Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Ο Συνταγματικός Έλλην – Η εφημερίδα της Ναυπλιακής Επανάστασης (1862)

 

 


 

Την 5η Φεβρουαρίου 1862 κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ, με υπότιτλο ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Κ. Ιωαννίδη και είχε συντάκτη τον Θεόδωρο Φλογαΐτη.

Κάτω από τον υπότιτλο φιγουράριζε ένα περίτεχνο έμβλημα. Μια αρχαιοπρεπής γυναικεία μορφή κάθεται μεγαλόπρεπα πάνω σ’ ένα όρθιο αρχαίο κίονα και κρατάει στο προτεταμένο δεξί χέρι της ξίφος. Ο κίονας φέρει στο κέντρο του έναν τεράστιο οφθαλμό που «τα πανθ’ ορά» και στέφεται με πλούσιους κλάδους δάφνης, ενώ τον τέμνει διαγωνίως ένα τεράστιο σπαθί. Το μήνυμα είναι ευδιάκριτο: Δοξασμένα όπλα και Δικαιοσύνη που επαγρυπνεί για να τα χρησιμοποιεί, όταν χρειάζεται. Οι συνειρμοί ευκολότεροι: Ο αγώνας του Ναυπλίου είναι κατά της αδικίας.

 

Στο διάστημα από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου 1862 κυκλοφόρησαν 17 τεύχη και 1 παράρτημα. Η εφημερίδα, άγνωστο γιατί, έπαψε να κυκλοφορεί από την 10η Μαρτίου έως την 8η Απριλίου, που παραδόθηκε η πόλη. Ήταν ένα μικρό έντυπο, τετρασέλιδο κατά βάση, τελάλης των αρχών της Επανάστασης και ανελέητος κατήγορος του συστήματος της φαυλοκρατίας. Υπήρξε δηλαδή ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ­ΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ το ιδεολογικό όργανο των επαναστατών, που είχαν ανάγκη να προπαγανδίσουν τις ιδέες τους στα ευρύτερα στρώματα, να κοινοποιήσουν τους σκοπούς τους έξω από το Ναύπλιο, να τονώσουν το φρόνημα των αγωνιστών πριν, αλλά και μετά τις φονικές μάχες.

Βέβαια η μικρή αυτή εφημερίδα των 24Χ19 εκ. δημοσίευε κάθε είδηση που αφορούσε την επανάσταση και την εξέλιξή της. Τα πρώτα όμως φύλλα καλύπτονται από ανακοινώσεις της Επιτροπής Ασφαλείας, ψηφίσματα δήμων της περιοχής, πληροφορίες για την εξέγερση κι άλλων πόλεων και λοιπές συναφείς ειδήσεις. Σε κεντρική θέση βέβαια δημοσιεύεται το μανιφέστο της Επιτροπής. Στα επόμενα φύλλα πυκνώνουν οι ειδήσεις για εξεγέρσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα, αν και ποτέ ο συντάκτης δεν είναι κατηγορηματικός.

Ιδιαίτερη θέση έχουν ασφαλώς οι ειδήσεις για τις μάχες: την έκβασή τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες και την ανοίκεια τακτική του στρατηγού Χαν να ποτίζει στους στρατιώτες του με ρακή πριν τη μάχη, ακόμα και παρά τη θέλησή τους. Οι νεκροί και τραυματίες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αναφέρονται με τα ονόματά τους και κάποτε και ο επικήδειός τους, όταν εκφωνείται από λαμπρούς ρήτορες, όπως ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης.

Πάνω απ’ όλα όμως ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ διασαλπίζει τις αρχές της Επανάστασης και με πύρινα άρθρα των συντακτών του, κυρίως του Φλογαΐτη και του Δημητριάδη, στηλιτεύει αμείλικτα «το μιαιφόνον και κακούργον σύστημα» και εμψυχώνει τους αγωνιστές. Το ύφος ήταν αυστηρό, ο τόνος υψηλός και η γλώσσα κομψευόμενη καθαρεύουσα έως αρχαΐζουσα.

 

 

Ο Συνταγματικός Έλλην

 

 

Οι αναφορές της εφημερί­δας στην 25 Μαρτίου 1821, τη γαλλική επανάσταση και φυσικά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 είναι αποκαλυπτικές της ιδεολογίας που έθρεψε το κίνημα του Ναυπλίου. Ιδεολογίας εθνικής και δημοκρατικής που έρχεται από την παράδοση των Εθνοσυνελεύσεων του ’21 και την πολιτική σκέψη που κληροδότησε η γαλλική επανάσταση. Δύσκολα κρύβονταν τα αντιοθωνικά και αντιβασιλικά φρονήματα των επαναστατών, αν και δεν τοποθετήθηκαν απροκάλυπτα κατά του θεσμού της βασιλείας. Πως θα ήταν δυνατόν εξάλλου, αφού από τη μία, επί σειρά ετών, στηλίτευαν τον Όθωνα για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και από την άλλη υπήρχε ο φόβος παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων;

Έντεχνα όμως και υπαινικτικά δηλώνονται οι πεποιθήσεις τους, τόσο «εις τας τρεις εθνοσωτηρίους αρχάς» της επαναστάσεως, που δημοσιεύονται στο 2ο φύλλο, όσο και σε άρθρα της εφημερίδας.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα: «Ο όρκος τον οποίο δίδει πας Έλλην άμα γεννώμενος, είναι Ζήτω η Πίστις, η Πατρίς, η ελευθερία. Πας άλλος όρκος (εννοεί προφανώς Ζήτω ο Βασιλεύς) είναι βεβιασμένος, αθέμιτος και κατά συνέπειαν άκυρος!»

Στα τελευταία φύλλα, όταν οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης είναι άσχημες για τους επαναστάτες, η εφημερίδα διαδηλώνει ανοιχτά μόνο κατά της Κυβερνήσεως (Υπουργείον λεγόταν τότε) και κατά του συστήματος της φαυλοκρατίας, της αδικίας και της διαφθοράς και ζητά από τον Όθωνα πιστή εφαρμογή του Συντάγματος.

Άξια επισημάνσεως είναι η περιγραφή, στο φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου, της καύσεως της λαιμητόμου στο Ναύπλιο και της διαδήλωσης των πολιτών κατά της θανατικής ποινής.

Ο λαός την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του έπραξε. Πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης ρήτωρ κ. Πέτρος Μαυρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον.

 

«Χαίρετε και πάλιν Έλληνες!!

 Σήμερον είνε η Αγία και καθαρά Δευτέρα, η πρώτη ημέρα της Μεγάλης τεσσαρακοστής. Σήμερον καθαρίζεται το Ελληνικόν Έθνος από το λείψανον της βαρβαρότητος από το αποτρόπαιον μίασμα, από την λαιμητόμον.  Σήμερον συλλογίζονται οι επίβουλοι σύμβουλοι του στέμματος, ότι το πυρ το οποίον έκοπτε τας κεφαλάς των κακούργων ους ώθουν ούτοι εις εγκλήματα δια της μυσαράς πολιτικής των, δια του ιδίου πυρός καταναλίσκεται. Όθεν ας συγγχαρώμεν εαυτούς δια την κλητήν ημέραν της 1 Φεβρουαρίου καθ’ ήν Συ ω γενναία φρουρά έφερες, σεις υπαξιωματικοί και στρατιώται του εθνικού στρατού της Ναυπλίας δια των επαραμίλλων γενναιοφρόνων αισθημάτων σας επροκαλέσατε, την αυταπάρνησιν φέροντες εις το μέτωπόν σας ως σύμβολον του κινήματος. Ας καύσωμεν όθεν ομοθυμαδόν το αποτρόπαιον μίασμα της βαρβαρότητος, την λαιμητόμον και μετ’ αυτής συγκαύσωμεν και το εθνοκτόνον υπόμνημα το υβριστικόν του αγώνος.

( Εντεύθεν ο ρήτωρ πρώτος έβαλε πυρ εις το υπόμνημα όπερ εναπέθεσαν επί της λαιμητόμου ήτις μετ’ αυτού ενεπρήσθη, η κόνις των οποίων εύρισκεν άσυλον επί του εν Τιρύνθει εστρατοπεδευμένου εθνικού στρατού.)

Εν κατακλείδι, η εφημερίδα αυτή υπήρξε ο αμείλικτος κατήγορος του πολιτικού συστήματος και ο διαπρύσιος κήρυκας των αρχών της Ναυπλιακής Επανάστα­σης, η οποία αναρρίπισε τις άσβεστες ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας για δημοκρατία, αξιοκρατία και εθνική αξιοπρέπεια. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε πάλι, την 10η Νοεμβρίου 1862 και για περισσότερα από 20 χρόνια.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από την εισαγωγή του Γιώργου Αναστασόπουλου, για την ανατύπωση της εφημερίδας, «Ο Συνταγματικός Έλλην», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα»].  

 

Σχετικά θέματα:

 

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905)


 

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

  

Πηγές 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910», Εν Αθήναις, 1910.
  • Μαρίνου Βρετού, « Εθνικόν ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.

 

Σχετικά θέματα: 

Ο τάφος του Αγίου Πέτρου στο ΄Αργος και το Σπίτι του Μακρυγιάννη (διάλεξη)

  

 

 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

 Την Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010, και ώρα 6.30΄ το απόγευμα στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου θα ομιλήσει:

ο κ.  Χρήστος Πιτερός  Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΠΚΑ με θέμα:

« Ο τάφος του Αγίου Πέτρου στο ΄Αργος»

και το «Σπίτι του Μακρυγιάννη».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες. Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Χρήστος Πιτερός 

 

Κατάγεται από το Αρκαδικό Ναυπλίας. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και Αρχαιολογία και Τέχνη στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Ως αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, υπηρέτησε αρχικά στη Βοιωτία και στη συνέχεια υπηρετεί συνεχώς στην Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην Αργολίδα.

Έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στη Θήβα, τη Λιβαδιά, το Δήλεσι, τη Σαλαμίνα, στον τύμβο των Σαλαμινομάχων, την Ερέτρια, την Επίδαυρο, την Ασίνη, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, το Τημένιο και κυρίως στην αιώνια πόλη του Άργους, όπου επικεντρώθηκαν εξ αρχής τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, όπως η οχύρωση, η πολεοδομική οργάνωση, η τοπογραφία της πόλης και της ευρύτερης περιοχής  και η αργειακή πλαστική.

Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει πολλές και σημαντικές  επιστημονικές εργασίες, αλλά και εκλαϊκευτικά άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο. Αρκετές από αυτές, αναφέρονται στο Άργος, όπως: «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους», «Οι Πυραμίδες της Αργολίδας», «Συμβολή στην Αργειακή Τοπογραφία», «Προτάσεις για την ανέγερση ενός νέου Μουσείου στο Άργος», «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της  Λάρισας του Άργους», «Η Ακρόπολη της Λάρισας και τα τείχη της πόλης του Άργους»,  «Η  λατρεία των Διοσκούρων στο Άργος», «Το Άργος και ο Χάραδρος», « Υστεροαρχαϊκή επιτύμβια στήλη από το Άργος», «Το Μυκηναϊκό Άργος», «Ηραία τα εν Άργει», «Θέρμες του Άργους, ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας».

Διετέλεσε διευθυντής της συστηματικής ανασκαφής Ελληνογαλλικής  Συνεργασίας στην Αρχαία Αγορά του Άργους και είναι  Αναπληρωτής Διευθυντής της Δ΄ ΕΠΚΑ και Πρόεδρος της Επιτροπής έκδοσης του περιοδικού «Ναυπλιακά Ανάλεκτα».

«Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» του Ντάριο Φο


 

Ντάριο Φο

Μετά από σοβαρή προετοιμασία η θεατρική ομάδα του Συλλόγου Πολιτιστική Αργολική Πρόταση παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Ιταλού συγγραφέα Ντάριο Φο «Δεν πληρώνω! δεν πληρώνω!», ένα έργο εντυπωσιακό για τους ευφυέστατους διαλόγους, την ευρηματικότητα και την καταπληκτική επικαιρότητα του, με λαμπρή θητεία στην αθηναϊκή θεατρική σκηνή.

Η κωμωδία του Ντάριο Φο  «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» μας μιλά για την επανάσταση των απλών ανθρώπων, των εργατών, όταν η ακρίβεια έχει φτάσει στο απροχώρητο, όταν μαζικές απολύσεις η μειώσεις ωραρίου και αμοιβών έχουν γίνει καθημερινές και η ζωή έχει γίνει δυσκολότερη από ποτέ. Ο ένας μετά τον άλλο οι ήρωες του έργου υψώνουν το ανάστημα και τη φωνή τους:

«Φτάνει, μέχρις εδώ. Αυτή τη φορά τις τιμές θα τις καθορίσουμε εμείς… Θα πληρώσουμε αυτό που πληρώναμε πέρσι. Κι αν κάνετε τους δύσκολους τα παίρνουμε και φεύγουμε χωρίς να πληρώσουμε τίποτα. Καταλάβατε;» Έπρεπε να ‘βλεπες το διευθυντή. «Είστε τρελές. Θα καλέσω την αστυνομία». Φεύγει προς το ταμείο σαν αστραπή για να τηλεφωνήσει, μα το τηλέφωνο δε λειτουργεί. Κάποιος έκοψε το καλώδιο. «Συγγνώμη, αφήστε με να πάω στο γραφείο μου. Συγγνώμη». Αλλά δε μπορούσε να περάσει. Όλες οι γυναίκες από γύρω του. Μας σπρώχνει… 

Πληρώσαμε αυτό που αποφασίσαμε. Πρέπει να σου πω πως κάποια το παράκανε λιγάκι. Θέλησε, για τα πράγματα που πήρε, να της κάνει πίστωση, χωρίς να δώσει καν όνομα, «Δε θα σας πω που μένω», έλεγε, «γιατί μετά, κύριε διευθυντά, είστε ικανός να με καταγγείλετε, σας ξέρω εγώ. Πρέπει να μου ‘χετε εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη είναι η ψυχή του εμπορίου. Αυτό δε λέτε πάντα; Λοιπόν, στο επανιδείν και καλήν εμπιστοσύνη»…

Φωτογραφία από παλαιότερη θεατρική παράσταση του Συλλόγου.

Γράφτηκε από τον Ιταλό, αριστερό – ανατρεπτικό συγγραφέα Ντάριο Φο, το 1974 μέσα την πετρελαϊκή κρίση που έβαζε φωτιά στις τιμές και τον πληθωρισμό. Το “Δεν πληρώνω! δεν πληρώνω!”, είναι σήμερα πιο επίκαιρο ακόμη κι από την εποχή του!

Η πρώτη παράσταση θα δοθεί το Σάββατο 27 Νοεμβρίου στις 8.30  το βράδυ στον θεατρικό χώρο του Συλλόγου, Ατρέως 36Α στο Άργος. Οι παραστάσεις θα δίνονται Σάββατο και Κυριακή στον ίδιο χώρο και την ίδια ώρα και για το περιορισμένο διάστημα των τριών εβδομάδων. Για πληροφορίες και  κρατήσεις θέσεων οι φίλοι μπορούν να απευθύνονται στο βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου» τηλ. 27510 – 20419.

Ορλάνδος Ιωάννης (1770; – 1852)
   

Ορλάνδος Ιωάννης, έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

 

Ο Ιωάννης Ορλάνδος* καταγόταν από πλούσια οικογένεια του Κρανιδίου, η οποία εγκαταστάθηκε τον 18ο αιώνα στις Σπέτσες.

 Γεννήθηκε στις Σπέτσες γύρω στο 1770 και πέθανε στην Ύδρα το 1852. Στην Ύδρα που είχε εγκατασταθεί από το 1811 παντρεύτηκε την αδελφή του Γεώργιου και του Λάζαρου Κουντουριώτη, Υδραίων προεστών και πλοιοκτητών. Και ο ίδιος όμως υπήρξε σημαντικός πλοιοκτήτης πριν από την Επανάσταση. Μάλιστα με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα έθεσε τα πλοία του στην υπηρεσία της επαναστατικής διοίκησης.

 

Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ύδρας στην Α’ Εθνοσυνέλευση και μέλος της δωδεκαμελούς Επιτροπής που επεξεργάστηκε το κείμενο του πρώτου συντάγματος. Κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού από τις 14 Ιανουαρίου έως τον Απρίλιο του 1823. Στις 26 Απριλίου και αφού ο Λάζαρος Κουντουριώτης αρνήθηκε το αξίωμα, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ένα μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου 1823, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και διαβλέποντας τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ήδη τον είχαν κατηγορήσει για φατριαστικό πνεύμα, εξαιτίας της υποστήριξης που παρείχε στους Κουντουριώτες.

Τον Ιούνιο του 1823 ορίστηκε μέλος τριμελούς επιτροπής – με τους Ανδρέα Λουριώτη, έμπιστο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και  Ιωάννη Ζαΐμη, εκπρόσωπο των Μωραϊτών για τη διαπραγμάτευση της λήψης δανείου για την ενίσχυση του αγώνα στο Λονδίνο. Πριν αναχωρήσει για τη βρετανική πρωτεύουσα, σε επιστολή του διακήρυσσε την ανάγκη ενότητας και αποφυγής εμφύλιων συγκρούσεων.

Επίσης, στις αρχές Νοεμβρίου του 1823 επισκέφθηκε το λόρδο Βύρωνα στην Κεφαλονιά. Τον Ιανουάριο του 1824, μαζί με τον Ανδρέα Λουριώτη άνθρωπο του Μαυροκορδάτου, ήταν οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που άρχισαν τις διαπραγματεύσεις και τελικά συνήψαν το πρώτο αγγλικό δάνειο** κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ύψους 800.000 λιρών στερλινών.

 

«Το δάνειον των γραικών ετελείωσε προς 59 τα % από εν ρισπετάμπιλε οσπίτιον… Ας γνωρίζουν οι γραικοί την χάριν εις το Κομιτάτον και κάτ΄ εξοχήν εις τον ακούραστον Bowring. Είνε δε σύμφωνον το Κομιτάτον με τους Δεπουτάτους να σταλώσι τα χρήματα εις τον Λόρδ Byron και τον Colonel Stanhope δια να βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται». Από επιστολή του Α. Μ. Αντωνόπουλου προς το Δ. Ρώμα, 17 Φεβρουαρίου 1824. (βλ. αρχείο Ρώμα σελ. 227-228)

 

Στο Λονδίνο έτυχε επίσημης υποδοχής, ενώ συνάντησε ακόμη και τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών George Canning. Συμμετείχε και στην αντιπροσωπεία που διαπραγματεύτηκε, το 1825, και το δεύτερο δάνειο*** ύψους 2.000.000 λιρών στερλινών από την Αγγλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1825 εξακολουθώντας να εκπροσωπεί τους Υδραίους στις Εθνοσυνελεύσεις.

Ο Ορλάνδος ανήκε στο «αγγλικό» κόμμα, κρίνοντας ως πλέον πρόσφορη και αποτελεσματική την υποστήριξη της Αγγλίας για την ελληνική υπόθεση. Στήριζε την προτίμησή του αυτή και στη φιλελεύθερη πολιτική παράδοση της χώρας εκείνης, αλλά και στην επωφελή για τους Έλληνες υπεροχή της στη θάλασσα. Αργότερα εντάχθηκε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, διατυπώνοντας μάλιστα την άποψη ότι θα προτιμούσε η Ελλάδα να μετατραπεί σε αγγλικό προτεκτοράτο από το να ανεχθεί τον απολυταρχισμό του Καποδίστρια. Έτσι, μετείχε στις αντικαποδιστριακές στάσεις της Ύδρας το καλοκαίρι του 1831.

Εκ των υστέρων, και στο πλαίσιο της αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» για την τύχη των δανείων της περιόδου της Επανάστασης, κατηγορήθηκε μαζί με το Λουριώτη για κακοδιαχείριση. Αρχικά απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, αλλά το 1835 το Ελεγκτικό Συνέδριο τους κήρυξε υπευθύνους για απώλεια μέρους των χρημάτων του δανείου και «αλληλεγγύως χρεώστες του Δημοσίου» για ποσό 28.769 λιρών στερλινών. Το 1839 εξέδωσε μαζί με το Λουριώτη την απολογία τους σε ογκώδες δίτομο έργο, το οποίο αργότερα αποκήρυξε.

  

Υποσημειώσεις

 

* Το όνομα Ορλάνδος είναι εξελληνισμένο εκ του Ιταλικού Ορλάντο (Orlando) που και αυτό προέρχεται με μικρή παράφραση από το γαλλικό Ρολάνδο (Ρολάντ) με το οποίο φερόταν στους μεσαιωνικούς θρύλους και ποιήματα κάποιος ανεψιός του Καρλομάγνου (Ποίημα του Ρολάνδου κ.ά.). Επί τη βάσει των θρύλων αυτών ο Ιταλός ποιητής Λοντοβίκο Αριόστο έγραψε τον Μαινόμενο Ορλάνδο.  

** Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα. Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες.

*** Στα 1825 ανακλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ο Ι. Ζαΐμης και στη θέση του στάλθηκε ο Γ. Σπανιολάκης. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

 

Πηγές

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης, «Ιστορία των εθνικών δανείων», Εν Αθήναις :Τυπογραφείον «Εστία»,1904.
  • Ορλάνδος Ιωάννης, Συλλογή επιστολών από το αρχείο Χατζή Πανανού Θεοδοσίου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α.).
  • Γρηγόρης Ι. Ζώρζος, «Revolution 1821 Economics: Greek Modern Economic History», Εκδοτικός Οίκος: CreateSpace, 2009. 

Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα


 

Γενικά

 

Στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή περίοδο, το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας, της διοίκησης του Ανατολικού Ιλλυρικού με πρωτεύουσα την Κόρινθο. Το 1210 το Άργος κατέλαβαν οι σταυροφόροι και απ’ το 1246-1261 ανήκε στο δουκάτο των Αθηνών, ενώ το 1397, όπως και το 1463 το κατέλαβαν οι τούρκοι.

Η Πελοπόννησος επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε ιδιαίτερη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι), με πρωτεύουσα αρχικά το Ναύπλιο και από το 1770 την Τριπολιτσά. Είχε επίσης δύο Υποδιοικήσεις (Σαντζάκια), το του Μορέως και του Μυστρά και 24 Επαρχίες (Καδηλίκια) με 2.000 κώμες και κωμοπόλεις, με 8 σημαντικότερες, μια εκ των οποίων ήταν το Άργος.

Το Άργος είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, αφού κτίστηκε γύρω στο 1856 π.Χ. Πολυάριθμα λαμπρά μνημεία του Άργους περιγράφει ο Παυσανίας, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή του Άργους, φέρνει στο φως συνεχώς, όλο και νεώτερα ευρήματα της αρχαιότητας. Σήμερα ο Δήμος Άργους του Νομού Αργολίδος, έχει 29.505 μόνιμους κατοίκους (ΕΣΥΕ, 2003, απογραφή 2001).

 

Άργος. Η πλατεία του Αγίου Πέτρου και το κάστρο της Λάρισας, όπως φαίνονται από το Δημαρχείο του Άργους, περ. 1907.

 

 

Στοιχεία διοίκησης του κράτους

  

Η Διοίκηση του κράτους, διακρίνεται σε κεντρική και περιφερειακή και η τελευταία στην οριζόντια οργάνωση εκφράζεται σε νομούς ή περιφέρειες, οι οποίες έχουν κάθετη οργάνωση. Τα διοικητικά όργανα, κρατικά, δημοτικά, κοινοτικά και λοιπών δημοσίων οργανισμών, έχουν επίσης ιεραρχική κάθετη οργάνωση.

Τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως είναι αιρετά (πολιτικά) και διορισμένα (δημόσιοι υπάλληλοι). Η άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων, από αποκεντρωμένες διοικητικές μονάδες (νομικά πρόσωπα) εκτός των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών, με ίδια όργανα, δικό τους προσωπικό, ασκούν δοτή δευτερογενή δημόσια εξουσία και συνιστούν την Αυτοδιοίκηση, όπως είναι οι Δήμοι και οι Κοινότητες.

Οι οργανισμοί της αυτοδιοικήσεως είναι φορείς αρμοδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με ίδιον προϋπολογισμό, ιδία περιουσία και υπαλλήλους και εφόσον διοικούν τοπικές υποθέσεις μιας ορισμένης εδαφικής περιοχής, καλούνται σήμερα, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και εκλέγονται ελεύθερα απ’ τους πολίτες της περιοχής αυτής.

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι Α’ και Β’ βαθμού. Η Α’ βαθμού, αρχίζει απ’ τον Καποδίστρια και αργότερα με το Βασ. Διάταγμα 1833 με τους δήμους (αντί των κοινοτήτων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και κατά τα έτη 1863 με την έλευση του Γεωργίου του Α’, και διάκριση δήμων και κοινοτήτων 1912, αλλά και  με το Ν.2533/1997. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η οι ΟΤΑ Β’ βαθμού συστήθηκαν με τους Νόμους 2218 και 2240 του 1994, για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (με όργανα τον Νομάρχη, το Νομαρχιακό Συμβούλιο και τις Νομαρχιακές Επιτροπές), με ένα νομό ή μια νομαρχία, ή διευρυμένες με περισσότερους νομούς ή νομαρχίες (Νομαρχιακά Διαμερίσματα).

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποσκοπεί στην προαγωγή των τοπικών συμφερόντων και στην ικανοποίηση των αναγκών των κατοίκων των περιφερειών, αλλά και την καλλίτερη διοίκηση και αρμονία στις σχέσεις διοίκησης και πολιτών.

Η χώρα μας σήμερα διαιρείται σε 13 διοικητικές περιφέρειες, με προϊστάμενο διορισμένο Περιφερειάρχη, που εκφράζει την κυβέρνηση και με εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.*  

* Το άρθρο έχει γραφτεί το 2004 και αναφέρεται στη δομή της διοίκησης πριν την ψήφιση και εφαρμογή του « Καλλικράτειου» νόμου περί συνένωσης Δήμων και Νομαρχιών, με εκλεγμένο Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχες  και εκλεγμένο Περιφερειακό Συμβούλιο.

 

Διοίκηση Πελοποννήσου – Άργους 19ου αιώνα

 

Με τον αγώνα της εθνεγερσίας του 1821, το 1822 ελευθερώνεται η Πελοπόννησος και σχηματίζεται την 1.1.1822, με την Α’ Εθνική Συνέλευση, η πρώτη Διοίκηση της Ελλάδος.

Το Άργος, λόγω της θέσεώς του, έπαιξε πολύ σπουδαίο ρόλο στην επανάσταση του 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης αυτό επέλεξε για το συνέδριό του των επαναστατών (στο αρχαίο θέατρο), ενώ στο τέλος του ίδιου έτους, άρχισε η Α’ Εθνοσυνέλευση και για ένα διάστημα το Άργος, έγινε και έδρα της Κυβερνήσεως.

Είναι δε γνωστό ότι το Άργος, είχε και πολλές και συχνές τραγωδίες, μέχρι το πέρας της επαναστάσεως. Σαν έφτασε ο Καποδίστριας στο Άργος, έγινε η Δ’ Εθνοσυνέλευση (1829), αλλά και η Ε’ μετά τη δολοφονία του. Στο έτος 1825 ο Ιμπραήμ καταλαμβάνει πάλι μέρη της Πελοποννήσου και την Αργολίδα μέχρι το 1827, ενώ στα έτη 1825 – 26 καταστρέφει το Άργος. Με τη Βασιλεία του Όθωνος, με Βασιλικό Διάταγμα του 1833 (Κυβερνητική Διαίρεση), η χώρα διαιρείται σε 10 Νομούς, ή Μερίδες και 47 κύκλους, ή επαρχίες. Την Ανώτατη διοίκηση είχε ο Νομάρχης, με το Νομαρχιακό Συμβούλιο, εκλεγόμενο απ’ τους κατοίκους του νομού και τον Έπαρχο σε κάθε επαρχία, υπαγόμενο στον Νομάρχη και το Επαρχιακό Συμβούλιο.

 

Τοπική Αυτοδιοίκηση του Άργους 19ου αιώνα

 

Το Άργος στον 19ο αιώνα, συνιστούσε την ομώνυμη Επαρχία, αλλά και ομώνυμο Δήμο του Άργους, ενώ μαζί με πέντε ακόμη επαρχίες: Ναυπλίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Ύδρας, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, αποτελούσαν τον Νομό Αργολίδος και Κορινθίας.

Το καλοκαίρι του 1821 οι Τούρκοι εγκατέλειψαν το Άργος και γίνεται προσωρινά έδρα της Γερουσίας της Πελοποννήσου, ενώ το 1822 καταλήφθηκε απ’ τους τούρκους και πάλι, με τον Δράμαλη, μέχρι την καταστροφή του στα Δερβενάκια και απ’ τον Ιμπραήμ το 1825, που το έκαψε, ενώ το 1827 το Άργος έγινε θέατρο εμφυλίων συγκρούσεων, που έπαψαν με τον ερχομό του Καποδίστρια το 1828 και την εκεί σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως τον Ιούνιο του 1829, ενώ μετά τη δολοφονία του, έγινε στο Άργος όπως προαναφέραμε και η Ε’ Εθνοσυνέλευση.

Με το Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1836, το Ελληνικό Βασίλειο διαιρείται σε 30 Διοικήσεις και 18 Υποδιοικήσεις, οπότε δημιουργείται η Διοίκηση της Αργολίδος, με τρεις επαρχίες: του Άργους, της Τροιζηνίας και Ερμιονίδος, και του Ναυπλίου. Κάθε Διοικήσεως προΐσταται ένας διορισμένος Διοικητής, ο οποίος υπάγεται σε Υπουργείο του Κράτους.

Σε κάθε Διοικητή υπάγονται 18 διορισμένοι Υποδιοικητές. Με το νόμο 27.12. 1833, « περί συστάσεως δήμων», το Ελληνικό βασίλειο διαιρείται σε Δήμους και κοινότητες και το Άργος αποτελεί ένα σημαντικό Δήμο. Με τη διαίρεση του κράτους το 1833, ιδρύθηκε και η Επαρχία του Άργους, που ανήκε στον νομό Αργολίδος και Κορινθίας και είχε τους δήμους : Άργους, Αλέας, Λιμνών, Γενεσίου, Μυσίας, Λυρκείας, Οινόης, Ορνεών, Ιναχείας, Θορνακίου, Κηλώσσης, Τημενίου, Υσιών, Μυκηνών και Γυμνού, οι παλαιοί αυτοί δήμοι το 1912 έγιναν κοινότητες.

Με τον νόμο 27.12.1833, κάθε χωριό με 300 κατοίκους, μπορεί να σχηματίζει ένα δήμο, με δημοτική αρχή και κάθε υπήκοος του κράτους και η οικογένειά του είναι μέλη του δήμου. Δήμοι με 10.000 κ. και άνω είναι πρώτης τάξεως, με τουλάχιστον 2.000 κ. δευτέρας τάξεως και κάτω των 2.000 κ. τρίτης τάξεως.

Κάθε δήμος έχει δική του δημοτική αρχή, η οποία εκλέγεται απ’ τους δημότες και συνίσταται για δήμους α’ τάξεως, από τον Δήμαρχο με 4- 6 Παρέδρους και 16/μελές Δημοτικό Συμβούλιο, για δήμους β’ τάξεως από Δήμαρχο με 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Συμβούλιο και για δήμους γ’ τάξεως, Δήμαρχο, ένα Πάρεδρο και 6/μελές Συμβούλιο.

Το Άργος το 1837, ήταν Δήμος β’ τάξεως (περίπου 6.000 κ. ) και είχε ένα Δήμαρχο, 2- 4 Παρέδρους και 12/μελές Δημοτικό Συμβούλιο. Ο Δήμαρχος Άργους, ήταν η πρώτη εκτελεστική Αρχή του Δήμου, ενεργούσε και διεκπεραίωνε τις διοικητικές υποθέσεις, δεν είχε όμως ποινική εξουσία σε αστυνομικές παραβάσεις, ούτε δικαστική σε αμφισβητούμενες διοικητικές υποθέσεις. Ο Δήμος και οι διοικητικές του αρχές, υπάγονταν στον Έπαρχο ή Διοικητή, οι οποίοι επιτηρούσαν τη διοίκηση του Δημάρχου και του δημοτικού Συμβουλίου και έδιναν εντολές, για την εκτέλεση των νόμων.

Ο Δήμος είχε δική του δημοτική περιουσία, που εθεωρείτο ιδιοκτησία της ολομέλειας των δημοτών. Τα Επαρχιακά Συμβούλια συστήθηκαν τον Ιαν. του έτους 1837, σε κάθε επαρχία με ελεύθερες εκλογές των δήμων βάσει του Β.Δ. 18/30 Δεκ.1836. Ο αριθμός των μελών κάθε Επαρχιακού Συμβουλίου προσδιοριζόταν, απ’ τον αριθμό των δήμων της επαρχίας και την τάξη τους, με ελάχιστο αριθμό τους σε 12. Έτσι οι Δήμοι α’ τάξεως έστελναν 3 απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο, οι β’ τάξεως 2 και οι γ’ τάξεως 1.

Το Άργος ήταν επαρχία β’ τάξεως και είχε δύο απεσταλμένους στο Επαρχιακό Συμβούλιο. Τα Επαρχιακά Συμβούλια απέβλεπαν στην τάξη των οικονομικών του κράτους και στη διοίκηση των επαρχιών, για τακτικότερη συμβολή στη διεύθυνση με επιτόπιο γνώση και πείρα. Η Διοίκηση της Αργολίδος είχε 24 δήμους και η Υποδιοίκηση Ερμιονίδος και Τροιζηνίας 6 δήμους.

Το 1845 οι Διοικήσεις καταργούνται και η Πελοπόννησος διαιρείται και πάλι σε νομούς, όπως προηγούμενα, τότε γίνεται ενιαίος ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, το 1899 γίνεται μόνον νομός Αργολίδος, το 1909 ο νομός γίνεται πάλι ενιαίος Αργολίδος και Κορινθίας, όπως και το 1845. Το 1851 η Αργολίδα είχε 3 επαρχίες: του Άργους, του Ναυπλίου και της Ερμιονίδος μαζί με τις Σπέτσες, ενώ στην επαρχία του Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, ο Δήμος Άργους, περιελάμβανε και 7 χωριά. Το 1940 πρωτεύουσα του νομού ήταν το Άργος, ενώ απ’ το 1949 γίνεται πάλι μόνον νομός Αργολίδος, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ενώ το Άργος είναι σημαντικός δήμος και αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα.

 

Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

Δρ. Διοίκησης επιχειρήσεων, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Θαλάσσιας Βιολογίας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Βιβλιογραφία

1. Βάλβη Αδριανού, Γεωγραφία- Κυβερνητικὴ Διαίρεσις Ελληνικού Βασιλείου (1833,

1836, 1837). Τομ. 3ος, Βιέννη, έκδοση Μπένκο, 1839.

2. Μεγάλη Γεωγραφία Άτλας της Ελλάδος. Αθήνα, Π. Δημητράκου, 1958.

3. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη. Γιοβάνη, Αθήνα, Γιοβάνη, 1980.

4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή. Αθήνα, Δομή, 1976.

5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα. Αθήνα, Πάπυρος, 1991.

6. Παπαρρηγοπούλου, Κ., Ιστορία Ελληνικού Έθνους, επιμ. Π. Καρολίδου, τόμ.

9ος. Αθήνα, Νίκας χ.χ.

7. Κοκκίνου, Δ., Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, Μέλισσα, 1958.

8. Τρικούπη, Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. 4ος. Αθήνα, Δημιουργία, 1996.

9. UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, Αθήνα, Ελληνική Παιδεία, 1963.

10. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Άργος 1963.

11. Νόμοι Τοπικής Αυτοδιοίκησης, (Β.Δ. 1833, 1836, 1863), ψήφισμα Περὶ Δήμων και

Δημαιρεσιών, Ν. 2533/1997, 2218/1994, 2240/1994. ΦΕΚ Αθήνα.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1844, 1927, 1952, 1975, 1986). Αθήνα 1989.

 Διαβάστε ακόμη:

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

 

Μονή του Αγίου Θεοδοσίου – Πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

  

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.

Υφαντήριο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο – Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

Πηγές


  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Μαυροκορδάτος Αλέξανδρος (Κωνσταντινούπολη 1791- Αίγινα 1865)



 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο, Αύγουστος 1826.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Επανάστασης. Ο ηγετικός του ρόλος τον οδήγησε, αναπόφευκτα, σε ρήξεις με άτομα και ομάδες, επιδίωξε την υποστήριξη της Αγγλίας για τη λύση του Ελληνικού ζητήματος. Η σύγκρουση του αργότερα με τον Ιωάννη Καποδίστρια του εξασφάλισε, ίσως, τους πιο φανατικούς του αντιπάλους.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών). Γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Θα ακολουθήσει τον θείο του που θα καταφύγει στην Ευρώπη, για να αποφύγει τις συνέπειες από κατηγορίες που διατύπωσαν στην Πύλη αντίπαλοί του.  Για έξη μήνες θα παραμείνει στη Γενεύη, μαζί με την οικογένεια Καρατζά. Το 1819 θα καταλήξει στην Πίζα, οπού θα εγκατασταθεί και ο Καρατζάς, και γρήγορα θα ενταχθεί στο περιβάλλον τού εκεί επίσης εγκατεστημένου μητροπολίτη Ιγνατίου. Την ίδια χρονιά μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Παρακολούθησε, κατά δική του μαρτυρία, μαθήματα οχυρωματικής στη Γενεύη από το στρατηγό Dufour, που θα του χρησιμεύσουν αργότερα για την άμυνα του Μεσολογίου, και ίσως κάποια άλλα μαθήματα στην Πίζα. Διάβαζε πολύ, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή πολιτική.

Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, σε ηλικία 30 ετών, έφτασε στο Μεσολόγγι, τον Ιούλιο του 1821, συνοδευόμενος από ομογενείς και φιλέλληνες. Αν και δεν διέθετε χρήματα, κατάφερε γρήγορα με τις ικανότητές του να αναδειχθεί σε φυσιογνωμία πανελλήνιας εμβέλειας. Διαδραμάτισε σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ σημαίνοντες ξένοι παράγοντες τον θεωρούσαν ως το «μόνο άξιο λόγου πολιτικό».

Στο Μεσολόγγι ανέλαβε από τον Υψηλάντη τη διοικητική οργάνωση της Στερεάς Ελλάδας συστήνοντας το τοπικό πολίτευμα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Μαζί με τον επίσης Φαναριώτη πολιτικό Θεόδωρο Νέγρη πρωταγωνίστησε στη σύνταξη της λεπτομερέστερης Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εξαρχής οι στόχοι του ήταν ξεκάθαροι: η επέκταση της Επανάστασης, η οργάνωση και πολιτική ενοποίηση των εξεγερμένων τόπων και η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στο πλαίσιο μιας ενιαίας κεντρικής «Εθνικής Διοίκησης».

Στη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, το Δεκέμβριο του 1821, αναδείχθηκε πρόεδρός της και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε το πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Οι πολιτικές αρχές του πολιτεύματος αυτού φανέρωναν τους σαφείς φιλελεύθερους και δημοκρατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς του προσανατολισμούς.

« Είχε ωραίο κεφάλι, μεγάλο σε αναλογία με το σώμα του. Και μεγάλωνε περισσότερο με τα ανάκατα ριγμένα μαύρα μαλλιά και τις πλούσιες φαβορίτες. Τα παχειά φρύδια και το μεγάλο μουστάκι έδιναν μια άγρια, ρωμαντική έκφραση στα χαρακτηριστικά του. Έδειχνε ευφυής, οξυδερκής και φιλόδοξος άνθρωπος. Τα μεγάλα ασιατικά μάτια του, όλο φωτιά και εξυπνάδα, φανέρωναν καλοσύνη. Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν αποκάλυπτε ευθύτητα. Είχε κάτι σαν αναποφασιστικότητα και ταραγμένη συστολή που τον εμπόδιζε να κοιτάξει κάποιον κατά πρόσωπο. Ήταν κοντός και με εμφάνιση διόλου επιβλητική, μεγάλο ελάττωμα στα μάτια ενός ημιπολιτισμένου λαού. Δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ενδυμασία. Έτσι, ακόμα και οι ξένοι πρόσεξαν τη μειονεκτική αντίθεση ανάμεσα στην απλή ευρωπαϊκή φορεσιά και τον ταξιδιωτικό μανδύα του, και τις μεγαλόπρεπες και κατακόσμητες στολές των καπεταναίων.» (Millingen 1831)

Με την ιδιότητα του προέδρου της Α’ Εθνοσυνέλευσης (20 Δεκεμβρίου 1821 -15 Ιανουαρίου 1822) υπέγραψε την περίφημη Διακήρυξη της 15ης Ιανουαρίου 1822 για την «ανεξαρτησία του έθνους των Ελλήνων» από τον οθωμανικό ζυγό. Με το τέλος της Εθνοσυνέλευσης εκλέχθηκε διαδοχικά πρόεδρος και γραμματέας του Εκτελεστικού σώματος, στην πρώτη περίοδό του έως το 1823. Στη συνέχεια και παρά τις διαμαρτυρίες των στρατιωτικών αρχηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη, εκλέχθηκε πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος για σύντομο χρονικό διάστημα (12-14 Ιουλίου 1823).

Ο Μαυροκορδάτος δραστηριοποιήθηκε και στρατιωτικά κατά την Επανάσταση επιχειρώντας, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να συμβάλει στη δημιουργία τακτικού στρατού. Του αποδόθηκε η ευθύνη για την καταστροφή στη μάχη του Πέτα, στην Ήπειρο (4 Ιουλίου 1822). Ήταν, ωστόσο, αυτός που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, το 1823, ήταν επικεφαλής της παράταξης των πολιτικών καταφέρνοντας και πάλι να κυριαρχήσει γενικότερα. Η εκλογή του στη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, ενώ ήταν αρχιγραμματέας του Εκτελεστικού, τον Ιούλιο του 1823, προκάλεσε πολιτική θύελλα και ιδιαίτερα τις έντονες διαμαρτυρίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Έτσι αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Δυτική Ελλάδα και να αφοσιωθεί στην οργάνωση τακτικού στρατού, την περίοδο που στην Πελοπόννησο μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο το Φεβρουάριο του 1825 ανέλαβε τις θέσεις του γραμματέα του Εκτελεστικού και στη συνέχεια εκείνη του γραμματέα επί των Εξωτερικών. Η Επανάσταση, ύστερα από επιτυχείς προσπάθειες και πρωτοβουλίες του Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης με την εξασφάλιση των δυο δανείων από το κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο Λονδίνο.

Συνέβαλε, επίσης, ουσιαστικά στην καλλιέργεια της συμπάθειας προς την επαναστατημένη Ελλάδα από τους ευρωπαϊκούς φιλελεύθερους κύκλους, υπογραμμίζοντας την ηρωική διάσταση της Επανάστασης και το ανάλογο πνεύμα που τη χαρακτήριζε. Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός των πολεμικών επιχειρήσεων εξακολούθησε να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ο Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες κλίματος στην Ευρώπη.

Γενικότερα, πρωταγωνίστησε στην εισαγωγή του ανανεωτικού ή εκσυγχρονιστικού ρεύματος σκέψης στις συνθήκες της εποχής, γεγονός που επέδρασε καθοριστικά στην αρχική διαμόρφωση των δημόσιων θεσμών του αναδυόμενου νεοελληνικού κράτους. Θεωρήθηκε ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, εκτιμώντας ότι η Αγγλία, λόγω των συμφερόντων της στην Ανατολή και προκειμένου να εξισορροπήσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή, θα μπορούσε να αποβεί στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Θεωρούσε, επίσης, ότι το φιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής οργάνωσης στην Αγγλία αντιπροσώπευε το καλύτερο συγκριτικά παράδειγμα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο πνεύμα αυτό και με την ιδιότητά του ως αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος ζήτησε με επιστολή του στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας George Canning να αντισταθεί στο Ρωσικό σχέδιο για τη δημιουργία τριών αυτόνομων ηγεμονιών στην επαναστατημένη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας και της Ευρώπης η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Συνέβαλε καθοριστικά στη λήψη του πρώτου αγγλικού δανείου, ενώ οι απόψεις και οι συνακόλουθες ενέργειές του προκάλεσαν τις κατάλληλες ζυμώσεις ώστε να υπάρξει η κατάληξη με την υπογραφή της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827). Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων.

Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Στο τέλος της σταδιοδρομίας του εξελέγη πληρεξούσιος Ευρυτανίας στην Εθνοσυνέλευση του 1862 και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Τυφλός και κατάκοιτος, δεν πήρε ενεργό μέρος στις εργασίες της Επιτροπής, διατήρησε όμως το ενδιαφέρον του για τα κοινά καθώς και την πνευματική του διαύγεια έως το θάνατό του, το 1865.

 Ουσιαστικά τα περισσότερα από τα 10 τελευταία χρόνια της ζωής του είχε παραμείνει ανενεργός πολιτικά, αποτραβηγμένος στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η αδερφή του, Αικατερίνη, είχε παντρευτεί το Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου και είχε αποκτήσει 6 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε μικρή ηλικία. Από τα παιδιά του διακρίθηκε  ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος (πολιτικός και διπλωμάτης).

Η πολιτική του δεξιοτεχνία όσο και η ροπή του προς τους περίπλοκους συμβιβασμούς τον κατέστησε πολιτικά αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Αν και δεν απέφυγε την άμεση εμπλοκή και την ενεργό ανάμειξή του στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς και τις αντιπαραθέσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αλλά και ύστερα από αυτήν, η εν γένει παρουσία και η συμβολή του στη θεμελίωση και την εμπέδωση πολιτικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη διαμόρφωση νεωτερικής πολιτικής κουλτούρας υπήρξε σημαντική.

Ιδιαίτερα συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εκσυγχρονισμένου και αρκετά προοδευτικού, για τα δεδομένα της εποχής, συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου οργάνωσης της πολιτικής ζωής στη χώρα, μολονότι η δυσαρμονία αυτού του πλαισίου με την ελληνική κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα προκάλεσε έντονες αντιθέσεις.

Πηγή



  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
 

Η ερωτική ζωή στα χρόνια του Ομήρου


 

Ο Έρωτας – Ο Πλατωνικός έρωτας – Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες – Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες – Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής – Ο σαρκικός έρωτας, – Οι γυναίκες – Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες – To sexΤα νόθα – Απαγωγές – Ο έρωτας και το θέατρο – Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση) – Η ομοφυλοφιλία – Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκησηΗ Ζήλεια – Αιμομιξίες

 

Ο Έρωτας

Μετά την διασφάλιση της επιβίωσης, το δεύ­τερο σημαντικό μέλημα στη ζωή ενός ο­μηρικού ήρωα ήταν ο Έρωτας. Εδώ – προς διευκόλυνση των αναγνωστών- θα πρέ­πει να χωρίσουμε το θέμα μας σε μικρότερα τμήματα, εξετάζοντας λεπτομερέστερα κάθε έκφανση της ερωτικής συμπεριφοράς.

 

Ο Πλατωνικός έρωτας

 

«Η Βρισηίς οδηγείται στον Αγαμέμνονα από τους Ταλθύβιο και Ευρυβάτη.» Τοιχογραφία του Τιέπολο στη Villa Valmarana της Βιτσέντζα (1757).

Πιστεύουμε πως στα Ομηρικά χρό­νια δεν είναι δυνατόν παρά να υπήρχε και αυτή η σπανίζουσα μορφή έρωτα. Στα Έπη απαντούμε λίγους, ελάχιστους στίχους, ό­που ο Όμηρος αναφέρεται σε κάτι που μοιά­ζει σ’ αυτό που πολύ αργότερα χαρακτηρί­στηκε «πλατωνικός έρωτας», και που δεν εί­ναι τίποτ’ άλλο από έναν έρωτα που από την αντιξοότητα των περιστάσεων δεν πρόλαβε να πάψει να είναι «πλατωνικός». Σ’ ένα τέτοιο στίχο, λοιπόν, βλέπουμε τη Βρισηίδα να οδηγείται στον Αγαμέμνονα «αέκουσα» (χωρίς την θέλησή της) (Ιλ. Α, 348). Και ήταν φυσικό γι­ατί ο Αγαμέμνονας θα μπο­ρούσε να ήταν και πατέρας της  από απόψεως ηλικίας και ή­ταν και παντρεμένος. Αντίθετα με τον Αχιλ­λέα που άφηνε, που και νεότερος ήταν και ωραίος και ανύπαντρος και ο οποίος της άρεσε.

«Νεαρούς να γλυκοκουβεντιάζουν» μας παρουσιάζει ο Όμηρος στους στίχους (Ιλ. Χ, 127) και είναι μια από τις τρυφερές εικό­νες τις τόσο σπάνιες που συναντά κανείς στους συνεχώς οργισμένους και αιματόβρεχτους στίχους της Ιλιάδας. Να ακόμη μερι­κοί, σταχυολογημένοι και από τα δύο Έπη: Η θεά Ειδοθέα, κόρη του θαλασσινού Πρωτέα, ερωτεύεται τον Μενέλαο (Οδ. α, 366), αλλά οι σχέσεις τους αυτές παραμένουν σε πλατωνικό επίπεδο, αν κρίνει κανείς από όσα αφηγείται ο Μενέλαος επί παρουσία της γυναίκας του Ελένης. Τελείως παιδιάστικη είναι η συμπεριφορά της Ναυσικάς όταν πρωτοσυναντά τον Οδυσσέα, και τη μια τον βλέπει «αείκελον» (ασκημομούρη), και την άλλη δε «θεοίσιν έοικεν» (έμοιαζε σαν θεός) (Οδ. ζ, 242).

Οδυσσέας και Ναυσικά, Christoph Amberger, 1619. Alte Pinakothek, Munich.

Η περίπτωση της Ναυσικάς πιστοποιεί για μια ακόμη φορά την αιώνια γοητεία των «γκρίζων κροτάφων» στις νεαρές ηλικίες, γιατί πουθενά ο Όμηρος δεν μας λέει αν ο Οδυσσέας ήταν ωραίος άντρας. Η Ναυσικά, παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της, δείχνει αρ­κετά πεπειραμένη και σέβεται το τι θα πει ο κόσμος αν την δούν μ’ έναν άγνωστο (Οδ. ζ, 285). Δεν θέλει ν’ ακουστούν γι’ αυτήν τα κουτσομπολιά που η ίδια ομολογεί ότι κάνει για τις άλλες, που «ανδράσι μίσγηται, πριν γ’ αμφάδιον γάμον ελθείν», δηλαδή: «που δίχως του πατέρα τους τη γνώμη και της μάνας / και πριν ακόμη παντρευτούν με τα παλικάρια σμίγουν». (Οδ. ζ, 288).

Άγνωστο για ποιους λόγους, το πιθανό­τερο είναι για καθαρά καιροσκοπικούς, ο Ο­δυσσέας, όλως απρόσμενα για ένα πρόσωπο σαν κι αυτόν, στα αισθήματα της Ναυσικάς, κρατά μια αξιοπρεπή αρνητική στάση και περιορίζει σε στενά πλατωνικά πλαίσια, παρ’ όλες τις παροτρύνσεις του πατέρα της Αλκίνοου, που προσπαθεί να την παντρέψει την κόρη του «άρων των αρών» που λένε. Άσχετα τώρα από όλα αυτά, εννοώ τις γε­μάτες δυσπιστία σκέψεις, που μπορεί να εί­ναι χρήσιμες και απαραίτητες στην καθημε­ρινή ζωή αλλά δεν είναι διόλου ευχάριστες, ο Όμηρος στο επεισόδιο αυτό του έρωτα της Ναυσικάς για τον Οδυσσέα, βρίσκει την ευ­καιρία να γράψει ανεπανάληπτους σε χάρη και τρυφερότητα στίχους. Παρουσιάζει τη Ναυσικά ακουμπισμένη στην παραστάδα μιας πόρτας να περιμένει να βγει ο Οδυσσέας από το λουτρό. Του λέει κοιτώντας τον μ’ α­γάπη: «Καλό σου ταξίδι ξένε, και θυμήσου σαν φτάσεις / στην πατρίδα σου, πως τη ζωή σου μου χρωστάς». (Οδ. ε, 457)

Μια άλλη σκηνή γεμάτη λεπτότατο λυρισμό, είναι εκείνη του αποχαιρετισμού του Οδυσσέα και της Κίρκης. Να την δούμε πρώτα στο κείμενο και κατόπιν την μεταφράζουμε:

«Οι μεν κοιμήσαντο παρά πρυμνήσια νηός / η δε με χειρός ελούσα φίλων απονόσφιν εταίρων / εισέ τε και προσέλεκτο και εξερέεινεν έκαστα / αυτάρ εγώ τη πάντα κατά μοίραν κατέλεξα».

Και του λέει η Κίρκη: «Ταύτα μεν ουν πάντα πεπείρανται, συ δ’ άκουσον».(Οδ. μ, 231)

Και η μετάφραση:

«Τότε όλοι κοιμηθήκανε κοντά στα παλαμάρια / κι αυτή απ’ το χέρι μ’ έπιασε κι αλάργα από τους συντρόφους / με κάθισε και στρίμωνε κοντά μου και ρωτούσε / κι εγώ όλα της τα ιστόρησα με τάξη κι όπως ήταν».

Και του λέει η Κίρκη:

«Έτσι όλα αυτά τελειώσανε, μον’ άκουσέ με τώρα». Πιο γαλήνιο, πιο αξιοπρεπή χωρισμό, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς.

 

Ο γάμος: ο συζυγικός έρωτας, οικογένεια, προβλήματα, γκρίνιες

 

Ο γάμος με μια γυναίκα, τη νόμιμη σύζυ­γο, έπαιζε έναν ξεχωριστό και σημαντικό ρό­λο στη ζωή των Ομηρικών ανθρώπων. Στην απόφαση για ένα γάμο, έστω και ελεύθερου ανθρώπου, φαίνεται πως παρενέβαιναν και άλλοι παράγοντες, εκτός από τους συναισθηματικούς, αν υπήρχαν κι αυτοί πιθανόν οικονομικοί, ταξικοί που είναι το ίδιο. Ο Αχιλλέας περιμένει να τον παντρέψει ο πατέρας του (Ιλ. I, 393-99): «Γιατί», λέει, «ε­μένα αν γυρίσω σπίτι μου, μια φορά ο Πηλέας έπειτα, θα με παντρέψει ο ίδιος… Εκεί που βρισκόμουν ακόμα, πάρα πολύ το τραβούσε η ψυχή μου να παντρευτώ γυναίκα με στεφά­νι. Μια που να μου ταιριάζει».

Παρ’ όλον ότι ο Αχιλλέας είχε ήδη στη Σκύρο ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο (Ιλ. Τ, 327). Κατά μείζονα λόγο αυτό ίσχυε για τα κορίτσια που έπρεπε να έ­χουν τη γνώμη του πατέρα και της μάνας τους. Αν και απ’ αυτά που λέει η Ναυσικά (Οδ. ζ, 286), δεν ήταν πάντα απαραίτητο.

 

Γάμος του Έρωτα και της Ψυχής, Πομπέο Μπατόνι (1756)

 

Τη γυναίκα το στεφάνι του γάμου την κα­θιστούσε πρόσωπο σοβαρό, που έπρεπε να έ­χει ξεχωριστή εκτίμηση. Ο Μενέλαος κατη­γορεί τους Τρώες ότι του έκλεψαν «κουριδίην άλοχον» γυναίκα δηλαδή επίσημη, νόμι­μη, στεφανωμένη, και αυτό ήταν σοβαρότε­ρο από την αρπαγή μιας οποιασδήποτε άλ­λης γυναίκας (Ιλ. Ν, 626). Να υποθέσουμε ότι η σπουδαιότητα που απέδιδαν στο πρό­σωπο της νόμιμης συζύγου, της «στεφανωμέ­νης», είχε σχέση με τη στερεή δομή της οι­κογένειας και των οικογενειακών και κοι­νωνικών δεσμών που έπαιζαν τότε, αλλά και σήμερα, τόσο σημαντικό ρόλο;

Είναι μια σκέψη. Μια άλλη είναι ότι τη νό­μιμη σύζυγο, την αγόραζαν ουσιαστικά, και η απώλειά της σήμαινε την απώλεια ση­μαντικού περιουσιακού στοιχείου. Πέραν ό­μως απ’ αυτές τις ρεαλιστικές σκέψεις, υ­πήρχαν και ηθικά παραγγέλματα, τουλάχι­στον στην επιφάνεια, όπως εκείνο του στί­χου (Ιλ. I, 341), που συμβουλεύει: «Ο γνω­στικός άντρας πρέπει ν’ αγαπάει τη γυναίκα του, κι αν ακόμα την άρπαξε στον πόλεμο». Η απουσία της γυναίκας τους τούς κόστιζε πολλαπλώς: «Γιατί κι ένα μόνο μήνα μένον­τας κανείς μέσ’ το πολύκουπο καράβι του μακριά από τη γυναίκα του στενοχωριέται» (Ιλ. Β, 292).

Και ο Σαρπηδόνας λέει στον ‘Εκτορα (Ιλ. Ε, 480), «…(άφησα στη Λυδία) γυναίκα αγα­πημένη και γιο μωρό». Η Πηνελόπη επίσης «…τον άντρα μου πο­θώ και αιώνια τον θυμούμαι» (Οδ. α, 343). Και μάλιστα τον ονειρεύεται: «Αυτή τη νύχτα πάλι εγώ, τον είχα στο πλευρό μου / ως ήταν όταν έφυγε με το στρατό και τόσο / χαιρόμουν, που είπα αληθινό, κι όχι όνειρο πως ήταν». (Οδ. γ,). Βέβαια υπήρχαν και καθυστερημένες και ύποπτες συζυγικές αγάπες. Και βλέπουμε έ­τσι την Ελένη, όταν η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος των Αχαιών και οι Τρωαδίτισσες άρχισαν τα μοιρολόγια, να δηλώνει χωρίς καμιά συστολή: «μα εγώ πετούσα από χαρά, γιατί είχε πια γυρίσει / μέσα η καρδιά μου, κι ήθελα στο σπίτι να γυρίσω».  (Οδ. λ, 268)

Αυτά έλεγε ξεδιάντροπα η Ελένη, οπότε αναγκάζεται ο Μενέλαος να της πει εις επήκοον όλων: «τρεις γύρους το’ φερες το κουφωτό λημέρι (το δούρειο ίππο), το ψηλαφούσες κι έκραζες των Δαναών τους πρώτους με τ’ όνομά τους, τη φωνή των γυναικών τους ίδια κάνοντας». (Οδ. δ, 277-9)

Τέλος μιαν έντονη επιθυμία ν’ αποκτήσουν γυναίκα, και μάλιστα όμορφη, είχαν και οι δούλοι (Οδ. ξ, 63). Σπίτι και γυναίκα υπόσχεται ο Οδυσσέας στον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο αν τον βοηθούσαν να ξεκάνει τους Μνηστήρες (Οδ. φ, 213).

Όλα αυτά ήσαν βέβαια καλά και ωραία, υπό τον όρον ότι οι σχέσεις του ζεύγους ή­σαν αγαθές, κάτι που το εύχεται ο Οδυσσέας στη Ναυσικά (Οδ. ζ, 182): «Γιατί δεν έχει πιο όμορφο παρ’ όταν με μια γνώμη αγαπημένο αντρόγυνο, φρον­τίζει για το σπίτι». Φυσικά δεν έλειπαν οι mariages de raison ( Γάμοι κατά συνθήκην). Σε μια τέτοια περίπτωση η Θέτις μέμφεται την τύχη της γιατί ο Δίας την πάντρεψε με τον Πηλέα, και παραπονιέται: «υπομονεύτηκα να πλαγιάζω μ’ άνθρωπο (θνητό) / μ’ όλο που δεν το ήθελα καθόλου» (Ιλ. Σ, 433-4). Μια εξήγηση, από πολλές άλλες, είναι και γιατί το παιδί της θα γεννιόταν «θνητό».

Ο Τηλέμαχος αναχωρεί από την Πύλο, χαρακτικό του 19ου αι. του Χένρι Χάουαρντ.

Κατά την ημέρα του γάμου όλοι γιόρτα­ζαν, και χάριζαν δώρα σ’ αυτούς που έρχον­ταν να πάρουν τη νύφη (Οδ. ζ, 27). Όταν μπορούσε ο πατέρας, έδινε κάποια προίκα στην κόρη του, που παντρευόταν, υπό την μορ­φή δώρων (Ιλ. I, 290). Και μια και μιλήσαμε για δώρα, ας προσθέσουμε, πως σπουδαίο δώρο εθεωρείτο μια μαύρη προβατίνα με το αρνάκι της (Ιλ. Κ, 215). Αντίθετα η ημέρα της επιστροφής της χή­ρας, αλλ’ ασφαλώς και της ζωντοχήρας, αν και στον Όμηρο δεν αναφέρεται καμία πε­ρίπτωση διαζυγίου ή αποπομπής συζύγου, η ημέρα αυτή ήταν ημέρα συμφοράς.

Τις κατά­ρες της αποπεμπομένης χήρας, συνόδευαν η οργή των θεών και των ανθρώπων (Οδ. β, 135). Αν όμως η απερχόμενη χήρα είχε εξα­σφαλίσει την αντικατάσταση του μακαρίτη, τότε η συμπεριφορά της σκληρυνόταν. Από εκεί κει πέρα έπρεπε να καταβληθεί ειδική προσοχή και μεταχείριση. Γι’ αυτό και η Α­θηνά συμβουλεύει τον Τηλέμαχο:

 

«Μον’ ζήτα απ’ τον βροντόφωνο Μενέ­λαο να σε στείλει να βρεις ακόμα σπίτι σου την ακριβή σου μάνα, γιατί της λέν’ τ’ αδέρφια της κι ο γέρος της πατέρας να πάρει τον Ευρύμαχο, που τους Μνηστή­ρες όλους περνά στα δώρα, κι έδωσε χιλιά­δες γαμοπροίκια, μη σου τ’ αδειάσει φεύ­γοντας το σπίτι άθελά σου. Γιατί την ξέ­ρεις την καρδιά πώς είναι της γυναίκας. Το σπίτι εκείνου προσπαθεί να τ’ αρχονταίνει μόνο που θα την πάρει, και ξεχνά τα πρώτα τα παιδιά της και μήτε πια τον νοιάζεται τον πεθαμένο άντρα». (Οδ. ο,14)

 

Αλλοίμονο. Πόσα περισσότερα ήξερε η κα­ημένη η Αθηνά από όσα μαθαίναμε εμείς στο σχολειό για την «πιστή Πηνελόπη».

«Γιος του πως είμαι (του Οδυσσέα) η μάνα μου μού λέει, μα εγώ δεν ξέρω, γιατί τη φύ­τρα του κανείς δεν την γνωρίζει ο ίδιος», λέει ο μόλις εικοσαετής αλλά σοφός ήδη Τηλέμαχος στην Αθηνά (Οδ. α, 215).

 

Πώς έβλεπαν οι άντρες της ομηρικής εποχής τις γυναίκες

  

Οι γνώμες που είχαν οι άνδρες της ομηρικής εποχής για τις γυναίκες δεν ήταν πάντα κολακευτικές γι’ αυτές: «Άλλο πιο άπονο θεριό δεν έχει από τη γυναίκα» μας διαβεβαιώνει ο Αγαμέμνων (Οδ. λ, 426), και ίσως με το δίκιο του. Γι’ αυτό και συμ­βουλεύει: «Γι’ αυτό ποτέ σου μη σταθείς καλός πια σε γυναίκα / μήτε να της εμπιστευτείς το μυστικό που ξέρεις / μόν’ άλλα να της λες, κι άλλα στο νου να κρύβεις». (Οδ. λ, 441-3)

Κατά της Κλυταιμνήστρας καταφέρεται και η ψυχή του Αμφιμέδοντα – ενός από τους Μνηστήρες- «που άφησε στων θηλυκών το γένος, / φήμη κακή που να μισούν και τις καλές ακόμα».(Οδ.ω,200-2) Ο Ήφαιστος καταφέρεται εναντίον της μάνας του της Ήρας και την αποκαλεί «κυνώπιδα», δηλαδή σκυλομούρα, γιατί, επειδή ή­ταν κουτσός, τον είχε πετάξει μακριά όταν ή­ταν μικρός (Ιλ. Σ, 397). Μερικές φορές οι καταγγελίες αυτές, εί­χαν και κάποια δόση αλήθειας, κάποια βά­ση. Η Μελανθώ, επί παραδείγματι, η πιο ό­μορφη από το υπηρετικό προσωπικό των α­νακτόρων, το είχε παρακάνει. Γιατί, παρ’ ό­λον ότι η Πηνελόπη τη μεγάλωσε σαν κόρη της και της χάριζε διάφορα αξεσουάρ, αυτή η αχάριστη: «…Ευρυμάχω μισγέσκετο και φιλέεσκεν» ( Ευτυχισμένη πλάγιαζε με τον Ευρύμαχο) (Οδ. σ, 325).

Ο αναγνώστης, αν θέλει να εξηγήσει την μορφή της Πηνελόπης, θα πρέπει να ανατρέξει λίγο παραπάνω (Οδ. ο, 14), εκεί όπου ο Ευρύμαχος περιγράφεται ως εξαιρετικά γαλαντόμος και στις αγκάλες του οποίου φαίνεται ότι ήταν έτοιμη να πέσει η Πηνελόπη, και χωρίς τις παραινέσεις του πατέρα της και των αδελφών της.

 

Ο συζυγικός έρωτας και οι γκρίνιες

 

Παρ’ όλες τις πικρές γνώμες που είχαν οι άντρες για το γυναικείο φύλο, τις γυναίκες τις παντρεύονταν. Και εξακολουθούν να τις παντρεύονται ακόμη μέχρι των ημερών μας. Η πλάνη ξεκινά – ξεκινούσε μάλλον – α­πό τη ροζ εικόνα μιας γυναικούλας καθισμέ­νης με τα παιδάκια της γύρω από κάποιο τραπέζι. Αλλ’ αν κρίνει κανείς από τα συμ­βαίνοντα στα τραπέζια στον Όλυμπο, μπο­ρεί να σχηματίσει μιαν εικόνα και για το τι γινόταν στα σπίτια των κοινών θνητών. Η σκηνή, και τότε όπως και τώρα, άρχιζε πρώτα-πρώτα με μια ελαφρά γκρίνια.

Δίας και Ήρα

Ο Δίας τρέμει κυριολεκτικά τη γκρίνια της Ήρας, γιατί τόλμησε η ανιψιά του η Θέτις να του ζητήσει μια χάρη (Ιλ. Α, 51 ) και κά­νει ό,τι μπορεί για να την αποφύγει. Τελικά δεν την αποφεύγει. Η Ήρα τον είδε και ζητά να μάθει τι είπαν μεταξύ τους. Ο Δίας αρνεί­ται να δώσει εξηγήσεις και της απαγορεύει να αναμιγνύεται στις δουλειές του. Η Ήρα βγάζει μια γλώσσα τόση, τον αποκαλεί «δολομήτη», δηλαδή πανούργο (Ιλ. Α, 540-3), και ο Δίας οργίζεται. «Δαιμόνια», της λέει, «όλο νομίζεις, και ποτέ δεν έκανα κάτι χωρίς να το μάθεις. Μ’ αυτά που κάνεις δεν κερδί­ζεις παρά να βγεις περισσότερο από την καρδιά μου… Θα κάνω ό,τι μ’ αρέσει. Και κοίτα να μη σε πιάσω στα χέρια μου». (Ιλ. Α, 561 κ.ε.)

Η Ήρα «ακέουσα καθήστο», κάθισε χω­ρίς να βγάλει μιλιά (Ιλ. Α, 569). Επεμβαίνει ο γιος της ο Ήφαιστος, που λέει της Ήρας: «Σώπαινε και κάνε υπομονή, μη σου δώσει κανένα χέρι ξύλο και δεν μπορώ να βλέπω να σε δέρνουν, και μας αναποδογυρίσει το τρα­πέζι και δεν φάμε μια πιρουνιά γλυκό φαΐ» (Ιλ. Α, 570-74). Αλλά μετά τον καυγά οι σχέσεις αποκατεστάθησαν, και όταν ο Δίας πήγε να κοιμηθεί ανέβηκε στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα του και η Ήρα (Ιλ. Α, 611), και: «Une reconcilia­tion vaut toujours la peine de la dispute» ( Για μια συμφιλίωση αξίζει τον κόπο να φιλονικήσεις).

Παρ’ όλα αυτά οι σχέσεις του θεϊκού ζεύ­γους παρέμεναν πάντα τεταμένες. «Με την Ήρα δεν συγχύζομαι τόσο ούτε θυμώνω, γι­ατί πάντα συνηθίζει να εναντιώνεται σ’ ό,τι κι αν πω», καταλήγει απελπισμένος ο Δίας (Ιλ. Ε, 407). Το οξύθυμο του Διός είναι και άλλοθεν γνωστόν.

Ο Άρης μαθαίνει το θάνατο του γιου του Ασκάλαφου, και οργισμένος απει­λεί ότι θα παρακούσει τις εντολές του Δία, και θα πάει να τιμωρήσει τους Αχαιούς. Η πάντα σοφή Αθηνά τον συμβουλεύει:« Άφησε τα τώρα αυτά. Θέλεις να μας δώ­σεις τίποτα λαχτάρες; Γιατί τον ξέρεις. Είναι άξιος (ο Δίας) να αφήσει τους Τρώ­ες και τους Αχαιούς, και να’ρθη εδώ απά­νω στον Όλυμπο, και να μας αρπάξει έναν- έναν» «Ος τ’ αίτιος ος τε και ουκί» ( Αυτόν που έφταιγε και αυτόν που δεν έφταιγε). (Ιλ. Ο, 131-7)

Στους ελεεινούς αυτούς τρόπους δεν υστε­ρούσε και η γυναίκα του Δία, η Ήρα, η ο­ποία σε μια στιγμή οργίζεται με την Άρτε­μη, της παίρνει το τόξο και τη δέρνει μ’ αυτό (Ιλ. Τ, 491).

Παράλληλα όμως με τους καυγάδες, υ­πήρχαν και στιγμές γαλήνης, έστω και επι­φανειακής. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας απατηλής στιγμής, η Ήρα προσπαθεί ν’ α­ποκοιμήσει τον Δία, ώστε να μπορέσει να συνδράμει τους προστατευόμενούς της τους Αχαιούς, παρ’ όλον ότι ο Δίας είχε διατάξει στους θεούς αυστηρή ουδετερότητα (Ιλ. Θ, 10-1, Ξ, 311-352).

Παρφουμαρισμένη και συνοδευόμενη από τον θεό Ύπνο, με τον οποίον είχε προηγουμέ­νως συνεννοηθεί, ανεβαίνει στην κορυφή Γάργαρο της Ίδης, απ’ όπου ο Δίας παρακο­λουθούσε τα διατρέχοντα στην Τροία. (Κάτι σαν πύργο ελέγχου ας πούμε). Μόλις την εί­δε ο Δίας, ο έρωτας του θόλωσε το νου, σαν τότε που μικρά παιδιά πρωτόσμιγαν ερωτικά πηγαίνοντας κάθε τόσο στο κρεβάτι κρυφά από τους γονείς τους (Ιλ. Ξ, 295). «Πώς από δω;» τη ρωτά. Κι αυτή δίνει μιαν αόριστη και παραπλανητική απάντηση. Ότι δήθεν πάει να κάνει επίσκεψη στους θετούς γονείς της, τον Ωκεανό και την Τηθή, γιατί έχουν αρχίσει τους καυγάδες και δεν κοιμούνται πια στο ίδιο κρεβάτι, και πάει να τους συμ­φιλιώσει, και ότι ήρθε να του το πει ότι θα λείπει για να μην ανησυχεί. Ο Δίας δείχνει ό­τι πείθεται, αλλά δεν παραιτείται από το σκοπό του, και της λέει:

«Ήρα, εκεί μπορείς να πας κι αργότερα. Έλα τώρα να πλαγιάσουμε και να χαρού­με τον έρωτα, γιατί ποτέ ως τώρα δεν είχα μια τόσο έντονη ερωτική διάθεση σαν κι αυτήν, ούτε με τις άλλες – κι αναφέρει σωρεία δεσμών του με διάφορες θεές και θνητές – ούτε και με σένα». Η Ήρα φέρνει αντιρρήσεις. Όχι, όχι εδώ, γιατί μας βλέπουν. Να πάμε σπίτι, «επεί νυ τοι εύαδεν ευνή» (αφού πεθύμησες κρεβάτι) (Ιλ. Ξ, 340). Τελικά βρίσκεται μια άλλη λύση που συμβίβαζε και το επείγον του πράγμα­τος αλλά και τη σεμνοτυφία της Ήρας.

Ξα­πλώνουν πάνω στη φρέσκια χλόη, «λωτόν θ’ ερσήεντα (δροσερόν) ιδέ κρόκον, η δ’ υάκινθον» πυκνό και μαλακό, και τυλίγονται μ’ ένα χρυσό σύννεφο αδιαπέραστο από τις α­κτίνες του ήλιου, και πολύ περισσότερο από τα αδιάκριτα βλέμματα, χωρίς να σκεφτεί ο Δίας ότι τυλιγμένον μέσα στο χρυσό σύννε­φο δεν τον έβλεπαν, βέβαια, αλλά δεν έβλεπε κι εκείνος τι γινόταν στην Τροία. Δαμασμένος από τον έρωτα και τον ύπνο ο Δίας κοιμόταν ήσυχος, κρατώντας στην αγ­καλιά του την Ήρα. Ο Ύπνος, δασκαλεμέ­νος από πριν, τρέχει και ειδοποιεί τον Πο­σειδώνα που προστάτευε τους Αχαιούς. Οι τελευταίοι περνούν στην αντεπίθεση και απωθούν τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης τους.

Εκείνη τη στιγμή ξυπνά ο Δίας, πετάγεται πάνω, βλέπει τον Ποσειδώνα με το μέρος των Αργείων, αγριοκοιτάζει την Ήρα και της λέ­ει: «πολύ πρόστυχος ήταν ο δόλος σου Ήρα (Ιλ. 9,14) και δεν ξέρω αν δε σε ξαναδείρω με το λουρί. Ή μήπως ξέχασες τότε που σε κρέμασα ψηλά από τα πόδια;» Την απειλεί ότι θα της κάνει και άλλα πολλά για να σταματήσει τις απάτες, και για να δει ότι δεν θα κερδίσει τίποτα με τον έρωτα και το κρεβάτι «ην (ευνήν) εμίγης ελθούσα θεών άπο και με ηπάτησας». (Ιλ. Ο, 32-33) Η Ήρα προσποιείται την τρομαγμένη, και του ορκίζεται στο «στεφάνι» τους, «το μεν ουκ αν εγώ ποτέ μαψ ομόσαιμι» (που πάνω του ποτέ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω) (Ιλ. Ο, 40) πως όλα αυτά τα έκανε ο Ποσειδώνας! Ο Δίας χαμογελάει και… έκτοτε η ιστορία συ­νεχίζεται.

  

Άλλες πτυχές της Ομηρικής ψυχής

 

Παρ’ όλον ότι οι ομηρικοί ήρωες και ο κόσμος τους ζούσαν σ’ ένα σκληρό περιβάλ­λον, και για να μπορέσουν να επιβιώσουν έ­πρεπε να είναι ψυχικά ανάλογα προετοιμα­σμένοι, εν τούτοις βλέπουμε και σκηνές που φωτίζουν και από άλλη πλευρά την ομηρική ψυχή. Ο Αχιλλέας αγαπάει τη μητέρα του, και το δείχνει. Σε στιγμές μεγάλης θλίψης προσεύ­χεται σ’ αυτήν (Ιλ. Α, 351). Ο Χρύσης προ­σφέρει λύτρα αμέτρητα για να πάρει πίσω τη Χρυσηΐδα, την κόρη του. (Ιλ. Α, 13)

Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις βλέ­πουμε μέσα σ’ εκείνες τις θηριώδεις ψυχές ό­τι κρύβονταν και τρυφερότητα λίγη ή πολ­λή, κυρίως για συγγενείς εξ αίματος, πρώ­του, το πολύ και δεύτερου βαθμού. Δεν έλειπαν όμως και οι οπορτουνιστικές σκέψεις. Άλλωστε είναι κι αυτές τόσο ανθρώπινες. Η χήρα Βρισηίδα κλαίει και χτυπιέται πάνω στο νεκρό του Πάτροκλου, γιατί της είχε υποσχεθεί ότι θα… την πάν­τρευε με τον Αχιλλέα, που είχε σκοτώσει τον άντρα και τρία αδέλφια της (Ιλ. Τ, 287-98).

Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις άγριου μίσους. Ο Αγαμέμνων παραπονείται για τη συμπεριφορά της γυναίκας του και την απο­καλεί «σκύλα» (Οδ. λ, 409). Σε μιαν άλλη σκηνή μας δίνει ο Όμηρος τη φοβερή εικό­να μιας μάνας, της Αλθαίας, να κλαίει, και γονατισμένη να χτυπάει τη γη με τα χέρια της, καλώντας τον Άδη και την Περσεφόνη να σκοτώσουν το γιο της τον Μελέαγρο, ε­πειδή της είχε σκοτώσει στη μάχη τον αδελ­φό της (Ιλ. I, 587-8).

 

Έρως και Ψυχή, γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα (Antonio Canova)

 

 

Ο σαρκικός έρωτας, το sex 

 

Αναφέραμε πάρα πάνω τον πλατωνικό έ­ρωτα και τον συζυγικό οικογενειακό έρωτα, έτσι όπως τους απαντούμε στα Έπη. Μένει τώρα ν’ ασχοληθούμε και με τον σαρκικό έ­ρωτα, αυτόν που διεθνώς πια ονομάζουμε sex και που απασχολεί σημαντικό αριθμό στί­χων. Σ’ αυτόν τον έρωτα μπορούσε βέβαια να συνυπάρχει και η τρυφερότητα, η αγάπη, η συμπάθεια ή κάποιο άλλο ευγενές αίσθημα, αλλά δεν ήταν αναγκαίο.

 

Οι γυναίκες

 

Δίας και Δανάη

Τις γυναίκες τις αποκτούσαν ή με το σπαθί τους, και οι εκστρατείες είχαν σχεδόν απο­κλειστικό σκοπό την αρπαγή γυναικών (Οδ. λ, 403). Οι σκηνές του Αγαμέμνονα είναι γε­μάτες με γυναίκες (Ιλ. Β, 225). Και ο Αχιλλέ­ας απειλεί ότι θα φορτώσει τα καράβια του με χαλκό, χρυσάφι, σίδερο και όμορφες γυ­ναίκες, και θα φύγει για την πατρίδα του (Ιλ. I, 365). Ή τις κέρδιζαν στους αγώνες όταν έ­παθλο ήταν μια ή περισσότερες γυναίκες. Ένα αμάξι με δυο άλογα ή μια γυναίκα του κρεβατιού αθλοθετεί ο Αγαμέμνων (Ιλ. Ε, 291). Ένα τρίποδα ή μια γυναίκα αθλοθετούν όταν πεθάνει κανένας τρανός (Ιλ. Χ, 164). Ε­πτά γυναίκες που να ξέρουν λεπτές εργασίες προσφέρει ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει (Ιλ. I, 270), και του υπό­σχεται άλλες είκοσι μετά την κατάληψη της Τροίας. Χώρια που του χαρίζει και μια από τις τρεις κόρες του, όποια θέλει (Ιλ. I, 284).

Ένας τρίποδας με αφτιά και μια καλή γυ­ναίκα, ειδικευμένη σε λεπτές εργασίες, ορί­ζεται σαν πρώτο έπαθλο στους αγώνες αρμα­τοδρομίας που οργάνωσε ο Αχιλλέας κατά την ταφή του Πάτροκλου (Ψ, 263). Άλλοτε πάλι τις αγόραζαν, κι έτσι βλέ­πουμε τον Ιφιδάμα, να πληρώνει για τη γυ­ναίκα του, την κόρη του Κισσέα, 100 βόδια, και υπόσχεται και 1000 γιδοπρόβατα (Ιλ. Λ, 244). Την Ευρύκλεια, «που μόλις είχε βγάλει χνούδι», την αγόρασε ο Λαέρτης για 20 βό­δια (Οδ. α, 430).

Κατά κανόνα, για να πάρουν μια γυναίκα έ­πρεπε να πληρώσουν, με μοναδική εξαίρεση τον Αγαμέμνονα, που υπόσχεται να δώσει πολλά στον Αχιλλέα, αν θελήσει να παν­τρευτεί μια από τις τρεις κόρες του* (Ιλ. I, 148). Ένας από τους λόγους που οι Μνηστήρες αποφεύγουν να πάνε να ζητήσουν την Πηνε­λόπη επίσημα από τους δικούς της, τον πατέ­ρα της Ικάριο και τ’ αδέρφια της είναι και αυτός. Το ότι δηλαδή έπρεπε να πληρώσουν για να την πάρουν και μάλιστα πολλά (Οδ. β, 52), χώρια που το δικαίωμα επιλογής το είχε ο Ικάριος. Ενώ πολιορκώντας την στην Ιθά­κη, και πιο ευχάριστα περνούσαν και δεν πλήρωναν ούτε μια δραχμή.

 * Ο Αγαμέμνων αναφέρεται στις τρεις κόρες του, την Ηλέκτρα, την Χρυσόθεμι και την Λαοδίκεια. Την άλλη κόρη του, την Ιφιγένεια είχε θυσιάσει στην Αυλίδα.

 

Χωρισμός των γυναικών κατά κατηγορίες

 

Η ωραία Ελένη

Τις γυναίκες τις χώριζαν σε τρεις κατηγο­ρίες, τρεις ποιότητες. Η πρώτη περιελάμβανε τις γυναίκες του κρεβατιού, που ήσαν και οι ακριβότερες. Η δεύτερη εκείνες που ήξεραν να πάρουν τα χέ­ρια τους και να κάνουν κάποια λεπτή εργα­σία. Και τέτοιες περίφημες ήσαν οι γυναίκες της Λέσβου (Ιλ. I, 270), και της νήσου των Φαιάκων (Οδ. η, 109-10), αν και από αυτές τις τελευταίες, σκλάβες δεν αναφέρονται. Και τέλος, η τρίτη κατηγορία, όλες τις άλλες, που τις χρησιμοποιούσαν κυρίως για να αλέ­θουν στους χειρόμυλους (Οδ. υ, 110), και άλ­λες χοντροδουλειές. Μερικές προορίζονταν για πιο σύνθετες ασχολίες. Ο Αγαμέμνων θέ­λει τη Χρυσηΐδα και για να υφαίνει και για να κοιμάται μαζί του (Ιλ. Α, 31).

Εκτός από μια περίπτωση, δεν αναφέρον­ται γυναίκες σε γεωργικές εργασίες, κάτι που αργότερα ήταν ο κανόνας. Η εξαίρεση είναι εκείνη όπου η δούλα του πατέρα του Εύ­μαιου συνελήφθη από ληστές «αγρόθεν ερ­χομένη» (Οδ. β, 427). Δεν είναι αρκετά ισχυ­ρό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν έχουμε κι άλλο. Και για να σχηματίσουμε μιαν ιδέα, έστω και αμυδρά, του κόστους μιας γυναίκας θα προσθέσουμε την εξής πληροφορία. Ένας μεγάλος τρίποδας άξιζε τόσο όσο και 12 βό­δια, μια σκλάβα καλή, τέσσερα βόδια (Ιλ. Ψ, 702). Και στο Ιλ. Ψ, 752 μαθαίνουμε πως ένα βόδι άξιζε μισό χρυσό τάλαντο. Από τις πληροφορίες αυτές, κάνοντας μιαν αναγωγή του βοδιού σε πιθανή ποσότητα κρέατος, έ­χουμε μια πολύ θολή πληροφορία για το ποια ήταν η αγοραστική αξία του τάλαντου, και ποια μιας σημερινής καλής γυναίκας. Εκτός των αρετών που αναφέρθηκαν πάρα πάνω, και η παρθενία ήταν ένας συντελεστι­κός παράγων στην κοστολόγηση μιας γυ­ναίκας (Ιλ. I, 132). Ο Αγαμέμνων υπόσχεται ότι η Βρισηίδα είναι απείραχτη όταν την επιστρέφει στον Αχιλλέα, «παρ’ όλον ότι το αντίθετο είναι φυσικό να γίνεται ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες» (Ιλ. I, 276). Πλην της παρθενίας, το ανάστημα, η επι­δεξιότητα στα χέρια, το μυαλό, τα έργα, έ­παιζαν αποφασιστικό ρόλο στον Αγαμέμνο­να, και γι’ αυτό δηλώνει ότι προτιμά τη Χρυσηΐδα από την Κλυταιμνήστρα (Ιλ. Α, 113).

Τέλος και η ομορφιά ήταν ένας σημαν­τικός παράγοντας, και φυσικά όμορφες γυ­ναίκες εθεωρούντο -ποιες άλλες; – οι Μωραΐτισσες. «Αχαΐδα καλλιγύναικα» αναφέ­ρει ο Όμηρος (Ιλ. Γ, 75, 258). Και τα νιάτα, φυσικά, έπαιζαν κι αυτά το ρόλο τους. Και ο Οδυσσέας είχε την ειλικρίνεια να δηλώσει στην Καλυψώ: «Συμπάθα λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπρο­στά σου η Πηνελόπη στ’ ανάστημα και τη μορφή, τις δυο σας όποιος συγκρίνει θνη­τή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου» (Οδ. ε, 215-16)

 

To sex

 

Φαίνεται πως στο σημείο αυτό οι ομηρι­κοί ήρωες είχαν προχωρημένες αντιλήψεις. Γι’ αυτό και η Θέτις συνιστά στο γιο της Α­χιλλέα: «Αγαθόν δε γυναίκα περ’ εν φιλότητι μίσγεσθαι» ( γιατί είναι καλό να συνευρίσκεται κανείς με γυναίκα που αγαπά). (Ιλ. Ω, 130) Συμβουλή που δεν πάει χαμένη, γιατί ο Α­χιλλέας, παρ’ όλα τα κλάματα για τον Πά­τροκλο, παίρνει και τη Βρισηίδα δίπλα του, όταν πέφτει να κοιμηθεί, για να τον πάρει ο ύπνος (Ιλ. Ω, 676). Αυτή η σύσταση της Θέτιδας εύρισκε πλή­ρη εφαρμογή, όχι μόνο στους άντρες, αλλά και στις κοπέλες, για τις οποίες γράφει ο Όμηρος: «ευνή και φιλότητι, τας τε φρένας ηπεροπεύει θηλυτέρησι γυναιξί, και η κ’ ευεργός έησιν» που θα πεί: «…(το κρεβάτι και ο έρωτας) τα κάνουν αυτά, τα μυαλά των κοριτσιών να στρί­ψουν κι ας ήταν πρώτα φρόνιμα» (Οδ. ο, 421)

 

Σκηνή από συμπόσιο. Τέλος 6ου αιώνα π.χ. Βασιλικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, Βρυξέλες.

 

Τη συμβουλή που είπαμε πάρα πάνω ότι η Θέτις έδωσε στο γιο της τον Αχιλλέα, την είχε από τον πατέρα της τον Δία, του οποίου οι κατακτήσεις υπερβαίνουν σε αριθμό όλων των άλλων θεών. Μόνος του καυχόμενος α­ναφέρει τους δεσμούς του με τη γυναίκα του Ιξίονα – δεν θυμάται τ’ όνομα της – τη Δα­νάη με τα ωραία πόδια, την κόρη του Φοίνι­κα – ούτε αυτηνής θυμάται τ’ όνομα, κι ας του γέννησε τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ – τη Σεμέλη, την Αλμήνη, τη Δήμητρα, τη Λητώ (Ιλ. Ξ, 307-27), τη Λαοδάμεια (Ιλ. Ζ, 197), την Αντιόπη (Οδ. λ, 260).

Σκηνή από συμπόσιο, λεπτομέρεια. Τέλος 6ου αιώνα π.χ.

Όλες αυτές οι συναντήσεις, όχι μόνο του Δία αλλά και των άλλων θεών και ημιθέων, είχαν σαν αποτέλεσμα να γεννιούνται εκά­στοτε από ένα έως δύο παιδιά, γεγονός που αποδεικνύει ότι: «ουκ αποφώλιαι ευναί αθα­νάτων», που σημαίνει σ’ ελεύθερη μετάφρα­ση πως «οι θεοί δεν παίζαν στο κρεβάτι» (Οδ. λ, 249). Τελικά, από τη σωρεία των ερωτικών περιπετειών που συναντούμε στον Όμηρο αναφέρουμε: Τον Άρη με την Αστυόχη (Ιλ. Β, 515), «την ντροπαλή παρθένα που γέννησε δυο γιους όταν ανέβηκε στο ανώι να κοιμηθεί και ο θεός Άρης πήγε και πλάγιασε κρυφά μαζί της».

Τον Αγχίση με την Αφροδίτη, που γέννησαν τον Αινεία (Ιλ. Β, 8). Τον Βουκολίωνα με την Αβαρβαρίη (Ιλ. Ζ, 24), τον Βελερεφόντη με την Άντεια (Ιλ. Ζ, 159). Τον Τιθωνό με την Αυγή (Ιλ. Λ, 1· Οδ. ε, 1). Τον Σπερχειό με την Πολυδώρα (Ιλ. Π, 175). Τον Ερμή με την Πολυμήλη (Ιλ. Π, 180). Τον Ο­δυσσέα με την Καλυψώ, που ο δεσμός τους κράτησε επτά χρόνια (Οδ. α, 14, 55). Τον Ποσειδώνα με την Βόωσσα (Οδ. α, 71). Τη Δήμητρα με τον Ιασίωνα (Οδ. ε, 125).

Τον Ποσειδώνα με την Περίβοια (Οδ. η, 57). Τον Ενιπέα με την Τυρώ (Οδ. λ, 235). Τον Ποσει­δώνα με την Ιφιμέδεια (Οδ. λ, 305). Την Ερι­φύλη, που απατούσε τον άνδρα της «επί χρήμασιν» (Οδ. λ, 326). Τον Τιτυό, ο οποίος ξε­πλήρωσε στον Δία όλα τα στεφάνια που δεν σεβάστηκε, απλώνοντας χέρι στη Λητώ, την επίσημη μαιτρέσσα του Δία (Οδ. λ, 580). Ά­σε πια τους Μνηστήρες, που περιμένοντας από τριετίας να πει η Πηνελόπη το ναι έσερ­ναν τις σκλάβες «αεικελίως κατά δώματα καλά» (απρεπώς, ανάρμοστα προς τα ωραία δωμάτια) (Οδ. π, 108). Εδώ όμως σταματά το κουτσομπολιό αυτό. Αυτό το «ποιος, πού, ποιαν».

 

Τα νόθα

 

Κάτω από αυτές τις τόσο διαδεδομένες στον Ομηρικό κόσμο συναντήσεις Θεών με θνητές, και με τις συνέπειές τους, νομίζω πως θα πρέπει να δούμε τις τόσο φυσικές προγα­μιαίες ή εξωσυζυγικές σχέσεις, που τα προϊ­όντα τους έσπευδαν να τα περιβάλουν με θεϊκή ιδιότητα, για να τα προστατέψουν, και να προστατευθούν και οι ίδιες οι μητέρες, α­πό την οργή του περιβάλλοντος. Η λύση αυτή, η αναγνώριση δηλαδή της θείας επέμβασης στη γέννηση του νεογνού, απήλλασσε και τους άνδρες από την υποχρέ­ωση να παίξουν αυτόν τον δυσάρεστο ρόλο του αρσενικού τιμωρού και εκδικητή. Βόλευε όλο τον κόσμο. Και το μικρό, και τη μητέρα, και τον μη πατέρα.

Καμιά φορά, οι γείτονες ήσαν κάπως δύ­σπιστοι και είχαν αμφιβολίες για την πατρό­τητα του νεογέννητου. Όπως στην περί­πτωση της Πολυδώρας της αδελφής του Α­χιλλέα, που παρ’ όλη την επιμονή της ότι ο Μενέσθιος ήταν γιος του άντρα της του Βώρου, δεν έπεισε κανέναν. Ήταν κοινό μυστι­κό πως τον είχε συλλάβει με τον «ακούρα­στο» Σπερχειό (Ιλ. Π, 175).

Μια περίπτωση συζυγικής τρυφερότητας και αφοσίωσης είναι και η Θεανώ, που για χάρη του άντρα της Αντήνορα, του μεγάλω­σε το νόθο γιο του, εξ ίσου φροντισμένα με τα δικά της παιδιά (Ιλ. Ε, 70). Νόθος ήταν και ο Μέδοντας ο νόθος γιος του Οϊλέα, βασιλιά της Θαυμακίας (Δομοκός) (Ιλ. Β, 727), και ο Τεύκρος ο γιος του Τελαμώνα (Ιλ. Θ, 284).

Το ρεκόρ στα νόθα, το είχε ο Πρίαμος, ο ο­ποίος είχε πενήντα παιδιά, εξ ων, δέκα εννέα ομομήτρια. Τα άλλα όλα νόθα. (Ιλ. Ω, 495) Τα παιδιά, γνήσια και νόθα, συνήθως μεγά­λωναν μαζί, χωρίς διακρίσεις. Αλλά όταν ερχόταν η ώρα της διανομής της πατρικής περιουσίας «…μα λιγοστά σε μένα μου δώ­σανε στη μοιρασιά κι ένα του σπίτι μόνο» (Οδ. ξ, 210), παραπονείται στη φανταστική του διήγηση ο Οδυσσέας, που σημαίνει, πως ήταν συνηθισμένο να γίνεται έτσι στην πρα­γματικότητα.

 

Απαγωγές

 

Ο Πάρης και η ωραία Ελένη , Jacques-Louis David, 1788.

Καμιά φορά ο ερωτικός παροξυσμός ο­δηγούσε και σε απαγωγή της κόρης, η οποία φεύγουσα συναπεκόμιζε και όσα τιμαλφή προλάβαινε. Τέτοια ήταν και η περίπτωση της Ελένης, που φεύγοντας με τον Πάρι, του σηκώνει το σπίτι του Μενέλαου, αφήνοντάς του μόνο το μικρό κοριτσάκι τους την Ερμιό­νη. (Ιλ. Γ, 175) Αργότερα, νοσταλγεί τον… Μενέλαο (Ιλ. Γ, 139), και αναγνωρίζει την ά­πρεπη συμπεριφορά της, «τα αίσχεα και ανείδεά της» ( τις αισχρές και άσχημες πράξεις της). (Ιλ. Γ, 242) Οι τύψεις όμως αυτές δεν την εμποδίζουν να καταφύγει στην κρεβατοκάμαρα του Πάρι, διαμαρτυρόμε­νη καθ’ οδόν στη θεά Αφροδίτη, γιατί την… έσπρωχνε προς τα εκεί (Ιλ. Γ, 395-420). Εκεί την περίμενε ο Πάρις, ο οποίος αφού τη γλύτωσε παρά τρίχα στη μονομαχία του με το Μενέλαο, είναι τώρα εκτός εαυτού από ερω­τική διάθεση, και επίμονα απαιτεί από την Ελένη «εδώ και τώρα».

 

Ο έρωτας και το θέατρο

 

Ανυπέρβλητη σε νάζι και υποκρισία είναι η σκηνή που ακολουθεί. Η Ελένη, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες και τις κατάρες κατά του Πάρι, που της λέει με κατεβασμένα μάτια, «όσσε πάλιν κλίνασα», τον ακολουθεί και στο σκαλιστό κρεβάτι (Ιλ. Γ, 448). Και όλα αυτά καθ’ ον χρόνον η μάχη μαινόταν έξω από τα τείχη, και ο Μενέλαος έψαχνε ανά­μεσα στους Τρώες πολεμιστές, να τον βρει. Ο Έρωτας θέλει και λίγο θέατρο.

Γι’ αυτό και ο Όμηρος βάζει τη θεά Αφροδίτη να λα­βαίνει μέρος στη… μάχη, και μάλιστα να τραυματίζεται στο χέρι (Ιλ. Ε, 335). Μεταφέ­ρεται με ασθενοφόρο της εποχής, και συγκεκριμένως με τα άλογα του Άρη, εσπευσμέ­νως στον Όλυμπο, όπου ο πατέρας της ο Δί­ας της λέει: «Δεν είναι για σε παιδάκι μου τα έργα του πολέμου. Συ τις ευχάριστες δουλειές του γάμου να κοιτάζεις». (Ιλ. Ε, 429)

Aphrodite, National Archaeological Museum of Athens

Η Αφροδίτη σαν θεά του Έρωτα ήταν ά­φθαστη σε τερτίπια ερωτικά και τις σχετικές γνώσεις, που τις διέθετε μάλιστα αφιλοκερ­δώς. Η Ήρα καταφεύγει στις συμβουλές της, προκειμένου να ξυπνήσει το συζυγικό ενδι­αφέρον του Δία (Ιλ. Ξ, 215). Το θέατρο όμως αυτό θέλει και προσοχή και δεν πρέπει να το αφήνουμε να φτάνει στα άκρα. Σε μια θεατρική χειρονομία, ο Πάρις κα­λεί σε μονομαχία τον Μενέλαο, και γλυτώνει ως εκ θαύματος (Ιλ. Γ, 69 κ.ε.).

Εκεί όμως που το θέατρο φτάνει στην αποκορύφωσή του, είναι στη σκηνή όπου ο Οδυσσέας, «επεί ουκέτι ήνδανε νύμφη», (γιατί του γύρισε η καρδιά να ζει με την νεράιδα, με δικά μας λό­για, αφού βαρέθηκε να ζει εφτά χρόνια με την Καλυψώ, κι ας ήτανε Νεράιδα), άρχισε να χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα. Κατέβαινε κάτω στην παραλία, και: «Όλη μέρα κάθονταν σε βράχους σ’ α­κρογιάλια με κλάμα, πόνους, στενα­γμούς, σπαράζοντας τα στήθια». Αλλά τη νύχτα κατ’ ανάγκην, «μέσα στις όμορφες σπηλιές μαζί της εκοιμόταν, χωρίς να θέλει αυτός εκείνη το ζητούσε» (Οδ. ε, 154-5).

Τα ίδια επαναλαμβάνονται αργότερα και με την Κίρκη (Οδ. ι, 3), της οποίας δεν αρ­νείται τας αγκάλας, τη συμβουλή του Ερμή ακολουθώντας (Οδ. κ. 297), και την πρόταση της ίδιας: «να πάμε στο κρεβάτι μου μαζί να κοιμη­θούμε, το στρώμα και τ’ αγκάλιασμα κάθε υποψία να σβήσουν» (Οδ. κ, 3). Έτσι κι έγινε. «Και τότε εκεί καθίσαμε ολόκληρο ένα χρόνο» (Οδ. κ, 467).

 

Sensualités raffinées (εκλεπτυσμένη ηδονή, απόλαυση)

 

Η Πηνελόπη και οι μνηστήρες από τον John William Waterhouse (1912)

Παρ’ όλον ότι οι πολλαπλοί έρωτες που παρεμβάλλονται στα Έπη αφήνουν ελεύθε­ρο έδαφος για την παρεμβολή τολμηρών λε­πτομερειών, που τόσο ενθουσιάζουν συγ­γραφείς και αναγνώστες, εντούτοις δεν τις συναντούμε παρά ελάχιστες φορές, κι εκεί­νες υπονοούμενες. Μια φορά στην Ιλιάδα (Ιλ. Τ, 261-3), ορκί­ζεται ο Αγαμέμνων: «Μη μεν εγώ κούρη Βρισηίδι χείρ’ επέκεινα ούτ’ ευνής πρόφασιν κεχρημένος ούτε τευ άλλου αλλ’ έμεν’ απροτίμαστος ενί κλισίησιν εμήσιν».

 Μια άλλη πληροφορία που εμφανίζει τον Αχιλλέα να κοιμάται με την Διομήδη, και τον Πάτροκλο με την Ίφη στην ίδια σκηνή (Ιλ. I, 662-7), δεν μπορεί να στηρίξει κατηγορία για amours en commun (κοινοί έρωτες), αν και τίποτα δεν τους αποκλείει. Και τέλος μια τρίτη. Ασφαλώς δεν έβαλε τυχαία ο Όμηρος την Πηνελόπη να αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, μό­νο όταν της έκανε περιγραφή του κρεβατιού τους (Οδ. ψ, 205).

Κάποια αλληγορία κρύβεται πίσω από τους στίχους αυτούς. Μόνο από τις λεπτομέρειες της περιγραφής πείθεται η Πηνελόπη για την ταυτότητα του Οδυσσέα, και: «εκείνοι τότε, στο παλιό κρεβάτι με λα­χτάρα, της παντρειάς θυμήθηκαν την ορισμένη τάξη» (Οδ. ψ, 296). Από την αποφυγή της παράθεσης τέτοιων λεπτομερειών, μπορούμε να συμπεράνουμε ό­τι τα Έπη, στη μορφή τουλάχιστον που τα κληρονομήσαμε, προορίζονταν για συντη­ρητικό ακροατήριο.

 

Η ομοφυλοφιλία

 

Άνδρας διεγείρει ένα αγόρι. Μουσείο Ashmolean, Οξφόρδη. Γύρω στα 480 π.χ.

Σ’ όλα τα Έπη συναντούμε δύο σχετικούς υπαινιγμούς. Ο πρώτος, στους στίχους (Ιλ. Ε, 266), εκεί που ο Δίας αρπάζει το ωραίο βοσκόπουλο, τον Γανυμήδη, τον γιο του Τρώα, και για αποζημίωση δίνει στον συγκαταβατικό πατέρα μια περίφημη ράτσα αλό­γων, του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο, που και μεγαλύτερός του ήταν (Ιλ, Λ, 787) και ιατρι­κές γνώσεις είχε (Ιλ. Λ, 830). Οι υπερβολές του πένθους του Αχιλλέα για τον φίλο που έχασε, γεννούν μερικές αμ­φιβολίες. Οι πράξεις του Αχιλλέα μέχρι ποίου σημείου μπορούν να θεωρηθούν πρά­ξεις ανθρώπου οργίλου που δεν ελέγχει εαυ­τόν; Ή είναι πραγματικά δείγματα βαθειάς ερωτικής απελπισίας; Ας δούμε τους σχετικούς στίχους: Στο στίχο (Ιλ. Π, 247) ο Αχιλλέας προσεύ­χεται στο Δία «ασκηθής μοι έπειτα θοάς επί νήας ίκοιτο» (μετά την μάχη ας μου γυρίσει γερός – ο Πάτροκλος- κοντά στα γρήγορα καράβια).

Στους στίχους (Ιλ. Τ, 317 κ.ε.) στους οποί­ους, αναφερόμενος ο Αχιλλέας στις αρετές του νεκρού Πάτροκλου, λέει: «Φίλτατ’ εταίρων»… μου έφερνες νόστιμο φαγητό μέσα στη σκη­νή γρήγορα και πρόθυμα. Και παρακάτω: «αυτόν (τον Πάτροκλο) εγώ δεν θα τον ξεχάσω, ούτε ζωντανός, ούτε πεθαμένος» (Ιλ. Χ, 388) Και τώρα η πολυσυζητημένη σκηνή της εμφάνισης του φάντασματος του Πάτροκλου (Ιλ. Ψ, 69). Εμφανίζεται το φάντασμα και λέει του κοιμισμένου Αχιλλέα: «Κοιμάσαι, αλλά με ξέχασες, Αχιλλέα. Όσο ζούσα με φρόντι­ζες. Τώρα που πέθανα όχι πια. Θάψε με όσο μπορείς πιο γρήγορα για να περάσω τις Πύ­λες του Άδη». «Ζωντανοί πια δε θα συσκεφτούμε μακριά από τους αγαπημένους συν­τρόφους». Και ακόμη τον παρακαλεί: «Μη εμά σων επάνευθε τιθήμεναι οστέ, Αχίλλευ» (Τα κόκκαλά μου να μη μπουν χωριστά από τα δικά σου).  (Ιλ. Ψ, 83)

Μέχρις εδώ δεν μπορεί να βρει κανείς στη σχέση Αχιλλέα – Πάτροκλου τίποτ’ άλλο από μια μεγάλη φιλία. Οι στίχοι όμως (Ιλ. Ψ, 97) αφήνουν ανοιχτό ένα παραθυράκι: «αλλά μοι άσσον στήθι μίνυν θά περ αμφιβαλόντε αλλήλους ολοοίο τεταρπώμεθα γόοιο» (αλλά στάσου πιο κοντά μου. Για λίγο. Κι αγκαλιασμένοι ας παρηγορηθούμε κλαίγον­τας), λέει ο Αχιλλέας στο φάντασμα του Πά­τροκλου. Ένα δεύτερο παραθυράκι ανοίγουν οι στίχοι (Ιλ. Ω, 6). Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κοιμηθεί και στριφογυρίζει πάνω στο κρεβά­τι του: «Πατρόκλου ποθέων ανδρότητά τε και μένος ευ ηδ’ οπόσα τολύπευσε συν αυτώ και πάθεν άλγεα» (ποθώντας ή θυμούμενος τον ανδρισμό ή την γενναιότητα και το θάρρος του Πατρόκλου και όσα υπέφερε μαζί του και όσους γνώρισε πόνους).

Αν δοθεί η πονηρά ερμηνεία εις τον όρο «ανδρότητα», τότε εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι θρυλικοί αυτοί φίλοι ήσαν και ομοφυλόφι­λοι. Αν όμως δώσουμε στο «ποθέων ανδρό­τητα και μένος» την ερμηνεία «νοσταλγών­τας την παλικαριά και το θάρρος, και τα όσα τραβήξανε μαζί», τότε καταπίπτει η επαρίστερος αυτή σκέψη. Αργότερα, όταν σκοτώθηκε και ο Αχιλλέ­ας, τα οστά του μπαίνουν μαζί με του Πάτροκλου, στον ίδιο αμφιφορέα, σύμφωνα με την εντολή και του Αχιλλέα και του Πατρόκλου.

Ενώ τα οστά του Αντίλοχου, που κι εκείνος ήταν από τους επιστήθιους φίλους του Α­χιλλέα, μπαίνουν χωριστά (Οδ. Ω, 76-7). Αλλά είναι τόσο δύσκολο από το λίγο φως που δίνουν τα παραθυράκια αυτά στα σκοτά­δια της ανθρώπινης ψυχής, να βγάλει κανείς ένα κατηγορηματικό συμπέρασμα! Πάντως ένα είναι βέβαιο και σαφές. Στα Ομηρικά Έπη αποφεύγουν να θίξουν το θέ­μα της ομοφυλοφιλίας, κι αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι το γνώριζαν, αλλά δεν το ευλογούσαν.

 

Ο έρωτας σαν ποινή ή εκδίκηση

  

Τα αισθήματα που υποκινούσαν τον έρωτα στους Ομηρικούς ανθρώπους δεν ήσαν πά­ντα ευγενικά. Υπάρχουν περιπτώσεις που βλέπουμε ήρωες να εμφανίζονται σαν ερω­τευμένοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν ή­ταν. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αχιλλέα, που την Βρισηίδα δεν την αγαπά, παρ’ ότι δηλώνει «εγώ αυτήν την αγαπούσα μέσα από την καρδιά μου, μ’ όλο που την κέρδισα με το κοντάρι μου» (Ιλ. 1,343), αλλά είναι οργι­σμένος γιατί θεωρεί τον εαυτό του ταπεινωμέ­νο (Ιλ. Α, 293). Μια δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που ο σοφός Νέστορας παροτρύνει τους Αχαιούς να μη βιάζονται να φύγουν και να γυρίσουν σπίτια τους «πριν τινα παρ’ Τρώων αλόχω κατακοιμηθείναι» ( πριν κανείς πλαγιάσει με κάποια Τρωαδίτισσα) (Ιλ. Β, 355).

   

Η Ζήλεια

 

Μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης που δείχνει να περιποιείται τα μαλλιά της μετά από μπάνιο. Μουσείο Ρόδου.

Λέγεται πως ο Έρωτας είναι μια από τις ευγενέστερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Συνήθως ο ένας αγαπά, ο άλλος υφίσταται την αγάπη του πρώτου. Ουαί όμως και αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα επιχειρήσει να παρεμβληθεί σ’ αυτή την χιλιοτραγουδημένη τρυφερή σχέση. Ή και απλώς τολμήσει να ζητήσει, ο ένας από τους δύο, τη διακοπή, ή και προσωρινή αναστολή, της επιβεβλημέ­νης και αναγκαστικής αυτής αγάπης. Κάπως έτσι γεννιέται η ζήλεια. Πολλοί στίχοι του Ομήρου έχουν αφιερωθεί στην αντίθετη αυ­τή αλλά και απαραίτητη πλευρά του έρωτα. Σταχυολογούμε όσους μπορούμε.

Ο Αμύντορας, ο πατέρας του γερο-Φοίνικα, είχε οργιστεί εναντίον του γιου του από την εξής αφορμή: Ο Αμύντορας είχε στο σπίτι του μεταξύ του προσωπικού του και μια κοπελίτσα «καλλικόμοιον», κι αδιαφορούσε για τα μαραμένα κάλλη της γυναίκας του. Η τελευταία πείθει το γιο της να πλαγιάσει με την κοπελίτσα πρώτος αυτός ώστε να σιχα­θεί το γέρο. Έτσι κι έγινε. Το έμαθε όμως ο γέρος και τον καταριέται. Κι ο γιος αναγκά­ζεται να εγκαταλείψει το σπίτι (Ιλ. 1,448-75).

Ο Λαέρτης είχε αγοράσει μια νεαρή σκλά­βα «πρωτόχνουδη», με την οποία όμως απέ­φυγε να κοιμηθεί, για να μη ζηλέψει η γυ­ναίκα του η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσ­σέα (Οδ. α, 430).

Η μικρή Ευρύκλεια όμως, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, και είχε γάλα για να θηλάσει τον Οδυσσέα όταν ήταν βρέφος (Οδ. τ, 4). Δεν ζήλευαν όμως μόνο οι άνθρωποι. Ζή­λευαν και οι θεοί. Οργισμένη η Καλυψώ τους στηλιτεύει: «Σκληροί θεοί, ζηλιάρηδες, πιο πάνω σεις απ’ όλους, / που σκάζετε με τις θεές, αν με θνητό πλαγιάσουν / κι αν ίσως κά­μει ομόκλινο κι αν πάρει στο κρεβάτι της καμιά τον ποθητό της» (Οδ. ε, 118).

Ζηλιάρης όμως ήταν και ο Δίας, που δεν θα το περίμενε κανείς. Έτσι, κι όταν η Δή­μητρα… «πήγε σε βαθυχόρταρο χωράφι να πλαγιά­σει / με τον Ιασίονα αγκαλιά, καμένη από την αγάπη / τόμαθε ο Δίας στη στιγμή, και μ’ ένα αστροπελέκι / καυτό χτυπώ­ντας τούσβησε τη νιότη του κι εκείνου. / Τώρα έτσι πάλε σκάσατε, θεοί, μαζί μου, πόχω / άνδρα θνητόν…», τους καταμαρ­τυρεί η Πηνελόπη (Οδ. ε, 125).

Λόγους να ζηλεύει και ν’ ανησυχεί είχε και ο Αγαμέμνων. Γι’ αυτό κι όταν έφευγε για την Τροία, ανέθεσε σ’ έναν τραγουδιστή, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του, την παρα­κολούθηση της γυναίκας του Κλυταιμνή­στρας. «Κι όταν μια μέρα η μοίρα της την έ­σπρωξε να πέσει / (στην αγκαλιά του Αί­γισθου) πέταξε τον τραγουδιστή / σ’ ερη­μονήσι απάνω / κι εκεί τον άφησ’ άσπλα­χνα, τα όρνια να τον φάνε» (Οδ. γ, 24).

Μια περίπτωση που ίσως πρέπει να μας α­πασχολήσει περισσότερο, είναι η ξέφρενη ζήλεια που νιώθει ο Οδυσσέας κυρίως για «τας δμωάς του» ( τις δούλες του). (Οδ. η, 225)

Η πρώτη σκέψη που τον απασχολεί, δεν είναι: τι έκανε η γυναίκα του, αλλά θέλει να μάθει «των γυναικών τη γνώμη». Ποιες γυναίκες τον ατιμάζουν και ποιες όχι (Οδ. π, 304, τ, 497, τ, 500). Όχι μόνον αυτός, αλλά και ο γιος του ο Τηλέμαχος, δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τις ερωτοτροπίες των νεαρών κοριτσιών που είχαν σαν σκλάβες στ’ ανά­κτορα. Μεταμφιεσμένος ο Οδυσσέας, άκου­γε τις δούλες που ξεπόρτιζαν το βράδυ, και «ένδον η κραδίη (του) υλάκτει», και δεν του πήγαινε ύπνος από τη ζήλεια του (Οδ. υ, 5-10).

Η ερμηνεία που δίνει ο Όμηρος μπερδεύ­ει αντί να ξεδιαλύνει τα πράγματα: «Κι ως τρέχει η σκύλα ολόγυρα στα τρυ­φερά κουτάβια / σα νιώσει ξένο κι αλυ­χτά κι ορμά να τον δαγκώσει / έτσι αλυ­χτούσε κι η καρδιά στα στήθια του Δυσσέα / κι έβραζε τις παράνομες δουλειές αυ­τές να βλέπει» (Οδ. υ, 14-7). Κάτι τέτοιο επαναλαμβάνει απευθυνόμε­νος στους Μνηστήρες λίγο πριν αρχίσει ο φόνος τους (Οδ  . χ, 37).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Αυτή η ζήλεια είναι εκείνη που οδήγησε τον Οδυσσέα στην απόφαση να καταδικάσει εις θάνατον τις δώδεκα κοπέλες, τα δουλάκια, του υπηρετικού προσωπικού των ανα­κτόρων, με μόνη την κατηγορία ότι «μ’ αγά­πες σμίγανε κρυφά με τους Μνηστήρες» (Οδ. χ, 464). Απόφαση που σπεύδει με ικανοποί­ηση να εκτελέσει ο γιος του Τηλέμαχος, και τις κρεμάει σαν τσίχλες. Κι αυτές λίγο τα πό­δια τίναξαν και πέταξε η ψυχή τους» (Οδ. χ, 473). Γιατί όμως; Τραυματισμένος εγωισμός του αρσενικού; Είναι πολύ πιθανόν, γιατί βλέπουμε και τον Τηλέμαχο να ζηλεύει: «…και προτιμώ να πέσω να πεθάνω / παρά τις άνομες δουλειές αυτές να βλέπω πάντα / …τις δούλες / αδιάντροπα να σέρνετε μέσ’ τ’ όμορφο παλάτι», λέει απευθυνόμενος στους Μνηστήρες (Οδ. γ, 316-9).

Στη συγχορδία αυτή της ζήλειας που παί­ζεται στ’ ανάκτορα μπαίνει και η Ευρύκλεια, η οποία στην επίμονη ερώτηση του Οδυσσ­έα· «Μόν’ έλα τώρα να μου πεις, απ’ του σπι­τιού τις δούλες / ποιες τι ψωμί μου ατίμασαν, και ποιες δεν έχουν κρίμα» (Οδ. χ, 417-8), α­παντά: «Πενήντα στο παλάτι σου έχεις γυναίκες δούλες / …/δώδεκα απ’ όλες έπεσαν σ’ αδιαντροπιά μεγάλη» (Οδ. χ, 421- 4). Κι εδώ ο αναγνώστης βλέπει τον Οδυσσέα να ενδιαφέρεται για το τι έκαναν οι δούλες.

Κι ενώ μπορούσε να ρωτήσει τη γριά Ευρύ­κλεια στην οποίαν είχε και κάθε εμπιστοσύ­νη, για το τι έκανε η Πηνελόπη με τους τό­σους Μνηστήρες, δεν το κάνει, αποφεύγει να μάθει την αλήθεια, συμβιβάζεται με τη βο­λική και αόριστη σκέψη «ότι ήθελαν να του πάρουν το ταίρι του», και δίνει μια καθαρή εικόνα ενός bon mari. Και η Πηνελόπη καταλαμβάνεται από μια τέτοια άγρια ζήλεια εναντίον της όμορφης Μελανθώς, αλλά εκείνη ήταν καθαρή αντι­ζηλία, γιατί η Μελανθώ κοιμόταν με τον Ευρύμαχο (Οδ. σ, 32). Αυτά όμως τα είπαμε πά­ρα πάνω.

Η ζήλεια ήταν μια έκρηξη τραυματισμένου εγωισμού. Τις δούλες όμως τις αγόρα­ζαν, όπως άλλωστε και τη σύζυγο, και απο­τελούσαν περιουσιακό στοιχείο. Οι Ομηρι­κοί ήρωες θα είχαν κάθε λόγο να το βλέπουν να πολλαπλασιάζεται, γιατί το παιδί της δού­λας ήταν κι εκείνο δούλος γεννημένος. Γιατί λοιπόν, όχι μόνο δεν το επεδίωκαν, αλλά και αυστηρά το απαγόρευαν; Εκτός από την ψυχολογική εξήγηση που έ­γινε δεκτή πάρα πάνω, θα πρέπει, νομίζω, να δεχθούμε ακόμη ότι ο ανεξέλεγκτος αριθμός γεννήσεων μέσα σ’ ένα κοινωνικό πυρήνα δημιουργούσε ανεπιθύμητα προβλήματα όχι μόνο επισιτιστικά, αλλά και κοινωνικής ισορροπίας.

Aphrodite and Eros (Pellegrini)

Από τις πιο σπαρταριστές σκηνές ζήλειας στον Όμηρο, είναι εκείνη του Ηφαίστου – Αφροδίτης – Άρη. Θα την αφηγηθούμε πε­ριληπτικά, γιατί είναι λίγο μεγάλη (Οδ. θ, 265 κ.ε.): Ο Άρης «παρασύρει» την Αφροδί­τη και ατιμάζουν το στρώμα του άντρα της του Ηφαίστου. Τους βλέπει όμως ο Ήλιος «μιγαζομένους φιλότητι», και το λέει του Ηφαίστου. Θυμώνει ο απατημένος σύζυγος και αποφασίζει να τους συλλάβει έπ’ αυτο­φώρω. Και αρχίζει να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ζήλειας.

Πρώτα, πιάνει και φτιάχνει ένα αόρατο και άθραυστο δίχτυ και τυλίγει μ’ αυτό, πάνω κάτω και ολόγυρα, το συζυγικό κρεβάτι, και λέει της γυναίκας του ότι έχει δουλειές στη Λήμνο και ότι θα λείψει μερικές ημέρες. Δεν είχε επιβιβαστεί καλά- καλά στο καΐκι, όταν ο Άρης πηγαίνει στο σπίτι του, βρί­σκει την Αφροδίτη, και χωρίς περιστροφές της λέει: «Δεύρο, φίλη, λέκτρον δε τραπείομεν ευνηθέντες» (Έλα, αγάπη μου, και πάμε στο κρεβάτι να ξαπλώσουμε). «Είπε, κι εκεί­νη με χαρά να κοιμηθούν ποθούσε / και στο κρεβάτι ανέβηκαν γλυκό να πάρουν ύπνο».

Μπλέκονται όμως στα δίχτυα του Ηφαίστου και δεν μπορούν πια να αποχωριστούν.

Ο Ήφαιστος επιστρέφει, στέκεται στην εξώπορτα και βάζει τις φωνές, καλώντας τον κόσμο να είναι μάρτυρας της διαπραττομένης μοιχείας, διότι φαίνεται ότι από τότε η Δικονομία απαιτούσε να υπάρχει το στοιχείο του nudus ad nudam ( γυμνός ενώπιον γυμνής). «Ελάτε να δείτε τα ρεζιλίκια (έργα γελα­στά) τ’ ανυπόφορα / που εμένα του σακά­τη μου κάνει η Αφροδίτη / …/ Δέστε πώς κοιμούνται αγκαλιασμένοι / ανεβασμέ­νοι πάνω στο κρεβάτι μου». Από το σημείο αυτό και πέρα ο Ήφαιστος τα σκαλοπάτια της ζήλειας τα κατεβαίνει δύο-δύο. Τους κρατά δεμένους ώσπου να έρ­θει ο Δίας, να δει τα χάλια της κόρης του της ξετσίπωτης (κυνώπιδος), και… του επιστρέ­φει τα δώρα που της είχε κάνει. 

Σε λίγο αρχίζουν να μαζεύονται οι θεοί. Από σεμνοτυφία οι θεές δεν πήγαν να δούν το θέαμα (Οδ. ε, 324). Οι θεοί βλέποντας τους δύο μοιχούς δεμένους χωρίς να μπορούν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον, ξεραί­νονται στα γέλια, και αναρωτιούνται μεταξύ τους:

«Θάθελες τάχα στα σφιχτά δεσμά πιασμένος νάσαι / αν στο κρεβάτι πλάγιαζες με τη χρυσή Αφροδίτη;» Και ο άλλος απαντά: «Μακάρι αυτό να γίνονταν, κι ας ήμουν τυλιγμένος / με δίχτυα τρεις φορές πε­ρισσότερα / κι όλοι ας κοιτάζανε οι θεοί με τις θεές, εγώ όμως / στην αγκαλιά μου τη χρυσή Αφροδίτη νάχω».

Νέα γέλια των θεών υποδέχονται την απά­ντηση. Επεμβαίνει ο Ποσειδώνας, και προ­τείνει να δοθεί από τον Άρη μια αποζημίω­ση στον Ήφαιστο, και αυτός να τον λύσει, και εγγυάται ο ίδιος την πληρωμή της απο­ζημιώσεως. Ο Ήφαιστος δέχεται και λύνει τους μοιχούς. Πετιούνται απάνω, κι ο Άρης φεύγει για τη Θράκη, «κι η Αφροδίτη γελα­στή κατά την Κύπρο πήγε» (Οδ. ε, 362).

 

Αιμομιξίες

Το φαινόμενο αυτό που δεν λείπει από κα­μιά κοινωνία, στον Όμηρο το απαντούμε τρεις φορές. Μια τότε που ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ή­ρας (Ιλ. Σ, 35). Μια δεύτερη, που ο Αίολος παντρεύει τους γιους του με τις κόρες του (Οδ. κ. 7), και μια τρίτη, του Αλκίνοου που είχε παντρευτεί την ανιψιά του την Αρήτη, κόρη του αδελφού του Ρηξήνορα (Οδ. η, 65).

 

Τάκης Μαύρος.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 111-114, Μηνιαία έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1997.