Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ανασκάπτοντας την Ιστορία του Άργους


 

Στην ζεστή και άνετη αίθουσα της ιστορικής οικίας του στρατηγού Γκόρντον, που διασώθηκε και ανακαινίστηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, παρουσιάστηκαν δύο σημαντικά βιβλία από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» του κ. Τάκη Ουλή με την συνεργασία της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού Άργους και την υποστήριξη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010.

Πρόκειται για τα βιβλία «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» του Ιωάννου Κοφινιώτου και το μικρότερο αλλά επίσης σημαντικό «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ» του Βασίλη Δωροβίνη, στου οποίου το δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη  μελέτη για τους λόγιους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που όμως συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Ομιλητές ήσαν οι: κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιολόγος- τέως Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, ο Δρ. Κοινωνιολογίας κ. Γεώργιος Κόνδης και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Βασίλης Δωροβίνης, Δικηγόρος- πολιτικός Επιστήμων και Ιστορικός, ενώ ο κ. Νικόλας Ταρατόρης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι. Κοφινιώτη.

« Οι εμπειρίες και οι γνώσεις του κ. Κριτζά, πολύτιμες και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, διάνθισαν την προσπάθεια της ιστορικής καταγραφής και την μετέφεραν στο επίπεδο της επιτόπιας ερευνητικής ανασκαφής και διάσωσης».

 

Χαράλαμπος Κριτζάς


 

 Παρουσίαση του Βιβλίου Ιω. Κοφινιώτη

Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων Μέχρις ημών

 (Αθήνα 1892 – Άργος 2008)

Άργος, Σάββατο 20 -2 -10, οικία Gordon

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου 116 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Γι’ αυτό, όσοι ασχολούνται με την ιστορία και αρχαιολογία του Άργους, αλλά και γενικότερα οι φιλίστορες αναγνώστες πρέπει να οφείλουν χάριτες στον εκδότη κ. Παναγιώτη Ουλή που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, καθώς και σε όσους τον παρότρυναν και τον ενεθάρρυναν να πραγματώσει το πολυδάπανο αυτό έργο. Η Ιστορία του Κοφινιώτη ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα όταν το 1970, νεαρός Επιμελητής Αρχαιοτήτων, διορίστηκα στη Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Έχοντας σήμερα στα χέρια τη συλλεκτική επανέκδοση το εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια βιβλίου, μπορεί κανείς να επανεκτιμήσει το μέγεθος της προσφοράς του Ιω. Κοφινιώτη.

Συνέγραψε το βιβλίο του με προσωπική έρευνα, σε μια εποχή που δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και δεν υπήρχε καμία ειδική μονογραφία, ελληνική ή ξένη, για το Άργος. Το συνέγραψε παράλληλα με τα κύρια διδακτικά του καθήκοντα και χωρίς απ’ ότι φαίνεται καμίαν άλλη οικονομική ενίσχυση.

Ο Κοφινιώτης έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία το Ελληνικό Κράτος έχοντας πια εδραιώσει την κυριαρχία του, αναζητούσε μέσω των λογίων τις ρίζες της εθνικής του ταυτότητας, με αναδρομές στο ένδοξο παρελθόν. Βοηθούσε σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, που εξακολουθούσε να διατρέχει την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ στην Ελλάδα άρχιζαν οι μεγάλες ανασκαφές και ιδρύονταν η μία μετά την άλλη  οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές.

Σε πανελλήνιο επίπεδο, η μνημειώδης «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε τη βίβλο της εθνικής αυτογνωσίας. Σε τοπικό επίπεδο, δημιουργήθηκε έκτοτε μια ευγενής άμιλλα μεταξύ των λογίων να αναδείξουν  και να προβάλουν τα κλέη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στην Αθήνα τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει ο φλογερός αρχαιοδίφης Κυριάκος Πιττάκης, στη Μακεδονία ο Μαργαρίτης Δημιτσάς, στην Εύβοια ο Παπαβασιλείου, στην Κρήτη οι Χατζηδάκης  και Ξανθουδίδης, για να αναφέρω ελάχιστους από τους πολλούς πνευματικούς εργάτες της ελλαδικής περιφέρειας.

Σ’ αυτή τη χορεία εντάσσεται ο Ιω. Κοφινιώτης για το Άργος με έτερο Διόσκουρο τον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη για τη Ναυπλία. Το έργο και τον δύο ήλθε την κατάλληλη στιγμή. Είχαν έλθει στο φως τα λαμπρά ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που είχαν στρέψει τα έκθαμβα μάτια του πολιτισμένου κόσμου στην Αργολίδα, λίκνο των μύθων που γαλούχησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κοφινιώτης ήταν από τους πρώτους που διενήργησε ανασκαφές στο θέατρο του Άργους και στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Λυκώνη, τις οποίες και περιγράφει. Ο ίδιος μας δίνει και την παλαιότερη περιγραφή των αρχαίων που φυλάσσονταν στο υπόγειο του Δημαρχείου, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του μελλοντικού Μουσείου.

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι αναφορές του για τα αρχαία που βρίσκονταν τότε εντοιχισμένα σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Θα ήταν μεγάλη συνδρομή στην επιστήμη αν κάποιος νέος Αργείος αρχαιολόγος  αναλάμβανε να ταυτίσει αυτά τα σπίτια  (αν βέβαια σώζονται ακόμη, όπως το σπίτι του Τσώκρη) και να τα τοποθετήσει σε ένα τοπογραφικό σχέδιο, αναζητώντας παράλληλα τα αρχαία μέλη.

Θυμάμαι, ότι όταν το 1972, με τις ευλογίες και την επιμονή του τότε Δεσπότη, γκρεμίζονταν ο παλιός Άγιος Δημήτριος, μάζεψα μαζί με τον Νυκτοφύλακα Νίκο Καραβά μέσα από τα μπάζα σε 7 κομμάτια τη σπουδαία αρχαϊκή αναθηματικά επιγραφή στους Διοσκούρους του αθλητή Αισχύλου Θίοπος, καθώς και 2 – 3 άλλες εντοιχισμένες επιγραφές.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο:

Διαβάζοντας κανείς τις 510 σελίδες της Ιστορίας του Άργους, θαυμάζει κατ’ αρχήν τον μόχθο και την επιστημονική ευσυνειδησία του συγγραφέα, ο οποίος κατά κανόνα παραθέτει τις πηγές του, δίνοντας βιβλιογραφία και αυτούσιο το κείμενο του αρχαίου χωρίου, γεγονός που διευκολύνει τον μελετητή. 

Όμως το βιβλίο του δεν αποτελεί μια ιστορία με τη στενή και αυστηρή έννοια του όρου (κάτι που θα έκανε το 1945 με δωρική λιτότητα ο Μάρκελλος Μιτσός).

Ο κύριος κορμός του βιβλίου είναι πράγματι τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως μάχες και επαναστάσεις, από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να παραθέσει ένα τεράστιο πλούτο στοιχείων και πληροφοριών, που καθιστούν το βιβλίο του μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για το Άργος και την Αργολίδα γενικότερα.

Πολλές από τις πληροφορίες για τον τοπικό μικρόκοσμο είναι πραγματικά πολύτιμες και μόνο ένας τοπικός λόγιος θα μπορούσε να τις δώσει. Προτάσσει έναν εκτενέστατο πρόλογο, που αποτελεί στην ουσία συμπύκνωση του περιεχομένου των δύο τόμων που σκόπευε να εκδώσει. Περιγράφεται αδρά η ιστορική διαδρομή του Άργους, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Διαβάζοντας τον πρόλογο, μαντεύει κανείς τι πρωτογενές υλικό θα περιείχε ο δεύτερος τόμος, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει ο συγγραφέας. Πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, ο Κοφινιώτης θεώρησε σκόπιμο  να προσδιορίσει το φυσικό σκηνικό των γεγονότων, με περιγραφή της γεωγραφίας και της υδρογεωλογίας της Αργολίδας.

Οι πληροφορίες του για τον ρου τον ποταμών, πριν γίνουν διευθετήσεις της κοίτης τους, και για τις πηγές του Κεφαλαρίου και της Λέρνης, πριν η αμάθεια και η κερδοσκοπία εξαφανίσουν με επιχώσεις τα ίχνη που έθρεψαν τη μυθολογία του δυτικού κόσμου, είναι μοναδικές.

Εξαιρετικά χρήσιμες είναι και οι αναφορές του στα τοπωνύμια και τα μικροτοπωνύμια της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν έκτοτε αλλάξει. Δίνει ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων, τις φυτείες και τις καλλιέργειες της εποχής του, τότε που στον κάμπο υπήρχαν, εκτός από τα σιτηρά, σταφιδάμπελα και σουλτανίνα, ορυζοκαλλιέργειες και βαμβάκι.

Κάνει αναφορές στην πανίδα και την άγρια χλωρίδα της περιοχής, δίνοντας στοιχεία ακόμα και για τις θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων φυτών. Σημείωσα με νοσταλγία την αναφορά του στα σάρωθρα (δηλαδή τις σκούπες), που παρήγε σε μεγάλες ποσότητες τότε η Αργολίδα και θυμήθηκα το τελευταίο σαρωθροποιείο που πρόλαβα  στην αρχή του δρόμου προς Ναύπλιο. 

Μια άλλη κατηγορία πληροφοριών σχετίζεται με τα λαϊκά έθιμα και θρησκευτικά δρώμενα, με τον καθημερινό βίο των κατοίκων, με τις αρρώστιες και τις επιδημίες, κυρίως την ελονοσία που μάστιζε τον κάμπο.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν οι σχετικοί με το Άργος και την Αργολίδα μύθοι, τους οποίους ο Κοφινιώτης εντάσσει στο ανθρωπογεωγραφικό τους πλαίσιο. Τους θεωρεί σχεδόν πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτό και εκλαμβάνει ως πραγματικές αποικίες του Άργους δεκάδες πόλεις, που επιδιώκοντας να αποκτήσουν ηρωικές ρίζες είχαν συνδέσει  την ίδρυση  τους με μυθικούς ήρωες της Αργολίδας.

Στην ενιαία θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, θεωρεί απόλυτα φυσικό να αναφέρει ως διαδοχικούς οικιστές του τόπου τους Πελασγούς, τους Ίωνες, τους Δρύοπες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς, τους Δωριείς και τελευταίους τους Αλβανούς! Δεν έχει καμία δυσκολία να συνδέσει την Τελέσιλλα με την Μπουμπουλίνα και τον Αννίβα με τον Μπραΐμη!

Τα κυρίως ιστορικά κεφάλαια καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική κυριολεκτικά εξιστόρηση. Τα γεγονότα της ιστορίας εξελίσσονται ως τραγωδία με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας συμπάσχει και συγχαίρει για όσα συνέβησαν. Είναι έκδηλη η λατρεία του  για την ιδιαίτερη πατρίδα και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο της, ώστε ένας ουδέτερος μελετητής θα μπορούσε να του καταμαρτυρήσει κάποιο τοπικισμό.

 Δύο είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους στηρίζεται η διήγησή του:

 Ο ύμνος για τα δημοκρατικά ιδεώδη του Άργους και το μίσος για τη Σπάρτη και την επιθετικότητα της. Η διαρκής αντιπαλότητα μεταξύ των δυο αυτών πόλεων ήταν άλλωστε ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκαν σχεδόν όλα τα ιστορικά γεγονότα.

 Νικητής από τη μακραίωνη διαμάχη θα βγει τελικά το Άργος, που χάρις στη μετριοπαθή δημοκρατία του κατάφερε να είναι η επί μακρότερο χρονικό διάστημα δημοκρατούμενη πόλη του αρχαίου κόσμου, καταφύγιο των κατατρεγμένων και στήριγμα των δημοκρατών άλλων πόλεων. 

Η αίγλη αλλά και η οικονομική ευρωστία του Άργους, που οφείλονταν κυρίως στα έσοδα από την πλούσια πεδιάδα, βρήκε την έκφρασή της  με την κατασκευή λαμπρών οικοδομημάτων και την αφιέρωση σπουδαίων αναθημάτων σε πανελλήνια ιερά.

Δόξα επίσης της πόλης του Δαναού υπήρξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες, που δημιούργησαν περιώνυμη σχολή και κατατάσσονται μεταξύ των σπουδαιότερων δημιουργών παγκοσμίως. Ανάλογη φήμη είχαν και οι Αργείοι μουσικοί και συγγραφείς, κυρίως ιστορικοί και μυθογράφοι.

Στον τομέα του αθλητισμού, το Άργος είχε επίσης να επιδείξει διαχρονικά πλειάδα αθλητών – νικητών σε διάφορα αγωνίσματα, ενώ η μακριά ιππική του παράδοση του είχε εξασφαλίσει πολυάριθμες νίκες στα ιππικά αγωνίσματα. Αλλά και οι ίδιοι οι αγώνες που διοργάνωνε, τα Νέμεα και τα Ηραία είχαν πανελλήνια φήμη και προσέλκυαν αθλητές  από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου.

Όλοι θυμόμαστε τη συγκίνηση που νοιώσαμε όταν στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» , στη Βεργίνα βρέθηκε χάλκινη ενεπίγραφη βάση λέβητα, βραβείο από τους αγώνες της Ήρας. Η βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας, που σεμνυνόταν ότι ήλκε την καταγωγή από τους Ηρακλείδες του ‘Αργους, την είχε φυλάξει ως πολύτιμο κειμήλιο, πριν την καταθέσει ως κτέρισμα στον τάφο του σπουδαίου βασιλιά.

Είχα κι εγώ παρουσιάσει μιαν ενεπίγραφη αργείτικη υδρία, επίσης βραβείο από τα Ηραία, που είχε βρεθεί σε τάφο αθλητή σε μακρινή Σινώπη του Πόντου.  Για όλα αυτά καθώς και για τις γιορτές και λατρείες ο Κοφινιώτης αφιερώνει ειδικά κεφάλαια, που πλαισιώνουν και διανθίζουν την καθ’ αυτό πολιτική ιστορία, δίνοντας ολοκληρωμένη εικόνα για την ένδοξη πόλη.

Είναι άριστος χρήστης της πέννας και κατορθώνει να προσδώσει γλαφυρότητα στην ιστορική διήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η γλώσσα των λογίων του καιρού του, δηλαδή η καθαρεύουσα με αρκετούς αρχαϊσμούς. Θα χρειαστεί να ανοίξει που και που το λεξικό ο σημερινός αναγνώστης για να καταλάβει ότι «οι φιλοπευθείς και φιλόκαινοι  παρθένοι» σημαίνει τις περίεργες και αρεσκόμενες σε νεωτερισμούς κοπέλες, «ο κατακεκηλημένος εκ της ωραιότητος» σημαίνει ο μαγεμένος από την ομορφιά, «ο αμφιλαφής πλάτανος» είναι το μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, κ.λ.π.  Πιστεύω πάντως ότι θα έχανε σε γοητεία το κείμενο, αν άλλαζε η γλώσσα, που αποπνέει το άρωμα του καιρού της.

Ο εκδότης βιβλίου σημειώνει, ότι θέλοντας να δώσει μια συλλεκτική πιστή επανέκδοση, το τύπωσε «όπως ακριβώς κατετέθη στην ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα». Για τον λόγο αυτό δεν θέλησε να προσθέσει ευρετήριο και γλωσσάριο, που θα διευκόλυναν τον σημερινό αναγνώστη.

Ακολούθησε επίσης την αρχική σελίδωση των εικόνων, που διατάσσονται σκόρπιες μεταξύ των σελίδων, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, και μερικές φορές είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Ορισμένες μάλιστα έχουν εκτυπωθεί κατοπτρικά. Τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη έκδοση του δίνουν στο βιβλίο του Κοφινιώτη τον χαρακτήρα ιστορικής πηγής.

Αυτό δίνει το δικαίωμα στους σημερινούς χρήστες να το πλησιάζουν με κριτική διάθεση ώστε να αποφύγουν τα αναπόφευκτα λάθη, που είναι φυσικό να υπάρχουν σε τόσο παλιά συγγράμματα.  Πρόκειται για ακούσια λάθη του συγγραφέα που υιοθέτησε συμπεράσματα  της τότε έρευνας και διεθνούς βιβλιογραφίας.

Έτσι για παράδειγμα, τα κείμενα των επιγραφών που παραθέτει, επειδή δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο τόμος IV των IG, στηρίχθηκαν σε απόγραφα περιηγητών και λογίων, που έχουν παραναγνώσεις και παραφθορές των αρχαίων λέξεων. Πρέπει επομένως να παραβάλλονται οπωσδήποτε με τις μεταγενέστερες δόκιμες εκδόσεις.

Ανακριβείς με τα σημερινά κριτήρια είναι και ορισμένες ταυτίσεις της θέσης αρχαίων μνημείων, πόλεων και οικισμών, επειδή δεν είχαν γίνει όπως είπαμε ακόμη ανασκαφές. Έτσι για παράδειγμα ταυτίζει την ακρόπολη της Μιδέας με το Παλιόκαστρο κοντά στο Κατσίγκρι – Άγιο Αδριανό, ενώ τοποθετεί στη Λάρισα του Άργους τα ιερά του Απόλλωνα Δειραδιώτη και  της Αθήνας Οξυδερκούς. (Λίγα χρόνια αργότερα θα τα εύρισκε στην Ασπίδα ο Vollgraff, που μας ατενίζει από την κορνίζα του).

Υπάρχουν άλλα λάθη στο σχολιασμό αρχαίων χωρίων, που οφείλονται σε αβλεψία ή σε σύγχυση. Μερικά είναι χαριτωμένα, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αγάλματος  της ποιήτριας Τελέσιλλας, που παριστανόταν με τα χειρόγραφα  ριγμένα δίπλα στα πόδια της «και παρατηρούσα ασπίδα, ήν εκράτει εις τάς χείρας  θέλουσα να επιθέσει αυτήν επί της κεφαλής».

Φυσικά ο Παυσανίας αναφέρει ότι κρατούσε κράνος, που ετοιμαζόταν να φορέσει για να πρωτοστατήσει στη σωτηρία της πατρίδας, αποθέτοντας προσωρινά την ποιητική της ιδιότητα. Παραλείπω άλλα λάθη, σημειώνοντας απλώς ότι πρέπει πάντα να παραβάλλεται το κείμενο του Κοφινιώτη με το αρχαίο πρωτότυπο.

Θα ήταν όμως άδικο και μικρόψυχο να κλείσω αυτή την παρουσίαση ενός έργου που δονείται από φιλοπατρία και θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ανά τους αιώνες Αργείων, με την επισήμανση λαθών και παρανοήσεων από ένα συγγραφέα, στον οποίο οφείλομε μονάχα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Προτιμώ λοιπόν να αφήσω τον ίδιο να κάνει τον επίλογο της παρουσίασης. 

Είνε μεν αληθές, ότι επίσημοι τινες πόλεις εξηφανίσθησαν εντελώς καταστραφείσαι, εις άλλας όμως ενεχάραξεν  η δαιμονία φύσις κατά την πρώτην αυτών γέννησιν την σφραγίδα της αιωνιότητος. Το Άργος διελθόν δι’ απείρων δοκιμασιών, πολλάς καταστροφάς υποστάν από των αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι του Όθωνος,  ανέζησε και ανεγεννήθη ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας αυτού, ήδη δε διασώζον  και το αρχαίον όνομα και την τερπνότητα και γλυκύτητα του κλίμακος εξέχει εν τω μέσω της ευφόρου Αργολικής πεδιάδος, κατοικείται δ’ υπό λαού φιλονόμου και εργατικού, και διασώζει τας πατρικάς παραδόσεις και οργά οσημέραι είς τήν πρόοδον και πολιτισμόν.

Ταύτης λοιπόν της μεγαλουργού πόλεως  την ιστορίαν επιχειρήσας να συγγράψω από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών παραδίδωμι σήμερον είς δημοσιότητα. Και ανεγνώρισα μέν ευθύς εξ αρχής το βαρύ και δύσκολον του έργου, αλλά κατακεκηλημένος έκ της ωραιότητος της ύλης και πεπεισμένος, ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώσις της ιδιαιτέρας εκάστου πατρίδος ανυψοί  και φρονηματίζει  τον λαόν, δεν απεδυσπέτησα αλλά μετά θάρρους απεδύθην εις τον αγώνα.

 

Ο δεύτερος Ομιλητής κ. Γεώργιος Κόνδης, με γλαφυρό και μεστό λόγο, αναφέρθηκε στον Ι. Κοφινιώτη αλλά κυρίως στην ερευνητική δουλειά του κ. Βασίλη Δωροβίνη.

 

Γεώργιος Κόνδης


 

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά περίεργο τρόπο σήμερα ζώντας μια οδυνηρή κρίση που δεν είναι και τόσο οικονομική όσο φαίνεται, ξανακούμε όλο και περισσότερο για τις μεγάλες αρετές της φυλής μας απέναντι στους φλεγματικούς ευρωπαίους, οι ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις γεμίζουν με κείμενα και συνθήματα για το λίκνο του πολιτισμού που ενώ έφτιαχνε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, ο τύπος γέμισε γραμμές για τη μουμιοποιημένη δύση που αδυνατεί να καταλάβει την ανυπότακτη μικρή Ελλαδίτσα.

Να πρόκειται άραγε για μια πραγματική τάση αυτογνωσίας ή για μια ακόμα μηχανιστική επιστροφή στους προγόνους, από εκείνες τις γνωστές που μας επιτρέπουν την αυταπάτη της συμμετοχής σε κάτι μεγάλο για το οποίο όμως δεν έχουμε κάνει το παραμικρό;

«Η κυριαρχία του παρελθόντος δεν σημαίνει μια εικόνα κοινωνικής ακινησίας. Είναι συμβατή με τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορική αλλαγή, και σίγουρα με την παρακμή και την καταστροφή (δηλαδή την αδυναμία αναπαραγωγής του παρελθόντος). Αυτό με το οποίο είναι ασύμβατη, είναι η ιδέα μιας συνεχούς προόδου. Οφείλουμε να επιστρέψουμε στους προγόνους όταν πλέον έχουμε πάψει να ακολουθούμε, ή να πιστεύουμε πως ακολουθούμε, αυτόματα τα βήματά τους. Αυτό σημαίνει μια θεμελιακή μεταμόρφωση του ίδιου του παρελθόντος».

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν μεγάλο διανοούμενο ιστορικό της εποχής μας τον Εric Hobsbawm για να συνοδέψει τη μέχρι τώρα κατάσταση λήθης, αμνησίας, για εκείνες και εκείνους που το έργο τους θα μπορούσε να φωτίσει τις διαδρομές μας και να σταθούν πραγματικοί οδηγοί. Συνοδεύει όμως παράλληλα όσες και όσους τολμούν να ανασκάψουν, να αναδείξουν και κυρίως να σκεφτούν πάνω στα ευρήματα της ανασκαφικής τους δραστηριότητας. Η παρουσίαση του υλικού που βγήκε στο φως της μέρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι θέμα κοσμικής συγκέντρωσης. Η ανασκαφή έχει και ποικίλες προεκτάσεις.

Έτσι, το υλικό που παρουσιάζει ο Β. Δωροβίνης σήμερα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν σημαντικό για την πόλη διανοούμενο του τέλους του 19ου – και της αρχής του 20ου  αιώνα, δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία συντελείται στην περιοχή ένα σοβαρό έργο κοινωνικής και πολιτισμικής αναστήλωσης και ανανέωσης.

Ιδρύεται ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός» το 1894, δημιουργείται η πρώτη Δημόσια βιβλιοθήκη σε ολόκληρη την Αργολίδα από τον ίδιο Σύλλογο, οι εκδόσεις βιβλίων αλλά ιδιαίτερα των εφημερίδων πιστοποιούν την σταδιακή οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού τα χαρακτηριστικά του οποίου παγιώνονται σταδιακά μέχρι το Μεσοπόλεμο και μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, Δ. Βαρδουνιώτης, Ι. Κοφινιώτης, Δ. Δεσμίνης, Κ. Ολύμπιος και άλλοι των οποίων τα βιογραφικά θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου αυτού, δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς πρωτόγνωρο για τοπικές κοινωνίες που στο μεταξύ έχουν γνωρίσει στην ιστορική τους τροχιά πολεμικές καταστροφές και θεομηνίες. Το τονίζω για να δώσω ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη και στο έργο των ανθρώπων αυτών.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης  παρουσιάζεται με μια διπλή ιδιότητα εκτός από την επαγγελματική. Παρουσιάζεται ως ιστορικός που αναζητά στην έρευνά του τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής ανάλυσης και ως πολίτης που δρα και καταθέτει δημόσια τις εμπειρίες και τις απόψεις του για θέματα της εποχής του. Και οι δυο ιδιότητες εξίσου σημαντικές και αποκαλυπτικές για το χρόνο που πρέπει να αφιερώσει κανείς στην έρευνα ενός θέματος, για το θάρρος και το σθένος να διαμορφώνει και να υποστηρίζει δημόσια τις απόψεις του, για την ικανότητα και τη σοβαρότητα με την οποία συντηρεί την ιδέα της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Για όλα αυτά μαζί, που δεν κολλάνε στη σύγχρονη πραγματικότητα του τόπου μας, ο Ιω. Κοφινιώτης, ο λόγιος πολίτης, πετάχτηκε στη λήθη, σε κάποιο υπόγειο με ξεχασμένα υλικά της τοπικής ιστορίας, ακριβώς όπως και τα αρχεία της πόλης για την οποία εργάστηκε.

Επιστρέφω όμως στην διπλή του ιδιότητα για να σημειώσω αρχικά το παράδοξο του τότε και του σήμερα: ένας ξενοτοπίτης οργανώνει μια δυναμική σχέση αγάπης με το Άργος. Μάλλον αυτό συμβάλει, αν δεν οφείλεται, στον πλούτο αυτής της πόλης. Και είναι ενδεικτικές της δυναμικής αυτής σχέσης οι αποτυπώσεις του Ιω. Κοφινιώτη σε ορισμένα του κείμενα.

Γράφοντας, για παράδειγμα, στον Δ. Βαρδουνιώτη στις 16 Δεκεμβρίου 1887, αναφέρει μεταξύ άλλων για την πόλη του Άργους :

 «Αφ’ ότου συνεδέθην μετά τις ωραίας πατρίδος σου δι’εμψύχου δεσμού…

  …η πόλις αύτη είναι το λίκνον του πολιτισμού… η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα, μόνη αύτη διετήρησε το αρχαίον όνομα και την θέσιν, φιλόξενον γην, η ιστορία του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιστορίας του Άργους», κ.λ.π.

Ταυτόχρονα, ο Ιω. Κοφινιώτης, συνεχίζοντας την παράδοση των Ταξιδιωτικών καταγραφών μας χαρίζει μερικές από τις πιο γοητευτικές αλλά και εμπεριστατωμένες καταγραφές του αργολικού πεδίου. Στην «Υδατογραφία του Άργους» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πλάτων» το 1889, ο Ι. Κοφινιώτης ανανεώνει την περιγραφική παράδοση που εγκαινιάζει το 1791 η «Νεωτερική Γεωγραφία» των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά και συνεχίζεται μέχρι το έργο του Αντωνίου Μηλιαράκη το 1886 «Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας», συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη του επιστημονικού τομέα που σήμερα ονομάζουμε ανθρωπογεωγραφία.

Στην «Υδατογραφία» ο Ι. Κοφινιώτης συνδυάζει στοιχεία γεωγραφίας, ιστορίας και εθνογραφίας καθώς καταγράφει, μεταξύ άλλων συνήθειες, θρύλους και παραδόσεις. Είναι για παράδειγμα, σημαντικές οι πληροφορίες που μας δίνει για τον Ερασίνο σε σημείο κοντά στην πόλη του Άργους όπου είχαν εγκατασταθεί από το 1833 πολλά «δημόσια καταστήματα κινουμένων δι’ υδραυλικών τροχών υπό του ύδατος του Ερασίνου: Νιτροκαθαρτήριον, Ανθρακείον, Αναμιγνυτήριον, Ζυμωτήριον, Κοκκοτείον, Στιλβωτήριον, Ξηραντήριον,…. Μέχρι 4 Ιουνίου 1868 ότε κατεστράφησαν εξ εκρήξεως πυρίτιδος».

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται μια άλλη τοποθεσία θρύλος για την σύγχρονη Αργολίδα και θα ήταν ίσως καλό να διαβάσουμε ξανά τη σχετική περιγραφή :

«Παρά το Γενέσιον υπάρχει πηγή Δείνη ή Ανάβολος (αναβάλλω) ονομαζομένη, ήτις εν γαλήνη αναβλύζει γλυκύ ύδωρ εκ της θαλάσσης αν και η θάλασσα έχει 8-10 μέτρα βάθος».

Το ίδιο σημαντικές είναι οι περιγραφές του στο «Όροι, βουνά, λόφοι περί το Άργος» που δημοσιεύεται σε άλλη έκδοση του ίδιου περιοδικού.

Ο Ιω. Κοφινιώτης φαίνεται πως δεν είναι όμως μόνο άνθρωπος της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και μέτοχος στη δημιουργία της ιστορίας των καθημερινών γεγονότων, των ιδεών και των συγκρούσεων. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας για δυο χρόνια (1895-1897) δεν θα μπορούσε να μην τον ενδιαφέρουν οι αναμετρήσεις σ’ ένα κατεξοχήν πεδίο άσκησης πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων ακόμα και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως οι θέσεις του Κοφινιώτη για διάφορα θέματα θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να θεωρούνται πολύ πολύ επίκαιρες.

Το 1914 είναι το 2010; Θα μπορούσε να είναι ένα ρητορικό ερώτημα αν η λογική, η ιδεολογία και οι πρακτικές πολιτικής παρέμβασης δεν ήταν απολύτως οι ίδιες. Η συγγραφή της σχολικής ιστορίας αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο εφαρμόζονται πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες απόψεις, ενώ η ίδια η συγγραφή της μετατρέπεται αενάως σε κατασκευή ή ανακατασκευή της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές συνταγές.

Από την άποψη αυτή είναι αποκαλυπτικό το άρθρο της εφημερίδας «Άργος» της 25/7/1914 με τίτλο «Τα νέα διδακτικά βιβλία και ο Ιω. Κοφινιώτης», όπου δίνεται το στίγμα για το πώς πρέπει να αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την συγγραφή της σχολικής, τουλάχιστον, ιστορίας και το πώς το κράτος πρέπει να προστατεύει την αντίληψη αυτή :

«Ήδη απομένει εις την Δικαιοσύνην η τιμωρία των μεγαλοσχήμων ενόχων και η ανύψωσις των αληθών παιδαγωγών συγγραφέων καθ’ όσον, ως μας πληροφορεί η «Σημαία» εις εν εκ των τελευταίων φύλλων, ο κ. Κοφινιώτης κατήγγειλε την επιτροπήν δηλώσας ότι θα παραστή και ως ιδιώτης κατήγορος».

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια ή τελικά έγινε η οποιαδήποτε δίκη. Είναι πάντως ενδεικτικό του κλίματος που συναντά κανείς την εποχή εκείνη. Απολύτως ενδεικτική όμως είναι και η στάση ορισμένων εκ των διανοουμένων της εποχής σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο Ιω. Κοφινιώτης υπογραμμίζει την κλασική πια πολιτική διαστροφή να προγραμματίζεται κάτι και στη συνέχεια να αναιρείται με συγκεκριμένα μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του για το θέμα της κακομοιριασμένης από τότε «δωρεάν παιδείας» :

«Μα την αλήθειαν ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν δημοτικήν εκπαίδευσιν παρεχομένην δωρεάν κατά το ψηφισθέν άρθρον του Συντάγματος και φορολογίαν επί του βιβλίου και εκπαιδευτικά τέλη και χαρτόσημον επί των ενδεικτικών και των απολυτηρίων». Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν θα ήταν απολύτως κατανοητή.

Αλλά και στο θέμα των σχολικών βιβλίων η θέση του Ιω. Κοφινιώτη δεν είναι απλά προοδευτική, είναι ανατρεπτική τόσο για τα ιδεολογικά δεδομένα όσο και για τις παιδαγωγικές πρακτικές. Να θυμίσω μόνο πως η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα είναι μια περίοδος βρασμού γύρω από την εκπαίδευση και το σχολείο : το γλωσσικό εισβάλει ορμητικά, με συγκρούσεις, νεκρούς αλλά και σημαντικές παρουσιάσεις (Το γλωσσικό ζήτημα του Φωτιάδη, το Κοινωνικό ζήτημα του Σκληρού και πολλά άλλα).

Στις 19 Μαΐου 1911 ο Κοφινιώτης διατυπώνει την άποψή του για το λεγόμενο σήμερα πολλαπλό βιβλίο ή σύγγραμμα που η σημερινή υποτίθεται διανόηση απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό της.

«Κατά ταύτα έχομεν την γνώμην, ότι πρέπει να καταργηθή παν είδος μονοπωλίου πνευματικού, πας τρόπος διαγωνισμού, να αφεθώσι δε οι συγγραφείς ελεύθεροι εις συγγραφήν διδακτικών βιβλίων κατά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου, οι δε Σύλλογοι της μέσης εκπαιδεύσεως αυτοί μόνοι να εκλέγωσι τα όργανα της διδασκαλίας των, διότι αυτοί ούτοι υπέχουσι την ευθύνην της εκλογής του καταλληλοτέρου βιβλίου (…)

Καταργήσατε τα πνευματικά μονοπώλια, τα οποία ουδέν έθνος έχει, καταργήσατε τους εγκληματικούς διαγωνισμούς και άφετε ελεύθερον το στάδιον της πνευματικής αναπτύξεως και της βελτιώσεως του διδακτικού βιβλίου».

Ελευθερία συγγραφής αντί μονοπωλίου πνευματικής διαστροφής, έρευνα και επιλογή αντί κατευθυνόμενων διαγωνισμών, καλλιέργεια πνεύματος εκπαιδευτικής έρευνας και παιδευτικής διάθεσης αντί μπούσουλα αποστεωμένων γνώσεων, διδακτικό βιβλίο αντί καθορισμού συμπυκνωμένης ύλης. Αυτές οι αρχές διατυπώνονται το 1911. Τα σχόλια μπορεί να είναι δικά σας.

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω πως δεν ενδιαφέρει και τόσο αν ο Ιω. Κοφινιώτης είναι ένας ιστορικός ή ένας ιστοριοδίφης, όσο η παρουσία, η δράση και το έργο του που επιτρέπουν να προστεθεί ένα κομμάτι στην τοπική και την εθνική ιστορία. Ενδιαφέρει πως στάθηκαν πέρα από τα στενά επαγγελματικά και επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πολίτες αυτού του τόπου. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που προσέφεραν έργο, ιδέες, εντέλει βηματισμούς προς τα μπρος. Ενδιαφέρει επίσης πως χάρη στους ανθρώπους αυτούς διαθέτουμε σήμερα σώματα γνώσεων που μας επιτρέπουν να δούμε ξανά τη συνολική μας πορεία και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας δυνατότητες και ικανότητες αυτογνωσίας.

Όσο για μας εδώ σήμερα, εκείνο που νομίζω πως πετύχαμε με την σημερινή ανασκαφή του κ. Κριτζά, είναι μια μικρή βοήθεια στο σημαντικό διασωστικό έργο του κ. Δωροβίνη και του κ. Ουλή που ανέλαβε την έκδοση, με την κρυφή ελπίδα πως η κοινωνία και κυρίως οι κεφαλές της θα αποφασίσουν να επωφεληθούν από το έργο αυτό.

Μετά την παρέμβαση του κ. Ταρατόρη, την παρουσίαση έκλεισε ο κ. Βασίλης Δωροβίνης, ο οποίος με ενεργό λόγο έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, στο σημαντικό ρόλο των αναπαλαιώσεων για την διατήρηση όχι απλά του ιστορικού παρελθόντος αλλά του παρελθόντος ως κύριου συστατικού μιας ελκυστικής φυσιογνωμίας και μιας δυναμικής προσωπικότητας της πόλης. Τόνισε την αναγκαιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών για την διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως των ιστορικών κτιρίων αφού «Τα περισσότερα σπίτια των αγωνιστών του ’21 που  βρίσκονται στο Άργος, είναι σε άσχημη κατάσταση»  είπε, διατυπώνοντας το αίτημα και πολλών συμπολιτών.

Καρυά – William George Clark 


  

Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ ( Μάρτιος,  1821- Νοέμβριος, 1878), Άγγλος κλασσικός και σαιξπηρικός μελετητής , γεννήθηκε στο Barford Hall, Darlington.

Τον Απρίλη του 1856, φοιτητής του Cambridge μαζί με μια ομάδα συμφοιτητών του περιηγήθηκαν τον Μοριά. Το ταξίδι αυτό αποτέλεσε το θέμα της πανεπιστημιακής του εργασίας με τον τίτλο Peloponnesus. Ξεκίνησαν από την Αθήνα με προορισμό τα Μέγαρα. Πέρασαν τον Ισθμό της Κορίνθου, την Νεμέα, τις γύρω περιοχές και κατέληξαν στο Άργος.

Επόμενος προορισμός τους η Αρκαδία και ενδιάμεσος σταθμός η Καρυά. Στο σημείο αυτό ο William Clark αφιερώνει σε αυτή ολόκληρο κεφάλαιο (σελ. 114-124), δίνοντας του ως τίτλο το όνομά της.

 

[…] Στο Άργος ο Αμερικανός φίλος και ο σοβαρός Ελευθέριος μας άφησε για να επιστρέψει στην Αθήνα. Οι υπόλοιποι της ομάδας ξεκινήσαμε για την αντίθετη κατεύθυνση στις 20 του Απρίλη, γύρω στις δυο το απόγευμα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα χωρίς σύννεφα. Και ενώ ήμασταν ακόμα στην αρχή της χρονιάς η ζέστη στην πόλη ήταν εξαιρετική. Γύρω στο μεσημέρι το θερμόμετρο έδειξε 82  στην σκιερή πλευρά του δρόμου, όμως καθώς στρίψαμε στην βορειοανατολική πλευρά του λόφου και συνεχίσαμε το δρόμο μας προς την κοιλάδα του Χαράδρου, συναντήσαμε φρέσκους ανέμους από την Αρκαδία, που κάτω από την προσταγή τους εξαφάνισαν κάθε πονοκέφαλο και εξάντληση.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαιότητας τα οποία είδαμε ήταν αρχικά μια Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή κατασκευή η οποία εμφανιζόταν ανά διαστήματα σε κατεστραμμένα τμήματα κατά μήκος της πλευράς του λόφου προς τα αριστερά , και από την πλευρά του σκόπευε έκδηλα να μεταφέρει ένα βουνίσιο ρυάκι στο Άργος. Παρακάτω στα αριστερά ένας τετράγωνος πύργος, πιθανότατα Ελληνιστικός, κατασκευασμένος προφανώς σαν φυλάκιο για να ελέγχει και να υπερασπίζεται το μονοπάτι. Ο φρέσκος αέρας μας συντρόφευε καθώς συνεχίζαμε. Αντί για γυμνό έδαφος μπαλωμένο με κισσό και θυμάρι βρήκαμε πιο πυκνό πράσινο χορτάρι και οι μπασμένοι θάμνοι έδωσαν χώρο σε δασύλλια και συστάδες καθώς το μονοπάτι απλωνόταν στη βάση ενός χειμάρρου κατά μήκος μιας απότομης πλευράς, μιας ρεματιάς.

Συρθήκαμε και σκαρφαλώσαμε στην αγκαλιά των λόφων. Σε περίπου τεσσεράμισι ώρες φτάσαμε στην Καρυά, ένα μικρό χωριό φωλιασμένο σε μια καλοποτισμένη και καλοφυλαγμένη κοιλότητα στην κύρια οροσειρά του Αρτεμισίου.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Σπίτια με άσπρους τοίχους και κόκκινες οροφές είναι σκορπισμένα στην πλαγιά. Το καθένα με τη δική του πλοκή από χωράφια και έναν κήπο παραδίπλα. Ένα στεφάνι μπλε καπνού σε κάθε μία από τις χωρίς καμινάδα οροφές έβρισκε το δρόμο μέσα από τα κεραμίδια όσο καλύτερα μπορούσε. Σκεφτήκαμε ότι δεν είχαμε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Υπάρχουν τολμώ να πω χίλια χωριά στις ψηλές αλπικές κοιλάδες τα οποία είναι ακριβώς το ίδιο όμορφα όσο και η Καρυά, όμως είναι μόνο αφού το μάτι έχει κουραστεί από μια σειρά από άγονα γκρι βουνά και καμένες καφέ κοιλάδες για να αισθανθεί την πραγματική ευχαρίστηση του να ξεκουραστεί πάνω στη χλόη. Ήταν μια ευχάριστη πρόγευση της Αρκαδίας. Το αν η Καρυά είναι πραγματικά μέσα στα σύνορα της αρχαίας Αρκαδίας είναι αμφίβολο. Τα σύνορα δεν διέσχιζαν όπως κανείς θα περίμενε κατά μήκος της κορυφής του λόφου, αλλά την ανατολική του πλευρά κατά μήκος της ψηλότερης πορείας του Ινάχου.

Ήταν ηλιοβασίλεμα καθώς μπαίναμε στο χωριό. Πάνω σ’ ένα  λοφίσκο είχαν συγκεντρωθεί περίπου τριάντα ή σαράντα άντρες σχεδόν όλοι οι ενήλικες άντρες του χωριού για όχι κανέναν πιο σοβαρό σκοπό παρά για συζήτηση και κάπνισμα. Όλοι τους μας χαιρέτησαν με μια ελαφριά υπόκλιση τοποθετώντας παράλληλα το δεξί χέρι στην καρδιά και ανασηκώνοντας το αριστερό χέρι στο μέτωπο. Ένας τρόπος που πιθανών τον έχουν μάθει από τους Τούρκους, και τώρα πια άχρηστος στις μεγάλες πόλεις.

Ζητήσαμε τον Δήμαρχο κι ένας ζωηρός νεαρός με αλβανικό μεσοφόρι και φέσι ξεπρόβαλλε. Σε αυτόν παρουσιάσαμε ένα στρογγυλό γράμμα με το οποίο ο υπουργός των εσωτερικών μας είχε κάνει τη χάρη αναφερόμενος σε όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς , ζητώντας τους να μας παράσχουν κάθε βοήθεια. Ακόμα δεν είχε προλάβει να το διαβάσει, η δείχνοντας μας ότι τάχα το διάβασε, αφού δεν είμαι σίγουρος ότι το κρατούσε από τη σωστή του πλευρά, και αμέσως με ανοιχτές αγκάλες σαν να πετούσε, άρπαξε τους νεοφερμένους. Στην κυριολεξία άρπαξε τον καθένα από εμάς από το χέρι και έτρεξε το λόφο κάτω μαζί μας στο σπίτι του, όπου μας έβαλε αμέσως στο καλύτερο δωμάτιο από τα δυο που διέθετε το σπίτι και μας προσέφερε μαρμελάδα και ένα ποτήρι αγνό κρύο νερό, ως ένδειξη καλωσορίσματος. Εδώ όπως και παντού βρήκαμε την πιο αυθεντική καλοσύνη και φιλοξενία.

Αφήνοντας  την Καρυά γύρω στις επτά το επόμενο  πρωί  ο ένας μετά τον άλλο οι χωρικοί περνούσαν στον δρόμο για την καθημερινή τους εργασία σε κάποιο μακρινό χωράφι. Ο καθένας τους μας χαιρετούσε με ένα ευγενικό καλημέρα. Περιμέναμε την ομάδα μας σε μια γωνιά του δρόμου που έμοιαζε με ειρηνικό χωριό με τις καπνισμένες του οροφές.

Κοντά βρισκόταν ένας νερόμυλος κατασκευασμένος ως εξής: ένα δυνατό αντιστήριγμα του τοίχου είναι κατασκευασμένο αντίθετα στην πλευρά του λόφου, και στην κορυφή του μια σειρά από ξύλινες γούρνες μεταφέρουν τη ροή του νερού στη σωστή γωνία στον τροχό. Ο μουσκεμένος τοίχος ήταν φουντωτός από τη φτέρη και κάθε είδους οργιώδους χορταριού.

Είχαμε συχνά την ευκαιρία να θαυμάσουμε την υπομονετική επινοητικότητα με την οποία μεταφερόταν το αραιό ρυάκι του νερού για μίλια σε ένα κανάλι κατασκευασμένο κατά μήκος της πλευράς του λόφου για να γυρίσει μια από αυτές τις ρόδες του μύλου, και μετά να το μοιράσει στα παρακάτω χωράφια. Είχαμε συχνά την τύχη να ξεκουραστούμε στη γειτονιά ενός τέτοιου μύλου, μια και ήμασταν σίγουροι ότι θα βρίσκαμε τα δυο βασικά αναγκαία νερό και σκιά.

Αυτό που θυμάμαι ιδιαίτερα απ’ τη Καρυά είναι το ευχάριστο μισάωρο που περάσαμε ακούγοντας το τρίξιμο του τροχού και τον παφλασμό του νερού. Φυσούσε ένα φρέσκο αλπικό αεράκι και μια έντονη λιακάδα λαμπύριζε πάνω σε δροσερό χορτάρι- γη και ουρανός «πλενόντουσαν» σαν να ήταν πρωί. Ήταν μια σκηνή η οποία θα είχε εμπνεύσει τον Θεόκριτο* με ένα ειδυλλιακό όμως γεμάτο από ειλικρινές και αυθεντικό ανθρώπινο συναίσθημα το οποίο είναι το αλάτι της λογοτεχνίας […].

 

Υποσημείωση


 

*Θεόκριτος: Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής, πρωτοπόρος της βουκολικής ποίησης που άνθισε περίπου τον 3ο π.Χ αιώνα. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικούς ποιητές του αρχαίου κόσμου. Από το σύνολο του έργου του, διασώθηκαν τριάντα ποιήματα, που αργότερα συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο Ειδύλλια.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Ελένη Φλέσσα 

 

Πηγή


 

  • Clark, William George, 1821-1878, « Peloponnesus: notes of study and travel», London, John W. Parker and son,1858.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Τίρυνθα – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


 

 Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στην Τίρυνθα και τη διαδρομή από τις Μυκήνες προς την Τίρυνθα και το Ναύπλιο. Το πεντάτομο έργο του « Ταξίδι στην Ελλάδα» εκδόθηκε το 1820 στο Παρίσι και έγινε δεκτό από τους Ευρωπαίους με ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

 

 

 

Τίρυνθα


Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις επαρχίες Ναυπλίου και Άργους ξεκινά από την οροσειρά του Τρητού και καταλήγει στον Αργολικό κόλπο, δυόμισι μίλια δυτικά της Τίρυνθας. Επικρατεί η άποψη ότι όσο υγιεινό είναι το κλίμα στην πάνω κοιλάδα, που τέμνεται σ’ όλο το μήκος της από τη διαχωριστική αυτή γραμμή, άλλο τόσο ανθυγιεινό είναι στα παράλια. Το τελευταίο γεγονός οφείλεται στην ύπαρξη ορυζώνων στο στόμιο του Ίναχου, σε μικρή απόσταση από το Ναύπλιο, μια πόλη όπου δεν ενδημούν μόνο οι λοιμώδεις πυρετοί αλλά και η αναρχία.

Η απόσταση από το Άργος ως την Τίρυνθα είναι τέσσερα μίλια. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι πάνω σ’ αυτή την οδό, που συνεχίζει ως την Επίδαυρο, συναντούσες ένα πυραμιδοειδές οικοδόμημα μέσα στο οποίο φυλάσσονταν ασπίδες, παρόμοιες μ’ εκείνες των Αργείων ως προς την κατασκευή τους. Ξεκινώντας απ’ αυτό το σημείο, διέσχιζες το πεδίο της μάχης του Προίτου και του Ακρισίου. «Πιο πέρα» συνεχίζει ο Παυσανίας, «θα δείτε στο δεξί σας χέρι τα ερείπια της Τίρυνθος, καθόσον οι Αργείοι κατέστρεψαν αυτή την πόλη με σκοπό να μεταφέρουν τους κατοίκους της στο Άργος που είχε ανάγκη εποικισμού. Απομένουν μόνο τα τείχη της Τίρυνθος, κτισμένα, απ’ ότι λένε, από τους Κύκλωπες*».

Ο Προίτος τους μετεκάλεσε εδώ από τη Λυκία, κι αυτοί οι τόσο επιδέξιοι τεχνίτες, τους οποίους δεν θα πρέπει να συγχέουμε με τους Κύκλωπες της μυθολογίας, ήταν εκείνοι που μετέτρεψαν σε οπλοστάσιο την Τίρυνθα, ακρόπολη της οποίας ήταν πιθανότατα η Λύκιμνα.

Τα τείχη της Τίρυνθας

 

Σήμερα απομένουν μόνο τα ερείπια αυτού του φρουρίου. Στην Τίρυνθα, λοιπόν, όπως και στις Μυκήνες, υπήρχε πάντοτε η κάτω πόλη και η πάνω πόλη, κι ενδέχεται η καθεμιά να οικοδομήθηκε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Η ακρόπολη είναι κτισμένη με τη μέθοδο της ξηρολιθοδομής, οι δε λίθοι της είναι τόσων μεγάλων διαστάσεων ώστε χρειάζονταν, μας λέει ο Παυσανίας, δυο ημίονοι για να σύρουν τη μικρότερη απ’ αυτές. Παλαιότερα, η σύνδεση γινόταν με λίθους μικροτέρων διαστάσεων, οι οποίοι εφάρμοζαν με τέτοια ακρίβεια πάνω στα πολύγωνα, ώστε δεν παρεμβαλλόταν ούτε το ελάχιστο κενό.

Τρεις χιλιάδες χρόνια κύλησαν πάνω απ’ αυτό το εκπληκτικό αρχιτεκτόνημα και θα περάσουν ακόμη αρκετοί αιώνες ώσπου να ισοπεδωθεί. Αν κι ο Fourmont καυχιόταν ότι γκρέμισε την Τίρυνθα, εκείνη συνεχίζει να κρατιέται γερά στη θέση της. Τα ερείπιά της, τα αποκαλούμενα Παλαιά Ναυπλία, εντοπίζονται πάνω σ’ ένα κατά τόπους απόκρημνο ύψωμα, το οποίο ορθώνεται στις παρυφές της πεδιάδας του Άργους.

Κατά τον κ. Dodwell, τα τείχη του περιβόλου ζώνουν μια επιφάνεια μήκους διακοσίων σαράντα τεσσάρων αγγλικών ποδών και πλάτους πενήντα τεσσάρων, το δε πάχος τους κυμαίνεται από είκοσι έως είκοσι πέντε πόδια. Στο καλύτερα σωζόμενο τμήμα του το ύψος τους ανέρχεται σε σαράντα τρία πόδια. Οι ογκωδέστεροι από τους χρησιμοποιούμενους για την κατασκευή λίθους έχουν μήκος εννέα πόδια και τέσσερα δάχτυλα και πάχος τέσσερα πόδια. Οι διαστάσεις των υπολοίπων είναι συνήθως εφτά επί τρία, κι είναι πολύ πιθανόν τα τείχη, όταν ήταν ακέραια, να άγγιζαν το ύψος τον εβδομήντα ποδών.

Η στοά, η οποία δεν είναι πιθανότατα τίποτε περισσότερο από ένα λαγούμι που το ωραιοποιεί ο Παυσανίας χαρακτηρίζοντάς το ως θάλαμο των θυγατέρων του Προίτου, είναι ένα υπόγειο με οξυκόρυφο σχήμα, μήκους ογδόντα τεσσάρων ποδών και πλάτους πέντε, χρησιμοποιούμενο σαν μαντρί για τα κοπάδια των γιδοβοσκών. Ο στενός αυτός διάδρομος έχει καταληφθεί από τις νυχτερίδες κι από τα κατσίκια, κι απ’ ό,τι φαίνεται δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια αποθήκη μέσα στην οποία διατηρούσαν τις απαραίτητες για τους φρουρούς του οχυρού προμήθειες σε τρόφιμα και σε όπλα.

Κατά την εποχή της ακμής του το οχυρό εθεωρείτο μεν απόρθητο, αλλά παρ’ όλα αυτά οι Αργείοι κατάφεραν να το πολιορκήσουν, όπως άλλωστε και εκείνο των Μυκηνών.

  

Η απόσταση από την Τίρυνθα στο Ναύπλιο


  

Ο Παυσανίας εκτιμά ότι η απόσταση από την Τίρυνθα ως το Ναύπλιο είναι δώδεκα στάδια, κάτι που συμπίπτει πάνω κάτω και με τις εκτιμήσεις των περιηγητών, οι οποίοι την υπολογίζουν σε τριάντα ή σαράντα λεπτά με τα πόδια. Εδώ κοντά εντόπιζαν οι αρχαίοι και την πηγή Κάναθο, όπου η Ήρα κατέβαινε κάθε χρόνο για να λουστεί και να επανακτήσει την παρθενία της, αντικείμενο της μεταμέλειας της Σαπφώς. Οι μυθογράφοι ύμνησαν αυτή την πηγή χαρίζοντάς της  το όνομα Αμυμώνη. 

Μας διηγούνται ότι η πηγή αποκαλύφθηκε σε μια από τις θυγατέρες του Δαναού, ως ανταμοιβή για την εύνοιά της προς τον Ποσειδώνα. Αυτό το τμήμα της Αργολίδας, όπως και τα περίχωρα της Τίρυνθας, σκεπάζονται από βαμβακοκαλλιέργειες και κυρίως από πολύ περιποιημένους αμπελώνες.

Σχετικά μ’ αυτό το θέμα, ο Παυσανίας διηγείται ότι οι Ναυπλιώτες εφάρμοσαν πρώτοι το κλάδεμα της αμπέλου. Συνέβαλαν την ιδέα βλέποντας ένα γάιδαρο να βόσκει τα κλήματα.

Δεν είναι ούτε το πρώτο, αλλά ούτε και το λιγότερο ωφέλιμο μάθημα που οι άνθρωποι διδάχτηκαν από τα ζώα. Αργότερα, η αμπελοτομία  ή κλάδεμα της αμπέλου, εξελίχτηκε σε μια παλλαϊκή τελετή στην Ελλάδα, την πάντοτε διψασμένη για παντός είδους πανηγυρισμούς.

 

Η βαναυσότητα των Τούρκων


 

Γιατί άραγε να μη διαθέτει η Ελλάδα, και σήμερα νομοθέτες σαν τα γαϊδουράκια εκείνα; Θα ήταν χίλιες φορές καλύτεροι από τους μωαμεθανούς! Τις μέρες που εγώ βρισκόμουν στο Άργος, διηγόντουσαν ότι  προσφάτως, επειδή ο Αρναούτογλου είχε προσβάλει τον Αλή Φαρμάκη του Λάλα, ο τελευταίος μην έχοντας άλλο τρόπο να εκδικηθεί ευθέως, πρόσταξε να συλλάβουν ένδεκα χριστιανούς, υποτελείς εκείνου του Αγά και να τους ανασκολοπίσουν, θέλοντας μ’ αυτό τον τρόπο να θίξει στο πρόσωπό τους το κύρος του εχθρού του. Η ανάμνηση αυτής της φρικαλεότητας, που και τώρα ακόμη με κάνει ν’ αναριγώ, μνημονευόταν από τους Τούρκους του Ναυπλίου σαν δείγμα παλικαριάς και αξιοπρεπούς πράξεως.

  

Η διαδρομή από τις Μυκήνες προς την Τίρυνθα και το Ναύπλιο


 

Υπολογίζεται ότι η διαδρομή από τις Μυκήνες ως την Τίρυνθα αντιστοιχεί  σε τρεισήμισι ώρες πεζοπορίας. Είναι προφανές ότι ο Παυσανίας δεν είχε εξερευνήσει αυτό το τμήμα της Αργολίδας αρκετά διεξοδικά, καθόσον  κατά την αρχαιότητα υπήρχαν εδώ πάμπολλα αξιοθέατα, αν κρίνουμε από τα ερείπια όλης της γύρω περιοχής.

Αν, δέκα οχτώ λεπτά μετά το Χαρβάτι κατευθυνθούμε  προς την Τίρυνθα, θα επισημάνουμε στην πορεία μας ορισμένα λείψανα αρχαιοτήτων και λίγο πιο πέρα, ένα ναό διαμορφωμένο σε εκκλησία, του οποίου τόσο οι δωρικού ρυθμού κίονες όσο και τα επιχρωματισμένα τούβλα, υποδηλώνουν ότι πρόκειται αναμφίβολα για έργο του χρυσού αιώνα της Ελλάδας, πιθανώς αποκαταστημένο από τους Ρωμαίους. Λίγα βήματα μετά  απ’ αυτό το μνημείο, μια άλλη εκκλησία εμφανίζει μερικά αξιοπρόσεκτα δείγματα  αρχιτεκτονικής.

Εκεί κοντά διακρίνουμε και δυο πηγάδια καθώς και δυο τεχνητές αναβαθμίδες, ανάλογες μ’ εκείνες των ηρωικών τάφων της Βοιωτίας, στους οποίους αναφέρθηκα προηγουμένως: αγνοώ την ιστορική προέλευση αυτών των τύμβων, η ανασκαφή των οποίων θα απέβαινε ιδιαιτέρως πλούσια σε ευρήματα, αφού η περιοχή αυτή δεν ανασκάφηκε ποτέ.

Σε απόσταση εφτά λεπτών από τους τύμβους φτάνουμε στα Φονικά, χωριό κτισμένο πάνω σ’ ένα ύψωμα  όπου διακρίνουμε ένα περιζωμένο από δωρικούς κίονες πηγάδι, καθώς και τα εκτεταμένα θεμέλια του περιβόλου μιας από ετών ξεχασμένης πόλης. Συνεχίζοντας την πορεία μας προς τον κόλπο συναντάμε την Ανυφή ή Ανάζισα, ένα χωριουδάκι περιτριγυρισμένο από μερικά ελαιόδεντρα κι από καλοκαλλιεργημένους αγρούς.

Δέκα λεπτά αριστερότερα, φτάνουμε στο Πλατανίτι, ένα χωριό του οποίου την εκκλησία αξίζει να επισκεφτεί κανείς χάρη στους δωρικούς κίονές της. Από εδώ ως την Μέρμπακα είναι ένα τέταρτο της ώρας δρόμος. Σε μια ακτίνα πέντε ή δέκα λεπτών γύρω απ’ αυτό το χωριό συναντάμε υπολείμματα κιόνων και οικοδομημάτων, αλλά και μποστάνια που παράγουν όλα σχεδόν τα απαραίτητα λαχανικά για τον ανεφοδιασμό του  Άργους και του Ναυπλίου.

Οι συνοικισμοί Κούτσι (κούκοι) και Κοφίνι πλαισιώνουν το οροπέδιο το οποίο, όπως παρατηρεί και ο κ. Dodwell, θα προσελκύσει μελλοντικά την προσοχή των περιηγητών. Από το Κοφίνι ως την Τίρυνθα η διαδρομή είναι μισή ώρα με τα πόδια. Σημειώσαμε ήδη πόση είναι η απόσταση από τα ερείπια αυτής της πόλης ως το Ναύπλιο, ένα δρόμο όπου αντί για τη Μιδέα και τη Σέπια, συναντά κανείς ένα παλαιό πύργο κι ένα ετοιμόρροπο καραβανσεράγι.

  

Υποσημείωση


 

 * Οι ευρυμαθείς Γάλλοι μεταφραστές του Στράβωνος σημειώνουν ότι, δεδομένου ότι γίνεται λόγος για τους Κύκλωπες που συνόδευαν τον Περσέα, εγγονό του Αρκισίου, κατά την επιστροφή από τη Φοινίκη (Απολλώνιος, Αργοναυτικά, βιβλ. IV, στ. 1901), είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για Φοίνικες εργάτες, οι οποίοι διακρίνονταν ως έμπειροι κτίστες και σιδεράδες (Creuzer. Historic. Graecor. Ant. Frag. σελ. 73), κι είχαν φτάσει στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Πελοπόννησο σε διάφορες χρονικές περιόδους.

Άλλοι πάλι συγγραφείς (Sturtz. Pherecyd. Fragm. σελ. 82) πιστεύουν ότι, καθώς οι Κύκλωπες, σύμφωνα με το σχολιαστή του Ευρυπίδη (Ορέστεια, στ. 963), ήταν θρακικός λαός που, έχοντας διωχτεί από την πατρίδα του, πήγε κι εγκαταστάθηκε σε διάφορα μέρη, ενδέχεται ορισμένοι απ’ αυτούς να παρέμειναν οριστικά στη Σέριφο, απ’ όπου και ακολούθησαν τον Περσέα κατά την επιστροφή του από τη Φοινίκη.

  

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils,1820.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Παρουσίαση της έκδοσης, «Μνήμη Τασούλας Οικονόμου»

 


Μνήμη Τασούλας Οικονόμου

Η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – τμ . Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου «Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008) – Τα πρακτικά της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στις 15-11-2008», στο σύλλογο Αργείων «ο Δαναός», την Κυριακή 7 Μαρτίου στις 11.30 π.μ.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Σ. Καλοπίση, Καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μ. Παναγιωτίδη, Καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χ. Κριτζάς, Αρχαιολόγος – επίτιμος διευθυντής Επιγαρφικού Μουσείου Αθηνών.

Επιμέλεια: Λέκτορας Ι.Δ. Βαραλής – Καθηγητής Γ. Α. Πίκουλας.

«Είναι καιρός τώρα που σε κάθε συνάντηση συμφοιτητών και συναδέλφων σχεδόν πάντοτε ερχόταν η συζήτηση στην Τασούλα Οικονόμου, στην πρόωρη εκδημία της (17-3-1998) και το συνακόλουθο χρέος μας να τιμήσουμε τη μνήμη της. Όσοι, μάλιστα, σχετίζονταν με το προσφιλές της Άργος και τα περίχωρά του, ένιωθαν ακόμη πιο έντονο τούτο το χρέος, αφού η παρουσία, το έργο και η ζωή της εκεί κατέλιπαν ανεξίτηλες μνήμες….Το 2008 ήταν η χρονιά που αποτελούσε ένα αξεπέραστο terminus…Προφανής απώτατος στόχος η ανάδειξη του έργου της, συνάμα της προσωπικότητάς της, η ήττα της λήθης, το δώρον στους δικούς της, ιδίως τον Άβη και τον λατρεμένο τους Δημήτρη». [ απόσπασμα από το Σημείωμα των Επιμελητών]

Το Άξιον Εστί στο Μπουσουλοπούλειο θέατρο Άργους


 

Πρόσκληση

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟΘΕΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ,

           με ιδιαίτερη χαρά σας καλούν στο Μπουσουλοπούλειο θέατρο Άργους,

 την Κυριακή 7 Μαρτίου,  στις 8 το βράδι…

για να απολαύσετε και να χαρείτε το κορυφαίο λαϊκό ορατόριο των

Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

 

 

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Κυριακή 7 Μαρτίου  2010. Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης

στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Η Φραγκοκκλησιά (Καθολική Εκκλησία Μεταμόρφωσης του Σωτήρος), καταγραφικό σχέδιο του Γερμανού Αρχιτέκτονα  Ludwig Lange, περίπου το 1834.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα).

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Η βυζαντινή εκκλησία στο Κάστρο του Άργους (Εκκλησία της Θεοτόκου)


 

Όπως έχουμε διαπιστώσει, σε ελάχιστους είναι γνωστό ότι στο Κάστρο του Άργους διατηρούνται, ακόμα, τα ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας του 12ου αιώνα, ενώ είναι ακόμα λιγότερο γνωστό ότι αυτής της εκκλησίας προϋπήρξε άλλη, σε άλλη θέση μέσα στο κεντρικό περίβολο του φρουρίου, ίχνη της οποίας έχουν επισημανθεί στις μέρες μας. Το 1987 είδε το φως της δημοσιότητας η πρώτη αρχιτεκτονική μελέτη του  ναού του 12ου αιώνα, στον ετήσιο τόμο επιστημονικών μελετών που εκδίδει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών.

Συγγραφέας του άρθρου είναι ο καθηγητής της ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. Χαράλαμπος Μπούρας. Από τη σημαντική αυτή μελέτη μεταφράσαμε για τον «Ελλέβορο» το εισαγωγικό μέρος και τα συμπεράσματά του,  που είναι πιο προσιτά για το ευρύ κοινό.

Β. Κ. Δωροβίνης

 

Βυζαντινός Ναός 12ος αι. μ.Χ.

«Το μόνο μεσαιωνικό μνημείο που διατηρήθηκε στο εσωτερικό του κεντρικού περιβόλου του φρουρίου του Άργους (Λάρισα) είναι ο μικρός ναός της Παναγίας, σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση. Αν και το μνημείο δεν αγνοήθηκε εντελώς από τους αρχαιολόγους (σημείωση του συγγραφέα αναφέρεται σε μελέτες των Β. Κόντη, Ν. Παπαχατζή, Κέβιν Άντριους, Β. Φόλγκραφ και Αντ. Μπον), η αρχιτεκτονική του δεν μελετήθηκε μέχρι σήμερα, ενώ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς αφού χρονολογείται με πλήρη ακρίβεια ( έτος 1174).

Ο Βίλχελμ Φόλγκραφ (Vollgraff) υπήρξε ο πρώτος που μνημόνευσε την εκκλησία της Παναγίας, όταν στο τέλος της δεκαετίας του 1920 πραγματοποίησε βαθειές (και καταστροφικές) ανασκαφές στο εσωτερικό του φρουρίου, όπου έψαχνε για τα προϊστορικά ανάκτορα του Άργους ( ο Χαράλαμπος Μπούρας  σημειώνει ότι, έτσι, φαίνεται ότι εξαφανίστηκαν, τότε, ένα τζαμί, μια  καθολική εκκλησία και η κατοικία του διοικητή του φρουρίου). Διέλυσε τα υπολείμματα μεσαιωνικών οικοδομών καθώς και όλα τα υποκείμενα στρώματα, απογυμνώνοντας, σε όλη την επιφάνεια της ακρόπολης, τον φυσικό βράχο. Το έδαφος του ναού τρυπήθηκε μέχρι το βάθος των 2, περίπου, μέτρων και, έτσι, τα θεμέλια του, ξεκαθαρισμένα σε όλο το ύψος τους, βρίσκονται σήμερα πολύ φθαρμένα. Ο Φόλγκραφ δεν δημοσίευσε παρά μόνο φωτογραφίες της εκκλησίας: μία γενική άποψη της, τέσσερα γλυπτά και μια επιγραφή.

Τελικά, αρνήθηκε να συσχετίσει αυτή την επιγραφή με τον ναό, που παραδόξως θεώρησε ως ενετικό. Πολύ αργότερα (1969), ο Αντουάν Μπον, που μελέτησε το φράγκικο κάστρο και του οποίου έδωσε ένα γενικό σχέδιο, δημοσίευσε φωτογραφίες του μνημείου, για το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η ημερομηνία κατασκευής του δίδεται από την επιγραφή. Το κείμενο της τελευταίας είναι το ακόλουθο: «Ανεκτίσθη  ο πάνσεπτος ναός της υπεραγίας Θεοτόκου παρά του Θεοφιλεστάτου επισκόπου ιμών Άργους κε Ναυπλίου βασηλέβοντος Μανοΐλ δεσπότου του Κομνηνού παρφηρογςννήτου επισκόπου δε ημόν Κυρού Νικύτα έτους ηχπβ’».

Και καταλήγει ο Χ. Μπούρας:

«Σύμφωνα με την αφιερωτική επιγραφή του 1174, η εκκλησία ιδρύθηκε από τον επίσκοπο του τόπου. Τίποτε δεν επιτρέπει να  σκεφθούμε ότι επρόκειτο για το καθολικό ενός μοναστηριού: η ύπαρξη μοναστηριού στο εσωτερικό ενός βυζαντινού φρουρίου φαίνεται εντελώς απίθανη. Ακόμα κι αν οι διατηρούμενες σήμερα οχυρώσεις  της Λάρισας χρονολογούνται στον 13ο αιώνα (δυστυχώς δεν υπάρχει λεπτομερειακή μελέτη του φρουρίου του Άργους) είναι σίγουρο ότι το βυζαντινό φρούριο που χρησίμευε ως φρούριο του οικισμού που, όπως και σήμερα, εκτεινόταν στην πεδιάδα, υψωνόταν στο ίδιο μέρος.

Η μακρόχρονη αντίσταση που πρόβαλε, λίγα χρόνια υστερότερα, αυτό το φρούριο στη φράγκικη κατάκτηση, δείχνει καλά την ισχύ του (αντίθετα προς την αδυναμία της πόλης).

Όπως οι πηγές μας δείχνουν ότι ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τους πολίτες να διεισδύουν στα βυζαντινά φρούρια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο ίσχυε στο Άργος  και, επομένως, ότι η εκκλησία της Θεοτόκου είχε κτιστεί για τη φρουρά κι ότι δεν ήταν καθολικό μονής.

Η λέξη «ανεκτίσθη», με την οποία αρχίζει το κείμενο της επιγραφής, θα πρέπει, ίσως, να συσχετισθεί με την πρώτη τρίκογχη βασιλική που πιθανότατα βρισκόταν σε ερείπια του 1174 και από την οποία ελάχιστα απομένουν σήμερα. Η ύπαρξη μιας τόσο μεγάλης εκκλησίας στο εσωτερικό του Κάστρου του Άργους θα πρέπει, ίσως, να εξηγηθεί με την αναδίπλωση της πόλης στο εσωτερικό του φρουρίου, ειδικά κατά μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας, τον 7ο ή 8ο αιώνα. Ορισμένα γλυπτά μέλη  γύρω από τη θέση αυτής της βασιλικής θα έπρεπε, ίσως, να αποδοθούν σε αυτήν, εξαιτίας της παλαιότητάς τους.

Ο επικεφαλής της εκκλησίας, επίσκοπος Νικήτας, που διοικούσε την επισκοπή Ναυπλίου και Άργους, ενοποιημένη από το 1166, μας είναι γνωστός από τον «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας».

Στον κατάλογο τον επισκόπων προηγείται ενός Ιωάννη υπό τον οποίο, το 1189, η επισκοπή προήχθη στο βαθμό της μητρόπολης. Αν κρίνουμε από την  αδεξιότητα και τα ορθογραφικά λάθη της επιγραφής, ο Νικήτας δεν ανήκε στους γραμματισμένους κληρικούς της μεσοβυζαντινής περιόδου. Η διαφορά φαίνεται καθαρά από τη σύγκριση με την αφιερωτική επιγραφή που συντάχθηκε είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, από ένα προκάτοχό του, τον Λέοντα, για την Αγία Μονή Ναυπλίας».  

  

Πηγή


 

  • Περιοδικό, «Ελλέβορος», τεύχος 8, Άργος, 1991. 

Χαράλαμπος Μπούρας, η περίληψη της ανακοίνωσης στο 6ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας & Τέχνης: Η Εκκλησία της Θεοτόκου στο Κάστρο του Άργους

Χαράλαμπος Μπούρας, η ανακοίνωση στο Bulletin de correspondance hellénique. Volume 111, livraison 1, 1987: L’Église de La Théotokos de la citadelle d’Argos

Η συμβολή της αρχαίας Ελλάδας στον αγώνα του ΄21 (διάλεξη)


 

O Σύλλογος Αργείων « O ΔΑΝΑΟΣ» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την  Κυριακή  7  Μαρτίου 2010  και ώρα 6.30΄ μ.μ. θα φιλοξενήσει στο Βήμα του, τον Γενικό Γραμματέα του Ιστορικού, Φιλολογικού και αδελφού Συλλόγου  «Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»  Καθηγητήν  Κύριον  Διονύση  Χ.  Καλαμάκη.

 Το θέμα της ομιλίας του, επίκαιρο με την επικείμενη εορτή της   25ης Μαρτίου, είναι:

                  «Η συμβολή της αρχαίας Ελλάδας στον αγώνα του ΄21».

Η παρουσία σας αποτελεί πάντα ιδιαίτερη τιμή, για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

Καλαμάκης Χ. Διονύσιος


 

O κ. Διονύσιος Χ. Καλαμάκης από το 1989 μέχρι το 1999 εργάσθηκε ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Γυμνάσιο του Κολλεγίου Αθηνών. Από το 1991 έως το 1992 δίδαξε ελληνική γλώσσα στο τμήμα αλλοδαπών της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Από της εκλογής του ως Λέκτορας του Τομέα Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών δίδαξε στο τμήμα Φιλολογίας, στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας και στο τμήμα Φ.Π.Ψ. Ταυτόχρονα βοήθησε το διοικητικό έργο του Τομέα.

Στο κέντρο των ενδιαφερόντων του βρίσκεται η έρευνα του πρωτογενούς υλικού της Βυζαντινής Φιλολογίας και, κατ’ ακολουθίαν, η κριτική έκδοση αγνώστων ή πλημμελώς εκδιδομένων κειμένων. Την 11.04. 1997 εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και την 14.05.1997 Ειδικός Γραμματεύς του Φ.Σ. «Παρνασσός».

Έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από 20 συνέδρια, ελληνικά και διεθνή. Έχει δημοσιεύσει 19 επιστημονικές εργασίες, ανάμεσα στις οποίες είναι:

  • «Λεξικά των Επών Γρηγορίου του Θεολόγου μετά γενικής θεωρήσεως της πατερικής λεξικογραφίας» ( Διδ. Διατριβή, 1987).
  • «Ανθολόγιον εκ των έργων Αυγουστίνου Ιππώνος εξελληνισθέν υπό Δημητρίου του Κυδώνη», Μονογραφία 1996.
  • 45 λοιπά δημοσιεύματά του είναι εγκατεσπαρμένα σε ελληνικά και ξένα φιλολογικά περιοδικά.

Είναι μέλος 13 Συνδέσμων, Συλλόγων και Εταιριών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται:

Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός ( Κοσμήτωρ της Σχολής, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Παρνασσός» και Επιμελητής Δημοσιευμάτων και Αρχείων του Συλλόγου από το 1988, Γενικός Γραμματέας από το 2000).

Εταιρία Ελλήνων Φιλολόγων ( Κοσμήτωρ 1995 και Ταμίας 1996-2000).

Η εν Αθήναις Επιστημονική Εταιρία ( Σύμβουλος από το 2000 έως σήμερα).

Εταιρία Βυζαντινών Σπουδών ( Ταμίας από το 2000- 2006).

Σύνδεσμος των εν Αθήναις Αιγινητών ( Πρόεδρος από το 1999 έως σήμερα).

Χόμπυ του η Βυζαντινή μουσική και η μελέτη της Ευρωπαϊκής τέχνης.

            

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.