Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Οικογένεια Περρούκα


Υπήρξε επιφανέστατη οικογένεια που άκμασε στο Άργος. Τα μέλη της κατείχαν πολιτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την εποχή των Βενετών και των Τούρκων και ήταν πλουσιότατοι μεγιστάνες και προεστοί του τόπου, τον οποίο στην ουσία κυβερνούσαν. Ήταν δε τόσο γνωστό το οίκημα που διέμεναν, ώστε λεγόταν «το Αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον». Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης οικογένειας, ιδρύθηκε στο Άργος το πρώτο ελληνικό σχολείο το έτος 1798.

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Ο πρώτος μέχρι σήμερα γνωστός γενάρχης της επιφανούς αυτής οικογένειας ήταν ο Γιαννάκης Περρούκας, ο οποίος έζησε επί Βενετών και πιθανώς επί της προ του 1687 Τουρκοκρατίας. Στα μέσα όμως του 18ου αιώνα αναφαίνεται ο γιος του Αποστόλης Περρούκας και ο γιος του κυρ Δημήτρης Περρούκας, μεγαλογαιοκτήμονες και τοκιστές. Ο κυρ Δημήτρης απέκτησε τέσσερεις γιους, τους Νικολή, Γεωργαντά, Σωτήρη και Απόστολο και υπήρξε ο πρώτος από όλους που διέπρεψε.

Ο Νικόλαος Περρούκας ήταν από την 18η εκατονταετηρίδα επιφανέστατος Αργείος, ο οποίος διετέλεσε και βεκίλης* της επαρχίας παρά τη Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε την Αγγελική Ιωάν. Συλλιβέργου (της οποίας η μητέρα Ευδοκία ήταν γόνος της οικογένειας των Νοταράδων στην Κορινθία) και μετά την αρχοντική ζωή που έζησε, πέθανε την 12η Απριλίου 1822.

Απέκτησε δε λαμπρούς γιους, τον Ιωάννη, Δημήτριο και Χαραλάμπη και δύο κόρες, την Ευγενία, σύζυγο του δοτόρου Χριστόδουλου Σεβαστού, γιατρού και αδελφού του μητροπολίτη Κορίνθου Ζαχαρίου (1783 – 1819) και την Ευδοκία, σύζυγο του προεστού της Κερπίνης Δημητράκη Ζαήμη ή Ζαήμογλου, γιου του περίφημου εθνομάρτυρα Ανδρούτσου Ζαήμη, γενικού προεστού της Πελοποννήσου.

Οι γιοι του Νικολάου Περρούκα υπήρξαν λαμπροί απόγονοι της οικογένειας. Μεγάλοι επί Τουρκοκρατίας, μεγάλοι και κατά την επανάσταση. Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και προεστοί και πήραν μέρος στην επανάσταση και στην προετοιμασία της.

Ο πρεσβύτερος και διαπρεπέστερος, ο Ιωάννης Περρούκας ανήκει στους εθνομάρτυρες. Ως προεστός του Άργους, κυβέρνησε κυρίως κατά την τελευταία δεκαετηρίδα της Τουρκοκρατίας και το 1821 φυλακίσθηκε στην Τρίπολη μαζί με τους υπόλοιπους προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Στη φυλακή υπέστη οδυνηρά μαρτύρια επί έξι μήνες και πέθανε λίγο μετά την άλωση της Τρίπολης και 12 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, την 4η Οκτωβρίου 1821 και θάφτηκε στο Άργος, σε τάφο που ανήκε στην οικογένειά του. Ήταν ο μοναδικός από όλα τα αδέλφια που παντρεύτηκε το 1814 την Ελένη Θεοδώρου Βλάσση, του επιφανέστατου Αργείου, με την οποία όμως δυστυχώς δεν απέκτησε παιδί.

Ο νεότερος αδελφός Χαραλάμπης Περρούκας ήταν από το 1816 μεγαλέμπορος στην Πάτρα. Όταν ήταν μικρός, πριν από την Επανάσταση, ήρθε στο Άργος, όπου και δημιούργησε εμπορικό κατάστημα, το οποίο όμως και κατέλαβαν οι Τούρκοι αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης. Στον αγώνα προσέφερε ό,τι μπορούσε. Τον Ιούνιο του 1821 διορίσθηκε από τη Γερουσία της Πελοποννήσου έφορος της επαρχίας και του στρατεύματος του Άργους και γερουσιαστής. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη. Το 1823 διορίσθηκε υπουργός των Οικονομικών. Πέθανε την 27η Οκτωβρίου 1824.

Ο δε Δημήτριος Περρούκας ξεπέρασε όλους σε προσωπική εξοχότητα και δόξα. Ήταν μορφωμένος και γνώριζε κάλλιστα, εκτός της ελληνικής γλώσσας, την τουρκική, τη γαλλική και την ιταλική. Σπούδασε Νομική και ιδίως Πολιτικές επιστήμες.

Ήταν προεστός της Πελοποννήσου και διετέλεσε από το 1812-1821 βεκίλης του Μωρηά, παρά τη Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε τον Αγώνα, ως πολιτικός άνδρας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1821 ψηφίσθηκε ως μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους.

Επί Κυβερνήτη γνώρισε μεγάλη δόξα, αφού έγινε μέλος της Πανελληνίου και Πρώτος Γραμματέας του για τα εσωτερικά και δικαστικά θέματα, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόεδρος του θαλάσσιου Δικαστηρίου, γερουσιαστής και νομοθέτης του νεοσύστατου έθνους. Σε αυτόν οφείλονται οι νόμοι του Δημοσίου Δικαίου και οι Δικαστικοί, η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου και πολλά άλλα.

Ο βασιλιάς Όθωνας τον ανέδειξε και ως Σύμβουλο της Επικρατείας το 1843. Ο διάσημος άνδρας υπήρξε μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνικής Εθνοσυνέλευσης (1829 και 1831) έως και σε αυτή του 1843, έλαβε δε και πολλά αξιώματα, ενώ με τη φιλία και την εκτίμησή τους τον τίμησαν όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες της Ελλάδας, της Ανατολής, αλλά και πολλές από την Ευρώπη. Επί πλέον διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του όλη ανελλιπώς την απέραντη αλληλογραφία του ως μέγιστο ιστορικό αρχείο, το οποίο έγινε πλούσια πηγή ιστορικής ύλης.

Δυστυχώς όμως για τον τόπο ο μεγάλος Αργείος δολοφονήθηκε στο σπίτι του στο Άργος τη 13η Νοεμβρίου 1851, στην ακμή της σπουδαίας ζωής του.

 

Υποσημείωση


 *Βεκίλης: Αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος, είδος βουλευτή. Πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος των Πελοποννησίων στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των σχέσεων που δημιουργούσαν με ισχυρά πρόσωπα μπορούσαν ακόμα και να περιορίζουν την εξουσία του βεζίρη. Κατά τις διάφορες εξεγέρσεις των ραγιάδων, οι βεκίλες θανατώνονταν από τους Τούρκους.

 

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

 

Τσεκρέκος Χ. Παναγιώτης (1945-2009)


Ο διακεκριμένος Αργείος επιστήμονας Παναγιώτης Τσεκρέκος ήταν αναπληρωτής καθηγητής του Τομέα Μαθηματικών της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ. Με την ιδιότητά του αυτή δίδασκε πολλά χρόνια  στις σχολές του Εθνικού Μετσόβιου  Πολυτεχνείου. Γεννήθηκε στο Άργος το 1945, γονείς του ήταν ο Χρήστος και η Μαρία Τσεκρέκου. Παντρεύτηκε τη Ζωή Ζένιου και έγινε πατέρας τριών παιδιών. Στοιχειώδη εκπαίδευση έλαβε στο 4ο Δημοτικό σχολείο Άργους, μέση στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο Άργους και στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών.       

Υπηρέτησε το Πολυτεχνείο από το 1972 όταν ξεκίνησε ως έμμισθος βοηθός στην τότε Β’ έδρα Ανωτέρων Μαθηματικών. Στη συνέχεια πραγματοποίησε τις διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Lan caster κάτω από την επίβλεψη του καθηγητή Jameson.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα όπου εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για δυο χρόνια από το 77 έως το 79 ως ειδικός επιστήμονας, επέστρεψε στο ΕΜΠ αρχικά ως επιμελητής και στη συνέχεια από το 1982 ως Επίκουρος Καθηγητής και από το 2002 ως Αναπληρωτής Καθηγητής.

Ερευνητικά εργάστηκε στην περιοχή της Συναρτησιακής Ανάλυσης, όπου παρήγαγε σημαντικό έργο, με διεθνή αναγνώριση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το έργο του αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για άλλους ερευνητές του τομέα.

Είχε σταθερό και πρωταρχικό ενδιαφέρον για τη μαθηματική έρευνα. Με ανελλιπή παρουσία στα ερευνητικά σεμινάρια του Τομέα Μαθηματικών και ουσιαστικές επιστημονικές συζητήσεις, με συναδέλφους και νέους ερευνητές σε κεντρικά προβλήματα της Συναρτησιακής Ανάλυσης εξέφραζε καθημερινά την αγάπη του για τον κλάδο της επιστήμης που επέλεξε να υπηρετήσει.

Εξ’ ίσου σημαντική και υποδειγματική ήταν η προσφορά του ως πανεπιστημιακού δασκάλου.

Έχοντας σπουδαία επιστημονική επάρκεια ο ίδιος αφιερώθηκε στην εκπαίδευση των μαθητών του, τους μετέδιδε τη γνώση, τους καθοδηγούσε, με όλη τον ουσιαστική σημασία της λέξης.

Πιστεύοντας ότι τα μαθηματικά, αυτή η βασική επιστήμη, αποτελεί το ουσιαστικό έρμα των μηχανικών μας αφοσιώθηκε στην αναβάθμιση και προαγωγή της μαθηματικής παιδείας σε όλες σχεδόν τις σχολές του Ιδρύματος και έκανε υποδειγματική δουλειά στους φοιτητές του, επένδυε πολύ σε αυτό το τομέα.

Ιδιαίτερα όμως θα πρέπει να τονιστεί η καθοριστική παρουσία του στη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, που ιδρύθηκε πριν δέκα χρόνια στο Πολυτεχνείο. Εδώ με ιδιαίτερο κέφι επιδόθηκε στην μύηση των φοιτητών και με το ίδιο μεράκι για τα μαθηματικά, τους ενέπνεε τον ενθουσιασμό του.

Επιπρόσθετα, τα με αυστηρότητα και επιστημονική αρτιότητα γραμμένα διδακτικά βιβλία του υποστήριζαν τέλεια το διδακτικό του έργο.

Υπήρξε πάντοτε ευθύς και εύστοχος, ευγενικός, με ποιοτική ματιά στα πράγματα, με ανυποχώρητη προσήλωση σε αρχές και αξίες, αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009 έφυγε από κοντά μας διδάσκοντας στο αμφιθέατρο της σχολής.  

 

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», αρ. φ. 3217, Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009. 

 

 

Ναύπλιος ο Νεώτερος 


 

Ναύπλιος ο Νεώτερος

Απόγονος του πρώτου βασιλιά Ναυπλίου, μετά από πέντε γενιές είναι ο νεώτερος Ναύπλιος, γιος του Κλυτόνηου, ξακουστός ήρωας και θαλασσοπόρος κι αυτός, με άφθαστη ανδρεία και θεϊκό παράστημα όπως τον θέλει ο Ορφέας. Αντάξιος του προγόνου του, γιου των κυμάτων, κληρονόμησε όχι μόνο το όνομα αλλά και το χάρισμα της ναυτικής τέχνης.

Εκτός από δεινός θαλασσοπόρος, ήταν ευφυέστατος και κάτοχος αστρονομικών γνώσεων. Λέγεται ότι αυτός είχε ανακαλύψει τον αστερισμό της μιας από τις δύο Άρκτους, πολύτιμο βοηθό για να προσανατολίζεται όταν ταξίδευε στις άγνωστες μακρινές θάλασσες. Στην εποχή του έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία, στην οποία πήραν μέρος οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής, παιδιά θεών και ημιθέων οι περισσότεροι, για το χρυσόμαλλο δέρας, με το οποίο υποκαθιστούσαν τα πλούτη της μακρινής χώρας του Αιήτη.

Ο αρχηγός της εκστρατείας Ιάσων, έστειλε κήρυκες, που ξεκινώντας από την χώρα των Μινυών γυρνούσαν σ’ όλη την Ελλάδα, καλώντας να πάρουν μέρος σ’ αυτή τη ναυτική εποποιία, αλλά και πρώτη ναυτική εξερευνητική αποστολή με πανελλήνιο χαρακτήρα, που επιχειρούσε προς τη μακρινή Κολχίδα. Ακολουθώντας τους κήρυκες η Ήρα, άναβε πόθο γλυκό στις καρδιές των ηρώων, παρακινώντας τους όπως γράφει ο Πίνδαρος, «κανένας να μην μείνει έξω από την Αργώ».

Οι μελλοντικοί βασιλιάδες και οι πιο ονομαστοί ήρωες της εποχής ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα, και στο λιμάνι της Ιωλκού συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Ιάσονα οι τολμηρότεροι άντρες. Ανάμεσα τους ο Ηρακλής, ο Θησεύς, ο Άργος κατασκευαστής της «Αργώς», οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, η Αταλάντη, και οι πατέρες των ηρώων του Τρωικού πολέμου:

Ο Πηλεύς πατέρας του Αχιλλέα, ο Τελαμών πατέρας του Αίαντα, ο Λαέρτης του Οδυσσέα, ο Οϊλεύς πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, ο Δευκαλίων πατέρας του Ιδομενέως, ο περίφημος θεραπευτής Ασκληπιός, πατέρας των γιατρών Μαχάονα και Ποδαλείριου.

Μαζί τους και όσοι θα πρόσφεραν την πείρα και τις γνώσεις τους γι’ αυτό το μακρινό ταξίδι όπως είχε συμβουλέψει τον Ιάσονα ο κένταυρος Χείρων: μάντεις, πηδαλιούχοι, ο αστρονόμος Αγκαίος, ο κυβερνήτης της Αργούς Τίφυς, ακόμη και ο ασθενικός αλλά θρυλικός δάσκαλος και μουσικός Ορφέας, που με το γλυκόλαλο ήχο της φόρμιγγάς του και με τα τραγούδια του, γλύκαινε τις καρδιές των συντρόφων του στο ατέλειωτο μακρινό ταξίδι, μάγευε τα στοιχεία της φύσης, ημέρευε τα κύματα και τ’ άγρια βράχια.

Από το πρώτο αυτό πανελλήνιο προσκλητήριο των προϊστορικών Ελλήνων δεν θα μπορούσε να λείψει και ο βασιλιάς Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη και του Οίακα, από τους κορυφαίους ναυτικούς της εποχής του, απόγονος του πρώτου Ναυπλίου, γιου του Ποσειδώνα όπως γράφει ο Απολλώνιος Ρόδιος:

 

«Πήγε ακόμα και ο απόγονος του θεϊκού Δαναού,

ο Ναύπλιος ήτανε γιος του Κλητόνηου, του γιου του Νάβολου,

κι επίσης ο Νάβολος γιος του Λέρνου.

Ξέρουμε για τον Λέρνο πως ήταν γιος του Προίτου,

γιου του Ναύπλιου, τον οποίο η Δαναΐδα

Αμυμώνη τον γέννησε με τον Ποσειδώνα, κι ήταν πρώτος στα ναυτικά».[1]

 

Όμοια εκθειάζει τον Ναύπλιο και ο Ορφεύς στα «Αργοναυτικά» του:

 

«Κι ήρθε κι ο αγαπημένος γιος της Αμυμώνης Ναύπλιος,[2]

που γέννησε πλαγιάζοντας με τον σείστη Ποσειδώνα,

άνθρωπο στην αντρειά λαμπρό, στο σώμα θεός ίδιος».[3] 

 

Στο λιμάνι των Παγασών, ο Άργος, γιος του Αργείου βασιλιά Αρέστορα, ναυπήγησε με την καθοδήγηση της Αθηνάς και της Ήρας την Αργώ, «το πιο ταχύπλοο και καλατάξιδο, από όσα πλοία με κουπιά δοκίμαζαν στην θάλασσα», όπως γράφει ο Απολλώνιος, (Α,110).

Το όνομά της σημαίνει λευκό, λαμπερό και γρήγορο. Ήταν τόσο ελαφρύ το σκαρί της, που μπορούσαν οι Αργοναύτες να το μεταφέρουν στους ώμους τους. Το ξύλο από την ιερή δρυ της Δωδώνης που είχε στο πρωραίο μέρος της, την είχε προικίσει με υπερφυσικές ιδιότητες. Όποτε οι Αργοναύτες επρόκειτο να συναντήσουν κάποια από τις αμέτρητες παγίδες που έκρυβαν οι άγνωστες θάλασσες, η Αργώ είχε το προφητικό χάρισμα να τους προειδοποιεί με ανθρώπινη φωνή.

Κατά την Αργεία παράδοση, στην εκστρατεία αυτή, ο Ναύπλιος ήταν κυβερνήτης πλοίου. Την Αργώ κυβερνούσε ο Τίφυς, και μετά τον θάνατο του στην χώρα των Μαριανδυνών ο Αγκαίος. Θα πρέπει επομένως στην Αργοναυτική εκστρατεία μια επιχείρηση που προετοιμάστηκε και οργανώθηκε συστηματικά, να πήραν μέρος περισσότερα του ενός πλοία.

Αυτήν την αντίληψη που υπήρχε στην αρχαιότητα, μας την βεβαιώνουν ο Απολλόδωρος και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ιάσων εξεστράτευσε από την Κολχίδα προς την Αρμενία και Μηδία, αφού άφησε τα πλοία :

 

«… καθάπερ τον Ιάσονα όνπερ καί μέχρι της Αρμενίας καί της Μηδίας

έκ των Κόλχων στρατεύσαντα, άφέντα τάς ναύς»[4]

 

Επίσης ο Αθ. Σταγειρίτης γράφει σχετικά:

 

«Διά τούτο οί Έλληνες θέλοντες νά καταστήσωσιν αποικίας εκεί,

έπεμψαν στόλον πολλών πλοίων.

Αργώ δέ ωνομάζετο ή ναυαρχίς, καί από της

ναυαρχίδος ωνόμασαν οί ποιηταί όλον τό στόλον.

Το δέ σχήμα της Αργούς ήτο εις επίμηκες όθεν ονομάσθη μακρά ναύς.

Και πρώτη μακρά ναύς αύτη εφάνη τήν Ελλάδα».[5]

 

Όταν επέστρεψε από την εκστρατεία ο Ναύπλιος συνδέθηκε με τον βασιλικό οίκο της Κρήτης, παίρνοντας για σύζυγό του την Κλυμένη,[6] κόρη του βασιλιά Κατρέως και εγγονή του Μίνωος. Την αδελφή της Αερόπη είχε νυμφευθεί ο Ατρεύς, βασιλιάς του Άργους, και πατέρας του Αγαμέμνονα και του Μενελάου.

Από την Κλυμένη ο Ναύπλιος απέκτησε παιδιά τον Παλαμήδη, τον Οίακα και τον Ναυσιμέδονα. Ο Φερεκύδης αναφέρει και τέταρτο γιο τον Δαμάστορα.  

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


 [1] Αργοναυτικά, Α,133, μετ. Φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«Τω δ’ έπι δή θειοίο κίεν Δαναοίο γενέθλη, Ναύπλιος˙ ή γάρ έην Κλητονήου Ναυαλίδαο,

Ναύολος αύ Λέρνου, Λέρνον γε μέν ίδμεν εόντα Προίτου Ναυπλιάδαο, Ποσειδάωνι δέ κούρη

πρίν πότ’  Άμυμώνη Δαναΐς τέκεν ευνηθείσα Ναύπλιον, ός περί πάντας εκαίνυτο ναυτιλίησιν».

 [2] Ο Ορφεύς αναφέρεται στον πρώτο Ναύπλιο, ενώ στην Αργοναυτική εκστρατεία πήρε μέρος ο δεύτερος.

[3] Στιχ. 203-205, μετ. Πάικου Νικολαϊδη, εκδ. Φύλλα, Αθ. 1995

[4] Γεωγραφικά, Α’, c 48

[5] Ωγυγία, Βίβλος Θ’ σελ. 143

[6] Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ως σύζυγό του την Φιλύρα ή την Ησιόνη, αλλά ο συσχετισμός τους, με τον Ναύπλιο και τον Παλαμήδη οφείλεται μάλλον σε παρερμηνεία των νεώτερων ιστορικών και δεν ευσταθούν.

 

Η Μωραΐτισσα γυναίκα στον αγώνα του 21 


Σκόρπια χαρακτηριστικά σκίτσα γυναικείας δραστηριότητος θα παρουσιαστούν στην γρήγορη παρακάτω έρευνα, γιατί μια μελέτη του ρόλου της γυναίκας στην Επαναστατική περίοδο του 1821 και πριν από αυτή, δεν μπορεί να περιοριστή σε λίγες σελίδες. Το έργο αυτό είναι πολύμοχθο μα και Εθνικά αναγκαίο για την συνειδητοποίηση της συνεισφοράς στην εθνική μας Αναγέννηση του μισού πλην παραγνωρισμένου ιστορικά πληθυσμού.

Νεαρή Ελληνίδα, Χαλκογραφία, C. L. Eastlake, London, 1848.

Δύο ακριτικές περιοχές, το Σούλι και η Μάνη μας δίδουν άφθονο υλικό και στα προεπαναστατικά χρόνια και στα κατοπινά για να εκτιμήσουμε τη συμβολή της Γυναίκας στην αναβίωση του Έθνους μας. Ελεύθερες και αυτόνομες κι’ οι δύο περιοχές, με ανεπτυγμένο δημοκρατικά το κοινοτικό τους σύστημα, στους αδιάκοπους αγώνες διά την διατήρηση της αυτονομίας τους, είχαν επιτύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση στην κοινωνική ζωή της γυναίκας.

Χαρακτηριστικός τύπος της Σουλιώτισσας η Καπετάνισσα Τζαβέλαινα που επί κεφαλής των γυναικών του Σουλίου στην κρίσιμη στιγμή ρίχνεται στην μάχη, πλευροκοπεί το Τούρκικο ασκέρι και χαρίζει την νίκη που η ευγνώμων μούσα χιλιοτραγούδησε αργότερα.

Από την ίδια ηρωική γενιά βγαλμένη η χήρα του Γιώργη Μπότσαρη, γιαγιά του Μάρκου, μας γνωρίζει το ηθικό ύψος της αρετής της, όταν χάριν της ενότητος του αγώνος συγχωρεί τον Γώγο Μπακόλα, θανάσιμο αντίπαλο της οικογένειας της και φονιά του ανδρός της, και πείθει το ίδιο να κάνουν και τα παιδιά της και όλο το συγγενολόι.

Αργότερα την τραγική αυτή σύζυγο και μητέρα θα την συναντήσουμε αδάκρυτη και αλύγιστη μαζί με το γέρο Νώτη Μπότσαρη, αφού έχει θάψει το παιδί του παιδίου της  το Μάρκο με τα ίδια της τα χέρια, να παίρνει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγιού επί κεφαλής των δικών της.

Αφίνοντας κατά μέρος τη θρυλική περίπτωση του Ζαλόγγου, βρίσκει κανείς άφθονα στοιχεία, της γυναικείας παρουσίας, στην άλλη αυτόνομη γωνιά, τη Μάνη. Πριν από την Επανάσταση η γυναίκα κι’ οι νυφάδες του φοβερού Παναγιώταρου που πολεμούν Τουρκαρβανίτες και τους νικούν.

Η ξακουστή Κωνσταντινιά αχώριστος σύντροφος και  συμπολεμιστής του Ζαχαριά που η παράδοση άλλοτε μας την φέρνει σαν την μονάκριβη όμορφη κόρη ενός παπά της Κυνουρίας που τιμώρησε ο Ζαχαριάς για τις ανομίες του κι’ άλλοτε πάλι σαν εκδικήτρια 7 αδελφιών της σκοτωμένων. Η καπετάνισσα η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, άλλη ιστορική μορφή του Μωρηά. Η Βλαχοθανάσω που συνέδεσε τ’ όνομά της με τη γόνιμη πατριωτική δράση του  Καπετάν – Μαντά, μεγάλου Κλέφτη στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κι εδώ μια παρένθεση: Η γυναίκα αντάρτισσα, σύντροφος και συμπολεμιστής του Κλέφτη κι’ αργότερα του Επαναστάτη, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Άλλες κοπέλες με φανερή την ιδιότητα του φύλλου τους και άλλες μεταμφιεσμένες σε παλικάρια, στάθηκαν κι’ αυτές δημιουργοί του Αθάνατου Έπους της Κλεφτουριάς.

Ο τύπος της Μανιάτισσας που συνοδεύει τον άνδρα, πολεμάει μαζί του, κουρσεύει μαζί του, γκρεμοτσακίζει τον Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος της Ελληνίδας γυναίκας του 21.

Ελληνίδες πατριώτισσες, Ατσαλογραφία σε χαρτί, W. Perring – J. Hall, 1839.

Η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη μαθαίνει το θάνατο του ανδρός της στα Ψαχνά της Ευβοίας. Ζητάει να της φέρουν την πάλλα (σπαθί) του σκοτωμένου. Την βάζει στην κούνια του νεογέννητου παιδιού της και το νανουρίζει να μεγαλώσει για να εκδικηθή τον πατέρα του. Η γριά Μαυρομιχάλαινα μαθαίνει το σκοτωμό του Καποδίστρια και την εξόντωση του γιου της και ανεψιού της που ήσαν οι δολοφόνοι του… Κάνει μνημόσυνο και για τους τρεις…

Κι’ ερχόμεθα στην Επανάσταση. Στην Δημητσάνα οι γυναίκες με την αυτοθυσία τους μέσα σε μια νύχτα κατορθώνουν να καμουφλάρουν τόσο καλά τους μπαρουτόμυλους και να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Οι ίδιες πάλι καθ’ όλην την διάρκεια του αγώνος ενισχυμένες κι’ από τις γυναίκες της υπόλοιπης Γορτυνίας, καταστρέφοντας την περίφημη Δημητσανίτικη Βιβλιοθήκη φτιάχνουν τ’ απαραίτητα πυρομαχικά και σώζουν την Επανάσταση.

Οι Μανιάτισσες στον πόλεμο και στο κούρσεμα ασυναγώνιστες δίπλα στους άνδρες είχαν την τιμή πρώτες να μπουν στην Καλαμάτα, και να ελευθερώσουν  την πόλη. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς από την στοματική παράδοση κι’ από τις αφηγήσεις των αγωνιστών, βρίσκουμε σκόρπια μα άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας. Τα στρατόπεδα ήσαν ανάμικτα με άνδρες και γυναίκες. Η ίδια σκληρή ζωή δοκίμασε αμφότερα τα φύλα. Καθένας πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Κι’ έμεινε ξακουστή η δράση των Τεγεατισσών, των γυναικών της Βορείας Κυνουρίας και του Χρυσοβιτσιού.

Εδώ ας θυμηθούμε τις γυναίκες απ’ τα Σουλιμοχώρια της Μεσσηνίας, περίφημες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Ένα χρόνο ύστερα η ομαδική γυναικεία δραστηριότητα και τόλμη απαθανατίζεται από τον Φωτάκο: Η εκστρατεία του Δράμαλη και οι πρώτες του νίκες έχουν γεμίσει με τρόμο τον Μωριά. Μανιάτικα τμήματα που βρίσκονταν στο Άργος πανικόβλητα περνούν τον Αχλαδόκαμπο με κατεύθυνση την Τρίπολη.

Πετιούνται αγριεμένες οι γυναίκες του Αχλαδοκάμπου και με τα γουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες τους, καλώντας τους να τους δώσουν τα όπλα να πάν αυτές να πολεμήσουν, κατορθώνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τον πανικό. Πιο ύστερα όταν ο Ιμπραήμ περνάει με την φωτιά και το σίδερο ολόκληρη την Πελοπόννησο, Μανιάτισσες στην μάχη της Βέργας θαυματουργούν.

Στο Ίσαρι της Αρκαδίας μονάχες οι γυναίκες με πρόχειρα μέσα άμυνας εμποδίζουν Τούρκικα αποσπάσματα να πατήσουν το χωριό. Κι’ εκεί κάπου κοντά στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας ξετυλίγεται ένα από τα φοβερώτερα δράματα της Επαναστάσεως: Στα χέρια του Ιμπραήμ πέφτει ο ανθός από νεαρές κοπέλλες. Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα της Τρισεύγενης Δεληβοριά από τα Λαγκάδια που καταδιωκομένη από τις ορδές του Ιμπραήμ προτίμησε να πνίξη τα δύο μικρά παιδιά της και να πνιγή κι’ αυτή στο Λάδωνα παρά να αιχμαλωτισθή και να ατιμασθή. Και η Ελένη Λιαροπούλου από τη Βυτίνα προτίμησε κι’ αυτή το θάνατο πέφτοντας μαζί με το παιδί της στον ποταμό Λούσιο.

Τι τράβηξαν οι γυναίκες αυτές το αφηγείται παραστατικά στο Μακρυγιάννη μια Παπαδιά από το χωριό του Μεγάλου Σπηλαίου. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».

Χωρίς να εξαντλείται το απέραντο θέμα της ομαδικής δραστηριότητος από ανάγκη χώρου, περνούμε στην υπόμνηση της ιστορικής δράσης εξαιρετικών γυναικών: Στην Δημητσάνα ή Κυρά-Θανάσω Αντωνοπούλου από το Δεληγιαννέϊκο σόϊ.  

Πιο κάτω στο Παλούμπα η αδελφή του Γιωργακλή Κολοκοτρώνη, η Στεκούλα, κατοπινή σύζυγος του Στρατηγού Πλαπούτα. Φημιζόταν για την παλληκαριά της και σε μάχη με Λαλαιούς Τουρκαλβανούς, είχε αφοπλίσει και σκοτώσει τον περίφημο για τη θηριωδία του Αχμέτ Αγά. Πιο κάτω στο Λεοντάρι η γυναίκα του Πέτρου Σαλαμώνου, παραστάτη (Βουλευτού) της επαρχίας Λεονταρίου, κατά την Επανάσταση, περίφημη για τις οικονομολογικές της ικανότητες και την ευψυχία της. Στάθηκε η ψυχή του ενοφοδιασμού των Λεονταρίτικων τμημάτων και δεν δίστασε νάρθη εις ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα!

Εδώ οι γυναίκες του Λεονταριού είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για την περίφημη Χανούμισσα, φιλενάδα και εμπνεύστρια του Παπαφλέσσα που βαπτίσθηκε Χριστιανή. Η παράδοση δεν διέσωσε ούτε τ’ όνομά της κι’ όμως φαίνεται πως ήταν μια εξαιρετική γυναίκα που είχε υποτάξει το θρυλικό Αρχιμανδρίτη.

Η Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, γυναίκα του Νικηταρά, είναι μια άλλη εξαιρετική Ελληνίδα άξια σύζυγος πλάι στον υπεράξιο Τουρκοφάγο. Στη Μάνη ξεχωρίζει η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη που πρόωρα σκοτώθηκε στην Εύβοια. Στο Μιστρά για τη σοφία της και τον πατριωτισμό της, η Ηγουμένη της Παντάνασσας.

Πιο κάτω στο Ναύπλιο έζησε και έδρασε, κυρίως στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια επί Όθωνος, η περίφημη Παπαλέξαινα. Απ’ τα Μελίσσια της Κορινθίας η Σοφία Ρέντη, στάθηκε η ηρωΐδα εμφυλίων πολέμων, γιατί για το χατίρι της οι Νοταράδες, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Καλλέργης, παρ’ ολίγο να πετσοκοφτούν για τα όμορφα μάτια της και τα πλούσια σταφιδοχώραφα του πατέρα της. Ας θυμηθούμε ακόμη και την Κυρά – Φλώρα, γυναίκα του Σισίνη στο Χλιμούτσι της Ανδραβίδας.

Υπάρχουν βέβαια εκατοντάδες κι’ ίσως χιλιάδες επώνυμες γυναίκες που δικαιούνται να μνημονεύονται για την Εθνική τους δράση στην Επανάσταση του 21 και πριν απ’ αυτή, και υπάρχουν, και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες ανώνυμες που με την ομαδική τους δράση ορθοπόδησαν την Εθνική μας Απελευθέρωση.

Γιατί όσο και αν οι άνθρωποι έχουν ενισχυμένη την μνήμη τους μονάχα σαν πρόκειται για μεγάλους πολεμάρχους, για φονικές μάχες και για ηρωϊσμούς με τη στενή έννοια του όρου, η σύγχρονη ιστορία ενδιαφέρεται και δια τους οικονομικούς συντελεστάς μιας προσπαθείας.

Το πώς ο πολεμιστής έφθασε στην μάχη, έχοντας τα στοιχειώδη εφόδια, που βρέθηκαν τα υλικά μέσα, πως κρατήθηκε η παραγωγή σε ώρα πολέμου, όλα αυτά έπαψαν πλέον να αποτελούν τις φτωχοσυνοικίες της ιστορικής έρευνας, διότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσε να κρατηθή η Ελληνική Επανάσταση.

  

Δήμητρα Θ. Κατριβάνου

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1957, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», Αθήνα, 1957.

 

Αγαμέμνων


 

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Βασιλιάς των Μυκηνών, γιος του Ατρέα και αδελφός του Μενέλαου βασιλιά της Σπάρτης. Ήταν ο αρχιστράτηγος και πρωτοβασιλιάς των Ελλήνων στον τρωικό πόλεμο, τους οποίους ο ίδιος είχε προσκαλέσει προσωπικά, και συμμετείχε με 100 πλοία στην εκστρατεία, δίδοντας ταυτόχρονα άλλα εξήντα στους ορεσίβιους Αρκάδες (Ομ. Β΄ 576 και 610-614). Το όνομα Αγαμέμνων (από το επίρρ. άγαν και το ρ. μένω = επιμένω) φανερώνει άνδρα πολύ επίμονο και πείσμονα. Αυτό φάνηκε, όταν ο Αγαμέμνων θέλησε ν’ αρπάξει από τον Αχιλλέα τη Βρισηίδα,  προκαλώντας την οργή του δευτέρου.

Κατά το τελευταίο έτος του δεκαετούς τρωικού πολέμου, η αιχμαλωσία της Χρυσηίδος, κόρης του Χρύση, που ήταν ιερέας του Απόλλωνα, προκάλεσε λοιμό στο ελληνικό στράτευμα. Ο Αγαμέμνων αναγκάστηκε να επιστρέψει την κόρη, αλλά για να μη μείνει ο ίδιος χωρίς «γέρας», αποσπά από τον Αχιλλέα το βραβείο του, τη Βρισηίδα. Το πείσμα του αρχιστρατήγου προκάλεσε την οργή του θεϊκού Αχιλλέα και την αποχή του από τον πόλεμο (Όμ. Α΄).

Eurybates and Talthybios Lead Briseis to Agamemmon, Giovanni Baptista (Giambattista) Tiepolo, 1757.

Μετά την άλωση και την καταστροφή της Τροίας, ο Αγαμέμνων αιχμαλωτίζει τη μάντισσα Κασσάνδρα, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης. Επανερχόμενος στην πατρίδα, δολοφονείται από τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Την ίδια τύχη είχε και η Κασσάνδρα.

Στην τραγωδία Αγαμέμνων του Αισχύλου (458 π.Χ.) η Κλυταιμνήστρα προσπαθεί να δικαιολογηθεί για το αποτρόπαιο έγκλημά της, υποστηρίζοντας ότι εκδικήθηκε τον άνδρα της για τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας και διότι η Κασσάνδρα ήταν ερωμένη του. Ο Αίγισθος, επίσης, υποστηρίζει ότι τον εκδικήθηκε, διότι ο πατέρας του Ατρεύς είχε καλέσει τον Θυέστη, τον δικό του πατέρα προσφέροντάς του σε δείπνο τα ίδια του τα παιδιά (Επεισ. Δ΄. Για τα Θυέστεια δείπνα ).

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ο αιματοβαμμένος μύθος των Ατρειδών είναι μεταγενέστερος και ότι οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, οι οποίοι εμπνέονται από αυτόν το περιεχόμενο πολλών τραγωδιών τους, τον διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό. Μελετώντας τις πηγές, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξελικτική του πορεία. Έτσι, ο Όμηρος δε γνωρίζει ότι ο Ορέστης έγινε μητροκτόνος, αν και στο πρώτο συνέδριο των θεών (Οδ. α΄ 32-44) μέμφεται τον Αίγισθο για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα. Στον Όμηρο δεν συναντάμε τα ονόματα της Ιφιγένειας και της Ηλέκτρας, αλλά της Χρυσόθεμης, της Λαοδίκης και της Ιφιάνασσας και το όνομα φυσικά του μοναχογιού Ορέστη.

  

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Μαρίνος Δ. Γεώργιος (1892-1955)


Η προτομή του Γεωργίου Μαρίνου στην οδό Κορίνθου (πλατεία Αγίου Νικολάου).

Επιχειρηματίας και μεγάλος ευεργέτης. Γεννήθηκε στο Άργος, αλλά μετανάστευσε και έζησε πολλά χρόνια στην πόλη Λόξλυ της Αλαμπάμα (ΗΠΑ), όπου και πέθανε. Ο Γ. Μαρίνος απέκτησε μεγάλη περιουσία στην Αμερική. Πεθαίνοντας άφηνε πίσω του σπίτια, καταστήματα, οικόπεδα, αγροκτήματα και δασικές εκτάσεις. Πριν από το θάνατό του ανέθεσε τη διαχείριση της περιουσίας του σε τράπεζα της Αμερικής.

Στη διαθήκη του (29- 1-1954) ορίζεται με σαφήνεια ο τρόπος διάθεσης του κληροδοτήματος· για το Άργος προβλέπεται το 40% του ετήσιου εισοδήματος από την εκμετάλλευση της μεγάλης περιουσίας και αναλυτικότερα για τονΆγιο Πέτρο 10% για τους πτωχούς και 10% για την εκπαίδευση ορφανών, και για τον Άγιο Νικόλαο 10% επίσης για τους φτωχούς και 10% για την αποπεράτωση του ναού, ο οποίος τώρα έχει ολοκληρωθεί.

Το ποσό, που φτάνει κάθε χρόνο από την αμερικανική τράπεζα διαχείρισης, δεν είναι σταθερό αλλά ούτε και ευκαταφρόνητο· ανέρχεται περίπου στο ποσό των 12.000.000 δρχ. Τα υπόλοιπα χρήματα (60%) διανέμονται, σύμφωνα με τη διαθήκη, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης (10%) και σε εκκλησίες, σε μοναστήρια και ιδρύματα της Ελλάδας και της Αμερικής. Σημειώνουμε επίσης ότι ο δωρητής ορίζει σαφώς ότι τα χρήματα πρέπει να διατίθενται αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Στο Άργος την ευθύνη διαχείρισης του κληροδοτήματος έχει εννεαμελές συμβούλιο με πρόεδρο τον εκάστοτε Μητροπολίτη Αργολίδας.

Ο Γ. Μαρίνος πέθανε στην Αμερική στις 3 Οκτ. 1955. Ήταν παντρεμένος με τη Μίννη Μαρίνου και είχε υιοθετήσει δύο παιδιά, το Δημήτρη και την Πετρούλα. (Για τη γυναίκα του και τα παιδιά του υπάρχει ειδική πρόβλεψη στη διαθήκη.)

Η προτομή του δωρητή ευρίσκεται στη μικρή πλατεία του Αγ. Νικολάου. Είναι έργο του γλύπτη Νικόλα, έγινε με δαπάνες των ιερών ναών και των χριστιανικών ενώσεων ενώ τα αποκαλυπτήριά της έγιναν στις 25 Οκτωβρίου του 1970.

  

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

  

Η Εκκλησία του Άργους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας


Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Αναδρομή στο χρόνο

Το Άργος κατέλαβαν οι Τούρκοι την 3η Απριλίου 1463, ημέρα Κυριακή, των Βαΐων, και έμεινε υπό την Α’ τουρκική κυριαρχία 223 χρόνια, έως τον Αύγουστο του έτους 1686. Τότε οι Ενετοί ανακαταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο και αρχίζει έτσι η Β’ ενετική κυριαρχία (1686-1715).

Την 9η Δεκεμβρίου 1714 ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ’ κηρύττει πόλεμο κατά της Ενετίας. Ο τουρκικός στρατός την 28η Ιουνίου 1715, ημέρα Τρίτη μετά το μεσημέρι, καταλαμβάνει το Άργος χωρίς αντίσταση εντελώς έρημο από κατοίκους και αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία, που θα διαρκέσει έως, το 1821. δηλαδή 106 χρόνια. Βλέπουμε επομένως, ότι οι Τούρκοι κυριάρχησαν στο Άργος συνολικά 329 χρόνια επηρεάζοντας βεβαίως και τα εκκλησιαστικά πράγματα.

Ποιους τόπους περιελάμβανε η εκκλησία του Άργους

Η αρμοδιότητα της εκκλησίας Ναυπλίου και Άργους επί τουρκοκρατίας περιελάμβανε:

Άργος, ο πύργος των Φράγκων

Την επαρχία Άργους με τους έξι δήμους, εις τους οποίους ήταν διηρημένη προ της εφαρμογής του νόμου ΔΝΖ/1912. Δηλαδή τον τ. δήμο Άργους (Άργος, Δαλαμανάρα, Κουρτάκι, Πυργέλα, Λάλουκα, Κιβέρι, Μύλοι, Σκαφιδάκι), τον τ. δήμο Αλέας (Μπουγιάτι, Τάτσι, Γυμνό, Φρουσούνα, Άγιος Νικόλαος, Δούκα, Σκοτεινή), τον τ. δήμο Λυρκείας (Καρυά, Κάτω Μπέλεσι, Επάνω Μπέλεσι, Καπαρέλι, Βρούστι, Μάζι, Νεοχώριον, Στέρνα), τον τ. δήμο Μυκηνών (Κουτσοπόδι, Φίχτια, Χαρβάτι, Πρίφτανι, Μαλανδρένι, Σχινοχώρι, Μπόρσια, Πλέσια, Βραζέρκα), τον τ. δήμο Προσυμναίων (Μπερμπάτι, Λίμνες, Χώνικα, Άνω Μπούτια, Κάτω Μπούτια, Πασιά, Βαρδουβά), και τον τ. δήμο Υσιών (Αχλαδόκαμπο, Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι). Επίσης την επαρχία Ναυπλίου και τις επαρχίες Αγίου Πέτρου Κυνουρίας και κάτω Ναχαγιέ Ερμιονίδος.

Η εκκλησιαστική διοίκηση προ του έτους 1540

Το έτος 1212 το Άργος και το Ναύπλιο καταλαμβάνονται από τους σταυροφόρους. Η ορθόδοξος ιεραρχία καταργείται και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος που εξαρτάται από το λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (1212-1540) παρότι σχολάζουσα η ορθόδοξη μητρόπολη Άργους αναφέρεται εις τα «τακτικά» της εποχής αυτής. Η ρωμαϊκή εκκλησία έως το 1540 εξακολούθησε να εκλέγει επισκόπους, οι οποίοι από το 1397, δηλαδή μετά την καταστροφή του Βαγιαζήτ, εδρεύουν στο Ναύπλιον.

Από το 1540, οπότε το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους, και μέχρι σήμερα εκλέγονται τιτουλάριοι επίσκοποι Άργους από τη λατινική εκκλησία.

Για τα θέματα των ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς. Υπό τους Ενετούς ο οίκος Μαλαξού έδωσε λογίους, πρωτοπαπάδες και υμνογράφους, όπως και ο οίκος Ζυγομαλά. Αλλά των περισσοτέρων η δράση μεταφέρθηκε εκτός Ναυπλίου μετά την απομάκρυνση των Ενετών το 1540. Το 1540 το Ναύπλιον παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων καταφεύγουν στα Βενετοκρατούμενα νησιά της Κρήτης, Κυθήρων και Κερκύρας.

Ανασύσταση της μητροπόλεως

Το 1541 ο Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Α’ (1522-1545) δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς εναπομείναντας στο Ναύπλιο. Ζήτησαν από τον πατριάρχη την ανασύσταση της μητροπόλεως, που από το 1212 ήταν σχολάζουσα. Δηλαδή για 329 χρόνια. Του λόγου το ασφαλές μαρτυρεί συνοδικό πατριαρχικό γράμμα του Ιερεμίου Α’ το Μάιο του 1541 απ’ όπου πληροφορούμεθα έγκυρα τις ενέργειες των κατοίκων της περιοχής και της αποφάσεις που ελήφθησαν. Το γράμμα παρέλαβε στα χέρια του, ως φαίνεται, ο νέος μητροπολίτης Δωρόθεος, και σ’ αυτό του παραγγέλλει ο πατριάρχης να μεταβεί στην επαρχία του, ν’ αναλάβει τα καθήκοντά του και να τα ασκεί κατά τη διαγραφομένη τάξη.

Οι χριστιανοί εξ άλλου οφείλουν να δεικνύουν την επιβαλλομένη υποταγή. Έδρα της ανασυσταθείσης μητροπόλεως έγινε πλέον το Ναύπλιο. Ο τίτλος όμως της επαρχίας παρέμεινε ως «μητρόπολις Άργους και Ναυπλίου».

Η εκκλησιαστική διοίκηση μετά την ανασύσταση της μητροπόλεως

Πρώτος μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου κατεστάθη ο Δωρόθεος το 1541, ο οποίος καθαιρέθηκε το 1550. Διάδοχος του Δωροθέου αναφέρεται ο Γερμανός, ο οποίος αναλαμβάνει το έτος 1550. Από το Ναυπλιέα Θεοδόσιο Ζυγομαλά πληροφορούμεθα ότι περί το 1578 ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε υπό τη δικαιοδοσία του 150 ιερείς και 4000 οικογένειες χριστιανών.

Ο αρχιερεύς που μαρτυρημένα ποιμαίνει την επαρχία επί μακρόν και κάπως ήρεμα είναι λόγιος, ονόματι Διονύσιος, του οποίου το όνομα απαντά από το έτος 1579.

Ποιος και κατά ποιο έτος διεδέχθη το Διονύσιο δεν τεκμηριώνεται. Σύμφωνα με τις ειδήσεις που υπάρχουν, το 1691 ποίμαινε την επαρχία ιεράρχης Παρθένιος μετατεθείς από την μητρόπολη Παλαιών Πατρών. Αυτός παραιτείται το 1600, ημέρα Δευτέρα 29 Οκτωβρίου.

Διάδοχός του προκρίνεται ο ιερομόναχος Άνθιμος, που παραμένει μέχρι το 1604, οπότε καταλαμβάνει το θρόνο των Αθηνών. Στις 12 Φεβρουαρίου 1604, Ναυπλίου εξελέγη ο πρώην Νέων Πατρών Παρθένιος. Αν πρόκειται για τον παραιτηθέντα το έτος 1600 ή είναι απλή συνωνυμία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Πάντως το Μάιο του 1607 ο Ναυπλίου Παρθένιος καθαιρείται.

Το Μάιο του 1607 εκλέγεται Ναυπλίου ο οικονόμος της μητροπόλεως, ιερομόναχος Σωφρόνιος, ο οποίος μόλις συμπλήρωσε 15ετία παραιτήθηκε λόγω γήρατος.

Τον διαδέχεται ο Θεοφάνης που εκλέγεται στις 29 Απριλίου 1624. Μόλις συμπληρώθηκε 30ετία, Οκτώβριο του 1654 καθαιρείται λόγω καθυστερήσεως των προς το πατριαρχείο υποχρεώσεων. Μετά πάροδο ενός έτους το πατριαρχείο αποφασίζει συνοδική συγχώρηση. Όμως ήδη έχει εκλεγεί μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους ο Μακάριος.

 Για το Μακάριο γνωρίζουμε ότι τον Αύγουστο του 1656 απεκατεστάθη στη μικρή μητρόπολη Μηθύμνης. Έτσι ο Θεοφάνης παραμένει μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου άλλα δέκα χρόνια και καθαιρείται οριστικά το Νοέμβριο του 1665 με κατηγορίες ότι ήταν φιλοχρήματος, δεν κήρυττε τις Κυριακές και συγχωρούσε τετραγαμίες. Το Θεοφάνη διαδέχεται αμέσως ο Γεράσιμος προερχόμενος από τους πατριαρχικούς κύκλους. Αυτός καθαιρείται το Σεπτέμβριο του 1669 για οικονομικά παραπτώματα.

Στα χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας (1686-1715) η έδρα της μητροπόλεως έρχεται στο Άργος έως το 1715. Ως πρώτος μητροπολίτης αναφέρεται ο Κύριλλος το 1671. Κατόπιν ο Σίλβεστρος που διαποιμαίνει από το 1686 έως το 1698 και τέλος ο Αμβρόσιος από το 1698 έως το 1715 οπότε αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία στην Πελοπόννησο.

Μετά το 1715 παρουσιάζεται κάποιο κενό στην ιστορία της εκκλησίας Αργολίδος. Έδρα γίνεται το Μέρμπακα. Αναφέρεται μητροπολίτης ο Γαβριήλ Ταταράκης που διέμενε στην Κωνσταντινούπολη και μετείχε κινήσεως εναντίον του πατριάρχου Ιερεμίου Γ’. Αυτός καθαιρείται μετά τη 10η Φεβρουαρίου 1720 και το 1724 υπογράφει ως «πρώην Ναυπλίου και Πρόεδρος Μήλου και Κιμώλου Γαβριήλ και έξαρχος πατριαρχικός».

Το Γαβριήλ καθαιρεθέντα το 1720 διαδέχεται αμέσως ο Μελέτιος. Αυτός ποιμαίνει για είκοσι χρόνια τη μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου. Το 1741 αρχίζει η αρχιερατεία του Νεόφυτου του οποίου την παρουσία βρίσκουμε σε έγγραφα μέχρι το έτος 1756. Πιθανώς η θητεία του να παρετάθη πέραν του 1756.

Κατεβαίνουμε λίγα χρόνια και το 1766 συναντάμε νέο αρχιερέα, το Βενέδικτο που υπογράφει έγγραφα κατά τα έτη 1766, 1767 και 1768 ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου.

Μετά έχουμε κενό, διότι αναφέρεται ο Βενέδικτος στις προετοιμασίες της εξέγερσης του 1770, αλλά κατόπιν δε φαίνεται να μετέχει σε επιχειρήσεις. Ένεκα των Ορλωφικών τα εκκλησιαστικά πράγματα της Πελοποννήσου βρίσκονται σε αποδιοργάνωση.

Από το 1770 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Άργος και το 1776 έχουμε μια μνεία μητροπολίτου Ναυπλίου Νικοδήμου. Όμως από το αμέσως επόμενο έτος 1777 έως το 1786 σε έγγραφα απαντά μητροπολίτης Μελέτιος Β’, συνοδικός συνέχεια σχεδόν.

Το Μελέτιο, αφού παραιτήθηκε, διαδέχτηκε ο Ιάκωβος ο οποίος μαρτυρείται από το 1787 έως το 1800. Ήταν μάλλον από την Καλαμάτα. Επί των ημερών του κτίσθηκε κοντά στον παλαιό ναό Αγίου Πέτρου, μητροπολιτικό οίκημα του οποίου ερείπια σώζονται μέχρι προ ολίγων δεκαετιών στον περίβολο της οικίας της Αδελαΐδος Νανοπούλου στο Άργος, επί της οδού Μυστακοπούλου. Σήμερα ο χώρος έχει ισοπεδωθεί και λειτουργεί ως parking αυτοκινήτων.

Η ιδιοκτησία του οικοπέδου μετά την Αδελαΐδα Νανοπούλου περιήλθε  στον Ιωάννη Κουκούλη και από αυτόν στους Χρήστο και Ιωάννη Κουρουνιώτη, οι οποίοι τον κατέχουν μέχρι σήμερα.

Ο Ιάκωβος είχε ως γραμματέα, έκειρε μοναχό και χειροτόνησε εις διάκονο, τον εκ Δημητσάνης ανεψιό του Γερμανό, μετέπειτα επίσκοπο Παλαιών Πατρών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός εκάρη μοναχός πιθανότατα εις την Παναγία Κατακεκρυμμένη.

Μετά το θάνατο του Ιακώβου εξελέγη διάδοχός του τον Ιανουάριο του 1800 ο αρχιμανδρίτης της μητροπόλεως Νικομήδειας Γεράσιμος, που μετά από κάποιες δυσκολίες παραιτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1800, οπότε επληρώθη ο θρόνος δια μεταθέσεως του Παλαιών Πατρών Γρηγορίου.

Στο έτος 1810 τίθεται εκλογή μητροπολίτου Παρθενίου αντί αποθανόντος Γρηγορίου. Αυτός ο Γρηγόριος ήταν από τη Λακεδαίμονα και έχτισε μία ακόμη μητροπολιτική οικία κοντά σ’ αυτήν που είχε ανεγείρει ο Ιάκωβος. Την παρέλαβε ο ανεψιός και διάδοχός του εις το θρόνο, Γρηγόριος ο Καλαμαράς, καταγόμενος από τη Μεσσηνιακή Σίτζοβα.

Αυτός εργάσθηκε για το έθνος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και πέθανε (19 Σεπτεμβρίου 1821) στη φυλακή της Τριπολιτσάς ως εθνομάρτυρας. Η προτομή του βρίσκεται από το 1967, αριστερά της δυτικής εισόδου του ναού Αγίου Πέτρου Άργους. Με τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο τερματίζεται η ιστορική πορεία της μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου μέχρι την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Από το 1821 έως το 1829 αναλαμβάνει εκκλησιαστικός τοποτηρητής της χηρευούσης μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους ο Αθανάσιος Σολιώτης, αρχιδιάκονος – πρωτοσύγκελλος του Γρηγορίου Καλαμαρά.

Η έδρα της μητροπόλεως

Το 1189 η μέχρι τότε επισκοπή Άργους και Ναυπλίου ανυψώθηκε σε μητρόπολη με έδρα το Άργος. Από το 1212 αρχίζει η φραγκοκρατία και η βίαιη κατάργηση της ορθοδόξου ιεραρχίας.

Στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος ο οποίος εξαρτάται από τον αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Η έδρα του λατίνου επισκόπου θα μεταφερθεί στο Ναύπλιον από το έτος 1367. Είναι το έτος που οι οθωμανοί αιχμαλωτίζουν πάνω από το μισό πληθυσμό του Άργους.

Κατά την περίοδο μέχρι το 1540 για τα ορθόδοξα πράγματα υπήρχε ένας πρωτοπαπάς, τον οποίο διόριζαν οι Ενετοί. Το 1541 έγινε η ανασύσταση της μητροπόλεως με έδρα το Ναύπλιο.

Το Ναύπλιο παραμένει ως έδρα της μητροπόλεως μέχρι το 1686 οπότε καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς και η έδρα μεταφέρεται στο Άργος και παραμένει εκεί μέχρι το 1715 περίπου. Από το 1715 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα).

Πιθανώς εκεί που βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 12ου αιώνος. Όταν το 1989 είχε ξεκινήσει η επισκευή του δαπέδου του ναού, ανακαλύφθηκε κρύπτη κάτω από το Ιερό Βήμα. Η είσοδος της κρύπτης είναι ένα άνοιγμα θολωτό στο μπροστά μέρος της Ωραίας Πύλης, δομημένο με κεραμιδάκι, ενώ στο πίσω μέρος της αγίας Τράπεζας υπάρχει κι άλλο ένα μικρό άνοιγμα που οδηγεί στην κρύπτη. Πιθανώς η κρύπτη ήταν χώρος όπου αναπαύονταν τα λείψανα κεκοιμημένων κληρικών. Επίσης έγινε και απόξεση της μεταγενέστερης αγιογραφίας και βγήκαν στην επιφάνεια οι πρώτες εικόνες του ναού, έργα του 16ου αιώνα, εξαιρετικής τέχνης, αλλά με φθορές οι οποίες δυστυχώς χρησίμευσαν προκειμένου να κολλήσουν επάνω οι μεταγενέστερες αγιογραφίες.

Στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους, αριστερά της προθέσεως ο Χριστοφόρος, επίσκοπος Άργους, και μεταξύ προθέσεως και Αγίας Τράπεζας ο Κωνσταντίνος, επίσης επίσκοπος Άργους (920 μ.Χ.).

Το αξιόλογο είναι ότι εικονίζονται ως άγιοι με φωτοστέφανο οι επίσκοποι Άργους, ενώ εμείς τιμάμε ως άγιο μόνο τον Πέτρο.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μέρμπακα εχρησιμοποιείτο ως νεκροταφιακός μέχρι το 2000, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των μνημείων στο κοιμητήριο του νεοανεγερθέντος ναού του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έξω από το χωριό, προς το Παναρίτι.

Η έδρα λοιπόν της μητροπόλεως παρέμεινε στο Μέρμπακα μέχρι το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Το Άργος θα είναι η έδρα της μητροπόλεως έως τις ημέρες της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μετά την επανάσταση, μέχρι σήμερα έδρα της μητροπόλεως είναι το Ναύπλιο.

 Δαναός ΙΙΙ, «Το Άργος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας», Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2003.

Ορέστης


Ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο, ερυθρόμορφη πελίκη, 500 π.Χ., Βιένη Ιστορικό Μουσείο.

 

Μυθικό πρόσωπο, γιος του Αγαμέμνονα και της Κληταιμνήστρας, από τα πιο τραγικά πρόσωπα της μυθολογίας μας. Μετά τη δολοφονία του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, η Ηλέκτρα φυγάδευσε τον Ορέστη στη Φωκίδα κοντά στο βασιλιά Στρόφιο, που είχε παντρευτεί την αδελφή του Αγαμέμνονα Αναξιβία. Όταν ενηλικιώθηκε, πήρε εντολή απ’ το μαντείο των Δελφών να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, έτσι ήρθε  στο Άργος με το φίλο και ξάδελφό του Πυλάδη, και εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της.

Από τότε αρχίζουν τα βάσανά του. Ο μητροκτόνος, κυνηγημένος από τις Ερινύες καταφεύγει και πάλι στους Δελφούς κι ο Απόλλων τον προστάζει να πάει στην Αθήνα και να δικαστεί. Στον Άρειο Πάγο αθωώθηκε. Ορισμένες Ερινύες, δυσαρεστημένες από την απόφαση, εξακολούθησαν να τον κυνηγούν. Καταφεύγει για τρίτη φορά στο μαντείο και ο Απόλλων τούτη τη φορά τον προστάζει να μεταφέρει το ξόανο της  Άρτεμης από την Ταυρίδα (Κριμαία) στην Αττική.

Εκεί, στο ναό της Άρτεμης, συνάντησε την αδελφή του Ιφιγένεια, που ήταν ιέρεια, και την ελευθέρωσε, παίρνοντας και το ξόανο της θεάς, το οποίο έφερε στην Αθήνα, καθιερώνοντας έτσι τη λατρεία της στην Αττική γη. («Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη).

Στη συνέχεια παντρεύτηκε την κόρη του θείου του Μενελάου, την Ερμιόνη, και απέκτησε από αυτή τον Τισαμενό.

Orestes slaying Aegisthus and Clytemnestra, Bernardino Mei, 1654.

Όταν πέθανε ο Μενέλαος, οι Σπαρτιάτες προσκάλεσαν τον Ορέστη για βασιλιά τους προτιμώντας τον ως εγγονό του Τυνδάρεω από τον Νικόστρατο και τον Μεγα­πενθη πού είχε κάνει ο Μενέλαος με μια σκλάβα. Αφού ο Ορέστης προσάρτησε μεγάλο μέρος της Αρκαδίας στο Βασίλειο του  των Μυκηνών με τη βοήθεια των δυνάμεων πού είχαν εξοπλιστεί από τούς σύμμαχους Φωκείς, έγινε βασιλι­άς του Άργους, επειδή ο βασιλιάς Κυλαβάρης, εγγονός του Καπανέα, πεθαίνοντας δεν είχε αφήσει διάδοχο. Ο Ορέστης κατέκτησε και την Αχαΐα, άλλα τελικά, ακολουθώντας τις προσταγές του μαντείου των Δελφών, από τις Μυκήνες μετανάστευσε στην Αρκαδία, όπου και πέθανε σε ηλικία εβδομήντα χρόνων από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορέστης θάφτηκε στην Τεγέα αλλά ύστερα από χρησμό οι Λακεδαιμόνιοι μετέφεραν τα οστά του στη Σπάρτη. 

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην αγορά της Σπάρτης υπήρχε τάφος του Ορέστη (Παυσ. ΙΙΙ, 11, 10).

Ο Ορέστης στάθηκε πηγή έμπνευσης, ιδίως για τους τραγικούς. Η μοναδική τριλογία που μας σώθηκε, η «Ορέστεια» του Αισχύλου, αναφέρεται στην τραγική μοίρα και στις περιπέτειες του Ορέστη.

  

Ορέστης – Ευριπίδης 408 π.Χ.


Μετά το φόνο της Κλυταιμνήστρας, ο Ορέστης, εξουθενωμένος από τις κρίσεις μανίας στις οποίες καταδιώκεται από τις Ερινύες, απειλείται με θανατική καταδίκη, τόσο ο ίδιος, όσο και η αδελφή του Ηλέκτρα. Τελευταία τους ελπίδα είναι η άφιξη του Μενέλαου.

Ο Ορέστης ζητά τη βοήθειά του για να μεταστραφεί η γνώμη των Αργείων, αλλά η δειλία του και η στάση του Τυνδάρεω εναντίον του μητροκτόνου εγγονού του οδηγούν σε αδιέξοδο. Φτάνει ο Πυλάδης και αποχωρούν μαζί με τον Ορέστη για τη συνέλευση.

Η Ηλέκτρα πληροφορείται την καταδικαστική απόφαση της συνέλευσης. Μαζί με τον Ορέστη και τον Πυλάδη αποφασίζουν τη δολοφονία της Ελένης για να εκδικηθούν τον Μενέλαο, και τη σύλληψη της κόρης του Ερμιόνης ως ομήρου. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης μπαίνουν στο ανάκτορο για να εκτελέσουν το σχέδιο, ενώ η Ηλέκτρα περιμένει την Ερμιόνη. Την ώρα που εκείνη καταφθάνει, ακούγονται οι κραυγές της Ελένης, ενώ εξέρχεται ένας Φρύγας δούλος που, αφηγείται την απόπειρα. Με την άφιξη του Μενελάου, ο Ορέστης και ο Πυλάδης απειλούν να δολοφονήσουν την Ερμιόνη, εάν εκείνος δεν μεταπείσει τους Αργείους. Ο Μενέλαος δηλώνει αδυναμία, οπότε η Ηλέκτρα και ο Πυλάδης προχωρούν στην πυρπόληση του ανακτόρου.

Τη λύση δίνει η εμφάνιση του Απόλλωνα, ο οποίος αναγγέλλει τη σωτηρία της Ελένης, ορίζει την ανάληψη της εξουσίας του ‘Αργους από τον Ορέστη, το γάμο του με την Ερμιόνη, καθώς και της Ηλέκτρας με τον Πυλάδη.

 

Ορέστης, του Γιάννη Ρίτσου


Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου αποτελεί ποίημα από την συλλογή του Τέταρτη Διάσταση.  Γραμμένο το 1966, είναι εμπνευσμένο από την αρχαιοελληνική μυθολογία, της οποίας ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε λάτρης και εξαιρετικός μελετητής.

Το έργο αναφέρεται στην επιστροφή του γιου του Αγαμέμνονα στο Άργος, προκειμένου να πάρει εκδίκηση για το φόνο του πατερά του, να σκοτώσει δηλ. την μητέρα του και τον εραστή της.

Ο ποιητής ανατρέπει τον μύθο και παρουσιάζει έναν Ορέστη διαφορετικό από αυτόν των μεγάλων Τραγικών, ολοκληρωτικά αντίθετο με τις απόψεις της αδελφής του Ηλέκτρας που ζει για την εκπλήρωση της τιμωρίας, πάντα όμως με συνοδοιπόρο και συνεργό τον επιστήθιο φίλο του Πυλάδη, διόλου εκδικητικό και εναντίον των δολοφονικών αντιποίνων.

Ο Ορέστης του Γιάννη Ρίτσου δεν πιστεύει καθόλου πως με έναν ακόμη φόνο θα δικαιωθεί και θα ησυχάσει το Άργος.  Πίσω από την αναφορά του ποιητή στην «αρχαία βασιλική οικογένεια» και την τραγική της ιστορία, διαφαίνεται ξεκάθαρα η αγωνία του ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το καθήκον που του επιβάλλουν.

Του καθήκοντος που είναι αντίθετο με το συναίσθημα και την προσωπική του θέση, και το οποίο καλείται να εκπληρώσει και να υπηρετήσει.  Η αγωνία, η αγάπη για την πατρίδα του, καθώς και η προσδοκία του για διακοπή των αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ αδελφών, είναι διάχυτες στο έργο.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις / Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Ιφιγένεια


Η θυσία της Ιφιγένειας, Απουλικός κρατήρας, 370-350 π.Χ., Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

Κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας. Σύμφωνα με το μύθο, ο ελληνικός στρατός που ήταν συγκεντρωμένος στην Αυλίδα, δεν μπορούσε να αποπλεύσει εναντίον της Τροίας λόγω άπνοιας. Ο λόγος οφειλόταν στην οργή της θεάς Άρτεμης κατά του Αγαμέμνονα, ο οποίος κυνηγώντας στο άλσος της σκότωσε το ιερό της ελάφι.

Ο μάντης Κάλχας, ο οποίος ακολουθούσε τους Έλληνες στην εκστρατεία, προφήτευσε ότι θα έπνεε ούριος άνεμος, εάν θυσιαζόταν η κόρη του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα Ιφιγένεια, για να εξιλεωθεί η οργισμένη θεά. Ο φιλόδοξος Αγαμέμνονας, μπροστά στο φοβερό δίλημμα να ματαιώσει την εκστρατεία για να σώσει την κόρη του, αποφασίζει – ύστερα από τις προτροπές του Μενελάου και του Οδυσσέα – να παραγγείλει στη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα να μεταβεί με την κόρη τους στην Αυλίδα, προκειμένου να την παντρέψουν με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων Αχιλλέα.

Μάνα* και κόρη, όταν έφτασαν στην Αυλίδα και πληροφορήθηκαν τις πραγματικές προθέσεις του Αγαμέμνονα, τον ικέτευαν να εγκαταλείψει τα φιλόδοξα σχέδιά του και να λυπηθεί την κόρη του. Αλλά μπροστά στη δική του επιμονή, η Ιφιγένεια προσφέρεται να θυσιαστεί για την τιμή της Ελλάδας («Ιφιγένεια η εν Αυλίδι»)**.

Ιφιγένεια. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1862).

Η θεά Άρτεμη τότε παρεμβαίνει κατά θαυμαστό τρόπο. Μ’ ένα σύννεφο άρπαξε τη βασιλοπούλα και τη μετέφερε στη μακρινή χώρα των Ταύρων, αφήνοντας στη θέση της ένα ελάφι («Ιφιγένεια η εν Ταύροις»)***. Στην Ταυρίδα έγινε ιέρεια σε ναό της θεάς, όπου σύμφωνα με τα βαρβαρικά έθιμα γίνονταν ανθρωποθυσίες.

Μετά το τέλος του τρωικού πολέμου, ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στις Μυκήνες όπου η Κλυταιμνήστρα παίρνει την εκδίκησή της βάζοντας τον εραστή της τον Αίγισθο να τον σκοτώσει, στη συνέχεια  ακολουθεί  η εκδίκηση  για τον θάνατό του από τον γιο του Ορέστη, ο οποίος με τη σειρά του σκοτώνει τη μητέρα του και τον Αίγισθο, και κυνηγημένος από τις τύψεις (Ερινύες) ως μητροκτόνος καταφεύγει στο μαντείο των Δελφών και ζητά χρησμό. Ο Απόλλωνας, διά στόματος Πυθίας, του δίδει εντολή να μεταβεί στη χώρα των Ταύρων, να αρπάξει το ξόανο της Άρτεμης και να το μεταφέρει στην Αττική.

"H θυσία της Ιφιγένειας", έργο του Giovanni Battista Tiepolo (18ος αιώνας).

Ο Ορέστης υπακούει στην προσταγή του θεού και μεταβαίνει πράγματι στην Ταυρίδα με τον εξάδελφό του Πυλάδη, που του συμπαραστέκεται σαν αδελφικός φίλος και τον συντροφεύει. Εκεί οι δύο νέοι συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο ναό για θυσία. Όμως, ο Ορέστης αναγνωρίζει στο πρόσωπο της Ιέρειας την αδελφή του, η οποία κατορθώνει να εξαπατήσει το βασιλιά Θόαντα**** και να αποδράσουν και οι τρεις, συναποκομίζοντας και το ξόανο της θεάς. Η Ιφιγένεια κατέφυγε στον αττικό δήμο της Βραυρώνος και πέθανε ως ιέρεια στο ναό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος.

Ο παραπάνω μύθος, ο οποίος αξιοποιήθηκε από τους τραγικούς, προέρχεται από τα κύπρια έπη του Στασίνου***** (8ος αι. π.Χ.).  

Κατά την αρχαϊκή εποχή ο μύθος της Ιφιγένειας είναι ακόμη άγνωστος. Μόνο το δράμα στην Αττική και ιδιαίτερα οι δύο σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη (Ιφιγένεια η εν Αυλίδι και Ιφιγένεια η εν Ταύροις) έκαναν πολύ γνωστό τον μύθο και δημιούργησαν καλλιτεχνικά ερεθίσματα, που φτάνουν μέχρι σήμερα. Ποιητές και καλλιτέχνες όλων των εποχών εμπνεύστηκαν από τον μύθο της Ιφιγένειας, ο οποίος διακρίνεται για την έντονη τραγικότητά του. Τραγωδία με τον τίτλο «Ιφιγένεια εν Ταύροις» συνέγραψε και ο Γκαίτε, ένα από τα κλασικότερα έργα του.

 

Υποσημειώσεις


 

Ιφιγένεια ΙΙ. Anselm Feuerbach, Λάδι σε μουσαμά (1871).

* Η Κλυταιμνήστρα 

δεν μπόρεσε ποτέ να του συγχωρήσει το γεγονός ότι θυσίασε το ίδιο τους το παιδί για την εκστρατεία «του» και προέβαλε αυτό το τραγικό γεγονός ως δικαιολογία για το φόνο του άντρα της.

**«Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης με άγνωστο το έτος που διδάχτηκε (παίχτηκε). Το έργο εκτυλίσσεται με βάση το σχετικό μύθο της Ιλιάδας. Η επώνυμη ηρωίδα που βρίσκεται στις Μυκήνες προσκαλείται από τον πατέρα της Βασιλιά Αγαμέμνονα στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Αυλίδα λίγο πριν τον απόπλου για την εκστρατεία της Τροίας με δικαιολογία δήθεν να νυμφευθεί τον Βασιλέα των Μυρμιδόνων Αχιλλέα. Ενώ στη πράξη να θυσιαστεί υπέρ της πατρίδος στη Θεά Άρτεμη. Όταν όμως έφθασε συνοδευόμενη από την μητέρα της και έγινε γνωστός ο αληθής σκοπός της πρόσκλησης η μεν Κλυταιμνήστρα ικετεύει τον Αχιλλέα όπως σώσει την φημισμένη περί αυτού νύφη, η δε κόρη τον πατέρα της να μη προβεί σε τέτοια πράξη. Ο Αχιλλέας υπόσχεται να παρακωλύσει τη θυσία αλλά ο στρατός σε στασίαση απαιτεί την εκτέλεσή της θυσίας. Και ενώ τα πράγματα περιπλέκονται η ευγενική ηρωίδα αποδέχεται την ποθούμενη πράξη αφού εκούσια προσφέρεται εις θυσία για την Πατρίδα.

*** «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη. Το έργο εκτυλίσσεται με σκηνικά «εν Ταύροις» της Σκυθίας όπου ο Ορέστης και ο Πυλάδης προσορμίζονται προκειμένου να πάρουν το ξόανο της θεάς Άρτεμης και να το μεταφέρουν στην Αττική. Αλλά οι δύο ήρωες συλλαμβάνονται από βαρβάρους ως σύμφωνα με δικούς τους νόμους ιερόσυλοι καθώς ο βασιλιάς της Ταυρίδας, Θόας, μισούσε τους ξένους και τους Έλληνες. Προτού λοιπόν θανατωθούν ως θυσία προς τη θεά Άρτεμις, οδηγούνται για εξαγνισμό, στο ναό της θεά, από την ιέρεια του ναού. Όμως ιέρεια του Ναού της Θεάς τυγχάνει να είναι η αδελφή του Ορέστη η Ιφιγένεια με την οποία αναγνωρίζονται. Έτσι με τέχνασμα αυτής οι ήρωες και μαζί τους η Ιφιγένεια καταφέρνουν με την βοήθεια της Θεάς Αθηνάς να αποδράσουν αποκομίζοντας και το ιερό ξόανο της Θεάς.

**** Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του «Χρύσης» που έχει χαθεί, αναφέρει και ένα περιστατικό που τους συνέβη στην επιστροφή τους. Οι τρεις φυγάδες έφτασαν στην πόλη Σμίνθιο. Εκεί ιερέας του Απόλλωνα ήταν ο Χρύσης, που είχε μαζί του τον εγγονό του από την κόρη του Χρυσηίδα με τον Αγαμέμνονα. Ο εγγονός του Χρύση λεγόταν κι αυτός Χρύσης. Ο νεαρός Χρύσης συνέλαβε τους φυγάδες και ετοιμαζόταν να τους παραδώσει στο βασιλιά της Ταυρίδας που τους καταδίωκε. Ο παππούς του του αποκάλυψε τότε το μυστικό της γέννησής του και ο νεαρός Χρύσης ακολούθησε τα αδέρφια του στις Μυκήνες. Άλλη παραλλαγή αναφέρει την Ιφιγένεια κόρη της Χρυσηίδας και του Αγαμέμνονα ή του Θησέα και της Ελένης ή ότι παντρεύτηκε τον Αχιλλέα.

***** Ο Στασίνος ήταν Κύπριος επικός ποιητής του 8ου αι. π.Χ., δηλαδή σχεδόν σύγχρονος του Ομήρου. Τα κύπρια έπη, που αποδίδονται σ’ αυτόν, αποτελούνταν από έντεκα βιβλία και κάλυπταν τα γεγονότα από την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη μέχρι και τον θυμό του Αχιλλέα (την μήνιν του Αχιλλέως, που είναι η αρχή της Ιλιάδας).

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

 

 

Ήρα


 

 

Η πολιούχος θεά του Άργους, η ιερή βασίλισσα του Ολύμπου, προστάτιδα του γάμου, της οικογενειακής ζωής και των χρηστών ηθών. Πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας, σύζυγος του υψίστου των θεών, κατέχει την πρώτη, εξέχουσα θέση ανάμεσα στις θεές του Ολύμπου.

 

 

Δίας και Ήρα, λάδι σε μουσαμά , James Barry (1741–1806)

Γεννήθηκε, όπως ένας μύθος υποστηρίζει, στο Άργος, ενώ άλλες παραδόσεις θεωρούν γενέτειρά της τη Σάμο, την Αρκαδία και την Κόρινθο. Η Ήρα ήταν η ιδανική γυναίκα, ωραία, σεμνή και απόλυτα αφοσιωμένη στον άντρα της. Ουδέποτε σύναψε άλλη ερωτική σχέση, γι’ αυτό απαιτούσε από αυτόν να της είναι πιστός. Οι αναρίθμητες περιπέτειές του όμως την έκαναν ζηλότυπη[1] και οι συζυγικοί καβγάδες τους ήταν συχνότατοι και ιδιαίτερα έντονοι. Σε τέτοιες στιγμές αγανάκτησης η Ήρα γέννησε μόνη της, με την απλή επαφή ενός άνθους, το θεό του πολέμου Άρη.  

Αλλά χωρίς ερωτική συνεύρεση, λένε κάποιοι μύθοι, συνέλαβε και τη θεά της αιώνιας νιότης, την Ήβη– μετά από ένα γεύμα με μαρούλια.[2] Με τον ίδιο τρόπο έφερε στο φως την Ειλείθυια, τη θεά των τοκετών. Βέβαια άλλοι μύθοι αποδίδουν στο Δία και την Ήρα πολλά παιδιά και θεωρούν τον Ήφαιστο καρπό της προγαμιαίας σχέσης τους, ενώ αναφέρουν ότι ο Άρης γεννήθηκε μετά το γάμο, όπως και η Άγγελος που ανήκει στον υποχθόνιο κόσμο.

 

Οι διάφοροι μύθοι, στους οποίους αναφέρεται η Ήρα, δίνουν ως κύρια γνωρίσματα του χαρακτήρα της τον εγωισμό, την αυστηρότητα, τη φιλόνικη διάθεση και τη ζηλοτυπία[3].

 

Η Ήρα λατρευόταν σε όλες τις ελληνικές πόλεις και τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Γιορτές αφιερωμένες στην Ήρα είναι τα Δαίδαλα, τα Καλλιστεία, τα Εκατόμβοια.

 

Ονομαστός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ήταν το Ηραίο του Άργους[4], από τα αρχαιότερα ιερά.[5] Αρκετά φημισμένος ήταν και ο ναός της στην Ολυμπία, όπως και στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα, στη Σπάρτη και το Ναύπλιο. Την τιμούσαν επίσης και στην Εύβοια όπου, κατά την παράδοση, είχε ανατραφεί, στη Θράκη, στη Σάμο, στη Λέσβο, στην Κνωσό της Κρήτης, καθώς και στη Σικελία, στον Ακράγαντα και τις Συρακούσες. 

 

 

Ηραία


 

Γιορτές προς τιμήν της θεάς Ήρας, που τελούνταν στις πόλεις όπου λατρευόταν η θεά (Άργος, Ήλιδα, Σάμο, Αθήνα, Κόρινθο, Κω, Δελφούς, Αμοργό, Ρώμη και αλλού).

 

Τα πιο ονομαστά Ηραία τελούνταν στο Άργος, όπου γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, αφού η θεά λατρευόταν στην πόλη ως πολιούχος. Κατά τη διάρκεια της γιορτής τελούνταν αθλητικοί, μουσικοί και ρητορικοί αγώνες. Κυριότερος θεωρούνταν ο «Χάλκεος», τον οποίο είχαν θεσπίσει – σύμφωνα με την παράδοση – οι αδελφοί Ακρίσιος και Προίτος. Ο νικητής στον αγώνα αυτό έπαιρνε ως έπαθλο χάλκινη ασπίδα και στεφάνι από μυρτιά. Μετά το τέλος των αγώνων ακολουθούσε μεγαλοπρεπής πομπή από το Άργος προς το ναό της θεάς. Προπορευόταν αγέλη εκατό βοδιών, που θα θυσιάζονταν, γι’ αυτό και η γιορτή ονομαζόταν και «εκατόμβαια».

 

Ακολουθούσε η πρώτη ιέρεια της θεάς, η οποία έδινε και το όνομά της στο έτος της θητείας της, ανεβασμένη σε άρμα που το έσερναν λευκά βόδια, ακολουθούσαν οι υπόλοιπες ιέρειες, οι λεγόμενες Ηρεσίδες, και πολύς κόσμος.

 

Η γιορτή γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια, στο μέσον του δεύτερου έτους κάθε ολυμπιάδας, και διατηρήθηκε μέχρι τον 3ο αιώνα. μ.Χ., όπως μαρτυρούν αργείτικα νομίσματα με την επιγραφή ΗΡΑΙΑ.

 

 

Το Ηραίον του Άργους


 

 

Της αρχαιολόγου Όλγας Ψυχογυιού.

 

 

Ήρα

Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Το ιερό ιδρύθηκε στα μισά του 8ου αι. π.Χ. σε μία θέση που δεσπόζει στην αργολική πεδιάδα, αρχικά ως θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. ως επίσημο θρησκευτικό κέντρο αποκλειστικά της πόλης του Άργους.  

Η λατρεία ήταν μυστηριακή και είχε ως βασική γιορτή, τα Εκατόμβοια. Πιθανόν να λατρευόταν στην περιοχή μία προϊστορική χθόνια θεά, συνδεμένη με τη φύση, με την οποία ταυτίστηκε αργότερα η Ήρα. Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε από τον ήρωα Άργο ή το Φορωνέα γιο του ποταμού θεού – Ινάχου. Η περίοδος ακμής του ιερού αν κρίνουμε από την αρχιτεκτονική του εξέλιξη τοποθετείται στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. και κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.


Το ηραίο κτίστηκε σε τρία άνδηρα στην νοτιοδυτική πλαγιά ενός υψώματος στους πρόποδες του όρους Αετόβουνο που ορίζει την ανατολική πλευρά της Αργολικής πεδιάδας. Στην περιοχή του ιερού, που ονομάζεται Πρόσυμνα, εντοπίστηκαν κατάλοιπα οικισμού της νεολιθικής και της Εποχής του Χαλκού καθώς και ένα εκτεταμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο με ενδείξεις μεταγενέστερης λατρείας των προγόνων. Η περιοχή αυτή είχε πάντως ιδιαίτερη σημασία για τους Μυκηναίους αφού ένας διαμορφωμένος οδικός άξονας, μήκους 5 χιλ. την συνέδεε με τις Μυκήνες.

Κατά τον 8ο αι. π.Χ. το ψηλότερο άνδηρο ενισχύθηκε με έναν κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο. Πιθανόν να υπήρχε αρχικά σ’ αυτό ένας υπαίθριος βωμός ή ένα μικρό οικοδόμημα, ανάλογο μ’ ένα πήλινο ομοίωμα που βρέθηκε εκεί. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. η επιφάνεια του ανδήρου επεκτάθηκε με εκβραχισμούς και πάνω του οικοδομήθηκε ένας από τους πρώτους περίπτερους δωρικούς ναούς, τόσο σεβαστός που διατήρησε τους αρχαϊκούς ξύλινους κίονες έως την καταστροφή του το 423 π.Χ, πιθανώς από την πυρκαγιά που προκάλεσε η απροσεξία της ιέρειας Χρυσηίδας.

 

Το φημισμένο σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο ιερό της Ήρας ήταν αφιερωμένο στη θεά που ευλογεί την αφθονία και προστατεύει στον πόλεμο. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν στο μεσαίο άνδηρο, όπου πιθανόν να υπήρχε ήδη βωμός, δύο δωρικές στοές κάτω από τον κυκλώπειο αναλημματικό τοίχο με την πρόσοψή τους προς τα νότια, καθώς και ένα κτήριο συμποσίων, το »Δυτικό κτήριο». Μετά από μία περίοδο ύφεσης όπου την οδήγησε ο πόλεμος με την Σπάρτη και η βαριά ήττα της Σηπίας, η πόλη του Άργους γνωρίζει και πάλι την ανάπτυξη στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., έχοντας κατακτήσει τις μικρότερες πόλεις της Αργολικής πεδιάδας, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες. Το ιερό θα αποκτήσει τότε μνημειακό χαρακτήρα με τη διαμόρφωση της επίσημης εισόδου καθώς και την ανέγερση μίας τρίτης στοάς, δυτικά των αρχαϊκών, και του »ανατολικού κτηρίου», το οποίο θυμίζει το Τελεστήριο της Ελευσίνας. Τα έργα ολοκληρώνονται με την οικοδόμηση στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ενός νέου δωρικού ναού, έργου του αρχιτέκτονα Ευπόλεμου, που θα αντικαταστήσει τον καταστραμμένο ναό, του οποίου τα κατάλοιπα σώζονται. Αργότερα προσθέτονται στα δυτικά του ιερού ένα ελληνιστικό γυμνάσιο και ρωμαϊκά λουτρά.


Στο ηραίο τελείτο η πιο φημισμένη εορτή αφιερωμένη στην Ήρα, τα Ηραία ή Εκατόμβοια, που άρχιζαν με πομπή από την πόλη του Άργους, γνωστή από το επεισόδιο του Κλέοβι και Βίτωνα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ., όπου ο Ηρόδοτος τοποθετεί την απαρχή τους, έως τον 3ο αιώνα π.Χ. όποτε μεταφέρονται στο Άργος, διεξάγονταν επίσης στο ιερό αγώνες που συμπεριλήφτηκαν στην ομάδα των μεγάλων πανελλήνιων, των οποίων οι νικητές ονομάζονται »περιοδονίκαι». Ήταν γνωστοί στη διαχρονική τους εξέλιξη, αρχικά απλά ως »Παρ Ήρας Αργείας» και μετέπειτα ως Εκατόμβοια με έπαθλα, χάλκινα αντικείμενα (υδρίες, λέβητες, τρίποδα, ασπίδες και κρατήρες). Μετά την μεταφορά τους στο Άργος, όπου τελούνταν μαζί με τα Νέμεα, με έπαθλα το στεφάνι μυρτιάς και τη χάλκινη ασπίδα, ονομάζονται: «Ηραία τα εν Αργεί», και αργότερα «Η εξ Άργους ασπίς».


Μάρτυρες της μεγάλης σημασίας του Ηραίου είναι ο βασισμένος στον κατάλογο των ιερατείων υπολογισμός της τοπικής χρονολογίας, μίας από τις γνωστότερες της αρχαιότητας, καθώς και τα πλούσια αναθήματα του Νέρωνα και του Αδριανού. Η ακτινοβολία και η φήμη του επεκτάθηκαν σ’ όλον τον αρχαίο κόσμο και διατηρήθηκαν έως την απαγόρευση της αρχαίας θρησκείας. Κατά τον Βιτρούβιο -Ρωμαίο αρχιτέκτονα (88π.Χ. – 26μ.Χ.)- τον αρχαϊκό δωρικό περίπτερο ναό της Ήρας έκτισε ο Δώρος.

Ανασκαφές διενεργήθηκαν στην περιοχή από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και από τον Αμερικανό αρχαιολόγο Blegen. Οι ανασκαφές οδήγησαν στην ανακάλυψη του ναού του Απόλλωνα κοντά στην ακρόπολη, του βουλευτηρίου, λουτρών, ενός ηρώου ρωμαϊκής εποχής, ενός νεκροταφείου και του ηραίου που ήταν κέντρο λατρείας της πολιούχου Ήρας.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Η οργή της Ήρας ξεσπούσε κάθε φορά στις ερωμένες του Δία ή στους καρπούς του έρωτά του. Τέτοιες μορφές είναι η μητέρα του Ηρακλή Αλκμήνη και ο ίδιος ο Ηρακλής, η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης Λητώ, η κόρη του Ινάχου Ιώ, η μητέρα του Διόνυσου Σεμέλη και άλλες.

 

[2] Όμηρος Ιλιάς Δ 441· Οβίδιος Ημερολόγιων ν 255′ πρώτος Βα­τικανός μυθογράφος 204.

 

[3] Ένας από τους πιο παλιούς μύθους και πολύ γνωστός είναι αυτός που αναφέρεται στα πρώτα «καλλιστεία», κατά τα οποία ο Πάρης έδωσε το μήλο της Έριδος στην Αφροδίτη. Οι άλλες δυο θεές, η Αθηνά και η Ήρα, χολώθηκαν και έκτοτε αντιμάχονταν τους Τρώες με σφοδρότητα, ευρισκόμενες πάντα στο πλευρό των Ελλήνων. Στην Ιλιάδα η Ήρα προβάλλεται ως δυναμική γυναικεία προσωπικότητα και κατορθώνει με την εξυπνάδα και πονηριά της αλλά και με τον ερωτισμό της να πείθει ή να εξαπατά τον πανίσχυρο Δία. Είναι πάντα νέα, όμορφη και δυναμική. Κάθε χρόνο λουζόταν στην πηγή Κάναθο, κοντά στο Ναύπλιο, και αποκτούσε εκ νέου την παρθενία της, ανανεώνοντας έτσι συμβολικά τον ιερό γάμο με τον Δία.

 

[4] Επίσης, στην πόλη του Άργους υπήρχε ναός της Ανθείας Ήρας (Παυσ. ΙΙ 22, 1) και γινόταν γιορτή την άνοιξη, τα λεγόμενα «Ηροσάνθεια», κατά την οποία τα κορίτσια έφερναν λουλούδια στο ναό και ιερουργούσαν με τη συνοδεία αυλών. Τέλος, υπήρχε και το ιερό της Ακραίας Ήρας (Παυσ. ΙΙ, 24, 1) απέναντι από τον Απόλλωνα Δειραδιώτη, κοντά στην Παναγιά την Πορτοκαλούσα.

 

[5] Μέσα στο σηκό του περίστυλου, δωρικού ρυθμού, νεότερου ναού – αρχιτέκτονας του οποίου αναφέρεται ότι ήταν ο Αργείος Ευπόλεμος – βρισκόταν το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο του Αργείου γλύπτη Πολύκλειτου.

Η Ήρα απεικονιζόταν καθιστή σε θρόνο, κρατώντας στο χέρι της σκήπτρο. Αργότερα, ο αδελφός του Πολύκλειτου, ο Ναυκύδης, κατασκεύασε χρυσελεφάντινο επίσης άγαλμα της Ήβης, που έστησε πλάι στην Ήρα. Δυστυχώς, ο παντοκαταλύτης χρόνος δεν διέσωσε κανένα μέλος από τα αγάλματα.

 

 

 

Πηγές


  • Αρχαιολογία και Τέχνες, Δρ. Βάλια Ξενίδου, «Η Ήρα: Παρθένος τέλεια και χήρα», τεύχος 68, Σεπτέμβριος 1998.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, «Ηραίον Άργους», Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.