Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Παρουσίαση του βιβλίου «Βενετικοί Χάρτες της Πελοποννήσου»


 

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας παρουσιάζει το βιβλίο «Βενετικοί Χάρτες της Πελοποννήσου, τέλη 17ου-αρχές 18ου αιώνα – Από τη συλλογή του Πολεμικού Αρχείου της Αυστρίας» (εκδ. ΜΙΕΤ),  την Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018 και ώρα 8 μ.μ. στον Πολυχώρο Πολιτισμού Φουγάρο, Ασκληπιού 98, στο Ναύπλιο.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν: η κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ομότιμη Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και Επιστημονική Επιμελήτρια της έκδοσης, η κ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και η κ. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του ίδιου Πανεπιστημίου.

 

BIIIa122 (Argos)

 

Το 1986, η επιστημονική επιμελήτρια του τόμου, κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, εντόπισε στη Χαρτογραφική Συλλογή του Πολεμικού Αρχείου της Βιέννης στα Κρατικά Αρχεία της Αυστρίας σειρά ανέκδοτων, χειρόγραφων, πρωτότυπων, έγχρωμων χαρτών που χρονολογούνται από την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685–1715). Οι χάρτες είχαν σχεδιαστεί από ειδικούς μηχανικούς της Γαληνοτάτης με σκοπό την καταγραφή, υπό μορφή καταστίχων – κτηματογραφήσεων, των πελοποννησιακών περιοχών που από το 1685 είχαν περιέλθει στην κυριαρχία της. Μετά την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα και τη μετέπειτα ένταξη της Βενετίας στην Αψβουργική Μοναρχία, οι χάρτες αυτοί μεταφέρθηκαν στη Γεωγραφική Πολεμική Υπηρεσία της Βιέννης και παρέμειναν έκτοτε στα Κρατικά Αρχεία της Αυστρίας.

Πρόκειται για δώδεκα χάρτες μεγάλων διαστάσεων (συνολικά 53 φύλλα) που καταγράφουν γεωφυσικές λεπτομέρειες, πληθώρα τοπωνυμίων, καλλιεργημένες και ερημωμένες εκτάσεις, χωριά (κατοικημένα και μη), ζευγολατειά κτλ. Αποτελούν πολύτιμο υλικό για τον ιστορικό, τον γεωγράφο, τον μελετητή του περιβάλλοντος, τον οικονομικό ιστορικό.

 

Βενετικοί Χάρτες της Πελοποννήσου

 

Στον τόμο συνεργάστηκαν οι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και ειδικοί της χαρτογραφίας John Bennet, Siriol Davies, Χάρις Καλλιγά, Όλγα Κατσιαρδή – Hering, Ευτυχία Δ. Λιάτα, Ευάγγελος Λιβιεράτος, Αλέξης Μάλλιαρης, Μαρία Μάμαλη, Δημήτρης Μπελέζος, Κωνσταντίνος Ντόκος, Αγγελική Πανοπούλου, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Γιώργος Τόλιας και Αγαμέμνων Τσελίκας. Οι εμπεριστατωμένες μελέτες τους παρουσιάζουν και αναλύουν επιστημονικά τους χάρτες αυτούς και προσφέρουν το υλικό προς περαιτέρω ανάγνωση και μελέτη.

Στον τόμο δημοσιεύονται όλοι οι χάρτες, συγκεντρωτικά αλλά και αναλυτικά ανά φύλλο, με την αρίθμηση η οποία έχει προστεθεί από τους μελετητές για να διευκολύνουν τη χρήση των εκτενών καταλόγων τοπωνυμίων.

Την έκδοση επιμελήθηκε η Κωστούλα Σκλαβενίτη, η οποία συνέταξε και τα αναλυτικά ευρετήρια, προσώπων και τοπωνυμίων (βενετικά και ελληνικά). Τέλος, ο τόμος συνοδεύεται από ψηφιακό δίσκο με όλο το χαρτογραφικό υλικό.

Έκδοση: Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2018 – Σελίδες: 544 – Εικόνες: 75 – ISBN: 978-960-250-705-6

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά των παθογενειών της ελληνικής ιστορικής εκπαίδευσης. Δρ. Βασιλική Σακκά στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά  διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Ο Εθνικός Διχασμός, ο οποίος καταγράφεται ως ο πρώτος ελληνικός εμφύλιος του 20ου αιώνα, χάραξε ένα βαθύ τραύμα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και καθόρισε ως ένα βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις για τις επόμενες δεκαετίες. Παράλληλα, το τραύμα αυτό καθώς και οι μακροχρόνιες συνέπειές του, δεν αφήνουν να εκτιμηθεί η θέση της Ελλάδας με την πλευρά των νικητών στο τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Το πώς προσέγγισε το θέμα αυτό η σχολική εκπαίδευση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, Γ’ Γυμνασίου. Βασ. Β. Σφυρόερας. Ο.Ε.Δ.Β., 1991.

Το 1994 ο Φίλιππος Ηλιού σημείωνε: «Οι εθνικές ιστορίες, οι επίσημες ιστορίες που διδάσκονται στα σχολεία και γαλουχούν τις συνεχόμενες γενεές, είναι φτιαγμένες με αποσιωπήσεις και αμνησίες, όσες χρειάζονται, κάθε φορά, για να διαμορφωθεί στις συλλογικές συνειδήσεις μια αίσθηση αρμονίας, συνοχής και μεσότητας που υποτίθεται ότι χαρακτήριζε το ιστορικό παρελθόν».

Δεν συνιστά υπερβολή η διαπίστωση ότι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για την ιστορική μας εκπαίδευση ακόμη και σήμερα. Με βασικά στοιχεία παθογένειας τις στερεοτυπικές προσεγγίσεις, τον εθνοκεντρισμό και την αδυναμία σύλληψης της «μεγάλης εικόνας», την απουσία ενσυναίσθησης και πολυπρισματικών προσεγγίσεων, την εσωστρέφεια και την απουσία ολιστικής σύλληψης των θεμάτων, με εμμονή στη στρατιωτική, πολιτική και γεγονοτολογική ιστορία η αντίστοιχη εκπαίδευση στην Ελλάδα ψάχνει ακόμη το βηματισμό της προς τον 21ο αιώνα.

Τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30, αναφέρονται στον Εθνικό Διχασμό. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν να παρουσιάσουν τα γεγονότα της περιόδου είναι αποκαλυπτικός του τρόπου σκέψης της εποχής, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη της Ιστορίας και τις ευρύτερες πολιτισμικές καταστάσεις μέσα στις οποίες αυτή η επιστήμη – έστω στην εκλαϊκευμένη, αλλά ενδεικτική μορφή της σχολικής ιστορίας – εξασκείται. Τα άτομα, οι ομάδες και τα έθνη έχουν κατά τον P. Seixas ανάγκες προσανατολισμού στο χρόνο, ανάγκες οι οποίες επιβάλλουν και τις ανάλογες προσεγγίσεις και ερμηνείες για τους ιστορικούς.

Θα επιχειρήσουμε μια σύντομη επισκόπηση και ανάλυση των εγχειριδίων αυτών χρησιμοποιώντας τα αναλυτικά εργαλεία του Jorn Rusen, δηλαδή την τυπολογία της ιστορικής συνείδησης μέσα από τα αντίστοιχα μοντέλα ιστορικής εκπαίδευσης: το παραδοσιακό, το παραδειγματικό, το κριτικό και το γενετικό.

 

Αν. Λαζάρου. Ιστορία των νεωτάτων χρόνων. Από τη Συνθήκη της Βιέννης (1815) μέχρι των ημερών μας. Σχολικό εγχειρίδιο Ιστορίας ΣΤ΄ Γυμνασίου που καλύπτει την περίοδο από τη Συνθήκη της Βιέννης και την εδραίωση των εθνικών κρατών μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Αναφέρεται και στα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τις τέχνες και τα γράμματα. [1959, 9η Έκδοση].

 

Τα εγχειρίδια στα οποία αναφερόμαστε και αφορούν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι τα εξής:

  1. Θεοδωρίδη, Χ. & Λαζάρου, Α. (1939), Iστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, (αναθεωρηθείσα έκδοση το 1970 και ανατυπώσεις το 1975, 1977).
  2. Λαζάρου, Α.(1953), Ιστορία Νεωτάτων Χρόνων.
  3. Λαζάρου, Α. (1962 και 1968), Ιστορία Νεωτάτων Χρόνων.
  4. Ματαράση, Α. & Παπασταματίου, Σ. (1966), Ιστορία των Νεωτέρων και Νεωτάτων Χρόνων, (1969 – Γ΄ & ΣΤ΄ Γυμνασίου, 1971, 1974 – Γ΄ Γυμνασίου).
  5. Δαφνή, Γρ. (1969), Συνοπτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος, Γ΄ Γυμνασίου.
  6. Καλλικούρδη, Γ. (1978), Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Γ΄ Γυμνασίου (ανατύπωση1982).
  7. Κρεμμυδά, Β. (1983), Ιστορία Νεότερη-Σύγχρονη Ιστορία, Γ΄ Γυμνασίου.
  8. Σφυρόερα, Ν. (1991), Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, Γ΄Γυμνασίου.
  9. Σκουλάτου, Δημακόπουλου & Κόνδη, (1985), Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, Γ΄ Λυκείου.
  10. Μαργαρίτη, Γ., Αζέλη, Α., Ανδριώτη, Ν., Δετοράκη, Θ. & Φωτιάδη, Κ. (1999), Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, Γ΄ Λυκείου (Θεωρητική Κατεύθυνση).
  11. Κατσουλάκος, Θ., Κυρκίνη, Α., Μπαφούνης, Γ. & Σμπιλίρης, Γ. (2001), Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, Β΄ΕΠΑΛ.
  12. Κόκκινου, Γ., Αλεξάκη, Ε., Βατούγιου Σ., Γατσωτή, Π., Κάββουρα, Θ. Κοντογιώργη, Έ., Κώστογλου, Α. Ο., Μαρκέτου, Σ., Παπαθεοδώρου, Γ., Προύσαλη, Ε., Ράπτη, Κ. & Συριάτου, Α. (2002), Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου, Γ΄Λυκείου.
  13. Λούβη, Λ. & Ξιφαρά, Δ. (2006), Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία.
  14. Κολλιόπουλος, Ι., Σβολόπουλος, Κ., Χατζηβασιλείου, Ε., Νημάς, Θ., Σκολινάκη, Χ. & Χελιώτη (2008), Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου, Γ΄Λυκείου.

Τα σχολικά εγχειρίδια – βιβλία αντικατοπτρίζουν, εύλογα, το πνεύμα της εποχής κατά την οποία εκδόθηκαν. Εντυπωσιακό στοιχείο αποτελούν οι πολλές ανατυπώσεις κάποιων εγχειριδίων τα οποία διδάσκονταν στα σχολεία για δεκαετίες (π.χ. τα εγχειρίδια του Α. Λαζάρου).

Με βάση την τυπολογία του J. Rusen τα σχολικά εγχειρίδια κατατάσσονται στην πλειονότητά τους στον παραδοσιακό και παραδειγματικό τύπο ιστορικής συνείδησης, με εξαίρεση κάποια στοιχεία κριτικού τύπου, τα οποία εντοπίζονται στο αποσυρθέν βιβλίο της ομάδας του Γ. Κόκκινου για τη Γ΄Λυκείου και στο εν χρήσει εγχειρίδιο των Λούβη – Ξιφαρά για τη Γ΄τάξη Γυμνασίου. Θα εξετάσουμε τα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οριοθετώντας τις δυο κατηγορίες ως ακολούθως: από το 1939 έως και την περίοδο της χούντας και από την περίοδο της μεταπολίτευσης έως τις μέρες μας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά…

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας. Καλλιόπη Καλποδήμου, Γεώργιος Κόνδης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ανακοίνωση φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει μέσα από τη χρήση αρχειακού υλικού (τοπικές εφημερίδες κυρίως, έγγραφα, απομνημονεύματα) και τη μελέτη βιβλιογραφίας, τον απόηχο του Εθνικού Διχασμού 1915-1917 στην Πελοπόννησο, και µε πυρήνα το Νομό Αργολίδας, να αναδείξει τις συνιστώσες που καθόρισαν αυτή την εθνική σύγκρουση σε τοπικό επίπεδο και να ερμηνεύσει, στο μέτρο του δυνατού, τόσο τις αιτίες και τα κίνητρα, όσο και τις συνέπειες αυτού του εμφύλιου κατ’ ουσία πολέμου, που κατ΄ ευφημισμόν ονομάστηκε διχασμός.

Θεωρήθηκε αφηγηματικά και ιστορικά σκόπιμο να «παίξουμε» το ρόλο του ιστορικού «ανταποκριτή» και παράλληλα με τα γεγονότα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη να γίνει αναφορά στα δρώμενα του Ναυπλίου και του Άργους κατά το διάστημα 1915 – 1917. Ανιχνεύτηκε η πολιτικο – κοινωνικο – οικονομική ταυτότητα του γεωγραφικού διαμερίσματος της Πελοποννήσου, δίνοντας έμφαση στις εκατέρωθεν εκδηλώσεις φανατισμού των αντιμαχόμενων παρατάξεων, με απώτερο στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το πως, η τοπική κοινωνία και το πλέγμα σχέσεων των γεγονότων σ’ αυτή, όπως αποτυπώνονταν στον τοπικό τύπο, συναρτώνταν με τις γενικότερες πολιτικο – κοινωνικο – οικονοµικές εξελίξεις της περιόδου στη χώρα, δέχονταν μοιραία τον απόηχό τους αλλά, και τις συνδιαμόρφωναν. Ταυτόχρονα, γίνονται αναφορές στα γεγονότα που  έλαβαν χώρα, κυρίως στην Πάτρα, δευτερευόντως στον Πύργο Ηλείας και περιστασιακά στην Τρίπολη, στην Καλαμάτα, στα Καλάβρυτα, και στην Ερμιόνη, με την επιλογή των πόλεων να έχει γίνει βάσει του αρχειακού υλικού που εντοπίστηκε.

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

[…] Το ξέσπασμα του κινήματος της Εθνικής Άμυνας στην ναυπλιακή πρωτεύουσα δημιουργεί απίστευτο εκνευρισμό, οργή και ένταση, που αποτυπώνεται στον Τύπο επώνυμα και ανώνυμα με μια επιχειρηματολογία που βρίθει παραλογικών συλλογισμών χωρίς να γίνεται πιστευτή η άρνηση του Βενιζέλου περί αντιδυναστικών προθέσεων. Από το δημοσιογραφικό βήμα καταδικάζεται απερίφραστα το βενιζελικό κίνημα και οι Αμυνίτες θεωρούνται επίορκοι. Το χάσμα γίνεται αγεφύρωτο και η δημιουργία δύο εμπόλεμων συνασπισμών καταγράφεται στην εφημ. Ανόρθωσις, όπου το πρωτοσέλιδο κοσμούν δύο πύρινα άρθρα από δύο τοπικά αναγνωρίσιμους πολιτικά αρθρογράφους. Στο άρθρο «Η φυγή του επιστέγασμα της προδοσίας του» του Αντρέα Χαρμαντά, ο Βενιζέλος χαρακτηρίζεται πολιτικός αντάρτης, προδότης και δολοφόνος που σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση στα Χανιά, ενώ με το « Χαίρε Καίσαρ» του Πραξ. Μουτζουρίδη, που συνειρμικά θυμίζει το «Ave Caesar, morituri te salutant», περιγράφεται ο Κωνσταντίνος ως Σύμβολον της φυλής, Ακρόπολιν του αρχαίου πολιτισμού, Χάρμα της ελληνικής Αναγεννήσεως κ.α.

Όσο το κίνημα της Εθνικής Άμυνας εδραιώνονταν στη Βόρεια Ελλάδα, η Ανόρθωσις με κεντρικό άρθρο «Κάτω τα προσωπεία» κατηγορεί απερίφραστα όσους ακολούθησαν το Βενιζέλο στο επαναστατικό κίνημα, χαρακτηρίζοντας τους Εφιάλται, έκνομους, επίορκους και πατριδοκάπηλους, ενώ θεωρεί πως κατέλυσαν το Σύνταγμα και τους Νόμους. Καλεί όσους μισθοδοτούνται ως δικαστικοί, στρατιωτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι να οδεύσουν εις την Θεσσαλονίκην, διαρπάσοντας τα εκεί ταμεία της Πολιτείας και να μην δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα στο Ναύπλιο. Ας είναι συνεπείς τονίζει προς την επανάστασιν, για να γίνει το ξεκαθάρισμά και να επακολουθήσει το μέτρημα από πάσης απόψεως. Σε απόλυτα διχαστικό ύφος ο αρθρογράφος Πραξ. Μουτζουρίδης απευθύνεται στους παραίτιους της εσωτερικής διαίρεσης του κράτους σε βαθμό «εθνικού σχίσματος» και επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη δύο «εθνικών κυβερνήσεων» και δύο κρατών, Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ενώ στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας, κάτω από τον τίτλο «Έτοιμοι προς πάν» καλεί τους πιστούς του βασιλιά Παράκλητου (όπως ονομάζει τον Κωνσταντίνο) να είναι σε επιφυλακή για να τιμωρήσουν πάσαν ύβριν. Η διχοτόμηση των Ελλήνων σε δύο αλληλομισούμενες αντίπαλες παρατάξεις είναι μια πραγματικότητα που βιώνεται και δημοσιογραφικά με απειλές, αποπομπές και υπονοούμενα.

Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και μύριζε μπαρούτι… επαναστάσεως και για τις δύο πλευρές. Φήμες διαδίδονταν, οι οποίες τροφοδοτούνταν και από αθηναϊκά δημοσιεύματα πως η «Υπεροχή» του Γιαννουλάτου θα έρχονταν στο Ναύπλιο, για να πάρει επαναστάτες βενιζελικούς για την Θεσσαλονίκη. Η χωροφυλακή, το Πεζικό και οι επίστρατοι τέθηκαν σε επιφυλακή. Τελικά δεν εμφανίστηκε κανένα πλοίο και ο συντάκτης σχολιάζει καυστικά πως στην πόλη του Ναυπλίου δεν ευδοκιμούν τέτοια κινήματα και επαναστάσεις, αφού παραμένει πάντα πιστή προς τον Θρόνον και την Κυβέρνησιν της Χώρας. Προς επίρρωση των λεγομένων του, διαψεύδει άρθρο αθηναϊκών εφημερίδων πως οκτώ αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου προσχώρησαν εις το κίνημα και αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη και πληροφορεί για την επίσκεψη του Ταγματάρχη Θ. Πάγκαλου στο Ναύπλιο, πριν αναχωρήση με τον πάτρονά του επαναστάτην Βενιζέλον, ίνα ξεγαρτίσει τους αξιωματικούς της φρουράς μας, αλλά ξεκαθαρίζει πως εκείνοι πιστοί στον όρκο τους και στον Βασιλέα, τον ηνάγκασαν να φύγει την άλλην μέραν άρον – άρον, για να δημοσιεύσει στο ίδιο φύλλο την παρακάτω δήλωση που καταδεικνύει το μέγεθος του διχαστικού ρήγματος και αποδεικνύει πως ο κύβος ερρίφθη!…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική σκηνή την περίοδο του Εθνικού Διχασμού. Βαρβάρα Γεωργοπούλου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

 

«Το θέατρο είναι η καθαυτό πολιτική τέχνη. Μόνο με το θέατρο προάγεται

σε τέχνη η πολιτική σφαίρα του ανθρώπινου βίου. Με την ίδια έννοια το

θέατρο αποτελεί τη μόνη τέχνη που αποκλειστικό της θέμα είναι

ο άνθρωπος στις σχέσεις του με τους άλλους».

 

Χάννα Άρεντ, Η ανθρώπινη κατάσταση.

 

Οι νικηφόροι βαλκανικοί πόλεμοι δημιούργησαν κλίμα αισιοδοξίας, που στον θεατρικό τομέα εκφράστηκε κυρίως μέσω της επιθεώρησης. Στη συνέχεια η διαφωνία Κωνσταντίνου και Βενιζέλου σχετικά με τη στάση που θα κρατούσε η Ελλάδα στον πόλεμο, [1] όξυνε τα πνεύματα. Το θέατρο, η πιο εκτεθειμένη στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις τέχνη, υφίσταται άμεσα τους κλυδωνισμούς του διχασμού.

Η πρώτη αφορμή για τις εκδηλώσεις των αντιθέσεων στον θεατρικό τομέα έγινε παρασκηνιακά, όταν ο ναυπλιώτης συγγραφέας Γεώργιος Ασπρέας τον Μάιο του 1915 παρέδωσε στην Κυβέλη το χειρόγραφο θεατρικού του έργου με τίτλο, Οχλοκρατία. Το έργο δημοσιεύτηκε στο Σκριπ, εφημερίδα φανατικά βασιλική σε συνέχειες από τις 5 – 29 Ιουνίου του 1916. Δραματοποιεί τα γεγονότα που έγιναν στην Αθήνα στις 16 και 17 Ιανουαρίου του 1878 και εστιάζει στις απόπειρες της Αγγλίας και της Ρωσίας να κυριαρχήσουν στην Ελλάδα, μέσω των τοπικών τους πρακτόρων. Το περιεχόμενο του έργου ήταν σε πολλά σημεία διφορούμενο, αφήνοντας ανοιχτά τα ζητήματα και κάθε μια από τις αντίπαλες παρατάξεις θα μπορούσε να το ερμηνεύσει όπως ήθελε. Η διεύθυνση του θεάτρου Κυβέλη έκρινε πως στρεφόταν κατά της δικής της παράταξης – της βενιζελικής – και δεν ανέβασε το έργο. Τελικά παρουσιάστηκε από τον θίασο της Κοτοπούλη τον Μάιο του 1916 και κράτησε 5 βραδιές, από 26 μέχρι 31 Μαΐου, με πρωτοφανή συμμετοχή του κοινού και ρεκόρ εισπράξεων. Εντυπωσιακή υπήρξε η παρουσία μεταξύ των θεατών των απογόνων των ιστορικών προσώπων που εμφανίζονταν στο έργο. [2] Στην συναισθηματική επίδραση του έργου – κυρίως σ’ εκείνους που έζησαν τα γεγονότα – αναφέρεται ο ανώνυμος αρθρογράφος του Σκριπ. Παράλληλα μεταφέρει και συμφωνεί με την αξιολογική κρίση του Άγγελου Βλάχου που χαρακτηρίζει το έργο «αναδρομική επιθεώρηση» χρησιμοποιώντας τον γαλλικό όρο ρεβί – ρετροσπεκτίβ. [3] Ο αρθρογράφος δεν φαίνεται να αναγνωρίζει δραματουργική αξία στο έργο, επειδή αυτό είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει την ιστορική αλήθεια και δεν μεταχειρίζεται «ως απαραίτητον δραματική ζύμην τον έρωτα». [4] Ο Παύλος Νιρβάνας θεωρεί ότι ως είδος το έργο συνεχίζει την Κατοχή του Γερ. Βώκου και δέχεται ως «ευτυχή κυριολεξία» τον όρο «αναδρομική επιθεώρηση» του Άγγ. Βλάχου. Αναγνωρίζει στον συγγραφέα την επιτυχία του στόχου του, «την δημιουργία ιστορικής ατμοσφαίρας και τον πιστό χαρακτηρισμό των προσώπων» [5] με εξαίρεση τον χαρισματικό και λαοφιλή Δεληγιάννη, που απέμεινε «ατελώς σκιτσαρισμένος». Επαναλαμβάνοντας τον χαρακτηρισμό «αναδρομική πολιτική επιθεώρηση», συμβουλεύει τον Ασπρέα να επιδοθεί στην καλλιέργεια του είδους αυτού. Στο χρονογράφημά του στο Έθνος ο Τίμος Σταθόπουλος αναγνωρίζοντας την αξία του Ασπρέα ως θεατρικού συγγραφέα, υποστηρίζει ότι στην Οχλοκρατία, τον αδίκησε η εποχή τόσο του έργου, το 1878, όσο και της παράστασης, το 1916. Εξ αιτίας λοιπόν της στενής σχέσης των προσώπων και των γεγονότων του έργου με αυτά της σύγχρονης εποχής, ο συγγραφέας αποφεύγοντας να παρουσιάσει δράση επί σκηνής, «έκανε κατάχρησιν ρητορικής». [6] Συμβουλεύει επίσης τον συγγραφέα να αφαιρέσει την σκηνή της εμφανίσεως του μικρού διαδόχου, χαρακτηρίζοντάς της ως «“θεατρική καπηλεία” αναξία συγγραφέως, ως ο κ. Γ. Ασπρέας». [7] Στην κριτική του στην ίδια εφημερίδα ο Γρ. Ξενόπουλος εντοπίζει την επιτυχία του έργου στην ακρίβεια «περί την απόδοσιν προσώπων και πραγμάτων» [8] και αναφέρεται διεξοδικά στην πιστή σκηνογραφία των τριών πράξεων καθώς και στις ενδυμασίες των ηρώων. Ωστόσο παρά την εξωτερική επιτυχία, εντοπίζει την έλλειψη εσωτερικότητας και ψυχολογικής ακρίβειας στην απόδοση των ιστορικών προσώπων, πλην του Βεάκη στον ρόλο του Κουμουνδούρου και της Κοτοπούλη στο ρόλο της κόμισσας Δανεσκιόλτ. Τον άμεσο πολιτικό αντίκτυπο στο κοινό μεταφέρει μαρτυρία, κατά την οποία θερμόαιμος θεατής κραύγασε διακόπτοντας την παράσταση: «έτσι κάνουν και σήμερα οι Ρωσοαγγλογάλλοι». [9] Ο αρθρογράφος εκφράζει την αποδοκιμασία του για την εισβολή της πολιτικής στο θέατρο που «απειλεί να διώξει με την σκούπα την τέχνη». [10] Στο ίδιο πνεύμα είναι γραμμένη και επιστολή αγνώστου – υπογράφει με τα αρχικά Δ. Κ. – στην εφημερίδα Νέα Ελλάς, που διαφωνεί με την έκφραση του έργου «Εσείς οι ξένοι εσπείρατε μεταξύ μας την διαίρεσιν και τα μίση» και συμβουλεύει τον συγγραφέα να αποφεύγει «αναλόγους επικινδύνους υπαινιγμούς». [11] Στην επιτυχία του έργου αναφέρεται η εφημερίδα Αθήναι τονίζοντας: «Και εν μέσω της οχλοκρατουμένης πολιτείας η μειλίχειος και γνωστική φυσιογνωμία του αειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου (Φιλλιπίδης) αγωνίζεται υπέρ των δικαίων του λαού». [12]

 

Η Κυβέλη (1888;-1978) την εποχή της «Νέας Σκηνής». Μια από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες ηθοποιούς και σύζυγος του Έλληνα Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Ωστόσο αν και το δραματικό θέατρο αγωνιζόταν να διατηρήσει τις ισορροπίες, η επιθεώρηση – κατ’ εξοχήν πολιτικό θέατρο – ολοένα προκαλούσε το κοινό, που συχνά αντιδρούσε ζωηρά. Στο επιθεωρησιακό είδος η πολιτική επικαιρότητα λειτουργούσε πάντοτε εκρηκτικά, παρά τις επιφυλάξεις τόσο των συγγραφέων όσο και των θιασαρχών, που δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν την πελατεία τους. Έτσι – σύμφωνα με τον βασικό μελετητή του είδους, Θόδωρο Χατζηπανταζή, η επιθεώρηση εμφανιζόταν «εξαιρετικά επιφυλακτική και δίβουλη στα πολιτικά θέματα». [13] Προκαλώντας με διάφορους τρόπους τα πλήθη, – κυρίως με την αναφορά ονομάτων γνωστών πολιτικών φορέων ή θεμάτων – απέφευγε συστηματικά να πάρει συγκεκριμένη θέση, μαθαίνοντας την βολική τέχνη «να πολιτικολογεί, χωρίς να έχει πολιτική γραμμή». [14] Σύμφωνα με τον Γρ. Ξενόπουλο κατά την διάρκεια του επικίνδυνου Καλοκαιριού του 1916, αν και οι θιασάρχες της ουδέτερης επιθεώρησης Παπαγάλος παρακαλούσαν του συγγραφείς «για το θεό, μην πολιτικά, αμάν να μην χρωματισθούμε», [15] ωστόσο το κοινό αντιδρούσε ζωηρά σε σκηνές που ήθελε σώνει και καλά να προσδώσει «χρώμα πολιτικόν». [16]

Η βαρύνουσα αυτή πολιτική διάσταση του μουσικού θεάτρου και ο συχνός καιροσκοπισμός των θιασαρχών στρέφονταν κατά του είδους και η κοινή γνώμη θεωρούσε συχνά δεδομένα τα υλικά κίνητρα. Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού η επιθεώρηση λειτουργούσε ως ωρολογιακή βόμβα. Με αφορμή τις επανειλημμένες προκλήσεις ο Ξενόπουλος θέτοντας το θέμα σε θεωρητικά πλαίσια προβληματίζεται για τον ρόλο του θεάτρου, αν είναι απλώς ψυχαγωγία ή «σχολείο και βήμα και άμβων». [17] Ο ίδιος δεχόμενος την δεύτερη άποψη θεωρεί ότι η παρέμβαση της λογοκρισίας, εξασφαλίζει την ομαλότητα και έτσι διατηρείται και η ελευθερία του θεάτρου και η προστασία των πολιτών. Για μια κόμη φορά η πολιτική υπερισχύει της τέχνης.

Μαρίκα Κοτοπούλη (1887-1954), από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού θεάτρου. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Στα πλαίσια αυτά και δεδομένης της φιλοβασιλικής τοποθέτησης της Μ. Κοτοπούλη, η ίδια η πρωταγωνίστρια και η ετήσια επιθεώρηση που παρουσίαζε, Τα Παναθήναια, κατηγορήθηκαν συχνά ότι εξαγοράζονταν από την γερμανική προπαγάνδα. Τα πνεύματα οξύνθηκαν επικίνδυνα τον Ιούλιο του 1915, όταν κατά την διάρκεια των Παναθηναίων, εκδηλώθηκαν φιλογερμανικά επεισόδια. Συγκεκριμένα ψάλθηκε ο γερμανικός ύμνος και στη συνέχεια ο γαλλικός, παρουσία της αστυνομίας, η οποία είχε κληθεί για να αποτρέψει επεισόδια «μαγκουροφόρων φολοααντατικών». [18] Η Κοτοπούλη επιχειρώντας να αποσείσει την ευθύνη για ηθελημένη πρόκληση των επεισοδίων, στέλνει επιστολή στις εφημερίδες κηρύσσοντας την πολιτική της απραξία και ουδετερότητα. Παράλληλα τονίζει το παράλογο των κατηγοριών που της αποδίδουν με αφορμή τις παραστάσεις των Παναθηναίων και διατυπώνει αιχμές για την ευθύνη των δημοσιογράφων στην πρόκληση των επεισοδίων:

«Είμαι γυναίκα. Δεν έχω εκλογικό βιβλιάριο. Δεν πηγαίνω εις τας διαδηλώσεις. Δεν πολιτεύομαι. Και ενόμιζα ότι το σχήμα μου αυτό επερίσσευε δια να με προστατεύη από κάθε παρεξήγησι κομματική. Οι Μπενακικοί δεν θα με έλεγαν Μερκουρίζουσαν, όταν μια σκηνή που εσατίριζε τον νέον δήμαρχον, ούτε οι Μερκουρικοί Μπενακίζουσα όταν ο Τζανέτος έλεγε ένα τετράστιχο πειραχτικό για τον κ. Μερκούρην… Εφέτος η Επιθεώρησις ήτο επόμενον να στολισθή με σκηνάς από τον ευρωπαϊκόν πόλεμον. Και οι συγγραφείς με την ίδια, όπως πάντοτε, αμεροληψία εσατίρισαν τα γεγονότα… μεταξύ των ζωηροτέρων διαδηλωτών διέκρινα κάθε βράδυ γνωστούς δημοσιογράφους, οι οποίοι με τον υπερβολικόν ενθουσιασμόν τους υπέρ της Γερμανίας ή της Γαλλίας ετάραζαν την αρμονίαν του ακροατηρίου μας» … και καταλήγει τεκμηριώνοντας το άδικο των κατηγοριών περί εξόδου του θεάτρου της από την ουδετερότητα: «διότι άλλως και δια τα τετράστιχα τα βενιζελικώτατα που απαγγέλλει κάθε βράδυ ο Τζανέτος, πρέπει να κατηγορηθεί ότι τα απαγγέλει δωροδοκούμενος με “τας κορόνας” της δεσποινίδος Κολλυβά». [19]

Συχνά οι ηθοποιοί παρέβαιναν δραστικά στο κείμενο της επιθεώρησης και πρόσθεταν όχι μόνο λόγια αλλά και ολόκληρες σκηνές, γεγονός που ανάγκαζε τους συγγραφείς να διαμαρτυρηθούν. Τον Μάιο του 1915 ο Μωραϊτίνης, ευπρεπής και αναγνωρισμένος επιθεωρησιογράφος, αντέδρασε στις αυθαίρετες προσθήκες, όταν στην επιθεώρησή του Ευρωπαϊκός πόλεμος, προστέθηκαν «ορισμένες ανάρμοστες σκηνές, ως η σατιρίζουσα τον κ. Μαρκαντωνάκην»,… τον μικρόσωμο ιδιαίτερο του Ελευθ. Βενιζέλου, που είχε γίνει μοτίβο στην επιθεώρηση ως άπληστος γαστρίμαργος. [20]

Τον Ιούλιο του 1916 η λογοκρισία έκανε δυναμικά την εμφάνισή της. Ο επιθεωρητής της αστυνομίας Ζιμβρακάκης φρόντισε να υπενθυμίσει προηγούμενες απαγορευτικές διατάξεις. Συγκεκριμένα του 1895, σχετικά με την σάτιρα δημοσίων προσώπων, ιδρυμάτων και κρατών και του 1909, σχετικά με το ωράριο των θεάτρων. [21] Η παρούσα ωστόσο διαταγή ήταν αυστηρότερη, αφού απαγόρευε την «από σκηνής των θεάτρων χρήση «λέξεων και φράσεων, ιδεών και υπαινιγμών αντικειμένων εις τα χρηστά ήθη και δυναμένων να ερεθίσωσιν τους θεατάς και να διαταράξωσιν την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν… Απαγορεύονται οι σατιρισμοί ορισμένων προσώπων και ιδίως μεγάλων ανδρών, Ελλήνων και ξένων, επιστημονικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων και κρατών. Εν εναντία περιπτώσει θα διακόπτεται η παράστασις και θα παραπέμπεται ο υπεύθυνος εις το δικαστήριον». [22] Κάτω από την ασφυκτική πίεση της λογοκρισίας η επιθεώρηση δοκιμάστηκε σκληρά το Καλοκαίρι του 1916. Την επίθεση εναντίον της επισφράγισαν δύο δημοσιεύματα του Ηλία Βουτιερίδη στο Σκριπ τον Αύγουστο, τα οποία ασκούν δριμύτατη κριτική στην αισθητική και την πνευματική της διάσταση, ενώ παράλληλα κατέκριναν τα πνευματικά και καλλιτεχνικά κριτήρια του κοινού. Ο αρθρογράφος θεωρεί το επιθεωρησιακό είδος πηγή κάθε δυστυχίας για το θέατρο και την βασική αιτία που εμποδίζει την ανάπτυξη ποιοτικής εγχώριας δραματουργίας. [23]

Αλλά και στο δραματικό θέατρο μετά την επιβολή της λογοκρισίας τα πνεύματα είναι ιδιαίτερα οξυμμένα και δημιουργούνται παρεξηγήσεις με την σύγχυση – εσκεμμένα ή όχι – των καλλιτεχνικών κινήτρων με τα πολιτικά. Συγκεκριμένα η άρνηση της Κυβέλης να παίξει στην τιμητική του Περικλή Γαβριηλίδη με το έργο Καταιγίδα του Μπερνστάιν, εξ αιτίας πρόσληψης ηθοποιών που δεν ενέκρινε, αποδόθηκε στα αντιβασιλικά φρονήματα της πρωταγωνίστριας, επειδή η παράσταση ήταν αφιερωμένη στον βασιλιά. [24] Την παρεξήγηση, την οποία υποδαύλιζαν μοναρχικοί κύκλοι, έσπευσε να ξεδιαλύνει ο Γαβριηλίδης. [25]

Στα Νοεμβριανά, – ακραία έκφανση του Εθνικού Διχασμού [26] -, τα πνεύματα οξύνθηκαν επικίνδυνα και στις 18 και 19 του μήνα όλα τα θέατρα παρέμειναν κλειστά. Αλλά και όταν άνοιξαν, το κλίμα για τους δημοκράτες ηθοποιούς ήταν ιδιαίτερα εχθρικό, όπως δείχνει υβριστική επιστολή εναντίον της Κυβέλης που δημοσιεύτηκε στις 13 Δεκεμβρίου, [27] μια μέρα μετά το ανάθεμα του Βενιζέλου. [28] Η πρωταγωνίστρια δεν μπορούσε να εμφανιστεί στη σκηνή. Σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα Αθήναι ο Θεόδωρος Βελλιανίτης περιγράφει με λεπτομέρειες την βίαιη απομάκρυνση της ηθοποιού από την σκηνή στις 18 Νοεμβρίου του 1916, την μετατροπή του θεάτρου «Διονύσια» σε αστυνομικό σταθμό και την σύλληψη και υποβολή του ζεύγους Θεοδωρίδη σε ανάκριση. Η ηθοποιός αφέθηκε ελεύθερη αλλά το θέατρό της έκλεισε και απαγορεύτηκαν οι παραστάσεις. [29] Αντίθετα η Κοτοπούλη, μέχρι το 1917, θριάμβευε στο ανακαινισμένο Βασιλικό θέατρο: «Το Βασιλικό θέατρο παρεχωρήθη τη υψηλή επινεύσει του πρίγκηπος Νικολάου εις την δεσποινίδα Μαρίκαν Κοτοπούλη και τον υπ’ αυτής θίασον». [30] Έναρξη των παραστάσεων έγινε με το τετράπρακτο έργο του πρίγκηπα Νικολάου – με το ψευδώνυμο Μάρκος Μαρής είχε επιδοθεί στην θεατρική γραφή – Το κάρβουνο στη στάχτη, το οποίο παρακολούθησε ολόκληρη η βασιλική οικογένεια. [31] Λεπτομερή παρουσίαση του έργου καθώς και θερμό έπαινο για την εκτέλεση μας μεταφέρει ο Νικόλαος Λάσκαρης. [32] Λίγες μέρες αργότερα, στις 29 Μαΐου, η πρωταγωνίστρια επισκέπτεται τον πρίγκηπα Νικόλαο για να συζητήσουν σχετικά με το έργο. Μην αντέχοντας την είδηση της παραίτησης του βασιλιά, θα λιποθυμήσει, «όταν δε συνήλθε ανελύθη εις πικρότατα δάκρυα». [33]

Έλσα Ένκελ, διακεκριμένη καλλιτέχνις του μουσικού θεάτρου. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Το τοπίο άλλαξε άρδην, όταν ο Βενιζέλος στα μέσα Ιουνίου του 1917, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Τίμος Σταθόπουλος, από τις στήλες του Έθνους επαινεί τη φιλοβενιζελική στάση της ηθοποιού του μουσικού θεάτρου Έλσας Ένγκελ κατά τα Νοεμβριανά «που πολλές εξ αίματος Ελληνίδες αποδείχθησαν Βουλγαρίδες», [34] – ο υπαινιγμός για την Κοτοπούλη είναι σαφής. Ο ίδιος πλέκει το εγκώμιο της Φωφώς Γεωργιάδου, καλώντας το κοινό να την υποστηρίξει έναντι των Νοεμβριανών που την καταδίκασαν σε «καταναγκαστική αργία» [35] για τα φιλελεύθερα αισθήματά της. Η επανεμφάνιση της Κυβέλης θεωρήθηκε το καλλιτεχνικό γεγονός της περιόδου. Στις 18 Ιουνίου στο Πειραϊκό Θέατρο δίνει παραστάσεις «ο παυθείς θίασος του Θεάτρου Κυβέλης, όπως αναγράφεται χαρακτηριστικά και μάλλον προκλητικά στο πρόγραμμα. [36] Η επιστροφή της στο θέατρο έλαβε καθαρά πολιτικό χαρακτήρα: «Έπειτα από μακράν απομάκρυνσιν συνεπεία διωγμού από το επιστρατικόν κράτος επανέρχεται εις την σκηνήν η αγαπημένη καλλιτέχνις». [37] Στην τιμητική της με το έργο του Μπατάιγ, Η αμαζών, η παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιτείνει την πολιτική διάσταση: «Το Δημοτικόν ήταν κατάμεστον από τους πρωτεργάτας του Εθνικού Κινήματος με τον Βενιζέλον εν μέσω, θελήσαντα αυτοπροσώπως να τιμήσει την παράστασιν…Ραγδαία χειροκροτήματα δια την Κυβέλη και θερμαί εκδηλώσεις δια τον Βενιζέλον εις την Γαλλίαν». [38] H ηθοποιός το 1919 βρισκόμενη στο Παρίσι, θα τιμηθεί με «τον Αργυρούν σταυρόν του Σωτήρος παρά της χειρός του κ. Βενιζέλου»… «πρώτη εκ των καλλιτέχνιδων του ελληνικού θεάτρου», [39] όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο αρθρογράφος του Έθνους. Και συνεχίζει «Μετά τον κ. Διονύσιον Ταβουλάρην, η κυβέρνησις των Φιλελευθέρων ηθέλησε να τιμήσει εν τω προσώπω της μοναδικής καλλιτέχνιδος όχι μόνον την αληθή μύστιδα της ελληνικής σκηνής, αλλά και την γυναίκα, η οποία απέδωσεν τόσας υπηρεσίας εις εθνικήν υπόθεσιν».

Ο επίλογος του διχασμού στην θεατρική σκηνή θα γραφτεί την Άνοιξη και τις αρχές του Καλοκαιριού του 1920 με τα θλιβερά επεισόδια που συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Αθήνα με επίκεντρο την Μαρίκα Κοτοπούλη και τον θίασό της.

Η πρωταγωνίστρια έχοντας συναισθηματικούς δεσμούς με την Κωνσταντινούπολη – αφού εκεί είχε γεννηθεί ο πατέρας της και εκεί γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη αποδέχτηκε την πρόταση του διευθυντή του γαλλικού θεάτρου της Πόλης Αρντίτη, να δώσει παραστάσεις, παρά τις προειδοποιήσεις φιλικών της κύκλων λόγω των εκεί φανατικών πολιτικών αντιπαραθέσεων καθώς και την αντίθεση του έλληνα πρέσβη. [40] Το κλίμα, σύμφωνα με τις περιγραφές του πρωταγωνιστή του θιάσου Μήτσου Μυράτ ήταν εχθρικό, ήδη με την επιβίβαση του θιάσου στο λιμάνι. Παρά τις ζωηρές αντιδράσεις της Ελληνικής Λέσχης, ο θίασος άρχισε τις παραστάσεις. Στην πρεμιέρα με την Σκιά του Νικοντέμι, εκδηλώθηκαν οι πρώτες αντιδράσεις αλλά ο κίνδυνος διακοπής της παράστασης ματαιώθηκε με την επέμβαση προσκείμενων προς την πρωταγωνίστρια διανοουμένων της πόλης. Την επομένη οι παραστάσεις ματαιώθηκαν λόγω των ζωηρών αντιδράσεων μεταξύ των οποίων ο Μ. Μυράτ καταγράφει «σαν επωδό απ όλο το μαινόμενο πλήθος: «έξω οι Κωνσταντινικές κοπριές». [41] Η τοπική εφημερίδα Νεολόγος κατηγόρησε απροκάλυπτα την πρωταγωνίστρια ότι «επώλησεν την τέχνην της αντί 60 χιλιάδων φράγκων εις τον Σενγκ», [42] (γερμανός βαρώνος).

Η επιστροφή της Κοτοπούλη στην Αθήνα και η έναρξη των παραστάσεων στις 23 Απριλίου με την Σκιά, παίρνουν τον χαρακτήρα συλλαλητηρίου της φιλοβασιλικής παράταξης. Σύμφωνα με τον Μήτσο Μυράτ «το αλλοπαρμένο εκείνο πλήθος στο αντίκρυσμα της καλλιτέχνιδος, ατενίζει σαν σύμβολο τον εξόριστο βασιλιά… Οι βασιλόφρονες είχαν μεταβάλει το θέατρό μας σε εκλογικό κέντρο». [43] Τα σημάδια ήταν ολοφάνερα. Και τραγική ειρωνεία: Η σκοτεινιά άρχισε να απλώνει τα μαύρα πέπλα της, στην παράσταση του Ήλιου του Φούλντα στις 13 Μαΐου. Πυροβολισμοί και άγριες κραυγές από τον εξώστη, είχαν σαν στόχο την πρωταγωνίστρια. Το επεισόδιο γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, εκ μέρους και των δύο πλευρών. Τα πνεύματα έχουν οξυνθεί επικίνδυνα. Οι Βασιλικοί κατηγορούν την αστυνομία ότι εγνώριζε, και δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει τα γεγονότα. Η εφημερίδα Πατρίς, επιχειρεί να βάλει τα πράγματα στην θέση τους: «Αισθανόμεθα σήμερον την υποχρέωσιν να διακηρύξωμεν ότι το κόμμα των Φιλελευθέρων αποδοκιμάζει κατά τον ζωηρότερον τρόπον τα προχθεσινά έκτροπα του θιάσου Κοτοπούλη. Αλλ’ έχομεν να κάμωμεν ταυτοχρόνως και μίαν σύστασιν προς την εκλεκτήν καλλιτέχνιδα: Να παρακαλέσει εκείνους τους φίλους της, όσοι νομίζουν ότι της προσφέρουν τάχα υπηρεσίας εκμεταλλευόμενοι τα αισθήματά της, δοκιμάζουν να μεταβάλλουν εις Κέντρον Κομματισμού και προεκλογικής επιδείξεως το θέατρόν της, …ας φροντίσουν να εύρουν οποιονδήποτε άλλον χώρον και ας αφήσουν το θέατρον Κοτοπούλη αφιερωμένο μόνο εις την Τέχνην». [44] Αλλά τα γεγονότα που ακολουθούν δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουν την ουδετερότητα και ο ποθούμενος διαχωρισμός της τέχνης από την πολιτική αποδεικνύεται μάταιος. Στις 30 Ιουλίου φτάνει η είδηση της απόπειρας δολοφονίας του Βενιζέλου στη Γαλλία και η Αθήνα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. [45] Η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη συμπληρώνει την τραγωδία της Ελλάδας και παράλληλα ανοίγει αφήνει διαμπερές τραύμα στην καρδιά της πρωταγωνίστριας, παράφορα ερωτευμένης με τον ρομαντικό ευπατρίδη πολιτικό. [46] Έρωτας, τέχνη και πολιτική συναντιούνται για μια ακόμη φορά.

Οι στασιαστές μεταξύ άλλων κατέστρεψαν και το θέατρο της Κοτοπούλη. Δύο φωτογραφίες που διασώζονται είναι πολύ εύγλωττες για το μέγεθος της καταστροφής και ενδεικτικές του φανατισμού, [47] ενώ οι περιγραφές των εφημερίδων δίνουν με λεπτομέρειες την αποτρόπαια εικόνα. [48]

Σε περιόδους πολιτικής έντασης η εκτροπή σε πράξεις βίαιες και ανάρμοστες αποτελούν συνηθισμένο φαινόμενο, το οποίο δυστυχώς βλέπουμε να επαναλαμβάνεται, διαπιστώνοντας για μια ακόμη φορά ότι η ιστορία δεν διδάσκει. Η τέχνη ξεχνώντας τον ανώτερο σκοπό της και την ανθρωπιστική αποστολή της, συχνά χρησιμεύει ως όργανο σκοτεινών πολιτικών επιδιώξεων, που την αμαυρώνουν. Είναι τότε που τα αισθητικά και καλλιτεχνικά κριτήρια παύουν να υπάρχουν, ενώ η ιδεολογία αντικαθίσταται από ευτελείς στόχους. Η κατάσταση, θλιβερά δείγματα της οποίας μας δίνει ο Νουμάς το 1919, αποκαλώντας την «Φιλολογική τρομοκρατία», [49] θα κορυφωθεί στα χρόνια της ταραγμένης δεκαετίας του 1940, αποδεικνύοντας μεταξύ άλλων την διαχρονικότητα του αθηναίου ιστορικού της κλασικής αρχαιότητας:

 

«Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές

στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνωνται πάντα όσο

δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί

να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κι έχουν διαφορετική

μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις.

Για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα

και την σημασία των λέξεων».

 

Θουκιδίδου, Ιστορίαι, βιβλίο 3, κεφάλαιο 82, μετάφρ. Άγγ. Βλάχος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Για τα γεγονότα της εποχής, τα αίτια και τις συνέπειές τους βλέπε την δίτομη μελέτη του, Βεντήρη, Γ. (1970), Η Ελλάς του 1910-1920, τόμος Α΄ &  Β΄. Αθήνα: Ίκαρος.

[2] Ανυπ., «Από τα θέατρα», Σκριπ, 27/5/1916.

[3] Αδιάφορος, «Εντυπώσεις. Ιστορική περιπέτεια», Σκριπ, 28/5/1916.

[4] Ό.π.

[5] Νιρβάνας, Π., «Το δραματικόν θέατρον». Τέχνη και θέατρον. αρ. 2, 4/6/1916, σ. 18.

[6] Σταθόπουλος, Τ., «Οχλοκρατία», Έθνος, 27/5/1916.

[7] Ό.π.

[8] Ξενόπουλος, Γρ., «Οχλοκρατία», Έθνος, 28/5/1916.

[9]  Φογκ, Φ., «Η τέχνη και τα φρονήματα», Οι Καιροί, 28/5/1916.

[10] Ό.π.

[11] Δ. Ν., «Δια το επεισόδειον του θεάτρου Κοτοπούλη», Νέα Ελλάς, 28/5/1916.

[12] Ανυπ., «Θεατρικαί σελίδες», Αθήναι, 28/5/1916.

[13] Χατζηπανταζής, Θ. (1977), «Εισαγωγή στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση». Η Αθηναϊκή επιθεώρηση. Τόμος Α΄. Αθήνα: Ερμής, σ. 102.

[14] Ό.π.

[15] Ξενόπουλος, Γρ., «Η πολιτική εις το θέατρον», Τέχνη και θέατρον, 30/7/1916, σ. 152· Χατζηπανταζής, Θ., ό.π.

[16] Ό.π.

[17] Ό.π.

[18] Ανυπ., «Τα Παναθήναια», Αθήναι, 28/7/1915.

[19] Στη στήλη «Η ζωή των θεάτρων. H δις Μ Κοτοπούλη περί της ουδετερότητος… του θεάτρου της», Ακρόπολις, 30/7/1915.

[20] Σιδέρης, Γ., «Ο διχασμός στο θέατρο. Λογοκρισία, διώξεις, βανδαλισμοί», Θέατρο, τεύχος 7, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1963, σ. 29.

[21] Ανυπ., «Η ώρα των θεάτρων. Το θέατρον εν διωγμώ; Συνέντευξις με τον κ. Ζυμβρακάκην», Τέχνη και Θέατρον, τεύχος 8, 16/7/1916, σ. 127-128.

[22] Πατρίς, 10/7/1916· Γ. Σιδέρης, ό.π., σ. 29.

[23] Βουτιερίδης, Η. Π., «Δια το θέατρον», Σκριπ, 3/8/1916· του ίδιου, «Επιθεώρησις», Σκριπ, 5/8/1916.

[24] Σταθόπουλος, Τ., «Η Κυβέλη», Έθνος, 23/10/1916.

[25] Γαβριηλίδης, Π., «Καλλιτεχνικόν επεισόδειον. Και πάλι οι ψευτοηρακλείς του στέμματος», Νέα Ελλάς, 22/10/1916.

[26] Βεντήρης, Γ., ό.π., τόμος Β΄, σ. 248-281· Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (2016), «Τα Νοεμβριανά». 1915. Ο Εθνικός Διχασμός. Αθήνα: Πατάκης, σ. 96-103.

[27] Νέα Ημέρα, 23/12/1916· Γ. Σιδέρης, ό.π., σ. 30.

[28] Γ. Σιδέρης, ό.π., σ. 30-31. Την έκταση αλλά και την ένταση του αναθέματος, περιγράφει η εφημερίδα Εμπρός, 13/12/1916, και Θ. Μαυρογορδάτος, ό.π., σ. 101-102.

[29] Βελλιανίτης, Θ., «Η προδοτική τέχνη», Αθήναι, 26/6/1917.

[30] «Πεννιές», Εμπρός, 13/12/1916.

[31] Ανυπ.: «Η χθεσινή πρώτη», Εμπρός, 26/5/1917.

[32]  Λάσκαρης, Ν., «Το κάρβουνο στη στάχτη. Έργο εις πράξεις τέσσαρες υπό Μάρκου Μαρή», Αι Αθήναι, 26/5/1917.

[33] «Επεισόδιον εις την δ. Κοτοπούλη», Αθήναι, 30/5/1917.

[34] Σταθόπουλος, Τ., «Χρονογράφημα», Έθνος, 14/7/1917.

[35] Έθνος, 12/8/1917· Γ. Σιδέρης, ό.π., σ. 32.

[36] Σιδέρης, Γ., ό.π., σ. 29.

[37] Έθνος, 26/6/1917· Γ. Σιδέρης, ό.π

[38] Έθνος, 5/10/1917, ό.π.

[39] Ανυπ., «Η παρασημοφορία της κ. Κυβέλης», Έθνος, 23/6/1919.

[40] Μυράτ, Μ. (1950), Ο Μυράτ κ΄ εγώ. Πενήντα χρόνια ζωή και θέατρο. Αθήναι, σ. 136.

[41] Μυράτ, Μ., ό.π., σ. 137.

[42] Ανταπόκριση εφημ. Έθνος, 8/4/1920· Θ. Χατζηπανταζής, ό.π., σ. 105.

[43] Μυράτ, Μ., ό.π., σ. 145.

[44] Ανυπ., «Το θέατρον Κοτοπούλη», Πατρίς, 15/5/1920.

[45] Μαυρογορδάτος, Γ., ό.π., σ. 285.

[46] Στην θυελλώδη αυτή σχέση αναφέρεται μεταξύ άλλων ο Γερμανός, Φρ. (2013), στην Εκτέλεση, Αθήνα: Καστανιώτης.

[47] Σιδέρης, Γ., ό.π., σ. 31, 33.

[48] Εμπρός, 1.8.1920.

[49] Ανυπ., «Φιλολογική τρομοκρατία», Νουμάς, 5/1/1919, σ. 51.

 

Βαρβάρα Γεωργοπούλου

Επίκουρη Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό. Λίνα Λούβη στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, μόλις το 1842, ο γνωστός λόγιος, οικονομολόγος και νομομαθής Μάρκος Ρενιέρης, με ένα εμβληματικό άρθρο του στο περιοδικό Ερανιστής θα θέσει το ερώτημα: «Τι είναι η Ελλάς; Ανατολή ή Δύσις;» για να απαντήσει ότι «η Ελλάς κατά την φύσιν, κατά τον πολιτισμόν, κατά την ιστορικήν αυτής αποστολήν, είναι Δύσις και όχι Ανατολή». Ωστόσο πριν τη δημιουργία του κράτους και κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός των Ελλήνων δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ένας μάλιστα από τους στόχους της επανάστασης του 1821 ήταν η «σύστασις κράτους ευρωπαϊκού», δηλαδή κράτους με σύγχρονη συγκεντρωτική εξουσία και δυτικότροπους θεσμούς. Η ομοφωνία όμως που υπήρχε για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου σταδιακά παύει να υφίσταται. Η ευρωπαϊκή πορεία του αρχίζει να παρεκκλίνει από τον αρχικό της προορισμό. Η Ελλάδα «απογαλακτίζεται» από τη μητέρα Ευρώπη; πολιτισμικό πρότυπο και προστάτιδα Δύναμη; ή μήπως ήταν ένα ουσιαστικότερο δίλημμα που έκρυβε βαθύτερα ιδεολογικά και πολιτικά ρήγματα; Το δίλημμα αυτό θα έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή τις εθνικές και πολιτικές κρίσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού 19ου αιώνα, αλλά και αργότερα.

Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Νομικός και λόγιος του 19ου αιώνα. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Η υποχώρηση του φιλελληνικού ρεύματος μετά την Επανάσταση, και η αμφισβήτηση από τους Ευρωπαίους της αρχαιοελληνικής καταγωγής των Ελλήνων, εκτός του ότι πλήγωσε το εθνικό τους φρόνημα και κλόνισε την εθνική τους αυτοπεποίθηση, σηματοδότησε «την αμφισβήτηση της διόδου προς την Ευρώπη, που οι Έλληνες είχαν πιστέψει ότι εξασφάλισαν με την ίδρυση του κράτους τους». Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι το ελληνικό βασίλειο έγινε μια μόνιμη αιτία αναστάτωσης στην περιοχή της Μεσογείου και των Βαλκανίων και όσο πλήθαιναν οι κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, η Ελλάδα εξελισσόταν σε σημαντική απειλή για τα συμφέροντα της Ευρώπης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα είναι ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος έφερε στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αντιδυτική στροφή ενός μεγάλου μέρους των κατοίκων του ελληνικού βασιλείου. Κυρίως όμως μιας σημαντικής μερίδας της πνευματικής του ελίτ, η οποία, προκρίνοντας πλέον τη Ρωσία ως την κατεξοχήν προστάτιδα Δύναμη, προωθούσε μαζί με το Βυζάντιο, πολύτιμο κρίκο της ελληνικής ιστορικής συνέχειας, τον όρο «Ανατολή» ως συστατικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Ήδη αρχίζουν να διατυπώνονται θεωρίες περί συνωμοσίας της Δύσης εναντίον του ελληνισμού, ενώ καταγγέλλεται από τον Τύπο «η κατάρα των Λατίνων» και η «λύσσα της Ευρώπης». Ο ίδιος ο Ρενιέρης μάλιστα σε μεταγενέστερο άρθρο του, με τίτλο «Ο ελληνικός δυισμός», αναθεωρώντας τον προ δεκαετίας εαυτό του, αναβαθμίζει τον ρόλο της θρησκείας και του βυζαντινού παρελθόντος των Ελλήνων και τους καλεί, με την διπλή πλέον ιδιότητά τους, δυτική και ανατολική, να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ανατολή, εκπολιτίζοντάς την και κατακτώντας την.

Οι μεταπτώσεις των Ελλήνων απέναντι στην Ευρώπη συνεχίζονται όσο περιπλέκεται το διπλωματικό παιχνίδι της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μένει άλυτο το Ανατολικό Ζήτημα. Παράλληλα, η αρνητική εικόνα των Ελλήνων για την Ευρώπη ενισχύεται όσο ο έλεγχος της ευρωπαϊκής διπλωματίας στο ελληνικό εθνικό ζήτημα γίνεται αυστηρότερος. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ευρώπη θεωρείται πλέον υπεύθυνη για την ακύρωση της κάθε, επίσημης ή ανεπίσημης, απόπειρας που κάνει το ελληνικό βασίλειο για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.

Ο Πόλεμος του 1897 θα είναι καθοριστικός για τον ολοένα αυξανόμενο αντιευρωπαϊσμό των Ελλήνων. Μολονότι οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις ήταν αντίθετες σε αυτόν τον πόλεμο, την επαύριον της ήττας κατηγορήθηκαν για προδοσία απέναντι στην Ελλάδα. Ωστόσο αυτήν την περίοδο αρχίζουν να διακρίνονται όλο και πιο έντονες οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην πανίσχυρη ενοποιημένη Γερμανία και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Επιπλέον μετά τη νέα αυτή εθνική ταπείνωση άρχισε να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι το πολιτικό σύστημα, οι νεωτερικές τάσεις και ο εκσυγχρονισμός, δηλαδή ο εξευρωπαϊσμός, ευθύνονταν για την εθνική καταστροφή. Η ασαφής έννοια «Ανατολή» γίνεται πιο συγκεκριμένη: δεν σημαίνει συμπόρευση ή συμμαχία με τη Ρωσία και τα Βαλκανικά κράτη, αλλά δηλώνει την αντίσταση στη Δύση. Η ανατολική ταυτότητα των Ελλήνων εκφράζεται πλέον με τον όρο «ελληνικότητα». Σημαντικό στοιχείο αυτής της νέας ταυτότητας είναι η γλώσσα και κυρίως η θρησκεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ορθοδοξία βρίσκεται στον αντίποδα των δυτικών προτύπων και των ιδεών του Διαφωτισμού.

Μετά την ήττα του ’97 η διάψευση των προσδοκιών για την ανεπάρκεια του κράτους να χειριστεί τα ζωτικά συμφέροντα του έθνους, όπως το Μακεδονικό και το Κρητικό ζήτημα, είχε προκαλέσει την αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας Ελλήνων εναντίον του «σάπιου» πολιτικού συστήματος. Σε αυτήν ακριβώς τη φάση, κυρίαρχα στοιχεία του πολιτικού λόγου αναδείχτηκαν ο ανορθολογισμός, ο αντικοινοβουλευτισμός και η θρησκεία. Το Κίνημα στο Γουδί, κινητοποιώντας τα κατώτερα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, προκάλεσε φόβους για ριζικότερες μεταβολές από αυτές που πραγματικά στόχευαν τα μέλη του Συνδέσμου. Η επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας αποσόβησε, προσωρινά τουλάχιστον, αυτόν τον κίνδυνο. Στο πρόσωπό του επιτεύχθηκε η συναίνεση ετερογενών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής. Η συντριπτική νίκη του περιθωριοποίησε τα παλαιά κόμματα, ενώ η οργάνωση του Κόμματος των Φιλελευθέρων δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αδιάσπαστο στοιχείο του βενιζελικού εκσυγχρονισμού ήταν η εθνική ολοκλήρωση.

Οι Φιλελεύθεροι εδραιώθηκαν στην εξουσία μετά τις εκλογές του 1912 και τον θρίαμβο των Βαλκανικών Πολέμων, διατηρώντας την ισχύ τους έως το 1915. Η αντιπολίτευση, σχεδόν ανύπαρκτη στην αρχή, διαχωρίζοντας και αυτή τη θέση της από τον παλαιοκομματισμό, άρχισε σταδιακά να συγκεντρώνει διαρροές και να διεκδικεί και αυτή μια θέση ως νέο κόμμα στο πολιτικό σκηνικό. Οι πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις που είχαν διαφανεί νωρίτερα και είχαν καλυφθεί από τη χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου δεν άργησαν να έρθουν στην επιφάνεια. Το μείζον ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα είναι ο καταλύτης. Ο Εθνικός Διχασμός λοιπόν που επακολούθησε δεν ήταν παρά η αποκάλυψη του πολύ βαθύτερου ρήγματος της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτή τη βίαιη αντιπαράθεση η Ευρώπη θα είναι για άλλη μία φορά το μεγάλο διακύβευμα. Το καινούργιο στοιχείο αυτή τη φορά θα είναι ο διχασμός της ίδιας της Ευρώπης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον. Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7- 8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στο άρθρο αυτό εξετάζεται η επιρροή της διεθνούς συγκυρίας, που επέτεινε δραματικά την εσωτερική ελληνική σύγκρουση και συνέβαλε καθοριστικά ώστε να λάβει αυτή τα παροξυσμικά της χαρακτηριστικά τα οποία οδήγησαν στον «Εθνικό Διχασμό». Θα υποστηριχθεί ότι, από την άποψη των διεθνών σχέσεων, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από την δραματική υπερέκταση (overstretch) των ελληνικών υποχρεώσεων. Η γεωγραφική διαμόρφωση του ελληνικού κόσμου συνεπαγόταν ότι οι σχετικά μικρές δυνάμεις του ελληνικού έθνους – κράτους έπρεπε να αντεπεξέλθουν σε προκλήσεις που εκδηλώνονταν σε μια τεράστια και γεωγραφικά ασυνεχή περιοχή, και να αντιμετωπίσουν πολλούς και ισχυρούς αντιπάλους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ήταν αδύνατον να υπάρξει επιτυχία σε όλα τα μέτωπα, και ήταν αντίθετα φυσικό να ανακύψει μια σύγκρουση μεταξύ «αμυντικών» και «επιθετικών» στρατηγικών. Αυτή η σύγκρουση, στη συγκεκριμένη συγκυρία του εξελισσόμενου Μεγάλου Πολέμου, λάμβανε διαστάσεις διλήμματος ζωής ή θανάτου για το έθνος, απαιτούσε άμεσες αποφάσεις, και επομένως διέθετε τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί στο ιδιότυπο φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού.

 

Δυναμικές του Εθνικού Διχασμού

 

Απευθυνόμενοι σε ξένους συναδέλφους, οι Έλληνες ιστορικοί πάντοτε βρίσκονται σε αμηχανία να εξηγήσουν τη φύση του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος δεν εντάσσεται εύκολα σε υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις. Δεν ήταν εμφύλιος πόλεμος, αν μη τι άλλο επειδή δεν μπορεί να υπάρχει «πόλεμος» χωρίς στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αλλά ασφαλώς ήταν κάτι παραπάνω από μια αύξηση των εντάσεων της εσωτερικής αντιπαράθεσης. Από το 1915 έως τουλάχιστον το 1936, εξελίχθηκε σειρά συνταγματικών εκτροπών οι οποίες – ακόμη και όταν δεν οδηγούσαν σε απροκάλυπτη δικτατορία – ουσιαστικά αλλοίωναν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. [1] Επιπλέον, ο Διχασμός υπήρξε ένα πολύμορφο φαινόμενο. Ήταν, ταυτόχρονα, μια συνταγματική κρίση, κρίση εθνικής ολοκλήρωσης, και μια κρίση εκσυγχρονισμού της οποίας οι εντάσεις είχαν κοινωνική βάση. [2] Επιπλέον, εξαιρετικά αξιοπρόσεκτο είναι το ότι, στη διάρκειά του, δεν συγκρούστηκαν δυνάμεις που εκπροσωπούσαν διαφορετικές εκδοχές της οργάνωσης της κοινωνίας – π.χ. μια κομμουνιστική και μια αστική εκδοχή. Οι δύο παρατάξεις του Διχασμού ήταν υποστηρικτές του ίδιου – περίπου – μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Όσο για τη διάκριση μεταξύ «δημοκρατικών» (υπό την έννοια του ρεπουμπλικανισμού, δηλαδή της αβασίλευτης δημοκρατίας) και «βασιλοφρόνων», αυτή υπήρξε μια μεταγενέστερη εκδοχή της ρήξης, που ανέκυψε κυρίως μετά το 1922. Έως την Μικρασιατική Καταστροφή, ο βενιζελισμός δεν αντιπροσώπευε μια δύναμη εχθρική προς τη βασιλευομένη δημοκρατία, [3] έστω και εάν στις τάξεις του, από το 1915, σταδιακά ενισχυόταν η θέση των υποστηρικτών της αβασίλευτης. Και όμως, ο Διχασμός, αρκετά σύντομα και ήδη από το 1916, απέκτησε τεράστια δυναμική, ως μια ρήξη θεμελιώδης, που αποκτούσε ακόμη και ψυχικές διαστάσεις. Στο τέλος, και κάτω από μια επιφανειακά νομιμοφανή συνέχιση της πολιτικής δραστηριότητας, ο Εθνικός Διχασμός οδηγούσε σε μια θεμελιακή αναίρεση της βάσης της πολιτικής οργάνωσης: στην αναίρεση της ιδέας του κοινού κράτους.

Για να εξηγηθεί το ξέσπασμα μιας κρίσης τέτοιων διαστάσεων, πρέπει να εντοπιστεί ένα θεμελιακής σπουδαιότητας σημείο, στο οποίο οι εκατέρωθεν θέσεις να μην μπορούν πλέον να συμβιβαστούν χωρίς η κάθε μία πλευρά να κινδυνεύει να κάνει παραχωρήσεις υπαρξιακής υφής, οι οποίες θα την αναιρέσουν. Από τη στιγμή που θα επέλθει αυτή η πόλωση, κατόπιν μπορεί – ελλείψει θεσμικών αντιβάρων ή λόγω της έντασης του διακυβεύματος – να εξελιχθεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία και να αποκτήσει αυτές τις «ψυχικές» διαστάσεις. Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το σημείο στην πολιτική αντιπαράθεση του 1915;

Η διαθέσιμη βιβλιογραφία επισημαίνει ορθά ότι στον Εθνικό Διχασμό συγκρούστηκαν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που έπρεπε να προσαρμοστούν στην (ή να επηρεάσουν την) πορεία της ελληνικής πολιτικής μετά τις καταιγιστικές εξελίξεις που ακολούθησαν το κίνημα του 1909. Σχηματικά, επισημαίνεται η σύνταξη των δυναμικότερων αστικών δυνάμεων με τον βενιζελισμό, και των περισσότερο αμυντικά προσανατολισμένων παλαιών κοινωνικών δυνάμεων με τον αντιβενιζελισμό. Αυτή, όμως, είναι μια σύγκρουση που αναπτύχθηκε πρώτιστα μετά την έναρξη του Διχασμού, όταν τα δύο στρατόπεδα σχηματοποιούνταν. Δεν προκάλεσε την έναρξή του. Άλλωστε, ας μην λησμονείται ότι εντοπίζονται πρόσωπα που, ενώ ξεκίνησαν από μια θέση (π.χ. ως συνεργάτες του Ε. Βενιζέλου), εντάχθηκαν κατόπιν στο αντίπαλο στρατόπεδο – ή και το αντίθετο. Το 1915-1916 επήλθε μια αναμόρφωση των διαχωριστικών γραμμών και των πολιτικών / κοινωνικών συμμαχιών.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μεταφράζει τον Θουκυδίδη. Πίνακας του Χανιώτη ζωγράφου Δημήτρη Κοκότση (1894-1964). Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Στα χρόνια του Βενιζέλου», έκδοση, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» – Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Χανιά – Αθήνα, 2010. Επιλογή φωτογραφίας, Αργολική Βιβλιοθήκη.

Υπήρχε, ασφαλώς, το συνταγματικό ζήτημα: ποιος κυβερνά, ο βασιλιάς ή ο λαός; Και σε αυτό το επίπεδο, όμως, δύσκολα μπορεί να εντοπιστεί το μείζον αίτιο της σύγκρουσης. Επιπλέον, πολύ συχνά λησμονείται – ίσως και λόγω των συνεχιζόμενων επί μακρόν εντάσεων του Διχασμού και της προπαγανδιστικής χρήσης της ιστορίας που τις συνόδευε – ότι και η συνταγματική κρίση του 1915 ήταν περισσότερο περίπλοκη από όσο συχνά υπονοείται. Το πρόβλημα ξεκίνησε από το γεγονός ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ απέρριψε την εισήγηση του πρωθυπουργού Βενιζέλου για είσοδο της χώρας στον πόλεμο και συγκεκριμένα για τη συμμετοχή της στη συμμαχική επιχείρηση στην Καλλίπολη. Αλλά στις αρχές του 1915, όταν συνέβαιναν αυτά, δεν υπήρχε ακόμη Εθνικός Διχασμός. Ούτε και ο Βενιζέλος αμφισβήτησε, σε εκείνη τη φάση, το δικαίωμα του Κωνσταντίνου να έχει λόγο επί των ζητημάτων ειρήνης και πολέμου. Στις αρχές του 20ού αιώνα, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ο αρχηγός του κράτους απολάμβανε προνομίες στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Εδώ ανέκυπτε, πράγματι, ένα συνταγματικό πρόβλημα, το οποίο δεν είχε επιλυθεί μέσα από την έως τότε εξέλιξη των ελληνικών κοινοβουλευτικών θεσμών. Αλλά ο Βενιζέλος δεν έθεσε τότε ένα παρόμοιο ζήτημα αρμοδιοτήτων. Αντίθετα, η χώρα οδηγήθηκε στις εκλογές του Μαΐου 1915, στις οποίες επικράτησε εκ νέου το Κόμμα Φιλελευθέρων. Ωστόσο – και εδώ είναι που βρίσκεται η απαρχή του Εθνικού Διχασμού – ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα. Καθυστέρησε, λόγω της σοβαρής του ασθένειας, να διορίσει τον Βενιζέλο πρωθυπουργό, και κατόπιν, όταν ο τελευταίος εισηγήθηκε εκ νέου την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, τον οδήγησε ξανά σε παραίτηση και προκήρυξε νέες εκλογές από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν. Εδώ βρίσκεται η έναρξη του Διχασμού. [4] Οι δεύτερες εκλογές του 1915 υπήρξαν η μείζων παραβίαση του πολιτεύματος από τον βασιλιά: επειδή με τον τρόπο αυτόν αρνείτο να αποδεχθεί το αποτέλεσμα των πρώτων. Η αποχή των βενιζελικών από τις εκλογές παρέπεμπε σε θεμελιώδη πολιτική ανωμαλία και δεν προδίκαζε ομαλές πολιτικές εξελίξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι τούτο είναι εγγεγραμμένο στη θεσμική μνήμη και του σημερινού πολιτεύματος της χώρας. Το Σύνταγμα του 1975 απαγορεύει την πρόωρη διάλυση της Βουλής για τον ίδιο λόγο μέσα σε ένα έτος. Ο συντάκτης του Συντάγματος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, παλαιός βενιζελικός, σημείωσε ρητά ότι τούτο οφειλόταν στην ανάγκη να αποφευχθεί μια επανάληψη των γεγονότων που επέφεραν τον Εθνικό Διχασμό. [5]

Αναμφίβολα, η αρχή salus populi suprema lex, την οποία και οι δύο παρατάξεις επικαλέστηκαν για να νομιμοποιήσουν αντιθεσμικές τους παρεμβάσεις το 1915-17, μπορεί να οδηγήσει σε εκτροπές και μεγάλης έκτασης αντιπαραθέσεις. Στην πράξη – τονίζουν οι συνταγματολόγοι η επίκληση αυτής της αρχής, έστω και εάν ξεκινήσει καλόπιστα, εύκολα καταλήγει σε προσχηματική χρήση της και σε παραβιάσεις του θεσμικού πλαισίου. [6] Ωστόσο, η συνταγματική κρίση, αν και καθαυτή μείζονος σημασίας, δεν ήταν – και δεν μπορούσε να είναι – το αίτιο του Διχασμού. Η συνταγματική κρίση προϋπέθετε μια διαφωνία σχετική με το μείζον αγαθό του salus populi. Αυτή η διαφωνία προκάλεσε τον Διχασμό. Δεν ήταν, πράγματι, το μόνο του συστατικό στοιχείο∙ όριζε, όμως, το σημείο από το οποίο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να υποχωρήσει χωρίς να αυτοαναιρεθεί. Αυτή η διαφωνία ανέκυψε το 1915, και αφορούσε όχι απλώς τη «Μεγάλη Ιδέα» (διατύπωση μάλλον γενικόλογη, που παραπέμπει, συνήθως, σε μελλοντικά «κέρδη» της χώρας), αλλά την ίδια την επιβίωση του έθνους.

 

Οι υπαγορεύσεις της γεωγραφίας, η ένταση του διλήμματος και το μέλλον του ελληνισμού

 

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ολοκλήρωσε και κορύφωσε μια ευρύτερη ιστορική διαδικασία που εξελισσόταν ήδη από δεκαετίες και έμελλε να αλλάξει την μορφή αυτού που τότε αποκαλείτο «Εγγύς Ανατολή». Για την περιοχή στην οποία υπήρξε ιστορικά ενεργός ο ελληνισμός, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε την οριστική μετάβαση από το πρότυπο διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας (το οποίο είχε διατηρηθεί εκεί για πάνω από 2.500 χρόνια) σε ένα ριζικά νέο μοντέλο διακυβέρνησης, αυτό του έθνους – κράτους. Τούτο δημιουργούσε, για μεγάλες ελληνικές κοινότητες, κινδύνους υπαρξιακούς ή ακόμη και την προοπτική της εκδίωξής τους από τους χώρους καταγωγής τους.

Ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα, οι ελληνικές κοινότητες έτειναν να αναπτυχθούν σε μια πολύ ιδιαίτερη γεωγραφική μορφή: κατά κανόνα, συγκεντρώνονταν στις παράκτιες περιοχές, ενώ ήταν πολιτικά και στρατιωτικά διατηρήσιμες λόγω του οργανωμένου χαρακτήρα τους, που τους επέτρεπε να διατηρούν μια σαφή υπεροχή απέναντι στους ανοργάνωτους λαούς του εσωτερικού. Η ίδια τάση συνεχίστηκε υπό την αιγίδα των μεγάλων αυτοκρατοριών που διαδέχθηκαν η μια την άλλη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου (αν όχι και του Κύρου του Μεγάλου) – ελληνιστικές, ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική. Ο ελληνικός πολιτισμός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τα ευρύτερα πολυεθνικά πολιτικά σύνολα των αυτοκρατοριών, ώστε να εκμεταλλευθεί τη σημαντική πολιτισμική του ακτινοβολία (με σημερινούς όρους, μια μορφή «ήπιας ισχύος»), να παραμείνει διατηρήσιμος στις βασικές παράκτιες εστίες του, αλλά και να εξελληνίσει ακόμη μεγαλύτερες περιοχές του εσωτερικού, όπως π.χ. έγινε στη Μικρά Ασία, κυρίως κατά την ύστερη ρωμαϊκή αρχαιότητα, τον 1ο – 3ο αιώνα μ.Χ. Αυτά τα δεδομένα άρχισαν να αλλάζουν δραματικά στον 19ο αιώνα, οπότε επήλθε η άνοδος των άλλων βαλκανικών εθνικισμών. [7] Στο πλαίσιο αυτό, ο ελληνικός κόσμος, και ειδικά η ηγεσία του ελληνικού κράτους βρέθηκε σε μια πολύ δύσκολη θέση: η γεωγραφική περιοχή που ενδιέφερε ήταν αχανής (τουλάχιστον για τα μέσα που διέθετε το μικρό ελληνικό κράτος), οι πιθανοί αντίπαλοι πολλαπλοί, και σε περίπτωση απώλειας μιας περιοχής, αυτή δεν επανέκαμπτε σε μια αυτοκρατορική οντότητα, αλλά περιερχόταν σε ένα άλλο έθνος – κράτος, με τους Έλληνες στην θέση μιας προνομιούχου (και άρα συνήθως στοχοποιημένης) μειονότητας, της οποίας η επιβίωση δύσκολα θα εξασφαλιζόταν.

Με άλλα λόγια, η γεωγραφική δομή του ελληνικού κόσμου είχε εδρασθεί στην ικανότητα των παράκτιων κοινοτήτων του είτε να επιβιώνουν είτε ως ανεξάρτητες οντότητες έναντι ανοργάνωτων πληθυσμών του εσωτερικού, είτε (όταν είχαν απωλέσει την ανεξαρτησία τους) να χρησιμοποιούν το προστατευτικό πλαίσιο των (εξ ορισμού, πολυεθνικών) αυτοκρατοριών για τον ίδιο λόγο. Με τον τρόπο αυτό, από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ού αιώνα, ο ελληνισμός είχε επεκταθεί σε μια γιγαντιαία έκταση – σχηματικά, από την Αδριατική έως τον Καύκασο, και από τον Εύξεινο Πόντο έως την Αλεξάνδρεια – χωρίς να διαθέτει τα στοιχεία που θα αποκτούσαν σημασία αποφασιστική στην εποχή του έθνους – κράτους: ενδοχώρα, γεωγραφική συνέχεια και έναν βασικό γεωγραφικό σκελετό. Όταν όμως οι πληθυσμοί του εσωτερικού αποκτούσαν την στιβαρή πολιτική οργάνωση του έθνους-κράτους (και μάλιστα νέων εθνών-κρατών, αποφασισμένων να προωθήσουν την εθνικοποίηση της οικονομίας τους), οι κοινότητες αυτές βρίσκονταν απολύτως αποκομμένες από το μακρινό «εθνικό κέντρο», και – καθώς ήταν προϊόντα πολιτισμικής και οικονομικής ισχύος, δηλαδή «ήπιας» – αποδεικνύονταν αδύναμες να αντιμετωπίσουν την «σκληρή ισχύ» των εθνών – κρατών στα οποία εντάσσονταν ή με τα οποία γειτνίαζαν. Η περιοχή των ελληνικών ενδιαφερόντων ήταν ασυνεχής και τεράστια∙ και το μέσο για την επίτευξη των στόχων – το ελληνικό κράτος – δεν διέθετε επαρκή ισχύ και μέγεθος για την εκπλήρωσή τους.

Κατά τρόπο ειρωνικό, η επιτυχία της χώρας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους αφενός επέλυσε – ανέλπιστα ευνοϊκά – το πρόβλημα των άμεσων προτεραιοτήτων στην Κρήτη και τη Μακεδονία. Παρέμεναν όμως ανοικτά τα μέτωπα στη Βόρεια Ήπειρο, Θράκη, Ανατολικό Αιγαίο, Ιωνία, Πόντο, Κύπρο, μαζί με τον κίνδυνο μιας νέας βουλγαρικής προσπάθειας στην κατεύθυνση της ελληνικής Μακεδονίας. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιζητούσε μια νέα σύγκρουση για την επανάκτηση των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ ταυτόχρονα ξεκινούσε τον «πρώτο διωγμό» των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Σε περίπτωση, όμως, ήττας σε μια τέτοια ελληνοτουρκική «μονομαχία», ήταν πιθανό να ενεργοποιηθεί και η βουλγαρική επεκτατικότητα στον χώρο της ελληνικής Μακεδονίας. Με απλούστερα λόγια: οι επιτυχίες των Βαλκανικών Πολέμων δεν είχαν οριστικά λύσει τα προβλήματα και δεν είχαν «ολοκληρώσει» τη Μεγάλη Ιδέα∙ το ενδεχόμενο μιας νέας περιφερειακής σύγκρουσης μπορούσε να διακυβεύσει και αυτές ακόμη τις πολύτιμες επιτυχίες της χώρας στους Βαλκανικούς Πολέμους. [8]

Όταν, επομένως, ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε, σχεδόν αυτομάτως, το σύνολο αυτών των υπαρξιακών προβλημάτων, και μάλιστα σε ένα ριζικά νέο και πιεστικό πλαίσιο. Ήταν εξαρχής εμφανές – και επιβεβαιώθηκε τον Νοέμβριο του 1914 – ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα τασσόταν με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η Βουλγαρία αμφιταλαντευόταν, ενώ η Σερβία – χώρα με την οποία η Ελλάδα συνδεόταν με Συνθήκη Συμμαχίας – είχε πρώτη δεχθεί την επίθεση της Αυστροουγγαρίας. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν έθετε απλώς ζήτημα «ευκαιριών» ή «επιλογών». Έθετε ένα πρόβλημα υπαρξιακής υφής που κορυφωνόταν ήδη από δεκαετίες. Η ίδια η γεωγραφική διάρθρωση του ελληνισμού απαιτούσε τη λήψη αποφάσεων. Και ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις θα ήταν αναπόφευκτα επώδυνες: ήταν πολύ πιθανόν να μην αποδειχθεί δυνατή η ικανοποίηση του συνόλου των ελληνικών διεκδικήσεων∙ και οι περιοχές που θα χάνονταν – ειδικά εάν διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία – θα χάνονταν, πιθανότατα, για πάντα, αν μη τι άλλο λόγω της ένδειας των μέσων που διέθετε το ελληνικό κράτος και της ιδιότυπης γεωγραφικής διασποράς των ελληνικών κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, ανέκυπτε η ανάγκη για επώδυνες επιλογές. Και τούτο γινόταν μεν αντιληπτό από τον Βενιζέλο, δημιουργούσε όμως πανικό στους μαξιμαλιστές αντιβενιζελικούς. Εδώ θα ανέκυπτε η διαφωνία που αφορούσε την ίδια την επιβίωση του έθνους.

Ο Βενιζέλος υποστήριξε εξ αρχής την ανάγκη να «εκμαιευθούν» προτάσεις της Entente για συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Η διεθνής πολιτική του διακρίθηκε πάντοτε για ένα βασικό της χαρακτηριστικό: ο Βενιζέλος απέφευγε συστηματικά συγκρούσεις στις οποίες η Ελλάδα θα καλείτο να αναμετρηθεί μόνη της με χώρες ισχυρότερες. Αυτό έκανε και πριν τον Αύγουστο του 1914, όταν προσπάθησε με κάθε τρόπο (ακόμη και προτείνοντας εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών) να αποφύγει μια αναμέτρηση με την Πύλη. [9] Μόλις όμως ξέσπασε ο πόλεμος, και ανέκυψε η ευκαιρία να βρεθεί η Ελλάδα ως τμήμα ενός μεγάλου διεθνούς συνασπισμού, αντιμέτωπη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία με άλλους όρους, υποστήριξε την είσοδο στον πόλεμο, με βασικό πλέον στόχο την απόκτηση περιοχών της Μικράς Ασίας, και θεωρώντας – ορθώς – ότι μόνον η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική επικράτεια μπορούσε να διασφαλίσει την επιβίωση των εκεί ελληνικών πληθυσμών. Στη βάση της πολιτικής του Βενιζέλου υπήρχε, επιπλέον, ο υπολογισμός ότι οι υλικές δυνάμεις της Entente θα επέφεραν και την επικράτησή της στον πόλεμο. Ωστόσο, αποδεχόταν, μοιραία, την απώλεια – απώλεια, κατά πάσα βεβαιότητα, οριστική – περιοχών που δεν θα περιέρχονταν και κατά τη φάση αυτή στο ελληνικό κράτος. Για να δοθεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα, αποδεχόταν την απώλεια της Κωνσταντινούπολης, που θα περνούσε, όπως όλοι αντιλαμβάνονταν, υπό τον ρωσικό έλεγχο. Τόνιζε όμως ότι ήταν αδύνατον για την Ελλάδα να μείνει εκτός της σύγκρουσης: ακόμη και εάν δεν καλείτο να υποστεί εδαφικές απώλειες κατά τον πόλεμο, θα της ήταν αδύνατον να επιβιώσει σε περίπτωση που μια ισχυροποιημένη Βουλγαρία κυριαρχούσε στη μεταπολεμική Βαλκανική. [10]

Ο Κωνσταντίνος είχε άλλες αφετηρίες, που τον οδηγούσαν σε ριζικά διαφορετικά συμπεράσματα. Δεν πίστευε ότι ο γερμανικός στρατός μπορούσε να ηττηθεί στο πεδίο της μάχης. Και από τη στιγμή που θεωρούσε βέβαιη την νίκη των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, πίστευε αντίστοιχα ότι σύνταξη με την Entente θα οδηγούσε μοιραία σε εθνική καταστροφή: όχι μόνον η Ελλάδα δεν θα έπαιρνε περιοχές της Μικράς Ασίας, αλλά θα έχανε και τα εδαφικά της κέρδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους στο Αιγαίο (από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) και στη Μακεδονία (από τη Βουλγαρία). Σε κάθε περίπτωση όμως, και πέραν των στρατιωτικών επιχειρημάτων εναντίον της συμμετοχής της χώρας στην επιχείρηση της Καλλίπολης, ο Κωνσταντίνος έβρισκε αδύνατον να αποδεχθεί την πιθανότητα μιας συμμαχικής επιτυχίας εκεί, που θα έφερνε οριστικά τους Ρώσους στην Πόλη. Για έναν βασιλιά που ανακηρύχθηκε ως τέτοιος από τον στρατό «του» με το όνομα «Κωνσταντίνος ΙΒ΄» ένα τέτοιο βήμα ήταν αδύνατο. Με άλλα λόγια, οι αντιβενιζελικοί δεν αμφισβητούσαν την ανάγκη απόκτησης της Ιωνίας από την Ελλάδα. Ωστόσο, προβλέποντας μια γερμανική νίκη, θεωρούσαν ότι η συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Entente όχι μόνον δεν θα απέφερε στην Ελλάδα την Ιωνία, αλλά θα της στερούσε και τις πρόσφατα αποκτημένες περιοχές της Μακεδονίας. Για τούτο, άλλωστε, προχώρησαν και στην απόρριψη της βρετανικής προσφοράς της Κύπρου το 1915: [11] τούτο δεν καταδεικνύει κάποια «αδιαφορία» τους για την Κύπρο, αλλά τη βασική τους πρόβλεψη ότι, αφού η Entente στο τέλος θα ηττάτο, η Ελλάδα και την Κύπρο δεν θα διατηρούσε, αλλά και δικές της περιοχές θα έχανε. Ταυτόχρονα φοβικοί και μαξιμαλιστές, και τελικά βασισμένοι σε λανθασμένες προβλέψεις σχετικά με το ποιος θα επικρατούσε στον πόλεμο, οι αντιβενιζελικοί προτιμούσαν να μη δράσουν, και ίσως να χάσουν τα πάντα…

Ας κάνουμε, όμως, ένα βήμα πίσω για να αποτιμήσουμε ένα ακόμη στοιχείο που αφορά τη μεθοδολογία λήψης αποφάσεων του Βενιζέλου. Όλα τούτα προϋπέθεταν ότι, ασκώντας την ηγεσία, ο Κρητικός πολιτικός βρισκόταν διαρκώς, από το 1912 έως το 1920, ενώπιον της ανάγκης να αποφασίζει πού θα έριχνε το βάρος της προσπάθειάς του. Αναγκαζόταν, δηλαδή, να κάμει σκληρές και συχνά ανάλγητες επιλογές, μια λέξη-κλειδί στην άσκηση της ηγεσίας. Η Ελλάδα δεν διέθετε τις δυνατότητες να πετύχει όλους τους στόχους της ταυτοχρόνως: εάν το επιχειρούσε, θα βρισκόταν πιθανότατα στη θέση της Βουλγαρίας του 1912-13, χώρας στρατιωτικά πιο ισχυρής, αλλά που επιχειρώντας να πάρει και τα δύο έπαθλα των Βαλκανικών Πολέμων – τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη – έχασε και τα δύο… Μόνον εάν η Ελλάδα συγκέντρωνε την περιορισμένη της ισχύ σε ορισμένα μόνον πεδία ενδιαφέροντος (δηλαδή σε αυτά που επέλεγε ως πιο σημαντικά ή επιτεύξιμα) μπορούσε να ελπίζει σε επιτυχία. Για να τεθεί το θέμα απλά, τούτο σήμαινε ότι στα χρόνια εκείνα, ο Βενιζέλος συχνά βρέθηκε στην ανάγκη να «θυσιάσει» ορισμένα πεδία του ελληνικού ενδιαφέροντος∙ χωρίς τη θυσία αυτή, όμως, θα είχε χάσει τα άλλα, πιθανόν και τα πάντα.

 

Συμπεράσματα

 

Το μέγεθος του διακυβεύματος ήταν τεράστιο και πιθανότατα δεν ήταν γεφυρώσιμο – πάντως δεν ήταν εύκολα γεφυρώσιμο. Οι εκτιμήσεις των δύο πλευρών για την εξέλιξη του πολέμου τούς οδηγούσαν σε ριζικά διαφορετικά συμπεράσματα, τη στιγμή που από τις αποφάσεις τους έμελε να εξαρτηθεί η μοίρα συνολικά του ελληνισμού, αν όχι αυτή η επιβίωση του έθνους. Κινδύνευαν και ελληνικές κοινότητες που είχαν μείνει εκτός των ορίων του κράτους, αλλά και τα ίδια τα εδάφη του. Είναι φανερό ότι, στο πλαίσιο αυτό, εάν κάποιος αποδεχόταν την στρατηγική του Βενιζέλου, θα θεωρούσε «προδότη» όποιον αποδεχόταν την λογική της άλλης πλευράς – και το αντίθετο. Η διαφωνία είχε φτάσει στην κατάσταση ενός παιγνίου μηδενικού αθροίσματος, κάτι που ποτέ δεν πρέπει να συμβεί στην λειτουργία μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθώς την αποσαθρώνει. Το συνταγματικό ζήτημα του 1915 αντανακλούσε την ένταση αυτών των υπαρξιακών διλημμάτων. Το κεντρικό πρόβλημα – η επιβίωση μεγάλων τμημάτων του ελληνισμού – ανέκυπτε με έναν τρόπο παροξυσμικά πιεστικό, λόγω διεθνών εξελίξεων ασύλληπτα μεγάλης έκτασης, τις οποίες η Ελλάδα δεν μπορούσε να επηρεάσει – αν και καλείτο να προσαρμοστεί σε αυτές.

Ίσως το ελληνικό πολίτευμα και το πολιτικό σύστημα, εάν οι εξελίξεις ήταν ομαλές, να μπορούσε να επιλύσει το συνταγματικό ζήτημα της αρμοδιότητας βασιλιά και κυβέρνησης σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αλλά για να είναι οι εξελίξεις ομαλές, έπρεπε να υπάρχει χρόνος, κάτι που δεν συνέβαινε το 1915. Την ώρα εκείνη, τα διλήμματα ήταν υπαρξιακής υφής, και οι δρώντες είχαν επίγνωση ότι έπρεπε να δράσουν γρήγορα. Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή salus populi suprema lex, εδρασμένη ακριβώς στην πεποίθηση ότι συνέτρεχαν έκτακτες καταστάσεις, ήταν λογικό να επικρατήσει στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων – παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι οι δρώντες αγνοούσαν τις δυνητικά καταστροφικές της επιπτώσεις. Πίστευαν όμως ειλικρινά ότι ετίθετο ζήτημα salus populi. Αυτό ήταν ένας επιπλέον λόγος για την αδυναμία τους να αποφύγουν τη ρήξη με τέτοιους διχαστικούς όρους. Στην πορεία, φυσικά, μετά το ξέσπασμα της διαφωνίας, τα πράγματα έγιναν χειρότερα, με την προπαγανδιστική χρήση επιλεγμένων διαρροών, την κατάληψη του Ρούπελ και κατόπιν της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, το κίνημα της Εθνικής Αμύνης και τη διάσπαση του κράτους, την αγγλογαλλική επέμβαση στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1916, το ανάθεμα εναντίον του Βενιζέλου, τη νέα ξένη επέμβαση και την επανένωση της χώρας κλπ. Όπως συνήθως συμβαίνει σε διχαστικές καταστάσεις, η εμφάνιση μιας τέτοιας ρήξης έμελλε να έχει μακροπρόσθεσμα αποτελέσματα. Η υπέρβασή της θα απαιτούσε πολύ χρόνο και τεράστια προσπάθεια όχι μόνον από τους δρώντες του 1915, αλλά και από τις επόμενες γενιές.

 

Υποσημειώσεις


[1] Βλέπε μεταξύ άλλων, Αλιβιζάτος, Ν. (1983), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας. Αθήνα: Θεμέλιο∙ Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (2015), 1915. Ο Εθνικός Διχασμός. Αθήνα: Πατάκης∙ Βλαχόπουλος, Σ. (2012), Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στο μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935. Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης. Αθήνα: Ευρασία.

[2] Hering, G. (2004), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τόμος Β΄, (μετάφρ. Θ. Παρασκευόπουλος). Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 853-902· Διαμαντόπουλος, Θ. (1997), Η ελληνική πολιτική ζωή: Εικοστός αιώνας. Από την προβενιζελική στη μεταπαπανδρεϊκή εποχή, Αθήνα: Παπαζήσης· Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (χ.η), Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909-1940. Αθήνα – Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας, σ. 39-77· του ιδίου, (1996), Εθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση. 1. Οι επίστρατοι του 1916. Αθήνα: Αλεξάνδρεια· του ιδίου Mavrogordatos, G. (1983), Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936. Berkeley: University of California Press· Ρήγος, Α. (1988), Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία, 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής ζωής. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 294-331· Μουρέλος, Γ. (2007), Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων. Αθήνα: Πατάκης, σ. 17-19.

[3] Για τη στάση ιδιαίτερα του Βενιζέλου βλέπε μεταξύ άλλων, Χατζηβασιλείου, Ε., «Ο φιλελευθερισμός του Βενιζέλου. Στοχοθεσία και πολιτική πράξη, 1910-1936», στο Παπαδάκης, Ν. (επιμ.), (2014), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του. Ιδεολογικές αφετηρίες και επιρροές. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, και Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», σ. 143-169.

[4] Για την ένταση εκείνων των ημερών, πέραν της βιβλιογραφίας που παρατέθηκε παραπάνω, βλέπε επίσης, Μαυρογορδάτος, Γ. Θ. (επιμ.), (2015), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ύστατη κοινοβουλευτική μάχη του 1915. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

[5] Χατζηβασιλείου, Ε. (2010), Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979. Αθήνα: Πατάκης, σ. 508.

[6] Βλέπε μεταξύ άλλων, Βλαχόπουλος, Σ. (2012), Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β’ ελληνικής δημοκρατίας το 1935. Αθήνα: Ευρασία.

[7] Για την άνοδο των βαλκανικών εθνικισμών και τα διλήμματα της ελληνικής πολιτικής, βλέπε, Dakin, D. (1982), Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923 (μετάφρ. Α. Ξανθόπουλος). Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 188-215∙ Λάσκαρις, Μ. Θ. (1978), Το Ανατολικόν ζήτημα, 1800-1923, τόμος Α΄ (1800-1878). Θεσσαλονίκη: Πουρνάρας, σ. 228-301∙ Κωφός, Ε. (2001), Η Ελλάδα και το Ανατολικό ζήτημα, 1875-1881. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών∙ Σφέτας, Σ. (2008), Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις, 1880-1908. Ανάμεσα στη ρητορική της διμερούς συνεργασίας και στην πρακτική των εθνικών ανταγωνισμών. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

[8] Σβολόπουλος, Κ. (1992), Η ελληνική εξωτερική πολιτική. τόμος Α΄. Αθήνα: Εστία, σ. 94-103.

[9] Mourelos, Y. G. (1985), «The 1914 Persecutions and the First Attempt at an Exchange of Minorities between Greece and Turkey». Balkan Studies, 26., σ. 389-413.

[10] Βλέπε ιδιαίτερα, Μαυρογορδάτος (επιμ.), Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ύστατη κοινοβουλευτική μάχη.

[11] Πικρός, Γ. Π. (1980 ), Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό. Αθήνα: Φιλιππότης.

 

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Καθηγητής, ΕΚΠΑ

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη: