Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα  από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  11  Δεκεμβρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο  κ. Γιώργος Δημόπουλος

Νευρολόγος- Ψυχίατρος

Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής

με θέμα:

« Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα

 από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Γιώργος  Δημόπουλος


  

Γεννήθηκε στον Ελαιώνα του Δήμου Διακοπτού. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε τη Στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός του Υγειονομικού. Ειδικεύθηκε στη Νευρολογία-Ψυχιατρική και αργότερα στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει πλήθος Εκπαιδευτικών Ιατρικών συνεδρίων και σεμιναρίων τόσο εις την ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή. Από το 1977 είναι ειδικευμένος ιατρός και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ως Νευρολόγος- Ψυχίατρος και Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής με έμφαση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία στην Αθήνα.

Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε το 2003 με την «ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ πρώτο μέλημα στη ζωή». Συνέχισε το 2006 με  την «ΑΛΗΘΕΙΑ πόση αλήθεια αντέχουμε» από τις εκδόσεις      «Αυτογνωσία». Το 2007 συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο « Ελληνικά  Γράμματα» από τον οποίο εκδόθηκε το δοκίμιο «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ο καθρέφτης της ψυχής» και το 2009 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η «ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ. Το μυστικό της επιτυχίας». Το 2011  6 Απριλίου εκδόθηκε το δοκίμιο «ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ»  και  στις  11  Ιουλίου  του  ίδιου έτους το δοκίμιο «ΑΓΑΠΗ» λένε η αγάπη κατοικεί στ’ αστέρια.

Έχει τιμηθεί για την κοινωνική προσφορά του με το Χρυσό Σταυρό της Χιλιετηρίδος από την Παλαίφατο Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους το 2004. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και της Ελληνικής  Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας Αθηνών. Έχει δώσει διαλέξεις σε Πνευματικά Κέντρα και Στελέχη Επιχειρήσεων με θέμα: « Αυτογνωσία Αυτοβελτίωση και επιτυχία στο επάγγελμα». Είναι έγγαμος με τη δικηγόρο Αναστασία Δημοπούλου και έχει  τρία παιδιά.

 

Η Δικαίωση – Γιάννης Φίλης


 

Ο συγγραφέας Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου και πήρε πτυχίο ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυ­τεχνείο. Ειδικεύθηκε στον έλεγχο συ­στημάτων στο πανεπιστήμιο UCLA Αμερικής, όπου και δίδαξε για λίγο. Σήμερα είναι Πρύτανης του Πολυτε­χνείου Κρήτης (β’ θητεία). Παράλλη­λα, ασχολείται με την οικολογία και τη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορή­ματα κ.ά. Πώς συνδυάζει επιστήμη και λο­γοτεχνία, εφηρμοσμένα μαθηματικά και ποίηση; Στην παρουσίαση του τε­λευταίου βιβλίου του «Η Δικαίωση» στο Βουλευτικό Ναυπλίου (24/9/2011) μας έδωσε πειστικές εξηγήσεις γι’ αυτό το συνδυασμό: «Η εκπαίδευσή μου είναι επιστημονική – με την πιο στενή έννοια. Προσπαθώ να κατανοήσω μια μικρή πλευρά της αλήθειας με φυσικές και μαθηματικές έννοιες […]. Θεωρώ ότι η επιστήμη και η τέχνη αλληλοσυμπληρώνονται. Γιατί χωρίς τη μία ή την άλλη η προσέγγι­ση του κόσμου είναι λειψή».

 

Η «Δικαίωση» του Γιάννη Φίλη

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Η Δικαίωση - Γιάννης Φίλης

«Η Δικαίωση» είναι το τρίτο μυθι­στόρημα του Γιάννη Φίλη και το πιο ώριμο. Εστιάζεται στην κρίσιμη δε­καετία του 1950, όταν γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια, με μι­κρές αναφορές στην προηγούμενη δεκαετία και την επόμενη. Έχει υ­πόψη του τρία υπαρκτά πρόσωπα – ήρωες, από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, άγνωστα μεταξύ τους, που καταδικάζονται σε θάνατο και κλεί­νονται, στις φυλακές μελλοθανάτων στο Καλάμι Χανίων: Ο Πάνος είναι νομικός, κατάγεται από την Αργολίδα και είναι πολιτικός κρατούμενος. Ο ξυλογλύπτης Οδυσ­σέας ζει και δρα στην Ήπειρο και ο βοσκός Μενέλαος, Μανιάτης, έχουν καταδικασθεί σε θάνατο γιατί δολο­φόνησαν τις συζύγους τους, κατηγο­ρίες που τις αρνούνται. Ο Πάνος και ο Οδυσσέας εκτελούνται ενώ η ποινή του Μενέλαου μετατρέπεται σε ισό­βια με τη μεσολάβηση ενός φίλου του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η αφήγηση είναι στρωτή και ήρε­μη, χωρίς εξάρσεις ή μεροληψί­ες. Διαρθρώνεται σε 19 άτιτλα κεφά­λαια με πλούσια παρουσίαση χώρων και προσώπων. Το στήσιμο των ηρώ­ων είναι πειστικό, καθώς βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα. Αρχικά, η διαδοχή των κεφαλαίων είναι άσχε­τη, αλλά στα τελευταία «δένει» η πλοκή και αποκαλύπτεται η παθογέ­νεια της αναλυόμενης εποχής. Δίπλα στα τρία βασικά πρόσωπα στέκονται οι γυναίκες τους και άλλα δευτερεύ­οντα που ζωντανεύουν τη δεκαετία του 1950: Τα μίση του εμφυλίου, τη φτώχεια της ελληνικής κοινωνίας, τη μιζέρια και τις καταθλιπτικές συνθή­κες των φυλακών. Ο Πάνος έχει πολεμήσει στην Αντίσταση. Ο Οδυσσέ­ας αρνείται ότι σκότωσε τη γυναίκα του και λέει, έως την τελευταία του στιγμή, «είμαι αθώος».

Ο Μενέλαος, «δεξιός ως το κόκκαλο», έχει σκοτώ­σει πολλούς του ΕΛΑΣ και λέει τα ί­δια. 18 χρόνια αργότερα, ο πραγματι­κός δολοφόνος, ένας ετοιμοθάνατος, εξομολογείται σε παπά ότι αυτός σκό­τωσε τη γυναίκα του Μενέλαου. Έτσι, ελευθερώνεται ο Μενέλαος και γυρίζει στο χωριό του – σ’ ένα κόσμο που δεν καταλαβαίνει πια. Αυτή ήταν η δικαίωσή του.

Ο μυθιστοριογράφος, φαίνεται καθαρά πως είναι ποιητής. Δεν αφη­γείται με την καθάρια γλώσσα του ρε­αλισμού, αλλά χρησιμοποιεί και στοι­χεία του σουρεαλισμού. Αυτό συγχέ­ει κάπως την αφήγηση. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει ψυχολογική βαθύτητα στην πλοκή του μυθιστορήματος. Οι τρεις κατάδικοι – μελλοθάνατοι γνω­ρίζονται μέσα στη φυλακή και συνο­μιλούν.

Ο αφηγητής δεν παίρνει θέση απέ­ναντι στις ιδεοληψίες των ηρώων του: Φιλοσοφεί με περίσσεια σκέ­ψης, δείχνοντας τη θέση κάθε παρά­ταξης: «Δεν υπάρχουν μυστικά στην αυλή της φυλακής, όπως δεν υπάρ­χουν μυστικά στα χωριά (…), η ζωή του καθενός σε κοινή θέα. Είναι εύ­κολο να κρύψει κανείς τη συνείδησή του πίσω από λέξεις και άρθρα, αριθ­μούς. Μόνο οι νεκροί δεν αμφιβάλ­λουν.(…) Στα χρόνια που πέρασαν οι λέξεις, τα ονόματα άλλαξαν βαθμιαία. Ο συμμοριτοπόλεμος έγινε εμ­φύλιος, οι εθνικόφρονες, δωσίλογοι. Οι κομμουνιστές νομιμοποιήθηκαν. Απολιθωμένα χρέη της μνήμης που αποπληρώθηκαν σε λάθος αντίτιμο σε λάθος εποχή. Τώρα οι άνθρωποι κοίταζαν αλλού, έψαχναν αλλού», (σ. 204).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η κοινωνιο­λογική ανάλυση της δεκαετίας του 1950 πραγματοποιείται σε μαθηματική σημειολογία – παρά την υφέρπουσα ποιητική ελευθερία. Η μυθιστορία του Γιάννη Φίλη είναι μια πραγμάτω­ση με την επιστημονική και λογοτε­χνική συμβολή, γεγονός που κάνει το βιβλίο του ενδιαφέρον και πολύτιμο για τους σοβαρούς και απαιτητικούς αναγνώστες.

 Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN: 978-960-9530-03-3
Σελίδες: 230

Εκδόσεις «Μελάνι», 2011

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)


 

Η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου (Α.Δ.Π.) και το ρηξικέλευθο παιδαγωγικό πρόγραμμα που εφάρμοσε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Σχολείο του Βόλου από το 1908, προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις στην κοινωνική ζωή του Βόλου και επέφεραν την απότομη διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου το Μάρτιο του 1911. Η διακοπή αυτή σήμανε την έναρξη μιας άλλης σειράς διαδικασιών εναντίον των πρωτεργατών του Σχολείου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για σωρεία παραβάσεων κατά της επίσημης θρησκείας, της γλώσσας και της δημόσιας τάξης. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την επέμβαση των δικαστικών αρχών και έπειτα από ποικίλες διαδικασίες η υπόθεση κατέληξε να εκδικαστεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914.

Όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή τα αίτια, η αφορμή, οι διαδικασίες και οι δικαστικές περιπέτειες των δημιουργών του Σχολείου (και των στελεχών του Εργατικού Κέντρου Βόλου), καθώς και οι συνέπειες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, ονομάστηκαν μονολεκτικά «Αθεϊκά», και μ’ αυτή την ονομασία η περίοδος – από τη διακοπή της λειτουργίας του Α.Δ.Π. έως και τη δίκη του Ναυπλίου – παρέμεινε στην πολιτισμική και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιστορία της χώρας μας.

 

Μαθήτριες και διδάσκοντες του Παρθεναγωγείου Βόλου το 1910.

 

Η επίσκεψη και ο έλεγχος του διδακτικού προσωπικού από το μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη, στις 10 Φεβρουαρίου 1911, αποτέλεσε την αφορμή για να προκληθεί η λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της λειτουργίας του σχολείου, που έντεχνα καλλιέργησε από τις στήλες της εφημερίδας του «Κήρυξ» (όπως έκανε σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου) ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός

Ο πειραματικός χαρακτήρας του σχολείου, αλλά και οι φήμες που συνόδευαν τη λειτουργία του, έφεραν κατά καιρούς στις αίθουσες του διδακτηρίου ως επισκέπτες εκπροσώπους των τοπικών αρχών, απεσταλμένους του υπουργείου Παιδείας, όπως άλλωστε και λογίους από την πρωτεύουσα, δημοτικιστές και βέβαια πολλούς από τους γονείς ή συγγενείς των μαθητριών.

Η αιφνιδιαστική όμως επίσκεψη του μητροπολίτη, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στη συγκεκριμένη καθηγήτρια, τη φιλόλογο Πην. Χριστάκου (φαίνεται ότι υπήρχε προηγούμενο στις σχέσεις τους) προκάλεσαν την αντίδραση της καθηγήτριας, που αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι, αλλά και την οργή του μητροπολίτη που αποφάνθηκε ότι η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του προσωπικού απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν η πρέπουσα.

Το επεισόδιο της 10ης Φεβρουαρίου έγινε αμέσως γνωστό στην πόλη και στην επαρχία. Την επόμενη μέρα, τόσο η εφημερίδα «Κήρυξ» όσο και η αντίπαλος της «Θεσσαλία» καταχώριζαν στις στήλες τους σχόλια υπέρ και εναντίον των πρωτοβουλιών του μητροπολίτη. Τα γεγονότα δημιούργησαν φήμες που πέρασαν στην κοινή γνώμη με εύλογες συνέπειες, τόσο όσο να θορυβηθούν οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης. Η κλήση σε απολογία της καθηγήτριας Χριστάκου και η εξέταση των πραγματικών γεγονότων από τα μέλη της εφορείας του σχολείου δεν έφεραν αποτελέσματα κατευναστικά της αναταραχής που είχε προκληθεί. Η Τετάρτη 2 Μαρτίου 1911 υπήρξε η μοιραία ημερομηνία για την υπόσταση του Παρθεναγωγείου. Η δημαγωγική αρθρογραφία στον «Κήρυκα», η ασυγκράτητη δημοκοπία του μητροπολίτη και των οπαδών του, αλλά και ο φανατισμός του πλήθους δημιούργησαν τις σκοταδιστικές αντιδράσεις που ονομάστηκαν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου «διωγμός».

Πρώτη φάση του διωγμού υπήρξε η σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, η ερεθισμένη συζήτηση και η λήψη της καταδικαστικής απόφασης υπό το κράτος των πιέσεων που άσκησε η ταυτόχρονη πραγματοποίηση στους δρόμους του Βόλου λαϊκού συλλαλητηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε, με πρόταση του συμβούλου Ν. Ζαρλή, την άμεση διακοπή της λειτουργίας του Ανώτερου Παρθεναγωγείου κατά πλειοψηφία.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Οι υπεύθυνοι της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, κυρίως ο Δελμούζος και η πλειονότητα των μελών της εφορείας με επικεφαλής τον Σαράτση, προσπάθησαν με δημοσιεύματα (στην αντίπαλη του «Κήρυκος» βολιώτικη ε­φημερίδα «Θεσσαλία») και άλλες ενέργειες να ανατρέψουν τις εντυπώσεις και το εις βάρος τους κλίμα που είχαν καλλιεργήσει τα επάλληλα δημοσιεύματα του Κούρτοβικ και οι ενέργειες του μητροπολίτη. Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε ο δικαστικός διωγμός των υπευθύνων του Παρθεναγωγείου, ο οποίος σε επάλληλες φάσεις κατέληξε στην παραπομπή των κατηγορηθέντων στο εδώλιο του Εφετείου Ναυπλίου.

Πρώτος ο εισαγγελέας Βόλου Γουλ. Τόμαν ανέλαβε την ποινική δίωξη των πρωτεργατών του Παρθεναγωγείου, ενεργώντας ως ανακριτής από τα μέσα Μαρτίου ως τα τέλη Ιουνίου 1911. Ο κύκλος ανακρίσεων από τον Τόμαν συμπεριέλαβε τις καταθέσεις πλήθους κατοίκων της περιφέρειας που αναφέρονταν εναντίον προσώπων άσχετων προς τη λειτουργία του σχολείου, αλλά και εναντίον των στελεχών του δραστήριου (με πλούσια δράση από την ίδρυση του το Δεκέμβριο του 1908: έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», απεργιακούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτιστική οργάνωση των εργατών, χωρίς να αποκρύπτεται η σοσιαλιστική του ιδεολογία) Εργατικού Κέντρου του Βόλου, όπου γίνονταν (σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κήρυκος», που επαναλάμβαναν πολλοί από τους καταθέτοντες) αντιθρησκευτική και αντεθνική προπαγάνδα και διδασκαλία. Με τη μέθοδο αυτή η διατύπωση της κατηγορίας επεκτάθηκε στην «από κοινού σύστασιν προς τέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων», ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα κοινά σημεία στη δράση του Α.Δ.Π. και του Εργατικού Κέντρου υπήρξαν η χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας και η συμμετοχή του Σαράτση και του Δελμούζου σε διαλέξεις του σωματείου.

Οι ανακρίσεις του Τόμαν κατέληξαν στην απόδοση ενοχής εναντίον τριών ομάδων προσώπων: α) καθηγητών του σχολείου, β) στελεχών του Εργατικού Κέντρου και γ) προσώπων που σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων είχαν διαπράξει παρόμοιες αξιόμεμπτες πράξεις κατά το διάστημα 1908-1911. Στην τελευταία περίπτωση ανήκε και ο ποιητής, τότε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου, Κώστας Βάρ­ναλης. Μεταξύ των ενεχομένων ήταν δύο δικηγόροι που απολάμβαναν ειδικής δωσιδικίας. Το γεγονός αυτό, παρά τον όγκο της σχηματισμένης δικογραφίας, υποχρέωσε το Πρωτοδικείο Βόλου να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (!) και να παραπέμψει την υπόθεση στη δικαιοδοσία του Εφετείου Λάρισας. Από τον Ιούλιο του 1911 λοιπόν ανέλαβε νέο κύκλο ανακρίσεων για την ίδια υπόθεση ο εφέτης του Εφετείου Λάρισας Τιμ. Αμπελάς. Και αυτός, συνεχίζοντας το έργο και τη νοοτροπία του προκατόχου του, δέχτηκε τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων και τις απολογίες των ενεχομένων, προς τους οποίους κοινοποίησε το επίσημο κατηγορητήριο.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης των ανακρίσεων η έρευνα επεκτάθηκε και στους κύκλους των στελεχών του Εργατικού Κέντρου της Λάρισας, για τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατηγορίες για παρόμοιες επιλήψιμες δραστηριότητες, φυσικά μετά την ίδρυση του λαρισαϊκού σωματείου το 1910. Έτσι στους Βο­λιώτες ενεχομένους προστέθηκαν ακόμη τρεις ώστε ο συνολικός αριθμός των κατηγορουμένων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» να φτάσει τους είκοσι τρεις. Η διαδικασία κράτησε ως τον Ιανουάριο του 1912, οπότε αναγγέλθηκε η περάτωση των ανακρίσεων και εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα του Εφετείου Λάρισας (αρ. 13 της 16-1-1912).

 

Αλέξανδρος Δελμούζος

 

Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν σε δίκη για τις καταλογιζόμενες πράξεις δώδεκα από τους ενεχομένους με την κατηγορία της παράβασης των άρθρων 14 και 18 του «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί τύπου» νόμου. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Πλημμελειοδικείο Βόλου είκοσι ένα άτομα από τους κατηγορηθέντες (εκτός των δύο δικηγόρων) για παραβάσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα (βλάβη των ηθών, παρακώλυση προσευχής κ.λπ.).

Ας σημειωθεί προκαταβολικά ότι η παραπομπή των ατόμων αυτών δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο, γιατί μεσολάβησε η διεξαγωγή της πρώτης δίκης (της δίκης στο Εφετείο του Ναυπλίου, το 1914, όπως στη συνέχεια εκτίθεται), ένας ακόμη κύκλος ανακρίσεων, και τελικά εκδόθηκε το (οριστικό) απαλλακτικό βούλευμα το 1915, με το οποίο έκλεισε η δικαστική περιπέτεια των κατηγορηθέντων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου.

Ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Οι δώδεκα τελικώς κατηγορούμενοι ανήκαν σε τρεις κατηγορίες· δύο (ο Δημ. Σαράτσης και ο Αλέξ. Δελμούζος) υπήρξαν αντίστοιχα ο ιδρυτής και ο διευθυντής του Παρθεναγωγείου· εφτά (ο δικηγόρος και ιθύνων νους του Εργατικού Κέντρου Κων. Ζάχος και οι εργάτες Γ. Κόσσυβας, Σ. Ρα­φαήλ, Κ. Σούλιος, Χ. Χάριτος, Κ. Χειρογιώργος και Ν. Κατσιρέλος) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου· τρεις ακόμη (ο δικηγόρος I. Ασπιώτης, ο Α. Φλώρος κατ ο Α. Μπιτσάνης) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Λάρισας.

Μετά την έκδοση και κοινοποίηση του παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κυριότεροι των κατηγορουμένων (Σαράτσης, Δελμούζος και Ζάχος) προέ­βησαν σε προσφυγές και αιτήσεις ανακοπής, ενώ κατάθεσαν αίτηση κακοδικίας εναντίον του τελευταίου ανακριτή. Αλλά και αυτή η φάση των δικαστικών διαδικασιών (που περιείχαν ωστόσο την πειθαρχική δίωξη και την παραίτηση του Αμπελά) δεν είχαν θετικό για τους προσφυγόντες αποτέλεσμα. Σημαντικός εξάλλου παράγοντας για τις καθυστερήσεις αποδείχτηκε η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων και τα εν τω μεταξύ διατρέξαντα.

Η παραπομπή των δώδεκα κατηγορουμένων ενώπιον του Εφετείου του Ναυπλίου, με απόφαση του Αρείου Πάγου, ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 16 ως 28 Απριλίου του 1914.

Πρόεδρος του πενταμελούς Εφετείου ήταν ο Χαρ. Νικητόπουλος και μέλη οι εφέτες Κ. Μωραΐτης, Ν. Γρηγορογιάννης, I. Δεσποτόπουλος και Λ. Λουκάκος. Την εισαγγελική έδρα κατείχε ο Σ. Σωτηριάδης. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι γνωστοί Αθηναίοι δικηγόροι Λουκάς Νάκος και Κων. Τριανταφυλλόπουλος (για λογαριασμό κυρίως του Α. Δελμούζου), ο Βολιώτης δικηγόρος Νικ. Γάτσος (για λογαριασμό του Δ. Σαράτση και δευτερευόντως του Κ. Ζάχου) και ο Ναυπλιώτης Γεώργ. Πετρίδης (κατ’ έθιμον εντόπιος συνήγορος). Ωστόσο και οι τέσσερις συνήγοροι αναφέρθηκαν και υπεράσπισαν με ερωτήσεις και αγορεύσεις όλους τους κατηγορουμένους. Εννοείται ότι το βάρος της αμοιβής των δικηγόρων ανέλαβαν οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Αρείου Πάγου, το κατηγορητήριο είχε συμπτυχθεί σε δύο άρθρα. Η εκφώνηση του κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα είχε ως εξής:

«Κατηγορώ τους (…) ότι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφά­σισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και έ­νεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς α­πό του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικό Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν δια ζώσης, δια διδασκαλίας και δι’ ε­ντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ό­τι δεν υπάρχει θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι, προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άν­θρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγ­γλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεϊνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους».

Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά κυρίως στις αγορεύσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των συνηγόρων, φάνηκε καθαρά ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανήκαν στον ίδιο βαθμό υπευθυνότητας για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλ’ αντίθετα μπορούσαν να ενταχθούν σε τρεις βαθμίδες ευθύνης.

Στην πρώτη ανήκαν οι «πρωτεργάτες» (Ζάχος, Δελμούζος, Σαράτσης και, κατά δεύτερο λόγο, ο Ασπιώτης), εξαιτίας των οποίων η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο. Στη δεύτερη ανήκαν τρεις από τους κατηγορούμενους εργάτες (Κόσσυβας, Σούλιος και Κατσιρέλος), που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δικάζονταν «ερήμην», για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι διατύπωσαν και διέδωσαν αθεϊστικές ιδέες και γνώμες. Και στην τρίτη τέλος ανήκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι εργάτες (Ρα­φαήλ, Χάριτος, Χειρογιώργος, Φλώρος και Μπιτσάνης), που – αν και δυναμικά στελέχη των εργατικών σωματείων – έγκαιρα θεωρήθηκαν δευτερεύοντα πρόσωπα ως προς τη διάπραξη των αποδιδόμενων αδικημάτων, και επομένως τα λιγότερο υπεύθυνα.

«Η Δίκη του Ναυπλίου»

Ο καταμερισμός των κατηγορουμένων στις παραπάνω τρεις βαθμίδες υπευθυνότητας ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όπως κατέδειξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο ίδιος ο εισαγγελέας δέχτηκε τον ασήμαντο ρόλο των τελευταίων και κατά συνέπεια ζήτησε την απαλλαγή τους, ενώ για τους τρεις απόντες εργάτες ζήτησε τον καταλογισμό ευθύνης, κυρίως επειδή η απουσία τους από το δικαστήριο υπέθαλπε την υποψία ενοχής χους. Επομένως το κέντρο βάρους της διατυπωθείσας κατηγορίας – και τον αντίστοιχο βαθμό ενοχής -, άρα και το ύψος της ποινής, η κατηγορούσα αρχή έριξε στους τέσσερις πρωτεργάτες.

Από πολύ νωρίς εξάλλου, κατά τη διαδικασία, από τον ίδιο τον εισαγγελέα εγκαταλείφθηκε η περίπτωση ισχύος του άρθρου 14 του νόμου στις πράξεις των κατηγορουμένων, επειδή δέχτηκε ότι: «δεν χωρεί η διάταξις, διότι η διάταξις απαιτεί προσηλυτισμόν εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, θρησκευτικόν δε δόγμα είνε εκείνο το οποίον προϋπο­θέτει πάντοτε την ύπαρξιν του θεού. Η αθεΐα δεν εί­νε θρησκευτικόν δόγμα, περί ου ομιλεί το άρθρον 14…».

Απέμεινε επομένως να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις παραβάσεις που αφορούσαν την προσβολή της θρησκείας και της ηθικής, παραβάσεις για τις οποίες έκαναν λόγο τα εδάφια 1 και 2 του προαναφερθέντος 18ου άρθρου του νόμου.

Ως μάρτυρες της υπεράσπισης προσήλθαν στο Ναύπλιο, προσκαλεσμένοι από τους δύο βασικούς κατηγορούμενους, αρκετοί Βολιώτες κυρίως (οι περισσότεροι είχαν δώσει καταθέσεις και κατά τη διάρκεια των πολλαπλών ανακρίσεων της προδικασίας), αλλά και προσωπικότητες της πολιτικής και του εκπαιδευτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά πολυπληθείς υπήρξαν οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους κάτοικοι του Βόλου και της Λάρισας.

Από τα περιεχόμενα των δημοσιευμένων πρακτικών της δίκης διαπιστώνεται πως μεγαλύτερη σημασία (και αντίστοιχη έκταση) είχαν οι καταθέσεις (από τους μάρτυρες κατηγορίας) του δεσπότη Δη­μητριάδος Γερμανού, του Ν. Ζαρλή, δημοτικού συμβούλου Παγασών, του Μιλτ. Μπουφίδη, δικηγόρου και βουλευτή, του Ιω. Ιωαννίδη, δικηγόρου και πατέρα μαθήτριας του Παρθεναγωγείου και του Δ. Κούρτοβικ, δημοσιογράφου, και από τους μάρτυρες της υπεράσπισης του Ν. Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου, του Δημ. Γληνού, εκπαιδευτικού, του Δημ. Τσαμασφύρου, καθηγητή Μαθηματικών, και της Αγλ. Κοκωσλή, μέλους της εφορείας του καταργηθέντος σχολείου.

Μετά την αγόρευση και του τελευταίου συνηγόρου, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και εξέδωσε την παρακάτω απόφαση, που διάβασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του Εφετείου:

«Το Δικαστήριον σκεφθέν. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και της συζητήσεως δεν προέκυψεν, ότι οι κατηγορούμενοι είτε κατά σύστασιν είτε ιδία έκαστος καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζήτησαν κατά τον εν τω κατηγορητήρια» τόπον και χρόνον να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα με τα οποία ενεργούμενα είνε ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως. (…) Δια ταύτα Κηρύττει αθώους πάντας τους κατηγορουμένους και επιβάλλει τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Δημοσίου».

Η έκδοση της απόφασης του Εφετείου δεν υπήρξε ομόφωνη. Την έκδοση της αθωωτικής απόφασης φαίνεται ότι επηρέασαν ορισμένοι ξένοι προς τη δίκη παράγοντες, όπως η σύνθεση του Εφετείου Ναυπλίου και κάποιες πιέσεις πολιτικών προσώπων, τουλάχιστον κατά το μεταγενέστερο ισχυρισμό του εισαγγελέα Σ. Σωτηριάδη και ορισμένες πληροφορίες που διαφαίνονται στην αλληλογραφία των δύο πρωταγωνιστών. Η διεξαγωγή της δίκης και η σχετική απόφαση – όπως ήταν εύλογο – απασχόλησε έντονα τον ελληνικό Τύπο και την ελληνική κοινωνία εκφράζοντας τη γενικότερη αντίθεση μεταξύ των υπερασπιστών της γλωσσικής και «ανορθωτικής» πολιτικής και των συντηρητικών παραγόντων, οι οποίοι είδαν στα γεγονότα την έκφραση των κινδύνων κατά των παραδοσιακών αρχών. Από τα επιγενόμενα της δίκης θα πρέπει να σημειωθούν δύο τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο αφορά την τύχη των επίσημων πρακτικών και του υπόλοιπου υλικού της δικογραφίας. Το υλικό αυτό συσκευασμένο μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε το κιβώτιο με το υλικό αυτό.

Το δεύτερο γεγονός αφορά την έκδοση των πρακτικών της δίκης του Ναυπλίου με πρωτοβουλία και δαπάνες των κατηγορουμένων και αθωωθέντων πρωταγωνιστών. Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε το 1915 στην Αθήνα και αποτελεί – δεδομένης της απώλειας των επίσημων πρακτικών – τη σημαντικότερη πηγή των περιεχομένων της δίκης. Οι κύριες κατηγορίες εναντίον του σχολείου χαλκεύτηκαν από τις στήλες του «Κήρυκος», επικυρώθηκαν από τη στάση του μητροπολίτη και απέκτησαν τεράστια απήχηση στο κοινό του Βόλου και της επαρχίας του, έτσι που αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων η γλωσσική διδασκαλία και η συνεπαγόμενη (κατά τους πολεμίους) αντεθνική συμπεριφορά, η κατάργηση της προσευχής και των θρησκευτικών καθηκόντων, η προσβολή εκπροσώπων της Εκκλησίας, η «φυσική» λεγόμενη μέθοδος διδασκαλίας (στα φυσιογνωστικά μαθήματα) και οι ως ανήθικες θεωρούμενες ενέργειες των διδασκόντων αναφορικά προς τις μαθήτριες.

 

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

 

Αλέξανδρος Δελμούζος στο γραφείο του.

Στην πραγματικότητα, κυρίως υπεύθυνοι για τη δικαστική δίωξη των ιθυνόντων του σχολείου υπήρξαν οι ενδοαστικές αντιπαλότητες της εποχής, με σημείο τριβής το γλωσσικό ζήτημα, οι προσωπικοί (και πολιτικοί) λόγοι αντίθεσης πολλών προς τους Δελμούζο και Σαράτση και η λαϊκή έξαψη προς κάθε τι το καινοφανές, που εισήγαγε η διδασκαλία στο σχολείο και η συμπεριφορά των διδασκόντων σ’ αυτό. Ήταν φανερό ότι οι καινότροπες παιδαγωγικές εφαρμογές, που καλλιέργησε η διδασκαλία στο σχολείο, προκάλεσαν την αντίδραση των καραδοκούντων εχθρών (ελαυνομένων από προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, αλλά και παρακινούμενων από τους επώνυμους αντίμαχους της δημοτικής γλώσσας και της ελευθεριάζουσας παιδαγωγικής του Παρθενα­γωγείου) εναντίον των ιθυνόντων του σχολείου.

Όχι μικρότερης σημασίας στην καταδίωξη του σχολείου αιτία υπήρξε η σοσιαλίζουσα ιδεολογία των πρωτεργατών του και η ενεργητική υποστήριξή τους προς το νεοπαγές, πολιτικά και συνδικαλιστικά δραστήριο και ρηξικέλευθο στις ιδεολογικές και γλωσσικές πεποιθήσεις των στελεχών του, Εργατικό Κέντρο του Βόλου. Τα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά (αν όχι και η προσπάθεια κατάπνιξης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος, που εκπροσωπούσαν τα στελέχη του Εργατικού Κέντρου) των επώνυμων στελεχών των δύο ιδρυμάτων συναποτέλεσαν το πλαίσιο αντίθεσης των συντηρητικών και των ισχυρότερων πολιτικά δυνάμεων εναντίον του Παρθεναγωγείου και του Εργατικού Κέντρου του Βόλου· στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συμπεριελήφθησαν και τρία από τα στελέχη του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου της Λάρισας.

Η δίκη του Ναυπλίου αποτέλεσε το τέρμα μιας σειράς γεγονότων, που αφορούν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παράλληλα τις προσπάθειες καταξίωσης της εργατικής ιδέας.

Η δίκη αυτή υπήρξε η κατάληξη της φαινομενικής, τουλάχιστον, αντιδικίας μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών στοιχείων, που καθόρισε την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία μιας εποχής. Υπήρξε ακόμη η δίκη αυτή η τελευταία φάση της δικαστικής περιπέτειας, που υποχρεώθηκαν να υποστούν οι πρωτεργάτες της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και της δραστηριότητας του πρώτου Εργατικού Κέντρου της χώρας.

Υπήρξε τέλος η δίκη του Ναυπλίου το σημείο αναφοράς για μια κρίσιμη περίοδο της δημοτικιστικής κίνησης και του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος στη νεότερη Ιστορία της χώρας μας. Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε αθωωτικό για όλους τους κατηγορηθέντες. Ωστόσο, η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου είχε ήδη τελεσίδικα διακοπεί (η δράση του Εργατικού Κέντρου συνεχίστηκε με άλλες μορφές) και η ευκαιρία για την εμπέδωση και ολοκλήρωση των γλωσσοεκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν εκεί παρήλθε χωρίς επιστροφή.

 

Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, αν. καθηγητής

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  

 

Οι Πρωταγωνιστές

  

Δελμούζος  Αλέξανδρος (1880 – 1956)


 

Αλέξανδρος Δελμούζος

Γεννήθηκε στην Άμφισσα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου ήρθε σε επαφή με το νεοτεριστικό ευρωπαϊκό κλίμα της εποχής. Με την επιστροφή του ανέλαβε το 1908 τη διεύθυνση του πρότυπου Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου. Οι μέθοδοι διδασκαλίας του και οι ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1911 και σε παραπομπή σε δίκη το 1914 κατά την οποία αθωώθηκε. Το 1917 ορίστηκε επόπτης Δημοτικής Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας, οπότε και έγινε και η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Το 1920 απολύθηκε και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα παραμονής στη Γερμανία, ο Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής του Μαρασλείου το 1924. Το 1926 αποχώρησε από το Μαράσλειο και το 1929 έγινε καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1937. Υπήρξε από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910 και πρόεδρός του. Πρωτοπόρος των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών αντιλήψεων και του δημοτικισμού, ο Δελμούζος σφράγισε με το έργο του την πρώτη σημαντική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Ελλάδα. Έγραψε το «Σαν παραμύθι» (1911), «Δημοτικισμός και παιδεία» (1927), «Τρία χρόνια δάσκαλος» (1927), «Παιδεία και Κόμμα» (1946), καθώς και πλήθος παιδαγωγικών μελετών στο «Δελτίο» του Εκπαιδευτικού Ομίλου και στα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Σαράτσης Δημήτρης  (1871 – 1951)


 

Δημήτρης Σαράτσης

Γιατρός και πολιτικός, γεννημένος στον Άνω Βόλο. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση στη γενέτειρά του και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτικού Νοσοκομείου (1895-99) και του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο (1912-13), ενώ υπήρξε ιδρυτής κοινωνικών και μορφωτικών σωματείων. Ο Σαράτσης, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη δυναμική και φιλελεύθερη αστική τάξη, εισηγήθηκε ως δημοτικός σύμβουλος την ίδρυση του Παρθεναγωγείου στο Βόλο το 1908, ενώ συγχρόνως πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Βόλου την ίδια χρονιά. Υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Κατηγορήθηκε μαζί με τον Δελμούζο στην υπόθεση των «Αθεϊκών», αλλά αθωώθηκε στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1923 εξελέγη βουλευτής και το 1932 διετέλεσε υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση Παπαναστασίου. Έγραψε τα «Μαθήματα υγιεινής», «Δέκα υγειονομικό προβλήματα», «Ήλιος – αέρας – νερό» κ.ά.

  

Γερμανός Μαυρομμάτης (-1946)


           

Γερμανός Μαυρομάτης

Μητροπολίτης Δημητριάδος. Γεννήθηκε στα Ψαρά και υπήρξε ένας από τους δυναμικούς ιεράρχες της ελληνικής Εκκλησίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Χίου, έγινε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, διηύθυνε τα πατριαρχικά γραφεία Αλεξάνδρειας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στις επαρχίες Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος και Ηλείας και το 1907 εξελέγη επίσκοπος Δημητριάδος. Το επόμενο έτος μία επίσκεψη του στο Παρθεναγωγείο Βόλου υπήρξε η αφορμή για την εκδήλωση των δυναμικών αντιδράσεων απέναντι στο έργο του Δελμούζου.

Ο Γερμανός εναντιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου και εξέφρασε τη μαχητική συντηρητική μερίδα της τοπικής κοινωνίας. Λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των παλαιοημερολογιτών και παύθηκε από τη θέση του. Το 1940 εξέδωσε τον ανέκδοτο Δ’ τόμο της Ερμηνείας στην Καινή Διαθήκη του Δαμαλά, που περιείχε το κατά Ιωάννην.

 

Γκλαβάνης Κωνσταντίνος (1854-1932)


 

Κωνσταντίνος Γκλαβάνης

Βιομήχανος και πολιτικός, γεννημένος στη Ζαγορά Πηλίου. Νεότατος ακόμη έφυγε για τη Ρωσία όπου παρέμεινε σχεδόν για 15 χρόνια ασχολούμενος με το εμπόριο και μετά μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στο Βόλο, που τότε ήταν μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, γοργά αναπτυσσόμενη όμως Βιομηχανικά και εμπορικά.

Στο Βόλο ο Γκλαβάνης συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία του βιομηχανικού Βόλου και τη μεταμόρφωσή του στις αρχές του αιώνα σε ένα δυναμικό αστικό χώρο. Ίδρυσε στο Βόλο τη γνωστή μεγάλη βιομηχανία μηχανημάτων «Γκλαβάνη» και ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας μαζί με τον Γεώργιο Φιλάρετο το πρώτο Δημοκρατικό Κόμμα. Προσχώρησε από τους πρώτους κατά την έλευση του Βενιζέλου στο Φιλελεύθερο Κόμμα, εξελέγη δήμαρχος Βόλου επί 14 χρόνια και επί δημαρχίας του έγινε δεκτή η εισήγηση του Δημητρίου Σαράτση για την ίδρυση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου. Αναμφισβήτητα χωρίς το φιλελεύθερο πνεύμα των Γκλαβάνη και Σαράτση, το οποίο φυσικά είχε αναπτυχθεί μέσα σε ένα γενικότερο μοντερνιστικό κλίμα στο Βόλο της εποχής εκείνης, δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα η λειτουργία ενός τόσο φιλελεύθερου σχολείου. Ο Γκλαβάνης πέθανε το 1932 σε ηλικία 78 ετών, ενώ την πολιτική και επιχειρηματική παράδοση συνέχισαν οι γιοι του Ευάγγελος και Τζων Γκλαβάνης.

 

Κούρτοβικ Δημοσθένης (1870 – 1929)


 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Κήρυξ» του Βόλου (1907-1920), γεννημένος στην Αθήνα. Ήταν επίσης διευθυντής των εφημερίδων «Άγων» το 1901 και «Λαός» το 1907. Ο «Κήρυξ» πρωτοστάτησε στις αντιδράσεις κατά της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και κατά του Δελμούζου. Ο ίδιος ο Κούρτοβικ με σειρά πύρινων άρθρων του προσπάθησε να υπερασπιστεί τα «ιερά και τα όσια» της θρησκείας και της γλώσσας, όπως ακριβώς τα εννοούσε η συντηρητική πλευρά. Η επιχειρηματολογία του αναφερόταν στο «μαλλιαρισμό» και στη «διαίρεση της πόλεως εις αριστοκράτας και πληβείους», ενώ συγχρόνως τόνιζε το νεαρόν της ηλικίας του Δελμούζου και επομένως το ακατάλληλον για μια τόσο ευαίσθητη θέση διευθυντού ενός σχολείου θηλέων. Κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1926 υπήρξε αρθρογράφος της εφημερίδας του Βόλου «Σημαία» με το ψευδώνυμο Τωβίας. Παρά τον έντονο λαϊκισμό του – κιτρινισμό θα το λέγαμε σήμερα – και τη συντηρητικότητά του, ο Κούρτοβικ υπήρξε μια πολύ καλή δημοσιογραφική πένα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 59 ετών.

  

Ζάχος Κωνσταντίνος  (1881 – 1966)


 

Κωνσταντίνος Ζάχος

Δικηγόρος, γεννημένος στο Βόλο και καταγόμενος από τη Σιάτιστα. Ήταν ο διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Εργάτης» του Βόλου, η οποία εκδόθηκε το 1907 από την πρώτη αμιγώς εργατική δευτεροβάθμια οργάνωση «Η Αδελφότης», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ίδιος. Υπήρξε η ψυχή αυτής της πρωτοπόρος εφημερίδας, η οποία έκανε μεγάλη αίσθηση στους κύκλους των δημοτικιστών, εκφράζοντας τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές τάσεις στην Ελλάδα – στις στήλες της παρουσιάστηκε το 1908 για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μαρξιστικό κείμενο, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ήταν αδελφός του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου, του ιδρυτή του θρησκευτικό – φιλολογικού συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στο Βόλο, καθώς και της ομώνυμης σημαντικής βιβλιοθήκης και εξάδελφος του γνωστού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Δελμούζο στη δίκη του Ναυπλίου και παρά την αθωωτική απόφαση το 1914 έφυγε από το Βόλο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το 1958. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 85 ετών.

 

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», τεύχος 36, 22 Ιουνίου 2000.
  • «Η Δίκη του Ναυπλίου», 16-28 Απριλίου 1914. Στενογραφημένα Πρακτικά. Η δικαίωση της δημοτικής γλώσσας και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Εκδόσεις «Διόνυσος», Αθήναι, 1976.   

 

Ειδήσεις του αρχείου Περρούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα, Ηλίας Γιαννικόπουλος, «Μνημοσύνη», Ετήσιον Περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμος 16ος, 2003-2005, Αθήνα.

Αποθήκευση Έγγραφου: Ειδήσεις του αρχείου Περούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα.

 

Κοφινιώτης Μιχαήλ (1888-1982)


 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888 και πέθανε το 1982. Υπήρξε φημισμένος λυρικός τενόρος και ηθοποιός του μουσικού θεάτρου. Ήταν γιος του φιλόλογου και θεολόγου Ευάγγελου Κοφινιώτη από την Νέα Τίρυνθα (Κοφίνι) Αργολίδας και ανεψιός του Ιωάννη Κοφινιώτη καθηγητή και ιστορικού. Γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά τον κέρδισε το ελαφρό θέατρο. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Παναθήναια» με τον θίασο του Σαγιώρ το 1907 και αργότερα, ως τενόρος στην οπερέτα «Μαμζέλ Νιτούς». Στο διάστημα 1909-1920 συνεργάστηκε με την Οπερέτα Παπαϊωάννου: «Πικ Νίκ», «Βαφτιστικός», «Δαιμονισμένη», «Ένας Κλέφτης στον Παράδεισο», «Γυναίκα του δρόμου», «Το Κορίτσι της γειτονιάς», «Ονειρώδες βαλς», «Εύθυμη χήρα», «Κόμης του Λουξεμβούργου», «Έρως τσιγγάνων», «Έρως πριγκίπων», «Παγκανίνι», «Κοντέσα του χορού», «Κοντέσα Μαρίτσα», «Μάγισσα της φωτιάς», «Η νύφη του Συντάγματος», «Αγόρι ή Κορίτσι;», «Οι θεατρίνοι», κ.α. Το 1919 πήγε στο Μιλάνο με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, για μελοδραματικές σπουδές.

Στη συνέχεια συγκρότησε προσωπικό θίασο (1926-28). Συνεργάστηκε με τους: Ι. Ριτσιάρδη, Ολυμπία Καντιώτου – Ριτσιάρδη και την διετία 1928-1930 με την Ολυμπία Καντιώτου. Συνέπραξε επίσης με τον Μάνο Φιλιππίδη στο Θέατρο «Αλάμπρα» και «ανέβασαν» τις οπερέτες του Θ. Σακελλαρίδη « Η κόρη της καταιγίδας» και « Δεσποινίς Σορολόπ».

Το 1935 έπαιξε στα «Ερωτικά γυμνάσια» στο Θέατρο της «Κυβέλης». Εμφανίστηκε επανειλημμένα στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τουρκία, και την Αίγυπτο. Ανέλαβε τις θέσεις του πρωταγωνιστή τενόρου και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Τουρκικής Οπερέτας (Γαλλικό Θέατρο Κωνσταντινούπολης 1937-38).

Τελικά, το 1938, άφησε το θέατρο και ανέλαβε εκφωνητής στον νεοϊδρυόμενο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.).  Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 1917 μέχρι το 1929 – ο πρώτος από την ίδρυση του- και Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1945 έως το 1952 και τιμήθηκε με το Μετάλλιο του Γεωργίου Β’.

 

Πηγή


  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

Τα νομικά περιοδικά στο Ναύπλιο τον 19ον αιώνα


 

Ο δέκατος ένατος αιώνας βρίσκει το Ναύπλιο πόλη καθαρά σχεδόν Τουρκική [i]. Τις παραμονές της Επαναστάσεως από τους 6 χιλιάδες περίπου κατοίκους του, οι χριστιανοί δεν ξεπερνούν τους 300, μολονότι η πόλη ήταν έδρα σπουδαίας μητροπόλεως, ο δε τότε μητροπολίτης Ναυπλίου Γρηγόριος υπήρξε ένας από τους θερμότερους μύστες της Φιλικής Εταιρείας [ii]. Με την άλωσή του όμως το 1822 και τη μεταφορά των Τούρκων στη Μικρά Ασία το Ναύπλιο μένει στα χέρια των Ελλήνων άδειο σχεδόν από κατοίκους. Τα κτήρια εν τούτοις ήταν σε καλή κατάσταση και γρήγορα κατελήφθησαν από τους προκρίτους της περιοχής.

Το γεγονός δε ότι θεωρήθηκε το ασφαλέστερο μέρος της Ελλάδος και σ’ αυτό εγκαταστάθηκε το 1823 η Προσωρινή Διοίκηση και κατόπιν το 1827 η οριστική έδρα της Κυβερνήσεως και της Βουλής, το κατέστησε πόλο έλξεως προσφύγων από κάθε γωνιά του Ελληνικού χώρου αλλά και πολλών ξένων κυρίως Ευρωπαίων. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Λαμπρυνίδης [iii] η πόλη «παρουσίασε την όψιν αυτόχρημα μωσαϊκού διαλέκτων, ηθών εθίμων, αμφιέσεων κ.λ.π., ων την εικόνα παρέχει ημίν εν μέρει ο αείμνηστος λόγιος Δ. Κ. Βυζάντιος εν τη υπ’ αυτού φιλοτεχνηθείση όντως πρωτοτυπώ κωμωδία «Βαβυλωνία», της οποίας η σκηνή υπόκειται εν Ναυπλίω και τα πρόσωπα εκ του πραγματικού ήσαν ειλημμένα».

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ανάμεσα σ’ αυτούς, που τότε συνέρρευσαν στο Ναύπλιο ήταν και αρκετοί, που ήσαν ή ισχυρίζονταν πώς ήσαν νομικοί. Μερικοί όντως ιδιαίτερα αξιόλογοι, εδίδαξαν αργότερα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ή στελέχωσαν τη δικαιοσύνη και τους άλλους σημαντικούς τομείς του δημοσίου βίου. Αυτοί οι πρώτοι νομικοί είναι εκείνοι, που έθεσαν τις βάσεις της νεώτερης Ελληνικής νομικής επιστήμης [iv], η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ανύπαρκτη. Ελάχιστα ήταν, όπως είναι φυσικό, και τα νομικά βιβλία. Για περιοδικά νομικά δεν γίνεται λόγος. Αυτά προϋποθέτουν ζωντανή νομική επικαιρότητα, γι’ αυτό και κάνουν την εμφάνισή τους μόνον όταν πληρούται αυτή η προϋπόθεση, δηλαδή όταν δημιουργείται κράτος και αρχίζουν να λειτουργούν τα δικαστήρια και οι άλλοι θεσμοί.

Τα νομικά περιοδικά που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι τέσσερα [v]. Μερικά πιο αξιόλογα από τα άλλα, το καθένα δημιούργημα της εποχής και των συνθηκών που το γέννησαν. Πολύ ενδιαφέρον, περισσότερο ως δείγμα γραφής, γιατί ήταν πολύ βραχύβιο είναι «Ο Παρατηρητής», «Περιοδικόν Σύγγραμμα Φιλολογικόν και Νομικόν», που εκδόθηκε από τον Εδουάρδο Μάσσονα κατά το έτος 1838.

Ο Εδουάρδος Μάσσων [vi], ο διαβόητος εισαγγελέας της δίκης του Θ. Κολοκοτρώνη, ήταν Σκωτσέζος και είχε σπουδάσει στο Αμπερντήν Νομικά, Φιλοσοφία και Θεολογία. Στην Ελλάδα ήρθε το 1824 και το πρώτο αξίωμα που κατέλαβε ήταν γραμματέας του ναυάρχου Κόχραν. Από το 1825 άρχισε να διδάσκει Πολιτική Οικονομία, αργότερα δε και Ρωμαϊκό Δίκαιο.

Έγινε ο πρώτος Γενικός Εισαγγελέας της Ελλάδος μετά δε την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών διορίστηκε καθηγητής της Ιστορίας και για λίγο χρόνο Αρεοπαγίτης. Η ζωή του προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της Αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα, της οποίας ήταν εκφραστής και ακολούθησε τις διακυμάνσεις που γνώρισε η Αγγλική επιρροή στη χώρα. Αντικαποδιστριακός, ανέλαβε μάλιστα την υπεράσπιση του Γεωργάκη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επί Αντιβασιλείας Εισαγγελέας των πολιτικών δικών, περιορίζει τις δραστηριότητές του αυτές όταν ο ευνοούμενος των Άγγλων Άρμασμπεργκ εκδιώκεται και τέλος φεύγει από την Ελλάδα το 1845 για 20 ολόκληρα χρόνια. Επιστρέφει το 1865 και το 1867 αρχίζει την έκδοση του περιοδικού «Μνήμων», δημοσιεύει δε και μερικές μελέτες μέχρι το 1873, οπότε πεθαίνει στην Αθήνα. Εντύπωση προκαλεί το ότι στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Μνήμων» γράφει άρθρο εγκωμιαστικό για τον Καποδίστρια.

Του περιοδικού «Παρατηρητής» φαίνεται πώς εκδόθηκαν μόνο τρία τεύχη. Το καθένα από ένα τυπογραφικό φύλλο «εκ της τυπογραφίας των Κωνσταντίνων Τόμπρα [vii] και Ιωαννίδου». Παρά το μικρό του μέγεθος όμως είχε θέσει υψηλούς στόχους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι κύριο αντικείμενό του ήταν η Φιλοσοφία του Δικαίου. Μάλιστα δε στα τρία αυτά τεύχη γίνεται προσπάθεια να εκτεθούν οι νομικοφιλοσοφικές θεωρίες του Ιερεμία Μπένθαμ. Στο πρώτο τεύχος δημοσιεύεται έργο του ίδιου του Μπένθαμ, μεταφρασμένο από χειρόγραφό του, στο οποίο ο συγγραφέας για να διαγράψει ζωηρότερα τις γενικές αρχές, που πρέπει να διέπουν τη νομοθεσία, παριστάνει βουλευτή που τις κηρύττει εν είδει ομολογίας και υποσχέσεως. Στα δύο άλλα τεύχη δημοσιεύεται έργο του Ιακώβου Μίλλ, «περί Νομικής», το οποίο στην ουσία είναι ανακεφαλαίωση των θεωριών του Μπένθαμ.

Η προβολή των θεωριών του Μπένθαμ, οι οποίες ως γνωστόν διακρίνονται για το φιλελευθερισμό τους, προκαλεί ερωτηματικά γιατί την εποχή που δημοσιεύονται αυτά τα άρθρα, έχει γίνει ήδη η νομοθεσία του Μάουερ και το ρεύμα υπέρ της εισαγωγής των δοξασιών του Μπένθαμ στην Ελληνική νομοθεσία έχει προ πολλού εξασθενήσει. Είναι άραγε καθαρά επιστημονικού χαρακτήρα; Ίσως. Το πιθανότερο όμως είναι ότι απηχούν το γενικότερο πνεύμα της εποχής, δηλαδή την αντίδραση στην απολυταρχία του Όθωνα, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στο 1838 επί «πρωθυπουργίας» Ζωγράφου και ασύδοτης δράσεως της Καμαρίλας. Τα υπόλοιπα, επίσης ενδιαφέροντα άρθρα του περιοδικού ανήκουν κατά κύριο λόγο στον ίδιο το Μάσσονα.

Στο πρώτο τεύχος αρχίζει η δημοσίευση, που συνεχίζεται και στα επόμενα, περιλήψεως ομιλίας, την οποία εξεφώνησε κατά την έναρξη των πρώτων Ελληνικών Δικαστηρίων. Το γενικό θέμα της ομιλίας είναι, ότι η εθνική πρόοδος εξαρτάται από την κοινή ησυχία, την ορθή νομοθεσία και την ακριβή ενέργεια της Δικαιοσύνης. Στο δεύτερο τεύχος δημοσιεύει άρθρο περί Ρητορικής, περί εκπαιδεύσεως και περί του δικηγορικού επαγγέλματος. Στο ίδιο επίσης τεύχος δημοσιεύονται δύο ακόμα άρθρα, το ένα με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της κοινωνικής οικονομίας» και το άλλο «Γενεαλογία και διαγραφή της προσωπικής αξίας». Τέλος στο τρίτο τεύχος δημοσιεύει άρθρο με τον τίτλο «Προκαταρκτικοί έννοιαι της Φιλοσοφίας». Όλα του τα άρθρα διαπνέονται από ιδέες ευγενείς και φιλελεύθερες και καταφάσκουν στις αιώνιες ανθρωπιστικές αξίες.

Άλλο περιοδικό που αρχίζει να εκδίδεται την ίδια περίπου εποχή, αλλά που ευτύχησε να γνωρίσει μακρότητα ημερών είναι η «Εφημερίς Νομική» του Κωνσταντίνου Αξελού. Ο Κωνσταντίνος Αξελός [viii], ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία της εποχής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως κατέφυγε μαζί με τα αδέλφια του στα νησιά και πήρε μέρος στην ναυμαχία της Σάμου μέσα σε πλοίο της οικογενείας του, στη συνέχεια δε το 1825 κατετάγη στον τακτικό στρατό. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια και με το βαθμό του επιλοχαγού αναλαμβάνει την διεύθυνση της νεοσύστατης Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο. Παράλληλα διορίζεται εισηγητής στο διαρκές Στρατοδικείο και με την ιδιότητα αυτή διεξάγει τις ανακρίσεις και υποστηρίζει την κατηγορία για τη δολοφονία του Καποδίστρια. Με την επικράτηση της αντιπολιτεύσεως φεύγει από το στρατό και μετά την ίδρυση των τακτικών δικαστηρίων μετέρχεται το επάγγελμα του δικηγόρου στο Ναύπλιο. Τότε είναι που αρχίζει να εκδίδει την «Νομική».

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

Το 1843 παίρνει μέρος στις δημοτικές και τις βουλευτικές εκλογές. Εκλέγεται σύμβουλος του Δήμου Ναυπλιέων και δύο φορές βουλευτής Ναυπλίας. Μέχρι το 1857 υπηρετεί ως Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Σ’ αυτή τη θέση ασχολήθηκε με τη στατιστική της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης από συστάσεως των Ελληνικών δικαστηρίων μέχρι το 1854 και με τη σύνταξη του ευρετηρίου των Εφημερίδων της Κυβερνήσεως από το 1833 μέχρι το 1854. Κατόπιν επανέρχεται στο στράτευμα και διορίζεται διευθυντής του δικαστικού τμήματος του Υπουργείου Στρατιωτικών και παράλληλα βασιλικός επίτροπος στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Από τη θέση αυτή προκάλεσε την υπέρ του Νόμου αναίρεση της αποφάσεως κατά του στρατηγού Μακρυγιάννη.

Από το 1862 και προφανώς εξ αιτίας της εκθρονίσεως του Όθωνα, φεύγει για την Κωνσταντινούπολη, όπου μετέρχεται το δικηγόρο και υπηρετεί ως σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας. Εν συνεχεία υπηρετεί ως πρόξενος στο Βουκουρέστι και στο Ραχτζούκιο. Στην Ελλάδα και στο Στράτευμα επιστρέφει μετά από αρκετά χρόνια.

Η «Νομική» εκδίδεται συνεχώς από τον Οκτώβριο του 1837 μέχρι το 1860, «άπαξ της εβδομάδος αορίστως», επίσης από το τυπογραφείο Τόμπρα – Ιωαννίδου. Όπως γράφει στο πρώτο φύλλο της «Νομικής», σκοπόν έχει την δημοσίευση της νομολογίας των εν Ναυπλίω Εφετών και του Αρείου Πάγου, αλλά όχι μόνον αυτό. Παράλληλα με τον πρακτικό αυτό σκοπό, ενδιαφέρεται εξ ίσου για την προαγωγή της νομικής επιστήμης με τη δημοσίευση επιστημονικών εργασιών. Και πράγματι πρόκειται για αξιόλογο περιοδικό. Ιδίως τα πρώτα 5-6 χρόνια, πριν ο Αξελός αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική, η «Νομική» φαίνεται να γράφεται με μεράκι. Η ύλη της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δημοσιεύει χιλιάδες αποφάσεις Ελληνικών αλλά και ξένων δικαστηρίων και μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών, επίσης Ελλήνων και ξένων. Στο νομικό και ιδιαίτερα τον ιστορικό του Δικαίου η «Νομική» παρέχει πολύτιμο υλικό, γιατί μέσα από τις σελίδες της μπορεί να παρακολούθηση την πορεία της Νεοελληνικής Νομικής επιστήμης κατά τα πρώτα χρόνια της υπάρξεώς της, κατά την περίοδο, η οποία σοφά έχει χαρακτηρισθεί από τον αείμνηστο καθηγητή μας Παν. Ζέπο ως περίοδος αναζητήσεως και προπαρασκευής [ix].

Η Ελληνική Νομική επιστήμη, που ακόμα δεν έχει βρει το δρόμο της, ταλαντεύεται μεταξύ διαφόρων τάσεων και τόσο οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της νομοθετικής πολιτικής, όσο και οι νομοδιδάσκαλοι αναζητούν το νομοθετικό πρότυπο που αρμόζει στην Ελλάδα. Και όταν ακόμα οι περισσότεροι τομείς του δικαίου εκαλύφθησαν από την νομοθεσία του Μάουερ, το πνεύμα της αναζητήσεως παρέμεινε ως προς το αστικό δίκαιο, το οποίο ο Μάουερ ως γνήσιος μαθητής του Σαβινώ δεν θέλησε να θίξει. Εξακολουθεί να δεσπόζει τόσο στην νεοϊδρυθείσα Νομική Σχολή Αθηνών όσο και στη διδασκαλία των αυτοσχεδίαν νομοδιδασκάλων [x], οι οποίοι παράλληλα προσπαθούν, καθώς φαίνεται με επιτυχία, να καλύψουν την ανάγκη παροχής νομικής παιδείας σε άλλες πόλεις της χώρας. Έτσι βλέπουμε άλλος να διδάσκει Ρωμαϊκό και άλλος Γαλλικό δίκαιο. Η «Νομική» δεν μένει αμέτοχη φυσικά. Ο Αξελός υποστηρίζει την εισαγωγή του Γαλλικού δικαίου, δεν διστάζει μάλιστα να δημοσιεύσει [xi] την άποψη του Γάλλου καθηγητού των Παρισίων Βροβάρ, «ότι το Ρωμαϊκό δίκαιο δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο όσο το θεωρούν σήμερα στην Ευρώπη»!

Πέρα από τα επιστημονικά θέματα, πολλές είναι οι πληροφορίες, που παρέχει η «Νομική» για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Δικαιοσύνη και η νεοσύστατη νομική οικογένεια της χώρας. Πολλά τα ευτράπελα αλλά και τα σοβαρά μπορεί κανείς να σταχυολογήσει από τις στήλες της. Η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν ήταν εύκολη υπόθεση με τους λίγους, ακατάρτιστους πολλές φορές νομικούς, τους δικαστικούς κλητήρες, που πολλοί δεν ήξεραν ούτε το αλφάβητο, με αποτέλεσμα τις άκυρες επιδόσεις και τις επεμβάσεις των ξένων προστατών της χώρας. Για να περιοριστούμε σε μία μόνο χαρακτηριστική περίπτωση, θ’ αναφερθούμε στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης του συνταγματάρχη Θ. Γρίβα, όπου ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι Γάλλος και η δίκη διεξάγεται σε δύο γλώσσες, με αποτέλεσμα οι μεν κατηγορούμενοι να μην καταλαβαίνουν το κατηγορητήριο, οι δε δικαστές τι λέει η υπεράσπιση. Την παρ’ όλα αυτά αθώωση του κατηγορουμένου.

Αλλά δεν είναι μόνο η Ελληνική επικαιρότητα, που καλύπτεται από τις στήλες της «Νομικής». Πλήθος είναι οι πληροφορίες για τα διεθνή πράγματα, κυρίως βεβαίως στο νομικό και δικαστικό χώρο. Αυτές μαζί με τις μελέτες που αναφέρονται στο αλλοδαπό δίκαιο και σε αλλοδαπούς θεσμούς, από την Αμερική μέχρι την Ινδία, χαρίζουν στη «Νομική» ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της έχεις την εντύπωση ότι η Ελλάδα της εποχής δεν είναι μια απομονωμένη χώρα, αλλά αντίθετα τόπος ανοιχτός σε κάθε ρεύμα και κάθε καινούργια ιδέα.

Τη «Νομική» μόλις έπαυσε να εκδίδεται επιχειρεί να αντικαταστήσει η «Εφημερίς των Δικαστηρίων», η οποία εκδίδεται από τρεις δικαστές, τους εφέτες Μ. Οικονόμου και Δ. Σαράβα και τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Α. Αθανασιάδη. Κύριο σκοπό της η «Εφημερίς» έχει τη δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων για να βοηθηθεί η πρακτική εφαρμογή του δικαίου. Είναι αξιοπρεπές περιοδικό, αλλά δεν προκαλεί το ενδιαφέρον της «Νομικής» γιατί δεν έχει το δυναμισμό εκείνης, ιδίως κατά την πρώτη περίοδο εκδόσεώς της. Η «Εφημερίς των Δικαστηρίων» εκδίδεται ανά δεκαπενθήμερο από 15 Απριλίου 1860 μέχρι το Σεπτέμβρη τού 1862.

Μετά 30 περίπου χρόνια, θα εκδοθεί ξανά νομικό περιοδικό στο Ναύπλιο. Είναι η «Δικαστική Εφημερίς», εκδιδόμενη από το δικηγόρο Σπύρο Γιαννόπουλο. Το πρώτο φύλλο της κυκλοφόρησε δοκιμαστικά την 1η Σεπτεμβρίου 1889 και μετά τακτικώς κάθε Σάββατο μέχρι 21 Σεπτεμβρίου 1891. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο Σωτηρίου Ε. Βίγγα «παρά τη πλατεία του Συντάγματος». Σκοπό της τάσσει πρωτίστως τη δημοσίευση των σπουδαιο­τέρων αποφάσεων των τοπικών δικαστηρίων, ιδίως δε του Εφετείου, καθώς και επιστημονικών διατριβών. Επί πλέον να παρέχει στους δικηγόρους πληροφορίες για την κίνηση των δικαστηρίων, όπως προσδιορισμό των δικών, έγγραφες στα πινάκια, την έκδοση των αποφάσεων, κατάλογο των ενόρκων και λοιπές πληροφορίες που θα ήταν πολύ χρήσιμες, κυρίως στους εκτός Ναυπλίου δικηγόρους. Στα δύο χρόνια της ζωής της η «Δικαστική Εφημερίς» εκπληρώνει με συνέπεια τους σκοπούς της. Αλλά συγκρί­νοντάς τη με τη «Νομική» ή τον «Παρατηρητή» νοιώθει κανείς την αλλαγή, που έχει συντελεσθεί και τη διαφορά του Ναυπλίου ως επαρχιακής πόλεως από την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Κράτους.

 

Κυριακή Θ. Ασημακοπούλου

Δικηγόρος

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Σ. Τρικούπη, «Ιστορία της  Ελληνικής  Επαναστάσεως», έκδ. β’, τ. Β’, σσ. 120-121. Αναλυτική περιγραφή και πλουσία βιβλιογραφία παρέχεται στην ιστορική μελέτη του Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήναι 1950 β’ εκδ.

[ii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 194.

[iii] Λαμπρυνίδου,ένθ’ ανωτ., σ. 245.

[iv] Π α ν. Ζέπου,Απαρχαί νομικής παιδείας εις το μετεπαναστατικόν Ναύπλιον, «Πελοποννησιακά», τ. Ις’ (1985-86), σ. 15, όπου και πλούσια βιβλιογραφία.

[v] Ο αριθμός των περιοδικών πάσης φύσεως που εκδόθηκαν στο Ναύπλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεπερνάει τα 30. Δ. Γ κ ί ν η. Κατάλογος Ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών 1811-1863. Για λίγα απ’ αυτά έχει γίνει έρευνα. Για τα περιοδικά «Ήώς» και «Αθηνά» βλ. Ε. Δ. Μ π ε λ ι ά, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 1976), Αθήναι 1979, σσ. 219-244.

[vi] Δ. Βαρδουνιώτης, Εδ. Μάσσων «Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού», τ. 11 (1915), σσ. 225-234.

[vii] Βιογραφικά του Κων. Τόμπρα βλ. στου Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο τύπος και η Νεοελληνική Αναγέννησις, λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς την 25ην Μαρτίου 1960 εις την Μεγάλην αίθουσαν τελετών του Παν/μίου Αθηνών, σσ. 20 επ.

[viii] Την αυτοβιογραφία του εδημοσίευσε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Αξελός σε φυλλάδιο με τον ομώνυμο τίτλο κατά τα τελευταία έτη της ζωής του και για την υστεροφημία του, αλλά και θέλοντας να δείξει ότι στο Ελληνικό Κράτος δεν αναγνωρίζονται, αντίθετα αντιμετωπίζονται δυσμενώς οι άξιοι δημόσιοι υπάλληλοι, όση και αν είναι η αξία ή η προσφορά τους.

[ix] Π α ν. Ζέπου.Η νεωτέρα Ελληνική επιστήμη του αστικού δικαίου,
Αθήναι 1954, όπου και πηγές και πλουσιωτάτη βιβλιογραφία.

[x] Η «Νομική» παρέχει πολλές πληροφορίες για τους αυτοσχέδιους νομοδιδασκάλους, που εδίδαξαν στο Ναύπλιο. Περισσότερα στην γλαφυροτάτη μελέτη του Παν. Ζέπου,    Απαρχές… (σημείωση 4 ανωτέρω).

[xi] «Νομική» τεύχος 13.

 

Πηγή


  • Πρακτικά του Β΄Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, τόμος 14, Άργος 30 Μαΐου-1 Ιουνίου 1986, Αθήναι, 1989.

 

Σχετικά θέματα:

 

Κοφινιώτης Ευάγγελος (1836-1916)


  

Ευάγγελος Κοφινιώτης

Ο Ευάγγελος Κοφινιώτης γεννήθηκε στο Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα) Ναυπλίας το 1836. Υπήρξε καθηγητής και συγγραφέας. Σπούδασε φιλολογία και θεολογία. Έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος της Φιλοσοφίας το 1866 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν αδελφός του Ιωάννη Κοφινιώτη, φιλόλογου καθηγητή και ιστορικού, συγγραφέα του σημαντικότατου δίτομου έργου « Η Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών» και του ιατρού Στυλιανού Κοφινιώτη που είναι πατέρας του γνωστού στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη.

Παντρεύτηκε στην Αθήνα το 1869 την Αθηνά Σατά, η οποία μόλις είχε τελειώσει το Αρσάκειο σε ηλικία 16 ετών. Απέκτησαν 13 παιδιά. Η πεθερά του Αικατερίνη Σατά- Γονίδη, από το Κάστρο της Σίφνου, τοποθετήθηκε από την Βασίλισσα Όλγα ως διευθύντρια του πρώτου Γυναικείου συλλόγου που ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1872 και αποσκοπούσε στην εκπαίδευση των απόρων κοριτσιών. Παρέμεινε στην θέση αυτή επί 22 χρόνια (1878-1900). Από τα 13 παιδιά τους τα 9 ήταν κορίτσια και τέλειωσαν όλα το Αρσάκειο. Τα μεγαλύτερα διδάχτηκαν γερμανικά, ενώ τα μικρότερα γαλλικά. Τα τέσσερα αγόρια της οικογένειας σπούδασαν σε ανώτατες σχολές. Ο γιος του, Μιχαήλ Κοφινιώτης, διακρίθηκε ως τενόρος και ηθοποιός του Λυρικού Θεάτρου. Υπήρξε εκδότης της εφημερίδας «Η Φωνή του Θεάτρου» ( 1952), Γενικός Γραμματέας ( 1917-1929) και αργότερα Πρόεδρος (1945- 1952) του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών ( ΣΕΗ). Διετέλεσε εκφωνητής του Ε.Ι.Ρ. και τιμήθηκε με το μετάλλιο του Γεωργίου Β΄της Ελλάδας.

Ο Ευάγγελος Κοφινιώτης ανάλωσε την ζωή του διδάσκοντας και συγγράφοντας βιβλία, τόσο για την σπουδάζουσα νεολαία όσο και για ενήλικες. Στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας έχουν κατατεθεί 35 βιβλία του, φιλολογικά και θεολογικά. Το « Ομηρικό Λεξικό» (1886) και η « Ομηρική Γεωγραφία» (1884) θεωρούνται από τις σπουδαιότερες εργασίες, όχι μόνο στην Ελληνική αλλά και στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Ιδιαίτερα επίσης εργασία του αποτελεί το έργο του « Παλαιστίνη- Ιστορία και γεωγραφία της Αγίας Γης» (1890) και ο « Χάρτης της Ιερουσαλήμ» (1892) τον συνέταξε βασιζόμενος στις Άγιες Γραφές.

Πολλαπλές είναι οι εκδόσεις των βιβλίων του, τα οποία τύπωνε στο ιδιόκτητο τυπογραφείο του « Ο Παλαμήδης» στο ισόγειο του σπιτιού του, στην οδό Αγίου Μάρκου 28, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, σε συνεργασία με τον Γερμανό τυπογράφο Μάϊσνερ (Meissner). Στο τυπογραφείο αυτό, το οποίο λειτούργησε και ως βιβλιοπωλείο, τυπώθηκαν και βιβλία τουλάχιστον 12 άλλων συγγραφέων, μεταξύ των οποίων και η « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρις ημών» ( 1892) του αδελφού του Ιωάννη Κοφινιώτη. Το έργο αυτό ανατυπώθηκε από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» (2008) στο Άργος. Μερικά από τα βιβλία του Ευάγγελου Κοφινιώτη, όπως το « Ομηρικό Λεξικό», η « Ομηρική Γεωγραφία» και η « Γραμματική της Ομηρικής Διαλέκτου» επανεκδίδονται συνεχώς ακόμη και σήμερα από διάφορους εκδότες.

 

Εργογραφία

Φιλολογικά βιβλία

  1. Γραμματική της Ομηρικής διαλέκτου (1883)
  2. Ομηρική Γεωγραφία (1884)
  3. Ομηρικόν Λεξικόν (1886)
  4. Γραμματική των διαλέκτων της ελληνικής γλώσσης (1875)
  5. Ελληνική Χρηστομάθεια (1884)
  6. Στοιχεία Στιχουργίας Ελλήνων και Ρωμαίων ποιητών (1883)
  7. Αναγνώσματα Ελλήνων λογογράφων και ποιητών (1886)
  8. Συντακτικόν Αρχαίας Ελληνικής
  9. Ελληνική Γραμματική (τη συνεργασία Γ. Βανδώρου), βραβευθείσα (1897)
  10. Γραμματική της Αττικής διαλέκτου, βραβευθείσα
  11. Γραμματικαί Ασκήσεις (1898)
  12. Αρριανού Αλεξάνδρου ανάβασις
  13. Ηροδότου Μηδικοί πόλεμοι (1882)
  14. Θεοκρίτου Ειδύλλια
  15. Ισοκράτους Λόγοι (1879)
  16. Λουκιανού ενύπνιον
  17. Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις
  18. Λατινική Χρηστομάθεια (1871)
  19. Λατινικόν Συντακτικόν (1882)
  20. Λατινική Γραμματική (1871)
  21. Λατινικά Θέματα και Ασκήσεις
  22. Κορνηλίου Νέπωτος Βίοι (1879)
  23. Ιουλίου Καίσαρος απομνημονεύματα (1878)
  24. Κικέρωνος επιστολαί (1878)

Θεολογικά βιβλία

  1. Παλαιστίνη (Ιστορία και Γεωγραφία της Αγίας Γής) (1891)
  2. Χάρτης της Ιερουσαλήμ της εποχής του Χριστού (με ερμηνία εκάστου μέρους, σε μεγάλο σχήμα) (1891)
  3. Η Εκκλησία εν Ελλάδι (με στατιστικά στοιχεία) (1897).
  4. Τα πεπραγμένα εν τω ιερώ ναώ Χρυσοσπηλαιωτίσσης (1835-1908)
  5. Αγιολόγιον (Βίοι Αγίων)
  6. Απολυτίκια Δεσποτικών εορτών
  7. Φωνή της Εκκλησίας (εβδομαδιαίο περιοδικό) (1884-5)
  8. Επίτομος Λειτουργική (1884)
  9. Τα τέσσερα Ευαγγέλια
  10. Ιερά Κατήχησις (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) (1883)
  11. Εγκόλπιον λειτουργικόν (1888) (Θησαυρός Ορθοδόξου Χριστιανού, 1912)
  12. Θρησκευτικά μαθήματα (1894)
  13. Ο Ακάθιστος Ύμνος (1901)
  14. Τι ήσαν αι ακρίδες ας έτρωγεν ο Ιωάννης Βαπτιστής (1890)
  15. Κρίσις περί των εικόνων του Μυστικού Δείπνου (1906)
  16. Διατριβαί δημοσιευθείσαι εις ημερολόγιον Ιεροσολύμων (1889)

 

Πηγές


  • Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος – Λαρούς, τόμος 8ος, Αθήνα, 1964.  
  • Βικιπαίδεια, λήμμα, «Κοφινιώτης Ευάγγελος».
  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Οι δύο όψεις της Ελλάδας»


 

 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  4  Δεκεμβρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 ο  κ. Ανδρέας  Γ. Μερίκας

Καθηγητής Χρηματοοικονομικής,

Πρόεδρος Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών

Πανεπιστημίου Πειραιά,

με θέμα: «Οι δύο όψεις της Ελλάδας»

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Ανδρέας Γ. Μερίκας

Καθηγητής Χρηματοοικονομικής και Πρόεδρος του Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών Πανεπιστημίου Πειραιά. Σπούδασε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου και απέκτησε το Διδακτορικό του πτυχίο από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα. Συνέχισε την Πανεπιστημιακή του καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και επί σειρά ετών ήταν Καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Mississippi.

Στην συνέχεια επέστρεψε με μετάκληση στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά για την δημιουργία του “τότε” πρώτου τμήματος Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής στην Ελλάδα.  Είναι “active” ερευνητής και οι δημοσιεύσεις του αναφέρονται σε εφαρμοσμένα χρηματοοικονομικά προβλήματα και παρουσιάζονται σε επιλεγμένα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Συνδυάζει την Πανεπιστημιακή του καριέρα με την αντιμετώπιση “εφαρμοσμένων” προβλημάτων χρηματοοικονομικής, γι’ αυτό και θεωρείται an “Applied Economist”. Τέλος  είναι Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος του Maritime Financial Management lab, που διοργανώνει κάθε χρόνο διεθνές συνέδριο με αντικείμενο, τα επίκαιρα θέματα της παγκόσμιας ναυτιλίας.