Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Β΄ Βενετοκρατία (1698)


 

Η πόλη του Άργους και η επαρχία του γνώρισαν τη βενετική κατοχή σε δύο περιόδους. Η πρώτη από αυτές αρχίζει το έτος 1394 και φθάνει ως την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς κατά την αρχή του α’ βενετοτουρκικού πολέμου(1463-1479). Βέβαια η πόλη στο διάστημα αυτό δεν είχε αυτόνομη παρουσία στο χώρο της βενετικής Ανατολής αλλά αποτελούσε τμήμα της τότε ενιαίας και ευρύτερης βενετικής κτήσης της Αργολίδας, στην οποία σημαντικότατη θέση κατείχε και το Ναύπλιο από το 1389 ως το 1540.

Έτσι λοιπόν το Άργος και το Ναύπλιο εντάσσονται κατά τα ως άνω άνισα χρονικά διαστήματα ως περιοχές της Αργολίδας στη λεγόμενη περίοδο της Πρώτης Βενετοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνονται και κάποιες άλλες – παλαιότερες ή μεταγενέστερες – βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η δεύτερη βενετική κατοχή του Άργους και της επαρχίας του εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από το 1686 ως το 1715 το οποίο ανήκει στην ιστορική περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας (1685-1715), όταν στα πλαίσια του βενετοτουρκικού πολέμου του 1684-1699 κυριεύεται από τους Βενετούς ολόκληρη η Πελοπόννησος.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Κατά τη Δεύτερη Βενετοκρατία η Πελοπόννησος που υπήρξε διαχρονικά η μεγαλύτερη σε έκταση βενετική κτήση στο χώρο της Ανατολής, διαιρέθηκε από τους νέους κυρίαρχους της χώρας σε 24 επαρχίες (territorii), των οποίων τα όρια συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των καζάδων της προηγούμενης οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και μία από αυτές ήταν και εκείνη του Άργους.

Άλλα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου έχουν πολύ συνοπτικά ως εξής: η κτήση διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα που ονομάστηκαν «provincie» της Ρωμανίας (Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania), της Μεσσηνίας (Μalvesia), με πρωτεύουσα το Νέο Ναυαρίνο, της Αχαΐας με την Πάτρα και της Λακωνίας με τη Μονεμβασία. Πρωτεύουσα της κτήσης ορίστηκε το Ναύπλιο.

Επικεφαλής των βενετικών διοικητικών αρχών τοποθετήθηκε ένας γενικός διοικητής με τον τίτλο Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea. Σε κάθε πρωτεύουσα διαμερίσματος εγκαταστάθηκε ένας «provveditore» με πολιτικά-στρατιωτικά καθήκοντα και ένας «rettore» ως οικονομικός διαχειριστής. Πέρα από αυτό το τακτικό πλέγμα της διοίκησης, σε ορισμένες πρωτεύουσες επαρχιών για ειδικούς λόγους διορίστηκαν επίσης Βενετοί διοικητές με πολιτικές, δικαστικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Εξάλλου την ανώτατη διεύθυνση των πολεμικών και στρατιωτικών υποθέσεων κατά την πολεμική περίοδο, δηλαδή ως το 1699, ασκούσε ο αρχιστράτηγος και αντίστοιχα κατά την ειρηνική περίοδο ο γενικός προβλεπτής της θάλασσας.

Παράλληλα όμως με αυτά τα νέα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης, οι Βενετοί προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές και στην κοινωνική, οικονομική και δημοσιονομική ζωή της νέας τους κτήσης. Με συντομία σημειώνουμε τις πιο σημαντικές: Κατήργησαν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και καθιέρωσαν τη δεκάτη επί των αγροτικών προϊόντων ως κύριο και γενικευμένο φόρο. Εφάρμοσαν τη λεγόμενη αρχή της Κυριάρχου (Dominante) στο σύστημα διακίνησης του εμπορίου, τουλάχιστον κατά το πρώτο διάστημα της Δεύτερης Βενετοκρατίας, σύμφωνα με την αρχή αυτή τα προϊόντα που προέρχονταν από διάφορους τόπους και προορίζονταν να εισαχθούν στη βενετική κτήση της Πελοποννήσου ή εξάγονταν από αυτή προς κάθε κατεύθυνση όφειλαν να περάσουν προηγουμένως από τη Βενετία. Ακόμη εισήγαγαν στην αυτοδιοίκηση το σύστημα των κοινοτικών συμβουλίων στα κυριότερα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα αναδιοργάνωσαν τα αγροτικά συμβούλια των προκρίτων και γερόντων στις ήδη υπάρχουσες άτυπες αγροτικές κοινότητες.

Εκχριστιάνισαν όσους Τούρκους είχαν παραμείνει σε περιορισμένο αριθμό στη χώρα. Διέκοψαν κάθε επαφή και σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πελοποννήσου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανέθεσαν την εκλογή των ορθόδοξων αρχιερέων σε περίπτωση χηρείας του αρχιερατικού θρόνου στα συμβούλια των αστικών κοινοτήτων. Επιφόρτισαν τους λεγόμενους «μεϊντάνηδες» με την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας κ. ά.

Ωστόσο η αλλαγή που δημιούργησε μία νέα εντελώς πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας υπήρξε η ανατροπή του παλαιού καθεστώτος της έγγειας κτήσης και των σχέσεων που πήγαζαν από το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα όλη η γη που κατείχαν οι Οθωμανοί στην Πελοπόννησο περιήλθε κατακτητικώ δικαιώματι στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, δηλαδή θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο βενετικό κράτος όλα τα εδάφη της χώρας που τη στιγμή της κατάκτησης των Βενετών δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των χριστιανών.

Ποια όμως ήταν τα εδάφη αυτά και ποια ήταν τα ιδιόκτητα των χριστιανών; Οι Βενετοί για να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα επέλεξαν την εξής διαδικασία: διακήρυξαν πρώτα-πρώτα ότι αναγνωριζόταν στους παλαιούς κατοίκους η τυχόν υπάρχουσα ιδιοκτησία επί των γαιών και κτισμάτων και προσκάλεσαν τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας ή ελλείψει τούτων να παρουσιάσουν δύο μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ενόρκως το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα.

Στη συνέχεια τους εκχώρησαν νέο προσωρινό τίτλο κυριότητας, τον λεγόμενο τίτλο του «bene probatum». Ύστερα από αυτήν την εξομάλυνση, ό,τι απέμενε στη διάθεση των Βενετών, δηλαδή απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένων ή ακαλλιέργητων αλλά και χέρσων γαιών καθώς και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αγροτικών και αστικών κτισμάτων, αποτελούσε πλέον περιουσία του βενετικού Δημοσίου.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Η Βενετία έχοντας στην κυριότητα της αυτή την απέραντη περιουσία γαιών και κτισμάτων σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η κτήση μετά τη βενετική κατάκτηση. Πραγματικά, τότε διαπιστώνεται δραματική μείωση του πληθυσμού της που είχε ως αποτέλεσμα να ελαττωθεί ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός και να εγκαταλειφθεί η γεωργική καλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις της πελοποννησιακής γης, γεγονός που ανέτρεπε καίρια την επιδίωξη των Βενετών να εκμεταλλευτούν οικονομικά την κτήση τους. Για να αυξήσουν λοιπόν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου οργάνωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα εποικισμού της με την προσέλκυση και εγκατάσταση σ’ αυτήν εποίκων, αγροτικής κυρίως αλλά και αστικής προέλευσης, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κτίσματα, όταν αυτοί προσέρχονταν και προέρχονταν από γειτονικές ή και πιο απομακρυσμένες τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Με την παράδοση κτημάτων και κτισμάτων στους εποίκους άρχισαν βαθμιαία να αυξάνονται οι κάτοικοι και παράλληλα να σχηματίζονται δύο πληθυσμιακές κατηγορίες από τις οποίες η μία περιλάμβανε τους αυτόχθονες, οι οποίοι είτε ως πραγματικοί, είτε ως δήθεν ιδιοκτήτες – με το σύστημα της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων – είχαν κατορθώσει να εκμαιεύσουν τον τίτλο κυριότητας του «bene probatum«. Σ’ αυτή την κατηγορία θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους γηγενείς που ήταν και συνέχισαν να είναι ακτήμονες καθώς και όσους από τους παλαιούς κατοίκους είχαν περιουσία αλλά δεν επιδίωξαν να προμηθευτούν τον τίτλο του «bene probatum» για τις ιδιοκτησίες τους αλλά εξακολουθούσαν να κυριεύουν τα ακίνητα τους με καθεστώς απλής και αδιατάρακτης κατοχής.

Η άλλη κατηγορία περιλάμβανε όλους τους επήλυδες κατόχους – και όχι ιδιοκτήτες – ακινήτων, τα οποία τους παραχώρησε το κράτος είτε χαριστικά (per grazia), είτε με μακροχρόνια ή στο διηνεκές εκμίσθωση έναντι καταβολής πολύ μικρού ενοικίου (livello), είτε με απλή βραχυχρόνια ενοικίαση (affitanza). Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα με τον παλαιό γηγενή πληθυσμό μία πανσπερμία νέων κατοίκων με ποικίλη προέλευση από ξένα μέρη άρχισε να σχηματίζεται τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας.

Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο φαινόμενο απαντάται εκείνη την εποχή και στην πόλη του Άργους, όπως ευχερώς μπορούμε να το διαπιστώσουμε από τις πληροφορίες που μας παρέχει ένα ενδιαφέρον, αδημοσίευτο ακόμη, αρχειακό έγγραφο, το οποίο απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, φαίνεται ότι αυτό το έγγραφο καταστρώθηκε και συντάχθηκε το έτος 1698 κατά τα φαινόμενα ύστερα από εντολή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani. Ο Βενετός αυτός διοικητής μας είναι γνωστός τόσο από την εν γένει επιτυχημένη διοικητική του δραστηριότητα, όσο και από το ειδικότερο ενδιαφέρον του για τη συστηματική κτηματογράφηση των δημόσιων και ιδιωτικών γαιών της Πελοποννήσου, τη συνολική αλλά και την επιμέρους απογραφή των πληθυσμών της, την καταγραφή των κτισμάτων καθώς και των ποικίλων πλουτοπαραγωγικών της πόρων με αντικειμενικό σκοπό τα σχετικά στοιχεία να χρησιμεύσουν στην λειτουργικότερη οργάνωση της κτήσης και κυρίως στην αποδοτικότερη οικονομική εκμετάλλευση της.

Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεων εντάσσεται και η γένεση του ως άνω εγγράφου, το οποίο περιέχει απογραφή όλων των κτισμάτων της πόλης ή πιο σωστά του εκτός ακρόπολης συνοικισμού (borgo) του Άργους καθώς και όλων των ονομάτων των αρχηγών των οικογενειών που χρησιμοποιούσαν τα κτίσματα αυτά ως κατοικίες ή για άλλους σκοπούς. Ας προσθέσουμε ότι σε όλα τα πρώην τουρκικά κτίσματα αναγράφονται αντιστοίχως τα ονόματα των άλλοτε Τούρκων ιδιοκτητών τους. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που μας προσφέρει το έγγραφο μας (εφεξής: απογραφή) για τα κτίσματα και τους ανθρώπους.

Αρχίζουμε με τα κτίσματα. Αυτά διακρίνονται σε σπίτια (case), σε σπιτάκια ή πιο σωστά σε καλύβες (casette), σε καταστήματα ή εργαστήρια (botteghe) καθώς και σε εκκλησίες (chiese) και κελλιά (celle), ενώ σε ορισμένες – πολύ λίγες – περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες πύργος (torre), τζαμί (moschea) και λουτρό (bagno). Κάποια σπίτια αλλά και καλύβες ή καταστήματα φέρουν το χαρακτηρισμό apepian ή in Soler που σημαίνουν αντίστοιχα ότι έχουμε να κάνουμε με ισόγειο κτίσμα (κατώγι) ή κτίσμα με όροφο (ανώγι). Σε μία περίπτωση ένα κτίσμα αναφέρεται ως «vacuffi» που επεξηγείται ως «convento di Turchi», δηλ. μοναστήρι των Τούρκων.

Η απογραφή περιέχει κατ’ αύξοντα αριθμό 254 αναγραφές και χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τους αριθμούς 1-204 όπου καταγράφονται τα άλλοτε τουρκικά κτίσματα που ακολούθως πέρασαν στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου καθώς και οι πρώην Τούρκοι ιδιοκτήτες τους αλλά και οι επόμενοι, μετά την έλευση των Βενετών, χριστιανοί κάτοχοι τους. Το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τους αριθμούς 205-254 όπου καταγράφονται τα ιδιόκτητα ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ελληνικά κτίσματα καθώς και οι Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Τα κτίσματα που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονται σε 72 σπίτια με κεραμωτή στέγη καθώς και σε 57 καταστήματα ή εργαστήρια, σε 7 πύργους και σ’ αυτό που σημειώσαμε πιο πάνω ως «vacuffi». Πολύ περισσότερα όμως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται καλύβες και φθάνουν τα 490. Αυτά τα πρώην τουρκικά ακίνητα σχεδόν στο σύνολο τους-εκτός δηλαδή από πολύ λίγες εξαιρέσεις-αναφέρονται στην απογραφή ως κατοικίες. Ακόμη πρέπει ίσως να προστεθεί και ένας μικρός ή μεγαλύτερος αριθμός από τα πρώην τουρκικά καταστήματα τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται αδήλως και αυτά ως κατοικίες. Εξάλλου τα ιδιόκτητα κτίσματα των γηγενών Ελλήνων ανέρχονται σε 37 σπίτια, 65 καλύβες και 4 καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ υπάρχουν 6 ορθόδοξες εκκλησίες και ενδεχομένως μία ρωμαιοκαθολική.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Αν τώρα περάσουμε από τα κτίσματα στους ανθρώπους τότε θα μας απασχολήσει πρώτα-πρώτα ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η δημογραφική έρευνα όταν τίθεται το ερώτημα ποιο πληθυσμιακό στοιχείο – το οθωμανικό ή το χριστιανικό – επικρατούσε στα αστικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού ή έστω πελοποννησιακού χώρου και βέβαια του Άργους που τώρα άμεσα μας ενδιαφέρει.

Τα σχετικά στοιχεία που μας παρέχει η απογραφή μας επιτρέπουν προς στιγμήν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι στο Άργος οι Οθωμανοί ήταν πολυπληθέστεροι από τους χριστιανούς, εφόσον τα στοιχεία αυτά δείχνουν αναμφισβήτητα ότι οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την πρώτη Τουρκοκρατία ήταν πολλαπλάσιοι των αντίστοιχων χριστιανών ιδιοκτητών σ’ αυτήν τουλάχιστον την πόλη. Ωστόσο μια τέτοια εντύπωση μπορεί να είναι απατηλή, αφού ούτε όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε μια πόλη είναι και κάτοικοι της, ούτε και όσοι από τους ιδιοκτήτες που κατοικούν εκεί αποτελούν υποχρεωτικά και την πλειονότητα των κατοίκων, θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα και παρακάτω, όπου θα προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε τις ειδήσεις της απογραφής με συναφείς πληροφορίες και από άλλες βενετικές πηγές.

Ας στρέψουμε όμως τώρα την προσοχή μας στην εξιχνίαση των συνθετικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της πόλης του Άργους κατά την εποχή της απογραφής, δηλαδή περί τα μέσα της περιόδου της Δεύτερης Βενετοκρατίας. Εν πρώτοις θα πρέπει να περιλάβουμε σ’ αυτόν  όλους ή έστω σχεδόν όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων με ή χωρίς τον τίτλο του «bene probatum».

Αυτοί όπως σημειώσαμε πιο πάνω αναφέρονται στους αριθμούς 205-254 της απογραφής. Συγκεκριμένα, εκεί έχουμε να κάνουμε με 40 συνολικά οικογένειες γηγενών, οι οποίες μεταξύ τους παρουσιάζοντα οικονομικά και κοινωνικά διαφοροποιημένες, αφού από το σύνολο τους μόνο οι 18 έχουν στην κυριότητα τους όλα τα κτίσματα που χαρακτηρίζονται ως σπίτια, ενώ οι υπόλοιπες 22 έχουν στην ιδιοκτησία τους μόνο καλύβες. Να προσθέσουμε εδώ και μια παρατήρηση: σε μια συστάδα με 9 καλύβες που όλες ανήκουν σε γηγενή ιδιοκτήτη φέρονται να κατοικούν, σύμφωνα με την απογραφή, 9 οικογένειες. Δεν γίνεται όμως φανερό αν πρόκειται για αυτόχθονες κατοίκους της πόλης ή για εποίκους από τα ξένα μέρη. Την ίδια αβεβαιότητα όμως θα αντιμετωπίσουμε και παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις οικογενειών που καταγράφονται να κατοικούν σε πρώην τουρκικά κτίσματα. Πράγματι, τα άλλοτε τουρκικά ακίνητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες εποίκων που προσήλθαν από τα έξω μέρη. Παράλληλα όμως, τέτοια ακίνητα σε απροσδιόριστο αριθμό φαίνεται ότι αποτέλεσαν – ή αποτελούσαν ήδη – κατοικίες γηγενών οικογενειών του Άργους, χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στην απογραφή. Έτσι λοιπόν είναι προβληματικό να ξεχωρίσουμε με ευχέρεια στο έγγραφο αυτό τους επήλυδες από τους αυτόχθονες αφού είναι εγκατεστημένο σε ακίνητα της ίδιας κατηγορίας χωρίς να δηλώνεται η προέλευση τους.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τους εποίκους με βάση τον τόπο προέλευσης τους και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και ενδείξεις της απογραφής μας.

Αρχίζουμε με τους Αθηναίους. Είναι γνωστή η φοβερή περιπέτεια των Αθηναίων οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης τους από τους Βενετούς το φθινόπωρο του 1687 και την επικείμενη αποχώρηση των βενετικών στρατευμάτων την επόμενη άνοιξη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν τελικά ως έποικοι σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου αλλά και αλλού. Οι περισσότεροι από αυτούς και κυρίως οι οικογένειες αστικών χαρακτηριστικών βρήκαν καταφύγιο στα δύο μεγαλύτερα κέντρα της Πελοποννήσου, δηλαδή στην Πάτρα και το Ναύπλιο. Στο αγροτικό όμως Άργος σύμφωνα με την απογραφή φέρονται να κατοικούν μόλις 11 αθηναϊκές οικογένειες.

Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερες, των οποίων όμως παραμένει άδηλη η προέλευση μέσα στο πλήθος των απροσδιόριστης καταγωγής εποίκων της απογραφής. Σε επίρρωση αυτής της υπόθεσης έχουμε μία άκρως ενδεικτική μαρτυρία άλλης βενετικής πηγής, σύμφωνα με την οποία στην ενορία της Αγίας Παρασκευής στο παζάρι του Άργους το 1696 σε 65 «αυθεντικές» (=πρώην τουρκικές) καλύβες κατοικούσαν 310 έποικοι, Αθηναίοι και Ευριπιώτες, χωρίς όμως να καθορίζεται πιο συγκεκριμένα ο αντίστοιχος αριθμός των ατόμων που ανήκαν στην κάθε μια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.

Όπως βλέπουμε σ’ αυτή τη μαρτυρία εκτός από την Αθήνα άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή που έστειλε μετανάστες στην Πελοπόννησο υπήρξε και η Εύβοια, που βρέθηκε σε ανάλογες περίπου συνθήκες με εκείνες που εξώθησαν τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετοικήσουν εκεί.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια των Βενετών να εκπορθήσουν το φρούριο του Ευρίπου πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσήλθαν τότε ή αργότερα στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις γνωστές εποικιστικές διαδικασίες. Στην απογραφή μαρτυρούνται μόνο 4 με 6 τέτοιες οικογένειες. Προφανώς και εδώ, όπως διαπιστώσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστοι πολύ περισσότεροι Ευριπιώτες μετανάστες.

Συνεχίζουμε με τους Θηβαίους, δηλαδή με τους εποίκους που προέρχονταν από τη Θήβα και την περιοχή της. Στην απογραφή σημειώνονται ρητά 18 μόνο οικογένειες ως θηβαϊκές, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι έποικοι τέτοιας προέλευσης πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι. Μάλιστα, όπως πληροφορούμαστε και εδώ από άλλη βενετική πηγή οι Θηβαίοι αποτελούσαν την πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα που παρουσιάζεται να έχει εγκατασταθεί στο Άργος εκείνη την εποχή. Από το σύνολο των εποίκων που το 1696 ανέρχεται σε 881 άτομα τα 551 έχουν ως τόπο προέλευσης τη Θήβα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε κάποια χωριά της Αργολίδας όπως το Κουτσοπόδι (όπου στο σύνολο των κατοίκων έχουμε 327 Θηβαίους και 86 αυτόχθονες) και σε μικρότερη αναλογία στη Δαλαμανάρα. Πως εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία;

Τέλος ερχόμαστε στους εποίκους που έχουν ως τόπο καταγωγής τους τη Ρούμελη. Βέβαια η ονομασία αυτή καλύπτει ευρύτατη περιοχή από την οποία προήλθε οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος των εποίκων προς την Πελοπόννησο. Οι βενετικές πηγές όταν κάνουν λόγο για μετανάστες αυτής της προέλευσης αναφέρονται συνήθως σε μικρότερα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή χωριά της υπαίθρου. Στην απογραφή όμως δεν έχουμε τέτοιου είδους αναφορές, αν βέβαια εξαιρέσουμε την Αθήνα και τη Θήβα, και έτσι έχουμε απλώς την ένδειξη για μετανάστες από τη «Ρούμελη» και πιο συγκεκριμένα για 9 μόνο οικογένειες αυτής της κατηγορίας. Φυσικά και εδώ είναι αυτονόητο ότι οι έποικοι από τη Ρούμελη θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι.

Μετά τη Ρούμελη δεν αναφέρεται στην απογραφή κάποιος άλλος συγκεκριμένος τόπος προέλευσης των μεταναστών αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε με βάση έμμεσα στοιχεία της απογραφής ή άμεσα άλλων βενετικών πηγών να εξιχνιάσουμε – ίσως όχι πάντοτε επιτυχώς – την καταγωγή και άλλων οικογενειών – επήλυδων ή και αυτοχθόνων – του Άργους. Συνοπτικά συμπεραίνουμε τα εξής: α) έχουμε 23 οικογένειες που ίσως κατάγονται από διαφορετικούς οικισμούς της Πελοποννήσου όπως δείχνει το όνομα τους π.χ. Thodorin di Andrizza, Dimitri Muchlioti κ.α., β) 9 οικογένειες που φαίνεται να προέρχονται από εκτός Πελοποννήσου περιοχές π.χ. Meleti Desfinioti, Maria de Tine κ.α., γ) 11 οικογένειες που κατάγονται από τη Θήβα π.χ. Gianni Calomira, Petro Cutra κ.α., δ) 2 οικογένειες από την Κρήτη π.χ.(; )  Palada και Zuanne Zelaiti και τέλος ε) 2 οικογένειες από την Αθήνα π.χ. Thodorachi Calogera και Dimitri Galaci.

Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι στην απογραφή αναφέρονται ως κάτοχοι πρώην τουρκικών ιδιοκτησιών δύο οικογένειες, οι οποίες είναι ενδεχομένως γηγενείς, δηλαδή του Dimitri Caramuza και του Stathi Caramuza. Σ’ αυτές ας προσθέσουμε και άλλες 8 ακόμη που είναι με βεβαιότητα γηγενείς, αφού τις συναντούμε και στο σχετικό τμήμα της απογραφής (στους αριθμούς 205-254) όπου καταγράφονται οι αυτόχθονες. Τέλος ας επισημάνουμε μία οικογένεια της οποίας δεν γνωρίζουμε την καταγωγή αλλά απλώς μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του αξιοπερίεργου ονόματος της: ο αρχηγός της ονομάζεται Dimitri Chigliarabi και μας φέρνει στο νου τον αρχαίο Κυλαράβη, γιο του Σθένελου βασιλιά του Άργους.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό να παρατηρήσουμε ότι ως τώρα χρησιμοποιήσαμε κατά κύριο λόγο τις ειδήσεις της απογραφής για να διακρίνουμε ξεχωριστά και κατά περίπτωση την προέλευση των οικογενειών του συνολικού πληθυσμού του Άργους τη συγκεκριμένη εποχή.

Ωστόσο τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας δεν είναι τόσο ικανοποιητικά, αφού η εξακρίβωση της προέλευσης όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε επιτυχώς για το σύνολο αλλά ούτε καν για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Γι αυτούς τους λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στις ειδήσεις της απογραφής αλλά και άλλων αρχειακών πηγών, όσο και σε πληροφορίες περιηγητικών και ταξιδιωτικών κειμένων που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με συναφή πορίσματα της νεότερης ιστορικής έρευνας.

Σύμφωνα με ταξιδιωτικές μαρτυρίες του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (Fourmont, 1729) η πόλη του Άργους παρουσιάζεται να έχει περισσότερο αγροτικό παρά αστικό χαρακτήρα.

Εκεί αναφέρεται ότι απαρτιζόταν από «600 εστίες που δεν βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη αλλά ήταν διάσπαρτες κατά ομάδες και καταλάμβαναν μεγάλη έκταση» (Fourmont σε Michel Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες, σ.33). Παράλληλα γίνεται λόγος για ένα οικισμό διασκορπισμένο σε «συστάδες» (Στ. ίδιο, σ.29). Εξάλλου η νεότερη έρευνα πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική του Άργους την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τυποποιημένη με ισόγεια σπίτια από πλίθρες με πλατυμέτωπο σχέδιο και με κήπους που περιβάλλονταν με πλίθινη μάντρα. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρινόταν στην οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης και κυριαρχεί ως την αρχή της τελευταίας εικοσαετία του 19ου αιώνα (Β. Δωροβίνης, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος).

Ας δούμε τώρα ως ποιο σημείο οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις αυτές συμπίπτουν κατά  κάποιο τρόπο με στοιχεία της απογραφής όπου σημειώνονται τα εξής: «ένα μέρος από τα πρώην  τουρκικά κτίσματα απαρτίζεται από σπίτια και καταστήματα, τα οποία είχαν στέγη από κεραμίδια, ενώ τα υπόλοιπα από αυτά, πολύ περισσότερα σε αριθμό είναι κατασκευασμένα από πηλό ή λάσπη (=πλίθρες) και καλύπτονται από αχυροσκεπές, ώστε είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως καλύβες. Για παρόμοιους λόγους μπορούν να ονομαστούν καλύβες και όλα σχεδόν τα κτίσματα που ανήκουν στους Έλληνες».

Σ’ αυτές τις ειδήσεις της απογραφής ας προσθέσουμε και τα ποσοτικά στοιχεία που αυτή περιέχει για το σύνολο των πρώην τουρκικών καθώς και των ελληνικών κτισμάτων τα οποία χρησίμευαν ως κατοικίες: έχουμε 674 ακίνητα, δηλαδή 490 καλύβες, 72 κεραμοσκεπή σπίτια και 7 πύργους πρώην τουρκικής ιδιοκτησίας, καθώς και 40 κεραμοσκεπή σπίτια και 65 καλύβες ελληνικής ιδιοκτησίας. Το σύνολο των κτισμάτων αυτών απαρτιζόταν από 119 κεραμοσκεπή σπίτια και πύργους και από 555 αχυροσκεπείς καλύβες. Έτσι λοιπόν η πληροφορία του Fourmont ότι στο Άργος υπήρχαν 600 εστίες, δηλαδή κατοικίες οικογενειών, δεν απέχει πολύ από τα ποσοτικά δεδομένα της απογραφής. Εκεί όμως που οι ειδήσεις από τον Fourmont αλλά και τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας συμβαδίζουν με τα στοιχεία της απογραφής είναι όταν κάνουν λόγο ότι οι κατοικίες στην πόλη του Άργους συσσωματώνονται σε συστάδες κτισμάτων που περικλείονταν σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό με περίβολο από πλίθινη μάντρα (Δωροβίνη, ό.π.).

Σύμφωνα με τις ειδήσεις της απογραφής στο σύνολο των 674 πρώην τουρκικών και ελληνικών κατοικιών έχουμε μόλις 35 μονοκατοικίες. Όλες οι υπόλοιπες κατοικίες είναι ομαδοποιημένες σε συστάδες – 117 πρώην τουρκικές και 27 ελληνικές – όπου η κάθε μία συστάδα περιλαμβάνει ποικίλο αριθμό οικογενειών που κυμαίνεται από 2 ως 16. Ας προσθέσουμε πως στην ίδια πηγή διαπιστώνεται ότι πολλές από τις εν λόγω συστάδες αναφέρονται ως περίκλειστες με μαντρότοιχο. Συγκεκριμένα 331 κατοικίες, οι μισές περίπου από το σύνολο, είτε βρίσκονταν σε περίκλειστες συστάδες μέσα σε μία αυλή είτε διέθεταν αυλή ή κήπο.

Μετά την παράθεση των στοιχείων αυτών είναι καιρός να επανέλθουμε στο ερώτημα που ήδη έχουμε διατυπώσει και το αφήσαμε αναπάντητο: ποιο δηλαδή από τα δύο πληθυσμιακά στοιχεία – το οθωμανικό ή το ελληνικό – υπερτερούσε στο Άργος κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει τα ακίνητα στην πόλη του Άργους που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονταν σε 72 σπίτια και 490 καλύβες. Τα σπίτια – στο σύνολο τους ή κατά ένα μεγάλο μέρος – χρησίμευαν τότε ως κατοικίες των Τούρκων. Αντίθετα όμως οι πολυπληθείς καλύβες που οι περισσότερες συσσωματώνονταν σε συστάδες κατοικιών και στην πλειονότητα τους ήταν διασκορπισμένες σε μεγάλη έκταση του αργειακού οικισμένου χώρου, είχαν χωρίς αμφιβολία στενή και αποκλειστική σχέση με το χριστιανικό αγροτικό στοιχείο.

Πραγματικά φαίνεται ότι όλες αυτές οι καλύβες αποτελούσαν κατοικίες των παροικών καλλιεργητών των τουρκικών κτημάτων, οι οποίοι την ίδια περίοδο σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές – όπως για παράδειγμα σε εκείνη της Τριπολιτσάς – χαρακτηρίζονται ως «coloni» των Τούρκων. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτική μία σχετική μαρτυρία στην απογραφή που υπαινίσσεται την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργητών των Οθωμανών και στο Άργος παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τους ως «coloni».

Έτσι σημειώνεται στον αριθμό 196 αυτού του εγγράφου ότι κατοικούσαν 16 οικογένειες σε συστάδα με 16 καλύβες, η οποία άλλοτε ανήκε στον Τούρκο Imbro και αποτελούσε τη δική του «villa», δηλαδή το δικό του χωριό ή πιο σωστά το τσιφλίκι του. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε μόνο με μία μαρτυρία, ωστόσο θεωρούμε δικαίωμα μας, συνυπολογίζοντας και άλλα σχετικά στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι χριστιανοί αγρότες που κατοικούσαν σε καλύβες τουρκικής ιδιοκτησίας μπορούν να ταυτιστούν με τους προσαρτημένους «coloni» των οθωμανικών γαιών. Αν λοιπόν τα πράγματα έχουν έτσι τότε το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των Οθωμανών της πόλης του Άργους.

Ποιες όμως υπήρξαν οι τύχες αυτού του πολυάριθμου χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού του Άργους μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Βενετούς; Είναι πολύ πιθανό ότι ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του αφανίστηκε από τα δεινά του πολέμου είτε κατά τη βενετική κατάληψη της Αργολίδας το 1686, είτε κατά την πυρπόληση και καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους εισβολείς το 1692. Είναι ακόμη ενδεχόμενο ένα τμήμα του να διασκορπίστηκε σε άλλες αργολικές ή πελοποννησιακές περιοχές γενικά ή να υποχρεώθηκε σε ακούσια ή και εκούσια φυγή προς τη Ρούμελη μαζί με τους Οθωμανούς κυρίους του. Πάντως έτσι και αλλιώς μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι στις αγροτικές καλύβες της πόλης που εγκαταλείφθηκαν από τους αυτόχθονες κατοίκους σύντομα οι Βενετοί εγκατέστησαν άλλους επήλυδες από ξένα μέρη. Επομένως όλοι όσοι κατά τη βενετική περίοδο παρουσιάζονται ως κάτοικοι στις παραπάνω καλύβες προφανώς συναπαρτίζουν έναν ανάμεικτο πληθυσμό από γηγενείς και επήλυδες οικογένειες των οποίων όμως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προέλευση μόνο από τις ειδήσεις της απογραφής.

Από άλλη βενετική πηγή που χρονολογείται στο 1696, δηλαδή δύο χρόνια πριν την απογραφή, τα δύο αυτά πληθυσμιακά στοιχεία παρουσιάζονται με την αναλογία που έχουμε ήδη αναφέρει: οι έποικοι ανέρχονται σε 881 άτομα και οι εντόπιοι σε 663. Ο συσχετισμός αυτών των αριθμών θα μπορούσε βέβαια να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός των αυτοχθόνων του Άργους είχε υποστεί την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας μεγάλη δημογραφική μείωση, η οποία φαίνεται να αναπληρώθηκε επιτυχώς με ανάλογο ή μεγαλύτερο αριθμό εποίκων, από τους οποίους οι περισσότεροι – και εδώ υπονοούμε τους Θηβαίους – είχαν ενδεχομένως κάποια σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους του Άργους πριν από την έλευση των Βενετών.

Φθάνοντας στο τέλος της ανακοίνωσης θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου αναγκαστικά παραλείψαμε αρκετά ζητήματα που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχόλησε. Ελπίζουμε να επανέλθουμε μελλοντικά με πληρέστερο τρόπο κατά τη δημοσίευση του εγγράφου της απογραφής.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος 

Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του. Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.

Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ. – Η αγορά του Άργους


 

Το Άργος κατά την αυτοκρατορική περίοδο

Ο αυτοκράτορας Αδριανός, χρηματοδότησε το έργο υδροδότησης της πόλης.

Η μεγάλη δωρική πόλη του Άργους, καταλαμβάνει την πεδινή έκταση στη βάση δυο υψηλών  λόφων, του Προφ. Ηλία  και της Λάρισας, που ορίζουν  την πόλη από τα δυτικά.   Μολονότι η πόλη ως μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας συμμετείχε στον πόλεμο εναντίον της Ρώμης κατόρθωσε να βγει σχετικά αλώβητη τόσο από αυτή τη σύγκρουση όσο και από τη γενικότερη αναστάτωση που προκάλεσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι στο δεύτερο μισό του 1ου  αι. μ.Χ., και να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο ευμάρειας κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου.

Η αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων χρόνων έφερε στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η πόλη όχι μόνο δεν συρρικνώθηκε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, αλλά ότι επεκτάθηκε μάλιστα προς τα νότια με την προσθήκη νέων οικοδομικών νησίδων. Αυτή η πολεοδομική και οικιστική επέκταση του Άργους, συμβαδίζει με μια γενικότερη τάση ενίσχυσης των παραδοσιακών αστικών κέντρων του ελλαδικού χώρου την εποχή αυτή. Νέα πληθυσιακά στοιχεία, όπως Ιταλοί συμπραγματευόμενοι (negotiatores)*, αλλά πιθανότατα και κάτοικοι μικρότεροι αποδυναμωμένων πόλεων της Αργολίδας εγκαταστάθηκαν στην πόλη στη πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο.

Ο Παυσανίας που επισκέφτηκε την πόλη στα μέσα του 2ου  αι. μ.Χ μας δίνει ένα πολύτιμο οδηγό της τοπογραφίας του Άργους, αν και κατά τη συνήθειά του περιγράφει κυρίως τα θρησκευτικά σεβάσματα, τα ιερά και τα μνημεία της μακραίωνης ιστορίας της πόλης. Η σύγχρονή του ρωμαϊκή πόλη και τα κτίριά της καλύπτονται κάτω από τον μανδύα της κατά βάση θρησκευτικής του περιήγησης. Οι νεότερες ανασκαφές ωστόσο έφεραν στο φως ένα μεγάλο αριθμό κτιρίων και λιθόστρωτων δρόμων της ρωμαϊκής περιόδου που δείχνουν ότι η πόλη διέθετε ένα υψηλό επίπεδο υποδομών. Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, ισχυρά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας είχαν ενεργό ρόλο στη διαχείριση της πόλης και στην εκτέλεση των δημοσίων έργων μέσω ευεργεσιών και ενός εκτεταμένου δικτύου πατρωνίας.

Η ιστορία της πόλης και η σημασία της ως πανελλήνιου θρησκευτικού κέντρου λόγω του Ηραίου, του μεγάλου ιερού που βρίσκεται 9 χλμ. από το Άργος, λειτούργησε ως πόλος έλξης επισκεπτών και πιθανότατα χορηγών. Η επίσκεψη του αυτοκράτορα Αδριανού στην πόλη έδωσε μια νέα ώθηση στις οικοδομικές εργασίες και λύση στο μεγάλο πρόβλημα παροχής πόσιμου νερού με την κατασκευή ενός μεγάλου υδραγωγείου.** Η εξέχουσα θέση της πόλης στην ελληνική ιστορία της έδωσε στις αρχές του 2ου  αι. μ.Χ. μια θέση στο Πανελλήνιο, το Κοινό ελληνικών πόλεων που ίδρυσε ο αυτοκράτορας Αδριανός με έδρα την Αθήνα.

Η S. Alcock επεσήμανε  ότι μετά την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας, η στροφή στο ηρωικό παρελθόν και την παράδοση της κάθε πόλης ήταν όχι μόνο ένα άμεσο αποτέλεσμα της ρωμαϊκής κατάκτησης, αλλά ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολιτικής ταυτότητας. Ακριβώς αυτή η ανάμνηση του ηρωικού παρελθόντος της πόλης που γίνεται αισθητή με τη διατήρηση ή την αναβίωση αρχαίων παραδόσεων, μνημείων και κτιρίων πρέπει να ήταν ένα από τα στοιχεία που έπαιζαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρωμαϊκού Άργους.***

 

Η Αγορά πριν από την αυτοκρατορική περίοδο

 

Η Αγορά της πόλης ταυτίζεται με ένα μεγάλο επίπεδο χώρο που εκτείνεται στα ανατολικά του αρχαίου θεάτρου και της σύγχρονου οδού Τριπόλεως, η οποία ακολουθεί περίπου την πορεία ενός αρχαίου δρόμου που απέληγε στην πύλη της Λέρνας. Η αρχική διαμόρφωση του χώρου αυτού ως Αγορά της πόλης φαίνεται ότι ανάγεται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., όταν έλαβε χώρα ένα μεγάλο αποστραγγιστικό πρόγραμμα που διοχέτευσε τα νερά του ποταμού Κηφισού προς ένα μεγάλο κτιστό αγωγό που διέσχιζε το κεντρικό τμήμα της Αγοράς και απέληγε στα ΝΑ.

Κεντρικό σημείο της Αγοράς, πιθανότατα και αρχικός πυρήνας της, ήταν το ιερό-ναός του Απόλλωνα Λυκείου. Η Αγορά και ο ναός του Απόλλωνα αποτέλεσαν την αφετηρία του Παυσανία (2. 18-24) για τις περιηγήσεις του στην πόλη, αλλά τα περισσότερα από τα σεβάσματα και ιερά που αναφέρει σε σχέση με την Αγορά δεν έχουν ταυτιστεί με βεβαιότητα. Η θέση του ίδιου του ναού αλλά και η ευρύτερη τοπογραφία της Αγοράς παραμένουν μέχρι σήμερα σε ένα μεγάλο βαθμό ουσιαστικά άγνωστες.

Ο Vollgraff φαντάστηκε την Αγορά του Άργους ως ένα μεγάλο κανονικό τετράπλευρο, στις πλευρές του οποίου διατάσσονται τα κτίρια που περιγράφει ο Παυσανίας. Η νεότερη αρχαιολογική έρευνα έχει κατορθώσει να προσδιορίσει σε γενικές γραμμές τα όρια της Αγοράς. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η ανασκαμμένη περιοχή αποτελεί το ΝΔ τμήμα ενός ευρύτερου χώρου που εκτείνεται κυρίως προς τα ανατολικά και βόρεια. Ο χώρος αυτός φαίνεται ότι δεν υπόκειται σε μία τόσο αυστηρή οργάνωση, όπως αυτή που φαντάστηκε ο Vollgraff. Αντίθετα, τα κτίρια φαίνεται ότι διατάσσονται γύρω από μία ακανόνιστη πλατεία, στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν διάφορα μνημεία, μικρά ιερά, μια ορχήστρα καθώς και ένας δρόμος-στίβος αθλητικών αγώνων στο νότιο τμήμα της.

Στα τέλη της ελληνιστικής περιόδου η Αγορά του Άργους (το ανεσκαμμένο τουλάχιστον τμήμα της) παρουσίαζε την ακόλουθη μορφή. Στη ΝΔ γωνία του χώρου δέσποζε ένα μεγάλο υπόστυλο κτίριο με δωρική πρόσοψη, το οποίο ταυτίζεται με το Πρυτανείο ή το Βουλευτήριο της πόλης. Το κτίριο κτίστηκε στις αρχές του 5ου  αι. π.Χ. για να καλύψει πιθανότατα τις νέες δημόσιες λειτουργίες που επέφερε στη πόλη η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Στα ανατολικά του υπόστυλου κτιρίου και στον ίδιο άξονα (Δ-Α) υπήρχε μία μεγάλη δωρική στοά σχήματος Π (μήκους 83.45μ.) που κτίστηκε στο τρίτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και αποτελούσε πιθανότατα την πρόσοψη ενός δρομικού τρίκλιτου κτιρίου που ανοίγεται στα νότια. Το κτίριο (Ρ) ερμηνεύτηκε ως Γυμνάσιο και αποτελούσε πιθανότατα το νότιο όριο της Αγοράς. Μπροστά από τη βόρεια στοά του κτιρίου και κατά μήκος αυτής εκτεινόταν ένας δρόμος αθλητικών αγώνων (στίβος) με ελαφρά διαγώνιο άξονα. ΒΔ-ΝΑ. Ο δρόμος μαζί με ένα τριπλό σύστημα αποχετευτικών αγωγών που ορίζει το ανατολικό τμήμα του ανασκαμμένου χώρου κτίστηκαν στις αρχές του 4ου  αι. π.Χ. αλλά το πιο πιθανό είναι ότι αντικατέστησαν παλαιότερες κατασκευές των πρώιμων κλασικών χρόνων. Η ΝΑ απόληξη του δρόμου κατέληγε σε μια ομάδα κτιρίων που βρίσκονται σήμερα έκτος ανασκαμμένου χώρου και πιθανότατα όριζαν τη ΝΑ είσοδο της Αγοράς. Στα βόρεια της υπόστυλης αίθουσας αποκαλύφτηκε η κρηπίδα μια δωρικής στοάς μήκους 28μ, που κτίστηκε στα ελληνιστικά χρόνια, είχε κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ (διαγώνιο σε σχέση με την υπόστυλη αίθουσα) και έκλεινε μεγάλο τμήμα της δυτικής και βόρειας πλευράς της Αγοράς. Ο χώρος (κτίριο) που υπήρχε πίσω από την κρηπίδα-στοά στέγαζε μεταλλουργικά και κοροπλαστικά εργαστήρια, τα οποία καταστράφηκαν από φωτιά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου.

Μπροστά από την κρηπίδα της στοάς και σε επαφή με αυτήν ανασκάφτηκε μια πεταλοειδής κατασκευή διαμέτρου 28μ. η οποία κτίστηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και στο κέντρο της περιέκλειε ένα παλαιότερο βωμό με διακόσμηση τριγλύφων που χρονολογείται στον 5ου  αι. π.Χ. Παρόμοιοι ημικυκλικοί χώροι (ορχήστρες) βρέθηκαν σε πολλές άλλες πρώιμες Αγορές και χρησιμοποιούνταν για πάνδημες συγκεντρώσεις θρησκευτικού (πχ. ιερούς χορούς ή δράματα) αλλά και πολιτικού χαρακτήρα. Η ορχήστρα αυτή πρέπει να είχε στενή σχέση με τον παρακείμενο δρόμο αθλητικών αγώνων και μολονότι κατασκευάστηκαν στον 4ου  αι. π.Χ., αποτελούσαν δυο χώρους που είχαν ήδη μακρά ιστορία και ιδιαίτερη θέση στην τοπογραφία της Αγοράς. Στην ίδια περιοχή άλλωστε και δίπλα στην Ορχήστρα βρέθηκε ένας περιφραγμένος χώρος που ήταν αφιερωμένος στους επτά Αργείους ήρωες που έπεσαν μπροστά στα τείχη της Θήβας.

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου δεν φαίνεται να έγιναν μεγάλες αλλαγές στην οργάνωση του χώρου ούτε να εκτελέστηκαν μεγάλα έργα, όπως ήταν για παράδειγμα οι στοές που κτίστηκαν και οριοθέτησαν την Αγορά των Αθηνών. Η ύπαρξη του δρόμου των αθλητικών αγώνων, του ημικυκλικού χορού για την τέλεση θρησκευτικών-τελετουργικών χορών αλλά και πολλών μικρών ιερών και σεβασμάτων, όπως το «πυρ του Φορωνέος» (Παυσανίας 2,19, 5) η το ηρώο των «Επτά επί Θήβας», είναι στοιχεία που συνάδουν με τα χαρακτηριστικά πολλών άλλων πρωίμων Αγορών και καταδεικνύουν ότι ο χώρος πιθανότατα διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό χαρακτήρα του.

 

Οικοδομικά έργα και νέα κτίρια κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου

 

H αποκατάσταση της ειρήνης και ο ερχομός μιας νέας περιόδου σταθερότητας μετά τη ναυμαχία του Ακτίου δεν φαίνεται να συνοδεύτηκε από την ανάληψη μεγάλων οικοδομικών έργων στην Αγορά του Άργους. Στις αρχές της αυτοκρατορικής, περιόδου (τέλη 1ου αι. π.Χ. η αρχές 1ου  αι. μ.Χ.), στη θέση των εργαστηρίων πίσω από τον στυλοβάτη Κ της ελληνιστικής στοάς, τα οποία είχαν μάλλον καταστραφεί από φωτιά, κτίζεται ένα μεγάλο κτίριο, από υλικό σε δεύτερη χρήση, στο οποίο ενσωματώνεται η παλιά κιονοστοιχία Κ που ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό της Αγοράς. Το νέο κτίριο διατήρησε το λοξό προσανατολισμό του προκατόχου του. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του κτιρίου έφερε στο φως μικρότερους χώρους με πηγάδια εργαστηριακής χρήσης που διατάσσονται γύρω από μια χαλικόστρωτη κεντρική αυλή, στοιχείο που αποδεικνύει ότι το κτίριο πίσω από τη στοά συνέχισε τη μακρά παράδοση του χώρου ως χώρου εργαστηρίων. Την ίδια περίοδο, στις αρχές του 1ου  αι. μ.Χ., ανακαινίζεται πιθανότατα και το παλιό κλασικό κτίριο (Ρ) με την πιόσχημη στοά. Μολονότι οι εξωτερικές στοές διατηρήθηκαν οι ίδιες, το εσωτερικό διαμορφώθηκε σε μια μεγάλη περίστυλη αυλή διαστάσεων 35.70 χ Ι7μ. Το κτίριο ταυτίστηκε με ένα από τα τρία Γυμνάσια του Άργους που αναφέρονται σε μια επιγραφή της εποχής του Αυγούστου προς τιμήν του τοπικού άρχοντα και γυμνασιάρχου Λευκίου Κορνηλίου Ινγένου. Η χρήση του κτιρίου θα αλλάξει ξανά κατά τη διάρκεια του 4ου αι. μ.Χ. όταν στο εσωτερικό του θα εγκατασταθεί ένα μνημειακό συγκρότημα λουτρών που είναι γνωστό ως Θέρμες Β.

 

 
 
 
 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

 

Την ανακαίνιση του Γυμνασίου ακολούθησε η αναδιαμόρφωση του δρόμου/στίβου, ο οποίος πιθανότατα είχε πέσει σε αχρηστία. Ο στίβος αποτελούνταν από δεκαέξι διαδρόμους πλάτους 0,965μ. καθώς και ενός κενού χώρου στη μέση του στίβου με πλάτος 0.22μ. Το μήκος του έφτανε περίπου τα 89μ. Είναι άγνωστο τι είδους αγώνες τελούνταν στην Αγορά του Άργους, αλλά οπωσδήποτε η ανακαίνιση του στίβου δείχνει ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε ή αναβίωσε στα πρώιμα αυτοκρατορικά χρόνια. Οι αθλητικοί αγώνες και οι θρησκευτικές γιορτές που συνδέονταν με αυτούς ήταν μια σημαντική πτυχή της ζωής των ελληνικών πόλεων που διατηρήθηκε και ενισχύθηκε στα αυτοκρατορικά χρόνια, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι αγώνες συνδέθηκαν με τη λατρεία των αυτοκρατόρων.

Στα τέλη του 1ου  αι. μ.Χ. λίγα μέτρα βόρεια του «δρόμου», κτίστηκε ένας οκτάστυλος μονόπτερος (baldacchin), που από τους ανασκαφείς ερμηνεύτηκε ως Νυμφαίο. Το κτίριο υψώθηκε στο κέντρο μιας τριβαθμιδωτής τετράγωνης κρηπίδας με πλευρά 16μ. και περιβαλλόταν από έναν κυκλικό πλινθόκτιστο αγωγό επιχρισμένο με υδραυλικό κονίαμα. Ο αγωγός αυτός συγκέντρωνε τα ύδατα από τους κρουνούς, οι οποίοι αποκαθίστανται περιμετρικά στο πόδιο του κτιρίου. Μια κλίμακα που βρισκόταν στο μέσο της βόρειας πλευράς του κτιρίου ανέβαζε στο στεγασμένο πτερό.

Στο κέντρο του δαπέδου του υπήρχε ένα άνοιγμα απ’ όπου μια σπειροειδής κλίμακα οδηγούσε σε μια παλαιότερη κρύπτη που υπήρχε, κάτω από το ρωμαϊκό κτίριο. Από την κρυπτή αυτή ξεκινούσε ένας μακρύς κτιστός διάδρομος που οδηγούσε σε μια κυκλική δεξαμενή στα βόρεια, η οποία όμως επιχώθηκε όταν κτίστηκε το ρωμαϊκό κτίριο. Ο μονόπτερος της ρωμαϊκής περιόδου φαίνεται ότι αντικατέστησε μια παλαιότερη κατασκευή των ελληνιστικών χρόνων, η οποία έστεκε επίσης πάνω από την κρυπτή. Η επιγραφή από το επιστύλιο του ρωμαϊκού κτιρίου, το ονοματίζει ως Νυμφαίο, επρόκειτο δηλαδή για ένα κτίριο που εκτός, της πρακτικής, του χρήσης ως κρήνη είχε και κάποια λατρευτική σημασία.

Ο Marchetti συγκρίνοντας το κτίριο του Άργους με άλλα παρόμοια μονόπτερα κτίρια της ρωμαϊκής περιόδου που έχουν βρεθεί στην Κόρινθο, στον Ισθμό αλλά και στην Αθήνα, εντοπίζει όχι μόνο αρχιτεκτονικές ομοιότητες, αλλά και ομοιότητες στη λειτουργία. Πιο συγκεκριμένα διαπιστώνει ότι όλα σχεδόν αυτά τα κτίρια γειτνιάζουν με κάποιο δρόμο αθλητικών αγώνων και ότι όλα τους (εκτός του κτιρίου της Αθήνας) έχουν αντικαταστήσει παλαιότερες κατασκευές της ελληνικής περιόδου. Η σύνδεση του μονόπτερου στο Άργος με κάποια συγκεκριμένη λατρεία είναι αβέβαιη.

Το κτίριο είχε αρχικά ταυτιστεί από τον Ρ. Aupert με το μνημείο του Πύρρου που είδε ο Παυσανίας, (2.21,4) στο κέντρο της Αγοράς, ενώ o M. Pierart το ταύτισε με ιερό της Αμυμώνης. Η αρχαία κρυπτή και η χθόνια λατρεία που πιθανότατα στεγαζόταν σε αυτήν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του κτιρίου ως τα τέλη του 2ου  αι. μ.Χ. Τότε η κρύπτη μπαζώνεται, η κλίμακα της βόρειας πλευράς καταργείται και το κτίριο συνεχίζει τη λειτουργία του αποκλειστικά ως κρήνη.

Την οικοδόμηση του μονόπτερου ακολούθησε η κατασκευή – σε πολύ κοντινή απόσταση στα νοτιά – ενός μεγάλου μαρμάρινου μνημείου (Μ) και ενός μνημειακού τάφου (RΤ). Ο νεκρός του τάφου RT που ήταν στεφανωμένος, με χρυσό στεφάνι, ταυτίζεται πιθανότατα με τον χορηγό του παρακείμενου μονόπτερου ή με κάποιο άλλο επιφανές πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας.

Η Αγορά, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις, ήταν ένας χώρος διάσπαρτος, με λατρείες ηρώων, οι οποίες, συχνά συνδέονται με κάποιο αρχαίο τάφο η κενοτάφιο, όπως ήταν το μνήμα του Δαναού στο Άργος, το Ποδάρειο στη Μαντινεία και ο τάφος του Πατρέα στην Πάτρα.

Η ταφή μέσα στο χώρο της Αγοράς ήταν μια εξαιρετική τιμή που ουσιαστικά κατέτασσε το τιμώμενο πρόσωπο ανάμεσα στους παλαιότερους ήρωες της πόλης.  Η επινόηση των προστατών ηρώων κατά την διάρκεια της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου έδινε στους πολίτες το αίσθημα συμμέτοχης σε μια κοινωνία με κοινές ρίζες και ιστορία. Ο αφηρωισμός ορισμένων πλουσίων πολιτών και η ανταμοιβή με μνημεία ή με το εξαιρετικό προνόμιο της ταφής στους κυριότερους δημόσιους χώρους της πόλης κατά την αυτοκρατορική περίοδο τόνιζε τον αποφασιστικό ρόλο της τοπικής αριστοκρατίας, ως φορέα εξουσία.

Η ένταξη επιφανών πολιτών της ρωμαϊκής περιόδου στη μακρόχρονη παράδοση των προστατών ηρώων της πόλης αναδείκνυε τον τεράστιο ρόλο τους στη διατήρηση της κοινωνικής, συνοχής. Η ακριβής χρήση του μνημείου Μ είναι άγνωστη μπορεί να αποτελεί την ανακατασκευή κάποιου παλαιού μνημείου της Αγοράς ή να αποτελεί μία νέα κατασκευή που λειτουργούσε ως Ηρώο, μνημείο ή κενοτάφιο, όπως ήταν ένα μεγάλο μνημείο που έστεκε πιθανότατα στην Αγορά της Σπάρτης και λειτουργούσε ως Ηρώο προς τιμήν του Γ Ιουλίου Ευρυκλή Ηρκλανού.

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ. κτίζεται μία δεύτερη κρήνη που καταργεί το δρόμο των αθλητικών αγώνων. Η κρήνη αποτελείται από μια πλινθόκτιστη συμπαγή βάση επενδυμένη με μάρμαρο πάνω στην οποία υψωνόταν ένα είδος τετραπύλου με πλινθόκτιστους πυλώνες. Μια επιγραφή που αποδίδεται στο κτίριο και βρέθηκε εντοιχισμένη στις, Θέρμες, που εγκαταστάθηκαν τον 4ου αι. μ.Χ. στο εσωτερικό της παλαίστρας μνημονεύει την οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων ως αναθέτες της κατασκευής.

Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο ωστόσο κτίριο της ρωμαϊκής περιόδου κτίζεται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. όχι εντός της Αγοράς αλλά στη δυτική περιφέρειά της, ανάμεσα στη σημερινή οδό Τριπόλεως που βρίσκεται μάλλον στο δυτικό όριο της Αγοράς και τα πρανή της Λάρισας. Πρόκειται για ένα μνημειακό περίστυλο τέμενος διαστάσεων 84,15 x 43,45μ. με είσοδο στο μέσο της ανατολικής του πλευράς και έναν αξονικά τοποθετημένο ναό που καταλαμβάνει τη δυτική στενή πλευρά και ο οποίος πλαισιώνεται από δυο μικρότερους χώρους. Οι ανασκαφές στα βαθύτερα στρώματα της δυτικής, πτέρυγας έφεραν στο φως διάφορους τοίχους ελληνιστικών χρόνων καθώς και ένα ορθογώνιο κτίριο, ίδιου προσανατολισμού (άξονα Δ-Α), που ταυτίστηκε με ναό.

Το ρωμαϊκό κτίριο κτίστηκε κυρίως με οπτές πλίνθους, ενώ στα διάφορα τμήματά του ακολουθήθηκαν διάφορα συστήματα τοιχοδομίας, στο ναό και τα κτίρια της δυτικής πτέρυγας χρησιμοποιήθηκε αμιγής πλινθοδομή (opus testaceum), ενώ στις στοές μεικτή τοιχοποιία (opus mixtum). Οι ιωνικές στοές της αυλής αποτελούνται από μονολιθικούς γκρίζους κίονες που συνδέονται με τοξωτά επιστύλια Η αυλή, που ήταν πλακοστρωμένη, βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο (2μ.) από τις στοές και το ναό. Η πρόσβαση στο ναό γινόταν μέσω μίας πλατιάς μνημειακής κλίμακας που οδηγούσε στην πρόσοψη από  κορινθιακούς κίονες. Ο ναός αποτελείται από ένα βαθύ σηκό που στο πίσω μέρος του απέληγε σε αψίδα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η στέγαση του ναού. Η κάμαρα που σκέπαζε το σηκό του ήταν κατασκευασμένη αποκλειστικά από οπτές πλίνθους και opus cacmcnticium. Η εγκάρσια τοποθέτηση των οπτών πλίνθων στην κάμαρα (pitched brick vaulting), μια πρακτική που δεν συνηθιζόταν στη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική της περιόδου, θεωρήθηκε ότι προέρχεται από την Αίγυπτο, όπου η ίδια πρακτική, με ωμές ωστόσο πλίνθους, χρησιμοποιούνταν με επιτυχία ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.  

Η μελέτη των Ρ. Aupert και R. Ginouves έδειξε ότι η κατασκευή της καμάρας αποτελούσε μία πρωτότυπη λύση στο πρόβλημα στέγασης μεγάλων χώρων, η οποία συνδύαζε την παραδοσιακή τεχνική με τη χρήση των νέων υλικών. Οι ανασκαφείς του κτιρίου είχαν αρχικά ταυτίσει το συγκρότημα με ένα από τα τρία Γυμνάσια του Άργους. Η ανακάλυψη το 1975 μιας κεφαλής του Ασκληπιού σε ένα δρόμο που οδηγούσε προς το θέατρο αλλά και η τυπολογία του περίστυλου κτιρίου, οδήγησε στην ταύτιση του τεμένους με Ασκληπιείο.

Την ταύτιση ενίσχυσε η αναφορά του Παυσανία (2.21.1) σε ένα ιερό του Ασκληπιού που βρισκόταν στην περιφέρεια της Αγοράς, κοντά σε μια περιοχή που ονομάζει «Δέλτα», αποκρύπτοντας όμως για θρησκευτικούς λόγους την προέλευση της ονομασίας. Ο τύπος του περίστυλου κλειστού τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό σε μια από τις στενές πλευρές και στην είσοδο στην άλλη είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς και διαδεδομένους κτιριακούς τύπους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Ο Sjovist πρότεινε ότι ο τύπος αυτός που προσαρμόστηκε έτσι ώστε να καλύψει τις ανάγκες της νέας αυτοκρατορικής λατρείας, προερχόταν πιθανότατα από περίστυλα τεμένη που στέγαζαν την επίσημη λατρεία των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στην κλίμακα του ναού βρέθηκε εντοιχισμένη σε δεύτερη χρήση μία μνημειακή επιγραφή με χάλκινα γράμματα στην οποία μνημονεύεται «οίκος των Σεβαστών». Η εύρεση της επιγραφής είναι πιθανότατα μια ένδειξη ότι στο τέμενος πιθανότατα στεγαζόταν και η αυτοκρατορική λατρεία. Ο αναθέτης του κτιρίου είναι φυσικά άγνωστος. Οι αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές καινοτομίες, η χρήση πολυτελών υλικών (μάρμαρο), η παρουσία εξειδικευμένων συνεργείων (Αθηναίοι τεχνίτες δούλεψαν τους κίονες) είναι πιθανότατα στοιχεία που καταδεικνύουν την παρουσία ενός επιφανούς προσώπου ως χορηγού του έργου.

 

Αλλαγές στη μορφή και οργάνωση του χώρου της Αγοράς κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου

 

Όπως είδαμε στην εισαγωγή, η πόλη κατά τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε επεκτάθηκε προς τα νότια με την προσθήκη νέων οικοδομικών νησίδων. Η πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης έκανε επιτακτική την ανάγκη εκτέλεσης μεγάλων έργων υποδομής, όπως ήταν το έργο υδροδότησης που χρηματοδότησε ο αυτοκράτορας Αδριανός και το οποίο αναβάθμισε τη ζωή στην πόλη.****

Η υδροδότηση του άνυδρου Άργους είναι ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ολοκλήρωση ενός βασικού έργου υποδομής μπορούσε να προκαλέσει την εκτέλεση μικρότερων έργων κοινής ωφελείας και εξωραϊσμού της πόλης και των δημόσιων χώρων της (πχ. Νυμφαία, κρήνες, λουτρά), τα οποία χρηματοδοτούνταν από μέλη της τοπικής αριστοκρατίας.***** 

Ένας από τους χώρους, όπου εκτελέστηκαν τα νέα έργα, ήταν προφανώς η Αγορά, η οποία παρέμενε κέντρο της δημόσιας και θρησκευτικής ζωής της πόλης. Όπως και σε πολλές άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, έτσι και στο Άργος η αναδιαμόρφωση των δημοσίων χώρων και η ανάληψη μεγάλων οικοδομικών προγραμμάτων φαίνεται ότι ήταν μια αργή διαδικασία.

Καθώς δεν διαθέτουμε συνολική εικόνα της Αγοράς, είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε αν και σε ποιο βαθμό υπήρξαν δραστικές αλλαγές στην οργάνωση του χώρου. Η επικράτηση της οικονομικής, και κοινωνικής σταθερότητας στην εποχή του Αυγούστου βοήθησε πιθανότατα στην ανάληψη ορισμένων έργων. Τα ανασκαφικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι τα έργα αυτά είχαν κυρίως αναστηλωτικό ή επιδιορθωτικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ανακαίνιση του «δρόμου-στίβου» και η επιδιόρθωση και μετατροπή του κλασικού κτιρίου με τις πιόσχημες στοές (Ρ).

Το μοναδικό νέο κτίριο αυτής της περιόδου είναι ένα κτίριο με εσωτερική αυλή, το οποίο κτίστηκε στη θέση των παλαιών εργαστηρίων που βρίσκονταν πίσω από την κρηπίδα Κ και τα οποία είχαν καταστραφεί από φωτιά στις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου. Πάρα τη θεωρία που θέλει όλες τις εμπορικές και χειροτεχνικές δραστηριότητες να απομακρύνονται από το χώρο της Αγοράς κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, ο εργαστηριακός χαρακτήρας του κτιρίου ΚR καταδεικνύει ότι η Αγορά εξακολουθούσε να είναι ένας χώρος στον οποίο στεγάζονταν ποικίλες δραστηριότητες της πόλης, μολονότι υπήρχε αναμφισβήτητα η τάση να συγκεντρωθούν οι δραστηριότητες αυτές σε σαφώς προσδιορισμένους και περιφραγμένους χώρους, όπως ήταν το εσωτερικό της νότιας πλατείας στην Αθήνα, ο «μάκελλος» της Επιγόνης στη Mαντίνεια ή ο λεγόμενος «δρύφακτος» στη Θήρα.

Ανάληψη νέων οικοδομικών έργων στο χώρο της Αγοράς γίνεται μόνο μετά τα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. Η οικοδόμηση του μονόπτερου Νυμφαίου στο κέντρο της Αγοράς, το οποίο κτίστηκε πάνω από μια παλιά λατρευτική κρύπτη, αλλά και του μνημειακού περίστυλου τεμένους, στη δυτική περιφέρεια της Αγοράς, το οποίο αντικατέστησε ένα παλαιότερο ναό αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι τα νέα κτίρια κτίστηκαν για να δώσουν μνημειακή μορφή σε παλαιούς χώρους ή κτίρια. Η αυτοκρατορική λατρεία θα ήταν ασφαλώς μια από τις νέες προσθήκες στο χώρο της Αγοράς, μολονότι ο Παυσανίας δεν κάνει καμμία νύξη για την ύπαρξη ναού ή βωμού.

Μια επιγραφή στην οποία οι «Σεβαστοί» μνημονεύονται μαζί με τους άλλους ήρωες της πόλης είναι ενδεικτική ότι η αυτοκρατορική λατρεία τελούνταν στο χώρο της Αγοράς, αν και παραμένει άγνωστο σε ποιο κτίριο. Το μεγάλο τέμενος που κτίστηκε στην δυτική περιφέρεια της Αγοράς συγκεντρώνει αρκετές πιθανότητες να στέγαζε σε κάποιον από τους χώρους τη λατρεία του αυτοκρατορικού οίκου, αφού τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του θυμίζουν τα λεγόμενα «Καισάρεια». Την ταύτιση υποστηρίζει έξαλλου, όπως προαναφέραμε, η εύρεση μίας επιγραφής με χάλκινα γράμματα που εντοιχίστηκε στη βόρεια στοά του κτιρίου, όταν αυτό μετατράπηκε σε Θέρμες και η οποία πιθανότατα προερχόταν από την πρόσοψη του vαού.

Η καθυστέρηση ή η διστακτικότητα στην εκτέλεση νέων έργων δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Σύμφωνα με τον Ρ. Aupert, ο εκρωμαισμός των δημοσίων χώρων στις ελληνικές πόλεις ήταν μια διαδικασία αργή που συχνά κωλυόταν από την αδυναμία εξεύρεσης πόρων, την αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων χορηγών ή απλώς την έλλειψη πραγματικών αναγκών που θα υπαγόρευαν την κατασκευή νέων κτιρίων.

Η περιγραφή του Παυσανία είναι ενδεικτική ότι τουλάχιστον μέχρι την εποχή της επίσκεψής του, η τοπογραφία και οι παραδοσιακές αρχές οργάνωσης του χώρου παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτες αν και συχνά είναι δύσκολο κάτω από την επιφάνεια της θρησκευτικής περιήγησης του Παυσανία να διακρίνουμε ποια από τα κτίρια που περιγράφει ήταν πράγματι παλαιά ή ποια από αυτά αποτελούν προσθήκες της αυτοκρατορικής περιόδου.

Είναι ωστόσο πιθανό ότι η Αγορά, παρά την προσθήκη κάποιων νέων κτιρίων και τις επιδιορθώσεις των παλαιών, διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή της μορφή τουλάχιστον ως τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. Τότε κτίζεται η μαρμάρινη κρήνη των Τιβερίων Ιουλίων που κατάργησε το δρόμο των αθλητικών αγώνων (στίβο), ενώ παράλληλα η πεταλοειδής κατασκευή (ορχήστρα) μετατράπηκε σε δεξαμενή. Την ίδια περίοδο επίσης φαίνεται ότι μπαζώνεται η κρύπτη και πιθανότατα καταργείται και η λατρεία που στεγαζόταν κάτω από το κυκλικό Νυμφαίο, το οποίο λειτουργεί πλέον ως απλή κρήνη. Η κατάργηση του δρόμου, της Ορχήστρας αλλά και η αλλαγή χρήσης του μονόπτερου είναι πιθανόν ενδείξεις ότι κάποιοι από τους παραδοσιακούς χώρους έχασαν τη σημασία τους.

Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν από αλλαγές στο χωροοργανωτικό πλαίσιο της Αγοράς, καθώς την περίοδο αυτή καταργήθηκε η δυτική πτέρυγα του ρωμαϊκού Γυμνασίου και η βόρεια στοά του κτιρίου προεκτάθηκε προς τα δυτικά και συνέδεσε το Γυμνάσιο με το υπόστυλο κτίριο (Βουλευτήριο), ενώ μια σειρά καταστημάτων κτίστηκε πίσω από την προέκταση της στοάς. Η προέκταση της, στοάς προς τα δυτικά σηματοδοτεί οπωσδήποτε μια σημαντική αλλαγή στο χωροοργανωτικό πλαίσιο της Αγοράς, καθώς μια πρόσβαση ανοικτή για αιώνες κλείνει και η μορφή του χώρου προσεγγίζει πιο κλειστά σύνολα, όπως ήταν οι περίστυλες Αγορές. Το κλείσιμο της νότιας πλευράς της Αγοράς και η δημιουργία μιας ενιαίας πλατείας συνοδεύτηκε πιθανότατα από μια προσπάθεια μνημειακής οριοθέτησης των βασικών εισόδων του χώρου. Τα θεμέλια δυο πυλώνων που ανασκάφτηκαν στο βόρειο τμήμα του ανασκαμμένου χώρου ανήκουν σε μία αψίδα που χρονολογείται στις αρχές του 4ου  αι. μ.Χ., και είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο πιθανότατα έγινε προσπάθεια να διαμορφωθούν μνημειακά οι κύριες είσοδοι της Αγοράς.

 

Κτιριακοί τύποι και τρόποι κατασκευής

 

Οι δυο κρήνες που κτίστηκαν στην αυτοκρατορική περίοδο στον κεντρικό ανοικτό χώρο της Αγοράς αποτελούν από πολλές απόψεις χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής της περιόδου. Οι κατασκευαστές χρησιμοποίησαν σύγχρονα υλικά (οπτές πλίνθους, χυτή τοιχοποιία και υδραυλικό κονίαμα), αναδεικνύοντας την αναπτυγμένη υδραυλική τεχνολογία της εποχής μέσω καλαίσθητων και ακριβών κατασκευών που ακολουθούσαν γνωστούς κτιριακούς τύπους της περιόδου, όπως είναι η μικρή θόλος.

Ένα κτίριο που αξίζει ιδιαίτερης, προσοχής, τόσο για το μέγεθός του όσο και τις εμφανείς επιρροές του από τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική, είναι το περίστυλο τέμενος που κτίστηκε εκτός ορίων της Αγοράς, στη δυτική περιφέρειά της. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του περίστυλου τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό, τα υλικά (π.χ. οπτές πλίνθοι και opus caementicium) και η κατασκευαστική καινοτομία της που εφαρμόστηκε στην καμάρα που στέγαζε το σηκό είναι στοιχεία που είναι ξένα στην παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική.

Ο Ρ. Aupert δέχεται ότι η ταύτιση του κτιρίου με Ασκληπιείο ή τέμενος, των Αιγυπτίων θεών θα μπορούσε να εξηγήσει ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, όπως το περίκλειστο σχήμα, τους γκρίζους μονολιθικούς κίονες στις στοές, την αυλή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις στοές, το βαθύ σηκό του ναού, ακόμα και την καμαροσκέπαστη οροφή. Ωστόσο πιστεύω ότι παρά τα «αιγυπτιακά» χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κτίριο τόσο κατασκευαστικά – τεχνικά όσο και τυπολογικά εντάσσεται απόλυτα στην αρχιτεκτονική της περιόδου που εξετάζουμε. Ο τύπος του περίστυλου τεμένους με τον αξονικά τοποθετημένο ναό στο βάθος της αυλής είναι, όπως είδαμε, ένας αρχιτεκτονικός τύπος που μολονότι προέρχεται αρχικά από την πτολεμαική Αίγυπτο, αργότερα προσαρμόστηκε στις ρωμαϊκές ανάγκες, ιδιαίτερα ως Καισάρειο ή αυτοκρατορικό Forum και αποτέλεσε ένα από τους πιο διαδεδομένους αρχιτεκτονικούς τύπους της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.

Η παρουσία ενός τόσο χαρακτηριστικού ρωμαϊκού κτιριακού τύπου στο κέντρο μίας επαρχιακής πόλης καταδεικνύει πιθανότατα ότι η διάδοση αρχιτεκτονικών τύπων, όπως και υλικών δομής της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής στην Ανατολή, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι πιστεύουμε.

Το κτίριο οπωσδήποτε δεν αποτελεί εξαίρεση στην αρχιτεκτονική ιστορία της πόλης του Άργους. Οι κρήνες της Αγοράς, η νέα σκηνή (scaenae frons) του θεάτρου, το πλινθόκτιστο Ωδείο, το υδραγωγείο και οι Θέρμες είναι κτίρια που εντάσσονται στο αρχιτεκτονικό πλαίσιο της περιόδου και όμοιά τους βρίσκουμε σε αναρίθμητες άλλες πόλεις του ρωμαϊκού κόσμου.

Έτσι αναδεικνύεται μια εικόνα της Αγοράς και γενικότερα της πόλης του Άργους, που είναι αρκετά πιο σύνθετη από την εικόνα που μας παραδίδει ο Παυσανίας. Αναμφισβήτητα η Αγορά ήταν ένας χώρος που διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και τα ιστορικά του κτίρια και αυτό ακριβώς το στοιχείο ήταν που προσέλκυσε το ενδιαφέρον περιηγητών όπως ο Παυσανίας, επισκεπτών με αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον αλλά και του ίδιου του αυτοκράτορα. Παράλληλα όμως η Αγορά ήταν ένας ζωντανός – λειτουργικός χώρος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των πολιτών και ως τέτοιος σταδιακά εμπλουτίστηκε με κτίρια κτισμένα με νέα υλικά και σύγχρονους αρχιτεκτονικούς τύπους.

 

Υποσημειώσεις


 

* Van Berchem D., «Les Italiens d’ Argos et le decline de Delos», BCH 86 (1962), 305-313 Pierant M., «A propos des subdivisions de la population argienne». BCH 109 (1985), 355-356. Οι «Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες» εμφανίζονται σε διάφορες επιγραφές, όπως την IG IV αρ. 606, στην οποία οι Ρωμαίοι κάτοικοι της πόλης εμφανίζονται να τιμούν τον τοπικό ευεργέτη Τιβέριο Κλαύδιο Διόδοτο για τις οικονομικές του συνεισφορές. Σε μια άλλη επιγραφή του 67 π.Χ (IG IV αρ. 604) η ίδια ομάδα εμφανίζονται ως «Ιταλοί οι εν Άργει πραγματευόμενοι».

** Μπανάκα – Δημάκη Α.,  Παναγιωτοπούλου Α.,  Οικονόμου- Laniado A. οπ. σημ. 40, 328. Η πιο πιθανή πηγή του νερού είναι οι πηγές στο σημερινό Κεφαλάρι, βλ. Vollgraff W., BCH 54 (1920), 224 αλλά μάλλον υπήρχε  και δεύτερη πηγή στα βόρεια της πόλης. Σύμφωνα με την S. Alcock, οπ. σημ. 4. 124-125 το νερό προερχόταν πιθανότατα από το μεγάλο υδραγωγείο που έκτισε ο Αδριανός για να υδροδοτήσει την Κόρινθο από την περιοχή της Στυμφάλου. Το ένα υδραγωγείο απέληγε σε μια δίχωρη δεξαμενή Vollgraff W., BCH 82 (1958). 516 κ.ε. που ήταν λαξευμένη μέσα στο βράχο στις ανατολικές πλαγιές της Λάρισας και θύμιζε σπηλιά. Η ανωδομή του οικοδομήματος ήταν κτισμένη από οπτές πλίνθους και η οροφή σχημάτιζε καμάρα. Στο εσωτερικό έστεκε το άγαλμα του Αδριανού σε ηρωική γυμνότητα, βλ. Marceade M – Reftopoulou E., Sculptures  BCH 87 (1963), 42-49, εικ.16 και 18. Niemeyer H.G. studien Zu den statuarischen Darstellungen der romischen Kaiser, Berlin, 1968, αρ. 113 ενώ η πρόσοψη είχε τη μορφή ιωνικής κιονοστοιχίας. Από αυτή την κεντρική δεξαμενή ξεκινούσαν μικρότεροι αγωγοί που εφοδίαζαν τις διάφορες κρήνες και θέρμες της πόλης.

*** Spawforth A. J. «Corinth, Argos and the Imperial Cult, Pseudo – Julian, Letters 198». Hesperia 63 (1994), 226-230. Η αίσθηση ανωτερότητας που πηγάζει από τη θέση της πόλης στην ελληνική ιστορία και στους μύθους γίνεται αντιληπτή από μια επιγραφή που σώζει επιστολή που έστειλαν οι Αργείοι σε κάποιο Ιουλιοκλαύδιο αυτοκράτορα και στην οποία – περήφανοι για το όνομα και την ιστορία της πόλης τους – παραπονούνται σε αυτόν για το ότι πρέπει να πληρώνουν για την τέλεση θηριομαχιών στην Κόρινθο (τις οποίες αποκαλούν «ξενική θεά»), χαρακτηρίζοντας μάλιστα υποτιμητικά τους κατοίκους της Κορίνθου ως απογόνους σκλάβων. Η επιγραφή χρονολογούνταν στα παλαιότερα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουλιανού αλλά σύμφωνα με τον Spawforth χρονολογείται στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. Η Μ. Walbank “ Evidence for Imperial cult in Julio Claudian Corinth’’, στο  A. Small (επιμ.) Subject and Ruler the cult of  ruling power in classical antiquity. JRA suppl 17 (1994), 213 θεωρεί ότι η επιγραφή   είναι ακόμα παλαιότερη και χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της ζωής της αποικίας της Κορίνθου.

**** Σύμφωνα με τον J. Coulton Roman Aqueducts in Minor Asia, στο Minor Asia, στο Macready S – Thompson F.H. (επιμ.), Roman Archiecture in the Creek World. London 1987, 73 η κατασκευή ενός υδραγωγείου, εκτός των πρακτικών αποτελεσμάτων που είχε στην υδροδότηση και την υγιεινή μιας πόλης, συμβόλιζε πάνω απ’ όλα την ύπαρξη ενός φορέα εξουσίας (της αυτοκρατορίας) που μπορούσε να εξασφαλίζει την εκτέλεση και διατήρηση έργων που κάλυπτα μεγάλες αποστάσεις και διέσχιζαν διαφορετικές εδαφικές επικράτειες.

***** Όπως και σε άλλες ελληνικές πόλεις της περιόδου η δράση των εκρωμαισμένων αριστοκρατών τους ήταν ένας πολύ σημαντικός μηχανισμός για την ενίσχυση των υποδομών της πόλης και τον εξωραϊσμό της βλ. σχετικά Stephan E. Homoratioren, Griechen, Polisburger Kollektive Identitaten inncrhalb der Oberschicht des Kaiscrzeitlichen Kleinasien, Gottihngen 2002 και Quab F., Honoratiorenschicht in den Stadten des griechischen Ostens. Sturtgart 1993. Οι δωρεές αυτές συχνά περιστρέφονται ή σχετίζονται με κάποια μεγάλη αυτοκρατορική χορηγία όπως ήταν για παράδειγμα το υδραγωγείο του Αδριανού. Αυτό είναι το φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις πόλεις που ευεργετήθηκαν από αυτοκρατορικές χορηγίες. Η κατασκευή ενός μεγάλου έργου δημοσίας ωφέλειας της κλίμακας ενός λιμανιού, ενός υδραγωγείου ή μιας εμπορικής Αγοράς, ήταν εκτός των οικονομικών δυνατοτήτων των τοπικών ευγενών, αλλά συχνά ένα τέτοιο μεγάλο έργο λειτουργούσε ως καταλύτης που προκαλούσε την εκτέλεση μικρότερων έργων που σχετίζονταν με αυτό και το αναδείκνυαν.

 

Πηγή


  • Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2007.

 

 Σχετικά θέματα:

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 η κ. ΄Ελενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Βιβλιοθηκονόμος

δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « ΔΑΝΑΟΥ»

Ιφικράτη Κοκκίδη,

με θέμα: « Επίκουρος, ο υμνητής του «ευ ζην».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για την ομιλήτρια και τον Σύλλογο.

 

Έλενα Μπρούμη- Χρυσοπούλου

Η κ. Έλενα Μπρούμη-Χρυσοπούλου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Βιβλιοθηκονομίας. Έχει ασχοληθεί με την επιμέλεια ποιητικών συλλογών και λογοτεχνικών κειμένων, την στελέχωση βιβλιοθηκών στα ακριτικά σχολεία της χώρας και την οργάνωση διαλέξεων, κοινωνικών εκδηλώσεων και εκδρομών.

Προσέφερε τις υπηρεσίες της, στις βιβλιοθήκες του Κολλεγίου Αθηνών και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. Γνωρίζει την Γαλλική και Αγγλική γλώσσα.

Έχει εκδώσει την Ποιητική συλλογή: « Η ζωή μου σε λίγα τραγούδια» (πρόλογος Λιλίκας Νάκου) και την Βιογραφική λογοτεχνία: « Ένα λουλούδι που το λένε Αμαρυλλίς» Ιδιωτική έκδοση, Απρίλιος, 2010. Έχει δημοσιεύσει άρθρα της στα περιοδικά: Νέα Εστία, Γονείς, Ομοιοπαθητική Ιατρική και Ιλισσός.

Είναι μέλος του Αρχαιοφίλου Ομίλου Εκδρομών, Α.Ο.Ε. με σειρά διαλέξεων με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και  της Ένωσης Γονέων Νοητικώς Υστερούντων Ατόμων Ε.Γ.Ν.Υ.Α. με ενεργό, εθελοντική προσφορά. Είναι δισέγγονη του Αρχιτέκτονα του Μεγάρου του « Δαναού»  Ιφικράτη Κοκκίδη.

 

Ιφικράτης Κοκκίδης (1833-1922)

Συνταγματάρχης. Μεθοδικός, πολίτης του κόσμου και με κύρος στην Ελληνική κοινωνία η οποία τον τιμούσε ως ήρωα, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος συντόνισε τις προσπάθειες για την υποδοχή και την φιλοξενία των ξένων κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Υπήρξε Επιτελάρχης του Ελληνικού Σώματος Στρατού το οποίο εισήλθε στην υπό Οθωμανική κατοχή Θεσσαλία, το 1876. Γνώριζε τουλάχιστον τρεις γλώσσες και από το 1890 ήταν καθηγητής της Στρατιωτικής Ιστορίας στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων  Αποστρατεύθηκε σε ηλικία 63 ετών, τον Ιούνιο του 1896, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

                              

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Οι εμπειρικοί γιατροί και η συμβολή τους στην περίθαλψη των αγωνιστών κατά την επανάσταση του 1821


 

Μετά την κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Τούρκους και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των δυο πρώτων αιώνων, οι χριστιανικοί πληθυσμοί και στα πλαίσια αυτών η ελληνική φυλή, υπέστη τα πάνδεινα από τον κατακτητή. Η πνευματική ηγεσία του Βυζαντίου παίρνοντας μαζί της τα «τυλιγάδια και τα περγαμηνά», όπως μας λέει ο εθνικός μας ποιητής, έφυγε στη Δύση συμβάλλοντας εκεί στην Αναγέννηση. Οι κατακτημένοι πληθυσμοί ζούσαν πλέον σε μια κατάσταση βαρείας πνευματικής και οικονομικής εξαθλιώσεως και χωρίς στοιχειώδη κοινωνική και ιατρική μέριμνα.

Η αξιοθαύμαστη όμως ζωτικότητα της ελληνικής φυλής κατόρθωσε να διατηρήσει το εθνικό φρόνημα και να παρουσιάσει από τα μέσα ήδη του 16ου αιώνα τα πρώτα σημεία πνευματικής αναγεννήσεως του Ελληνισμού με επιδόσεις όχι μόνο στα γράμματα αλλά και σε πρακτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως στο εμπόριο, την ναυτιλία και την βιοτεχνία. Η εξέλιξη αυτή προχωρεί με ταχύτερους ρυθμούς από τις αρχές του 18ου αιώνα και φθάνει στο τέλος του ίδιου αιώνα σε μια μεγάλη, εκπληκτική θα λέγαμε, αναγέννηση της φυλής που δεν περιορίζεται μόνο στον ελληνικό χώρο.

Οι προερχόμενοι από τα σπλάχνα του λαού εμπορευόμενοι, ιδρύουν ελληνικές παροικίες στις μεγάλες εμπορικές πόλεις του εξωτερικού, όπως στη Βενετία, στην Τεργέστη και στις παραδουνάβιες και παρευξείνειες πόλεις. Η οικονομική αυτή πρόοδος, μαζί με τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες του εξωτερικού από την επαφή τους με τους ευρωπαίους, ευνόησε τις σπουδές ελληνοπαίδων προερχομένων τόσον από τις ακμάζουσες ελληνικές παροικίες όσο και από τη δούλη πατρίδα, στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, και ιδίως της Ιταλίας.

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

Κατά τον 18ο αιώνα οι Έλληνες σπουδαστές του εξωτερικού σπούδαζαν, κατά προτίμηση θα λέγαμε, Ιατρική.[1] Η προτίμηση αυτή ωφείλετο όχι μόνο σε οικονομικούς λόγους αλλά και στην δυνατότητα που τους παρείχε το ιατρικό επάγγελμα να διακρίνονται μέσα στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διότι όπως μας λέει και ο Κοραής, «το θηριώδες έθνος εις μόνους τους Ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».[2] Οι επιστήμονες Ιατροί επανερχόμενοι στην πατρίδα όχι μόνο βοηθούσαν ιατρικώς τους αδελφούς τους αλλά καθίσταντο και «κήρυκες του υπέρ της πατρίδος και της παιδείας έρωτος και έκαστος οίκος», όπως γράφει ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, «εχρησίμευε αυτοίς ως καθηγητική έδρα και εκάστη οικογένεια ως ακροατήριον».[3]

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τους αιώνες αυτούς και μέχρι των προεπαναστατικών χρόνων ακόμη, η Ιατρική δεν αποτελούσε συγκεκριμένη και εντελώς ξεχωριστή, από πλευράς διδασκαλίας στα Πανεπιστήμια, επιστήμη. Για το λόγο αυτό, οι επιδιδόμενοι στην Ιατρική καλλιεργούσαν ταυ­τοχρόνως και άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η φιλολογία, η φιλοσοφία (εξ ου και η ονομασία ιατροφιλόσοφος), η θεολογία, τα μαθηματικά κ.λπ. Συχνά οι Ιατροί της εποχής εκείνης εμφανίζονται ως συγγραφείς επιστημονικών έργων σε θέματα των παραπάνω επιστημών ή και να διδάσκουν ακόμα τις επιστήμες αυτές σε ξένα πανεπιστήμια.[4]

Όμως οι περισσότεροι από τους επιστήμονες ιατρούς άσκησαν το επάγ­γελμά τους στο εξωτερικό, όπως στις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης, στη Κωνσταντινούπολη, στο Βουκουρέστι, στα Επτάνησα, στην Αυλή του Αλή-Πασά. Ολίγοι μόνο επέστρεψαν στην πατρίδα τους και πρόσφεραν τις Ιατρικές τους υπηρεσίες στον ελληνικό λαό.[5]

Όσα περιληπτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταδεικνύουν την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων Ιατρών στις ελληνικές περιοχές, παρά το γεγονός ότι το συνολικό δυναμικό του Έθνους σε επιστήμονες Ιατρούς ήταν αρκετά μεγάλο.[6] Οι συνθήκες ήσαν κατάλληλες στην Ελληνική ύπαιθρο για να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν όλα τα παράσιτα του ιατρικού επαγγέλματος, όπως διαφόρων ειδών ψευτογιατροί, αγύρτες, τσαρλατάνοι και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως Τούρκοι, Αλβανοί και Ευρωπαίοι υπηρέτες ιατρών ή υπάλληλοι φαρμακείων στην πατρίδα τους.

Ανάμεσά τους ήταν μια μεγάλη κατηγορία ψευτογιατρών στους οποίους είχε δοθεί το όνομα «κομπογιαννίτες», λέξη που προέρχεται από το κομπόνω (= απατώ) και Γιαννίτης (= Ιωαννίτης), διότι η καταγωγή των περισσοτέρων ήταν η Ήπειρος και ιδιαίτερα τα Ιωάννινα. Κατ’ άλλους ονομάζοντο κομπογιαννίτες γιατί είχαν δεμένα τα θεραπευτικά τους βότανα σε κόμπους μαντιλιών. Της ίδιας κατηγορίας γιατροί στην Ήπειρο ήσαν οι βικογιατροί, οι όποιοι συνέλεγαν τα βότανά τους από την πλούσια φαρμακευτική χλωρίδα της χαράδρας του Βίκου.

Συνέχεια των κομπογιαννιτών ήσαν οι καλογιατροί και μια ιδιαίτερη κατηγορία αυτών, οι σπασογιατροί, που ήσαν ειδικοί θεραπευτές των καταγμάτων και εξαρθρημάτων αλλά και της βουβωνοκήλης.[7]

Περιγραφή των «γιατρών» αυτών μας άφησε και ο Pouqueville, ιατρός πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά. Περιγράφει τους εμπειρικούς γιατρούς που έβγαζε το Λεσκοβίκι, το φυτώριο των καλογιατρών, που αν και δεν κατείχαν γνώσεις ανατομικής εκτελούσαν με ιδιαίτερη επιδεξιότητα την εγχείρηση της βουβωνοκήλης.[8] Ψευτογιατροί διαφόρων προελεύσεων υπήρχαν τότε σε όλη τη χώρα, όπως στη Θράκη[9] και στη Χίο.[10]

Ποίοι όμως ήσαν οι εμπειρικοί (ή πρακτικοί) γιατροί για τους οποίους θα γράψουμε παρακάτω; Εμπειρικοί γιατροί ήσαν εκείνοι που ασκούσαν την λαϊκή ή δημώδη ιατρική και αναμφισβήτητα δεν είχαν καμμία σχέση με τους αγύρτες και τους τσαρλατάνους. Βεβαίως δεν ήσαν μια ξεχωριστή κατηγορία εμπειρικών θεραπευτών.

Τους βικογιατρούς και τους καλογιατρούς που από όλους αναφέρονται ως ψευτογιατροί, δεν μπορούμε να τους αποκλείσουμε όλους από την κατηγορία των εμπειρικών Ιατρών. Έχουμε τη γνώμη ότι ο όρος «εμπειρικός γιατρός» περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα ατόμων ασκού­ντων τη λαϊκή ή δημώδη Ιατρική, κληρονόμοι κατά κανόνα μιας μακράς τέχνης. Εκείνο δε που ιδιαίτερα ξεχωρίζει τους εμπειρικούς γιατρούς από τους τσαρλατάνους είναι η έντιμη κατά κανόνα άσκηση της τέχνης τους και ο τρόπος που απέκτησαν τις γνώσεις τους.

Οι εμπειρικοί γιατροί ήσαν πολλοί κατά τα προεπαναστατικά χρόνια. Απέκτησαν τις όποιες ιατρικές γνώσεις συνήθως εκ παραδόσεως από τον πατέρα στο γιο, μέσα σε «ιατρικές» οικογένειες ή κατά τη μαθητεία κοντά σε άλλους εμπειρικούς. Βοηθήματα για την εκμάθηση της τέχνης ήσαν και τα Ιατροσόφια, χειρόγραφοι ιατρικοί κώδικες, που περιέχουν ιατρικά κείμενα συνερανισθέντα από παλαιά (ήδη από της εποχής του Ιπποκράτους) και νε­ώτερα ιατρικά συγγράμματα. Βεβαίως τα περισσότερα από τα Ιατροσόφια δεν διακρίνονται για την επιστημονικότητά τους, καθώς περιέχουν στοιχεία μαγείας, αντιμαγικά φίλτρα, εξορκισμούς κ.λπ. Περιέχουν όμως και περιγραφές νόσων, χειρουργικές οδηγίες και, κυρίως, μεγάλους καταλόγους θεραπευτικών βοτάνων με ενδείξεις και οδηγίες για τη χρήση τους.[11]

Πολλοί εμπειρικοί γιατροί είχαν διδαχθεί την ιατροφαρμακευτική τέχνη σε σχολεία που λειτούργησαν στη χώρα ιδία κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως ήταν το Σχολείο Επιστημών και Ιατρικής που ίδρυσε ο Ανάργυρος Πετράκης το 1812.[12] Στο σχολείο αυτό δίδαξε από το 1813 ο ιατροφιλόσοφος, διδάσκαλος του έθνους, Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Πίζας. Στην Κέρκυρα εδιδάσκοντο στοιχεία Ιατρικής και Μαιευτικής.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Από το 1805-1824 λειτούργησε η πρώτη Δημόσια Σχολή μέχρι της ιδρύσεως της Ιονίου Ακαδημίας, η οποία ως ανωτέρα Ιατρική Σχολή λειτούργησε μόνο στο χρονικό διάστημα από το 1824 έως το 1827, όταν απεβίωσε ο ιδρυτής της φιλέλληνας λόρδος Φρειδερίκος Γκίλφορδ.[13] Στο Μυστρά λίγο προ της επαναστάσεως συνεστήθη Σχολείο Ιατροχειρουργικής από τον διάσημο εμπειρικό γιατρό Παναγιώτη Γιατράκο. Στο σχολείο αυτό εκπαιδεύτηκαν και μετεκπαιδεύτηκαν στην Ιατρική και στην επείγουσα Χειρουργική, όχι μόνο οι 5 αδελφοί του Παναγιώτη Γιατράκου, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί, αλλά και άλλοι που πρόσφεραν πολύτιμες ιατρικές υπηρεσίες στον αγώνα όπως ο Απόστολος Αλεξάκης, ο Ανδρέας Πετιμεζάς, ο Θεόδωρος Καστανής, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Ηλίας Αραπάκης κ.α.[14]

Στη Χίο ήδη από τον 16ο αιώνα (στη Σχολή της Χίου) εδιδάσκοντο, πλην των εγκυκλίων μαθημάτων, οι θετικές επιστήμες, η φιλοσοφία και ιδιαιτέρως η ιατρική, δηλαδή πρακτικά μαθήματα Ιατρικής με τα οποία εκπαίδευαν τους μαθητές της Σχολής ιατροί επιστήμονες που επέστρεφαν στη Χίο μετά τις σπουδές τους στην Ιταλία.[15] Έτσι το Έθνος, με την έναρξη της Επαναστάσεως, διέθετε ικανό αριθμό εμπειρικών γιατρών με ιατρικές γνώσεις παραδεκτές, ώστε να μπορούν να προσφέρουν βοήθεια στους τραυματίες του αγώνος. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση, ότι, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, η πλειονότης των πρακτικών Ιατρών ήσαν άτομα υψηλού ήθους, ανιδιοτελείς και με βαθύ το αίσθημα της φιλοπατρίας και του αλτρουισμού. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί διάσημοι για τις ιατρικές γνώσεις τους.

Οι επιδόσεις των πρακτικών αυτών θεραπευτών στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων και στην ανάταξη καταγμάτων και εξαρθρημάτων τους έδωσε τον τίτλο του «Ιατροχειρούργου», τίτλο τον οποίον δεν είχαν συνήθως οι επιστήμονες ιατροί που αποκαλούντο φυσικοί ιατροί ή απλώς γιατροί. Για τις γνώσεις τους αυτές έχαιρον ιδιαίτερα εκτιμήσεως μεταξύ των απλών πολιτών της χώρας, που πολλές φορές τους ενεπιστεύοντο περισσότερο από τους επιστήμονες ιατρούς.

Τις ιατρικές γνώσεις των εμπειρικών δεν πρέπει να τις κρίνουμε με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, αλλά λαμβάνοντες υπ’ όψη το επίπεδο της Ιατρικής της εποχής εκείνης, δηλαδή του τέλους του 18ου και της αρχής του 19ου αιώνα. Η μεγάλη πρόοδος της Ιατρικής επιστήμης πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ο Παστέρ, ο Κώχ και ο Λίστερ γεννήθηκαν στα χρόνια της επαναστάσεως. Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι, στην πράξη, η ιατρική περίθαλψη που πρόσφεραν οι επιστήμονες ιατροί δεν ήταν εξαιρετικά ανώτερη από αυτή των εμπειρικών γιατρών, ιδιαίτερα στη χειρουργική περιποίηση των τραυμάτων στην οποία οι εμπειρικοί απεδείχθησαν πολύ χρήσιμοι. Βέβαια όλοι οι εμπειρικοί δεν ήσαν εξίσου άψογοι ή αποτελεσματικοί στη δουλειά τους. Μεταξύ τούτων υπήρξαν κάποιοι κακοί μέχρι και επικίνδυνοι στις χειρουργικές πράξεις τους, για τους οποίους γράφουν επικριτικά Έλληνες και ξένοι επιστήμονες ιατροί.[16]

Έχουν καταγραφεί περίπου 185 εμπειρικοί. Φαίνεται όμως ότι ήσαν περισσότεροι. Έδρασαν στην πρώτη γραμμή των μαχών, στα στρατόπεδα των αγωνιστών και στα πρόχειρα νοσηλευτήρια. Το μέγιστο μέρος της περιθάλψεως των αγωνιστών ανελήφθη και εκτελέστηκε από τους εμπειρικούς γιατρούς. Είναι γνωστό ότι από τους επιστήμονες Ιατρούς που διέθετε τότε το έθνος μόνο μικρός αριθμός κατήλθε στα πεδία των μαχών για να περιθάλψει τραυματίες.[17] Βέβαια η γενική προσφορά των επιστημόνων Ιατρών στην υπόθεση του αγώνα ήταν πολύ μεγάλη.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι ιατροί επιστήμονες υπήρξαν μεγάλοι διαφωτιστές, όπως ο Αδ. Κοραής, διάσημοι Φιλικοί και διδάσκαλοι της Φιλικής Εταιρείας, μεγάλοι πολιτικοί της Επαναστάσεως, όπως ο μεγάλος Καποδίστριας και ο Ιω. Κωλέττης, οργανωτές των φιλελληνικών κομιτάτων στην Ευρώπη, όπως ο Πέτρος Ηπίτης κ.ά. Βοήθεια στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών προσέφεραν και λίγοι από τους 70 ξένους ιατρούς, μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν οι Treiber, Howe, Bailly, Elster, Gosse, Millingen και Bruno.

Οι οργανώσαντες την επανάσταση που εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο για Διοικητική Μέριμνα (επιμελητεία) των επανα­στατικών σωμάτων. Ήταν φυσικό οι υπόδουλοι να μην έχουν την δυνατότητα να προετοιμάσουν και να οργανώσουν Διοικητική Μέριμνα. Τα στρατιωτικά τμήματα (μπουλούκια), ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνα, έπρεπε να φροντίσουν από μόνα τους για την εξασφάλιση γιατρών και τον εφοδιασμό με φάρμακα και υγειονομικό υλικό. Τούτο όμως δεν ήταν εύκολο και εξαρτάτο από την οικονομική δυνατότητα των τμημάτων, την προσωπικότητα των καπεταναίων και την επιθυμία τους ή μη να έχουν γιατρούς στο στράτευμά τους, και από την δυνατότητα παροχής φαρμάκων και υγειονομικών υλικού από την Προσωρινή Διοίκηση. Οργανωμένη Υγειονομική Υπηρεσία δεν υπήρξε. Βέβαια τον Απρίλιο του 1822 εξεδόθη Διάταγμα με το οποίο προεβλέπετο η ύπαρξη γιατρών στον Τακτικό Στρατό που αποφασίσθηκε να οργανωθεί, όμως ουσιαστικά ουδέποτε ελειτούργησε Υγειονομική Υπηρεσία.

Ο αγώνας ήταν αγώνας ατάκτων χωρίς σταθερό μέτωπο και μετόπισθεν όπου θα μπορούσαν ν’ αναπτυχθούν νοσηλευτικά τμήματα και νοσοκομεία. Τα στρατιωτικά τμήματα εκινούντο συνεχώς σε διαφορετικές περιοχές, η υγιεινή κατάσταση του πληθυσμού ήταν άθλια, με τις επιδημίες να διαδέχονται η μια την άλλη και οι ελλείψεις σε φαρμακευτικό και επιδεσμικό υλικό τεράστιες. Εκείνο που εντυπωσιάζει στο θεσμό των εμπειρικών γιατρών είναι ότι πολλοί από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πολεμιστές που έλαβαν μέρος στον αγώνα με δικά τους στρατιωτικά σώματα ή αποσπάσματα όπως κατά τον Τρωικό πόλεμο όπου πολλοί πολεμιστές είχαν και ιατρικές γνώσεις.[18] Τα πλήρη επαίνων πιστοποιητικά των αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Θ. Κολοκοτρώνη, του Πετρόμπεη, του Καν. Δεληγιάννη κ.ά. μαρτυρούν, την πολύτιμη συμβολή τους στην περίθαλψη των τραυματιών και ασθενών.

Με τα πιστοποιητικά αυτά τα οποία υπέβαλαν στις Επιτροπές Εκδουλεύσεων του Αγώνος παρακαλούσαν το φτωχό ελληνικό κράτος να τους βοηθήσει κυρίως οικονομικά (αλλά και ηθικά), διότι διέθεσαν τα πάντα στον αγώνα με αποτέλεσμα να μείνουν ενδεείς. Στα πιστοποιητικά αυτά διαβάζουμε τη συγκινητική διαβεβαίωση των αρχηγών για τον πατριωτισμό, τις θυσίες, την αφιλοκέρδεια και γενικά για τη μεγάλη προσφορά τους στον αγώνα.

Ο αυστηρός Φιλήμων γράφει για την περίθαλψη των τραυματιών αναφερόμενος στο πρώτο έτος της επαναστάσεως:

 

«Ελλείποντος οιουδήποτε Νο­σοκομείου Στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν ή μονήν ή χωρίον άλλως οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ηδύναντο γραία δε τις ή κουρεύς, ή μοναχός ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων, οίον μήλης, ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού[19] και των τοιούτων. Οίκοθεν δε ωμολόγηται ότι της ικανότητος των τοιούτων ιατρών και χει­ρούργων προεξήρχε η συνδρομή της φύσεως, αρπάζουσα από της χειρός αυ­τών πλείστα θύματα. Σπανιώτατοι ήσαν και περιοδικοί ανεφέροντο επιστή­μονες ιατροί, ανθ’ ων, οφείλομεν ειπείν εμπειρικοί τίνες χειρούργοι ως εν Πελοποννήσω ο Παν. Ιατράκος και εν τη Ανατολική Ελλάδι, ο εκ της Αταλάντης αιχμάλωτος Τούρκος Κούρταλης, παρά τούτοις δε και τίνες μυ­στηριώδη τινα κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».[20]

 

Μεταξύ των εμπειρικών γιατρών υπήρξαν πολλοί ιερωμένοι και μοναχοί που πρόσφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες σε Μονές που τις είχαν μετατρέψει σε νοσηλευτήρια. Τα μοναστήρια δεν λειτούργησαν μόνο ως νοσοκομεία, άλλα και ως αποθήκες ανεφοδιασμού με υλικό, αναπληρώνοντας την παντελώς ελλείπουσα επιμελητεία των ατάκτων επαναστατικών στρατευμάτων. Ανα­φέρονται τουλάχιστον 14 τέτοιες μονές – νοσηλευτήρια.

Διάσημοι μοναχοί ε­μπειρικοί ιατροί αναφέρονται ο Ηγούμενος της Μονής Φανερωμένης της Σαλαμίνας Γρηγόριος, που μετέτρεψε τη Μονή του σε Νοσοκομείο, ο Ηγού­μενος της Μονής Κανδύλας Καλλίνικος και ο επίσης Ηγούμενος της Μονής του Κάτω Αγίου Γεωργίου Άργους Δανιήλ που εθεωρείτο άριστος εμπειρικός γιατρός.[21] Η έλλειψη φαρμάκων και υγειονομικού υλικού ήταν μεγάλη τόσο για τους επιστήμονες όσο και για τους εμπειρικούς γιατρούς.

Τα κυριώτερα φάρμακα που εχρησιμοποιούντο από τους εμπειρικούς γιατρούς για τους παθολογικούς ασθενείς ήσαν διαφόρων ειδών βότανα, έγχυμα αψινθίου κατά της γρίππης, αφεψήματα ξυλοκεράτων και σύκων. Μέθοδοι θεραπείας ή εφαρμογή σικνών και η φλεβοτομία εφ’ όσον υπήρχε ειδικός φλεβοτόμος. Η θεραπεία των τραυμάτων εγένετο δι’ επιθέσεως επί αυτών τεμαχίου υφάσματος εμβρεχομένου δια ρακής, ή δε αιμόσταση δια πυρακτωμένου σιδήρου.

Η επίδεση των καταγμάτων γινόταν δια ταινιών υφάσματος μετά λεπτών ναρθηκίων εκ ξύλου, φλοιού δέντρου ή καρτονίων. Η εξωτερική επιφάνεια του επιδέσμου επεχρίετο με αλοιφή που κατασκευαζόταν από σαπούνι και ρακί.[22] Μέσα στις πληγές συχνά εισήγαγαν αλοιφή από λεύκωμα ωού και λάδι.[23] Ο Μακρυ­γιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι έρραβαν τα τραύματα με μυρμηγκοκεφαλές.[24]

Γιατράκος Παναγιώτης

Οι Γιατράκοι από την Άρνα Λακωνίας ήσαν οι πιο διάσημοι εμπειρικοί γιατροί του Αγώνα. Εξασκούσαν από τα πολύ παλιά χρόνια την πρακτική ιατρική την οποία οι υιοί εδιδάσκοντο από τον πατέρα στα πλαίσια μιας ιατρικής οικογένειας. Κατά την επανάσταση οι αδελφοί Γιατράκοι προσέφε­ραν εξαιρετικές υπηρεσίες όχι μόνο ως πρακτικοί γιατροί αλλά και ως πολεμιστές.[25]

Ο Παναγιώτης Γιατράκος είχε σπουδάσει για βραχύ χρονικό διάστημα Ιατρική στην Ιταλία. Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Πριν από την έναρξη του αγώνα ίδρυσε, όπως αναφέραμε ήδη, Ιατροχειρουργικό Σχολείο στο Μυστρά όπου μαθήτευσαν πολλοί εμπειρικοί γιατροί του αγώνα αλλά και οι πέντε αδελφοί του, διάσημοι και αυτοί εμπειρικοί γιατροί και πολε­μιστές. Εκ τούτων ο Νικόλαος Γιατράκος κατά τα αρχικά στάδια του αγώνα συμμετείχε κυρίως ως γιατρός και στα μεταγενέστερα ως πολεμιστής.

Στα αρχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη υπάρχει το δικό του «Κατάστιχο όσους εθεράπευσα πληγωθέντας εις τον Ιερό αγώνα επικυρωμένο παρά της Πελοπον­νησιακής Γερουσίας τη 4 Νοεμβρίου 1822 εν Τριπόλει εις την εποχήν του Δράμαλη, του οποίου το πρωτότυπον ευρίσκεται εις τα Αρχεία της Πελο­ποννησιακής Γερουσίας».[26] Ανάλογο κατάστιχο «δι’ όσους εθεράπευσα από την αρχή της επαναστάσεως αμισθί με ίδια μου έξοδα» μας έχει αφήσει ο Ηλίας Γιατράκος.[27]

Στο τελευταίο αυτό 137 τραυματίες αναφέρονται ονομαστικά με το είδος του τραύματος, την εγχείρηση που τους έγινε και τον χρόνο αποθεραπείας. Και στα δυο αυτά, εξαιρετικού ενδιαφέροντος ντοκουμέντα φαίνεται σαφώς ότι οι αδελφοί Γιατράκου εγνώριζαν να εξετάζουν το τραύμα, να το καθορίζουν και να αφαιρούν το βλήμα, τις οστικές παρασχίδες ή μεγαλύτερα θραύσματα οστών που είχαν μείνει στους ιστούς. Στην αφαίρεση αυτή απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία για την ευνοϊκή πορεία του τραύματος. Συχνά διαβάζουμε στο κατάστιχο φράσεις όπως: «του έβγαλα μέρος κόκκαλο και τον εκύτταξα (δηλ. παρακολούθησα) ημέρες 30».

Ένας εξέχων εμπειρικός Ιατρός ήταν ο Χρήστος Νικολαίδης από τον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Ήταν γιος πλούσιου γαιοκτήμονα και είχε διδαχθεί την εμπειρική ιατρική, όπως λέει ο ίδιος, από τον Ιερόθεο Ιωαννίδη. Μαζί με τους δυο αδελφούς του και 154 τάλληρα για οικονομική βοήθεια του αγώνα κατέβηκαν στον Μωριά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Τα δυο αδέλφια του έπεσαν μαχόμενα για την πατρίδα. Εκείνος, όπως αναφέρει, προσέφερε κατά το διάστημα του αγώνος και μετέπειτα σημαντικές υπηρεσίες «αμισθί, οτέ μεν εις το οποίον απετέλουν μέρος, οτέ δε εις τα Στρατιωτικά Νοσοκομεία, εις το Ναυτικόν και εις τους πολίτας εν γένει, ως αποδεικνύεται εκ των συναπτομένων εγγράφων».[28]

Ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιατρός Dr. Blondeau που είχε αποσταλεί από το φιλελληνικό κομιτάτο και είχε διορισθεί αρχίατρος του Στρατού της Ανατολικής Ελλάδος βεβαιοί ότι εξ 86 ασθενών και τραυματιών είχαν θεραπευθεί από αυτόν άπαντες, ο δε Κριεζώτης στην χιλιαρχία του οποίου ήταν χειρουργός ο Νικολαίδης πιστοποιεί επίσης ότι «ιάτρευσε 59 εκ των τραυματιών της Χιλιαρχίας του με ίδια ιατρικά χωρίς να λάβει από κανένα τίποτα».[29]

Μετά την απελευθέρωση ο Νικολαίδης διετέλεσε διευθυντής του Στρ. Νοσοκομείου Σαλαμίνος παρά το γεγονός ότι είχε ελάχιστες γραμματικές γνώ­σεις. Το 1828 υπέβαλε ένα γενικό κατάλογο ως ιατροχειρουργός της Ε’ χιλιαρχίας «περί των εξ αυτού θεραπευομένων ασθενών και πληγωμένων στρατιωτών»,[30] στον οποίο αναγράφονται τα ονόματα 140 στρατιωτών με τις παθήσεις και τα τραύματά τους.

Οι εμπειρικοί ήσαν εκείνοι που ίδρυσαν και ελειτούργησαν τα νοσηλευτή­ρια, που στα πρώτα χρόνια, ιδιαίτερα, της επαναστάσεως αναπλήρωσαν τα ελλείποντα νοσοκομεία. Τα νοσηλευτήρια ή θεραπευτήρια διατηρήθηκαν σε λειτουργία με εράνους και με τη συγκινητική προσφορά των Ιατρών, κυρίως των εμπειρικών, που δαπάνησαν δικά τους χρήματα και χορηγούσαν δικά τους φάρμακα και υγειονομικό υλικό κατά κανόνα δωρεάν.

Το θεραπευτήριο της Βυτίνας στη Γορτυνία οργανώθηκε από τον Νικόλαο Θεοφιλόπουλο, διάσημο εμπειρικό Ιατροχειρουργό, στο σπίτι του και λειτούργησε με δικά του έξοδα. Από μια αναφορά του προς το Υπουργείο Πολέμου[31] μαθαίνουμε ότι στο θεραπευτήριό του ο Θεοφιλόπουλος περιέθαλψε ή εξέτασε κατά την διάρκεια του πολέμου 171 τραυματίες και 149 ασθενείς, οι περισσότεροι από τους οποίους αναφέρονται ονομαστικώς.[32] Στην αρχή του αγώνα ο Θεοφιλόπουλος εργάστηκε ταυτοχρόνως και στο στρατόπεδο των Τρικόρφων.

 Οι αρχηγοί του αγώνα Θ. Κολοκοτρώνης, Καν. Δεληγιάννης και Δημ. Πλαπούτας βεβαιώνουν ότι:

«ΟΝικόλαος Θεοφιλόπουλος, ανήρ τίμιος και πα­τριώτης, την τέχνην ιατροχειρούργος αφ’ ης στιγμής ηνεώχθη ο υπέρ πατρί­δος ιερός αγών συνετέλεσεν ολοπροθύμως θεραπεύων πληγωθέντας, τους εν ταις διαφόροις μάχαις ιδίοις αυτού αναλώμασι και βοτάνοις κατά τας διαφό­ρους διαταγάς των οπλαρχηγών. Περιπλέον δε εμού του γενικού Αρχηγού Θ. Κολοκοτρώνη και ημών των υποφαινομένων, ώστε καθ’ όλον το διάστημα της του ιερού αγώνος μας πενταετίας, δεν έλαβε πόθεν οβολόν δια τας απείρους του εκδουλεύσεις και έξοδα».

Το Θεραπευτήριον της Βυτίνας, το σπίτι δηλαδή του Θεοφιλόπουλου, πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ. Την αναφορά – αίτησή του τελειώνει ο Θεοφιλόπουλος με την εξής συγκινητική φράση: «….και παρακα­λώ θερμώς να εξεύρη το Σόν Εκτελεστικόν δι’ εμέ πόρον αποζημιώσεως εις απάντησιν της ανάγκης μου, και δια τους κόπους μου σιωπώ και αφήνω εις την επίκρισιν της Σ. Διοικήσεως δια να αποφασίση ό,τι απαιτεί το δίκαιον. Και με όλον το καθήκον σέβας μένω…» (2 Μαρτίου 1826).

Ο Χασάν Αγάς Κούρταλης, Τούρκος Ταλαντινός, ήταν προ της Επαναστάσεως διάσημος εμπειρικός ιατροχειρουργός στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Είχε την δυστυχία να ιδή να σφάζονται από τους επαναστατημένους Έλληνες η γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τον έφερε στην Αθήνα το 1822 όπου κατά την τελευταία μεγάλη πολιορκία πρόσφερε πολλές ιατρικές υπηρεσίες στους τραυματίες. Ο Μακρυγιάννης που είχε θεραπευθεί από τον Κούρταλη[33] και ο Νικηταράς του είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη.

Πολλοί, πάρα πολλοί ήσαν οι εμπειρικοί γιατροί με ανάλογη δράση. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε μερικούς ακόμα: Μια μεγάλη ομάδα εμπειρικών γιατρών ήσαν οι Χορμοβίτες ή Χορμόβες που κατάγονταν από το Χόρμοβο της Ηπείρου, που ακολούθησαν τα Σουλιώτικα και Ρουμελιώτικα Σώματα της Ανατολικής και Δυτικής Στερεάς Ελ­λάδος, όπως του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Πανουριά, Καραϊσκάκη, Δήμου Σκαλτσά, Κίτσου Τζαβέλα, Δυοβουνιώτη κ.ά.

Στα ΓΑΚ [34] υπάρχουν πολλά έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτούς. Οι πιο γνωστοί Χορμοβίτες εμπειρικοί ήσαν οι Κυριάκου Κώστας ή Χαρμόβας, Πέτρος- Παναγιώτης Μέξης, χειρουργός Χαρμόβας, Χορμόβας Πέτρος ή Τζάκος, Χαρμόβας Μάρκος και Χορμόβας Χρήστος. Μετά την απελευθέρωση μερικοί από αυτούς διορίσθηκαν στον τακτικό Στρατό. Οικογένειες εμπειρικών Ιατρών ήσαν ακόμα οι αδελφοί Δημήτριος και Ευθύμιος Φωτόπουλος[35] από την Τρίπολη και ο πατέρας και γιος Ιωάννης και Βασίλειος Σταυρόπουλος.[36]

Κατά την πολιορκίαν του Μεσολογγίου μαζί με τους επιστήμονες Ιατρούς, όπως ο Πέτρος Στεφανίτζης,[37] εμπειρικοί γιατροί της φρουράς ήσαν ο Γ. Κονταξής ή Κονταχτσόπουλος που είχε βοηθό τον Γ. Ιωνά, ο Νικόλαος Κονοφάος[38] και ο Βασ. Βονιτζάνος.[39] Και οι τρεις έπεσαν ηρωϊκώς κατά την έξοδο. Ένας ακόμα εμπειρικός που έπεσε ηρωϊκώς στις μάχες κατά των Τούρκων ήταν ο Κωνσταντίνος Δεττόρος της οικογενείας εμπειρικών γιατρών Δεττόρων, που τραυματίστηκε κατά την πολιορκίαν της Τριπόλεως, στην οποία έλαβε μέρος με δικό του απόσπασμα, και υπέκυψε στα τραύματά του τις επόμενες ήμερες.[40]

Θα αναφέρουμε ακόμα τον Αριστείδη Παπαγιαννόπουλο που περιέθαλψε τραυματίες στα Δερβενάκια, την Πάτρα και αλλού και διορίστηκε το 1829 Ιατροχειρουργός του Ιππικού Σώματος και ο οποίος είχε πληγωθεί στις μάχες κατά των Τούρκων[41] και τον Κων. Πετιμεζά της γνωστής οικογένειας των αγωνιστών που είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία από τον Παν. Γιατράκο.[42]

Μετά την απελευθέρωση οι εμπειρικοί γιατροί συνέχιζαν να ασκούν την ιατρική επισήμως και να κατέχουν θέση στο Δημόσιο και το Στρατό.

Οι Νικόλαος Χορτάκης και Ιωάννης Ολύμπιος, επιστήμονες ιατροί, σε αναφορά τους, με ημερομηνία 3 Μαΐου 1830 προς τον Κυβερνήτη, γράφουν ότι έκτος των Ιατρών του Στρ. Νοσοκομείου της Ανατολικής Ελλάδος, όλος ο σωρός των αυτοδιδάκτων Ιατρών των Χιλιαρχιών έφερε μόνο το όνομα του Ιατρού.[43] Η διαφαινομένη στην αναφορά αυτή εχθρότητα των επιστημόνων ιατρών κατά των εμπειρικών είχε αρχίσει ενωρίτερα το 1828, όταν μετά την άφιξη του Καποδίστρια ο Ανάργ. Πετράκης, επιστήμονας ιατρός υπέβαλε στον κυβερνήτη αναφορά σχετικά με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.

Αφού περιέγραφε τον τρόπο ασκήσεως της ιατρικής από τους εμπειρικούς, τις καταχρήσεις που εγίνοντο από τους φαρμακοποιούς και τους κινδύνους που περιέκλειε ο τρόπος αυτός ασκήσεως της ιατρικής, επρότεινε τη σύσταση ενός Συλλόγου Ιατρών με καθήκοντα να εξετάζει τα Ακαδημαϊκά διπλώματα των ιατρών και εφ’ όσον ήσαν εντάξει να δίδεται επισήμως άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.[44] Ο Αν. Πετράκης ήταν τότε μέλος της Επιτροπής Υγείας της Αίγινας.

Με την αναφορά του αυτή και με άλλες ενέργειές του αργότερα[45] έθετε επί τάπητος τις προϋποθέσεις για την άσκηση του Ιατρικού Επαγγέλματος που άγει πλέον ευθέως στην κατάργηση του θεσμού των εμπειρικών ιατρών. Όμως η άσκηση του Ιατρικού επαγγέλματος από τους εμπειρικούς γιατρούς συνεχίζετο και επί Όθωνος. Έτσι με Βασιλικό Διάταγμα που εξέδωσε ο Όθων στις 18.9.1835 ορίζει: «Κατά πρότασιν της επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας… όσοι ειρηνοδίκαι έχουσιν γνώσεις ιατρικής δύνανται να με­τέρχονται το επάγγελμα του Ιατρού… δεν πρέπει όμως εξ αιτίας τούτου να βραδύνωσι ή να παραμελώσι τα δικαστικά των καθήκοντα τα οποία οφείλωσι να θεωρώσι πάντοτε ως κύρια έργα των».[46]

Η θέσπιση των κανόνων ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος έγινε το 1834 με την Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του υπ’ αριθ. 24/12 Ιουλίου Διατάγματος «περί συστάσεως του Ιατροσυνεδρίου» στο άρθρο 5 του οποίου καθωρίζετο τι πρέπει να κάνει για να αναγνωρισθεί επισήμως ως Ιατρός όποιος θέλει να ασκήσει την ιατρική στην Ελλάδα. Κι όμως το επόμενο έτος με διάταγμα της 18/30 Μαΐου 1835 συστήθηκε (μέχρι να ιδρυθεί Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο) το Θεωρητικό Σχολείον περί Χειρουργίας, Φαρμακοποιίας και Μαιευτικής, εις το οποίο μπορούσαν να διδαχθούν αμισθί «τόσον οι ήδη εμπειρικώς μετερχόμενοι αυτάς τας επιστήμας όσον και οι μέλλοντες εις το εξής να επαγγέλωνται αυτάς».

Εδώ καταφαίνεται η προσπάθεια του νεοσύστατου Κράτους να επιμορφώσει τους εμπειρικούς γιατρούς ώστε να είναι ικανοί ν’ ασκήσουν κάποια αποδεκτή μορφή ιατρικής μέχρις ότου εξέλθουν από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου ικανός αριθμός επιστημόνων ιατρών τους οποίους είχε ανάγκη η χώρα.

Συμπερασματικά μπορούμε να ειπούμε ότι οι εμπειρικοί ιατροί, άνδρες σοβαροί, ανιδιοτελείς και πατριώτες, ασκούντες την λαϊκή ιατρική, μπόρεσαν ν’ αναπληρώσουν μέχρις ενός σημείου την μεγάλη έλλειψη επιστημόνων ιατρών και να προσφέρουν ικανοποιητική ιατρική βοήθεια στους τραυματίες του 1821.

 

Δημ. Ν. Σχίζας

Ιατρός Ακτινολόγος

Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Ιατρός Νευροχειρούργος

Νικ. Δ. Σχίζας

Αμ. Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ.

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γερουλάνος Μ., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών για την 25η Μαρτίου 1821 και την 28ην Οκτωβρίου 1940. Επιμέλεια Π. Χάρη, Αθήνα 1977, σελ. 213.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος. Η συμβολή των Υγειονομικών εις τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, Αθήνα 1973, σελ. 11-12.

[3] Jacovaci Riso Neroulo, Cours de la Littérature Grecque Moderne. Geneva 1827, p. 104.

[4] Γερουλάνος M., Η συμβολή των Ιατρών εις την παλιγγενεσίαν του Έθνους, ο.π., σελ. 202.

[5] Όπως μας πληροφορεί ο Γερουλάνος Μ. (ο.π., σελ. 208), έζησαν και άσκησαν την Ιατρική στην πατρίδα τους κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους 11 γιατροί στη Μακε­δονία, 6 στη Θεσσαλία, 7 στην Ακαρνανία, πολλοί στην Ήπειρο από τους οποίους 10 στα Γιάννενα, 3 στην Πελοπόννησο, 5 στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, 3 στην Κρήτη, 3 στην Χίο, 3 στη Σμύρνη, 3 στις Κυδωνιές, 1 στην Αδριανούπολη και 1 στην Φιλιππούπολη.

[6] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ο.π., σελ. 24-92.

[7] Γκανιάτσας Κ., Βότανα – Γιατροσόφια – Κομπογιαννίται, Ηπειρωτική Εστία 1972, σελ. 459-463.

[8] Pouqueville F.-H.-L., Voyage de la Grèce. Paris 1820, Vol. E, σελ. 120.

[9] Παπαχριστοδούλου Π., Η Γιατρική στη Θράκη κατά τον Ιθ’ αιώνα. Διάλεξη, 1951.

[10] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική στη Χίο κατά τους τελευταίους αιώνες. Έκδοση Ιατρικής Εταιρείας Χίου. Χίος 2001, σελ. 3-4.

[11] Σχίζας Ν., Παπαϊωάννου Α., Σχίζας Δ., Το Ιατροσόφιον του Ιατρού σενιόρ Ανδρέα του Ευρωσιανού, Δέλτος 2002, 24: 22-26.

[12] Γριτσόπουλος Τ., Μονή Ασωμάτων Πετράκη. Αθήνα 1967.

[13] Αθανασόπουλος Α., «Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821. Επιστημονική ή εμπειρική μόρφωσις Ιατρών προ του 1821», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σελ. 34-35.

[14] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 37.

[15] Παϊδούσης Μικές, Η Ιατρική εις την Χίον κατά τους τελευταίους αιώνες, ό.π., σελ. 4.

[16] Χάου Σάμουελ, Ημερολόγιο από τον αγώνα 1825-1829. Εισαγωγή, με παρουσίαση ανεκδότων αποσπασμάτων Οδυσσέα Δημητρακοπούλου. Αθήνα 1971, σελ. 37.

[17] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος, ό.π., σελ. 93-138.

[18] Ομήρου Ιλιάς, Β 729-734.

[19] Τιλτόν ή ξαντόν νημάτια ή κουρελάκια λινού υφάσματος που ετοποθετούντο πάνω στα τραύματα αντί γάζας.

[20] Φιλήμων I., Δοκίμιον Ιστορικόν περί Ελληνικής Επαναστάσεως Γ’, λθ’-μ’.

[21] Γκιάλας Αθ., Έλληνες ιερωμένοι επιστήμονες Ιατροί από της Αλώσεως μέχρι και της εθνεγερσίας, έκδ. Ακτίνες 1976, σελ. 11-14.

[22] Κούζης Αριστοτέλης, Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στρατού κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα. Πανηγυρικοί Λόγοι Ακαδημαϊκών, ό.π., σελ. 4.

[23] Σάμουελ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα…, ό.π., σελ. 37.

[24] Ι. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, σελ. 86.

[25] ΓΑΚ, Κ 5-7.

[26] ΓΑΚ, Αρχείον Γιάννη Βλαχογιάννη, Κυτίον Δ 83.

[27] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 104-114.

[28] ΓΑΚ, Όθων Αρχ. Γραμματείας Στρατιωτικών Φ. 8α.

[29] Κούζης Αριστ., Περί της Υγειονομικής Υπηρεσίας τον Στρατού κατά τον   υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος, ό.π., σελ. 274.

[30] ΓΑΚ Καποδιστριακό, Γεν. Γραμματεία Φ. 229.

[31] ΓΑΚ, Υπουργείον Πολέμου Φ. 179.

[32] Στην αναφορά του αυτή δυστυχώς δεν μας δίνει πληροφορίες για το είδος των τραυμάτων και τη θεραπεία τους.

[33] Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Επιμέλεια Ι. Βλαχογιάννη, Αθήνα 1907.

[34] Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των  ΓΑΚ, τ. 15β, σελ. 1099-1104.

[35] ΓΑΚ, Κ 47, Φ. 74.

[36] ΓΑΚ, Υπουργείο Πολέμου, Φ. 21.

[37] Κώνστας Κ., Γιατροί, Νοσοκομεία – Αρρώστιες στο επαναστατημένο Μεσολόγγι, Νέα Εστία ΞΕ’ 1959, σελ. 528-531

[38] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον. Γενική Γραμματεία Φ. 294, αρ. εγγρ. 113.

[39] ΓΑΚ, Διοικητική Επιτροπή, Φ. 19.

[40] Αθανασόπουλος Α., Πελοποννήσιοι Ιατροί κατά τον ιερόν Αγώνα του 1821,ό.π., σελ. 38.

[41] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 163.

[42] ΕΒΕ, Αρχείον Αγωνιστών. Κυτίον 174.

[43] Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία, Φ. 238Α, αρ. εγγρ. 195.

[44] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 2, Αρ. εγγρ. 14.

[45] ΓΑΚ, Καποδιστριακόν Αρχείον, Γεν. Γραμματεία Φ. 61, αρ. εγγρ. 55.

[46] Πουρναρόπουλος Γ., Η Ιατρική του αγώνος…, ό.π., σελ. 231.

Ελληνική Τυπογραφία στη διαδρομή πέντε αιώνων


 

Η γένεση της Τυπογραφίας

Στα μισά του ΙΕ’ αι. σε μια δύσκολη περίοδο για τον Ελληνισμό, όταν το Βυζάντιο έπεφτε στα χέρια των Τούρκων και η εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έφτανε μέχρι τα Βαλκάνια, στη Δύση έχουμε τη γένεση της Τυπογραφίας. Η μεγάλη και σημαντική αυτή εφεύρεση – προϊόν της οποίας είναι το έντυπο βιβλίο και οι εφημερίδες – έμελλε να φέρει την Αναγέννηση, πρώτιστα στον Ευρωπαϊκό χώρο και στην συνέχεια στην οικουμένη ολόκληρη. Η εφεύρεση αυτή ανήκει, όπως είναι γνωστό, στον Γιόχαν Γκούντενμπεργκ [Johannes Gensfleisch zur Laden zum Gutenberg], στα ελληνικά Ιωάννης Γουτεμβέργιος.

 

Ο Γουτεμβέργιος

Ιωάννης Γουτεμβέργιος

Ο σοφός αυτός άνθρωπος γεννήθηκε στη Μαγεντία [Μάιντς] της Γερμανίας το 1394/98, ήταν χαράκτης και χρυσοχόος στο επάγγελμα και άρχισε να πειραματίζεται στον χώρο της τυπογραφίας, όταν συνειδητοποίησε ότι: αν τα γράμματα της Αλφαβήτου, αντί να είναι χαραγμένα σε ξύλινες πλάκες, ήταν κομμένα ώστε να χρησιμοποιούνται πολλές φορές, θα υπήρχε τεράστιο όφελος ως προς την εκτύπωση βιβλίων.

Αφού πέρασε από πολλά στάδια αγωνίας, κοπώσεως και απογοητεύσεως κάνοντας διάφορους πειραματισμούς, κατάφερε να εφεύρει όλα τα απαραίτητα συστατικά της τυπογραφίας. Αυτά, ήταν οι μεταλλικές μήτρες για το καλούπωμα των στοιχείων, ένα πιεστήριο που ήταν σαν το πιεστήριο που έστιβαν τα σταφύλια και ένα λιποδιαλυτικό μελάνι. Έτσι, τελειοποίησε την τεχνική της Τυπογραφίας με την οποία θα μπορούσε να τυπώσει ένα βιβλίο, με τη μορφή που έχουν τα βιβλία ακόμη και σήμερα. 

Το πρώτο του βιβλίο τυπώθηκε το 1450. Ο Γουτεμβέργιος πέθανε στη Μαγεντία στις 3 Φεβρουαρίου 1468. Για να αντιληφθούμε τη σπουδαιότητα αυτής της εφευρέσεως, πρέπει να αναφέρουμε ότι στην προ τυπογραφίας εποχή, τα βιβλία που κυκλοφορούσαν ήταν χειρόγραφα. Υπήρχαν επαγγελματίες αντιγραφείς – κυρίως δάσκαλοι και καλόγηροι ασκούσαν το επάγγελμα αυτό – οι όποιοι ανελάμβαναν την αντιγραφή βιβλίων επιστημονικών, θρησκευτικών, εκπαιδευτικών και άλλων. Τα χειρόγραφα αυτά βιβλία είχαν μεγάλο κόστος και συνήθως προορίζονταν για πλούσιους που είχαν ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις επιστήμες. Με την εμφάνιση της Τυπογραφίας, το έντυπο βιβλίο ήρθε να αντικαταστήσει το χειρόγραφο με χαμηλό κόστος. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι οι αντιγραφές βιβλίων συνεχίστηκαν και χρειάστηκαν περίπου εκατό χρόνια για να αντικατασταθούν πλήρως τα χειρόγραφα βιβλία από έντυπα, όταν πλέον η Τέχνη της Τυπογραφίας εξελίχθηκε και τελειοποιήθηκε.

Μετά την εφεύρεση της Τυπογραφίας, όταν άρχισαν οι ιδέες και οι γνώσεις να διαχέονται μέσω των εντύπων βιβλίων, εύκολα και οικονομικά στο ευρύτερο κοινό και δεν ανήκαν μόνο σε λίγους, τότε, άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα, η ανθρωπότητα δέχθηκε μια πνευματική καλλιέργεια και η μεγάλη ανάπτυξη των επιστημών που δημιουργήθηκε ήταν προς όφελός της. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα πενήντα χρόνια από την εφεύρεση, πραγματοποιήθηκαν 35.000 εκδόσεις που αντιπροσώπευαν 15-20 εκατομμύρια αντίτυπα. Δίκαια για τους λόγους αυτούς η Τυπογραφία θεωρήθηκε ως ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά του πολιτισμού στον κόσμο και ο Αδαμάντιος Κοραής πολύ αργότερα, στον ΙΘ’ αι. θα την χαρακτηρίσει «Θείο δώρο».

  

Η Ελληνική τυπογραφία

Η ευλογημένη αυτή εφεύρεση έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον Ελληνισμό. Βρισκόμαστε μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, οι περισσότεροι Έλληνες λόγιοι, είτε διωκόμενοι είτε οικειοθελώς, εγκατέλειψαν τη σκλαβωμένη πατρίδα και εγκαταστάθηκαν διάσπαρτα σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Δύσης, αλλά και οι απόγονοι αυτών, αγκάλιασαν την τυπογραφία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά περισσότερο από κάθε άλλο λαό, γιατί πίστεψαν ότι θα γίνει το μετερίζι απ’ όπου θα μπορούσαν να διατηρήσουν την Ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη και να πολεμήσουν για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Έθνους.

Οι Έλληνες που ασχολήθηκαν με την τυπογραφία – όταν αυτή ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της – αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες και αφού τυπώθηκαν σποραδικά αρκετά ελληνικά έντυπα, μπορεί να θεωρηθεί ότι το πρώτο ελληνικό χρονολογημένο βιβλίο τυπώθηκε το 1476 στο Μιλάνο από τον Κρητικό Δημήτρη Δαμιλά σε συνεργασία με τον Ιταλό Παραβίτσινο. Το βιβλίο αυτό ήταν η γραμματική του μεγάλου δασκάλου της Αναγέννησης Κωνσταντίνου Λασκάρεως και έφερε τον τίτλο «Η Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών».

 

Τυπογραφικό εργαστήριο

 

Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις Γραμματικών και Λεξικών γιατί θεωρήθηκαν ως απαραίτητα σύνεργα για την εκμάθηση της Ελληνικής Γλώσσας. Σταθμός όμως στην Ιστορία των Ελληνικών λεξικών είναι το έτος 1499. Στο χρόνο αυτό, εκδόθηκε στην Βενετία το «Ετυμολογικόν Μέγα». Αυτό το λεξικό το αποκάλεσαν «αριστούργημα της Τυπογραφίας» και έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί είναι έργο συλλογικής προσπάθειας από επώνυμους Έλληνες συντελεστές όπως: ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Μάρκος Μουσούρος και άλλοι.

Παραθέτω απόσπασμα από στίχους που προτάσσονται στο λεξικό από τον Μάρκο Μουσούρο:

 Αλλά τι  Θαυμαίνω Κρητών φρένας;

Κρής γάρ ο τορνεύσας,

τα δε χαλκιά Κρής ο συνείρας,

Κρής ο καθ’ εν στίξας, Κρής ο μολυβδοχύτης,

και τελειώνει:

Κρήσιν ο Κρής ήπιος Αγίοχος (χορηγός)

 

Με πολύ καμάρι γράφει ο Μουσούρος αυτούς τους στίχους γιατί είναι και αυτός Κρητικός.

Στη συνέχεια η «Ελληνική Τυπογραφία» θα έχει μια λαμπρή και θαυμαστή πορεία και η μεγάλη Ελληνική εκδοτική δραστηριότητα – τουλάχιστον τους τρεις πρώτους αιώνες – θα αναπτυχθεί έξω από τον Ελλαδικό χώρο και κατά τους ΙΕ’ και ΙΣΤ’ αιώνες σχεδόν όλες οι εκδόσεις εντοπίζονται στις μεγάλες ιταλικές πόλεις όπως: η Βενετία, η Ρώμη, η Φλωρεντία και το Μιλάνο από τις οποίες θα ξεκινήσει και θα ριζώσει η Ελληνική εκδοτική παραγωγή.

Η Βενετία θα είναι για μεγάλη χρονική περίοδο το κατ’ εξοχήν Ελληνικό Τυπογραφικό κέντρο. Εκεί στον ΙΣΤ’ αι. ο φιλέλληνας Άλδος Μανούτιος, με συνεργάτη και επιμελητή τον Έλληνα λόγιο Μάρκο Μουσούρο, θα εκδώσει βιβλία που θα αναφέρονται σε όλους τους αρχαίους κλασσικούς όπως: ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Πλάτων και γενικά σε ό,τι λαμπρότερο έχει να επιδείξει η αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Ο Μάρκος Μουσούρος σε όλες αυτές τις εκδόσεις δεν παραλείπει να περνάει, με τη μορφή προλόγων και αφιερώσεων, την αγωνία των Ελλήνων της διασποράς για τον ξεσκλαβωμό του Ελληνικού Γένους.

Όμως από τα τέλη περίπου του ΙΗ’ αι., την σκυτάλη στην «Ελληνική Τυπογραφία» θα την πάρει η Βιέννη και θα αντικαταστήσει τη Βενετία η οποία ήταν για 300 περίπου χρόνια το παραδοσιακό Τυπογραφικό κέντρο.

Το Ελληνικό στοιχείο στη Βιέννη το αποτελούσαν όχι μόνο λόγιοι, αλλά και πλούσιοι έμποροι, προερχόμενοι κυρίως από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Οι Έλληνες αυτοί της Βιέννης επιζητούσαν, μέσω της πλούσιας εκδοτικής παραγωγής τους, όχι μόνο να διαφωτίσουν το Ελληνικό Γένος και να το ενημερώσουν για όλα τα συμβαίνοντα στον Ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και να του μεταλαμπαδεύσουν την φλόγα και τον πόθο της Ελευθερίας του από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στη Βιέννη ο Ζακυνθινής καταγωγής Γεώργιος Βεντότης το 1784 θα εκδώσει την πρώτη ελληνική εφημερίδα και οι αδελφοί Μαρκιδών Πουλίου θα εκδώσουν στη Βιέννη το 1790 τη δεύτερη εφημερίδα με τον τίτλο «Εφημερίς». Ο Εθνομάρτυρας Ρήγας Φερραίος στο τυπογραφείο των αδελφών Μαρκιδών Πουλίου θα τυπώσει τον Θούριό του, και ποιος Έλληνας δεν άκουσε και δεν έμαθε στο σχολείο τους στίχους:

 Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή 

και βέβαια ο Ρήγας θα είναι εκείνος που με την «Χάρτα της Ελλάδος» και με πολλές άλλες φλογερές προκηρύξεις θα σπείρει τον σπόρο για την Ελληνική Επανάσταση και οι προεπαναστατικές εκδόσεις στη Βιέννη δεν θα έχουν τελειωμό.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτούς τους αιώνες της μαύρης σκλαβιάς, από το τέλος περίπου του ΙΕ’ αι. και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του ΙΘ’ κυκλοφόρησαν, όχι μόνο στη Δύση αλλά και από τα παράνομα τυπογραφεία της Κωνσταντινουπόλεως, της Μοσχοπόλεως και του Αγίου Όρους, επτά χιλιάδες τίτλοι Ελληνικών βιβλίων και εφημερίδων.

Ο Μεγάλος δάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής θα πιστέψει πολύ στη χρησιμότητα της Τυπογραφίας και θα παροτρύνει με επιστολές προς τους συμπατριώτες του, να μη παραμελούν την εγκατάσταση και τη λειτουργία τυπογραφείων και στον Ελλαδικό χώρο. Σε μια από αυτές τις επιστολές μεταξύ άλλων γράφει:

 

«Αυτή (η τυπογραφία) μόνη ενίκησε τον πανδαμάτορα χρόνο, φυλάξασα σοφά, των παλαιών φιλοσόφων και προγόνων ημών παραγγέλματα… αυτή και σήμερον, ως άγγελος εξ ουρανού ταράττει την κολυμβήθραν των επιστημών και βαπτίζει εις αυτήν την Ελλάδα, δια να θεραπεύσει τα πολλά και μακρά της αρρωστήματα και να την καθαρίσει από τον ρύπον της απαιδευσίας…»

 

Οι παροτρύνσεις αυτές του Κοραή στις αρχές του ΙΘ’ αι. θα έχουν μεγάλη απήχηση και ανταπόκριση.

Η «Ελληνική τυπογραφία», μετά την περιπλάνησή της σε ξένες χώρες περίπου τρεισήμισυ αιώνες, θα εγκατασταθεί τελικά στην Ελλάδα. Στο τέλος του IH’ αι. θα έχουμε τυπογραφεία στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στον Άθω και στη Χίο όπου θα τυπώνονται κυρίως φυλλάδια και προκηρύξεις για τον αγώνα και η πρώτη Ελληνική περιοχή στην οποία θα εκδοθούν Ελληνικές εφημερίδες θα είναι το 1797 τα Ιόνια Νησιά.

Ελληνικά Χρονικά – Μεσολόγγι 1825

Μετά την ελληνική επανάσταση, η πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα κυκλοφόρησε στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1821 και έφερε τον τίτλο «Σάλπιγξ η Ελληνική» και το 1824 κυκλοφόρησαν στο Μεσολόγγι τα «Ελληνικά Χρονικά» με εκδότη τον Ελβετό Ιάκωβο Μάγερ. Παράλληλα στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η «Εφημερίς των Αθηνών» και στην Ύδρα ο «Φίλος του Νόμου».

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι στον ΙΘ’ αι. η εφημεριδογραφία εμφανίζεται δυναμικά στον Ελλαδικό χώρο με στόχο πλέον την πλήρη ενημέρωση του λαού για τα προβλήματα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Στην Πάτρα το 1886 εμφανίζεται η εφημερίδα «Πελοπόννησος», η οποία κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Στον Κ’ αι. μέχρι και το 1930 θα κυκλοφορήσουν 26 Ελληνικές εφημερίδες από τις οποίες μόνο 11 συνεχίζουν την έκδοσή τους μέχρι σήμερα και είναι: η Αθηναϊκή, η Αυγή, η Απογευματινή, η Ακρόπολις, η Βραδυνή, το Βήμα, η Εστία, το Έθνος, ο Ελεύθερος Τύπος, η Καθημερινή και ο Ριζοσπάστης. Αυτά σαν παρένθεση για την εφημεριδογραφία και επανερχόμαστε στα πρώτα χρόνια της ελληνικής επαναστάσεως.

Tο 1825 στο Μεσολόγγι, θα εκδοθεί ο «Ύμνος εις την Ελευθέριαν» του Εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού, το 1826 στο Ναύπλιο θα εκδοθεί ο «Νικήρατος» της Ευανθίας Καΐρη και θα ακολουθήσει στον ΙΘ’ αι. ένα ποτάμι εκδόσεων Ελληνικών βιβλίων που θα πλατύνει και θα γίνει στις ημέρες μας ωκεανός, για να μπορούμε να αντλήσουμε όση θέλουμε και όποτε θέλουμε γνώση, πληροφόρηση και ευχαρίστηση, και ευτυχώς για πολλούς σύγχρονους Έλληνες σήμερα η μελέτη θα γίνει η ουσιαστικότερη λειτουργία μετά την αναπνοή.

Με την ίδρυση του Ελληνικού κράτους η Εθνική μας τυπογραφία εγκαταστάθηκε αρχικά το 1828 στην Αίγινα και το 1830 ακολουθώντας την μετακίνηση της κυβερνήσεως μεταφέρεται στο Ναύπλιο. Τελικά από το 1834 θα εγκατασταθεί στη νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους στην Αθήνα σε νεόδμητο κτίριο και από το 1862 θα ονομάζεται Εθνικό Τυπογραφείο. Η συνέχεια είναι γνωστή, η «Ελληνική Τυπογραφία» θα πάρει τον δρόμο της και μέσω αυτής θα αποτυπωθεί η πορεία του Ελληνικού Κράτους και της Ελληνικής κοινωνίας, οι αγώνες για την ανάπτυξή του και γενικά η ιστορία ολόκληρη.

Αλλά ταυτόχρονα, μέσω των βιβλίων και των εφημερίδων θα διαχέονται στον Ελλαδικό χώρο όλα τα παγκόσμια επιτεύγματα στις τέχνες και τις επιστήμες με αποτέλεσμα την σημερινή μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη. Τελειώνοντας τη μικρή μας αναφορά στο ανεξάντλητο αυτό θέμα μπορούμε να τονίσουμε με βεβαιότητα ότι: Στα πεντακόσια χρόνια που πέρασαν από την έκδοση του πρώτου ελληνικού βιβλίου, η συμβολή της «ελληνικής τυπογραφίας» στην Ανάσταση του Γένους, στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της Χριστιανικής Ορθόδοξης πίστεως καθώς και στη συνοχή του Ελληνικού Έθνους ήταν μεγάλη και καθοριστική.

 

Αθανασία Βανδώρου

Δημοσιογράφος

Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, «Επετηρίς», τόμος 14ος, Αθήναι, 2009.  

 

Βιβλιογραφία


 

 Αικ. Κουμαριανού, Το Ελληνικό βιβλίο 1476-1830, Αθήνα 1986.

Αικ. Κουμαριανού, Ο Ελληνικός προεπαναστατικός τύπος. Βιέννη-Παρίσι 1784-1821, Αθήνα 1995.

Κ. Σπ. Στάικος, Βιβλία Τα τυπωμένα στη Βιέννη Ελληνικά 1749-1800, Αθήνα 1995.

Ν. Ελευθερίου – Αντώνης Χατζής, MME Τύπος – Δεοντολογία – Σύνταγμα, Αθήνα 1999.

Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης, Αθήνα 1997.

Η θαυμαστή ιστορία του βιβλίου, έκδ. Δελφίνι, 1995.

Άδωνις Κ. Κύρου, Το απωλεσθέν θέλγητρον…, Αθήνα 1997.

Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ελληνικός τύπος και τυπογραφεία της Βιέννης 1790-1821, Αθήνα 1967.

Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας, Αθήνα 1965.

«Ελληνική Τυπογραφία», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 7 Απριλίου 1996.

«Η Ελληνική Γλώσσα», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 3 Οκτωβρίου 1999.

«Η Τέχνη της Βιβλιοδεσίας», Αφιέρωμα των «Επτά Ημερών» της Καθημερινής, 6 Φεβρουαρίου 1998.

Κ. Σπ. Στάικος – Τ. Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Πεντακόσια χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού 1499-1999, Αθήνα 2000.

 Διαβάστε ακόμη: