Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Άργος  


Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

Ιστορικοί Χρόνοι

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

  Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

[1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

Napoli di Romania

  

NAPOLI DI ROMANIA

 

«Ή πολιτεία αύτη, πού ô Σοφιανός την ονομάζει Νάπλι, οι Έλληνες Άνάπλια και ό Πτολεμαίος Ναυπλία, είναι μία άπα τις πιο φημισμένες πολιτείες, πού έκαμαν το μεγαλείο της αρχαίας Άργείας, γνωστής σήμερα με το όνομα Sacanie ή Romanie Mineure, πού είναι το πιο όμορφο μέρος του Μοριά…. Μέ μια λέξη μπορεί κανείς νά πει γι αυτή τη θέση (το Ναύπλιο) ότι ή φύση δεν ξέχασε τίποτα απ’ όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή και ότι ή τέχνη την αγάπησε ακόμη περισσότερο.

Το 1460 ό ΜεχμέτΒ’ αποφάσισε να την πάρει από τούς Βενετσάνους και έδωσε διάτα στον Μαχμούτ Πασά να την πολιορκήσει. Ήρθε  να τη χτυπήσει με μια μεγάλη στρατιά · όλες όμως οί προσπάθειες του βγήκαν ανώφελες· ή φρουρά έκαμε μια δυνατή αντίσταση, έτσι πού, υστέρα από αρκετές εφόδους, οι Άπιστοι υποχρεώθηκαν να λύσουν την πολιορκία με μεγάλες ζημιές. Ό Σουλεϊμάν, πού στάθηκε ένας από τούς αχόρταγους κατακτητές πού είχαν οί Τούρκοι, έστειλε το 1537 τον Κασίμ Πασά για να οργανώσει την πολιορκία αυτής της θέσης, δεν στάθηκε τυχερότερος του Μεχμέτ. Οι πολιορκημένοι την υποστήριξαν με τόση παλικαριά, πού ό Κασίμ, απελπισμένος να κυριέψει με δύναμη μια θέση τόσο καλά οχυρωμένη, πού τίποτα δεν τής έλειπε, από το φόβο ότι θά καταστρεφόταν ολότελα ή στρατιά του, αποφάσισε να φύγει. Μόλις δύο χρόνια πέρασαν από τότε και ξαναγύρισε και την παράδωσε στον Σουλεϊμάν.

 

Δέν χρωστούσε ωστόσο την κατάκτηση αύτη στη δύναμη των όπλων του, άλλα στη Δημοκρατία (τη Βενετία), πού, κουρασμένη από τόσους πολέμους και από έξοδα, θυσίασε τη θέση αυτή για να αγοράσει την ειρήνη, πού την είχε ανάγκη.

 

Το 1686 ό Αρχιστράτηγος Μοροζίνης, υστέρα από την ήττα του Σερασκέρη και το πάρσιμο των δύο Ναβαρίνων και τής Μεθώνης, νόμισε ότι ή πιο δοξασμένη επιχείρηση θα ήταν το πάρσιμο του Άναπλιού, τής πρωτεύουσας του Μοριά, πού θα εξασφάλιζε την απόκτηση του υπόλοιπου αυτής τής επαρχίας». («Ήθελε προπάντων να φτάσει πριν οι Τούρκοι οχυρώσουν το Παλαμήδι. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή τής πολιορκίας, των μαχών, τής επιμονής των Τούρκων να κρατηθούν στα κάστρα, τής παλικαριάς του Μοροζίνη,ένα τμήμα τής περιγραφής είναι το παρακάτω απόσπασμα.)

 

napoli-romania

napoli-romania

 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΙΟΥ

 

«Ό στρατηγός Καίνιγκσμαρκ διακρίθηκε, όπως το συνήθιζε, και σ’ αύτη την περίσταση, ένα άλογο σκοτώθηκε άποκάτω του, άλλα ανέβηκε αμέσως σ’ ένα άλλο και βρέθηκε παντού όπου ό κίνδυνος έκαμε αναγκαιότερη την παρουσία του. Ό στρατηγός πρίγκιπας τής Βρουνσβίκης και ό πρίγκιπας τής Τουρέννης έδωσαν όμοιες αποδείξεις τής αξίας τους. Ό Αρχιστράτηγος…. ΰστερ’ άπό την ήττα των έχθρων έκαμε στενότερη την πολιορκία με περισσότερη θέρμη… και για να υποχρεώσει τους  πολιορκουμένους να παραδοθούν γρήγορα είπε να υψώσουν οι στρατιώτες του στην άκρη των δοράτων τα κεφάλια τών εχθρών τον.

 

Τό θέαμα αυτό τους έκαμε νά ζητήσουν την επιείκεια του νικητή. Ύψωσαν τη λευκή σημαία. Σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. Δυο Τούρκοι βγήκαν από την πόλη και παρουσίασαν στον Αρχιστράτηγο ένα γράμμα του Πασά πού έλεγε πώς ήταν έτοιμοι να του παραδώσουν τα κάστρα με τον όρο ότι θά έβγαιναν με τον οπλισμό και τα υπάρχοντα τους, ότι θα τούς άφηναν δύο γαλέρες πού ήταν στο λιμάνι για νά τούς μεταφέρουν στην Τένεδο και ότι  θα τούς παραχωρούσαν δυό ήμερες για νά εκτελέσουν την παράδοση.

 

Ό Αρχιστράτηγος τούς αρνήθηκε τούς σκλάβους και τις γαλέρες και τούς πρόσφερε τούς ίδιους όρους πού είχε δώσει στο Ναβαρίνο και στη Μεθώνη και να τούς οδηγήσει όπου θα ήθελαν πρώτα απ’ όλα όμως ζήτησε να του παραδώσουν το Κάστρο τής θάλασσας, πράγμα πού έγινε αμέσως, και μπήκε μέσα ή Βενετσάνικη φρουρά. Βρήκαν εκεί δεκαεφτά κανόνια χάλκινα, εφτά σιδερένια και ένα ολμοβόλο. Ζήτησε ακόμη να έχει οχτώ επίσημους Τούρκους για όμηρους, υστέρα’ απ’ αυτό άρχισε ή εφαρμογή τής παράδοσης και ή επιβίβαση των έχθρων στα πλοία.

 

Έτσι ή Napoli di Romania, πρωτεύουσα του Μοριά, πέρασε στην εξουσία τής Δημοκρατίας, αφού είχε στενάξει εκατόν πενήντα χρόνια κάτω από το ζυγό τούτων των «Απίστων».

 

  • Πηγή

P.M. Coronelli, Description géographique et historique de la Morée, du royaume du Negrepont, de lieux circonvoisins etc. Παρίσι 1687, σ.44-47.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναύπλιο


 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της. 

Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του. 

Ναύπλιο1908, στερεοσκοπική φωτογραφία, by Stereo Travel Co.

Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.

Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.

 

Μπούρτζι. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης οχύρωσης της πόλης για πολλούς αιώνες.

 

Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους.  Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930

 

Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα. 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 Ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους (852 – 922)

   Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος, Ιστορικός

 

 

Ο «Βίος» του Αγίου Πέτρου, είναι η μόνη ιστορική πηγή η οποία μας προσφέρει πληροφορίες, αρκετά αόριστες, για την πορεία της ζωής και την πολυσχιδή δράση του μεγάλου αυτού ανδρός. Ο «Βίος» εγράφη λίγο μετά το θάνατο του Αγίου αλλά γύρω από το πρόσωπο του συγγραφέα υπάρχει μεγάλη ασάφεια και οι απόψεις των ερευνητών διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν ότι συγγραφεύς του «Βίου» είναι ο μαθητής του και διάδοχος του στον επισκοπικό θρόνο του Αργούς Κωνσταντίνος και άλλοι ο επίσης μαθητής του και μετέπειτα επίσκοπος Νικαίας Θεόδωρος.

Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 852 μ.Χ. Δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του όμως ο «Βίος» μας πληροφορεί ότι ήσαν ευσεβέστατοι, διακρίνονταν για τη φιλανθρωπία τους και εγαλούχησαν τα τέκνα τους με τα νάματα της χριστιανικής διδασκαλίας και με την επιταγή του «σωφρόνως βιούν».

Η οικογένεια είχε πέντε τέκνα, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι. Μας έχουν διασωθεί τα ονόματα των τεσσάρων αδελφών, Παύλος, Διονύσιος, Πέτρος, Πλάτων, αλλά όχι της αδελφής. Ο πρεσβύτερος Παύλος, πρώτος, εκάρη μοναχός και αυτόν ακολούθησε ολόκληρη η οικογένεια, με την μητέρα και τον πατέρα να μιμούνται τα τέκνα τους. Ο Πέτρος, σχεδόν παιδί, εισήλθε στο μοναστήρι, εκεί εσπούδασε και σε λίγα χρόνια, όπως μας λέγει ο βιογράφος του, ξεπέρασε όλους σχεδόν τους μεγαλύτερους του σε αρετή και σοφία.

 

Η διαμόρφωση του νεαρού Πέτρου στο μοναστήρι συμπίπτει χρονικά με την άνοδο της Μακεδόνικης δυναστείας στην Κωνσταντινούπολη και με την περίοδο κρατικής και πνευματικής ανάτασης στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Στον καθαρά πολιτικό τομέα οι Άραβες και οι Βούλγαροι παραμένουν οι κύριοι αντίπαλοι του Βυζαντίου όμως ήδη ο αραβικός κόσμος, από το δεύτερο μισό του Θ’ αιώνα, παρουσιάζει σαφή συμπτώματα διάσπασης. Στον πνευματικό τομέα σημειώνεται αναγέννηση των κλασσικών σπουδών, στην οποία πρωτοστατεί η μεγάλη μορφή του πολυσχιδούς Φωτίου. Σ’ αυτό το γενικότερο ευνοϊκό κλίμα αναπτύσσεται ο Πέτρος και εξελίσσεται σε μια σπάνια προσωπικότητα στην οποία συνδυάζονται το άψογον ήθος και η αρετή με την υψηλή παιδεία. Η μελέτη των πατέρων της Εκκλησίας συνηγορευόταν από την βαθύτατη ενασχόληση με τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Οι επτά σωζόμενες ομιλίες του Πέτρου βρίθουν από αναφορές στους κλασσικούς συγγραφείς.

 

Το πνευματικό ανάστημα του Πέτρου άρχισε γρήγορα να επηρεάζει ακόμη και τους υψηλότερους εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος ο Μυστικός (901-907 / 912-925), σαγηνευθείς από την προσωπικότητα του Πέτρου του πρότεινε το επισκοπικό αξίωμα αλλά ο Πέτρος δεν το δέχθηκε και προτίμησε να συνεχίσει την αποστολική του δράση ως απλός μοναχός.

 

 Μετά την άρνηση του Πέτρου να δεχθεί το επισκοπικό αξίωμα, ο Πατριάρχης μετά από πολλές προσπάθειες πείθει τον πρεσβύτερον αδελφόν του Αγίου, τον Παύλο, να ονομασθεί επίσκοπος Κορίνθου.

 

Συνόδευσε δε και ο Πέτρος τον αδελφόν του στην Πελοπόννησο, περίπου το 902 μ.Χ.

 

Η Πελοπόννησος, κατά την περίοδον αυτή εδεινοπάθει από τις πειρατικές επιδρομές με αποτέλεσμα την αραίωση του πληθυσμού, την εξαφάνιση της οικονομικής ζωής και τις συνεχείς αιχμαλωσίες των κατοίκων «υπό των αθέων Αγαρηνών».

 

Ο Πέτρος, σε αυτό το κλίμα, βοηθεί τον αδελφόν του στο ποιμενικόν του έργο στη μητρόπολη Κορίνθου και ταχύτατα η φήμη της αρετής του ξεπερνά τα όρια της συγκεκριμένης επισκοπής και σχεδόν από όλη την ανατολική Πελοπόννησο συρρέουν πλήθη λαού για να τον συμβουλευθούν και να του ζητήσουν ηθική και υλική συμπαράσταση. Κατά την περίοδο της δράσης του Πέτρου αποθνήσκει ο μητροπολίτης Αργούς και τότε, με μια φωνή, οι κάτοικοι της πόλης απαιτούν από τον επίσκοπο Κορίνθου Παύλο να ορίσει ως νέο επίσκοπο Αργούς τον αδελφόν του Πέτρο. Οι πιέσεις είναι έντονες, όμως ο Πέτρος αρνείται να υποκύψει σ’ αυτές. Τελικά, για να αποφύγει την τεταμένη ατμόσφαιρα της Κορίνθου, αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη. Δεν γνωρίζουμε τον τόπον καταφυγής του, όμως ο βιογράφος του αναφέρει ότι ο Πέτρος αργότερα, είχε γράψει έναν απολογητικό λόγο για τη φυγή του, ο οποίος εχάθη.

 

Όμως η απουσία του Πέτρου δεν διαρκεί πολύ. Επιστρέφει στην Κόρινθο και τώρα ακούει με περισσότερη κατανόηση τους Αργείους, οι οποίοι του διεκτραγωδούν την κατάσταση στην επισκοπή τους. Η εκκλησία είχε παντελώς αποοργανωθεί, οι ιερείς δεν υπήρχαν, τα βρέφη πέθαιναν αβάπτιστα και οι νεκροί εθάπτοντο χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Μπροστά σ’ αυτή την τραγική κατάσταση ο Πέτρος υποχωρεί και περί το 912 ονομάζεται επίσκοπος Αργούς. Και από τη στιγμή αυτή αρχίζει ένα έργο ανόρθωσης της επισκοπής. Η ανορθωτική του δράση δεν περιορίζεται στην τακτοποίηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Μέριμνα για τα ορφανά και τους γέροντας, με την ίδρυση ορφανοτροφείων και γηροκομείων, μέριμνα για τους ασθενείς με την ίδρυση νοσοκομείων, μέριμνα για την παιδεία, με την ίδρυση σχολείων.

 

Αλλά πέρα από όλα αυτά η συνεχής παρουσία του ανάμεσα στο ποίμνιο του, ο παρηγορητικός του λόγος, η αγάπη του για τον πάσχοντα ανέδειξαν τον Πέτρο σε μια από τις λαμπρότερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες που έδρασαν στην Πελοπόννησο στους Μέσους χρόνους.

 

Από το συγγραφικό του έργο, το οποίο, στο σύνολο του, κατά τους ερευνητές, εγράφη κατά την περίοδο της επισκοπείας του σώζονται μόνον επτά. Οι τρεις (Εις Αναργύρους, Αγίαν Άνναν και Αγίαν Βαρβάραν) είναι λόγοι εγκωμιαστικοί. Ένας, (Εις τον Αθανάσιον Μεθώνης), επιτάφιος και τρεις (Εις τα Εισόδια, Εις την Σύλληψιν της Αγίας Άννης και Εις τον Ευαγγελισμόν) ερμηνευτικοί. Οι λόγοι του Πέτρου έχουν τον μανδύα της αρχαίας ελληνικής και πατερικής ρητορικής. Θαυμάσιον είναι το πλούσιον λεκτικόν του, το ήμερον, αισιόδοξον και πανηγυρικόν ύφος του και η πλοκή του λόγου. Ο ρήτωρ Άγιος δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει, αλλά να σώσει τις ψυχές του ποιμνίου του.

 

 Κατά την περίοδον της επισκοπής του Πέτρου δεινός λιμός έπληξε την Αργολίδα. Ο βιογράφος του Αγίου περιγράφει με ακρίβεια την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τονίζει ότι : «και τας οικίας και στενωπούς, και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και τα ύπαιθρα εμπλισθήναι νεκρών».

 

Αλλά και σε αυτή τη φοβερή δοκιμασία ο Πέτρος, με μια αληθινά θαυμαστή οργανωτική ικανότητα και με μια δραστηριότητα που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα κατόρθωσε να συγκεντρώσει ποσότητες σιτηρών, να οργανώσει συσσίτια, να λάβει μέριμνα για τους ενδεέστερους και να μειώσει τις συνέπειες της μάστιγας. Η συμβολή του Αγίου στην καταπολέμηση του λιμού συντελεί στην κατακόρυφη ενίσχυση του κύρους του μεταξύ του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Σλάβοι που κατοικούσαν στην περιοχή και επέμεναν στην ειδωλολατρεία οδηγήθηκαν στο βάπτισμα ως έκφραση ευγνωμοσύνης και σεβασμού προς τον Άγιο. Ουσιαστικά έχουμε μια αγιοποίηση του επισκόπου ενώ βρίσκεται στη ζωή.

 

Το έτος 920 0 Πέτρος, γέροντας ήδη εβδομήντα χρόνων και ασθενής καλείται από τον πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να λάβει μέρος στη Σύνοδο η οποία θα ρύθμιζε το πρόβλημα της τετραγαμίας. Ο Άγιος παρά την ηλικία του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, έλαβε μέρος στη Σύνοδο και υπέγραψε τα πρακτικά της.

 

Πιθανότερον έτος του θανάτου του Αγίου θεωρείται από τους ερευνητές το 922. Ο βιογράφος του Πέτρου περιγράφει τον θάνατο του κατά τρόπο μεγαλειώδη. Μόλις διαδόθηκε η είδηση ότι ο Άγιος ψυχορραγεί «συνέρρει το πλήθος των πόλεων και των κωμών αυτού δε παρήσαν και μοναζόντων αγέλαι και το κόσμιον των μοναζουσών». Και ο Πέτρος, με υπερκόσμια γαλήνη και με ένα χαμόγελο ευδαιμονίας, «ώσπερ μειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

 

Ένα άπειρο πλήθος κρατώντας λαμπάδας και ψάλλοντας ύμνους συνόδευσε το σκήνωμα του Αγίου εις τον ναόν της Παναγίας όπου τελέσθηκε η εξόδιος ακολουθία. Και το πρόσωπον του νεκρού «αθρόον φωτί περιελάμπετο… και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον ωσεί ζων και υπνών». Μετά την τελετήν οι κάτοικοι του Ναυπλίου και του Αργούς διαφώνισαν για τον τόπον όπου έπρεπε να ταφεί ο Πέτρος. Τελικά ο Άγιος ετάφη στο Άργος και ο τάφος του κατέστη τόπος προσκυνήματος για τον λαό διότι το λείψανο του «διαδήλους εδείκνυ τας ενεργείας μύρα προέχον ως εκ πηγής και δαίμονας απελαύον και νόσους παντοίας ιώμενον».

 

Ο Άγιος εορτάζει την 3ην Μαΐου, ημέρα του θανάτου του, ως φαίνεται. Δεν μας είναι γνωστή η ημερομηνία της καθιέρωσης του Πέτρου ως Αγίου. Πάντως πιστεύεται ότι ελάχιστο χρόνο μετά το θάνατο του ανακηρύχθηκε Άγιος διότι, ακόμη στη ζωή είχε τη φήμη του Αγίου και σημειοφόρου, αλλά και μετά θάνατον εθαυματούργησε.

 Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος , ο Αθηναίος ιαματικός ασκητής της Αργολίδος.

 

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Ο ένσαρκος Άγγελος και ο άσαρκος άνθρωπος, ο καταφρονητής των τερπνών και των προσκαίρων απολαύσεων και ο ζηλωτής αυτών που διαμένουν στους αιώνες, έζησε τον ένατο αιώνα γεννημένος από ευσεβείς και πλούσιους Αθηναίους. O σπόρος που είχε ρίξει ο Απόστολος Παύλος και είχαν ποτίσει με τους ίδρωτες τους οι Άγιοι των Αθηνών Ιεράρχες, οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, έδωσε καρποφόρο στάχυ και τον όσιο Θεοδόσιο, αυτόν που από μικρό ή χάρη του Θεού πιάνοντας τον από το χέρι τον έφερε στον κήπο της μοναδικής πολιτείας, στον αγρό της σωτηρίας.

Στην Αργολίδα κάποια μέρα του παρουσιάσθηκε ο θείος Πρόδρομος, και μόνη ή όψη του τον γέμισε από θεία αγαλλίαση. Θεώρησε την παρουσία του ευλογία και ταυτόχρονα υπόδειξη για μίμηση των ασκητικών του παλαισμάτων. Παίρνοντας δύναμη συνέχισε τον αγώνα του και έκτισε ναό στο όνομα του Βαπτιστού του Κυρίου, γύρω από τον όποιο αναπτύχθηκε μοναστήρι με την προσέλευση πολλών μοναχών, που ήλθαν να υποταχθούν στο μεγάλο Αθηναίο ασκητή. Με την πάροδο του χρόνου και την ισάγγελη βιωτή του ο Θεοδόσιος έγινε ταμείο θεϊκών χαρισμάτων και ανεδείχθη ιατρός των νοσούντων, έτσι ώστε να επονομάζεται ιαματικός.

Επειδή όμως ή αρετή πολεμάται, βρέθηκαν μερικοί διαβολείς, οι όποιοι παρουσιάσθηκαν στον τότε επίσκοπο του Άργους, τον άγιο Πέτρο, και τον κατηγόρησαν ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.

Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε αυτός να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.

 

Κλήμα γλυκύκαρπο, που βλάστησε στην Αθήνα
και μέθυσε με το νέκταρ
των αρετών του την πλούσια
γη της Αργολίδος, αποτελεί
ο όσιος ασκητής Θεοδόσιος ο Νέος.

(Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας)
 

 

Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους φοιτητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.

Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του. Η μνήμη του τελείται στις 7 Αυγούστου.

 

Πηγή


  • Περιοδικό «Τόλμη», Αύγουστος 2007.

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος


 

Νεομάρτυς Αγγελής ο Αργείος, τοιχογραφία στον Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους.

Μαρτύρησε στη Χίο.  Η καταγωγή του ήταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ζούσε στο Κουσάντασι (Έφεσο) της Μικράς Ασίας. Εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ευλαβής, φιλακόλουθος και ελεήμων.

Κάποια μέρα σε μια συνάντηση έτυχε να βρίσκεται ένας Γάλλος άθεος, ο οποίος χλεύαζε τη χριστιανική πίστη. Ο Αγγελής με παρρησία αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Φράγκου. Του πρότεινε μάλιστα να μονομαχήσουν, εκείνος πάνοπλος και ο άγιος μόνο με ένα ξύλο, πιστεύοντας πως θα τον νικήσει με τη δύναμη της πίστης. Ο Γάλλος δέχτηκε. Έκαναν μάλιστα και έγγραφη συμφωνία στην πρεσβεία. Ο Αγγελής έτρεξε στον πνευματικό του, εξομολογήθηκε και ζήτησε την ευχή του. Ο πνευματικός πάσχισε να τον αποτρέψει, αλλά ο Αγγελής επέμενε. Έτσι, ο ιερέας του έδωσε τελικά ευλογία. Διαβάστε τη συνέχεια »

Άγιος Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς  


 

 

Η εικόνα του Πολιούχου του Ναυπλίου, έργο του διάσημου αγιογράφου Δημ. Σ. Γεωργαντά, τιμημένου με το μετάλλιο του Βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου ΙΙΙ.

Αυτός ο ευλογημένος ήταν γέννημα θρέμμα του Ναυπλίου και ζωγράφος επιδέξιος ως προς το επάγγελμα. Αρραβωνιάστηκε εκεί την κόρη ενός χριστιανού και σε λίγες μέρες άκουσε κάποια σφάλματα για την αρραβωνιαστικιά του και την άφησε. Οι συγγενείς της κόρης, του έκαναν μαγικά, για να την αγαπήσει και να την πάρει. Έτσι σε λίγο καιρό υπό την επήρεια των μαγικών, έχασε ο νέος τα λογικά του και γυρνούσε από δω κι από κει.

Όταν τον είδαν οι Τούρκοι, έτσι αλλόκοτο, τον έκαναν να αλλαξοπιστήσει. Ο Θεός όμως τον λυπήθηκε και σε λίγες μέρες του έδωσε την υγεία του. Και ερχόμενος στα συγκαλά του, κατανοεί ότι είναι Τούρκος και ότι φορούσε στο κεφάλι άσπρο σαρίκι. Αμέσως το πετάει στο χώμα και αρχίζει να φωνάζει με δυνατή φωνή και με τόλμη μέσα στο πλήθος των Τούρκων ότι ήταν, είναι και θα είναι για πάντα χριστιανός. 

Οι Τούρκοι μόλις είδαν ότι μετάνιωσε, έτρεξαν καταπάνω του και δέρνοντας και σπρώχνοντας τον έφεραν στον κριτή. Ο κριτής επιχειρούσε με διάφορες πλεκτάνες, πότε κολακεύοντας και πότε φοβερίζοντας, να τον κάνει να αρνηθεί την Χριστιανική πίστη. Αλλά ο Μάρτυρας δεν τα λογάριαζε όλα αυτά και ακλόνητος έλεγε με τόλμη ότι δεν αρνείται τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, αλλά πιστεύει και Τον προσκυνά ως δημιουργό και σωτήρα του ενώ την πίστη στον Αλλάχ δεν την χρειάζεται και την αποστρέφεται. Όταν άκουσε αυτά ο κριτής έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. 

Αλλά οι Τούρκοι δεν τον άκουσαν και με το που τον έβγαλαν από το κριτήριο όρμισαν πάνω του όπως παλιά οι Ιουδαίοι στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και άλλοι με ξύλα, άλλοι με σπαθιά, άλλοι με μαχαίρια κατατρυπούσαν το κορμί του Μάρτυρα μέχρι που το κατέκοψαν σε μικρά κομμάτια. 

Έτσι ετελειώθη την 1η Φεβρουαρόυ 1655 ο ευλογημένος Αναστάσιος και έλαβε του μαρτυρίου το στεφάνι και τώρα ευφραίνεται στο χορό των Μαρτύρων εις δόξαν του Τριαδικού Θεού. Με Βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935 καθιερώθηκε η 1η Φεβρουαρίου ως ημέρα ολοκληρωτικής αργίας των καταστημάτων Ναυπλίου. 

Άγιος Αναστάσιος

Η μνήμη του πανηγυριζόταν στον εν Ναυπλίω ενοριακό Ναό «Γενέσιον της Θεοτόκου», όπου υπάρχει ελαιόδενδρο που κατά την παράδοση συνδέεται με την άθληση του Νεοάρτυρος. Την 1η Φεβρουαρίου του 1990 θεμελιώθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κύριον Ιάκωβο και με τη συνδρομή των Τοπικών Αρχών και του ευσεβούς λαού σύντομα ανηγέρθη περικαλλής Ναός στην παραλιακή οδό Ναυπλίου Νέας Κίου. Στις 4 Ιουνίου του 1995 – συνέπεσε εκείνη τη χρονιά η Κυριακή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου – ο Μητροπολίτης Αργολίδος κύριος Ιάκωβος συμπαραστατούμενος υπό του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης καθώς και του Μητροπολίτου Άρτης ετέλεσε τα εγκαίνια του Ναού. 

Έκτοτε καθιερώθηκε να εορτάζεται κατ’ έτος πανηγυρικά εκτός από τη μνήμη του Μάρτυρα και η επέτειος των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Αναστασίου. Ακολουθίες συνέθεσαν ο Μητροπολίτης πρώην Καρπάθιου και Κάσου Νείλος Σμυρνιωτόπουλος και ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Την Ακολουθία της επετείου των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Αναστασίου εποίησε ο Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος Κορομπόκης. 

  

Πηγές 


 

  • ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ, παρά του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έκδοσις Τρίτη, Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, ΑΘΗΝΑΙ 1961, σελ. 74 και 75.   
  • Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, «Ασματικαί Ακολουθίαι εις τον Άγιον Νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα», εν Αθήναις 1968.

   

Διαβάστε ακόμη: 

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του. 

Μυκήνες

 

Ιστορία

 

Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας (2.16.3) αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.
 
 
Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μ�χρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επαν�κδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.

Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.

Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο. Το 1841 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Χ. Τσούντας (1884-1902), Δ. Ευαγγελίδης (1909), G. Rosenwaldt (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917), και A.J.B. Wace (1920-1923, 1939, 1950-1957). Παράλληλα, οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέσκαψαν τον Ταφικό Κύκλο Β και οικίες, κατά τα έτη 1952-1955, ενώ ο Γ. Μυλωνάς μαζί με το Ν. Βερδελή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανέσκαψαν τμήματα του οικισμού. Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την επίβλεψη του λόρδου W. Taylour αποκάλυψαν το θρησκευτικό κέντρο, ενώ έρευνες συνεχίσθηκαν και από την Αρχαιολογική Εταιρεία με το Γ. Μυλωνά και το Σπ. Ιακωβίδη το 1959 και 1969-1974. Αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού.
 

Περιγραφή

 

Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών περιλαμβάνει την τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του υψώματος, καθώς και διάσπαρτα ταφικά και οικιστικά συγκροτήματα έξω από αυτήν, κυρίως στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Τα περισσότερα από τα μνημεία, που είναι σήμερα ορατά, χρονολογούνται στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ανακτορικού κέντρου, από το 1350 έως το 1200 π.Χ.  Η ακρόπολη έχει κάτοψη σχεδόν τριγωνική και είναι οχυρωμένη με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη. Η κύρια είσοδός της, στη βορειοδυτική γωνία των τειχών, είναι η περίφημη Πύλη των Λεόντων, σύμβολο εξουσίας και δύναμης των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάγλυφο που έδωσε στην πύλη το όνομά της, παριστάνει δύο συμμετρικά αντιμέτωπα λιοντάρια και είναι λαξευμένο σε μία πλάκα τοποθετημένη στο «ανακουφιστικό τρίγωνο», χαρακτηριστικό στοιχείο της μνημειακής μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.

Δεξιά από την Πύλη των Λεόντων υπάρχουν τα κατάλοιπα κτηρίου, που ονομάσθηκε Σιταποθήκη, επειδή στα υπόγειά του βρέθηκε απανθρακωμένο σιτάρι. Προχωρώντας κατά μήκος του δυτικού σκέλους του τείχους ο επισκέπτης συναντά πρώτα τον Ταφικό Κύκλο Α, που περικλείει τους έξι μεγάλους λακκοειδείς τάφους, στους οποίους βρέθηκαν πολλά χρυσά αντικείμενα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης. Ακολουθεί μία σειρά κτηρίων, που πιθανότατα ήταν κατοικίες αξιωματούχων: η Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, το Κτήριο της Αναβάθρας, η Νότια Οικία και η Οικία της Ακρόπολης. Το θρησκευτικό κέντρο, που αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου σκέλους του τείχους, περιλαμβάνει κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα, όπως το Ιερό των Ειδώλων, το Κτήριο των Τοιχογραφιών, την Οικία Τσούντα και την Οικία του Αρχιερέως. Ένα κλιμακοστάσιο και μία μεγάλη πομπική οδός συνέδεαν τα ιερά αυτά με το ανάκτορο.

Το ανάκτορο, σύμβολο της δύναμης των Μυκηναίων βασιλέων, δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της ακρόπολης. Είναι κτισμένο σε τεχνητά άνδηρα και η κύρια πρόσβαση σε αυτό γινόταν με μία μεγάλη ανάβαθρα, που ξεκινούσε από την Πύλη των Λεόντων. Τα επίσημα διαμερίσματα του ανακτόρου περιλαμβάνουν τη μεγάλη αυλή, τον ξενώνα και τον πυρήνα του συγκροτήματος, το μυκηναϊκό μέγαρο, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη: την αίθουσα, τον πρόδομο και το δόμο, όπου βρισκόταν ο θρόνος του ηγεμόνα και μία κεντρική εστία ανάμεσα σε τέσσερις κίονες. Στο ανακτορικό συγκρότημα περιλαμβάνονται και άλλα κτήρια, που σχετίζονται με το μονοπωλιακό σύστημα διοίκησης των Μυκηναίων, κυρίως χώροι αποθήκευσης και παραγωγής, τα βασιλικά εργαστήρια, χώροι λατρείας και κατοικίες, που πρέπει να ανήκαν σε αξιωματούχους.
 
Στο βορειοανατολικό άκρο του τειχισμένου χώρου βρίσκεται η είσοδος της υπόγειας κρήνης, που κτίσθηκε κατά την τρίτη οικοδομική φάση της οχύρωσης για να εξασφαλισθεί η πρόσβαση προς το νερό από την ακρόπολη σε περίπτωση πολιορκίας. Μία σύριγγα στεγασμένη κατά τον εκφορικό τρόπο οδηγεί σε δεξαμενή 18 μ. βαθύτερα, η οποία βρίσκεται έξω από τα τείχη και κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Σε μικρή απόσταση προς τα δυτικά της εισόδου προς τη δεξαμενή, βρίσκεται η δεύτερη πύλη του τείχους, η λεγόμενη Βόρεια Πύλη, που είναι ίδιας κατασκευής με την Πύλη των Λεόντων, αλλά μικρότερη.
 
Έξω από τα τείχη της ακρόπολης, δυτικά της Πύλης των Λεόντων, βρίσκεται ο Ταφικός Κύκλος Β, που περικλείει 14 λακκοειδείς τάφους. Στην ίδια περιοχή σώζονται τέσσερις θολωτοί τάφοι, από τους εννέα τάφους αυτού του τύπου που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα στις Μυκήνες, στους οποίους αντιπροσωπεύονται τα στάδια της εξέλιξης του τύπου. Πρόκειται για τον Τάφο των Λεόντων, τον Τάφο του Αιγίσθου, τον Τάφο της Κλυταιμνήστρας και, λίγο νοτιότερα, τον περίφημο «Θησαυρό του Ατρέα», το τελειότερο παράδειγμα αυτού του τύπου, με τα τεράστια υπέρθυρα, το επιβλητικό ύψος της κυψελοειδούς θόλου και την πλούσια διακοσμημένη πρόσοψή του.

Περίπου 50 μ. νότια του Ταφικού Κύκλου Β και δίπλα στο σύγχρονο δρόμο σώζονται τα λείψανα συγκροτήματος τεσσάρων κτηρίων, που ονομάσθηκαν Οικία των Ασπίδων, Οικία του Λαδεμπόρου, Οικία των Σφιγγών και Δυτική Οικία. Όπως υποδηλώνουν οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Οικία του Λαδεμπόρου και αναφέρονται στο προσωπικό, σε λάδι και σε μυρωδικά, πρόκειται για εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων και αρωματικού λαδιού, προϊόντων εξαγωγής των Μυκηναίων. Στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη διατηρούνται ακόμη ίχνη του πολύ ανεπτυγμένου οδικού δικτύου, που συνέδεε τις Μυκήνες με άλλα μεγάλα κέντρα της περιοχής. Από αυτό το δίκτυο σώζεται ένας δρόμος με γέφυρα, κοντά στο νεκροταφείο του σημερινού χωριού, ενώ σε ένα δεύτερο δρόμο, που ακολουθούσε την πορεία του βόρειου τείχους, διακρίνονται ακόμη οι αυλακώσεις από τους τροχούς των αρμάτων επάνω στο βράχο.

 

Όλγα Ψυχογυιού

Αρχαιολόγος

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Mylonas G.E., Mycenae Rich in Gold, Αθήνα 1983
  • Βασιλάκου Ν., Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αρχαιολογικής Εταιρείας 152, Αθήνα 1995
  • Σπαθάρη Ε., Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός των Μυκηνών, Αθήνα 2001
  • French E., MYCENAE, Agamemnon’ s Capital. The Site in its Setting, Tempus 2002

 

Πηγές

 

Υπουργείο Πολιτισμού 

Αρχαιολογικό Μουσείο Ασκληπιείου Επιδαύρου


 

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Το αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου ιδρύθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το έτος 1897 και κτίστηκε το 1898 – 1900 από την ίδια. Άρχισε να λειτουργεί από το 1909.Το κτήριο του Μουσείου αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα αρχαιολογικά Μουσεία της Ελλάδος, βρίσκεται εντός του Αρχαιολογικού Χώρου του ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, που αποτελούσε τη μητρόπολη όλων των ασκληπιείων του αρχαίου κόσμου. Κτίστηκε για να στεγάζει τα πολλά και σημαντικά ευρήματα της πολυετούς ανασκαφής του Ιερού του Ασκληπιού (1881-1928), η οποία διεξήχθη από τον αρχαιολόγο Παναγή Καββαδία και την Αρχαιολογική Εταιρεία.

Πρόκειται για επίμηκες κτήριο, κτισμένο μεταξύ του αρχαίου Θεάτρου και του υπόλοιπου ιερού του Ασκληπιού, στη νότια πλευρά μικρού χειμάρρου, προσαρμοσμένο με επιτυχία από αισθητικής πλευράς στο φυσικό, κλασσικό τοπίο του ιερού. Η εμπρόσθια και δυτική πλευρά καταλήγουν σε διώροφες απολήξεις σε σχήμα διπλού Τ. Το Μουσείο αποτελείται από τον προθάλαμο και δύο μακρόστενες αίθουσες. Το 1958 κατασκευάσθηκαν οι αίθουσες φύλαξης γλυπτών και κεραμεικών και η αποθήκη στο ΒΔ άκρο του αρχαιολογικού χώρου. Το 1971 οικοδομήθηκε η αίθουσα της Επιγραφικής Συλλογής στα ΒΔ του Μουσείου, της οποίας την έκθεση του υλικού επιμελήθηκε ο αρχαιολόγος Μάρκελλος Μιτσός.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Η υπάρχουσα έκθεση του Μουσείου είναι παλιά, έγινε από τον Παναγή Καββαδία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μουσειακής αντίληψης των αρχών του 20ου αι. αιώνα, με την πυκνή παρατακτική διάταξη των εκθεμάτων, η οποία ήταν υποχρεωτική και λόγω του μεγάλου αριθμού.

Τα εκθέματα του Μουσείου χρονολογούνται από την αρχαϊκή ως τη ρωμαϊκή εποχή. Το είδος των εκθεμάτων ποικίλει και περιλαμβάνει, επιγραφές, ιατρικά εργαλεία, σίμες αρχαίων κτηρίων, ακροκέραμα, ανάγλυφα, αγάλματα μεγάλου μεγέθους αλλά και πολλά αναθήματα μικρού μεγέθους, καθώς και μεγάλα τμήματα σημαντικών αρχαίων κτηρίων από το ιερό του Ασκληπιού: α) Προπύλαια, β) Ναός Ασκληπιού, γ) Ναός Άρτεμης, δ) Θόλος Επιδαύρου, ε) καθώς και το σημαντικό γνωστό ημιτελές Κορινθιακό κιονόκρανο που βρέθηκε κοντά στη Θόλο. Επίσης στο Μουσείο εκτίθενται και εκμαγεία σημαντικών αγαλμάτων όπως της Υγείας 4ου π.Χ. αι. της Αφροδίτης (ρωμαϊκό αντίγραφο), του Ασκληπιού (ρωμαϊκής εποχής), των αετωμάτων του ναού του Ασκληπιού, των ακρωτηρίων του ναού της Άρτεμης καθώς και αναγλύφων, τα οποία βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Πληροφορίες: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου, 21052 – Λυγουριό, (Νομός Αργολίδας). Τηλέφωνο: 27520 27502

 

Χρήστος Πιτερός, αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ

 

Πηγή  


  • Υπουργείο Πολιτισμού

Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους


 

Στο Αρχαιολογικό Μουσείου του Άργους στεγάζονται κινητά ευρήματα από την περιοχή της πόλης του Άργους, το δυτικό τμήμα της πεδινής Αργολίδας και την ορεινή Αργολίδα. Χρονολογούνται από τις προϊστορικές περιόδους έως και τη ρωμαϊκή εποχή. Το κτιριακό συγκρότημα του μουσείου αποτελείται από δύο τμήματα, ένα διατηρητέο μνημείο, το ¨Καλλέργειο¨ και μία νέα πτέρυγα. Η μόνιμη έκθεση συμπεριλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η μεγαλύτερη αίθουσα βρίσκεται στο ισόγειο του νέου τμήματος του μουσείου. Σ’ αυτήν, η έκθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, με ευρήματα από τη μεσοελλαδική περίοδο έως την κλασική εποχή.

Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι μία μεγάλη ταφική πυξίδα, μία χάλκινη πανοπλία, σιδερένιοι οβελοί με τους κρατευτές τους σε σχήμα πλοίου γεωμετρικής εποχής (8ου αιώνα π.Χ.), ένα τμήμα κρατήρος του 7ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει την τύφλωση του Πολυφήμου, μία λύρα κατασκευασμένη με καβούκι χελώνας και ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο του ζωγράφου Ερμόνακτα.

 

Θραύσμα κρατήρα με παράσταση τύφλωσης του Πολύφημου.

 

Στο ισόγειο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται ευρήματα από τον προϊστορικό οικισμό της Λέρνας που χρονολογούνται από την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο έως την μυκηναϊκή εποχή. Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι το πήλινο γυναικείο ειδώλιο νεολιθικής εποχής, η πήλινη κυκλική εστία και τα αποτυπώματα σφραγιδόλιθων από τον πρωτοελλαδικό οικισμό της Λέρνας. Στον όροφο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται γλυπτά από την περιοχή, ως επί το πλείστον αντίγραφα κλασικών έργων. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα είναι ένα ανάγλυφο των Ευμενίδων ελληνιστικής εποχής καθώς και ένα αντίγραφο του λεγόμενου Ηρακλή ¨Farnese¨ του Λύσιππου.

Στην αυλή του μουσείου έχει γίνει αναπαράσταση τμήματος του κήπου ρωμαϊκής έπαυλης που βρέθηκε στην οδό Γούναρη στο Άργος. Στις στοές του στεγάζονται ψηφιδωτά δάπεδα που βρέθηκαν σ’ αυτήν ή στην περιοχή. Διακρίνονται σκηνές κυνηγιού με γεράκι και προσωποποιημένες εποχές και μήνες του έτους.

  

Ιστορικό


 

Το παλαιότερο τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους αποτελείται από το ¨Καλλέργειο¨. Πρόκειται για ένα κηρυγμένο νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που οικοδομήθηκε το 1830 ως κατοικία της οικογένειας του Στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη. Για ένα διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως ¨Παλάτιον της Κυβερνήσεως¨ από τον Καποδίστρια. 

Τον Απρίλιο του 1932 οι κληρονόμοι του Δημήτρη Καλλέργη δώρισαν στο Δήμο Άργους το οίκημα και τον άμεσο περίβολό του για να στεγάσει μουσείο. Ο Δήμος του Άργους το παραχώρησε με το παρακείμενο οικόπεδο στο κράτος το 1955 γι’ αυτόν το σκοπό. Την ανέγερση του μουσείου ανέλαβε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατεδαφίστηκε τότε τμήμα της νοτιοανατολικής πλευράς του ¨Καλλέργειου¨ και κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου από τον Φόμιν, αρχιτέκτονα ρωσικής καταγωγής. Το ¨Καλλέργειο¨- Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα το 1961.

Το 2001 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής του εκθεσιακού χώρου της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου (επίστρωση δαπέδου, σοβάτισμα τοίχων, ανανέωση χρωματισμών). Το 2003 τοποθετήθηκαν στην αίθουσα Α του μουσείου μία μακέτα του Αρχαιολογικού Χώρου του Άργους (θεάτρου και αγοράς) καθώς και φωτογραφικό υλικό, δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.

 

Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

  

Πληροφορίες


 
Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Βασ. Όλγας 2, Τ.Κ. 21200, Άργος (Νομός Αργολίδας)

Τηλέφωνο: +30 27510 68819

Πηγή