

Νικόλαος Στουρνάρης. Δημοσιεύεται στο Xρ. Bλασσόπουλος, «Hμερολόγιον του Aγώνος», Αθήνα, 1930.

 

Πήρε ενεργό μέρος στην άμυνα του Μεσολογγίου και έγινε ονομαστός για τον πατριωτισμό και την ανδρεία του. Ως αρχηγός του φρουράς της πόλης, παρέμεινε στο Μεσολόγγι καθ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του και έπεσε ηρωικά κατά τη μεγάλη έξοδο.  Κατατάχθηκε στον βαθμό του στρατηγού (Α.Μ. 2086).

 

Πηγές


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.
  • Γιαννούλης, Ν. Κ., «Το αρματολίκι Ασπροποτάμου και οι Στορναραίοι», Αθήνα, ΕΜΟΤ, 1981.

Read Full Post »

Η ζωή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι


 

Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές του, το Μεσο­λόγγι, στην αρχή της Επανάστασης αλλά και κατά τη διάρκεια των πολιορκιών του, είχε μια κοινωνία – και μια ζωή – αρκετά οργανωμένη (με τα μέτρα βέ­βαια της κατάστασης και της εποχής). Μέσα στα χαμηλά πρόχειρα τείχη, που έγιναν βιαστικά πριν από την πρώτη πολιορκία και ενισχύθηκαν αργό­τερα πριν από τη δεύτερη, ζούσαν οι ντόπιοι κάτοι­κοι της πόλης (προύχοντες, μικροκτηματίες, έμπο­ροι, καραβοκύρηδες και ψαράδες), αλλά και «πρόσφυγες» από τις γύρω περιοχές, καθώς και Σουλιώτες πολεμιστές, που είχαν έρθει να προσφέ­ρουν τις – έμμισθες – υπηρεσίες τους.

Χρησιμοποίησα σχηματικά τη λέξη «προύχο­ντες» – που παραπέμπει σε έχοντες περιουσία και μόνο – γιατί δεν έχω άλλη. Οι προύχοντες όμως του Μεσολογγίου (Παλαμάδες, Τρικούπηδες, Ραζη-Κότσικες, Καψάληδες, Βάλβηδες) δεν καλύπτονται εντελώς από τη λέξη αυτή, γιατί ήταν κυρίως άνθρωποι υψηλής μόρφωσης, σπουδασμένοι στην Ευρώπη. Γιατί το Μεσολόγγι, πρώτο ιστορικό λιμάνι της Ελλάδας, με ναυπηγεία και μεγάλο εμπορικό στό­λο το 18ο αιώνα, είχε μεγάλες εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της Δύσης και οι εύπορες οικογένειες έστελναν εκεί για σπουδές τα παιδιά τους.

Η πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις μικρές χα­μηλές νησίδες μέσα στη λιμνοθάλασσα, έτσι που οι δρόμοι της ήταν συχνά πνιγμένοι στο νερό. Τα σπίτια των πλούσιων οικογενειών, πολλά απ’ τα οποία σώζονται ως σήμερα, είχαν δύο ή τρεις ο­ρόφους (θεωρώντας για πρώτο το χαμηλό – όχι ό­μως υπόγειο – «κατώι»), χοντρούς τοίχους και μπαλκόνια ή τοξωτές «γαλαρίες», δηλαδή δωμά­τια κλεισμένα με τζάμια. Τα λιγότερο αρχοντικά σπίτια – σ’ αυτά ίσως πρέπει να εντάξουμε και το πανδοχείο της πόλης («Λοκάντα», όπως το έλεγαν, μια και το μεσολογγίτικο ιδίωμα είναι γεμάτο λέ­ξεις ιταλικές) – ήταν κι αυτά πέτρινα, ασοβάτιστα, και τα πιο φτωχικά με αρμούς από λάσπη. Αυτό ε­ξηγεί και την ευκολία με την οποία, όταν τα πράγ­ματα δυσκόλεψαν, οι Μεσολογγίτες γκρέμιζαν ολόκληρα δωμάτια απ’ τα σπίτια τους και πήγαιναν τις πέτρες στα τείχη, να κλείσουν τις ρωγμές που ά­νοιγαν εκεί τα εχθρικά κανόνια. Οι πιο πολλοί ψα­ράδες, τέλος, έμεναν στις χαρακτηριστικές λιμναί­ες κατοικίες (πελάδες), δηλαδή σπιτάκια ξύλινα με στέγες από ψαθί και καλάμι, στηριγμένες πάνω σε πασσάλους, στην άκρη – ή και στη μέση – της θά­λασσας.

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Καίτοι ο πόλεμος – ή η αναταραχή της προετοι­μασίας του – κράτησε τέσσερα χρόνια, η πόλη δεν αποδιοργανώθηκε. Η Διοικούσα Επιτροπή φρόντιζε γι’ αυτό όσο μπορούσε, αλλά και ο πληθυσμός κρατούσε όσο ή­ταν δυνατόν το ρυθμό της ζωής του. Η περίφημη Παλαμαία Ακαδημία, που είχε ιδρύσει το 1760 ο Παναγιώτης Παλαμάς και που είχε μορφώσει πλήθος επιφανών Ελλήνων, ανέστειλε βέβαια τη λειτουργία της το 1821, υπήρχαν όμως στην πόλη ακόμη δύο Σχολές: μια Σχολή Αλληλοδιδασκαλίας (μέθοδος που ήταν της μόδας τότε στην Ευρώ­πη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου την είχαν σπου­δάσει Μεσολογγίτες δάσκαλοι) και μια «Γραμματι­κή» Σχολή, όπου διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά και τα ιταλικά. Στα σχολεία αυτά φοιτούσαν όχι μό­νο τα παιδιά και οι νέοι του Μεσολογγίου, αλλά δί­νονταν ξεχωριστά μαθήματα και στα παιδιά των προσφύγων, που δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο γνώσε­ων με τους μαθητές της πόλης γιατί δεν υπήρχαν σχολεία στα μέρη τους.

Απόδειξη του μορφωτικού επιπέδου του Μεσο­λογγίου είναι και το γεγονός πως στις 10 Αυγούστου του 1821 (2 μήνες δηλαδή από τότε που κηρύ­χτηκε στο Μεσολόγγι η Επανάσταση) κυκλοφόρη­σε εκεί – χειρόγραφη – εφημερίδα (με τον τίτλο «Αιτωλική») και στα 1823-24, με τυπογραφικά μηχανή­ματα που ήρθαν από τη Γαλλία και την Αγγλία, η τρίγλωσση εφημερίδα «Telegrapho Greco» και τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μάγερ, που κυκλοφόρη­σαν μέχρι λίγο πριν από το θάνατό του κατά την Έξοδο και με τα οποία συνεργαζόταν και μια γυναίκα, η ποιήτρια Αγγελική Πάλλη.

Άλλη λεπτομέρεια που δείχνει την ευνομία και την τάξη που επικρατούσαν στην πόλη – μέσα σε τόσο ταραγμένες μέρες – είναι και η λειτουργία σ’ αυτή δύο δικαστηρίων: του πρώτου Δικαστηρίου Αιτωλίας – με Μεσολογγίτες «κριτές» (δικαστές) – που ιδρύθηκε το 1823 και του Δικαστηρίου των Εκκλήτων (Εφετείο), που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1824. Παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός ντό­πιων αγωνιστών και πολιτών ίδρυσαν την Αδελ­φότητα των Φιλοδικαίων για να μεριμνά για τη δί­καιη διαχείριση των τροφίμων και των χρημάτων που στέλνονταν – τον πρώτο καιρό – ως βοήθεια.

Η καθημερινή ζωή και ο πόλεμος ήταν σφιχτά κι αξεδιάλυτα πλεγμένα μεταξύ τους. Και πώς μπορούσε να γί­νει διαφορετικά, αφού οι οικογενειάρχες που πολεμούσαν στα τείχη έπρεπε να τρέχουν, μόλις έβρισκαν μια α­νάπαυλα, μια ευκαιρία, να φροντίζουν για τα σπί­τια τους – ή και να κοιμηθούν στα κλεφτά -, οι γυ­ναίκες που μαγείρευαν – το λίγο στην αρχή και υ­ποτυπώδες στο τέλος – φαγητό τους να πηγαίνουν στα τείχη φυσέκια, που οι ίδιες τύλιγαν, επιδέ­σμους για τους τραυματίες, απ’ τα σεντόνια τους που έσκιζαν, πέτρες απ’ τα σπίτια τους που οι ίδιες γκρέμιζαν, για να επιδιορθωθούν τα τείχη, ξύλα για ν’ ανάβουν φωτιές να ζεσταίνονται οι πολεμι­στές, ή και να αλλάξουν καμιά φορά για λίγο βάρ­διες μ’ αυτούς. Οι πολίτες ήταν πολεμιστές και οι πολεμιστές πολίτες.

Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.

Όλοι κοιμούνταν στα σπίτια τους, δεν υπήρχαν στρατώνες και οι στρατηγοί είχαν διαλέξει για ντά­πια τους αυτή που ήταν πιο κοντά στα σπίτια τους. Και οι μη ντόπιοι πολεμιστές (όπως π.χ. οι Σου­λιώτες) στρατωνίζονταν κι αυτοί στα σπίτια της πό­λης. (Και είναι μια εξαίσια λεπτομέρεια από την περίφημη μάχη της Κλείσοβας, του θαλάσσιου ο­χυρού του Μεσολογγίου, πως ο νικητής Κίτσος Τζαβέλας, αφού κράτησε ώρες τους Τούρκους μα­κριά κι έβαψε γύρω κατακόκκινα τα νερά απ’ το αίμα τους, γύρισε μετά μες στην πόλη και κοιμήθηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης του).

Ο στίχος του Σολωμού «δεν τους βαραίνει ο πόλεμος αλλ’ έγινε πνοή τους» φαίνεται να συνοψίζει – με μοναδικό, βέβαια, ποιητικό τρόπο – την τό­τε πραγματικότητα. Γιατί ο πόλεμος κράτησε – με διακοπές – σχεδόν τέσσερα χρόνια, κι όλοι μες στην πόλη είχαν συνηθίσει πια την αντάρα του.

Γεννιούνταν, αγαπιούνταν ή πέθαιναν μέσα σ’ αυτή. Τόσο πολύ την είχαν συνηθίσει που, όπως α­ναφέρει ο Κασομούλης, όταν καμιά φορά, με την πολλή ζέστη τα μεσημέρια, σταματούσε για λίγο το «κανόνισμα», έπιανε τον κόσμο μια αθυμία, σαν κάτι να τους έλειπε.

Ο πόλεμος δεν τους ήταν «εμπόδισμα» σχε­δόν σε τίποτε. Πήγαιναν στις εκκλησίες, έκαναν τις γιορτές τους, έβαζαν οι κοπέ­λες το καλό τους φόρεμα, «τον σέρσηγκα», τις Κυριακές, οι νέοι παντρεύονταν. Στο γάμο του στρατηγού Δημητρίου Μακρή με την Ευπραξία Ραζη – Κότσικα, που έγινε στις 7 Ιανουα­ρίου, δηλαδή τρεις μήνες πριν από την Έξοδο, γλένταγαν ως το πρωί κι έριχναν μπαταρίες, τόσο, που οι Τούρκοι έξω απ’ τα τείχη ρώτησαν τι συμβαίνει. Κι όταν οι φρουροί απ’ τις ντάπιες τούς είπαν τι συ­νέβαινε, ευχήθηκαν κι εκείνοι: «Αντε, ωρέ, να ζήσουνε και καλή προκοπή», τους είπανε. Ανάμεσα στα παράξενα – και τα μαγικά – που συνέβαιναν μέσα στην πολιορκημένη πόλη, θα ‘πρεπε να σταθούμε ιδιαίτερα σε μερικά.

Το πρώτο ήταν ο ρόλος που κλήθηκαν – ή ανα­γκάστηκαν, ή θέλησαν – να παίξουν οι γυναίκες. Ρόλος πρωταγωνιστικός και που δεν τον έπαιξαν μόνο γυναίκες μεμονωμένες ή ξεχωριστές -όπως αλλού ας πούμε η Μαντώ Μαυρογένους ή η Μπουμπουλίνα αλλά όλες, ανεξαρτήτως κοινω­νικής, οικονομικής τάξης ή μόρφωσης.

Πρώτα πρώτα, πριν ακόμη κλείσει ο κλοιός από τη θάλασσα, πήγαν πολλές μαζί σαν «πρεσβευτές» της πόλης στα Επτάνησα να ζητήσουν απ’ τον κό­σμο εκεί «χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους», όπως λέει και η πολύτιμη μαρτυρία του Σολωμού – πρωτοβουλία παράτολμη, αν σκεφτεί κανείς τα τό­τε ήθη και τη θέση της γυναίκας.

Άλλος ρόλος – πρωτότυπος – που ανέλαβαν οι γυ­ναίκες ήταν να σχηματίζουν μια ζωντανή αλυσίδα από την πόλη ως τα τείχη της, όχι μόνο για να με­ταφέρουν εκεί από φαγητά μέχρι πέτρες, αλλά και για να παίρνουν από κει χώμα. Όταν δηλαδή οι πο­λιορκητές ύψωναν έξω απ’ τα τείχη μεγάλα προ­χώματα για να μπορούν να χτυπάνε μέσα στην πό­λη, αυτές όλη τη νύχτα, μέσα από λαγούμια που έσκαβαν, έπαιρναν και μετέφεραν, δίνοντας η μία στην άλλη, χέρι με χέρι, το χώμα μέσα, κι έτσι τα περίφημα «υψώματα» όλο και χαμήλωναν.

Κι όταν ο κλοιός έσφιξε πιο πολύ κι εξάντλησαν όλες τις αρμυρήθρες της θάλασσας, όλα τα σιχασμένα ζώα της γης για να θρέψουν τα παιδιά τους, κι αφού ακόμη κάποιες έψησαν (υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό) μέλη των νεκρών παιδιών για να θρέψουν τ’ άλλα, προχώρησαν, «σαν έτοιμες από καιρό», ως το φοβερό τέλος. Άλλες βγήκαν με τη φρουρά, ντυμένες σαν άντρες και με τα κοιμισμένα μ’ αφιόνι μωρά τους στην αγκαλιά, άλλες αυτοκτόνησαν πέφτοντας πάνω στα εχθρικά σπαθιά ή κό­βοντας με τα δόντια τη γλώσσα τους, άλλες σκότω­ναν τα παιδιά τους και μετά σκοτώνονταν κι άλλες τέλος ανατινάζονταν μαζί με τον Καψάλη ή τον ε­πίσκοπο Ιωσήφ στις πυριτιδαποθήκες. Δεκάδες ονόματα, που έμειναν όχι μόνο στα χαρ­τιά, αλλά και στη συλλογική μνήμη: Αλεφαντώ, Γυφτογιάνναινα, Πιτούλαινα, Σάνα, Διαμάνταινα, Τσιμπερλένιαινα, Αλτάνη Μάγερ, Ειρήνη Στασινόπουλου.

Οι ίδιες που λίγους μήνες πριν έκλεβαν τη νύ­χτα χώμα ή γέλαγαν με τα παθήματα των Τούρκων και των Ευρωπαίων εκπαιδευτών τους. Γιατί, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές – κι αυτό είναι το δεύτερο περίεργο -, το χιούμορ δεν έλειψε ποτέ απ’ το Μεσολόγγι. Όταν, στις εφόδους που έκαναν έξω απ’ τα τείχη, διέλυαν το τουρκικό στρατόπεδο και κυνηγούσαν α­πό πίσω τους Τούρκους, αυτοί φώναζαν «αμάν καπιτάν», ενώ οι Γάλλοι εκπαιδευτές τους (σαν τους ήρωες του Τσάρλι Τσάπλιν που τρώνε κλοτσιά στα οπίσθια) φώναζαν «παρντόν», «παρντόν»! Οι πο­λιορκημένοι, λοιπόν, όταν έπιαναν κανέναν απ’ τους εκπαιδευτές – που εύλογα αντιπαθούσαν – τον έσερναν κάτω και του έλεγαν γελώντας: «παρντόν, παρντόν». Κι όταν τους έβλεπαν έξω απ’ τα τείχη να κάνουν ασκήσεις στους Τούρκους σε παράταξη, μπροστά – πίσω – πράγματα που οι πολιορκημένοι δεν είχαν δει ποτέ- τους φώναζαν: «Πού πάτε ωρέ προς τα κει; Από δω είναι το Μεσολόγγι».

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Κάθε πρωί ανέβαινε στα τείχη ένας πυροβολη­τής ονόματι – ή μάλλον με το παρατσούκλι – Γουρνάρας και φώναζε: «Αλέστα! του Κιουταχή τα γέ­νια χέστα!». Αυτό σύγχυζε πολύ τον Κιουταχή. «Δεν βρίσκεται κανένας να τον κάνει να σωπάσει;» έλεγε. Ένας Μεσολογγίτης πάλι απ’ το σώμα του Μακρή έκανε μονομαχία με βρισιές μ’ έναν Τούρ­κο απέναντι, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και ήξερε καλά τα ελληνικά, και τον νίκησε, γιατί βρήκε πολύ περισσότερα σημεία «να επιτεθεί» (τους βεζίρηδες, τους μπιμπασιάδες τους, τους λουλέδες τους, τις καπνοσακούλες τους).

Μια Μεσολογγίτισσα, όταν ένα εχθρικό βόλι πα­ρά λίγο να τη σκοτώσει τρυπώντας τελικά μόνο τη βαρέλα με το νερό που κουβαλούσε, γύρισε ατάρα­χη προς αυτό και είπε: «Μπα κακό χρόνο να ‘χεις κι εσύ κι αυτός που σ’ έριξε· κιο δεν έχω άλλη βαρέλα»· ενώ ένας άντρας που έσκασε μια βόμβα έξω απ’ το σπίτι του όπου έ­φτιαχνε με το γουδί «αλιάδα» (σκορδαλιά), γύρισε κι αυτός – απαθής – και την έβρισε: «Πουτάνα!», της είπε και συνέχισε να κάνει τη δουλειά του. Μια μέρα που έπεσε μια βόμβα μες στην αγορά και δεν έσκασε με την πρώτη, ένας σκύλος που ή­ταν εκεί κοντά την πήρε για παιχνίδι κι άρχισε να την κυλάει. Όσοι ήταν λοιπόν γύρω στέκονταν και γελούσαν· προπαντός τα παιδιά.

Αυτή η σκηνή συνοψίζει, θα ‘λεγε κανείς, το τρίτο «περίεργο»: τη θέση των παιδιών στο Μεσολόγγι. Τα πιο μικρά, αφού είχαν γεννηθεί μες στον πόλεμο, τον είχαν πά­ρει για μέρος της καθημερινής ζωής, και δεν καταλάβαιναν το φόβο του, ενώ τα μεγαλύτερα είχαν εξοικειωθεί μ’ αυτόν. Τα πρώτα έπαιζαν τον πόλεμο, τα δεύτερα συμμετείχαν σ’ αυτόν.

Πρώτα πρώτα συμμετείχαν στον πετροπόλεμο που έκαναν συχνά οι αγωνιστές, για ν’ απομακρύνουν τους πολιορκητές απ’ τα περιχαρακώματα, και δεύτερον έπαιρναν πολλές φορές μέρος και σε μάχες κανονικές. Άλλο έπιανε τη θέση του πατέρα του, αν αυτός πληγωνόταν, άλλο ορμούσε χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Έχουμε πολλά ονόματα παιδιών, που σαν τον Γαβριά του Ουγκό γύριζαν απ’ τις μά­χες με λάφυρα (όπλα σκοτωμένων, ακόμη και… ά­λογα), ενώ ο δεκαεξάχρονος Νταής Βορίλας έσω­σε την Κλείσοβα, περνώντας μέσα από τον εχθρικό στόλο του Ιμπραήμ, για να ειδοποιήσει τον Κίτσο Τζαβέλα.

Όμως το «παιχνίδι» του πολέμου είχε και τη φοβερή όψη του. Ο δεκαπεντάχρονος Αντώνης Μπάκας, για παράδειγμα, ο οποίος στην πρώτη του εξόρμηση είχε φέρει πίσω τα τουφέκια δύο Χαλτούπηδων, στη δεύτερη πληγώθηκε και, λίγες μέ­ρες μετά, πέθανε. Κι αν το παιχνίδι του Αντώνη Μπάκα ήταν μοιραίο για κείνον, αυτό του μικρού Σπύρου Παπαλουκά απέβη δυστυχώς μοιραίο για το Μεσολόγγι. Στο Βασιλάδι δηλαδή, που ήταν το ισχυρότερο προπύργιο του Μεσολογγίου απ’ τη με­ριά της θάλασσας, ενώ η τελευταία μάχη έκλινε υ­πέρ των πολιορκημένων, ο δεκάχρονος γιος του στρατηγού Αναστασίου Παπαλουκά, μέσα στο ζή­λο του να βοηθήσει, έριξε κατά λάθος ένα κομμάτι αναμμένο δαδί στα βαρέλια με το μπαρούτι κι ανα­τινάχτηκε όλο το οχυρό, μαζί με τις τελευταίες ελπίδες της πόλης.

Έτσι, ακροβατώντας ανάμεσα στο παιχνίδι και στο θάνατο, έφυγαν τα παιδιά του Μεσολογγίου. Τα μεγαλύτερα. Τα πιο μικρά, αυτά δηλαδή που δεν είχαν γνω­ρίσει την ειρήνη, πρέπει να ‘φυγαν μισοδιασκεδάζοντας αλλά και μισοαπορώντας για το – ακατα­νόητο γι’ αυτά – παιχνίδι που παιζόταν γύρω τους, όπου οι μανάδες τους ξαφνικά μασκαρεύονταν με ρούχα αντρικά κι έκαιγαν τα κρεβάτια τους, όπου όλοι έσκυβαν και φιλούσαν τα κατώφλια απ’ τα σπίτια τους, όπου τους έδιναν κάτι να πιουν και ζα­λίζονταν και, «σαν σε όνειρο του ονείρου», θαμπόβλεπαν, άλλα έναν γέρο, άλλα έναν παπά να βάζει φωτιά σε κάτι βαρέλια και να τινάζονται όλοι μαζί στον αέρα.

 

Βιβλιογραφία


  1. Σπυρομήλιος, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  2. Αύγουστος Φαμπρ, «Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου» (μετάφραση απ’ τα γαλλικά Ακακίας Κορδόση – η πρώτη χωρίς λογοκρισία), εκδ. «Πολύπλευρο», Μεσολόγγι 1983.
  3. Νικόλαος Δ. Μακρής, «Ιστορία του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  4. Κ.Α. Στασινόπουλος, «Το Μεσολόγγι», τόμος Α, Αθήνα 1926.
  5. Στέφανος Τσίντζος, «Το Μεσολόγγι, κοιτίς της Ελευθερίας», Αθήνα 1936.
  6. Κ. Σ. Κώνστας, «Άπαντα», Α’ τόμος, Αθήνα 1991.
  7. Κωνσταντίνος Π. Πετρόπουλος: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου», Αθήνα 1971.
  8. Σπύρος Κανίνιας, «Η Δικαιοσύνη στο Μεσολόγγι 1821-1826», Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1985.
  9. Εκδόσεις Εθνικής Τράπεζας, «Μεσολόγγι», Αθήνα 1976.

Ακακία Κορδόση

Συγγραφέας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »