Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Προετοιμάζοντας την Επανάσταση: Η Προσέγγιση του Ι. Καποδίστρια και η Πρόσληψη αυτής από τον Ν. Σπηλιάδη, 1816-1820 – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η έρευνα της προ-επαναστατικής περιόδου 1815-1821 εξακολουθεί να διατυπώνει πλήθος ανοικτών ζητημάτων σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δημιουργούν μια ουσιώδη πρόκληση στο παραδοσιακό ιστορικό αφήγημα της προετοιμασίας και έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Σημαντικά εμπόδια στην προώθηση της έρευνας αποτέλεσαν η απουσία πρόσβασης σε βασικές πηγές, κυρίως σε αρχεία του εξωτερικού, αλλά παράλληλα και η ερμηνευτική περιχαράκωση σ’ ένα αναγωγικό πλαίσιο νεωτερικότητας και σε διαφόρων προελεύσεων ιδεολογήματα. Με την έμφαση στην τεκμηρίωση των συμβάντων, η κατάσταση αυτή τις τελευταίες δύο δεκαετίες διερεύνησης φαίνεται να μεταβάλλεται, όχι μόνο λόγω της πρόσβασης σε νέες πηγές και του επανελέγχου παλαιοτέρων πηγών, αλλά επίσης γιατί η ενίσχυση της διεπιστημονικής έρευνας αναδεικνύει νέα τεκμήρια και συσχετίσεις δεδομένων στην μελέτη της προ-επαναστατικής περιόδου, τόσο της διεθνούς όσο και εσωτερικής πτυχής του ελληνικού ζητήματος.[i]

Νικόλαος Σπηλιάδης

Η εξέταση της περιόδου 1815-1821 του ελληνικού ζητήματος, ακριβώς στην διεθνή και εσωτερική πτυχή, συνδέεται αναπόδραστα με τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα θεμελιώδη ερευνητικά αντικείμενα: τον Ιωάννη Καποδίστρια, την Εταιρεία των Φίλων και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η σημασία και των τριών αντικειμένων στις προ-επαναστατικές διεργασίες είναι πλήρως τεκμηριωμένη, άσχετα εάν έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ερμηνείες για την συμμετοχή τους στα ιστορικά συμβάντα της περιόδου. Η παρούσα δημοσίευση έχει αναφορά στην εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος εστιάζοντας σ’ ορισμένες διαστάσεις του πληροφοριακού περιβάλλοντος των προ-επαναστατικών ζυμώσεων και συγκεκριμένα πως αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μεταξύ δύο συνιστωσών, αφενός του Ι. Καποδίστρια και των απόψεων του και, αφετέρου, των προσλήψεων των καποδιστριακών απόψεων από τον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Η εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος χαρακτηρίζεται από μια περίοδο μετάβασης στις αντιλήψεις του επαναστατικού υποκειμένου, οι οποίες εκδηλώνονται παράλληλα, είτε στο πλαίσιο της υπερεθνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, είτε στο πλαίσιο της εθνικής χειραφέτησης των υπόδουλων λαών. Από ελληνική σκοπιά, η μετάβαση αυτή προσδιορίζεται με την μετακίνηση από την αντίληψη ότι το απελευθερωτικό κίνημα «εξαρτάται από την αντι-οθωμανική πρωτοβουλία μιας Μ. Δύναμης και μπορεί μόνο να στηριχθεί και αποτελέσει εξάρτημα ενός τέτοιου εγχειρήματος» στην αντίληψη ότι η ελληνική χειραφέτηση «θα προέλθει από την επαναστατική πρωτοβουλία των Ελλήνων, θα στηριχτεί στις “Δικές μας Δυνάμεις” και θα διεκδικήσει διεθνή αναγνώριση». Πρόκειται για μια μετάβαση που ξεκίνησε με τον Λάμπρο Κατσώνη και ολοκληρώθηκε με την επιτυχή δράση των Φιλικών που προκάλεσε την έναρξη της ελληνικής επανάστασης.[ii] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μια διερεύνηση της πολιτικής των Αλβανών κατά τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1825) – H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)


 

Εισαγωγή

 

Ένα θέμα που εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα στα έγγραφα του οθωμανικού κράτους κατά τη διάρκεια του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας είναι οι αποτυχημένες προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να κινητοποιήσει τους Αλβανούς πολέμαρχους/προύχοντες για να πολεμήσουν στις μάχες της ενάντια στους Έλληνες επαναστάτες.[1]

Η πληθώρα των εγγράφων οφείλεται στο γεγονός ότι το οθωμανικό κράτος δεν είχε στρατό στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να τον συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Θυμίζοντας έντονα τις συνθήκες που διέπουν τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην «αγορά βίας»,[2] της οποίας οι σημαντικότεροι προμηθευτές ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι. Μέχρι την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων το 1825, με την οποία συνδέεται το τελικό χρονολογικό όριο αυτής εδώ της μελέτης, το οθωμανικό κράτος βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεός τους προκειμένου να καταστείλει την ελληνική εξέγερση.

Οι περισσότεροι ερευνητές της περιόδου τείνουν να υποτιμούν τον ρόλο του αλβανικού στοιχείου και έτσι αποτελεί άγνωστη πτυχή στην ιστοριογραφία του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[3] Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί αντιμετωπίζονται ως Τούρκοι – ονομάζονται Τουρκαλβανοί ή παραβλέπεται εντελώς η αλβανική τους ταυτότητα – ενώ ταυτόχρονα οι χριστιανοί Αλβανοί χαρακτηρίζονται ως Έλληνες, με αποτέλεσμα τα γεγονότα να παρουσιάζονται απλουστευτικά, ως ανταγωνισμός που αφορά φαινομενικά μόνο δύο αντίπαλες πλευρές. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στο πεδίο της μάχης, ο πόλεμος για την ελληνική ανεξαρτησία ήταν ένας αγώνας εξουσίας ανάμεσα σε ένα πλήθος παικτών με αδιάκοπη αναδιάταξη των συμφερόντων και αναδιανομή της εξουσίας.

Οι αιτίες για τις οποίες οι οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετώπισαν τόσο αντίξοες συνθήκες και οι Αλβανοί έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία έχουν τις ρίζες τους στην προηγούμενη δεκαετία, η οποία αποτελεί μια από τις λιγότερο μελετημένες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας.

 

Η δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση: αποαγιανοποίηση

  

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812 και τα αναθεωρημένα, μη επιθετικά αυτοκρατορικά σχέδια της Ρωσίας για τη μεταναπολεόντεια παγκόσμια τάξη δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες που επέτρεψαν να εμφανιστεί στην Υψηλή Πύλη μια φατρία η οποία επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα και να εξουδετερώσει τους επαρχιακούς προύχοντες (αγιάνηδες). Χωρίς τη βοήθεια των αγιάνηδων η οθωμανική κεντρική διοίκηση δεν μπορούσε να συγκεντρώσει στρατό ή φόρους, κάτι που ξεκίνησε από την περίοδο του ρωσοοθωμανικού πολέμου του 1768-1774. Φαίνεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μετασχηματιστεί εκ των πραγμάτων σε μια συνομοσπονδία που αποτελούνταν από την οθωμανική κεντρική διοίκηση και από τους επαρχιακούς προύχοντες ήδη από το 1798, όταν η Υψηλή Πύλη απέτυχε να καταπνίξει την ανταρσία του Οσμάν Πασβάνογλου, του αγιάνη του Βιδινίου [πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη], παρά την οκτάμηνη πολιορκία και τον στρατό των ογδόντα χιλιάδων στρατιωτών που έστειλε εναντίον του, ενώ τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να του παραχωρήσει τον τίτλο του πασά.

 

Οσμάν Πασβάνογλου (Pazvantoğlu, Osman, 1758-1807). Τούρκος τοπάρχης του Βιδινίου της Βουλγαρίας, σημαντική προσωπικότητα στο χώρο των Βαλκανίων στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Καταγόταν από καθολική οικογένεια της Βοσνίας, η οποία όμως είχε προσχωρήσει στο μωαμεθανισμό. Απεικονίζεται πολυτελώς ενδεδυμένος και με εντυπωσιακό καλυμμα κεφαλής διακοσμημένο με φτερά.

 

Μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε ότι το Senedi İttifak του 1808 – η οθωμανική Magna Carta κατά τη γνώμη πολλών ιστορικών, που τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια ενός ακόμη πολέμου με τη Ρωσία (το διάστημα 1806-1812) – σχεδιάστηκε με σκοπό να δώσει νομικό υπόβαθρο σε αυτήν τη συνομοσπονδία, υποδεικνύοντας σε κάθε παράγοντα της οθωμανικής πολιτικής ποια θέση όφειλε να έχει.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας και «υπόθεση Γαλάτη»: Ένα Μη-Απρόοπτο Συμβάν[i] – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η «υπόθεση Γαλάτη» είναι ένα από τα πιο περίπλοκα ζητήματα της προεπαναστατικής προετοιμασίας, της Εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του Ιωάννη Καποδίστρια. Η αλληλουχία των γεγονότων τεκμηριώνει ότι η «υπόθεση Γαλάτη» συνιστά μια συγκεκαλυμένη επιχείρηση, την οποία de facto φέρει σε πέρας ο ίδιος ο Καποδίστριας. Ο Γαλάτης έρχεται στη Ρωσία με προορισμό τον Καποδίστρια, αλλά ο Σκουφάς τον καθοδηγεί να ζητήσει πρόσβαση κατευθείαν στην Αυτοκρατορική Αυλή. Η παρέμβαση Καποδίστρια και μόνο στον Αλέξανδρο Α’ δίνει υπόσταση στην υπόθεση να εξελιχθεί και φέρνει τον Γαλάτη στην Αγ. Πετρούπολη, αφού λάβει νέες οδηγίες από τους Εταιριστές της Μόσχας. Με την συνάντηση Καποδίστρια-Γαλάτη ολοκληρώνεται η αποστολή Γαλάτη, ωστόσο συγκεκριμένες επιπλοκές δημιουργούν μια ανεπιθύμητη κατάσταση πραγμάτων θέτοντας στον κίνδυνο διεθνούς διαρροής το εγχείρημα.

Η «υπόθεση Γαλάτη» ήταν εξαρχής ένα πολιτικό εγχείρημα με αντικειμενικό σκοπό να προκαλέσει την αναγνώριση και στήριξη του Αλέξανδρου Α’ μέσω του Καποδίστρια στην εταιρική δράση. Ο Αλέξανδρος διέκρινε ορισμένες δυνατότητες ενίσχυσης της ρωσικής επιρροής αλλά αποφάσισε αφενός να κρατήσει αποστάσεις από μια θεωρούμενη «ακίνδυνη» Εταιρία και αφετέρου αυτή να επιτηρείται διακριτικά, ώστε να μην δημιουργηθούν επιπλοκές λόγω υπέρβασης του πλαισίου της ρωσικής ανατολικής πολιτικής. Ο Γαλάτης απελαύνεται στο Βουκουρέστι και τίθεται υπό επιτήρηση του ρωσικού προξενείου μέχρι να βρεθεί τρόπος να επιστρέψει στην πατρίδα του. Θα έχει, ωστόσο, περιθωριακή συμμετοχή στην «Υπόθεση Καραγεώργη» που διεκπεραιώνει ανεπιτυχώς το ρωσικό προξενικό δίκτυο στις Ηγεμονίες υπό των Γεωργίου Λεβέντη και Γεωργάκη Ολύμπιο με προκάλυμμα την Εταιρεία. Επρόκειτο για μια χαρακτηριστική εναρμόνιση ρωσικών και εταιρικών επιδιώξεων καθώς και της δράσης του καποδιστριακού «μηχανισμού».

 

Η «Υπόθεση Γαλάτη» αποτελεί ένα από τα πλέον περίπλοκα ζητήματα της προ-επαναστατικής προετοιμασίας, της εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια. Το πέρασμα του Γαλάτη στην ιστορία είναι αιφνίδιο και επεισοδιακό. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα για την προηγούμενη δράση του[ii], ενώ για αυτήν καθαυτή την εμπλοκή του στα συμβάντα υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις.

Νικόλαος Σκουφάς

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Σπηλιάδη, στις αρχές του 1816, ο Νικόλαος Σκουφάς «κατέρχεται απόστολος» της Φιλικής Εταιρείας από την Μόσχα στην Οδησσό και μερικούς μήνες αργότερα εισέρχεται στην υγειονομική καραντίνα να συναντήσει τον Νικόλαο Γαλάτη,[iii] απόστολο – κατά δήλωση του ιδίου, μιας «άλλης» Εταιρείας[iv], ο οποίος έρχεται στην Ρωσία επιζητώντας συνάντηση με τον Καποδίστρια[v]. Πρόκειται, επομένως, για μια εξαιρετική περίσταση, με την οποία θα ακολουθήσει μια εξίσου εξαιρετική αλληλουχία γεγονότων.

Αυτή η ακολουθία γεγονότων υποδηλώνει προηγούμενες ενέργειες και εκφράζει συγκεκριμένες επιδιώξεις, που όλα μαζί συνθέτουν την αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη», την οποία διαχειρίζεται ο Ιωάννης Καποδίστριας, νέος υπουργός Εξωτερικών του Αλέξανδρου Α’.

Η ανακοίνωση αυτή θα εστιάσει στην παρακολούθηση ορισμένων μόνο διαστάσεων της ακολουθίας γεγονότων, αναδεικνύοντας παραλειπόμενες από την έρευνα διαστάσεις και συσχετίσεις, που ρίχνουν περισσότερο φως στην αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές και κειμενικές απεικονίσεις στα απομνημονεύματα του Εμμανουήλ Ξάνθου – Παναγιώτης Ν. Ξηντάρας


 

Πρόλογος (με τη σύγκριση των δύο νησιών)

 

Εμμανουήλ Ξάνθος – Μετάλλιο. Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

1772 μ.Χ., Ψαρά και Πάτμος, δύο μικρονήσια στον ίδιο περίπου μεσημβρινό. Με τα κοινά γνωρίσματά τους και με τις διαφορές τους. Το πρώτο έγινε ονομαστό το 1824, εξαιτίας της καταστροφής του από τους Τούρκους και, ακολούθως, από το επίγραμμα του Σολωμού. Το δεύτερο μνημειώθηκε, ως ιερό νησί, με τη συγγραφή της Αποκάλυψης από τον ευαγγελιστή Ιωάννη.

Στα Ψαρά γεννήθηκε και μεγάλωσε ο θαλασσομάχος και μπουρλοτιέρης με τα βαρβακίσια, τα βλοσυρά δηλαδή μάτια, ο Ιωάννης Βαρβάκης (1745/1750–1825), που οι Τούρκοι έτρεμαν ακούγοντας το όνομά του. Φτωχόπαιδο ναυτόπουλο, που εξελίχθηκε σε ατρόμητο θεριό της θάλασσας· κι αργότερα, σε μέγιστο επιχειρηματία της Ρωσίας, που δόξασε και τίμησε και τις δυο του πατρίδες, ως εθνικός ευεργέτης[1].

Στα 1772–27χρονος ο Ιωάννης, καθώς όργωνε την αιγαιοπελαγίσια θάλασσα, με το τρίτο καράβι του, το «βρίκιον»[2] – γεννιόταν στην Πάτμο ένα άλλο παιδόπουλο, ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1851)· που, στα είκοσί του, πήρε των ομματιών του να ξενιτευτεί, για να ζήσει καλύτερα. Σμύρνη, Τεργέστη αρχικά, στην Οδησσό αργότερα (1810)[3] και σε πολλές πολλές άλλες πόλεις στη συνέχεια. Πρωταγωνίστησε στη Φιλική Εταιρία, αλλά έμεινε ξεθωριασμένη η δράση του, στο περιθώριο θα ’λεγα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βίκτωρ Ουγκώ, ο φιλέλλην ποιητής – Αναστάσιος Αγγ. Στέφος


 

Βίκτωρ Ουγκώ, δημοσιεύεται στο αγγλικό περιοδικό «The Graphic», 13 Οκτωβρίου 1877.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo, 1802-1885), επιφανής Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, ζωγράφος, εκδότης και πολιτικός, μια χαρισματική και πολυσχιδής προσωπικότητα, από τις φωτεινότερες μορφές του γαλλικού λογοτεχνικού πανθέου του 19ου  αιώνα, γεννήθηκε στην πόλη Besançon [Μπεζανσόν της ανατολικής Γαλλίας] και ήταν γιος ανώτερου αξιωματικού του γαλλικού στρατού. Σε ηλικία 15 ετών δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του, Cahiers de vers français, εκδηλώνοντας την ποιητική του κλίση, και, μετά από δύο έτη, θα εκδώσει με τον αδελφό του Abel, το περιοδικό Conservateur littéraire, δημοσιεύοντας άρθρα που προδίκαζαν τη λαμπρή του σταδιοδρομία και τη βράβευσή του στον ποιητικό διαγωνισμό της Ακαδημίας της Τουλούζης (1819). Από το 1823 εκδίδει με άλλους νέους το περιοδικό Γαλλική Μούσα (Muse française).

Αντίθετος με το ρεύμα του κλασικισμού, εξελιχθείς σε πρωτεργάτη της ρομαντικής κίνησης, υπεραμύνεται των ιδεών για κοινωνική ισότητα και καταδίκη της αδικίας, υπέρμαχος της δημοκρατίας και με παιδεία με βαθιές ρίζες στη Γαλλική Επανάσταση.

Γνήσιο τέκνο του Γαλλικού Διαφωτισμού, εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (1841), μέλος στη Βουλή των Ομοτίμων (1845), Βουλευτής Παρισίων (1871) και γερουσιαστής του νομού Σηκουάνα (1876).

Η επανάσταση του 1848, τον έριξε στη δίνη της πολιτικής. Συντηρητικός στην αρχή και βασιλόφρων, μεταστρέφεται σε φανατικό και ακραιφνή δημοκράτη, εναντίον του Ναπολέοντος Γ’ και μετά το πραξικόπημα του 1851 εξορίσθηκε στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο, για 18 χρόνια. Επέστρεψε στο Παρίσι, μετά την πτώση της αυτοκρατορίας (1870), και αναμείχθηκε πάλι με την πολιτική.

Πολυγραφότατος συγγραφέας[1] ο Ουγκώ έγινε πασίγνωστος με τα περίφημα κοινωνικά του μυθιστορήματα, με κορυφαίο έργο τους Αθλίους[2] (Les Misérables, 1862, μτφρ. Ιωάννης Σκυλίτσης – Ισιδωρίδης), το κοινωνικό ευαγγέλιο, όπως χαρακτηρίστηκε, αριστούργημα της γαλλικής λογοτεχνίας, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά με τη γαλλική έκδοση στο Παρίσι, ασκώντας, έτσι, ευεργετική επίδραση στους θεράποντες των Μουσών και στους ανθρώπους της διανόησης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης – Αναζητώντας τα ίχνη του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου. Παρουσίαση, κριτική μελέτη και συμπληρωματική έρευνα σε άγνωστο χειρόγραφο του Αργείου ιστορικού». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.


 

Ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο προστίθεται στη βιβλιοθήκη της τοπικής μας ιστορίας. Πρόκειται για το βιβλίο, των Γεωργίου  Η. Κόνδη και Γεωργίου Α. Γιαννούση, που φέρει τον τίτλο «Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης – Αναζητώντας τα ίχνη του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου. Παρουσίαση, κριτική μελέτη και συμπληρωματική έρευνα σε άγνωστο χειρόγραφο του Αργείου ιστορικού». Μια ακόμη έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Διακόσιες και πλέον χειρόγραφες σημειώσεις από τις οποίες ένα καθαρογραμμένο δεκαπεντασέλιδο κείμενο που αποτελούσε την πρώτη προσπάθεια του Αργείου ιστορικού Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη να ερευνήσει τη ζωή του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου, αποτελούν το υλικό της έρευνας από το οποίο προέκυψε η παρούσα έκδοση…

 

Η μελέτη ενός χειρογράφου και των συνοδευτικών πρόχειρων χειρόγραφων σημειώσεών του, αποτελεί μια πραγματική πρόκληση για κάθε ερευνητή. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια στιγμή κατά την οποία η τύχη του χαμογελάει, φανερώνοντάς του μια εμβρυακή αδημοσίευτη έρευνα ενός σημαντικού για τις αρχές του 19ου αιώνα νομικού και ιστορικού όπως ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης. Το ερώτημα που τίθεται τότε στον ερευνητή είναι αν έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την χειρόγραφη εμβρυακή έρευνα και να παραδώσει στο αναγνωστικό κοινό μια νέα, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένη έρευνα σεβόμενος την αρχική θεματολογία.

 

Αναζητώντας τα ίχνη του Κιαμήλ-μπέη…

 

Το ερώτημα αυτό τέθηκε και με την ευκαιρία της διάσωσης του συγκεκριμένου φακέλου καθώς θα έπρεπε να γίνει μια μεθοδική καταγραφή και θεματική αρχειοθέτηση των χειρογράφων της αρχικής έρευνας. Διακόσιες (200) και πλέον χειρόγραφες σημειώσεις από τις οποίες ένα καθαρογραμμένο δεκαπεντασέλιδο κείμενο που αποτελούσε την πρώτη προσπάθεια του Αργείου ιστορικού Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη να ερευνήσει τη ζωή του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου, αποτελούν το υλικό της έρευνας που μας δόθηκε η ευκαιρία να συνεχίσουμε και να ολοκληρώσουμε. Ο Αργείος ιστορικός είχε ήδη ασχοληθεί με την ιστορία της Κορίνθου εμπλουτίζοντας την ελληνική ιστοριογραφία της εποχής του με το κείμενο «Αφνειός Κόρινθος» (1896, Βιβλιοθήκη του «Ερμού»-Μ. Σαλίβερος). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικογένεια Περούκα


 

Ο καζάς του Άργους

 

Η Πελοπόννησος, μετά την ανακατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1715, αποτέλεσε ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια, επαρχία ανωτάτου βαθμού: σαν­τζάκι ή πασαλίκι.[1] Τα σαντζάκια υποδιαιρούνταν σε βιλαέτια ή καζάδες, ονο­μασίες που αναλογούσαν σε διοικητική και δικαστική αντίστοιχα διάκριση.[2]

Η διαίρεση της Πελοποννήσου σε καζάδες είχε γίνει κατά την πρώτη Τουρκο­κρατία και η Βενετική διοίκηση[3], που τη διαδέχθηκε το 1685, τους διατήρησε με πολύ μικρές αλλαγές μετονομάζοντας τους σε territori. Όταν επανέκτησαν οι Οθωμανοί την περιοχή, επανέφεραν τις δικές τους ονομασίες αλλά υιοθέ­τησαν και αλλαγές, που εν τω μεταξύ είχαν συντελεσθεί.

Από τους καζάδες της Β. Α. Πελοποννήσου[4] κυρίως θα μας απασχολήσει αυτός του Άργους, έδρα της ισχυρής προυχοντικής οικογένειας Περούκα, το αρχείο της οποίας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της περιοχής.[5] Η έρευνά μας θα επεκταθεί και στους κα­ζάδες Ναυπλίου,[6] Κορίνθου, Καλαβρύτων, Βοστίτσας, Τριπολιτσάς και Πά­τρας, στο βαθμό που συνδέονταν με τις δραστηριότητες της οικογένειας.

Ο καζάς Άργους οριζόταν στα ανατολικά από τον καζά Ναυπλίου,[7] στα δυτικά από τον καζά της Τριπολιτσάς, προς το βορρά από τον καζά της Κο­ρίνθου και στο νότο από τον καζά του Αγίου Πέτρου.[8]

Το Άργος, έδρα προεστών, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του ομώνυμου βι­λαετιού, περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα έγγραφα του Αρχείου, που μελετήθη­καν, τα χωριά[9]: Κουτσοπόδι, Καπαρέλι (και Περέλι), Μπουγιάτι, Τάτζι, Νιοχώρι, Πάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Καργιά, Κουρτάκι, Βρούστι, Κουρ­τέτζι, Σχινοχώρι, Σκαφιδάκι, Μπουγιές, Μέρμπακα.[10]

 

Καζάς Άργους (με βάση τα έγγραφά μας)

 

Κάτω χωριά – Πέντε χωριά

 

Στον καζά Άργους επίσης – όπως προκύπτει από έγγραφο[11] σχετικό με φορο­λογικές υποχρεώσεις (κρασιάτικα) – ανήκει μια ομάδα χωριών, που αναφέρον­ται με την επωνυμία «Κάτω Χωριά» και είναι τα ακόλουθα: Γεράκι,[12] Κοσμάς, Παλαιοχώρι, Άγιος Βασίλης, Πλατανάκι, Άλβαινα, Ντουμενά [Δουμενά], Χαλ­κιάνικα. Από αυτά διαχωρίζονται τα: Γεράκι, Κοσμάς, Παλαιοχώρι, Άγιος Βασί­λης, Πλατανάκι και παίρνουν την ονομασία «Πέντε Χωριά» και μ’ αυτή τη μορφή τούς καταμερίζουν τις υποχρεώσεις τους για το «δόσιμο» σιταριού.[13] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Προτομή Δημητρίου Πλαπούτα


 

Η ορειχάλκινη ολόγλυφη προτομή του Δημητρίου Πλαπούτα στο Ναύπλιο φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Ηλία Καντζιλιέρη το 1981, με πρωτοβουλία και δαπάνες της Μίνας Πλαπούτα-Παπαχρίστου, εγγονής του τιμώμενου. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου τελέστηκαν στις 29 Νοεμβρίου 1981, στο πλαίσιο των εορτασμών της 159ης επετείου από την άλωση του Παλαμηδίου.

 

Προτομή Δημητρίου Πλαπούτα. Λήψη φωτογραφίας: 17-3-2024.

Ο Δημήτριος Πλαπούτας αποδίδεται μετωπικά, με τον κορμό περιορισμένο στο μπούστο. Η μορφή απεικονίζεται σε ώριμη ηλικία, με το χαρακτηριστικό δασύτριχο μουστάκι και το βλέμμα να στρέφεται δεξιά. Ενδυματολογικά, η στολή με τον έντονο διάκοσμο, μπροστά και στην πλάτη, παραπέμπει στις διακρίσεις στο πεδίο των μαχών κατά την επαναστατική περίοδο αλλά και στα αξιώματα του μετέπειτα βίου του τιμώμενου. Το κεφάλι είναι καλυμμένο με φέσι, που καταλήγει σε μακριά πλούσια φούντα στο μέσον της πλάτης, ενώ μέρος του ακουμπά στον δεξιό ώμο.

Η μεταλλική προτομή φέρει την υπογραφή του δημιουργού του, Ηλία Καντζιλιέρη,[1] και το έτος φιλοτέχνησης. Εδράζεται σε υψηλό μαρμάρινο βάθρο, όπου είναι χαραγμένο το όνομα της δωρήτριας, καθώς και το έτος δωρεάς και τοποθέτησης. Η σημερινή εικόνα του μνημείου – στην πλατεία Εθνοσυνέλευσης, Πρόνοια Ναυπλίου – παρουσιάζει φθορές από το πέρασμα του χρόνου και το βάθρο εμφανίζεται με γκράφιτι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας: Πτυχές της επανάστασης του 1821 στο θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη – Θωμάς Καραγκιοζόπουλος


 

Στην ποιητική έμμετρη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη Καποδίστριας, η οποία γράφεται το διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1944, ο ιστορικός χρόνος τοποθετείται στην Ελλάδα της μετεπαναστατικής περιόδου 1828-1831. Το θεατρικό είναι γραμμένο κατά βάση σε ιαμβικό δεκατρισύλ­λαβο στίχο, ενώ στα χορικά, ο λόγος του Χορού των Γυναικών έχει συντεθεί σε αναπαιστικούς στίχους δέκα συλλαβών. Ο Καζαντζάκης αξιοποίησε ένα παλαιότερο ποίημά του με τίτλο «Σουλιώτισσα» (1906), ενώ προχώρησε και σε μια γόνιμη συνομιλία με το δημοτικό τραγούδι.[1] Είναι γεγονός πως η στι­χουργημένη μορφή του κειμένου αποτελεί μία πρόσθετη δυσκολία στην πρό­σληψη των νοημάτων του έργου, ιδίως όταν αυτό επιλέγεται για να «ανέβη» στο θέατρο.

«Ο Καποδίστριας» – Τραγωδία. Έτος έκδοσης, 1946.

Στην αρχή, θα ήταν χρήσιμη μια περίληψη του θεατρικού: Γνωρίζοντας ότι πρόκειται να δολοφονηθεί, ο Καποδίστριας πληροφορείται ότι οι Μανιάτες έχουν εξεγερθεί εναντίον του και ζητούν την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Λίγο αργότερα, τον επισκέπτεται ο Μακρυγιάννης που είχε λάβει μια περίεργη προειδοποίηση ότι ο κυβερνήτης θα κινδυνεύσει και σπεύδει να τον προστατεύσει. Τον συμβουλεύει να ελευθερώσει τον Πετρό­μπεη, να συγχωρέσει την εξέγερση της Ύδρας και να προχωρήσει σε ανα­δασμό της γης.

Ο Καποδίστριας είναι ανένδοτος στο θέμα της Ύδρας, αλλά φαίνεται να σκέφτεται τις άλλες δύο προτάσεις του Μακρυγιάννη. Μετά την αναχώρηση του τελευταίου, ο κυβερνήτης εξομολογείται στον Παπαγιώργη, έναν Μανιάτη ιερέα που τον αντιμετωπίζει εχθρικά και αρνείται να τον με­ταλάβει, αν δεν ελευθερωθεί ο Πετρόμπεης. Προς το τέλος της συνάντησης, έρχεται ο Κολοκοτρώνης και ειδοποιεί για τη συνωμοσία και την ανάμειξη του Παπαγιώργη. Παρακινεί τον Καποδίστρια να συλλάβει τους Μαυρομι­χάληδες που έχουν ορκιστεί να τον σκοτώσουν, όμως ο κυβερνήτης διαφωνεί και ανακοινώνει ότι θα στείλει ρωσικά πλοία για να υποτάξει την Ύδρα.

Ο επόμενος επισκέπτης είναι ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, ένας από τους επί­δοξους δολοφόνους του Καποδίστρια. Παραπονιέται ότι ο κυβερνήτης έχει εγκαταλείψει το μεγάλο όραμα για την απελευθέρωση της Πόλης. Εκείνος του εξηγεί ότι προέχει η επίλυση των πρακτικών προβλημάτων, χωρίς όμως να τον πείθει. Λίγο αργότερα, το πλήθος συγκεντρώνεται στην αυλή του Κυβερνείου, διαδηλώνει εναντίον του Καποδίστρια και ζητάει Σύνταγμα. Ο Γκίκας διαφωνεί έντονα με τον Μακρυγιάννη και τον τραυματίζει. Εμφανί­ζεται ο κυβερνήτης. Βλέποντας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη του λέει ότι θα ελευθερώσει τον Πετρόμπεη, αρκεί να το ζητήσει, εκείνος όμως αδιαφορεί.

Οι λεκτικές συγκρούσεις συνεχίζονται, ενώ ο Μακρυγιάννης προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ο Καποδίστριας αναγγέλλει τον αναδασμό της γης, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Κολοκοτρώνη που τον εγκαταλείπει. Τη στιγμή εκείνη φτάνουν τα νέα για την άφιξη των ρωσικών πλοίων στην Ύδρα. Το πλήθος ταράζεται ξανά και ο Παπαγιώργης παρακινεί τους Μαυρομιχά­ληδες να σκοτώσουν τον κυβερνήτη, ο οποίος έχει ήδη διατάξει την αποφυλά­κιση του Πετρόμπεη, θέλοντας έτσι να κάνει προσπάθεια για εθνική συμφι­λίωση. Παρ’ όλα αυτά τον τραυματίζουν θανάσιμα και το έργο κλείνει με τη δολοφονία του Καποδίστρια. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »