Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843


 

Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης  στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

 

Όθωνας

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα [i], η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii]  ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Δημήτριος Καλλέργης

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή, έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε «ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πίνακας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία).

 

Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (Prokesch Osten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη, ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετο κακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ανδρέας Λόντος (Ελαιογραφία)

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή και απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό: «Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, […] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

 

«3η Σεπτεμβρίου 1843» Αθήνα, «η Aνακήρυξις του Συντάγματος», Karl Haupt, δεκαετία 1900.

 

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[…] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις

[i] Γεώργιος Κ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928, τ. Α’ 1821-1865. Αθήναι 1930, σ. 160 επ.

[ii] Ο.π., σ. 161.

[iii] John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα (ΜΙΕΤ), 1985, σ. 576-577.

[iv] Ο.π., σ. 162.

[v] Ο.π.

[vi] Αθηνά, 8.9.1843. Πρβλ. Γ. Φιλάρετος και Ε. Λυκούδης, Σύνταγμα της Ελλάδος μετά εισαγωγής και σχολίων κατ’ άρθρα υπό Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου (στο εξής: Εισαγωγή Γ. Φιλαρέτου), Αθήναι 1889, σ. 65.

[vii] Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 66.

[viii] Ο.π., σ. 68.

[ix] Για τον «εκβαυαρισμό» της Ελλάδας επί Όθωνος βλ. Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897), Αθήναι 1897, σ. 82 επ.

[x] Petropoulos, ο.π., σ. 580. Πρβλ. Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, Οθώνειος Περίοδος (1833-1862), Αθήναι, σ. 292-293.

[xi] Ασπρέας, ο.π., σ. 163.

[xii] Ιωάννης Χρ. Πούλος, «Η Επανάστασις της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επί τη βάσει των γαλλικών αρχείων». Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. ΙΑ’ (1956), σ. 244, Petropoulos. ο.π., σ. 581, Παύλος Πετρίδης, Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία 1828-1843, τ. Α’, τ.χ. 1, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής), σ. 232, ο ίδιος, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1821-1843), Θεσσαλονίκη (University Studio Press) 1990, σ. 237.

[xiii] Όπως έχει προαναφερθεί, σκοτώθηκε μόνο ο χωροφύλακας έξω από την κατοικία του Μακρυγιάννη.

[xiv] Μ. Δ. Στασινόπουλος, Το πρώτον σχέδιον καταστατικής μεταρρυθμίσεως της μοναρχίας του Όθωνος, Αθήναι 1968, σ. 75.

[xv] Δημοσιεύεται στο Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 70.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Πύκλερ-Μούσκαου Χέρμαν – Hermann von Pückler-Muskau (1785-1871)


 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δυο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 – μετά τους Απελευθερωτικούς Αγώνες εναντίον του Ναπολέοντα – στην Πρωσία. Τον τίτλο του πρίγκιπα τον απέκτησε το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά, για μεγάλη λύπη του δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μια μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πως» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830-31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για ένα άλλο μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, ηλικίας 50 χρόνων τότε, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Από την Πάτρα πηγαίνει στην Αθήνα. Μετά κάνει το γύρο της Πελοποννήσου, επισκέπτεται τα Ιόνια Νησιά και φτάνει δια μέσου της Κεντρικής Ελλάδας πάλι στην πρωτεύουσα. Μετά από μια άλλη εκδρομή προς την Πελοπόννησο, στην Επίδαυρο και την Μονεμβασία, ξεκινάει, με το πλοίο «Ναυπλία» το οποίο ο φον Άρμανσπεργκ έβαλε στη διάθεσή του, για να επισκεφθεί τα νησιά του Αιγαίου και να καταλήξει τελικά στην Κρήτη απ’ όπου φεύγει μετά προς την Αίγυπτο.

Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του από την Ελλάδα ο Πύκλερ τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του. Αργότερα η πρώην σύζυγος και πιστή φίλη του δημοσίευσε αυτό το ημερολόγιο υπό μορφή βιβλίου στη Γερμανία.

Οι τρεις σχετικοί τόμοι εμφανίστηκαν μεταξύ του 1838 και του 1841 [i]. Συνολικά το έργο αυτό συμπεριλαμβάνει πάνω από 1500 σελίδες. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του πρώτου βιβλίου του αναφορικά με το ταξίδι του στην Αγγλία και Σκωτία, ο Πύκλερ είχε κερδίσει στη Γερμανία όπως και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που περίμενε πάντα με ανυπομονησία και με  ζωηρό ενδιαφέρον τις καινούργιες δημοσιεύσεις του. Τα πιο πολλά βιβλία του ήταν περιγραφές ταξιδιού [ii].

Σαν συγγραφέας ο Πύκλερ διακρινόταν – όπως ήδη ο Γερμανός εθνικός ποιητής Γκαίτε είχε τονίσει το 1830 σε μια πολύ ευνοϊκή κριτική του πρώτου βιβλίου του – για την οξύτητα της παρατηρητικότητάς του, για την πνευματώδη παρουσίαση των διαφόρων θεμάτων και για τη γλαφυρότητα του στιλ του. Με τους αναγνώστες του είχε δημιουργήσει ένα στενό και εγκάρδιο δεσμό. Δεν ήθελε ποτέ να τους γίνει βαρετός αλλά, αντίθετα, ήθελε να τους διασκεδάσει. Ταυτόχρονα ο Πύκλερ ήταν ένας χαρακτηριστικός ρομαντικός της εποχής του. Είχε μια προτίμηση για το εξαίρετο, και όποτε το έζησε προσωπικά ή το άκουσε από άλλους το περιγράφει με παραστατικότητα και, καμία φορά μέχρι τη πιο απίστευτη και φρικτή λεπτομέρεια.

Με όλη τη γραφικότητα και την παραστατικότητα των αφηγημάτων του ο Πύκλερ δεν φεύγει όμως ποτέ από τη βάση του αληθινού. Δεν γίνεται ποτέ ψεύτης ως προς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που συναντά κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και για τους οποίους μιλά στα βιβλία του.

Στην Ελλάδα, κατά ολόκληρο το χρόνο 1836, τα πάντα προκαλούν το ενδιαφέρον του Πύκλερ, αφού είναι ένας πολύπλευρος και ανοικτού πνεύματος άνδρας. Και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται πολλά άλλα φημισμένα ή και άγνωστα μέρη: Το Μαραθώνα και το Σούνιο, το Μεσολόγγι όπως και ένα μαγευτικό τοπίο στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω από τον Κόλπο του Μαραθονησίου, όπου σίγουρα κανένας ξένος δεν είχε πατήσει πριν από αυτόν. Με την απέραντη περιέργειά του και αδιάφορος για τις ταλαιπωρίες φτάνει μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου όπως επίσης και μέχρι την πηγή της Στύγας, ψηλά στα Όρη Αροάνεια.

Εκτός από αυτά τον Πύκλερ που είναι έξοχος γνώστης και λάτρης της αρχαίας Ελλάδας τον ενδιαφέρουν επίσης οι Νέοι Έλληνες. Στην Αθήνα, κατά την τρίμηνη διαμονή του, ο Γερμανός πρίγκιπας έχει φυσικά πρόσβαση στους πιο υψηλούς κύκλους. Εδώ γνωρίζει μια μικτή διεθνή κοινωνία που είναι μεν πιο μικρή παρά στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, αλλά κατά τη γνώμη του, λιγότερα βαρετή.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Ο πρώτος τόμος της περιγραφής της Ελλάδας του Πύκλερ εμφανίστηκε το 1838 με τον τίτλο «Ο πρωτοπόρος» («Der Vorlaeufer»), οι δυο άλλοι τόμοι αποτελούν το δεύτερο και τρίτο τόμο της «Νοτιο-Ανατολικής Πινακοθήκης» («Suedoestlicher Bildersaal», Στουτγκάρδη 1840/41).

[ii] Για το μεγάλο ταξίδι του στην Βόρεια-Αφρική και την Ανατολή ο Πύκλερ δημοσίευσε συνολικά 15 τόμους μεταξύ των οποίων οι αναφερόμενοι τρεις τόμοι σχετικοί με την Ελλάδα.

  

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

  

Περιήγηση στην Αρκαδία


 

Ο Σπύρος  Καραμούντζος, δάσκαλος και ποιητής, τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, από την Καρυά Αργολίδας, μας ξεναγεί  στην Αρκαδική γη. Δημητσάνα, Βυτίνα, Μαίναλο, Νεστάνη, Ελληνικό, Καρύταινα, Μουσείο Υδροκίνησης, Παναγία η Γοργοεπήκοος. « Στο Μοναστήρι αυτό – αναφέρει ο συγγραφέας – θυμηθήκαμε ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο, τον καιρό που ήμασταν  παιδιά, που μας έφερναν οι μανάδες μας, για να μεταλάβουμε. Φαίνεται ότι το είχαν τάμα όλες οι γυναίκες της Καρυάς» και καταλήγει, «η περιήγηση της Αρκαδίας δεν ήταν μια συνηθισμένη ημερήσια απόδραση, αλλά ήταν ένα φυλλομέτρημα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους».

 

Στις 14 Ιουλίου 2011, ημέρα Πέμπτη, πρωί πρωί ξεκινήσαμε από το χωριό μας, την Καρυά Αργολίδας, που είναι φωλιασμένη στις δασωμένες ανατολικές   πλαγιές του Αρτεμισίου, μία τριμελής καλή φιλική παρέα, για μια ημερήσια εκδρομή στην όμορφη και γειτονική μας Αρκαδία.

Από τον κόμβο της Στέρνας πήραμε τη νέα εθνική οδό Κορίνθου-Καλαμάτας και αφού περάσαμε τις τρεις σήραγγες βρεθήκαμε στην Αρκαδία. Πρώτος σταθμός η «ΑΛΕΑ», ένα σύγχρονο πολυτελές κέντρο, για ολιγόωρη ανάπαυση και εξυπηρέτηση κάθε ανάγκης των εποχούμενων περαστικών για τη Μεσσηνία, Λακωνία και Ηλεία, αλλά και των μόνιμων κατοίκων και επισκεπτών της Αρκαδικής γης. Ένα ελληνικό καφεδάκι στη δυτική πλέον πλευρά του Αρτεμισίου και ένα ποτήρι δροσερό νερό ήταν το καλύτερο καλωσόρισμα.

Φύγαμε και σε μικρή απόσταση, το πρώτο αρκαδικό χωριό που συναντήσαμε, ήταν η Νεστάνη (Τσιπιανά), πολύ γνωστό σε μας γιατί συνορεύει και με το δικό μας χωριό, εκεί ψηλά στις ράχες του Αρτεμισίου. Τα δύο αυτά χωριά και γενικότερα η Μαντινεία με την Αργολίδα από τα αρχαία χρόνια συνδεόντουσαν με τη γνωστή «οδό των Πρίνων», που την αναφέρει ο γνωστός περιηγητής Παυσανίας. Αιωνόβια πουρνάρια κατά τη διαδρομή εκείνη υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Από μουλαρόδρομος που ήταν, για να εξυπηρετούνται οι γεωργοκτηνοτρόφοι των δύο χωριών, έγινε ένας αυτοκινητόδρομος της κακιάς ώρας, πάλι καλά, μόνο για τρακτέρ. Με τον καιρό όμως ο μισός αυτός δρόμος από το μέρος της Καρυάς (Αργολίδας) ασφαλτοστρώθηκε.  Δυστυχώς όμως η Νομαρχία της Αρκαδίας δεν επισκεύασε το τμήμα που της αναλογούσε, δηλ. από Νεστάνη προς Καρυά, αν και έκανε κάποια αρχή. Περιμένουμε τώρα την Περιφέρεια μήπως ολοκληρώσει το έργο για το καλό και των δύο Νομών.

 

Χιονισμένη Νεστάνη

 

Ένα αξιοπερίεργο που συμβαίνει  στο  χώρο που βλέπομε μπροστά μας είναι ότι ο μικρός κάμπος που απλώνεται στα πόδια της Νεστάνης, το χειμώνα πλημμυρίζει, γίνεται λίμνη και επειδή δεν υπάρχει ποτάμι για να διαφύγει, έχει δημιουργηθεί στην άκρη της πλαγιάς μία καταβόθρα που καταπίνει όλο αυτό το νερό. Λένε ότι μπορεί να είναι και αυτό που βγάζει η πηγή  στο Κεφαλάρι του Άργους.

Εμείς όμως δε χάσαμε την ευκαιρία, που μας έδινε η ημερήσια αυτή εκδρομή. Στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε μέσα στη Νεστάνη. Πανέμορφο χωριό με ελάχιστους κατοίκους κι αυτούς ηλικιωμένους. Οι περισσότεροι, όπως έχει συμβεί και στα άλλα χωριά της Αρκαδίας και όχι μόνο, έχουν μεταναστέψει , έχουν προκόψει στην ξενιτιά και έχουν δημιουργήσει μεγάλες ελληνικές κοινότητες στο Σικάγο της Αμερικής, στον Καναδά και σε άλλα μέρη.

 

Φιλίππειος Κρήνη Αρχαίας Νεστάνης

 

Από το χωριό ανεβήκαμε ψηλά στον  μεγαλοπρεπή βράχο (το Γουλά), στα ριζά του οποίου βρίσκεται το ξακουστό μοναστήρι « Η Παναγία η Γοργοεπήκοος», όπου τιμάται η Κοίμηση της Θεοτόκου. Στο Μοναστήρι αυτό θυμηθήκαμε ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο, τον καιρό που ήμασταν  παιδιά, που μας έφερναν οι μανάδες μας, για να μεταλάβουμε. Φαίνεται ότι το είχαν τάμα όλες οι γυναίκες της Καρυάς. Αλλά και επί των ημερών μας οι Καρυώτες συνεχίζουν να είναι τακτικοί προσκυνητές και να παρακολουθούν τις βραδινές Αυγουστιάτικες παρακλήσεις που γίνονται στην Παναγία. Από εκεί ψηλά αγναντέψαμε όλο το λεκανοπέδιο της Τριπολιτσάς. Αφού ανάψαμε το κεράκι μας και ασπασθήκαμε, πέραν των άλλων εικόνων, και το σπάνιο κειμήλιο , την δια χειρός του ευαγγελιστή Λουκά ζωγραφισμένη εικόνα της Παναγίας, αναχωρήσαμε γιατί μας περίμενε μεγάλη διαδρομή ακόμη.

 

Μονή Γοργοεπηκόου

 

Μετά τα διόδια Νεστάνης  πήραμε το δρόμο για την Ολυμπία, διασχίζοντας τον εύφορο κάμπο της Μηλιάς. Ξακουστός για τις πατάτες πρώτης ποιότητας, το καλαμπόκι, το σάρωμα, τα σιτηρά, τα αμπέλια κλπ. Τα παλαιότερα χρόνια την εποχή του όψιμου θερισμού, σχετικά με το θερισμό στο κάμπο του Άργους να πούμε, δούλευαν εκεί πολλοί συγχωριανοί μας, στον αποκαλούμενο και ως «πίσω θέρο». Πάνε τα χρόνια εκείνα τα καλά, γιατί  όπως βλέπομε τώρα ο κάμπος αυτός είναι εν πολλοίς ακαλλιέργητος στη μεγαλύτερή του έκταση.

(Στην πρώτη μεγάλη διασταύρωση γράφει, αριστερά Τρίπολη και δεξιά Αρχαία Μαντινεία. Αξιόλογοι προορισμοί, όχι όμως για σήμερα και συνεχίζομε.)

Μας προβληματίζει και μας στενοχωρεί η μεγάλη ερήμωση και εγκατάλειψη που βλέπομε σε όλη τη διαδρομή  που ακολουθούμε. Οι γκορτσιές, τα πουρνάρια, τα κέδρα και άλλα άγρια δέντρα θεριεύουν και κυριαρχούν εκεί που άλλοτε ήταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Επίσης δε συναντήσαμε ούτε ένα κοπάδι γιδοπρόβατα, εκεί που η κτηνοτροφία ήκμαζε στο πρόσφατο παρελθόν. Μοναδική εξαίρεση οφθαλμοφανούς καλλιέργειας ήταν οι γνωστοί στην περιοχή αμπελώνες του Καμπά. Τη μόνη δραστηριότητα που παρακολουθήσαμε στη διαδρομή ήταν αυτή που γινότανε στα βενζινάδικα, που φυτρώνουν κατά διαστήματα στον κεντρικό δρόμο.

 Η ζέστη όμως αρχίζει να μεγαλώνει κι εμείς περνώντας το χωριό Κάψια φτάσαμε στη διασταύρωση του Καρδαρά, όπου αντί να συνεχίσουμε το δρόμο προς το Λεβίδι, στρίψαμε  αριστερά, προς τα εκεί που η πινακίδα έγραφε «Χιονοδρομικό Κέντρου Μαινάλου». Εκεί φυσικά πηγαίνει πολύς κόσμος για το χιόνι το χειμώνα, εμείς πήγαμε το κατακαλόκαιρο και δε μετανιώσαμε. Στο πρώτο χιλιόμετρο συναντήσαμε τα πρώτα έλατα και τις πρώτες ανηφορικές στροφές. Ήδη βρισκόμασταν στο κατάφυτο με έλατα Μαίναλο. Στο κεντρικό βουνό της Αρκαδίας και της Πελοποννήσου ολόκληρης, με ψηλότερη κορυφή την Οστρακίνα,1981 μέτρα υψόμετρο. Στο βουνό που στην αρχαιότητα λατρευόταν ο τραγοπόδαρος Θεός Πάνας, προστάτης των κτηνοτρόφων.

Μαίναλο

Το αυτοκίνητό μας κατάπινε σιγά σιγά τα χιλιόμετρα του καλοδιατηρημένου επαρχιακού δρόμου,  όχι μόνο γιατί ήταν ανηφορικός αλλά γιατί εμείς κατενθουσιασμένοι από όσα βλέπαμε, θέλαμε να απολαμβάνομε τη μοναδική  και απερίγραπτη ομορφιά. Στην κυριολεξία περνάγαμε κάτω από τα πανύψηλα και λυγερόκορμα έλατα, τα οποία στόλιζαν το βουνό σε όση έκταση έφτανε το οπτικό μας πεδίο. Σε ορισμένα σημεία μάλιστα χάναμε και τον ουρανό.

Αξίζει να αναφερθεί ότι δεξιά και αριστερά του δρόμου πολλοί μελισσοκόμοι είχαν τοποθετήσει σε σειρές αμέτρητες  με διακριτικά χρώματα κυψέλες, για την παραγωγή του γνωστού μελιού της περιοχής και μάλιστα πρώτης ποιότητας.

 

Μονοπάτι στο Μαίναλο

 

 Η δροσιά όσο ανεβαίναμε γινόταν και πιο αισθητή και την απολαύσαμε περισσότερο όταν φτάσαμε ψηλά στο μεγάλο ξέφωτο από έλατα, στο χιονοδρομικό κέντρο και κάναμε την πρώτη μας στάση σε υψόμετρο1600 μέτρων. Βλέποντας το χώρο γύρω μας πιστέψαμε ότι σ’ αυτόν τον ειδυλλιακό χώρο θα είχαν τα λημέρια τους οι αϊτοί της ρωμιοσύνης, οι ήρωες, οι κλέφτες, οι αρματολοί του 1821 και άλλοι πιο σύγχρονοι καπεταναίοι της εθνικής μας Αντίστασης.

Φυσικά αυτά που βλέπαμε δεν είχαν καμία σχέση με όσα διαδραματίζονται το χειμώνα με το κατάλευκο τοπίο, το κρύο , το χιόνι, το σκι και τις λοιπές δραστηριότητες.

Εκεί ψηλά εκτός από μελισσοκόμους συναντήσαμε λίγους δασοφύλακες και μερικούς ανθρώπους που μάζευαν στα γυμνά και ξέφωτα ψηλώματα το πασίγνωστο  αρωματικό τσάι του βουνού.

Παίρνοντας βαθιές ανάσες καθαρού αέρα, γεμίζοντας έτσι τα πνευμόνια μας με οξυγόνο  και ευχαριστημένοι με όσα βλέπαμε κα νιώθαμε, συστήνουμε ανεπιφύλακτα και υπεύθυνα σε μικρούς και μεγάλους την καλοκαιρινή ανάβαση στο Μαίναλο. Είναι δελεαστικός προορισμός για μια ημερήσια απόδραση.  Δικαιολογημένα λοιπόν τα διεθνή βραβεία με τα οποία έχει τιμηθεί το Μαίναλο για τις φυσικές του ομορφιές κατά τη διάρκεια φυσικά όλων των εποχών του χρόνου.

Ο δρόμος συνεχίζει προς τη δυτική πλευρά του Μαινάλου και τον ακολουθούμε. Πριν αρχίσουμε να κατηφορίζουμε ξεπετάχτηκαν μπροστά μας δύο λυκόσκυλα με κακές διαθέσεις και μας ακολουθούσαν γαυγίζοντας. Δίπλα μέσα από τα έλατα φάνηκε ένα κοπάδι γίδια με τα κελαηδιστικά τροκάνια τους. Κάπου εκεί ανάμεσα στους θάμνους είδαμε κι έναν βοσκό αχτένιστο, με μεγάλη γενειάδα, με τη γκλίτσα στο χέρι, να σαλαγάει τα γίδια του σφυρίζοντας και η σκέψη μας πήγε, μήπως ήτανε  ο ίδιος ο θεός Πάνας.

Συνεχίζουμε μια ίδια  διαδρομή αλλά με κατηφορικές στροφές. Για πολλά χιλιόμετρα δε βλέπαμε προς καμία κατεύθυνση σπίτια, κατοικήσιμο μέρος. Μόνο σπιτάκια μελισσών βλέπαμε. Η δροσιά μάς έκανε  να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα μέσα Ιουλίου. Η πρασινάδα και τα λουλούδια μάς θύμιζαν Άνοιξη. Κατεβαίναμε με το πόδι στο φρένο. Σιγά σιγά. Σα να μη θέλαμε να φύγουμε. Γνωρίζαμε ότι αφήναμε πίσω μας ένα σπάνιο τοπίο, μία πρωτόγνωρη ομορφιά, άγνωστη σε πολλούς ανθρώπους.

Γεφύρι στη Βυτίνα

Από κάποιο σημείο της καθόδου μας αντικρίσαμε ένα συγκεντρωμένο μεγάλο χωριό με κεραμιδοσκεπές στα σπίτια. Ήταν η όμορφη και ξακουστή Βυτίνα. Το αξιολογότερο ορεινό θέρετρο της Πελοποννήσου. Μας ξάφνιασε, δεν την περιμέναμε εκεί ή δε θέλαμε να τελειώσει η διαδρομή  με τα έλατα. Την είχαμε επισκεφτεί άλλη φορά και για το λόγο αυτό και επειδή δε μας το επέτρεπε και ο χρόνος, την παρακάμψαμε και συνεχίσαμε πια τον κεντρικό δρόμο για τον κυρίως προορισμό μας  που ήταν η Δημητσάνα.

Το φαράγγι του Λούσιου στο Μαίναλο

Τον ορεινό όγκο του Μαινάλου με τους μύθους, τους θρύλους, την ιστορία και τις λοιπές του ομορφιές δε θα τον χάσουμε από τα μάτια μας σε όλη μας την υπόλοιπη  διαδρομή. Προς το παρόν θα μας συντροφεύει μέχρι και τη διασταύρωση της Καρκαλούς. Εκεί μία πινακίδα μας υπενθυμίζει ότι βρισκόμαστε στη Γορτυνία και μία άλλη μας καλωσορίζει στα όρια του Δήμου Δημητσάνας. Άρα πλησιάζουμε. Κάπου εκεί κοντά είναι και οι πηγές του Λούσιου ποταμού. Αφήνουμε το δρόμο προς τα Λαγκάδια και στρίβουμε προς τ’ αριστερά. Ο στενός δρόμος ακολουθεί τις όχθες του ποταμού και όταν χρειάζεται διασταυρώνεται μαζί του με γραφικά γεφυράκια. Ο δρόμος δεν το επιτρέπει να τρέχεις γρήγορα αλλά πηγαίνεις αργά και σκόπιμα για να απολαμβάνεις τόσο τις διαδοχικές ομορφιές όσο και για να ακούς τους ήχους των τζιτζικιών και των πουλιών.

Μετά από μία στροφή του δρόμου, ξαφνικά υψώνεται μπροστά μας η Δημητσάνα. Σταματάμε να την φωτογραφίσουμε. Αυτό λοιπόν είναι το γραφικό, το ξακουστό και ιστορικό χωριό! Τη βλέπομε  πετρόχτιστη πάνω σε μία λοφοράχη και δεξιά της στο βάθος να βρίσκεται το φαράγγι του Λούσιου.

Από την ιστορία θυμηθήκαμε τη μεγάλη προσφορά  της στο Έθνος και την Ορθοδοξία. Με το Δημητσανίτικο μπαρούτι των 14 μπαρουτόμυλων στο Λούσιο, που δούλευαν ακατάπαυστα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, έφτιαχναν τα φυσεκλίκια για τα καριοφίλια των αγωνιστών, με πρώτους τους Αρκάδες καπεταναίους και κλεφταρματολούς. Χωρίς το μπαρούτι αυτό είναι βέβαιο ότι ο δρόμος προς τη λευτεριά θα ήταν πιο μακρύς και δύσβατος.

Δημητσάνα

Ακόμη θυμηθήκαμε τους μεγάλους Δημητσανίτες ιεράρχες, τον εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και το Δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό, που ύψωσε το λάβαρο της εξέγερσης του Έθνους στα Καλάβρυτα, τα σπίτια των οποίων διατηρούνται ακόμη στη Δημητσάνα. Σε λίγο θα τα δούμε κι από κοντά. Θα δούμε ακόμη το λαογραφικό Μουσείο, τα αρχοντικά σπίτια, τις εκκλησιές με τα μεγάλα καμπαναριά, το οίκημα της Μητρόπολης Γόρτυνος και την αξιόλογη βιβλιοθήκη, της οποίας πολλά ιστορικά βιβλία θυσιάστηκαν στο βωμό κι αυτά για την κατασκευή των φυσεκίων.

Αλλά προς το παρόν περάσαμε τον μοναδικό και στενό της δρόμο, μια ημέρα που γινότανε και λαϊκή αγορά, για να πάμε να δούμε το σύγχρονο Μουσείο Υδροκίνησης και να επιστρέψουμε γρήγορα να περπατήσουμε τα καλντερίμια της, να επισκεφθούμε τα αξιοθέατα και να γευτούμε τα φημολογούμενα νόστιμα φαγητά της.

Φτάσαμε λοιπόν στο κεφαλάρι του Αϊ-Γιάννη , με το κελαρυστό και κρύο νερό του, ήπιαμε με την κούπα που έχουν προσδέσει εκεί για το σκοπό αυτό και δροσιστήκαμε  κάτω από τα πελώρια βαθύσκιωτα πλατάνια.

 

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης

 

Συγχαρητήρια σε όσους είχαν την φαεινή ιδέα και την πρωτοβουλία της ίδρυσης του Μουσείου της Υδροκίνησης.  Διδακτικό και παραστατικό  για τους νέους επισκέπτες αλλά επαναφέρει μνήμες και βιώματα άλλων εποχών και στους ηλικιωμένους. Οργανωμένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια με θαυμάσιο τρόπο και θα λέγαμε ότι είναι ακριβές αντίγραφο της πραγματικότητας. Πινακίδες, παλιές φωτογραφίες, ενημερωτικά στοιχεία, ακουστικές περιγραφές κατατοπίζουν τους επισκέπτες για τα όργανα  που βλέπουν   και τα οποία με τη βοήθεια των ξεναγών-υπαλλήλων τίθενται και σε ολιγόλεπτη λειτουργία για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα . Είδαμε και θαυμάσαμε τα μεγάλα βαγένια , από τα οποία πέφτει το νερό από ψηλά με μεγάλη δύναμη, τη νεροτριβή, τον αλευρόμυλο και το άλεσμα καλαμποκιού, το βυρσοδεψείο και τον τρόπο  κατεργασίας  των δερμάτων και τον μπαρουτόμυλο με οπτικοακουστική επιπλέον ενημέρωση.

 

Συγκρότημα Υδροκίνησης Εφταπίτας

 

Όλα αυτά σε μεγάλο αριθμό υπήρχαν και λειτουργούσαν, σε παλιότερες εποχές, κατά μήκος του απότομου φαραγγιού του Λούσιου, σε τοποθεσίες που ευνοούντο από την πτώση του νερού. Το νερό αυτό που το θαυμάζουμε στους καταρράκτες και που χρησιμοποιείται και για αγωνιστικούς σκοπούς, κατά τους χειμερινούς μήνες, τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, για να φτάσει όσο το δυνατόν νωρίτερα και ν’ ανταμώσει τον Αλφειό ποταμό.

Στο ίδιο απόκρημνο φαράγγι, δεξιά και αριστερά, για λόγους ασφαλείας, κτίστηκαν από ιερομόναχους τρεις μεγάλες Μονές, του Φιλοσόφου, των Αιμυαλών και του Προδρόμου, που έγραψαν τη δική τους ιστορία η κάθε μια στα χρόνια της Επανάστασης του Γένους και όχι μόνο. Τις είδαμε από μακριά αλλά υποσχεθήκαμε ότι μια άλλη φορά θα επιστρέψουμε στο χώρο αυτό ειδικά για τις τρεις Μονές.

Εκκλησάκι στο Λούσιο

Στην περιοχή αυτή ο χρόνος τρέχει γρήγορα σαν τα νερά του Λούσιου. Αργήσαμε, γι’ αυτό και πήραμε το δρόμο του γυρισμού για τη Δημητσάνα. Ήμασταν όμως άτυχοι. Ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο είχε στριμωχθεί στον στενό δρόμο μέσα στη Δημητσάνα με κάποιο άλλο μικρό, παράνομα παρκαρισμένο φαντάζομαι. Μπλοκαρίστηκαν πολλά αυτοκίνητα, ούτε μπρος ούτε πίσω και η ουρά πολύ μεγάλη. Τι να κάνουμε και πόση ώρα να περιμένουμε. Η ζέστη αφόρητη. Να αφήσουμε το αυτοκίνητο και που, για να πάμε με τα πόδια;  Δεν το βρήκαμε τόσο εύκολο και εύλογο. Φανταστήκαμε ότι αυτό λόγω της μεγάλης τουριστικής κίνησης και της στενότητας του δρόμου θα επαναλαμβάνεται συχνά.

Επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό από τις τοπικές αρχές, που θα διευκολύνει τους μόνιμους κατοίκους, τους περαστικούς και τους χιλιάδες εκδρομείς και τουρίστες με πούλμαν. Π.χ. να διανοιχτεί καινούργιος δρόμος, να διαπλατυνθεί ο υπάρχων, να δημιουργηθούν πάρκινγκ, να απαγορευτεί η στάθμευση, να γίνεται η διέλευση με σηματοδότηση κλπ. δεν ξέρω τι άλλο να πω.

 Τέλος πάντων εμείς προ του προβλήματος αυτού αλλάξαμε πρόγραμμα με χαλασμένη τη διάθεσή μας, που δε χαρήκαμε περισσότερο τη Δημητσάνα και αφού αποτίσαμε φόρο τιμής στο άγαλμα του μαρτυρικού Πατριάρχη του Γρηγορίου του Ε΄, φύγαμε προς την άλλη κατεύθυνση, δηλ. προς τη Μεγαλόπολη. Σε λίγο φτάσαμε στη Στεμνίτσα.

Στεμνίτσα

Είχαμε τις σχετικές πληροφορίες, αλλά άλλο να ακούσεις και άλλο να τη δεις με τα μάτια σου. Ένα πραγματικό καλλιτέχνημα. Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει. Αρχίζοντας από τον Άγιο Γεώργιο και το Καμπαναριό στην πλατεία  μέχρι και την τελευταία μάντρα στις άκρες του χωριού. Οι πιο ξακουστοί μαστόροι λάξεψαν την πιο καλή πέτρα, πελεκήσανε αγκωνάρια και συναγωνιστήκανε ποιος θα χτίσει το καλύτερο σπίτι. Φαντάζομαι ότι οι γείτονες Λαγκαδιανοί χτιστάδες θα βάλλανε κι αυτοί το μαστορικό χεράκι τους. Το πέτρινο αυτό στολίδι, πάλι του Μαινάλου, είναι χτισμένο στα 1080 μέτρα υψόμετρο. Έπαιξε κι αυτό πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, ήταν αγαπητό στέκι του Γέρου του Μοριά, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και έγινε έδρα της πρώτης Πελοποννησιακής Γερουσίας. Λόγω του ορεινού και άγονου εδάφους οι κάτοικοι από τα παλιά χρόνια στράφηκαν προς το εμπόριο και την αργυροχρυσοχοΐα. Γι’ αυτό και τιμητικά στη Στεμνίτσα ιδρύθηκε και λειτουργεί και σήμερα ομώνυμη τεχνική Σχολή.

Η παρέα μου κι εγώ αφού περπατήσαμε στα στενά δρομάκια και θαυμάσαμε τα πέτρινα αριστουργήματα, καθίσαμε στην δροσερή και φιλόξενη πλατεία της για ξεκούραση και για φαγητό. Το κατσικάκι ριγανάτο και σε μεγάλες μερίδες ήταν τόσο νόστιμο και καλομαγειρεμένο που θα μας μείνει αξέχαστο. Επιπλέον πολύ φτηνό και νιώσαμε σπιτική περιποίηση παρά εστιατορίου.

 

Στεμνίτσα

 

Ευχαριστημένοι αποχαιρετήσαμε την όμορφη Στεμνίτσα. Από τη Νότια πλαγιά του Μαινάλου κατερχόμενοι βλέπαμε τη Μεγαλόπολη με την πεδιάδα της και τις καμινάδες της ΔΕΗ να καπνίζουν αρημανίως. Αναγκαίο κακό και προϋπόθεση για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Το χωριό Ελληνικό, παλαιότερα ονομαζόμενο Μουλάτσι.

 Το πρώτο χωριό που συναντήσαμε, πατώντας σιγά σιγά  ημιορεινό πια  μέρος ήταν το χωριό Ελληνικό (Μουλάτσι), που συναγωνίζεται σε ομορφιά όλα τα άλλα χωριά της Γορτυνίας. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού, για τα παλιά χρόνια μιλάμε, είχαν μια ιδιαίτερη επαγγελματική δραστηριότητα, ήταν μπαλωματήδες και κατασκευαστές καινούργιων παπουτσιών. Με τα απαραίτητα εργαλεία, φαλτσέτα, τανάλια, σφυρί, σουφλί, βελόνες και με τα χρειαζούμενα υλικά, όπως καρφιά, δέρμα, σπάγκο κλπ, μέσα σε ένα δισάκι, φορτωμένο στον ώμο τους  γύριζαν, φυσικά οι άνδρες, όλα τα χωριά της Αρκαδίας και των γύρω Νομών, για αναζήτηση δουλειάς, που κρατούσε αρκετούς μήνες. Στο χωριό έμεναν πίσω οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες να φροντίζουν τα παιδιά και τις υπόλοιπες αγροτικές δουλειές.

Το χωριό αυτό το ξέρουμε καλά εμείς οι Καρυώτες της Αργολίδας γιατί και στο χωριό μας ερχόντουσαν μπαλωματήδες από το Μουλάτσι. Ένας μάλιστα, Βαγγέλης Παναγόπουλος, πολύ αγαπητός και γνωστός ως  Μουλατσιώτης, έμεινε μόνιμα στο χωριό μας και μετά το θάνατό του, αφού σκοτώθηκε σε μία στροφή, στο έμπα του χωριού μας, από τους Γερμανούς κατακτητές και από τότε τον τόπο της εκτέλεσης τον λέμε στροφή του Μουλατσιώτη.

Αν και ο χρόνος δεν μας το επέτρεπε, ο ήλιος γέρνει χωρίς να μειώνεται και η ζέστη, θα ήταν μεγάλη μας παράλειψη, εδώ που φτάσαμε, αν δεν πηγαίναμε, έστω και για λίγο, σε ένα από τα ομορφότερα χωριά της Γορτυνίας, κάνει μπαμ και από μακριά. Ανεβήκαμε λοιπόν στην ιστορική Καρύταινα, τη γνωστή και ως Καστροπολιτεία. Είναι χτισμένη ψηλά στο λόφο και έχει για στολίδι το καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό Κάστρο της. Το Κάστρο αυτό χρησιμοποίησε και ο καπετάν Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης ως ορμητήριο, κατά τις επιθέσεις του εναντίον του Ιμπραήμ. Είναι ένας παραδοσιακός οικισμός και μέχρι πρότινος και έδρα  του Δήμου Γόρτυνος. Εντυπωσιακό είναι και το φαράγγι της, εκεί που περνάει ο Αλφειός ποταμός, που την προστάτευε από τους εχθρούς, όπως και το Κάστρο της, αλλά με φυσική οχύρωση. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε και τη γέφυρα του Αλφειού ποταμού, γνωστή σε όλους τους Έλληνες, γιατί κοσμούσε παλαιότερα το χαρτονόμισμα των 5.000 δραχμών.

 

Γέφυρα Αλφειού στην Καρύταινα

 

Ο ήλιος όλο και «χαμηλώνει κι η μέρα σώνεται»  κι εμείς μετά από μία μικρή στάση στη Μεγαλόπολη για ένα αναψυκτικό, φτάσαμε στον Κόμβο της νέας εθνικής οδού. Η διέλευσή της για μένα  και την παρέα μου  γινότανε για πρώτη φορά και   ήταν μία ξεχωριστή εμπειρία. Μέσα από τις καινούργιες σήραγγες, που δόθηκαν σε κυκλοφορία τους περασμένους μήνες, το πότε φτάσαμε στον Κόμβο της Στέρνας και από εκεί στο χωριό μας, δεν το καταλάβαμε. Γυρίζοντας με το καλό στα σπίτια μας και αναλογιζόμενοι που και που πήγαμε, τα πόσα αξιοθέατα είδαμε και τι διδαχτήκαμε, καταλήξαμε στο πρώτο συμπέρασμα ότι αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη ημερήσια απόδραση και περιήγηση της Αρκαδίας, αλλά ήταν ένα φυλλομέτρημα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Θα τη συστήνουμε σε κάθε ευκαιρία και σε κάθε συνομιλητή μας. Επειδή όμως αυτά που δεν είδαμε είναι περισσότερα και πολλά είναι και σημαντικότερα από αυτά που είδαμε,  καταλήξαμε στο δεύτερο συμπέρασμα ότι η σημερινή μας περιήγηση είναι μία από τις αμέτρητες ημερήσιες αποδράσεις,  που πρέπει να κάνει κάθε έλληνας αν θέλει να γνωρίσει ολόκληρη την Αρκαδική γη, το καμάρι του Μοριά.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Ο Κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και Ζωγραφική


 

Οδυσσέας Ελύτης: "Σχολή πιάνου" (κολάζ)

Μια έκθεση για τη σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τη Ζωγραφική διοργανώνει το Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νομπελίστα ποιητή. Η έκθεση ξεκινά στις 22 Σεπτεμβρίου και θα διαρκέσει έως τις 27 Νοεμβρίου 2011.

Στόχος της έκθεσης είναι να αποκαλύψει τις διαφορετικές εικαστικές αναζητήσεις του μεγάλου ποιητή και, συνάμα, να στρέψει το βλέμμα του θεατή προς το έργο διακεκριμένων, σύγχρονων, Ελλήνων καλλιτεχνών που εμπνέονται από την ποίησή του.

Η έκθεση «Ο Κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: Ποίηση και Ζωγραφική» περιλαμβάνει τις εξής ενότητες:

  • To σύνολο των ζωγραφικών έργων του Οδυσσέα Ελύτη. Πρόκειται για ευφάνταστα κολάζ, τέμπερες και υδατογραφίες, μικρών διαστάσεων, που αναδεικνύουν μια μοναδική καλλιτεχνική διάσταση και αντανακλούν την αισθητική αντίληψη του μεγάλου ποιητή. Η έκθεση παρουσιάζει χειρόγραφα και βιβλία του Ελύτη, μαζί με δημοσιευμένες και ανέκδοτες φωτογραφίες του.
  • Σημαντικά έργα κορυφαίων δημιουργών, για το έργο των οποίων ο ποιητής είτε είχε δημοσιεύσει αισθητικά δοκίμια, είτε ανέπτυξε στενές φιλικές σχέσεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, οι: Παναγιώτης Ζωγράφος, Ανρί Ματίς, Θεόφιλος, Κωνσταντίνος Παρθένης, Πάμπλο Πικάσο, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Νίκος Εγγονόπουλος, Χρήστος Καπράλος, Νίκος Νικολάου, Ορέστης Κανέλλης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Αλέκος Φασιανός και Γιώργος Δέρπαπας.
  • Έναν εικαστικό «διάλογο» με την ποίηση του Ελύτη αναπτύσσουν σπουδαίοι εικαστικοί δημιουργοί. Έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και εγκαταστάσεων των Νάτα Μελά, Παναγιώτη Τέτση, Βασίλη Θεοχαράκη, Κώστα Τσόκλη, Κώστα Πανιάρα, Αλέκου Φασιανού, Σωτήρη Σόρογκα, Γιώργου Δέρπαπα, Μαρίνας Καρέλλα, Μιχάλη Μακρουλάκη, Χρόνη Μπότσογλου, Θοδωρή Παπαγιάννη, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Γιάννη Κόττη, Γιώργου Λάππα, Γιάννη Αδαμάκου, Μίλτου Παντελιά, Κώστα Βαρώτσου, Χρήστου Μποκόρου και Μαρία Λοϊζίδου μαρτυρούν, τη δική τους ξεχωριστή κυρίαρχη ή διακριτική ποιητική διάσταση.

Η έκθεση πραγματοποιείται με τη συμπαράσταση της ποιήτριας Ιουλίτας Ηλιοπούλου, σε επιμέλεια του Τάκη Μαυρωτά και σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Τα εκτιθέμενα έργα προέρχονται από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Πινακοθήκη, πολλές ιδιωτικές συλλογές και τους ίδιους τους συμμετέχοντες σύγχρονους δημιουργούς. Η έκθεση διαρκεί από τις 22 Σεπτεμβρίου έως τις 27 Νοεμβρίου 2011. Πληροφορίες: 210 3611206.

  

Τρίοπας ή Πανόπτης


 

Ο Τρίοπας υπήρξε ο όγδοος μυθικός βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του Φόρβαντα, τον οποίο και διαδέχτηκε στη βασιλεία. Ονομαζόταν επίσης, Τριόφθαλμος ή Πανόπτης.

Παντρεύτηκε τη Σωΐδα, από την οποία απέκτησε τον Αγήνορα, τον Ίασο, τον Πελασγό και την Μεσσήνη. Ο Τρίοπας θεωρείται αποικιστής στη Μικρά Ασία, της Δωρικής εξαπόλεως, με λατρευτικό κέντρο την Κνίδο. Τον Τρίοπα διαδέχτηκε ο γιος του Αγήνορας.

Ο Παυσανίας αναφέρει (Παυσανίας Αργολικά Β΄ XVI, 1.): «Φόρβαντος δε γίνεται Τρίοπας, Τρίοπας δε Ίασος και Αγήνωρ».  

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

Φόρβας ή Φόρβαντας


  

Ο Φόρβας ήταν ο έβδομος βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του Κριάσου και της Μελανθούς. Διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο. Τα αδέρφια του ήταν ο Ερευθαλίων, ο οποίος ήταν ιδρυτής της Ερευθαλίας και η Κλεοβοία.

Σύζυγος του ήταν η Εύδοια [1] κόρη του Αισώπου, παιδιά του οι Τρίοπας, Αρέστορας και η Προνόη. Κατά τον Παυσανία, ο Φόρβας αναφέρεται ως γιος του βασιλιά Άργου και όχι ως γιος του Κριάσου. Συγκεκριμένα, γράφει: «Άργον δε Πείρασος γίνεται και Φόρβας, Φόρβαντος δε Τρίοπας [2]».  

 

Υποσημειώσεις


1. Νέο λεξικό ελληνικής μυθολογίας, Αθανασίου Αγγελόπουλου, εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις.

2. Παυσανίας Αργολικά Β΄ ΧVI, 1. Όπως αναφέρει και  ο Κοφινιώτης στο έργο του, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών »,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 .

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΚρίασος ΦόρβαςΠερσέαςΔιομήδης

Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Τον Ιανουάριο του 1828, όπως είναι γνωστό, αφίχθη ο Ιωάννης Κα­ποδίστριας στον ελεύθερο ελληνικό χώρο, εκλεγμένος από την Εθνική Συ­νέλευση της Τροιζήνος ως κυβερνήτης για μια επταετή θητεία[1]. Η κατά­σταση η οποία επικρατούσε τότε ήταν πραγματικά χαώδης και τα προβλή­ματα που είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δισεπίλυτα. Περί αυτών αψευδή μαρτύρια παρέχουν οι εκθέσεις των Γραμματέων της Επικρατείας, δηλαδή των Υπουργών, της Αντικυβερνητικής Επιτροπής οι οποίοι έσπευ­σαν να τον ενημερώσουν για τους τομείς της δικαιοδοσίας τους. Από αυτές πολύ σημαντικά στοιχεία προσφέρουν δύο εκθέσεις του επί του Δι­καίου και της Παιδείας Γραμματέως Μιχ. Σούτσου[2], ειδικότερα δε στα όσα άκρως ενδιαφέροντα αναφέρει περί της δικαιοσύνης. Βαρύνουσα μάλιστα σημασία προσδίδουν, στη δεύτερη έκθεσή του, και οι εισηγήσεις του για τα άμεσα μέτρα που έπρεπε, κατ’ αυτόν, να ληφθούν για την εκ των ενόντων αντιμετώπιση των προβλημάτων. Έτσι για το νευραλγικό τομέα της δικαι­οσύνης έχομε από τον κατ’ εξοχήν αρμόδιο λειτουργό την αξιόπιστη εικό­να της επικρατούσης τότε καταστάσεως.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές διαρκούσης της Επαναστάσεως και πριν τον Καποδίστρια ποτέ δεν ελειτούργησαν δικαστήρια, εκτός μόνον του Εμποροδικείου, στη Σύρο και του δικαστηρίου λειών, υπό την ονομασίαν «Θαλάσσιον Δικαστήριον», στην Αίγινα[3]. Μέχρι τη συνεχίσασα τα­κτικώς τις εργασίες της στην Τροιζήνα Γ’ Εθνική Συνέλευση, οι αστικού περιεχομένου διαφορές εκρίνοντο κατά βάση από δικαστικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων διωρίζοντο από την κατά καιρόν κυβέρνηση. Οι επι­τροπές όμως αυτές ως μη σύννομες καταργήθηκαν. Επί του προκειμένου πράγματι το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος ώριζε ότι: Δικαστικαί Επιτροπαί ή Δικαστήρια έκτακτα απαγορεύονται εις το εξής»[4].

Την κατάρ­γηση όμως των Επιτροπών δεν επηκολούθησε, ως ώφειλε, η αναγκαία σύ­σταση των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι το Βουλευτικόν δεν είχε ευκαιρήσει μέχρι τότε, «ίσως δια τον επικρατούντα κλύδωνα των πραγμάτων», να μελετήσει τις διορθώσεις του νόμου περί συστάσεως δικαστηρίων που είχε υποβάλλει η ορισθείσα παρ’ αυτού επιτροπή, ώστε να προωθηθεί ο περί Οργανισμού των Δικαστηρίων νόμος. Έτσι ο Υπουργός της Δικαιο­σύνης αντιμετωπίζων σωρείαν αιτήσεων για ένδικη προστασία και πιεζόμε­νος από τα πράγματα, αναγκαζόταν να παρανομή και να παραβαίνη καταφώρως το Σύνταγμα. Κι’ αυτό, γιατί άλλοτε μεν μετήρχετο ο ίδιος τον «ειρηνοποιό δικαστή», άλλοτε δε παρακινούσε τους διαφερομένους να προσ­φύγουν στην αιρετοκρισία[5]. Στην τελευταία όμως περίπτωση η προτροπή του Υπουργού έμενε κατά το πλείστον αναποτελεσματική, δεδομένου ότι η αιρετοκρισία δεν ήταν υποχρεωτική.

Ο ευρισκόμενος εν αδίκω δεν είχε προδήλως κανένα συμφέρον να συναινέσει στη λύση της διαφοράς με αιρετοκρισία. Επακόλουθο της ασυμφωνίας των διαφερομένων μερών ήταν να πληροφορή αυτά ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός, επαναλαμβάνοντας στερεοτύπως την επωδό, ότι η εξέταση της υποθέσεώς τους ανεβάλλετο μέχρι της συστάσεως των δικαστηρίων.

Ως προς τις αιρετοκρισίες όμως αξίζει να υπομνησθούν και τα εξής: Κατά την περίοδο που ο Ελληνισμός ευρίσκετο υπό ξένη κυριαρχία πολύ συνήθης τρόπος επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των υπο­δούλων Ελλήνων απετέλεσε η προσφυγή τους στην αιρετοκρισία. Την κα­ταφυγή άλλωστε στην κρίση των αιρετών κριτών επέβαλλον τότε και οι χα­λεπές συνθήκες της δουλείας δεδομένου ότι απεφεύγετο η οικονομικά επώ­δυνη ανάμιξη των αρχών του κυριάρχου.

Ειδικότερα δε στα υπό οθωμα­νική κατοχή νησιά του Αιγαίου, η διαιτησία με Έλληνες διαιτητές είχε και νομιμοποιηθή με τους κατά καιρούς εκδοθέντες προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων που παρείχαν δικαιώματα ή προνόμια στους χριστιανούς [6]. Έτσι η συνέχιση της διαδικασίας αυτής οικείας επί αιώνες στον υπό­δουλο Ελληνισμό, κατά την οποία είχαν πλήρη εφαρμογή οι περί «αιρετών δικαστών» ή «αιρετών διαγνωμόνων» διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, δεν παρουσίαζε προβλήματα.

Αντιθέτως ενισχύετο εκ της ελλείψεως δικα­στηρίων. Τα αναφερόμενα όμως μέρη δεν είχαν πάντοτε το προαιρετικό δικαί­ωμα για την υπαγωγή τους στην αιρετοκρισία. Ενίοτε, όπως φαίνεται, η διαιτησία ήταν υποχρεωτική. Τούτο συνέβαινε κυρίως στις περιπτώσεις που η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Αυτό μαρτυρεί ανέκδοτον έγγραφον, υπό ημερομηνίαν 18 Μαΐου 1828, ήτοι προ της συστάσεως των δικαστη­ρίων, αναφερόμενον σε υπάρχουσα διαφορά μεταξύ νύφης και πεθερού.

Δυστροπούντος του τελευταίου να στέρξη στη φιλική διευθέτηση ή στην επίλυση αυτής με αιρετοκρισία, διατάσσεται από τον κυβερνήτη Ιω. Καπο­δίστρια ο διοικητής του Πόρου να «καθυποβάλη» αυτούς σε αιρετοκρισία. Προς το σκοπό μάλιστα αυτό του υποδεικνύεται να καλέσει τους αναφε­ρομένους να υποδείξουν από ένα αιρετό κριτή έκαστος της επιλογής του. Συγχρόνως δε η έγγραφος διαταγή ορίζει ως «πρόεδρον» αυτών τον «Άγιον Δαμαλών».

Αργότερα oι νομικοί του Καποδίστρια καθιέρωσαν το υποχρεωτικόν της αιρετοκρισίας και νομοθετικά, εφ’ όσον η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Έτσι στη Πολιτική Διαδικασία του 1830, τη συνταχθείσα υπό του τότε Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά, ειδικό κεφάλαιο αυτής προβλέπει «περί της κατ’ ανάγκην αιρετοκρισίας» (άρθρα 426-465) στην οποία υπεβάλλοντο υποχρεωτικώς συγγενείς τόσον εξ αίματος όσον και εξ αγχιστείας. Το δε Υπουργείον του Δικαίου στη συνέχεια (Μάρτιος 1831), σε σχετική αναφορά του Πρωτοκλήτου Σπάρτης επί του θέματος των αιρετοκρισιών, παρείχε ομοίως την οδηγία ότι: «Αι μεταξύ συγγενών διαφοραί, πρέπει αναποφεύκτως να διαλύωνται δι’ αιρετοκρισίας»[7].

Τέλος ως κατακλείδα των όσων ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός Μιχ. Σούτσος αναφέρει, εισηγείται στον κυβερνήτη την εκδίκαση των αστικών αλλά και εμπορικών διαφορών από τις κατά τόπους δημογεροντίες, των οποίων μάλιστα η απόφαση να είναι ανέκκλητη μέχρι του ποσού των 250 ή 300 γροσιών. Σε περίπτωση δε που τα διαφερομένα μέρη δεν επιθυμούν την κρίση των δημογερόντων, τότε να υποβάλλωνται υποχρεω­τικώς σε αιρετοκρισία. Η πρόταση αυτή βεβαίως είναι φανερό ότι εστιάζε­ται στο κράτησαν επί τουρκοκρατίας σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Και αυτά μεν ως προς τις ιδιωτικές διαφορές. Όσον άφορα όμως στην απο­νομή της ποινικής δικαιοσύνης τα πράγματα ήσαν πολύ σοβαρώτερα. Και τούτο, διότι μόλις το 1826 είχε επιτευχθή η σύσταση ενός εγκληματικού δι­καστηρίου στο Ναύπλιο [8]. Τούτο όμως δεν υπήρξε καθόλου μακρόβιον. Καταργήθηκε με το ΙΖ’ ψήφισμα της συνελθούσης στην Τροιζήνα Εθνικής Συνελεύσεως [9].

Περί του εγκληματικού όμως αυτού δικαστηρίου αξίζει να σημειωθή ότι και η βραχύβιος λειτουργία του δεν υπήρξε καθόλου απρόσκοπτος. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από στοιχεία που παρέχουν ανέκδοτες πηγές, πλείστα προβλήματα δημιουργούσαν σ’ αυτό παρανομούσες διοικητικές αρχές. Συγκεκριμένα με έγγραφό του, της 8ης Ιουνίου 1826, το δικαστή­ριο αυτό απευθυνόμενο προς την Επιτροπή της Συνελεύσεως διαμαρτύρε­ται εντονότατα διότι η Γενική Αστυνομία όχι μόνον δεν εκτελεί τις απο­φάσεις του αλλά προβαίνει και σε παράνομες απελευθερώσεις καταδικα­σμένων σε ειρκτή. Ένεκα όλων αυτών και επειδή οι νόμοι έπρεπε «να εφαρμόζονται εξ ίσου εις όλους εν γένει άνευ τινός εξαιρέσεως ως το έθνος εθέσπισε», δεν διστάζει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ειλημμένη ήδη απόφασή του, ότι απέχει στο εξής των εργασιών του μέχρις ότου υποχρεωθή η Γενική Αστυνομία να συμμορφώνεται και να μην αφήνει ανενέργητες τις αποφάσεις του.

Αργότερα μάλιστα, επειδή εκ μέρους της Επι­τροπής δεν είχε λάβη καμμία απάντηση, επανέρχεται εκ νέου προς αυτήνκαι ζητεί να επιληφθή του επείγοντος αυτού ζητήματος δεδομένου ότι το δικαστήριο είναι αναγκασμένο «κατά το παρόν να μένη άπρακτον» και οι εκκρεμούσες εγκληματικές υποθέσεις αυξάνονται.

Το ίδιο σθένος και αποφασιστικότητα επιδεικνύει και στις απαράδε­κτες παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέως της Επιτροπής Συνελεύσεως, προφανώς υπέρ ορισμένων εμπόρων της Σύρου, ο οποίος ενήργησε «εναν­τίον των χρεών του». Και τούτο, διότι «το δικαστήριον δεν είναι υποκείμενον να δίδη λόγους, δια τους οποίους αναδέχεται κατά τους νόμους, να δικάση ταύτην ή εκείνην την υπόθεσιν». Η έλλειψη όμως εγκληματικού δικαστηρίου είχε επιδεινώσει την ήδη ηυξημένη εγκληματικότητα. Οι κακούργοι, σύμφωνα με όσα διεκτραγωδεί ο Μιχ. Σούτσος, καθημερινώς πολλαπλασιάζονται. «Φονείς καταδικασμένοι… περιφέρονται εις τας αγυιάς ανενόχλητοι άλλοι και χωρίς να κριθώσιν ολοτελώς, μένουσιν ωσαύτως ελεύθεροι και άλλοι συλληφθέντες και φυλακισθέντες μένουσιν εισέτι υπό φυλακήν άκριτοι».

Για την αντιμετώπιση της «ελεεινής» αυτής καταστάσεως, προτείνει την ανασύσταση του καταργηθέντος προσωρινού ανεκκλήτου εγκληματικού δικαστηρίου. Το τελευταίο πρέπει, κατ’ αυτόν, να είναι αρμόδιο να κρίνει ανθρωποκτονίες, εγκλήματα καθοσιώσεως, αρπαγής, βίας, ψευδομαρτυρίας, προδοσίας, συκοφαντίας, κλοπής και «όσα ταράττουσι την κοινήν ησυχίαν».

Ως προς δε την ποινική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία θα εκρίνοντο οι εγκληματικές πράξεις, ο εισηγούμενος υπουργός δεν διαφορο­ποιείται καθόλου από το ισχύον τότε νομοθετικό καθεστώς, αφού προτεί­νει την εφαρμογή του Απανθίσματος των Εγκληματικών και των βυζαν­τινών νόμων («Βασιλικά»). Προβαίνει όμως στην αξιοσημείωτη διευκρίνη­ση ότι «προκρίνονται οι ρωμαϊκοί νόμοι από τους γαλλικούς επί του πα­ρόντος, μέχρις ότου συνταχθή απάνθισμα των δευτέρων κατάλληλον εις τα ήθη, έθιμα και περιστάσεις του έθνους μας».

Η παρατήρηση ακριβώς αυτή του Μιχ. Σούτσου είναι σαφώς ενδεικτική της τάσεως που είχε επικρατήσει κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως και η οποία απέβλεπε στον εκσυγ­χρονισμό και της ποινικής νομοθεσίας επί τη βάσει γαλλικών προτύπων. Τούτο άλλωστε απετέλεσε και συνταγματική πλέον επιταγή με το άρθρο 99 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος που ψηφίσθηκε το 1827 στην Τροιζήνα. Συγκεκριμένα με το άρθρο αυτό ωρίζετο ότι «η Βουλή χρεωστεί να φροντίση δια να συνταχθώσι Κώδηκες, Πολιτικός, Εγκληματικός και Στρατιωτικός, έχοντες Ιδιαιτέρως βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν»[10].

Η ανυπαρξία όμως εγκληματικού δικαστηρίου τους πρώτους μήνες μετά την έλευση του Καποδίστρια αντιμετωπίσθηκε, όπως φαίνεται, με το γνώριμο από το παρελθόν τρόπο του διορισμού Επιτροπών. Η κατάργη­σή τους με το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος, που μνημονεύθηκε προηγουμένως, δεν απετέλεσε κώλυμα για την εκ νέου δραστηριοποίησή τους. Και τούτο, διότι η λειτουργία του Συντάγματος της Τροιζήνας είχε ήδη ανασταλεί με το ψήφισμα της 18ης Ιανουαρίου 1828[11].

Χαρακτηριστικόν παράδειγμα επί του προσκειμένου αποτελεί η από 28 Φεβρουαρίου ανέκδοτη απόφαση «στρατιωτικής επιτροπής» η οποία διορίσθηκε από τον κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια για να δικάσει υπόθεση ανθρωποκτονίας. Στην ενδιαφέρουσα αυτή απόφαση, μετά την εξέταση των πραγματικών πε­ριστατικών, εκρίθη ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ετελέσθη «ουκ εκ προμελέτης άλλ’ εκ παραδρομής και απροσεξίας». Ως εκ τούτου απεφάνθη η επιτροπή ότι έπρεπε να τύχη εφαρμογής η διάταξη μθ’ του Απανθίσμα­τος των Εγκληματικών η οποία προέβλεπε για τον υπαίτιο της πράξεως φυλάκιση έξη μηνών.

Το αξιοσημείωτον όμως εν προκειμένω είναι ότι η προβλεπομένη αυτή ποινή του Απανθίσματος δεν εφαρμόσθηκε αμετάβλητη, άλλα μερικώς τροποποιημένη. Έτσι, στον καταδικασθέντα επεβλήθη «εξ ολόκληρους μήνας από την σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας του και παράδειγμα των ατακτούντων, τους δε λοιπούς τρεις μήνας να μείνη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν».

Ο ιδιότυπος αυτός αντί μόνης της φυλακίσεως κολασμός του καταδικασθέντος να καθαρίζει την πόλη του Ναυπλίου «φέρων άλυσον εις τους πόδας» δεν αποτελεί το μοναδικόν παραμερισμόν διατάξεως του ισχύοντος τότε ποινικού νόμου. Αντιθέτως παρομοία ρύθμιση απαντά και αργότερα σε απόφαση τακτικού πλέον δικαστηρίου.

Αυτό καταδεικνύει απόφαση του έτους 1829 του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας που είχε έδρα την Καλα­μάτα. Στον υπ’ αυτής κριθέντα ως ένοχον εμπρησμού από αμέλεια, δεν επέβαλλε την ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών που προέβλεπε η σχε­τική διάταξη του «Απανθίσματος των Εγκληματικών» αλλά άντ’ αυτής την καταδίκη του ενόχου στο να καθαρίζει την πόλη της Καλαμάτας επί τριάκοντα μία ημέρες με «δεσμά εις τους πόδας του»[12]. Η παρατηρουμένη αυτή μετατροπή των προβλεπομένων από το Απάνθισμα ποινών φυλακίσεως σε αναγκαστικού χαρακτήρα ποινή πα­ροχής κοινωφελούς εργασίας[13], φαίνεται ότι ανταπεκρίνετο στη διαμορφω­μένη τότε λαϊκή περί δικαίου συνείδηση. Συγχρόνως όμως αποτελεί αναμ­φισβήτητα και τον πρόδρομο της απαντωμένης σήμερον ποινής παροχής κοινωφελούς εργασίας, εφ’ όσον βεβαίως «το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε» που προβλέπεται από το άρθρο 82 § 6 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.

Πρέπει ακόμη να επισημανθή ότι η απόφαση της «στρα­τιωτικής επιτροπής» προβλέπει και αποζημίωση των παθόντων. Ειδικότερα ορίζει ότι «προς παραμυθίαν της χήρας γυναικός και του ορφανού τέκνου» να καταβάλη ο φονεύς αμέσως εκατό γρόσια υποχρεούμενος ακόμη, μετά την έκτιση της ποινής του, «να δίδη προς την χήραν και το ορφανόν το ήμισυ των όσων έκ τε της δουλεύσεως και της ιδιοκτησίας του προσπορίζεται επί χρόνους ολόκληρους δέκα». Η παροχή αυτή του δικαιώματος διατροφής ερείδετο επί γενικής δια­τάξεως του Απανθίσματος[14] η οποία προφανέστατα απηχεί τις ανάλογες ρυθμίσεις του δικαίου των βυζαντινών[15].

Η εκτεθείσα όμως θλιβερή κατάσταση της δικαιοσύνης κατά την άφι­ξη του Καποδίστρια, αρχίζει με την πάροδο του χρόνου να βελτιώνεται αισθητά. Ήδη το 1828 ψηφίζεται Δικαστικός Οργανισμός[16]. Επακολουθεί νέος το 1830. Ψηφίζονται ομοίως Διαδικασίες, Πολιτική και Εγκληματι­κή[17]. Πραγματοποιείται η σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων, ακόμη δε και Ανωτάτου[18]. Η γενικότερη δε προσπάθεια δημιουργίας ευνομουμένου κράτους προάγεται με ταχείς ρυθμούς. Ποτέ για τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν έγιναν εκ του μηδενός τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, όσο στη σύντομη διακυβέρνηση του Ιω­άννη Καποδίστρια.

 

Μενέλαος Τουρτόγλου

Νομικός  – Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

 

 

Υποσημειώσεις


1  Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. 9, εν Αθήναις 1841, σ. 97. Πρβλ. ομοίως «Πρακτικά της εν Τροιζήνι Γ’ των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως» (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 7, εν Αθήναις 1840, σ. 88 § θ’, σ. 132-133, §§ β’ και ε’, σ. 151-152) και άρθρο 120 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 9, σ. 144).

2  Η πρώτη έκθεση φέρει ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1828 (ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ. φ. 1 και Επιστολαί I. Α. Καποδίστρια, μετάφρ. Μιχ. Σχινά, τ. Α’, Αθήνησιν 1841, σ. 399-400), η δε δευτέρα 23 Ιανουαρίου 1828 (Έγγρ., αριθ. 1). Ο Μιχ. Σούτσος διο­ρίσθηκε Γραμματεύς της επί του Δικαίου και Παιδείας Γραμματείας στις 7 Οκτωβρίου 1827, αντικαταστήσας τον απολυθέντα Γεράσ. Κώπα (Ιακ. Βισβίζη, Η πολι­τική δικαιοσύνη κατά την Ελληνική Επανάσταση μέχρι του Καποδιστρίου), Αθήναι 1941, σ. 539, άριθ. 734).

3  Πρβλ. και Κ. Τρανταφυλλοπούλου, Η πολιτική δικαιοσύνη επί Καπο­δίστρια, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 23, εν Αθήναις 1949, σ. 473. Έτσι και ο Maurer (Ο ελληνικός λαός, τ. Α’, μετάφρ. Ευστ. Καραστάθη, Αθήναι 1943, σ. 436 παρ. 223) σημειώνει ότι «αν και η εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις είχε πάλιν απο­φασίσει την ίδρυσιν δικαστηρίων, δεν απέκτησεν τοιαύτα η Ελλάς». Βλ. ακόμη και «παρατηρήσεις» του επί Καποδίστρια Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά προς το Ανέκκλητον δικαστήριον: «… εις το διάστημα όλον της Επαναστάσεως, ο Δικα­στικός κλάδος διετάχθη μεν, πλην έμεινεν εις το Διάταγμα και δεν έλαβεν ουδεμίαν εκτέλεσιν. Το Δικαστικόν άρα σύστημα είναι νεοείσακτον». (Μ. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλάδι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ιστορ. Ελλη­νικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 29). Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 155, επ. και 190 επ. Περί του θαλασσίου δικαστηρίου ειδικότερα βλ. Θ. Χαλκιοπούλου, Θέματα θαλασσίων λειών κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, Αθήναι 1974. Δέσπ. Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον δικαστήριον, εν Αθήναις 1973 και της Ιδίας, Αι αποφάσεις του θαλασσίου δικαστηρίου 1828-1829, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 20-21, εν Αθήναις 1976, σ. 25 επ., Ε. Georgiou, Le tribunal maritime en Grèce pendant la guerre de l’Indépendance 1825-1829, Athènes 1971.

4  Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 9, σ. 148.

5  Πρβλ. και Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 183 επ.

6   Βλ. σχετικώς αχτναμέ Μουράτ Γ’, του έτους 1580, που εδημοσιεύθη, σε γαλ­λική μετάφραση, από τον Abbé Pegues (Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorine, Paris 1842, σ. 609-613) και στη συνέχεια ανεδημοσιεύθη από τον Κ. Hopf (Veneto-byzantinische Analekten, Wien 1859, σ. 156) και Κ. Αμάντον, Οι προνομιακοί ορισμοί του μουσουλμανισμού υπέρ των χριστιανών, «Ελληνικά», τ. 9, 1936, σ. 132-136. Επίσης από παλαιά ελληνική μετάφραση ο ίδιος αχτναμές εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (Γράμματα των τελευταίων Φράγκων δουκών του Αιγαίου Πελάγους, 1438-1565 – Ιωσήφ Νάκης, Ιουδαίος δούξ του Αιγαί­ου Πελάγους, 1566-1599 – Το σαντζάκ των νήσων Νάξου, Άνδρου, Πάρου, Σαντορήνης, Μήλου, Σύρας, 1579-1621, εν Ερμουπόλει 1824, σ. 101-105) και ανεδημοσιεύ­θη από τον Δ. Πασχάλη (Προνόμια και διοίκησις των Κυκλάδων επί τουρκοκρα­τίας, «Ανδριακά Χρονικά» 1, 1948, σ. 136-138) και Ιω. Μελά (Ιστορία της νήσου Ικαρίας, τ. Β’, Αθήναι 1958, σ. 27-30). Ομοίως βλ. α) αχτναμέ του έτους 1628/1629 (για την ορθή χρονολόγησή του βλ. Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 16, σημ. 2) που εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (ενθ’ αν., σ. 121-126) και ανεδημοσιεύθη από τον Ιω. Μελά (ενθ’ αν., σ. 30-32) και β) αχτναμέ Ιμπραήμ Α’, του έτους 1646, που εδημοσιεύθη σε ελληνική μετάφραση από τον Π. Αργυρόπουλο, (Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, εν Αθήναις 1859, σ. 45-50) και άλλους, σε γαλλική δε από τον Κ. Hopf (ενθ’ αν., σ. 159-161). Πρβλ. Β. Σφυρόε­ρα, αυτόθι, σ. 16, σημ. 3. Περί των χορηγηθέντων στους Έλληνες προνομίων κατά την τουρκοκρατία βλ. και Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. ΙΑ’, Αθήνησιν 1852, σ. 323-324.

7 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η νομολογία των κριτηρίων της Μυκόνου (17ος-19ος αι.), Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 27-28, εν Αθήναις 1985, σ. 9, σημ. 13.

8 Αριθ. ΙΕ’ του Κώδικα των Ψηφισμάτων (Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 4, εν Πειραιεί 1839, σ. 117). Έκρινε δε «όλα τα εγκλήματα» ανεκκλήτως, κατά το Απάν­θισμα των Εγκληματικών και κατά τους βυζαντινούς νόμους.

9 Βλ. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 8, εν Αθήναις 1840, σ. 138 § γ’.

10 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 9, σ. 141-142.

11 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 10, σ. 39 επ.

12 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η «επιείκεια» κατά την απονομή ποινικής δι­καιοσύνης επί Καποδίστρια. Η απόφαση του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας, «Πε­λοποννησιακά», Παράρτημα 18, Αθήναι.

13 Άλλοτε πάλιν η αναγκαστική παροχή κοινωφελούς εργασίας επεβάλλετο προσθέτως προς την καταγνωσθείσα ποινή της φυλακίσεως. Έτσι το Πρωτόκλητον Δικαστήριον Βορ. Κυκλάδων, στους κριθέντες υπ’ αυτού ενόχους «πειρατικής πράξε­ως» επιβάλλει τριετή φυλάκιση και συγχρόνως «να καθαρίζουν δις της εβδομάδος τους δρόμους της πόλεως ταύτης» (Σύρου). Βλ. σχετικώς Δ. Σερεμέτη, Η δικαιο­σύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959, σ. 393. 

14 «Όταν το έγκλημα είναι φονικόν, αν ο φονευθείς έχη παιδία ανήλικα ή πε­ριουσία του φονέως να βοηθή την διατροφήν των ανηλίκων παιδίων έως να φθάσωσιν εις νόμιμον ηλικίαν ή των γονέων αν είναι ασθενείς και άποροι». (Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως (1822-1828), Επετ. του Κέν­τρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 139).

15 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Το Ποινικό Δίκαιο των βυζαντινών πρότυπο των «περί φόνου» διατάξεων του «Απανθίσματος των Εγκληματικών», Τιμή Γεωργί­ου Κ. Βλάχου, Αθήνα 1995, σ. 642.

16 Ψήφισμα ΙΘ’ (αριθ. 8268) της 15ης Δεκεμβρίου 1828 (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 95 της 19ης Δεκεμβρίου 1828. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 11, σ. 505-511. Εκτενείς παρατηρήσεις επί του Δικαστικού Οργανισμού όπως και του επακο­λουθήσαντος υπ’ άριθ. 9470 Διατάγματος της 18ης Φεβρουαρίου 1829 με το οποίον ετέθη σε ισχύ «προς συμπληρωματικήν εφαρμογήν» ο αναθεωρηθείς στις 21 Οκτωβρίου 1825 υπ’ άριθ. ΙΓ’ νόμος της 22ας Μαΐου 1822, βλ. στον Δ. Σερεμέτη, Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959. Ομοίως και Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των ψηφισμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 14, εν Αθήναις 1970, σ. 133 επ.

17 «Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία εις την οποίαν προηγείται το περί Διοργανισμού Δικαστηρίων υπ’ άριθ. 152 Ψήφισμα μετά των Διαταγμάτων υπ’ αριθ. 153-160» εν Αιγίνη (εκ της Εθνικής Τυπογραφίας) 1830. Τα τρία αυτά νομοθετικά έργα συντάχθηκαν από τον τότε Γραμματέα του Δικαίου Ιω. Γενατά. Παρατηρήσεις επί των νομοθετημάτων αυτών βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Ο Διοργανισμός των Δικαστηρίων και η Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία του 1830, Επετ. Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 8, εν Αθήναις 1958, σ. 1 επ. Προηγουμένη Εγκληματική Διαδι­κασία, της 6ης Μαΐου 1829 (Ψήφισμα αριθ. Λ’), συνταχθείσα από τον Χ. Κλονάρη, βλ. Γ. Δημακοπούλου, ενθ’ αν., σ. 160 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

18 Περί του δικαστηρίου αυτού βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλά­δι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δι­καίου, τ. 10, εν Αθήναις 1966, σ. 1 επ.

Πηγή


  •  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 Σχετικά θέματα:

 

  

Κρίασος


 

Ο Κρίασος [1] ήταν ο έκτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Δεύτερο παιδί του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς). Ανέβηκε στο θρόνο της βασιλείας του Άργους μετά το θάνατο του άτεκνου αδερφού του Έκβασου.

Σημαντικό θεωρείται το γεγονός ότι, συστράτευσε [2] μαζί με κάποιον Διονύσιο εναντίον των Ινδιών. Το γεγονός αυτό είναι αξιοσημείωτο διότι γίνεται αναφορά στις Ινδίες από την Αργειακή μυθολογία, πολλούς αιώνες πριν την άφιξη του Μ. Αλεξάνδρου, από τον ναύαρχο Νέαρχο [3], στις Ινδίες.

Ο βασιλιάς Κρίασος παντρεύτηκε την Μελανθώ και απέκτησαν τρία παιδιά: τον Φόρβαντα, τον Ερευθαλίωνα και την Κλεοβοία.

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις 


[1] Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

[2] Διονυσιακά Νόννου.  Ο Νόννος ο Πανοπολίτης  ήταν σημαντικός Έλληνας επικός ποιητής από την Πανόπολη της Αιγύπτου, που άκμασε τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

[3] Ο Νέαρχος ήταν ο επικεφαλής του στόλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ασία.

 

 

Πηγές


 

 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΚρίασος ΠερσέαςΔιομήδης

Έκβασος 


 

Ο Έκβασος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς), εγγονός του Δία και της Νιόβης. Ήταν αδερφός του Πειράσου, του Κριάσου, του Επιδαύρου και του Λικύμνου[1].

Οι πληροφορίες για τη ζωή του Έκβασου είναι πενιχρές. Γνωρίζουμε ότι, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο, στη βασιλεία του Άργους, πέθανε άτεκνος και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κρίασος.

Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

Υποσημείωση


[1]  Απολλόδωρος Β΄, 1,2).

Πηγές


 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΠερσέαςΔιομήδης