Άποψη του Άργους, V. Coronelli,
«Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.
Άποψη του Άργους, V. Coronelli,
«Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.
Αναρτήθηκε στις Γκραβούρες | Με ετικέτα 1685., 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, «Morea, Coronelli, E Adiazenze », Greek History, Άποψη του Άργους, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Πελοπόννησος, Negreponte, V. Coronelli, Venezia | Leave a Comment »
Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους,
V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.
Αναρτήθηκε στις Γκραβούρες | Με ετικέτα 1713., alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Κάστρο Άργους, Πελοπόννησος, Padova, V. Coronelli | Leave a Comment »
Δωροβίνης Κ. Βασίλης
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, DES Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Paris I. – Ιστορικός. Γεννήθηκε στο Άργος το 1941. Σύζυγός του είναι η Ιωάννα Κ. Σωτηρίου – Δωροβίνη (Αρχιτέκτων – Αναστηλώτρια, Διδάκτωρ της Ιστορίας Αρχιτεκτονικής). Έχει ένα γιο, τον Κωσταντή (2000). Γονείς του ήταν ο Κώστας Δωροβίνης (Ιατρός – Οδοντίατρος, τ. Δήμαρχος Άργους) και η Φανή Δωροβίνη. Είναι απόγονος του Κωσταντή Δωροβίνη, καταγεγραμμένου μέλους της Φιλικής Εταιρείας το 1820 και μέλους της Επαναστατικής Επιτροπής στην πόλη του Άργους το 1821. Οι απώτεροι πρόγονοί του υπήρξαν Ενετοί και Αρβανίτες.
Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γυμνάσιο Άργους και στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Υπήρξε από τους πρώτους εισακτέους των Νομικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης αλλά επέλεξε τη Νομική Σχολή Αθηνών, όπου και τελείωσε τις σπουδές του. Στο Δ’ έτος παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα του Τμήματος Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης έκαμε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο I. του Παρισιού (Πάνθεον – Σορβόννη), στα Τμήματα Νομικής, Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.
Έλαβε το πτυχίο DES (Diplôme d’ Etudes Supérieures) στην Πολιτική Επιστήμη, εργάσθηκε ως συνεργάτης στο Κέντρο Μελετών των Νομικών και Πολιτικών Προβλημάτων του Τρίτου Κόσμου στο ίδιο πανεπιστήμιο και το 1977 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. To 1980-85 διετέλεσε νομικός σύμβουλος της Διεύθυνσης Παραδοσιακών Οικισμών του τότε ΥΧΟΠ. Έκτοτε δικηγορεί ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε θέματα πολεοδομίας και περιβάλλοντος. Έχει μακρά επιστημονική συνεργασία με τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, της οποίας διατελεί και νομικός σύμβουλος.
Ως μαχόμενος δικηγόρος συνέβαλε στο να κερδηθούν σημαντικές δίκες (Αχελώου, Αράχωβας, Πάτμου, Ύδρας, κτιρίου Κοραή – Πανεπιστημίου κ.ά.). Συνέβαλε αποτελεσματικά, με τη συμμετοχή του σε διεθνείς ομάδες νομικών και σε διεθνή φόρα, στην κύρωση από την Ελλάδα τόσο της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, όσο και στην κύρωση και την προσπάθεια εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης του Άαρχους για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, τη συμμετοχή των πολιτών σε θέματα περιβάλλοντος και την πρόσβασή τους στη δικαιοσύνη. Έχει συμμετάσχει επανειλημμένα σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια για το ιστορικό και το φυσικό περιβάλλον και έχει συνεργαστεί και συνεργάζεται με αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά με αντικείμενο τον τομέα αυτό, ενώ μελέτες του και άρθρα έχουν δημοσιευθεί σε ξένα έντυπα.
Έχει μελετήσει ιδιαίτερα την οργάνωση του χώρου στην Ελλάδα επί εποχής Καποδίστρια. Ορισμένα κεφάλαια αυτής της μελέτης έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες». Είναι ένα από τα «ιστορικά» στελέχη του οικολογικού κινήματος στην Ελλάδα, με θεωρητικές αναλύσεις και συμβολές και με ενεργητική συμμετοχή σε συγκεκριμένους αγώνες, όπως για τη διάσωση και ανάδειξη των Στρατώνων Καποδίστρια και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της γενέτειράς του Άργους, κατά της επίγειας χάραξης της περιφερειακής λεωφόρου Υμηττού, για τη διάσωση του Δελφικού τοπίου κ.ά.
Από τα ιδρυτικά στελέχη της οικολογικής συνιστώσας της Ελληνικής Αριστεράς (Ε.ΑΡ.), και στη συνέχεια του πολιτικού σχηματισμού της «Πράσινης Πολιτικής», τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό «Οικολογία και Περιβάλλον» κ.ά. Παλαιό μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ιδρυτικό μέλος του Πολιτιστικού Ομίλου του Άργους, και της Αργολικής Οικολογικής Εταιρείας, μέλος της Επιτροπής Αγώνα για τη Διάσωση του Υμηττού. Τις ελεύθερες ώρες του, ασχολείται με την κολύμβηση, το jogging και την εργασία. Μιλά απταίστως Γαλλικά και Αγγλικά.
Από το 1974 μέχρι σήμερα αρθρογράφησε στις αθηναϊκές εφημερίδες «Αυγή», «Βήμα», «Ελευθεροτυπία», «Καθημερινή» και «Νέα» και στα περιοδικά «Αντί» και «Οικονομικός Ταχυδρόμος». Επίσης δημοσίευσε άρθρα για θέματα τοπικού αργολικού ενδιαφέροντος στις εφημερίδες «Αναγέννηση», «Αγώνας», «Αργολίδα», «Νέα της Αργολίδας» και «Αργολικά» και μελέτες στις περιοδικές εκδόσεις «Ελλέβορος», «Αργειακή Γη», «Απόπειρα Λόγου και Τέχνης» και «Ναυπλιακά Ανάλεκτα». Πολλά από τα άρθρα αυτά είναι κατατεθειμένα στις βιβλιοθήκες του «Δαναού» (Άργος) και του «Παλαμήδη» (Ναύπλιο).
Συλλογή άρθρων του για το περιβάλλον έχει δημοσιευθεί στις εκδόσεις «Ι. Δ. Κολλάρος – ΕΣΤΙΑ», με τίτλο «Κατά της διάλυσης» (1989), ενώ το 2009 εκδόθηκε η μελέτη του «Ο Ιω. Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη» (εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος). Στα γυμνασιακά του χρόνια φοίτησε στο Άργος και είχε ενεργητική συμμετοχή στον τοπικό Προσκοπισμό (επικεφαλής) της ενωμοτίας των «Λύκων» και αργότερα υπαρχηγός της τοπικής Ομάδας. Το 1958 ηγήθηκε τμήματος προσκόπων του Άργους στο διεθνές Τζάμπορυ «Φιλία», στην Αμφίκλεια, όπου συμμετείχαν προσκοπικές αντιπροσωπείες από τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Το 2007-2010 διατέλεσε Ειδικός Επιστημονικός Συνεργάτης του Δήμου Άργους, σε θέματα φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος, και προσπάθησε να προωθήσει την επίλυση χρόνιων προβλημάτων της πόλης (προστασία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, κληροδότημα Κολλιαλέξη κα), μη ιδιαιτέρως ακουόμενος.
Οργάνωσε, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας και με τη Βίκυ Μυλωνά (του γραφείου του Δημάρχου Β. Μπούρη), το καταλυτικό για την ιστορία της πόλης συνέδριο «Βενετία και Άργος» (Οκτώβριος 2008), τα Πρακτικά του οποίου είχαν τυπωθεί στο τέλος του 2010 και αποθηκευθεί στον Δήμο Άργους. Προηγουμένως, είχε επιμεληθεί, για λογαριασμό του Δήμου Άργους, το λεύκωμα φωτογραφιών για την πόλη κατά τον 20ο αιώνα («Άργος, φωτογραφίες, μνήμες και νοσταλγία», Οκτώβριος 2000). Το 2012 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, για το πολιτιστικό έργο που έχει αναπτύξει στην περιοχή της Αργολίδας, στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτιστικής δραστηριότητάς του.
Πηγές
Αναρτήθηκε στις Λογοτέχνες - Ιστορικοί, Πρὀσωπα | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Δωροβίνης Κ. Βασίλης, Δικηγόρος, Εκπαίδευση, Ιστορικός, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Συγγραφέας | Leave a Comment »
Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821 μολυβένια σκεπή του
Στο Άργος στο Ανατολικό τμήμα της πόλης εκεί που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και όλη η γύρω από αυτόν περιοχή, στην Τουρκοκρατία ονομαζόταν Καραμουτζά μαχαλάς, από το όνομα κάποιου Καραμουτζά που έμενε εκεί. Σ΄ αυτή τη γειτονιά ήταν το διοικητήριο των Τούρκων, το Σεράι του Αλή Ναμίκ Μπέη, Χαμάμ (Λουτρά), μουσουλμανικό τζαμί με νεκροταφείο (ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και ο περίφημος Μεντρεσές (medrese) δηλ. το μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο.
Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα για την Αργολίδα μας τα περιγράφει στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671» ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Celebi) που επισκέφτηκε το Άργος και που έχει ήδη παρουσιάσει η «Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη» στις ιστοσελίδες της.
Αναλυτική περιγραφή του Μεντρεσέ προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια γκραβούρα του Άργους του 1685 από τον V. Coronelli, την ίδια δηλαδή εποχή που επισκέπτεται και περιγράφει το Άργος ο Εβλιγιά Τσελεμπί, όπου μπροστά αριστερά στο σχέδιο, νοτιοανατολικά του Άργους υπάρχει ένα οικοδόμημα με τρούλο που δεσπόζει και πίσω του υψώνεται επιβλητικός ένας μιναρές. Πιθανολογώ ότι αυτό που έχει τον τρούλο πρέπει να ήταν ο Μεντρεσές και ο μιναρές πρέπει να ήταν του Τζαμιού και νεκροταφείου των μουσουλμάνων (ο σημερινός Αγ. Κωνσταντίνος).
Ας δούμε όμως γιατί ο Μεντρεσές του Άργους έπαιξε έναν από τους πλέον σημαντικούς ρόλους στις μάχες που έδωσαν νικηφόρα το καλοκαίρι του 1821 οι Έλληνες και ιδιαίτερα στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Ντρομπολιτσάς (Τρίπολη). Αυτό οφειλόταν στο ότι η σκεπή του Μεντρεσέ ήταν με επένδυση από μόλυβδο και ο μόλυβδος για τους επαναστάτες Έλληνες ήταν πολύτιμος αλλά σπάνιος ή μάλλον ανύπαρκτος, και τον είχαν μεγάλη ανάγκη επειδή τα βόλια για τα ντουφέκια τους ήταν μολυβένια. Οι περισσότεροι Έλληνες πριν από τις νίκες τους, κύρια στο Βαλτέτσι και την άλωση της Τρίπολης δεν είχαν ντουφέκια, και όσοι είχαν δεν είχαν το απαραίτητο μολύβι να φτιάξουν τα βόλια τους.
Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει πως είχαν « … αντί όπλων λόγχας σιδηράς εις μακρά ξύλα προσηλωμένας και δεμένας με σχοινία και λωρία …» και αντί για ξίφη είχαν «… σκουρομαχαίρας αι οποίαι δεν εκολλούσαν ούτε στο εις το ξύλον πολύ μάλλον εις ανθρώπινα κρέατα …».[i]
Μετά το Βαλτέτσι όμως και με τα όπλα που πήραν ως λάφυρα από τους Τούρκους με το μπαρούτι που τους εφοδίαζαν κύρια οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, το μολύβι για τα βόλια τους ήταν αυτό που είχαν άμεση ανάγκη και το μολύβι της στέγης του Μεντρεσέ του Άργους έδωσε τη λύση στο πρόβλημα. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος[ii] ήταν αυτός που το πρωτοσκέφτηκε και ήταν ο πρωταγωνιστής στο μάζεμα του μολύβδου από το Μεντρεσέ.
Από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης του 1821 ο πιο περιγραφικός αυτής της ιστορίας είναι ο Αμβρόσιος Φραντζής που έζησε ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα. Μόνο που με τις ημερομηνίες τα ’χει λίγο μπερδεμένα. Στην «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμος ΙΙ, Αθήναι, 1839 σελίδα 15 γράφει ότι ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος μαζί με άλλους τρεις αμέσως μετά την καταστροφή του Άργους από τον Κεχαγιάμπεη και τη διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου (από 25 Απριλίου έως 1η Μαΐου 1821) πήγε στο Άργος και αφού είδε ότι στο Μεντρεσέ ο μόλυβδος ήταν ανέπαφος, «… χωρίς τινός φόβου…» πήρε δυο τεμάχια ως δείγμα και τα πήγε στην Τσακωνιά και τα έδειξε στην ηγεσία της επανάστασης και απεφάσισαν να πάρουν αμέσως το μολύβι από τη στέγη και να το φέρουν στα Βέρβαινα οπού ήταν το στρατηγείο του αγώνα και ο Θ. Κολοκοτρώνης. Εζήτησε και πήρε από κάποιον Αγαθό Σαριγιάννη 120 ζώα και ήρθε στο Άργος με συνοδεία τον Νικηταρά, τον Κ. Μαυρομιχάλη [iii] και τον 16χρονο γιο του Θ. Κολοκοτρώνη το Γενναίο. Αφού πήραν το μολύβι γύρισαν πίσω στα Βέρβαινα με τους ηγέτες της επανάστασης, ανακουφισμένους που είχαν βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα ανεφοδιασμού με τα βόλια των ντουφεκιών τους , αφού χωρίς το μολύβι του Άργους δεν «… ήτον καμία άλλη ελπίς δια προμήθεια μολύβδου, του οποίου η παντελής έλλειψη δεν ήθελε επιφέρει βεβαία , ειμή διάλυσιν…» [iv] των δυνάμεων των επαναστατημένων Ελλήνων.
Στον ίδιο δεύτερο τόμο της ιστορίας του όμως ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στη σελίδα 115 ότι «…πριν η έλθει ..» ο Κεχαγιάμπεης στο Άργος η διοίκηση της πόλης είχε κατεβάσει το μόλυβδο από τη στέγη του Μεντρεσέ. Η ποσότητα του μολύβδου ήταν μεγάλη, πάνω από 800 καντάρια βάρος.[v]
Ένα μεγάλο μέρος το πήγαν στο πλοίο της Μπουμπουλίνας που συμμετείχε στη πολιορκία του Ναυπλίου [vi] και το άλλο μέρος το έκρυψαν σε σπηλιές και πηγάδια του Άργους. Πριν λοιπόν ή μετά την έλευση του Κεχαγιάμπεη και την καταστροφή του Άργους το μολύβι του Μεντρεσέ πέρασε στα χέρια των Ελλήνων ?
Πριν πω τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά την ολική καταστροφή του Άργους όπου τα μόνα κτίσματα που έμειναν όρθια στην πόλη ήταν τα τούρκικα ιερά και ο Μεντρεσές.
Στις 24 Απριλίου 1821, ένα μήνα μετά την κήρυξη της επανάστασης εκστρατεύει στο Άργος με 3.500 Τουρκαλβανούς, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασά Μουσταφάμπεης, κοινώς λεγόμενος Κεχαγιάμπεης. Στην πορεία του από την Κόρινθο, μέχρι το Άργος δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο. Η άμυνα του Άργους με επικεφαλής τον Δημήτριο Τσώκρη, τον Παπαρσένη Κρέστα και τον Γιάννη Γιάννουζα τον πρωτότοκο γιο της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της άνδρα, καταρρέει πολύ σύντομα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας σκοτώνεται ηρωικά μαζί με τους συντρόφους του Υδραίους στην είσοδο της πόλης (εκεί οπού σήμερα είναι η γέφυρα του Ξεριά).
Στις 25 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης εισβάλει στο Άργος . Επί 6 ημερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει τις γυναίκες και παίρνει τα γυναικόπαιδα ως σκλάβους, λεηλατεί τα πάντα και πριν φύγει βάζει φωτιά σε καθετί ελληνικό μέσα στο Άργος.
Την 1η Μαΐου 1821 πάει στο Ναύπλιο, διαλύει χωρίς αντίσταση την πολιορκία του, ενισχύει τα φρούριά του με εφόδια και 300 άνδρες και στις 6 Μαΐου 1821 μπαίνει θριαμβευτής στην Τρίπολη.
Στις 17 Μαΐου 1821 ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος, ο Νικηταράς , ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης φορτώνουν σε 122 μουλάρια ένα μέρος του μολύβδου και με ένοπλη συνοδεία το πηγαίνουν και το παραδίδουν στον Θ. Κολοκοτρώνη και στους άλλους οπλαρχηγούς στο στρατηγείο που είχαν στήσει στα Βέρβαινα.
Πιστεύω ότι, αν το μολύβι το είχαν οι Έλληνες κρυμμένο στο Άργος όταν ήρθε ο Κεχαγιάμπεης θα το μάθαινε, είτε από τους Τούρκους είτε από κατοίκους που θα ήθελαν να εξαγοράσουν τη ζωή τους με αυτό. Γιατί οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη πρώτο θεό τους είχαν το πλιάτσικο. Εξάλλου για να κατεβάσεις 800 καντάρια μολύβι από τη στέγη, δεν είναι ένα μυστικό για λίγους – συμμετείχαν πολλοί – άρα το ήξεραν όλοι! Γι΄αυτό πιστεύω ότι η σωστή περιγραφή είναι η πρώτη του Αμβρόσιου Φραντζή , ότι μετά την καταστροφή του Άργους και αφού έφυγε από την Αργολίδα ο Κεχαγιάμπεης μετά την 1η Μαΐου 1821 πήραν το μολύβι από το Μεντρεσέ.
Μέσα στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια της ρημαγμένης πόλης, με τους εκατοντάδες νεκρούς άταφους, με τους όσους γλίτωσαν κρυμμένους στα γύρω βουνά και τα δάση, να γυρίζουν για να δουν αν σώθηκε τίποτε από το σπίτι τους, η χαροκαμένη πόλη βάζει προτεραιότητα να δώσει το μολύβι του Μεντρεσέ, για τα βόλια του αγώνα.
Ο Κεχαγιάμπεης πέρασε από το Άργος χωρίς να μάθει ότι η στέγη του Μεντρεσέ είχε μολύβι. Αν το ήξερε θα το έπαιρνε για να μην πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο σε αξία στο Άργος για πλιάτσικο από αυτό. Δεν το έμαθε όμως και το μολύβι πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Από τα Βέρβαινα έφυγε για να εφοδιάσει τους οχυρωμένους στα πρόχειρα ταμπούρια στο Βαλτέτσι, στους πολιορκητές της Μονεμβασιάς και κύρια στους πολιορκητές της Ντρομπολιτσάς.
Το υπόλοιπο μολύβι εφοδίασε σχεδόν όλες τις μάχες και τις πολιορκίες όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και όπου αλλού η μαχόμενη επαναστατημένη Ελλάδα το χρειαζόταν ώστε να μην «… ματαιωθεί η πρόοδος των Ελλήνων, πολύ δε μάλλον των την Τρομπολιτζάν πολιουρκούντων, καθότι μη όντος του μολύβδου αυτού δεν ήθελον δυνηθή να πράξωσι το μηδέν…».[vii]
Υποσημειώσεις
[i] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος», εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.
[ii] Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος ήταν μανιάτης στην καταγωγή. Το 1829 διορίστηκε τοποτηρητής της επισκοπής Μαλτσίνης έως το 1834. Το 1852 εκλέχτηκε επίσκοπος Γυθείου. Πέθανε στο Γύθειο το 1859.
[iii] Αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη όπου μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη, δολοφόνησαν στο Ναύπλιο την Κυριακή 29/09/1831 τον Ι. Καποδίστρια.
[iv] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος», εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.
[v] Κάθε καντάρι ήταν ίσο με 44 οκάδες. Δηλαδή ήταν πάνω από 35.200 οκάδες. Μια οκά = 1282 γραμμάρια, δηλαδή πάνω από 45 τόνους μολύβι.
[vi] Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα κατηγορήθηκε ότι το μολύβι που φορτώθηκε στο πλοίο της το πούλησε «…δι ίδιον συμφέρον…»!! Στην κατηγορία αυτή η Ιστορία είναι υπέρ της Καπετάνισσας. Να θυμηθούμε μόνο ότι τα πλοία της Λασκαρίνας και όλη η περιουσία της δόθηκαν στον αγώνα του Έθνους. Ότι πέθανε γεμάτη πίκρα, πάμπτωχη το 1825. Για την ακρίβεια, δολοφονήθηκε στις Σπέτσες στο σπίτι της από τον πλούσιο προεστό Χρ. Κούτση με αφορμή την απαγωγή της κόρης του από τον δευτερότοκο γιο της Γιώργο Γιάννουζα και την άρνησή του να τη δώσει νύφη στο γιο της φτωχής ξεπεσμένης πλέον Καπετάνισσας. Ένα χρόνο πριν, είχε χάσει τον άνδρα της κόρης της και γιο του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο που τον σκότωσαν, όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες σε εμφύλια σύρραξη.
[vii] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος», εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.
Πηγές
Γιώργος Γιαννούσης
Αναρτήθηκε στις Άργος - Ιστορικά, Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αμβρόσιος Φραντζής, Βαλτέτσι, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Εβλιγιά Τσελεμπί, Ιστορία, Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου, Κεχαγιάμπεης, Μεντρεσές, Μεντρεσές του Άργους, Πελοπόννησος, Συγγραφέας | Leave a Comment »
Διάλεξη του κ. Γεωργίου Στείρη στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο
Ο Λέκτορας στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κύριος Γεώργιος Στείρης θα μιλήσει την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»).
Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου μας, θα είναι: «Βυζαντινή και Δυτική Μεσαιωνική Φιλοσοφία στο 14ο και 15ο αιώνα: Οι συνέπειες της φιλοσοφικής και επιστημονικής αντιπαράθεσης».
Αναρτήθηκε στις Ειδήσεις - Πολιτισμός | Με ετικέτα Argolikos Arghival Library History and Culture, Harvard, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γεώργιος Στείρης, Διαλέξεις, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard, Πολιτισμός, Συγγραφέας | Leave a Comment »
Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)
Τούρκος αρχιστράτηγος, αρχηγός της μεγάλης τουρκικής εκστρατείας στην Πελοπόννησο κατά το δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης (1822). Γεννήθηκε στη Δράμα, γεγονός στο οποίο όφειλε την προσωνυμία του Δράμαλης, ήταν γιος ισχυρού τοπάρχη (ντερέμπη) και από μικρός ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο αποκτώντας πολεμική πείρα στις εκστρατείες του τουρκικού στρατού στη Βαλκανική. Λόγω των ικανοτήτων του αλλά και της εύνοιας της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του μεγάλου βεζίρη Χαλέτ κατόρθωσε να καταλάβει υψηλά αξιώματα.
Ο Δράμαλης, ανέλαβε μετά το 1808 την τοπαρχία της Δράμας ονομάστηκε πασάς και επιδόθηκε με επιτυχία σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη και τη Μακεδονία. Φιλόδοξος και φιλοχρήματος απέκτησε μεγάλα πλούτη και ζούσε με χλιδή σε πολυτελέστατα ανάκτορα, τα οποία όμως κατέστρεψε (1818) ο Αλή πασάς Τεπελενλής σε αντίποινα για την υποστήριξη του Δράμαλη προς τον εχθρό του Ισμαήλ Πασόμπεη. Το Μάιο του 1820 ο Δράμαλης τοποθετήθηκε από την Υψηλή Πύλη διοικητής της Λάρισας και τον ίδιο χρόνο, ύστερα από τη ρήξη του σουλτάνου με τον Αλή, διατάχθηκε να συνεκστρατεύσει με τον αρχηγό των σουλτανικών στρατευμάτων Πασόμπεη εναντίον του τυράννου των Ιωαννίνων.
Μετά την έκρηξη του ελληνικού Αγώνα, ο Δράμαλης, που βρισκόταν στα Ιωάννινα, κίνησε μέρος των στρατευμάτων του στη ΝΑ Θεσσαλία και τα Άγραφα και κατέπνιξε με αγριότητα τις πρώτες εξεγέρσεις (Μάιος και Ιούλιος 1821). Στους πρώτους μήνες του 1822 ο Δράμαλης κινήθηκε προς την Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τα ελληνικά στρατεύματα υπό τους Οδυσσέα Ανδρούτσο, Νικηταρά και Δημήτριο Υψηλάντη στο Πατρατζίκι (Υπάτη), Στυλίδα και Αγία Μαρίνα, αλλά λόγω των τότε εσωτερικών αντιθέσεων ανάμεσα στους στρατιωτικούς και τον Άρειο Πάγο παρέμεινε κύριος της κατάστασης.

Δράμαλης Μαχμούτ πασάς (1780 – 1822) – Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.
Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πελοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμένης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προέβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η μεταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμένεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογράφος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος.
Ο Δράμαλης, που ανακηρύχτηκε «μόρα βαλεσής» και «σερασκέρης», άρχισε την πορεία του προς την Πελοπόννησο ξεκινώντας από την περιοχή του Σπερχειού, όπου ήταν συγκεντρωμένο το τουρκικό στράτευμα. Τη στρατιά, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες πηγές, αποτελούσαν 25.000 πολεμιστές, πεζοί και έφιπποι, τη συμπλήρωναν πυροβόλα και φορτηγά ζώα και την πλαισίωνε ένα επιτελείο επίλεκτων στρατηγών. Ο Δράμαλης έφτασε στη Θήβα (1 Ιουλίου) και αφού την πυρπόλησε, κινήθηκε με ταχύτητα προς τη Μεγαρίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε στον Ισθμό και την Κόρινθο (6 Ιουλίου), έγινε κύριος του Ακροκορίνθου (8 Ιουλίου) και προέλασε στην αργολική πεδιάδα, χωρίς να συναντήσει καμιά ουσιαστική αντίσταση.
Στις 13 Ιουλίου μπήκε στο Άργος, που είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους του και την κυβέρνηση και εκεί στρατοπέδευσε. Η δεινή κατάσταση, στην οποία περιήλθαν τότε οι επαναστατημένοι Έλληνες, αντιμετωπίστηκε χάρη στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πήρε τα κατάλληλα για την περίσταση μέτρα. Έτσι αποτράπηκε η διείσδυση του Δράμαλη στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και εξουδετερώθηκε κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού ή ενίσχυσής του, με αποτέλεσμα να καταπονηθεί το στράτευμά του από την έλλειψη τροφών.
Αποκομμένος τότε στον Αργολικό κάμπο, ο Τούρκος στρατάρχης πήρε την απόφαση να οπισθοδρομήσει στην Κόρινθο, αφήνοντας να διαρρεύσει η δήθεν πρόθεσή του να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά.
Ο Κολοκοτρώνης όμως κατανόησε τις προθέσεις του και έσπευσε έγκαιρα να καταλάβει τα στενά των Δερβενακίων. Στις 26 Ιουλίου η τουρκική στρατιά εμφανίστηκε στις στενωπές αυτές διαβάσεις (Δερβενάκι, Άγιος Σώστης) και η σύγκρουση που ακολούθησε διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα και υπήρξε φονικότατη για τις τουρκικές δυνάμεις (υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν περίπου 2.500 – 3.000 Τούρκοι). Μετά την πανωλεθρία του ο Δράμαλης οπισθοχώρησε στην περιοχή Γλυκειά Ναυπλίου.
Δυο μέρες αργότερα, καθώς επιχειρούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο μέσο του Αγιονορίου, κτυπήθηκε από το Νικηταρά και με μεγάλες απώλειες διέφυγε με τα υπολείμματα του στρατού του. Στην Κόρινθο δέχτηκε νέα ελληνική επίθεση (30 Ιουλίου) που αποσκοπούσε στην αποτροπή της εξόδου του προς τη Δυτική Πελοπόννησο ή τη Στερεά. Μέχρι το θάνατό του (τέλη Οκτωβρίου), ο Δράμαλης επιχείρησε και άλλες απόπειρες διαφυγής, αλλά απέτυχε. Πέθανε στην Κόρινθο από τη λύπη του για την αποτυχία του ή από τύφο, σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες.
Αλίκη Σολωμού
Πηγές
Διαβάστε ακόμη:
Αναρτήθηκε στις Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Dramali Mahmud Pasha, Greek History, History, Άργος, Άργος - Ιστορικά, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 - 1822), Δερβενάκια, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Ιστορία, Μάχη των Δερβενακίων, Πρόσωπα, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί | Leave a Comment »
Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια
«Η αγάπη προς την ποίηση και την μουσική είναι, όπως την θεωρούσαν οι αρχαίοι, αρετή των εξαιρετικών ανθρώπων και μάλιστα από τις μεγαλύτερες» (Λ.Ραζέλος)

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.
Το μουσικό κλίμα της εποχής κατά την Καποδιστριακή περίοδο, οι μουσικές και κοινωνικές εκδηλώσεις στο Ναύπλιο έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προσοχής και έχουν λεπτομερέστερα περιγραφεί [i], αρχικά από τους ίδιους τους «πρωταγωνιστές» από ξένους και «ετερόχθονες»: Φαναριώτες και Επτανήσιους, που δίνουν τότε τον τόνο στην Ναυπλιακή κοινωνική ζωή, της Καποδιστριακής περιόδου (1828-1831). Οι μη ντόπιοι αυτοί Ναυπλιώτες ήσαν φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και διέδωσαν στο Ναύπλιο μαζί με την παιδεία τους, την ευρωπαϊκή μουσική, έφεραν για πρώτη φορά πιάνο και άλλα μουσικά όργανα, όπως η σύζυγος Κ. Καρατζά, κόρη της Κερκυραϊκής οικογενείας Κόντη και άλλοι.
Τα δε φιλολογικά περιοδικά του Ναυπλίου «Ηώς» (1830) και «Αθηνά» (1831) ασχολούνται με την ποίηση, δημοσιεύουν δημοτικά τραγούδια. Συμβάλλονται δηλαδή και αυτά στο μεγάλο αίτημα της εποχής: «παιδεία – παλιγγενεσία» και μάλιστα επίμονα, «εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου» της απαιδευσίας και ανελευθερίας. Υπενθυμίζομε ακόμη την χωριστή μέριμνα του Κυβερνήτη για την μουσική και μάλιστα την σχολική. Ο ίδιος γνώριζε ευρωπαϊκή μουσική και, ερχόμενος στην Ελλάδα, έφερε μαζί του και το προσωπικό του πιάνο. Ένα βιεννέζικο πιάνο έφερε το 1833 στο Ναύπλιο με την υπόλοιπη οικοσκευή του ο πρόεδρος των μελών της Αντιβασιλείας του Όθωνος, κόμης Joseph–Ludwig von Armansperg [ii].
Κατά τον Καποδίστρια, η συστηματική διδασκαλία της Μουσικής η όπως ο ίδιος έγραφε: «η επιστημονική μουσική είναι μέρος ουσιώδες της ελευθέρας αγωγής, ρυθμίζουσα και ηθοποιούσα τας φυσικάς και ηθικάς δυνάμεις των παίδων». Ο δε εκ των – πρώτων συνεργατών του και «έφορος της Κοινής Παιδείας» Γρηγόριος Κωνσταντάς, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη για την καλλίτερη αγωγή των τροφίμων του Ορφανοτροφείου Αίγινας, που αριθμούσε τότε «περί τους πεντακόσιους ορφανόπαιδας», επισυνάπτει χειρόγραφο χωριστό κείμενο με τίτλο: «Αξιώματα Παιδαγωγίας». Εκεί διαβάζομε: «Η μουσική ευρυθμίζει την ψυχήν, την κάμνει δεκτικωτέραν γενναίων αισθημάτων, συντείνει δε όχι ολίγον εις την διατήρησιν της υγείας» [iii].
Με αυτή, λοιπόν, την φιλοσοφία κατέβαλαν οι μακαριστοί εκείνοι πρωτεργάτες των καλών έργων και οι συνεργάτες τους γνωστές προσπάθειες σχολικής μουσικής παιδείας, συνέχεια της οποίας είναι η σημερινή μουσική κίνηση στο Ναύπλιο. Ο Καποδίστριας εζήτησε από τον πρίγκιπα Calitzin στην Αγία Πετρούπολη παρτιτούρες με εκκλησιαστικούς ύμνους και είναι γνωστό ότι ο πρίγκιπας εκπληρώνοντας την επιθυμία του Κυβερνήτη, του έγραφε ότι «τα τοσούτον κατανυκτικά και παθητικά άσματα θέλουν αντηχήσει και εις τους κόλπους της κλασσικής εκείνης γης, αφ’ ης μας ήλθον του ευαγγελίου τα φώτα».
Δηλαδή εδώ έχομε να κάνουμε με καθαρά ευρωπαϊκή μουσική, την οποία προτιμούσε ο Κυβερνήτης, ως γνήσιος Επτανήσιος. Είναι δε γνωστό ότι η πολυφωνική μουσική εισήλθε όχι χωρίς αντιδράσεις στους ναούς της κυρίως Ελλάδος αρχικά δια του παρεκκλησίου των Ανακτόρων, δια των ενοριών των ελληνικών παροικιών του Εξωτερικού (Βιέννης, Τεργέστης κ.λπ.) και της Επτανήσου. Είναι ακόμη γνωστό ότι ο μουσικοδιδάσκαλος Αθανάσιος Aβραμιάδης δίδασκε στην Αίγινα και ευρωπαϊκή μουσική· ο ίδιος, κατήρτισε χορωδία από τροφίμους του εκεί Ορφανοτροφείου και σπουδαστές του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας, που έψαλλαν σε εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και στο παρεκκλήσιο του Ιδρύματος, με έργα των: Paisiello, Sarti, Cimarosa και άλλων.
Όταν μάλιστα τους άκουσε ο Καποδίστριας εξέφρασε την ικανοποίησή του με ειδική επιστολή και υπεσχέθη να εφοδιάση την χορωδία αυτή με δώδεκα μουσικά όργανα και ειδική στολή («λευκόν ποδήρες ένδυμα και ζώνην κυανόχρουν»).
Η χορωδία αυτή, με δώδεκα από τους καλλιφωνότερους σπουδαστές υπό την διεύθυνση του μουσικοδιδάσκαλου Αθαν. Αβραμιάδου μετεκλήθη αργότερα στο Ναύπλιο και έψαλε στην δοξολογία, που ετελέσθη στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, την 25η Ιανουαρίου 1833, ημέρα επίσημης υποδοχής του βασιλέως Όθωνος («τα Αποβατήρια»).
Μουσικά βιβλία, σπάνιο για την εποχή πολιτιστικό αγαθό, εισέρρευσαν το έτος 1830 στο Ναύπλιο. Μέχρι τότε φυλάσσονταν σε μυστική κρύπτη της Μονής Παναχράντου Άνδρου· τα είχε μάλιστα ιδή και ο Θεόφιλος Καΐρης. Τα βιβλία αυτά επεδείχθησαν στον Καποδίστρια, όταν περιώδευσε στα νησιά των Κυκλάδων. Ο ίδιος εζήτησε αργότερα να τα διασφάλιση και γνωρίζομε ότι με εντολή του εστάλησαν στο Ναύπλιο. Δεν γνωρίζομε όμως πως τότε χρησιμοποιήθηκαν τα χειρόγραφα αυτά και ποια ήταν η μετέπειτα τύχη τους [iv]. Υπενθυμίζομε ακόμη, ότι επί Καποδίστρια συνεχίζεται η παρουσία στο Ναύπλιο Φιλαρμονικής Ορχήστρας, η οποία απεκλήθη «μουσικός θίασος». Είχε δε μουσικούς εξ επαγγέλματος εκ του Εξωτερικού, μεταξύ των οποίων και οι ομογενείς: Ν. Παπαδόπουλος, Λασκαρόνης Πλατσαράς, Ιω. Πλατσαράς, με αρχιμουσικό τον Μιχαήλ Maggel [v].
Υποσημειώσεις
[i] Βλέπε Α. Μπουντζουβή – Μπανιά. Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής, εις περ. «Ερανιστής» τόμ. ΙΗ’ (1986). σσ. 106-135, όπου και παραπομπές σε σύγχρονους απομνηματογράφους: Αλ. Ρ. Ραγκαβή, Ν. Δραγούμη κλπ.
[ii] Γ. Λ. Μάουρερ, Ο Ελληνικός Λαός. μτφρ. Όλγας Ρομπάκη. Αθήνα 1976, σ. 430. Πρβλ. Λουδοβίκου Ρός – μτφρ. Α. Σπήλιου, Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1976, σσ. 84, 88.
[iii] Ελένης Κούκκου. Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, τόμ. Β’ Αθήναι 1972, σσ. 74-75. Γιάννη Φιλόπουλου. Ρωσσικές επιδράσεις στην ελληνική πολυφωνική μουσική. Αθήνα 1994. σ.23.
[iv] Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της παρ’ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής, σ.171.
[v] Θ. Συναδινού, Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής, σ. 10.
Πηγή
Αναρτήθηκε στις Εκπαίδευση, Ναύπλιο - Ιστορικά | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκπαίδευση, Ιστορία, Καποδίστριας, Μουσική, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Πολιτικοί, Το μουσικό ενδιαφέρον του Καποδίστρια | Leave a Comment »
Ομιλία στο Δαναό, « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».
Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.
Την Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011 και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:
ο κ. Ιωάννης Αντωνόπουλος
Ιστορικός – Ερευνητής
Συνεργάτης Παντείου Πανεπιστημίου
με θέμα: « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή
Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και
Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».
Θα ακολουθήσει συζήτηση.
Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.
Ιωάννης Αντωνόπουλος
Είναι ερευνητής ιστορικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Caen Νορμανδίας και Paris Ι-Sorbonne στη Γαλλία.
Έχει ειδικευτεί στην Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό, στην Οικονομική Ιστορία, την Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων, καθώς και στην Ιστορία της Εκπαίδευσης.
Έχει εργαστεί ως Ειδικός Επιστήμονας – Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και διδάσκει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Στρατιωτική και Αστυνομική Ακαδημία.)
Είναι συγγραφέας ικανού αριθμού μελετών και επιστημονικών άρθρων στους τομείς των ενδιαφερόντων του, όπως οι Ελληνογαλλικές σχέσεις 19ος– 20ος αιώνας, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαστάσεις του δημοσίου δανεισμού, τεχνολογική εκπαίδευση και ανάπτυξη στην Ελλάδα 19ος– 20ος αιώνας, γαλλογερμανικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κ.α.
Αναρτήθηκε στις Ειδήσεις - Πολιτισμός | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Δαναός, Επανάσταση 21, Ευρωπαϊκή Διπλωματία, Ειδ, Εκδηλώσεις, Ελληνική Επανάσταση, Ιστορία, Ομιλία, Πελοπόννησος, Στρατιωτικοί | Leave a Comment »
Δήμαινα Αργολίδας
Χωριό του Δήμου Επιδαύρου του Νομού Αργολίδος, με 600 κατοίκους (σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001). Είναι χτισμένο σε πεδινό μέρος και περιβάλλεται από τα βουνά: Αραχναίο, Σολυγείας, Κολόνι και Άκρος. Η έκταση του πεδινού τμήματος είναι 8.000 στρέμματα και του ορεινού άλλα τόσα περίπου. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, επειδή η γη είναι πολύ εύφορη (καλλιεργούνται ελιές, βερικοκιές, αχλαδιές, εσπεριδοειδή, λίγα σιτηρά και καπνά), και δευτερευόντως με την κτηνοτροφία. Το μορφωτικό επίπεδο, αν και αρβανιτοχώρι, είναι αρκετά ικανοποιητικό.
Για την ονομασία του χωριού Δήμαινα υπάρχουν οι εξής δύο παραδόσεις: Επειδή στο χωριό από πολύ παλαιά καλλιεργούσαν σιτάρι «δίμηνο», από παραφθορά η λέξη σιγά σιγά έγινε «δίμηνα» και κατέληξε «Δήμαινα». Τη δεύτερη την αποδίδουν στην αρχοντική οικογένεια του Δήμου που ζούσε εδώ στο μικρό αυτό οικισμό μαζί με 5-10 οικογένειες. Όταν αυτός πέθανε και έμεινε η γυναίκα του, η Δήμαινα, αυτή ανέλαβε ως υπεύθυνη του οικισμού και απέδιδε τους φόρους στους Τούρκους. Επίσης, διαβάζουμε στο κτηματολόγιο της Μονής Ταξιαρχών ότι τα σύνορα των κτημάτων της Μονής φτάνουν μέχρι την περιφέρεια της Δήμαινας. (Αυτή η πληροφορία καταγράφεται το 1750 μ.Χ.)
Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους κατέβηκαν από το ορεινό χωριό Αγγελόκαστρο Κορινθίας περί τις 25 οικογένειες. Αυτές είχαν εδώ κάποιες μικρές άγριες εκτάσεις ιδιοκτησίες. Επειδή όμως ο τόπος είχε το καλοκαίρι μεγάλη ελονοσία, οι κάτοικοι ανέβαιναν στο Αγγελόκαστρο και επέστρεφαν το Σεπτέμβριο. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στα βόρεια και ανατολικά του χωριού. Σιγά σιγά οι οικογένειες αυτές αγόρασαν και άλλα κτήματα, πρώτον από τη Μονή Ταξιαρχών και δεύτερον από ορισμένες οικογένειες, που τα είχαν πάρει από το κράτος, δωρεά ως «καπετανάτα», όπως Καλούδης, Μάτζαρης, τρεις Κρητικοί, Σκαλτσάς, Φορμόλας, Ρολιανός, Τσολάκης, Λύρας, Σκουλίτσης, Φρέγκαινα, Καθολική (από έναν Καθολικό στο θρήσκευμα) κτλ.
Παράλληλα με τους εξ Αγγελοκάστρου έρχονται στη Δήμαινα και εξ Αραχναίου, κτηνοτρόφοι και όχι μόνο, που εγκαθίστανται στα «ριζώματα» στα δυτικά και νότια του χωριού. Επίθετα τέτοιων οικογενειών έχουμε: Κόλλιας, Σχίζας, Άσπρος κτλ., ενώ εξ Αγγελοκάστρου έχουμε: Οικονόμου, Μποζίκης, Μπινιάρης (Καβουρίνος), Καραμπέτσος κτλ. Το 1852, σύμφωνα με την επιγραφή που βλέπουμε, κτίζεται η εκκλησία «Άγιος Κωνσταντίνος και Ελένη», καθώς και το νεκροταφείο.
Το 1885 παρουσιάζεται ο Άγιος Γεώργιος δια ονείρου και οράματος σε έναν κάτοικο του χωριού που λεγόταν Παπαγεωργίου Γεώργιος (Ραμαντάνης), του υποδεικνύει την τοποθεσία όπου υπήρχε η εικόνα του και τον προτρέπει να τη βρουν και να χτίσουν εκκλησία. Αυτός τότε τα διηγείται όλα αυτά στους συγχωριανούς του, αλλά εκείνοι δεν τον πιστεύουν. Πάλι εκ δευτέρου αποκαλύπτεται ο Άγιος στον ίδιο, ο οποίος συγκλονισμένος τότε γυρίζει από σπίτι σε σπίτι και τους αναγγέλλει το όραμα και έτσι πείστηκαν, έσκαψαν, βρήκαν την εικόνα και έχτισαν την εκκλησία.
Μέχρι και Αιγινίτες πήραν μέρος, οι οποίοι, εκτός από πολλές δωρεές στο ναό, έφεραν σχεδόν όλα τα υλικά από την Αίγινα στην παραλία της Νέας Επιδαύρου και από εκεί με τα ζώα ή και στην πλάτη τα μετέφεραν στην εκκλησία. Το 1895 έγιναν τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Γεωργίου. Πολύς κόσμος κάθε χρόνο μαζευόταν στη γιορτή του, με περιφορά της εικόνας στον κάμπο και γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Δεν απουσίαζαν βεβαίως οι Αιγινίτες. Το 1963 έγινε, ανακαίνιση, διότι ο Ναός ήταν ετοιμόρροπος λόγω των παλαιών υλικών.
Το 1860 πρέπει να λειτούργησε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο στο σπίτι του Αντωνίου Οικονόμου, μετά στου Πρωτόπαππα, μετά στου Διδασκάλου Ανδρέα, και από το 1957 στη θέση που είναι σήμερα. Το έκτισαν οι κάτοικοι με προσωπική εργασία.
Μέχρι το 1914 το χωριό υπαγόταν στο Δήμο της Νέας Επιδαύρου και εκκλησιαστικώς στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδας. Όταν όμως καταργήθηκαν οι μικροί Δήμοι μετά το 1909, τότε το χωριό έγινε «κοινότητα Δημαίνης» το 1914, με πρώτο Πρόεδρο τον Ιωάννη Λογοθέτη. Τότε καθορίζονται και τα όρια της περιφέρειας Δημαίνης που ισχύουν μέχρι και σήμερα. Το 1936 χαράσσεται ο δημόσιος δρόμος που συνδέει τη Δήμαινα με το δρόμο της Νέας Επιδαύρου, δίπλα στη Μονή Ταξιαρχών.
Επίσης κατά το ίδιο έτος ο Πρόεδρος της Κοινότητας Αναστ. Σταμούλης ύδρευσε το χωριό από την πηγή «Καμάρι», με υπόγειο υδραγωγείο και δεξαμενή στο άνω άκρο του χωριού. Από το 1946 σταμάτησαν οι κάτοικοι να φεύγουν τα καλοκαίρια για το Αγγελόκαστρο και από τότε άρχισαν να ανοίγουν πηγάδια, να αρδεύουν τον κάμπο και να καλλιεργούν καλοκαιρινά προϊόντα (βαμβάκια, καπνά, ντομάτες κ.ά.), πράγμα που οδήγησε σε αλματώδη οικονομική πρόοδο μέχρι και σήμερα.
Το 1964 στις 4 του Οκτώβρη ηλεκτροδοτείται το χωριό και όλες οι αντλητικές εγκαταστάσεις πηγαδιών και γεωτρήσεων. Με το νόμο του «Καποδίστρια» καταργείται η Κοινότης Δημαίνης και γίνεται Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Επιδαύρου. [ Κατά την εφαρμογή του «Καλλικράτειου» νόμου, καμιά αλλαγή δεν επήλθε στην Διοικητική Δομή της Δήμαινας ]. Από αρχαιολογικής απόψεως φαίνεται ότι από αρχαιοτάτων χρόνων όλος σχεδόν ο τόπος κατοικείτο, γιατί στις διάφορες καλλιέργειες του κάμπου βρίσκουμε κτίρια και τάφους.
Αλλά επίσης έχουμε παρατηρήσει ότι διάφοροι αρχαιολόγοι λόρδοι (Εγγλέζοι) κατά καιρούς επισκέπτονταν την τοποθεσία «Πηγαδάκι», όπου, όπως λέει η παράδοση, υπήρχε το παλάτι της Βασίλισσας. Επίσης σε σημείο του κάμπου, όπου έγινε ο αναδασμός, υπήρχε άλλο παλάτι. Αυτό αποδεικνύεται από τους λαξευμένους ογκόλιθους που βρέθηκαν εκεί.
Πολύ κοντά στη Δήμαινα βρίσκεται η γυναικεία μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών του 15ου αι. Στη Δήμαινα υπάρχει μια ομάδα από οχτώ ελιές που έχουν αναγνωριστεί ως διατηρητέο μνημείο της φύσης. Έχουν θρησκευτική αξία και συνδέονται με ιστορικά γεγονότα του τόπου. Στη τουρκοκρατία είχαν αναγνωριστεί με φιρμάνι ως ιερό δάσος.
Στην περιοχή της Δήμαινας υπάρχουν οι εκκλησίες, του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου στις 21 Μάιου γίνεται παραδοσιακό πανηγύρι, της Υπαπαντής του Χριστού, που εορτάζετε με μικρό πανηγύρι στις 2 Φεβρουαρίου, του Αγίου Γεωργίου και πολλά άλλα εκκλησάκια. Στη Δήμαινα οι λάτρεις της περιπέτειας στη φύση μπορούν να εξασκηθούν στη πεζοπορία στο βουνό ή με το κυνήγι τις επιτρεπόμενες περιόδους. Τις ορεινές περιοχές της Δήμαινας διαλέγουν κάποιοι ιδιοκτήτες 4×4 για εκτός δρόμου διαδρομές.
Πηγές
Αναρτήθηκε στις Αργολίδα | Με ετικέτα alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δήμαινα, Επίδαυρος, Πελοπόννησος, Τόποι, Χωριά, αρβανιτοχώρι | Leave a Comment »
Μάχη των Δερβενακίων – Η καταστροφή του Δράμαλη (1822)
Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογράφος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].
Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.
Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.
Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.
Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρατού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.
Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.
Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:
«Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ενήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: «Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη»».
Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρησιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.
Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.
Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.
Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτικά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.
Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτικά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.
Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.
Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.
Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώργιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικηταρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.
Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχωρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.
Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.
Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.
Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.
Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μαζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.
Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.
Αργότερα διατάχθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρκοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.
Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.
Αννίτα Ν. Πρασσά
δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη
Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας
Βιβλιογραφία
Πηγή
Σχετικά θέματα:
Αναρτήθηκε στις Πρόσωπα & γεγονότα του΄21 | Με ετικέτα 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άργος - Ιστορικά, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δράμαλης, Δερβενάκια, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Η καταστροφή του Δράμαλη, Ιστορία, Κόρινθος, Μάχη των Δερβενακίων, Νεμέα, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Χουρσίτ | Leave a Comment »