Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ομιλία στο Δαναό « Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  16  Ιανουαρίου 2011   και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

Αμ. Επ. Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:

« Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν».

Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

 

Γεννήθηκε στη Μεσσήνη Μεσσηνίας. Το 1937 εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε στο Γυμνάσιο ως καθηγητής μαθηματικών. Μαθήτευσε στο Γ΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους και στο Γυμνάσιο Άργους. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ειδικεύτηκε στην Παθολογία στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου υπηρέτησε στη συνέχεια ως βοηθός και επιμελητής. Εκπόνησε Διδακτορική διατριβή και ανεκηρύχθει Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1965.

Μετεκπαιδεύτηκε στο Σακχαρώδη Διαβήτη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard ( Βοστώνη Η.Π.Α.) όπου διετέλεσε και επιμελητής καθώς και ερευνητής μεταξύ 1970-1973.

Υπηρέτησε ως επιμελητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Ιπποκράτειο Νοσ. Αθηνών και στη συνέχεια ως Υφηγητής Παθολογίας μετά την εκπόνηση διατριβής και Υφηγεσίας το 1979.

Από το 1981 ως άμισθος Καθηγητής Παθολογίας ανέλαβε ως Διευθυντής την Α΄  Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός» όπου παρέμεινε ως Διευθυντής μέχρι το 2002 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα συνεχίζει τη διδακτική του δραστηριότητα στον τομέα μετεκπαίδευσης των ιατρών στο Σακχαρώδη Διαβήτη. Έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση άνω των 300 επιστημονικών εργασιών, έχει συγγράψει και μετέσχε στη συγγραφή δεκάδων επιστημονικών  βιβλίων. Έλαβε μέρος ως πρόεδρος ή ομιλητής σε περισσότερα από 700 επιστημονικά συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες ή μεμονωμένες ομιλίες.

 

Ομιλία του καθηγητή κ. Μιλτιάδη Χατζόπουλου στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard


 

Διάλεξη θα πραγματοποιήσει την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), ο καθηγητής κ. Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, είναι: «Η ταφή των νεκρών ή η συνεχιζόμενη διένεξη περί την ταυτότητα των νεκρών του Τάφου ΙΙ στην Βεργίνα».

 

Ποιος είναι ο ομιλητής  

  

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

O Μιλτιάδης Χατζόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1962 και έλαβε το πτυχίο Κλασικών Γραμμάτων της Σορβόννης το 1967. Μελέτησε Μυκηναϊκή Φιλολογία και την αρχαία ελληνική κοινωνία και θρησκεία στην Εcole Ρratique des Ηautes Εtudes (Παρίσι) και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο Ρaris Ι (Πάνθεον Σορβόννη) το 1971 και του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο Ρaris ΙV (Σορβόννη) το 1988.

Εργάστηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης αλλά και ως καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νanterre (Παρίσι). Από το 1979 είναι ερευνητής στο Κέντρο Ελληνορωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το οποίο διευθύνει από το 1992. Εχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες και έχει τιμηθεί με το Χάλκινο Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Καραργύρης Γιάννης (ΟΡΝΕΑΤΗΣ) – (1935 – 1999)


 

Γιάννης Β. Καραργύρης

Ο Γιάννης Β. Καραργύρης γεννήθηκε το 1935 στο Γυμνό Αργολίδας. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του, το οχτατάξιο Γυμνάσιο Νεμέας και φοίτησε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Μετά το διορισμό του στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εξασφάλισε διετή υποτροφία στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, όπου παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Διδακτικής κ.ά. Υπηρέτησε επί σειρά ετών ως διευθυντής στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ χρημάτισε μέλος επιτροπής κρίσεως των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού Σχολείου στο Υπουργείο Παιδείας.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από τα εφηβικά του χρόνια. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά και ασχολήθηκε συστηματικά με την κριτική βιβλίων και τη διάσωση του λαϊκού πολιτισμού. Έργα του έχουν περιληφθεί σε πολλές ανθολογίες, όπως «Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνία», «Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες», «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» κ.ά. Έχει τιμηθεί με σαράντα δύο λογοτεχνικά βραβεία ποίησης και πεζογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, μόνιμο μέλος της Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος, τακτικό μέλος της Academie Internationale De Lutece Paris και αρχισυντάκτης και συνεργάτης του περιοδικού «Λογοτεχνική Δημιουργία». Πέθανε το 1999 στην Αθήνα.

Τα ποιήματά του εντάσσονται στο χώρο της παραδοσιακής ποίησης, ενώ η διηγηματογραφία του είναι ηθογραφική. Έργα του που έχουν δημοσιευτεί είναι:

Ποιητικές Συλλογές: «Στ’ αγνάντεμα της χαραυγής» (1991), «Στα σύννεφα του χρόνου» (1992), «Από τον Ευαγγελισμό στην Ανάσταση – Πορεία θριάμβου» (Ορατόριο, 1993), «Στου ήλιου την απλοχωριά» (1995).

Διηγήματα: «Στης ζωής τα κύματα» (1992), «Καράβια αταξίδευτα» (1997).

Μυθιστόρημα: «Παπα – Οικονόμος και Κιαμήλ – Μπέης» (1977).

Ιστορικές Μελέτες: «Φλόγες και αίμα στα Καλάβρυτα» (1993), «Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά – Ο Φαρμακάς ως ιστορικός χώρος» (1995), «Ταξιδεύοντας στο παρελθόν» (1999).

Δοκίμια: «Πνευματική οδοιπορία» (1998).

Σχολικά: «Οι εκθέσεις μου» (1976), «Αριθμητική πρώτης δημοτικού» (1979).

Νέος Ερμής ο Λόγιος – Τεύχος 1 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2011)


 

Ένας νέος «Λόγιος Ερμής» σε αντιπαράθεση με τον «Λόγιο Ερμή», που ξεκίνησε να εκδίδεται στην Βιέννη, το 1811, με διευθυντή το λόγιο Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή και αργότερα το 1816, τον κληρικό Θεόκλητο  Φαρμακίδη και τον Χίο λόγιο Κωνσταντίνο Κοκκινάκη.

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού «νέος Ερμής ο Λόγιος». Πρόκειται για μια τετραμηνιαία έκδοση με αντικείμενο την ιστορία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την τέχνη. Το πρώτο τεύχος ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, όπου δηλώνονται οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της και ο χαρακτήρας του περιοδικού.

 

Ο Ερμής ο Λόγιος – πιο γνωστός ως Λόγιος Ερμής – ήταν δεκαπενθήμερο περιοδικό που εκδιδόταν στη Βιέννη, με εμπνευστές τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που ίδρυσε την «Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου», η οποία και τον εξέδιδε, καθώς και τον Αδαμάντιο Κοραή. Πρώτος διευθυντής του περιοδικού υπήρξε ο λόγιος Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γαζής. Η κυκλοφορία του άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1811 και εκδιδόταν – με μια διακοπή το 1815 – μέχρι την 1η Μαΐου 1821, οπότε και σφραγίστηκε από την αυστριακή αστυνομία. Μετά τον Άνθιμο Γαζή – που επέστρεψε στις Μηλιές για να οργανώσει την περίφημη Σχολή-, ανέλαβαν την διεύθυνση του περιοδικού, το 1816, ο επίσης κληρικός λόγιος Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Χίος λόγιος, Κωνσταντίνος Κοκκινάκης. Ο Λόγιος Ερμής υπήρξε το σημαντικότερο προεπαναστατικό έντυπο του ελληνικού κόσμου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού και την ιδεολογική προετοιμασία της παλιγγενεσίας.

 

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει κείμενα ενδεικτικά των αντιλήψεων της συντακτικής ομάδας και των συνεργατών του περιοδικού. Ο Μιχάλης Μερακλής γράφει για τις ανθρωπιστικές σπουδές, ο Δημήτρης Μαυρίδης για την συνέχεια του ελληνισμού, ο Σπύρος Βρυώνης παραθέτει τις αντιλήψεις που επικρατούν στις κοινωνικές επιστήμες γύρω από το έθνος και τον εθνικισμό, ενώ ο Ερατοσθένης Καψωμένος αναφέρεται στην νεοελληνική κουλτούρα και το μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο.

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος - Τεύχος 1

 

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στην ελληνική Αναγέννηση, που προηγείται της ελληνικής επανάστασης του 1821. Περιλαμβάνονται 6 κείμενα: του Γιώργου Καραμπελιά (Η ελληνική Αναγέννηση), του Απόστολου Διαμαντή (Έθνος και λόγιοι στην Τουρκοκρατία), του Δημήτρη Καραμπερόπουλου (Το γνωστικό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων κατά τη Νεοελληνική Αναγέννηση), του Στέφανου Μπεκατώρου (Ιωάννης Πρίγκος, εραστής των βιβλίων), του Αλέξανδρου Παπαδερού (Μετακένωσις) και του Τάσου Χατζηαναστασίου (Κοινοί τόποι στη βαλκανική λογοτεχνία της Τουρκοκρατίας).

Λόγιος Ερμής

Στο τρίτο μέρος υπάρχει μία ποικιλία κειμένων και θεματικών, ενδεικτικών των προθέσεων και των κατευθύνσεών του περιοδικού. Ο Γιώργος Κοντογιώργης γράφει για την γνωσιολογία των συλλογικών ταυτοτήτων, η Παναγιώτα Βάσση αναλύει την θεώρηση της Ουτοπίας στο έργο του Κ. Παπαϊωάννου, ο Χρίστος Δάλκος γράφει για την ανάγκη υπέρβασης της νεωτερικής και μετανεωτερικής αντίληψης για την γλώσσα και την διδασκαλία της, ενώ ο Νίκος Βαρβατάκος αναφέρεται στον θεσμό των οικογενειακών επισκέψεων στην ελληνική σωφρονιστική νομοθεσία και την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων.

Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Χριστιανισμός και Αναρχία του Ζακ Ελύλ και Το καλό και το κακό στην τέχνη και το Δίκαιο του Βασίλη Μαρκεζίνη), μία εκτενή παρουσίαση του βιβλίου του Α. Νταβούτογλου Το στρατηγικό βάθος: η θέση της Τουρκίας από τον Σπύρο Κουτρούλη και μία συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον Βασίλη Καραποστόλη, γύρω από την ελληνική ιδιοπροσωπία, με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου Διχασμός και Εξιλέωση.

Πηγή: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο – Λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1990 στην Αθήνα, σε ηλικία 65 ετών. Ξεκίνησε σπουδές νομικών και πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε, καθώς τον κέρδισε τελικά η ποίηση. Το  λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”, τεύχος 177-178 που κυκλοφορεί,  είναι  αφιερωμένο στο μεγαλύτερο μέρος του  στον ποιητή  Νίκο  Καρούζο.

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτυμόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια.

(Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο - “Το Δέντρο”

Ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης ομολογεί την αρχική του λαχτάρα να βρει στο πρόσωπο του Καρούζου έναν Έλληνα μπητνίκο, έναν Γκίνσμπεργκ, έναν Κέρουακ – έστω μια εικόνα και ομοίωση των φαντασμάτων που τους στοίχειωναν στα κοινά τους μπαρ – ποτοσχολαστήρια (όπως τα έλεγε). Αργότερα, καθώς εκείνος ο Τελετάρχης των Αντοχών βεβαίωνε με γέλια ομηρικά πως το χιούμορ του είναι φερμένο από την τραγωδία και γύρευε την δέουσα λέξη, αληθινός ακροβάτης στο σχοινί πάνω απ’ την άβυσσο του χρόνου, είδε την διαφορά. «Η διαλεκτική του…μια σχεδόν ολέθρια ένταση για το τι μας περιμένει και πώς θα μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε, να εναλλάσσεται με μια πολύτιμη, λυτρωτική αταραξία, αποκτημένη ύστερα από διαλεχτά διαβάσματα και στοχασμούς σχετικά με το πώς θανατώνεις, νυχθημερόν, το θάνατο» .

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.

Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Θεοφάνεια στο Κρανίδι Αργολίδας


 

«Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε…»

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνεια και Φώτα.

 

Η Βάπτιση του Ιησού Χριστού

Την παραμονή των Φώτων λένε τα κάλαντα και τους δίνουνε μαζέδες σαρακοστιανούς, γιατί δεν τρώνε την παραμονή των Φώτων, για να πιουν αγιασμό. Και τους δίνανε βέβαια την κότα* με τον φιόγκο στον λαιμό. Και μετά τις γιορτές μαζευόντουσαν όλοι ή έξω στα περιβόλια ή σ’ ένα σπίτι και τις τρώγανε και γλεντάγανε.

*[ Τα κάλαντα τα λέγανε όλη την ημέρα τα παιδιά. Το βραδάκι πηγαίνανε τα νέα ανδρόγυνα, στα σπίτια, και τα λέγανε, και τους δίδανε άρα (=καρύδια), λεφτοκάρα (=φουντούκια), ρεμπεμπλιά (=στραγάλια αφράτα). Τους δίνανε παλιά και από μια κότα, με κόκκινο φιόγκο στο λαιμό].      

 

Σήμερις τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας

(και τον Ιησού μας ο βαφτισμός).

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

είν’ η Παναγία η Δέσποινα

με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί:

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε,

δύνασαι να βαφτίσεις Θεού παιδί;

Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ

και τον Κύριό μας παρακαλώ)!

Καλημέρα, καλημέρα

Και πάντα καλημέρα, φωνάζανε από γύρω.

***

Σήμερον τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας!

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός

εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

 

Ο αγιασμός άρχιζε από τις τέσσερις το πρωί. Έχει πολλά ευαγγέλια. Και μετά γυρίζει ο παπάς στα σπίτια κι αγιάζει. Έρχεται με δυο παιδιά, με τον σταυρό και το βασιλικό στο χέρι. Το ένα παιδί κρατά­ει την κανάτα με το νερό, το άλλο κρατάει ταγάρι και του ρίχνουνε πορτοκάλια, μανταρίνια και του δίνουνε και λεφτά. Ο κάθε παπάς πάει στην ενορία του, αλλά πάνε και σ’ άλλες.

Οι καλικάτζαροι φεύγουν την παραμονή που έρχεται ο παπάς με την αγιαστούρα και πάνε στα βουνά. Φεύγουν από την καμινάδα, αφού ο παπάς τους διώχνει. Και παίρνανε ένα ξύλο μακρύ και δένανε πάνω μια ντ(ο)ροβάτα (=θάμνος αγκαθωτός, που χρησιμοποιείται σαν σκούπα) και σκουπίζαμε την καμινάδα και λέγαμε:

 

Ντάλιεν καλκτσάρετ ντ λ-μνν

ε δε θόινν

κάκε γιαμ, κάκε μαθόννε

μαρ μπουκν πρτ τ’ ινιζόνε

(= Βγαίνουν οι καλικάτζαροι στ’ αλώνια

και λένε, τόσο είμαι, τόσο με λένε,

παίρνω ψωμί, για το Θεό).

 

Των Φώτων είναι που βαφτίζεται ο Χριστός. Εκείνη την ημέρα ρίχνουνε τον σταυρό στην κολυμπήθρα. Όποιος ήθελε να δει που τον ρίχνανε στη θάλασσα, πήγαινε ή στο Χέλι ή στην Κοιλάδα κι εκεί πέφτανε στη θάλασσα και πιάνανε τον σταυρό. Και μετά, αυτοί που τον πιάνανε, τον γυρνούσανε στο χωριό, στα σπίτια, και τους δίνανε λεφτά. Τα βάζανε στον δίσκο. Αλλά δώθε, που δεν έχει θάλασσα κοντά τον ρίχνανε στην κολυμπήθρα.

Με τον αγιασμό ραντίζανε τα χωράφια και το σπίτι, όποιος ήθελε. Γιατί παίρνανε αγιασμό από την εκκλησία σε μποτιλίτσες.  Αλλά δεν έκανε να ρίξεις απ’ αυτό στη στέρνα, γιατ’ είναι μεγάλος αγια­σμός. Μια φορά ένας είχε ρίξει και την άδειασε όλη. Ή θα τον αφήσεις όλο το χρόνο στην εικόνα, με το καντήλι ακοίμητο ή θα τον χύσεις σ’ ένα μέρος που να μην πατιέται.

Την άλλη μέρα πάλι, είναι γιορτή. Γιορτάζει ο νουνός του Χρι­στού και γίνεται στην εκκλησία πανήγυρις.

Του Αγίου Τρύφωνος ραντίζουνε με αγιασμό τ’ αμπέλια. Ρίχνου­νε και στα βαρέλια. Και κείνη την ημέρα κλαδεύουνε τ’ αμπέλια. Της Υπαπαντής, στις 2 Φεβρουαρίου, άλλοτε ήτανε η γιορτή της μητέρας. Και γιορτάζανε κι οι μπακάληδες. Κάνανε μεγάλη αρτο­κλασία και μέχρι τώρα. Άλλα χρόνια γυρνούσανε και γλεντούσανε με βιολιά. Πιστεύανε ότι ο Άγιος Χαράλαμπος έδιωξε την ακρίδα. Και υπάρχει εκκλησία του Αγίου και την ημέρα της γιορτής μαζευότανε κόσμος και γινότανε πανηγύρι.

 

 Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Συναυλία Κλασικής Μουσικής


  

O Σύλλογος Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ » διοργανώνει συναυλία κλασικής μουσικής την Κυριακή  9  Ιανουαρίου  2011 και ώρα 6.30΄ μ.μ.  στο μέγαρό του, στο Άργος,  με την συμμετοχή των βραβευμένων νέων σολίστ, Κατερίνας Μακρή, υψιφώνου, Πέτρου Στεργιόπουλου, φλάουτου, Γεωργίας Λαζαρίδου, πιανίστα, Στέφανου Τασκάρη, πιανίστα.

 Χαιρετισμός του κ. Κωνσταντίνου  Π. Καράμπελα – Σγούρδα, Μουσικολόγου- Κριτικού Μουσικής, Προέδρου του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, Μέλους της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Μέλους της Διεθνούς Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Ιδρυτή και Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου Μαρίας Χαιρογιώργου – Σιγάρα και επιτίμου μέλους του « ΔΑΝΑΟΥ». Η συναυλία γίνεται σε συνεργασία με το Διεθνές Μουσικό Σωματείο Gina Bachauer.

Πριν την έναρξη του προγράμματος, θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη  πίτα του Συλλόγου.

 

Πρόγραμμα:

 

  • Domenico Cimarosa

(1749-1801)

Σονάτα για πιάνο αρ. 5

  •       Johann Sebastian Bach

(1685-1750)

Πρελούδιο και Φούγκα σε ρε ελάσσονα (Τεύχος Ι)

  •      Alla turca….Jazz!

Γεωργία Λαζαρίδου, πιάνο

  •       Maurice Ravel

(1875-1937)

Sonatine

Modéré/Mouvement de Menuet/Animé

  •          Frédéric Chopin

(1810-1849)

Πολωνέζα, Op. 53

Στέφανος Τασκάρης, πιάνο

  •         Andre Traeg

(1748-?)

Φαντασία, Οp.2

Πέτρος  Στεργιόπουλος, φλάουτο

  •       Giuseppe Verdi

(1813-1901)

Stride la vampa (άρια της Azucena από την όπερα “Ιl Trovatore”)

  •       Johann Strauss

(1825-1899)

Chacun à son goût” (άρια του Πρίγκιπα Orlofsky από την όπερα “Η Νυχτερίδα”)

  •        Georges Bizet

(1838-1875)

“Habanera” (άρια της Carmen από την όπερα “Carmen” )

  •       Μίκης Θεοδωράκης

(1925)

Όμορφη πόλη (στίχοι Γ. Θεοδωράκη

  •       Μάνος Χατζιδάκις

(1925-1994)

Η μπαλάντα του Ουρί (στίχοι Ν. Γκάτσου)

Μην τον ρωτάς τον ουρανό (στίχοι Γ. Ιωαννίδη)

Κατερίνα Μακρή, υψίφωνος

Στέφανος Τασκάρης, πιάνο

 

Πρωτοχρονιά στο Κρανίδι Αργολίδας


 

Ψαράδικο καΐκι 1944.

Τότες, παλιά, τη βασιλόπιτα τη φτιάνανε σαν ψωμί. Και στο ζυ­μάρι ρίχνανε λίγη μαστιχούλα ποτό, λίγο λαδάκι μέσα και γινότανε αφράτο το ψωμί. Και κάνανε με το πηρόνι τις φέτες κι όταν ερχό­ντουσαν από την εκκλησία, τ’ Αγιού Βασιλειού, πήγαινε ο νοικοκύ­ρης του σπιτιού και την έκοβε πριν απ’ το φαγητό.

Και μελετούσε πρώτα πρώτα: της εικόνας, μετά, του χωραφιού, μετά, του αφεντι­κού, δηλαδή του ίδιου, μετά εμένα, της γυναίκας, μετά των παιδιών, στη σειρά, με την ηλικία, κι έπαιρν’ ο καθένας το κομμάτι του κι έψα­χνε να βρει τον παρά. Κι όποιος τον εύρισκε, ήτανε τυχερός και ου χαρά, πο ‘βρισκε τον παρά!

Και τον τυλίγανε τον παρά, έτσι όπως ήτανε, χωρίς να τον καθαρίσουνε, σ’ ένα βαμπάκι άσπρο, και τον βάζανε στην εικόνα. Τον άλλο χρόνο, τον βάζανε πάλι στην πίτα. Ο πα­ράς ήτανε ασημένιος. Το βράδυ της παραμονής τρώγανε μελομακάρονα, φούσκζες (=λουκουμάδες) και μεζέδες. Τηγανίζανε χοιρινό, κεφτεδάκια. Κι όλη την ημέρα πάλι λέγανε τα κάλαντα. Το πρωί τα παιδιά, το βράδυ τ’ αντρόγενα. Και τους δίνανε πάλι τα ίδια, όπως τα Χριστούγεννα, και στ’ αντρόγενα τις κότες:

 

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

ψιλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή καλός μας χρόνος,

εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

 

Αρχή που βγήκε ο Χριστός,

Άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει

και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άγιος Βασίλης έρχεται,

άρχοντες τον κατέχετε

(και δεν μας καταδέχεται)

από την Καισαρεία,

συ’ σ’ αρχόντισσα κυρία.

 

Βαστά εικόνα και χαρτί

ζαχαροκάντιο, ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι,

δες κι εμέ το παλικάρι!

 

Το καλαμάρι έγραφε,

η μοίρα μου τι μ’ έγραφε

(τη μοίρα μου την ξέγραφε)

και το χαρτί ομίλει (ομίλειε),

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε.

 

Άγιε μου καλέ Βασίλη,

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε!

 

Βασίλη, πόθεν έρχεσαι

και δε μας καταδέχεσαι;

Και πόθεν κατεβαίνεις

και δε μας απαντυχαίνεις;

 

Από τη μάνα μ ‘ έρχομαι

κι εγώ σας καταδέχομαι

και στο σχολειό μου πάγω,

δε μου λέτε τι να κάμω;

 

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,

κάτσε τον πόνο σου να πεις,

κάτσε να τραγουδήσεις

και να μας καλοκαρδίσεις.

 

Εγώ γράμματα (ε)μάθαινα

και να σας πω τι πάθαινα:

τραγούδια δεν ηξεύρω,

αντικρύ μου να σε εύρω.

 

Και σαν ηξεύρεις γράμματα,

πόσες φορές με κλάματα,

πες μας την αλφαβήτα,

πώς τα πέρασες τη νύχτα.

 

Χλωρό ραβδί, ξηρό ραβδί,

πότε στη πόρτα της να βγεί;

χλωρά βλαστάρια πέτα,

ροδοκόκκινη βιολέτα.

 

Κι απάνω στα βλαστάρια της

και στα περικλωνάρια της

πέρδικες κελαιδούσαν,

μάτια μου δεν της μηνούσαν.

 

Δεν ήταν μόνο πέρδικες,

γαρουφαλιές λεβέντικες,

μόν’ και περιστεράκια,

μαύρα μου, γλυκά ματάκια.

 

Και του χρόνου!

 

Το βράδυ της παραμονής παίζανε χαρτάκια και το στρόπι (=κότσι). Είναι ένα κόκαλο από αρνί, στρογγυλό ήτανε, και το πετούσανε και ξέρανε αυτοί από ποια μεριά ήτανε η ευτυχία κι από πού η δυ­στυχία. Το πετούσανε, κι απ’ όπου γύριζε. Παίζανε και την κορόνα. Πιο πολύ την κορόνα παλιά, όχι τόσο τα χαρτιά. Και την άλλη μέρα, τ’ Αγιού Βασιλειού, ποιος θα ‘κανε ποδαρι­κό. Ποιος θα ‘μπαίνε κ-μπ-μπάρδης, δηλαδή ασπροπόδαρος. Κι όποιος έμπαινε του βάζανε ένα κομμάτι βαμπάκι στο παπούτσι και παρά, διπλό, δίφραγκο, ό,τι ήτανε.

Βέβαια, θέλαμε τον καλύτερο να ‘ρχότανε, γιατί, μας φαινότανε, θα ‘φερνε πλούτη. Και λέγανε, αυτός είναι τυχερός, θα πάμε καλά φέτος! Άμα τους τυχαίνανε αναποδιές, τον λέγανε γρουσούζη. Αλλά σε μένα μια χρονιά ήρθε κ-μπ-μπάρδης ένας ζητιάνος. Κουρελιασμένος, πολύ ζητιάνος. Και μου είπανε, άσ’ τον, διώχτ’ τον! Αλλά εγώ του ‘βαλα βαμπάκι και παρά το παπούτσι και την ευτυχία που ‘χαμε κείνη τη χρονιά!… Και στον ελαιώνα το λάδι, και τ’ αμπέλι! Ας ήτανε ζητιάνος, ήτανε τυχερός.

Το ποδαρικό το ‘κανε όποιος έμπαινε πρώτο στο σπίτι. Ξένος όμως. Όχι να ‘βγαινε ένας από το σπίτι έξω και να ξανάμπαινε! Κι όποιος έμπαινε, τον λέγανε κ-μπ-μπάρδη, ασπροπόδαρο. Μέχρι τώ­ρα το κάνουν αυτό. Το βράδυ πηγαίνανε επισκέψεις, έτσι, σε σπίτια συγγενικά, κι ας μην είχανε γιορτές, και κερνούσανε μελομακάρονα, κουραμπιέδες, αμυγδαλωτά, ό,τι είχανε για κείνη τη μέρα. Αλλά φτιάνανε δύο βασι­λόπιτες. Τη μία την κόβανε την ημέρα τ’ Αγιού Βασιλειού, κανονικά, μετά την εκκλησία. Την άλλη την κόβανε το βράδυ, που ερχότανε ο καινούριος χρόνος.

  

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου


 

Στην περιοχή της Επιδαύρου, Παλιάς και Νέας, ανήκουν τρία μοναστήρια, που η ιδρυτική τους ιστορία είναι συνδεμένη σε κοινή μοίρα: της Παναγίας της Πολεμάρχας, της Παναγίας στο Καλάμι και των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Σε διάστημα μισού αιώνα, από την αρχή του 15ου, ο ίδιος μοναστικός πυρήνας δημιούργησε τα τρία αυτά μοναστηριακά κέντρα.

Από την Πολεμάρχα, που βρίσκεται σε πευκόφυτη ερημική ακρογιαλιά βόρια της Π. Επιδαύρου, κυνηγημένοι οι πρώτοι μοναχοί – ιδρυτές της από τους πειρατές, εγκατάλειψαν τη μισοτελειωμένη μονή τους και ζήτησαν καταφύγιο στο «Καλάμι», τόπο που βρίσκεται κοντά στο σημερινό χωριό Αδάμι της Ναυπλίας. Εκεί έχτισαν τη νέα μονή. Αργότερα ξαναγύρισαν στην περιοχή της Νέας Επι­δαύρου. Με παράκληση των κατοίκων και σε χτήματα χαρισμένα από τους ντόπιους, θεμελιώνουν νοτιοδυτικά από την κωμόπολη την τρίτη τους μονή, γύρω στο 1450: ένα μικρό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και τα κελλιά τους. Η Μονή συνεχίζει τη ζωή της, αν και ως το 1814 δεν έχουμε για την ιστορία της γραφτά γνωστά στοιχεία. Μόνο σ’ ένα σιγίλλιο του 1593 (του Ιερεμία Β’), όπου ανανεώνεται το σταυροπήγιο της Μονής Ταξιαρχών, συναντούμε το όνομά της. [1]

 

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου

 

Στα 1814, έτος που σημαδεύει την αρχή μιας σοβαρής περιπέτειας στη λειτουργική ζωή της, η Μονή έχει πολλά κελλιά και μεγάλη περιουσία: μια απόδειξη για την ανάπτυ­ξή της και στα προηγούμενα χρόνια.

Ωστόσο, ένα χρέος της Μονής από 11.000 γρόσια, προς έναν ιδιώτη Αναστάσιο Κιζάνη από τον Πόρο, δημιουργεί την αρχή μιας διαμάχης που κράτησε από το 1814 ως το 1878.  Αργότερα και με την παράκληση των μοναχών, ένας προεστός Κορίνθιος, ο Θεοχάρης, δέχεται να πληρώσει αυτός το χρέος, με την βεβαίωση ότι θα του δοθεί πίσω από την ίδια τη Μονή. Και τότε, ένας ιερομόναχος Αμβρόσιος, από το Λιγουριό, που ανήκε στη Μονή Σινά, επιτήδειος και κακόβουλος, καταφέρνει να πείσει τον Θεοχάρη, να του μετρήσει ο ίδιος – ο Αμβρόσιος – τα λεφτά του μοναστηριακού χρέους, και με τον όρο να συντάξει ο Κορίνθιος προεστός αναφορά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μιαν αναφορά όπου όλοι οι κάτοικοι της περιοχής των Ταξιαρχών θα ζητούσαν την υπαγωγή της Μονής – σταυ­ροπηγιακής ως τότε – στη Μονή Σινά, με την ψεύτικη δικαιολογία ότι ένας μόνο και ανάπηρος μοναχός ζούσε εκεί, ενώ μόναζαν τότε δώδεκα καλόγεροι στην Ταξιαρχών.

Έτσι ο πονηρός Αμβρόσιος κατάφερε, με σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, να σκορπίσει τους ανίσχυρους μοναχούς και να διαφεντέψει την περιουσία της Μονής Ταξιαρχών, ξεπουλώντας πολλά από τα ζώα της, χωράφια, αμπέλια και οικόπεδα στην Π. Επίδαυρο. Και το 1817, ύστερα από τρία χρόνια, αφού έκλεψε ό,τι πολύτιμο υπήρχε, και τους τίτλους ιδιοκτησίας, παράτησε νύχτα το μοναστήρι μ’ ολάνοιχτες τις πόρτες του.

Από τότε αρχίζουν οι αγώνες διαφόρων ιεραρχών με έγγραφα προς την Ιερά Σύνοδο για να ξαναεπανέλθει η Μονή στην Αρχιεπισκοπή Αργολίδος. Η Μονή Σινά ωστόσο διεκδίκησε με πληρεξούσιο τα δικαιώματά της πάνω στη Μονή Ταξιαρχών, ως το 1878. Μέχρις ότου, το θέμα που ταλαιπώρησε τόσο το Μοναστήρι των Ταξιαρχών, έληξε με έγγραφο της Ι.Σ. (17.5.1878): «…ουδεμία ενέργεια ως λαβούσης πέρας της υποθέσεως». [2]

 

 

Προς τη Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Όμως στο μεταξύ έχει αρχίσει η παρακμή. Με Β.Δ. στις 18.3.1874 έχει υπαχθεί – μαζί μ’ όλη την κτηματική της περιουσία – στη γειτονική Μονή Αγνούντος, όπου μένει για 12 χρόνια.

Πάλι με Β.Δ. στις 13.7.1886 οι μοναχοί μετοικούν από την Αγνούντος στην Ταξιαρχών. Όμως η Μονή φθίνει ολοένα. Το 1904, οι καλόγεροι είναι μόνο τέσσερις. Από το 1913 ως το 1917, είχε την τύχη η Μονή να αποκτήσει ηγούμενο το διάκονο Αθανάσιο Μπίκο, θεολόγο – αργότερα καθηγητή στο Άργος. Ο Μπίκος προσπάθησε να συγκρατήσει τη διάλυση. Σ’ αυτόν χρωστάει η Μονή Ταξιαρχών τον Κώδικά της. Τον συγκρότησε από τα έγγραφα και τις σημειώσεις, που υπήρχαν στα αρχεία της.

Η παρακμή ωστόσο συνεχίζεται και στην Ταξιαρχών και στην Αγνούντος. Το 1936 συγχωνεύεται με τη Μονή Καρακαλά και Ταλαντίου – έδρα στη Μονή Καρακαλά. Το 1939 αλλάζει πάλι η έδρα και επιστρέφει στην Ταξιαρχών, που έχει μεγαλύτερη περιουσία. Το 1940 γίνεται αυτοτελής: Ταξιαρχών- Αγνούντος. Τέλος το 1945, στις 22 Σεπτεμβρίου με Β.Δ. μετατρέπεται σε γυναικεία. Οι μοναχοί πηγαίνουν στου Καρακαλά.

Στη Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών έχουν εγκατασταθεί τέσσερις μοναχές, με ηγουμένη την Ειρήνη Σαμιώτου. Γενικός επόπτης και εφημέριος της Μονής, ο αδελφός της ηγουμένης, Θεόκλητος Σαμιώτης. Μείναν τρία χρόνια. Ύστερα έφυγαν για να ιδρύσουν στη Λάρισα του Άργους δικό τους μοναστικό κέντρο.

Στη Μονή Ταξιαρχών έρχεται ηγουμένη η μοναχή Χριστονύμφη Παναγιωτοπούλου. Από τότε, με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αργολίδος Χρυσοστόμου και με τη δραστηριότητα του γυναικείου μοναχισμού, αρχίζει μια νέα περίοδος της Μονής. Μπορεί να πει κανείς ότι μια νέα εντελώς μονή χτίζεται, νέα κτιριακά συγκροτήματα διαμορφώνονται. Το κακό, όπως πάντα, που χτίζονται πάνω στα παλιά. Έτσι η σημερινή μορφή του Μοναστηριού δεν έχει καμμιά σχέση με την πρώτη εκείνη του 15ου αιώνα. Η νέα μονή έχει καλύψει την παλιά. Μόνο το φυσικό περιβάλλον μένει, αλλά κι’ αυτό αλλαγμένο. Κήποι, περιβόλια, νέα δέντρα, και προπαντός η άσφαλτος, έχουν μεταβάλει το τοπίο. Από τις πλημμύρες του 1947, είχε καταρρεύσει ο παλιός ναός.

Για να χτισθεί ο νέος, να γίνουν επιδιορθώσεις και προσθήκες, εκποιήθηκαν δυο κτήματα. Σήμερα μόνο τα κελλιά της νοτιοδυτικής πλευράς, επιδιορθωμένα κι’ αυτά, έχουν κάποια σχέση με τα παλιότερα. Λίγα μέτρα απόσταση από τον περίβολο της Μονής και ΒΔ, πρόσφατα επιδιορθωμένος, διατηρείται ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου, ταφικό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών και το αρχαιότερο σήμερα χτίσμα του.

Σε επιγραφή, που βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού, πάνω στο δυτικό τοίχο του, σε ύψος περίπου 2μ. και δεξιά από τη θύρα εισόδου, υπάρχει η χρονολογία της ανακαί­νισής του: 1597. Από την αγιογράφησή του, σώζεται μόνο η τοιχογρα­φία της κόγχης του ιερού: η Πλατυτέρα και κάτω οι Ιεράρχες. Όλες οι άλλες επιφάνειες των τοίχων είναι ασβεστωμένες με επιμέλεια.

 

Οι Άγιοι Γρηγόριος ο θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος 16ος αιώνας.

 

Ο Δημ. Καρακατσάνης, θεολόγος, με ανακοίνωσή του σχετικά με την ακριβή χρονολόγηση του ναϋδρίου στο Διεθνές Συνέδριο Αγνούντος, Α’ Ημερίς Βυζαντινού Πο­λιτισμού, 12.10.1975, διατυπώνει την άποψη, ότι η ανέγερ­σή του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 1420-1430. Τα πορίσματα της έρευνας του Καρακατσάνη στηρίζονται στη μορφή του ναού, στην επιγραφή αλλά και στην αποκάλυψη, κατά τον καθαρισμό της επιγραφής και την απόξεση του τοίχου, δευτέρου στρώματος τοιχογράφησης.

Δεν έχει ακόμη  εξακριβωθεί αν υπάρχει και κάτω από την Πλατυτέρα, αυτή η πρώτη, το πιθανότερο, αγιογράφηση του ναού. Η επιγραφή μετά τον καθαρισμό, έχει έτσι:

ανεκαινίσθη κ[αι] ιστορήθη

ο θείος και πάνσεπτος ναός

ούτος του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος

γεωργίου του τροπεοφόρου δια συνδρομής

κ[αι] εξόδου του τιμηοτάτου άρχοντος

κυρ γι  (Πλάγγι

ανάκι  αμα συμβίας ος κ[αι] των τέκτων αυτών

ης ψυχηκήν αυτών σωτηρίαν κ[αι] των αυτών γονέων – έτος …

Ινδικτιώνος Οκτωβρίου 25

Μέσα στα οπωροφόρα και τις ελιές, πάνω από την εθνική οδό Κορίνθου – Επιδαύρου, 2 χλμ. από το χωριό Δήμαινα, βρίσκεται χτισμένη σ’ ένα ευχάριστο φυσικό πλαίσιο, 34 χλμ. από το Ναύπλιο και κοντά στη Ν. Επίδαυρο. Μικρές ρεματιές, πλατάνια, ελιές, πεύκα, σ’ όλη την περιοχή της Επιδαύρου, συνθέτουν ένα πολυποίκιλο πράσινο, αληθινή ξεκούραση του ταξιδιώτη που έρχεται μέσα από το Λιγουριό. Η Μονή Ταξιαρχών, όπως και η Αγνούντος, έγιναν με τη νέα εθνική οδό από τα πιο πολυσύχναστα μοναστήρια της Αργολίδας.

Το αίθριο της Μονής Ταξιαρχών μας υποδέχεται πάντα γεμάτο επισκέπτες. Αυτό το αίθριο βρίσκεται μέσα σε παραλληλόγραμμο (40X50), δημιουργημένο από διώροφα κελλιά. Μόνο στην ανατολική πλευρά του τα χτίρια είναι ισόγεια. Εκεί βρίσκονται οι αίθουσες υποδοχής, το Ηγουμενείο, οι βιβλιοθήκες. Στην προέκταση αυτής της πλευράς τελευταία έχει χτισθεί επίμηκες και διώροφο το ζωγραφείο, με εννιά παράθυρα προς το δρόμο.

Στο κέντρο του αίθριου το νέο καθολικό, φρεσκοβαμμένο ως τα κεραμίδια του, έχει σχήμα ελεύθερου σταυρού με τρούλλο και διαστάσεις 8,50X8 μ. περίπου. Τα τρία σκέλη του σταυρού έχουν επιφάνειες επίπεδες και μόνο το τέταρτο (του ιερού) είναι ημικυκλικό. Η είσοδός του στη δυτική πλευρά προφυλάσσεται από ένα μικρό προστώο, στηριγμένο σε δυο κολόνες μαρμάρινες. Πάνω από την είσοδο υψώνεται το δίλοβο κωδωνοστάσιο. Ο τρούλλος, μεγάλος σε διάμετρο με μικρό ύψος το τύμπανό του, μοιάζει να είναι βυθισμένος μέσα στο σταυρό: μόλις και εξέχουν με αγωνία τα δεκάξη τοξωτά παράθυρά του. Εσωτερικά ο τρούλλος στηρίζεται σε τέσσερις αψίδες. Ο φωτισμός του ναού εξασφαλίζεται από επιμήκη τοξωτά παράθυρα, τρία σε κάθε πλευρά: στη βόρια, στη νότια και στην ανατολική (του ιερού). Ακόμη και από τα 16 επίσης τοξωτά, του τρούλλου. Το φως περνάει από τα μικρά, στρογγυλά τους ανοίγματα.

Ο ναός, αγιογραφημένος το 1952, από τους αδελφούς Κάτσωνα και τον Ιερομόναχο Μάξιμο, με τεχνική δυτικών επιδράσεων, χωρίς προσωπική δύναμη έκφρασης. Στη βιβλιοθήκη υπάρχουν πολλά χειρόγραφα, βιβλία με θρησκευτικά κείμενα, παλιά βιβλία βυζαντινής μουσικής, όπως κι’ ένα τρίπτυχο 17ου—18ου αιώνα.

Η μεγάλη κτηματική περιουσία, η προστασία της εκκλησίας και ο γυναικείος ζήλος, όχι μόνο ζωντάνεψαν, αλλά έδωσαν λάμψη στη Μονή. Ο δρόμος πρόστεσε την εύκολη μεταφορά του προσκυνητή ή του απλού επισκέπτη, αφαιρώντας τη γαλήνη. Η Μονή Ταξιαρχών έγινε ένα πολυσύχναστο πέρασμα. Οι αδελφές είναι είκοσι δυο, με ηγουμένη τη Χριστονύμφη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή, περίπου, στα τέλη του 1969. Το 2006, η αδελφότητα της Μονής την εξέλεξε Ηγουμένη, διαδεχόμενη την Γερόντισσα Χριστονύμφη (Παναγιωτοπούλου), την Μακαρία Μαστρογιάννη η οποία εκοιμήθη στις 7 Οκτωβρίου 2024. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι Παντάνασσα Κουμπαρούλη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα τέσσερες (14).

Τις πρωτοείδαμε μια καυτή μέρα του Αλωνάρη, του 1969, να παλεύουν σαν αγρότισσες στο μέγα αγώνα του ψωμιού, με τις αλωνιστικές μηχανές και τους εργάτες. Με τη γκρίζα στολή της δουλειάς, τις ανοιχτόχρωμες ποδιές και ψάθινα καπέλλα, στο χέρι το δικριάνι, αγωνίζονταν ισοδύναμα με τούς άντρες – ευκίνητες, ακαταπόνητες: Μακρίνα, Ξένη, Θεοδότη, Ταξιαρχία, Σαλώμη, Χριστονύμφη, Χριστοδούλη, Φιλοθέη, Νεκταρία, Παρθενία, Αγνή, Μελάνη, Φεβρονία, Μαγδαληνή, Τιμοθέα, Θεοκτίστη, Ευπραξία, Μακαρία, Αικατερίνη, Μαριάμ, Συγκλητική.

 

Οι μοναχές συγκεντρωμένες στο μικρό ζωγραφείο – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Ξαναείδαμε τις μοναχές συγκεντρωμένες στο μικρό ζωγραφείο – δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο μεγαλεπήβολο νέο. Στο φωτεινό και οργανωμένο εκείνο πρώτο εργαστήριο, καθιστές ή όρθιες εμπρός στα καβαλέτα τους, οι περισσότε­ρες νέες κοπέλλες κι’ όμορφες. Στα χαρακτηριστικά τους η προσοχή και η προσήλωση στο έργο. Στο βλέμμα εκείνη η αναγάλλια, που δίνει η δημιουργική εργασία. Η αδελφή Φεβρονία καθοδηγούσε, η ηγουμένη επέβλεπε. Η αγιογράφησή τους δεν είχε έξαρση, είχε όμως επιμέλεια. Κάποιος μοναχός Αγιορείτης τους είχε δώσει μαθήματα.

Ο Αντώνιος Οικονόμου  [3], Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα, φυλακίσθηκε στις αρχές του Εικοσιένα, στο Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Με ψήφισμα της 9.5.1822, η προσωρινή διοίκησις της Ελλάδος απαλλάσσει το Μοναστήρι της αποδεκατώσεως. Η περιοχή ονομάζεται «Νέα Επίδαυρος».  [4] 

«Το βουλευτικόν εθεσπίσατο και το εκτελεστικόν επεκήρυσε τάδε:

Α! Η Πεδιάς να ονομασθή Νέα Επίδαυρος.

Β! Η Ν. Επίδαυρος να ονομασθή πόλις και εις τον αριθμόν των πόλεων να καταριθμηθή.

Γ! Οι πολίτες Επιδαύριοι να μην υπόκεινται εις την αποδεκάτωσιν· η δε εξαίρεσις αύτη να περιορίζεται εις όσους μόνον ευρέθησαν έχοντες κτήματα κατά τον Μάρτιον μήνα του αωηβ έτους».

Ανάμεσα στα έγγραφα του φακέλλου του Μοναστηριού Ταξιάρχες (έγγραφα 476) υπάρχει αναγραφόμενη συχνά η ιδιότητά του: «Μετόχιον του θεοσεβάστου όρους Σινά των Ασωμάτων της Πιάδος… Και η υπογραφή των πατέρων π.χ. Γεράσιμος Σιναΐτης…» Το Μοναστήρι Ταξιαρχών σημειώνεται «διατηρούμενον».

Για Β’ Δέκατο του 1833 καταγράφονται δρχ. 640,76. Για Β’ δέκατο του 1834 δρχ. 1800. Δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από κάθε άλλο μοναστήρι της Αργολίδας και της Κορινθίας. [5] Το 1834/27.12 (Νόμος περί Συστάσεως Δήμων) αναφέρεται ότι έχει 37 κατοίκους. Το 1859 σε κατάσταση της Ι.Σ. προς το Υπουργείο, η Μονή εμφανίζεται «ωργανισμένη» [6].

Η Μονή Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου γιορτάζει στις 8 Νοεμβρίου, την ημέρα της σύναξης των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Επικοινωνία: Τηλ. 27530-31142 & 31182 – Νέα Επίδαυρος Αργολίδας, ΤΚ 210 59.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις


[1] Δ. Α. Ζακυθηνού, Ανέκδοτα Πατριαρχικά έγγραφα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, «Ελληνικά» 1-3, σ. 131.

[2] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, 1961, σσ. 51—74.

[3]  Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύ­ματα, Αθήναι 1857.

[4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φακ. 224, Άγιοι Ταξιάρχαι εν Επιδαύρω.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά-Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 4.

[6] Α. Μάμουκα, Τα Μο­ναστηριακά, Αθήναι 1859.

Μαυρομιχάλης Ηλίας Κατσάκος (; – 1836)


 

Ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης ήταν αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης, φημιζόταν για την ανδροπρεπή ομορφιά του και είχε τόσο μεγάλη επιρροή στη Μάνη, ώστε ο λαός τον αποκαλούσε «Βασιλιά». Λέγεται μάλιστα ότι, όταν αφαιρέθηκε η ηγεμονία της Μάνης από τον Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, ο Καπουδάν πασάς, πρόσφερε αρχικά το μπεηλίκι στον Κατσή. Αυτός όμως αρνήθηκε την προσφορά με τον ισχυρισμό ότι έχει μεγαλύτερο αδελφό τον οποίο σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα όφειλε να σέβεται. Έτσι το αξίωμα δόθηκε στον Πετρόμπεη.

Στα χρόνια του Αγώνα ο Κατσής δεν έδειξε πολεμική ή πολιτική δράση. Ενώ δηλαδή τα άλλα αδέλφια του, ο Πετρόμπεης, ο Κυριακούλης, ο Κωνσταντίνος και ο Αντώνης κινήθηκαν σε όλη την Ελλάδα, αυτός παρέμεινε στη Μάνη, διοικώντας την περιοχή και διαχειριζόμενος τα οικογενειακά ζητήματα της οικογένειας. Μόνο στην αρχή της Επανάστασης έδρασε κατά την πολιορκία των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης και κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέλαβε την διοίκηση των στρατολογικών  και  οικονομικών  υπηρεσιών  του  αμυντικού  στρατοπέδου στην Φουρτζάλα (Θουρία) της Μεσσηνίας.

Αλλά αντί για τον πατέρα, στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, βρέθηκε ο γιος του Ηλίας, ο οποίος σύμφωνα με την Μανιάτικη συνήθεια, επονομαζόταν Κατσάκος (γιος του Κατσή) αλλά και για να τον ξεχωρίζουν από τον πρώτο του εξάδελφο Ηλία, τον περίφημο Μπεζαντέ- Ηλία, γιό του Πετρόμπεη, που έπεσε ηρωικά στην Κάρυστο.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, εμφανίζεται ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, μόλις είκοσι χρόνων, να ανασυγκροτεί ως αρχηγός λακωνικού σώματος την διαλυθείσα πολιορκία της Κορώνης, που μόλις πριν από λίγο είχε αποτύχει.

Κατά την εισβολή του Δράμαλη πολέμησε στις μάχες της Αργολίδας, όπου και διακρίθηκε. Σ’ αυτόν ανέθεσαν την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, διέπρεψε και ριψοκινδύνευσε στην Βέργα του Αλμυρού, όταν βγαίνοντας από το οχύρωμα, λαφυραγώγησε ένα πολύ ωραίο αραβικό άλογο. Μετέβη εσπευσμένα στα ενδότερα της Μάνης και επί κεφαλής 300 Μανιατών χτύπησε τον εχθρό στη Μινιάκοβα και έσωσε από βέβαιο όλεθρο τον Κοσσονάκο, που ήταν στενά πολιορκημένος.  

Ο τάφος του Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη στο Μόναχο.

Το 1830, επί Καποδίστρια, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο, επειδή συμμετείχε ενεργά στην αντιδραστική κίνηση των Μαυρομιχαλαίων κατά του Κυβερνήτη. Κατάφερε να δραπετεύσει και υποκίνησε την εξέγερση της Μάνης, μπαίνοντας επί κεφαλής των στασιαστών. Κατηγορήθηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του για τον φόνο του Κυβερνήτη αλλά απαλλάχτηκε από την κατηγορία της φονικής συνωμοσίας.

Σημαντική είναι η δράση του Ηλία Κατσάκου στα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τα σκληρά μέτρα που έλαβε η βαυαρική Αντιβασιλεία προκειμένου να σταματήσει τους εμφύλιους πολέμους και να επικρατήσει η νόμιμη τάξη. Όταν επιχειρήθηκε ο βίαιος αφοπλισμός και η κατεδάφιση των πολεμικών πύργων*, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση των ατίθασων Μανιατών και την ένοπλη στάση.

Στην καταστολή τους συνέδραμε αποτελεσματικά με την παρέμβασή του ο Κατσάκος. Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του η Αντιβασιλεία τον ονόμασε « Μοίραρχο υπεράριθμο» και προσελήφθηκε  από τον Αρχηγό των Βαυαρικών στρατευμάτων στρατηγό Σμάλτς μαζί με τον Βαυαρό ταγματάρχη Φέδερ ως σύμβουλος και βοηθός για την καταστολή της ανταρσίας της Μάνης, όπου κατάφερε με τις δραστήριες ενέργειες του και της σημαντικής τοπικής επιρροής του να επιφέρει την ειρήνη και τον συμβιβασμό. Σ’ αυτόν οφείλεται η καταστολή του κινήματος της Τσίμοβας, η διάλυση της πολιορκίας της Ζαρνάτας, η κατάθεση των όπλων της Ανδρούβιστας, και η απελευθέρωση των Βαυαρών που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Πορτοκάγιο.

Οι προσπάθειες του για την επικράτηση της τάξης και της ειρήνης, συνεχίστηκαν στην Μεσσηνία και κατάφερε να καταστείλει την στάση κατά της Αντιβασιλείας, την οποία είχε υποκινήσει ο Κολοκοτρώνης και να δώσει σκληρούς αγώνες με κίνδυνο της ζωής του, κατά του Νικηταρά και του Μητροπέτροβα.  Όταν πλέον είχε κατασταλεί η στάση, ο Σμάλτς διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα αλλά διατήρησε ενεργά μόνο δύο. Το σώμα της Αρκαδίας υπό τον Γαρδικιώτη και της Μεσσηνίας υπό τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κατσάκος, σε αναγνώριση και ανταμοιβή των υπηρεσιών του προς τον θρόνο και προς ικανοποίηση της ισχυρής λακωνικής οικογένειας, διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα.

Στην νεοσύστατη τότε βασιλική αυλή και την νεοπαγή αθηναϊκή κοινωνία η εμφάνιση του Ηλία Κατσάκου έκανε καταπληκτική εντύπωση και έλαμψε κυριολεκτικά με τις ψυχικές και σωματικές αρετές του. Με το ψηλό και ευλύγιστο ανάστημά του, το ωραίο του πρόσωπο με τα απολλώνεια χαρακτηριστικά, την ευγένεια και την ανδρεία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων.

Sophie de Marbois-Lebrun

Είναι γνωστός ο θρύλος που δημιουργήθηκε σχετικά με τις σχέσεις του με την Δούκισσα της Πλακεντίας (Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν), την εκκεντρική εκείνη γυναίκα, η οποία μολονότι ήταν φειδωλή και εκλεκτική στις σχέσεις της, δεχόταν συχνά και με οικειότητα τον υπασπιστή του βασιλιά.

Κάποτε, η Δούκισσα και η κόρη της Ελίζα, διέτρεξαν θανάσιμο κίνδυνο να γκρεμιστούν στον Ιλισσό όταν αφηνιάσανε τα άλογα της άμαξας τους. Ο Κατσάκος τα συγκράτησε με τα στιβαρά του χέρια ή, κατά μια άλλη εκδοχή,  τα πυροβόλησε με τόλμη και ακρίβεια. Από τότε η Δούκισσα τον αγάπησε πολύ θεωρώντας τον σωτήρα της ίδιας και της κόρης της. Μάλιστα η κόρη της, τον θεωρούσε ως μελλοντικό μνηστήρα της.** Ο θρύλος αυτός, βεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση των Μαυρομιχαλαίων αλλά ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Κατσάκος και η σύζυγός του, χώρισαν «κοινή συναινέσει». Μάλιστα ο Κατσάκος πάντρεψε την πρώην γυναίκα του με έναν φίλο του από την Λακωνία, κάποιον Κατρίνη. Είναι πολύ πιθανό, να επεδίωξε και να πήρε το διαζύγιο, προκειμένου να παντρευτεί την κόμισσα Ελίζα. Και ο γάμος αυτός θα γινόταν εάν δεν μεσολαβούσε το τραγικό τέλος των δύο αυτών ανθρώπων.

Τον Απρίλιο του 1836 ο νεαρός Βασιλιάς ταξίδεψε στη Γερμανία, προκειμένου να βρει σύζυγο. Ως υπασπιστές του πήρε μαζί του τον Αντώνιο Μιαούλη και τον Ηλία Κατσάκο. Όταν όμως η βασιλική συνοδεία έφτασε στο Μόναχο, τους κατοίκους της πόλης αποδεκάτιζε φοβερή επιδημία χολέρας. Ο Κατσάκος ασθένησε και πέθανε, όπως πέθανε μετά από λίγο και ο συνάδελφός του Αντώνιος Μιαούλης κατά την διάρκεια του ταξιδιού του Όθωνα από το Μόναχο προς το Ολδεμβούργο. Ο Μιαούλης ετάφη στο Ούφφενχάϊμ της Βαυαρίας.

Πόσο αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ο Κατσάκος από την βασιλική οικογένεια και την αυλή της Βαυαρίας αλλά και πόσο θρηνήθηκε ο πρόωρος θάνατός του το εντοπίζουμε στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής και στο μεγαλοπρεπές μνημείο, το οποίο ανήγειρε επί του τάφου του ο Λουδοβίκος Α΄

Σε άρθρο του 314 φύλλου (1836) της «Γενικής Εφημερίδος» του Άουσβουργκ  αναφέρεται:

 

«Την περασμένην νύχτα (6 Νοεμβρίου) μεταξύ άλλων απέθανεν εις το βασιλικόν ανάκτορον κάτοχος ενδόξου ονόματος, ο υπασπιστής της Α.Μ. του Όθωνος, Κατσάκος Μαυρομιχάλης, όστις συνόδευσεν εδώ την Α.Μ. εις ηλικίαν πολύ νέαν, διακρινόμενος δια την μόρφωσιν και το θάρρος του. Τα προσόντα αυτά και η εύνοια του βασιλέως του τον οδήγουν εις υψηλούς εν τη πατρίδι του προορισμούς».

 

Στο 315 φύλλο: «Σήμερα (8 Νοεμβρίου) το απόγευμα εκηδεύθη ο υπασπιστής της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος αντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης με στρατιωτικάς τιμάς».

Σε έκτακτο παράρτημά της, της 11ης Νοεμβρίου 1836, δημοσιεύεται μεγάλη νεκρολογία, στην οποία αναφέρονται μερικά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του Κατσάκου. 

« Μετά την κατάλυσιν του Κερκυρο- Ρωσσικού κόμματος ετάχθη ο Κατσάκος με όλην την οικογένειάν του ενθουσιώδης υποστηρικτής της Βασιλείας και ως τοιούτος αντιμετώπισεν σκληρούς αγώνας εις την Μεσσηνίαν με τους αντιθέτους και τον Νικήταν, όστις παρ’ ολίγον να τον καταστρέψη. Διότι οδηγών ( ο Νικηταράς) τους Μεσσηνίους αντάρτας υπό τας σημαίας του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, του επετέθη και τον είχε πολιορκημένον επί τρεις ημέρας εις το χωρίον Μικρομάνη. Αλλά την 4ην ημέραν επελθών ορμητικός ο νεότερος 18ετής αδελφός του Γερμανός με σώμα Μανιατών τον έσωσεν εκ του κινδύνου.

Με την άφιξιν της Αντιβασιλείας ο Κατσάκος από στρατηγός έγινε λοχαγός. Αλλά τούτο ουδόλως τον εμπόδισεν από του να δράση και να καταστείλη την κατά της Αντιβασιλείας εξεγερθείσαν στάσιν της Μεσσηνίας και της Μάνης. Ένεκα δε των υπηρεσιών του τούτων, οίτινες έφεραν την υποταγήν και την τάξιν εις την Μάνην, επροβιβάσθη εις αντισυνταγματάρχην και έγινεν υπασπιστής της Α.Μ. του βασιλέως Όθωνος.

Υπό την ιδιότητά του ταύτην συνόδευσε τον νεαρόν μονάρχην εις Γερμανίαν και μαζί του εταξίδευσεν όλην την Μεσημβρινήν Γερμανίαν, την Ρηνανίαν, την Σαξωνίαν, το Βραδεμβούργον. Το υψηλόν και λαμπρόν ανάστημά του 36ετούς ανδρός με την ωραίαν εθνικήν ενδυμασίαν είλκυε παντού την προσοχήν και την συμπάθειαν των κατοίκων, οίτινες εις το πρόσωπον του Κατσάκου έβλεπον ένα εκ των γνησίων ηρώων, οίτινες με καρτερίαν και με ανυπέρβλητον θάρρος διεξήγαγον νικηφόρως τον τελευταίον αξιοθαύμαστον αγώνα εναντίον δεσπότου ισχυρού και αλαζόνος.

Όσοι τον επλησίαζαν εθέλγοντο από την ανοικτόκαρδον και ανεπιτήδευτον συμπεριφοράν του, η δε μέχρις αυταπαρνήσεως αφοσίωσίς του εις το πρόσωπον του νεαρού μονάρχου του, του εξησφάλισε την αγάπην, τον σεβασμόν και την συμπάθεια της χώρας μας, ήτις εξετίμα το γένος του, το πρόσωπόν του και τας πράξεις του. Εις όσους εγνώριζον το γιγάντειον σώμα και την φυσικήν και ηθικήν ρώμην του νέου ανδρός, την ενέργειαν και το σφρίγος του οργανισμού του, είναι ακατανόητον πως ήτο δυνατόν να υποκύψουν όλαι αυταί αι δυνάμεις εις την νόσον, ήτις παρά την σκληρότητά της επιστεύετο ότι εις το τέλος ήθελε νικηθή.

Η πρώτη αφορμή εδόθη, ως λέγουν, από κρυολόγημα, που επήρεν εις το κυνήγι, όπου την περασμένην Πέμπτην επέρασε όλην την ημέραν ενδεδυμένος ελαφρά παρ’ όλην την υπερβόρειον αυτήν κακοκαιρίαν. Άλλη αιτία ήτο η περιφρόνησις που ησθάνετο εις την αρρώστια με την σκέψιν ότι αυτός που επέρασεν εις την πατρίδα του όλους τους κινδύνους ασθενειών και μαχών χωρίς να πάθη τίποτε, ήτο υποχρεωμένος εδώ εις την ξενητειά να υπομένη επί της κλίνης ωσάν γυναίκα τας προφυλάξεις και τας περιποιήσεις των ιατρών.

Υποτιμών λοιπόν την κατάστασίν του ελοιδώρει τους φίλους που τον συνεβούλευαν ή τον εμάλωναν, και όταν του ωμίλουν δια χολέραν, τους απήντα με την αστειότητα, ότι « αυτή είναι γυναίκα κι αυτός δεν φοβείται τις γυναίκες». Έτσι ανεπτύχθη το κακόν εις τον ισχυρόν οργανισμόν του και την Κυριακήν το πρωί είχε σφοδρότατον εμετόν με δυνατούς πόνους, οι οποίοι παρά τας ιατρικάς βοηθείας και την δύναμιν του οργανισμού του, του έφεραν εντός 16 ωρών τον θάνατον, τον οποίον αντιμετώπισε με αταραξίαν ήρωος.

Εκοινώνησε από τον Έλληνα ιερέα με συγκίνησιν και ευλάβειαν της αγίας μεταλήψεως και δύο ώρας προ του θανάτου του όταν τον είδεν εις το δωμάτιον του με το Ευαγγέλιον, του είπε ζωηρά: « Δεήσου υπέρ εμού˙ γεροντάκι. Για με δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Άνοιξέ μου την πύλην της ευσπλαχνίας». Περί την 10ην ώραν η αντίστασις της ισχυράς του φύσεως εκάμφθη τελείως και εκοιμήθη ήρεμα περιβαλλόμενος από κλαίοντας συμπατριώτας και Γερμανούς φίλους. Ο εξαφνικός θάνατος του μέσα εις το παλάτι, εμπρός εις τα μάτια των δύο μοναρχών και ολίγας εβδομάδας προ των επικειμένων γάμων του βασιλέως του, όστις τον υπερηγάπα, έκαμε παντού οδυνηράν εντύπωσιν. Σήμερα το απόγευμα εις τας 3 θα κηδευθή με τιμάς στρατιωτικάς κατά τα ελληνικά εκκλησιαστικά έθιμα. Ας είναι ελαφρά η γη του νέου και ευγενούς ήρωος, όστις μη ευρών τον θάνατον εις τους αγώνας του πατρίου εδάφους, ήτο πεπρωμένον να πέση από χολέραν εις την ξένην, αλλά πλησίον όμως του βασιλέως του, τιμημένος με το πένθος του και με το πένθος όλων όσοι τον εγνώρισαν».    

Κατόπιν αναφέρεται στην οικογένεια Κατσάκου και τους συγγενείς τους, τους οποίους απαριθμεί και καταλήγει με ύμνους στην εκατόχρονη μητέρα του Πετρόμπεη και γιαγιά του νεκρού, προς τον οποίον έτρεφε εξαιρετική αδυναμία.

Η ίδια εφημερίδα βρίσκει την ευκαιρία και στην νεκρολογία του Μιαούλη ( παράρτημα 552) να αναφερθεί και πάλι στον Κατσάκο. Συγκρίνουσα τους δυο άτυχους Έλληνες υπασπιστές του Όθωνα λέει ότι τα βλέμματα του Γερμανικού κόσμου στράφηκαν κυρίως προς τον Κατσάκο με το ψηλό του ανάστημα και με τη λαμπρότητα της γραφικής του ενδυμασίας. Ακόμη δε, ότι αντίθετα με τον Μιαούλη, που ήταν ήρεμος, σοβαρός και μελαγχολικός, νοσταλγώντας συνεχώς την Ύδρα και την οικογένειά του, ο Κατσάκος διακρινόταν για την ευδιαθεσία του. Ήταν «παιδί της φύσεως, ήρως των βουνών και των λόγγων, τύπος αντιπροσωπευτικός της χαράς και της αβιάστου διαθέσεως». Πόση δε εντύπωση έκανε και σε άλλους ξένους κύκλους ο θάνατος του Κατσάκου, φανερώνει η αναφορά του στην επιτύμβια πλάκα της κόμισσας Σαπόρτα, που πέθανε στην Αθήνα. Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων σχετικών:

«…Λουδοβίκος δε ο μονογενής αυτής υιός υπό χολέρας εννεάτης ετελεύτησεν εν Μονάχω τη 27 Οκτωβρ./8 Νοεμβρίου, εν έτει 1836, ημέρα καθ’ ήν ενταφιάζετο εκεί ο γενναίος του Βασιλέως Υπασπιστής ο συνταγματάρχης Κατσάκος Μαυρομιχάλης».

Ο κόμης Σαπόρτα, αυλάρχης του Όθωνα, είχε συνωδεύσει τότε και αυτός τον βασιλιά  στο ταξίδι εκείνο, το οποίο απέβη τόσον οδυνηρό  στην βασιλική συνοδεία.

Βασιλεύς Όθων

Αλλά και μετά τον θάνατο του δεν έπαψε ο Ηλίας Κατσάκος ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο ευφάνταστος λαός της Μάνης, τρέφοντας λατρεία και θαυμασμό για τον εξαιρετικό άνδρα, στην ωραιότητά του, στην ευρωστία του και  στην ανδρεία του, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τέτοιος άνθρωπος στην ακμή της ανδρικής του ηλικίας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και πλάστηκε ο θρύλος περί της δολοφονίας του στην Αυλή του Μονάχου, είτε λόγω ερωτικής περιπέτειας, είτε λόγω αντεκδίκησης των Βαυρών για όσα είχαν υποστεί κατά την ανταρσία από τους Μανιάτες. Ο θρύλος αυτός αποτέλεσε θέμα και περιεχόμενο της γνωστής μπαλάντας, η οποία με διάφορες παραλλαγές αλλά πάντοτε ως «τραγούδι του Λιά του Κατσή» τραγουδιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια από τους πλανόδιους τραγουδιστές της Πελοποννήσου. (Κ. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια και τραγούδια αριθ. 137, Β. Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια αριθ. 2).

Ο θρύλος βρήκε απήχηση και στην Αθήνα μεταξύ σοβαρών προσώπων, και έδωσε αφορμή σε σοβαρότερα γεγονότα. Ο εκδότης της Εφημερίδας «Ελπίς» Κωνσταντίνος Λεβίδης, υιοθέτησε την διάδοση αυτή περί δολοφονίας του Κατσάκου και δέχτηκε επίθεση τον Νοέμβριο του 1837 στο Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος» από δέκα Βαυαρούς αξιωματικούς με τον Φέδερ επί κεφαλής παρόντος και του Ιωάννη Κατσή Μαυρομιχάλη, πατέρα του Κατσάκου, πράγμα το οποίον έδωσε αφορμή σε ποικίλα σχόλια.

«Αυτός ο περμπάντης είναι όπου υβρίζει τους τιμίους Βαυαρούς» είπαν αλλά ο Λεβίδης αποτεινόμενος προς τον παριστάμενο γερο  -Κατσή αντέστρεψε: «Θέλουν να ειπούν: Αυτός είναι εκείνος, όστις στηλιτεύει τους φονεύσαντας τον υιόν σου Κατζάκον εις την Βαυαρίαν».

Ο Λεβίδης, που δημοσίευσε το επεισόδιο αυτό  στο Παράρτημα της εφημερίδας του (αριθ. 85-86) έγραψε την εξής υποσημείωση: «Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλαί και μεγάλαι υποψίαι ότι ο υιός του κυρίου Κατζή, ο γενναίος Κατζάκος, εφονεύθη εις την εν Μονάχω διαμονήν του από τον ιατρόν Β……… ετυπώθη φυλλάδιον εμπείρου ιατρού Γερμανού πραγματευομένου περί της φαρμακεύσεως ταύτης, θέλομεν δημοσιεύσει κατόπιν μερικά τεμάχια». Αλλά η υπόσχεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε γιατί σταμάτησε μετά το επεισόδιο η έκδοση της «Ελπίδος», είτε γιατί δεν υπήρχε τέτοιο φυλλάδιο.

Λέγεται, ότι όταν ο Όθωνας επισκέφτηκε για τελευταία φορά στο Μόναχο τον ετοιμοθάνατο Κατσάκο, αυτός του διατύπωσε με αδύναμη φωνή την παράκληση: «Τα παιδιά μου Μεγαλιότατε»! Ο Όθωνας δεν λησμόνησε την τελευταία παράκληση του αγαπημένου του υπασπιστή. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φρόντισε αυτοπροσώπως να παραλάβει και να προστατεύσει τους δυο ανήλικους γιούς του Κατσάκου, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο.

Ο μεν Ιωάννης εκλέχτηκε βουλευτής για πολλές περιόδους κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και τα πρώτα του Γεωργίου, διακρίθηκε για τον χαρακτήρα και την μόρφωσή του, έγινε στενός φίλος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και, όπως αναφέρει ο τελευταίος στις επιστολές του, είναι αυτός που βρέθηκε στο πλευρό του ποιητή κατά την συμπλοκή του με τους Ιακωβάτους στη Βουλή. Αποσύρθηκε πολύ νωρίς από την πολιτική, έζησε στον ιστορικό πύργο των Κιτριών και πέθανε εκεί σε μεγάλη ηλικία. Ο δεύτερος γιος του Ηλία Κατσάκου, ο Δημήτριος, πέθανε πρόωρα. Αλλά άφησε γιούς και απογόνους.

  

Υποσημειώσεις


  

* Τρεις φορές επιχειρήθηκε η κατεδάφιση των Μανιάτικων πύργων. Την πρώτη αποφάσισαν οι Τούρκοι, προκειμένου να καταστείλουν την πειρατεία εκ μέρους των Μανιατών, επί Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκου (1810-1815). Η δεύτερη επιχειρήθηκε επί Καποδίστρια. Η τρίτη και πιο αιματηρή πραγματοποιήθηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία και είναι αυτή που αναφέρουμε στο κείμενό μας. «…λόγω σθεναράς αντιστάσεως των Μανιατών κατά των προς τούτο εισβαλόντων εις Μάνην κυβερνητικών, βαυαρικών κατά το πλείστον δυνάμεων υπό τον Βαυαρόν αξιωματικόν Φέδερ» απέτυχε. « Μόνον εις ακραίας τινάς περιοχάς, ιδίως της ανατολικής Μάνης οι βαυαροί επρόλαβον να κατακρημνίσουν πύργους τινας, οι δε εισβαλόντες προσκρούσαντες εις λυσσώδη αντίστασιν κατετροπώθησαν, πολλοί μάλιστα ηχμαλωτίσθησαν. Έκτοτε οι πανύψηλοι πύργοι της Μάνης δεν ηνωχλήθησαν».

** Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, λέγεται ότι ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ μητέρας και κόρης. Βέβαια, ο θρύλος αναφέρεται κυρίως στις σχέσεις της Ελίζας και του Κατσάκου καθώς και στον επικείμενο γάμο τους. Το ειδύλλιο κλυδωνίστηκε όταν η Ελίζα έμαθε ότι ο Κατσάκος ήταν ήδη παντρεμένος. Η φήμη ότι δήθεν η γυναίκα του Κατσάκου πέθανε στην γέννα, δεν φαίνεται να απάλυνε την απογοήτευση της. Αν και ο Κατσάκος υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας, η Ελίζα απομακρύνθηκε από τον αγαπημένο της. Ήταν Απρίλιος του 1836. Ο Κατσάκος έφευγε από την Ελλάδα, συνοδεύοντας ως υπασπιστής τον Όθωνα στην Γερμανία. Η Δούκισσα αποφάσισε να κάνει μαζί με την κόρη της ένα μεγάλο ταξίδι στη Μέση Ανατολή, πιστεύοντας ότι το ταξίδι αυτό θα βοηθούσε την Ελίζα να ξεχάσει την καταστροφική ερωτική σχέση της. Η είδηση του θανάτου του Κατσάκου βρήκε την Δούκισσα και την κόρη της στην Βηρυτό. Η υγεία της Ελίζας ήταν ήδη κλονισμένη από κάποιο πνευμονικό νόσημα. Ο θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη ίσως λειτούργησε ως χαριστική βολή στην νεαρή Κοντέσα. Στις 18 Ιουνίου του 1837 υπέκυψε. Η λαϊκή παράδοση απέδωσε τον θάνατό της στην ραγισμένη από τον έρωτα καρδιά της, που δεν άντεξε στο άγγελμα του θανάτου του αγαπημένου της.

(Τα πιο πάνω δημοσιεύονται με κάθε επιφύλαξη αφού δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αλλά αποτελούν μόνο θρύλους και σχόλια της εποχής ).

   

Πηγές


  • «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»,  Ιδρυτής – Διευθυντής: Γεώργιος Δροσίνης, Εκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι, 1936. 
  • Γεώργιος Α. Βασιλειάδης, «The Duchesse de Plaisance in fact and fiction»,  Athens News, 14 Μαΐου 2004.
  • Α. Δ. Δασκαλάκη, «Αρχείον Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη», Ανέκδοτα Ιστορικά έγγραφα της Μάνης, 1810-1815.

 

 

Σχετικά θέματα: