Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, χάραξη σε ατσάλι.  J.J. Wolfensberger (1797-1850), 1844.

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

Το Παλαμήδι είναι οικοδομημένο σε ψηλό λόφο στα ανατολικά της Ακροναυπλίας σε ύψος 216μ. Για πρώτη φορά οχυρώνεται από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715) με ένα τέλειο σύστημα συγχρονισμένης οχύρωσης. Το Παλαμήδι είναι ένα τυπικό φρούριο μπαρόκ, σε σχέδια των μηχανικών Giaxich και Lasalle. Το 1715 καταλαμβάνεται από του Τούρκους μέχρι το 1822, οπότε περιέρχεται στα χέρια των Ελλήνων.

Σκιάχτρα της Αργολίδας


  

Σκιάχτρο

Οι ρίζες τους χάνονται στα βάθη των αιώνων. Διαχρονικές παρουσίες συνυφασμένες με την καρποφορία της γης, και την τοπική παραδοσιακή αγροτική, λαϊκή ζωή. Τα σκιάχτρα. Γλυπτά, αυτοσχέδια δημιουργήματα της λαϊκής φαντασίας, με φόντο την ύπαιθρο, ταπεινά ανθρώπινα ομοιώματα, που όρισαν στη ζωή τους να «φυλλάτουν Θερμοπύλες» συμβάλλοντας στην προσπάθεια των ανθρώπων της γης για καλή σοδειά. Στέκουν εκεί καταμεσής ή στην άκρη του χωραφιού, παράξενες φιγούρες, φόβητρο κάθε ιπτάμενου ή επίγειου εισβολέα που επιβουλεύεται τον καρπό της σποράς, τον ανθό του δέντρου, τη βλάστηση. Ακοίμητοι φρουροί, σιωπηλοί αγροφύλακες που με την παρουσία τους αποτρέπουν κάθε εχθρό. Συνεργάτες και αγόγγυστοι βοηθοί στην δούλεψη των αγροτών της Αργολίδας. Στηριγμένα σε πασσάλους ή στους φράχτες των αγρών τα σκιάχτρα, παραγεμισμένα με άχυρο ή πριονίδι, με στητό παράστημα φρουροί «παντός καιρού» υπερασπίζονται σθεναρά το μόχθο αυτών που τα τίμησαν με την επιλογή τους.

Ντυμένα με αποφόρια, κουρέλια και άλλα ταπεινά άχρηστα υλικά – τα τελευταία χρόνια προστέθηκε το πλαστικό – φορώντας το ψαθάκι ή κάποιο άλλο «σκιάδι» παριστάνουν τους «μπαμπούλες» στα σπουργίτια, ή σε άλλα μεγαλύτερα πουλιά. Τα περισσότερα σκιάχτρα παραμένουν πιστά, πειθαρχημένα στο καθήκον τους που έχουν αναλάβει, στέκουν όρθια επί μήνες ακόμη και χρόνια. Αγέρωχα, με τεταμένα χέρια, – ένδειξη ετοιμότητας και άμεσης δράσης – παρά την προκλητική στάση των σπουργιτιών που αψηφώντας τους κινδύνους τα κουτσουλάνε στο κεφάλι και τους ώμους. Ωστόσο, κάποια λυγίζουν, γέρνουν, δεν αντέχουν την πολύμηνη αγρύπνια και εγρήγορση. Σταδιακά ξεθωριάζουν τα ρούχα τους, χαλαρώνουν τα χέρια τους, αλλάζουν στάση, ή ξαπλώνουν κατάχαμα να ξαποστάσουν, εγκαταλείποντας την προσπάθεια, εξαντλημένα από την κούραση.

Οι ενδυματολογικές προτιμήσεις των σκιάχτρων ποικίλουν. Κάποια προτιμούν την κλασική αμφίεση ενώ δεν υστερούν και οι σπορ εμφανίσεις. Χονδρά μπουφάν προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ψύχος στο ολονύκτιο καρτέρι τους, ή δερμάτινα σακάκια για την προστασία από την βροχή, ή ένα σπορ πουκαμισάκι – λευκό, καρό ή κάτι πιο έξαλλο – όταν ζεσταίνει ή ανοίγει ο καιρός. Τα τζιν – ένδειξη καθημερινής δράσης, εργατικότητας, αντοχής και υπαίθριας δραστηριότητας – αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα της γκαρνταρόμπας. Το αρσενικό φύλο κυριαρχεί στη φυλή των σκιάχτρων. Ωστόσο οι γυναίκες κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους στον ανδροκρατούμενο αυτό χώρο, διεκδικώντας ισότιμη παρουσία.

 

Κοκκινάδες Λυγουριού

 

Ακούνητα – αμίλητα – αγέλαστα τα σκιάχτρα, χωρίς να εκπέμπουν τον παραμικρό ήχο, άλλοτε με βλοσυρό, αυστηρό ύφος, άλλοτε με γαλήνιο και απλανές, τρομάζουν τον ανεπιθύμητο επισκέπτη μόνο με την παρουσία τους. Μοναδική κίνηση επάνω τους είναι αυτή που προκαλείται με το περαστικό αεράκι, το οποίο παρασύρει μαζί του τα μανίκια και τα κάνει να αιωρούνται δίνοντάς τους ψευδαίσθηση ζωής. Όταν όμως το σκιάχτρο είναι όλο κι όλο ένα «πουκάμισο αδειανό» , τότε ο αέρας το πάλει αδιάκοπα, το κάνει να τρέμει σύγκορμο, χορευτική σιλουέτα ελκυστική στο ανθρώπινο μάτι, μα απωθητική για όσους καραδοκούν και επιβουλεύονται τους ιερούς καρπούς της γης.

Ξεχωριστή κατηγορία σκιάχτρων αποτελούν αυτά που βρίσκονται σε μικρές κτηνοτροφικές μονάδες (μαντριά), στις παρυφές, ή και έξω από τα χωριά. Συνήθως στους χώρους αυτούς υπάρχουν και κοτέτσια με πουλερικά τα οποία υφίστανται τις ανελέητες επιθέσεις από «τα πιο άτιμα πουλιά», όπως χαρακτηρίζουν οι κτηνοτρόφοι τις καρακάξες. Οι καρακάξες επιτίθενται και καταστρέφουν τρώγοντας τα αυγά, προκαλώντας, ταυτόχρονα, μεγάλη αναστάτωση στο κοτέτσι. Για την αντιμετώπισή τους, οι χωρικοί συχνά τουφεκίζουν και σκοτώνουν καρακάξες «προς παραδειγματισμόν» και τις τοποθετούν σε περίοπτη θέση στο μαντρί ή το χωράφι προκειμένου να λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Τα σκιάχτρα του είδους προφυλάσσουν επίσης τα κοτέτσια (αλλά και τους περιστεριώνες όπου υπάρχουν) από τις επισκέψεις των ασβών, κουναβιών και αλεπούδων.

Παρά το γεγονός ότι τα παραδοσιακά σκιάχτρα, με τη μορφή ανθρώπινων ομοιωμάτων, συνεχίζουν να κυριαρχούν στην αργολική ύπαιθρο και να συμβολίζουν με την παρουσία τους τον αγροτικό βίο της χθεσινής αυτοκαταναλωτικής αλλά και εν πολλοίς της σημερινής τοπικής κοινωνίας, εν τούτοις, τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται δειλά – δειλά νέες τεχνικές προστασίας της καλλιέργειας που και αυτές όμως παρουσιάζουν το δικό τους ενδιαφέρον.

Κατ’ αρχήν, διαφέρουν από τα παραδοσιακά σκιάχτρα ως προς τα υλικά, τη μορφή και τη τεχνική τους, παύουν να είναι ανθρωπόμορφα. Η «ανθρώπινη» φιγούρα που δέσποζε επί αιώνες στο χωράφι και απέτρεπε τον παντός είδους εχθρό, δίνει τη θέση της σε πιο σύνθετες κατασκευές. Τη θέση του ξύλου, του υφάσματος και του άχυρου, τείνουν να πάρουν το μέταλλο, το γυαλί και το πλαστικό. Παράλληλα έχουμε τη μεγάλη ανατροπή, αφού τη θέση του παραδοσιακού σκιάχτρου της προβιομηχανικής εποχής παίρνει η σύγχρονη τεχνολογία με τη μορφή της μηχανής.

Ο λόγος για την πιο εξελιγμένη εκδοχή σκιάχτρου που είναι το κανονάκι. Πρόκειται για μικρογραφία κανονιού το οποίο τοποθετείται συνήθως κατά την περίοδο της ανθοφορίας, κάτω από τη βλάστηση σε κάποιο κρυφό σημείο του χωραφιού (κυρίως των αμπελιών). Αποτελείται από κάνη μήκους 1-1,5 μέτρων και μικρό αυτόματο μηχανισμό. Ο μηχανισμός αυτός τροφοδοτείται μέσω ελαστικού σωλήνα από φιάλη υγραερίου το οποίο μετατρέπεται σε εκκωφαντικούς κανονιοβολισμούς – ανά 30″ περίπου – ικανούς να τρομάξουν όχι μόνο τα ζώα, αλλά και ανυποψίαστους ανθρώπους.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα μορφή σκιάχτρων είναι αυτή του «αντικατοπτρισμού». Οι αγρότες εδώ, τοποθετούν σε διάφορα σημεία του χωραφιού τους λεπτούς μεταλλικούς στύλους, από τους οποίους κρέμονται, από σπάγκο ή λεπτό σύρμα, μικροί καθρέπτες. Με το παραμικρό θρόισμα του ανέμου οι καθρέπτες αιωρούνται και διαδοχικά απεικονίζουν τμήματα του αγρού, του ευρύτερου περιβάλλοντος ή και του ουρανού. Ιδιαιτέρως αποτελεσματικά είναι τα καθρεπτάκια βέβαια όταν σ’ αυτά καθρεπτίζεται ο ήλιος και έτσι εκπέμπεται εκτυφλωτική λάμψη που αιφνιδιάζει τα πουλιά και τα υπόλοιπα ζώα, οδηγώντας τα σε παραίτηση από την προσπάθειά τους. Ταυτόχρονα όμως, το διαδοχικό παιχνίδισμα των καθρεπτών με τις εικόνες και ιδιαίτερα με τον ήλιο είναι άκρως θεαματικό και διασκεδαστικό για τον άνθρωπο.

Επίσης, παρεμφερής τεχνική με ανάλογο αποτέλεσμα είναι αυτή που θέλει στη θέση των καθρεπτών, λείες ανοξείδωτες παραλληλόγραμμες ή στρογγυλές λαμαρίνες, οι οποίες μπορεί να καθρεπτίζουν θαμπά τον γύρω χώρο και τις ηλιακές ακτίνες, ωστόσο βοηθούν σημαντικά στον εκφοβισμό και την απομάκρυνση, των πτηνών.

Μια ακόμη τεχνική που χρησιμοποιείται, αποτελείται από αυτοσχέδιο μηχανισμό ο οποίος φέρει μικρούς έλικες που περιστρέφονται με τον αέρα. Η κίνηση των ελίκων αλλά και ο ελάχιστος, έστω, θόρυβος που εκπέμπουν, αποτρέπουν τις προσγειώσεις στις καλλιέργειες. Ο μικρός έλικας λειτουργεί συνήθως αυτόνομα, τοποθετημένος σε ξύλινο ή μεταλλικό στύλο, ή ενσωματωμένος σε ανθρωπόμορφο σκιάχτρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε και συνδυασμό του έλικα με μικρά αιωρούμενα κουδούνια και έτσι κίνηση και ήχος λειτουργούν πιο αποτελεσματικά.

Ανάλογης επινόησης είναι και άλλα υποτυπώδη σκιάχτρα. Προσφιλής τεχνική για πολλούς από τους σημερινούς αγρότες είναι η άναρχη τοποθέτηση υφασμάτινων ή πλαστικών μεγάλων λωρίδων μέσα ή και στις άκρες του χωραφιού. Τοποθετούν επίσης ακτινωτά ή άναρχα πολλές έγχρωμες κορδέλες, δεμένες στα κλαδιά των ανθισμένων δένδρων, έτσι που προσομοιάζουν με το αποκριάτικο γαϊτανάκι.

 

Ίρια

 

Απλοϊκή, οικονομική και γι’ αυτό συχνή στη χρήση της, είναι μια ακόμη μορφή «σκιάχτρων» που στηρίζεται στην τοποθέτηση εκατοντάδων πλαστικών σακουλών δεμένων με σπάγκο μεταξύ των δέντρων, οι οποίες δημιουργούν την αίσθηση πλαστικής θάλασσας. Θέαμα που ελάχιστα διαφέρει από αυτό που προσφέρουν οι προεκλογικές συγκεντρώσεις με τις πλαστικές κομματικές σημαίες. Με το παραμικρό φύσημα του αέρα οι πολυάριθμες σακούλες πάλλονται και το συνολικό θρόισμά τους δημιουργεί τέτοιο θόρυβο που αποτρέπει τα πετούμενα.

Τέλος, κάποιοι αγρότες τοποθετούν σε δένδρα ή σε πασσάλους, ένα ξύλο που προεξέχει και στην κορυφή του δένουν ένα «τσαμπί», από κενά μεταλλικά κουτιά αναψυκτικών τα οποία με το φύσημα του αέρα συγκρούονται μεταξύ τους, δημιουργώντας θόρυβο που φοβίζει τα πουλιά. Τις περισσότερες από τις προαναφερόμενες τεχνικές συναντά κανείς συχνότερα σε περιοχές της Αργολίδας στις οποίες καλλιεργούνται βερικοκιές (Σκαφιδάκι, Κιβέρι, Μπόρσα, Άγιος Δημήτριος (Μετόχι), Λυγουριό) ενώ ανθρωπόμορφα σκιάχτρα συναντώνται κυρίως σε ημιορεινά και ορεινά χωριά του νομού μας.

Η διαχρονική παρουσία των σκιάχτρων, ο ρόλος αλλά και ο συμβολισμός τους ενέπνευσαν τη λαϊκή και την καλλιτεχνική φαντασία. Αναφορές τους υπάρχουν σε αρχαιοελληνικά κείμενα («Ειρήνη» – «Θεσμοφοριάζουσες» – «Βάτραχοι»), ενώ αιώνες αργότερα τα συναντάμε ως σύνδεσμο παγανιστικών με χριστιανικές τελετές, αφού προσλαμβάνουν ανθρώπινες διαστάσεις σε έθιμα που σχετίζονται με την γονιμότητα της γης, μιας και για την ευφορία της έχουν συμβάλει καθοριστικά. Στους νεώτερους χρόνους τα σκιάχτρα εμφανίζονται σε παραδοσιακές καρναβαλικές εκδηλώσεις συνήθως με τη μορφή του κακού, αφού σκοπός τους είναι να τρομάξουν. Σκιάχτρα επίσης συναντάμε σε παραμύθια, τραγούδια, παιδικά παιχνίδια και σε θεατρικές παραστάσεις.

 

Γιώργος Αντωνίου, « Σκιάχτρα της Αργολίδας», Ναύπλιο, 2004.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία επιχρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Τον Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα…  

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Η κύρια είσοδος στην ακρόπολη των Μυκηνών είναι ένα θαυμαστό μεγαλιθικό μνημείο ύψους 3.1μ. και πλάτους στο κατώφλι 2.95μ. Τέσσερις κροκαλοπαγείς ογκόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή της. Το άνοιγμα της πύλης εκλείετο με ξύλινη δίφυλλη πόρτα που ήταν επενδεδυμένη με χάλκινα ελάσματα. Οι δυο πλαϊνοί ογκόλιθοι υποστηρίζουν μονολιθικό ανώφλι βάρους περίπου 18 τον., μήκους 4.5μ. και πάχους στη μέση 0.80μ. Ο τοίχος πάνω από το ανώφλι κτίσθηκε με τρόπο που αφήνει κενό τριγωνικό χώρο, που λέγεται συνήθως ανακουφιστικό τρίγωνο. Σκοπός του ήταν ν’ απαλλάξει το ανώφλι από το υπερκείμενο βάρος και να μεταβιβάσει το βάρος στα πλάγια. Μεγάλη τριγωνική πλάκα τιτανόλιθου, ύψους 3.3μ., πλάτους 3.9μ. και πάχους 0.70μ. καλύπτει αυτό το τρίγωνο. Η πλάκα αυτή φέρει ανάγλυφη παράσταση λεόντων και θεωρείται ως το πρώτο και αρχαιότερο παράδειγμα μνημειακής γλυπτικής του δυτικού πολιτισμού. Τα κεφάλια των λεόντων, που παριστάνονταν κατενώπιον και έβλεπαν προς τους επισκέπτες που πλησίαζαν την πύλη, δεν σώζονται και ήταν πιθανόν από στεατίτη λίθο.

Η ερμηνεία του ανάγλυφου, κατά τον εγκυρότερο ανασκαφέα, είναι ότι έχουμε εδώ τον βασιλικό θυρεό των Μυκηνών, τον αρχαιότερο του δυτικού κόσμου, που χρονολογείται από το 1250 π.Χ. Κατά την παράδοση βασιλεύς των Μυκηνών, στα μέσα του 13ου π.Χ. αι. ήταν ο Ατρεύς. Το ανάγλυφο λοιπόν ήταν ο θυρεός του Ατρέως και της δυναστείας του και ήταν σε εκείνη την θέση όταν ο Αγαμέμνων επί κεφαλής του στρατού του εξόρμησε από την ακρόπολη των Μυκηνών για να εκστρατεύσει κατά της Τροίας. Από τότε έως τώρα τα λίθινα λιοντάρια της παραμένουν φρουροί άγρυπνοι του μεγαλείου και της δόξας των Μυκηνών.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ηραίον Άργους 


 

 Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει το Ηραίον του Άργους, η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Ο ιερός τόπος του Ηραίου, νότια από τις Μυκήνες κι’ αυτός στ’ ανατολικά ριζωμένος, αντίκρυ στον κάμπο. Μια ξέφραχτη απλωσύνη πάνω σ’ ένα περή­φανο ύψωμα. Δεν έχει επιβλητικά μυστικά, δεν έχει ερείπια συναρπαστικά, δεν έχει ούτε σύγχρονους πιστούς — δεν έχει ακόμη ούτε εποχές πλαίσιά του. Σ’ όλες τις εποχές κρατάει αυτήν την ίδια ανοιχτή, άσκεπη ευλάβεια, απλω­μένη παλάμη, προσφορά ιερή στην πίστη της μεγάλης θηλυκής θεότητας των Αρχαίων.

Μια Παναγία, χωρίς καλοσύνη, αλλά αυστηρή στην παρθενικότητά της, αλύγιστη στην πίστη του ενός άντρα: η Ήρα. Σ’ όλους τους μήνες το σύγ­χρονο προσκύνημα αποπνέει την ίδια ιερότητα. Δεν υπάρχουν κοντά δέντρα να ορίζουν τις αλλαγές του χρόνου. Μόνον η χλόη ανάμεσα στα λιγοστά ερείπια σημειώνει τη μεταβολή, έχοντας να προσφέρει την ίδια συντροφικότητα με κεί­νη των χορταριών πάνω σε ξεχασμένα κοιμητήρια. Τ’ ανατρίχιασμα του αέρα μόνο τη χλόη διαπερνάει. Διάφορο σαν είναι ξερή το φθινόπωρο κι’ αλλιώτικο σαν είναι δροσερή την άνοιξη.

 

Ηραίον, πίνακας Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Το τοπίο είναι μοναχικό. Το τυλίγει μια μοναξιά χωρίς αλαζονεία, χωρίς σκληρότητα, χωρίς άγχος, μια μοναξιά που απλώνεται με μια θηλυκή γλυκύ­τητα, με ανεπαίσθητη θλίψη καρτερίας, κι’ ενώνεται με ό,τι γύρω εξακολουθεί να είναι ζωή, πάνω στο πιο ζωντανό κομμάτι της Αργολίδας. Μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά επικοινωνείς με το Ηραίο. Σιωπή σε συνοδεύει περνώντας από το φυλάκιο στις μεγαλόπρεπες πρώτες σκάλες, πλατειές 81 μέτρα να σε οδηγήσουν από το πρώτο ύψωμα στο δεύτερο του νέου Ναού. Σ’ αυτό το μεσαίο ύψωμα θ’ ακολουθήσεις συγκεντρωμένα τα σπουδαιότερα χνά­ρια των ιστορικών χρόνων να πλαισιώνουν τον Ναό.

Κατά τ’ ανατολικά ένα κτίριο 28X17 μπορεί να χρησίμευε για τελεστήριο, αίθουσα μυστηρίων, όπως στην Ελευσίνα. Κατά τα βόρεια, πίσω από μια δεύτερη κλίμακα 45 μ. πλάτος αναπτύσσονται τρία κτίρια-στοές, 22 Χ 7 μ. πλάτος, με διπλές κολόνες η μικρή και η μεγάλη 63 Χ 10,50 μ. Και μια τρίτη στοά στα βορειοδυτικά. Στα νότια και δυτικά άλλο κτίριο, από τα αρχαιότερα στο είδος του, μ’ αυλή και περιστύ­λιο του 4ου αιώνα ίσως, οίκος για τις ιέρειες της Θεάς που αγγίζει με τη μια γωνία του μια τέταρτη στοά, αυτήν της εισόδου με την πιο τέλεια κατασκευή απ’ όλα τα κτίσματα του Ηραίου. Πιο μακριά, δυτικά, ανακαλύπτεις ρωμαϊκές θέρμες κι’ άλλες στοές.

Στο μέσον αυτών των κτιρίων ο νέος ναός, εφάμιλλος των ωραιοτέρων ιστορικών, κτισμένος από τον Ευπόλεμο σ’ αντικατάσταση του αρχαϊκού που κάηκε. Η βάση του 39 Χ 20 μέτρα, με έξη δωρικές κολόνες περιστύλιο και δώδεκα στα πλάγια. Στο εσωτερικό το υπόβαθρο των τοίχων του σηκού και τα θεμέλια των εσωτερικών κιόνων. Μέσα εκεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς καθισμένης στο θρόνο, έργο του Πολυκλείτου. Και κοντά ένα ξύλινο άγαλμα της Ήρας κλεμμένο από την Τίρυνθα το 468 π.Χ.

Στο Εθνικό Μουσείο λίγα κομμάτια από τα αετώματα υπάρχουν μόνο. (Ο Παυσανίας ιστορεί πως το ένα έδινε τη γέννηση του Δία και τη μάχη των Γιγάντων, το άλλο την άλωση της Τροίας). Στα προπύλαια υπήρχαν αγάλματα ιερειών, ηρώων και του Ορέστη. Στο τρίτο ύψωμα ο αρχαίος ναός της Ήρας – κάηκε το 423 π.Χ. – δεσπόζει ακόμη με μια μεγαλοπρέπεια κυριαρχική από το ύψος των 252 μέτρων, ενώ πίσω το βουνό της Εύβοιας ανεβαίνει ως τα 700 μέτρα. Ανάμεσα σε δυο μικρά ποτάμια, τον Αστερίονα και τον Ελευθέριο –  τα νερά τους ιερά για την κάθαρση της ιέρειας κατάξερα τώρα – ο χώρος θα είχε αιώνων λατρεία στη θεά ή σε μια θεότητα προκάτοχό της και στις Μυκηναϊ­κές εποχές. Ο θρύλος εδώ ορίζει το μέρος οπού ο Αγαμέμνων όρκισε τους Α­χαιούς πριν από την Τροία.

Κατά τις ανασκαφές του 1926 βρέθηκαν πάνω από τον αρχαϊκό ναό κεραμικά Νεολιθικά και τάφοι της Προελλαδικής εποχής, ακό­μη και Μυκηναϊκής και Γεωμετρικής. Όλα αυτά μας βεβαιώνουν πόσο μακρό­χρονα ιερός ήταν αυτός ο τόπος της θεάς των φυσικών στοιχείων που έγινε το ιερό τέμενος του Άργους, το μέγα προσκύνημα, το καταφύγιο στις κακές ώρες, αλλά και της γιορταστικής χαράς τους η μεγάλη ρίζα.

Η έκφραση της υπέρτατης ευλάβειας δίνεται μέσα από την αρχαιότητα με τα δυο αγάλματα των Δελφών, των Αργείων αδελφών Κλέοβι και Βίτωνα. Αφιερώματα στην υψίστη ευσέβεια. Γιοι της Ιέρειας της Ήρας έσυραν με τους ώμους τους το λατρευτικό άρμα φέρνοντας οι ίδιοι τη μητέρα τους στο Ηραίο, για νάρθουν να κοιμηθούν εξαντλημένοι βρίσκοντας τον αιώνιο ύπνο – δώρο της θεϊκής εύ­νοιας – την ίδια νύχτα. Δεν υπάρχει κανένα γεγονός πολεμικό που να μην είναι επίσης συνδεδεμένο μ’ αύτη την ευλάβεια προς την Μητέρα Θεών και Ανθρώπων, τιμημένη από ντόπιους και ξένους, φίλους και εχθρούς.

Ο Κλεομένης αφού σκότωσε 7000 εχθρούς του Αργείους μέσα στο ιερό Άλσος της Σηπείας, κοντά στην Τίρυνθα ήρθε, κατά την παράδοση, στο Η­ραίο για θυσίες και εξιλασμό με χίλιους στρατιώτες, μπαίνοντας με τη βία στον Ναό. Όμως στο πλησίασμά του το άγαλμα της πολιούχου του Άργους, βγάζοντας φλόγες από το στήθος, του έδειξε την οργή της Θεάς για την κατα­στροφή της αγαπημένης της πολιτείας.

Η μεγάλη γιορτή της τα «Ηραία» γίνονταν τον δεύτερο χρόνο κάθε Ολυμπιάδος κι’ ήταν η επισημότερη γιορτή των Αργείων, θρησκευτική και εθνι­κή μαζί. Με θυσίες – ήταν πολλές κι’ ονομάσθηκαν γι’ αυτό Εκατόμβαια – με αγώνες – το έπαθλό τους μια χάλκινη ασπίδα, «Χαλκείος Αγών» – με πομπές και παρελάσεις από νέους και νέες. Και τέλος με ξεφαντώματα.

Οι Ιέρειες λογαριάζονταν υψηλά πρόσωπα – τα ονόματά τους κρατούσαν από βασιλικά γένη. Καταγραμμένα μαζί με τις ημερομηνίες της υπηρεσίας τους στο ναό, σήμαιναν για τους Αργείους μέτρο ημερομηνίας. Η γιορτή άρχιζε μόνον όταν η Ιέρεια ερχόταν πάνω στο άρμα, το οδηγημένο από δυο άσπρα βόδια. Όταν το Θέατρο της πόλεως μπορούσε να χωρέσει είκοσι χιλιάδες θεα­τές, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς πόσες χιλιάδες πιστούς και προσκυνη­τές μπορούσε να συγκεντρώσει τέτοια μεγαλόπρεπη και πολυήμερη γιορτή σ’ έναν ανοιχτό υπαίθριο χώρο.

Κι’ είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τα πλήθη των αιώνιων γυναικείων πόθων και καημών, καθώς θ’ ανέβαιναν τις πλατειές σκάλες, με τ’ αναθήματά τους, ικέτιδες της δικιάς τους Θεάς. Όμοιες με τα παντοτινά χιλιόπυκνα γυναικεία πλήθη που σέρνονται, κάποτε γονατιστά, τάζουν και ολονυχτούν εμπρός σ’ όλες τις Παναγίες με τα μύρια χαϊδευτικά της τοπικής ευλάβειας, ως σήμερα. (Του Άργους η Ήρα είχε διάφορα υποκοριστι­κά λατρευτικά: Ανθεία, Ακραία, Ειλειθυΐα).

Αν γινόταν ξαφνικά οι ίσκιοι των νεκρών πιστών όλων των εποχών, να πορεύονταν μαζί σε τούτο το Ιερό, ο Αργείος χώρος θα γέμιζε, θα ξεχείλιζε. Η ανάσα τους λιβανωτό ευλάβειας μιας χιλιετηρίδας, θα πύκνωνε τότε σ’ ένα μεγάλο σύννεφο γκρίζο, ταξιδιάρικο προς τα βόρεια, προς τον Όλυμπο. Γύρω όμως μόνον η άνοιξη προβάλλει ποικιλόχρωμο μωσαϊκό μιας γης πολυδουλεμένης. Ένα άσπρο σύννεφο ταξιδεύει κατά τη θάλασσα. Το σημαδεύει μια μονά­χα κολόνα μισογκρέμιστη, σ’ όλο το χώρο της αλλοτινής μεγαλοπρέπειας. Εδώ, ούτε τον ίσκιο της Θεάς δεν κράτησαν οι ανελέητοι αιώνες.

  

Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη:

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell, «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

 

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη των κυκλώπειων τειχών της Τίρυνθας, συνολικής περιμέτρου 725μ. και πάχους που κυμαίνεται από 4.5μ. – 17μ. Η ακρόπολη χωρίζεται από τα νότια προς τα βόρεια σε άνω, μέση και κάτω. Η μορφή που βλέπουμε σήμερα αποτελείται από τον οχυρωματικό περίβολο, το ανάκτορο και την μακρόστενη κάτω ακρόπολη. Γύρω στο 1200 π.Χ. το ανακτορικό συγκρότημα της Τίρυνθας καταστράφηκε από φωτιά. Ένα αιώνα αργότερα, η Αργολίδα περιέρχεται στους Δωριείς και η Τίρυνθα, όπως και οι Μυκήνες, μετά από ένα σύντομο διάστημα αυτονομίας, θα υποταχτεί στο Άργος.

Άποψη του Άργους από τους κήπους της πόλης που βρίσκονται νοτιοανατολικά της Ακροπόλεως (View of Αrgos) , Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στη βορειοανατολική πλαγιά της Λάρισας το μοναστήρι της Παναγίας κάτω από το οποίο ανοίγεται μια σπηλιά και, στην κορυφή της νότιας πλαγιάς, το περίγραμμα κτισμάτων που ταυτίζονται πιθανώς με την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Πάνω από την πόλη διακρίνεται, ανάμεσα σε δύο δέντρα, αριστερά η πορεία του υδραγωγείου στην πλαγιά του βουνού.  

Ο Γάλλος αρχιτέκτονας Guillaume Abel Blouet,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, πέρασε από το Άργος στις 15 Ιουλίου του 1829.

Michel Sève, «Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος», Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1993.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή


 

Ένα νέο βιβλίο από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», με τίτλο «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περούκα του Άργους», έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του Άργους και γενικότερα της Πελοποννήσου. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς της ιστορικού Όλγας Καραγεώργου-Κουρτζή. Στο βιβλίο της η κ. Καραγεώργου παρουσιάζει τη δραστηριότητα της σημαντικής προυχοντικής οικογένειας Περούκα με βάση πλούσιο οικογενειακό αρχείο που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Η συγγραφέας αναλύει την επιχειρηματική δράση της οικογένειας, τις επενδύσεις σε γη, τις φοροενοικιάσεις, τις εμπορικές συναλλαγές και συνεργασίες που είχε σε μια περίοδο που εκτείνεται χρονικά από τα τέλη του 18ου έως το 1820 και με επίκεντρο την περιοχή του καζά του Άργους.

Η ανάλυσή της είναι ιδιαίτερα μεθοδική, αναφέρεται στο σύνολο των εμπορικών προϊόντων του καζά, και όχι μόνο, επικεντρώνει όμως, όπως είναι φυσικό, στη διακίνηση του κατεξοχήν εμπορευματοποιημένου προϊόντος, τη σταφίδα, του προϊόντος δηλαδή που όταν κυρίως οι συνθήκες του διεθνούς εμπορίου επέτρεπαν, παρείχε στους εμπλεκόμενους τη δυνατότητα απόκτησης σημαντικών κεφαλαίων.

 

Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820

 

Η ανάλυση των επιχειρηματικών και χρηματοπιστωτικών στρατηγικών, των σχέσεων μεταξύ εμπόρων, μεσαζόντων, γαιοκτημόνων και χωρικών, αλλά και του ευρύτερου εμπορικού δικτύου που εκτεινόταν από το Άργος και την Τριπολιτσά έως την Κωνσταντινούπολη, και όλα αυτά με ενάργεια και οικονομία λόγου, οδηγούν στη διαμόρφωση σαφούς εικόνας της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην βόρεια Πελοπόννησο, η οποία ξεπερνά τα στενά όρια ενός οικογενειακού αρχείου.

Η συγγραφέας ξεφεύγει από μια απλή, έστω ενδελεχή, εξέταση των δραστηριοτήτων μιας προ­υχοντικής οικογένειας και επιδιώκει την αναγωγή από το ειδικό στο γενικό, από την οικονομική δραστηριότητα μιας οικογένειας στις ευρύτερες συνθήκες άσκησης εμπορίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στο ρόλο που έπαιξαν οι ανταγωνιστικές μεταξύ τους οικονομικές πρακτικές των ευρωπαϊκών χωρών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Παράλληλα, αναδεικνύει ζητήματα όπως το ενδιαφέρον φαινόμενο του «σκορπισμού», της εγκατάλειψης του τόπου από μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά, φαινόμενο που έλαβε αυξητικές τάσεις έως το 1820 εξαιτίας των έντονων φορολογικών πιέσεων, την καταχρέωση των φορολογουμένων και τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης των οικονομικών των κοινοτήτων.

Μέσα από ένα πλούσιο σε πληροφορίες οικογενειακό αρχείο η συγγραφέας αναδεικνύει πέρα από τις οικονομικές στρατηγικές, υποβόσκουσες κοινωνικές αντιθέσεις, όπως στην περίπτωση των χωρικών σταφιδοπαραγωγών και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα έναντι των σταφιδεμπόρων-πιστωτών. Οι αντιθέσεις αυτές διαμόρφωσαν αποκλίνουσες προσμονές ως προς την προοπτική απεμπλοκής από το οθωμανικό σύστημα.

Η κ. Καραγεώργου αξιοποιεί συνθετικά τις πληροφορίες που προσφέρει το οικογενειακό αρχείο των Περούκα και με τη μελέτη της συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση των ευρύτερων κοινωνικο-οικονομικών εξελίξεων στην βόρεια Πελοπόννησο στα χρόνια πριν την επανάσταση.

(Από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Σχετικά θέματα:

Επετειακή  αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)


 Του Σπύρου Καραμούντζου

 

Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:

Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.

Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή  αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.

Κατά τη φετινή  εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου  Ελληνισμού.

 

Αδαμάντιος Κοραής

 

Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, 1863.

Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν  κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση. 

Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.

Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση  τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.

Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό  δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς  διάλογους  κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και  βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.

Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες».   Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή  το έγραψε ο  Αδαμάντιος Κοραής:

Πραγματική ελευθερία

« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.

Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.

Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους;  Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς. 

Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.

Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.

Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»

Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου  1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.

Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που  ετάφησαν με επίσημη τελετή στο  Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.

 

Μελίσσια, 5-3-2011

Σπύρος Καραμούντζος

 

Βιβλιογραφία:

 

  • Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
  • Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
  • Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
  • Εκδοτικής Αθηνών:  Ιστορία Ελληνικού, Έθνους                                                    
  • ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων