Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Σχέσεις Νικηταρά με το Άργος 


 

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί  ανακοίνωση προς το Β’ Συνέδριο Αργολικών Σπουδών* από χρέος προς τον Νικηταρά, την οικογένεια Νικηταρά και το Άργος.

                                                                                  

Nikitaras, Lithography by Karl Krazeisen.

Η ιστορία, ο θρύλος και η δράση του Νικηταρά στην Αργολίδα είναι πολύ γνωστά πράγματα και δεν θα ήθελα να αναφερθώ σ’ αυτά, παρόλο πού η επανάληψη τους όχι μόνο δεν κουράζει αλλά, αντίθετα, ευχαριστεί και ενθουσιάζει κάθε ακροατήριο. Θέλω να αναφερθώ σε δυο γεγονότα, όπως αναδύονται μέσα από τα επίσημα γραπτά κείμενα, που βρίσκονται στην κατοχή μου.

Το πρώτο: Ένα κομμάτι της Αργολικής γης, κοντά στα όρια της πόλεως του Άργους προς Ναύπλιο και Νέα Κίο, ένα αγρόκτημα στη θέση Σερεμέτι, έκλεισε μέσα του τους μόχθους και τον ιδρώτα του Νικηταρά για επιβίωση δική του και της οικογένειάς του, συγχρόνως όμως αποτέλεσε γι’ αυτόν πηγή  πικρίας, οικονομικής εξαθλιώσεως και αφορμή αποστάγματος αγνωμοσύνης του επίσημου Κράτους προς τον γενναίο στρατηγό, επιβεβαιώνοντας έτσι την τραγική μοίρα των γενναίων ν’ αμείβονται με αγνωμοσύνη!

Το δεύτερο: Ένα σπίτι στο Άργος, «οδός Νικηταρά 5», που δεν υπάρχει πια, αφού δεν άντεξε στη μάχη με το χρόνο, στέγασε τον γόνο του Τουρκοφάγου, τον Ιωάννη Νικήτα Νικηταρά, που έζησε στο Άργος και ετάφη στο Άργος για να αποκτήση η Αργείτικη γη το προνόμιο να κλείση για πάντα στα σπλάχνα της το γιο του Τουρκοφάγου.

Παρουσιάζοντας τα δυο αυτά γεγονότα, θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα από τα γραπτά ντοκουμέντα, περιορίζοντας τις δικές μου προσθήκες μόνο στο απαραίτητο.

  

Το κτήμα στο Σερεμέτι (περιοχή σημερινού εργοστάσιου Πελάργου)  


  

Τα γραπτά επίσημα κείμενα που έχω στα χέρια μου και θα χρησιμοποιήσω είναι:

α) Αναφορά του Νικηταρά προς το βασιλέα Όθωνα με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841.

β) Εισηγητική Έκθεση «Προς την Βουλήν» του τότε Υπουργού Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτη με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1849.

γ) Αναφορά Νικηταρά προς την Γερουσία και την Βουλή.

δ) Απόφαση συνταξιοδοτήσεως Αγγελικής χήρας Νικήτα Σταματελοπούλου. 

Γράφει στην αναφορά του προς τον Όθωνα ο Νικηταράς, για το κτήμα στο Σερεμέτι:

Μεγαλειότατε,

Είς διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν είς την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι’ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως  Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων.

Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ό,τι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τάς γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας, δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής είς την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.

Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ’ επέπρωτο ίσως καθ’ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ. Μ. να ιδώ να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν είς την κατοχήν μου γαίας του Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη προ καιρού είς δημοπρασίαν.

Ο Νικηταράς δεν είχε δικούς του πόρους, δεν είχε δικά του χρήματα για να καλλιεργήση τη χέρσα γη που του παραχωρήθηκε για εκμετάλλευση και που μόνο « κατ΄ευφημισμόν»  μπορούσε να χαρακτηρισθή «κτήμα» με την σημερινή έννοια καλλιεργησίμου και ευφόρου αξιολόγου εδάφους.

Δανείστηκε λοιπόν για να κάνη καλλιεργήσιμο το κτήμα. Δανείστηκε για φτιάξη το σπίτι του. Δανείστηκε ακόμα και κατά την εποχή του Αγώνα για να συντηρή τους στρατιώτες του. Και οι τόκοι από τα χρέη τον έπνιξαν. Ιδού είς ένδειξιν δικαιολογημένης διαμαρτυρίας πως περιγράφει ο ίδιος αυτήν την κατάστασή του στην αναφορά του στη Γερουσία και την Βουλή: 

…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα είς αυτό πολλά είς καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά· προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ’ η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού· αλλά και σύρουσά με είς τας καθύγρους φυλακάς· εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε η να οικοδομήσω την έν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα· διότι αναγκασθείς να εμπιστευτώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών είς σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης ή οικοδομή ανέβη είς 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον.

 Αναγκασθείς εκ τούτω να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα· και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ  εν μέρει τους υπ’ εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ’ εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελλον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν  μου  (συγχωρήσατέ με να το ειπώ) αιωνίως είς πρόστιμα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………

 Ακολούθως δε ό,τι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι είς την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν.

Την οικτρά αυτήν κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο γενναίος στρατηγός, περιγράφει και ο τότε Υπουργός Οικονομικών Λ. Ι. Κρεστενίτης, εξαίροντας συγχρόνως και την αφιλοχρηματία του Νικηταρά,

Εν τούτοις, Κύριοι, ο συμπολίτης μας ούτος, κεκμηκώς εκ των κακουχιών του πολέμου και των περιπετειών της τύχης, κατελήφθη υπό πολλών σωματικών ασθενειών και ήδη κείται ελεεινόν θέαμα προ των οφθαλμών της οικογενείας και οικείων του, προ των οφθαλμών του Έθνους ολοκλήρου. Ο ανήρ ούτος, όστις εκ μόνων των προ των ποδών αυτού πεσόντων λαφύρων ηδύνατο να κατασταθή βαθύπλουτος, υπήχθη είς χρέη υπέρογκα εν καιρώ του πολέμου και μετά ταύτα και ήδη ούδ’ η μικρά αυτού περιουσία, αν εκποιηθή, είναι αρκετή να αποσβέση μέρος του χρέους του, ούδ’ η πρόσοδος ταύτης, και αυτός ο μισθός του δύνανται να εξαρκέσωσιν είς μόνον των τόκων την απότισιν και ως εκ τούτου η ζωή του κατέστη βίος αβίωτος, η δε θλίψις, ήτις κατακυριεύει την καρδίαν του, ωθεί αυτόν με βήμα ταχύ προς τον τάφον.

Για να μη δημιουργηθούν πλανημένες εντυπώσεις, ότι η παραχώρηση του κτήματος του Σερεμέτι αποτελούσε δωρεά προς τον Νικηταρά και για να αποδειχθή, αντίθετα, ότι το κράτος χρωστούσε  χρήματα στον γενναίο στρατηγό, παραπεμπόμεθα στα παρακάτω από το ίδιο έγγραφο του Υπουργού Λ. Ι. Κρεστενίτη, στην Εισηγητική του Έκθεση «Προς την Βουλήν»:

Η παραχώρησις αύτη, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, να παρατηρήσω, ότι δεν φέρει χαρακτήρα δωρεάς, καθ’ όσον το αντίτιμον αυτής θέλει συμψηφισθή εν καιρώ με όσα έχει λαμβάνειν ο υποστράτηγος Νικήτας δια μισθούς και έξοδα του πολέμου· αλλά και ως δωρεά εάν ήθελε προταθή, η θυσία μεγάλη δεν ήθελεν είσθαι· πρώτον, διότι και άλλοι επίσημοι άνδρες του Αγώνος έλαβον ανωτέρας αξίας κτήματα, άλλοι μεν υπό τον όρον του συμψηφισμού, και άλλοι δωρεάν· δεύτερον, διότι απέναντι των ανδραγαθημάτων του πατριωτισμού και της αυταπαρνήσεως του Νικήτα δεν δύναται να θεωρηθή μεγάλη δια το Έθνος η θυσία.

Τελικά, μετά τον θάνατο του Νικηταρά και παρά τις γραπτές εντολές της Κυβερνήσεως για αναστολή διώξεως λόγω χρεών, η οικογένεια του ενδόξου στρατηγού δεν μπόρεσε να αντέξη στο βάρος των χρεών και το κτήμα εκποιήθηκε.

  

Ο γιός του Νικηταρά στο Άργος – Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς


  

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς, ο γιος του Τουρκοφάγου είναι αξιοπρόσεκτο ότι δεν ονομάζεται Σταματελόπουλος, αλλά επίσημα Νικηταράς. Ήταν ηλικίας 20 χρονών, όταν πέθανε ο στρατηγός πατέρας του, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο έγγραφον, την απόφασι συνταξιοδοτήσεως της  « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελοπούλου». Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε από τις 26 Αυγούστου 1854 και ήταν ίση προς 111 δραχμές.

Ο Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς παντρεύτηκε μια Αργειτοπούλα, την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη. Έζησε στο Άργος και κατοικία του ήταν, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μη υπάρχουσα πλέον παλαιά οικία της οδού Νικηταρά 5, που απετέλεσε άλλωστε και την αιτία της ονομασίας «οδός Νικηταρά».

Ο Ιωάννης δεν απέκτησε παιδιά. Πέθανε σχετικά νέος, 60 ετών, στις 9 Ιανουαρίου 1895 και ετάφη στο Άργος, στο Κοιμητήρι της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίας), σε υπόγειο θολωτό τάφο με μαρμάρινη επιτύμβια πλάκα, που φέρει καλαίσθητο σκάλισμα, και σώζεται και υπάρχει έως σήμερα. Η σύζυγος του Βασιλική πέθανε υπεραιωνόβιος, πολύ αργότερα, κατά το έτος 1942, ετάφη στον ίδιο τάφο και οι παλαιότεροι συμπολίτες μας την θυμούνται.

Ο Ιωάννης Ν. Νικηταράς  ήταν ταγματάρχης. Όπως προκύπτει  από μία αναφορά του, που έχουμε στα χέρια μας, με ημερομηνία «Εν Άργει τη 3 Ιανουαρίου 1873 και αριθ. Πρωτ. 44 του 4ου Τάγματος Ευζώνων ήταν κατά την χρονολογία αυτή Υπολοχαγός του Ευζωνικού αυτού Τάγματος. Την αναφορά του αυτή υπογράφει με το επώνυμο «Νικηταράς» και όχι «Σταματελόπουλος».

Σύμφωνα προς αφηγήσεις της Βασιλικής Ιωάννου Ν. Νικηταρά προς παλαιοτέρους Αργείτες, το ζεύγος αποτελούσε κόσμημα για την πόλη του Άργους και εζωντάνευε την μνήμη του γενναίου Νικηταρά. Στα χέρια της Βασιλικής απέμεινε το αρχείο του στρατηγού, από το οποίον έφθασε στα χέρια μου μικρόν τμήμα, από όπου αντλώ για την παρούσα ανακοίνωση, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα παρεδόθη από τον πατέρα μου στον γνωστόν λόγιον Αργείτη δικηγόρο και ιστορικόν ερευνητή Δημ. Βαρδουνιώτη, ο οποίος επρόκειτο να λάβει πληροφορίες για την Ιστορία του Άργους.

Μικρό τμήμα από το σύνολο του αρχείου επεστράφη τμηματικά στον πατέρα μου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα παρέμεινε στα χέρια του Δ. Βαρδουνιώτη, για να συνεχίση την αναζήτηση ιστορικών ειδήσεων. Πιθανολογώ ότι ένα μέρος του αρχείου αυτού «πέρασε» στο αρχείο Τσώκρη – Νικηταρά· ενώ ένα άλλο μέρος του πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από συμπολίτη μας, που παλαιότερα ιστοριογραφούσε  σχετικά με τον Νικηταρά σε τοπικήν εφημερίδα του Άργους.

  

Επίλογος


  

Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Τουρκολεκιώτης, υπήρξε ασφαλώς μια αγνή και σπουδαία μορφή του Αγώνος. Χωρίς να έχη ιδιαιτέρους δεσμούς με το Άργος, η μοίρα ηθέλησε να συνδεθή στενά με την πόλη μας, όπου για όσους μπορούν να το νιώσουν αντηχεί η ζωηρή φωνή του. Αυτήν την υπερήφανη φωνή προσεπάθησα με την σύντομη ανακοίνωσή μου να μεταφέρω σ’ αυτήν την αίθουσα μέσ’ από τα ίδια του ήρωα κείμενα.

Ζητώ την συγκατάθεση του Συνεδρίου να προτείνω στον «Δαναό» και στον Δήμο Άργους, να στήσουν ένα άξιον του ανδρός πνευματικό μνημείο, αφιερώνοντας ένα χωριστό τόμο στον Νικηταρά, που να περιλαμβάνη μαζί με τα έγγραφα του αρχείου του (τα εις χείρας μου στην διάθεσή τους) και τα Απομνημονεύματά του σε νέα έκδοση.

Τέλος, ας τερματισθή η ανακοίνωσή μου με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη, παρμένα από το από 25.6.1849 έγγραφό του προς την Βουλήν των Ελλήνων:

Το όνομα του Νικήτα και το διά της σπάθης αυτού αποδοθέν είς τον ίδιον (του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ’ όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαυμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίσει αυτήν με τα ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ώς τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωϊσμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην είς την εύκλειαν της αληθούς δόξης;

Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών· μετά θάνατον δε η  προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον είς πάντα τόπον.

Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντας εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον.

Ιωάννης. Π. Χιωτακάκος

Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος

 

      * Το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Αργολικών Σπουδών, πραγματοποιήθηκε στο Άργος από 30 Μαΐου έως την 1η  Ιουνίου του 1986, στην αίθουσα του Συλλόγου Αργείων ο «Δαναός». 

 

Διαβάστε ακόμη:

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια

 


  

Στις 8 Οκτωβρίου 1831,* ο μεγάλος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος του, έπεφτε νεκρός από ελληνικές, δυστυχώς, σφαίρες. Πολλοί έγραψαν για τον τραγικό θάνατο του. Μεταξύ αυτών είνε και ο Ιταλός Τζεκκίνι.

Γιατρός κι αυτός, είχε σπουδάσει στην Ιταλία μαζί με τον Καποδίστρια,  ο οποίος όταν γίνηκε κυβερνήτης, τον κάλεσε κοντά του ως γιατρό του. Ο Τζεκκίνι συνεδέετο στενώτατα με τον κυβερνήτη. Στο πολύτιμο δε, για την ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, βιβλίο του «Εικόνες της Νεωτέρας Ελλάδος» αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στη δολοφονία του φίλου του.

Ο Τζεκκίνι πέρασε το βράδυ της εβδόμης Οκτωβρίου – της παραμονής δηλαδή της δολοφονίας – στην Τύρινθα, όπου τον είχαν καλέσει να δη έναν άρρωστο. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησε νωρίς – νωρίς για το Ναύπλιο, που απέχει δυο μίλια από την Τύρινθα. Ασυνήθιστη όμως κίνησις επικρατούσε στους εξοχικούς δρόμους και πολλοί άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτούς τρομαγμένοι και λυπημένοι. Ο Τζεκκίνι ρώτησε ένα απ’ αυτούς γνωστό του τι συνέβαινε κι αυτός του απάντησε ότι σκότωσαν το Καποδίστρια.

 

Η δολοφονία του Καποδίστρια. Έργο λαϊκού ζωγράφου μέσα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.

Όσο ο Τζεκκίνι προχωρούσε και σίμωνε στο Ναύπλιο, τόσο τα πλήθη που έφευγαν από την πόλι μεγάλωναν. Πανικός είχε πιάσει όλους τους Ναυπλιώτες κι έτρεχαν να σωθούν στα γειτονικά χωριά. Όταν τέλος έφθασε στην πόλι, βρήκε την πύλη κλεισμένη από στρατό που δεν άφηνε κανένα να περάση.  Αμέσως έτρεξε στο παλάτι του κυβερνήτου, επλησίασε για να κυττάξη , αν τα τραύματά του ήσαν σοβαρά, και είδε ότι ο Καποδίστριας ήταν πια νεκρός.

«Άφησα – γράφει ο Τζεκκίνι – τον σκοτωμένο μεταξύ μερικών στρατηγών του, υπουργών του και γερουσιαστών, οι οποίοι από τη λύπη τους ήσαν άφωνοι σαν τον νεκρό, κι εβγήκα στους δρόμους για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Διέτρεξα όλη την πόλι χωρίς να συναντήσω ψυχή ζωντανή, παρά μερικούς στρατιώτες που έστεκαν σε κάθε γωνιά δρόμου ακίνητοι, σαν αγάλματα, με το τουφέκι έτοιμο, να πυροβολήσουν όποιον θα τολμούσε να κάνει το παραμικρό.

Νεκρική σιωπή τρόμου βασίλευε σ’ όλην αυτή την έρημο που ωνομάζετο Ναύπλιο. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήσαν  κλειστές και τα παράθυρα κατάκλειστα. Ούτε ένα μαγαζί δεν ήταν ανοιχτό. Όλοι περίμεναν από στιγμή σε στιγμή κάποιο κίνημα, κάποια καταστροφή, γιατί ο λαός ήταν χωρισμένος σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τα πάθη δυνατά και ο κίνδυνος διαρπαγής των περιουσιών μέγιστος. Το κλείσιμο θυρών και παραθυριών έγινε πρώτα αυθόρμητο από το λαό, έπειτα όμως κι’ η κυβέρνησι έβγαλε προκήρυξι να μείνουν όλα κατάκλειστα. Μονάχα στους στρατώνες επικρατούσε ζωή και κίνησι, και μάλιστα υπερβολική.  Ξαναγύρισα στο Παλάτι του κυβερνήτη, όπου έμαθα από τους φρουρούς πως σκοτώθηκε ο Καποδίστριας».

Και ο Τζεκκίνι διηγείται παρακάτω την ιστορία της δολοφονίας. Μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι, πριν φύγει ο Καποδίστριας  από το σπίτι του για να πάη στην εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνος, έξω από την οποία σκοτώθηκε, ένα αγαπημένο σκυλάκι του τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του, γαύγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγη. Επέμενε μάλιστα τόσο το πιστό ζώο, ώστε ο Καποδίστριας αναγκάσθηκε να το διώξη επανειλημμένως μέσα από τα πόδια του.

Όταν σίμωσε στην εκκλησία, ο Καποδίστριας διέκρινε απέξω το Γιώργη και Κωνσταντή, παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και σταμάτησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως εξακολούθησε το δρόμο του. Μέσα στην εκκλησία δεν ήσαν παρά 4 – 5 γυναίκες.

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε σιμά τους, οι δυο Μαυρομιχαλαίοι έβγαλαν το καπέλλο τους. Ο Καποδίστριας έβγαλε κι αυτός το καπέλλο του κι εχαιρέτησε πρώτα το Γιώργη κι έπειτα γύρισε να χαιρετίσει και τον Κωσταντή. Μα την ίδια  στιγμή ο Γιώργης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Το πιστόλι όμως δεν πήρε φωτιά. Τράβηξε τότε ένα άλλο πιστόλι, πυροβόλησε και τον πλήγωσε στον δεξί κρόταφο. Η σφαίρα βγαίνοντας έσπασε το αριστερό μέρος το μετώπου. Συγχρόνως, την ίδια στιγμή, ο Κωσταντής του κάρφωσε το μαχαίρι του  στην κοιλιά. Αμέσως ο Καποδίστριας σωριάστηκε αναίσθητος καταγής.

«Τόσο ήσαν ξαφνικά τα χτυπήματα τους, ώστε μπορεί κανείς να πιστεύση ότι ο κυβερνήτης δεν άκουσε ούτε τον ήχο της πιστολιάς, ούτε ένιωσε τον πόνο της μαχαιριάς», λέει ο Τζεκκίνι, υποστηρίζοντας ότι ο θάνατος επήλθε ακαριαίος.

Οι δυο ακόλουθοι του Καποδίστρια τράβηξαν αμέσως τα πιστόλια των κι επυροβόλησαν. Αλλά κανένα από τα δυο δεν πήρε φωτιά. Η τρίτη όμως σφαίρα, που έρριξε κατά των δολοφόνων  ένας κουλοχέρης Κρητικός, (ο οποίος μολονότι είχε μόνο ένα χέρι, ήταν ο καλύτερος μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα) χτύπησε τόσο καλά τον Κωσταντή, ώστε του πέρασε η σφαίρα πέρα – πέρα το θώρακα.

Μ’ όλη τη βαρειά λαβωματιά ο Κωσταντής  έτρεξε σε μια πόρτα και παρακάλεσε να του ανοίξουν. Αλλά δεν του άνοιξαν κι έτσι αναγκάσθηκε να τραπή εις φυγήν, ενώ πλήθος λαού τον κυνηγούσε. Όταν ο λαός τον έφθασε, τον βρήκε κατά γης να πλέει στο αίμα του. Την ώρα δε που το πλήθος τον χτυπούσε με τα μαχαίρια του και τον κομμάτιαζε, πριν ξεψυχίσει ο Κωσταντής είπε:

-Κάμετε μου ό,τι θέλετε αλλά ο τύραννος πέθανε!

Το πτώμα το έσυραν στο στρατώνα που ήταν στην πλατεία του Πλατάνου. Ο Τζεκκίνι το πλησίασε, το είδε και με θαυμασμό περιγράφει το λεβέντικο κορμί του:

«Ήταν ένας από τους ωραιότερους άνδρες της Ελλάδος τόσο για το αθλητικό κορμί του, όσο και για το πρόσωπο που έμοιαζε  σαν του Απόλλωνα. Τα σγουρά, ξανθά μακρυά μαλλιά του που έφθαναν ως τον ώμο του, ήσαν γεμάτα αίματα και χώματα».

Ο Τζεκκίνι πήγε κατόπιν στο εστιατόριο του Ρούσου, το καλύτερο του Ναυπλίου, όπου τις άλλες ημέρες συγκεντρωνόταν τόσο πλήθος ώστε δεν εύρισκε κανείς θέσι να καθήση. Την ημέρα όμως εκείνη ο Τζεκκίνι ήταν μονάχος με τον ξενοδόχο κι ενώ ήταν μεσημέρι έτρωγε με φως, γιατί οι πόρτες και τα παράθυρα ήσαν κατάκλειστα. Σε μια στιγμή άκουσε απ’ έξω οχλοβοή και θόρυβο. Τότε ο ξενοδόχος του είπε:

-«Ξέσπασε η επαναάστασι!».

Ο Τζεκκίνι κοίταξε από το παράθυρο κι είδε πλήθη λαού να σέρνουν στους δρόμους το πτώμα του Κωσταντή Μαυρομιχάλη με βρισιές και με κατάρες. Άλλοι τον έσπρωχναν με τις ομπρέλες των (γιατί ψιχάλιζε), άλλοι το κλωτσούσαν με τα πόδια, άλλοι το έφτυναν, άλλοι έκαναν άσεμνες χειρονομίες. Ο Τζεκκίνι μάλιστα είδε  με τα μάτια του κάποιον απ’ το πλήθος που άρπαξε το χέρι του σκοτωμένου και  του το δάγκασε με λύσσα.

Τέλος, έπειτα από πολλή ώρα το πέταξαν στη θάλασσα. Τη νύχτα, από το Ίτς- Καλέ, ο Τζεκκίνι, κάτω από το φως του φεγγαριού, διέκρινε το πτώμα του Κωνσταντή να δέρνεται από τα κύματα, να χτυπά στ’ ακρογιάλι και να ξανατραβά για την ανοιχτή θάλασσα.  

Ο Γιώργης Μαυρομιχάλης, αφού δολοφόνησε τον Καποδίστρια, έτρεξε να καταφύγει στο σπίτι του πρεσβευτού της Γαλλίας Ρουέν, αλλ’ όπως ήταν ζαλισμένος από το έγκλημα, έκαμε λάθος και μπήκε στο γειτονικό σπίτι, όπου κατοικούσε ένας Γάλλος συνταγματάρχης του πυροβολικού. Ανέβηκε τις σκάλες, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και τον βρήκε στο κρεββάτι   με τη γυναίκα του. Δείχνοντας του το πιστόλι, χαρούμενος του είπε: – Τον σκοτώσαμε!…  – νομίζοντας ότι ήταν μπροστά στον πρεσβευτή της Γαλλίας και ότι θα τον ευχαριστούσε η είδησις αυτή, γιατί η Γαλλία πολεμούσε τον Καποδίστρια ως ρωσόφιλο.

Μόλις τ’ αντρόγυνο άκουσε τα λόγια αυτά, πήδηξε τρομαγμένο από το κρεββάτι και κατέφυγε στη Γαλλική πρεσβεία, όπου βρήκε  πάλι το Γιώργη Μαυρομιχάλη, ο οποίος εντωμεταξύ είχε πηδήσει από το παράθυρο και από την αυλή μπήκε στη Γαλλική πρεσβεία, που του έδωσε καταφύγιο.  Μόλις ο λαός έμαθε ότι ο δολοφόνος κρυβόταν στη Γαλλική πρεσβεία, αγριεμένος  έτρεξε εκεί ζητώντας από τον πρεσβευτή να του τον παραδώση.

Αλλά ο πρέσβυς αρνήθηκε με την πιο μεγάλη αναίδεια. Το πλήθος τότε αγρίεψε σε βαθμό επικίνδυνο. Τότε ευτυχώς, επενέβη ο συνταγματάρχης Αλμέϊδα,  πορτογαλικής καταγωγής, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, και ήταν στρατιωτικός  διοικητής Ναυπλίου.

Παρουσιάσθηκε στο Γάλλο πρεσβευτή Ρουέν και του εξήγησε το δίκαιο θυμό του λαού και τον κίνδυνο που απειλούσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του πρεσβευτού από ένα θεριωμένο ασκέρι. Ο πρέσβυς κατάλαβε τότε τι τον περίμενε και δέχτηκε την πρόταση του Αλμέϊδα, δηλαδή να παραδώση σ’ αυτόν το δολοφόνο, ο δε Αλμέϊδα, του εγγυήθηκε ότι ο λαός δε θα τον αγγίξη, αλλά θα τον δικάση το νόμιμο δικαστήριο.  Κι έτσι, κρυφά ο δολοφόνος παραδώθηκε στον Αλμέϊδα, ο οποίος τον έκλεισε μέσα στο Παλαμήδι.

Ο Τζεκκίνι επαινεί τη διπλωματική ικανότητα του Αλμέϊδα, χωρίς την επέμβαση του οποίου ο λαός θα έκαιγε τη Γαλλική πρεσβεία και θα εδημιουργούντο θλιβερά επεισόδια.

Ο Τζεκκίνι μαζύ με άλλους γιατρούς έκαμε την εξέταση του πτώματος του Καποδίστρια και υπέβαλαν την έκθεσί των στην νέα κυβέρνηση, που απετελείτο από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Ανδρέα Μεταξά, Ι. Κωλλέτη, Ανδρέα Ζαΐμη και Δημ. Βουδούρη.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στη Μητρόπολι, όπου πήγε ο λαός συγκινημένος και τον προσκύνησε. Η κηδεία ήταν μεγαλοπρεπέστατη. Σε είκοσι θαυμάσια προσκέφαλα που τα κρατούσαν γερουσιασταί,  βρισκόντουσαν τα παράσημα του κυβερνήτου. Έπειτα  ακολούθησαν οι υπουργοί, οι πρέσβεις, οι αρχές, ο στρατός, καθώς και τα αγήματα και οι στρατιώτες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Όλο το Ναύπλιο ακολουθούσε τον αγαπημένο του νεκρό με καταφανή θλίψι. Μουσικές των ξένων στόλων έπαιζαν πένθιμα εμβατήρια, ενώ τα κανόνια των καραβιών και του Κάστρου βροντούσαν… Όλα τα παράθυρα ήσαν στολισμένα με πένθιμα χαλιά. Ακόμα κι οι εχθροί του Καποδίστρια δεν έλειψαν από την εκδήλωσι αυτή του πόνου.

Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1832 ο νεκρός μετεφέρθη σ’ ένα ρωσικό πολεμικό, το οποίο μετέφερε το πτώμα του αδικοσκοτωμένου πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας στο ωραίο του νησί, την Κέρκυρα για να ταφεί εκεί.

(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου) 

* Ως ημερομηνία θανάτου του Κυβερνήτη αναφέρεται στο κείμενο η 8η Οκτωβρίου 1831.   Κατ’ άλλους και μάλιστα κατά τον Κων/νο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Ίσως οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.   

Κώστας Καιροφύλας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος V, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 2004.  

Κλιματική αλλαγή: Η αντίδραση των ζωντανών οργανισμών σε έναν κόσμο που αλλάζει


  

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την  Κυριακή  21  Μαρτίου  2010  και ώρα   6.30΄ μ.μ.  στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων « ο Δαναός» θα ομιλήσει ο εκλεκτός συμπολίτης μας:

  κ. Ανδρέας Γ. Ανέστης

 Διδάκτωρ Τμήματος Βιολογίας

  Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  με θέμα:

«Κλιματική αλλαγή: Η αντίδραση των ζωντανών οργανισμών σε έναν κόσμο που αλλάζει».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες. Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

Κλιματική αλλαγή


 

Πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας για την έκταση των συνεπειών της αλλαγής του κλίματος τόσο στο φυσικό περιβάλλον, όσο και στη ζωή του ανθρώπου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εγείρονται μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία καλούνται να απαντήσουν οι βιοεπιστήμες:

α) Ποιοι οργανισμοί είναι αυτοί που θα δεχθούν πρώτοι (ή ήδη υφίστανται) το πλήγμα της επερχόμενης αλλαγής; Επιπλέον, με ποιο τρόπο αξιοποιούνται αυτοί οι οργανισμοί ως «βιο-δείκτες» για τη συλλογή σχετικών πληροφοριών;

β) Ποια είναι τα σύγχρονα επιστημονικά εργαλεία προκειμένου να ανιχνευθούν οι συνέπειες στα διάφορα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης της ζωής (μόρια – κύτταρα – οργανισμοί);

γ) Τι δεδομένα υπάρχουν σχετικά με τους κινδύνους που πιθανά αντιμετωπίζει η ανθρώπινη επιβίωση κάτω από τις νέες συνθήκες;

δ) Ποιες είναι οι σύγχρονες μέθοδοι της γενετικής και βιοτεχνολογίας για την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεων στη ζωή  και την υγεία του ανθρώπου;

Τα παραπάνω ερωτήματα απασχολούν μια πληθώρα ακαδημαϊκών ερευνητικών ομάδων ανά τον κόσμο. Στην παρούσα διάλεξη θα επιχειρηθεί μία επισκόπηση των πρόσφατων επιστημονικών εξελίξεων επάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

   

Ανέστης Γ. Ανδρέας


 

O Δρ. Ανδρέας Γ. Ανέστης γεννήθηκε στο Άργος, όπου και ολοκλήρωσε τις λυκειακές του σπουδές αποφοιτώντας με άριστα από το 1ο Γενικό Λύκειο Άργους το 1997. Το χρονικό διάστημα από το 1998 έως το 2002 φοίτησε στο Τμήμα Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Κατά την περίοδο αυτή υπήρξε υπότροφος του κληροδοτήματος Κοντοβράκη.  

Τη διετία 2003-2004 πραγματοποίησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην κατεύθυνση της Εφαρμοσμένης Γενετικής και Βιοτεχνολογίας. Το 2004 ξεκίνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Οικοφυσιολογίας στο Bremenhaven της Γερμανίας.

Το ευρύτερο ερευνητικό του αντικείμενο υπήρξε η φυσιολογία και μοριακή βιολογία της απόκρισης των οργανισμών σε στρεσογόνους παράγοντες (υψηλή θερμοκρασία, υποξαιμία, βαρέα μέταλλα κλπ). Η διατριβή του, κατά τη διάρκεια της οποίας ήταν υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ), ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2008, ενώ η αναγόρευσή του σε Διδάκτορα του Τμήματος Βιολογίας πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του ίδιου έτους.

Σήμερα είναι επιστημονικός συνεργάτης (μεταδιδακτορικός ερευνητής) του Εργαστηρίου Φυσιολογίας του Βιολογικού Τμήματος του ΑΠΘ, του Ανοσολογικού Τμήματος της Α’ Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, του      Ινστιτούτου Οικοφυσιολογίας στο Bremenhaven της Γερμανίας και του Εργαστηρίου Πρωτεωμικής της Πολυτεχνικής Σχολής του State University, Los Angeles, California, Η.Π.Α.

Επίσης, διδάσκει τα εργαστήρια των μαθημάτων «Φυσιολογία» και «Συγκριτική Φυσιολογία» σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές του Βιολογικού Τμήματος του ΑΠΘ. Εκτός από τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, από το 2006 ως σήμερα πραγματοποιεί σπουδές κινηματογράφου στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. 

Μέρος του ερευνητικού του έργου είναι δημοσιευμένο σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά κύρους, όπως τα American Journal of Physiology, Comparative Biochemistry and Physiology και Tissue Antigens. Επίσης, τμήμα του έργου του έχει ανακοινωθεί σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό με πιο πρόσφατη τη συμμετοχή του ως ομιλητή στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Συγκριτικής Φυσιολογίας και Βιοχημείας στο Innsbruck της Αυστρίας το Σεπτέμβριο του 2009.  

 

 

Ψωροκώσταινα


 

 

Το όνομα «Ψωροκώσταινα»[1] το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος.

Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανώρεια Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.

Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος [2] (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.

Η Πανώρεια σύντομα άφησε τα Ψαρά ακλουθώντας τον Βενιαμίν Λέσβιο στην Ύδρα και αργότερα, στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, [3] ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρεια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

 

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρεια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Το 1826 έγινε έρανος [4] στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανώρεια, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε  στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».

Η πλύστρα Πανώρεια όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις –  να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.

Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.

Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρεια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.

Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανώρειας; Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.

Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανώρεια Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε το ακόλουθο σημείωμα στον «Νέον Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368: «Ψωροκώσταινα. Περί της επωνυμίας ταύτης, δι’ ης αυτοκακίζεται το ημέτερον έθνος, εγράφησαν τα εξής εν τη εφημερίδι Έθνει τη 2 Σεπτεμβρίου 1915. Η περίφημος, η κλασσική, η πασίγνωστος προσωνυμία της ημετέρας πατρίδος λοιπόν, το σκληρόν και χαρακτηριστικόν εκείνο παρατσούκλι «ψωροκώσταινα» έχει την ιστορίαν του. Η «ψωροκώσταινα» κατήγετο από τας Κυδωνιάς, ήτο σύζυγος του εμπόρου Κώστα Αϊβαλιώτη και ωνομάζετο Πανώρεια. Τω 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον σύζυγον και τα τέσσερα τέκνα της Πανώρειας, και αύτη μετεφέρθη από έναν ψαριανόν εις τα Ψαρά, όπου εύρε τον συμπατριώτην της διδάσκαλον Βενιαμίν τον Λέσβιον και τον ηκολούθησεν εις το Ναύπλιον. Εκεί έζησεν αρκετόν καιρόν, αλλά κατά την ερήμωσιν της Πελοποννήσου υπό του Ιμβραήμ περιέπεσεν εις μεγάλην πενίαν, αναλαβούσα να διατρέφη δωδεκάδα ορφανών. Ο προστάτης της διδάσκαλος είχεν αποθάνει από τύφον, και το παρατσούκλι της αυτό… την Ελλάδα… ετίμησε κατόπιν ολόκληρον». Βλ. και Τρ. Ευαγγελίδης, Η παιδεία, τ. 1ος, 297-298.

[2] «Ενταύθα αναγνωρισθείσα υπό του ομοιοπαθούς διδασκάλου των Κυδωνιών Βενιαμίν του Λεσβίου, ηκολούθησεν αυτόν εις Πελοπόννησον και βραδύτερον εις Ναύπλιον, άμα ως τούτο ηλώθη υπό των Ελλήνων. Η Πανώρεια πάσαν την στοργήν της συνεκέντρωσεν ήδη εις τον γηραιόν διδάσκαλον Βενιαμίν, τον οποίον όμως ταχέως επέπρωτο να θρηνήση αποθανόντα εκ του μαστίζοντος τότε την πόλιν του Ναυπλίου φοβερού λοιμώδους τύφου, ου τα σπέρματα κατέλιπον εις την αλωθείσαν πόλιν οι αναχωρήσαντες Οθωμανοί κάτοικοι αυτής», Ημερολόγιον Σκόκου 1905, «Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως».

[3] Βενιαμίν Λέσβιος. Λόγιος και μοναχός με σαφή την επιρροή του πνεύματος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, κατηγορήθηκε από εκκλησιαστικούς κύκλους για τη διδασκαλία της νέας φυσικής κοσμολογίας. Ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας συμμετείχε στην οργάνωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα πολιτικά δρώμενα της επαναστατημένης χώρας.

[4] Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

“Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!” 

“Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!”  

 

Πηγές


 

 

  • Τάκης Νατσούλης, «Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
  • Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα», τεύχος 13.
  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Αργυροπούλου Ρωξάνη, «Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003.

 

Διαβάστε ακόμη: Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα

Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα – Δημητρίου Βαρδουνιώτη


 

Στην εφημερίδα ΙΝΑΧΟΣ και στο 2ο φύλλο της 6ης Ιανουαρίου του 1901, διαβάσαμε το πιο κάτω άρθρο του Δικηγόρου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη που αναφέρεται στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα και το οποίο δημοσιεύουμε, θεωρώντας ότι το σύντομο αλλά μεστό κείμενό του, σκιαγραφεί πιστά την κατάσταση της πόλης εκείνο τον καιρό.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

Νομίζομεν, ότι θα ήτο ωραίον, χρήσιμον δε εις διαφώτισιν της καθόλου Ελληνικής Ιστορίας, αν ήδη, λήξαντος του 19ου αιώνος, εκάστη εφημερίς έγραφεν εν γενικαίς έστω γραμμαίς την εκατονταετηρίδα του τόπου, εν ω εκδίδοται. Βεβαίως εν τω στενώ χώρω ενός άρθρου δεν είνε δυνατή ούτε περίληψις καν γεγονότων αιώνος όλου, αλλά μία σκιαγραφία δεν θα ήτο ποτέ περιτ­τή. Ημείς τουλάχιστον ρίπτομεν την ιδέαν και κάμνομεν την αρχήν.

Όπως όλη η Ελλάς, ούτω και το Άργος, από των αρχών του αιώνος μέχρι του 1821 διετέλει εν τω ζόφω της δουλείας. Ο κατά το 1806 περιηγηθείς την Ελλάδα Σατωβριάνδος εύρε την πόλιν χωρίον καθαρώτερον και ζωηρότερον των λοιπών της Πελοποννήσου, αλλά τας γαίας ακαλλιέργητους και ηρημωμένας, τα δε όρη άδενδρα και ζοφερά.

Οι Τούρκοι κατώκουν εις τας ωραιοτέρας συνοικίας της πόλεως, οι δ’ έγκριτοι πλησίον του κατόπιν Καποδιστριακού δημοτικού σχολείου. Ανατολικώς αυτού έκειτο το διοικητήριον, εν τω οποίω κατώκει ο Καϊμακάμης της επαρχίας, και άλλα δημόσια καταστήματα, το τζαμίον και θερμά λουτρά και το περιλάλητον σεράγιον του πλουσιωτάτου Αλήμπεη. Εκ δε των Ελλήνων δύο ήσαν αι επιφανέστατοι οικογένειαι, αι των αδελφών Περρούκα και Βλάσση, ων μέλη μετέσχον και της φιλικής Εταιρίας.

Άμα τη εκρήξει του Ιερού Αγώνος ανεδείχθη οπλαρχηγός και πολιτικός αρ­χηγός της Επαρχίας ο Δημήτριος Τσόκρης, ο τω 1875 τελευτήσας υποστρά­τηγος και υπ’ αυτόν οι Αργείοι μετέσχον πολλών μαχών. Αλλά το Άργος εγένετο θέατρον του πολέμου και πολλών εμφυλίων και αναρίθμητων συμφορών, ως και μεγάλων εθνικών γεγονότων, διότι ήτο σχεδόν ο ομφαλός της Πελοποννήσου και εγγύς του Ναυπλίου, της τότε πρωτευούσης της Ελλάδος.

Ενταύθα τη 30 Νοεμβρίου 1821 συνήλθεν η πρώτη Εθνική συνέλευσις συγκληθείσα υπό του Δημ. Υψηλάντου, τω 1822 υπήρξεν η έδρα της γενικής διοικήσεως, τον Οκτώβριον 1823 συνήλθε το νομοθετικόν σώμα, τον Ιούλιον 1829 η Δ’ Εθνική συνέλευσις και τον Δεκέμβριον 1831 η τελευταία, η λήξασα εν Πρόνοια του Ναυπλίου.

Ο θάνατος του Κυβερνήτου υπήρξε δυστύχημα μέγα δια την Ελλάδα εν γένει, μέγιστον δε δια το Άργος. Διότι την πόλιν ημών ηυνόησεν εξαιρέτως ο αοίδιμος Καποδίστριας και συν άλλοις ήγειρεν εν αυτή ναούς, σχολεία, στρα­τώνα και άλλα οικοδομήματα, ίδρυσε δε ενταύθα και Πρωτοδικείον. Επί των ημερών αυτού εγκατεστάθησαν και κατώκησαν επί πολλά έτη ενταύθα και έκτισαν και οικίας, έτι και νυν σωζομένας διασημότατοι δημόσιοι άνδρες, ως ο Σπυρ. Τρικούπης, ο Δημ. Καλλέργης και ο Γ.Α. Ράλλης.

Μετά τον θάνατον του Κυβερνήτου το Άργος κατέστη το θέατρον της α­ναρχίας, ήτις ελυμήνατο την πατρίδα μέχρι της ελεύσεως του Όθωνος. Ενταύ­θα ήδρευε το Γ’ Τμήμα της κυβερνησάσης την Πελοπόννησον υπό την αρχηγίαν του Θ. Κολοκοτρώνη Στρατιωτικής Επιτροπής και τον Ιανουάριον 1833 συνέβη η φοβερά σφαγή των Αργείων υπό του Γαλλικού στρατού του Μαιζώνος, ήτις υπήρξεν ανεξάλειπτος ιστορική κηλίς δια τε τους σφαγείς και τους εν Ναυπλίω αρχομανείς ραδιούργους.

Ο βασιλεύς Όθων υπήρξε και αυτός ευεργετικός δια το Άργος απ’ αρχής της βασιλείας του. Το εν Σερεμετίω μέχρι του 1862 διατηρηθέν Ιπποφορβείον, τα παρά τον Ερασίνον πυριτουργεία, τα καταστραφέντα τω 1868, η φυτουργία της χώρας εκείνης και τα παρά την Λέρνην ερειπιωθέντα ήδη πα­ραρτήματα του εν Ναυπλίω Οπλοστασίου, ουκ ολίγον συνετέλεσαν εις την πρόοδον της πόλεως ημών, εν η τω 1837 υπήρξεν έκτακτος η ακμή. Αρκεί μόνον να σημειώσωμεν, ότι η πόλις είχε τότε Ελληνικόν σχολείον υπό την διεύθυνσιν του λογιωτάτου αρχιμανδρίτου Σεραφείμ Ιππομάχη, εις ο εφοίτων 600 περίπου μαθηταί. Υπήρχε δε και τυπογραφείον και πλούτος και ευμάρεια.

Από της συστάσεως του βασιλείου το Άργος εγένετο Α τάξεως δήμος και πρωτεύουσα της ομωνύμου επαρχίας, κατά δε τον πληθυσμόν η πρώτη πόλις του νομού. Εκκλησιαστικώς απετέλεσε μετά του Ναυπλίου την αρχιεπισκοπήν Αργολίδος. Και μέχρι μεν του 1862 είχεν Επαρχείον, Ειρηνοδικείον, σχολεία μέχρι Σχολαρχείου, Ταχυδρομείον, Στρατιωτ. σώμα Ιππικού, εδρεύον ενταύθα και υπομοιραρχίαν. Από δε του 1862 απέκτησε και Τηλεγραφείον και δεύτε­ρον Ειρηνοδικείον και από του 1873 Ταμείον, Οίκον Εφορίαν, υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης, όπερ όμως κατηργήθη κατόπιν, και τελευταίως Ειδικόν Πταισματοδικείον και διτάξιον Γυμνάσιον.

Τω 1883 συνέστη και νέον τυπο­γραφείον και εξεδόθη η πρώτη πολιτική εφημερίς υπό τον τίτλον «Δαναός». Το τυπογραφείον όμως εκείνο μετά δύο έτη διελύθη, ως και το μετ’ αυτό συστηθέν, ήδη δε υπάρχει το τρίτον τοιούτο, συστηθέν από δωδεκαετίας. Ά­ξιον δε σημειώσεως είνε, ότι ουδεμίαν ήδη πολιτικήν εφημερίδα συντηρεί η πόλις, εν ω καταναλίσκονται εν αυτή καθ’ εκάστην 250 περίπου φύλλα των Αθηναϊκών. Πέντε τοιαύται, αλλεπαλλήλως εκδοθείσαι, ο Δαναός, ο Ερασίνος, το Φορωνικόν άστυ, το Άργος και ο Αγαμέμνων, δεν ηδυνήθησαν να μονιμοποιηθώσι.

Κατά δε τα τελευταία έτη συνεστήθησαν και Σύλλογοι τινες, η Φιλαρμονική, ο Εμποροβιομηχανικός, ο Δραματικός, ο Δαναός και ο νεώτατος πάντων Ίναχος, εξ ων όμως διατηρούνται ήδη μόνον οι δύο τελευταίοι, εκδίδοντες περιο­δικώς και ομώνυμους εφημερίδας, και η αναδιοργανουμένη Φιλαρμονική. Τέ­λος, εκτός των ναών της Παναγίας Κοιμήσεως και Βράχου, οίτινες υπήρχον και επί της τελευταίας Ενετοκρατίας, κατά τον 19ον αιώνα εκτίσθησαν και πάντες, οι νυν ναοί της πόλεως, ων περίβλεπτοι είνε ο του Αγίου Ιωάννου και ο νυν μητροπολιτικός του Αγίου Πέτρου, αρχιεπισκόπου Άργους.

Πολιτικούς άνδρες εγέννησε το Άργος, εκτός του στρατηγού Δ. Τσόκρη, τον επί Καποδιστρίου έτι γερουσιαστήν, έξοχον επί παιδεία και πολιτική αρετή και δολοφονηθέντα ενταύθα τω 1851 Δημ. Περρούκαν και τους Βλάσσηδες μετά δε το 1843 τον Ανδρέαν Δανόπουλον, πολλάκις βουλευτήν και κατά το 1852 υπουργόν των Εσωτερικών, τον Α. Λαμπρινίδην, Ν. και Γ. Τσόκρην, Ανδρ. Ζαήμην, Λεων. Ζωγράφον, Αγγ. Γεωργαντά και άλλους. Δήμαρχοι δε Άργους ανεδείχθησαν κατά καιρούς οι εξής. Πρώτος από της συστάσεως των δήμων ο Χρήστος Βλάσσης, όστις ύστερον εγένετο και γερουσιαστής και μετ’ αυτόν οι Γεώργιος Τσόκρης, αδελφός του στρατηγού, Κ. Ροδόπουλος, Κ. Βόκος, Ιω. Βλάσσης, Λ. Λαμπρινίδης και Πέτρος Διβάνης. Από δε του 1866 οι Μιχ. Πασχαλινόπουλος, Μιχ. Παπαλεξόπουλος, Σπ. Μαλμούχος, Χ. Μυστακόπουλος και ο νυν Εμμ. Ρούσσος.

Και εις το εμπόριον και την βιομηχανίαν διέπρεψαν οι Αργείοι. Χιλιάδες τούτων έχουν εγκατασταθή εν Αθήναις, Πειραιεί, Αιγύπτω και αλλαχού και διακρίνονται επί επιφανεία και πλούτω. Επίσης δε και εις τας επιστήμας ανε­δείχθησαν ιατροί, φαρμακοποιοί και πολλοί νομικοί, ων τινες ανήλθον και εις τα ύπατα επιστημονικά και δικαστικά αξιώματα.

Αξιοπερίεργον εν τούτοις είνε ότι μόνο η φιλολογία και θεολογία δεν εύρον ενταύθα  οπαδούς. Ο επικρατών όμως χαρακτήρ των Αργείων είνε, ότι είνε λαός κυρίως κτημα­τικός και γεωπόνος. Διεκρίθη επί φιλοπονία εκαλλιέργησε και εφυτούργησε το ανατολικόν και νότιον Αργολικόν πεδίον, μεταξύ των φυτειών του οποίου εξέχουσιν η σταφίς, η άμπελος και η ελαία και το οποίον είνε εύφορον εις παραγωγήν παντός είδους καρπών, συντηρεί δε και κτηνοτροφίαν.

Ως προς τα πολιτικά του φρονήματα ο λαός του Άργους υπήρξεν ανέκαθεν φιλοβασιλι­κός και φιλήσυχος. Εκτός του ευεργέτου Καποδιστρίου ον δικαίως ελάτρευεν, ηγάπα και τον Όθωνα και κατά την εκθρόνισιν αυτού ουδέν σχεδόν έλαβε μέρος ενεργόν.

Μόνον πολίται τινές τη 11 Οκτωβρίου 1862 εθανάτωσαν αγριώτατα τον ενταύθα υπομοίραρχον Γεώργ. Μπαρμπέταν, τον σπάνιον εκεί­νον στρατιώτην δια την πίστιν εις τον όρκον και τον ηρωισμόν εις το καθήκον του. Ωσαύτως δε αγαπά και τον Γεώργιον, αείποτε συντηρητικός και φιλόνο­μος. Παρετηρήθη έτι, ότι εν τη ενασκήσει των πολιτικών δικαιωμάτων του ο τόπος αυτός από του 1862 δεν είνε εγωιστής, ούτε υπερήφανος. Εισήγαγεν εν τη επαρχία συν άλλοις και την γενικήν πολιτογράφησιν και εξελέξατο αντι­προσώπους του, άλλοθεν καταγομένους, ου ένεκα παρωνομάσθη ελευθέρα Κέρκυρα.

Η πόλις οικοδομικώς ολίγον προώδευσεν. Απέκτησε μεν καλάς τινός οικο­δόμος, αλλά δύναται να εύρη τις ακόμη και εργαστήρια, από Τουρκοκρατίας κτισθέντα, ως και κατοίκους με τα παλαιά τραχύτατα ήθη.

Είνε όμως τόπος υγιεινός εν γένει με τον εξόχως ωραίον ορίζοντα αυτού. Έχει δύο κεντρικάς πλατείας και τινας οδούς καλάς. Έχει δε και ουκ ολίγα βιομηχανικά καταστή­ματα, αμαξοπηγεία, σιδηρουργεία και εργοστάσια υφαντουργίας, οινοπνευματοποιίας και ατμομύλου. Υδρεύεται τέλος εκ φρεάτων και εκ του ύδατος του Ερασίνου, διοχετευομένου προ ετών δι’ υδραγωγείου κτιστού και εν μέρει σιδηρών σωλήνων.

Το Άργος δεν προώδευσε μολαταύτα αρκούντως εν συνόλω κατά τον λή­ξαντα ήδη αιώνα. Και δια τούτο εξαιρέσει ολίγων πλουσίων και τοκιστών, ο εκ 10.000 περίπου κατοίκων σημερινός πληθυσμός αυτού δυσπραγεί κατά το μάλλον και ήττον, μειονεκτεί δ’ εν πολλοίς των κατοίκων πολλών άλλων Ελλη­νίδων πόλεων.

Από το περιοδικό « ελλέβορος» του 1988, ανιχνεύσαμε την πιο κάτω συμπλήρωση που καταθέτει ο Δικηγόρος και ιστορικός Βασίλης Δωροβίνης, σε σχετικό άρθρο του.

Συμπλήρωση Βαρδουνιώτη (από το 3ο φύλλο του «Ινάχου»): στο σημείο « ένθα ο λόγος ότι το Αργολικόν πεδίον συντηρεί και κτηνοτροφίαν, παρελήφθη η περικοπή εις την ανάπτυξιν της οποίας οφείλεται και η κατά τον Μάιον του 1899 ενεργηθείσα εν Άργει πρώτη Ελληνική κτηνοτρο­φική έκθεσις, επιμελεία της Ελλην. Βιοτεχνικής Εταιρείας και υπό την προστασίαν του Βασιλέως».

Πρόκειται για την Α’ Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση, που οργα­νώθηκε στους Στρατώνες Καποδίστρια και στις γύρω πλατείες και είχε πανελ­λήνια απήχηση. Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ έμεινε, τότε, στο Άργος επί δύο μέρες.

   

Πηγές


  • Εφημερίδα «Ίναχος», αριθ. 2, Άργος 6 Ιανουαρίου 1901.
  • Περιοδικό «Ελλέβορος» , τεύχος 5, Άργος, 1988.

 

Ναύπλιο – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στο Ναύπλιο.

 

 

Το Ναύπλιο


 

Henriette Lorimier, Φραγκίσκος Πουκεβίλ, Musée national du Château et des Trianons (Versailles).

Ο Στράβων επονομάζει το Ναύπλιο επίνειο ή λιμάνι του Άργους. Άλλοτε, επεδείκνυαν εδώ ως έμβλημα ένα γάιδαρο, χαρακτηριστικό της αγραμματοσύνης των Ναυπλιωτών, σήμερα όμως αυτό το έμβλημα έχει υποκατασταθεί από τον ιππόγρυπα της Βενετίας ή λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, πάνω στην πύλη εισόδου της πόλης.

Οι Τούρκοι άφησαν άθικτο το έμβλημα, διατηρώντας το ως ένα τρόπαιο από τη νίκη τους κατά των απίστων. Από το 2ο μ.Χ. αιώνα και μετέπειτα, η πόλη αυτή είχε σχεδόν ερημωθεί, είναι όμως πολύ πιθανόν, αργότερα, να εποικίστηκε και πάλι, καθώς βλέπουμε να μνημονεύεται ένας επίσκοπός της στα πρακτικά της Συνόδου, τα αναφερόμενα στην επανενθρόνιση του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Το Χρονικό του Μωρέως εμφανίζει το Ναύπλιο ως ένα από τα σπουδαιότερα κάστρα της Αργολίδας. Ο Ranusio, ο οποίος ανάγει στο έτος 1205 την κατάκτηση της πόλης από τους Βενετούς, σημειώνει ότι λίγο αργότερα κυριεύτηκε και πάλι από κάποιο πρίγκιπα ονόματι Giovanitza.

Μολαταύτα, είναι πιθανόν ο τελευταίος να μη διατήρησε στην κατοχή του το Ναύπλιο για μεγάλο διάστημα, αφού, σύμφωνα με τον Verdizotti, μέσα στον ίδιο αιώνα, η πόλη του Ναυπλίου ανήκε ταυτόχρονα και στη Μαρία dErigono, χήρα του Πέτρου, του γιου του Φρειδερίκου Corner Piscopia, ο οποίος τη δώρησε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία.

Όταν οι Βενετοί ασκούσαν την κυριαρχία τους  πάνω σ’ αυτή την πόλη, έτυχε ν’ απωθήσουν επανειλημμένα τις επιθέσεις των Τούρκων, έως το 1460, οπότε δοξάστηκαν αναγκάζοντας τον Μαχμούτ, στρατηγό του Μωάμεθ Β’, να λύσει την πολιορκία της πόλης τους. Εξίσου άτυχος στάθηκε το 1537 και ο Σουλεϊμάν, δυο χρόνια όμως αργότερα, το Ναύπλιο κατακτήθηκε από τον Κασσίμ, τον σερασκέρη του, και σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, οι Τούρκοι τη διατήρησαν στην κατοχή τους επί εκατόν πενήντα τέσσαρα χρόνια.

Η άλωση του Ναυπλίου από τον Κασσίμ, ή μάλλον από τον Χαϊρεντίν, συνδέεται με μια τόσο παράξενη ιστορία, ώστε κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε εδώ τα κυριότερα σημεία της. Βασίζομαι τόσο στην αυθεντικότητα της αφήγησης του Brantome, όσο και στους θρύλους της Τουρκικής παράδοσης, που λένε ότι αυτός ο περιώνυμος τυχοδιώκτης ήταν γαλλικής καταγωγής. Έτσι, λοιπόν, τόσο ο Κιουπρουγλού, όσο κι ο Γιώργης Τσέρνι, ο τελευταίος από τους χριστιανούς της Σερβίας, αντλούσαν την καταγωγή τους από τη γηραιά Γαλλία, ηρωική κοιτίδα όλων των ανδρείων.

Σύμφωνα με την παράδοση, λοιπόν, ο Χαϊρεντίν καταγόταν από τον οίκο των d’ Authon της περιοχής Saintonge. Η μητέρα του, η Μαργαρίτα de Marcueil, είχε προσκομίσει ως προίκα στον πατέρα του τις εκτάσεις και τα φέουδα Bernadieres και  Combes. Ο d’ Authon ενώθηκε με τα στρατεύματα του κ. de Ravastein, τον οποίο ο Λουδοβίκος ΙΒ’ έστειλε στην Ανατολή, ώστε να ενισχύσει τους Βενετούς που πολεμούσαν εναντίον των Τούρκων. Κατά την εκστρατεία εκείνη ο d’ Authon συνδέθηκε στενά με τον Montsoreau, το  δευτερότοκο γιο του οίκου των Berneuil της Ανδεγαυΐας.

Οι δυο αυτοί ιππότες ήταν παρόντες στην πολιορκία της Μυτιλήνης, όπου, κατόπιν διαφωνίας Γάλλων και Βενετών, οι δυο πλευρές διέλυσαν τη συμμαχία τους χωρίς να προκύψει κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα απ’ αυτό το γεγονός. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τον d’ Authon και τον Montsoreau, οι οποίοι αφού λεηλάτησαν όλα όσα συνάντησαν στο πέρασμά τους, εμφανίστηκαν πάλι στη Γαλλία φορτωμένοι λάφυρα και πλούτη. Ο ιππότης d’ Authon διαβεβαίωνε ότι έφερε μαζί του ένα πέπλο της Παναγίας, το οποίο ανακάλυψε, ως εκ θαύματος, κάπου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Όλοι είχαν την περιέργεια να δουν αυτό το πολύτιμο κειμήλιο, κι ο d’ Authon έκρινε ότι ήταν καθήκον του να  το δωρίσει στην ενορία του Champeou, στην οποία άνηκε και η δική του ιδιοκτησία Bernadieres. Επιθυμία του  ήταν να ζήσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του εκεί. Όποιος όμως γεύτηκε μια φορά την περιπέτεια της θάλασσας, δύσκολα απαρνιέται τη ρηξικέλευθη ζωή που αυτή συνεπάγεται.

Ο d’ Authon  και ο Montsoreau  δεν μιλούσαν παρά για τη Μυτιλήνη. Δεν άργησαν να ξαναγυρίσουν εκεί για να γίνουν κουρσάροι, κι ασπάστηκαν το μωαμεθανισμό διαδίδοντας ότι ήταν αδέλφια, παιδιά ενός Εβραίου εξωμότη καταγόμενου από τη Λέσβο. Τότε, λοιπόν, απαρνούμενοι τόσο τη βάφτισή τους, όσο και τις οικογένειές τους, ο μεν ονομάστηκε Χαϊρεντίν, από το όνομα του Κάιν, του υποτιθέμενου πατέρα του, ενώ ο άλλος πήρε το όνομα Αρούτζ, στο οποίο πρόσθεσε και το προσωνύμιο Μπαρμπαρόσα. Συμμάχησαν κι οι δυο τους μ’ έναν πρώην βαστάζο που ήταν και ατρόμητος κουρσάρος, κι ήταν γνωστός σε όλους με το παρανόμι Χαμάλης.

Γνωρίζουμε ποια ήταν η συμπεριφορά του Μπαρμπαρόσα το 1517 μπροστά στις πύλες του Αλγερίου, όπου και στέφτηκε βασιλιάς, και πως ο Χαϊρεντίν, συνεχίζοντας την πειρατική τέχνη του, συμμάχησε και πάλι με τον Μπαρμπαρόσα, για να σπείρει τον τρόμο σ’ όλη την χριστιανοσύνη, μετά τη νίκη του κατά του Καρόλου του Ε’. Στη μάχη της Τύνιδας, όπου συνέπραξαν και οι δυο συνωμότες, ήταν παρόν και ο Πιζάρο.

Ο τελευταίος διαπίστωσε πόσο αποτελεσματική μπορεί ν’ αποβεί η πειθαρχία προκειμένου ν’ αναχαιτιστούν τα στίφη των Βαρβάρων, κι έτσι ξεκίνησε από εδώ για να πάει να κατακτήσει  το Νέο Κόσμο.

  

Η κατάληψη του Ναυπλίου από τον Μπαρμπαρόσα


 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Την ίδια ώρα ο Μπαρμπαρόσα έβαζε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, κι έχοντας έναν ολόκληρο στόλο κι έναν ατρόμητο στρατό ξηράς κάτω από τις διαταγές του, θεάθηκε να πορεύεται προς την Ρώμη, κι αφού πρώτα έσπειρε τον τρόμο στην Ιταλία, κατέλαβε στη συνέχεια τη Σύρο, την Πάτμο, την Πάρο, την Αίγινα, τη Νάξο το Ναύπλιο, τρέποντας σε φυγή τον αήττητο στόλο του Ντόρια. 

Ας μου συγχωρεθεί το γεγονός ότι, μιμούμενος τον Παυσανία, παρενέβαλα στις ταξιδιωτικές μου περιγραφές ένα αναξιόπιστο σε μερικά σημεία του αφήγημα. Προς τα τέλη της βασιλείας του Ερρίκου Δ’, η Γαλλία τοποθέτησε στο Ναύπλιο έναν πρόξενο καθώς και μια ιεραποστολή αποτελούμενη από Καπουτσίνους της οδού Σαιντ Ονορέ, οι οποίοι παρέλαβαν αργότερα τα ιερά δισκοπότηρά τους από την παρισινή αδελφότητα των Μοναχών του Αγίου Μυστηρίου. Αυτή ήταν η κατάσταση που συνάντησε ο La Guilletière όταν διέτρεξε ένα τμήμα του Μοριά. Είχε παρατηρήσει πόσο καλοπροαίρετοι ήταν οι Έλληνες, και πόσο κακεντρεχείς οι Τούρκοι του Ναυπλίου.

Σ’ αυτόν οφείλουμε τις πληροφορίες σχετικά με την αποστολική φιλανθρωπία και την αυταπάρνηση του Πατρός Βαρνάβα, όταν ο τελευταίος οδηγήθηκε ενώπιον του οθωμανικού Σανχεδρίν και καταδικάστηκε από τον κατή σε θάνατο, επειδή δεν άφησε ένα ορφανό Γαλλόπαιδο ν’ αλλαξοπιστήσει και το έστειλε κρυφά στην Τουλόν.

Νιώθει υπερήφανος ν’ ανήκει κανείς στην τάξη εκείνων των προξένων της Ανατολής που διαφύλαξαν τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους, όπως είναι η περίπτωση Chastagner, προξένου του χριστεπώνυμου βασιλιά μας, ο οποίος έθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο θέλοντας να κάνει τον Ισμαηλίτη δικαστή ν’ αναιρέσει την απόφασή του, και να σώσει έτσι τη ζωή ενός ταπεινού και θεοσεβούμενου  Καπουτσίνου, που περίμενε καρτερικά να δεχτεί το προοριζόμενο γι’ αυτόν στεφάνι του μαρτυρίου.

Δεν φείδονταν πλέον κανενός μέσου οι Τούρκοι, όταν ο αρχιστράτηγος Μοροζίνι, έχοντας καταλάβει ήδη το 1686 το Ναυαρίνο και τη Μεθώνη, αποβιβάστηκε στις 27 Ιουλίου με δώδεκα χιλιάδες άνδρες του πεζικού και του ιππικού στο Πορτ Τουλόν (Τολό), που δεν απέχει παραπάνω από τέσσερα μίλια από το Ναύπλιο. Αιφνιδιάζοντας τον εχθρό, ο στρατηγός Καίνιγκσμαρκ τον εξεπόρθησε ευθύς από το Παλαμίδι που είχε κιόλας αρχίσει να οχυρώνει.

Ο νικητής ήταν έτοιμος να κανονιοβολήσει την πόλη από την κορυφή αυτού του βράχου, όταν πληροφορήθηκε ότι τρεις χιλιάδες Τούρκοι, προερχόμενοι από το Νεγρεπόντε, πλησίαζαν για να ενωθούν με τον στρατοπεδευμένο στο Άργος σερασκέρη.

Στις 6 Αυγούστου, ο Καίνιγκσμαρκ ξεκινά επικεφαλής των εφεδρικών ταγμάτων του Μιλάνου, της Σαξωνίας, του Μπρούνσβικ, καθώς κι ενός σώματος δραγώνων, υπό την ηγεσία των δουκών, Μπρούνσβικ και Τυρέν, τους οποίους ο αρχιστράτηγος ενίσχυσε και με δυο χιλιάδες πεζοναύτες. Οι άπιστοι, αφού ηττήθηκαν μέσα στο Άργος, αποκρούστηκαν στις 29 του ίδιου μήνα όταν επιτέθηκαν κατά των χριστιανικών σωμάτων. Οι Σάξονες δείχνουν στους πολιορκημένους τα κεφάλια των γενίτσαρων που επρόκειτο να έρθουν σε επικουρία τους, οι άπιστοι παραδίδονται υπό τον όρο να μεταφερθούν στην Τένεδο, κι έτσι ένας χριστιανικός πληθυσμός εξήντα χιλιάδων ψυχών επανέκτησε την ελευθερία του.

Είπαμε προηγουμένως με ποιο τρόπο το Ναύπλιο περιήλθε και πάλι, το 1715, στην εξουσία των Τούρκων, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν εκεί ένα καθεστώς δεσποτισμού και στρατιωτικής αναρχίας. Όταν εγώ πρωτοείδα την πόλη, το 1799, ο κ. Καρατζάς, δραγομάνος του βεζίρη του Μοριά και παλαιότερα αρχιδιερμηνέας της διπλωματικής αποστολής στο Βερολίνο, δεν έπαυε να καταφέρεται κατά της ασυδοσίας της τουρκικής πολιτοφυλακής σ’ αυτό το λιμάνι, λες κι ήταν το Αλγέρι σε μικρογραφία.

Μου διηγήθηκε με ποιο τρόπο, εδώ και λίγο καιρό, ένας Τούρκος καθισμένος ανακούρκουδα πάνω στο μόλο σκότωσε κάτω από τα μάτια του σχεδόν, έναν Υδραίο.

Οι λεπτομέρειες αυτής της δολοφονίας ήταν ανατριχιαστικές: ο χριστιανός ζύγιζε σιτάρι, όταν ο Γενίτσαρος τον πρόσταξε να πάει να του ανάψει τον ναργιλέ του. «Μόλις γεμίσω το σακί μου, αφέντη μου, είμαι στις προσταγές σου». Στα λόγια αυτά, ακούστηκε μια πιστολιά που έριξε νεκρό, πάνω στο κατάστρωμα της βάρκας το χριστιανό. «Τώρα γέμισε το σακί σου», λέει ο Τούρκος με ένα περιφρονητικό χαμόγελο. Οι σύντροφοι του φονιά κραυγάζουν άφεριμ, μπράβο, και με θριαμβευτική πομπή τον συνοδεύουν ως τον καταυλισμό τους, όπου τον ανακηρύσσουν εκδικητή των προνομίων του Ορτά.

Επιτρέψτε μου να μνημονεύσω εδώ τα ονόματα των συντρόφων μου της αιχμαλωσίας, τον Fornier de Montcazal, τον Calmet de Beauvoisins και τον πλοίαρχο Joie de la Ciotat, που μαζί τους αποβιβάστηκα στο Ναύπλιο. Την προσοχή μου τράβηξε αμέσως η φυσιογνωμία ενός τύπου σοφολογιότατου, με μακρύ μέχρι κάτω ένδυμα, με καπέλο στο κεφάλι του σαν κι αυτό του Δον Μπαζίλιο, και που μας τον σύστησαν ως υποπρόξενο της Αγγλίας. Αποφύγαμε να μπούμε στο χώρο του τελωνείου όπου βρισκόταν κι εκείνος, προτιμώντας να μείνουμε κάτω από τον καυτό ήλιο, παρά να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο αποσπασμένο στην υπηρεσία του λόρδου Έλγιν και  πληρωμένον απ’ αυτόν.

Ένας Τούρκος μας έκανε μια χειρονομία για να μας δείξει ότι επρόκειτο να μας αποκεφαλίσουν, αλλά μια πέτρα που ο κ. Fornier του εκσφενδόνισε, πετυχαίνοντας το στόχο της, εξασφάλισε το θρίαμβό μας. «Μόνο ένας Γάλλος θα τα κατάφερνε τόσο καλά», φώναξαν μερικοί παλαίμαχοι Γενίτσαροι. «Σύντροφοι, ας τους δείξουμε σεβασμό, είναι οι γιολδάσηδές μας».

Ήταν για μας μια καλή αρχή, και η φήμη μας ως παλικάρια του Βοναπάρτη, δικαιωμένη χάρη στην εκσφενδόνιση μιας πέτρας, αποκατέστησε αμέσως την υπόληψή μας, κι έτσι βρεθήκαμε κάτω από την προστασία της φανταρίας. Η στιγμή όπου μας παρουσίασαν στον Κασάν Μπέη, τον κυβερνήτη του Ναυπλίου, στον· οποίο δεν θελήσαμε να κάνουμε αντικάμαρα, η συνάντησή μας με τον κ. Roussel, το Γάλλο πρόξενο που βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, η υποδοχή που ο ευγενέστατος γιατρός Sicinni μας επεφύλαξε, παραμένουν στην μνήμη μου ακόμη νωπά: ανάμεσά τους νιώθαμε σαν να ήμασταν στη Γαλλία.

Είχα την άδεια να κυκλοφορώ έξω, να χαίρομαι την ελευθερία μου και να παρατηρώ τα πάντα. Θα επαναλάβω, λοιπόν, τα όσα δημοσίευσα το 1805 σχετικά μ’ αυτό το φρούριο, στο οποίο τώρα όλα θα έχουν αλλάξει ή τουλάχιστον θα πρέπει ν’ αλλάξουν, αν εφαρμόστηκαν τα σχέδια του συνταγματάρχη Fabvier, του γενναιόψυχου υπερασπιστή των Ελλήνων.

  

Το Παλαμήδι, η ονομασία Νάπολι ντι Ρομάνια και το Μπούρτζι


 

Το Ναύπλιο και το Παλαμήδειον ή Παλαμήδι διατηρούν ακόμη τις ονομασίες που ήδη έφεραν στα πολύ παλιά χρόνια, αν κι οι Τούρκοι κι οι Φράγκοι χρησιμοποιούν περισσότερο τις ονομασίες  Ανάπλι  ή   Νάπολι ντι Ρομάνια.

Ακροναυπλία, η Πύλη των Τόρων

Οι διάσπαρτες επιγραφές πάνω σε μάρμαρα ή επιφάνειες του τείχους αποδεικνύουν ότι την πόλη κατείχαν πρώτα οι Έλληνες και κατόπιν οι Ρωμαίοι. Η σύγχρονη πόλη κείται στις υπώρειες του όρους Παλαμήδι, ενώ μερικά από τα σπίτια της ορθώνονται κλιμακωτά στη ρίζα αυτού του βουνού. Με την πρώτη κιόλας ματιά σε ξαφνιάζει η τόσο στρατηγική θέση αυτού του οχυρού, ιδιαίτερα όταν υψώνεις το βλέμμα σου προς την ακρόπολη, όπου τα σύννεφα καλύπτουν πολύ συχνά τις επάλξεις της. Έτσι, λοιπόν, οι κανονιές διαπερνούν τα σύννεφα και κατευθύνονται τόσο προς τον όρμο, όσο και προς το αγκυροβόλι και τα γειτονικά παράλια.

Καθώς προσορμίζει στο Ναύπλιο το καράβι, πριν προσεγγίσουμε στον ταρσανά, αφήνουμε στο αριστερό χέρι μας το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου ή Μπούρτζι, κτισμένο πάνω σ’ έναν απομονωμένο σκόπελο. Επικρατεί η άποψη ότι μια διπλή οροσειρά που ξεκινούσε απ’ αυτό το βράχο, έκλεινε άλλοτε το εσωτερικό του λιμανιού.

Το πράγμα μου φαίνεται ωστόσο αμφίβολο, αν κι ο ίδιος ο Coronelli έχει σημειωμένη αυτή τη λεπτομέρεια στην απεικόνιση που μας έχει αφήσει. Το προαναφερόμενο καστράκι είναι κτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο,  αγγίζοντας σχεδόν την επιφάνεια του νερού: απαρτίζεται από έναν καχεκτικό πύργο, με λιγοστά σπίτια προσκολλημένα στα τείχη του, και διαθέτει  ελάχιστες μόνο πολεμότρυπες. Το κάστρο συνεπώς αυτό δεν παρουσιάζει ιδιαίτερους κινδύνους για όσα καράβια θα τολμούσαν να το πλησιάσουν μετωπικά, αφού μόνο μια σειρά τηλεβόλων πλοίου θα ήταν αρκετή για να ισοπεδώσει τον πυργίσκο, εκείνο το τόσο αξιογέλαστο καύχημα των Τούρκων, και να το βουλιάξει στο βυθό της θάλασσας. Αφού περιπλεύσουμε το φρούριο του Αγίου Θεοδώρου, περνάμε κάτω από την κανονιοστοιχία των δώδεκα τριανταεξάρικων κανονιών που υπερασπίζονται την πούντα της ξηράς.

Σε μικρή απόσταση από εκεί, ρίχνουμε άγκυρα σ’ ένα λασπώδη βυθό, αποβιβαζόμαστε σε μια πλακόστρωτη αποβάθρα και βρισκόμαστε κιόλας μέσα στην πόλη. Οι δρόμοι μπροστά μας είναι πλατιοί, ωραίοι και με πολλή απλοχωριά για μια τούρκικη πόλη, αλλά θλιβεροί κι έρημοι.

Μετά από πεντακόσια ή εξακόσια βήματα, καθώς ανηφορίζουμε την κεντρική οδό, έκπληκτοι αντικρίζουμε ένα δεύτερο τείχος με μια πύλη και με πολεμίστρες, και στρέφοντας το βλέμμα μας προς το Παλαμήδι, βλέπουμε ότι έχει στα πλευρά του κανονιοστοιχίες, διατεταγμένες κλιμακωτά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να κατευθύνουν τους πυροβολισμούς τους τόσο προς τον όρμο, όσο και προς έναν αγκώνα της ακτής.

Εδώ, έχει ανοιχτεί μια στενή οδός μέσω της οποίας γίνεται η από ξηράς προσπέλαση στην κάτω πόλη. Κτισμένο στην ανατολική πλευρά του Αργολικού κόλπου, πάνω σε μια πολύ στενή γλώσσα, το Ναύπλιο εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με κατεύθυνση από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά. Ο ισθμός αυτής της μικρής χερσονήσου καταλαμβάνεται από έναν πανύψηλο και πολύ απόκρημνο βράχο, ο οποίος αφήνει μετά βίας ελεύθερη μια στενή δίοδο απ’ όπου γίνεται η προσπέλαση στην πόλη.

Πάνω σ’ αυτό το βράχο ορθώνεται το κάστρο του Παλαμηδίου. Ένα απομονωμένο ξεροβούνι προστατεύει την πλευρά της γλώσσας που είναι προσανατολισμένη προς τα δυτικά του κόλπου, ενώ πάνω στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο, το λεγόμενο Ιτς–Καλέ, από το οποίο διακλαδίζονται τα τείχη διαμορφώνοντας τον περίβολο του Ναυπλίου. Ένα απ’ αυτά τα αντερείσματα κατευθύνεται προς τη θάλασσα πάνω σ’ έναν άξονα βορειοδυτικά – νοτιοανατολικά και κατόπιν σχηματίζει πάνω σ’ έναν άξονα δυτικοανατολικό δυο προμαχώνες, χωρισμένους μεταξύ τους με ένα μεταπύργιο, το οποίο είναι εφοδιασμένο με κανόνια. Σ’ όλο το μήκος του μεταπυργίου αναπτύσσεται μια τάφρος με νερό, σκαμμένη εγκαρσίως προς το πλάτος του προαναφερθέντος ισθμού. Η χερσαία πύλη έχει ανοιχτεί στη μέση ακριβώς αυτού  του μεταπυργίου.

Από το βορειοανατολικότερο προμαχώνα του Παλαμηδίου, οι πρόποδες του οποίου βρέχονται από τη θάλασσα, τα τείχη της πόλης ανεβαίνουν από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά και προχωρούν προφυλάσσοντας μια κανονιοστοιχία από δώδεκα κανόνια, μοναδική προστασία του μυχού του λιμανιού.

Μετά από την κανονιοστοιχία αυτή, ο περίβολος του οχυρού περιορίζεται σ’ ένα απλό τείχος, χωρίς κλίση του εδάφους, καθόσον εντοπίζεται σ’ ένα πλάτωμα. Αυτός ο περίβολος προχωρεί προς το εσωτερικό της γλώσσας, αφήνοντας ελεύθερη μια μεγάλη επιφάνεια πάνω στην οποία είναι κτισμένο το εξωτερικό προάστιο, που βρίσκεται μ’ αυτό τον τρόπο εγκλωβισμένο ανάμεσα στην πόλη και τη θάλασσα, και δεν έχει άλλη διέξοδο παρά δυο πύλες που ανοίχτηκαν στο προαναφερόμενο τείχος. Το τείχος, οροθετώντας προς την πλευρά του όρμου το εξωτερικό προάστιο, διαθέτει άλλη μια κανονιοστοιχία με δεκαπέντε κανόνια. Από το σημείο αυτό, το τείχος, διαγράφοντας μερικούς ελιγμούς, προεκτείνεται προς την πλευρά  του κόλπου πάνω στο προαναφερθέν απομονωμένο ξεροβούνι και περικλείει ολόγυρα την πόλη καταλήγοντας στην ακρόπολη του Ιτς – Καλέ

Το τείχος της Αρβανιτιάς

Οι Βενετοί οχύρωσαν την κορωνίδα του Παλαμηδιού γύρω στο έτος 1687. Οι  Τούρκοι, κρίνοντας το Παλαμήδι ως τη λεωφόρο διαφυγής του Ναυπλίου, δεν επιτρέπουν σε κανένα χριστιανό την είσοδο σ’ αυτό. Το χρησιμοποιούν για ν’ αποθηκεύουν εκεί τόσο το μπαρούτι τους, όποτε βέβαια διαθέτουν, κάτι που δεν συμβαίνει πάντοτε, όσο και τα όπλα τους, όταν οι πασάδες δεν τα πωλούν στους Υδραίους καραβοκύρηδες.

Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα απόρθητο σχεδόν καταφύγιο, με την προϋπόθεση ότι θα ήταν εφοδιασμένο με τις απαραίτητες προμήθειες. Έχοντας κατακόρυφους βράχους κι από τις τρεις πλευρές του, η πρόσβασή του γίνεται απευθείας μέσα από την πόλη ακολουθώντας ένα στεγασμένο και κατά τέτοιο τρόπο προφυλαγμένο μονοπάτι, ώστε η αποτελούμενη από κλιμακωτά επίπεδα θολωτή σκεπή του να επιτρέπει να μπαίνει φως, έτσι ώστε να φωτίζονται αρκετά οι σκάλες καθώς κι η ομαλή πλαγιά, την οποία η θολωτή εκείνη σκεπάζει και προστατεύει από κάθε είδους βλήματα.

Η ακρόπολη, όπου για ν’ ανέβει κανείς χρειάζεται παραπάνω από ένα τέταρτο της ώρας, έχει τη μορφή πενταγώνου με πέντε συμμετρικούς προμαχώνες, εφοδιασμένους με πυροβόλα στην κάθε πλευρά τους. Για τη στρατιωτική φρουρά υπάρχει ένα τζαμί, υπάρχουν καταυλισμοί καθώς και δεξαμενές για να διατηρούν το νερό.

Τις πληροφορίες αυτές μου τις παρείχε ο κ. Roussel,ο οποίος ζούσε πάνω από δέκα χρόνια στο Ναύπλιο, καθόσον όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εγώ βρισκόμουν, δεν μου άφηναν πολλά περιθώρια για περιπλανήσεις, που θα απέβαιναν ενδεχομένως ενδιαφέρουσες, αν κρίνω απ’ όσα ανέκδοτα, πιστεύω, σπαράγματα αρχαίων επιγραφών δημοσιεύω εδώ.

Το προσανατολισμένο προς τον Αργολικό κόλπο τμήμα της πόλης, διαθέτει μια φυσική οχύρωση από βράχους, πάνω στους οποίους ύψωσαν ένα γεροκτισμένο πέτρινο τείχος με επάλξεις και κανονιοστοιχίες, κατάλληλες να υπερασπίζουν τη γύρω περιοχή. 

Πάνω στα βενετικά οικοδομήματα, εκτός από το πανταχού παρόν λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, επισημαίνουμε και ορισμένα αποφθέγματα που μας πληροφορούν για τα έργα των Προβλεπτών, τα μισοσβησμένα ονόματα των οποίων μετά βίας διακρίνονται. Κατά τον ίδιο τρόπο θα διακρίνονται, πριν καν περάσει ένας αιώνας, τα ομοίως και δικαίως ακρωτηριασμένα από τους Έλληνες ονόματα των Τούρκων. Διάβασα ονόματα όπως του Βαρβαρήγου, του Γριμάνη, αλλά και την ταπεινή παράκληση ενός άτυχου στρατιώτη, που μέσα από  το αγνοημένο, όπως και το όνομά του, μνήμα του, μας παρακαλεί να ικετεύσουμε την Παναγία ν’ αναπαύσει την ψυχή του.

Το κάστρο του Αγίου Θεοδώρου, τα δυο οχυρά στην εισόδου του λιμανιού, καθώς και το Παλαμήδι, διοικούνται από ικανό αριθμό δισδάρηδων ή τοποτηρητών, που πληρώνονται για να συντηρούν μια μόνιμη φρουρά τριάντα συνολικά ανδρών.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς, η στρατιωτική δύναμη του φρουρίου θα έπρεπε να ανέρχεται σε εκατόν είκοσι άνδρες, επειδή όμως η τόσο ευγενείς  πυργοδεσπότες σκέφτονται πάνω απ’ όλα το δικό τους συμφέρουν, δεν διατηρούν συνήθως παρά μόνο δέκα στρατιώτες, πράγμα που περιορίζει τον αριθμό του τακτικού σώματος για τις ανάγκες τις υπηρεσίας σε σαράντα άνδρες, μια υπηρεσία που εκείνοι εκπληρώνουν όποτε δεν έχουν να θερίσουν το σιτάρι τους, να μαζέψουν τις ελιές τους, ή όταν δεν επινοούν να κλέψουν κανένα αρνί για να ικανοποιήσουν τη λαιμαργία τους.

Τ’ αφεντικά τους, που χρήζουν και τα ίδια κάποιας επιείκειας, τους συχωρούν κάτι τέτοια μικροαμαρτήματα, εκτός βέβαια κι αν αυτά σχετίζονται με τον πασά, στον οποίο αποδίδουν ένα μέρος των πλασματικών μισθών. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τρεις υποτιθέμενους Ορτάδες των Γενίτσαρων που έχουν κι αυτοί τον αγά τους.

Θα έλεγες ότι το ευλογημένο αυτό Ναύπλιο είναι μια γη της Επαγγελίας, γιατί η κλοπή, οι δεισιδαιμονίες, ο εγκλεισμός των γυναικών, τα έκλυτα ήθη, η υπέρμετρη αυστηρότητα σ’ ότι αφορά τις σαρκικές αδυναμίες και η δημόσια αποδοχή της κάθε παρά φύσει ακολασίας, η βαρβαρότητα και η ανανδρία, έχουν γίνει εδώ θεσμός κι έχουν ανακηρυχτεί σε κυβερνητικές αρχές, προς δόξαν του Αλλάχ και του προφήτη του.

  

Συνάντηση με τον Μουφτή


 

Κατά κανόνα, η πόλη έχει έναν σαντζάκ – μπέη με δυο ουρές, έναν κατή που αγοράζει κάθε χρόνο χονδρικά από την Κωνσταντινούπολη το δικαίωμα να μεταπωλεί λιανικά στους Ναυπλιώτες τη δικαιοσύνη, καθώς κι ένα μουφτή ή μουσουλμάνο θεολόγο. Εκείνος που, την εποχή μου, έδινε χρησμούς ή  φετφά, τυφλώθηκε από την άκρατη οινοποσία. Θέλησε να με συμβουλευτεί με την ιδιότητά μου του φιλόσοφου γιατρού.

Όταν ο γιατρός Siccini με οδήγησε στο σπίτι του, μου είπε να περάσω μέσα στο χαρέμι του όπου μας ανέμενε η Εκλαμπρότης του. Γνώριζε, όπως και όλοι σχεδόν οι Τούρκοι, τις πιο εύχρηστες γαλλικές εκφράσεις και τις μεταχειρίσθηκε αφού με καλωσόρισε πρώτα στα ελληνικά.

Η σύζυγός του έδειχνε να έχει αρκετή οικειότητα με το φίλο μου Siccini, και μας δέχτηκε στο σπιτικό της καπνίζοντας ναργιλέ και πίνοντας μαζί μας καφέ. Πρόσεξα πως φορούσε ένα πελώριο δαχτυλίδι περασμένο στον αντίχειρά της, πως είχε βαμμένα κίτρινα τα νύχια της και την παλάμη των χεριών της, όπως άλλωστε κι οι υπόλοιπες γυναίκες του περίγυρού της.

Ο τυφλός μουφτής που είχε επιπλέον και πυρετό, που μίλησε πολύ για το Βολτέρο, για τον Βοναπάρτη, και με συγκίνησε προσφέροντάς μου ένα δώρο: τη στιγμή ακριβώς που σηκώναμε πανιά και βάζαμε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, μου έστειλε δυο αρνιά και δυο μεγάλα σταμνιά με κρασί. Ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μου που έτυχε να συναντήσω ένα γενναιόδωρο Τούρκο, αλλά ταυτόχρονα και νοήμονα μουφτή, και να περιεργαστώ το εσωτερικό ενός χαρεμιού, μαζί με όλο τον εξοπλισμό του σε γυναίκες, ευνοούμενες και ευνούχους.

 

Ο πληθυσμός του Ναυπλίου


 

Το 1799, το κατοικούμενο από Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους Ναύπλιο, εξακολουθούσε να αριθμεί εφτά χιλιάδες άτομα, ό,τι είχε δηλαδή απομείνει από έναν πληθυσμό εξήντα χιλιάδων ψυχών, που ήταν ο πληθυσμός του το 1715. Η δικαιοδοσία του σαντζακιού του, του περιλαμβάνοντος επίσης και την Τροιζηνία και την Ερμιονίδα είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω των εδαφικών παραβιάσεων τόσο του βεζίρη της Τριπολιτσάς όσο και του Καπετάν Πασά αν κι ο τελευταίος δε στέλνει πλέον παρά σπανίως μόνο μερικές φρεγάτες, οι οποίες, μην μπορώντας να εισχωρήσουν στο λιμάνι είναι αναγκασμένες να πηγαίνουν ν’ αράζουν στην ακτή της Λέρνης, στους κοινώς λεγόμενους Μύλους.

  

Το Πορτ Τουλόν (Τολό)


  

Τα σκιερά λεμονοδάση και οι πορτοκαλεώνες της περιοχής του Πορτ Τουλόν, ενός μικρού λιμανιού τέσσερα ελληνικά μίλια από το Ναύπλιο, είναι ο συνηθισμένος περίπατος των χριστιανών. Μισή λεύγα έξω από την πόλη, πάνω σ’ αυτή την οδό, συναντάμε το χωριό Κατσίγκρι, και κοντά του επισημαίνουμε την εκκλησία του Αγίου Αδριανού.

Η εκκλησία αυτή έχει προφανώς υποκαταστήσει το ναό της Ήρας, την οποία και απεικόνιζαν μ’ ένα διάδημα περιτριγυρισμένο από τις Ώρες και τις Χάριτες, και  κρατώντας στο ένα χέρι της το συμβολικό ρόδι των μυστηρίων, καθώς κι ένα σκήπτρο μ’ ένα κούκο καθισμένο πάνω του.

Ήταν ξακουστό στην Ερμιονίδα το πουλί αυτό, χάρη σε μια από τις μεταμορφώσεις του Δία, γι’ αυτό και μια οροσειρά που καταλήγει στο ακρωτήριο Σκύλλαιον έφερε το όνομα του. Νομίζω ότι κάπως έτσι θα πρέπει να διαρθρώνεται αυτή η αρχαία τοποθεσία, ως προς την οποία  διαφωνούν ο Παυσανίας με τον Στράβωνα.

Αν θεωρήσουμε  ότι ο Αδριανός, από τον οποίο και πήρε το όνομα της η εκκλησία, διοχέτευσε  όλη τη γενναιοδωρία του προς χάριν της Ήρας, εύλογα συμπεραίνουμε ότι το όνομα αυτό, αφού προηγουμένως υιοθετήθηκε από τους πρώτους χριστιανούς, χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως προσδιοριστικό αυτού του οικοδομήματος, όταν οι τελευταίοι το μετέτρεψαν σε εκκλησία.

Πολύ παλαιότερα, οι Αργείοι είχαν ήδη κατεδαφίσει τις περισσότερες από τις ακροπόλεις σ’ αυτά τα μέρη, καθώς και την Πρόσυμνα, την οποία όλοι ομόφωνα εντοπίζουν στο Πορτ Τουλόν, αποκαλούμενο από τους χωρικούς Αυλών. Στη θέση αυτής της ακρόπολης βρίσκεται σήμερα το χωριό Τζαφέραγα (Ασίνη) όπου και διακρίνουμε έναν πύργο, σε μικρή απόσταση από έναν αρχαιότατο περίβολο.

Το λιμάνι, κοντά στο οποίο συναντάμε κήπους με οπωροφόρα δέντρα, εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό.

Αν από το σημείο αυτό επιστρέψουμε στο Ναύπλιο μέσα από τα βουνά, θα φτάσουμε στον Καραθώνα, την πιθανολογούμενη αρχαία Ειώνη, ένα αγκυροβόλι που οι ναυτικοί το προτιμούν από το Τολό λόγω της γειτνίασής του με το Ναύπλιο, αν κι αναγκάζονται να ρίχνουν άγκυρα στ’ ανοιχτά.

Παραθέσαμε αυτό το διπλό οδοιπορικό, επειδή κρίναμε ότι ήταν απαραίτητο να περιλάβουμε στην περιγραφή μας τα βουνά εκείνα που προστατεύουν σαν περιτείχισμα το Ναύπλιο, και κατόπιν να προβούμε στη σκιαγράφηση της Τροιζηνίας και της Επιδαυρίας, μέσω της οποίας θα επανέλθουμε στην Ερμιονίδα. 

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils,1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου – Κ. Π. Δάρμος


 

Παντού και πάντοτε οι άνθρωποι έχτιζαν χωριά ή πόλεις δίπλα σε ποτάμια ή εκατέρωθεν αυτών. Κι αν μας ξαφνιάζει τώρα η θεοποίησή τους ή η απόδοσή τους σε θεότητες, δαίμονες και νύμφες, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ακόμα μιλάμε – οι Έλληνες – για νεράιδες και ξωτικά που κατοικούν στα ποτάμια και στα ρυάκια.

Ο Κ. Π. Δάρμος (1956, Άκκρα Γκάνας, από Έλληνες γονείς, απόφοιτος του Χημικού Πάτρας και καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης) στο πρώτο του βιβλίο παρουσιάζει τους αρχαίους ποταμούς της Πελοποννήσου και επιχειρεί την ταυτοποίησή τους με σύγχρονες ονομασίες. Εγχείρημα όχι εύκολο ούτε ακίνδυνο λαθών καθώς, όπως σημειώνει, «το νεαρό κράτος που προέκυψε από την Επανάσταση του ’21, έψαξε στα αρχαία σεντούκια για να αντλήσει συνέχεια και αίγλη και σταδιακά νεκρανάστησε τα ελληνικά τοπωνύμια, διαγράφοντας άκριτα τα ανεπιθύμητα νεότερα, πολλά από τα οποία όμως επιβιώνουν σε πείσμα των αναβαπτιστών τους.

Στις έρευνες των ξένων περιηγητών και των Νεοελλήνων λογίων, οφείλεται η απόδοση του κατάλληλου ονόματος, αν και σε κάποιες περιπτώσεις η επαναφορά της αρχαίας ονομασίας είναι αμφισβητήσιμη. Σε πολλά ποτάμια συνυπάρχει παράλληλα με το επίσημο όνομα και κάποιο άλλο…

Οι ερμηνείες της καταγωγής των νεότερων ονομάτων ποικίλλουν και πολλές φορές οι σκοπιμότητες δίνουν ωραιοποιημένες όσο και ανεδαφικές απαντήσεις, που έρχονται σε σύγκρουση με τη δεδομένη ιστορική διαδρομή του τόπου».

Στο βιβλίο οι ποταμοί χωρίστηκαν σε 7 σύγχρονες γεωγραφικές περιοχές της Πελοποννήσου, «που όμως δεν ταυτίζονται απόλυτα με τις ομώνυμές τους αρχαίες». Πάντως, όπου οι ταυτοποιήσεις έχουν γίνει, ο μελετητής δεν αρκείται στην παράθεση αρχαίων μύθων και πηγών, αλλά προσθέτει και ό,τι σχετικό θρυλείται στους νεότερους χρόνους. Η βιβλιογραφία είναι πλούσια και αρκούντως χρησιμοποιημένη. Πλούσια είναι και η εικονογράφηση του βιβλίου, αν και το αποτέλεσμα θα ήταν απείρως καλύτερο εάν είχε «δοθεί χρώμα και έμφαση στη θαυμάσια φυσική ομορφιά».

Κ. Π. Δάρμος, «Οι αρχαίοι ποταμοί της Πελοποννήσου», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007.

Προβλήματα τάξης και ασφάλειας στο Ναύπλιο κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα*

 


  

E. Peytier, ο Ιμπραήμ στο λιμάνι του Ναυαρίνου, 1828.

Η ταχύτατη προέλαση  των αιγυπτιακών στρατευμάτων προς το κέντρο του Μοριά και η άνετη είσοδός τους στην Τριπολιτσά τις πρωινές ώρες της 11ης Ιουνίου έσπειρε τον πανικό σε κυβέρνηση και λαό. Οι Έλληνες τυφλωμένοι από τα πολιτικά τους πάθη επέτρεψαν την άνετη αποβίβαση το Ιμπραήμ στη Μεσσηνία, ο οποίος, μετά τη διερεύνηση του προγεφυρώματός του, άρχισε να κινείται προς το κέντρο του Μοριά. Η αντιμετώπιση του κινδύνου εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν εκείνη που επέβαλλαν οι περιστάσεις και η εκστρατεία του Κουντουριώτη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κωμωδία, αν δεν είχε τόσο τραγικές συνέπειες.

Η λέξη «στραβαραπάδες» ήταν δηλωτική της ελληνικής επιπολαιότητας. Η απελπισμένη θυσία του εκ των πρωτεργατών του εθνικού διχασμού Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι  και η αδυναμία του Κολοκοτρώνη να αναστείλει την αιγυπτιακή προέλαση στην Τραμπάλα έσπειραν τον πανικό σε όλους. Έτσι ανενόχλητος, μετά από δύο μέρες, ο Αιγύπτιος ηγέτης μπήκε στην Τριπολιτσά τα ξημερώματα της 11ης Ιουνίου 1825, βρίσκοντάς την σχεδόν ανέπαφη και καλά εφοδιασμένη. Χωρίς να χάσει καιρό, τις πρωινές ώρες της 13ης Ιουνίου βρέθηκε μπροστά στους Μύλους. Η ευνοϊκή για τα ελληνικά όπλα κατάληξή της ομώνυμης μάχης την ίδια ημέρα διασκέδασε βέβαια το μύθο του αήττητου του στρατεύματος του Ιμπραήμ, όμως η εμφάνιση του αιγυπτιακού πεζικού στην Τύρινθα το πρωινό της 15ης  του ιδίου μήνα και του αντίστοιχου ιππικού στην Άρεια, καθώς και η ολιγόωρη διακοπή της ύδρευσης της πόλης, έδωσαν το ακριβές μέτρο του κινδύνου.

Τέλος η χωρίς προβλήματα επιστροφή την επομένη των εισβολέων στην Αρκαδία, μετά τη δήωση και την πυρπόληση του Άργους και των Μύλων του, μπορεί να προσέφερε στην ελληνική κυβέρνηση μικρό διάλειμμα ανακούφισης, την έθετε όμως μπροστά σε προβλήματα που έπρεπε να λύσει σε ελάχιστο χρόνο.

Η κατάσταση στην πόλη πριν τη προσέγγιση του Ιμπραήμ στην Αργολίδα χαρακτηριζόταν από μία χωρίς όρια αδιαφορία για τα πάντα [1]. Οι διορισμένοι αρχηγοί, γράφει ο Μακρυγιάννης, «… όσο ήταν ο Μπραΐμης στο Νιόκαστρο έκαναν τις στρατολογίες τους εις τα σπίτια των κατοίκων και πολεμούσαν με τις κότες και τα κρασιά. Τώρα που βγήκε ο Μπραΐμης έξω, τραβιούνται κατ’ τ’ Ανάπλι. Εκεί είναι τα καζίνα και τα μπιλιάρδα»[2].

Ανάλογα γράφει και ο Samuel How για χασομέρηδες καπεταναίους με χρυσοκέντητες φορεσιές και 2 – 3 νεαρούς τσιμπουκτσήδες ο καθένας. Ενώ η πατρίδα δοκίμαζε το μέγιστο κίνδυνο, οι διασκεδάσεις έδιναν και έπαιρναν.

Αναφορές περιπόλων της Αστυνομίας περιγράφουν ολονύκτιες διασκεδάσεις «με θυμελικά όργανα» στα καφενεία και τα σπίτια της πόλης. Η παρουσία όμως του Ιμπραήμ στην Αργολίδα κατέδειξε και της συνέπειες της εγκατάλειψης της πρωτεύουσας, οπού καμία αμυντική προετοιμασία δεν είχε γίνει από την απελευθέρωσή της και μετά.

Γενικά τα προβλήματα της πόλης θα μπορούσαν να εντοπισθούν: (α) Στην έλλειψη των αναγκαίων μέσων αμύνης. Οι οχυρώσεις είχαν ανάγκη άμεσης επισκευής, τα πυροβόλα είχαν ανάγκη υποστατών, υπήρχε σοβαρή έλλειψη πυρίτιδας, ενώ είχαν χαθεί τα κλειδιά των αποθηκών των φρουρίων. (β) Στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού προσφύγων αλλά και ατάκτων, κυρίως Ρουμελιωτών που ζητούσαν τους μισθούς τους, και (γ) Στην έλλειψη τροφίμων, εφοδίων και νερού. Οι δύο δεξαμενές ήταν άδειες, ενώ τα λιγοστά πηγάδια ακάθαρτα.

Στον τομέα της τάξης και ασφάλειας της πόλης τα προβλήματα ήσαν πολλά και θα μπορούσαν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

Από πλευράς «ασφάλειας» η αντιμετώπιση των εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων και συγκεκριμένα ο εντοπισμός και εξάρθρωση κατασκοπευτικών ενεργειών του εχθρού, η αντιμετώπιση ενδεχομένης προδοσίας (τη στιγμή μάλιστα που οι φήμες οργίαζαν θέλοντας περισσότερο τον Κωλέτη και λιγότερο τον Μαυροκορδάτο έτοιμους να παραδώσουν την πόλη στο Ιμπραήμ), η συγκέντρωση και ο έλεγχος πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού και τέλος η αντιμετώπιση υπονομευτικών ενεργειών κατά της εσωτερικής καταστατικής τάξης.

Από πλευράς «τάξης» τα προβλήματα εντοπίζονταν στην παρουσία στιφών ατάκτων στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή της και στη συγκέντρωση εντός και εκτός της πόλης, δηλαδή στο προάστιο του  Αιγιαλού και παρά την πόρτα της Στεριάς, πλήθους προσφύγων. Η συμπεριφορά των ατάκτων ήταν κάτι περισσότερο από προκλητική, ενώ η συγκέντρωση των προσφύγων δημιουργούσε προβλήματα στέγασης, διατροφής και υγιεινής. Η αποσυμφόρηση της πόλης από τα πλήθη αυτά υπήρξε το κύριο πρόβλημα αλλά και φροντίδα της κυβέρνησης και των αστυνομικών αρχών, πλην όμως η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οι κάθε λογής παρεμβάσεις δεν επέτρεψαν να αντιμετωπισθεί αποφασιστικά. Τα καφενεία αλλά και τα άλλα εργαστήρια (καταστήματα) που διέθεταν οινοπνευματώδη ποτά ήσαν μία ακόμη πηγή αταξίας.

 

Πρός τό έξοχον Υπουργείον της Αστυνομίας

Είς τήν επιστάτησίν μου τήν απερασμένην νύκτα, ως αρχηγός της πατούλιας, ηκολούθησαν τα κάτωθεν:

α. Ένα πικέτο τακτικοί επεριφέρονταν όλην την νύκτα.

β. Ό καφενές του Χ(ατζή) Χρήστου, άριθ. 135, όχι μόνον την νύκτα είχεν ανοικτόν και έχων διαφόρους στρατιώτας μέσα ετραγουδούσαν πίνοντες αδιακόπως ρακιά και κρασιά. Προστάζω τον καφετζήν να σφαλίσει και να διώξη αυτούς, διά να μην ακολουθήσουν τίποτες, αυτός μάλιστα εσυχώρεσε όπου να παίζουν και παιχνίδια. Ξαναπερνώντας μετ’ ολίγον και ακούων τα παιχνίδια απόρησα διά τήν τόλμην των. Λέγω λοιπόν του καφφετζή «αυτό σέ είπα να κάμης ή το έκαμες διά γινάτι μου;». Άρχισαν οι στρατιώτες να μας περιπαίζουν και να μας υβρίζουν.

Ίδού τι επροξένησε η απείθεια του αυτού καφφετζή και αν ήθελον δώσω ακρόασιν εις τά λόγια των στρατιωτών ήθελε γίνει μεγάλον κακόν.

Παρακαλώ λοιπόν να παιδευθή προς σωφρονισμόν του και προς παράδειγμα των άλλων και με το σέβας υποφαίνομαι.

 Ναύπλιον τη 25 Μαΐου 1825

Ο Υπαστυνόμος

Σ. Μεταξάς Λευκάδιος

 (ΓΑΚ, Υπουργείο Αστυνομίας, φάκελος 24)

 

Οι συμπλοκές, οι τραυματισμοί, οι κλοπές και οι διαρρήξεις ήσαν στην ημερήσια διάταξη, χωρίς να λείπουν και τα εγκλήματα κατά των ηθών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο έλεγχος της αγοράς ήταν χωρίς άλλο αναγκαίος, αν και σοβαρά κρούσματα αισχροκέρδειας δε φαίνεται να σημειώθηκαν. Τέλος ένα σημαντικό πρόβλημα τάξης, αλλά και υγιεινής, προήρχετο από τη συγκέντρωση Οθωμανών και Αράβων αιχμαλώτων, ενώ προς το φθινόπωρο του 1825 άρχισαν να εμφανίζονται περιπτώσεις πυρκαγιών.

Τα σοβαρά αυτά προβλήματα εκαλείτο να αντιμετωπίσει μια ακέφαλη κυβέρνηση, αφού ο Πρόεδρός της, παρά της αγωνιώδεις εκκλήσεις, παρέμενε στην Ύδρα. Την έλλειψη ορθολογικής και τελεσφόρου οργανωτικής διάρθρωσης επέτειναν οι φιλοδοξίες, οι αντιζηλίες, τα αβυσσαλέα κομματικά πάθη και οι έριδες των μελών της, κυρίως των Ι. Κωλέτη και Α. Μαυροκορδάτου, ενώ την ίδια στιγμή ο Γάλλος στρατηγός Roche, διανέμων ωρολόγια και πιστόλια, προπαγάνδιζε τη γαλλική προστασία και την υποψηφιότητα του Δούκα του Nemours για τον ελληνικό θρόνο [3]. Την τελευταία στιγμή μικρή καταστατική παρέκκλιση του Βουλευτικού επέτρεψε την ανάπτυξη κάποιων πρωτοβουλιών, αν και στην περίπτωση αυτή, αντί οι ευθύνες να ανατεθούν σε συγκεκριμένα άξια πρόσωπα, ανετέθησαν για λόγους κομματικών ισορροπιών στο πλέον απρόσφορο σχήμα, σε επιτροπές.

Η πλέον επιτυχής επιλογή υπήρξε η ανάθεση της ασφάλειας της πόλης και του φρουρίου στον ένα από τους Υπουργούς Πολέμου, τον Αντρέα Μεταξά, ο οποίος τις μέρες εκείνες περιεβλήθη σχεδόν με δικτατορικές εξουσίες.

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Στο χώρο που μας ενδιαφέρει, της τάξης και ασφάλειας της πόλης, Υπουργός Αστυνομίας ήταν ο Δημήτριος Δεσύλλας, ο οποίος παρέλαβε  το Υπουργείο στις αρχές Μαρτίου 1825 από το Γρηγόριο Δίκαιο, και Γενικός Αστυνόμος ο Κυριάκος Μώραλης  με δύο Υπαστυνόμους, οι οποίοι εκτός τα άλλα καθήκοντα είχαν επιφορτισθεί με τη διευθέτηση των καλυμμάτων και την εποπτεία της φυλακής. Η Εκτελεστική δύναμη της Γενικής Αστυνομίας, δέκα περίπου στρατιώτες υπό ένα Δέκαρχο, ήσαν ανεπαρκής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Τα προβλήματα αυτά της Αστυνομίας καθιστούσε οξύτερα η επί μήνες αδυναμία καταβολής των μισθών του προσωπικού της. Στο χώρο αρμοδιότητας όμως της Αστυνομίας επενέβαιναν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ο Φρούραρχος, ο Πολιτάρχης με τους στρατιώτες του (ένα είδος Χωροφυλακής), ο Λιμενάρχης – Υγειονόμος και οι Πυλωροί. Οι παρεμβάσεις και η σύγχυση αρμοδιοτήτων ήταν φαινόμενα καθημερινά και αιτίες προστριβών. Συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις του Γενικού Αστυνόμου υπό ημερομηνία 27 Μαΐου 1825 προς το Υπουργείο της Αστυνομίας δεν υιοθετήθηκαν με αποτέλεσμα η σύγχυση να επιτείνεται.

Κατά την ανάληψη της γενικής ευθύνης της ασφάλειας της πόλης και του φρουρίου από τον Ανδρέα Μεταξά τοποθετήθηκε ως «συμπράκτωρ» του Γενικού Αστυνόμου ο Νικόλαος Γερακάρης, ενώ ως Αστυνομικός Επιστάτης στο προάστιο του Αιγιαλού ο επί φρουραρχίας Πάνου Κολοκοτρώνη Αστυνόμος Ναυπλίου Γεώργιος Κοτζάκης. Το σχήμα βέβαια αυτό δεν λειτούργησε αρμονικά, όπως φαίνεται από μεταγενέστερες επισημάνσεις του Υπουργού της Αστυνομίας. Ευτυχώς όμως προς το τρίτο 10ήμερο του Ιουνίου τα πράγματα επανήλθαν στην προηγούμενη οργανωτική τους διάρθρωση. Επίσης προβλήματα δυσλειτουργίας δημιούργησε η διοικητική υπαγωγή των πυλωρών απευθείας στο Υπουργείο Αστυνομίας, καθώς και η έλλειψη συνεργασίας τους με τη στρατιωτική φρουρά των πυλών της Ξηράς και της Θάλασσας. Τέλος έλλειψη συνεργασίας υπήρχε και μεταξύ των ιδίων των αστυνομικών υπαλλήλων και κυρίως μεταξύ του Γενικού Αστυνόμου και του Υπαστυνόμου – καταλυματία.

  

 Περίοδος Γ’   Άριθ. 1305

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Υπουργείον της Αστυνομίας

Της της Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα

Κάποιος αξιωματικός των πεζικών τακτικών, επειδή ο φύλαξ των πυλών δεν άφινε, ώς διετάχθη, γυναίκας τινάς να εισέλθωσι, αυτός ο αξιωματικός εναντίον των Σεβ. Διαταγών της Διοικήσεως και των  καθηκόντων του έμβασεν αυτάς με βίαν. Τοιούτον παράδειγμα μάλιστα  είς τοιαύτας περιστάσεις πρέπει εξάπαντος να λάβη αναπόφευκτον της ποινήν  προς επιδιόρθωσιν δία να συσταλούν του λοιπού οί τοιούτοι κακοήθεις και περί τούτου το Υπουργείον είναι γνώμης  ο μέν αυθαδιάσας αξιωματικός τακτικός να εμποδισθή διά τινας ημέρας είς την οικίαν του, αί της γυναίκες αμέσως να αποβληθώσι του φρουρίου, επειδή αν παραβλέψωμεν τα πρώτα ως μικρά, τα δεύτερα, τα τρίτα θέλουν καταντήσει μέγιστα και ή, την οποίαν η Σεβαστή Διοίκησις επιθυμεί να εισάξη, ευταξία θέλει καταντήση είς μεγίστην αταξίαν  με την παραμικράν παράβλεψιν.

Καθυποβάλλεται δε υπό την απόφασιν της Εκτελεστικού Σώματος διά να διαταχθώσι τα δέοντα.

Της 12 Ιουνίου 1825 έν Ναυπλίω

Ο Υπουργός της Αστυνομίας

Δημήτριος Δεσύλλας

                     Ο Γενικός Γραμματεύς

                        Στ. Α. Βαλιάνος(;) 

(ΓΑΚ, Εκτελεστικό, φάκελος 96)

 

Ειδικότερα τα προβλήματα ασφάλειας (κατασκοπεία, ενδεχόμενο προδοσίας, υπονόμευση καταστατικής τάξης) αντιμετωπίσθηκαν κατά κύριο λόγο με τον έλεγχο των εισερχομένων  και εξερχομένων, ο οποίος συνίστατο αφενός στη διενέργεια προφορικής (και σε περίπτωση υπονοιών έγγραφης) εξέτασης και αφετέρου στον έλεγχο των επιστολών. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ο έλεγχος των επιστολών οδήγησε σε συλλήψεις ή και σε επεισόδια. Ανάμεσα σε εκείνους που υπέστησαν τη διαδικασία αυτή υπήρξε και ο Υπουργός του Δικαίου Ι. Θεοτόκης[4], ο οποίος συνελήφθη και εφυλακίσθη στο επιθαλάσσιο φρούριο με την κατηγορία  της υπονόμευσης  του έθνους (συμμετοχή στη γαλλική φατρία).

Την ίδια περίοδο κατηγορίες εναντίον εμπόρων της πόλης (Γ. Ορφανίδη, κ.α) ως κατασκόπων του Μεχμέτ Άλη οδήγησαν σε νέες συλλήψεις και έρευνες στο Ναύπλιο και τη Σύρο, αν και οι τελευταίες δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα [5]. Επίσης τόσο η Γενική Αστυνομία όσο και οι πυλωροί προέβαιναν στη συγκέντρωση και τον έλεγχο πληροφοριών – στρατιωτικών αλλά και οικονομικών – αναγκαίων για την επιβίωση του έθνους. Ο έλεγχος αυτός ήταν απόλυτα αναγκαίος αφού το επιτελείο του Ιμπραήμ κατεγίνετο συστηματικά στη διασπορά κατασκευασμένων ειδήσεων. Τέλος έπρεπε να εξετάζονται καθημερινές κατηγορίες για κινήσεις Τούρκων κατασκόπων αλλά και δραστηριότητες τουρκολατρών.

Στον τομέα της τάξης το σημαντικότερο πρόβλημα υπήρξε η συγκέντρωση των ατάκτων και των προσφύγων στη πόλη, στο προάστιο του Αιγιαλού και έξω από την πύλη της Ξηράς.

Ήδη από τις αρχές του Μαΐου το Εκτελεστικό μετά από πρόταση του Υπουργείου της Αστυνομίας ενέκρινε την απομάκρυνση των «ανωφελώς παραμενόντων» στρατιωτικών στην πόλη και των εξαναγκασμό τους σε εκστρατεία, χωρίς όμως απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσμα. Ο συνωστισμός κορυφώθηκε τις ημέρες παραμονής του Ιμπραήμ στην Αργολίδα και ήταν τέτοιος, ώστε απεδόθησαν σ’ αυτόν έως και εκπυρσοκροτήσεις όπλων.

Οι προσπάθειες εκκένωσης, οι οποίες αρχικά εστιάσθηκαν μόνο στις ενδεείς οικογένειες, δεν επέτυχαν. Και όχι μόνον αυτό αλλά συνεχίσθηκε η παράνομη είσοδος αμάχων και λιποτακτών ατάκτων. Τελικά οι προσπάθειες αποσυμφόρησης κατευθύνθηκαν σε οικογένειες, οι οποίες δεν είχαν τροφές τουλάχιστον για έξι μήνες, στις οποίες η κυβέρνηση διέθετε πλοία για την αναχώρησή τους και ανά ένα κιλό κριθάρι, αλλά και αυτές οι προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν. Στα μέσα μάλιστα του Ιουλίου το Ναύπλιο κινδύνευε να «βουλίσει από το πλήθος των εισερχομένων» και ο Γενικός Αστυνόμος εντοπίζει  στην πόλη «όλους τους μπερμπάντηδες και σουρτούκηδες του Άργους και της Τριπολιτσάς».

Τέλος σε αναφορές του Υπαστυνόμου – καταλυματία στις 5 και 22 Αυγούστου περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα η κατάσταση και αποδίδονται ευθέως ευθύνες για τον πρωτοφανή συνωστισμό στις παρεμβάσεις πολιτικών και διοικητικών παραγόντων. 

 

Προς το έξοχον Υπουργείον της Αστυνομίας

Αναγκάζομαι να αναφερθώ καί να ιδοποιήσω το έξοχον τούτο Υπουργείον την πολυάριθμον ψυχάς είς όλα τα εθνικά οσπήτια ώστε όπου κατ’ ουδένα τρόπον δεν ημπορώ να οικονομήσω τινά αλλ’ ούτε καμμία διαταγή ημπορώ να ενεργήσω.

Αγκαλά και να ευρίσκωνται είς το παραμικρόν οσπήτιον τουλάχιστον 20 και 30 ψυχαί, μ’ όλον τούτο ήθελα προσπαθώ με πολύν μου κόπον να κάμνω κάθε οικονομίαν, δηλαδή όθεν δεν είναι σημαντικά υποκείμενα, και υποκείμενον όπου δεν… ζούν κανέν υπούργημα να ημπορώ να τους ευγάζω και τότε βέβαια ήθελε οικονομήσω τόσον σημαντικά και άξια υποκείμενα ήθελε βιάζονται αύται αί φαμίλιαι ν’ αναχωρούν από ένδον του φρουρίου.

Αλλά τι να κάνω, πώς να ενεργήσω τάς διαταγάς, πώς να οικονομήσω τους υπαλλήλους Υπουργού της Διοικήσεως; Διατάττομαι να αδειάσω πότε ολόκληρον, όπου κάθονται μέσα 150 και 200 ψυχαίς έν ταυτώ και δύω τρείς παραστάτες, πρώτον που θα μετοικήσουν οι παραστάται και δεύτερον τι θα γίνουν αύται αί ταλαίπωροι και δυστυχισμέναι φαμίλιαι; μέλλει να μείνουν είς τον δρόμον και να αποθάνουν χωρίς άλλο; Διατάττομαι κάθε στιγμήν να εύρω κονάκι διά βουλευτάς, διά Υπουργούς, διά γραμματικούς, διά καπιταναίους, διά στρατιώτες, διά τον πολιτάρχην, τους αξιωματικούς τακτικού, διά γραμματοκομιστάς, διά τους παππάδες, διά τους αιχμαλώτους, διά τον Δερβίσι Εφέντη, διά φαμιλίας υπερασπιζομένας από βουλευτάς και εκτελεστάς, αλλά πού είναι αυτά τα σπίτια; Μέσα είς το φρούριον δεν τα βλέπω.

Η αρίθμησις των οσπιτίων είναι 338 πόρτες, όπου μ’ όλον ημπορεί να είναι 200 οσπίτια. Πόσα λοιπόν βαστά η Διοίκησης με τους υπαλλήλους υπουργούς της, πόσα επουλήθησαν, πόσα ενοικιάσθησαν με το να έχουν υποκάτω εργαστήρια και πόσα είναι ακατοίκητα, άς συμπεράνη το έξοχον Υπουργείον, τι απέγινε κανένα χάλασμα, κανένα χαμάμι, όπου όλα αυτά δεν είναι ούτε 50  παρατηρήσατε όπου ευρίσκονται εδώ μέσα υπέρ τάς 20 χιλιάδες ψυχάς που κάθονται και που πλαγιάζουν, κάθε ψυχή ανθρώπινη θέλει απορήσει, εγώ ο ίδιος όπου καθημερινώς περιφέρομαι είς όλα τα οσπίτια, θαυμάζω πώς υποφέρνουν 30 και 40 ψυχαί μέσα είς ένα ονδά, τα κατώγια γιομάτα, οι σάλες γιομάτες ώστε όπου και επάνω είς κεραμίδια μερικών οσπητίων κοιμούνται.

Το έξοχον Υπουργείον άς σκεφθή καλώς την ταπεινήν μου και παρακαλώ του λοιπού να μην με διατάττει να βάζω ταίς ταλαίπωρες ψυχαίς, διότι η ψυχή μου και το συνειδόν μου δεν το βαστά. Μά πάλιν, αγαπάτε, άς μου δοθούν 10 στρατιώται και άς μου δοθή η πληρεξουσιότης και υπόσχομαι είς 10 ημέρας να αδειάσω όλα τα εθνικά οσπήτια, όμως να μην ήθελε υπερασπισθή καμία από αυτάς τάς φαμιλίας από βουλευτάς, εκτελεστάς και Υπουργούς, ως είναι γνωστά της εξοχότητος έν ταυτώ υποφαίνομαι με όλον το βαθύτατον σέβας.

 Ναύπλιον τη 5 Αυγούστου 1825

Ο Υπαστυνόμος και Γ. Καταλυματίας

Σπυρίδων Μεταξάς Λευκάδιος

(ΓΑΚ, Υπουργείο Αστυνομίας, φάκελος 31)

 

Αναμφίβολα καταβάλλονται σύντονες προσπάθειες για τον έλεγχο των εισερχομένων και εξερχομένων από τις δύο πύλες της πόλης, όμως αυτές προσκρούουν στην αδυναμία συνεργασίας των πυλωρών του Υπουργείου της Αστυνομίας με την στρατιωτική φρουρά και στις παρεμβάσεις των στρατιωτικών και πολιτικών. Οι σχετικές αναφορές του πυλωρού Δ. Χοϊδά είναι αρκούντως αποκαλυπτικές. Παράλληλα διατάχθηκε ο Υπαστυνόμος των Μύλων να απαγορεύει το διάπλου προς Ναύπλιο χωρίς κυβερνητική άδεια.

Κύρια πηγή αταξιών αποτελούν οι συγκεντρωμένοι  άτακτοι και κυρίως οι Ρουμελιώτες και οι Κρανιδιώτες, στην έπαρση τον οποίων συμβάλλει η προστασία των Κωλέτη και Κουντουριώτη αντίστοιχα. Οι καθημερινές προκλήσεις των κατά των τακτικών αλλά και των άλλων πολιτών καταλήγουν σε συμπλοκές, τραυματισμούς, κ.ά. Εστία αυτών των ταραχών είναι το προάστιο του Αιγιαλού, όπου συγκεντρώνονται  ναυτικοί  και μεταπράτες  από όλη την Ελλάδα. Δε λείπουν βέβαια και οι αρπαγές, οι διαρρήξεις, οι κλοπές, κ.ά. εγκληματικές πράξεις, ενώ η έλλειψη συνεχούς αστυνομικής παρουσίας επιδεινώνει τα πράγματα.

Άλλη πηγή για την τάξη στην πόλη αλλά και στον Αιγιαλό είναι τα καφενεία και τα διάφορα εργαστήρια. Στις 19 Ιουνίου, η Γενική Αστυνομία αναφέρει ότι «…εμπόδισε όλα τα είδη των πνευματικών ποτών από το να πουλούνται εκτός του οίνου. Ωσαύτως και κάθε είδος παιγνιδίων και όσα άλλα γλυκαντικά, καθώς και όλα τα βουτυροζυμωτά, ως βλαπτικά είς την υγείαν».

Δύο μέρες αργότερα θα διατάξει την απομάκρυνση όλων των ποτών από τον Αιγιαλό «… διά να μη μεθύουν οι στρατιώται και κάμνουσι καταχρήσεις…». Η χαρτοπαιξία τέλος είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα, αφού και αυτά τα μπακάλικα μετατράπησαν σε «εργαστήρια των χαρτιών». Σε αναφορά της προς το προϊστάμενό της Υπουργείο η Γενική Αστυνομία ζητά να απαγορευθούν τα χαρτιά «και όσα άλλα παιχνίδια ταραχοποιά διά να μη ευρίσκουν και οι στρατιώται εις ταύτα το καταφύγιον της αμελείας και αδιαφορίας από του χρέους των».

 

Γαλατάς. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Νικηφόρος Λύτρας, 1895.

 

Αν και υπήρξε σχετική απαγόρευση, το πάθος της χαρτοπαιξίας ήταν τέτοιο, ώστε προξενούσε δυσχέρειες και στην εκγύμναση των τακτικών. Από τα καφενεία της πόλης δεν έλειπαν βέβαια και τα μπιλιάρδα, που προσέφεραν ιδιαίτερες συγκινήσεις στους λάτρεις τους. Η συγκέντρωση πλήθους ατάκτων και προσφύγων και η εξ αυτών συσσώρευση ακαθαρσιών σε συνδυασμό με τη στενότητα του χώρου, την έλλειψη αποχετεύσεων και κοινοχρήστων εγκαταστάσεων υγιεινής εγκυμονούν κινδύνους επιδημιών.

Στις 21 Ιουνίου η Γενική Αστυνομία αναφέρει ότι ήδη άρχισαν γαστροχολερικές ασθένειες, ενώ στις 14 Ιουλίου επανέρχεται τονίζοντας ότι άρχισαν με δριμύτητα οι θάνατοι και επισημαίνοντας ότι η πόλη θα γίνει τάφος ιατρών και ιατρευομένων. Την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση υγιεινής επέτεινε και η έλλειψη ύδατος, αφού όλο το νερό του υδραγωγείου της Άρειας διοχετευόταν στις δύο στέρνες. Μόλις στις αρχές του Ιουλίου θα αφεθεί κάποια ποσότητα για τις βρύσες. Έτσι υπό την απειλή της δίψας συχνά τα συγκεντρωμένα πλήθη σπάζουν τους σωλήνες των υδραγωγείων της Άρειας και της Γλυκιάς, απειλώντας μάλιστα και τη διατεταγμένη για τη φρούρησή τους δύναμη. Τέλος την οζώδη αυτή κατάσταση ολοκληρώνουν οι συγκεντρωμένη στην αυλή του Αγίου Γεωργίου Άραβες αιχμάλωτοι, οι ψείρες των οποίων, σύμφωνα με αναφορά των Επιτρόπων, κινδυνεύουν να ανέβουν στους τοίχους του ναού!

Οι Άραβες μα και οι άλλοι Οθωμανοί αιχμάλωτοι συνιστούν ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα, γιατί περιφέρονται ελεύθεροι και ο κίνδυνος απόδρασης και μετάβασής τους στο εχθρικό στρατόπεδο είναι άμεσος. Εκτός όμως αυτού αποτελούν στόχο αντεκδικήσεων σε περιπτώσεις εθνικών ατυχιών, κίνδυνο μετάδοσης ασθενειών, μιας και πολλοί είναι άρρωστοι αλλά και αντικείμενα καταχρήσεων, αφού οι διεταταγμένοι για την καθαριότητα της πόλης αιχμάλωτοι διατίθενται τελικά σε προσωπικές υπηρεσίες των ισχυρών. Παρά τις συνεχείς παραστάσεις δεν ευοδώθηκαν οι προσπάθειες της Αστυνομίας για εξεύρεση χώρου περιορισμού τους. Εξασφαλίσθηκε όμως η στοιχειώδης σίτιση και ένδυσή τους.

Σε μια τέτοια περίπτωση συνωστισμού δεν ήταν δυνατόν να λείψουν και τα εγκλήματα κατά των ηθών, τα οποία εξαιτίας της φύσης τους, όπως εξάλλου και σήμερα, σπάνια αναφέρονταν και καταγράφονταν. Παρά ταύτα όμως εντοπίζουμε καταγγελίες βιασμού νέας από την Κρήτη, απόπειρα αρσενοκοίτη για την ικανοποίηση του πάθους του, καθώς και καταγγελίες για ανήθικες επιθέσεις ατάκτων Ρουμελιωτών κατά προσφύγων από την Τριπολιτσά.

Τα κάποια κρούσματα κερδοσκοπίας, κυρίως στο ψωμί, είτε με την απαίτηση τιμών υψηλότερων από τη διατίμηση είτε με την ελλιπή ζύγιση, που αναφέρονται είναι μεμονωμένα και πάντως ελάχιστα σε σχέση με τις περιστάσεις των ημερών εκείνων. Μόλις στα μέσα του Αυγούστου θα διορισθεί αγορανόμος, πλην όμως δε θα λείψουν τα εύλογα, όπως φαίνεται παράπονα, των εμπόρων για καταχρήσεις της αστυνομίας. Τέλος στα προβλήματα τάξης θα πρέπει να προστεθούν και ορισμένες περιπτώσεις πυρκαγιών, για την αντιμετώπιση των οποίων θα γίνει τελικά προμήθεια των αναγκαίων εργαλείων (κουβάδων, πελέκεων κ.λ.π.)

Συνεκτιμώντας την κρισιμότητα των περιστάσεων, την οργανωτική ανεπάρκεια των εκτελεστικών αρχών και τις ιδιάζουσες συνθήκες της πόλης τις μέρες εκείνες, μπορούμε να πούμε χωρίς καμία επιφύλαξη πως τα προβλήματα τάξης και ασφάλειας που αντιμετώπισε το Ναύπλιο, όπως αυτά προκύπτουν από την έρευνα του αρχειακού υλικού, υπήρξαν αναμφίβολα σοβαρά αλλά όχι ανυπέρβλητα και αυτό θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συγκεντρωμένων είχε βαθιά συναίσθηση του επικρεμάμενου κινδύνου.  

 Κώστας Δανούσης

 Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τόμος ΙΙΙ, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1998.

 * Το άρθρο αποτελεί ανακοίνωση στο Ε’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών  (Άργος, Σεπτέμβριος 1995).

  

Υποσημειώσεις


 [1] Ελευθερίου Γ. Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά εις την Αργολίδα, Αθήναι 1950 (όπου και πλήρης βιβλιογραφία).

 [2] Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή-σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά. Εκδόσεις Α. Καραβία, σ. 207.

 [3] Ν. Βλάχου, Η γένεσις του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού κόμματος εν Ελλάδι, Αθήναι 1939, σ. 6.

[4] Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ’, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 91 επ.

[5] Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 132.

Επίδαυρος – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στην Επίδαυρο.

 

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

[…] Καθώς απομακρυνόμαστε από το Ναύπλιο, μπαίνουμε σε μια ομοιόμορφη σ’ όλη την έκταση της πεδιάδα, καλλιεργημένη κατά διαστήματα, μέχρι το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου, που το αφήνουμε αριστερά μας πάνω σ’ ένα ύψωμα, ενώ προς τα πίσω και δεξιά μας ξετυλίγεται ένας πορτοκαλεώνας. Στα πε­ρίχωρα του Κατσιγκριού σημειώνουμε τα χωριά Άρεια και Μερζέ, καθώς και το βράχο του Τζαφέραγα.

Ένας γειτονικός ελληνοπρεπής πύργος είναι προφανώς ένα από τα κάστρα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, που προορισμός τους ήταν η φύ­λαξη των διαβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το κάστρο έκλεινε τη διάβαση μεταξύ Αργολίδας και Επιδαυρίας, ακριβώς στο σημείο όπου το όρος Αραχναίον χωρίζεται από τα προεκτεινόμενα προς τα νοτιοανατολικά Κοκκύγεια όρη. Σ’ αυτή την περιφέρεια ανήκουν και τα χωριά Κινόπαρτι και Μπαρμπέρι, ενώ κάπου εδώ κοντά εντοπίζεται και η Μιδέα. Αφού διαβούμε κάμποσα ποταμάκια, το ρεύμα των οποίων αναγρά­φεται μόνο στους πολύ λεπτομερείς χάρτες, φτάνουμε στο Λυγουριό, μια κωμόπολη απέχουσα πέντε ώρες και σαράντα οχτώ λεπτά από το Ναύπλιο.

Η Λυς ή Λήσσα, στο χώρο της οποίας ορθώνεται σήμερα το Λυγουριό, εντοπιζόταν, απ’ ό,τι μας λέει ο Παυσανίας, πά­νω στην οροθετική γραμμή που χώριζε το κράτος του Άργους από το κράτος της Επιδαύρου. Εδώ υπήρχε κι ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά καθώς και ξύλινο ομοίωμα της θεάς, το οποίο δεν διέφερε καθόλου από εκείνο που έβλεπε τότε κανείς πάνω στην ακρόπολη της Λαρίσσης. Τόσο η θεότητα όσο κι ο ναός της έχουν σήμερα εκλείψει.

Διερχόμενος απ’ αυτό το χωριό το 1817, ο κ. Αμβρόσιος Φιρμίνος Διδότος καταγοητεύτηκε από την τοποθεσία του πάνω στο Αραχναίον όρος. Αυτό το τμήμα του βουνού, το άλλοτε ονομαζόμενο Σαπυσέλατον, ονο­μασία που πήρε όταν βασίλευε ο Ίναχος, ήταν γνωστό χάρη στους βωμούς του Δία και της Ήρας, όπου οι χωρικοί πρό­σφεραν θυσίες ικετεύοντας τους θεούς να τους στείλουν βροχές.

«Πολλοί Μοραΐτες», λέει ο περιηγητής μας, «έρχονταν να μας επισκεφτούν στη χωριάτικη καλύβα όπου είχαμε καταλύ­σει. Η απλή και κομψή φορεσιά τους έμοιαζε μ’ εκείνη των αρχαίων κατοίκων αυτής της περιοχής: ο χιτώνας, τα πέδιλα, αλλά όχι και το εσώβρακο, που το φορούν οι Έλληνες για λόγους κοσμιότητας, επειδή το αμπέχονο δεν καλύπτει παρά μόνο τους μηρούς τους». Παρατήρησε, ότι σε μια γωνιά του δωματίου κοιμόταν ένα μωρό μέσα σε μια σκαφοειδή κούνια από κορμό κυπαρισσιού, κρεμασμένη από ένα καρφί στον τοίχο. «Οι γυναίκες», συνεχίζει ο περιηγητής, «φασκιώνουν τα μωρά τους μέσα σ’ ένα κομμάτι από τραχύ ύφασμα, και τα δένουν γύρω γύρω σφιχτά μ’ ένα κορδόνι».

Στις περιπλανήσεις του μέσα στο χωρισμένο σε δυο συνοικίες χωριό, επισήμανε ένα μικρό υπαίθριο σχολείο, καθόσον κάτω από τον ωραίο ελληνι­κό ουρανό, όλοι οι χώροι άθλησης και συναθροίσεων, πλην των εκκλησιών, βρίσκονται πάντοτε κάτω από τη σκιά ενός δένδρου ή σ’ έναν αερικό χώρο. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής διάβαζε μεγαλοφώνως μια φράση, την οποία επαναλάμ­βαναν οι συμμαθητές του σαν ψαλμωδία σε διαφορετικούς τό­νους, κι αυτό έδινε τη δυνατότητα στο δάσκαλο, όταν έρχο­νταν αδιάβαστοι, να τους διορθώνει έναν έναν ξεχωριστά». Απ’ αυτή την πλευρά, η θέα των βουνών είναι μεγαλοπρεπής και μαγευτική, το έδαφος είναι εγκατεσπαρμένο με ερείπια, και ο κ. Διδότος αποτύπωσε μια επιγραφή από μια στρογγυλή πέτρα, πάνω στην οποία το μάτι του έπεσε τυχαία. Είναι ενδεχό­μενο να ανήκε στη Θόλο, που τη μνημονεύει και ο Παυσανίας.

Συνεχίζοντας την κατάβαση προς το ιερό άλσος του Ασκληπιού, το και σήμερα ακόμη αποκαλούμενο Ιερό, διασχίζουμε τους συνοικισμούς Περί και Κορόνι. Αυτός ο τελευταίος ανακαλεί στη μνήμη μας το όνομα της μητέρας του θεού που λατρευόταν εδώ κατά την αρχαιότητα. Ο Παυσανίας πληροφορεί τον ταξιδιώτη ότι υπήρχε κάπου εδώ κι ένας ναός. Κρίνοντας από τον αριθμό των οχυρών τα οποία υψώνονται σ’ όλες τις διαβάσεις, αρχίζοντας από το φρούριο του Ναυπλίου, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι η περιοχή αυτή είχε ανάγκη εντατικής επαγρύπνησης, ώστε να προστατεύεται η προς την Αργολίδα πλευρά της. Αμέσως μόλις βγούμε από το Κορόνι μπαίνουμε σ’ ένα φαράγγι, φρουρούμενο από δυο πύργους, και σε μικρή απόσταση από εκεί πατάμε πάνω στα θεμέλια ενός τείχους, το οποίο τη χώριζε από μια άλλη πεδιάδα, τριγωνικού σχήματος και με πλήθος συσσωρευμένων ερειπίων. Δεν συναντάμε, επί δέκα και πλέον λεπτά, τίποτε άλλο παρά χαλάσματα, ενώ λίγη ώρα μετά βλέπουμε έναν ερειπωμένο περίστυλο ναό, απ’ όπου φτάνουμε σ’ έναν περίβολο, γνωστό με την ονομασία Ιερό.

Ο ναός του Ασκληπιού καταλάμβανε μια έκταση εξισούμενη με την επιφάνεια μιας ολόκληρης πόλης: ας σταθεί λίγο ο οδοιπόρος στο χώρο του απέραντου και θαυμαστού αυτού θε­ραπευτηρίου, όπου πρόστρεχαν από κάθε σημείο της χώρας οι άρρωστοι για ν’ ανακτήσουν την υγεία τους και να καθυστερή­σουν λίγο την για όλους αναπόφευκτη μοιραία στιγμή.

Άραγε πόσοι και πόσοι θησαυροί της αρχαιότητας δεν παραμένουν α­κόμη κρυμμένοι κάτω απ’ αυτή τη γη, ανάμεσα στα λουτρά, τους ναούς, τα αμφιθέατρα, τα θέατρα κι ανάμεσα σε πληθώρα τάφων που σίγουρα θ’ ανευρίσκονταν αν κατάφερνε η Ελλάδα ν’ απελευθερωθεί από τον ατιμωτικό τουρκικό ζυγό;

Τον οπτικό ορίζοντα του ιερού άλσους κλείνουν οι αρμο­νικές οροσειρές του Αραχναίου, του Τιτθίου και του Κυνορτίου με τις απογυμνωμένες κορυφές τους και με τις πλαγιές τους, τις κατάφυτες από σχίνους, μυρτιές, κέδρους και από δελφικές δάφνες που μ’ αυτές πλέκονταν τα στεφάνια των ιε­ρέων της Επιδαύρου.

Εδώ, στο Ιερό, οι Ασκληπιάδες διδά­σκονταν τη θεία τέχνη του Ιπποκράτη, του μεγάλου άνδρα ό­λων των αιώνων, που η ορθότητα των Αφορισμών του επι­σφραγίστηκε από το χρόνο. Έπρεπε να εκφραστεί με κανόνες, κι αυτοί οι κανόνες έγιναν χρησμοί: καθότι η τέχνη διαρκεί αι­ώνια, ενώ η ζωή είναι εφήμερη, και τα λόγια, όπως κι η φήμη του άρχοντα της ιατρικής θα παραμείνουν αθάνατα.

Θα λέγαμε ότι, σε γενικές γραμμές, όλοι οι ναοί του Ασκληπιού στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, κτίστηκαν πάνω σ’ ένα πανομοιότυπο σχέδιο, το οποίο μιμήθηκε κατά καλή τύχη κι ο διάσημος αρχιτέκτων μας, ο Gondoin, όταν έ­κτισε την Ιατρική Σχολή των Παρισίων.

Τοποθετούσαν το άγαλμα του θεού πάνω στο άνοιγμα ενός πηγαδιού, οι αναθυ­μιάσεις του οποίου επενεργούσαν πάνω σ’ αυτό, όπως επενερ­γούσε και το λάδι που έκαιγε στη βάση του αγάλματος της Αθηνάς στην Αθήνα, και διατηρούσε τη στιλπνότητα του ελε­φαντοστού, του περιεχομένου μέσα στη σύνθεση του αγάλμα­τος. Το άγαλμα του Ασκληπιού ήταν έργο του Θρασυμήδη, γιου του Αρίγνωτου από την Πάρο.

Μερικά σπίτια ήταν κτισμένα γύρω απ’ αυτό το ναό για τη φιλοξενία όσων έρχονταν ν’ αποθέσουν στον Ασκληπιό τις προσφορές τους, ενώ υπήρχε κι ένα κυκλικό οικοδόμημα από λευκό μάρμαρο, εμπλουτισμένο με ζωγραφικές του Παυσία.

Μέσα στο ναό, ή ίσως εννοούσε ο συγγραφέας μέσα στο ιερό άλσος, το αποκαλούμενο Ιερόν, είχαν ανεγείρει ένα θέατρο το οποίο, όπως και η Θόλος, ήταν έργο του Πολυκλείτου. Η ύπαρξη ενός περιστυλίου για τους περιπάτους ή τους διαλογισμούς, καθώς κι ενός θεάτρου, κα­ταδεικνύουν ότι οι λειτουργοί του θεού της Επιδαύρου γνώρι­ζαν καλά ότι η θεραπεία της ψυχής είναι πολύ συχνά περισσότερο επιτακτική απ’ ό,τι η θεραπεία του σώματος. Ίσως και ν’ ασχολήθηκαν λίγο με τις περιπτώσεις κατάθλιψης και υποχον­δρίας, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν επέτρεψαν ποτέ την αναπαράσταση του αριστοφανικού Πλούτου, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται τόσο οι ιερείς του Ασκληπιού, όσο κι εκείνα τα κολλύρια τους, που μετέβαλλαν σε αόμματους όσους έβλεπαν καλά, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται οι εμπειρι­κές συνταγές τους, αλλά κι ο ίδιος ο θεός, που η καυστική σά­τιρα του Αριστοφάνη τον είχε γελοιοποιήσει στα μάτια των Αθηναίων. Αν και τα πάντα εκφυλίζονται κι εξευτελίζονται υπό το κράτος της δεισιδαιμονίας, είναι πολύ πιθανόν στην Επίδαυρο να μην υπήρχαν μόνο συκοφάντες, αν αληθεύει η πληροφορία ότι από εδώ άντλησε ο Ιπποκράτης όλο το υλικό του για τα έργα που μας άφησε.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Η διάμετρος του θεάτρου, του κτισμένου μέσα στην κοιλό­τητα ενός λόφου ο οποίος δεν ξεπερνά και πολύ το ύψος των τελευταίων κερκίδων είναι είκοσι έξι μέτρα. Υπάρχουν πενή­ντα εννέα βαθμίδες, και σώζονται κι αυτές, όπως και το κοί­λον, σε αρίστη κατάσταση. «Την ώρα που ο νεαρός Ροδίτης συνταξιδιώτης μου», συνεχίζει ο κ. Διδότος, «στεκόταν στο σημείο όπου άλλοτε ήταν η σκηνή, απαγγέλλοντας στίχους του Σοφοκλή, εγώ καθόμουν σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία του θεάτρου, θέλοντας ν’ αποτιμήσω την απόδοση της φωνής του. Αν κι αυτή ήταν μάλλον υπόκωφη, γιατί πιθανόν τα δενδράκια και τα χαμόκλαδα που φύτρωναν ανάμεσα στις κερκίδες να άμβλυναν τον ήχο, δεν μου διέφευγαν μολαταύτα παρά ελάχιστες λέξεις, κι αυτό, μόνο όσες φορές στεκόμουν στο υψηλότε­ρο σημείο του θεάτρου, και μόνο όταν βρισκόμουν από την πλευρά που φυσούσε ο άνεμος.

Θα έπρεπε, από μια τέτοια απόσταση, να φαίνονταν μικροσκοπικοί οι θεατές, και καθώς δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς τα χαρακτηριστικά τους, ούτε να συλλάβει τις εκφράσεις του προσώπου τους που δεν φωτιζόταν, όπως γίνεται στα δικά μας θέατρα, καθίσταται αυτονόητο ότι η για τα δικά μας μέτρα η γελοία χρήση του προσωπείου και του κοθόρνου είχε αποδειχτεί απαραίτητη γι’ αυτούς, έτσι ώστε να δημιουργείται μια εντονότερη εντύπωση πάνω στην υπαίθρια σκηνή».

Από το κέντρο του θεάτρου της Επιδαύρου ατενίζουμε το Αραχναίον όρος, στην κορυφή του οποίου είδε η Κλυταιμνή­στρα τη λάμψη των φρυκτωριών, σημάδι που της ανήγγειλε την καταστροφή της Τροίας. Ο Θεοδόσιος ήταν αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στην Επίδαυρο. Τα ερείπια της μαρτυρούν τη βαρβαρότητά του καθώς κι εκείνη των ανόητων θεολό­γων, τις βουλές των οποίων εκτελούσε.

Όσο κι αν ο περιηγη­τής θρηνεί για την κατάρρευση των μνημείων του ιερού άλ­σους του Ασκληπιού, ας μη νομίσει ότι χάθηκαν τα πάντα. Αν εκείνος επιχειρούσε, και προπάντων αν οι Έλληνες επανακτού­σαν τη θέση τους ανάμεσα στα έθνη, κι αν ανέσκαπταν αυτούς τους θαμνόφυτους λόφους, θα ανακάλυπταν εκεί μέσα μνημεία, έργα ανθρώπων που αντάξιοί τους ουδέποτε θα φανούν οι σύγχρονοι. Άλλοτε, κάτω απ’ αυτά τα υψώματα με τις μυρτιές υπήρχαν οι ναοί της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης και της Θέμι­δος.

Όποιος πιει από το νερό της πηγής εκείνης που κοντά της θα σταθεί για να ξεδιψάσει, ας θυμηθεί ότι πλησιάζει στο στάδιο, όπου οι άρρωστοι μπορούσαν με το τρέξιμο ν’ απαλ­λαγούν από τις εμφράξεις ή ν’ ανακτήσουν την όρεξή τους, όπως ακριβώς γίνεται και με τα ιαματικά νερά, τα οποία οι γιατροί συστήνουν σε πολλές περιπτώσεις στους αρρώστους τους, μην έχοντας να προτείνουν καμιά καλύτερη λύση.

Τα λουτρά του θεού της Επιδαύρου, που τα τίμησαν ως και στο πρόσωπο της συζύγου του, της Ηπιόνης, της οποίας έστησαν και το άγαλμα, εύκολα θα αναγνωρίζονταν, όπως άλλωστε και τα ερείπια του ναού των Επιδωτών θεών, της θεάς Σαλώς, του Αιγυπτίου Απόλλωνα, καθώς και η στοά του Κοτύου, αποκαταστημένη από τον Αντωνίνο, ο οποίος διαδέχτηκε το 138 μ.Χ. το θετό πατέρα του, Αδριανό.

Βγαίνοντας από τον ιερό περίβολο, δεξιά μας, κάτω από ένα δένδρο, βλέπουμε μια όμορφη πηγή και σχεδόν αμέσως μετά περνάμε ένα ρυάκι που έρχεται από δεξιά και ρέει, όπως και άλλα δυο μικρά ποταμάκια, προς την κατεύθυνση του Αργολικού κόλπου. Συναντάμε ορισμένα κτίσματα, ενώ η κοι­λάδα στενεύει διαμορφώνοντας μια κλεισούρα που παλαιότερα φράχτηκε από ένα οχυρωματικό τείχος, τα θεμέλια του οποίου είναι ορατά και σήμερα ακόμη, και μετά από τρία λεπτά περ­νάμε πάνω από τα χαλάσματα ενός δεύτερου τείχους. Στο ση­μείο αυτό, διαβαίνουμε ένα ποταμάκι με δενδροστοιχίες από ροδοδάφνες και ροδιές δεξιά κι αριστερά του, και εισχωρούμε σ’ ένα πλαισιωμένο από βράχους φαράγγι, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται ευωδιαστά πεύκα. Το φαράγγι τερματίζεται στη διασταύρωση ενός μονοπατιού, κι εμείς το ακλουθούμε για να φτάσουμε ως το Λυγουριό.

Φαίνεται ότι η περιοχή γύρω από το άλσος του Ασκληπι­ού είχε οχυρωθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, κι αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είχαν εναποτεθεί αξιόλογοι θησαυροί στη φύ­λαξη των θεών, κι ότι ίσως χωρίς την οχύρωση αυτή οι άρρωστοι να μην προστατεύονταν από τις επελάσεις των λεηλατητών ή των πειρατών, ανθρώπων που αψηφούσαν τον Δία και τον κεραυνό του. Όταν βρεθούμε στο σημείο όπου αρχίζει ένας καλοκαλλιεργημένος κάμπος, κατάφυτος από λιόδενδρα, ανδράχνες κι από ένα σωρό άλλα δενδρύλλια με τους ανάμει­κτους αρμονικούς χρωματισμούς των φυλλωμάτων τους, δεν απέχουμε πλέον από το Ιερό παρά μισή μόνο λεύγα.

Η πεδιά­δα ξετυλίγεται συνεχώς, κι εμείς ατενίζουμε τη χερσόνησο των Μεθάνων, την Αίγινα και μια πληθώρα από νησάκια που προ­βάλλουν σαν βωμοί εγκατεσπαρμένοι μέσα στο Σαρωνικό κόλ­πο. Αφού αφήσουμε αριστερά μας ένα χωριουδάκι κτισμένο πάνω στο Αραχναίο όρος, περνάμε μπροστά από έναν τύμβο, πιθανόν τον τάφο της Υρνηθούς, συζύγου του Δηϊφόντη, βασι­λιά της Επιδαύρου. Χωρίς η άποψη αυτή να είναι απόλυτα ε­ξακριβωμένη, ενέχει ωστόσο αρκετή αληθοφάνεια, αφού ο Παυ­σανίας αναφέρει ότι είχε στηθεί ένα ηρωικό μνημείο προς τι­μήν του βασιλιά της Επιδαύρου μέσα σ’ έναν ελαιώνα, ειδικά αφιερωμένον σ’ αυτόν. Από εδώ ως την Επίδαυρο είναι μισή λεύγα δρόμος, ενώ η συνολική πορεία από το Ιερό υπολογίζε­ται σε δυο ώρες.

Η Επίδαυρος, αποκαλούμενη αρχικά Επίκαρος, πήρε το ιστορικό όνομα της από έναν ήρωα καταγόμενο από τον Δία.

Ο Στράβων αναφέρει ότι η Επίδαυρος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις ξακουστές πόλεις, «ιδιαίτερα χάρη στην ακτινοβολία του Ασκληπιού, που είχε τη φήμη ότι γιάτρευε πάσα νόσο». Η πόλη ήταν κτισμένη, όχι όπως γράφει ο Στράβων στο μυχό του Σαρωνικού κόλπου, αλλά, όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Gosselin, στη μέση περίπου της δυτικής ακτής αυτού του ίδιου κόλπου. Θα πρέπει να ήταν μια αξιόλογη πολιτεία, αν υποτε­θεί ότι καταλάμβανε μια έκταση δεκαπέντε σταδίων πάνω στην παραλία, πράγμα διόλου απίθανο, αν κρίνουμε από τη σπουδαιότητα που της αποδίδει ο Θουκυδίδης και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Παυσανίας παραθέτει ανάμεσα στα πιο λαμπρά οικοδομήματά της, τους ναούς του Ασκληπιού, της Αφροδίτης και της Ήρας.

Τα μνημεία της κατέρρευσαν, οι λόχμες που σκεπάζουν τα ερείπια αυτής της πόλης κρύβουν ως και τα χαλάσματά της, αλλά το ελάχιστα αλλοιωμένο όνομά της θυμίζει στον οδοιπόρο ότι πατάει στα εδάφη εκείνα που κοσμούνταν και δοξάζονταν κάποτε από τα ερείπια αυτά. Από μερικούς δωρικούς κίονες συμπεραίνουμε ότι αυτοί ανήκαν στο ναό της Ήρας, του οποίου τα θεμέλια και σίγουρα τα γλυ­πτά θα ξαναβρίσκαμε αν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια ανακαλύφτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, προερχόμενα από το ναό του θεού της Επιδαύρου, και θα ήταν ενδιαφέρον να τα ανέσυρε κανείς στην επιφάνεια και να τα μελετούσε, αφού χρησίμευσαν ως πρότυπα στους να­ούς της θεσσαλικής Τρίκκης, της Κω, της μεσσηνιακής Τρίκκης, και σ’ όλους τους ναούς τους αφιερωμένους κατά την αρχαιότητα στον Ασκληπιό, το γιο του Απόλλωνα.

Τόσο τα τείχη της, όσο και τα κατάλοιπά της, και η γρα­φικότητα του λιμανιού της, αλλά και η οχυρή θέση της σ’ ένα περιβαλλόμενο από βουνά κοίλωμα, μέσα στο οποίο εντοπίζε­ται η Επίδαυρος, υποδηλώνουν ότι θα πρέπει η πόλη αυτή να ήταν, ως το Μεσαίωνα, ισχυρή και αρκετά ανθηρή. Η ανάμειξη ελληνικών και ρωμαϊκών ερειπίων μαρτυρεί ότι διήλθαν από εδώ δυο λαοί, κι είναι εύκολος ο διαχωρισμός αυτών των ερει­πίων, όπως εύκολη είναι και η αποτίμηση της αξίας τους, χά­ρη στην ύπαρξη μερικών ελληνικών τάφων, κοσμημένων με ακρωτηριασμένες πλέον μορφές. Η στάση των μορφών αυτών, αλλά και η τεχνοτροπία των καλλιτεχνών μαρτυρούν ότι πρόκειται για μνημεία του χρυσού αιώνα, ενώ αντιθέτως τα έργα των Ρωμαίων είναι χονδροειδή και άτεχνα.

Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι ο Μωάμεθ Β’ είχε εκδηλώσει την επιθυμία ν’ α­ντικρίσει την Επίδαυρο και να την καταλάβει, αν κι αυτή η πόλη ήταν μια από τις πλέον κατεστραμμένες ανάμεσα στις υ­φιστάμενες τότε.

Ο Thévet την περιγράφει με τα ακόλουθα περίπου λόγια: «Διερχόμενοι από εδώ, επισκεφτήκαμε κι αυ­τό τον τόπο, όπου κατοικούν Έλληνες χριστιανοί, φτωχοί μεν αλλά αρκετά καλοσυνάτοι άνθρωποι, συγκρινόμενοι με τους υ­πόλοιπους. Μου έδειξαν το ομοίωμα ενός παιδιού που το θη­λάζει μια γίδα, κι έχει κοντά του για φύλακα ένα σκυλί. Ακτί­νες περιέβαλαν το πρόσωπο του παιδιού, όπως οι ακτίνες του ήλιου: μου είπαν ότι επρόκειτο για μια αναπαράσταση του Ασκληπιού, ο ναός του οποίου βρισκόταν στο γνωστό μέρος». Ένα άθλιο χωριό και μερικές καλύβες είναι όλο κι όλο ό,τι α­πέμεινε από την Επίδαυρο, όπου η ατμόσφαιρα είναι τόσο νο­σηρή, ώστε αρκεί να κοιμηθείς εκεί μια μόνο νύχτα για να προσβληθείς από ελώδη πυρετό. Αντίθετα, το Ιερό, που οι Έλληνες το γράφουν Γερό, δηλαδή υγιεινό, φημίζεται ως η πιο υγιεινή περιοχή της Επιδαυρίας. Είθε ο ξένος που θα προσεγγίσει στο πάντα απάγκιο για τους θαλασσοπόρους λιμάνι της, να έρθει κάποτε να προσκυνήσει το λίκνο του χρυσοπόγωνα Ασκληπιού, αλλά και το λίκνο ενός λαού που επανέκτησε τη θέση του μέσα στον πολιτισμένο κόσμο!

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils, 1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

« Νόσος του Parkinson: Διαγνωστικές και Θεραπευτικές Προκλήσεις »


Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  14  Μαρτίου 2010,  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα ομιλήσει ο εκλεκτός συμπολίτης μας:

 κ.  Αθανάσιος Βλ. Λεονάρδος

Νευρολόγος

Ειδικός Συνεργάτης στις Κινητικές Διαταραχές

Μονάδα Λειτουργικής και Στερεοτακτικής Νευροχειρουργικής

Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:

 « Νόσος του Parkinson:

Διαγνωστικές και Θεραπευτικές Προκλήσεις »

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες. Θα ακολουθήσει συζήτηση.    

Η παρουσία σας αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

  

Λεονάρδος Βλ. Αθανάσιος


O νευρολόγος κ. Αθανάσιος Βλ. Λεονάρδος είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία εισήχθη το 1987 μετά την ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του στο Άργος.

Ειδικεύθηκε στη Νευρολογία στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Αιγινητείου Νοσοκομείου. Μετά την απόκτηση του τίτλου της ειδικότητας της Νευρολογίας το 2004, εξελέγη Επιστημονικός Συνεργάτης της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με κλινικές και εκπαιδευτικές αρμοδιότητες. Τη διετία 2005-2006 μετεκπαιδεύτηκε ως υπότροφος ερευνητής (research fellow) στο Κέντρο για τη Νόσο Parkinson του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης.

Τον Ιανουάριο του 2006, μετά από εισήγηση του Καθηγητή Stanley Fahn, εξελέγη τακτικό μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (ΑΑΝ). Την ίδια χρονιά εξελέγη τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Νευρολογικής  Εταιρείας (ΕNS) και της Παγκόσμιας Εταιρείας Κινητικών Διαταραχών (MDS). Το πρώτο εξάμηνο του 2007 μετεκπαιδεύτηκε στην Υπερηχοτομογραφία του Εγκεφαλικού Παρεγχύματος (TCS) στα Πανεπιστήμια του Rostock και του Tübingen της Γερμανίας. Τον Ιούλιο του 2008 εξελέγη Ειδικός Συνεργάτης στις Κινητικές Διαταραχές της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Θεραπευτήριο Ευαγγελισμός). Από τον Αύγουστο του 2009 συμμετέχει ως εμπειρογνώμων νευρολόγος (consultant neurologist) στο πιλοτικό πρόγραμμα εμφύτευσης οκταπολικών ηλεκτροδίων για την αντιμετώπιση της Δυστονίας.

Είναι συγγραφέας επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξενόγλωσσα ιατρικά περιοδικά καθώς και κεφαλαίων σε ελληνικά και ξενόγλωσσα ιατρικά εγχειρίδια. Έχει συμμετάσχει ως προσκεκλημένος ομιλητής σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Είναι υποψήφιος Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με αντικείμενο τις διαταραχές νόησης και συμπεριφοράς στον Ιδιοπαθή Τρόμο.

Είναι έγγαμος, πατέρας μίας κόρης και ζει στην Αθήνα.