Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Καρυά Αργολίδας


 

Η Καρυά, είναι το πιο γραφικό και όμορφο χωριό της Αργολίδος, με 402 κατοίκους στην απογραφή του 1951 και 303 κατά την απογραφή του 1991. Αγαπημένο καταφύγιο των ανθρώπων του κάμπου του Άργους, όταν θέλουν ν’ απολαύσουν το χιονισμένο τοπίο, μια ορεινή ανάσα 20 μόνο χλμ. από το Άργος, η Καρυά δικαιώνει την προσμονή του επισκέπτη της μόλις προβάλλει πανοραμική εμπρός του.

Σαν σκηνογραφημένη σύνθεση ανάμεσα σ’ όλη τη μεγαλόπρεπη διαδοχή των ορεινών όγκων, με το Αρτεμίσιο (1771 μ. ύψος) πίσω της και το Ξεροβούνι (1256 μ. ύψος) δεξιά της, αναπτύσσεται αμφιθεατρικά από τα ψηλά στα χαμηλότερα σαν ένα μεγά­λο κοπάδι που κατηφορίζει για το χειμαδιό του.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Το χωριό της Καρυάς αρχικά χτίστηκε στην κορυ­φή του Προφήτη Ηλία (Μαλεβό) σκαλωμένο ψηλά από το φόβο των καιρών της σκλαβιάς, όπου υπάρχουν ακόμη ερείπια του Άη Δημήτρη και ίχνη οικι­σμού. Έπειτα, όταν ημέρεψαν τα χρόνια, κατηφόρισαν και οι άνθρωποι, για να γλιτώσουν από τα αγρί­μια και το κρύο. Και από την Ελληνική Επανάσταση και ύστερα στέριωσαν στη θέση που βρίσκεται σήμερα το χωριό. Το 1831 η Καρυά απόκτησε αλληλοδιδακτικό σχολείο. Χωριό που έζησε τον τρόμο του Ιμπραήμ – πέρασε από εκεί κι’ έκαψε κάμποσα σπίτια – αλλά και την έξαρση του Εικοσιένα. Δικό του γέννημα το πρωτοπαλίκαρο του Κολοκοτρώνη, ο Γιαννάκος Νταγρές, όπως και οι Παναγιώτης, Σωτήρης και Κωνσταντίνος Νταγρές με σημαντική προσφορά στον απελευθερωτικό αγώνα. Η φήμη της παλληκαριάς και της σκληρής τους γνώμης σώθηκε σε πολλά δημοτικά τραγούδια.

Το μεγαλοχώρι της Καρυάς είχε κάποτε 1.299 κατοίκους. Κτηνοτροφία, αμπέλια, χωράφια και ελιές οι ασχολίες τους. Μ’ όλο τον εκσυγχρονισμό του και τα ανακαινισμένα σπίτια του διατηρεί και σήμερα στις γραφικές παλιές γειτονιές τα πανέμορ­φα πέτρινα σπίτια με τα χαγιάτια και τις αυλόπορ­τες.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η μητρόπολη της Καρυάς, προσελκύει ακόμα και σήμερα στις 29 Αυγούστου πολύ πανηγυριώτικο κόσμο. Τα τελευ­ταία χρόνια, καθώς τα παλαιά σπίτια ένα – ένα ανακαινίζονται από ντόπιους, που επιστρέφουν στα πάτρια, και από ξένους που τ’ αγοράζουν, το χωριό αποκτάει όψη σύγχρονου θέρετρου με τα μαγαζιά του και την όμορφη πλατεία στο κέντρο του, που διαμορφώθηκε πρόσφατα με πελεκητές πέτρες.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Αν περπατήσει κανείς λίγα μέτρα προς την πάνω άκρη του χωριού, θα βρει ανάμεσα στα πλατάνια τα ερείπια των παλιών νερόμυλων της Καρυάς. Κάποτε δούλευαν μέρα – νύχτα με τα νερά, που έφταναν ως εκεί από τις φυσικές πηγές του Αρτεμισίου και εξυ­πηρετούσαν ολόκληρη την περιοχή. Οι εγκαταλε­λειμμένες μυλόπετρες μέσα στα χαλάσματα μαρτυ­ρούν ακόμα τα παλιά μεγαλεία τους.

Το χωριό έλαβε τεράστια δημοσιότητα από το 2003 και έπειτα, καθώς επιλέχτηκε ως τόπος για τα γυρίσματα της επιτυχημένης ελληνικής κωμικής σειράς «Το καφέ της Χαράς», παραγωγής του ομίλου ANT1. Έτσι μέχρι σήμερα παραμένει άτυπα γνωστό στον κόσμο και με την ονομασία «Κολοκοτρωνίτσι».

 

Μονή Παναγίας Καρυάς

 

Λίγο πριν από την πλατεία της Καρυάς ο ορεινός δρόμος προς τη Νεστάνη οδηγεί σε υψόμετρο 1100 περίπου μέτρων στην παλιά μονή της Παναγίας, ένα χώρο κατάσπαρτο από μνήμες εποχών λησμονημένων, που λειτούργησε ως τον τελευταίο πόλεμο και σαν μοναστήρι. Πάνω σε ωραίο ξάγναντο, φυσικό μπαλκόνι που εποπτεύει πανοραμικά τον αργολικό κάμπο με θέα ως τα νησιά του αργολικού, όταν ο ορίζοντας είναι καθαρός, απομένουν ακόμα λίγα κελιά και το επι­σκευασμένο καθολικό, ένας καμαροσκέπαστος ναός σε σχήμα σταυρού, που αντικατέστησε τον παλιό βυζαντινό ναό – μέχρι πριν λίγα χρόνια σωζόταν – κτίσμα πιθανόν του 14ου αιώνα, που ήταν θεμελιω­μένος πάνω σε αρχαίο ιερό, ίσως της Αρτέμιδος.

 

Παναγιά Καρυάς – (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Αρχαίες κολόνες πάνω από δύο μέτρα ύψος με κιονόκρανα στήριζαν εσωτερικά το ναό της Παναγίας. Σκόρπια εδώ κι εκεί και σήμερα μερικά μαρμάρινα τεμάχια και μια μικρή πέτρινη κρήνη με αρχαιότατη δομή χτισμένη θυμίζουν τη σχέση του τόπου με το ιστορικό παρελθόν.

Απέναντι από το εκκλησάκι  της Παναγίας, σε βραχώδες ύψωμα βρίσκεται το Κάστρο της Καρυάς, το οποίο από τους ντόπιους ονομάζεται και «Καστράκι» ή «Βενετσιάνικο κάστρο». Πρόκειται για οχυρό βυζαντινών χρόνων. Εντάσσεται στο αμυντικό δίκτυο (φρυκτώρια), ελέγχου των μεθορίων περιοχών της ΒΔ Αργολίδας τον 5ο και κυρίως τον 4ο αι. π.Χ. Στη θέση Ξεροβούνι υπάρχει κι’ άλλο κάστρο, παρόμοιο αλλά αρχαιότερο.

 

Το Κάστρο της Καρυάς – (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Συνεχίζοντας το δρόμο προς τη Νεστάνη, διαμορφωμένο τα τελευταία χρόνια, ο επισκέπτης  ακουμπάει στα έλατα του Αρτεμισίου και νοιώθει τη δροσιά και την ομορφιά της φύσης. Μόλις φτάσει στο «Σωληνάρι», την πρώτη φυσική πηγή που θα συναντήσει στο  δρόμο του, μπορεί να στρίψει αριστερά και να συνε­χίσει στο δύσβατο χωματόδρομο με το όχημα του στην αρχή και κατόπιν με τα πόδια μέχρι τη «Νεραϊδόβρυση», που θα τη βρει κάτω ακριβώς από την κορυφή του βουνού, στην ανατολική του πλευ­ρά, αν ακολουθήσει πιστά τα σημάδια που έχουν χαράξει οι ορειβάτες στα βράχια, για να μη χάνουν κι αυτοί το δρόμο προς την κορυφή του βουνού.

 

Το Αρτεμίσιο με τα νερά, τα έλατα, τις φυσικές ομορφιές του και την πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Αν συνεχίσει ευθεία, θα περάσει πάνω από τον Άγιο Κωνσταντίνο με την πλούσια πηγή που υδρεύ­ει το χωριό, και κατηφορίζοντας προς τη Νεστάνη θα βρει αριστερά πάνω στο δρόμο το «Μπρακατσάκι», ονομαστή πηγή που τρέχει από ένα σωλήνα κρυστάλλινο νερό πλούσιο σε θειάφι όλο το χρόνο. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιούν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και για­τρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.

 

Θέα από το «Μπρακατσάκι». (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Γενικά το Αρτεμίσιο με τα νερά, τα έλατα, τις φυσι­κές ομορφιές του, την πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, τα χιόνια το χειμώνα και τις δρο­σιές το καλοκαίρι, είναι το μεγάλο όπλο της Καρυάς, που την κάνει το πιο ονομαστό και γραφι­κό ορεινό θέρετρο της Αργολίδας. Μόνο που δεν έχει αξιοποιήσει όσο θάπρεπε τη θέση και τις μεγά­λες δυνατότητες τουριστικής και πολιτιστικής ανά­πτυξης, για ν’ αναδειχτεί σε παραθεριστικό κέντρο ευρύτερης ακτινοβολίας.

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν:   

 

  • Οι εκκλησίες του χωριού και τα ξωκλήσια με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον (Μοναστήρι της Παναγιάς, ο Προφήτης Ηλίας, ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Άϊ Γιάννης ο Θεολόγος, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Παρασκευή).
  • Το Βενετσιάνικο Κάστρο της Παναγιάς και το προϊστορικό κάστρο στο ξεροβούνι.
  • Το Πλατανόδασος, ένα μνημείο της φύσης που σπάνια συναντά κανείς στον τόπο μας.
  • Οι πρωτόγνωρες διαδρομές στο καταπράσινο ελατόδασος του Αρτεμισίου με τις γάργαρες πηγές.
  • Το διεθνές ορειβατικό μονοπάτι Ε34 που ξεκινάει από την Αρχαία Ολυμπία περνάει από το χωριό μας και καταλήγει στην Αρχαία Επίδαυρο.
  • Οι 7 νερόμυλοι, εικόνα μιας άλλης εποχής.
  • Τις γραφικές εκκλησίες της Ανάληψης και της Υπαπαντής στην περιοχή της Χούνης.

 

Πηγή


  • Αλέξης Τότσικας, «Ορεινές Διαδρομές, Οδοιπορικό στα χωριά της δυτικής Αργολίδας», Έκδοση, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας 1999.

 

Παπαντωνίου Ιωάννα (1936-2026)


 

Ιωάννα Παπαντωνίου.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Ήταν σπουδαία σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ιδρύτρια και πρόεδρος του Πελοποννησιακού Λαογραφικού ιδρύματος Β. Παπαντωνίου στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε αρχικά με τη λαογραφία και στη συνέχεια σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art στο Λονδίνο (1967-1970). Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά, το 1971, ήταν τα σκηνικά και τα κοστούμια για τον Κοριό του Μαγιακόφσκι, που παρουσίασε το Προσκήνιο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού.

Πατέρας της ήταν ο Βασίλειος Παπαντωνίου, ένας από τους ιδρυτές της Α.Ε. Κονσερβών Κύκνος ενώ η μητέρα της Αναστασία, το γένος Παπαγιάννη, ήταν δημόσια υπάλληλος. Στα δεκαοκτώ της η Ιωάννα Παπαντωνίου στάλθηκε από τη μητέρα της σε Finishing school (σχολή καλών τρόπων) της Αγγλίας. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα παντρεύτηκε (σε ηλικία είκοσι ετών) αλλά χώρισε δέκα χρόνια αργότερα. Μετά τον χωρισμό της επέστρεψε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, όπου σπούδασε ενδυματολογία και σκηνογραφία το διάστημα 1967-1970 στο Wimbledon School of Art.

Είχε φιλοτεχνήσει σκηνικά και κοστούμια για σημαντικά έργα του ελληνικού και παγκόσμιου δραματολογίου, όπως Η δίκη του Κάφκα (1971), Σαν περάσουν πέντε χρόνια (1971), Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1988) του Λόρκα, Τριαντάφυλλο στο στήθος (1971), Καμίνο Ρεάλ (1974), Ξαφνικά το τελευταίο καλοκαίρι (1988) του Τ. Ουίλλιαμς, Ο έμπορος της Βενετίας (1971), Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1971), Τρωίλος και Χρυσηίδα (1973), Το ημέρωμα της στρίγγλας (1975), Η δωδέκατη νύχτα (1990), Άμλετ – Το δάγκωμα του φιδιού (1998) του Σαίξπηρ, Μάνα Κουράγιο (1971), Ταμπούρλα στη νύχτα (1974), Γαλιλαίος (1990) του Μπρεχτ, Ακμή και παρακμή της πόλης Μαχαγκόνυ των Μπρεχτ – Κ. Βάιλ (1977), Το δάσος του Οστρόφσκι (1972), Ο λοχαγός τον Κέπενικ του Κ. Τσουκμάιερ (1972), Οπερέττα (1972), Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας (1985) του Β. Γκομπρόβιτς, Ανάσταση του Τολστόι (1973), Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία του Βιτράκ (1973), Ο Καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης τον Γ. Σκούρτη (1973), Κόκκινα τριαντάφυλλα για μένα του Ο’ Κέιζυ (1974), Η τύχη της Μαρούλας (1974), Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1992) του Κορομηλά, Δον Κάρλος του Σίλλερ (1975), Οι τρεις αδελφές του Τσέχωφ (1975), Καποδίστριας του Καζαντζάκη (1976), Οι μικροαστοί του Γκόρκι (1976), Η ερυθρά νήσος του Μπουλγκάκωφ (1978), Η νίκη της Αναγνωστάκη (1978), Το γαλάζιο πουλί τον Μαίτερλινγκ (1980), Σίβυλλα του Σικελιανού (1981), Ο γάμος του γανωματή, Καβαλάρηδες στη θάλασσα, Ο ίσκιος του λαγκαδιού (1982) του Συνγκ, Το γαϊτανάκι του Α. Σνίτσλερ (1984), Ταρτούφος (1985), Ο ασυλλόγιστος (1986), Ο αρχοντοχωριάτης (1992) του Μολιέρου, Η δολοφονία του Μαρά του Βάις (1988), Ο επιθεωρητής του Γκόγκολ (1988), Οι δούλες του Ζενέ (1991), Κωνσταντίνου και Ελένης του Σεβαστίκογλου (1991), Η παρεξήγηση του Καμύ (1992), Ο Κατσούρμπος του Χορτάτση (1993), Η κατάληψη τον Κορρέ (1994), Ο έφηβος του Ντοστογιέφσκι (1994) κ.ά.

Ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος, δούλεψε με το Θέατρο Τέχνης και με το θίασο Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού, όπως επίσης και με Κρατικά Θέατρα (Εθνικό Θέατρο, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) και με θιάσους του ελεύθερου θεάτρου. Χάρη στο Σολομό, η Ιωάννα Παπαντωνίου ήταν η πρώτη γυναίκα που εργάστηκε ως ενδυματολόγος στο Εθνικό Θέατρο (Ορέστης, Επίδαυρος – 1971), σπάζοντας μια ανδρική παράδοση 39 ετών. Η ίδια εκφραζόταν με θαυμασμό για τον Κάρολο Κουν και εκτιμούσε τη δουλειά του Κώστα Τσιάνου στο Θεσσαλικό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας). Στο εξωτερικό, συνεργάστηκε με τον Michael Elliot στο Royal Exchange Theatre του Manchester.

Με το αρχαίο δράμα ασχολούνταν από το 1970, όταν εκπόνησε τη διπλωματική της εργασία στο Wimbledon School of Art, με θέμα τις Βάκχες, ενώ την επόμενη χρονιά (1971) έκανε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στο χώρο του αρχαίου δράματος με τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Έκτοτε συνεργαζόταν σε παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών με σημαντικούς σκηνοθέτες – Κάρολο Κουν, Αλέξη Σολομό, Κώστα Μπάκα και Κώστα Τσιάνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις εργάστηκε μόνο ως ενδυματολόγος ενώ σε άλλες και ως σκηνογράφος.

Συνεργάστηκε στον Ορέστη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1971, 1973, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (Θέατρο Τέχνης -1975, 1977, σκηνοθεσία Κ. Κουν και Κ.Θ.Β.Ε. -1993, σκηνοθεσία Σ. Τσακίρη), στη Μήδεια του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1976, 1977, 1978, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη (Προσκήνιο – 1971 και Εθνικό Θέατρο – 1978, 1979, 1982, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1979, σκηνοθεσία Α. Σολομού), στις Βάκχες του Ευριπίδη (B.B.C. -1980), στους Αχαρνής του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο – 1980, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή (Royal Exchange Theatre, Manchester, 1981), στην Ειρήνη του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1983, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στην Εκάβη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο -1985, σκηνοθεσία Λ. Κωστόπουλου, Προσκήνιο – 1987, σκηνοθεσία Α. Σολομού και Εθνικό Θέατρο -1994, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στους Βατράχους του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1986, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα και Θέατρο Τέχνης -1992, 1993, σκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή), στις Εκκλησιάζονσες του Αριστοφάνη (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου -1987, σκηνοθεσία Π. Παπαϊωάννου και Εθνικό Θέατρο «Παιδικό Στέκι» – 1997, σκηνοθεσία Κ. Ρουγγέρη), στους Ιππής τους Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο -1991, σκηνοθεσία Κ. Μπάκα), στις Χοηφόρους του Αισχύλου (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας, Θεσσαλικό Θέατρο -1992, σκηνοθεσία Κ. Τσιάνου), στις Ικέτιδες του Αισχύλου (Δεσμοί – 1994, σκηνοθεσία Στ. Ντουφεξή) και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή (Διόνυσος -1995, σκηνοθεσία Λ. Τσάγκα).

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την επιτόπια έρευνα για τα θέματα του λαϊκού ενδύματος και του χορού στο Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών κατά το διάστημα 1956-1966 και δημοσίευσε βιβλία και άρθρα με θέμα τις ελληνικές τοπικές φορεσιές και τη μόδα (Ελληνικές φορεσιές, Αθήνα 1973, 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Γυναικείες, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές. Ανδρικές, Ναύπλιο 1974 – Ελληνικές φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981 – Η ελληνική γυναικεία φορεσιά και το κόσμημα άλλοτε και τώρα, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα και Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1985 – Ελληνικές φορεσιές. Συλλογή Λυκείου των Ελληνίδων Καλαμάτας, Αθήνα 1991 – Μακεδόνικες φορεσιές, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1992 -Greek Traditional Costumes, Lyceum Club of Greek Women, Secreteriat General for Press and Information, Athens 1993 – Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1996 – «Φορεσιές της Μακεδονίας», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 96, Θεσσαλονίκη, Μάιος 1974, σ. 24-31 – «Οι φορεσιές Αλώνων και Ανταρτικού», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 99, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1974, σ. 36-39 – «Οι τοπικές φορεσιές Φλωρίνης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 100, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1974, σ. 26-30 – «Ανδρικές φορεσιές Βορείου Ελλάδος», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 102, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1974, σ. 24-31 – «Φορεσιές της Θράκης», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 104, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1975, σ. 26-31 – «Θρακιώτικες φορεσιές», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 105, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 1975, ο. 26-31 -«Σαρακατσάνοι: φορεσιές και στολίδια», Μακεδόνικη Ζωή, αρ. 109, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1975, ο. 26-33 – «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1978, σ. 5-92 – «Οι φορεσιές της Ορεινής Σερρών», Εθνογραφικά 3, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1981-82, ανάτυπο – «Οι τοπικές φορεσιές στο Αιγαίο από την Άλωση μέχρι την Απελευθέρωση», Εθνογραφικά 4-5, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1983-85, ανάτυπο).

Το 1974 ίδρυσε το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (νυν Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου), στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου. Το Ίδρυμα βραβεύθηκε το 1981 με το European Museum of the Year Award (EMYA) και το 2013 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό. Το 2003 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας.

Δίδαξε στα Τμήματα Θεατρολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Πανεπιστημίου Πατρών και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι επίτιμη διδάκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1981), με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο (2000), με το έπαθλο «Πάνος Αραβαντινός» του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (2004), με το Lifetime Achievement Award της European Museum Academy (2013) και με το Αριστείο «Ιωάννης Καποδίστριας» για τις Επιστήμες, τα Γράμματα και τις Τέχνες του Δήμου Ναυπλιέων (2022). Το 1987 της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο για την ενδυματολογική της εργασία στην ταινία του Φώτου Λαμπρινού Δοξόμπους.

Η Ιωάννα Παπαντωνίου πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, στην ηλικία των 90 ετών, την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2026.

 

Πηγή


  • Συλλογικό έργο, Έλληνες Σκηνογράφοι – Ενδυματολόγοι και Αρχαίο Δράμα, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 1999.

 

Κουμαδωράκης Οδυσσέας (1952 – 5 Αυγούστου 2022)


 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης γεννήθηκε στη Σαρακήνα Χα­νίων το 1952, αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Κισάμου και σπούδασε φιλολογία στην  Αθήνα. Από το 1977 ζούσε και δίδασκε  στο Άργος. Ήταν νυμφευμένος με τη φιλόλογο Καίτη Γεώργα. Ως φιλόλογος εργάστηκε στο 4ο Γυμνάσιο Άργους· οι μαθητές του τον θυμούνται με θαυμασμό για τις γνώσεις και την κατάρτισή του αλλά κυρίως για τη συμπεριφορά και το ήθος του.

Οι γυμνασιακές και πανεπιστημιακές του σπουδές συνέπεσαν με την περίοδο της δικτατορίας, γι’ αυτό και τα δύο πρώτα του βιβλία («Τα χαμένα δώρα», διηγήματα 1985, και «Ως ελαιόκαρπος», μυθιστόρημα 1986) είναι αντιστασιακού περιεχομένου.

Στη συνέχεια στράφηκε προς την παιδική και νεανική λογοτεχνία κι έγραψε τα παραμύθια: «Ο κόσμος της Καστανούλας», εκδ. Άλμα 1990, «Τα παράξενα ανθρωπάκια οι Δροσουλίτες», εκδ. Άλμα 1992, «Ο κυνηγός των μαργαριταριών», εκδ. Καστανιώτη 1996 και το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο εξωλέστατος», εκδ. Δωρικός 1999, που αναφέρεται στη δράση και τη δολοφονία του πρωτεργάτη της Ελληνικής Επανάστασης στην Ύδρα Αντώνη Οικονόμου.

Είχε ασχοληθεί με το θέατρο και είχε γράψει την κωμωδία «Γλυκιά μου Σοφία», η παράσταση της οποίας απέσπασε ειδική διάκριση στους 8ους περιφερειακούς θεατρικούς αγώνες (2002) και το μονόπρακτο «Η συνάντηση», αδημοσίευτο.

Ακόμη, είχε γράψει το βιβλίο «Γνωριμία με το Άργος» με τους μαθητές του από αγάπη προς αυτούς και προς το Άργος, όπου ζούσε και δίδασκε από το 1977. Επανεκδόθηκε συμπληρωμένο και βελτιωμένο με τίτλο «Άργος το Πολυδίψιον», εκδόσεις Εκ Προοιμίου 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε  το βιβλίο του  «Στα χνάρια του χθες» από τις εκδόσεις Εκ Προοιμίου.

Είχε δημοσιεύσει ενδιαφέρουσες μονογραφίες και μελέτες σε επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά της Αργολίδας.

Το 2006 τιμήθηκε από τον Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός» για την πνευματική και την κοινωνική του προσφορά.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης ήταν ένας μαχητής της ζωής. Έπειτα από ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 1997, κατάφερε και πάλι να σταθεί στα πόδια του, να επιστρέψει στις σχολικές αίθουσες και τους αγαπημένους του μαθητές και να ασχοληθεί με ιδιαίτερο ζήλο με την ιστορική έρευνα και το συγγραφικό του έργο.

Απεβίωσε το πρωί της Παρασκευής 5 Αυγούστου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας, σε ηλικία 70 ετών. Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Κυριακή 7 Αυγούστου στις 12 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, όπου και ετάφη.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

 

Το μεγάλο ταξίδι του Οδυσσέα

 

Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πεις κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.
Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ’ άρματά τους
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ’ αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα.

 

Με τούτο το ηρωικό κρητικό ριζίτικο τραγούδι θα συνοδέψουμε τον συνοδοιπόρο στις πνευματικές και κοινωνικές αναζητήσεις, τον καλό φίλο, τον αγαπητό συνάδελφο, τον καλό και αγαθό άνθρωπο, τον συνειδητά ενεργό πολίτη, τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη, που ξεκινά αύριο Κυριακή (7-8-2022) με τις ευχές και την αγάπη όλων το μεγάλο του ταξίδι.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης, το 2017, στο χορό της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

Απαλλαγμένος από τα δεσμά της καθημερινότητας, χωρίς να είναι πισθάγκωνα δεμένος στο μεσιανό κατάρτι, ελεύθερος να τραγουδάει στην άκρια της πλώρης, αγναντεύοντας στο βάθος να δει να του κουνάνε καλοδεχούμενα χέρια ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο Νικόλας Ταρατόρης, η Κατερίνα Παπαδριανού, ο Γιώργος Αντωνίου και τόσοι άλλοι που έκαναν ήδη το πέρασμα στην αιωνιότητα. Από το 1977 παρουσίαζε την Οδύσσεια στα παιδιά του σχολείου και να τώρα που ήρθε η ώρα, ίδιος ο Οδυσσέας, να ξεκινήσει για το δικό του μεγάλο ταξίδι.

Ήρεμος πάντα, με τη σοφία που του χάριζαν οι εμπειρίες της ζωής, ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης ανήκει σ’ εκείνη την ομάδα με τους ξενοτοπίτες που στέριωσαν στην Αργολίδα, εργάστηκαν, έκαναν οικογένεια και άνοιξαν δρόμους στον πολιτισμό.

Όπως πάντα στις περιπτώσεις αυτές, δεν ξεχνάς ποτέ τον τόπο που σε γέννησε και στον οποίο μεγάλωσες. Ο Οδυσσέας δεν ξέχασε τη Σαρακήνα Χανίων, ούτε τον Κίσαμο όπου τελείωσε το Γυμνάσιο πριν έρθει στη Φιλοσοφική Αθηνών. Συχνά πήγαινε εκεί και γύριζε ανανεωμένος για να γεμίσει με τη ζωντάνια του το Άργος που αγάπησε όσο και την ιδιαίτερή του πατρίδα. Συζητούσαμε για την Κρήτη, για τα τραγούδια της, τις ομορφιές της και όλα μετατρέπονταν σε χειροπιαστή έρευνα για κάτι νέο!

Ο Οδυσσέας, εκτός από το αναγνωρισμένο για την ποιότητα εκπαιδευτικό του έργο, είχε ένα πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό βάζοντας στο επίκεντρο τα παιδιά και στη συνέχεια τους μαθητές του. Η έκδοση «Γνωριμία με το Άργος» είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη της σύζευξης σχολικής κοινότητας και έρευνας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το έργο αυτό στάθηκε, σε πανελλήνιο επίπεδο, ένας οδηγός για τις σχολικές ερευνητικές ομάδες. Η συνέχεια των εκδόσεων αποτελούν μια πλούσια παρακαταθήκη στην τοπική και εθνική λαογραφία, ιδιαίτερα με το έργο του «Στα χνάρια του χθες» (2010), ενώ είχε προηγηθεί το «Πολυδίψιον Άργος» (2007) που αποτελεί μια βελτιωμένη έρευνα της «Γνωριμίας με το Άργος» και σήμερα παραμένει ένα βιβλίο αναφοράς για την πόλη.

Σημαντικό είναι και το λογοτεχνικό έργο για παιδιά και ενήλικες: «Τα χαμένα δώρα» 1985, «Ως ελαιόκαρπος» 1986, «Ο κόσμος της Καστανούλας» 1990, «Τα παράξενα ανθρωπάκια οι Δροσουλίτες» 1992, «Ο κυνηγός των μαργαριταριών» 1996, «Ο εξωλέστατος» 1999.

Συχνά βέβαια, οι αναφορές στο πλούσιο συγγραφικό του έργο επισκιάζουν δυο άλλες σημαντικές πολιτιστικές προσφορές και δράσεις του: τη θεατρική με τη συμμετοχή του στο θίασο της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης και τη συμμετοχή του στην συντακτική ομάδα της «Αργειακής Γης», ενός εκ των σημαντικότερων περιοδικών εκδόσεων, για την πόλη του Άργους και την Αργολίδα, όπως επίσης και της συμμετοχής του στον «Κύκλο της Αναγέννησης» και το περιοδικό της.

Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης στάθηκε από την πρώτη στιγμή ένας από τους βασικότερους υποστηρικτές για την «Πρόταση» και την «Αργειακή Γη», με επίπονα ωράρια προετοιμασίας αλλά και τη χαρά της δημιουργίας για ένα ζωντανό και ενθουσιώδες κοινό στο θέατρο, για ένα ετήσιο επιστημονικό αποτέλεσμα με την «Αργειακή Γη» αντάξιο των προσπαθειών που καταβάλαμε και της ιστορίας της πόλης του Άργους. Και στις δυο περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις υπόλοιπες, ο Οδυσσέας ήταν η ανθρώπινη συνδετική ουσία για όλες και όλους: μειλίχιος, ευγενικός, πράος, άκακος…. Μπορούσαμε να συζητάμε, να σκεφτόμαστε, να φανταζόμαστε, να οργανώνουμε στα χαρτιά και να βρισκόμαστε ξανά στην υλοποίηση των ιδεών και στις δράσεις μας. Η αποκρουστική εικόνα του θανάτου μας λυπεί αλλά δεν μας φοβίζει. Η εικόνα μένει! Το έργο μένει! Μένουν και όσες/όσοι μπορούν και τα μνημονεύουν για να κρατούν ζωντανή της δημιουργική πνοή του Οδυσσέα για τους επόμενους. Μένει κυρίως η οικογένειά του, που έζησε τα χαρούμενα και τα δύσκολα μαζί του για να συντροφεύει τη μνήμη του στο μεγάλο αυτό ταξίδι. Όχι με λύπη, αλλά με τη χαρά της αιώνιας παρουσίας μιας ευγενικής μορφής και ενός ζεστού χαμόγελου…

Τον ακούω εξάλλου ακόμη στην άκρια της πλώρης να συνεχίζει ήρεμα το ριζίτικο τραγούδι αγναντεύοντας στο βάθος:

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ’ άρματά τους…

 

Γ. Κόνδης

 

Για τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη

 

Με την οριστική αναχώρηση του Οδυσσέα φεύγει ένας από τους εναπομένοντες ελάχιστους λόγιους του Άργους.

Ένας Κρητικός που αφομοιώθηκε τόσο, όχι μόνο με την κοινωνική ζωή αλλά και με την ιστορία και τις αξίες της νεότερης ιστορίας του Άργους, όσο ολίγιστοι γηγενείς Αργείοι.

Τα δύο βασικά του έργα, για τις οδούς και τα μνημεία του Άργους, όπως και για τα παλαιά επαγγέλματα στην πόλη, διασώζουν πολύτιμα στοιχεία ακόμα και για το ευρύ κοινό.

Θα πρέπει να σημειωθεί και η επιμέλεια τελευταίων τόμων της «Αργειακής Γης», αξιόλογου εντύπου που η έκδοσή του ξεκίνησε επί Δημάρχου Νίκου Κολιγλιάτη (με άλλο τίτλο αρχικά).

Ανήσυχο πνεύμα ο Οδυσσέας, έβαλε το δικό του λίθο στην συνέχιση της πνευματικής ζωής του Άργους, σε καιρούς δύσκολους και πνευματικά άνυδρους. Αυτή η συμβολή του δεν πρόκειται να ξεχαστεί.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

 

Καραμούντζος Κ. Σπύρος


 

Καραμούντζος Κ. Σπύρος

Ο Σπύρος Κων. Καραμούντζος γεννήθηκε στην Καρυά Αργολίδας. Ως δάσκαλος εργάστηκε σε σχολεία της Ανατολικής Μακεδονίας και της Αττικής. Μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε ως Γραμματέας της Σ.Ε.Λ.Δ.Ε. Αθηνών, ως Προϊστάμενος του 6ου Γραφείου Π.Ε. Ανατολικής Αττικής και ως Σχολικός Σύμβουλος, μέχρι τη συνταξιοδότηση του, στην Εκπαιδευτική Περιφέρεια Ολυμπίας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση.

 

Έχουν κυκλοφορήσει εννέα ποιητικές του συλλογές:

Επίσης, κυκλοφορούν το Πεζογράφημα «Λόγια Καρυάς – Παιδικές αναμνήσεις και αναφορές», 2007, μία συνέντευξη «Οι γνώσεις δίνουν φτερά στην έμπνευση», 2011. Υπό έκδοση βρίσκονται οι ποιητικές συλλογές, «Τα Ερωτικά» και τα «Ανάλεκτα».

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος στον κήπο του σπιτιού του, στην Καρυά Αργολίδας.

 

Για την ποιητική Συλλογή «Poet’s Garden», που έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τη Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη, από το IPTRC- Κέντρο Έρευνας της Διεθνούς Ποίησης και Μετάφρασης – βραβεύτηκε ως ένας από τους καλύτερους ποιητές στον κόσμο για τη χρονιά 2013.

Το δε περιοδικό «Τhe Word Poets Quarterly», November 8, 2013, στην Κίνα, κυκλοφόρησε με πολλά του ποιήματα μεταφρασμένα στα κινέζικα και με ολοσέλιδη φωτογραφία του στο εξώφυλλο, με τον τίτλο Spiros K. Karamountzos (Greece).

 

Ο ποιητής Σπύρος Καραμούντζος, στο εξώφυλλο του περιοδικού «Τhe Word Poets Quarterly», το Νοέμβριο του 2013.

 

Για το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο έχει πολλάκις αποσπάσει επαινετικά σχόλια από διακεκριμένους κριτικούς της λογοτεχνίας. Η Συλλογή μάλιστα «Δροσοσταλίδες – Χαϊκού» και άλλα του ποιήματα έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς λογοτεχνικών περιοδικών.

Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ποιητικές ανθολογίες. Επίσης δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά και σε λογοτεχνικές σελίδες εφημερίδων εκτός από τα ποιήματα και πεζά του κείμενα.

Ως Λογοτέχνης συμπεριλαμβάνεται στη «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Χάρη Πάτση ( 13ος Τόμος) και στην Εγκυκλοπαίδεια WHO IS WHO στην Ελλάδα της Hubner, (3η έκδοση, 2008).

Είναι τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της «International Writers Association» ( I.W.A.) και της «World Poets Society» ( W.P.S.)

Πολλά ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Ρωσικά, στα Ιταλικά και στα Κινέζικα, και έχουν δημοσιευτεί σε ξένα περιοδικά και σε ανθολογίες.

 

Παξινού Κατίνα (1900 – 1973)


 

Κατίνα Παξινού

Αικατερίνη  Κωνσταντοπούλου – Παξινού. Μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου του κινηματογράφου και μουσικός. Ήταν ανεψιά του μεγαλέμπορου  Ηλία Κωνσταντόπουλου [Κωνσταντίνοβιτς], ο οποίος διατηρούσε αλευρόμυλους στον Πειραιά με τον αδελφό του Βασίλη και διακινούσε αλεύρι στο Άργος και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1900, κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας, και συγκεκριμένα του αλευροβιομήχανου Βασίλη Κωνσταντόπουλου και της Ελένης Μαλανδρίνου. Η οικογένεια της είχε συνολικά επτά παιδιά: πέντε κορίτσια και 2 αγόρια και η Κατίνα ήταν το τέταρτο.

Φοίτησε αρχικά στη Σχολή Χιλ και ακολούθησε η Σχολή Καλογραιών της Τήνου. Λόγω του ζωηρού της χαρακτήρα φοίτησε εσώκλειστη σε σχολείο της Ελβετίας. Σπούδασε μουσική και τραγούδι στο Ωδείο της Γενεύης καθώς και σε άλλες αντίστοιχες σχολές στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Παντρεύτηκε τον βιομήχανο Ιωάννη Παξινό, και απέκτησε μαζί του δύο κόρες, την Έθελ και την Ιλεάνα. Ο γάμος της κράτησε 6 χρόνια.

Πρωτοεμφανίστηκε το 1920 στην όπερα του Δημήτρη Μητρόπουλου «Αδελφή Βεατρίκη», στο δημοτικό θέατρο Αθηνών. Η πρώτη εμφάνισή της στο θέατρο ήταν στο έργο «Γυμνή γυναίκα» στο θέατρο Μαρίκας Κοτοπούλη το 1929. Αμέσως καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια του δραματικού ρεπερτορίου. Τον επόμενο χρόνο (1930) συγκρότησε θίασο με τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Αλέξη Μινωτή και εμφανίστηκε στα έργα «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο’ Νηλ και «Ο πατέρας του Στρίντμπεργκ».

Από το 1931 έως το 1940 συμμετείχε στο θίασο του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1930, και έπαιξε σε έργα του Ίψεν, του Σω, του Ο’ Νηλ, του Χάουπτμαν, του Στρίντμπεργκ, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Σίλλερκαι, του Σαίξπηρ αλλά και σε έργα του ελληνικού δραματολογίου (στη θυσία του Αβραάμ του Βιτσέντζου Κορνάρου, στην Τρισεύγενη, του Κωστή Παλαμά κλπ.). Επίσης, συνέβαλε στην αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας, ερμηνεύοντας την Κλυταιμνήστρα στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, την Άτοσσα στους Πέρσες του ίδιου τραγικού και τη Φαίδρα στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη και Δημ. Ροντήρη.

Κατίνα Παξινού

Επίσης, η Κατίνα Παξινού με το σύζυγό της Αλέξη Μινωτή συνετέλεσαν πολύ στην καθιέρωση των Επιδαυρίων (1954), αλλά και πριν καθιερωθεί ο θεσμός αυτός «το 1938 για πρώτη φορά στο σύγχρονο κόσμο παίζεται στην Επίδαυρο η Ηλέκτρα του Σοφοκλή με την Κατίνα Παξινού σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη». Θεωρείται μεγάλη η συμβολή της, καθώς και του συζύγου της, στην επιτυχία και στην οριστική καθιέρωση του φεστιβάλ της Επιδαύρου το 1954.

Με την έναρξη του Β΄ παγκόσμιου πολέμου η Παξινού βρισκόταν στο Λονδίνο. Από εκεί πήγε στην Αμερική, όπου έζησε και εργάστηκε με το σύζυγό της μέχρι το 1952 περίπου. Στην Αμερική, εκτός από τις εμφανίσεις της στο θέατρο, για πρώτη φορά έπαιξε στον κινηματογράφο στις ταινίες «Για ποιον χτυπά η Καμπάνα», που της χάρισε το 1943 το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου ως η επαναστάτρια Πιλάρ, και «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (1947). Ήταν η πρώτη μη Αμερικανίδα ηθοποιός που τιμήθηκε με Όσκαρ, όπως και η πρώτη από την Ελλάδα. Το 1947 βραβεύθηκε με το βραβείο Κοκτώ για το κινηματογραφικό έργο Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα.

 

Η Κατίνα Παξινού με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου. (Getty Images)

 

Επιστρέφοντας πάλι στην Ελλάδα, έπαιξε στο Εθνικό Θέατρο στα έργα: Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα, Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας του Ντύρενματ κ.α. Εμφανίστηκε αρκετές φορές στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο καθώς και σε ταινίες, «Ο κύριος Αρκάντιν» του Όρσον Γουέλς, 1955, και «Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του» του Βισκόντι, 1960).

Με τη δικτατορία (1967) αποχώρησε από το Εθνικό Θέατρο και συγκρότησε με τον άνδρα της δικό της θίασο. Η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο ήταν στο ρόλο της μάνας στο «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ και στον κινηματογράφο στην ταινία «Το νησί της Αφροδίτης» (1969).

 

Φωτογραφία της Κατίνας Παξινού στην ηλικία των 30 ετών. Εφημερίδα «Ελληνικόν Θέατρον», (1926-1936): Όργανον Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Αθηναϊκή θεατρική εφημερίδα. Φύλλο της 1ης Νοέμβρη του 1930.

 

Η Κατίνα Παξινού, που για μισόν αιώνα εργάστηκε σκληρά, άφησε λαμπρό όνομα στην ιστορία του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ήταν μια τέλεια τραγωδός με υψηλά προσόντα και στάθηκε στην κορυφή της ελληνικής θεατρικής ζωής. Είχε τέτοιες ικανότητες, που να μπορεί να ερμηνεύει δραματικούς ρόλους κάθε θεατρικού ύφους και κάθε εποχής, από τους αρχαίους τραγωδούς μέχρι Μπρεχτ και μέχρι Παλαμά. Εξάλλου «η μουσική της καλλιέργεια της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τη φωνή της, ώστε να αναδεικνύει με μεγάλη ευαισθησία και εκφραστικότητα τον τόνο, τη μελωδία και τους εσωτερικούς ρυθμούς του ποιητικού λόγου».

Παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Ανώτερο Ταξιάρχη Γεωργίου Α’ και με τον Ανώτερο Ταξιάρχη της Δυτικής Γερμανίας. Τιμήθηκε ακόμη με τον τίτλο της Αξιωματούχου Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλίας και με το Βραβείο «Ιζαμπέλλα Ντ’ Εστέ».

Η Κατίνα Παξινού ήταν ανιψιά του Ηλία Κωνσταντόπουλου και πολλές φορές ερχόταν για διακοπές το καλοκαίρι στο Άργος και έμενε στο αρχοντικό του θείου της, (Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο οδός Δαναού 29). Ορισμένοι ντόπιοι διηγούνται όμορφες ιστορίες από την προσωπική ζωή της μεγάλης ντίβας του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η Κατίνα Παξινού γεννήθηκε στον Πειραιά, πέθανε στην Αθήνα από την επάρατη νόσο, στις 22 Φεβρουαρίου 1973, καταγόταν από το Άργος. Ήταν Αργειτοπούλα.(;)* 

 Η Κατίνα Παξινού δεν είχε καταγωγή από το Άργος, δεν ήταν Αργειτοπούλα ήταν ανιψιά του Ηλία Κωνσταντόπουλου ο οποίος  ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, Βλ. Σημ. Βιβλιοθήκης.

 

Στα σκαλιά του Αρχοντικού του Ηλία Κωνσταντόπουλου. Από το οικογενειακό αρχείο του κ. Σωτήρη Κοτσοβού, ο οποίος μας δίνει πληροφορίες για τα εικονιζόμενα πρόσωπα: «Στην πίσω σειρά από αριστερά είναι ο Τάκης Μπόμπος, βουλευτής – γερουσιαστής, δίπλα του η Νίτσα Κωνσταντοπούλου, κόρη του Ηλία που παντρεύτηκε στην Πάτρα τον μεγαλέμπορο Μουστάκη, δίπλα της η μητέρα της Κωστούλα Γεωρ. Τσαπούρη, συζ. του Ηλία Κωνσταντοπούλου (αδελφή του παππού μου) και στη πάνω άκρη δεξιά η Κατίνα Κωνσταντοπούλου συζ. του Τάκη Μπόμπου. Εμπρός αριστερά είναι ο Μίμης Κωνσταντόπουλος δικηγόρος, (ο τελευταίος επιζών στην μεταβίβαση του κτηρίου) οι άλλοι δύο δεν είναι της οικογένειας.

 

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Συμπληρωματικές πληροφορίες, για την οικογένεια Κωνσταντόπουλου και την Κατίνα Παξινού,  μας δίνει ο Δικηγόρος και Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός» κ. Σωτήρης Κωτσοβός, στενός συγγενής της οικογένειας. (Ο Ηλίας Κωνσταντόπουλος είχε νυμφευθεί την Κωστούλα Τσαπούρη αδελφή του παππού του).]

Το όνομα Κωνσταντόπουλος είναι εξελληνισμός του αρχικού επωνύμου τους, Κωνσταντίνοβιτς. Όνομα που υπάρχει και στον οικογενειακό τάφο τους στο κοιμητήριο της Παναγίας στο Άργος. Ήρθαν στην Ελλάδα οικογενειακά απ’ τον Καύκασο στα τέλη του 18ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, φέρνοντας τότε αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά αλλά και χρυσό. Εξ αυτού στον Πειραιά αλλά και στο Άργος μεταγενέστερα το προσωνύμιό τους ήταν «Χρυσικός».

Απ’ αυτούς ο ένας γιος, ο Βασίλης ίδρυσε επιχείρηση εισαγόμενων σιτηρών από την Ρωσία και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε και σε βιοτεχνία προϊόντων αλευρόμυλου που γιγαντώθηκε όμως σχετικά γρήγορα και έγιναν μια γνωστή πανελλήνια επιχείρηση με  τον τίτλο, «Μύλοι Κωνσταντόπουλου», αλλά και κοινωνικά μια ιδιαίτερα εξέχουσα  οικογένεια του Πειραιά. Ο Βασίλης απέκτησε επτά (7) παιδιά, μεταξύ αυτών και η Κατίνα (μετέπειτα Παξινού) αλλά και ο Λευτέρης, παππούς της ζωγράφου Μαρίας Ελευθερουδάκη-Τόλια που ζει στην Επίδαυρο.

Ο άλλος γιος ο Ηλίας, που επίσης ασχολήθηκε με εισαγωγή σιτηρών, ήλθε αρχικά απλά ως έμπορος στο Άργος και παντρεύτηκε εδώ την Αργεία Κωστούλα, κόρη του Γεωργίου Τσαπούρη, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά τον Δημήτρη, τον Βασίλη, τον Γιώργο (λογοτέχνη με το ψευδώνυμο «Δωρικός»), την Δέσποινα (Νίτσα), την Κατίνα και την Δήμητρα (Μιμή).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 έκτισε το σπίτι του (Κωνσταντοπούλειο) στην  οδό Δαναού με σχέδια Τσίλλερ και στην οδό Τσώκρη το κατάστημα πώλησης σιτηρών – αλεύρων κ.λπ. (σημερινό Ernesto). Το σπίτι τους αυτό, χρησιμοποιήθηκε έκτοτε ως επιταγμένη έδρα της Ιταλικής στρατιωτικής δύναμης, στη συνέχεια ως Αγροτική Τράπεζα, ως Νοσοκομείο, ως Γυμνάσιο Θηλέων κ.λπ. και στεγάζει σήμερα την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Παραχωρήθηκε την δεκαετία του ’90 από τους εν ζωή τότε ιδιοκτήτες του γιούς Δημήτρη, Βασίλη και Γεώργιο στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου η οποία και το παραχώρησε στον Δήμο Άργους για πολιτιστικούς σκοπούς. Το κατάστημά του πωλήθηκε λίγο μετά την Κατοχή σε ιδιώτη.

Οι σχέσεις των δύο αδελφών Βασίλη και Ηλία ήταν πάντα άριστες όχι μόνον επαγγελματικά, στην εμπορία σιτηρών /αλεύρων αλλά και οικογενειακά. Στο τεράστιο μάλιστα σπίτι του Ηλία στο Άργος έρχονταν πάντα τα καλοκαίρια τα παιδιά του Βασίλη και ιδίως η Κατίνα που ήταν και η αγαπημένη εξαδέλφη της εδώ Κατίνας του Ηλία, η οποία στην πορεία ήταν και η μόνη που έμεινε στο Άργος αφού παντρεύτηκε τον Βουλευτή αλλά και Γερουσιαστή Τάκη Μπόμπο. Όταν μάλιστα η Κατίνα Παξινού διέπρεπε ως ηθοποιός κάθε χρόνο έμενε στο σπίτι της Κατίνας Μπόμπου (επί της οδού Βασ. Σοφίας – ήδη ιδιοκτησία Μαρίκου) για μερικές μέρες πριν πάει στην Επίδαυρο για τις παραστάσεις της.

 

Πηγή  


Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Μορμόρηδες

 

 

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

 

 

Ονομαστοί Αναπλιώτες στρατιώτες ήσαν οι αδελφοί Μανόλης και Γεώργιος Μόρμορη. Είναι πολύ πιθανό να ανήκουν στην ίδια γενιά με τους λόγιους Μουρμούρηδες, που αναφέρονται από τον Παρανίκα» και που είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία. Οι Μορμόρηδες, μετά την παράδοση του Αναπλιού, ακολούθησαν τους Βενετούς κατά την αποχώρηση τους και μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα, όπου εγκαταστάθηκαν μαζί με εξήντα τέσσερις στρατιωτικές οικογένειες (1541).

 

 Οι Βενετοί παραχώρησαν στους αρχηγούς των οικογενειών αυτών προνόμια πολλά. Οι στρατιώτες αυτοί κράτησαν τα προνόμια ως την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα (1797). Αναφέρονται όμως αυθαιρεσίες τούτων των προνομιούχων σε βάρος των κατοίκων των νησιών του Ιόνιου.

 

Στην Κέρκυρα ο Μανόλης Μόρμορης ανάλαβε και πάλι στρατιωτικά καθήκοντα ως «γκουβερναδόρος» δηλαδή διοικητής της στρατιάς των Αναπλιωτών του νησιού. Και σημειώνουμε πως η αναφορά σε Αναπλιώτες στρατιώτες δεν προϋποθέτει μόνο αυτούς που είχαν γενέτειρα τ’ Ανάπλι. Όλοι οι στρατιώτες της Αργοναυπλίας αποκαλούνταν Αναπλιώτες και είναι αυτονόητο ότι σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και οι προερχόμενοι από την Ερμιονίδα – Θερμήσι, οι περίφημοι Θερμησιώτες στρατιώτες.

 

Λίγα χρόνια μετά την εγκατάσταση αυτή, ο Μανόλης Μόρμορης, για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στην εκστρατεία των Τούρκων κατά της Κύπρου (1570), με την έγκριση και τη σύμπραξη του γενικού επίτροπου της Βενετίας στην Ανατολή Σεβαστιανού Βενιέρι, πο­λιόρκησε και κυρίεψε το Σοποτό στην περιοχή της Χιμάρας. Στην τολμηρή αυτή επιχείρηση δυο Αναπλιώτες στρατιώτες διακρίθηκαν ιδιαίτερα για τη γενναιότητα τους: ο Μανόλης Μπλέσης και ο Ιωάννης Μπαρμπάτης – Βαρβάτης, γιος του διοικητή της στρατιάς, πριν από τον Μόρμορη, Αυγουστίνου Βαρβάτη, που είχε ονομάσει Αναπλιτοχώρι και τον τόπο της εγκατάστασης των Αναπλιωτών στην Κέρκυρα.

 

Η επιτυχία του Σοποτού είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση των Χιμαριωτών και των Ηπειρωτών ενάντια στο σουλτάνο. Ο τουρκικός στόλος όμως με ναύαρχο τον Αλγερινό πειρατή και ηγεμόνα της χώρας του Ουλούτς Αλή στάλθηκε στον Αυλώνα μαζί με ισχυρό στρατιωτικό σώμα που είχε επικεφαλής του τον Κρητικό αρνησίθρησκο Χασάν Βάφο.

 

Σε μια πρώτη σύγκρουση ο Γεώργιος Μόρμορης, αδελφός του Μανόλη, ύστερα από ανελέητη σφαγή, ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Μια δεύτερη προσπάθεια των τουρκικών δυνάμεων αναχαιτίστηκε από τον επίσης Αναπλιώτη Ελληνοαλβανό αρχηγό στρατιωτών Φίλιππο Προγονή και πάλι με μεγάλες απώλειες του εχθρού».

 

Ύστερα από τις απανωτές αυτές αποτυχίες των τουρκικών δυνάμεων, ο σουλτάνος έστειλε ενισχύσεις που πολιόρκησαν το Σοποτό. Οι κάτοικοι του μαζί με τους στρατιώτες των Μορμόρηδων αντιστάθηκαν πεισματικά, προξενώντας μεγάλη φθορά στους πολιορκη­τές, τελικά όμως αναγκάστηκαν να παραδοθούν, προδομένοι από την πείνα και από την έλ­λειψη πολεμοφοδίων. Ο Μανόλης Μόρμορης αιχμαλωτίστηκε από τον Ουλούτς Αλή. Μετά το θάνατο του τη διοίκηση της στρατιάς ανάλαβε ο αδελφός του Γεώργιος Μόρμορης, που λίγο πριν είχε κατασφάξει το στρατιωτικό σώμα του Βάφου.

 

Στους διαλεχτούς στρατιώτες αναφέρεται ακόμη ο Νικόλαος Μαμωνάς, που είχε δια­κριθεί, συμπράττοντας με τους Βενετούς, στην παράδοση της Κορώνης στον Andrea Doria (1532V«. Τόπος καταγωγής του δεν αναφέρεται, αλλά ίσως στους απογόνους του να συγκα­ταλέγεται και ο Μαμωνάς, που διακρίθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αναπλιού (1715) και σκοτώθηκε κατά τη μεγάλη τουρκική έφοδο ενάντια στο κάστρο.

Μνημονεύουμε και πάλι εδώ τα ηρωικά τέκνα της αναπλιώτικης αρχοντικής γενιάς των Μπουζίκηδων, που το ένα σκοτώθηκε στην πρώτη πολιορκία του κάστρου (1500), άλλα δυο στη δεύτερη (1538), ενώ όσα επιζήσανε συνέχισαν τον αγώνα κάτω από τις βενετικές ση­μαίες»».

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

 

Καραμούντζος Κ. Σπύρος « Λόγια Καρυάς »

 

 

Το  νέο βιβλίο του καρυώτη Δάσκαλου και ποιητή  Σπύρου Καραμούντζου.

 

 Λόγια ΚαρυάςΛόγια Καρυάς. Μια κατάθεση ψυχής, ένα πρόσφορο στους συγχωριανούς του, σε όλους τους καρυώτες όπου γής αλλά και σε όλους, όσοι  σε κάποιο άλλο χωριό βίωσαν τις ίδιες εμπειρίες κι΄ έκλεισαν την δική τους μικρή πατρίδα στα φυλλοκάρδια τους.

 

Γεύεσαι  φρεσκοψημένο καρβέλι ψωμί. Οσφραίνεσαι την μυρωδιά των κοπαδιών και της φρεσκοκαματεμένου χωραφιού.

 

Καρυά…. πατρίδα. Πατρίδα της καρδιάς.

 

Σ΄ αυτή θηλάζεις το γάλα από τα στήθια της μάνας, ρίχνεις τα πρώτα δισταχτικά βήματα, νοιώθεις τους γλυκασμούς των σκιρτημάτων της νιότης….

Δένεις  με άρρηκτη καδένα την ύπαρξή σου με τούτη την μεριά του Αρτεμήσιου.

 

Γεμάτο με παραστατικές παλιές φωτογραφίες, με χάρτες τοπονυμιών και με ποιήματα του ίδιου του Συγγραφέα το βιβλίο Λόγια Καρυάς, αποτυπώνει καταστάσεις και πράγματα, όπως αυτά είναι χαραγμένα στην κοφτερή μνήμη του Σπύρου Καραμούντζου.

 

Με μια γλώσσα ζωντανή, κουβεντιαστή, αφτιασίδωτη από περιττές πολυλογίες, μεστή σαν το στάχυ, με κάποιους καρυώτικους ιδιωματισμούς και σπάνιες τοπικές λέξεις, ανασυρμένες από τα κατάβαθα της θύμισής του, αναβιώνει την Καρυά της περιόδου 1930 -1950.

 

Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

 

 

 

 

 

 

 

Εκδόσεις "Εκ Προοιμίου"

Μπλέσης Μανόλης

 

 

 

Διάσημος ανάμεσα στους Ελληνοαλβανούς στρατιώτες προβάλλει ο Αναπλιώτης ευγενής Μανόλης Μπλέσης, που ανέβαζε την καταγωγή του στον άρχοντα Λέοντα Σγουρό. Ο Μπλέσης, εκτός από στρατιώτης, προβάλλει και ως ποιητής, η δε πολεμική δράση του σημειώνεται σε όλες σχεδόν τις μάχες ενάντια στους Τούρκους και σε εκστρατείες και επιδρομές που έγιναν στη Δυτική Ευρώπη.

Από τα 1560 πολέμησε στη Δαλματία στο πλευρό των Βενετών ενάντια στους Τούρ­κους. Στα 1570 πήρε μέρος στην άμυνα της Λευκωσίας της Κύπρου κατά την πολιορκία της από τα σουλτανικά στρατεύματα. Και στη συνέχεια με τέσσερις μόνο στρατιώτες έφτασε στις Παραδουνάβιες χώρες και διέσχισε την Αυστρία, τη Βαυαρία και την Πρωσία πάντοτε καβαλάρης και πολεμώντας. Κατά τα μέσα του ιστ’ αι. η πολεμική δόξα και τα κατορθώματα του είχαν πλατιά απήχηση και τα τραγούδια του, που τα μελοποιούσαν Φλαμανδοί και Ιταλοί μουσικοί, ακούγο­νταν στους δρόμους των ευρωπαϊκών χωρών και ιδιαίτερα στην Ιταλία.

Ο Μανόλης Μπλέσης τιμήθηκε με μεγάλους τίτλους από το Συμβούλιο των Δέκα για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφερε στη Γαληνότατη Δημοκρατία και για την προσωπική αξία του. Στα βενετικά αρχεία διαφυλάχτηκε το οικόσημο του θρυλικού στρατιώτη, που φάνταζε ως ένας νέος Ηρακλής. Μετά την επιστροφή του στη Βενετία έγραψε ποιήματα για την πολιορκία της Λευκω­σίας, ελεγεία για τους διαλεχτούς στρατιώτες που έχασε εκεί. Η έκδοση έγινε στα 1571.

Η φήμη του Μανόλη Μπλέση και τα κατορθώματα του έπλασαν θρύλους γύρω από την ηρωική μορφή του. Ένας από τους θρύλους αυτούς αφορούσε στην αγάπη μιας Κρανιδιώτισσας μάγισσας προς τον Μπλέση, που για χάρη του είχε γίνει αερικό και τον ακολουθούσε παντού, τον προστάτευε από τους κινδύνους και τον όπλιζε με υπεράνθρωπη δύναμη, ώστε να βγαίνει νικητής από τις πολεμικές περιπέτειες του. Και θέλοντας να δοκιμάσει την αφο­σίωση του, μεταμορφώθηκε σε δράκο και επανήλθε στην ανθρώπινη μορφή με ένα φίλημα του ήρωα, που τον αγκάλιασε και τον πήρε μαζί της στην αθανασία με εναέριο άρμα'».

  

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

 

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

Οίκος Μπούα

Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Ο Μερκούριος Μπούας,  Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ο Μερκούριος Μπούας, Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα.

 

Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496. Ήταν εγγονός του δεσπότη του Αγγελόκαστρου της  Άρτας και των Γιαννίνων Μαυρίκιου Μπούα – Σγουρού (αρχές του ιε’ αι.), που ανέβαζε  την καταγωγή του στο βυζαντινό άρχοντα του Αναπλιού Λέοντα Σγουρό.

 

 

 

Ο Μπούας μεγάλωσε στ’ Ανάπλι, όπου και παντρεύτηκε κόρη της αρχοντικής επίσης οικογένειας των Μποχαλαίων, την Αικατερίνη·». Με τη συνθήκη της παράδοσης του Αναπλιού (1540) έφυγε στην Ευρώπη, όπου τα πρώτα χρόνια κατατάχτηκε στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IB‘, ως αρχηγός επίκουρων στρατιωτών. Στο πλευρό των Γάλλων διακρίθηκε μαζί με τους στρατιώτες σε πολλές μάχες και ιδιαίτερα στην άλωση της Γένουας. Για τις πολεμικές αρετές του απονεμήθηκε από τον Γάλλο βασιλιά ο τίτλος του κόμη. Στη συνέχεια πέρασε στο βενετικό στρατό και ανέλαβε υπηρεσία στο Treviso, επικεφαλής της φρουράς του. Στο πλευρό των Βενετών συνέβαλε αποτελεσματικά στην κατάκτηση Παβίας (1527) και της Βερόνας, στις μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στη Βενετική Δημοκρατία και τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Μαξιμιλιανό. Η πολεμική ικανότητα του αναγνωριστικέ από το δόγη και τη γερουσία και του απονεμήθηκαν εξαιρετικές τιμές.

 

Ο Μερκούρης Μπούας πέθανε στο Treviso μεταξύ 1527-1562 και ενταφιάστηκε στην Εκκλησία της Αγίας Μαρίας Maggiore. Προς τιμή του στήθηκε λαμπρό μνημείο μαρμάρινο 1562), έργο του γλύπτη Antonio Lombardi, όπου αργότερα χαράχτηκε τιμητική επιγραφή 1637) για την προσωπικότητα και το έργο του.  

Ο κόμης Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας διέθετε φιλοπολεμικό πνεύμα, στρατηγικό μυαλό και καρτερικότητα. Τα πολεμικά κατορθώματα του εξύμνησαν σύγχρονοι του ραψωδοί  της Ιταλίας και ο επίσης σύγχρονος του στρατιώτης Ζακυνθινός λόγιος Τζάνες Κορωναίος του αφιέρωσε μακροσκελέστατο ποίημα, τα «Ανδραγαθήματα Μερκουρίου Μπούα», που  το έγραψε στα 1519, όπου περιγράφει τα κατορθώματα του ως τα 1517 και αναφέρει τις τιμές που του απονεμήθηκαν. Τον παρουσιάζει ως Αχιλλέα και Μέγα Αλέξανδρο στην ανδρεία , ως Νέστορα στη γνώση και ως Πάρη στην ομορφιά. Ο Μερκούρης Μπούας χαρακτηρίζεται «Φιλοπόλεμος, καρτερόψυχος, στρατηγικός, υπέρτερος μεν πάντων των τότε μισθοφορούντων συμπατριωτών του, εφάμιλλος δε πολλών περιφανών της Ευρώπης στρατηγών επί τριάκοντα εν έτη (1496-1527) αδιαλείπτως πο­λέμων, πάντοτε έφερε την φρίκην και τον όλεθρον εις τας εχθρικάς φάλαγκας, κλινών την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του φιλοξενούντος ηγεμόνος· κατά τας διαφόρους εις Φλανδρίαν, Βαυαρίαν, και προ πάντων την Ιταλίαν εκδρομάς του εκυρίευσε τεσσαράκοντα έξ εχθρικάς σημαίας· διάφοροι ηγεμόνες ανέδειξαν αυτόν ιππότην, είς βασιλεύς και εις αυτοκράτωρ τον ετίμησαν με τον τίτλο του κόμητος, η δε ενετική δημοκρατία με το αξίωμα του αρχιστρατήγου».  

Όσο για το αφιερωμένο στον Μπούα ποίημα αναφέρεται: «Εκτός της μεγάλης ιστορι­κής αξίας, μεγαλυτέραν έχει την φιλολογικήν η εποποιία του Κορωναίου. Είναι το πρώτον απ’ αρχής μέχρι τέλους γεγραμμένον εις καθαρούς ομοιοκατάληκτους στίχους νεοελληνικόν ποίημα, φέρον καθαρόν τον τύπον της πρωτοτυπίας, και επομένως του ελληνικού Παρνασ­σού γνήσιον τέκνον καθιστάμενον».

 

Ο Μπούας θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, ο δε Κορωναίος «έλαβεν ειδήσεις λεπτομε­ρείς περί των διαφόρων μαχών, εν αις εκείνος διέπρεψε, και τα οικογενειακά του έγγραφα εξήτασεν, αλλά και εις Ελλάδα καταβάς εξηρεύνησεν επιτοπίως τα περί αυτού, ίνα καταδεί­ξει ότι ‘Ελλην και ουχί ξένος, ως τινές διϊσχυρίζοντο, ήτο ο Μπούας».

 

Το οικόσημο του Μερκούρη Μπούα, που σώθηκε στα αρχεία της Βενετίας, το απαρτί­ζουν οι σπουδαιότερες από τις πολεμικές σημαίες που είχε κατακτήσει.

 

Σύγχρονοι και συγγενείς του Μπούα στρατιώτες μνημονεύονται: Ο Λεκαμπούας (Αλέ­ξανδρος Μπούας), ο Αλέξης Μπούας, ο Μαρκαντώνιος Μπούας, ο Αντρέας Μπούας’.

 

Από τους Αναπλιώτες στρατιώτες αναφέρονται επίσης ο Κώστας Μπόχαλης και οι Θε-ράπης, Μπαρμπάτης και Φροσύνας. Όλοι ανήκαν σε αρχοντικές οικογένειες και είχαν τιμη­τικές διακρίσεις. Τιμητικά αναφέρεται ακόμη ο στρατιώτης του Μπούα Μαυρίκης Κόκλας»».

Σημειώνουμε ακόμη ότι από τη μεγάλη οικογένεια των Μπουζίκηδων, όπου αλλού ανα­φερόμαστε σε ηρωικά μέλη της, ο Γεώργιος Μπουζίκης έφτασε στο βαθμό του στρατηγού. Με το στρατηγό Μπουζίκη, τα προτερήματα του και τη θέση του στην αριστοκρατία της Βε­νετίας ασχολήθηκε ο λόγιος πρωτοπαπάς του.

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Μουσείο Ελληνικής Παροικιακής Ιστορίας της Βενετίας.

 

 Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος   

 

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

Μπούγα ή Καλλιρρόη και Πέτρος Μπούας.

 

Μπουγαίος, Μπουγαίισα= οι κάτοικοι του χωριού Μπούγα,  όπως λεγόταν παλιά η Καλλιρρόη.

Απ’όσο έχω ψάξει υπάρχουν 2 εκδοχές για αυτή την ονομασία. Η 1η και πιο απλοϊκή είναι αυτή που μου έλεγε ο παππούς μου. Ότι τα παλιά χρόνια είχε πέσει μεγάλη ξηρασία στα χωριά μας και δεν υπήρχε νερό, ώσπου  κάποια μέρα ένας “γελαδάρης” παρατήρησε ότι στις οπλές των ποδιών των βοδιών του βρήκε λάσπη (άρα νερό) και ακολουθώντας την άλλη μέρα το κοπάδι του έφτασε σε μια πηγή στην τοποθεσία Μουντρά (τώρα πια έχει στερέψει)  και βρήκαν το πολυπόθητο νερό. Η οπλή του βοδιού λεγόταν “μπουγά”, και δεν ξέρω αν λέγεται ακόμη, ως εκ τούτου έβγαλαν και το όνομα του χωριού μου Μπούγα.

Η 2η εκδοχή είναι ιστορική και έχει ως εξής: την ονομασία Μπούγα την πήρε το χωριό μου από τον Πέτρο Μπούα της ξακουστής φάρας των Μπουαίων. Περί τα τέλητου 14ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας από τους Βυζαντινούς άρχοντες του Μοριά ( Εμ. Κατακουζηνός ) έποικοι από τη Βόρεια Ήπειρο, που ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και που παράλληλα με την Ελληνική μιλούσαν και την Αλβανική γλώσσα, οι γνωστοί Αρβανίτες. Σκοπός της εγκατάστασης τους ήταν να χρησιμοποιηθούν ως συνοριοφύλακες του Βυζαντινού Δέσποτα του Μυστρά, καθόσον στην απέναντι πλευρά της Νέδας, στην Ολυμπία, υπήρχαν οι Φράγκοι. Ένας από τους πρώτους οικισμούς που έκτισαν οι έποικοι εκείνοι ήταν το Λιόπεσι (Άνω Κούβελα), σε υψόμετρο 1000μ., ανατολικά της κορυφής του Κουβελαίικου Αη-Λιά. Το Λιόπεσι φαίνεται να ήταν η έδρα των αλβανόφωνων εποίκων, αφού εδώ είχε το ορμητήριό της η ξακουστή φάρα των Μπουαίων.
Οι Αρβανίτες έποικοι ήλθαν σε πολλές συγκρούσεις με τους Φράγκους και συνέβαλαν αποφασιστικά στην εκδίωξή τους από το Μοριά υπό τον αρχηγό τους Πέτρο Μπούα. Στην συνέχεια αμύνθηκαν με σθένος κατά των Τούρκων εισβολέων και όταν τελικά ο Μοριάς έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ (1461), τέθηκαν στην υπηρεσία των Βενετών, που τότε κατείχαν τα φρούρια Μεθώνης, Κορώνης, Μονεβασιάς και Ναυπλίου, με σκοπό να εξασφαλίσουν την βοήθειά τους για την εκδίωξη των Τούρκων. Το 1479 ο Θεόδ. Μπούας από το Κούβελα (Λιόπεσι) με τον Κροκ. Κλαδά από την Μάνη επαναστάτησαν κατά των Τούρκων, αλλά εγκαταλείφθηκαν από τους Βενετούς και η επανάσταση τους κατεστάλη το 1484.
Κατά το Βενετο-Τουρκικό πόλεμο του 1540 οι κάτοικοι της περιοχής πολέμησαν στο πλευρό των δυτικών συμμάχων. Μετά την πτώση των κάστρων και την αποχώρηση των Βενετών από τον Μοριά, οι περισσότεροι αρβανίτες στρατιώτες αναχώρησαν με τις οικογένειές τους για την Δύση και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Απουλίας (Κάτω Ιταλίας), ελπίζοντας σε σύντομο επαναπατρισμό τους.( Ιστορία Κ. Παπαρρηγόπουλου, Κ. Σαθά, Αθ. Γρηγοριάδη κ.α.). Τις πληροφορίες αυτές τις βρήκα από την ιστορία του Χωριού Κούβελα μιας και ο μπαμπάς μου από την πλευρά της μητέρας του κατάγεται από τη Νέδα.

Η φάρα των ΜΠΟΥΑ κατάγεται απο την Βόρεια Αλβανία.Η ονομασία της προέρχεται απο τον ποταμό Μπουγιάνα που σημαίνει,νερό. Βλέπε μπουγιέλο.Απόγονοι των Μπουαϊων υπήρξαν ονοματοδότες φαρών όπως Σπαταίοι, Γριβαίοι, Μερκουραίοι, Λιοσαίοι, Μουρικαίοι και άλλοι. Βλέπε Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων, Α.ΚΟΛΛΙΑΣ. Βλέπε, Αρβανίτες, Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Κ.ΜΠΙΡΗΣ. Πληθωρα Βενετικών αρχείων είναι διαφωτιστικά. ΑΥΤΑ και μόνον περιεκτικά. Σημαντικά μέλη του Οίκου Μπούα ήταν ο Μερκούριος Μπούα ο οποίος τιμήθηκε από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό και τον Βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο τον ΙΒ’ το 1524 με τον τίτλο του Κόμη της Σουαβίας και αργότερα του Πρίγκηπα του Λίχτενμπεργκ (τίτλους που φέρουν έκτοτε οι απόγονοι του Οίκου) για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Επίσης, ο Ιωάννης Μπούας και ο Σγουρός Μπούας Δεσπότες Ηγεμόνες του Αγγελοκάστρου, ο Ιωάννης Μπούας και ο Μαυρίκιος Μπούας Δεσπότες του Δεσποτάτου της Άρτας, ο Θωμάς Μπούας που διετέλεσε Διοικητής του Ιππικού του Βασιλέως της Μ. Βρετανίας Ερρίκου Η΄, ο Πέτρος Μπούας που έδρασε στην Ιταλική Χερσόνησο και ο Θεόδωρος Μπούα μαζί με τον Ακροκόνδυλο Κλαδάπου έδρασαν στον Ελληνικό και Βαλκανικό χώρο και Ιταλικό χώρο . Ήταν οι μόνοι που αντισταθήκαν στους κατακτητές στον ελληνικό χώρο και ειδικά στην Πελοπόννησο, στη Θεσπρωτία και στον ευρύτερο γεωγραφικά χώρο της Ηπείρου τον 14ον αιώνα. Από τους Μπούα ξεκίνησε στην Δυτική Ευρώπη η δράση των Ελλήνων μισθοφόρων (Stratioti όπως τους ονόμαζαν) αλλά και στον ελληνικό χώρο η δράση των Αρματωλών και Κλεφτών, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Συνέχεια του Οίκου αποτελεί ο Οίκος Στύλου που συνέχισε την στρατιωτική παράδοση του Οίκου Αγγέλων και Μπούα στην σύγχρονη Ελλάδα. Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.  Το χωριό (Καλλιρρόη)ονομαζόταν αρχικά Μπούγα. Χτίστηκε 8 αιώνες πριν και το πρώτο σπίτι είχε σκεπή από πλάκες και κορμούς ασφάκας (δένδρο με στριφτό ξύλο που δεν σπάζει). Το 1928, με το διάταγμα υπ’αρ. Α 156/28 μετονομάστηκε σε Καλλιρόη, κατά μία εκδοχή από την καλή ροή του λαδιού της  και του νερού της και κατά μία άλλη από την πηγή του χωριού Μουντρά που είχε καλή ροή. Με το όνομα Καλλιρόη άλλωστε, υπήρχε και πηγή της περιοχής στην αρχαιότητα. Από ανασκαφές το 1929, προκύπτει ότι οι Σπαρτιάτες είχαν εδώ φυλάκιο για να φορολογούν τους διερχόμενους, διότι ήταν διάβαση από την Ανατολική στην Δυτική Πελοπόννησο. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι είχαν εκεί φρουρά και στρατό. Φαίνεται ότι η σημερινή Καλλιρόη βρίσκεται εκεί που άλλοτε υπήρχε η προέκταση της αρχαίας πόλης Ανδανίας (2600-2200 π.Χ.) (πηγή site Δήμου Μελιγαλά http://www.meligala.gr)

Δήμητρα Γιαννοπούλου

(Kopanaki News)

 

 

 

 

cf83ceb7cebcceb1-word-press1