Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849) 


 

«Όμορφες νότες που η λύρα μου εμπνέει

ανταμώνουν μία σκέψη σκοτεινή και από πόνο βαριά:

διάβηκα το κατώφλι του τάφου του Αγαμέμνονα

Και σιώπησα στο βάθος της καταπακτής

Που με το αίμα τους το στυγερό λέρωσαν οι Ατρίδες

¨Πόσο είμαι θλιμμένος¨ η καρδιά μου κοιμωμένη, το όνειρό μου

ζωντανό»

 Με αυτά τα διαποτισμένα από λυρισμό λόγια ξεκινά ο Πολωνός ποιητής το ποίημά του «Ο Τάφος του Αγαμέμνονα», γραμμένο το 1836, με αφορμή την επίσκεψή στο Άργος και τις Μυκήνες.

 

Julius Słowacki

Julius Słowacki

Ο Julius Slowacki, φιλέλληνας, λυρικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυστικιστικός στοχαστής, γεννήθηκε σε επαρχία της Πολωνίας  το 1809, (θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς ποιητές). Με πατέρα φιλόλογο και μητέρα που διατηρούσε ένα από τα πιο διάσημα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, ο Slowacki είχε ήδη στα είκοσί του χρόνια αναπτύξει δεξιότητες συνειδητοποιημένης ποιητικής γραφής. Το 1830, λίγο καιρό αφού εγκατασταθεί στην Βαρσοβία, ξεσπά εθνικό επαναστατικό κίνημα που στοχεύει στην ανεξαρτησία της Πολωνικής γης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από το 1795, η χώρα είχε χάσει την ανεξαρτησία της, και παρόλη τη δημιουργία Πολωνικού Βασιλείου το 1815, εξαπτόταν διοικητικά και στρατιωτικά από τη Ρωσία. Ο νεαρός Julius στρατεύεται με μεγάλο ενθουσιασμό και δέχεται να μεταβεί στην Αγγλία, επιφορτισμένος από την επαναστατική κυβέρνηση με τη διεκπεραίωση μυστικής αποστολής.

Κατά τη διάρκεια όμως της απουσίας του, το κίνημα πνίγεται στο αίμα και οι ελπίδες ανάκτησης της εθνικής ελευθερίας χάνονται. Ο Slowacki αδυνατώντας να επιστρέψει στην πατρίδα, θα πάρει το δρόμο της εξορίας για το Παρίσι, τόπος διαφυγής των Πολωνών επαναστατών. Όμως, η ανάμνηση της εξέγερσης, η δίψα για ελευθερία και παλινόρθωση της εθνικής ανεξαρτησίας παραμένουν τα κατ’ εξοχήν θέματα της ποίησης του Julius Słowacki.

Γνώστης της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματολογίας, ο Slowacki δεν εμφανίζεται αδιάφορος απέναντι στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι της Ελλάδας. Ενεργός παρατηρητής των σύγχρονων αγώνων των Ελλήνων και υποστηρικτής του Φιλελληνισμού, εκδίδει το 1832 το ποιητικό έργο του Lambró, όπου η ξεκάθαρη ελληνολατρία και ο φιλελληνισμός του αποτυπώνονται αφενός ως σταθερές συντεταγμένες της λυρικά και υποκειμενικά ρομαντικής ποιητικής υπερχείλισης, και αφετέρου ως ιδεολογικά πρότυπα της επιθυμούμενης Πολωνικής επανάστασης. Επιπρόσθετα, τον Αύγουστο του 1836, συνοδευόμενος από τον Zenon Brzozowski και τους αδελφούς Holynski ο Słowacki θα ξεκινήσει από την Νάπολη το ταξίδι του για την Ελλάδα.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1836, ο Slowacki φθάνει με την συντροφιά του στην Κέρκυρα και εκεί συναντά τον Διονύσιο Σολωμό. Μετά από τέσσερις μέρες, το καράβι τους δένει στην Πάτρα και εκεί θα επισκεφθούν μία πολύ σημαντική μορφή της Επανάστασης, τον Κανάρη. Εύλογο είναι ότι οι δύο αυτές επαφές του Słowacki με προσωπικότητες των οποίων η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία φαίνεται, καταδεικνύουν πρωτίστως το εύρος γνώσης του για την πρόσφατη ελληνική ιστορία και ποίηση, και δευτερευόντως τα φιλελληνικά του συναισθήματα, μεθερμηνευόμενα όμως και ως εφαλτήριο για το όραμα της απελευθέρωση της δικής του πατρίδας.

19 Σεπτεμβρίου 1836 και ο Słowacki επισκέπτεται το Άργος και τις Μυκήνες. Τα απομεινάρια του ένδοξου παρελθόντος των Ατρειδών, μα πάνω από όλα ο τάφος του Αγαμέμνονα θα τον συγκλονίσουν. Θα τον σκιτσάρει στο περιηγητικό του ημερολόγιο, θα γράψει για αυτόν στην μητέρα του και, το πιο σημαντικό, θα εμπνευστεί από τον «Τάφο του Αγαμέμνονα».

  

Ο  Τάφος του Αγαμέμνονα


 

ΒιβλίοΤο ποίημα αποτελείται από 32 στροφές εξάστιχων σε δωδεκασύλλαβο ρυθμό, χαρακτηριστική επιλογή των ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα. Αν προσπαθήσουμε να αναδύσουμε τη βασική θεματική του Τάφου του Αγαμέμνονα, θα επιμέναμε σε δύο άξονες: ο πρώτος, τοπιογραφικός και προσιτός στον ποιητή – αφηγητή, είναι αυτός της αργείας γης και του μυκηναϊκού τοπίου που, μέσω υποκειμενικών συνειρμών, μεταλλάσσεται σε εικόνες που διασταυρώνουν από την μια πλευρά ιστορικά γεγονότα και τόπους της αρχαίας Ελλάδας και  από την άλλη μυθικά πρόσωπα ή χώρους.

Ο δεύτερος άξονας, η ανάμνηση της Πολωνίας, που αν και επίσης τοπιογραφικός, ξεφεύγει από την εγγύτητα του ποιητή, καταλήγει σε μία μεγάλη ιδέα, στο όραμα της επανάστασης και της απελευθέρωσης κατά το πρότυπο των αγώνων του ελληνικού έθνους. Κατ΄επέκταση, όλο το ποίημα, βασιζόμενο στην ασύμμετρη ζεύξη μεταξύ υπόδουλης Πολωνίας και επικής ηρωικής Ελλάδας, μοιάζει να είναι ένα όνειρο, μία φευγαλέα σκέψη, που ο ποιητής εμπνέεται χάρη στην κοινωνία του με τον κόσμο των Μυκηνών.

Αναπαράγοντας με ένα τελείως προσωπικό τρόπο τον ενδοσκοπικό αρνητισμό που διακήρυτταν οι Ρομαντικοί ποιητές, τον επονομαζόμενο και «κακό του αιώνα», ως ψυχική κατάσταση αναταραχής, απόγνωσης και μη ικανοποίησης βαθύτερων οραμάτων και προσδοκιών, ο Τάφος του Αγαμέμνονα ξεκινά με την επίκληση του λυρικού ποιητή στη Μούσα και την επίσκεψή του στο μακάβριο θέαμα του τάφου του Αγαμέμνονα. Το ποίημα παίρνει τις διαστάσεις μίας προσωπικής εξομολόγησης κατευθείαν βγαλμένης από την καρδιά.

Μέσα σε ένα μεσογειακό τοπίο, διχοτομημένο σε ζωή, που εκφράζεται μέσα από τη μυρωδιά της ρίγανης και το τραγούδι των γρύλων, και σε θάνατο, που εκφράζεται από την επίκληση στη γενιά των Ατρειδών, ο ποιητής θέλοντας συμβολικά να υπονοήσει την υποδούλωση των Πολωνών, στέκεται σιωπηλός μπροστά στη δόξα και την περηφάνια που βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Και όμως, οι αναμνήσεις, τα φαντάσματα μοιάζουν να ανασταίνονται, ενώ η ελπίδα, με τη μορφή λύρας της έμπνευσης του Ομήρου, αποκτά επική ορμή, λίγο πριν σβήσει και ρίξει τον αφηγητή σε κατάσταση σιωπής.

 

(απόσπασμα)

Φανταστικά συγκερασμένο το λαγούτο,

Ας συνοδεύει τον πικρό και μαύρο λογισμό’

Ότι να, μπήκα στου Αγαμέμνονα τον τάφο,

Και στον υπόγειο θόλο, από τον Ατρειδών

Το τρομερό το αίμα ραντισμένον, στέκω σιωπηλός.

Αποκοιμήθηκε η καρδιά, μα ονειρεύεται. Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Ω! μακρινά π’ ακούγεται τούτη η άρπα η χρυσή,

Που μόνο τον παντοτινό αχό της αγροικάω!

Είναι σπηλιά των δρυϊδών από μεγάλα βράχια,

Οπού ‘ρχεται στ’ ανοίγματα ο αέρας να στενάξει

Και της Ηλέκτρας έχει τη λαλιά – λευκαίνει

ετούτη το πανί Κι από τις δάφνες αποκρίνεται: Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Εδώ πάνω στις πέτρες, με την εργατική Αράχνη

Καυγαδίζει το αγέρι και της τσακίζει τον ιστό’

Εδώ μοσκοβολάνε μες στις καμένες ράχες τα θυμάρια λυπημένα’

Εδώ ο άνεμος το σταχτερό σωρό των ερειπίων μόλις ζώσει,

Τους σπόρους κυνηγάει των λουλουδιών – κι αυτά τα χνούδια

Παν και μες στον τάφο σάμπως ψυχές πλανιούνται.

 

Εδώ ανάμεσα στις πέτρες τα τζιτζίκια των αγρών,

Κρυμμέν’ από τον ήλιο που στους τάφους πάνω στέκει,

Σα να ‘θελαν σιωπή να μου επιβάλουν,

Τερετίζουν. Της Ραψωδίας η φρικαλέα η επωδός

Είν’ το τερέτισμα αυτό, που ακούγεται στους

τάφους – Είν’ αποκάλυψη, είναι ύμνος, τραγούδι της σιωπής.

 

Ω! είμαι σιωπηλός, όπως εσείς Ατρείδες,

Που η στάχτη σας κοιμάται φυλαγμένη απ’ τα  τζιτζίκια.

Ούτε η μικροσύνη μου εμένα τώρα με ντροπιάζει,

Μήτε οι λογισμοί σαν τους αητούς ζυγιάζονται.

Βαθιά είμαι ταπεινός και σιωπηλός

‘δω, στο μνημείο αυτό, της δόξας, του φονικού, της ξιππασιάς.

 

Στου τάφου απάνω το θυρί, στο γείσο του γρανίτη

Μες στο λιθένιο τρίγωνο βγαίνει μικρή βαλανιδιά,

Τη φύτεψαν σπουργίτια ή περιστέρια,

Και με τα μαύρα φυλλαράκια πρασινίζει,

Και στο μνημείο το σκοτεινό τον ήλιο να ‘μπει δεν αφήνει’

Έκοψα από το μαύρο θάμνο ένα φύλλο.

 

Δεν τον προστάτεψε πνεύμα κανένα μήτε ξωτικό,

Κι ούτε μες στα κλωνιά γόγγυσε κάποια οπτασία’

Μόνο του ήλιου φάρδυνε το πέρασμα,

Και πρόστρεξε χρυσός στα πόδια μου να πέσει.

Νόμισα στην αρχή πως τούτη οπού περνά

Η λάμψη, ήταν χορδή από του Ομήρου την Άρπα,

 

Και άπλωσα το χέρι στα σκοτάδια,

Να την αδράξω, να την τεντώσω και όπως τρέμει

Να τήνε κάνω να βουρκώσει, να τραγουδήσει, να κακιώσει

Πάνω στο μέγα τίποτα των τάφων και στο βουβό

Σωρό της τέφρας: όμως μέσα στο χέρι μου

Τούτη η χορδή τρεμόπαιξε κι έσπασε δίχως βόγκο <…>

(Ο τάφος του Αγαμέμνονα, μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης, Γαβριηλίδης, 2006) 

 

Σλοβάτσκι Ιούλιος - Slowacki Julius (1809-1849)

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849)

Και πάλι το μακάβριο βασιλεύει, ο ποιητής βρίσκεται σε μία αποχαυνωτική και απαθή κατάσταση φύλαξης του τάφου, ξεκάθαρο σύμβολο της Πολωνίας που καταπλακώνεται από τον ξένο ζυγό. Ξαφνικά, ο ποιητής μεταμορφώνεται σε στρατηλάτη που δίνει το πρόσταγμα της μάχης και υποδεικνύει τους στόχους των υπόδουλων: το φως, τη δύναμη, τη γενναιότητα. Το ποίημα οδηγείται σε επική κορύφωση, μέσα από την ηρωική επέλαση του ποιητή. Ένα συμπαγές σημειωτικό πεδίο σχηματίζεται, αποτελούμενο από λέξεις όπως «δάφνες», «χείμαρρος», «λάμψη», «κατακλυσμός», και που υποδηλώνουν την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων.

Πλέον, στο όραμα του ποιητή η επανάσταση της Πολωνίας και η αρχαία Ελλάδα με τους ήρωες και τους θρύλους της έχουν αγγίξει το απόλυτο σημείο συγκερασμού. Πού σταματά το άλογο του ποιητή-αγωνιστή; Στις Θερμοπύλες; Στη Χαιρώνεια; Όχι! Ο ποιητής θα το πει πια ξεκάθαρα: στη χώρα από όπου κατάγεται, εκεί ανήκει το όνειρο. Ο τάφος του Αγαμέμνονα χάνει πια την σημαινόμενη αναφορά του και αποκτά διαστάσεις συμβολικές, υπέρ-ελληνικές.

Το μόνο που μπορεί να αναχαιτίσει τον ηρωϊσμό των αγωνιστών είναι ο τάφος, δηλαδή ο χαμός στο πεδίο της μάχης. Δεν πρόκειται όμως για έναν οποιοδήποτε τάφο, αλλά για ένα χώρο ισάξιο με αυτόν του Αγαμέμνονα, επικού, σχεδόν μυθικού ήρωα. Το σύμβολο έχει πια λυθεί και ο ποιητικός λόγος του ρομαντικού Słowacki ξεχύνεται με εξατομικευμένη υποκειμενικότητα, συναίσθημα, παλμό, συγκίνηση. Μιλάει καθαρά, χωρίς περιστροφές: «προέρχομαι από μία λυπημένη χώρα ειλώτων», δηλώνει ο ποιητής, πριν και πάλι ανακτήσει τη γενναιότητα του ονείρου. Η καρδιά του Πολωνού παραμένει ζεστή και αναφωνεί: « καλύτερα ο θάνατος παρά οι αλυσίδες» Τι απόλυτη ταύτιση με το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος»! Τα πνεύματα των πεσόντων στις Θερμοπύλες, με πρωτεργάτη τον Λεωνίδα, ανασταίνονται ωσάν να ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του ποιητή για βοήθεια στην υπόδουλη χώρα του. Από αυτό το σημείο και μετά η Πολωνία προσωποποιείται.

 

Η πύλη (εσωτερικά) της Καθολικής Εκκλησίας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Φραγκοκλησιάς στο Ναύπλιο. Δεξιά η προτομή του Πολωνού φιλέλληνα ποιητή Juliuz Słowacki (Ιούλιος Σλοβάτσκι, 1809-1849). Λήψη φωτογραφίας: 7-5-2024.

 

Γίνεται γυναίκα που δήμιοι τυραννούν το κορμί της, αδύναμη να υπερασπιστεί την οντότητά της, να εκδικηθεί και να τιμωρήσει. Ο ποιητής την καλεί να πετάξει από πάνω της τα παλιοκούρελα, να αναστηθεί, να εξαγνιστεί στα νερά της Στυγός και να αναδυθεί ως μία νέα και αθάνατη Πολωνία. Απέναντί της στέκεται εκείνος, ο ρομαντικός ποιητής, σε απόλυτη σύγχυση και συναισθηματική έξαρση. Είναι ο εξόριστος, ο εκπατρισμένος, ο σκλαβωμένος, ένας γιος του Προμηθέα που τον κατατρώει ο νόστος για την πατρίδα και η ανάμνηση της υπόδουλης γης. Δηλώνει την ασημαντότητά του, ακούει φωνές, βλέπει αντικατοπτρισμούς, αφήνει τη σκέψη του να πετάξει σαν πουλί πέρα από την Ελλάδα, θέλει να πολεμήσει, δακρύζει, πονάει, και τέλος επικαλείται ξανά την Πολωνία που εμφανίζεται με τον απόλυτο θηλυκό ρόλο της Μητέρας.

Το ποίημα πλησιάζει στη λήξη του και ο ποιητής, συνειδητοποιώντας την ρεαλιστική αδυναμία να πραγματοποιήσει έστω και ένα από τα όνειρά του, δεν βλέπει άλλο διέξοδο από την κατάληξη. Βρισκόμαστε εν μέσω σκηνής θανάτου, ψυχορραγήματος. Είναι το μακάβριο τέλος του ονείρου, το αντίο της ψυχής στην Πολωνία, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του κενού. Στην τελευταία στροφή, διαποτισμένη από λυρική απόγνωση και καταληκτική αποτυχία, ο ποιητής, παρουσιάζοντας τη συμβολική εικόνα ενός βουνού που το φεγγάρι έκαψε και το μεταμόρφωσε σε κόκκινο ενός αιματοβαμμένου κρατήρα, δηλώνοντας απευθυνόμενος στην Πολωνία ότι ξεγελάστηκε από τα τιτιβίσματα κάποιων σπουργιτιών και τα πρώιμα ξυπνήματα του κόκορα, θα ομολογήσει με πικρή διαύγεια και υποταγή: «ο θάνατος συχνά μιλά μετά τον θάνατο, με φράσεις ακατάληπτες, γεμάτες θλίψη». Και πράγματι, λόγια τόσο προφητικά για τον ίδιο τον ποιητή Słowacki, που θα πεθάνει δεκατρία χρόνια αργότερα στο Παρίσι, εξόριστος, χωρίς να έχει μπορέσει ποτέ πια να επισκεφθεί την Πολωνία και χωρίς να έχει γευθεί την ελευθερία της.

 

Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου

Διδάκτωρ Γενικής κι Συγκριτικής Γραμματολογίας Πανεπιστημίου Σορβόννης, PARIS IV.

Λέκτορας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Πηγή

  •  Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Ναύπλιος Ά  και το Αρχαίο Ναύπλιο


 Κατά τη μυθολογία, ο Ναύπλιος ίδρυσε την πόλη της Ναυπλίας κι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού, που ήταν Βασιλιάς του Άργους. Ο Δαμάστορας και ο Προίτος ήταν γιοι του. Ναύπλιος Β’ ή Νεότερος. Ήταν πέμπτος απόγονος του προηγούμενου. Παντρεύτηκε τη Φιλύρα ή την Ησιόνη ή την Κλυμένη και απέκτησε τρεις γιους: τον Παλαμήδη, τον Οίακα, το Ναυσιμέδοντα.

 

Από την ένωση του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης  που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του, γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος. Μεγαλώνοντας ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και έγινε ξακουστός θαλασσοπόρος. Σ’ ένα από τα ταξίδια του, η μοίρα ίσως ή το θέλημα του πατέρα του, τον έφερε στην μητρική του γη, την Αργολίδα.

Πήγε συγκινημένος στη Λέρνη, στον τόπο που πάτησε για τελευταία φορά η μητέρα του, και δροσίστηκε από την πηγή που για χάρη της άνοιξε ο Ποσειδώνας. Εκεί πήρε την απόφαση να σταματήσει τις θαλασσινές περιπλανήσεις, τις περιπέτειες και την αδιάκοπη πάλη με τα κύματα και να ζήσει στον κόσμο της στεριάς.

Έπρεπε όμως να βρει για να στεριώσει, έναν τόπο που να ταιριάζει σ’ έναν γιο του θεού της θάλασσας. Και θα ήταν δώρο θεϊκό, αν τον τόπο που γύρευε τον εύρισκε εκεί στα πατρογονικά του χώματα. Πραγματικά, σαν να τον εισάκουσε ο πατέρας του, εκπλήρωσε τον ενδόμυχο πόθο του.

Οι σύντροφοί του άρχισαν να επιστρέφουν κουβαλώντας τις αναγκαίες για το επόμενο ταξίδι τους προμήθειες. Η Λέρνη,[1] ένας από τους τόπους της πιο πανάρχαιας πορείας των προγόνων μας πάνω στην αργολική γη, δεν ήταν τώρα ο άξενος ερημότοπος, άντρο αγριμιών και σατύρων, όπως τον καιρό της Αμυμώνης. Κάτω από τα ισχυρά Πελασγικά τείχη πού περίζωναν την ακρόπολη, και μέσα σ’ ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον και άφθονα νερά, πρόβαλλε ένας πλούσιος οικισμός, με εντυπωσιακά για την εποχή κτίσματα και εργαστήρια, λαμπρό απαύγασμα του Αργολικού πολιτισμού.

Το λιμάνι της ήταν ένας εμπορικός σταθμός, όπου αγκυροβολούσαν πλοία από την Αίγυπτο, την Φοινίκη, τα μικρασιατικά παράλια, την νησιώτικη Ελλάδα και άλλα μέρη, για να ανταλλάξουν τις πραμάτειες τους με τα πλούσια αγαθά της Ιναχίας γης και ακόμη για να γνωρίσουν και να πάρουν μαζί τους τα κάθε λογής προϊόντα, που ο πρωτοπόρος αργείος πολιτισμός και οι τεχνίτες του δημιουργούσαν.

   

Το Αρχαίο Ναύπλιο


 

Από το ακρογιάλι της Λέρνης ο Ναύπλιος ρίχνει γύρω το βλέμμα του, γυρεύοντας τον κατάλληλο τόπο που θα γίνει η στεριανή πατρίδα του. Η κοφτερή ματιά του αγναντεύει απέναντι έναν γιγάντιο θαλασσόβραχο, να καθρεφτίζεται στον βαθυγάλαζο αργολικό κόρφο, από όπου πρόβαλε ο γεννήτοράς του Ποσειδώνας, για να συναντήσει την μητέρα του, την πανέμορφη Δαναΐδα Αμυμώνη.

Βλέποντάς τον να ορθώνεται και να δεσπόζει σ’ όλον τον κόλπο από τη μεριά της θάλασσας και να προσφέρει φυσική αρματωσιά από τη στεριά, από την οποία μια στενή λωρίδα θάλασσας το χώριζε ανατολικά, πήρε την απόφασή του.

«Η φυσική του οχύρωση, η πέτρινη θωριά του, που ανάδιναν δύναμη και περηφάνια, το ασφαλές λιμάνι του και ο καρπερός καταπράσινος κάμπος να απλώνεται μέχρι τα πρόποδα σαν βασιλικό χαλί, καλούσαν τον Ναύπλιο να ριζώσει σ’ αυτόν τον αδάμαστο όμορφο τόπο».[2]

Ο Ναύπλιος κάλεσε τους συντρόφους γύρω του και απλώνοντας το χέρι του κατά τον νοτιά, τους έδειξε τον τόπο που θα γινόταν η στεριανή πατρίδα τους. Έπειτα έδωσε εντολή να βάλουν πλώρη για εκεί. Πράγματι, σ’ αυτό το αγέρωχο πετρονήσι, ο θαλασσοπόρος Ναύπλιος και οι σύντροφοί του, απόγονοι της πολυπλάνητης αγαπημένης του Δία Ιούς, μαγεμένοι από την ομορφιά της προγονικής τους γης, αγκυροβόλησαν και έχτισαν πάνω στον βράχο την πόλη που πήρε τ’ όνομά του, βρίσκοντας ασφάλεια για τα πλοία τους στα λιμάνια της και σιγουριά στη φυσική αρματωσιά της στεριάς.

«Κατά την γνώμη μου οι Ναυπλιείς ήταν παλαιότερα Αιγύπτιοι. Όταν ήλθαν μαζί με τον Δαναό με πλοία, εγκαταστάθηκαν μετά τρεις γενιές στη Ναυπλία, από τον γιο της Αμυμώνης Ναύπλιο».[3]

Εκεί ο Ναύπλιος «έκτισε και ώκισε πάρ’ αυτή της βραχώδους χερσονήσου ήν εξελέξατο διά το οχυρόν και ευλίμενον της θέσεως την επώνυμον αυτώ πόλιν Ναυπλίαν».[4]

Έτσι, αντικρυνά του Άργους μια άλλη γειτόνισσα κι αδελφή πολιτεία γεννήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια, «το μυρωμένο από θεϊκούς μύθους Ναύπλιον».[5] Αφού έγινε ιδρυτής και πρώτος οικιστής της πόλεως ο Ναύπλιος, της έδωσε το όνομά του και έγινε βασιλιάς της.[6]

Πρώτη του φροντίδα ήταν να χτίσει ιερό αφιερωμένο στον πατέρα του Ποσειδώνα. Έπειτα περιτείχισε την πόλη με ισχυρά κυκλώπεια τείχη, που την έκαναν απόρθητη από στεριά και θάλασσα. Νοσταλγός της παλιάς ναυτικής ζωής του ο Ναύπλιος, και γιος του θεού των κυμάτων, έχτισε το παλάτι του κοντά στο λιμάνι, για να νιώθει δίπλα του τον αχό, την αλμύρα και την απεραντοσύνη της θάλασσας.[7]

Και στην στεριά ο Ναύπλιος απέκτησε φήμη σπουδαίου άνδρα. Οι ιστορικοί και η παράδοση τον αναφέρουν ανάμεσα στους μυθικούς εκείνους βασιλείς στους οποίους απέδιδαν μεγάλα έργα. Είναι ο ιδρυτής της πρώτης ναυτικής Αμφικτυονίας με κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία. Στην Αρκαδία είχε διασωθεί γι’ αυτόν μία όμορφη ιστορία:

Ο φίλος του Άλεως, βασιλιάς της Τεγέας, είχε μια κόρη την Αύγη που ήταν ιέρεια στο ναό της Αλέας Αθήνας. Την είχε αφιερώσει ο πατέρας της και την είχε προειδοποιήσει ότι θα την θανάτωνε αν έσμιγε με άνδρα, γιατί είχε πάρει χρησμό ότι οι γιοι του θα έβρισκαν μια ημέρα τον θάνατο από έναν απόγονό της.

Όταν όμως πέρασε από εκεί ο Ηρακλής, ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αποπλάνησε την Αύγη και την άφησε έγκυο. Η θεά εξοργισμένη από την ανόσια πράξη, προκάλεσε ακαρπία. Όταν ο Άλεως ανακάλυψε το γεγονός, παρέδωσε την Αύγη στον Ναύπλιο και του ζήτησε να την φέρει στην θάλασσα και να την καταποντίσει. Στο δρόμο η Αύγη έπεσε στα γόνατα και γέννησε τον γιο της. Ο Ναύπλιος, όχι μόνο δεν την θανάτωσε, αλλά την έδωσε στο βασιλιά της Τευθρανίας (Μυσίας) Τεύθραντα, που την έκανε σύζυγό του. Αργότερα οι Τεγεάτες έχτισαν στην Αγορά ναό της Ειλείθυιας (θεάς της γονιμότητας), μέσα στον οποίο τοποθέτησαν ένα άγαλμα που παρίστανε την Αύγη γονατιστή.

Το παιδί της Αύγης και του Ηρακλή που ονομάσθηκε Τήλεφος, (=φως που έρχεται από μακριά), έγινε μετά τον Τεύθραντα βασιλιάς της Μυσίας. Όταν οι Αχαιοί κατά την Τρωική εκστρατεία αποβιβάστηκαν πρώτα στην χώρα του, ήρθαν αντιμέτωποι με τον Τήλεφο, ο οποίος διέλυσε τα στρατεύματά τους.

 

 Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Λέρνη θεωρείται ως μία από τις κοιτίδες του Νεολιθικού μας πολιτισμού, και σημαντική ναυτική δύναμη της Πρωτοελλαδικής Αργολίδας, με συνεχή κατοίκηση από την 7η χιλιετία (6.800 – 6.500 π.Χ.) Εγκ. Δρανδάκη.

[2] Ντιάνας Αντωνακάτου, Το Ναύπλιον, Αθήναι 1971.

[3] Παυσανίου Δ., 35,2. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων. μετ. Α. Γεωργιάδη:

«Ήσαν δε Ναυπλιείς εμοί δοκείν Αιγύπτιοι τα παλαιότερα, παραγενόμενοι δε ομού Δαναώ ναυσίν εις την Αργολίδα ύστερον γενεαίς τρισίν υπό Ναυπλίου του Αμυμώνης, κατωκίσθησαν εν Ναυπλία».

[4] Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η ΝΑΥΠΛΙΑ, σελ. 10

[5] Σε παλιά ξένη Εγκυκλοπαίδεια, διαβάζουμε ότι η πόλη κτίσθηκε επάνω στο βραχώδες νησί από αρχαιοτάτων χρόνων, πιθανότατα από ταξιδιώτες που ήλθαν από την θάλασσα:

«Η πεδιάς της Αργολίδος νοτιοδυτικώς κλείεται διά βραχώδους υψώματος, εις ου το βορειδυτικώτερον άκρον υπήρχεν από αρχαιοτάτων χρόνων η πόλις Ναύπλιον ή Ναυπλία κτισθείσα προδήλως υπό μεταναστών εκ θαλάσσης ελθόντων. Βεβαίως το ύψωμα τούτο ήν άλλοτε βραχώδης νήσος προκειμένη της παραλίας, ως είναι και νύν έτι δύο άλλαι μικρότεραι νοτιοανατολικώτερον κείμεναι, ήτις συνηνώθη πρός βορράν και ανατολάς διά προσχώσεως» (Μιχ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» σελ. 10)

«Η Ναυπλία είναι η μόνη πόλις της αρχαίας Ελλάδος, ήτις εκτίσθη επί βραχώδους και πανταχόθεν της θαλάσσης περιρρεομένου ακρωτηρίου, χωριζομένη από της μεσογαίας δι’ υψηλού και δυσάντους (δυσανάβατου) όρους, του Παλαμηδίου, και μόνον διά στενής παρά τους πρόποδας αυτού λωρίδος συγκοινωνούσα προς την συνεχομένην στερεάν». ( Μιχ. Λαμπρυνίδου «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους» σελ. 15-16)

Σε κάποια πανάρχαια εποχή, από μια τοπική γεωλογική μεταβολή, η θάλασσα είχε κατακλύσει όλο το μέρος της σημερινής αργολικής πεδιάδας. Μέσα απ’ αυτήν την λιμνοθάλασσα ξεπρόβαλλαν δύο τρία πετρονήσια του Ναυπλίου, της Τίρυνθος και της κατοπινής ακρόπολης του Άργους, Λάρισας. Με το πέρασμα των αιώνων σχηματίσθηκε από τις προσχώσεις του Ινάχου και των άλλων μικρότερων ποταμών η αργολική πεδιάδα.

Το Ναύπλιον όμως κράτησε την νησιώτική του ιδιότητα. Ώσπου μια κατακόρυφη κατακρήμνιση πετρωμάτων γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα Παλαμήδι – Ναύπλιον και του στέρησε τον νησιώτικο του χαρακτήρα:

«Διά ρήξεως του εδάφους εσχηματίσθη βαθεία χώρα πληρωθείσα διά κροκαλοπαγών πετρωμάτων. Βραδύτερον επελθούσης καταστροφής τούτον, ένεκα κατακορύφου κινήσεως του εδάφους, επετράπη η είσοδος θαλασσίων υδάτων τα οποία περιέλαβον ολόκληρον την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλίου απετελούν νήσους. Βραδύτερον οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολικήν πεδιάδα χώραν ποταμογενή» (Μιχ. Λαμπρυνίδου Η Ναυπλία σελ. 10)

[6] Οι ονομασίες Ναύπλιος «ταίς ναυσί πλέω» και Ναυπλία, φανερώνουν τους στενούς δεσμούς της πόλης και την αποκλειστική ασχολία «των ταίς ναυσί αεί πλεόντων» κατοίκων της με τη αμφικτυονία της Καλαυρίας (Πόρου), την παράδοση για καταγωγή του πρώτου Ναυπλίου από τον Ποσειδώνα και την προς τιμήν του ανέγερση του πρώτου ναού, και τις ονομασίες Οίαξ και Ναυσιμέδων που έδωσε ο δεύτερος Ναύπλιος στα παιδιά του. (Μιχ. Λαμπρυνίδου), «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους», σελ. 28.

[7] Σχόλια εις Ευρ. Ορέστεια: 

«Ναύπλιος γάρ Αργείος ανήρ, ναυτικής εμπειρίας έμπειρος, ήν δ’ ούτος υιός Ποσειδώνος και Αμυμώνης˙ ή ότι εν λιμένι διέτριβεν, εκ τούτου ομώνυμος αυτώ ο λιμήν» ( Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία σελ. 11).

Χόρτον Τζωρτζ – George Horton (1859-1936)

 

  Αμερικανός διπλωμάτης, συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος και φιλέλληνας. Συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα, 1898, στο βιβλίο, In Argolis (Folklore) 1902, (Στην Αργολίδα – Λαογραφικά).

 

George Horton

George Horton

O George Horton γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1859 στο Fairville της Νέας Υόρκης. Ακολούθησε κλασικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Michigan, όπου είχε καθηγητή τον γνωστό ελληνιστή Martin DOoge που του μετέδωσε την αγάπη του για τους Έλληνες κλασικούς. Μετά την αποφοίτησή του το 1878, ο Horton ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Chicago Times Herald και Chicago AmericanΗ ποίηση, αλλά και το μυθιστόρημα, τον απασχόλησαν σε όλη τη διάρκεια της διπλωματικής του καριέρας και δημοσίευσε συνολικά δεκαοκτώ έργα, τα περισσότερα από τα οποία είναι μυθιστορήματα που εξελίσσονται στην Ελλάδα. Οι κριτικές που απέσπασε για το φιλολογικό του έργο μιλούν καθαρά για τη βαθιά δημοκρατικότητα και το αμέριστο ενδιαφέρον του για την «πάσχουσα ανθρωπότητα».

Recollections Grave and Gay

Recollections Grave and Gay

Αν και βαθιά ρομαντικός στις αναζητήσεις του, ο Horton δεν ήταν ουτοπιστής και αντιμετώπιζε με ρεαλισμό τη σκληρή πραγματικότητα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής του. Έτσι, με βάση τις δημοκρατικές του αρχές, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παροχή βοήθειας προς τους αδύνατους και στον αγώνα να καταστήσει κατανοητή τη σκληρή αυτή πραγματικότητα στους άρχοντες πολιτικούς. Στα απομνημονεύματα από τη διπλωματική του καριέρα, που κυκλοφόρησαν το 1927 με τίτλο Recollections Grave and Gay. The story of Mediterranean Consul (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές. Η ιστορία ενός Πρόξενου στη Μεσόγειο), διηγείται το τυχαίο περιστατικό που τον οδήγησε στη διπλωματία.

Έγινε Αμερικανός πρόξενος στην Αθήνα το 1893, όπου προώθησε ενεργά την αναγέννηση των ολυμπιακών αγώνων και ενέπνευσε τη συμμετοχή της Αμερικάνικης ομάδας.

Στην Αθήνα της εποχής, ζει και συναναστρέφεται με τους κατοίκους και δημιουργεί φιλίες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ταξιδεύει συνεχώς σε ολόκληρη την τότε μικρή Ελλάδα και μελετά με πάθος τα νέα ελληνικά που, σε μικρό χρονικό διάστημα, μαθαίνει όχι μόνο να μιλά αλλά και να γράφει. Έτσι, το 1896, κυκλοφορεί από το Τυπογραφείο Άστυ το πρώτο του μυθιστόρημα στα νέα ελληνικά Ο Κωνσταντίνος, με περιγραφές από την Ελλάδα, τα ήθη και τα έθιμα του λαού. Μετέφρασε στα αγγλικά τη Σαπφώ, έγραψε σχόλια στην Αγία Γραφή, αρκετά μυθιστορήματα, ένα λυρικό «οδηγό για τον επισκέπτη των Αθηνών» και συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα.

Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων την ίδια χρονιά τον ενθουσιάζει και δημοσιεύει στις αμερικανικές εφημερίδες ανταποκρίσεις εξαίροντας την πολιτιστική σημασία του θεσμού. Ακόμη, γράφει με συγκίνηση για τις επαναστάσεις της Κρήτης που αργότερα θα τον εμπνεύσουν στο ιστορικό μυθιστόρημα του Like Another Helen (Σαν άλλη Ελένη) 1901, το οποίο θεωρείται το αριστούργημά του στον πεζό λόγο.

Το 1909 παντρεύεται την Αικατερίνη Σακοπούλου, κόρη του διπλωμάτη Νικόλαου Σακόπουλου και της Σμυρναίας Ουρανίας Ηλιάδη, και, ένα χρόνο αργότερα, μετατίθεται στη Θεσσαλονίκη – ακόμη υπό οθωμανικό ζυγό – , όπου παραμένει μέχρι την τοποθέτηση του στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. στη Σμύρνη το 1911.

Η παραμονή του τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Θεσσαλονίκη, συμπίπτει με δύσκολες εποχές, επαναστάσεις, ξεσηκωμούς και διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών, τους οποίους προσπαθεί να συντρέξει με κάθε μέσο. Η αγαθοποιός δράση του συνεχίζεται και από τη νέα θέση του στη Σμύρνη, όπου, στα πλαίσια της πολιτικής «εκτουρκισμού»της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θεσμοθετεί η νεοτουρκική ηγεσία στην Κωνσταντινούπολη, εξαπολύονται απηνείς διωγμοί κατά των χριστιανών. Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Horton αναλαμβάνει και την εκπροσώπηση των συμφερόντων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ρωσίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας και αναπτύσσει πολυσχιδή διπλωματική και φιλανθρωπική δράση. Με την έξοδο του Η.Π.Α. στον πόλεμο και τη διακοπή των αμερικανοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων το 1917, ο Horton επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη όπου, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην πόλη την ίδια χρονιά, φροντίζει να αναληφθεί μέριμνα για την ανακούφιση των πληθυσμών της Μακεδονίας από τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου.

Τον Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, ο Horton επιστρέφει στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. και παρακολουθεί την ελληνική μικρασιατική περιπέτεια βήμα προς βήμα. Στη διάρκεια των τελευταίων τραγικών ημερών στη Σμύρνη, ο Horton, μόνος ανάμεσα σε όλους τους ξένους συναδέλφους του, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με απίθανα τεχνάσματα, κατορθώνει να σώσει πολλές χιλιάδες χριστιανών από βέβαιο θάνατο.

The Blight of Asia

The Blight of Asia

Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής της, την οποία περιέγραψε στο βιβλίο του Η Μάστιγα της Ασίας (1926),* που έγραψε όταν είχε παραιτηθεί από τη διπλωματική αποστολή του κι έγραφε ως ιδιώτης. Παρά την εξασφαλισμένη εκδοτική επιτυχία, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε τότε στην Ελλάδα για να μη διαταραχτούν οι προσπάθειες ελληνο-τουρκικής προσέγγισης που είχαν ήδη δρομολογηθεί. Μόνο η Εστία δημοσίευσε σε συνέχειες το κείμενο, στα φύλλα από 25 Μαρτίου έως 9 Απριλίου του 1927). Αναχωρεί από τη Σμύρνη το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, ενώ η πόλη καίγεται, και φτάνει στην Αθήνα με τριακόσια μέλη της παροικίας του, στην πλειοψηφία τους Έλληνες το γένος που είχαν πολιτογραφηθεί Αμερικανοί πολίτες και έφθαναν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, με την ελπίδα ότι θα έπαιρναν θεώρηση εισόδου για τις Η.Π.Α. Τοποθετείται δυσμενώς Πρόξενος των Η.Π.Α. στη Βουδαπέστη, όπου παραμένει μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1924.

Το 1929, κυκλοφορεί το Home of Nymphs and Vampires (Άντρο νυμφών και βρυκολάκων) με ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τα ελληνικά νησιά και, τέλος, το 1932, το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Poems of an Exile (Ποιήματα ενός εξορίστου).

  

Συγγραφικό έργο

 

Songs of the Lowly, 1891(Τραγούδια του ταπεινού).

In Unknown Seas, (Poems) 1895 (Σε άγνωστες θάλασσες).

Constantine, (Novel) 1896 (Κωνσταντίνος).

Aphroessa, (Poem) 1897 (Άφρόεσσα).

A Fair Brigand, (Novel) 1898 (Η ωραία λησταρχίνα).

Like Another Helen, (novel) 1901 (Σαν άλλη Ελένη).

Modern Athens, 1901 (Η σημερινή Αθήνα).

The Tempting of Father Anthony, (novel) 1901 (Ο πειρασμός του πατρός Αντωνίου).

The Long Straight Road, (Novel) 1902 (Η μεγάλη ευθεία οδός).

In Argolis (Folklore) 1902 (Στην ΑργολίδαΛαογραφικά).

War and Mammon (Poems) 1904 (Πόλεμος και Μαμμωνάς).

The Monk’s Treasure (Novel) 1905 (Ο θησαυρός του καλόγερου).

The Edge of Hazard, (Novel) 1906 (To χείλος του πεπρωμένου).

Miss Schuyler’s Alias (Novel) 1913 (To άλλο όνομα της Μίς Σκάϊλερ).

The Blight of Asia, (History) 1926 (Η μάστιξ της Ασίας – Χρονικό της Μικρασιατικής καταστροφής).

Recollections Grave and Gay, (Biography) 1927 (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές).

The Home of Nymphs and Vampires: 1929 (Folklore) The Isles of Greece (Νεράιδες και βρυκόλακες στα νησιά της Ελλάδος-Λαογραφικά).

Poems of an Exile, (Poems) 1932 (Ποίημα ενός εξόριστου).

 

Υποσημείωση

 

* Σε άρθρο με τίτλο «Τζωρτζ Χόρτον: Ο λόγιος διπλωμάτης», Byzantine and Modern Greek Studies («George Horton: The literary diplomat»), Ο Μπράιαν Κόλμαν (Brian Coleman) γράφει: «Ο Τζωρτζ Χόρτον ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και πρόξενος των ΗΠΑ στην Ελλάδα και την Τουρκία σε μια εποχή κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών.

Γράφει για την επανάκτηση της Σμύρνης από τον Τουρκικό Στρατό το Σεπτέμβριο του 1922. Πάντως η διήγησή του πηγαίνει πέρα από την επίρριψη ευθυνών και τα γεγονότα σε μια δαιμονοποίηση των Μουσουλμάνων γενικά, και ειδικά των Τούρκων. Σε αρκετά μυθιστορήματά του που γράφτηκαν πάνω από δυο δεκαετίες πριν από τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, είχε ήδη προσδιορίσει τους Τούρκους ως το απόθεμα παλιανθρώπων του Δυτικού πολιτισμού. Την αφήγησή του για τη Σμύρνη δεν τη γράφει ως ιστορικός, αλλά ως πολιτικός αρθρογράφος».

Πηγές

 

  • Horton George, «Η Μάστιγα της Ασίας», Βήμα, βιβλιοθήκη, τόμος 4ος, 2009.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα» τ.61ος, σ.216
  • James L. Marketos, «GEORGE HORTON – AN AMERICAN WITNESS IN SMYRNA», AHI Noon Forum, September 14, 2006.
  • George Horton, «The Blight of Asia», (Bobbs-Merrill Co.: Indianapolis 1926).
  • Βίκυ Καλαντζοπούλου, «Α.Ρ. Ραγκαβής και George Horton. Μια απρόσμενη συνάντηση», Τα νέα του Ε.Λ.Ι.Α. Αρ, 58, θερινό αρχειοστάσιο.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ, «Πανδέκτης», Συλλογή Ταξιδιωτικής Γραμματείας, 15ος-19ος αιώνας. 


Μεντρεσές Ναυπλίου ή Φυλακές Λεονάρδου


Μεντρεσές*, Μουσουλμανικό Ιεροδιδασκαλείο,** Β’ Οθωμανική περίοδος Ναυπλίου, (α’ φάση: τέλη 18ου– αρχές 19ου αι.)

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

Μεντρεσές Ναυπλίου.

Δεν έχουμε στοιχεία για την ανέγερση του κτηρίου. Το βέβαιο είναι ότι συνδέεται άμεσα με το παρακείμενο τέμενος του Αγά Πασά, το μετέπειτα Βουλευτικό, με το οποίο φαίνεται ότι αποτελεί μία ενότητα. Το ισόγειο του ιεροδιδασκαλείου χρονολογείται από ορισμένους στα χρόνια της Ενετοκρατίας της πόλης. Σύμφωνα πάντως με τη Μαυροειδή, το ιεροδιδασκαλείο αποτελεί κτήριο οθωμανικό. Μάλιστα, η ομοιότητα στην τοιχοποιία του ισογείου του ιεροδιδασκαλείου με αυτήν του Βουλευτικού μας επιτρέπει να τα εντάξουμε στην ίδια περίπου χρονική περίοδο. Μετά την Απελευθέρωση της πόλης και μέχρι το 1930 περίπου, το ιεροδιδασκαλείο χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως χώρος φυλακών, λόγω και της αρχιτεκτονικής του διαμόρφωσης (πολλά μικρά δωμάτια στη σειρά εν είδει κελιών). Στη χρήση του αυτή οφείλει και την ονομασία «Φυλακές Λεονάρδου», με την οποία έχει μείνει σήμερα, από τον Λ. Λεονάρδο, αστυνομικό διοικητή του Ναυπλίου.

Εσωτερικές στοές του Μεντρεσέ.

Εσωτερικές στοές του Μεντρεσέ.

Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο ιεροδιδασκαλείο βρήκαν καταφύγιο πρόσφυγες και στην αυλή του στήθηκαν πρόχειρα ξύλινα παραπήγματα. Πρόκειται για βαρύ και σκοτεινό τριώροφο πέτρινο κτίσμα, το οποίο έχει σε κάτοψη σχήμα Γ – όχι και τόσο συνηθισμένο – με πυργοειδείς απολήξεις. Τα δωμάτια, που είναι διατεταγμένα σε σειρά, είναι διαμπερή και βλέπουν στην αυλή, η οποία είναι τριγωνικού σχήματος και διαμορφώνεται από τη γειτνίαση του κτηρίου με το Βουλευτικό στα βορειοανατολικά. Τα δωμάτια περιτρέχονται από ανοιχτή στοά με πεσσοστοιχία, η οποία στο ισόγειο είναι υψηλότερη. Στην τοιχοποιία του κτηρίου είναι εμφανείς τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις. Στο ισόγειο και το κεντρικό τμήμα της τοξοστοιχίας των ορόφων έχει εφαρμοστεί το σύστημα της ισόδομης λαξευτής τοιχοποιίας, με διαφορετικά όμως υλικά δομής ανά όροφο.

Στο ισόγειο έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστόλιθος, στον πρώτο όροφο μαύρος γρανίτης και στον δεύτερο όροφο πωρόλιθος. Η περιμετρική τοιχοποιία των άνω ορόφων συνίσταται σε ακανόνιστες ημιλαξευτές πέτρες με την παρεμβολή σπασμένων κεραμιδιών.

Στην νοτιοανατολική πλευρά του ιεροδιδασκαλείου έχει κτιστεί σε μεταγενέστερη εποχή διώροφο κτίσμα, γνωστό ως «Οικία Λουμπινά», σήμερα ημικατεστραμμένο. Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου είναι μέτρια, με φθορές κυρίως στην τοιχοποιία. Στο κτήριο σήμερα στεγάζεται τμήμα της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

 Αναστασία Βασιλείου

Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

Υποσημειώσεις


* Η λέξη Μεντρεσές προέρχεται εκ της αραβικής λέξης ντερς (= μάθημα) και σημαίνει «μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο». Σ΄ αυτό διδάσκονταν παλιότερα η ανάγνωση και η ερμηνεία του Κορανίου η μουσουλμανική κατήχηση, ιστορία και το θρησκευτικό δίκαιο. Οι σπουδαστές σ΄ αυτά λέγονταν «σοφτάδες», οι δε δάσκαλοι «μολάδες» ή «μουλάδες». Μετά τη Κεμαλική μεταρρύθμιση στη Τουρκία οι Μεντρεσέδες περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Ανάλογα τέτοια ιεροσπουδαστήρια υπάρχουν στην Αίγυπτο και σε άλλες Μουσουλμανικές χώρες. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τ.13ος, σ.263)

** Για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου αντλούμε  πληροφορίες από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715). Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

 

Βιβλιογραφία


  • Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο», Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα,1979.
  • Μαυροειδή, Β., «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη αποτύπωσης, αποκατάστασης, επανάχρησης και αρχιτεκτονικού φωτισμού, διπλωματική εργασία, ΕΜΠ, Αθήνα 2006.

 

Μάχη των Μύλων (1825)


  

Στο βάθος του μυχού του Αργολικού κόλπου και Νοτιοδυτικά του Νομού Αργολίδας, δίπλα στις ιστορικές πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου, βρίσκεται  ο σύγχρονος οικισμός των Μύλων, όπου  μαζί με το Κιβέρι, το Σκαφιδάκι και την ορεινή  Ανδρίτσα αποτελούν τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Λέρνας.  Ο Δήμος Λέρνας είναι τόπος γεμάτος ιστορία, ιδιαίτερο φυσικό κάλος και πλούσια αγροτική παραγωγή.

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας.  Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι κυβερνήσεις που είχαν έδρα το Ναύπλιο, είχαν εγκαταστήσει στους Μύλους τις αποθήκες των δημητριακών, μέσω των οποίων σιτιζόταν το Ναύπλιο και τροφοδοτούνταν τα στρατεύματα και μεγάλο μέρος της Αργολίδας και της Κορινθίας. Κατά το έτος 1825, μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και τις αλλεπάλληλες νίκες των Αιγυπτίων κατά των Ελλήνων, οι Μύλοι δέχτηκαν αιφνίδια επίθεση τη 13η Ιουνίου από αιγυπτιακή φάλαγγα, πραγματοποιήθηκε μάχη, η οποία έθεσε σε τραγική κρισιμότητα την τύχη του Ναυπλίου και της επανάστασης. Αιγυπτιακή φάλαγγα, αποτελούμενη από δύο χιλιάδες πεζούς και χίλιους πεντακόσιους ιππείς με πυροβολικό, εμφανίσθηκε από την οδό Τριπόλεως το πρωί της 12ης κατευθυνόμενη προς την αργολική πεδιάδα. Φόβος και ταραχή κατέλαβε τους πάντες στο Ναύπλιο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πάνω από είκοσι χιλιάδες γυναικόπαιδα, ασθενείς και άμαχος πληθυσμός, ελάχιστα δε στρατιωτικά μέσα άμυνας υπήρχαν. Αλλά ο Ιμπραήμ δε σκόπευε να επιτεθεί κατά του Ναυπλίου, προέβαινε απλώς σε σοβαρή επιθετική αναγνώριση. Οι Έλληνες εντούτοις, που αγνοούσαν τις προθέσεις του εχθρού, έσπευσαν να συγκεντρώσουν μεγάλο μέρος της μάχιμης δύναμης στους Μύλους, κατά των οποίων κινήθηκε ισχυρή εχθρική φάλαγγα πεζών και ιππέων.

Οι Μύλοι ήταν ανοχύρωτοι παρά τη σπουδαιότητα που είχαν για την τροφοδοσία και την ύδρευση του Ναυπλίου σε περιπτώσεις πολιορκίας. Ο φιλέλληνας αξιωματικός Μοντανέλλι είχαν αναλάβει με εντολή της κυβέρνησης τη μελέτη οχύρωσης των Μύλων, αλλά λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων, η οχύρωση δεν είχε πραγματοποιηθεί. Είχε πραγματοποιηθεί χάραξη μόνο δύο αμυντικών περιβολών και συγκεντρώθηκε υλικό από πέτρες το οποίο και εγκαταλείφθηκε.

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Την 11η ο Μακρυγιάννης, που επανήλθε από δύο άτυχες περιπέτειες στη Μεσσηνία και την Αρκαδία, κατέλαβε με 150 άνδρες τους Μύλους, οχυρώθηκε  σε μία από τις δύο περιβολές, της οποίας την άμυνα ενίσχυσε με ξερολιθιές (τοίχοι από πέτρες) και ανοίγοντας τουφεκίστρες (παράθυρα). Τη 12η, μετά την αναγγελία των απειλητικών κινήσεων του Ιμπραήμ, έφθασε στους Μύλους ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί με τους φιλέλληνες που είχαν βρεθεί στο Ναύπλιο και οι οποίοι ήταν γύρω στους δεκαεπτά, ανάμεσα σε αυτούς οι γενναιότεροι από τους άτακτους, οι οποίοι είχαν επίσης συγκεντρωθεί στο Ναύπλιο και ο λόχος των ευζώνων αποτελούμενος από διακόσιους περίπου άνδρες υπό τον Κάρπο,* δηλαδή δύναμη όχι μεγαλύτερη σε σύνολο των 500 ανδρών. Σ’ αυτή τη δύναμη προστέθηκαν και τα πυροβόλα τριών μικρών πολεμικών βρικίων (τύπος ιστιοφόρου πλοίου), τα οποία παρατάχθηκαν κοντά στην ακτή, ώστε να ενισχυθεί η άμυνα.

Αλλά ο μεγάλος κίνδυνος στον οποίο τέθηκε το Ναύπλιο και η επανάσταση, έφερε προς το Ναύπλιο και τους Μύλους τους δύο μοιράρχους του αγγλικού και γαλλικού στόλου, τον Άμιλτον και τον Ριγνύ. Ο μεν Άμιλτον αγκυροβόλησε πριν το Ναύπλιο, ο δε Ριγνύ πριν τους Μύλους.

Ο Υψηλάντης, ο Μακρυγιάννης, οι Φιλέλληνες και ο Κάρπος κατέλαβαν τις περιβολές (κούλιες /πύργοι που χρησιμοποιούνταν ως παρατηρητήρια) και τις δύο μεγάλες αποθήκες. Ο εχθρός με τετραπλάσια δύναμη, επιτέθηκε στους Μύλους γύρω στο μεσημέρι της 13ης. Η επίθεση έγινε σφοδρότερη στα δύο πιο ασθενή σημεία της άμυνας, του κέντρου το οποίο υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του δεξιού στο οποίο αμυνόταν ο Υψηλάντης με πολλούς τακτικούς και δεκάδες φιλέλληνες.

Η ρήξη του κέντρου θα έθετε στον κίνδυνο γενικής σφαγής τους άτακτους του Μακρυγιάννη και τους αμυνόμενους στα δεξιά, η δε ήττα του δεξιού τμήματος με επί κεφαλής τον Υψηλάντη θα απέκλειε την υποχώρηση των Ελλήνων προς την παραλία, από την οποία και μόνο θα μπορούσαν να σωθούν σε περίπτωση ήττας. Αποκρούσθηκαν τρεις επιθέσεις του εχθρικού πεζικού και μία του ιππικού, το εχθρικό πυροβολικό τότε γκρέμισε με εύστοχες βολές μέρος του μετώπου της κούλιας του Μακρυγιάννη, ενώ λόχος Αιγυπτίων επιτέθηκε με ορμή υπερπηδώντας τα ερείπια.

Κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές ο Μακρυγιάννης με πέντε Φιλέλληνες και λίγους εκλεκτούς άτακτους επιτέθηκε με ξίφη κατά των Αράβων και κατέσφαξαν τους πρώτους που διείσδυσαν στην περιβολή και έτρεψαν τους άλλους σε φυγή. Μετά από αυτή την αποτυχία τους, οι Αιγύπτιοι δεν επανέλαβαν τις εφόδους, ο ήλιος άλλωστε είχε σχεδόν δύσει και ενώ το σκοτάδι πλησίαζε, αποσύρθηκαν εκτός βολής πυροβόλου, έφυγαν για το Άργος εγκαταλείποντας περίπου πενήντα νεκρούς και παίρνοντας μαζί τους διπλάσιους περίπου τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν απώλεια επτά νεκρών, ανάμεσα στους οποίους και ενός φιλέλληνα και είχαν τριπλάσιους τραυματίες μεταξύ των οποίων και τον Μακρυγιάννη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης εφόδου, η γαλλική ναυαρχίδα υπό τον Ριγνύ σάλπισε πολεμικό συναγερμό και έστρεψε τα πυροβόλα της κατά των Αιγυπτίων, ενισχύοντας το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι πίστεψαν πως θα κατέλθει στον αγώνα. Η νίκη των Μύλων υπήρξε σημαντική, διότι περιέσωσε τον άρτο όσων βρίσκονταν στο Ναύπλιο και ανύψωσε το ηθικό των επαναστατών.

 

Υποσημείωση


 

* Την 21η Ιουνίου 1825 ο Δημ. Υψηλάντης γράφει τα εξής από τους Μύλους προς το Υπουργείο του Πολέμου. «Ο Λοχαγός Κύριος Καρπός με τον υπό την οδηγίαν του λόχον έφθασε μετά τα μέσα της μάχης της εν Μύλοις και όχι μόνον εγκαρδίωσεν τους κατ’ εκείνην την ώραν μαχομένους Έλληνας, αλλά και αυτοί έκαμαν ως γενναίοι πατριώται και καλοί στρατιώται το χρέος των. Μετά δε την μάχην εφύλαξαν τακτικώς τα της πειθαρχίας χρέη των, οδηγούμενοι από τον ρηθέντα λοχαγόν εις τα οδηγητικά χρέη των. Διό αναφερόμεθα εις το Έξοχον Υπουργείον τούτο δια να γνωρίση τους αξίους στρατιώτας, οίτινες δεν έλειψαν από τα χρέη των».

Και ο συνταγματάρχης Π.Γ. Ρόδιος παρατηρεί «ότι ο λόχος των Ευζώνων, και τινες άλλοι στρατιώται εκ των λοιπών λόχων του 1ου Συντάγματος, οδηγούμενοι από τον λοχαγόν Κύριον Κάρπον Παπαδόπουλον, του οποίου αξιωματικός εστάλη ο Κύριος Παναγιώτης Πίσσας, πόσον εμψύχωσεν η παρουσία τούτων τους λοιπούς Έλληνας, και πόσον συνεισέφερον με την ανδρείαν και ευτολμίαν των εις την διατήρησιν των Μύλων» και προτείνει τούτους εις το Υπουργείον Πολέμου δια την ανάλογον ηθικήν αμοιβήν.

( Κ. Α. Διαμάντη, Θράκες αγωνισταί κατά την Επανάστασιν του 1821, Β’ Αθήναι, 1963, σελ. 160—161).

 

Πηγή


Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1930. 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (ή «Φραγκοκλησιά»)


Τέμενος. Ναύπλιο, Β’ Οθωμανική περίοδος (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Ο Λαμπρυνίδης μαρτυρεί ότι πιθανώς στη θέση αυτή να προϋπήρχε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1212-1389) γυναικεία μονή του Δυτικού δόγματος, προτείνοντας την ταύτισή της με μονή η οποία αναφέρεται στη διαθήκη του Δούκα των Αθηνών Nerio Acciaiuoli, του έτους 1394. Πάντως, σε άλλο σημείο ο Λαμπρυνίδης αναφέρει ότι στη θέση αυτή υπήρχε «αρχαίος ενετικός ναός». Η σημερινή μορφή του μνημείου παραπέμπει σαφώς σε τέμενος, που η τοπική παράδοση αποδίδει στη χήρα του Αγά Πασά, Φατμέ, η οποία φέρεται να το ανήγειρε στη μνήμη του συζύγου της μετά τον αιφνίδιο θάνατό του. Σε πηγές του 19ου αιώνα μαρτυρείται ως «τέμενος Ιτς Καλέ» («τέμενος του εσωτερικού φρουρίου»), από την τουρκική ονομασία της Ακροναυπλίας, λόγω του ότι το τέμενος ήταν κτισμένο στις βόρειες κλιτύες της.

Το 1839, με τη μεσολάβηση του βασιλιά Όθωνα, ο Δήμος Ναυπλίου παραχώρησε το τέμενος στην Καθολική Εκκλησία*, για τις εκκλησιαστικές ανάγκες των τριακοσίων περίπου Ελλήνων και ξένων Καθολικών – κυρίως των Βαυαρών στρατιωτών που ανήκαν στην ακολουθία του βασιλιά. Ο Όθωνας αφιέρωσε το ναό στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σε ανάμνηση της μεταμόρφωσης της Ελλάδας μετά την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς.

Κατόπιν ορισμένων επισκευών, τα εγκαίνια του ναού έγιναν το 1840. Το κτίσμα αυτό φέρει έντονες ομοιότητες με το Βουλευτικό, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς τη δόμησή του, με τη διαφορά ότι είναι κτισμένο σε μικρότερη κλίμακα. Είναι προσανατολισμένο στα νοτιοανατολικά, προς τη Μέκκα, έχει βαριές αναλογίες και χαμηλό ημισφαιρικό τρούλο. Είναι δομημένο κατά την ισόδομη λαξευτή τοιχοποιία.

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Όσον αφορά στο εσωτερικό του, αξίζει να αναφερθεί η λιτή ξύλινη αψίδα, δωρεά του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Touret**, που κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Η αψίδα, που έμεινε γνωστή ως «αψίδα Τουρέ», είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα ξένων Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών. Ο ναός κοσμείται επίσης από ελαιογραφία που φέρει παράσταση της Αγίας Οικογένειας (Sacra Famiglia), αντίγραφο του έργο του Ραφαέλο. Ο πίνακας αποτελεί δωρεά του βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου (1843).

Βορειοδυτικά του ναού υπάρχει υπόγεια θολωτή κρύπτη, βάθους 3μ., προγενέστερη του τεμένους, η οποία χρησίμευε ως δεξαμενή. Το 1839 συγκεντρώθηκαν στην κρύπτη τα οστά των φιλελλήνων καθώς και των Βαυαρών στρατιωτών της ακολουθίας του Όθωνα οι οποίοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 και 1834 και είχαν ενταφιαστεί αρχικά στο παλαιό νεκροταφείο του Ναυπλίου, κοντά στο εκκλησάκι των Αγίων Πάντων.

Δυτικότερα του ναού υπήρχε οθωμανικό λουτρό, ισόγειο μετά την απόδοση του ναού στους Καθολικούς μετασκευάστηκε σε πρεσβυτέριο και σε εκθεσιακό χώρο κειμηλίων και βιβλίων, με την προσθήκη ορόφου. Η τοιχοποιία του είναι παρόμοια με αυτήν της Καθολικής Εκκλησίας, του Βουλευτικού και του ισογείου του μεντρεσέ. Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου είναι καλή. Κατά καιρούς έχουν πραγματοποιηθεί μικρής κλίμακας εργασίες συντήρησης του ναού, ενώ η κρύπτη έχει αναστυλωθεί. Επίσης, ο πίνακας με την παράσταση της Αγίας Οικογένειας έχει συντηρηθεί το 1989 και η «αψίδα Τουρέ» το 2002.

 

Αναστασία Βασιλείου

  

Υποσημειώσεις


* Να σημειωθεί ότι ο Καθολικός Ναός λειτουργεί συνεχώς από το 1839 έως τις ημέρες μας.

** Εις μνήμη της δράσης των Γάλλων Φιλελλήνων κατά την ελληνική επανάσταση.

 

Πηγή


  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

 

«Τριανόν» (ή Παλαιό τζαμί της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου)


Τέμενος, Β’  μισό 16ου αι.

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το παλαιό τζαμί στην πλατεία Συντάγματος αποτελεί ίσως το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του β’ μισού αιώνα στην πόλη. Βρισκόταν  στη συνοικία του του Μεγάλου Βεζίρη ή στη συνοικία του χανιού του Σουλτάν Αχμέτ (φαίνεται ότι και οι δύο πήραν το όνομά τους από κάποιο τέμενος). Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί , η πλούσια πόλη του Ναυπλίου διέθετε πολλά τεμένη, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία δεν προέρχονταν από μετατροπή χριστιανικού ναού. Ο ίδιος περιηγητής αναφέρει δύο τεμένη με μεγάλους μιναρέδες στην αγορά της πόλης. Πιθανότατα το ένα από αυτά ήταν το γνωστό σε μας «Τριανόν». Ο Εβλιγιά δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία στο τέμενος αυτό, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα απλό, λιτό τέμενος, επαρχιώτικης τεχνοτροπίας, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφιερώματα ή διακοσμήσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με τα περισσότερα τεμένη της Πελοποννήσου.

Το τέμενος* μετατράπηκε κατά τη διάρκεια της Β’ Ενετοκρατίας σε χριστιανικό ναό του ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο. Κατά τη διάρκεια της Β’ Οθωμανικής περιόδου χρησιμοποιήθηκε εκ νέου ως μουσουλμανικό τέμενος. Μετά την απελευθέρωση στέγασε το πρώτο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων.

Το 1915 μετατράπηκε σε ωδείο και θέατρο, για να γίνει αργότερα δημοτικός κινηματογράφος με την επωνυμία «Τριανόν», μια επωνυμία με την οποία είναι γνωστό το μνημείο στους κατοίκους. Σήμερα λειτουργεί ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκθέσεων. Για τη μορφή του τεμένους περισσότερα στοιχεία αντλούμε από τις απεικονίσεις των Ευρωπαίων περιηγητών, ιδιαίτερα από την υδατογραφία του G. Haubenschmidt της Οθωμανικής περιόδου.

Το Παλαιό Τζαμί είναι ένα κτίριο με απλή ορθογωνική κάτοψη, το οποίο καλύπτεται από σχεδόν οκταγωνικό τρούλο. Το τέμενος, υπερυψωμένο στην αρχική του φάση, διέθετε μικρή αυλή στα δυτικά, που δεν σώζεται σήμερα, στην οποία οδηγούσε κλίμακα. Η είσοδος έχει κιονοστήρικτο προστώο που στεγάζεται από τρεις τρουλίσκους.

Πέντε θύρες στα δυτικά οδηγούν από το προστώο στον κεντρικό χώρο. Η τετράγωνη αίθουσα προσευχής στεγάζεται από τον μεγάλο κεντρικό τρούλο μέσω ημιχωνίων. Το χαμηλό τύμπανο του κεντρικού τρούλου διατρυπούν συμμετρικά διατεταγμένα μονόλοβα παράθυρα. Παράθυρα ανοίγονται σε όλες τις όψεις του μνημείου. Όλα τα παράθυρα ήταν μονόλοβα, τοξωτά.  Η συνήθης διάταξη είναι στην κάτω στάθμη τέσσερα ανοίγματα σε βόρεια και νότια όψη (αρκετά εκ των οποίων είναι σήμερα κλεισμένα ή τροποποιημένα) και δύο στην ανατολική όψη. Στην άνω στάθμη υπάρχουν τριάδες ανοιγμάτων, εκ των οποίων το μεσαίο είναι μεγαλύτερο και στέκει ψηλότερα από τα δύο εκατέρωθεν. Σήμερα υφίσταται μόνο το μεσαίο σε κάθε όψη, ενώ τα μικρότερα είναι φραγμένα.

Για τα υπερώα που πιθανότατα υπήρχαν καθώς και για τη μορφή και τον τύπο των κλιμακοστασίων δεν μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες, δεδομένου ότι, κατά τη μετατροπή του τεμένους σε θέατρο, προστέθηκε μεσοπάτωμα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η τοιχοποιία είναι κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα στο τύμπανο του τρούλου και σε επιλεγμένα σημεία (λ.χ. στην όψη του προστώου).

Η υπόλοιπη τοιχοποιία είναι από αδρά πελεκημένους λίθους, μικρού σχετικά μεγέθους, με παρεμβολή τεμαχίων οπτόπλινθου, όπως συμβαίνει και στα μεταβυζαντινά χριστιανικά μνημεία της περιοχής. Στις γωνίες χρησιμοποιούνται καλά πελεκημένοι λίθοι, κυρίως πωρόλιθοι, ενώ τα περιθυρώματα όλων των ανοιγμάτων είναι ιδιαίτερα προσεγμένα στην όψη, με χρήση σχεδόν αποκλειστικά πωρόλιθου. Στην αρχική του φάση το τέμενος δεν φαίνεται να διέθετε άλλους χώρους πέραν των κυρίων. Αν και επρόκειτο για επαρχιακό τέμενος, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή για τα μέτρα της εποχής και της περιοχής όπου χτίστηκε.

Οι βασικές αρχές της οθωμανικής αρχιτεκτονικής τηρήθηκαν με ευλάβεια, ενώ δόθηκε και προσπάθεια για μια αρμονία στην αρχιτεκτονική έκφραση, όπως θα ταίριαζε σε μια πόλη φημισμένη όπως το Napoli di Romania των Βενετών.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, κατά τη Β’ Ενετοκρατία το τέμενος μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, αφιερωμένο στη μνήμη του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας, δωρεά του Βενετού αρχιστράτηγου Φραγκίσκου Μοροζίνι στο φραγκισκανικό τάγμα, το 1687. Σε αυτή μάλλον τη φάση κλείσθηκαν ορισμένα από τα ανοίγματα, ιδιαίτερα στους πλάγιους τοίχους και πιθανότατα για καθαρά στατικούς λόγους. Κατά προτεραιότητα κλείστηκαν τα μικρά ανοίγματα, ενώ διατηρήθηκαν τα παράθυρα της ανώτερης στάθμης. Μετά την Απελευθέρωση (1828-1833), το κτήριο στέγασε το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Αρρένων και κατόπιν – για μικρό διάστημα – αποτέλεσε μητροπολιτικό ναό του Ναυπλίου.

Στην υδατογραφία του Haubenschmidt** το μνημείο φαίνεται σε αυτή του τη φάση. Το προστώο και η δυτική αυλή αφέθηκαν ως είχαν, ενώ στον ανατολικό τοίχο το μιχράμπ διαπλατύνθηκε, ώστε να σχηματιστεί η αψίδα του ιερού βήματος στο πάχος του τοίχου. Δυστυχώς δε μας σώζονται στοιχεία για το μιναρέ. Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τη θέση του, είναι δε πιθανό ο αρχικός να κατεδαφίστηκε από τους Ενετούς στην περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας.

 

Γεώργιος Τσεκές

 

Υποσημείωση


* τέμενος το [témenos] : 1α. ιερός χώρος που ήταν αφιερωμένος σε αρχαίο θεό ή ήρωα. β. χώρος μουσουλμανικής λατρείας· τζαμί. 2. (μτφ.) ίδρυμα αφιερωμένο στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, όπως π.χ. πανεπιστήμιο, ωδείο κτλ.: Iερό ~ των Mουσών. (Λεξικό Τριανταφυλλίδη).

** Έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

Πηγή


  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

 

 

H Οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα


 Επιμέλεια έκδοσης: Έρση Μπρούσκαρη

Έκδοση Υπουργείου Πολιτισμού – Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών  Αρχαιοτήτων.

Αθήνα 2009.

H Οθωμανική αρχιτεκτονική στην ΕλλάδαΈνας θαυμάσιος τόμος, προϊόν συλλογικής δουλειάς, αφιερωμένος στην οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα κυκλοφορεί από το Υπουργείο Πολιτισμού. Για τον τόμο συνεργάστηκαν η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, οι Εφορείες Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, οι Εφορείες Νεώτερων Μνημείων, οι Υπηρεσίες Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων, καθώς και άλλοι επιστημονικοί συνεργάτες. Στόχος της έκδοσης είναι η ανάδειξη του οθωμανικού μνημειακού πλούτου στην Ελλάδα, καθώς και η προβολή του σημαντικού έργου προστασίας και συντήρησης που έχει πραγματοποιηθεί από τις υπηρεσίες του ΥΠΠΟ σ’ αυτό το αξιόλογο πολιτιστικό μας απόθεμα. Ο τόμος περιλαμβάνει εισαγωγικά άρθρα, που αφορούν στον οθωμανικό πολιτισμό, 191 περιγραφικά λήμματα των πλέον αντιπροσωπευτικών οθωμανικών μνημείων, θρησκευτικών και κοσμικών, φωτογραφίες και σχέδια. Τα κείμενα παρέχουν πλούσιο ιστορικό υλικό για την παρουσία και τη δράση του οθωμανικού στοιχείου στον ελλαδικό χώρο και προσφέρουν μία ολοκληρωμένη εικόνα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων.

Τα μνημεία που περιλαμβάνονται στον τόμο καλύπτουν μια ευρύτερη περίοδο, από το 14ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι σελίδες 121 – 133 είναι αφιερωμένες στην οθωμανική αρχιτεκτονική στο Άργος και στο Ναύπλιο.

  

Από την εισαγωγή του βιβλίου, Έρση Μπρούσκαρη


 […] Ο κατάλογος που ακολουθεί δεν είναι εξαντλητικός, κατεβλήθη ωστόσο προσπάθεια να είναι όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικός, τόσον όσον αφορά τα είδη των κτηρίων όσο και τις περιοχές της Ελλάδος, στις οποίες αυτά βρίσκονται. Ακόμη, προκειμένου να αποκτήσει ο αναγνώστης μια συνολική εικόνα της αρχιτεκτονικής της περιόδου αυτής, κρίθηκε σκόπιμο να συμπεριληφθούν στον παρόντα τόμο όχι μόνον κτήρια αμιγώς οθωμανικά ως προς τη λειτουργία ή την αρχιτεκτονική τους, όπως π.χ. τζαμιά, ιμαρέτ, χαμάμ, τεκέδες κ.λ.π., αλλά και κάστρα, γεφύρια, χάνια ή κατοικίες που ήσαν σε χρήση από όλο τον πληθυσμό.
Ο τόμος διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αποτελείται από τρία εισαγωγικά κεφάλαια, εκ των οποίων το πρώτο δίνει ιστορικές πληροφορίες για την Οθωμανική αυτοκρατορία γενικά αλλά και για τον ελλαδικό χώρο ειδικά, ενώ τα επόμενα αναφέρονται στα χαρακτηριστικά της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. […]

Το κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής εισάγει ουσιαστικά τον αναγνώστη στο κύριο, δεύτερο, μέρος όπου περιγράφονται τα μνημεία ανά γεωγραφική περιοχή. Σε αρκετές περιπτώσεις προτάσσεται ένα κατατοπιστικό σημείωμα για τις πόλεις στις οποίες αυτά βρίσκονται, και τη συγκρότησή τους κατά την Οθωμανική περίοδο. Πολύτιμος αρωγός στο οδοιπορικό αυτό ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, ο οποίος κατά τον 17ο αιώνα ταξίδεψε στις πόλεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μας έδωσε την περιγραφή πολλών μνημείων. Όσο κι αν η μαρτυρία του έχει θεωρηθεί υπερβολική ή μη ακριβής σε κάποιες περιπτώσεις, πάντως αποτελεί πλούσια δεξαμενή πληροφοριών, η οποία σε συνδυασμό με άλλες πηγές, ιστορικές, αρχειακές, αρχαιολογικές κ.λ.π., μας βοηθά στην ταύτιση και χρονολόγηση μνημείων.

Προσπαθήσαμε ώστε τα λήμματα των μνημείων να έχουν ενιαία μορφή, και να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Έτσι το κάθε λήμμα περιλαμβάνει ιστορικά στοιχεία (όπου υπάρχουν), χρονολόγηση, αρχιτεκτονική περιγραφή, αλλά και τις κυριότερες επεμβάσεις αποκατάστασης και ανάδειξης που έχουν γίνει σε αυτά, καθώς και αναφορά στις νέες χρήσεις που έχουν αποκτήσει αρκετά μνημεία, προκειμένου να ενταχθούν στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή του τόπου.

Ο τόμος κλείνει με ένα χρονολόγιο, ένα γλωσσάρι για τους αρχιτεκτονικούς κυρίως όρους που χρησιμοποιούνται στο κείμενο και πιθανόν να δυσκολέψουν τον μη ειδικό αναγνώστη, και, τέλος, με την παράθεση της βιβλιογραφίας. […]

Ευχαριστούμε το Υπουργείο Πολιτισμού και την Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, για την δωρεά δύο τόμων στην βιβλιοθήκη μας.

 

Ημερίδα: Οι Βιβλιοθήκες στον 21ο αιώνα Καινοτομία, Δημιουργικότητα, Κοινωνικά Δίκτυα.

 


  

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου , 7μ.μ., Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος. Είσοδος ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας. Η διανομή των δελτίων αρχίζει στις 5.30 μ.μ.

 

Η εκδήλωση απευθύνεται μεταξύ άλλων, σε επαγγελματίες από το χώρο των βιβλιοθηκών, εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπαλλήλους των Υπουργείων Πολιτισμού και Παιδείας, εκδότες, συγγραφείς, δημοσιογράφους.

megaronlogogr«Ζούμε σε μία εποχή όπου η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας πληροφόρησης και επικοινωνιών κάνει εμφανή την παρουσία της ποικιλοτρόπως σε κάθε εκδήλωσης της καθημερινής μας ζωής. Αυτή η τεχνολογική έκρηξη, σε συνδυασμό με την πληθώρα παραγωγής γνώσης δημιούργησαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μία επανάσταση στο χώρο της πληροφόρησης. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, αυτή η νέα εποχή αναδεικνύει καινούργιες μορφές πολιτισμού και μάθησης. Έρευνες έχουν καταγράψει την ολοένα αυξανόμενη χρήση των νέων τεχνολογιών στη διαδικασία μάθησης, κυρίως από παιδιά και νεαρά άτομα. Επίσης, έχει επισημανθεί το γεγονός ότι οι νέοι μαθαίνουν πολύ πιο εύκολα μέσα από δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με τη διασκέδαση και τη δημιουργική συμμετοχή σε κοινωνικά δίκτυα, που πλέον αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής και πολιτιστικής τους πραγματικότητας.

megaronplusΣ’ αυτήν τη νέα εποχή όπου δημιουργείται ένα δυναμικό πλέγμα σχέσεων μεταξύ των φορέων πληροφόρησης, του κοινού και της τεχνολογίας, πολιτιστικοί φορείς όπως οι βιβλιοθήκες, καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις αξίες, το ρόλο και τη σχέση τους μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εφόσον θέλουν να παραμείνουν στις επάλξεις ως κέντρα διαχείρισης της πληροφορίας, δημιουργικής μάθησης, προώθησης της νέας τεχνολογίας και συνοχής του κοινωνικού ιστού. Ακόμη περισσότερο, οι βιβλιοθήκες χρειάζεται να ενισχύσουν το ρόλο τους ως χώροι ανακάλυψης, ερμηνείας και απόκτησης εμπειριών και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της δημιουργικής έκφρασης των πολιτών.

Η εκδήλωση θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στην παρουσίαση και τη διάχυση βέλτιστων πρακτικών, νέων υπηρεσιών και μεθόδων στρατηγικής ανάπτυξης από τον χώρο των βιβλιοθηκών σε διεθνές επίπεδο.

Δύο διακεκριμένοι εμπειρογνώμονες από την Ευρώπη και την Αμερική θα αναλάβουν να μας παρουσιάσουν τη διεθνή εμπειρία. Το στρογγυλό τραπέζι, στο οποίο θα συμμετέχουν Έλληνες επαγγελματίες του χώρου και οι ξένοι ομιλητές θα δώσει την ευκαιρία να συζητηθούν μεταξύ άλλων, ζητήματα συνεργασίας ιδρυμάτων σε τοπικό επίπεδο αλλά και ο ρόλος των βιβλιοθηκών στο νέο ψηφιακό περιβάλλον

Διοργάνωση: Megaron Plus
Συντονιστής: Γιάννης Τροχόπουλος, Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας.

Πληροφορίες: 210 7282333
Χορηγός εκδήλωσης: Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης.

  alphaline  alphaline

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)


 

Karl von Heideck

Karl von Heideck

Γερμανός στρατιωτικός, γεννημένος στη Λορένη. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Μονάχου και το 1826, με υπόδειξη του βασιλιά Λουδοβίκου Α’, ήλθε στην Ελλάδα και διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής εράνων στο Ναύπλιο. Πολέμησε με το βαθμό του συνταγματάρχη στον Πειραιά στον στρατό του Καραϊσκάκη. Επί Καποδίστρια έγινε φρούραρχος Ναυπλίου και διαδέχθηκε τον Φαβιέρο στη διοίκηση του τακτικού στρατού. Φρόντισε για την επισκευή ερειπωμένων φρουρίων, ίδρυσε οπλοστάσιο στο Ναύπλιο και συνέβαλε στην ίδρυση της Σχολής Ευελπίδων. Το 1829 αρρώστησε και επέστρεψε στην Βαυαρία. Ενημέρωσε πλήρως τον Λουδοβίκο για την κατάσταση του στρατού στην Ελλάδα, για τις συχνές ταραχές και τις καταχρήσεις, γεγονός που επηρέασε άμεσα τον Λουδοβίκο στο σχεδιασμό των επιλογών του στο ζήτημα της διάλυσης των ατάκτων.

Με την κάθοδο του Όθωνα διορίστηκε μέλος της Αντιβασιλείας και τάχθηκε υπέρ της εκτέλεσης του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Λίγο πριν από την ενηλικίωση του Όθωνα επέστεψε στο Μόναχο και προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου. Τα απομνημονεύματα του Εϊδεκ δημοσιεύτηκαν το 1900 στο περιοδικό «Αρμονία». Τον συναντάμε και με τα ονόματα Έϊντεκ, Άιντεκ, Χάιδεκ και Χαϊδέγγερ.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο ελληνικός στρατός το 19ο αιώνα», τεύχος 70, 15 Φεβρουαρίου 2001.
  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.