Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Υγεία’ Category

Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)


 

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.

 

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

 

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

 

Νοσηλευτικά ιδρύματα


 

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

 

Πολιτικά νοσοκομεία


 

Τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου παρατηρείται η ύπαρξη στην πόλη πολιτικού νοσοκομείου. Εξαιτίας όμως των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν η οργάνωσή του υπήρξε υποτυπώδης με αποτέλεσμα να απέχει πολύ από τη λειτουργία ενός νοσηλευτικού ιδρύματος  όπως  την  αντιλαμβανόμαστε  σήμερα. Έως το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου (1823) – οπότε και διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του- το νοσοκομείο προσέφερε τις υπηρεσίες του στον άμαχο πληθυσμό, σε πολυάριθμους από τύφο ασθενείς και σε στρατιωτικούς. Πρώτος γιατρός του ιδρύματος ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Η αναστολή της λειτουργίας του νοσοκομείου άφησε δυσαναπλήρωτο κενό στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από τα τέλη του 1823. Αυτό προκύπτει άλλωστε από έγγραφο που απέστειλε ο φρούραρχος του Ναυπλίου, Νικηταράς, προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με το οποίο ζητούσε να λειτουργήσει ξανά το νοσοκομείο. Χωρίς τελικά να εισακουστεί το αίτημά του.

Λίγους μήνες αργότερα την πρόταση – που αυτή τη φορά είχε θετική ανταπόκριση- επανέλαβαν στους ιθύνοντες οι Φρ. Βολόης και Νικόλαος Γερακάρης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1824 η κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη ικανοποιώντας και την απαίτηση των πολιτών παραχώρησε « εθνικήν τινά οικίαν εις την κοινότητα του Ναυπλίου, όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον προς περίθαλψιν των ενδεών εκείνων, οίτινες από τας κακοπαθείας του πολέμου υποπίπτοντες εις νόσον απέθνησκον οτέ  μεν, εν ταις οδοίς οτέ δε εν κατωγείοις». Την διεύθυνση του ανασυσταθέντος νοσοκομείου ανέλαβε διορισμένη επιτροπή αποτελούμενη από τους Νικόλαο Γερακάρη, γιατρό από την Κεφαλονιά, Νικόλαο Καλλέργη και Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσελήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Τα σπουδαιότερα έσοδα του νοσοκομείου προέρχονταν από το Δικαστήριο των Λειών (1%) και από το ειδικό τέλος 1/4 του γροσίου (10 παράδες) επί τοις εκατό στα εισαγόμενα και εξαγόμενα από το τελωνείο του Ναυπλίου εμπορεύματα.

Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Η Πύλη του Πολιτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών.

Ως οικοδομική βάση, από τον Μ. Γ. Λαμπρυνίδη, θεωρούνται τα ερείπια του ιδρυθέντος στο Ναύπλιο κατά το τέλος του 14ου αιώνα – με έξοδα του Δούκα των Αθηνών και αυθέντη της Κορίνθου Ατζαγιόλι- Α’ Νοσοκομείου των Πτωχών, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Καποδίστρια. Ο Γ. Δημακόπουλος αναφέρει ως περισσότερη πιθανή την εκδοχή να χρησιμοποιήθηκε σαν οικοδομική βάση το ερείπιο  παλιάς  οικίας,  που  ίσως να πρόκειται για εκείνη την οποία ζητούσε ο Νικηταράς το 1823.

Σε έγγραφό του 1853 «περί παραχωρήσεως της εντός του περιβόλου του Δημοτικού Νοσοκομείου αποθήκης» του Δημάρχου Ν. Μαράτου προς το Νομάρχη Αργολίδας δίνεται μια συνοπτική εικόνα για την ιστορία του νοσοκομείου από την ίδρυσή του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ζητήθηκε το 1825 από την Κυβέρνηση και παραχωρήθηκε στο Δήμο Ναυπλίας «οικία ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγεινοτέραν… εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείο», στοιχείο δηλαδή που πιστοποιεί ότι ήδη το 1825 το νοσοκομείο λειτουργούσε στην ίδια θέση που λειτούργησε αργότερα το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον.

Σε άλλο έγγραφο με το οποίο οι στρατιωτικές αρχές της πόλης παρέδωσαν το κτίριο του νοσοκομείου στην Βασ. Επαρχία Ναυπλίας (10.7.1836) αντλούσε στοιχεία για τη διαρρύθμιση του χώρου, σύμφωνα με τα οποία το οίκημα ήταν μεν τριώροφο, αλλά πολύ μικρό για να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των κατοίκων του Ναυπλίου.

 

Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον


 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ανέθεσε στο Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck να ιδρύσει στην πόλη νοσοκομείο για τους στρατιωτικούς, το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας (Αύγουστος 1828). Οι λόγοι που επέβαλλαν την ύπαρξη ενός τέτοιου ιδρύματος δεν ήταν μόνο συναισθηματικοί, αφού ο Heideck όντας ο ίδιος στρατιωτικός γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε στον τομέα της υγειονομικής φροντίδας των αγωνιστών, αλλά και πρακτικοί, αφού η περίθαλψη και η ίαση των ασθενών τόνωνε το ηθικό του στρατού, βελτίωνε τις συνθήκες διαβίωσής του και συνέβαλλε στη διατήρηση υγιών, εύρωστων και αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων.

Το ίδρυμα ξεκίνησε τη δράση του τον Αύγουστο του 1828 και ως αμιγώς στρατιωτικό προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τον Ιούνιο του 1832. Η έρευνα για το εν λόγω νοσοκομείο σταματά τον Ιούνιο του 1832, αφού έκτοτε δέχεται εκτός από στρατιώτες και πολίτες ασθενείς. Στη μετατροπή του ιδρύματος σε «κοινό» καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι από το Μάιο του 1832 το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας επιτάχθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τους.

Αναφορά για το συγκεκριμένο νοσοκομείο κάνει ο Heideck στα απομνημονεύματά του: «…Ίδρυσα και έκτισα δύο νοσοκομεία εν Ναυπλίω, ων το μεν εχρησίμευσεν ως πολιτικόν κατά διαταγήν του ΚυΒερνήτου, έτερον δε ως στρατιωτικόν εν Ίτς-Καλέ, όπου ιδρύθη και το Κεντρικόν Φαρμακείον…». Πρόσθετα στοιχεία για την επιλογή του χώρου, τη δυναμικότητα του, το προσωπικό του, τους πόρους λειτουργίας του, μας παρέχει και πάλι ο Heideck μέσω της παραίτησης που υπέβαλλε από την αρχηγία του Τακτικού Σώματος (3.7.1829) για λόγους υγείας.

Για τη θέση του ιδρύματος επιλέχτηκε χώρος μέσα στο κάστρο της Ακροναυπλίας (Ίτς-Καλέ) στα ανατολικά του Ωρολογίου, λόγω του ευκραούς του αέρος και της καλής του θέσεως. Στην ίδια περιοχή είχε την έδρα του και το Κεντρικόν Φαρμακείου.

Οι κτιριολογικές ανάγκες του νοσοκομείου καλύφθηκαν από την επισκευή παλαιότερου ερειπωμένου κτιρίου. Πρόκειται μάλλον για κτίριο ενετικής κατασκευής, όπως σημειώνει ο Δημακόπουλος ο οποίος εξέτασε τμήμα του ημιυπογείου του. Σε φωτογραφία της Ακροναυπλίας των αρχών του 20ου αιώνα εικονίζεται διώροφο κτίσμα λίθινης κατασκευής με τμήμα ημιυπόγειου, συνολικής έκτασης περίπου 500 τ.μ.

Η ύπαρξη και μόνο μιας οικοδομής δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Για το σκοπό αυτό οι ιθύνοντες φρόντισαν από την αρχή να το στελεχώσουν κατάλληλα τόσο σε ιατρικό όσο και βοηθητικό προσωπικό. Τους πέντε πρώτους μήνες (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1828) το νοσοκομείο διέθετε πενταμελές προσωπικό: …αρχίατρον, φαρμακοποιόν, επιστάτην, γραίας τινάς (2) διά το μαγειρίον και το πλύσιμον… Σύντομα όμως (Δεκέμβριος 1828) λόγω του πλήθους των ασθενών – νοσηλεύονταν περισσότερα από 100 άτομα ανά μήνα – προσελήφθηκε και πρόσθετο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις αρχειακές πηγές προκύπτει επίσης πως στο νοσοκομείο αυξήθηκε και το ιατρικό προσωπικό, αφού από το Μάιο του 1830 το ίδρυμα διέθετε εκτός από αρχίατρο και δύο γιατρούς, τους Νικόλαο Χορτάκη και Ιωάννη Ολύμπιο.

Διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του ανέλαβε ο Treiber. Ο τελευταίος διορίσθηκε αρχίατρος του στρατού και διευθυντής του εν λόγω ιδρύματος αμέσως μόλις ο Heideck ανέλαβε τη διεύθυνση του Τακτικού Στρατού. Ο Treiber κατείχε τη συγκεκριμένη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε (1828-1832), όπως τουλάχιστον προκύπτει από αναφορές στο πρόσωπό του και τις υπογραφές του σε έγγραφα του νοσοκομείου.

Στο προσωπικό του νοσηλευτικού ιδρύματος υπήρχε και θέση επιστάτη, οι αρμοδιότητες του οποίου σχετίζονταν με τη σωστή λειτουργία, την ευταξία, την οικονομική διαχείριση και τη διακίνηση των ασθενών του νοσοκομείου. Το Μάρτιο του 1831 η νοσηλευτική υπηρεσία (νοσηλευτές και βοηθητικοί) του ιδρύματος διέθετε πια 9 άτομα. Πρόκειται για τους Νικόλαο Αδάμ (επινοσοκόμος), Ιωάννη Τσάκωνα, Γεώργιο, Νικόλαο (νοσοκόμοι), Σπύραινα, Γεώργαινα (μαγείρισσες), Βιολέτα (πλύστρα), Δημήτριο (μουλαράς).

Επειδή ο Heideck γνώριζε πως για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα ενός νοσηλευτικού ιδρύματος χρειάζονταν οι αναγκαίοι πόροι, φρόντισε να εφαρμόσει άλλα μέσα χρηματοδότησης εκτός από τις κρατικές επιχορηγήσεις, τα οποία δε θα επιβάρυναν το Εθνικόν  Ταμείον. Σύμφωνα με τα  μέτρα  αυτά  τα  έξοδα  του  νοσοκομείου  θα καλύπτονταν αφενός από την πώληση των μερίδων ψωμιού που αναλογούσαν στους νοσηλευόμενους στρατιώτες και αφετέρου με την παρακράτηση 10 παράδων από τους μισθούς των ασθενών και τραυματιών για κάθε μέρα νοσηλείας τους.

Αρχικά λοιπόν στο μεγαλύτερο μέρος τους οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονταν από τα νοσήλια των ίδιων των στρατιωτών και δευτερευόντως από το πλεόνασμα του προηγούμενου μήνα. Μετά την παραίτηση του Heideck παρουσιάστηκαν οικονομικά προβλήματα στο νοσοκομείο. Για να ισοσκελιστούν τα έσοδα και τα έξοδα αυξήθηκε η παρακράτηση στο μισθό των νοσηλευόμενων στρατιωτών από 10 παράδες σε 15 λεπτά, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ως πρόσθετο μέτρο η παρακράτηση μέρους από το μισθό των αξιωματικών. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει η αναφορά του Gerard ότι: Η ανάθεσις αύτη, διά την ευταξίαν της λογιστικότητος, είναι ανάγκη να ενεργηθή εις τον μισθό των αξιωματικών διά τον μήνα Δεκέμβριον. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιστολή που αποστέλλουν οι γιατροί του στρατιωτικού νοσοκομείου προς τον Κυβερνήτη με την οποία παραπονιούνται για τη μείωση του μισθού τους.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο προκύπτουν και από την αλληλογραφία του στρατιωτικού διοικητή Gerard με το Γραφείον του Μισθού και των Αναθεωρήσεων της Στρατιωτικής Οικονομίας (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1830) και του Τυπικού Τάγματος. Στις επιστολές διαφαίνεται πως τα στρατιωτικά σώματα δεν κατέβαλλαν τακτικά τα έξοδα νοσηλείας των στρατιωτών τους με αποτέλεσμα το ίδρυμα να μην μπορεί να εκπληρώσει σωστά το έργο του. Το ενδιαφέρον της ανωτέρω επιστολής έγκειται στο ποσό που αναλογούσε για κάθε μέρα νοσηλείας ενός στρατιώτη στο νοσοκομείο, το οποίο ανερχόταν σε 15 λεπτά.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτουμε από τον Heideck το στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ξεκίνησε το έργο του έχοντας την δυνατότητα να παρέχει ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε 42 ασθενείς. Πριν ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (Ιούλιος 1829) προστέθηκαν στο νοσοκομείο και νέες κλίνες (16), ανεβάζοντας έτσι τη δυναμικότητά του στους 58 ασθενείς. Ένα χρόνο αργότερα λόγω της πληθώρας των ασθενών που το νοσοκομείο είχε να καλύψει, ο Gerard εισηγείται στη Γραμματεία των Στρατιωτικών να τοποθετηθούν στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου δύο σκηνές (Ιούλιος 1830). Επιπρόσθετα στην ίδια αναφορά ζητά έναν χειρουργό από το Πρότυπον Τάγμα με σκοπό να καλυφθούν οι αυξημένες χειρουργικές ανάγκες που είχαν προκύψει.

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την κίνηση των ασθενών στο εν λόγω ίδρυμα δεν αποτελούν πλήρη σειρά και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του. Εντούτοις οι κατάλογοι των νοσηλευθέντων στρατιωτών παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κίνηση των ασθενών, τους θανάτους, τα ποσοστά ίασης, τη νοσολογία της εποχής. Οι πληροφορίες προέρχονται από καταλόγους παθολογικά νοσηλευθέντων στρατιωτών για τους μήνες Νοέμβριος 1828, Φεβρουάριος 1829, Οκτώβριος 1831. Οι συνηθέστερες ασθένειες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα ήταν πυρετοί από ελονοσία, τύφο, γαστρεντερικοί, καταρροϊκοί, πνευμονία, δυσεντερία, αφροδίσια νοσήματα και ψώρα. Από τα εξιτήρια που δόθηκαν στη διάρκεια της λειτουργίας του νοσοκομείου (53% – 66,4%) και το μικρό ποσοστό θανάτων (1,8% -5,3%) εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως οι ασθενείς στο σύνολο τους ήταν σχεδόν ιάσιμες.

Μοιραίες μπορούσαν να αποβούν νόσοι, όπως η ελονοσία, ο τύφος, η δυσεντερία, οι οποίες και προκάλεσαν τους τρεις θανάτους στο νοσοκομείο. Τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το νοσηλευτικό ίδρυμα αν και νεοσύστατο πραγματοποιούσε το έργο του επιτυχώς. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα πενιχρά μέσα της εποχής μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αριθμός των αποβιωσάντων ήταν σχεδόν μηδαμινός. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλε όχι μόνο ο εξοπλισμός του, αλλά και το ικανό ιατρικό προσωπικό σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον του Heideck για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Στους καταλόγους αυτούς δε σημειώνεται ο τόπος καταγωγής των ασθενών. Στις μόνες περιπτώσεις που έχουμε τέτοιου είδους πληροφόρηση είναι για τους αποβιώσαντες. Συγκεκριμένα οι 5 νεκροί των ετών 1828-1829 προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, την Πάρο, τη Σάμο, τη Λευκάδα (Σάντα Μαύρα), την Πάτρα. Αν και τα στοιχεία είναι ελάχιστα παρατίθενται ως ένδειξη της δημογραφικής εικόνας του Ναυπλίου και των στρατευμάτων που υπήρχαν στην πόλη την καποδιστριακή περίοδο. Η παράθεση της καταγωγής των νεκρών δε σημαίνει ότι αυτοί ήρθαν από τη γενέτειρά τους ειδικά για να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο, απλά μέσω αυτών των περιπτώσεων επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι άτομα από τις οθωμανικές και τις αγγλοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν στη διάρκεια της Επανάστασης τις πολεμικές του υπηρεσίες στον Αγώνα.

 

Αντί επιλόγου


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, όντας ο ίδιος γιατρός και φορέας ενός δυτικού πρότυπου κράτους, ερχόμενος στην Ελλάδα έθεσε άμεσα τις βάσεις για τη δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων (πολιτικών και στρατιωτικών), καθώς γνώριζε τη συμβολή τους στη διατήρηση της δημόσιας υγείας. Τα πρώτα σοβαρά μέτρα υγειονομίας στην Ελλάδα – προληπτικά και κατασταλτικά- για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς ελήφθησαν από τον Κυβερνήτη. Χαρακτηριστικά άλλωστε παραδείγματα της υγειονομικής του πολιτικής (1828-1831), τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον του για την καλή υγεία του πληθυσμού της πόλης, ήταν τόσο το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας, όσο και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας.

Τα συγκεκριμένα νοσηλευτικά ιδρύματα θα πρέπει να εκληφθούν ως οι πρώτοι πλήρεις θεσμοί για τη νοσηλευτική φροντίδα των Ελλήνων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων αυτών ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια (1828-1831). Όταν εξέλειπε το ενδιαφέρον αρχικά του Heideck (Ιούλιος 1829) και αργότερα του Κυβερνήτη (Σεπτέμβριος 1831), τα εν λόγω ιδρύματα αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα που δυσχέραναν το κοινωνικό τους έργο.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Read Full Post »

Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)


Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν.

Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835.

 

Πηγή


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος πρώτος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  

 

Read Full Post »

Τα Ιατρικά γιατροσόφια, Μια περιφρονημένη κατηγορία χειρογράφων.

Αγαμέμνων Τσελίκας, «Τα Ιατρικά γιατροσόφια, Μια περιφρονημένη κατηγορία χειρογράφων», Ιατρικά Βυζαντινά Χειρόγραφα, Σπουδαστήριο Ιστορίας της Ιατρικής. Ιατρική Σχολή Αθηνών, Αθήνα, 1995.

Ψηφιακές Συλλογές

Αποθήκευση Έγγραφου: Τα Ιατρικά γιατροσόφια, Μια περιφρονημένη κατηγορία χειρογράφων. 

Read Full Post »

Μελάμπους, ο μέγας θεραπευτής του Άργους


 

Ο Μελάμπους*, μάντης, ιατρομάντης και καθαρτής των πρωίμων ιστορικών χρόνων, είναι άμεσα συνδεδεμένος με το Άργος. Μορφή εξέχουσα της ελληνικής μυθολογίας, υμνήθηκε ιδιαίτερα κατά την αρχαιότητα. Ένα μεγάλο έπος που θεωρείται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ότι περιελάμβανε τουλάχιστον τρία βιβλία, ίσως και περισσότερα, έφερε την ονομασία Μελαμπόδεια ή Μελαμποδία. Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί.

Οι προσπάθειες των ερευνητών κατόρθωσαν μόνον να ταυτίσουν ορισμένα αποσπάσματα και να οδηγήσουν σε κάποια συμπεράσματα. Αρχικά ο Marckscheffel ανεγνώρισε ότι η Μελαμποδία ξεκινώντας από τον Μελάμποδα διηγείτο την ιστορία των περιφημότερων Ελλήνων μάντεων και εξυμνούσε με λαμπρά παραδείγματα την μαντική τους τέχνη (Loffler, σελ. 30).

Ο Friedlander στα Argolica, 1905, υποστήριξε τη γνώμη ότι η Μελαμποδία ήταν ένα γενεαλογικό έπος που διηγείτο, ακολουθώντας χρονολογική σειρά, τους μύθους τους συνδεδεμένους με τα ονόματα των μάντεων του γένους των Μελαμποδιδών.

Νεότερη εργασία στο θέμα της Μελαμποδίας παρουσίασε η Ingrid Löffler, στα Beitrage zur klassischen Philologie το 1963. Η Loffler καταλήγει ότι η Μελαμποδία πρέπει να ακολουθούσε τη γενεαλογική σειρά του Ησιόδου, αλλά η διήγηση πρέπει να ήταν πολύ πιο ζωντανή, διότι περιελάμβανε ένα πλούσιο υλικό λαϊκών παραδόσεων (σελ. 3).

Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες, η Μελαμποδία παραμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος άγνωστη και μαζί της ίσως πολλοί από τους αρχαίους μύθους, τους συνδεδεμένους με τον Μελάμποδα. Σε ότι όμως αφορά το Άργος οι μαρτυρίες που έχουμε είναι αρκετά ικανοποιητικές. Ο Μελάμπους αναδεικνύεται μέγας θεραπευτής. Στο Άργος κατόρθωσε να θεραπεύσει τις κόρες του βασιλιά Προίτου ή κατ’ άλλους, τις γυναίκες των Αργείων από την πάθηση που η αρχαιότητα την χαρακτηρίζει ως μανία. Ανάμεσα στις θεραπευτικές μεθόδους που εφήρμοσε, ανήκει και ο καθαρμός με τον μέλανα    ελλέβορο.

Ο Μελάμπους, για την επιτυχία του αυτή, έγινε ένας από τους τρεις βασιλείς του Άργους και η μυθική μέθοδος της θεραπείας της μανίας με τον μέλανα ελλέβορο πάνω από 3000 χρόνια κατέκτησε την λαϊκή και την επιστημονική ιατρική. Το γεγονός όμως αυτό, έκτος από το ότι είναι εντυπωσιακό, γίνεται και παράδοξο, αν λάβουμε υπόψη μας σύγχρονα πειράματα εφαρμογής του ελλέβορου επί ψυχοπαθών.

Τα συμπεράσματα είναι αρνητικά, τονίζει ο καθηγητής της Φαρμακογνωσίας Παναγιώτης Κρητικός στην εργασία του «Συμβολή εις την ιστορίαν των ελλεβόρων» το 1962 (σελ. 107). (Το θέμα όμως δεν τελείωσε ως εκεί. Το εργαστήριο Φαρμακογνωσίας συνέχισε τις έρευνες του και ο καθηγητής Κ. Φιλιάνος – όπως μου ανακοίνωσε προφορικά- έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία επί του θέματος των ελλέβορων γενικότερα).

Πέρα όμως από την φαρμακολογική πλευρά του θέματος, ο Μελάμπους και η θεραπευτική του μέθοδος επί της μανίας, προσφέρουν στην έρευνα ένα άλλο σπουδαίο θέμα: τη θέση του αρχαίου ιατρομάντη στη συνείδηση του αρχαίου κόσμου και την επίδραση του στην ιστορία της Ιατρικής. Στην ανακοίνωσή μου αυτή θα ασχοληθώ κατ’ αρχήν με την γνωριμία των τριών παραγόντων, που συνιστούν το όλο θέμα, δηλαδή, Π ρ ώ τ ο ν  με τον Μελάμποδα, Δ ε ύ τ ε ρ ο ν  με τη νόσο μανία κατά την αρχαιότητα και Τ ρ ί τ ο ν  τον ελλέβορο, πού χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό. Εν συνεχεία θα ερευνήσω την εξέλιξη της μορφής του ιατρομάντη στον αρχαίο κόσμο.

  

Ο μύθος του Μελάμποδα


  

Ο Μελάμπους, γιος του Αμιθάονος και της Ειδομένης, ήταν εγγονός του οικιστή της Ιωλκού Κρηθέως και γεννήθηκε στην Πύλο (Απολλόδωρος, βιβλ. Α, 11). Σύμφωνα με την παράδοση ονομάστηκε Μελάμπους, γιατί η μητέρα του τον άφησε βρέφος κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Τα πόδια του παιδιού έμειναν εκτεθειμένα στον ήλιο και μαύρισαν. Αργότερα, φίδια, που είχε ο ίδιος προστατέψει και αναθρέψει, λένε ότι καθάρισαν τ’ αυτιά του με τις γλώσσες τους και έτσι μπορούσε να εννοεί τις φωνές των πτηνών και μαθαίνοντας απ’ εκείνα, έγινε ικανός να προλέγει τα μέλλοντα. Ακόμη, σύμφωνα με τον Στράβωνα (Γεωγρ. Η, 347), την τέχνη της μαντικής την διδάχτηκε από τον ίδιο τον Απόλλωνα και έγινε έτσι άριστος μάντης (Απολλόδωρος, όπ.π.). Τέλος, συνδέθηκε με τη λατρεία του Διονύσου και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, εκείνος που τον μύησε στα μυστήρια του Θεού, ήταν ο Κάδμος (Ηρό­δοτος, Ίστορ. Β, 49).

Η παράδοση για την μαντική τέχνη του Μελάμποδα εξιστορείται λεπτομερώς κυρίως από τον μυθογράφο Απολλόδωρο, εν συντομία από τον Παυσανία και από διάφορους άλλους συγγραφείς. Με την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται την γλώσσα των ζώων κατόρθωσε να πάρει από τον Φύλακο τα κοπάδια των βοδιών προς χάριν του αδελφού του Βίαντα και να θεραπεύσει τον γιο του Φύλακος Ίφικο από την σεξουαλική του ανικανότητα.

Εκεί όμως που κορυφώνεται η θεραπευτική του δεινότητα είναι στη θεραπεία των Προιτίδων ή κατά τον Παυσανία, στη θεραπεία των Αργείων γυναικών, που τιμωρήθηκαν με μανία, από τον Διόνυσο ή κατ’ άλλους από την Ήρα ή την Αφροδίτη.

Ο Μελάμπους, τονίζει ο Απολλόδωρος, «μάντης ων, και δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς», θεραπεύει τις κόρες του Προίτου με διαφόρους τρόπους, σύμφωνα με τις διάφορες εκδοχές που εκφράζουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Κατά μίαν εκδοχή, «παραλαβών τους δυνατοτέρους των νεανιών, μετ’ αλαλαγμού και τινος ενθέου χορείας εκ των όρων αυτάς ες Σικυώνα συνεδίωξε», οπότε κατά την καταδίωξη πέθανε η πρώτη από τις θυγατέρες του Προίτου, η Ιφινόη, «ταις δε λοιπαίς τυχούσαις καθαρμού σωφρονήσαι συνέβη».

Για αυτή και άλλες μεθόδους του χαρακτηρίζεται σήμερα ο Μελάμπους ως ο πρώτος ψυχοθεραπευτής. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, που καταγράφει ο Παυσανίας (Αρκαδικά Η, 18, 7-8), «ο Μελάμπους θυσίαις τε απορρήτοις και καθαρμοίς κατήγαγεν τας θυγατέρας του Προίτου ες χωρίον καλούμενον Λουσούς… και ηκέσατο της μανίας εν Αρτέμιδος ιερώ», ενώ σύμφωνα με τρίτη πληροφορία (Ηλιακά, Ε, 5, 5), πάλι από τον Παυσανία, τα «καθάρσια» ερρίφθησαν εις το Άγρινον ποταμόν. Τέλος, κατ’ άλλους, καθήρε τις Προιτίδες με τον μέλανα ελλέβορο. Ουσιαστικά δηλαδή, η θεραπεία των γυναικών από την μανία έγινε με ένα σοκ και με κάποια μορφή καθαρμού. Ένα βασικό μέσον γι’ αυτόν τον καθαρμό υπήρξε ο ελλέβορος ο μέλας, ή μελαμπόδιον, για το οποίον θα μιλήσουμε σε λίγο, αφού γνωρίσουμε πρώτα την ίδια την νόσο, την μανία.

  

Η νόσος της μανίας κατά την αρχαιότητα


 

Με το θέμα της μανίας στον αρχαίο ελληνικό χώρο έχει ασχοληθεί ένας μεγάλος αριθμός συγγραφέων, διαφόρων ειδικοτήτων. Από το πλήθος των γνωμών πού έχουν εκφρασθεί, θα προσπαθήσω να αναφέρω τις βασικότερες. Είναι αλήθεια πώς από καμιά από αυτές τις εργασίες δεν λείπει το θέμα της μανίας των Προιτίδων ή γενικά των Αργείων γυναικών.

Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι η πρωτόγονη σκέψη δέχεται πως όλοι οι τύποι των νοητικών διαταραχών είναι αποτέλεσμα υπερφυσικής επεμβά­σεως (Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο σελ. 70 κ.έξ.). Αυτή η βασική εντύπωση είναι έντονη στον αρχαίο κόσμο. Το βήμα στο οποίο προχώρησαν οι Έλληνες ήταν να διαχωρίσουν τη μανία που οφείλεται σε ασθένεια, από τη «θεία» μανία, που με τέσσερις «θείους» τύπους της ασχολήθηκε η φιλοσοφία με επί κεφαλής τον Πλάτωνα.

Ο Ηρόδοτος αναγνωρίζει τουλάχιστον δύο τύπους μανίας, έναν που έχει υπερφυσική καταγωγή, χωρίς να είναι αγαθοποιός και ένα δεύτερο που οφείλεται σε φυσικές αιτίες. Επίσης, είναι γνωστό πώς ο Εμπεδοκλής και η σχολή του είχαν χωρίσει τη μανία που προέρχεται ex purgamento animae από τη μανία που οφείλεται σε σωματικές αρρώστιες (Dodds, σελ. 70). Πάντως στη λαϊκή αντίληψη από την απώτατη αρχαιότητα η μανία εθεωρείτο ως αποτέλεσμα υπερφυσικών δυνάμεων που επενεργούν πάνω στον άνθρωπο και μάλιστα ως τιμωρία.

Όσο κι αν ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές υποστήριξαν την ιδέα ότι η δαιμονική αυτή κατοχή απουσιάζει από τον Όμηρο, ο Dodds στο βιβλίο του, «Οι Έλληνες και το παράλογο», έχει αποδείξει ότι «η υπερφυσική καταγωγή της ψυχικής ασθένειας ήταν κοινός τόπος στη λαϊκή σκέψη των χρόνων του Ομήρου και πιθανόν πολύ πριν». Αργότερα, μέσα στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων, πολλοί απέφευγαν τους ψυχικά αρρώστους, γιατί ήταν πρόσωπα που κουβαλούσαν μια θεία κατάρα. Κάθε επαφή μαζί τους ήταν επικίνδυνη, τους έριχναν πέτρες για να τους κρατήσουν μακριά ή έπαιρναν άλλες προφυλάξεις (Dodds, σελ. 72).

Παρ’ ολ’ αυτά τους απέδιδαν ένα σεβασμό που έφθανε στο δέος, επειδή βρίσκονταν σε επαφή με τον υπερφυσικό κόσμο και καμιά φορά μπορούσαν να επιδείξουν δυνάμεις απαγορευμένες σε κοινούς θνητούς (Dodds, όπ.π.). Όσο και αν οι φιλόσοφοι στην κλασσική εποχή προχώρησαν σε μια εκλογικευμένη μελέτη και προσέγγιση της «θείας» μανίας, ο λαός συνέχισε να ζει το μύθο της μανίας μέσα από την Διονυσιακή λατρεία και την τραγωδία.

Ο Ηρακλής μαινόμενος και οι Βάκχες του Ευριπίδη προβάλλουν ανάγλυφα τη δραματική παρουσία της θεϊκής καταλήψεως ή τιμωρίας. Έτσι, φιλοσοφία και ποίηση έζησαν για αιώνες και προβληματίστηκαν με την εικόνα της ψυχής του ανθρώπου, που βρίσκεται σε επαφή ή ταυτίζεται με υπερφυσικά όντα ή δυνάμεις τέτοιες που τον ξεχωρίζουν από τους συνανθρώπους του.

Ακόμη, η ιατρική του 5ου π.Χ. αιώνα, με εκπρόσωπο τον Ιπποκράτη, στράφηκε γύρω από το θέμα αυτό. Το περί «ιερής νόσου» βιβλίο του Corpus Hippocraticum είναι το χαρακτηριστικότερο δείγμα για την σκέψη και την αντιμετώπιση των ιερών αυτών καταλήψεων. Η όλη θέση της καινούργιας εκλογικευμένης ιατρικής είναι χαρακτηριστική των βασικών προσπαθειών ερμηνείας των ψυχικών παθήσεων. Πάντα όμως μέσα στους μύθους, που άφθονα στην ύστερη πλέον αρχαιότητα εμφανίζονται, προβάλλει το μεγάλο και παλιό πρότυπο μανίας των Προιτίδων και των Αργείων γυναικών.

 

Ο μέλας ελλέβορος


 

Αυτή τη μανία, ο μάντης Μελάμπους κάπου στα πρώιμα ιστορικά χρόνια τη θεραπεύει εκτός των άλλων τρόπων και με τον μέλανα ελλέβορο. Είναι περίεργο πώς ο συνδυασμός ελλέβορου και Μελάμποδα εμφανίζεται ουσιαστικά στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόλις τον 4 π.Χ. αιώνα από τον Θεόφραστο. Ο Θεόφραστος τονίζει: «καλούσι δε τον μέλανα τινές έκτομον μελαμπόδιον, ως εκείνου (του Μελάμποδα)  πρώτον ταμόντος και ανευρόντος» (Hist. Plant. IX, 10, 4).

Tοv Θεόφραστο ακολουθεί ο Διοσκουρίδης: «ελλέβορον μέλας, οι δε μελαμπόδιον, οι δε έκτομον, οι δε πολύρριζον καλούσι. Μελαμπόδιον δε, επειδή δοκεί Μελάμπους τις αιπόλος τας Προίτου θυγατέρας μανείσας αυτώ καθήραι και θεραπεύσαι» (De materia Medica II, 306).

Παράλληλη είναι η μαρτυρία του Πλινίου, ο οποίος προσθέτει μιαν άλλη εκδοχή, που δείχνει πως προχωρεί η εκλογίκευση. Ο Πλίνιος, γράφει, ότι ο Μελάμπους θεράπευσε τις Προιτίδες δίδοντας τους να πιουν γάλα αιγών που είχαν φάει ελλέβορο.

Ακόμη, τον 2ο αιώνα μ.Χ. παρόμοια γνώμη εκφράζεται από τον ιατρό Ρούφο τον Εφέσιο: «Λέγουσι δε και Μελάμποδα τον Αμαθάονος τούτω (τω μέλανι ελλεβόρω) καθήραι τας θυγατέρας του Προίτου μανείσας, όθεν δη και την επωνυμίαν μελαμπόδιον έσχε καλείσθαι» (Ορειβάσιος, τόμ. II, 108).

Την ίδια εποχή ο Γαληνός στη Ρώμη αναφωνεί: «ουδείς γάρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μήτ’ ακηκοέναι τας Προίτου θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως» (Γαληνού περί μελαίνης χολής, I, σελ. 132, Kuhn).

Αν όμως ως τώρα δεν ανέφερα την θεραπευτική του Ιπποκράτους, δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζε τον ελλέβορο, μόνον στο Corpus δεν αναφέρεται ο Μελάμπους, αλλά χρησιμοποιείται ευρύτατα το φαρμακευτικό μέσο όχι μόνον επί παραφροσύνης ή οξείας μανίας, αλλά και σε πάμπολλες άλλες περιπτώσεις.

Μετά τον Ιπποκράτη ο ελλέβορος κυριαρχεί στην θεραπεία της μανίας. Ο Έλληνας ιατρός Ηρόδοτος (τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ.), ο Αρχιγένης στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού και ο Αντίλλος τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Ορειβάσιος τον 4ο και ο Αφρικανός ιατρός Cassius Felix τον 5ον αιώνα, ο Αέτιος ο Αμιδηνός τον 7ο και ο Παύλος Νικαίος τον 8ο, ο Ιωάννης Σεραπίων Δαμασκηνός τον 9ο και ο Θεοφάνης Νόννος, ο Ιωάννης Μεσσούης και ο Αβικένας τον 10ο αιώνα, για να σταματήσω ως εδώ, με μια εκπληκτική εμμονή, συνιστούν τον ελλέβορο για την θεραπεία της μανίας.

Αυτή η εμμονή, όπως δείχνουν οι αρχαίες μαρτυρίες, στηρίζεται στην εγγύηση που δίδει το γεγονός ότι πρώτος εφήρμοσε την θεραπεία ο σπουδαίος ιατρομάντης, ο Μελάμπους, και αποκαλύπτει την εξέχουσα θέση που κατείχε στην συνείδηση του αρχαίου κόσμου. Ο Μελάμπους, ο μελανοπόδης θεραπευτής και καθαρτής, αυτός μπορούσε να θεραπεύει τη μαύρη αρρώστια, τη μανία και τη μελαγχολία, αυτός επέβαλε και το μελαμπόδιο. Ο μέλας ελλέβορος, παλαιό δυναμικό αποτροπαϊκό μέσο με έντονη καθαρτική δράση στο γαστρεντερικό σύστημα ταυτίστηκε με το μέσον που θα έπρεπε ένας αρχαίος θεραπευτής να χρησιμοποιεί, έγινε μελαμπόδιον και συνέχισε για αιώνες να ζει στην επίσημη Ιατρική.

 Αν όμως ο μέλας ελλέβορος διέγραψε μια τόσο ένδοξη πορεία στην ιστορία της θεραπευτικής και έφτασε μέχρι τις μέρες μας να αποτελεί τον πονοκέφαλο των ειδικών, δεν μπορούμε να πούμε ότι συνέβη το ίδιο και με τους απογόνους του ίδιου του Μελάμποδα.

Είναι αλήθεια ότι η μορφή, η θέση και οι τρόποι ενεργείας των μάντεων διέγραψαν μέσα στους αιώνες μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καμπύλη. Στην απώτατη αρχαιότητα οι μάντεις, με επί κεφαλής τον Μελάμποδα, είχαν μια εξέχουσα θέση στη ζωή των αρχόντων, στον πόλεμο και στην θεραπευτική.

Στο πρόσωπό τους συγκεντρώθηκε η δύναμη του νου που μπορεί να κατευθύνει τους λαούς χαρίζοντάς τους τη ζωή και την επιτυχία. Η μεγάλη όμως δυναστεία των ιατρομάντεων διασπάσθηκε κάποτε στα ιστορικά χρόνια. Ο Μελάμπους και οι απόγονοί του έγιναν οι μυθικοί πρόδρομοι των μεγάλων οικογενειών-μάντεων του Πελοποννησιακού πολέμου.

Το θεραπευτικό όμως λειτούργημα του Μελάμποδα απορροφήθηκε:

α. από την κοσμική ιατρική

β. από τα μαντεία, π.χ. των Δελφών

γ. από τους θεραπευτές θεούς και ήρωες και

δ. μεταφέρθηκε στα μαγικά θεραπευτικά μέσα των καθαρτών του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνων.

Τους καθαρτές αυτούς το Corpus Hippocraticum τους κατακεραυνοβολεί, ενώ ο Δίφιλος τους διακωμωδεί. Ήσαν λοιπόν αγύρτες; Εμφανίζονται έτσι αφότου επιβάλλεται η ορθολογιστική θεραπευτική του Ιπποκράτους. Πρέπει να δεχθούμε αναμφισβήτητα ένα πράγμα: πώς οι αρχαίοι ιατρομάντεις ήσαν σπουδαίοι, διότι απαντούσαν στην αιώνια ανάγκη του ανθρώπου για θεραπεία. Κάποτε όμως άρχισε να διαφαίνεται η διαφορά ανάμεσα στον ιατρικό και τον τελετουργικό καθαρμό. Η σχέση ανάμεσα στις δυο μορφές καθαρμού διά της τελετουργίας και διά της Ιατρικής είναι πολύ λεπτή.

Ο κύκλος όμως κλείνει και πάλι, διότι και οι δύο μέθοδοι προέρχονται από ένα αδιαφοροποίητο ιδεώδες καθαρότητας, φυσικό και υπερφυσικό. Και τα δυο ήταν αναγκαία: α) για την διατήρηση της ζωής και της υγείας και β) για την καθαυτό σχέση με τους θεούς.

Στην θεραπεία της μανίας, που καταχωρείται στον Μελάμποδα, οι δύο μέθοδοι συγκλίνουν. Έτσι, παράλληλα με το τελετουργικό, στο οποίον αναφέρονται οι αρχαίοι συγγραφείς, που ήταν σύνηθες για την θεραπεία της μανίας, μια άλλη λαϊκή μορφή θεραπείας εφαρμόζει ο Μελάμπους στις κόρες του Προίτου, κάθαρση με τον ελλέβορο. Ο ελλέβορος, είναι γνωστό σήμερα, όπως ανέφερα ήδη, ότι δεν έχει θεραπευτικά αποτελέσματα επί της μανίας, δρα στο γαστρεντερικό σύστημα, εθεωρείτο όμως από την απώτατη αρχαιότητα σπουδαίο μαγικό μέσο καθαρμού. Ο μέλας ελλέβορος με τις κάποιες φαρμακολογικές του επενέργειες και το κύρος του μεγάλου καθαρτή σχηματίζουν ένα ακαταγώνιστο σύμπλεγμα.

Ο λόγος του Γαληνού που ακούσατε το βεβαιώνει: «Ουδείς γαρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μητ’ ακηκοέναι τας Προίτον θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως».

Το Άργος, με τον μεγάλο του μάντη, ιατρομάντη, θεραπευτή και βασιλιά, τον Μελάμποδα, κυριάρχησε πάνω από 3000 χρόνια στο ιατρικό στερέωμα. Κυριάρχησε δηλ. περίπου από το 1500 π.Χ. έως το 1500 μ.Χ.

Καθώς έχω φθάσει στο τέλος της ανακοίνωσής μου, θα μου επιτρέψετε να τονίσω τα εξής: εκτός από τα αλλεπάλληλα προσωπικά μου πορίσματα στην εργασία μου αυτή επιχειρείται για πρώτη φορά και η ολοκληρωτική συγκέντρωση και ανασύνθεση όλων των επιχειρημάτων και πορισμάτων της ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας για το ίδιο θέμα.

 

                                  

Υποσημείωση


 

* Melampus, Pauly-Wissowa, R. E. 1931, τόμ. 29, στ. 392-399. Τα αρχαία Αιγόσθενα ήταν ο κατεξοχήν τόπος της λατρείας του μάντη και θεραπευτή ήρωα Μελάμποδα. Το τοπωνύμιο Αιγόσθενα πιστεύουν μερικοί πως οφείλεται στον τοπικό θεό που ήταν αρχικά αιγόμορφος. Το όνομα Μελάμπους υποτίθεται πως αποτελεί υπαινιγμό στην αρχική φύση του θεού ως μαυρόποδος κατσικιού (συγγενικό ήταν το επίθετο του Διονύσου μελάναιγες, (Ερμιόνη, Κορ. Λακωνίας) με τη λατρεία του οποίου παρέμειναν στενά σχετισμένοι οι τράγοι). Στα Αιγόσθενα όμως απουσιάζει η μαντική ιδιότητα του Μελάμποδα από την τοπική λατρεία. Το γεγονός επιτρέπει την υπόθεση πως ο αιγόμορφος Μελάμπους των υπωρειών του Κιθαιρώνα αρχικά ήταν διαφορετικός θεός από τον Αργείο μάντη Μελάμποδα, προς τον οποίον αργότερα ταυτίστηκε (Παπαχατζής, Παυσ. I, 44, 5, σημ. σελ. 511 κ.έξ.).

  

Αγλαΐα Μπιμπή – Παπασπυροπούλου

Dr Med. Dent. Πανεπ. Mainz και δ.Φ.

Πελοποννησιακά. Πρακτικά του Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήνα, 1989. 

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική


 

Λαογραφικά στοιχεία  για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο από την περιοχή της Αργολίδας.

Τα παρακάτω στοιχεία προέκυψαν από συνομιλίες με ηλικιωμένες γυναίκες της περιοχής του Άργους οι οποίες είχαν παραβρεθεί ως βοηθοί ή παρατηρητές την ώρα του τοκετού και κατατίθενται ως μαρτυρίες για τον τρόπο που γεννούσε μια γυναίκα 50 και πλέον χρόνια πριν.

 

Σκηνή τοκετού από το βιβλίο του Roesslin Der Swangern Frawen und Hebammen Rosengarten (1513), που απεικονίζει μια γυναίκα καθισμένη σε καρέκλα να δέχεται τις φροντίδες δύο μαιών.

Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η περίοδος της Λοχείας αντιμετωπίζονταν για αιώνες ολόκληρους από τον απλό λαό με συγκεκριμένες πρακτικές που αποτελούσαν κράμα  λαϊκής ιατρικής και άφθονης δεισιδαιμονίας. Οι γυναίκες που είχαν επιφορτιστεί με το ρόλο της μαμής, σπάνια διπλωματούχες και πολύ συχνότερα πρακτικές, ήταν γυναίκες συνήθως ηλικιωμένες που είχαν μάθει την τέχνη της Μαίευσης δίπλα σε μια άλλη μαμή. Οι πρακτικές μαμές δεν αναλάμβαναν μόνο τα σχετικά με τον τοκετό αλλά συχνά παρέμεναν στο σπίτι και φρόντιζαν για όλες τις υποχρεώσεις που έπρεπε να διεκπεραιωθούν και που σχετίζονταν με τη γέννηση μιας νέας ζωής.

Μόλις έπιαναν μια γυναίκα οι πόνοι, ο σύζυγος και οι οικείοι της ειδοποιούσαν τη μαμή, η οποία έφτανε στο σπίτι και έδινε οδηγίες σχετικά με τα εφόδια που θα χρειαζόταν για τη φροντίδα της επιτόκου, την εκτέλεση του φυσιολογικού τοκετού και τη φροντίδα του νεογέννητου.

Ξεκινώντας φρόντιζαν πάντα στο προσκέφαλο της επιτόκου να βρίσκεται η εικόνα της Θεοτόκου ή σπανιότερα του Αγίου Ελευθερίου, που θα βοηθούσε τη γυναίκα να «ελευθερωθεί» από τους πόνους και συχνά έψελναν ύμνους στην Παναγία, μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες. Η παράδοση αυτή είναι πανάρχαια και θυμίζει τις συνήθειες των αρχαίων ελληνίδων Μαιών να απευθύνουν τιμές και δεήσεις στις προστάτιδες του τοκετού θεές Ειλειθυϊα, Λητώ, Μαία, Άρτεμη και Ήρα.

Στο κέντρο της θεϊκής τριάδας στέκεται η Λητώ, αριστερά ο γιος της Απόλλων με κιθάρα και δεξιά η κόρη της Άρτεμις με δάδες (4ος αιώνας π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας). Στην κλασική Αθήνα η Άρτεμις ήταν θεά του τοκετού. Η θεά κυνηγός είχε σχεδόν ξεχαστεί.

Πάντοτε είχαν νερό ως ένα απαραίτητο εφόδιο το οποίο, εκτός από τη χρηστική του αξία για τον καθαρισμό της επιτόκου, του νεογνού και της ίδιας της μαμής, είχε και ένα συμβολικό – μαγικό ρόλο: θεωρούσαν πως θα βοηθούσε και αυτό ώστε «σαν το νερό να κυλήσει το μωρό» αποφεύγοντας την καταπόνηση της επιτόκου.

Μετά τον τοκετό, σε ορισμένες περιπτώσεις, περνούσαν το μωρό με προσοχή επάνω από φλόγα. Αυτή η πρακτική πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως μέθοδος αντισηψίας, για να σκοτωθούν τα μικρόβια αλλά ίσως και για δεισιδαιμονικούς λόγους που σχετίζονται με την εξαγνιστική δράση της φωτιάς. Μετά το λουτρό του νεογνού, έσταζαν στα μάτια του σταγόνες από χυμό λεμονιού. Αυτό εκφράζει πιθανώς τη γνώση που είχαν για την καταπολέμηση της γονοκοκκικής οφθαλμίας των νεογνών και αναφέρεται από το Σωρανό, ο οποίος ωστόσο συνιστούσε ενστάλαξη λαδιού, ενώ ακόμη και σήμερα γίνεται σε πολλά Μαιευτήρια ενστάλαξη αντιβιοτικού κολλύριου.

Ένα άλλο περίεργο έθιμο που μου αναφέρθηκε ήταν το «κόψιμο» του νεογνού. Με ένα μικρό ξυράφι χάρασσαν ελαφρά τα άκρα του μωρού επιτρέποντας στο «κακό» αίμα να βγει από το σώμα του.

Στη συνέχεια φρόντιζαν τη λεχώνα και ασχολούνταν ιδιαίτερα με το διαιτολόγιό της. Ανάλογα με το πώς εκτιμούσαν την κατάστασή της μπορούσαν να της δώσουν σούπα από κρέας και κάποιες φορές, προφανώς όταν το κρέας δεν ήταν διαθέσιμο, έφτιαχναν χυλό με αλεύρι και κρασί.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα παράδοση ήταν το στρώσιμο του τραπεζιού για τις Μοίρες. Συγκεκριμένα πίστευαν πως μέσα στις τρεις πρώτες νύχτες από τον τοκετό, οι τρεις Μοίρες θα επισκέπτονταν τη λεχώνα και θα καθόριζαν τη μοίρα του μωρού της και για το λόγο αυτό έπρεπε να προετοιμαστούν.

Έστρωναν το καλύτερο τραπεζομάντηλο της λεχώνας, τοποθετούσαν πάνω στο τραπέζι ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί, μια κανάτα νερό και ένα μαχαίρι μαυρομάνικο ενώ κάποιες άλλες φορές θεωρούσαν σημαντικό να υπάρχει και κάποιο γλυκό. Η μαμή ή κάποια άλλη γυναίκα παρέμεναν τις τρεις πρώτες ημέρες στο σπίτι και τις νύχτες περίμεναν την έλευση των Μοιρών. Εάν αυτές έμεναν ευχαριστημένες από το τραπέζι τότε θα ήταν ευνοϊκές, διαφορετικά το μωρό δεν θα είχε καλή τύχη.

Η μαμή σιωπηλή και κρυμμένη παρακολουθούσε τη συνομιλία των Μοιρών και δεν παρέμβαινε, ενώ την επομένη το πρωί διηγούνταν στη λεχώνα το τι είχε ειπωθεί. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, μια γυναίκα μου ανέφερε ότι το αποτέλεσμα της επίσκεψης των Μοιρών δεν ήταν καθόλου καλό και το μωρό πέθανε την τρίτη ημέρα από τη γέννησή του.

Εντύπωση προκαλεί η επιλογή των εφοδίων του τραπεζιού. Εκ πρώτης όψεως κανείς καταλαβαίνει ότι θεωρούσαν πως οι Μοίρες θα έτρωγαν το ψωμί κόβοντάς το με το μαχαίρι και στη συνέχεια θα έπιναν νερό, όπως και πράγματι διηγούνται ότι συνέβαινε.

Ωστόσο από άλλες αναφορές που έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου, το ψωμί, το νερό και το μαυρομάνικο μαχαίρι φαίνεται πως  αποτελούσαν μαγικά αποτρεπτικά αντικείμενα, τα οποία υποτίθεται πως έχουν πολύ καλά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση των άσχημων ονείρων.

Η γέννηση του Ασκληπιού με «καισαρική τομή». (Πηγή: Στ. Γερουλάνος, Ε. Δούκα, Μ. Παπαδοπούλου: «Surgical Infections. Lessons from History», εκδ. «Onassio Cardiac Surgery Center and Department of History of Medicine», University of Ioannina.)

Τόσο τα ρούχα της εγκύου όσο και οι πάνες του μωρού δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να παραμείνουν απλωμένα στο σύρμα μετά τη δύση του Ηλίου και αυτό διότι νεράιδες και ξωτικά θα έπαιρναν τα ρούχα και μητέρα και μωρό θα έχαναν τα λογικά τους. Επίσης φρόντιζαν να μην τοποθετείται το μωρό δίπλα σε παράθυρο ώστε να μην απαχθεί από τις παραπάνω οντότητες και αντικατασταθεί από ένα άλλο δικό τους μωρό. Αλλά και οι ίδιες οι μαμές κινδύνευαν από τα ξωτικά, τα οποία τις απήγαγαν για να βοηθήσουν τις γυναίκες τους όταν γεννούσαν. Εάν τα κατάφερναν τότε τις γέμιζαν χρυσάφι.

Η έγκυος δεν θα έπρεπε να βγει από το σπίτι τις σαράντα πρώτες ημέρες για να μη «ματιαστεί» αλλά κυρίως δεν θα έπρεπε να μπει σε εμπορικό κατάστημα διότι αυτό ήταν μεγάλη γρουσουζιά για τον έμπορο.

Εξετάζοντας το μωρό η μαμή ή κάποια ηλικιωμένη γυναίκα, ήταν σύνηθες να δηλώσει ότι αυτό «κόπηκε». Με τη φράση αυτή εννοούσαν τις κράμπες και δυσκαμψίες που πάθαινε από λάθος στάση του σώματός του ή από λανθασμένο τρόπο φασκιώματος. Τότε κατέφευγαν σε ένα δεξιοτεχνικό μασάζ που η αλήθεια είναι ότι αγχώνει λίγο όποιον το παρακολουθήσει αλλά υποτίθεται πως ανακουφίζει πραγματικά το μωρό.

Στις περιπτώσεις που η ζωή του νεογέννητου κινδύνευε σοβαρά, τότε η Μαμή κατέφευγε στο «αεροβάπτισμα». Σήκωνε δηλαδή το μωρό ψηλά, επικαλούνταν την Αγία Τριάδα κάνοντας με το μωρό στα χέρια το σημείο του Σταυρού και του έδινε όνομα. Αυτή η τεχνική, θεωρούσαν πως είτε μπορούσε να βοηθήσει στην επιβίωσή του είτε εξασφάλιζε πως αν πέθαινε δεν θα ήταν χωρίς όνομα διότι στην τελευταία περίπτωση ένα αβάπτιστο μωρό πίστευαν πως δεν πήγαινε ούτε στον Παράδεισο αλλά ούτε και στην Κόλαση. Άλλοι πάλι έλεγαν όμως ότι αυτά τα μωρά μετατρέπονταν σε Αγγέλους αλλά ορισμένοι Αρκάδες θεωρούσαν πως τα μωρά αυτά γίνονταν «χαμοδράκια».

Όταν όλα πήγαιναν καλά και έφτανε η τεσσαρακοστή ημέρα, η μητέρα έπρεπε να σηκωθεί πριν ξημερώσει, να στρέψει το μωρό της προς την πλευρά του ανατέλλοντος ηλίου ώστε το πρώτο θέαμα από τον έξω κόσμο που θα έβλεπε το μωρό να ήταν ο Ήλιος και να πει την εξής ευχή: «όπως λάμπει ο Ήλιος έτσι να λάμψεις κι εσύ στη ζωή σου» και μια νέα ζωή ξεκινούσε…

Μιχάλης Μώρος
Μαιευτής – Γραμματέας ΣΕΜ Ναυπλίου

 

Read Full Post »

Ιατρική στα κείμενα του Μακρυγιάννη

 


 

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά.

Σε ηλικία 23 ετών μυείται στην φιλική εταιρεία. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με  αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στην μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στην μάχη για την άλωση της Υπάτης, στην μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλύτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήσηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμμελε ταχέως  να αποθάνη» συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον, έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».  

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι» γράφει.

Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς  όπου έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια)  αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε  λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη  ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού».

Εκεί όμως πυροβολώντας τον οι Τούρκοι τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο «από μουσκέτο» «και τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα για να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά.  Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη».

Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί όπως μας πληροφορεί στην συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα – ο γιατρός – και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».

Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φθάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου.

Ο Μακρυγιάννης, που τον γνώριζε από  τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στην Ρούμελη – τον είχε εμπιστοσύνη – και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ. Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά γι’ αυτό όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξύλινου όπλου ένεκα του τραύματός του».

Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826 τραυματίστηκε σοβαρά από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πως το περιγράφει ο ίδιος:

Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι , τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό.  Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος μ’ άφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος».

Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισοντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες . Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποι του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».

Την αυγή πιάστηκε  ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δεχόταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά κι είχε στραγγίξει το αίμα του όλο.

Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα είχε καμμία υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης.

«Τότε με ́πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα οπού μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα».

Γι΄ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι:

«Σωματικός ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής  τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους το 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χείρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών».

Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».

Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περιόδου 1835 – 1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη:

«Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι, ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας, Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.

«Οι υποφαινόμενοι ιατροί  επισκεφθέντες των στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπτύωσιν αποσταθείσαν και  ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της Ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.

Τον Απρίλιο του 1851 με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήταν μεγάλη αδιαντροπιά» γράφει ο Σεφέρης. 

Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες  ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμία όμως δεν τόλμησε να δημοσίευση τη διαμαρτυρία του αυτή.

«Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δυο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα, και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μετά από λίγες ημέρες τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας».

Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο οδηγήθηκε στην φυλακή πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «Ο Μακρυγιάννης ετάφη ζών».

Ο αρχίατρος Τράϊμπερ που τον επισκέφθηκε γράφει πως το δωμάτιο του ήταν «δωσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και  το Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.

Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες  – κήλη και προστάτης – τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά «δεν έχασε , ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλούσης πάντοτε».

Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859.

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή όπου πέρασε… πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου «Φάγε αυτές Στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα». Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου ζωντανός είμαι η πεθαμένος »  

Στις 27 Απριλίου 1864 πέθανε «εξ υπερβαλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειο του λόγο ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε:

«Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι  πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς.

Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσφορίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν τεράστιαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν: Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη.

Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης  ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος  εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθαίνειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».

Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης για τον θάνατο του Γκούρα  κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο.

Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά  έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια).

Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά …Μας είπε με χωρατά. Εγώ θα πεθάνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον:

«Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στη χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι  μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινες μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους , κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί οπού είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός , και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλι ξηλωνέταν, κι  έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλία οπούταν η πληγή. Και ζή τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».

Ο Βλαχογιάννης επεξηγώντας τη ραφή των τραυμάτων «δια κεφάλων μυρμήγκων» γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκώσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».

Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και Θάματα«. Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα.

«Τα 1837 γράφει μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα  αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…»

Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους, – επιστήμονες και εμπειρικούς – γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης , που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατροχειρούργος   Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμπάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.

Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν» όπως γράφει. Και συνεχίζει:

«Τους γιατρούς τους πλερώνομεν  τον καθένα από ‘να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός οπού μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην το δοξάσουμε και τον ευχαριστήσομεν;».

Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρωνόνταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δυο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά την μάχη στους Μύλους.

Περιγράφει ακόμη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα.

Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβλέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» ( η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα έξι.

Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από τη Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του  «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».

Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη  ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατάντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα».

Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος» 

Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι την μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το κάστρος των Αθηνών, μίαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε  οι άνθρωποι έλπιζαν οτ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιάν μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού.

Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό,  εις τ’ Ανάπλι μου είχε γένει έν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα  ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849, (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιές μου, αισθάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το «δεσαν καλά». 

Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες τις πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της  εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για  την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».

Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών στις 13/3/1853 «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαράς και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».

Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.

  

Γιάννης Πατσώνης,

Παιδίατρος

© Ιατρικά Θέματα, Τριμηνιαία έκδοση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος 33, 2005.

 

Πήγες  

 


  • Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, (εκδόσεις Γαλαξίας Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάϋρον.
  • Γ. Σεφέρης: Δοκιμές (ένας Έλληνας: Ο Μακρυγιάννης). 
  • Δ. Σταμέλος:» Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποπιοΐας», Εστία.
  • Γ. Μαρρές: Μακρυγιάννης  – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
  • Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
  • Τετράδια ευθύνης: για τον Μακρυγιάννη. 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μελάμπους ο Αργείος: μαγεία, ιατρική και πολιτική εξουσία


 

 Ομιλία του Ιατρού Παναγιώτη Ν. Τσελφέ, στην τελετή απονομής «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», 31 Ιανουαρίου 2010, στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός».

  

Σήμερα, σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βραβεύει δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της επιστήμης του Ιπποκράτη και τιμά τη μνήμη ενός ιατρού, του Ανδρέα Λεούση, ο οποίος γεννήθηκε στην Καρυά και αφού σπούδασε την ιατρική σε σπουδαία πανεπιστήμια της Ευρώπης, αφιέρωσε τη ζωή του στην Αργολίδα, όπου διακρίθηκε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Το θέμα που σας παρουσιάζω επιλέχτηκε γιατί αναφέρεται στο μυθικό βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ιατρός της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Έδρασε τον 14ο π.Χ. αιώνα, 400 χρόνια προ του Ασκληπιού και 900 χρόνια προ του Ιπποκράτους. Στις ιστορικές πήγες φέρεται με το προσωνύμιο «Αργείος», αφού το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων του αναπτύχθηκε στο Άργος, παρ’ όλο που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από την Πύλο.

Η μυθική ζωή του φέρει χαρακτηριστικά που έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Έτσι οι νέοι που θα γίνουν ιατροί, θα μπορούσαν ίσως να λάβουν πληροφορίες, μηνύματα ή και «διδάγματα», χωρίς τον απεχθή δασκαλίστικο τρόπο και να τ’ αξιολογήσουν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με την παιδεία και την προσωπική τους ηθική ή τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες που επιβάλλει η σύγχρονη ιατρική δεοντολογία.

Είναι σωστό να γνωρίζουμε πως τα θαυμαστά πεπραγμένα των σπουδαίων προγόνων μας δεν συμβαδίζουν πάντα με τους ηθικούς κανόνες της εποχής μας. Αυτό θα ήταν αδύνατο, αφού δεκάδες είναι τα σύγχρονα προβλήματα της ιατρικής και της βιοτεχνολογίας, που ήταν ανύπαρκτα πριν λίγα χρόνια, που προκαλούν σήμερα ηθικά διλήμματα και απαιτούν την τοποθέτησή μας απέναντι τους.

Μερικά από αυτά μπορεί να είναι:

1) Μεταμοσχεύσεις οργάνων

2) Χρησιμοποίηση εθελοντών για δοκιμή νέων φαρμάκων.

3) Χρήση παρένθετης μητέρας

4) Εξωσωματική γονιμοποίηση

5) Εξωσωματική γονιμοποίηση με σπέρμα συζύγου που ήδη έχει πεθάνει

6) Κατεψυγμένα έμβρυα που ανήκουν σε ζευγάρι που έχει χωρίσει.

7) Έμβρυο που είναι φορέας ανίατης ασθένειας.

8) Προεμφυτευτική και προγεννητική διάγνωση

9) Παρασκευή επιθυμητών τύπων ανθρώπων

10) Δημιουργία τραπεζών πληροφοριών DNA

11) Θεραπευτική και αναπαραγωγική κλωνοποίηση

12) Μεταλλαγμένα τρόφιμα

13) Υπερήλικες μητέρες

14) Παθητική και ενεργητική ευθανασία, εντολή «μη αναζωογόνησης»   

15) Επιλογή φύλου

Από αυτή τη θέση θα παρουσιάσω τέσσερις από τις ιδιότητες – δραστηριότητες που αναφέρονται στον Μελάμποδα και έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη άσκηση της ιατρικής:

Α. Ο Μελάμπους ήταν ιατρός.

Β. Ο Μελάμπους ήταν μάγος.

Γ.  Ο Μελάμπους απαιτούσε για τις υπηρεσίες του υπέρογκες αμοιβές

Δ. Ο Μελάμπους χρησιμοποίησε την άσκηση της ιατρικής, για ν’ αποκτήσει πολιτική εξουσία.

  

Ο Μελάμπους λοιπόν ήταν γιατρός


 

Μελάμπους – Αργειακά Ιατρικά Χρονικά

Ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον Ησίοδο, τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, τον Διώδορο τον Σικελιώτη, τον Στράβωνα, αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, ο Μελάμπους θεωρείται ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, αρχαιότερος από τον Ασκληπιό. «Την δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς» (Απολλόδωρος, βιβλίο Α΄ κεφ 9,3).

Θεωρείται πως αυτός θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Κατά την άσκηση της επιστήμης του, εξισορρόπησε με απόλυτη επιτυχία την Θεουργική Ιατρική και την Επιστημονική Ιατρική, κλίνοντας έντονα προς την δεύτερη.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ πως η πρώτη απεμπλοκή από ιερουργίες πραγματοποιείται (στην αρχαία Ελλάδα) από τον Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.).

Ο Μελάμπους διέθετε πλούσιες διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις και δυνατότητες. Η διαγνωστική του μέθοδος αποτελεί την πρώτη βάση και την απαρχή της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. 

Η θεραπευτική του παραπέμπει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες με την εξώθηση της νόσου στα όρια της.

Η ομοιοπαθητική ασκήθηκε κυρίως με τη χρήση του Ελλέβορου, που είναι ένα ήπιο δηλητήριο. Σε μικρές δόσεις δρα ως καθαρτικό, και σε μεγαλύτερες προκαλεί δηλητηρίαση. Για πολλά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας, ο καθαρμός με ελλέβορο (και άλλα καθαρτικά), και το σοκ από την έντονη διάρροια, χρησιμοποιήθηκε δια πάσα νόσο, ιδίως ψυχιατρική.

Ο Μελάμπους θεωρείται ο ιδρυτής του πρώτου ιατρικού σώματος, ως ανεξάρτητης κοινωνικής κατηγορίας, η οποία απέδωσε και τους περιοδεύοντες ιατρούς.

Άλλες πρωτιές που αποδίδονται στον Μελάμποδα είναι η εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου στην Πελοπόννησο και η ανάμειξη του οίνου με νερό.

Ο ιατρός – μάγος


 

Ο Μελάμπους ήταν και μάγος. Μάντη τον έλεγαν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά η δραστηριότητά του ήταν σαφώς μαγική. Ο μύθος που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Μελάμπους απέκτησε τις εξαιρετικές του ικανότητες, έχει δύο σκέλη.

Στο πρώτο, κάποια φιδάκια που ο Μελάμπους ευεργέτησε, σύρθηκαν ως τους ώμους του την ώρα που κοιμόταν, με τις γλώσσες τους «καθάρισαν» την ακοή του. Ο Μελάμπους ξύπνησε τρομαγμένος, αλλά με έκπληξη ανακάλυψε ότι μπορούσε να καταλαβαίνει τις φωνές των πουλιών και των ζώων. Και από τότε, αντλώντας πληροφορίες από αυτή την ανεξάντλητη πηγή, προέλεγε στους ανθρώπους τα μέλλοντα.

Αργότερα, σ’ ένα δεύτερο σκέλος του μύθου, ολοκλήρωσε τα υπερφυσικά του χαρίσματα όταν συνάντησε τον ίδιο τον Απόλλωνα κοντά στον Αλφειό και έτσι έγινε «μάντης άριστος«.

Ο μύθος φαίνεται απλός, όμως κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Οι δύο διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τον τρόπο που αυτός απέκτησε την μαντική του ικανότητα οφείλονται στην διαμάχη της Διονυσιακής με την Απολλώνια θρησκεία με αντικείμενο τον προσεταιρισμό του περίφημου μάντη.

Πιθανότατα ο Μελάμπους ήταν απόστολος της λατρείας του Διονύσου. Η συγγένεια του Διονύσου με τις χθόνιες θεότητες εξηγεί ικανοποιητικά την προέλευση της μαντικής ικανότητας του Μελάμποδα. Το δώρο της πρόγνωσης το παίρνει από τη γη και τα φίδια που «καθαρίζουν» την ακοή του Μελάμποδα είναι κατεξοχήν χθόνια στοιχεία. Είναι η πρώτη εμφάνιση των όφεων, συμβόλων της ιατρικής επιστήμης μέχρι σήμερα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Αργότερα, το Ιερατείο της Απολλώνιας θρησκείας έκανε προσπάθεια να προσδέσει τον Μελάμποδα στο άρμα του Θεού της, που αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεστημένο της μαντικής.

 Η οντότητα του ιατρού – μάγου, είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Ευνοείται από το «μαγικό» περιβάλλον που συγκροτείται π.χ. από το άβατο ορισμένων χώρων άσκησης της ιατρικής, όπως είναι τα χειρουργεία ή τα εργαστήρια. Ενισχύεται από το εξαιρετικά ψυχρό παλαιότερα και το συγκεκριμένα πολυτελές σημερινό, περιβάλλον των ιδιωτικών κλινικών, των νοσοκομείων και των ιδιωτικών ιατρείων. Σηματοδοτείται από συγκεκριμένες στολές όπως είναι η άσπρη μπλούζα, τ’ ακουστικά που κρέμονται στο λαιμό, ή από τις τρομακτικές μάσκες και τα καπέλα που φορούν οι χειρουργοί.

Τέλος καλλιεργείται και επιτείνεται από κάποιους ιατρούς που με συγκεκριμένη συμπεριφορά κατασκευάζουν γύρω από το άτομό τους το μύθο του μάγου του χωριού ή της πόλης. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον πασίγνωστο μάγο της Τρίπολης, που έζησα στα μαθητικά μου χρόνια, ο οποίος βέβαια απομυθοποιήθηκε όταν αποδείχτηκε επικίνδυνος, αλλά δεν είναι και ο μοναδικός.

Σαν αναισθησιολόγος έχω ζήσει χειρουργούς που στο τέλος της επεμβάσεως, βγαίνουν με τη ματωμένη μπλούζα από το χειρουργείο για να ενημερώσουν τους έντρομους συγγενείς, πως τον άνθρωπό τους «τον έσωσαν».

 

Απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις


  

Μια από τις σημαντικότερες ιατρικές πράξεις του Μελάμποδα, ήταν η θεραπεία του Ίφικλου, γιου του βασιλιά της Φυλάκης, Φύλακου, στη Θεσσαλία. Δεν θα παρουσιάσω ολόκληρο το μύθο, αλλά στη Θεσσαλία ο Μελάμπους πήγε για να κλέψει ένα περίφημο κοπάδι βοδιών, που κατείχε ο Φύλακος, να το δώσει στον αδελφό του Βίαντα, ο οποίος θα το πήγαινε ως «έδνα» στο βασιλιά της Πύλου Νηλέα και θα έπαιρνε την πανέμορφη Πηρώ, κόρη του βασιλιά για σύζυγο. 

Ο Ίφικλος λοιπόν, ο γιος του βασιλιά ήταν ανίκανος. Ο Μελάμπους διέγνωσε ψυχογενή ανικανότητα και δέχτηκε να τον θεραπεύσει απαιτώντας να συμφωνήσει εκ των προτέρων ο πατέρας του, στην υπέρογκη αμοιβή του μοναδικού κοπαδιού των βοδιών. Έτσι κι έγινε. Ο Μελάμπους θεράπευσε τον Ίφικλο και πήρε τα περίφημα βόδια σαν αμοιβή.

 Ο Προίτος τώρα, γιος του Άβαντα, συμβασιλιάς της Αργολίδας μαζί με τον Ακρίσιο, είχε παντρευτεί τη Σθενέβοια, που του είχε κάνει τρεις κόρες ονομαζόμενες Λυσίππη, Ιφινόη και Ιφιάνασσα – μερικοί ωστόσο ονομά­ζουν τις δύο νεότερες Ιππονόη και Κυριάνασσα. Είτε επειδή είχαν προσβάλει τον Διόνυσο είτε επειδή είχαν προσβάλει την Ήρα με την υπερβολική κλίση τους στις ερωτοδουλειές είτε επειδή είχαν κλέψει χρυσάφι από το άγαλμα της στην Τίρυνθα, την πρωτεύουσα του πατέρα τους, οι κόρες του Προίτου προσβλήθηκαν και οι τρεις από θεϊκή μανία, και περιφέρονταν έξαλλες εδώ κι εκεί στα βουνά, σαν αγελάδες που τις έχει τσιμπήσει η μύγα, όπου συμπεριφέρονταν με τρόπο εντελώς αχαλίνωτο και ρίχνονταν στους ταξιδιώτες.

Ο Μελάμπους, όταν έμαθε τα νέα, πήγε στην Τίρυνθα και προσφέρθηκε να τις θεραπεύσει, με τον όρο ότι ο Προίτος θα του κατέβαλλε για αμοιβή το ένα τρίτο του βα­σιλείου του.

Η αναφορά αυτού του μύθου βεβαίως γίνεται, για να υπενθυμίσει, πως μέχρι σήμερα παρατηρείται η εκ των προτέρων απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις.

Θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω εδώ πως η διάγνωση και η μέθοδος θεραπείας του Ιφίκλου θεωρείται διεθνώς η πρώτη θεραπεία με εφαρμογή ψυχανάλυσης και η πρώτη θεραπεία ψυχοσωματικής νόσου.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ψυχαναλυτές θεωρούν τον Μελάμποδα ως τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον τιμούν συχνά, επισκεπτόμενοι τα ερείπια του ιερού του Μελάμποδος που βρίσκονται μέσα σε αρχαίο οχυρό στα Αιγόσθενα (νυν Πόρτο Γερμενό) της Μεγαρίδος.

Ένα άλλο ιερό στο οποίο ο Μελάμπους λατρεύτηκε σαν θεός, είναι το Ιερό της Ημερασίας Αρτέμιδος ή Αρτέμιδος Ημέρας. Είναι η Άρτεμις που ημερεύει τους ανθρώπους και προκαλεί πνευματική, σωματική και ψυχική ευεξία και βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουσικό (Χαμάκου) λίγο έξω από τα Καλάβρυτα.

Εδώ στο οροπέδιο των Σουδενών και στους πρόποδες του Χελμού, βρίσκεται σε υψόμετρο 1.200 μ. το Ιερό και η Αρχαία πόλη των Λουσών. Εδώ ήρθε στο φως ο Ναός της Ημερασίας Αρτέμιδος κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν τα έτη 1898 και 1899, από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Η φήμη του Ιερού αυτού, στο οποίο δραστηριοποιήθηκε ο Μελάμπους ως θεραπευτής, ήταν τόσο μεγάλη στον τότε ελλαδικό χώρο, ώστε να θεωρείται ότι η αρχαία πόλη των Λουσών κτίστηκε εκεί εξαιτίας του Ιερού. Προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος και του Μελάμποδα ετελούντο στους αρχαίους Λουσούς τα ΗΜΕΡΑΣΙΑ.

  

Ο ιατρός – πολιτικός


 

Ο Μελάμπους είχε πολιτικές φιλοδοξίες και κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς στο Άργος, δείχνοντας το δρόμο για την πολιτική στους νεότερους ιατρούς – πολιτικούς. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία, απαίτησε και πήρε σαν αμοιβή για τις ιατρικές του υπηρεσίες το ανώτατο αξίωμα της πόλης του Άργους.

Η ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε για να γίνει βασιλιάς, ήταν η πρόσκληση που του απηύθυνε ο τότε βασιλιάς του Άργους Προίτος, όταν οι τρεις πανέμορφες κόρες του Λυσίππη , Ιφινόη και Ιφιάνασσα, διέπραξαν την ύβρη να θεωρήσουν τους εαυτούς τους πιο όμορφες από την Ήρα και την Αφροδίτη και τιμωρήθηκαν με ιερή μανία. Ο βασιλιάς ζήτησε από το Μελάμποδα να θεραπεύσει τις κόρες του και ο Μελάμπους απαίτησε σαν αμοιβή το ένα τρίτο του θρόνου.

Ο βασιλιάς αρχικά αντέδρασε αρνητικά, αλλά αναγκάστηκε να δεχτεί, όταν η ιερή μανία εξαπλώθηκε σ’ όλες τις γυναίκες του Άργους. Ο Μελάμπους μάζεψε τους πιο εύρωστους νέους και τους έκλεισε με τις μαινάδες γυναίκες στο Σπήλαιο των Λιμνών, ή κάπου εκεί στο ειδυλλιακό περιβάλλον της Κλειτορίας ή της Κυλλήνης. Εκεί θεραπεύτηκαν. Είναι η πρώτη περιγραφή ομαδικής ψυχοθεραπείας. Υπονοείται μάλιστα η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ερωτικής συνεύρεσης

Σαν αμοιβή για τη θεραπεία των γυναικών του Άργους, έγινε βασιλιάς. «Τακτοποίησε» μάλιστα και τους συγγενείς του. Συμβασίλεψε με τον αδελφό του, ενώ οι απόγονοί του έμειναν για μερικές γενιές στο θρόνο του Άργους, με το γενικό όνομα Μελαμποδίδες.  Ο πιο διάσημος από τους Μελαμποδίδες ήταν ο Αμφιάραος, σπουδαίος μάγος – μάντης – ιατρός, που πήρε μέρος στην εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας, ίδρυσε απομονωμένα θεραπευτήρια (σαν τα νεότερα Ασκληπιεία) που καλούνται Αμφιαράεια και λατρεύτηκε σαν θεός στον Ορωπό, όπου και το πιο γνωστό Αμφιαράειο.

Η πολιτική εξουσία σε πολλά μέρη της γης, δεν είναι πλέον δοτή ή κληρονομική. Οι πολίτες επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό αυτούς που θα κυβερνήσουν. Όταν όμως επιλέγουν γι αυτή τη θέση τον θεράποντα ιατρό τους, η σχέση που αναπτύσσεται δεν είναι καθαρά πολιτική.

Η σχέση ιατρού – ασθενούς είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και ο ιατρός είναι το ισχυρό μέρος αυτής της σχέσης. Η εκμετάλλευση της ισχύος, της επιρροής αλλά και της γοητείας που κάποιοι ιατροί ασκούν στους ασθενείς και πιθανούς ασθενείς συμπολίτες τους, έχει κατά καιρούς αποτελέσει το μέσο για την εξασφάλιση της υποστήριξής τους για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

Οι περισσότεροι ιατροί βεβαίως, αναδείχτηκαν σε πολιτικούς ηγέτες, χωρίς ν’ ασκήσουν την ιατρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος Τσε Γκεβάρα, που αν και ιατρός, κατέκτησε την εμβληματική θέση του παγκόσμιου επαναστάτη, χάρη στη μαχητικότητα, τον ηρωισμό και την ηγετική του φυσιογνωμία. Ο Τσε ουδέποτε άσκησε την ιατρική, εκτός πεδίου μάχης.

Ένθερμος υποστηρικτής του συνδυασμού των δύο ιδιοτήτων του ιατρού δηλαδή και του πολιτικού, είναι ο Κύπριος πολιτικός Βάσος Λυσσαρίδης. Σε πολλά άρθρα και ομιλίες του θεωρεί πως οι ιατροί γίνονται ικανοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί, γιατί «η πολιτική είναι θεραπευτική κοινωνικών ασθενειών ή έστω φαινομένων». Και αλλού δηλώνει: «Θεώρησα τον εαυτό μου λιποτάκτη όταν μεταπήδησα από την ιατρική στην πολιτική. Παράμεινα γιατί την αντιμετώπισα ως θεραπευτική κοινωνικών νόσων και διατήρησα στην αντιμετώπιση της την ιατρική προσέγγιση».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον σπουδαίο Ιατρό και λογοτέχνη Γεώργιο Τσουκαντά, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λαύκα Κορινθίας εγκαταστάθηκε στην Λύρκεια, πατρίδα της μητέρας του, αγάπησε με πάθος το Άργος και υπηρέτησε με συνέπεια τον Αργειακό λαό. Μελέτησε όσο κανένας άλλος τον Μελάμποδα  

Δημοσίευσε πολλές μελέτες που τον αναδεικνύουν σαν τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον πρώτο «Ψυχοσωματιστή», τόσο στην Ελλάδα όσο στο Βέλγιο και τη Γαλλία, στη γαλλική γλώσσα (τις δημοσιεύσεις στη Γαλλική συνυπογράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Κουρέτας).   

Από αυτήν εδώ τη θέση, παρουσίασε στο ακροατήριο του Δαναού τις περιπτώσεις ψυχοθεραπείας των θυγατέρων του Προίτου, της ομαδικής μανίας των Αργείων γυναικών, της ατεκνίας του Ιφίκλου και της ψυχώσεως του Αλκάθου (βασιλέα των Μεγάρων, από το γένος των Πελοπιδών, πάσχοντα από μελαγχολία).

Ανακεφαλαιώνοντας:

 Σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βράβευσε δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της ιατρικής επιστήμης και τίμησε τη μνήμη του Ανδρέα Λεούση, ενός ιατρού που ξεχώρισε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Εγώ παρουσίασα κάποιες πτυχές των δραστηριοτήτων του θεωρούμενου πρώτου ιατρού της Ευρωπαϊκής ιστορίας, του μυθικού βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, γιατί αυτές οι δραστηριότητες έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Αναφέρονται στην άσκηση της ιατρικής, στην κεκαλυμμένη άσκηση μαγείας και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Καθένας από τους ακροατές βγάζει συμπεράσματα ανάλογα με την προσωπική του ηθική και τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες (δεοντολογία) της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης.

 

Παναγιώτης Ν. Τσελφές

Ιατρός Αναισθησιολόγος

Διευθυντής Τμήματος Αναισθησιολογίας

Γενικού Νοσοκομείου Άργους

 

Read Full Post »

Σύλλογος Μαιών – Μαιευτών Περιφέρειας Εφετείου Ναυπλίου

 


Ο Σύλλογος Μαιών – Μαιευτών Περιφέρειας Εφετείου Ναυπλίου (ΣΕΜ Ναυπλίου) είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που υπάγεται στο Υπουργείο Υγείας. Σε αυτόν περιλαμβάνονται Μαίες και Μαιευτές που εργάζονται στον Ιδιωτικό και Δημόσιο Τομέα στους Νομούς Αργολίδας, Κορινθίας, Μεσσηνίας, Αρκαδίας και Λακωνίας και αριθμούν σήμερα περισσότερα από 120 μέλη.

Οι Εφετειακοί Σύλλογοι Μαιών – Μαιευτών ιδρύθηκαν με το Βασιλικό Διάταγμα της 28 – 12 – 1955, το οποίο όριζε να συσταθεί Επιστημονικός Σύλλογος Μαιών με έδρα την πόλη όπου υπήρχε Εφετείο. Έτσι, δημιουργήθηκαν 9 Εφετειακοί Σύλλογοι, της σύστασης των οποίων προηγήθηκε η δημιουργία του Πανελλήνιου Συλλόγου Μαιών (1934), στον οποίο εγγράφονταν τόσο Μαίες που είχαν σπουδάσει όσο και πρακτικές Μαίες.

Σύμφωνα με τον εσωτερικό Κανονισμό λειτουργίας του ΣΕΜ Ναυπλίου (30 Απριλίου 1959), σκοπός της ίδρυσης του Συλλόγου είναι «η μέριμνα της από πάσης απόψεως ιδία δε επιστημονικής και ηθικής εξυψώσεως του Μαιευτικού επαγγέλματος, καθώς και η προσαρμογή των οικονομικών και ηθικών συμφερόντων των Μαιών προς το γενικότερο συμφέρον. Ο σκοπός αυτός επιδιώκεται ιδία:

  • Δια της μερίμνης περί της αρτιοτέρας επιστημονικής καταρτίσεως των Μαιών.
  • Δια της περιφρουρήσεως της αξιοπρεπείας των Μαιών και δια της ασκήσεως της πειθαρχικής εξουσίας
  • Δια της καλλιεργείας και αναπτύξεως κοινού συναδελφικού πνεύματος μεταξύ των Μαιών, επί σκοπώ πληρεστέρας εκπληρώσεως της αποστολής των
  • Δια του ελέγχου της ακριβούς τηρήσεως και εφαρμογής των Νόμων και κανονισμών, των αφορώντων τα καθήκοντα και δικαιώματα των Μαιών
  • Δια της μελέτης των συνθηκών ασκήσεως του Μαιευτικού επαγγέλματος της παρακολουθήσεως των προς βελτίωσιν αυτών λαμβανομένων μέτρων ως και της υποβολής προτάσεως, πληροφοριών και γνωμών, αφορωσών την βελτίωσιν της εν γένει Νομοθεσίας»

Παναγιωτοπούλου Ευανθία, έτος εγράφης 1951.

Οι Εφετειακοί Σύλλογοι Μαιών συνεδριάζουν από κοινού δύο φορές το χρόνο ή συχνότερα επί σημαντικών ζητημάτων υπό την Προεδρία του ΣΕΜ Αθηνών, ο οποίος ασκεί εποπτεία, εκδίδει εδώ και 5 δεκαετίες το επιστημονικό περιοδικό «Ελευθώ» και εκπροσωπεί τη χώρα μας στην Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια Συνομοσπονδία Μαιών και στους Διεθνείς Οργανισμούς, όπως είναι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO).

Όργανα Διοικήσεως του ΣΕΜ Ναυπλίου είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και η Συνέλευση. Η Συνέλευση καλείται τακτικά μία φορά το χρόνο και εκτάκτως εφόσον το ζητήσει γραπτά το 1/10 των μελών. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΕΜ Ναυπλίου είναι 5μελές, αποτελούμενο από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γενικό Γραμματέα, Ταμία και ένα Μέλος καθώς και από Πειθαρχικό Συμβούλιο. Πρώτη Πρόεδρος του ΣΕΜ Ναυπλίου ήταν η Αικατερίνη Ζερβού – Γκιώζου († 1961).  Οι εκλογές για την ανάδειξη του ΔΣ γίνονται ανά τριετία μεταξύ των μελών του ΣΕΜ Ναυπλίου, μήνα Φεβρουάριο και ημέρα Κυριακή και τα μέλη του προηγούμενου ΔΣ είναι επανεκλέξιμα. 

Σύμφωνα με το υπ. αριθμ 349/14-6-1989 άρθρο 2 Προεδρικό Διάταγμα και στην παράγραφο 2.1, τα καθήκοντα των πτυχιούχων των Τμημάτων Μαιευτικής των ΤΕΙ ορίζονται ως εξής: 

 

 

Γενικά Καθήκοντα 


  

  1. εκτέλεση φαρμακευτικής αγωγής κατόπιν ιατρικής οδηγίας και παρασκευή παρεντερικών διαλυμάτων (από το στόμα, ορθό, κόλπο, ενέσεις υποδόριες, ενδομυικές, ενδοδερμικές, ενδοφλέβιες)
  2. καθετηριασμός ουροδόχου κύστεως
  3. τοποθέτηση καθετήρα Levain κατόπιν ιατρικής οδηγίας
  4. περιποίηση τραύματος και χειρουργικών τομών σε περιπτώσεις ανάγκης
  5. συρραφή μικροτραυμάτων σε περίπτωση ανάγκης
  6. λήψη αίματος για εργαστηριακές εξετάσεις
  7. λήψη επιχρισμάτων για έγκαιρη διάγνωση του Ca των γεννητικών (Pap Test) και κολπικού εκκρίματος για μικροβιολογική εξέταση
  8. προετοιμασία και αποστείρωση εργαλείων και υγειονομικού υλικού
  9. εξέταση ούρων εγκύου γυναίκας για την εξακρίβωση σακχάρου, οξόνης και λευκώματος κατά την εξέταση
  10. λήψη και καταγραφή μαιευτικού ιστορικού
  11. παροχή ολοκληρωμένης νοσηλευτικής φροντίδας της εγκύου, επιτόκου, λεχώνας και νεογέννητου στο νοσοκομείο και το σπίτι, σύμφωνα με το καθηκοντολόγιο
  12. τήρηση απαραίτητων εγγράφων, διαγραμμάτων, μητρώων, ιστορικών και αρχείων και με χρήση σύγχρονης τεχνολογίας
  13. συνταγογράφηση φαρμάκων βιταμίνη, σίδηρο, σπασμολυτικά, πεθιδίνη, μητροσυσταλτικά, μητροσυσπαστικά και τοπικά αναισθητικά
  14. σωστή πληροφόρηση, παροχή οδηγιών σε θέματα οικογενειακού προγραμματισμού και εφαρμογή καθορισμένων μεθόδων αντισύλληψης
  15. ενημέρωση της οικογένειας σε θέματα της αρμοδιότητάς τους
  16. εκτέλεση γραπτών οδηγιών που έχουν ορισθεί από το γιατρό
  17. λήψη μέτρων για την πρόληψη και καταστολή των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων
  18. έκδοση πιστοποιητικού γέννησης (δήλωση) σε περίπτωση τοκετού από την ίδια

  

Ειδικά καθήκοντα 

 


  

  1. κατά την εγκυμοσύνη
  2. διάγνωση της εγκυμοσύνης και κλινική παρακολούθηση της φυσιολογικής εγκυμοσύνης
  3. έγγραφη ή συμβουλευτική παροχή οδηγιών για τις απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις με σκοπό την όσο γίνεται έγκαιρη διάγνωση κάθε εγκυμοσύνης υψηλού κινδύνου και τη μεταφορά στα ειδικά κέντρα ή κλήση του γιατρού
  4. παροχή οδηγιών στον τομέα της υγιεινής και της διατροφής
  5. κατάρτιση προγράμματος προετοιμασίας γονέων για το μελλοντικό τους ρόλο και εξασφάλιση πλήρους προετοιμασίας για τον φυσικό τοκετό (ψυχοπροφυλακτική)
  6. παρακολούθηση, φροντίδα, προετοιμασία και βοήθεια της επιτόκου κατά τον τοκετό
  7. έλεγχο της κατάστασης του εμβρύου και της λειτουργίας της μήτρας με όλα τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα (monitors κλπ) κατόπιν ιατρικής οδηγίας
  8. εκτέλεση φυσιολογικού τοκετού, περιναιοτομίας μετά από τοπική αναισθησία και συρραφή περινέου όπου χρειάζεται και μέχρι ρήξεως ΙΙ βαθμού
  9. εκτέλεση τοκετού επί ισχιακής προβολής σε περίπτωση ανάγκης και απουσίας μαιευτήρος
  10. έγκαιρη διάγνωση παθολογικών συμπτωμάτων στην επίτοκο και το έμβρυο που απαιτούν παρέμβαση γιατρού, όπως είναι δακτυλική αποκόλληση πλακούντα και επισκόπιση μήτρας
  11. επισκόπηση τραχήλου κόλπου
  12. παρακολούθηση και νοσηλευτική φροντίδα λεχώνας στο νοσοκομείο και το σπίτι μέχρι 6 εβδομάδες
  13. παρακολούθηση και νοσηλευτική φροντίδα του νεογέννητου μέχρι την 28η ημέρα
  14. παροχή βοήθειας και καθοδήγησης για την εγκατάσταση και διατήρηση του μητρικού θηλασμού
  15. παροχή οδηγιών για την τεχνητή διατροφή όπου χρειάζεται
  16. φροντίδα του νεογέννητου αμέσως μετά τον τοκετό, λήψη όλων των μέτρων που επιβάλλονται σε περίπτωση ανάγκης
  17. σε περίπτωση πρόωρου ή προβληματικού νεογέννητου αναλαμβάνει τη μεταφορά του στην κατάλληλη μονάδα
  18. προετοιμασία για την υποδοχή προώρου ή προβληματικού νεογνού και νοσηλευτική φροντίδα αυτού στις Νοσηλευτικές Μονάδες

  

Πανελλήνιο Συνέδριο Μαιών, 1992.

Σύμφωνα με τα παραπάνω καθήκοντα προκύπτει ότι οι Μαίες και Μαιευτές είναι υπεύθυνοι για την εκτέλεση του Φυσιολογικού Τοκετού αλλά έχουν και το δικαίωμα της συνταγογράφησης φαρμάκων, μια υποχρέωση που ο Νόμος παρέχει σε αυτούς, στους γιατρούς, οδοντίατρους και κτηνίατρους. Γενικά, όμως, είναι αρμόδιοι για μια σειρά θεμάτων που αφορούν στη φροντίδα για την πρόληψη της υγείας της γυναίκας σε κάθε φάση του αναπαραγωγικού της κύκλου. 

Ο ΣΕΜ Ναυπλίου στον τομέα της επιστημονικής κατάρτισης των μελών του αλλά και στην ενημέρωση του πληθυσμού για θέματα υγείας έως τώρα έχει αναλάβει τις εξής δράσεις:  

  • Διοργάνωση του 5ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Μαιευτικής (Ναύπλιο 5 – 8 Νοεμβρίου 1992)
  • Διοργάνωση Ημερίδας για τον Φυσικό Τοκετό (Ναύπλιο 3 Μαΐου 2009)
  • Διοργάνωση 1ου Μετεκπαιδευτικού Σεμιναρίου για το Μητρικό Θηλασμό (Κόρινθος 6 – 7 Φεβρουαρίου 2010)

Ενώ συμμετέχει τακτικά σε συνέδρια και σεμινάρια που διοργανώνονται από άλλους φορείς. Παράλληλα τηρείται Μητρώο μελών (πρώτη καταχώρηση 1959), βιβλίο πρακτικών, πρωτόκολλο αλληλογραφίας, αρχείο, επιστημονικές ταυτότητες που ανανεώνονται ετησίως βάσει νόμου ενώ πλέον έχει δημιουργηθεί και ιστολόγιο στη διεύθυνση www.semnau.wordpress.com 

Το τωρινό Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από: Παιδάκης Αγησίλαος (Πρόεδρος), Ψύλλα Μαρία (Αντιπρόεδρος), Μιχάλης Μώρος (Γεν. Γραμματέας), Βλαχοπούλου Χριστίνα (Μέλος) και Αγγέλαινα Γεωργία (Ταμίας). Η θητεία του ΔΣ θα λήξει το Φεβρουάριο του 2011.

Read Full Post »

Λεούσης Ανδρέας (1899-1965) 


 

   

Λεούσης Ανδρέας (1899-1965)

Ο Ανδρέας Λεούσης γεννήθηκε το 1899 στην Καρυά Αργολίδας από αγροτική οικογένεια. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στην Καρυά και το Γυμνάσιο στο Άργος. Φοίτησε στις Ιατρικές Σχολές των Πανεπιστημίων του Βερολίνου και της Λειψίας και έλαβε το δίπλωμα του της Γενικής Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο της Χάγης-Γερμανίας, ένα από τα παλαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης που ιδρύθηκε το 1502. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο το 1930 του απονεμήθηκε ο τίτλος του  Δόκτορος με τη διδακτορική διατριβή  “Ιστορία της υπινιακής παρακέντησης”. 

Ως φοιτητής στη Γερμανία είχε εκλεγεί Πρόεδρος του Συλλόγου των Ελλήνων Φοιτητών Γερμανίας, μιας γενιάς φοιτητών που ανέδειξε πολλούς  διακριθέντες επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων, πολιτικούς και διπλωμάτες, ένας δε εξ’ αυτών ήταν και  ο στενός του φίλος Ξενοφών Ζολώτας. 

Από το 1930 μέχρι το 1941 εργάστηκε στις Πανεπιστημιακές κλινικές της Χάγης και της Λειψίας. Ταυτόχρονα από το 1934 άσκησε την ιατρική ως παθολόγος, διατηρώντας ιδιωτικό Ιατρείο στο Κέντρο της Λειψίας με ιδιαίτερη επαγγελματική επιτυχία. Με την κήρυξη του πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα, στο τέλος του Φεβρουαρίου 1941 και εγκαταστάθηκε στο Άργος εξασκώντας τη γυναικολογική-μαιευτική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής , ως γνώστης της γερμανικής γλώσσας, βοήθησε πολλούς συμπολίτες του μεσολαβώντας στη Γερμανική Διοίκηση. 

Το 1944 παντρεύτηκε την Αργείτισα Ασπασία Διαμαντοπούλου και απέκτησε με αυτήν δυο τέκνα, τον Γεώργιο και την Ήβη. Εργάστηκε στο Άργος και στο Ναύπλιο, σε διάφορες θέσεις. Στο ΠΙΚΠΑ, στο ΙΚΑ, στο Κρατικό Νοσοκομείο του Άργους ως Γενικός Διευθυντής, στο Αγροτικό Ιατρείο Καρυάς, αλλά και ως ιδιωτεύων Γυναικολόγος- Παθολόγος. Ήταν ιδρυτικό μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Άργους. 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του δραστηριότητος, άσκησε την Ιατρική ως λειτούργημα. Είχε ισχυρή άποψη για την υποχρέωση του ιατρού να βοηθά τους ασθενείς του, λέγοντας: ” Η πόρτα του ιατρείου μου είναι ανοιχτή για όλους. Αυτός που δεν έχει χρήματα να με πληρώσει, με αμείβει με την ευγνωμοσύνη του. Αυτή την αμοιβή επιδιώκω γιατί αυτή ταιριάζει  στον λειτουργό της ιατρικής”. Πέθανε το 1965. 

   

Πηγή  


 

  • Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», φύλλο 3268, Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010.

Read Full Post »

Μπιτζής Εμμανουήλ (1921-1998) 


 

Μπιτζής Εμμανουήλ (1921-1998)

Ο Μπιτζής Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου και της Αθηνάς, γενικός χειρουργός που για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα συνέδεσε τ’ όνομά του με την ύπαρξη του Νοσοκομείου Άργους, γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Αργολίδας το 1921. Το 1938 μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διέκοψε τις σπουδές το 1940, με την κήρυξη του Ελληνο–Ιταλικού Πολέμου. Υπηρέτησε (23-11– 42 έως 15 -07-46) στην β’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα” σαν “άμισθος υποβοηθός” και στη συνέχεια (16–07–46 έως 27–04-49) σαν “ημερομίσθιος βοηθός” στην  Α’  Χειρουργική  κλινική του ίδιου νοσοκομείου. 

Εν τω μεταξύ ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές ( Πτυχίο Ιατρικής 30 Μαΐου 1946) και το Μάρτιο του 1949 κλήθηκε να υπηρετήσει τη θητεία του. Υπηρέτησε 4 χρόνια σε στρατιωτικά νοσοκομεία: 428 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Φλώρινας ( ως οπλίτης ιατρός από 07 – 06 -49 έως 24 – 11-49), 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Λάρισας (ως έφεδρος ανθυπίατρος από 18–06-50 έως 24–12-51),  401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών ( ως έφεδρος ανθυπίατρος από 27–12– 51 έως 23-09- 52 στη χειρουργική κλινική).  Έλαβε τον τίτλο της ιατρικής ειδικότητας του χειρουργού στις 07-08-52. 

Όταν επιτέλους απολύθηκε από το στρατό (23 – 11 – 52), εργάστηκε στην Ορθοπαιδική Κλινική του Ν. Παίδων “Αγία Σοφία”, στο Ριζάρειο Νοσοκομείο, Αθηνών “Ο Άγιος Γεράσιμος ” (Δαφνί), 29 -11- 52 έως 11 –07 – 53 “ ως ημερομίσθιος ιατρός του Ν.329/ 1945” βοηθός “Χειρουργικού Ιατρείου”, όπου μυήθηκε στις χειρουργικές επεμβάσεις επί  του εγκεφάλου

Παντρεύτηκε τη Παναγιώτα Μπαμπέ από το Μαντούδι της Εύβοιας και απέκτησε δυο κόρες , τη Θένια (Αθήνα) που σπούδασε Οδοντιατρική και εργάζεται με επιτυχία στην Αθήνα και τη Μαρία που σπούδασε οικονομίκα και διοίκηση επιχειρήσεων και κάνει καριέρα  σαν ανώτερο διοικητικό στέλεχος μεγάλης επιχείρησης. 

Στιγμές ανάπαυλας στο μπαλκόνι της κλινικής

Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Άργος. Σαν ιδιώτης ίδρυσε τη χειρουργική κλινική “Γαληνός” σε οίκημα ιδιοκτησίας Αργυράκη και εργάσθηκε σ’ αυτή μέχρι το 1960, όταν εγκαταστάθηκε στο ιδιόκτητο κτίριο της μικτής χειρουργικής – Μαιευτικής Γυναικολογικής Κλινικής Άγιοι Ανάργυροι”, μαζί με το Μαιευτήρα Σαράντο Δαυρόπουλο. Στο χειρουργικό τμήμα της κλινικής αρχικά συνεργάστηκε με το χειρουργό Ανδρέα Ντρούλια μέχρι που ο Δημήτριος Λίτσας εγκαταστάθηκε σαν μόνιμος συνεργάτης, εγκαταλείποντας τη δική του χειρουργική κλινική. 

Στην Κλινική “Άγιοι Ανάργυροι” εργάστηκαν σαν συνεργάτες πολλοί χειρουργοί διαφόρων ειδικοτήτων. Αναφέρω μερικούς, όπως ο οφθαλμίατρος Δημήτριος Καρκούλης, ο Ωτορινολαρυγγολόγος Νίκος Μουσούρος, ο Ουρολόγος Αλέξανδρος Ντούτσιας, ο Αγγειοχειρουργός Πέτρος Αποστολόπουλος , οι Γενικοί Χειρουργοί Δημήτριος Μελιγκώνης και Ανδρέας Πραξιτέλους, οι Μαιευτήρες Πάνος Ηλιακόπουλος, Γιώργος Ηλιόπουλος και ο Αθανάσιος Λυκάκης, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος Διευθυντής του  Μ– Γ Τμήματος. 

Στις 18 Μαΐου  1957 ανέλαβε τη Χειρουργική κλινική του Νοσοκομείου  Άργους , όταν αυτό στεγαζόταν ακόμη στο Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο. 

Η κλινική «Άγιοι Ανάργυροι»

Από το 1957  μέχρι και το 1963 είναι ο μόνος ιατρός της χειρουργικής κλινικής. Το νοσοκομείο διαθέτει ένα μόνο  “εσωτερικό βοηθό” ιατρό για όλα  τα τμήματα. Χειρουργεί και αντιμετωπίζει μόνος 1733 ασθενείς, 300 περίπου χειρουργικές επεμβάσεις το χρόνο. Όλες αυτές χωρίς παρουσία ειδικού Αναισθησιολόγου. Ταυτόχρονα βλέπει 2000 περίπου ασθενείς κάθε χρόνο στα εξωτερικά ιατρεία, σε 24ωρη βάση λειτουργίας. 

Την 5η Μαΐου 1965 του απενεμήθη από το Νοσοκομείο Άργους “ εύφημος μνεία λόγω εξαιρετικών προς το ίδρυμα προσφερθεισών υπηρεσιών”. 

Το 1985 ξεκίνησε η εφαρμογή του ΕΣΥ. Στις 31 – 01- 1986 αποχώρησε από την  υπηρεσία στο δημόσιο, “απολύθηκε λόγω κατάργησης της θέσης” σύμφωνα με την τότε νομική ορολογία. Συνέχισε να εργάζεται σαν ιδιώτης χειρούργος για μικρό χρονικό διάστημα. 

Ταλαιπωρήθηκε περισσότερα από 10 χρόνια από βασανιστική νευραλγία του τριδύμου. Τέλος τον  Οκτώβριο του 1998 έχασε τη ζωή του από μετεγχειρητική επιπλοκή, όταν υποβλήθηκε σε ενδοκρανιακή έγχυση για καταστολή της δραστηριότητας του Γασερείου Γαγγλίου. 

Αναφέρονται οι επιστημονικές ανακοινώσεις γιατί από αυτές αναδεικνύονται τα ιατρικά προβλήματα που απασχολούσαν τους συναδέλφους στα χρόνια 1951 – 1958: αιμοφιλία, αδενοπάθεια, τέτανος, γρίπη. 

  

  1. Αυρηλιώνης Διον. και Μπιτζής Εμ. Περίπτωσις Αιμοφιλίας χειρουργηθείσα δις επιτυχώς. Νοσοκομειακά Χρονικά. 11 (3) , 1951.
  2. Ντρούλιας Α. και Μπιτζής Εμ. Πρωτοπαθής μεσεντέριος αδενοπάθεια υποδυόμενη ενδοκοιλιακόν όγκον. Α’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα”, 1958.
  3. Ντρούλιας Α. και Μπιτζής Εμ. Αι νεώτεραι αντιλήψεις περί τετάνου σήμερον. Α’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα”, 1958.
  4. Μπιτζής Εμ. Η επιπλοΐτις ως ιδία νοσηρά οντότης. Ιατροχειρουργική Εταιρία  Αθηνών, συνεδρίασις 28 – 03 – 56.
  5. Μπιτζής Εμ. Τα υποτροπιάζοντα κατά την επιδημίαν της γρίπης γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και αι σημειωθείσαι επιπλωκαί τούτων. Ιατροχειρουργική Εταιρία Αθηνών, συνεδρίασις 05 – 02- 58.

Παραθέτω την προσωπική μου άποψη και εμπειρία από τη συνεργασία μαζί του. Η δήλωση αυτή κρίνεται απαραίτητη, γιατί κάποιοι συνάδελφοι τον γνώρισαν  κάτω από διαφορετικές συνθήκες και έχουν διαφορετική γνώμη από αυτή που εδώ εκφράζεται. 

Συναντήθηκα πρώτη φορά μαζί του τον Αύγουστο του 1979, όταν τον επισκέφτηκα στην κλινική, να ζητήσω τη συνεργασία του. Μου εξήγησε τις συνθήκες εργασίας, με λεπτομέρειες που αποδείχτηκαν απολύτως ακριβείς. Η σαφήνεια και η ειλικρίνεια χαρακτήριζαν πάντα τη συμπεριφορά του. Ειλικρίνεια  αφοπλιστική και για πολλούς ενοχλητική. 

 Η αρχή της συνεργασίας μας ήταν δύσκολη. Δεν είχε εμπειρία γενικής αναισθησίας με μυοχάλαση. Έτσι τις πρώτες φορές που την είδε θορυβήθηκε. Ειδικά την πρώτη φορά πίστεψε πως ο ασθενής  έπαθε κάτι ανεπανόρθωτο. Όταν του εξήγησα μου δήλωσε: “Εγώ θέλω τον άρρωστο να σείεται, να αντιδράει, να τον καταλαβαίνω”. Γρήγορα προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα  της Αναισθησιολογίας, αν και πολλές φορές, όταν αντιμετωπίζαμε προβλήματα δήλωνε: “Προτιμάω να φωνάζει ο άρρωστος, παρά εγώ”. 

 Η προσωπική μας σχέση ήταν πολύ καλή. Είχα  την υποστήριξη του κάθε φορά που τη χρειάστηκα. Ακόμη και οι πολιτικοί καυγάδες  μας ήταν σχεδόν προσποιητοί. Το προσωπικό του νοσοκομείου που τον γνώριζε από παλιά, δήλωνε με έμφαση, πως ο ψυχισμός και η συμπεριφορά του άλλαξε από τότε που απέκτησε συνεργάτη αναισθησιολόγο. Φαίνεται πως το άγχος, η ευθύνη και ο εκνευρισμός που του δημιουργούσε η χειρουργική επέμβαση χωρίς ειδική αναισθησία, αλλοίωνε συνολικά τη διάθεση  και το χαρακτήρα του. Η ηρεμία στο χειρουργείο ανέδειξε μια προσωπικότητα ευχάριστη με σκωπτική διάθεση και καυστικό και ιδιότυπο χιούμορ. 

Κύριος, με όλες τις έννοιες του όρου, απόλυτα έντιμος συνεργάτης, πρόθυμος αρωγός των νέων γιατρών σε κάθε επίκληση. Οι ελάχιστοι γιατροί που εφημερεύαμε  στο Νοσοκομείο μέχρι το 1985, σ’ αυτόν βρίσκαμε αμέριστη βοήθεια, οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας, για περιστατικά κάθε ειδικότητας. Πάντα πρόθυμος και αποτελεσματικός, δεν δυσανασχέτησε ποτέ στα βίαια νυχτερινά ξυπνήματα. Βοηθός όλων των άλλων χειρουργικών ειδικοτήτων, του Ουρολόγου, του Ορθοπαιδικού και του Μαιευτήρα. Στη διάρκεια της θητείας του δεν έγινε καμία καισαρική τομή χωρίς  τη βοήθεια του. 

Τελειώνοντας θέλω να τονίσω πως υπήρξε δάσκαλος της χειρουργικής τεχνικής και της επιστήμης για τους νεώτερους συναδέλφους, χωρίς την ιδιαίτερη έμφαση που συνηθίζεται στις μέρες μας. Τους μετέφερε την πολύχρονη πείρα του και τους δίδαξε την επιλογή της ελάχιστης επέμβασης που θα έδινε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σε μια φουρνιά νέων χειρουργών που με ενθουσιασμό επιθυμούσαν το μέγιστο αποτέλεσμα, έδειξε με τον τρόπο του τη συντηρητικότερη επιλογή. Κι αν αυτή η προσφορά του δεν αναγνωρίστηκε αμέσως, μπορώ από τη σκοπιά του αναισθησιολόγου να βεβαιώσω, πως μετά από χρόνια, οι ίδιοι τότε νέοι  χειρούργοι εφαρμόζουν τις αρχές που από  το Μανώλη Μπιτζή διδάχτηκαν. 

Τσελφές Παναγιώτης  

Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους  

Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 5, Μάρτιος 2005.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »