Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής – Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard


 

Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας Πανεπιστήμιο Harvard απευθύνει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το Εργαστήριο Θεατρικής Γραφής που διοργανώνει, αποσκοπώντας στην ανάπτυξη της ελληνικής δραματουργίας και την ανάδειξη και υποστήριξη νέων θεατρικών συγγραφέων. Το Εργαστήριο, με τίτλο «Ιστορικό αντικείμενο», απευθύνεται σε νέους συγγραφείς που δοκιμάζονται ή προτίθενται να δοκιμαστούν στη θεατρική γραφή και επιθυμούν να αποκτήσουν ή να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να βελτιώσουν την τεχνική τους. Οι συμμετέχοντες/ουσες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον θεατρικό συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη, εμβαθύνοντας στην τέχνη της θεατρικής γραφής. To Εργαστήριο προσφέρεται χωρίς καμία χρηματική επιβάρυνση.

 

Προαπαιτούμενα

 

Το θέμα του Εργαστηρίου είναι εξειδικευμένο και αφορά τη θεατρική πραγμάτευση της επετείου των 200 ετών από την επανάσταση του 1821. Ποια αντικείμενα συνδέονται με την έννοια της ιστορίας και της εξέγερσης; Μέσα από αυτά τα αντικείμενα, τί ερωτήσεις προκύπτουν για την Ελλάδα 200 χρόνια πριν και για την Ελλάδα σήμερα; Κατά τη διάρκεια του Εργαστηρίου οι συμμετέχοντες/ουσες θα διερευνήσουν, μέσα από την προσωπική οπτική τους, σκέψεις, προβληματισμούς, προσδοκίες και προσωπικές εμπειρίες μικρών εξεγέρσεων, κοιτάζοντας ταυτόχρονα με τη ματιά του θεάτρου τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας.

Οι ενδιαφερόμενες/οι καλούνται να δεσμευθούν να παρακολουθήσουν όλες τις συναντήσεις του Εργαστηρίου και να είναι συνεπείς στις ώρες διεξαγωγής του.

 

Στόχοι Εργαστηρίου

 

Οι συμμετέχοντες/ουσες στο Εργαστήριο αναμένεται:

  • Να έρθουν σε επαφή με τις σύγχρονες τάσεις της θεατρικής γραφής.
  • Να εμβαθύνουν τη σχέση τους με την ελληνική ιστορία και να πετύχουν μια κριτική ματιά πάνω στην ιστορία.
  • Να έχουν εποικοδομητική ανατροφοδότηση από τα άλλα μέλη του Εργαστηρίου και τον συντονιστή για την προσπάθειά τους στη γραφή.
  • Να δημιουργήσουν, με την καθοδήγηση του συντονιστή και τη συζήτηση με την ομάδα των ομοτέχνων τους, θεατρικό υλικό πάνω στο θέμα του Εργαστηρίου.

Προσδοκία του συντονιστή είναι, με αφορμή το Εργαστήριο, να δημιουργηθεί θεατρικό υλικό με αφετηρία το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο δύναται να παρουσιαστεί σε μορφή συγγραφικής performance. Σε περίπτωση που τα συγγραφικά αποτελέσματα του εργαστηρίου κριθούν ικανοποιητικά, το θεατρικό υλικό θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard.

 

Τρόπος υποβολής αιτήσεων συμμετοχής

 

Οι ενδιαφερόμενες/-οι καλούνται να υποβάλουν ηλεκτρονικά ένα δείγμα θεατρικής γραφής το οποίο δεν θα ξεπερνά τις 1000 λέξεις, και θα εμπίπτει στην πραγμάτευση του παραπάνω θέματος. Το δείγμα θεατρικής γραφής θα συνοδεύεται από ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα (με στοιχεία επικοινωνίας) των ενδιαφερομένων έως και τις 16 Σεπτεμβρίου με θέμα: «Συμμετοχή στη σειρά συναντήσεων του Εργαστηρίου Θεατρικής Γραφής – «Αντικείμενα ιστορίας».

Τόπος διεξαγωγής: Το Εργαστήριο θα διεξαχθεί στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ) Ελλάδος στο Ναύπλιο.

Συναντήσεις: Το Εργαστήριο θα είναι εντατικό. Οι συναντήσεις θα γίνουν σε τέσσερις συνολικά ημέρες, δηλαδή δύο Σαββατοκύριακα το φθινόπωρο και τον χειμώνα: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018.

Επιλογή συμμετεχόντων: Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα είναι αυστηρά έως δεκαέξι (16), προκειμένου να γίνει ουσιαστική δουλειά πάνω στα κείμενα του κάθε συγγραφέα. Η επιλογή των συμμετεχόντων θα γίνει από τον συντονιστή του Εργαστηρίου, τον συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη.

Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν την 1η Οκτωβρίου 2018. Οι επιτυχόντες θα ειδοποιηθούν από το ΚΕΣ με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνικά.

Βασική ενδεικτική βιβλιογραφία/θεατρογραφία για τους συμμετέχοντες/ουσες: Επαναστατικά αντικείμενα της Ομάδας Scene+, Α. Φλουράκη Θέλω Μια Χώρα, Ρ. Γαλανάκη Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Ά. Φακίνου Το κάστρο της μνήμης, Ι. Ζουργού Η αηδονόπιτα, Μπάυρον Ο Γκιαούρ και οι Επιστολές από την Ελλάδα: 1809-1811 και 1823-1824, Δ. Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Α. Κάλβου Ωδαί, Τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και το συλλογικό Όψεις της επανάστασης του 1821 της Εταιρίας Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Μετά το πέρας του εργαστηρίου, το ΚΕΣ θα χορηγήσει βεβαίωση συμμετοχής.

Συντονιστής: Ανδρέας Φλουράκης
Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: 16 Σεπτεμβρίου 2018
Ημερομηνίες συναντήσεων: 13 – 14 Οκτωβρίου και 22 – 23 Δεκεμβρίου 2018

Για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη Ματίνα Γκόγκα, Συντονίστρια Επικοινωνίας & Ανάπτυξη Προγραμμάτων του Κέντρου, μέσω τηλεφώνου (27520 47040 ή/και 27520 47030, Ναύπλιο) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο matina.goga(at)chs.harvard.edu.

 

Ανδρέας Φλουράκης

 

Ανδρέας Φλουράκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και θέατρο στην Αγγλία (MA Writing for the Theatre and Broadcast Media). Στο θέατρο εμφανίζεται για πρώτη φορά το 2001 με το συλλογικό έργο Πίστη (Θέατρο του Νότου). Το 2003 διακρίνεται στον διαγωνισμό μονόπρακτων του Θεάτρου Τέχνης, το 2004 του απονέμεται η υποτροφία Fulbright, το 2006 το έργο του Αντιλόπες επιλέγεται ως ένα από τα δεκαέξι καλύτερα θεατρικά της Ευρώπης στο πρόγραμμα JANUS, το 2008 βραβεύεται στο διαγωνισμό μονόπρακτων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρόδου, καθώς και στον διεθνή Διαγωνισμό Μονοδράματος 2006-2008 των UNESCO-Ι.Τ.Ι. ενώ το 2014 το έργο του Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα επιλέγεται στην τριάδα έργων του Eurodram.

Θεατρικά του έργα που έχουν παρουσιαστεί: Οι Μέρες Πριν Έρθεις (Θέατρο του Νότου), Φύλλα Της (Θέατρο της Άνοιξης στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και Θέατρο Επί Κολωνώ), Κάσσυ (ΧΙΙΙ Διεθνή Συνάντηση Αρχαίου Δράματος Δελφών), Κέλυφος (104 Κέντρο λόγου και τέχνης), Μπελ Επόκ (Θέατρο Επί Κολωνώ), Λάσσυ (Επί Κολωνώ/Μπιπ), Ασκήσεις Για Γερά Γόνατα (Θέατρο Τέχνης) Mήδειας Πατούσες (Βαφείο), Μήδειας Μπούρκα (Επί Κολωνώ / Διεθνές φεστιβάλ Πάφου σε σκηνοθεσία του ίδιου), Κόκκαλα (Θέατρο Τέχνης), Διώρυγα (Μουσείο Φωταερίου), Μπλε Μαρέν (Αγγέλων Βήμα), Όχι Και Τόσο Άγριο (Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών), Θέλω Μια Χώρα (Φεστιβάλ Αθηνών / Θέατρο Τέχνης), Τυφλή Εμπιστοσύνη (Επί Κολωνώ), Τα Πράγματα Που Παίρνεις Μαζί (Royal Court Theatre), Το Ασυνόδευτο (Θέατρο Skrow), Ταπ Άουτ (Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας Β’ σκηνή σε σκηνοθεσία τους ίδιου) κ.α. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Τουρκικά, Ρουμάνικα, Πολωνικά, Αλβανικά, και Φινλανδικά και έχουν παρασταθεί – αναγνωσθεί στα Royal Court Theatre, Gate Theatre, West Yorkshire Playhouse και Tristan Bates στη Μ. Βρετανία, στο φεστιβάλ Oyun Yaz στην Κωνσταντινούπολη, στο Φεστιβάλ του Ελσίνκι, στα Comparative Drama Conference, φεστιβάλ HotINK, φεστιβάλ GI60, Lincoln Centre Theatre στις Η.Π.Α., στο Εθνικό Θέατρο της Αλβανίας, στο Εθνικό Θέατρο της Μαδρίτης, κ.α. 

 

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ιερά Μονή Ταλαντίου (Αραχναίο Αργολίδας)


 

Το Αραχναίο είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά της Αργολίδας – όπως μετονομάστηκε το Χέλι. Βρίσκεται αποκομμένο από όλο τον άλλο νομό. Ριζωμένο ανάμεσα στην οροσειρά της Τραπεζώνας (1137 μ.) προς Β, και του όρους Αραχναίου (1199 μ.) προς Ν, και σε απόσταση 30 χλμ. από το Ναύπλιο, δεν έχει επικοινωνία ούτε οπτική με άλλο χωριό. Ο ασφαλτωμένος δρόμος έχει δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του άλλοτε, με τη ζωή του κέντρου και το σήμερα.

Πριν ακόμη μας αποκαλύψουν το χωριό οι στροφές που κατηφορίζουν, διακρίνεται το πρώτο μήνυμα του Αραχναίου: η Νέα Μονή Ταλαντίου. Διαγράφεται καθαρά στην ξερή γύμνια του τοπίου, δυτικά του χωριού και σ’ απόσταση μιας ώρας με τα πόδια. Ένα μονοπάτι ξεκινάει ψηλά από το εικονοστάσι, πριν από το Αραχναίο. Κι’ ένα άλλο, μέσα από το χωριό. Φέρνουν και τα δυο στη Νέα Μονή Ταλαντίου.

Το χωριό, ξανοιγμένο οριζόντια πάνω στην πλαγιά Μπρίνια, έχει στα νοτιοανατολικά του πρόπυλο την Παλιά Μονή Ταλαντίου – ερειπωμένη πια – σε μια απόσταση 100 μ. από τα πρώτα του σπίτια. Λιγνά κοκκινοχώματα και γκρίζες ξερολιθιές περιβάλλουν τη Μονή και το Αραχναίο. Βουνίσιο, βασανισμένο χωριό – οι Γερμανοί του είχαν κάψει στην Κατοχή τα σπίτια. Κτηνοτροφικό, με 1200 ανθρώπους περίπου, είναι διπλοκατοικία άλλων χωριών: της Δήμαινας, της Μιδέας, του Λιγουριού. Καλοχτισμένα πλατύστομα πηγάδια παντού, δείχνουν ακόμη και μέσα στο χωριό τις περίσσιες ανάγκες του για νερό. Με φημισμένους σε παλιά χρόνια τσελιγκάδες και ηρωικούς ληστές όπως οι Δρουγκαΐοι και ο Λύγκος ο Χελιώτης – ληστής προστάτης των φτωχών – κυριάρχησε το χωριό στα άγρια μονοπάτια του όρους Αραχναίου, που ήταν ως την Ενετοκρατία δασωμένο. Από τους αμέρευτους εκείνους καιρούς, έμεινε ηχώ το τραγούδι τούτο:

Θε μου και τί να γίνηκαν οι δόλιοι οι Ντρουγκαΐοι

Ούτε σε γάμο φάνηκαν ούτε σε πανηγύρι,

Ούτε στο δόλιο Πηλιαρό πούχαν τον Ποτισώνα…[1]

 

Παλιά Μονή Ταλαντίου [2]

 

Νοτιοανατολικά του χωριού και αριστερά του δρόμου που οδηγεί προς το Πηλιαρό απέναντι από το ρέμα και σε απόσταση από αυτό λίγες δεκάδες μέτρα, υπάρχει ένας αρχαίος διπλός Βυζαντινός Ναός που οι Χελιώτες το ονομάζουν «Μετόχι» και αποτελείται από δύο χωριστούς Ναούς που εφάπτονται μεταξύ τους και είναι διαφορετικού μεγέθους.

Το Μετόχι κατά την παράδοση ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου η οποία εγκαταλείφθηκε από τους Μοναχούς λίγο μετά το 1761 μ.Χ. Η εγκατάλειψη έγινε επειδή μεταξύ των Καλόγηρων της Μονής και των κατοίκων του Χελιού υπήρχαν προστριβές, γύρω από τις μακροχρόνιες διεκδικήσεις διαφόρων κτημάτων κοντά στη Μονή και έτσι αναγκάστηκαν οι Καλόγεροι να αναζητήσουν άλλο μέρος και να κτίσουν τη Νέα Μονή Ταλαντίου. Το Μοναστήρι αυτό όπως και εκείνο που κτίσθηκε αργότερα είναι αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Από το μοναστήρι σώζεται το καθολικό και ένα μικρότερο παρεκκλήσι προσκολλημένο στα νοτιοανατολικά του. Τα δύο κτίσματα επικοινωνούν εσωτερικά με μικρό άνοιγμα. Το καθολικό θα ήταν αφιερωμένο στους Ταξιάρχες, την Παναγία και τον άγιο Βλάσιο, ενώ το παρεκκλήσι στην αγία Μαρίνα. Το καθολικό θα πρέπει να ανεγέρθηκε, βάσει των μορφολογικών του στοιχείων, στον 14ο-15ο αι., ενώ το παρεκκλήσι ίσως ιδρύθηκε λίγο αργότερα. Φωτογραφία και λεζάντα από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Η αρχαία εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται σήμερα ασφαλισμένη και ήσυχη, στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό. όπου οι Χελιώτες την λατρεύουν κυριολεκτικά και είναι διατεθειμένοι και πόλεμο ακόμα να κάνουν για να την κρατήσουν στο χωριό. Έχουν γίνει στο παρελθόν πολλές απόπειρες για να μεταφερθεί σε άλλα Μοναστήρια της περιοχής, στη Μονή Καρακαλά και στη Μονή των Ταξιαρχών μα πάντοτε συνάντησε την αντίδραση των Χελιωτών οι οποίοι τελικά την κράτησαν στο χωριό.

Επίσης απόπειρες πολλές έχουν γίνει για την κλοπή αυτής από διαφόρους αρχαιοκάπηλους, μα πάντοτε έχουν οδηγηθεί σε αποτυχία και σήμερα η εικόνα βρίσκεται ασφαλισμένη μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί που ολόκληρο είναι γερά στερεωμένο σε μια κολώνα της Εκκλησίας. Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα αυτή βρέθηκε θαμμένη μέσα σε ένα χωράφι εκεί που κτίσθηκε η πρώτη Μονή και ότι όταν αργότερα έγινε η μεταφορά της Μονής στη νέα θέση η εικόνα αυτή άλλαζε θέση κάθε λίγο από την παλαιά στη νέα Μονή και αντίστροφα.

Η ερειπωμένη σήμερα. παλαιά Μονή Ταλαντίου (Μετόχι) δεν ξεχωρίζει καθόλου από το φυσικό της περιβάλλον. Πέτρινη και γκριζόθωρη μοιάζει να είναι ένα με τα πρώτα χωράφια μαζί με τους σωρούς από πέτρες, που αντικρίζουμε όταν πλησιάζουμε στο χωριό.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Φωτογραφία από το Αρχείο της Μαρίας Μπιμπή, 30-4-2016.

 

Το κτιριακό συγκρότημα του Μοναστηριού είναι σήμερα σωρός από πέτρες σαν γκρεμισμένες ξερολιθιές που σιγά-σιγά λιγοστεύουν και αυτές.

Το Καθολικό, δηλαδή ο κύριος Ναός της Μονής που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως έχει προαναφερθεί, είναι χτισμένος με απλή λιθοδομή χωρίς τίποτα το ξεχωριστό. Είναι Ναός Σταυρεπίστεγος με τετράγωνο Τρούλο, μεγάλο σε σχέση με τις διαστάσεις του Ναού του οποίου είναι 10,30 μ. η μεγάλη του πλευρά μαζί με το Ιερό και το Νάρθηκα και 4 μ. η μικρότερη του πλευρά. Ο Τρούλος δεν στηρίζεται στο κέντρο του Σταυρού, αλλά υψώνεται πάνω από το δυτικό σκέλος. Έτσι υπάρχει οπτικά μια ισορροπία όγκων ανάμεσα στο Καθολικό και στο συνεχιζόμενο παρεκκλήσι του.

Το Καθολικό έχει φωτιστικά ανοίγματα τις τέσσερις θυρίδες του Τρούλου, τη θυρίδα του Ιερού του Ναού στην Ανατολική πλευρά και την κύρια και μοναδική πόρτα προς τη δύση. Πάνω από την κεντρική πόρτα σχηματίζεται, ένα τόξο που περιβάλλει ένα ανακουφιστικό κενό. Το τόξο αυτό περιβάλλεται από ένα κέραμο πλαστικό διάκοσμο και οδοντωτή ταινία που συνεχίζονται δεξιά και αριστερά από την πόρτα και διατρέχουν όλη την πρόσοψη, ένα δε κομμάτι της είναι συμπληρωμένο με τούβλα σύγχρονα από επισκευή που έχει γίνει πρόσφατα. Ένα μικρό φωτιστικό άνοιγμα υπάρχει ακόμα στο βόρειο τύμπανο του Σταυρού. Στο ίδιο τύμπανο καθώς και το αντίστοιχο του στο νότιο, εσωτερικά, σχηματίζονται τυφλές αψίδες αϊτό μία στο καθένα. Στο εσωτερικό του Νάρθηκα και σε ύψος 1,50 μ. περίπου και στη νότια πλευρά υπάρχει η παρακάτω επιγραφή:

 

ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΥΡΙΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ

ΤΟΥ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ

ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

ΣΙΚΟΥΛΑ

 

Οπωσδήποτε ο Ηγούμενος αυτός Σίκουλας είναι πριν από το 1761 που έγινε η μεταφορά της Μονής γιατί από το 1751 και μετά είναι γνωστοί όλοι οι ηγουμενεύσαντες στη Μονή.

Ολόκληρη η εσωτερική επιφάνεια του Ναού είναι αγιογραφημένη και αρκετές αγιογραφίες σώζονται καλά διατηρημένες, όπως ο εκφραστικός Άγιος Φανούριος και η άρτια σύνθεση της Παναγίας με τους Αποστόλους. Ο Παντοκράτορας είναι σχεδόν καταστραμμένος.

Όλες οι Αγιογραφίες είναι έργα καλού τεχνίτη της Κρητικής σχολής και διακρίνονται για το ευλύγιστο σχέδιο και την πλαστική αβρότητα μοιάζουν να έχουν συγγένεια στην Τεχνική με τις Αγιογραφίες της Μονής Σωτήρος Kαραθώνας και είναι και αυτές πιθανόν του 16ου αιώνα.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Τοιχογραφία. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Το δάπεδο φαίνεται να ήταν πλακόστρωτο από τα ελάχιστα τμήματα που έχουν σωθεί. Το τέμπλο είναι πέτρινο και υπάρχει μόνο μία πόρτα. Σε κανένα σημείο του Ναού δεν υπάρχει επιγραφή που να δείχνει πότε χτίστηκε ο Ναός. Από την τοιχοποιία όμως και ειδικά από το διάκοσμο, βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχει κτιστεί μέσα στους βυζαντινούς χρόνους, πριν δηλαδή ακόμα από την Τουρκοκρατία.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Παντοκράτωρ. Με την εικόνα του Παντοκράτορα Ιησού αγιογραφείται ο κεντρικός θόλος (τρούλος) όλων των βυζαντινών ναών. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στη νότια πλευρά του Ναού είναι προσκολλημένο το παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, έτσι τουλάχιστον από την παράδοση το ξέρουν οι κάτοικοι του Αραχναίου (Xελιού) γιατί κανένα σημείο του, δεν φανερώνει σε ποιόν Άγιο είναι αφιερωμένο το παρεκκλήσι αυτό. Το μικροσκοπικό αυτό Ναΐδριο είναι επίσης σταυρεπίστεγο με διασταυρούμενες καμάρες εσωτερικά και μία μοναδική πόρτα εισόδου στο δυτικό μέρος που το ανώφλι της είναι μονολιθικό. Τρούλος δεν σώζεται καθόλου, όπως δεν σώζεται και τίποτα από την αγιογράφηση της εκτός από κάποια ίχνη εικόνας Αγίας με τα γράμματα Α.Κ. που πιθανόν να σημαίνουν Αγία Κυριακή.

Και οι δύο Ναοί σαν σταυρεπίστεγοι πρέπει να ανήκουν στον 12ο μ.Χ. αιώνα, ίσως όμως ο μεγάλος τετραγωνικός και άκομψος Τρούλος να είναι μεταγενέστερος.

Εγκαταλειμμένη από τους Μοναχούς η πρώτη αυτή Μονή Ταλαντίου από το 1761, αφανίστηκε χρόνο με το χρόνο. Σκόρπιοι σωροί οι πέτρες της Μονής βρίσκονται στη πρώτη ζήτηση των κατοίκων του χωριού και ίσως σήμερα να μην υπάρχουν ούτε αυτές. Έχουν μείνει μόνο τα δύο εκκλησάκια από τη Μονή και αυτά χορταριασμένα παντού, εγκαταλειμμένα, για πολλά χρόνια χρησίμευαν για να σταλίζουν πρόβατα το καλοκαίρι και για το λόγο αυτό η καταστροφή στο εσωτερικό ήταν ραγδαία στην εποχή του μεσοπολέμου μέχρι το 1940.

Μετά τον πόλεμο ο Ιερέας του χωριού προσπάθησε να περισώσει ότι υπήρχε από τους δύο αυτούς Ναούς. Καθάρισε την κοπριά που υπήρχε μέσα και κατασκεύασε μια σιδερένια πόρτα στο μεγάλο Ναό, μα και πάλι η εγκατάλειψη ακολούθησε στο Ναό.

Από πρόσφατη επίσκεψη που έκανα εκεί, διαπίστωσα πως η σιδερένια πόρτα είναι σήμερα καταστραμμένη, βγαλμένη από τη θέση της και πεταμένη έξω. Μου έκανε δε εντύπωση πραγματικά η αδιαφορία του σημερινού Ιερέα να μη νοιάζεται καθόλου, τουλάχιστον να ξανά τοποθετήσει την πόρτα στη θέση της για να μη γίνει και πάλι σταλείο για τα ζώα η ιστορική αυτή Εκκλησία. Η μόνη αναλαμπή στον Ιστορικό αυτό Ναό είναι το αναμμένο καντήλι που φωτίζει των Αγίων τα πρόσωπα, που και αυτά όμως χλομιάζουν και φθείρονται λίγο-λίγο από την εγκληματική αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Γύρω από  τα  δυο  εκκλησάκια  η  περιοχή  είναι  καλλιεργήσιμη  και κατάσπαρτη από κεραμικά, απομεινάρια των κελιών του Μοναστηριού, και του οικισμού που πιθανόν να υπήρχε εκεί γύρω από το Μοναστήρι.

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου (περιγραφή)

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου βρίσκεται δυτικά του Αραχναίου και άπεχει από το χωριό περίπου μια ώρα πεζοπορία. Με το χωριό επικοινωνεί με ένα μονοπάτι που ξεκινάει από αυτό, ακολουθεί για ένα διάστημα την πλαγιά του βουνού, λίγο πάνω από την κοίτη του χειμάρρου που κατευθύνεται προς τον Αμαριανό και παράλληλα προς αυτό και έπειτα κατεβαίνει και ακολουθεί την κοίτη αυτού, φθάνει στο Μοναστήρι και συνεχίζει έπειτα προς τον Αμαριανό. Η πορεία από το χωριό στο Μοναστήρι είναι δύσκολη το χειμώνα και κουραστική το καλοκαίρι.

Εκτός από το μονοπάτι αυτό, υπήρχε και άλλο μονοπάτι που ξεκινούσε από το εικονοστάσι που υπάρχει στον αμαξιτό δρόμο, Άργους – Αραχναίου ακριβώς εκεί που τελειώνουν οι στροφές της σκάλας και αρχίζει δρόμος οριζόντιος και σε μια πορεία λιγότερο από μια ώρα μπορεί να βρεθεί κανείς στο Μοναστήρι. Δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι αυτό υπάρχει ένα τοπίο στυφό που με μεγάλη τσιγκουνιά έχει δοθεί σε αυτό το χώμα το οποίο μόλις και μετά βίας σκεπάζει τα πετροχώοαφα που υπάρχουν στις πλαγιές.

Η βλάστηση είναι χαμηλή και περιορισμένη σε μικρά πουρνάρια (πατουλιές) κα σφάκες, χωρίς να μπορεί να σχηματίζει καθόλου σκιά για να ξεκουραστεί ο πεζοπόρος που πάει για το Μοναστήρι και στεγνώνει το μάτι του τις καλοκαιρινές ημέρες και που τα ττετροριζώματα του πυρακτωμένου τοπίου του ξεραίνουν το λαρύγγι του.

Σήμερα υπάρχει και ένας αμαξιτός δρόμος, ασφαλτοστρωμένος, που αρχίζει από το Πρόι-Λάζεριτ και ακολουθώντας την πλαγιά που εκτείνεται προς το Πρόι-Λάζεριτ κατεβαίνει και καταλήγει στο Μοναστήρι.

Από κάποια απόσταση η νέα Μονή Ταλαντίου μοιάζει σαν ένας ζωντανός – οργανισμός, έτσι όπως εκτείνεται από τη δύση προς την ανατολή, σαν να υπάρχουν μέσα κάτοικοι έτοιμοι να υποδεχθούν τον επισκέπτη. Όταν όμως πλησιάσει κανένας σε αυτή νοιώθει πραγματικά την μοναξιά, σαν να απομακρύνεται μέσα στο χρόνο χωρίς ελπίδα όσο πλησιάζει προς τη σιωπή της, σαν εκείνα τα καράβια στην τελευταία τους καταδικασμένη πορεία εγκαταλειμμένα από τους Ναυτικούς τους.

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Το καθολικό της βρίσκεται στο κέντρο του αύλειου χώρου και είναι σταυρεπίστεγο κτίσμα με ημικυκλική αψίδα στο ιερό. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο του Δήμου Ναυπλιέων.

 

Οι σημερινοί κάτοικοι του Μοναστηριού είναι μία μόνο Μοναχή [2002] κλειδαμπαρωμένη μέσα στο κελί της, που για να ανοίξει την πόρτα του Μοναστηριού χρειάζεται ολόκληρη διαδικασία. Εδώ θα κάνω μια περιγραφή της Μονής όπως τη θυμάμαι πριν από σαράντα πέντε χρόνια.

Η νέα αυτή Μονή είχε την κλασική μορφή του παραλληλογράμμου που το όριζαν και στις τέσσερις πλευρές συνεχόμενα διώροφα κτίρια και στην εσωτερική αυλή βρίσκεται ο Ιερός Ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση. Eορτάζει στις 15 Αυγούστου. Την πληροφορία σημειώνει  η Ντιάνα Αντωνακάτου και ο Τάκης Μαύρος στο βιβλίο τους, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 54, Αθήνα, 1976, και μας την επιβεβαίωσαν σήμερα 11 Σεπτεμβρίου 2018, οι μοναχές τη Μονής Καρακαλά].

Ερειπωμένη πια η νέα μονή στο μεγαλύτερο μέρος της, διατηρεί ωστόσο τη συγκρότηση, τη μνήμη της λειτουργίας και το καθολικό της. Από την τοξωτή πόρτα που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά από το διαβατικό της, μια στοά τρία περίπου μέτρα, ο επισκέπτης μπαίνει και προχωρεί στο αίθριο, αφήνοντας αριστερά του, διώροφο κτίριο που στον επάνω όροφο το πρώτο κελί ευρύχωρο και περιποιημένο, ήταν το Ηγουμενείο που αποτελείτο από κοιτώνα και ένα μεγάλο γραφείο, το γραφείο του Ηγουμένου, συνέχεια δε ήσαν αρκετά κελιά τα οποία χρησιμοποιούντο σαν κοιτώνες των Μοναχών.

Μπροστά από τα κελιά υπήρχε ένα μακρόστενο ξύλινο μπαλκόνι από το οποίο επικοινωνούσαν ο Ηγούμενος και οι Μοναχοί που έμεναν στα κελιά αυτά. Εκεί που τελείωνε το Μπαλκόνι ξεκινούσε μια ξύλινη σκάλα 10-15 σκαλοπάτια και κατέληγε σε ένα άλλο μπαλκόνι που αντιστοιχούσε στο δεύτερο όροφο της δυτικής πλευράς της Μονής από το εσωτερικό αυτής.

Ανεβαίνοντας κανείς από τη μεγάλη αυτή σκάλα ακριβώς απέναντι υπήρχε μεγάλο κελί που περιελάμβανε κοιτώνα και μεγάλη σάλα και που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Επίσκοπο της Αργολίδας όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Ένας διάδρομος αριστερά οδηγούσε εξωτερικά σε ένα ξύλινο επίσης μπαλκόνι που στηριζόταν σε τέσσερις πέτρινες κολώνες, χώρος που χρησιμοποιείτο και αυτός αποκλειστικά από τον Μητροπολίτη και τη συνοδεία του όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχε κελί που χρησιμοποιούσε ο ακόλουθος του Μητροπολίτη, Ιεροδιάκονος. Συνέχεια από τη σάλα του Μητροπολίτου υπήρχαν κελιά, μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα κατάλληλα διαρρυθμισμένα για τη φιλοξενία υψηλών προσώπων.

Στο ημιυπόγειο της αριστερής πλευράς και στο εσωτερικό υπήρχαν διάφορες αποθήκες και στο τέρμα της αριστερής πλευράς μεγάλο δωμάτιο ισόγειο μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα εργαλεία του μελισσοκομείου και τα μεγάλα σκεύη αποθήκευσης του μελιού που προοριζόταν για το εμπόριο.

Εξωτερικά του νοτίου τμήματος και στο ισόγειο υπήρχαν χώροι για τα μεγάλα ζώα, άλογα, μουλάρια, αγελάδες, βόδια καματερά που χρησιμοποιούσε το Μοναστήρι.

Στο ισόγειο της δυτικής πλευράς μετά την αποθήκη του μελιού, υπήρχε μια δεύτερη μεγάλη πόρτα του Μοναστηριού και αμέσως μετά μια δεύτερη αποθήκη του μελισσοκομείου και εκεί μέσα γινόταν και διανομή μεγάλης ποσότητας μελιού στους κατοίκους του Χελιού. Συνέχεια υπήρχε μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα που χρησιμοποιείτο από τους μοναχούς και το υπόλοιπο βοηθητικό προσωπικό που απασχολούσε η Μονή.

Στο δεξιό μέρος όπως μπαίναμε στη Μονή υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο που κάλυπτε όλη τη δυτική πλευρά με κελιά μοναχών στο επάνω μέρος και στο ισόγειο υπήρχε αίθουσα ζυμωτηρίου, φούρνοι, αποθήκες τροφίμων κλ.π. και στη βόρεια πλευρά υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο με συνεχόμενα κελιά στο επάνω μέρος και κάτω διάφοροι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες για κυψέλες, κ.λπ. Τέλος κάτω από τα χαγιάτια της Νότιας πλευράς βρισκόταν μία στέρνα για νερό που άλλοτε δρόσιζε τους καλόγερους, σήμερα όμως είναι ξερή και βρώμικη.

Σήμερα από όλο αυτό το συγκρότημα υπάρχουν, η θολωτή είσοδος στην ανατολή και ένα κομμάτι από την παλαιά μονή που κάλυπτε τη νότια πλευρά με ερειπωμένα τα κελιά για τα οποία έχει αρχίσει η συντήρηση τους και η επισκευή τους. Έχει γίνει αλλαγή της σκεπής, έχουν γίνει εσωτερικά επιχρίσματα και συνεχίζεται η συντήρηση και η αντικατάσταση όπου πρέπει των φθαρμένων πατωμάτων και των κουφωμάτων.

Το δυτικό κομμάτι της νότιας πλευράς, μεγαλοπρεπές άλλοτε Δεσποτικό με το μεγάλο εξωτερικό μπαλκόνι έχει κατεδαφιστεί και το μόνο απομεινάρι είναι οι πέτρινες κολώνες που στήριζαν το εξωτερικό χαγιάτι.

Η βόρεια πλευρά επίσης κατεδαφισμένη ολόκληρη και στη θέση της υπάρχει ένα καινούργιο σύγχρονο κτίσμα όπου και διαμένει η μοναδική Μονάχη που σήμερα βρίσκεται στο μοναστήρι.

Η σημερινή Μοναχή έχει περιφράξει τα υπάρχοντα εκεί σήμερα κτίσματα και ένα κομμάτι του εξωτερικού χώρου με δικτυωτό συρματόπλεγμα, και έχει μόνο μία πόρτα στο ανατολικό μέρος όπου διατηρείται και σήμερα η πρόσβαση προς το Μοναστήρι.

Το Καθολικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Στο κέντρο της εσωτερικής αυλής είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, [Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση], το Καθολικό της Μονής. Ο καινούργιος Ναός της Μονής είναι μονόκλιτος και σταυρεπίστεγος, διατηρείται καλά εξωτερικά είναι κτισμένος επί τουρκοκρατίας, αν και ο αρχαιότερος τύπος του σταυρεπίστεγου εφαρμόστηκε από τον δωδέκατο αιώνα. Πιστεύεται λοιπόν πως ο Ναός της Νέας Μονής Ταλαντίου να είναι αρχαιότερος από την ίδρυση εκεί της Μονής το 1761 πιθανότατα του 15ου αιώνα, όπως χρονολογείται από τους ειδικούς.

Στρώμα από αμμοκονία καλύπτει τη λιθοδομή του Ναού. Η είσοδος γίνεται από μια μικρή πόρτα στη δυτική πλευρά. Πάνω από την πόρτα υψώνεται δίλοβο, δικληνές κωδωνοστάσιο που τα δυο του τόξα στηρίζονται στη μέση επάνω σε στρογγυλό μικρό κίονα με ιωνικό κιονόκρανο. Μια μικρή καμπάνα κρέμεται στο βορινό τόξο.

Δεξιά και αριστερά από την κύρια είσοδο υπάρχουν πεζούλια που στερεώνουν την πρόσοψη του Ναού και αναπαύουν τον επισκέπτη. Οι πλευρές του ναού έχουν μήκος 8.20 μ. και το πλάτος 3.25 μ. Το εσωτερικό της στέγης διαμορφώνεται από δύο καμάρες, η μία που αναπτύσσεται κατά μήκος διακόπτεται στο μέσον περίπου του Ναού από την εγκάρσια καμάρα που είναι μικρότερη και σε ψηλότερο επίπεδο και που αναπτύσσεται κάθετα προς την πρώτη. Οι δυο καμάρες διαγραφούν το σχήμα του Σταυρού και από αυτό δε και η ονομασία του ναού «Σταυρεπίστεγος» και ο τύπος αυτός των ναών συναντάται συχνότατα στην Ελλάδα. Εκεί που διασταυρώνονται οι δύο καμάρες υψώνεται ο τρούλος του Ιερού Ναού.

Εκτός από το άνοιγμα της κύριας εισόδου του Ναού υπάρχει ακόμα και από ένα στρογγυλό παράθυρο στο βόρειο και νότιο τύμπανο του σταυρού έχει ακόμα και δύο ανοίγματα στη νότια πλευρά του.

Εσωτερικά ο Ναός είναι αγιογραφημένος. Διαφαίνεται επίσης ότι υπήρχαν και παλαιότερα στρώματα αγιογραφήσεων που είναι επικαλυμμένα με νεώτερα στρώματα. Αριστερά από την πύλη του και κάτω από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, διακρίνεται άλλη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην άκρη της οποίας υπάρχει δυσανάγνωστη επιμήκης επιγραφή. Οι Αγιογραφίες της μεγάλης καμάρας έχουν καταστραφεί από την υγρασία. Άλλες εικόνες, όπως αυτές που είναι δεξιά και αριστερά της εισόδου έχουν δεχθεί νεώτερες διορθώσεις.

 

Ιστορικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Από γραπτά κείμενα φαίνεται πως η μεταφορά της Μονής Ταλαντίου από το Μετόχι στη νέα της θέση έγινε το 1761 μ.Χ. Συμφώνα με μελέτη του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ιερός Σύνδεσμος» στις 15 Σεπτεμβρίου 1915, το 1761 ο τότε εξουσιαστής του χωριού Χέλι Κιουσούκ  Μεχμέτ Αγάς, με αίτηση του Ηγουμένου της Μονής Ταλαντίου Δανιήλ παραχώρησε σαν ιδιοκτησία της Μονής εκτεταμένη περιοχή ακαλλιέργητο, με σκοπό να καταβληθεί σε αυτόν το δέκατο από τα εισοδήματα αυτού [3]. Το έγγραφο της παραχωρήσεως που σωζόταν μέχρι το έτος 1915, οπότε συντάχθηκε η μελέτη του αειμνήστου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, καθόριζε τα όρια της περιοχής που παραχωρήθηκε ως εξής:

«Εις το σύνορο του Μοναστηριού Ταλάντιον το οποίον βρίσκεται στο χωριό Χέλι, το υποκείμενο στην Επαρχία Κορίνθου, ευρίσκετε γη δρυμώδης αγεώργητος και εγκαταλελειμμένη, περιοριζόμενη εξ ενός μέρους από το σύνορο του χωρίου Λιμία, το χωράφιον του Παπά, εκ του άλλου από το λοξό ρεύμα, εκ του άλλου από πλησίον τρία ρεύματα, εκ του άλλου από τον δρυμόν Κίρλα εκ του άλλου από τον δρυμόν το λεγόμενον δεξιά πλευρά, εκ του άλλου από το λεγόμενον Μουσταφά-τζίκ και εκ του εσχάτου από τη Σκάλα Χέλι. Αυτήν λοιπόν την γην ο Καλόγηρος Παπαδανιήλ, εζήτησε να ανοίξει με την αξίνην και να την γεωργήσει.


Διό και ο υποφαινόμενος έχων υπό την εξουσίαν μου δια το ενεστώς χιλιοστόν εβδομηκοστόν έβδομον (Μουσουλμανικό έτος όπου αντιστοιχεί προς το 1761 μ.Χ. της χριστιανικής χρονολογίας) το ρηθέν χωρίον αφού κατά τον βασιλικό Κανούνιον έλαβαν το δικαίωμα της γης έδωσε στον ειρημένο Καλόγηρο το παρόν τοπίο, ώστε αφού αυτός καθορίσει την ρηθείσα εν όσω γεωργεί και σπείρει αυτήν και πληρώνει ετησίως εις τους κατά καιρόν κυρίους της γης τα νόμιμα δέκατα, θέλει κατέχει και νέμεσθαι αυτή το Μοναστήριον και χωρίς να εμποδίζεται υπουδενός».

Από το κείμενο αυτό μαθαίνει κανείς τα όρια της νέα Μονής με τα τοπωνύμια που υπάρχουν και σήμερα. Αναφέρεται στα όρια κάποιο χωριό Λιμία που σήμερα τέτοιο χωριό δεν υπάρχει. Πιθανότατα να πρόκειται για το σημερινό χωριό Λίμνες που τα σύνορα του με το Χέλι είναι η κορυφή Μάλια-Γκιόναβε όπου εκεί επάνω υπάρχει και η τοποθεσία, Χωράφι Παπά.

Το παραπάνω έγγραφο μεταφράστηκε από το σωζόμενο μέχρι τουλάχιστον το 1915 τούρκικο πρωτότυπο σε δύο μεταφράσεις από τις οποίες ακριβέστερη είναι αυτή που έγινε στην καθέδρα της Αθήνας στις 22 Σεπτεμβρίου 1837 και η οποία επικυρώθηκε από το Βασιλικό διερμηνέα Λουκά Αργυρόπουλο.

Στο  μοναστήρι σωζόταν μέχρι τότε που διαλύθηκε αντίγραφο μετάφρασης που έγινε στις 26 Μαρτίου 1838, από τον Χρήστο Παπαδόπουλο, συμβολαιογράφο του Ναυπλίου. Το πρωτότυπο έγγραφο φέρει τις υπογραφές του Κιουσούκ Μεχμέτ Αγά, τεσσάρων ακόμα Μουσουλμάνων και ενός Έλληνα του Γιάννη Μακρή από το Χέλι που υπογράφει σαν μάρτυρας.

Το έτος 1761 πρέπει να θεωρείται η απαρχή της μετακίνησης της Μονής από την παλαιά θέση Μετόχι στο χώρο που σήμερα βρίσκεται αυτή και ότι το καινούργιο Μοναστήρι άρχισε να κτίζεται από τον ηγούμενο Δανιήλ μέσα στο κτήμα που παραχωρήθηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αμέσως μετά την παραχώρηση δηλαδή στον ίδιο χρόνο 1761.

Το 1782 κατατάγηκε δόκιμος μοναχός ο Χελιώτης Γρηγόριος Κουκινιώτης, δώδεκα ετών τότε ο οποίος μαζί με τον Δανιήλ δούλεψαν για το Μοναστήρι, εκχερσώνοντας εκτάσεις με τα ξινάρια και δημιούργησαν έτσι εκτάσεις καλλιεργήσιμες που καθημερινά αυξάνονταν σε έκταση.

Το 1798 έγινε ηγούμενος ο Γρηγόριος σε ηλικία 23 ετών, ο οποίος έμεινε στη θέση αυτή 54 ολόκληρα χρόνια, παραιτήθηκε δε το 1852 λόγω γήρατος και μετά από δύο χρόνια πέθανε το 1854 σε ηλικία 84 ετών.

Το 1850 σε δημοπρασία αγόρασε ο Γρηγόριος, με τη μεσολάβηση του Στρατηγού Φωτομάρα μεγάλο τουρκικό κτήμα για λογαριασμό του Μοναστηριού. Η αγορά αυτή αμφισβητήθηκε από τα παιδιά του Φωτομάρα, αλλά μετά από δέκα χρόνια δικαστικού αγώνα δικαιώθηκε η Μονή Ταλαντίου από τον Άρειο Πάγο. Ο ίδιος ηγούμενος αγόρασε για το Μοναστήρι και το κτήμα άνω Αμαριανός. Ο ίδιος επίσης ανακαίνισε το βόρειο μέρος της Μονής όπου υπήρχε πλάκα εντοιχισμένη διαστάσεων 0.40μ Χ. 0,40μ με την επιγραφή:

 

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΕΙ

ΕΠΙ ΤΩΝ 46 ΕΤΩΝ

ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ – ΜΑΚΑΡΙΟΥ

1841

 

Μετά τον Γρηγόριο Ηγούμενος έγινε ο Ανανίας  Μπουχιούνης από 1852 μέχρι το 1857 οπότε αντικαταστάθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Καραβασιλόπουλο με απόφαση του τότε Επισκόπου Αργολίδας Γεράσιμου.

Το γεγονός όμως αυτό εξερέθισε τους καλόγερους οπότε ο Χρύσανθος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει το Μοναστήρι και Ηγούμενος έγινε το 1862 ο Κωνσταντίνος Τζαμίλας, στη θητεία του οποίου το Μοναστήρι έφθασε σε παρακμή μέχρι του σημείου οι καλόγεροι να ζητιανεύουν για να ζήσουν.

Το 1866 διορίστηκε Ηγούμενος ο Δανιήλ Χρήστου, ανιψιός από τη μητέρα του Ηγουμένου Γρηγορίου Κουκινιώτη ο οποίος ηγουμένευσε μέχρι το 1899 οπότε πέθανε. Η ηγουμενία του διακόπηκε από το 1870 μέχρι το 1875 που ηγουμένευσε πάλι ο Ανανίας Μπουχιούνης. Επί Δανιήλ Χρήστου το 1880 ανακαινίσθηκε το νότιο τμήμα της Μονής.

Τον Δανιήλ Χρήστου τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Δωρόθεος Χρήστου το 1899, ο οποίος είχε καταταγεί μοναχός το 1895. Επί Δωροθέου Χρήστου έγινε εξωραϊσμός και διακόσμηση του Ιερού Ναού, αύξησε τα δωμάτια για τους μοναχούς, ίδρυσε μελισσοκομείο στο Μοναστήρι και έκτισε καινούργια πτέρυγα, το Δεσποτικό όπου υπήρχε μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή:

 

ΑΝΗΓΕΡΘΕΙ ΕΠΙ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΠΟΝΗ

ΚΑΙ ΑΝΘΙΜΟΥ ΣΤΑΤΕΡΑ

ΕΝ ΕΤΗ 1909

 

Μεγάλες ποσότητες μελί από το δικό του μελισσοκομείο μοίραζε στους κατοίκους του Χελιού. Είχε γίνει παράδοση επί ηγουμενίας Δωροθέου Χρήστου, την εποχή του τρύγου των κυψελών που γινόταν συνήθως Αύγουστο μήνα, μετά της Παναγίας, εκατοντάδες παιδιά από το χωριό κατέβαιναν στο Μοναστήρι με τα μικρά τους δοχεία πάσης φύσεως από κατσαρολάκια, βάζα κύπελλα, κανατάκια κ.λπ. και ο ηγούμενος Δωρόθεος κάνοντας ειδική τελετή κάθε μέρα που πήγαιναν παιδάκια, μοίραζε μεγάλες ποσότητες από μέλι σε όλα τα παιδιά, τα οποία στη συνέχεια έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο χωριό χαρούμενα γιατί έφερναν μαζί τους το πολύτιμο μέλι από το Μοναστήρι. Μεγάλη ήταν και η συμβολή στην ανάπτυξη της Μονής του Ιερομόναχου Γερασίμου Μπόνη που είχε την καταγωγή του από την Αλέα Αργολίδας.

Στις 26 Αυγούστου 1933 πέθανε ο Ηγούμενος Δωρόθεος Χρήστου και από τότε το Μοναστήρι βαδίζει προς την παρακμή. Ο Δωρόθεος Χρήστου έλαχε να είναι ο τελευταίος Ηγούμενος της Μονής Ταλαντίου που τουλάχιστον για 172 χρόνια γνώρισε δόξες ιδιαίτερα επί της ηγουμενίας του.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν στο μοναστήρι αυτό τρεις μόνο καλόγεροι ο Παρθένιος, ο Νικόδημος και ο Δανιήλ που ήσαν όλοι τελείως ακατάλληλοι για το αξίωμα του ηγουμένου γιατί και οι τρεις τους ήσαν τελείως αγράμματοι και διανοητικά καθυστερημένοι, αφού ούτε τα χρήματα που κυκλοφορούσαν τότε γνώριζαν εκτός από τα κέρματα.

Το Μοναστήρι από τότε συγχωνεύεται με τη μονή του Καρακαλά και αμέσως άρχισε η μεταφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων αυτής στο Καρακαλά, αρχής γενομένης από τα μελίσσια εκτός εκείνων των ελαχίστων που ανήκαν στους καλόγερους που όμως επειδή ήσαν τελείως ανίκανοι δεν μπόρεσαν να τα διατηρήσουν και σε μικρό χρονικό διάστημα τα έχασαν όλα.

Στη συνέχεα άρχισε η μεταφορά και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ ο εξοπλισμός του μελισσοκομείου εκποιήθηκε από τον ηγούμενο του Καρακαλά και περιήλθε στα χέρια των Χελιωτών. Δεν έμεινε τίποτα στο Μοναστήρι εκτός από τους τρεις καλόγερους και το Ηγουμενείο κλειδωμένο όπου μέσα σε αυτό υπήρχαν τα προσωπικά είδη του Δωροθέου, μια αξιόλογη βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής.

Η αποδυνάμωση της Μονής Ταλαντίου και της Μονής Καρακαλά είχε αρχίσει από το 1932, οπότε πολλά από τα κτήματα τους απαλλοτριώθηκαν και μοιράστηκαν σε εκατοντάδες ακτήμονες από τα χωριά της περιοχής. Τα κυριότερα από τα κτήματα αυτά ήσαν ο Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και ο Καρακαλάς της αντίστοιχης Μονής, όπου από την αποκατάσταση των ακτημόνων δημιουργήθηκαν αργότερα και οι δύο οικισμοί του Αμαριανού και του Μετοχιού, που σήμερα έχει γίνει κοινότητα, ο Άγιος Δημήτριος.

Μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές στην κυριότητα της μονής Ταλαντίου είχαν παραμείνει δύο περίπου χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης και μη έκτασης γύρω από αυτήν. Το 1938 με δημοπρασία πουλήθηκε η έκταση αυτή αντί ενός εκατομμυρίου τριών χιλιάδων δραχμών σε κατοίκους του Χελιού και στο Μοναστήρι παρέμεινε μια έκταση γύρω από αυτό, περίπου πενήντα στρεμμάτων, τα οποία σήμερα καλλιεργούν και βόσκουν τσοπάνηδες από το Χέλι που καταβάλλουν κάποιο μίσθωμα στο Μοναστήρι και το οποίο αναπροσαρμόζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Μέχρι το 1940 ζούσαν στο Μοναστήρι οι τρεις καλόγεροι, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε αθλία κατάσταση και συντηρούντο από μικρή βοήθεια σε τρόφιμα που έπαιρναν από τη Μονή Καρακαλά και από τα βοηθήματα των κατοίκων του Χελιού, αφού το Μοναστήρι δεν είχε πλέον εισοδήματα. Οι Καλόγεροι αυτοί πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον πρώτα ο Νικόδημος, έπειτα ο Δανιήλ και τελευταίος ο Παρθένιος στις αρχές του 1943.

Από το 1942 είχε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι ένας Αρχιμανδρίτης, ο Παπανικόλας, καθηγητής της Θεολογίας ο οποίος δίδασκε σε Σχολείο της Σμύρνης και κατά την μικρασιατική καταστροφή είχε πιαστεί από τους Τούρκους αιχμάλωτος και είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, του είχαν βγάλει οι Τούρκοι το ένα μάτι, του είχαν ξεριζώσει όλα τα νύχια των χεριών και των ποδιών και του είχαν σπάσει τη λεκάνη και έτσι ένα σαράβαλο και με ακράτεια ούρων τον είχαν αφήσει ελεύθερο και σε αυτήν την άθλια κατάσταση βρέθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής ξέπεσε στη Μητρόπολη της Αργολίδας και ο Μητροπολίτης τον έστειλε στη Μονή Ταλαντίου, όπου εγκαταστάθηκε και για ένα μικρό διάστημα έμενε με τον μοναδικό τότε καλόγερο Παρθένιο.

Εκεί ζούσε με τη σύνταξη του και με τα χρήματα που έπαιρνε από την ενοικίαση της γύρω περιοχής. Τα χρήματα όμως αυτά εκείνη την εποχή λόγω της αλματώδους ανόδου του πληθωρισμού εξανεμίζονταν αμέσως και για το λόγο αυτό, συντηρείτο κυρίως από βοηθήματα που έπαιρνε από τους Χελιώτες σε τρόφιμα.

Στην εποχή εκείνη που στο Μοναστήρι βρισκόταν ο Παπανικόλας, άνοιξε και το κελί του Ηγουμένου Δωροθέου που μέσα είχε, όπως έχει αναφερθεί, μια αξιόλογη Βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής και που δυστυχώς ολόκληρος αυτός ο πνευματικός πλούτος λεηλατήθηκε από τον Παπανικόλα, όχι για να σφετερισθεί τα ανεκτίμητα βιβλία και έγγραφα, αλλά για να γίνουν όλα αυτά προσανάμματα στη φωτιά που καθημερινά συντηρούσε ο Παπανικόλας και ακόμα σπάνια βιβλία χρησιμοποιήθηκαν για τσιγαρόχαρτο από τον ίδιο, ο οποίος κατασκεύαζε τσιγάρα με ολόκληρο φύλλο βιβλίου και καπνό που προμηθευόταν από το χωριό.

Αυτό ήταν δυστυχώς το τέλος της αξιόλογης βιβλιοθήκης της Μονής και του ιστορικού αρχείου αυτής, από έναν άνθρωπο, σπουδαγμένο βέβαια αλλά που λόγω της καταστάσεως στην οποίαν βρισκόταν δεν λειτουργούσε καθόλου η λογική. Τέλος μετά από λίγα χρόνια πέθανε και αυτός, αφού πρώτα πέθανε και η ιστορία της Μονής.

Από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δεληγιαννόπουλο καταβλήθηκαν προσπάθειες για να ξαναζωντανέψει το Μοναστήρι με μοναχές, αλλά όλες οι απόπειρες απέτυχαν, αφού μοναχές που εγκαταστάθηκαν εκεί, έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα εγκατέλειψαν τη Μονή και ξαναγύρισαν στα Μοναστήρια από οπού προερχόντουσαν και η Μονή Ταλαντίου ερήμωνε και πάλι.

Υπήρχε στο μοναστήρι μία μοναχή Χελιώτισα την καταγωγή η οποία ήρθε από τη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και εγκαταστάθηκε εκεί. Είχε  τύχει μεγάλης συμπαράστασης από τους Χελιώτες, φρόντιζε το μοναστήρι να παραμένει ανοικτό και πολύ συχνά τελούνταν και λειτουργίες από τον Ιερέα του χωριού. Η Μοναχή αυτή αν και μόνη της, ήταν αρκετά δραστήρια και με πρωτοβουλία δική της και με εισφορές των πιστών είχε κτιστεί μια καινούργια πτέρυγα και επισκευαζόταν μία ακόμα από τις παλαιές πτέρυγες που έχουν διασωθεί.

Το Μοναστήρι έχει τηλεφωνική επικοινωνία και ο βατός αμαξιτός δρόμος που το ενώνει με την κεντρική οδική αρτηρία Χελίου – Άργους – Ναυπλίου, εξυπηρετεί τους πιστούς που θέλουν να επισκεφθούν το μοναστήρι και να προσευχηθούν.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Σήμερα γίνονται προσπάθειες ανακαίνισης της μονής. Οι μοναχές της Μονής Καρακαλά φροντίζουν για τη διατήρηση της επισκεψιμότητας του χώρου. Κατά την τελευταία ανακαίνιση διαμόρφωσαν μια χαμηλή αποθήκη της εισόδου σε ημιυπόγειο παρεκκλήσι με χαμηλή τοξωτή στέγη, αφιερωμένο στον Τίμιο  Πρόδρομο και την Αγία Ευγενία. Η αγιογράφηση είναι καινούργια και καλύπτει όλους τους τοίχους, έγινε με δωρεές των Χελιωτών. Τα θυρανοίξια τέλεσε ο βοηθός επίσκοπος της μητροπόλεως Αργολίδας,  ο Επιδαύρου Καλλίνικος, (σήμερα 2017 Μητροπολίτης Άρτης)].

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Εδώ το Καθολικό και τα νότια κελιά μετά την αναπαλαίωση, 2015. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη», Ιστορία, Πολιτισμός και Λαϊκός Βίος Αραχναίου Ναυπλίου Αργολίδας (πρώην Χέλι).

 

 Από έγγραφα της Ιεράς Συνόδου προκύπτει ότι:

το 1850 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 6

το 1855 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9 (οι 5) δόκιμοι

το 1860 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9

το 1881 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 8

το 1912 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 7

το 1932 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 4

το 1938 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 3

το 1942 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

το 1990 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

Οι ηγουμενεύσαντες από την εποχή της μετακίνησης της Μονής στη νέα θέση το 1761 μέχρι και το τέλος του 1933 είναι οι παρακάτω:

1. Δανιήλ 1761-1798

2. Γρηγόριος Κουκινιώτης 1798-1852

3. Ανανίας Μπουχιούνης α’ 1852-1858

4. Χρύσανθος Καραβασιλόπουλος 1858-1862

5. Κωνσταντίνος Τζαμίλας 1862-1855

6. Δανιήλ Χρήστου α’ 1866-1870

7. Ανανίας Μπουχιούνης β’ 1870-1875

8. Δανιήλ Χρήστου β’ 1875-1899

9. Δωρόθεος Χρήστου 1899-1933


Μερικές πληροφορίες από ιστορικά έγγραφα για τη Μονή Ταλαντίου

 

Από τα ιστορικά έγγραφα που υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μπορούμε να πάρουμε σήμερα αρκετά ιστορικά στοιχεία για τη Μονή Ταλαντίου αφού το δικό της πλούσιο Αρχείο καταστράφηκε. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικά από αυτά.

1) Το 1822 η Πελοποννησιακή Γερουσία έλαβε από την «Ιερά Μονή την κατά το Χέλι κείμενην» δάνειο χίλια γρόσια για τρία χρόνια προς οκτώ τις εκατό.

Τριπολιτζά Μαρτίου 1822.

2) Το 1833 27 Δεκεμβρίου στο Νόμο της Αντιβασιλείας «Περί συστάσεως Δήμων» αναφέρεται ότι η Μονή Ταλαντίου είχε 39 κατοίκους, χωρίς όμως να γίνεται διάκριση πόσοι από αυτούς ήσαν Μοναχοί και πόσοι Λαϊκοί (υπηρετικό προσωπικό).

3) Το 1834 21 Ιουλίου καταγράφεται το «Ταλάντη» σαν Μοναστήρι διατηρούμενο από το εισπραττόμενο του Εκκλησιαστικού Δευτεροδεκάτου για δύο χρόνια που είναι 460 δραχμές.

4) Με Αριθμό πρωτοκόλλου 6093/20-10-1834 υπάρχει καταγγελία του Κατοίκων του Χελιού:

α) Γιώργη Δημητρόπουλου

β) Γιάννη Αγιώργη

γ) Γιάννη Νατσούλη και

δ) Ανασάσιο Μπουχιούνη

προς την Ιερά σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος, ότι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος Κουκινιώτης οσάκις του εζητήθη να γνωρίσει εις την αρμοδία υπηρεσία τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής, ούτος απέκρυπτε την αλήθεια και δήλωνε ελάχιστα και αυτοί καταγράφουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής είναι: Γιδοπρόβατα χίλια, αγελάδες εκατόν δέκα, καματερά βόδια είκοσι τέσσερα, μουλάρια τρία, φορτηγά άλογα δύο, μελίσσια οκτακόσια, χωράφια στρέμματα πέντε χιλιάδες, αμπέλια στρέμματα δέκα πέντε, ελαιορίζες οκτακόσιες και μύλοι χειμερινοί δύο. Και ότι ακόμη δεν μαρτύρησε και τα εισοδήματα που είχε, σιτάρι κουβέλια εκατόν είκοσι, από μελίσσια έξι χιλιάδες γρόσια κ.λπ.

5) Με αριθμό Πρωτοκόλλου 184/341/5-7-1835 Αναφορά Νομάρχη Αργολίδος προς την εκπ/κήν κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματεία Επικρατείας διαβιβάζει αναφοράν Ηγουμένου Μονής Κοίμησης της Θεοτόκου και συνηγορεί όπως γίνει δεκτό το αίτημα αυτού για τη χορήγηση άδειας πώλησης των κάτωθι ζώων:

  • 3 βόες ανικάνους για Γεωργίαν
  • 30 αιγοπρόβατα γηραιά
  • 4 άλογα ομοίως γηραιά
  • 4 γελάδια ομοίως γηραιά και
  • 40 Μελίσσια μικρά,

που προς το παρόν είναι άκαρπα, για να καλύψουν οικονομικές ανάγκες της Μονής.

6) Με το 9976/14-10-1836 πρωτόκολλων γίνεται καταγραφή των πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού της Μονής Ταλαντίου, ονομαζόμενου Ανανία Τζούρη. 2 τάλιρα το ένα Ελληνικό και το άλλο Γαλλικό, 2 υποκάμισα, 1 ζευγάρι παπούτσια καινούρια, 2 γελάδες, 1 κάπα τράγινη παλαιά, 2 γίδια, 1 τενεκές με ταμπάκο 100 δράμια, 4 προβατοψάλιδα και 3 κουτάλια ξύλινα.

7) Ομοίως με 3400/1-4-1837 πρωτόκολλο γίνεται καταγραφή πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού Αρσενίου Βαρδάκα, 50 μελίσσια, 1 κασέλα, 1 τουφέκι, 1 πιστόλα, 1 βελέντζα, 2 τσεκούρια, 1 πλάνη, 2 μπουκάλια, 1 πριόνι 300 δράμια ατσάλι και 27,90 δραχμές.

8) Αριθμ. Πρωί. 181 προς Την επί των Εκκλησιαστικών κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματείαν Επικρατείας.

«Οι υποσημειούμενοι ηγούμενος και σύμβουλοι της κατά την Αργολίδα Μονής Ταλαντίου απειράκις και επανειλημμένως αναφέρθημεν και προς την Νομαρχία και προς την Διοίκηση Αργολίδας περί της Βασιλικής χορηγίας δια τον τρίτον εν τη Μονή μας αόμματο, ουδ’ απαντήσεως ηξιώθημεν.

Το Μοναστήριόν μας Βασ. Γραμματεία είναι το δυστυχέστερο όλων των κατά την Αργολίδα Μοναστηριών. Γαίας δια σίτο δεν έχει, ελαιώνα δεν έχει, αμπέλια δεν έχει, ζώα δεν έχει, τα πάντα εν γένει στερούμεθα, μόλις δύναται να προσπορίζεται τα προς το ζην απολύτως αναγκαία δια των ιδρωτών και των καθημερινών ακαμάτων κόπων των μοναχών. Προς τοις άλλοις δε έχοντες και ικανό χρέος και καταζητούμενοι παρά των δανειστών μας αμηχανούμεν τι πρώτον να προφθάσομε επί των τοσούτων αναγκών μας. Εις τοιαύτην δυστυχία ευρισκόμενοι είμεθα επιφορτισμένοι να διατρέφωμεν και ενδύουμε και τρεις αόμματους και τοσούτον ανικάνους ώστε και το ύδωρ αυτό έχουσι χρείαν άλλον να τους το προσφέρει.

Παρηγορήθημεν κατά το ότι η Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας μας εκοινοποίησε δια της από 21-6-1834 έτους την υπ’ αριθμ. 2011 διαταγή σας ότι η Α. Μ. ο τρισέβαστος Βασιλεύς μας ευηρεστήθη να αποφασίσει δι έκαστον των εν τη Μονή διατρεφομένων τριών αόμματων να προσφέρει ανά εκατό δραχμάς εις έκαστον κατ’ έτος, καθότι εκ των δι’ έκαστον αποφασισθεισών εκατόν τούτων δραχμών, ηλπίζομεν ότι θέλουσι προσβλέπεσθαι και τα προς ενδυμασίαν εκάστου αυτών, αλλά κατά δυστυχίαν αφότου απεφασίσθει η προς τους τρεις τούτους αόμματους Βασιλική χορηγία, έκτοτε δια μόνον τους δύο ελαμβάνομεν τας αποφασισθείσας δραχμάς εκατό δι’ έκαστον, δια δε τον τρίτον δεν ελάβομεν εισέτι ουδέν λεπτόν, μολονότι ανεφέρθημεν περί τούτου πολλάκις.

Ένεκα τούτων όλων απεφασίσαμεν ήδη να αναφέρωμεν και προς την Βασιλικήν Γραμματείαν ταύτην τα παράπονα μας ως προς την έλλειψιν της δια τον τρίτον τούτων αόμματον Χρίστον Νικολάου χορηγίας και να παρακαλέσωμεν αυτήν να ευαρεστηθεί και διατάξει να μας αποσταλεί και η δι’ αυτά ταύτα Βασιλική χορηγία των παρελθόντων 4 ετών δια να δυνηθώμεν δι’ αυτής να απαιτούμεν και τα προς ενδυμασίαν αυτών.

Επαναλαμβάνομεν Βασιλική Γραμματεία ότι η Μονή μας είναι δυστυχεστάτη και υστερούμεθα και αυτά τα προς το ζην αναγκαία και όμως και το διπλοδέκατον πληρώνομαι και αόμματους τρεις, έχομεν και την χορηγίαν δί αυτούς σώαν δεν λαννβάνομεν. Όθεν παρακαλούμε θερμώς την Βασιλικήν ταύτην να μη μας παραβλέψει, αλλά να ευαρεστηθεί να διατάξει την απόδοση της Βασιλικής Χορηγίας και δια τον τρίτον αόμματο προς αναψυχλην της δυστυχισμένης Μονής μας ως προς την πρόβλεψη της περιθάλψεως του αόμματου τούτου.

Μένομεν Ευπειθέστατοι

Εν τη Μονή Ταλαντίου 18 Απριλίου 1838

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

Σε απάντηση της αναφοράς αυτής εστάλη το με αριθμ. 3484 χρηματικό ένταλμα από δραχμές 100 για μόνο το έτος 1837 και εντέλλεται η διοίκηση Αργολίδας όπως του λοιπού πληρώνει τακτικά τα εντάλματα των επομένων ετών.

9) το 1839 η Μονή απευθύνεται στο Δήμαρχο Αραχναίου «Με την υπαριθμ. 1072 κλήση της Δημαρχίας, λάβαμε ως το υπ’ αριθμ. 2898 χρηματικό ένταλμα δια τους τρεις αόμματους [4], δια το έτος 1838. Ταύτα προς απάντηση της Δημαρχίας ταύτης».

Εν Μονή Ταλάντη τη 5 Φεβρουαρίου 1339

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

10) Από 25-5-1839 μέχρι 30-11-1339 εγένετο ανά την επικράτεια έρανος για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και αναγράφονται προσφορές …. Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος δραχμές 60. Πρεσβύτερος Χελίου Νάτζουλης δρχ. 8…

11) Το 1854/14 Αυγούστου σε κατάσταση της Ιεράς Συνόδου προς το Υπουργείο, η Μονή καταγράφεται «Κοίμησης της Θεοτόκου Μήδειας» και χαρακτηρίζεται «Οργανισμένη».

12) Το 1892 Με Βασιλικό Διάταγμα συγχωνεύονται στη Νέα Μονή Ταλαντίου η Μονή Αγνούντας και η Μονή Ταξιαρχών αλλά οι Μοναχοί λίγο-λίγο την εγκαταλείπουν.

13) Το 1933 μετά τον θάνατο του τελευταίου ηγουμένου Δωροθέου Χρήστου η Μονή Ταλαντίου υπάγεται στη Μονή Καρακαλά [5]. Πέρα από τα στοιχεία αυτά στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν και ένα πλήθος άλλων εγγράφων τα οποία αφού συγκεντρωθούν όλα σε φωτοαντίγραφα των προτύπων χειρογράφων θα δημοσιευθούν σε ιδιαίτερο τεύχος.

 

Σημειώσεις Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Η εισαγωγή προέρχεται από το βιβλίο: Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 52, Αθήνα, 1976.

[2] Δεν γνωρίζουμε από που και πως πήρε την ονομασία της η Κοίμηση Θεοτόκου Ταλαντίου (στο Αραχναίο). Σα μια βοηθητική υπόθεση αναφέρουμε ότι υπήρχε Επισκοπή Ταλαντίου. Δεν είναι απίθανο οι ιδρυτές της Παλιάς Μονής Ταλαντίου της Αργολίδας να είχαν από εκεί προέλευση ή κάποια σχέση. Ο Κ. Ν. Σάθας στα Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας (τομ. Γ, σ. 556) έχει: Επαρχία Ταλαντίου και Διαυλίας (Αγ. Δουκά). Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

[3] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, « Η εκκλησία Άργους & Ναυπλίας», τεύχος Β’, σελ. 97, έκδοσις Χριστιανικής Εστίας Άργους, 1961.

[4] Φαίνεται ότι τα μοναστήρια είχαν μια υποχρέωση να περιποιούνται τυφλούς. Υπάρχει έγγραφο πού σ’ αυτό ζητούνται πληροφορίες για την κατάσταση «των έν τοΐς μοναστηρίοις τυφλών») (Γ.Α.Κ., Γενικά Μοναστηριακά, Φακ. 212, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας 1833-1859, έγγραφα 28).

[5] Τά χρόνια του εμφύλιου πολέμου, 1946-50, τα κελλιά της χρησίμεψαν πολλές φορές καταφύγιο στούς καταδιωκόμενους. Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Σχετικά θέματα:

Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους*. Χρήστος Π. Μπαλόγλου, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Δράττομαι της ευκαιρίας να ασχοληθώ με μία επιφανή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τα βιογραφικά στοιχεία του Παλαιολόγου που σχετίζονται με τις σπουδές του στην Ευρώπη και το έργο του έως την άφιξή του στην Ελλάδα. Η παρουσία και συμβολή του Παλαιολόγου αποτιμώνται μέσα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια (Ενότητα 2). Δεν είναι μικρότερης σημασίας και η παρουσία του Κωνσταντινουπολίτη λογίου κατά την περίοδο διακυβερνήσεως της χώρας από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα (Ενότητα 3). Η τετάρτη ενότητα παρουσιάζει, για λόγους πληρότητος, τον λογοτέχνη Παλαιολόγο. Τα Συμπεράσματα ανακεφαλαιώνουν τα πορίσματα της ερεύνης.

  1. Βιογραφικά στοιχεία [1]

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1794 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του Πολυπαθής. Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής» [2]. Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου [3], Ο θάνατος του Δημοσθένους, έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση [4] 

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του Esquisses de moeures turques de XIXe siecle, τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος [5].

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους [6]. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.

  1. Πτυχές της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια

Το έργο της αναδημιουργίας του Καποδίστρια αρχίζει με ανεπαρκέστατα και πενιχρότατα εφόδια, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο σχετικά ευκατάστατος θεωρούμενος χωρικός διέθετε ένα ησιόδειο άροτρο, ένα ζεύγος βοδιών για την καλλιέργεια της γης και μερικούς όνους για την μεταφορά των προϊόντων από τους αγρούς [7]. Οι περισσότεροι ήσαν αναγκασμένοι να καλλιεργούν τη γη με τη σκαπάνη και την τσάπα. Η καλλιέργεια της σικάλεως και της βρώμης ήταν άγνωστη και μόνη διαδεδομένη καλλιέργεια ήταν της κριθής και του σίτου. Τα γνωστά εισοδήματα της Ελλάδος, η σταφίδα και οι ελιές, είχαν σημαντικά μειωθεί. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ανεπιφύλακτα οι δηώσεις και οι καταστροφές που συνετελέσθησαν από την εισβολή και παραμονή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο [8].

Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη του Καποδίστρια για την ανάπτυξη της γεωργίας. Έχοντας ο ίδιος παρακολουθήσει κατά το χρόνο των σπουδών του στην Πάδοβα μαθήματα Πειραματικής Γεωργίας του Καθηγητή Pietro Arduino (728-1805), ο οποίος διηύθυνε το πρότυπο πειραματικό φυτοκομείο [9] και έχοντας επισκεφθεί τα σύγχρονα για την εποχή τους Αγροκήπια και Γεωργικά Καταστήματα στην Ελβετία και Γερμανία [10], θα διατρανώσει ότι οι γεωργοί  είναι η μόνη παραγωγική τάξη, που αξίζει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της Κυβερνήσεως. Αντίστοιχη άποψη εκφράζει και ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας [11], ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως «η σεβασμιωτέρα τάξις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος πόρος της πολιτικής ευτυχίας…». «Μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους (sc. βιοτέχνες)», γράφει ο Τρικούπης, «εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησίς του» [12]. Τους γεωργούς θεωρούσε ως τους πλέον πιστούς συμμάχους για να πλήξει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Τη συστηματική καλλιέργεια της γης θεωρούσε ως την πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την μελλοντική ευδαιμονία του ελληνικού λαού [13].

Ο Καποδίστριας, συνεπικουρούμενος από τις τοπικές αρχές, προσκαλεί τους γεωργούς να επιστρέψουν πίσω στις κατεστραμμένες πατρίδες τους, και με το αίσθημα της ασφαλείας να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα [14]. Αρωγός στην προσπάθειά του αυτή είναι οι ενισχύσεις είτε σε χρήμα είτε σε είδος των κυβερνήσεων των Μ. Δυνάμεων και των φιλελληνικών εταιρειών [15]. Πράγματι, ο Κυβερνήτης διανέμει στους γεωργούς βόδια, σπόρους και εργαλεία, προπάντων άροτρα [16].

Ο Καποδίστριας διαβλέπει την οικονομική σημασία και αξία της τεχνικής εκπαιδεύσεως, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Με την εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση των γεωργών θα προαχθεί η γεωργία και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία [17]. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η εισαγωγή της καλλιέργειας των γεωμήλων με τη βοήθεια του Ιρλανδού γεωπόνου Stevenson, η εισαγωγή νέων τεχνικών μέσων για την άροση των αγρών, η ίδρυση της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην Τίρυνθα και προτύπου αγροκηπίου [18]. Η τοποθέτηση του Παλαιολόγου στη διεύθυνση της Σχολής υπήρξε καθοριστική για την προαγωγή της γεωργίας. 

  1. Η επιλογή και τοποθέτηση του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος

 

Στα τέλη του 1828 υπογράφει ο Καποδίστριας το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας. Το ιδανικό των δύο ανδρών ήταν να ανυψωθεί όσον το δυνατόν συντομότερα ο ελληνικός λαός στο επίπεδο των λαών της Δύσεως [19]. Ο Καποδίστριας αισθανόταν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όταν με δαπάνες του φιλέλληνα Eynard και με διευθυντή τον Παλαιολόγο κατόρθωσε να ανοικοδομήσει στην Τίρυνθα την πρώτη Γεωργική Σχολή [20]. Στόχος της Σχολής ήταν να δείξει στους κατοίκους την ωφέλεια της γεωργίας και των τελειοποιουμένων εργαλείων, να φέρει νέα ζώα στο κράτος, να πολλαπλασιάσει τα δένδρα, να βελτιώσει την αμπελουργία, οινοποιία, ελαιοποιΐα, μεταξουργία κτλ. Επίσης αποσκοπούσε στην μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των γεωργών με τις συγχρόνους μεθόδους τεχνικής και παράλληλα την ύπαρξη της δυνατότητος να μεταδώσουν στους υπολοίπους Έλληνες τις γνώσεις και δεξιότητες που είχαν αποκτήσει από τη φοίτησή τους στη Σχολή.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Παρόλο που το φθινόπωρο του 1829 θεωρείται οριστική η ίδρυση του Αγροκηπίου, εν τούτοις τον Φεβρουάριο του 1830 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η πλήρης εγκατάστασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Καποδίστρια της 20ης Φεβρουαρίου 1830 προς τον Eynard, στην οποία του επισημαίνει: «Κατασκευάζεται η σύσταση ενός προτύπου γεωργικού αγροκηπίου, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε αξιόλογη γη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τα άροτρα τα οποία έχουν έλθει από τη Γαλλία, χρησιμοποιήθησαν αρκετά. Μας απομένει να κατασκευάσουμε το οίκημα, τις αποθήκες, τα ζωοστάσια, τα εργαστήρια και να αγοράσουμε βοοειδή. Εάν ολοκληρωθεί το έργο αυτό, θα βοηθήσει σε μέγιστο βαθμό τη βελτίωση της γεωργίας του τόπου. Για τη διαδικασία αυτή μεγάλη ήταν η συμβολή του Κυρίου Παλαιολόγου γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε πολύ».

 Ο Παλαιολόγος είναι εκείνος που θα προκρίνει τον τόπο εγκαταστάσεως του Αγροκηπίου. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την εγκατάσταση του Καταστήματος και του Αγροκηπίου ήταν μεταξύ ΆργουςΝαυπλίου, πάνω στον μεγάλο δρόμο. Ο δρόμος είχε προοπτικές να γίνει βαθμιαία εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διέλευση των αμαξιών, καθώς και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων. Στη θέση αυτή και ειδικότερα προς την πλευρά της θαλάσσης υπήρχαν αρκετοί βάλτοι, οι οποίοι είχαν αποξηρανθεί και θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε πολλά και γόνιμα χωράφια. Ποτάμια και πηγάδια δεν υπήρχαν κοντά στην περιοχή, επειδή όμως ο τόπος ήταν χαμηλός, το νερό θα μπορούσε να βρεθεί και να εξαντληθεί εύκολα. Οι πέτρες των ερειπίων της Τίρυνθος θα χρησίμευαν για την κατασκευή των αναγκαίων οικοδομών. Οι οικοδομές αυτές θα αποτελούνταν από το κτήριο, στο οποίο θα στεγάζεται ο διευθυντής, οι επιστάτες και οι υπηρέτες γεωργοί, από ένα αγελαδοστάσιο, ένα προβοτοστάσιο, τους στάβλους των βοδιών και αλόγων, από μία σιταποθήκη, έναν αχυρώνα, το τμήμα παραγωγής οίνου, μετάξης και τυριού. Επίσης, θα αποτελείται από το σχολείο και το Ορφανοτροφείο, όπου θα κατοικούν και θα διδάσκονται τη γεωργία είκοσι περίπου άποροι νέοι. Κοντά στο κατάστημα θα προσδιορισθεί μέρος της γης, το οποίο θα ετοιμάζεται για να δεχθεί σπόρους και φυτά διαφόρων δένδρων.

Ένας δεύτερος σκοπός του Καταστήματος είναι η διδασκαλία της χρήσεως των διαφόρων τελειοποιημένων εργαλείων και ειδικότερα αρότρων, τα οποία απέστειλαν οι Φιλέλληνες της Γαλλίας. Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο πρώτος εισηγητής εισαγωγής προηγμένης τεχνολογίας στην Ελλάδα, η οποία θα βελτιώσει την παραγωγή, αλλά και την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, που θα συντελέσουν στη διατροφή του χειμαζομένου από την πείνα λαού [21].

  1. Οι απόψεις του Παλαιολόγου περί Γεωργίας

Ενωτισμένος ο Παλαιολόγος από την προτροπή και θέση του Ξενοφώντος στον Οικονομικό, ότι η γεωργία είναι η «μήτηρ πασών των τεχνών» [22], υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι η πρώτη τέχνη που εφεύρε ο άνθρωπος. Ακολουθώντας το σχήμα των σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου από τον πρωτόγονο τρόπο διαβιώσεως, όπου αυτόδοτα έδιδε τα αγαθά η φύση έως την εμφάνιση του πολιτισμένου βίου [23], θα διακηρύξει τη συμβολή της γεωργίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μετέβη από τον άγριο στον πολιτισμένο βίο [24]. Η γεωργία ως πηγή της βιομηχανίας και του εμπορίου είναι η βάση της δυνάμεως και της ανεξαρτησίας των εθνών. Η πολύτιμη αυτή τέχνη, η οποία ήταν πολύ παραμελημένη στην Ελλάδα έχει ανάγκη μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως [25].

 

Γεωργικά εργαλεία. Δημοσιεύεται στο: Γρ. Παλιολόγου, «Γεωργική και οικιακή οικονομία», τομ. Ά, σελ. 76, Ναύπλιο, 1833.

 

Καίρια και χωρίς μικρότερη σημασία είναι η συνεισφορά του Παλαιολόγου στο διαφωτισμό του λαού για αγροτικά θέματα και ειδικότερα στον τρόπο καλλιεργείας και επεξεργασίας διαφόρων προϊόντων. Για το σκοπό αυτό συνέγραψε μία σειρά άρθρων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (ΓΕΕ) [26] υπό τον γενικό τίτλο «Γεωργία» και με υπότιτλο το ερευνώμενο θέμα. Άξιον προσοχής είναι το άρθρο του με τον τίτλο «Γεωργία», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος [27] και αυτοτελώς [28] και επέχει θέση πλήρους γεωργικού προγράμματος της Ελλάδος. Παράλληλα, προτίθετο και ο ίδιος να διδάξει τη γεωργία σε δημόσια απλά μαθήματα, πράγμα του όπως φαίνεται δεν πραγματοποιήθηκε [29].

  1. Η απομάκρυνση του Παλαιολόγου από το Αγροκήπιο

 Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες [30]. Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι – ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο [31]. Ο Γάλλος περιηγητής Michaud, επιφυλακτικός στις κρίσεις του, μάλλον αποδοκιμάζει την πορεία των εργασιών στο Γεωργικό Σχολείο, οι οποίες αποβλέπουν στη μίμηση ξένων προτύπων ιδρυμάτων, κυρίως γαλλικών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίματος κατά την καλλιέργεια των διαφόρων προϊόντων ούτε και τις συνήθειες των λαών [32].

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Έως τα τέλη του 1831 ο Παλαιολόγος συνεχίζει να υπηρετεί και να αγωνίζεται για τη γεωργική εκπαίδευση του λαού. Αψευδής μάρτυς η συνεχής αρθρογραφία του στην εφημερίδα Αθηνά [33]. Η δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) δε σημαίνει την οριστική απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο. Το αντίθετο, μάλιστα. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος [34], η οποία είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισε τον Παλαιολόγο στη θέση του διευθυντού του Αγροκηπίου στις 21 Απριλίου 1832. Τη θέση αυτή διατήρησε έως τα τέλη Αυγούστου 1832, οπότε αποχώρησε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συντηρούσε ιδιωτικό κήπο. Τούτο φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια: «Στα τέλη του Αυγούστου του 1832, φύτεψα τρεις οκάδες πατάτες στο περιβόλι της Αθήνας».

  1. Η συγγραφική δραστηριότητα του Παλαιολόγου

 Η προσπάθεια του Παλαιολόγου για την πνευματική και πολιτιστική προαγωγή των γεωργών συνεχίζεται και μετά την οριστική του απομάκρυνση από το Αγροκήπιο. Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Το έντυπο κυκλοφορείται κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου του εντύπου. Ο Παλαιολόγος το αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό, προστάτη της γεωργίας. Ο κυριότερος σκοπός της εκδόσεώς του είναι η βελτίωση της γεωργίας, των τεχνών και του εμπορίου.

Το περιοδικό κυκλοφορήθηκε σε 39 τεύχη. Τόσο πολλή ήταν τότε η κομματική εμπάθεια, ώστε να κατασχεθεί το υπ’ αριθμ. 25 φύλλο του περιοδικού από την εισαγγελική αρχή και δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει να εκδίδεται. Η καταπολέμηση κάθε προσπάθειας του Παλαιολόγου υπέρ της γεωργίας και κτηνοτροφίας της χώρας, η απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο σε συνδυασμό με την αχρήστευση της Σχολής της Τίρυνθος από τον εμφύλιο του 1832 χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή. Η αυθαιρεσία της πολιτείας και η αδιαφορία της κοινωνίας οδήγησαν τον Παλαιολόγο στη διακοπή λειτουργίας του περιοδικού [35].

Από το α’ έως το ζ’ φύλλο δημοσίευε περίληψη των περιεχομένων των εφημερίδων του Ναυπλίου Αθηνά, Χρόνος και Ήλιος. Στα φύλλα 1 και 3 δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Βιομηχανία» και σε υποσημείωση αναφέρεται, ότι η βιομηχανία είναι όρος γενικός και περιλαμβάνει τις τέχνες, τη γεωργία και το εμπόριο. Στο φύλλο 2 δημοσιεύει μελέτη με τον τίτλο «Γεωργία», η οποία είναι συνέχεια της προηγούμενης μελέτης που δημοσίευσε στο φύλλο 1. Στα υπ’ αριθμ. 4 και 5 φύλλα δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνη απο τις Αρχες δια την πρόοδον της γεωργίας». Το φύλλο 6 αναφέρεται στο θέμα της κτηνοτροφίας. Στο φ. 7 δημοσιεύονται «Οδηγίες» για τη σύναξη οψίμων καρπών. Αξία προσοχής είναι η υποδεικνυομένη δοκιμή ξηρού αραβοσίτου για τη λήψη της δεκάτης. Στα υπ’ αριθμ. 5,7 και 10 φύλλα δημοσιεύεται επιστολή που αφορά τις ενοικιάσεις γεωργικών προϊόντων και τους δεκατισμούς τους. Στο φ. 8 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τον αραβόσιτο. Στο υπ’ αριθμ. 9 φύλλο δημοσιεύεται εγκύκλιος της 12ης Ιουλίου 1833, η οποία απευθύνεται στους Εφόρους και αναφέρεται στις εισπράξεις της αμπέλου και των σταφίδων. Στο φ. 10 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τη διατήρηση του σίτου και στο φ. 11 άρθρο σχετικό με την οινοποιία. Στα φ. 17,19,20, 26 και 27 γίνεται λόγος για το γάλα και την τυροποιΐα και μεταφέρει τα σχετικά κεφάλαιο του έργου του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Στο φ. 24 (14-10-1833) δημοσιεύεται άρθρο με θέμα το δασμό της λιανοσταφίδος. Στο φ. 27 γίνεται λόγος για το θεό Τριπτόλεμο, στο φ. 29 αναφέρεται στις δενδροφυτείες και στο φ. 31 για τα φιστίκια. Παράλληλα, δίδει οδηγίες για το πώς διατηρούνται και πως πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πούπουλα και τα φτερά των πτηνών. Στα φ. 34 και 37 γίνεται λόγος για την αμπελουργία.

Συναφές με το αντικείμενο του Τριπτολέμου είναι και το δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία [36]. Το έργο αυτό παρέχει πλούσιο υλικό για την κατάσταση της γεωργίας την εποχή αυτή. Έκδηλη είναι στο έργο αυτό η εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και επιστημονική του κατάρτιση, ο πατριωτισμός και ο πόθος του για τη γεωργική πρόοδο του Νέου Ελληνισμού.        

  1. Η συμβολή του στην εμπέδωση βιομηχανικής συνειδήσεως

Κατ’ εντολήν της Αντιβασιλείας που αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κράτους με την έλευση του Όθωνος τον Ιανουάριο του 1833 (30 Ιανουαρίου 1833) συντάσσει έκθεση με τον τίτλο «Γεωργία και Βιομηχανία», την οποία δημοσιεύει στην εφημερίδα Αθηνά [37]. Η εμπορική δραστηριότητα της χώρας είναι περιορισμένη, επειδή η βιομηχανία είναι σχεδόν νεκρή και η γεωργία σε νηπιακό στάδιο. Η χώρα δεν αγοράζει μόνον προϊόντα, τα οποία δε παράγει, αλλά και άλλα ομοειδή με τα εγχώρια και, το χειρότερο απ’ όλα, το συνάλλαγμα για την πληρωμή τους προέρχεται από δάνεια του εξωτερικού και όχι από εξαγωγές προϊόντων. Για τη βελτίωση της καταστάσεως προτείνεται σε πρώτη φάση σε πρώτη φάση η ίδρυση τριών ή περισσοτέρων προτύπων κτημάτων διδασκαλίας της επιστημονικής καλλιέργειας της γης και εθνικού χειροτεχνείου για την παρασκευή εργαλείων. Αξιοσημείωτο είναι ότι προτείνεται ως κίνητρο σε όποιον μαθητευόμενο εφαρμόσει διδάγματα που θα αντλήσει από το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο, την πληρωμή μόνο του ημίσεος της δεκάτης. Τοιουτοτρόπως, η παιδεία θα βελτιωθεί και οι τέχνες θα προοδεύσουν. Επιτροπή για τη φροντίδα γεωργίας-βιομηχανίας θα συντονίσει τις απαραίτητες ενέργειες για την οικονομική πρόοδο του τόπου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βιομηχανία μέλλει να υπάρξει μόνον ως κλάδος επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και όταν η αγροτική παραγωγή ακμάσει [38].

Ο Παλαιολόγος είναι ο πρώτος, ο οποίος ασχολείται με τη βιομηχανία, εξ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε. Κάνει λόγο για εγχώρια βιομηχανία και καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη διάδοσή της. «Τρία σημαντικά αντικείμενα, τα οποία κατ’ εξοχήν πρέπει να σύρουν την προσοχή μιάς φωτισμένης και πατριωτικής διοικήσεως», επισημαίνει ο Παλαιολόγος, «είναι η γεωργία, η βιομηχανία και το εμπόριον» [39]. Στις προτάσεις του ο Παλαιολόγος φαίνεται επηρεασμένος από τις απόψεις του Γάλλου οικονομολόγου J. B. Say, ο οποίος διατυπώνει ιδέες περί βιομηχανίας και δίδει έμφαση στον επιχειρηματία ως παραγωγικό συντελεστή.

Σημαντική είναι και μία άλλη πτυχή της συμβολής του Παλαιολόγου, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Στις 9/21 Μαρτίου 1833 ο «μηχανικός» Παλαιολόγος, υποψήφιος για τη διεύθυνση των έργων, και ο λοχαγός Μηχανικού Σταυρίδης υπέβαλαν ένα σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου Άργους – Ναυπλίου και δύο προϋπολογισμούς [40].

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Στην έκθεσή του για την προαγωγή της Βιομηχανίας επισημαίνει ότι η δύναμη και η ευδαιμονία κάθε έθνους εξαρτάται από την πρόοδο και ευτυχή κατάσταση των τριών παραγωγικών τομέων, του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία θα έχει ως σκοπό να διδάξει τους γεωργούς, να τους προσφέρει νέες και χρήσιμες γνώσεις, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τη γεωργία με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η Κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει στην εισαγωγή νέων και συγχρόνων αρότρων, στην κατασκευή αγροκηπίων, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στη φύτευση διαφόρων δένδρων και φυτών. Η συμβολή της Κυβερνήσεως με τον τρόπο αυτό θα έχει θετικά αποτελέσματα. Αρκετοί γεωργοί θα δουν τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας και με τη σειρά τους θα εφαρμόσουν τις νέες μεθόδους.

Η σύσταση βιομηχανικών καταστημάτων από την Κυβέρνηση θα βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας. Δεν είναι λίγοι οι ξένοι, οι οποίοι θα ήθελαν να προβούν σε επενδύσεις στη χώρα μας, όμως φοβούμενοι την κακή διοίκηση της χώρας φοβούνται να προβούν σε τέτοιου είδους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν όμως καταστεί στους ξένους υποψηφίους επενδυτές γνωστό ότι μπορούν  να διασφαλισθούν οι επενδύσεις τους, τότε αυτοί θα αποπειραθούν μία τέτοια πρωτοβουλία. Παράλληλα, η κατασκευή οδικού δικτύου και η ανάπτυξη των συγκοινωνιών με έναν τρόπο, ώστε ο τόπος παραγωγής να συνδέεται με τον τόπο καταναλώσεως προάγει την οικονομία.

Τέλος, προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, αποτελουμένης από εμπείρους Έλληνες και ξένους, φιλέλληνες, οι οποίοι αμισθί θα μπορούν να παρέχουν συμβουλές στην Κυβέρνηση. Ο Γραμματέας των Εσωτερικών ή της Οικονομίας θα προΐσταται της Επιτροπής [41].

Η πρόταση του Παλαιολόγου, υποβληθείσα στην Αντιβασιλεία, πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του Όθωνος. Πράγματι με το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 1837 συστάθηκε η «Επιτροπή επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας» (ΦΕΚ 5/9-2-1837) [42]. Ο Παλαιολόγος διετέλεσε το 1837 μέλος της Επιτροπής [43]. Έως το 1838 υπηρετεί στο Γραφείο Δημοσίας Οικονομίας, το οποίο απηχεί την προσπάθεια εφαρμογής των σαινσιμονιστικών ιδεών στην Ελλάδα [44].

Τελευταία προσπάθεια του Παλαιολόγου να επανέλθει στο γεωργικό στίβο γίνεται το 1837, όταν ζητεί από την Κυβέρνηση να του δώσει τα μέσα που χρειάζεται για να ιδρύσει στον κήπο του, στην Αθήνα, ένα πρότυπο τυροκομείο. Αντιμετωπίζει, όμως, την κομματική αντίδραση, η οποία τον σαρκάζει, τον ειρωνεύεται, τον αποκαλεί αμαθή, εκμεταλλευτή και αποκρούει κάθε ενίσχυσή του για οποιαδήποτε πραγματοποίηση των επιθυμιών και σχεδίων του [45].

  1. H δραστηριότητα του Παλαιολόγου ως λογοτέχνου

Κατά το 1839 ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι το διάστημα αυτό δεν είχε κάποια σπουδαία εργασία να τον απασχολεί, γι’ αυτό και αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα Ο Πολυπαθής [46]. Ο μυθιστοριογράφος μας δηλώνει ότι στο βιβλίο αυτό προσπαθεί να ενώσει το «ηδύ» με το «ωφέλιμο». Ο ήρωας του βιβλίου φέρει το όνομα Αλέξανδρος Φαβίνης και περιγράφεται η ιστορία της ζωής του από την κοιλιά της μητέρας του έως την ηλικία των 65 ετών. Ο πρωταγωνιστής του Παλαιολόγου έζησε σε πάρα πολλούς τόπους και άσκησε τα κυριότερα επαγγέλματα. Υπήρξε υπουργός, δικαστής, άρχοντας, υπηρέτης, στρατιώτης, δάσκαλος, έμπορος και διανοούμενος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πλούτισε και δυστύχησε πολλές φορές, βρέθηκε σε πολέμους και κινδύνους, ναυάγησε, έζησε το φόβο της πειρατείας, έπεσε στα χέρια ληστών, βοηθήθηκε και κατατρέχθηκε από δυνατούς, εξορίσθηκε, αιχμαλωτίσθηκε, άλλαξε ακόμα και θρησκεία, ερωτεύθηκε, απατήθηκε από γυναίκες και άνδρες, φυλακίσθηκε, έμεινε έγκλειστος σε φρενοκομείο  και τέλος αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

Διηγούμενος τη βιογραφία του παριστάνει με τρόπο κωμικό όλες τις ελλείψεις της τότε κοινωνίας, τα πάθη και τα παθήματα του ανθρώπου από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα γεράματα. Εξιστορεί όλα τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνών, των Κυβερνήσεων και των Αυλών. Στιγματίζει με τρόπο θεατρικό και επιδέξιο την αυθαιρεσία, τη δεισιδαιμονία, τη θεοβλάβεια, την ασελγία, τη φιλαργυρία, την κολακεία, την ασωτία, την αλαζονεία, την υπουλότητα, τη χαμέρπεια, καθώς επίσης τις διάφορες καταχρήσεις, τις παρεκτροπές και κυρίως την αγυρτεία όλων των τάξεων της κοινωνίας από τον ηγεμόνα έως τον υπηρέτη.

Στον Πολυπαθή παρατηρείται η ζωηρή φαντασία του Παλαιολόγου, η αγχίνοια, η εύρεση, η ποικιλία των περιπετειών, η υποστήριξη των διηγήσεων με διάφορες καταστάσεις, οι οποίες έχουν διαδραματισθεί και η κομψότητα στην περιγραφή. Επίσης φαίνεται η βαθειά αίσθηση των καλλονών του χαρακτήρα, της φύσεως και της τέχνης, η ικανή εκτίμηση της αρετής και η δίκαιη εκλογή της κακίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά βοηθούν τη ψυχή του αναγνώστη να διακρίνει τα ωφέλημα και αξιέπαινα ιδιώματα στην κοινωνία και την αποστροφή προς τα μικροπρεπή και τα ολέθρια. Όλα αυτά είναι πολλά από τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος [47].

  1. Το δεύτερο σημαντικό του έργο Ο Ζωγράφος

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Ο Ζωγράφος».

Το 1842 μας δίνει ο Γρηγόριος Παλαιολόγος το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο Ζωγράφος [48]. Θεωρητικά Ο Ζωγράφος πρέπει να αποτελεί μία εξέλιξη και πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα. Στο έργο αυτό, ο ήρωας δεν έχει την ιδιότητα του καλλιτέχνη και το θέμα δε σχετίζεται προς το χώρο των εικαστικών τεχνών. Ο τίτλος εδώ είναι υπαινικτικός. Με τον Ζωγράφο ο παλαιολόγος δηλώνει ότι πρόκειται για έργο με σαφή πρόθεση να εικονογραφήσει μία εποχή.

Ο θεματικός χώρος, τον οποίο επέλεξε ο μυθιστοριογράφος για την εικονογραφία του είναι η πολιτική. Ο ήρωας του ο Φιλάρετος εγκαταλείπει την επαρχία για να σταδιοδρομήσει στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και δίνεται έτσι η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μέσα από ουδέτερο κλίμα, τόσο η αναγκαία αναδρομή στο παρελθόν για να στηθεί το κατάλληλο σκηνικό, όσο και η παρουσίαση του αθηναϊκού περιβάλλοντος, μέσα από το πρόσωπο του πολιτευτή θείου του ήρωα και της οικογενείας του. Από τα μέσα όμως περίπου του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη της αφηγήσεως στον ήρωα. Ο άξονας μέσα στον οποίο θα διαδραματισθεί το μυθιστόρημα είναι «πολιτική και έρωτας».

Με άξονα λοιπόν την πολιτική ζωή θα στήσει ο Παλαιολόγος το μυθιστόρημά του. Φυσικά δε του αρκεί το στοιχείο αυτό, αφού σύμφωνα με τους κλασσικούς κανόνες του παιχνιδιού θα πρέπει να προσφέρει και μία ερωτική ιστορία. Ο κεντρομόλος όμως ρόλος, τον οποίο έχει χαρίσει στην πολιτική, θα τον υποχρεώσει να υποτάξει και την ιστορία αυτή μέσα στο χώρο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά όμως η μεταχείριση του ερωτικού στοιχείου στο μυθιστόρημα ποτέ δεν οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Ο παλαιολόγος χρησιμοποιεί στο έργο αυτό ένα πολύ ειρωνικό ύφος, με το οποίο εκδικείται και γελοιοποιεί την τότε νεαρή αριστοκρατία της Ελλάδος [49]. 

  1. Η σχέση ανάμεσα στα δύο έργα

Μπορούμε να δούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, αλλά επίσης μπορούμε  να δούμε και τη μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο. Με άλλα λόγια είμαστε σε θέση να δούμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβαίνει ο ίδιος από τον Πολυπαθή στον Ζωγράφο. Και τα δύο έργα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα «ελαττώματα της κοινωνίας» και οι «ανθρώπινες παρεκτροπές» κατολισθαίνουν από τον ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίο κινείται με σχετική άνεση ο ήρωας του Πολυπαθούς, στη στενάχωρη, γεωγραφικά και ηθικά, νεοελληνική επικράτεια και ακόμη ειδικότερα νεοελληνική πρωτεύουσα, μέσα στην οποία κινείται ο ήρωας του Ζωγράφου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία διαφορά επιπέδου ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, την οποία και θα πρέπει να διακρίνει ο αναγνώστης, για να είναι σε θέση να δει και την θεματική διαφορά που τα διακρίνει. Άλλωστε ο ίδιος ο Παλαιολόγος αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί μέσα από το έργο του Ο Ζωγράφος για τον Πολυπαθή [50]

11. Τελικές Παρατηρήσεις

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος υπήρξε μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του νεοελληνικού βίου που προσπάθησε «λόγω τε και έργω» να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γεωργίας, κτηνοτροφία και βιομηχανίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η προσωπικότητα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και ανάπτυξη του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Μέσα από τη λειτουργία του Αγροκηπίου, καθώς επίσης και μέσα από τις μελέτες και τα άρθρα που έγραψε για θέματα γεωργίας και βιομηχανίας έδειξε την εργατικότητά του, το πάθος και το ζήλο με τα οποία μπορούσε να επιδοθεί σε αυτά που έκανε. Οι ικανότητές του, αν είχαν περισσότερο αξιοποιηθεί από την Πολιτεία, θα συνέβαλαν στην αναδημιουργία και ανασυγκρότηση της χώρας μετά από τον επταετή πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό. Αγαπούσε την πατρίδα του και έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πρόοδό της. Φθονήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους συγχρόνους του και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Τις ευχαριστίες μου θέλω να εκφράσω στην Κυρία Μαρίνα Παπανικολάου, πτυχιούχο του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την ουσιαστική της βοήθεια στην αναζήτηση και αποδελτίωση του περιοδικού Τριπτόλεμος. Οποιαδήποτε σφάλματα ή παραλείψεις βαρύνουν τον γράφοντα.

[1] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Γρηγορίου Παλαιολόγου εις Revue Encyclopédique 36 (Δεκέμβριος 1827) 760. Β. Κριμπά, «Περί Γρηγορίου Παλαιολόγου», εις: Τελετή εις την μνήμην των εκλιπόντων διαπρεπεστέρων γεωπόνων κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν. Αθηναι 1936, σσ. 16-18. Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθήναι 1936. Πλούσιο υλικό στο έργο του Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, τόμ. Α’. Αθήναι 1921 [ανατ. ΑΤΕ 1976], τόμ. Α’, σσ. 293-352. Πρβ. την εκτενή, εμβριθή Εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου στην ανατύπωση του έργου του Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, Αθήνα: Ερμής, 1989 [ΝΕΒ 52]. Γ. Δημακοπούλου, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Αθήνα: Εταιρεία Αρχειακών Εκδόσεων και Μελετών , 2001, σσ. 70-74, 132-134.

[2] Πρβ. επιστολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου προς J. Bowring (14.11.1824), δημοσιευμένη εις Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνήμων 9 (1984) 247-254, εδώ σσ. 252-253.

[3] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Ν.Σ. Πίκκολου εις Εμμ. Πρωτοψάλτη, «Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του», Αθηνά 68 (1965).

[4] Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του…», ό.π. σ.252.

[5] Α. Αγγέλου, «Εισαγωγή: Το Ρομάντσο του Νεοελληνικού Μυθιστορήματος», εις Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής. Αθήνα: Ερμής, 1989, σ. 120*.

[6] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής …ό.π., τόμ. Α’, σσ. 297-298.

[7] Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration. Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Α’. Η πολιτική κατάσταση και ειρήνευση της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη, 1972, σ. 203.   

[8] Για την κατάσταση της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων βλ. Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration.Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Τα μέσα για την επίτευξη της ανοικοδομήσεως της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη , 1972, σ. 226. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Η’, τελευταίος (1828-27 Σεπτ. 1831):Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του Νεοελληνικού Κράτους. Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 212 –238.

[9] Φρ. Αλβάνα, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αττικόν Ημερολόγιον 1888, σ. 278. Γρ. Δαφνή, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα: Ικαρος, 1977, σ. 245.

[10] Ελένης Κούκκου και Ερασμίας Παυλώφ-Βαλμά, Ιωάννης Καποδίστριας. Ανέκδοτη αλληλογραφία με τους PhilippeEmmanuel de Fellenberg και Rudolf Abraham de Schiferli 1814-1827. Κέρκυρα 1996. Πρβ. C. Baloglou, «Capodistrias’ interest in agricultural economics and education», Μésogeios 9-10 (2000) 225-228.

[11] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία(1809). Αθήνα: Bαγιονάκη, 1989, σ.99.    

[12] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2η έκδοση, τόμ. Δ’ Αθήνα: Γιοβάνης, 1978, σ. 220.

[13] G. L. von Maurer, Das griechische Volk in geschichtlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. Juli 1834. Heidelberg 1835, ελλ. μτφ. υπό Όλγας Ρομπάκη, με τίτλο, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834. Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τ. Βουρνά. Αθήνα: Τολίδη, 1976, τόμ. Α’, σσ. 445-446. 

[14] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας… ό.π., τόμ. Α’, σσ. 237-238. 

[15] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του… ό.π., σσ. 217-218.

[16] Σπ. Θεοτόκη, Αλληλογραφία Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831. Αθήναι 1929, σσ. 63-65. Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της… ό.π.,  τόμ. Α’, σσ. 262-266. 

[17] Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β’. Αθηνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σ. 487. 

[18] Πρβ. τις επιστολές του προς Εϋνάρδο 19/31 Δεκεμβρίου 1829 (Correspondance , τ. 3, σσ. 430-431. Α.Ι.Κ., τόμ. Ι’, σσ. 5-6), 25 Δεκεμβρίου 1829/6 Ιανουαρίου 1830 ( Correspondance, τ. 3, σσ. 434-438. Α.Ι.Κ. , τόμ. Ι’, σσ. 7-9). 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1830 (Correspondance, τ.3, σσ. 485-494. Α.Ι.Κ. τόμ. Ι’, σσ. 13-18). Βλ. Σπ. Λουκάτου, «Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθος στα καποδιστριακά χρόνια», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1985, σσ. 65-83.

[19] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου…, ό.π, τόμ,. Η’, σσ. 217-222. 

[20] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήνα: Yπουργείο Γεωργίας, 1936.

[21] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας…, ό.π, σσ. 300-308.

[22] Ξενοφώντος, Οικονομικός V 17.

[23] H θεωρία των τεσσάρων σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου αποτελεί κοινό τόπο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στους Γάλλους και Σκώτους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Πρβ. Χ. Μπαλόγλου, «Η περί τεσσάρων σταδίων θεωρία οικονομικής αναπτύξεως στους Νόμους και η Σκωτική Πολιτική Οικονομία», Πλάτωνος Νόμοι. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Μαϊου2001), επιμ. Εμμ. Μικρογιαννάκη. Αθήνα:Σάκκουλας, 2003, σσ. 193-206. 

[24] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. α’.

[25] Γρ. Παλαιολόγου,Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. ιθ’.

[26] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία. Αμπελουργία», ΓΕΕ, φ. 28, 5 Απριλίου 1830, σσ. 110-11. Του Ιδίου, «Γεωργία. Περί οινοποιϊας», ΓΕΕ , φ. 67, 20 Αυγούστου 1830, σ. 276. Του Ιδίου, «Περί γεωμήλων», ΓΕΕ , φ. 22, 21 Μαρτίου 1831, σ. 116. Του Ιδίου, «Αιτία ακαρπίας των καρποφόρων δένδρων», ΓΕΕ , φ. 23, 25 Μαρτίου 1831.

[27] ΓΕΕ φ. 10, 1 Φεβρουαρίου 1830, σσ. 38-40.

[28] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργία. Η πατρική Κυβέρνησις της Ελλάδος βλέπυσα την λυπηράν κατάστασιν…Εν Ναυπλίω την 25 Ιανουαρίου 1830. Ο Έφορος των εθνικών κτημάτων και Διευθυντής του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος Γρηγόριος Παλαιολόγος. 

[29] Ελένης Μπελιά, «Η «Ηώς» και η «Αθηνά» του Ναυπλίου», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον, 4-6 Δεκεμβρίου 1976). Εν Αθήναις 1979, σσ. 219-244, εδώ σ. 231

[30] Πρβ. τις επιστολές του ιδίου του Παλαιολόγου προς τον Κυβερνήτη από 27 Φεβρουαρίου και 26 Μαϊου 1831, φακ. 490, έγγρ. 23 και 24 του Αρχείου Καποδίστρια, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[31] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τόμ. Δ’: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν (2 Απριλίου 1827-25 Ιανουαρίου 1833). Μέρος Α’: 1827-1831. Εισαγωγή Κ. Διαμάντη. Αθήναι 1970, σ. 152.

[32] Μ. Michaud-Poujoulat, Correspondance d’Orient (1830-1831), τόμ. 1ος. Bruxelles 1841, σ. 62, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[33] Για έναν πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Παλαιολόγου στην εφημ. Αθηνά , βλ. Ελένης Μπελιά, « Η «Ηώς» …», ό.π., σ. 244. 

[34] Η περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) και στην άφιξη του Όθωνος, ως βασιλέα της Ελλάδος (20 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1833) έχει καθιερωθεί στην ιστορική επιστήμη ως η «περίοδος της Αναρχίας». Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας (1831-1833). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1984. Πρβ. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων. Εισαγωγή-Σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τόμ. Γ’. Αθήνα 1942 [ανατ. Δημιουργία 1998], σσ. 457-460. G. Finlay, History of the Greek Revolution and the Reign of King Otho.London 1877, μτφ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πρόλογος Γ. Κορδάτου. Επιμέλεια και σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Αθήνα: Ο Κόσμος, n.d., σσ. 235-270. Στ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. Α’. Η «Ελληνική Πολιτεία» (1828-1832). Ιωάννινα 1979, σσ. 88-103.  

Η πρώτη  τριμελής Διοικητική Επιτροπή που συστήθηκε την επομένη της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, αποτελουμένη από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, συνεκάλεσε την Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (5/17 Δεκεμβρίου 1832), χωρίς την παρουσία του Κωλέττη, ο οποίος είχε προσχωρήσει στους «αντικυβερνητικούς», και εψήφισε στο Ναύπλιο την 15/27 Μαρτίου 1832, το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα», το οποίο λόγω του εμφυλίου πολέμου ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Η ουσιαστική παρέμβαση των ξένων λόγω του εμφυλίου πολέμου οδήγησε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια στην παραίτηση και στη φυγή του από την Ελλάδα (28 Μαρτίου/9 Απριλίου 1832). Η πενταμελής Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μεταξά, Βουδούρη και Κωλέττη έδωσε τη θέση της σε επταμελή των Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Α. Ζαίμη, Α. Μεταξά, Ιω. Κωλέττη, Δ. Πλαπούτα και Σπυρ. Τρικούπη, του προέδρου αυτής εναλλασσομένου κατά μήνα, αρχής γενομένης με τον Κουντουριώτη. Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, τόμ. Α’. Αθηναι: Πάπυρος, 1966, σσ. 88-90.  

[35] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήναι 1936, σ. 44.

[36] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, τόμ. Β’. Αθήναι 1835 [ανατ. Αθήναι 1887].

[37] Γρ. Παλαιολόγου, «Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833, αναδημ. εις Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθηναι : Yπουργείον Γεωργίας, 1936, σσ.  34-40, αναδημ. εις Μ. Ψαλιδοπούλου, επιμ., Κείμενα για την ελληνική βιομηχανία τον 19ο αιώνα. Φυσική εξέλιξη ή προστασία; Aθήνα: Τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1994, σσ. 25-45.  

[38] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 45.

[39] Γρ. Παλαιολόγου, « Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», ένθ’αν., εις Μ. Ψαλιδόπουλον, επιμ., Κείμενα για την …, ό.π., σ. 29.

[40] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 236.

[41] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία και Βιομηχανία. Έκθεση παρουσιασθείσα στην Γραμματεία της Επικρατείας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833.

[42] Αναδημοσιεύθηκε στου Λ. Καλλιβρετάκη, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Μορφωτικόν Ινστιτούτον ΑΤΕ, 1990, Παράρτημα 4, σσ. 358-362. 

[43] Εφημ. Αθηνά φ. 475 (29.9.1837) , σ. 1959.

[44] Δεν αποκλείουμε να επηρεάσθηκε ο Παλαιολόγος από τη διδασκαλία του Saint-Simon κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία, αν και ουδαμού αναφέρεται ότι υπήρξε οπαδός του Γάλλου οικονομολόγου και φιλοσόφου. Χ. Μπαλόγλου, «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον ελλαδικό χώρο 1825-1837», Σπουδαί 53 (3) (2003) 77-108.

[45] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν… ό.π., σ. 56.

[46] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, τόμ. Α’. Αθήναι 1839, τόμ. Β’. Αθήναι 1840 [ανατ. 1989]. Πρβ. Μαλαματάρη – Φαρίνου, «Ελληνικός Ζιλβάζιος; Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας,  Α(1991) 297-324. Η. Τοnnet, «Επιδράσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα στην ελληνική πεζογραφία από τον Ρήγα και τον Στέφανο Δημητριάδη έως τον Γρηγόριο Παλαιολόγο», Παρνασσός ΜΑ’ (1999) 5-14.    

[47] Γρ. Παλαιολόγου, ό.π., σσ. 247-253.

[48] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, τόμοι Α’-Β’. Αθήναι 1842 [ανατ. Με φιλολογική επιμέλεια Α. Αγγέλου. Αθήνα 1989 [Ίδρυμα Ελένης και Κώστα Ουράνη αρ.7]. Πρβ. Απ. Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Αθήναι 1958, σσ. 61-65.

[49] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σσ. 18-24.

[50] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σ. 138.

 

Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Πανεπιστήμιο  Πελοποννήσου Σχολή Καλών ΤεχνώνΠρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών: «Θέατρο και Κοινωνία: Θεωρία, Σκηνική πράξη και Διδακτική»


                    

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου προκηρύσσει για πρώτη χρονιά Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) με τίτλο: «Θέατρο και Κοινωνία: Θεωρία, Σκηνική πράξη και Διδακτική» για το ακαδημαϊκό έτος 2018-19, το οποίο απονέμει Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Δ.Μ.Σ.) με τις ακόλουθες ειδικεύσεις:

Α. «Θεατρολογία»

Β. «Σκηνική Πρακτική: Διδακτική και Κοινωνικές Εφαρμογές»

Η ελάχιστη χρονική διάρκεια  για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) ορίζεται σε τρία (3) ακαδημαϊκά εξάμηνα (δύο διδακτικά εξάμηνα και ένα εξάμηνο για την εκπόνηση της διπλωματικής εργασίας).  Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι υποχρεωτική. Για τον καθορισμό των ημερών πραγματοποίησης των μαθημάτων θα ληφθεί υπόψη η διαθεσιμότητα των διδασκόντων και των μεταπτυχιακών φοιτητών ανάλογα με την ειδίκευση.

Στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών θα γίνουν δεκτοί, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις και συνεκτίμηση των υπολοίπων προσόντων, κατ’ ανώτατο όριο σαράντα πέντε (45) πτυχιούχοι Τμημάτων Πανεπιστημίων, της ημεδαπής και ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής, καθώς και  πτυχιούχοι Τμημάτων ΤΕΙ.

Συγκεκριμένα:

Α. Για την ειδίκευση: «Θεατρολογία» ο  αριθμός των εισακτέων ορίζεται κατ’ ανώτατο όριο σε εικοσιπέντε (25) άτομα.

Β. Για την ειδίκευση: «Σκηνική Πρακτική: Διδακτική και Κοινωνικές Εφαρμογές» ο αριθμός των εισακτέων ορίζεται κατ’ ανώτατο όριο σε είκοσι (20) άτομα.

 

Κατηγορίες πτυχιούχων

 

Στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών γίνονται δεκτοί κάτοχοι τίτλου του πρώτου κύκλου σπουδών Α.Ε.Ι της ημεδαπής ή ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής. Αναλυτικά και ανά ειδίκευση:

Α.  Στην   ειδίκευση «Θεατρολογία» γίνονται δεκτοί:

  • Πτυχιούχοι του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
  • Πτυχιούχοι Τμημάτων ΑΕΙ Θεάτρου ή Θεατρικών Σπουδών, Κινηματογράφου, Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι του Ανοικτού Πανεπιστημίου με πτυχίο συναφούς προς το αντικείμενο του Π.Μ.Σ. γνωστικού αντικειμένου.
  • Πτυχιούχοι φιλοσοφικών σχολών (τμημάτων ελληνικής φιλολογίας, ξένων  γλωσσών, ιστορικού-αρχαιολογικού, φιλοσοφίας και ψυχολογίας, κ.α.) και ανθρωπιστικών σπουδών της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι παιδαγωγικών σχολών της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι κοινωνικών επιστημών της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι Τμημάτων Σχολών Καλών Τεχνών της ημεδαπής, ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι καλλιτεχνικών σχολών της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής  (ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΧΟΡΟΥ) με ισοτιμία πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι.

Β. Στην ειδίκευση: «Σκηνική πράξη: Διδακτική και Κοινωνικές Εφαρμογές» γίνονται δεκτοί:

  • Πτυχιούχοι του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
  • Πτυχιούχοι Τμημάτων ΑΕΙ Θεάτρου ή Θεατρικών Σπουδών της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι Τμημάτων Σχολών Καλών Τεχνών της ημεδαπής, ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.
  • Πτυχιούχοι καλλιτεχνικών σχολών της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής  (ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΧΟΡΟΥ) με ισοτιμία πτυχίου Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι.

 

Διαδικασία εξετάσεων και επιλογής

 

Οι υποψήφιοι (μόνον όσοι δεν διαθέτουν πιστοποιητικό γλωσσομάθειας) θα συμμετάσχουν σε γραπτές εξετάσεις στην αγγλική ή γαλλική γλώσσα την Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018. Οι επιτυχόντες στην εξέταση αυτή, μαζί με τους υπόλοιπους υποψήφιους που πληρούν τα ελάχιστα τυπικά κριτήρια βάσει δικαιολογητικών, θα λάβουν μέρος σε εισαγωγικές εξετάσεις ως εξής:

Α. Για την ειδίκευση: «Θεατρολογία»:

Σε γραπτές  εισαγωγικές εξετάσεις, την Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018 στις εξής θεματικές περιοχές: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο ή Νεοελληνικό Θέατρο.

 

Πληροφορίες

Γραμματεία Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Βασιλέως Κωνσταντίνου 21 & Τερζάκη 21100, Ναύπλιο, τηλ: 27520 96131. Υπεύθυνη: Αποστολοπούλου Αγγελική.

Οικισμοί στην περιοχή Αραχναίου (Χελιού)


 

Οικισμός Αμαριανού – Οικισμός Γκάτζιας – Οικισμός Δεσκλιά – Οικισμός Κατσαβαίϊκα – Το χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι) – Οικισμοί στο Οροπέδιο του Αραχναίου που δεν υπάρχουν σήμερα.

 

 Οικισμός Αμαριανού

 

Ξεκινώντας από το Αραχναίο (Χέλι) για το Άργος, αφού διασχίσουμε την ορεινή περιοχή, φθάνουμε στη θέση Σκάλα και από εκεί με δρόμο που είναι όλο στροφές κατηφορίζουμε και μπαίνουμε σε μια κοιλάδα που αποτελεί την είσοδο στον Αργολικό Κάμπο. Η κοιλάδα αυτή σήμερα είναι μια αναπτυσσόμενη γεωργική περιοχή που στο μεγαλύτερο μέρος της ανήκει στους κατοίκους του Χελιού. Οι Χελιώτες πήραν τα κτήματα αυτά που ήσαν Μοναστηριακά μετά το 1932, αφού απαλλοτριώθηκαν από τη Μονή Ταλαντίου και από τότε άρχισε η συστηματική καλλιέργεια αυτών. Η περιοχή αυτή σήμερα λέγεται Αμαριανός. Οι Χελιώτες όταν έγιναν κύριοι της περιοχής αυτής άρχισαν εντατική καλλιέργεια.

Επειδή όμως τα κτήματα τους αυτά βρισκόντουσαν μακριά από τη μόνιμη κατοικία τους το Χέλι (Αραχναίο) που βρισκόταν δύο με δύο και μισή ώρες πεζοπορία μακριά για να διευκολυνθούν στην καλλιέργεια αυτών έκτισαν εκεί στην αρχή μικρά σπιτάκια τα οποία χρησίμευαν σαν πρόχειρες κατοικίες μόνο για τις περιόδους καλλιέργειας της περιοχής και για να διαφυλάξουν τα γεωργικά τους εργαλεία. Σιγά-σιγά τα μικρά αυτά σπιτάκια αντικαταστάθηκαν με άλλα μεγάλα, έγιναν κανονικά σπίτια και οι καλλιεργητές εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε αυτά, αφού στο μεταξύ είχαν αγοράσει και άλλα κτήματα από τους κατοίκους της Μηδέας που και αυτοί τα είχαν πάρει από το κράτος, αλλά επειδή ήσαν μακριά από το χωριό τους, τα πούλησαν, αφού φυσικά στο χωριό τους είχαν καλύτερα χωράφια. Έτσι δημιουργήθηκε εκεί ένας καινούργιος οικισμός που πήρε και αυτός το όνομα Αμαριανός και που σήμερα αριθμεί περί τους εκατό και πλέον κατοίκους. Η περιοχή του Αμαριανού θεωρείται πλέον μια πολύ εύφορη περιοχή στην οποία καλλιεργούνται κυρίως η ελιά, αλλά και άλλες δενδροκαλλιέργειες, εσπεριδοειδή βερικοκιές κ.λπ.

Την κοιλάδα του Αμαριανού διασχίζουν πολλά ρέματα στα οποία πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρχε τρεχούμενο νερό όλο το χρόνο περισσότερο βέβαια το χειμώνα και λιγότερο το καλοκαίρι. Μετά όμως τον πόλεμο τα νερά αυτά άρχισαν να λιγοστεύουν μέχρι που το καλοκαίρι σταματούσαν τελείως, σιγά-σιγά δε το τρεχούμενο αυτό νερό χάθηκε παντελώς. Το γεγονός αυτό οφείλεται και στις ανομβρίες που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως στην αλόγιστη άντληση των υπογείων υδάτων του Αργολικού κάμπου που τροφοδοτείται κυρίως από τα υπόγεια νερά των γύρω ορεινών περιοχών και έτσι σταμάτησαν τελείως οι πηγές του Αμαριανού.

Κοντά στον οικισμό του Αμαριανού υπάρχουν ερείπια κτισμάτων και εμφανή ερείπια από έναν υδρόμυλο που λειτουργούσε στην περιοχή εκείνη. Αυτά σημαίνουν ότι πολύ παλαιότερα στα ρέματα του Αμαριανού κυλούσε αρκετό νερό, τουλάχιστο για να μπορεί να κινεί νερόμυλο και ακόμη ότι στην περιοχή αυτή ίσως γα υπήρχε και οικισμός, που είναι όμως άγνωστα τα αίτια της παρακμής αυτού και για μεγάλη περίοδο δεν υπήρχε ζωή στην περιοχή αυτή παρά μόνο το καλοκαίρι που κατέβαιναν από το Χέλι τσοπάνηδες με τα γίδια τους για πότισμα.

Βόρεια-Βορειοανατολικά του Αμαριανού υπάρχει ορεινή περιοχή Τούρμιζα (Τymeza) που σημαίνει το πλήθος, ο όχλος στα Λατινικά ) και ίσως η περιοχή αυτή να είναι εκείνη που μνημονεύουν τα Βενετικά αρχεία, σαν τόπο συγκέντρωσης των Αρβανιτών προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί από τον Αργολικό κάμπο κατά τον Τουρκοβενέτικο πόλεμο (1463-1469) και από εκεί άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους γηγενείς Χελιώτες για την εγκατάσταση του μόνιμα στο Χέλι.

Ο Αμαριανός απέχει 16 περίπου χιλιόμετρα από το Ναύπλιο και ανήκει στο δήμο Ναυπλιέων.

 

Οικισμός Γκάτζιας

 

Ο οικισμός της Γκάτζιας βρίσκεται σε ύψωμα του Αραχναίου σε μια γωνιά στην κοιλάδα του Αμαριανού και στο δημόσιο δρόμο που συνδέει τo Χέλι με το Ναύπλιο που περνά και από τον Άγιο Δημήτριο. Από τον οικισμό αυτόν είναι ορατός ολόκληρος ο Αργολικός κάμπος, ο Αργολικός κόλπος και η Κυνουρία.

 

Το όρος Αραχναίο σε φωτογραφία, περίπου του 1937, από το Νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο & Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κολωνίας.

 

Για τη δημιουργία του οικισμού της Γκάτζιας υπάρχουν δυο εκδοχές που και οι δυο όμως συνδέονται με την Γκάτζια Αττικής το σημερινό Καμπά.

Η πρώτη εκδοχή λέει ότι τον οικισμό αυτόν τον ίδρυσαν οι Βενετοί οι οποίοι μετέφεραν πληθυσμό από την Γκάτζια της Αττικής την οποία κατείχαν κατά το διάστημα 1394-1402 και είχαν συγκεντρώσει εκεί πολλούς πολεμιστές Αρβανίτες για να ελέγχουν τον αυχένα Υμηττού-Πεντέλης και που ο έλεγχος αυτός συνέβαλε πάρα πολύ στη άμυνα της Αθήνας από τους Βενετούς με την βοήθεια των μισθοφόρων Αρβανιτών. Ειδικότερα πιστεύεται ότι κατά το έτος 1396 ο εξουσιαστής και Καπετάνιος του Άργους Αλμπάνο – Κονταρίνι, γόνος μεγάλης Βενετικής οικογένειας, που μετατέθηκε από την Αθήνα στην Αργολίδα,μετέφερε συγχρόνως και μέρος των κατοίκων της Κάτζιας Αττικής στην νέα επαρχία του την Αργολίδα και τους εγκατέστησε στη σημερινή Κάτζια.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή η Γκάτζια Αττικής να προήλθε από μετοίκηση των κατοίκων της Γκάτζιας Αργολίδας, όπως ακριβώς έγινε ο εποικισμός και πολλών άλλων χωρίων της Αττικής από την μετακίνηση Αρβανιτών από την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την Αργολίδα. Αν πράγματι συμβαίνει το δεύτερο θα πρέπει να ερευνηθεί πότε ιδρύθηκε ο οικισμός αυτός στην Αργολίδα και που οφείλεται η ονομασία αυτού. Στην περίπτωση αυτή η ονομασία της Γκάτζιας πιθανόν να οφείλεται στον Νέριο-Ατζεόλη ο οποίος πρώτος το 1336 περίπου θα εγκατέστησε σε αυτήν την ακραία περιοχή της επικράτειας του, Αρβανίτες σαν φύλακες των συνόρων της επικράτειας. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ίσως είναι και η επικρατέστερη.

Οι σημερινοί κάτοικοι της Γκάτζιας είναι οι περισσότεροι Αρκάδες που έχουν εγκατασταθεί εκεί τα τελευταία χρόνια λίγο πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι οποίοι είχαν έλθει σαν τσοπάνηδες και κατ’ αρχάς έμεναν στη Γκάτζια μόνο τους χειμερινούς μήνες, αλλά σιγά-σιγά έγιναν μόνιμοι κάτοικοι αυτής. Εκτός από τους Αρκάδες υπάρχουν στη Γκάτζια και Αρβανίτες που προέρχονται από το Αραχναίο (Χέλι).

Γκάτζια βρίσκεται 30 χιλιόμετρα  από την Παλιά Επίδαυρο, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Αραχναίου και ανήκει στο Δήμο Επιδαύρου].

 

Οικισμός Δεσκλιά

 

Ο Δεσκλιάς σήμερα είναι μικρός οικισμός και βρίσκεται στο δρόμο που ξεκινάει από το Αραχναίο (Χέλι) και κατευθύνεται στο Παλαιολυγουριό, τοποθεσία με ελαιώνες που ανήκουν κυρίως σε Χελιώτες και από εκεί καταλήγει στο Λυγουριό. Ο Δεσκλιάς απέχει από το Χέλι περίπου 6-7 χιλιόμετρα. Οι κάτοικοι του Δεσκλιά μέχρι πριν λίγα χρόνια ήσαν αποκλειστικά τσοπάνηδες από το Χέλι, σήμερα όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο Λυγουριό και μόνο εποχικά ανεβαίνουν στο Δεσκλιά. Στο Δεσκλιά υπάρχουν και παλαιά κτίσματα, όπως επίσης και ερείπια από πολύ παλαιά κτίσματα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι οικισμός νέος, αλλά ότι υπήρχε στην ίδια τοποθεσία οικισμός και σε παλαιότερες εποχές. Η παράδοση πράγματι αναφέρει ότι εκεί υπήρχε παλαιός οικισμός.

Πιστεύεται ότι από τον Δεσκλιά περνούσε δρόμος που συνέδεε την περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου με την περιοχή του Λυγουριού και ότι ο ίδιος δρόμος από το οροπέδιο του Αραχναίου ακολουθούσε την κοίτη του χειμάρρου που είχε κατεύθυνση τον Αμαριανό και από εκεί διέσχιζε και τον Αργολικό κάμπο, καθόλου δε απίθανο να υπήρχε επικοινωνία των Μυκηνών και της Αρχαίας Επιδαύρου με αμαξιτό δρόμο Μυκήνες-Αμαριανός-Χέλι-Δεσκλιάς-Παλαιό Λυγουριό- Λυγουριό- Αρχαία Επίδαυρος.

Ο Δεσκλιάς αναφέρεται και από τον Γερμανό περιηγητή GRASBERGER στο βιβλίο του ΟRTSΝΑΜΕΝ (σελίδα 238), αναφέρεται όμως ως Δασκύλιον και η περιοχή ολόκληρη Δασκυλίτιδα, ίσως δε η ονομασία αυτή να προέρχεται από τη λέξη Δασκέλατον που ταιριάζει στα δάση από πουρνάρια που πυκνά υπήρχαν κάποτε στην περιοχή εκείνη.

Οικισμός Κατσαβαίϊκα

 

Προχωρώντας από το Δεσκλιά προς το Παλαιολυγουριό-Λυγουριό και λίγο πριν φθάσουμε στο Παλαιολυγουριό στη Νότια πλαγιά της οροσειράς του Αραχναίου, συναντάμε έναν άλλο οικισμό, νεώτερο του Δεσκλιά, στον οποίο κατοικούν οικογένειες με το επώνυμο Γεώργας και το παρεπώνυμο Κοτσοβαίοι. Είναι οικισμός που έχει δημιουργηθεί από κατοίκους του Δεσκλιά και επομένως και αυτοί Χελιώτες, όπως και οι κάτοικοι του Δεσκλιά και οι οποίοι παλαιότερα ήσαν όλοι τσοπάνηδες, σήμερα όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί στο Λυγουριό, διατηρούν όμως και τις κατοικίες τους στον οικισμό, όπου εποχιακά μένουν και εκεί, κυρίως όσοι από αυτούς ασχολούνται ακόμα με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, καλλιεργώντας τα κτήματα τους που βρίσκονται στο Παλαιολυγουριό.

 

Το Χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι)

 

Τα τελευταία χρόνια πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ιδρύθηκε ένας καινούργιος οικισμός του Χελιού (Αραχναίου) που είχε πάρει το όνομα Μετόχι και ήταν ακριβώς εκεί που σήμερα βρίσκεται η Κοινότητα του Αγίου Δημητρίου. Ολόκληρη η περιοχή του σημερινού Αγίου Δημητρίου που καλλιεργείται, αλλά και η άγρια περιοχή αυτού, παλαιότερα ήταν περιουσία του Μοναστηρίου Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και χρησιμοποιείτο σαν βοσκότοπος κυρίως, υπήρχαν μονό και μερικές έκτασης με ελαιόδεντρα (Λιοστάσια).

 

Χάρτης

 

Το 1932 η περιοχή αυτή απαλλοτριώθηκε από το κράτος και στη συνεχεία μοιράσθηκε σε ακτήμονες κατοίκους του Χελιού (Αραχναίου), του Κατσιγκρίου (Αγίου Ανδριανού) και των Μπρουτζαίικων (Αρκαδικού). Εκατό περίπου οικογένειας ακτημόνων από το χέλι πήραν εκεί γεωργικό κλήρο από 40- 60 στρέμματα τα οποία όμως όλα ήσαν ρουμάνια από σκοίνα και πουρνάρια και αμέσως άρχισε η αξιοποίηση αυτών. Εκατοντάδες Χελιώτες εγκαταστάθηκαν εκεί σε πρόχειρες καλύβες που έκτισαν σχεδόν μόνοι τους και άρχισαν αμέσως εργασία για να αξιοποιήσουν τις εκτάσεις που πήραν.

Με τα ξινάρια άρχισαν να εκχερσώνουν τον κλήρο τους και σιγά – σιγά από τα ρουμάνια άρχισαν να δημιουργούνται εύφορα χωράφια συγχρόνως δε αξιοποιούσαν και τα κούτσουρα των θάμνων που ξερίζωναν αλλά και τα χοντρά ξύλα από αυτά, μεταποιώντας όλα σε ξυλοκάρβουνα φτιάχνοντας ειδικά καμίνια και έτσι δημιούργησαν και ένα πρώτο εισόδημα από την καινούργια τους περιουσία. Για αρκετά χρόνια εργάστηκαν έτσι σκληρά όλοι αυτοί οι κάτοικοι του χωριού μαζί με τις οικογένειες τους και κατάφεραν ολόκληρη αυτή την περιοχή να την μετατρέψουν σε μια μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση.

Στις εκτάσεις που εκχερσώνανε, υπήρχαν και αγριελιές τις οποίες αφήναν ανέπαφες, αργότερα τις κέντρωναν και κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ελαιώνες σε διάφορες περιοχές οι οποίοι πύκνωναν με τον καιρό αφού οι κάτοικοι φύτευαν καινούργια ελαιόδεντρα.

 

Ο Άγιος Δημήτρης από τη Καζάρμα. Φωτογραφία: Πολιτιστικός Σύλλογος Αγίου Δημητρίου.

 

Μεσολάβησε ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η κατοχή όπου η ανάπτυξη της περιοχής αυτής επιβραδύνθηκε κάπως για να ξαναρχίσει εντονότερα μετά την απελευθέρωση το 1945. Ολόκληρη αυτή η περιοχή των έξι χιλιάδων στρεμμάτων μετατράπηκε σε μια απέραντη καλλιεργούμενη έκταση όπου σημαντικό μέρος αυτής κατείχαν οι ελαιώνες και που σιγά- σιγά δημιουργήθηκαν και άλλες καλλιέργειες κυρίως ειδικής ποικιλίας βερικοκιάς που κυριάρχησε στην περιοχή αυτή για μερικές δεκαετίες και που απέφερε σημαντικό εισόδημα στους κατοίκους της περιοχής.

Επακόλουθο όλων αυτών των δραστηριοτήτων των κατοίκων ήταν να αναπτυχθεί πολύ γρήγορα και ο εκεί οικισμός των κατοίκων που στην αρχή πήρε το όνομα «Μετόχι».  Πολύ γρήγορα άρχισαν να ξεφυτρώνουν διώροφα και σύγχρονα σπίτια σε όλη την έκταση του οικισμού που είχε δημιουργηθεί βάσει σχεδίου που είχε εφαρμοστεί από την αρχή.

Οι οικονομικές δραστηριότητες διαδέχονται η μια την άλλη δημιουργούνται επιχειρήσεις διάφορες ανοίγουν καταστήματα οι καλλιέργειες αναπτύσσονται ραγδαία γίνονται γεωτρήσεις αρκετές και πολλές γεωργικές εκτάσεις μετατρέπονται σε αρδευόμενες με τις κατάλληλες καλλιέργειες. Όλη η περιοχή παίρνει μια άλλη όψη. Ο κόσμος μεγαλώνει εξωραΐζεται και γίνεται πλέον ανεξάρτητη Κοινότητα που παίρνει το όνομα «Άγιος Δημήτριος» από την εκεί κοντά βρισκόμενη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά).

 

Το Χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι)

 

Ο πληθυσμός αυξάνεται συνεχώς με την μετανάστευση εκεί και άλλων κατοίκων του Χελιού οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί και αποκτούν και αυτοί περιουσιακά στοιχεία, είτε αγοράζοντας κτήματα από τους κατοίκους του Αγίου Αδριανού (Κατσιγκρίου), οι οποίοι τα πούλησαν επειδή ήσαν μακριά από το χωριό τους και συναντούσαν δυσκολίες στην καλλιέργεια αυτών είτε ακόμα από την ανακατανομή των κτημάτων των ιδίων των κατοίκων του Αγίου Δημητρίου με την δημιουργία νέων οικογενειών από επιγαμίες με κατοίκους του Χελιού, έτσι που ο πληθυσμός του Αγίου Δημητρίου σήμερα να υπερβαίνει τους χίλιους κατοίκους [925, απογραφή του 2001,  μαζί με τον οικισμό της Γκάτζιας], παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους κατοίκους έχουν φύγει και έχουν εγκατασταθεί σε διαφορά άλλα μέρη, κυρίως στην Αθήνα.

Ο Άγιος Δημήτριος  βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί από το Ναύπλιο στο Λυγουριό, απέχει 10 λεπτά περίπου από το Ναύπλιο και ανήκει στον δήμο Επιδαύρου της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας.

 

Οικισμοί στο Οροπέδιο του Αραχναίου που δεν υπάρχουν σήμερα

 

 

Στη Μεσαιωνική εποχή, τόσο στο οροπέδιο του Αραχναίου όσο και στις υπώρειες γύρω από αυτό, εκτός από το χωριό Χέλι και τέσσερις οικισμούς που υπάρχουν και σήμερα ακόμα, υπήρχαν και άλλοι οικισμοί που σήμερα δεν υπάρχουν πλέον. Τέτοιοι οικισμοί ήσαν:

  1. Οικισμός στα Φράκια
  2. Οικισμός στη Χώριζα
  3. Οικισμός στη Βίλια και στη Βίλιζα
  4. Οικισμός αγνώστου ονόματος και
  5. Οικισμός*αγνώστου ονόματος επίσης

 

Οικισμός Φράκια

 

Ο οικισμός Φράκια βρισκόταν στο δρόμο που σήμερα ενώνει το χωρίο Αραχναίο με το χωριό Αγγελόκαστρο και σε απόσταση τέσσερα περίπου χιλιόμετρα από το χωριό Αραχναίο. Σήμερα η περιοχή Φράκια είναι μια εκτεταμένη καλλιεργήσιμη έκταση, στην οποία υπάρχουν και πολλά πηγάδια. Στα πηγάδια αυτά πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ποτίζονταν το καλοκαίρι, αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα που έβοσκαν στην περιοχή εκείνη, αλλά και σήμερα ακόμα υπάρχει σημαντικός αριθμός από μικρά ζώα τα οποία βόσκουν και ποτίζονται εκεί. Στην ίδια περιοχή καλλιεργούνται ακόμα και σήμερα αρκετά στρέμματα με αμπέλια.

Στον οικισμό αυτόν υπήρχε και εκκλησία η Αγία Παρασκευή, τα ερείπια της οποίας σώζονταν μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Σήμερα επάνω στα ερείπια αυτής της εκκλησίας έχει κτιστεί μικρός Ναΐσκος αφιερωμένος στην ίδια Αγία, ο οποίος και λειτουργείται συχνά από τους πιστούς του σημερινού Αραχναίου. Δεν ξέρω όμως αν το Ναΐδριο αυτό έχει την ίδια μορφή που είχε η ερειπωμένη εκεί Εκκλησία.

Ο οικισμός αυτός πιθανότατα να ήταν οικισμός αρβανιτών από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στο οροπέδιο του Αραχναίου γύρω στο 1463 μ.Χ. και που ίσως οι γηγενείς τότε κάτοικοι του Χελιού να τους παραχώρησαν αυτήν την τοποθεσία για την εγκατάσταση τους. Η ονομασία δε Φράκια πιθανόν να προέρχεται από την ονομασία FRAG που σημαίνει τσουχτερό κρύο.

Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή ο οικισμός αυτός να ήταν οικισμός στρατιωτών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Δελαρός και ήσαν φύλακες του δρόμου από τον Γκύκλο προς το Αγγελόκαστρο.

 

Οικισμός Χώριζα

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν Ανατολικά του σημερινού Αραχναίου σε απόσταση δύο-τριών χιλιομέτρων περίπου. Στη τοποθεσία αυτή σήμερα βρίσκονται μόνο σωροί από πέτρες διαφόρων μεγεθών που στα Αρβανίτικα λέγονται «Γκρμάδες» και που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ότι έχει απομείνει από τα ερείπια των σπιτιών που ήσαν εκεί κτισμένα.

«Χώρα» στα Αρβανίτικα σημαίνει πόλη ή μεγάλος οικισμός και «Χώριζα», σημαίνει μικρός οικισμός ή προάστιο του μεγάλου οικισμού και συνεπώς η Χώριζα ήταν προάστιο του Χελιού.

Κοντά στον οικισμό αυτό μεταγενέστερα είχαν κτισθεί δύο ανεμόμυλοι που στην τελευταία περίοδο της λειτουργίας τους ανήκαν στον Αθανάσιο Πασπαλιάρη ή Θανάσ-Μυλωνά όπως συνηθιζόταν να λέγεται από τους συγχωριανούς του Χελιώτες.

Σήμερα οι ανεμόμυλοι αυτοί υπάρχουν ακόμη ερειπωμένοι βέβαια και φυσικά εκτός λειτουργίας, αφού οι μεγάλες πέτρες έχουν μεταφερθεί από πολλά χρόνια στο χωριό και χρησιμοποιήθηκαν εκεί από άλλον Μυλωνά που διατηρούσε μηχανοκίνητο Μύλο και λειτουργούσε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

 

Οικισμός Βίλια και Βίλιζα

 

Οι δύο αυτοί οικισμοί βρίσκονται στις ομώνυμες τοποθεσίες Νότια του Φρουρίου Γκύκλος. Τα τοπωνύμια Βίλια και Βίλιζα οφείλουν τις ονομασίες, τους στους Αλβανούς στρατιώτες που είχε φέρει ο Θεόδωρος Παλαιολόγος και παράγονται και τα δύο από την Αρβανίτικη λέξη Βίγλα που σημαίνει παρατηρητήριο. Η κατάληξη δε ζα είναι υποκοριστικό πολλών λέξεων των Αρβανιτών που σημαίνει μικρό. (Βίλιζα ίσον μικρή Βίλια, Χώριζα ίσον μικρή χώρα κ.λπ.)

Η θέση Βίλια παλαιότερα πρέπει να χρησιμοποιήθηκε σαν παρατηρητήριο από τους Δελαρός επειδή είχε οπτική σύνδεση με τον Γκύκλο και το Ξεροκαστέλι. Στους οικισμούς αυτούς Βίλια και Βίλιζα φαίνεται πώς είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στρατιώτες-παρατηρητές που ίσως αυτοί με τις οικογένειες τους να αποτελούσαν και τους μοναδικούς κατοίκους των οικισμών αυτών.

Το λατινογενές τοπωνύμιο «Καζάρμα» που βρίσκεται στο δρόμο Ναυπλίου – Λυγουριού κοντά στο σημερινό χωριό Άγιος Δημήτριος και η οπτική σύνδεση Γκύκλου – Καζάρμας μέσω Βίλιων και Βίλιζας είναι ισχυρές ενδείξεις ότι ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου την εποχή εκείνη ανήκε στους Δελαρός, οι οποίοι όμως έχασαν την κυριαρχία τους εκεί μετά από τη μάχη κοντά στη θέση Καρύδι της Μεγαρίδας.

Με το όνομα Βίλια υπάρχουν πολλές τοποθεσίες όχι μόνο στην Αργολίδα αλλά και σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κυρίως στα μέρη που πέρασαν ή και εγκαταστάθηκαν Αρβανίτες και ο σκοπός τους ήταν ο ίδιος, η κατόπτευση των κινήσεων των στρατευμάτων. Γνωστός είναι και ο οικισμός των Βίλιων της Αττικής κοντά στον Κορινθιακό Κόλπο που οι κάτοικοι του είναι στο σύνολον Αρβανίτες. Η ίδρυση του οικισμού των Βίλιων και Βιλιζών στην περιοχή της Αργολίδας πρέπει να τοποθετηθεί στην περίοδο 1388-1394 εποχή κατά την οποίαν αποδίδεται και το Άργος στους Βενετούς.

 

Οικισμός Αγνώστου Ονόματος

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν κοντά στο χωριό Αραχναίο, εκεί που σήμερα βρίσκεται ο παλαιός Βυζαντινός Ναός «Μετόχι». Στη περιοχή αυτή και γύρω από το Ναό βρίσκονται και σήμερα ακόμα πολλά κεραμικά. Γνωστό είναι ότι το Μετόχι ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου, προτού αυτή μεταφερθεί στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Συνεπώς τα κεραμικά που βρίσκονται εκεί εν μέρει προέρχονται και από τα κελιά της Μονής που περιστοίχιζαν το Ναό της, αλλά και από άλλα κτίσματα του οικισμού που υπήρχε εκεί κοντά. Με τους κατοίκους δε του οικισμού αυτού είχαν προστριβές συχνά ο Ηγούμενος και οι καλόγεροι της μονής και αυτό ήταν η κύρια αιτία να μεταφερθεί το Μοναστήρι στην καινούργια θέση που βρίσκεται σήμερα.


Οικισμός επίσης Αγνώστου Ονόματος

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν απέναντι ακριβώς από το σημερινό χωριό Αραχναίο, λίγο πιο κάτω από τη θέση Κιάφα, από όπου περνάει σήμερα ο αμαξιτός δρόμος Αραχναίου – Άργους και Ναυπλίου. Και στη τοποθεσία αυτή υπάρχουν και σήμερα ακόμα πολλά κεραμικά και Γκρμάδες που φανερώνουν ότι εκεί υπήρχε οικισμός. Κοντά στην περιοχή αυτή υπάρχουν ακόμα τα ερείπια μικρού ναού του Αγίου Νικολάου. Τα μεταπολεμικά χρόνια είχαν μαζευτεί χρήματα για να ξαναχτιστεί ο μικρός αυτός Ναός, αλλά τελικά δεν έγινε τίποτα, πέρα από μια ατελή διάνοιξη δρόμου από την Κιάφα μέχρι τα ερείπια του Ναού που ακόμα και σήμερα είναι εμφανή.

Πέρα από τους παραπάνω αναφερομένους πέντε οικισμούς στη περιοχή του Αραχναίου, πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι μικρότεροι οικισμοί και το συμπέρασμα αυτό βγαίνει από το γεγονός ότι απέναντι ακριβώς από το χωριό υπήρχαν ερείπια από άλλους Ναούς που σήμερα βέβαια δεν σώζονται τίποτα από αυτούς. Τέτοιοι Ναοί ήσαν της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Ανδρέου, του Αγίου Ιωάννου, των Αγίων Ταξιαρχών κ.λπ.

Η ύπαρξη όλων αυτών των Ιερών Ναών ίσως προϋποθέτει και την ύπαρξη αντίστοιχων οικισμών και που δικαιολογείται η ύπαρξη αυτών από την παραδοχή ότι οι πρώτοι Αρβανίτες κάτοικοι του Αραχναίου όταν ανέβηκαν εκεί επάνω πιθανόν να εγκαταστάθηκαν κατά οικογένειες (Φάρες) σε διάφορες τοποθεσίες και κάθε μια φάρα να αποτέλεσε δικό της οικισμό και να έκτισε και δική της Εκκλησία.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

Στην Αργολίδα η πρώτη αγαθή Συνταγματική Μερίδα – Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας, Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Η Αργολική Χερσόνησος, του Μεγάλου Μυκηναϊκού Πολιτισμού, επέπρωτο να δικαιωθεί και με την ιστορική σύγκληση σ’ αυτή των αλληλοδιαδόχων Εθνικών Συνελεύσεων για την κατάρτιση και ψήφιση του πρώτου και των μετέπειτα ισχυσάντων Συνταγμάτων της αγωνιζομένης Ελλάδος για την ανεξαρτησία της.

Μετά από 400 χρόνια ταλαιπωρίας στα έλη της φρικώδους τουρκικής τυραννίας, αμέσως, στα πρώτα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, άρχισε και συνεχίστηκε, μαζί με τον αγώνα της ανεξαρτησίας, και η προσπάθεια της ιδρύσεως τοπικών πολιτευμάτων μέχρι την ευλογημένη επέκταση της ανεξαρτησίας, σε όλα ή, έστω, τα περισσότερα ελληνικά εδάφη, και την σύσταση, από Εθνική Συνέλευση, της «Βουλής του Έθνους».

Πράγματι, τα τρία πρώτα τοπικά πολιτεύματα, ήτοι, ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ο Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος και η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, μέχρι τον Νοέμβριο του 1821, προέβλεπαν την μελλοντική σύσταση «της Βουλής του Έθνους», στην οποία θα υπάγοντο και οι τρεις αυτές «Διοικήσεις», ως η Γερουσία της Πελοποννήσου, η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδος.

Οι ονομασίες και η κοινή πρόβλεψη των τριών αυτών τοπικών πολιτευμάτων εξέφραζαν την ιστορική και εθνική ενότητα της Ελλάδος και των Ελλήνων.

 

Α. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου

 

 

Το κοινό ιδανικό και όραμα των ανωτέρω τοπικών πολιτευμάτων «η Βουλή του Έθνους», από Εθνοσυνέλευση, οδήγησε τους «νομίμους παραστάτες», όπως απεκλήθησαν, ως οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος και μερικών νήσων, στην Επίδαυρο, οι οποίοι την 20η Δεκεμβρίου 1821 συνήλθαν σε Εθνική Συνέλευση. Η πρώτη αυτή Εθνική Συνέλευση, της Επιδαύρου, μετά από σχετικές διαβουλεύσεις και συζητήσεις, εψήφισε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, της 1ης Ιανουαρίου 1822, το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος, αποκληθέν «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» ως το πρώτο πολίτευμα της όλης αγωνιζομένης Ελλάδος.

Του Συντάγματος της Επιδαύρου είχαν προηγηθεί Σχέδια Συνταγμάτων και Συντάγματα, όπως: Το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα Φερραίου- Βελεστινλή, με τον τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, υπέρ των νόμων, ελευθερία, ισότης, αδελφότης και της πατρίδος». Τούτο συνέταξε λίγο πριν από τον μαρτυρικό θάνατό του, τον Ιούνιο του 1798, σε ηλικία, μόλις, 41 ετών. Ο φρικτός θάνατός του, από τους Τούρκους, τον ανέδειξε μεγάλο Εθνομάρτυρα και Πρωτομάρτυρα των απελευθερωτικών αγώνων.

Το πολίτευμα του Ρήγα ήτο δημοκρατία και απετέλει μίμηση των γαλλικών επαναστατικών Συνταγμάτων, κατά βάση  δε απετέλει μετάφραση του γαλλικού Συντάγματος του 1793.

Επακολούθησαν τα τρία Συντάγματα της Επτανήσου, των ετών 1800, 1803 και 1817.

Το πρώτο, επεβλήθη με την συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Το δεύτερο, παρασκευάστηκε από επιτροπή του νομοθετικού σώματος των Ιονίων νήσων. Καθιέρωνε, λεπτομερώς, πολλά ατομικά δικαιώματα, κατά το πρότυπο των γαλλικών επαναστατικών διακηρύξεων, καθώς και την διάκριση  των εξουσιών. Ήτο δε, καταφανώς, επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το τρίτο, Σύνταγμα, καταρτίστηκε σ’ εκτέλεση της συνθήκης των Παρισίων, στις 5 Νοεμβρίου 1815. Με την συνθήκη αυτή, οι Ιόνιοι Νήσοι απετέλεσαν ίδιο Κράτος υπό «την άμεσον και αποκλειστικήν προστασίαν» της Αγγλίας.

Μετά την ανωτέρω σύντομη ιστορική σύνδεση επανερχόμαστε στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο επακολούθησε.

Η πρώτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων, στην Επίδαυρο, ίδρυσε το πρώτο στην Ελλάδα ελεύθερο πολίτευμα, με προσφυγή στις αξίες και αρχές της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του 1776 και, κυρίως, της γαλλικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου, του 1789 και των γαλλικών Συνταγμάτων του 1793 και του 1795. Οι αρχές δε αυτές των γαλλικών Συνταγμάτων διαρρέουν, όπως προαναφέρθηκε, και το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα και τα Συντάγματα της Επτανήσου.

Λεκτέον, για την ιστορική αλήθεια, ότι τα Σεβάσμια κείμενα των δύο αυτών κοσμοϊστορικών Διακηρύξεων, τα οποία, μαζί με την Magna Carta  Libertatum, του 1215 (της Αγγλίας), φυλάσσονται, ως παγκόσμια κειμήλια, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον (στο Κέντρο το Αμερικανικό και εκατέρωθεν τα άλλα δύο), τα οποία επεσκέφθηκα, αποτελούν την δεξαμενή του Δικαίου της πολιτισμένης Ανθρωπότητας. Την πηγή όμως αποτελεί η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, ιδίως, των κλασικών χρόνων, η οποία, μεταξύ άλλων αγαθών της ευγενούς φύσεως του Ανθρώπου, αναγορεύει σε ύψιστες αξίες την «αιδώ» και την «δίκη», ήτοι, την αξιοπρέπεια και την δικαιοσύνη (Πλάτων) και καθιερώνει την τριμερή διάκριση της κρατικής εξουσίας, σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική (Αριστοτέλης).

 

Μάγκνα Κάρτα Λιμπερτάτουμ (Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών), είναι αγγλικός καταστατικός χάρτης, ο οποίος αρχικά εκδόθηκε το 1215. Η Μάγκνα Κάρτα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου προτάσσει την επίκληση της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος και εν συνεχεία την Διακήρυξη της Επιδαύρου, η οποία έλεγε: «Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την Πολιτικήν αυτού Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».

Η επίκληση του Θεού αποτελεί και μίμηση του ιερού συνοδικού κανόνα, του Α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 691/692, που ορίζει: «Εκ Θεού τε άρχεσθαι και εις Θεόν αναπαύεσθαι….».

Η Διακήρυξη αποτελεί θρήνο και διαρκή υπόμνηση για τα δεινά των Ελλήνων της ελληνικής Πατρίδας, από την τουρκική τυραννία, αλλά και πίστη στο Θεό και λατρεία στην ελευθερία, την βγαλμένη από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά.

Σημειωτέον ότι όλα τα ισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα προτάσσουν την επίκληση της Τριαδικής Θεότητος, από δε του 1844 και εφεξής, της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, πλην του Συντάγματος του 1927.

Το πρώτο άρθρο ορίζει ότι «η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ανέχεται όμως η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».

Η Διοίκησις σύγκειται εκ δύο σωμάτων, Βουλευτικού και Εκτελεστικού. Τα δύο αυτά σώματα ισοσταθμίζονται με την αμοιβαίαν συνδρομήν των εις την κατασκευήν των νόμων…».

Το Δικαστικόν είναι ανεξάρτητον από τας άλλας δύο δυνάμεις, την Εκτελεστικήν και Βουλευτικήν.

Το προτελευταίο άρθρο ορίζει ότι «Οφείλει η Διοίκησις μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση όλους όσους συνεισέφερον και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους εις θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

 

Β. Το Σύνταγμα του Άστρους

 (Νόμος της Επιδαύρου)

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από την Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος την 29 Μαρτίου 1823. Η Εθνοσυνέλευση αυτή απεφάσισε «να διαφυλαχθώσιν αμετάτρεπτοι και αμετακίνητοι» όλες οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος της Επιδαύρου «ως αποδεδειγμένως λαοσώοι»,  μετωνόμασε δε τούτο «Νόμο της Επιδαύρου». Μετερρύθμισε τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Εξουσίας, τις αναφερόμενες στην κατάρτιση των νόμων, στη νομοθέτηση. Ώρισε ότι «τα σχέδια των νόμων προβάλλονται από το Βουλευτικόν εις το Εκτελεστικόν, και τανάπαλιν, αλλ’ όταν το Εκτελεστικόν αρνηθή την επικύρωσιν, αποδίδον εγγράφως τους λόγους της αρνήσεως, το Βουλευτικόν επιμείνει, προτείνον τους λόγους της επιμονής, και εκ δευτέρου αρνηθή το Εκτελεστικόν την επικύρωσιν, το Βουλευτικόν αναβάλλει δύο ολόκληρους μήνες την τρίτην πρότασιν και εις το τέλος των δύο τούτων μηνών, εάν προτείνει τον νόμον εκείνον εκ τρίτου εις το Εκτελεστικόν, αναγκαίως επικυρούται απ’ αυτό». Με την μεταρρύθμιση αυτή το απόλυτο veto του Εκτελεστικού μετετράπη σε αναβλητικό.

Την επομένη ημέρα, 30 Μαρτίου 1823, η Εθνοσυνέλευση του Άστρους κατάρτησε με ψήφισμα τις τοπικές Γερουσίες.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Κατά τα λοιπά, το αναθεωρηθέν Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο ονομάσθηκε, εφεξής, «Νόμος της Επιδαύρου» διέλαβε διατάξεις οι οποίες προστατεύουν, για πρώτη φορά, «την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια», όχι μόνο, «εκάστου Έλληνος», όπως ώριζε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, αλλά «και παντός ανθρώπου εντός της Επικρατείας ευρισκομένου», επίσης δε και την ελευθερία του τύπου, με τους ακολούθους τρεις όρους:

α. Να μη γίνεται λόγος κατά της χριστιανικής θρησκείας.

β. Να μην αντιβαίνουσιν εις τας κοινώς αποδεδειγμένας αρχάς της ηθικής.

γ. Να αποφεύγωσι πάσαν προσωπικήν ύβριν.

Σημειωτέον ότι οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας ήσαν όροι υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και υπέρ της ευπρεπείας.

Σημειωτέον, επίσης, ότι και οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι διαφυλάσσονται και από το ισχύον Σύνταγμα. Ο πρώτος από το ταυτόσημο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α΄ και ο δεύτερος και ο τρίτος από το άρθρο 5 παρ. 1.

Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και περί της αρμοδιότητος και συγκροτήσεως των δικαστηρίων. Διότι εκφράζουν την βούληση του πρωτο-δευτέρου Έλληνος συντακτικού νομοθέτου για την εγκαθίδρυση Δημοκρατικού Πολιτεύματος και Κράτους Δικαίου.

Το Σύνταγμα τούτο, εθέσπισε τον ακόλουθο όρκο των δημοσίων αξιωματούχων:

«Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα της Τρισυποστάτου Θεότητος, και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν, ή να ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος. Έπειτα δέ, να υποτάσσωμαι μ’ όλην την πίστιν εις τον παρόντα Νόμον της Πατρίδος, ό,τι λογής αι δύο Εθνικαί Νομοδοτικαί Συνελεύσεις του αωκβ΄ και γ΄ παρέδωκαν εις το Ελληνικόν Έθνος».

Εννοεί τις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου, του 1822,  και του Άστρους, του 1823.

Ο ιερός και εθνικός αυτός όρκος του δημοσίου αξιωματούχου αναδεικνύει τούτον και γενικώς τον Έλληνα πολίτη σε καλό και αγαθό πολίτη και πιστό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

 

Γ. Το Σύνταγμα της Τροιζήνος

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνος είναι το τελειότερο από τα Συντάγματα της Επαναστάσεως, το οποίο εφήψισε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος, τον μήνα Μάιο του 1827.

Είναι εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. Προξενεί εντύπωση και η νομοτεχνική υφή και δομή του και το πλούσιο δημοκρατικό και πατριωτικό περιεχόμενό του.

Για πρώτη φορά, με το άρθρο 5, διακηρύσσεται ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Η διάταξη επαναλαμβάνεται ταυτόσημη σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, από του έτους 1864 και εφεξής.

Υπό τον τίτλο «Δημόσιο Δίκαιο των Ελλήνων» παρατίθεται ο πλήρης κατάλογος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, επαναλαμβάνεται δε σε όλα τα μετέπειτα ελληνικά Συντάγματα, πλέον, εμπλουτισμένος και με κοινωνικά δικαιώματα, ιδιαιτέρως, στο ισχύον Σύνταγμα, του έτους 1975, αναθεωρηθέν κατά τα έτη 1986 και 2001.

Περαιτέρω, καθορίζεται η πλήρης διάκριση των τριών εξουσιών, στις οποίες «διαιρείται η κυριαρχία του Έθνους».

Ο Κυβερνήτης, ως ο αρχηγός του Κράτους, είχε μόνο αναβλητικό veto στην κύρωση των νόμων.

Ο Κυβερνήτης ήτο προσωπικώς «απαραβίαστος», δηλαδή, ανεύθυνος. Οι Υπουργοί, καλούμενοι Γραμματείς της Επικρατείας, ήσαν υπεύθυνοι και κατηγορούντο «έμπροσθεν της Βουλής δια προδοσίαν, κατάχρησιν δημοσίων χρημάτων και δι’ υπογραφήν των εις διάταγμα αντιβαίνον εις τους θεμελιώδεις νόμους» (άρθρο 131).

Δηλαδή, η συνταγματική διάταξη αυτή εθέσπιζε ιδιώνυμο έγκλημα των Υπουργών, της προσβολής της Πατρίδος, της Πολιτείας και της Δημοκρατίας.

Εν τέλει, καθορίζει τους όρκους, τον Ελληνικό, τον Βουλευτικό και του Κυβερνήτου, περίπου, ταυτοσήμους και με τον όρκο των δημοσίων αξιωματούχων του προηγουμένου Συντάγματος του  Άστρους, ως Νόμου της Επιδαύρου.

Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Βουλευτών επαναλαμβάνεται στα Ελληνικά Συντάγματα, μέχρι και το ισχύον Σύνταγμα.

Εν τούτοις, το τελειότερο αυτό Σύνταγμα της Επαναστάσεως ανεστάλει μετά από οκτώ (8) περίπου μήνες, κατά τα κατωτέρω.

 

Δ.  Η Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους

 

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας χρέη Κυβερνήτου, τον Ιανουάριο του 1828, εισηγήθηκε στην Βουλή την αναστολή της λειτουργίας του Συντάγματος της Τροιζήνος, επικαλούμενος, κυρίως, την διάρκεια του πολέμου της Πατρίδος υπέρ αυτής. Η Βουλή απεδέχθη, με ψήφισμά της, από 18 Ιανουαρίου 1828, την εισήγηση του Κυβερνήτου. Με το ψήφισμα  αυτό διελύθη η Βουλή και αντ’ αυτής συνεστήθη το «Πανελλήνιον». Ακολούθως, ο Καποδίστριας, με προκήρυξή του, από 20 Ιανουαρίου 1828, συνεκάλεσε Εθνική Συνέλευση, με την ονομασία Δ΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άργος. Η Εθνική αυτή Συνέλευση, με ψήφισμά της, από 22 Ιανουαρίου  1829, επεκύρωσε το από 18 Ιανουαρίου 1828, ψήφισμα της, ήδη, διαλυθείσης Βουλής. Αντί του «Πανελληνίου», ιδρύθη η Γερουσία, Σώμα συμβουλευτικό, αποτελεσθέν από 27 μέλη εκλεγμένα από τον Κυβερνήτη.  Ο Κυβερνήτης με έκθεσή του προς την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ετόνισε ότι η αναστολή του Συντάγματος θα είναι προσωρινή, μέχρις ότου «η τύχη της Ελλάδος αποφασισθή οριστικώς». Εν τω μεταξύ, η Εθνοσυνέλευση «πρέπει να προπαρασκευάζη την σύνταξιν σχεδίου θεμελιώδους νόμου». Η Εθνοσυνέλευση δε αυτή υπεσχέθη ότι «θέλει συμμορφωθή με τας αρχάς, τας οποίας παραδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις».

 

Ε.  Η Ε΄ Εθνική Συνέλευση

 

Στην εσωτερική αναταραχή που επακολούθησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, στο Ναύπλιο, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, συγκροτήθηκε η Ε΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε κατ’ αρχάς στο Άργος, την 5 Δεκεμβρίου 1831, και ύστερα στο Ναύπλιο.

Η Συνέλευση αυτή εφήφισε, την 15 Μαρτίου 1832, νέο Σύνταγμα, αποκληθέν «ηγεμονικόν», «πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

Το Σύνταγμα αυτό καθιέρωνε την συνταγματική μοναρχία.

Το Σύνταγμα τούτο, του 1832, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ούτε αναγνωρίστηκε η νομιμότητα της συγκροτήσεως της Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συμπέρασμα

 

Έτσι, η Αργολική γη, της ιεράς προστασίας της Ήρας, το πρότυπο της αγροτικής καλλιεργείας του βασιλέως του Άργους Δαναού, το Κέντρο του πολύφημου Μυκηναϊκού Πολιτισμού και το ιερό προσκύνημα των Αγίων Πέτρου και Θεοδοσίου, κατέστη και το φυτώριο των Συνταγμάτων της Ελλάδος και δι’ αυτών η προοπτική του όλου Δικαίου Της.

 

Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας

Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Ιεροί Ναοί Αραχναίου Αργολίδας


 

Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου που είναι και η Μητρόπολη του χωριού. Πότε ιδρύθηκε η Εκκλησία αυτή είναι άγνωστο. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα η Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, υπήρχε παλαιός Ναός, μικρότερος βέβαια από τη σημερινή εκκλησία σε ρυθμό Βασιλικής που κατεδαφίστηκε το 1930 επειδή είχε καταστεί ετοιμόρροπος και μετά από δύο-τρία χρόνια θεμελιώθηκε η καινούργια εκκλησία, αλλά οι εργασίες όμως της ανέγερσης σταμάτησαν ακριβώς επάνω στα θεμέλια για αρκετά χρόνια.

 

Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Το 1938 μερικοί κάτοικοι του χωριού πήραν πρωτοβουλία να κατασκευάσουν τις κολώνες της εκκλησίας, οι οποίες έγιναν κτιστές με αγκωνάρια από το Λάκκωμα και τσιμέντο και στη συνέχεια χτίστηκαν και τα εξωτερικά τοιχία μέχρι το επάνω μέρος από τα κουφώματα. Ήρθε όμως ο πόλεμος του 1940, οι εργασίες σταμάτησαν και όταν ο πόλεμος τελείωσε μετά το 1945 άρχισαν πάλι οι εργασίες και κατασκευάστηκε και η σκεπή του Ναού  από μπετόν-αρμέ.

Η καινούργια εκκλησία του Αγίου Αθανασίου είναι βυζαντινού ρυθμού, οι εργασίες για την αποπεράτωση συνεχίστηκαν για αρκετά ακόμα χρόνια και σήμερα είναι σχεδόν έτοιμη και στο εσωτερικό της έχουν τελειώσει και οι Αγιογραφίες. Πανηγυρίζει στις 2 Μαΐου κάθε χρόνο.

Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονος. Όλα τα χρόνια που η μητρόπολη ήταν κατεδαφισμένη και γίνονταν οι εργασίες ανέγερσης της νέας ο κόσμος εκκλησιαζόταν σε μια άλλη εκκλησία που βρίσκεται ανατολικά και έξω από το χωριό. Είναι μια Βασιλική όχι πολύ μεγάλη και αφιερωμένη στον Άγιο Παντελεήμονα η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 27 Ιουλίου και είναι το μεγαλύτερο πανηγύρι που γίνεται τα τελευταία τουλάχιστον 65 χρόνια στο χωριό.

 

Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμονος. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου. Απέναντι ακριβώς του Αγίου Αθανασίου και προς την βόρεια πλευρά αυτού, μέσα στο βράχο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Είναι λαξευμένη μέσα σε σκληρό έδαφος (πορί) και φαίνεται πως χρησιμοποιείτο αρκετά επί τουρκοκρατίας, έχει μόνο μία πόρτα και παραπλεύρως ένα μικρό παράθυρο. Μπροστά υπάρχει τοίχος που κλείνει το ανοικτό εμπρός μέρος του Ναού.

Ιερός Ναός του Αγίου Φανουρίου. Είναι καινούργια εκκλησία κτισμένη στο δυτικό μέρος του χωριού τα τελευταία χρόνια σε ρυθμό Βασιλικής.

 

Ιερός Ναός Αγίου Φανουρίου. Φωτογραφία: Περικλής Δενεσάκης‎ από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Ιερός Ναός του Προφήτη Ηλία. Είναι και αυτή καινούργια εκκλησία σε ρυθμό Βασιλικής κτισμένη στην τοποθεσία άρεζε- Γκίλεζα κάτω από τον δημόσιο δρόμο.

Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής. Στα Φράκια υπήρχαν ερείπια εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής και στην ίδια θέση έχει κτιστεί τώρα μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην ίδια Αγία.

Ο οικισμός Φράκια βρισκόταν στο δρόμο που σήμερα ενώνει το χωρίο Αραχναίο με το χωριό Αγγελόκαστρο και σε απόσταση τέσσερα περίπου χιλιόμετρα από το χωριό Αραχναίο. Σήμερα η περιοχή Φράκια είναι μια εκτεταμένη καλλιεργήσιμη έκταση, στην οποία υπάρχουν και πολλά πηγάδια. Στα πηγάδια αυτά πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ποτίζονταν το καλοκαίρι, αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα που έβοσκαν στην περιοχή εκείνη, αλλά και σήμερα ακόμα υπάρχει σημαντικός αριθμός από μικρά ζώα τα οποία βόσκουν και ποτίζονται εκεί. Στην ίδια περιοχή καλλιεργούνται ακόμα και σήμερα αρκετά στρέμματα με αμπέλια.

 

Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής. Φωτογραφία: Περικλής Δενεσάκης‎, από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Στον οικισμό αυτόν υπήρχε και εκκλησία η Αγία Παρασκευή, τα ερείπια της οποίας σώζονταν μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Σήμερα επάνω στα ερείπια αυτής της εκκλησίας έχει κτιστεί μικρός Ναΐσκος αφιερωμένος στην ίδια Αγία, ο οποίος και λειτουργείται συχνά από τους πιστούς του σημερινού Αραχναίου. Δεν ξέρω όμως αν το Ναΐδριο αυτό έχει την ίδια μορφή που είχε η ερειπωμένη εκεί Εκκλησία.

Ο οικισμός αυτός πιθανότατα να ήταν οικισμός αρβανιτών από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στο οροπέδιο του Αραχναίου γύρω στο 1463 μ.Χ. και που ίσως οι γηγενείς τότε κάτοικοι του Χελιού να τους παραχώρησαν αυτήν την τοποθεσία για την εγκατάσταση τους. Η ονομασία δε Φράκια πιθανόν να προέρχεται από την ονομασία FRAG που σημαίνει τσουχτερό κρύο.

Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή ο οικισμός αυτός να ήταν οικισμός στρατιωτών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Δελαρός και ήσαν φύλακες του δρόμου από τον Γκύκλο προς το Αγγελόκαστρο.

 

Η κ. Μαρία Μπιμπή σημειώνει στον διαδικτυακό της τόπο «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη».  

 

Η εκκλησία της Αγια-Παρασκευής βρίσκεται στα Φράκια, σε μια τοποθεσία κάπου τέσσερα χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό Αραχναίο. Ο δρόμος από το Αραχναίο προς το Αγγελόκαστρο διασχίζει εκεί μια λεκάνη με εύφορα χωράφια που αποτελούσαν άλλοτε καλλιεργήσιμους αγρούς, πολύτιμους για τα νοικοκυριά του χωριού. Σ΄ αυτήν τη χαρούμενη ισιάδα βρίσκονται πολλά πηγάδια με καθαρό νερό, γι’ αυτό εδώ σύχναζαν παλιά οι τσοπάνηδες για να ποτίσουν τα χιλιάδες γιδοπρόβατά τους. Αφήνοντας τον δρόμο, αν στρίψεις δεξιά μέσα από κάποια χωράφια, μετά από πολλά δέντρα, αμυγδαλιές και αχλαδιές κυρίως, συναντάς την εκκλησούλα της Αγια-Παρασκευής.

Θυμάμαι με τις φίλες μου τα καλοκαίρια του δημοτικού, πηγαίναμε με τα πόδια τον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο για τον εσπερινό και το πανηγυράκι της Αγια-Παρασκευής. Περπατούσαμε παράλληλα με πολλές άλλες παρέες προσκυνητών, ειδικά γυναικών, που κουβαλούσαν αποβραδίς τα χρειαζούμενα για το προσκύνημα (μπουκάλια με λάδι, καθαριστικά για τον ευπρεπισμό της εκκλησούλας). Στο δρόμο λέγαμε ιστορίες, παρατηρούσαμε τη φύση, πιάναμε χελώνες, γελούσαμε και παίζαμε εκτελώντας ταυτόχρονα ένα τόσο ευχάριστο θρησκευτικό καθήκον που, μέσα στην άγουρη συνείδησή μας, έπαιρνε τη διάσταση του ανεξίτηλου παιδικού βιώματος μιας εκδρομής. Ειδικά όταν βγαίναμε από τον ασφαλή δρόμο και παίρναμε δεξιά το χωμάτινο μονοπάτι μέσα από τα χωράφια, κόβαμε γινωμένα αχλάδια από τις αχλαδιές που βρίσκαμε στο δρόμο μας, χασομερούσαμε εξερευνώντας τα πηγάδια και ο περίπατος φάνταζε σαν εξωτική περιπέτεια.

Αργότερα, με την είσοδο των αυτοκινήτων στη ζωή μας, σταμάτησαν οι περιπατητές και πηγαίναμε εποχούμενοι πια, χάνοντας μεν όλη εκείνη την παρατεταμένη αίσθηση της εκδρομής, κερδίζοντας όμως χρόνο και δυνάμεις για τον εσπερινό ή την πρωινή λειτουργία στο εκκλησάκι. Έτσι, μπορούσαν να έρχονται και γεροντότεροι και πολύ μικρά παιδιά. Οι προσκυνητές όμως είναι πάντα πολυπληθείς γιατί η Αγία Παρασκευή, πέρα από γιάτρισσα των ματιών είναι πάντα η προστάτιδα και αγαπημένη Αγία των βοσκών όλης της περιοχής των Φρακιών.

Η Ιστορία

Εδώ υπήρχε από πολύ παλιά ένα ερειπωμένο ξωκλήσι που είχε καταγραφεί στη μνήμη όλων των κατοίκων του χωριού ως αφιερωμένο στην Αγια-Παρασκευή. Κοντά σε κείνο το παμπάλαιο ερείπιο που σιγά-σιγά χάθηκε, χτίστηκε στη δεκαετία του ’60 η τωρινή εκκλησούλα από τους Χελιώτες με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Δημητρίου Μανώλη (ή Γαλάνη). 

Από τότε και μέχρι και τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη και την επιμέλεια των κατοίκων του χωριού, υπήρξαν αισθητικά όμορφες παρεμβάσεις και προεκτάσεις που ομόρφυναν το αρχικό λιτό κτίσμα και το έκαναν πιο επιμελημένο και φιλόξενο. Ο ναός επεκτάθηκε με στεγασμένη είσοδο στην πρόσοψη και αποθηκούλα στο πλάι, έγινε κοκκινωπή κεραμοσκεπή, επικάλυψη της πρόσοψης με πελεκητή πέτρα της περιοχής, πλακόστρωση του προαυλίου και του διαδρόμου εισόδου και διαμόρφωση του αύλειου χώρου με δενδροφύτευση και παγκάκια. Επίσης η μάντρα από τσιμεντόλιθους ανακαινίστηκε με πετρόχτιστη διακόσμηση και όμορφη είσοδο. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη κατασκευή που στεγάζει ικανοποιητικά την ευλάβεια των Χελιωτών και τους κάνει περήφανους.

 

Ο Αναστάσιος Δημητρίου Μανώλης σέρνει πρώτος τον χορό ανδρών έξω από τη νεόκτιστη εκκλησία στα Φράκια κατά τον εορτασμό της Αγίας Παρασκευής, γύρω στο 1960. Οι ντόπιοι οργανοπαίκτες δίνουν τη μουσική με τα λαγούτα, τα κλαρίνα και τα βιολιά (Ντακαρούνης). Καθισμένος αριστερά πιθανόν ο Ιωάννης Κοροντάνης, ο οποίος ήταν και ψάλτης, μπορεί να τραγουδάει. Σε τέτοιες περιπτώσεις τραγουδούν τα δημοτικά τραγούδια σύσσωμα όλοι οι χορευτές. Τρίτος στον χορό ο Γεώργιος Πίτσας. Κάποιος τούς κερνά κρασί. Σπάνια και πολύτιμη φωτογραφία από το αρχείο του Δημητρίου Χ. Παπαϊωάννου, που μαρτυρεί τα ήθη άλλων εποχών. Αρχείο: Μαρία Μπιμπή.

 

Ο παππού-Γαλάνης είχε τότε τα γιδοπρόβατα που έβοσκαν σε κείνα τα μέρη και είδε όνειρο την Αγία Παρασκευή. Αποφάσισε να της χτίσει την εκκλησία και παρακίνησε και τον δεύτερο ξάδερφό του Γεώργιο Πίτσα ή Δρόσα να την χτίσουνε μαζί. Ανοιχτήκανε στο χωριό και μαζέψανε «χάρες» από άλλους συγχωριανούς, δηλαδή βοήθεια σε είδος. Καθένας τσοπάνης, ειδικά εκεί στα Φράκια, έδωσε κι από ένα κατσίκι. Πούλησαν τα ζωντανά που μάζεψαν, έβαλαν και δικά τους έξοδα κι έχτισαν την εκκλησία.

Ακολουθεί προφορική μαρτυρία του Ιωάννη Αναστασίου Μανώλη, του μικρότερου γιου του Αναστασίου και θείου μου, που διατηρεί φούρνο και παντοπωλείο στο Αραχναίο (2016):

«Γύρω στο 1942, Ιούλιος μήνας ήταν, τον έπιασε τον πατέρα μου ένας πόνος στο πόδι και δεν μπορούσε να κάτσει καθόλου στα γιδοπρόβατα. Και ήρθε στο χωριό και ξάπλωσε εδώ στο σπίτι. Αλλά στο σπίτι που κάθισε φοβόταν γιατί εκεί στα Φράκια που είχε τα ζώα ήταν όλο αμπέλια. Πολλοί από το χωριό είχαν βάλει αμπέλια ο Κωτσ-Καλοπέρης πατέρας του Αλέκο-Καλοπέρη, ο Κερκέζης, οι Τζαριμαίοι, ο Γιωρ-Πρίφτης, πολλοί.  Είχε την στρούγκα κάτω στην Πίουγια, και είχε αφήσει τα παιδιά να φυλάνε τα ζώα. Τότε η Αννιώ θα ήταν 12 και ο Μήτσος 10 χρονών. Ήσανε μικροί για να τα φυλάγανε μόνοι τους. Κι έλεγε «Παναγία μου, να μη μου πάνε στα αμπέλια». Παρακαλούσε να μην πηγαίνανε τα γίδια στα αμπέλια. Άμα πήγαιναν στα αμπέλια δεν του φτάνανε για αποζημιώσεις. Πέρασε ο καιρός, έγινε καλά. Πήγε πέρα και πράγματι δεν είχαν πάει τα γίδια. Σκαρίζανε τα γίδια το πρωί και αντί να πηγαίναν στα αμπέλια κολλάγανε απέναντι προς το βουνό εκεί που τα έχει τώρα ο γέρο-Μπίζης. Κι ένα βράδυ που κοιμόταν βλέπει μια γυναίκα μαυροφόρα και του λέει: «Εγώ σου τα κράταγα τα γίδια και δεν πήγανε στα αμπέλια». Κατάλαβε ότι ήταν η Αγία Παρασκευή και είπε «να την φτάξουμε, να την φτιάξουμε». Πέρασαν όμως αρκετά χρόνια και δεν την είχανε φτιάξει ακόμα».

Αικατερίνη σύζ. Ιωάννου Μανώλη: «Εγώ πήγαινα εκεί γιατί εκείνο το χωράφι ήταν του γιαγιάς μου, της Γιανν-Μπύρμπαινας.  Σαν προσκυνητάρι ήτανε. Κάτι πέτρες παλαιές ήταν εκεί, ερείπια από ένα εκκλησάκι μικρό αλλά ξεσκέπαστο. Είχε μια εικονίτσα όμως μέσα, τη θυμάμαι! Ένα χάλασμα ήταν, ενάμισυ μέτρο ψηλό και είχε μια παλαιά εικόνα της Αγια-Παρασκευής. Και όλο το χωριό την έλεγε Αγια-Παρασκευή, όπως αλλού λένε Άγιο Νικόλα κλπ. Μόνο αυτή η εικόνα ήταν κι ένα χτίσμα παλιό…».

Ιωάννης Αναστασίου Μανώλης: «Πάνω στο ίδιο σημείο ξαναχτίστηκε η εκκλησία. Το 1960 νομίζω.  Κι όταν σκάψαμε και κάναμε τα θεμέλια βρήκαμε και κόκκαλα από τάφους. Μπορεί να είχε οικισμό εκεί κοντά. Πρέπει να υπήρχε οικισμός γιατί απέναντι δεξιά, εκεί προς τη ρίζα του βουνού υπάρχουν ακόμα κάτι χοντρά κεραμίδια.

Εκεί, όπως έλεγαν, ο γέρο-Στέφας, ο πατέρας της γιαγια-Μήτραινας, είχε στάνη με γίδια και βοσκάγανε εκεί ίσια κάτου που ήταν άγριο το μέρος γιατί δεν είχανε ακόμα καταπατήσει τα χωράφια. Και γύριζε τα γίδια στα Φράκια και τα πότιζε, είχαν ένα παλιό πηγάδι. Κι ένα τραγί δεν πήγαινε να πιει νερό αλλά ήταν τυλωμένο (χορτασμένο).

– Βρε παιδιά, αυτό το τραγί γιατί δεν πίνει νερό;

Το έβλεπε όμως με τα γένια βρεγμένα.

– Θα το φυλάξω, είπε μια φορά. Φύλαξε το τραγί και πήγε, λέει, εκεί στην Αγια-Παρασκευή έτσι πιο πέρα, σε μια ρεματιά ήταν ένα δάσος, μια πατουλιά και το είδε που μπήκε μέσα και βγήκε με τα γένια βρεγμένα. Πάει εκεί ο γέρο-Στέφας να δει και είδε νερό. Και, μόλις το είδε, χάθηκε το νερό. Έτσι το λένε, έτσι το έχω ακούσει εγώ. Και σηκώθηκε και πήγε στον Δεσπότη και του λέει αυτό κι αυτό. Του λέει έπρεπε να κάνεις αίμα εκείνη την ώρα που το είδες, να έσφαζες κάτι εκεί και θα έμενε το νερό. Είναι αλήθεια; Είναι ψέματα; Εγώ έτσι το έχω ακούσει.

Μετά το όνειρο, ο παππούς ήθελε να φτιάξει εκκλησία. Αλλά δεν το ξεκίνησε μόνος του. Συζητάγανε με τον πατέρα του Παπαρούντα, του Θοδωρή, το γέρο-Τασιάκο (Πίτσα Αναστάσιο του Αθανασίου) και του λέει: ««Έχω τάξει να φτιάξω την εκκλησία και δεν έχω κάνει τίποτα ακόμα. Να το κινήσουμε, έχω αυτήν την επιθυμία».

«Έε, δεν το κινάμε;»

Αφού το συζητάγανε εκεί, να κι ο Δρόσας (Γεώργιος Πίτσας).

«Θα μπω κι εγώ μέσα να το προχωρήσουμε!»

Να κι ο γέρο-Ντούσκος, ο Τασ-Ντούσκος.

«Κι εγώ μαζί σας.»

Κι είπανε «μπρος να ξεκινήσουμε να φτιάξουμε την εκκλησία».

Εκεί στα Φράκια μαζευόσανε, ύστερα μπήκαν κι άλλοι μέσα που είχαν πράματα (=γιδοπρόβατα) στα Φράκια. Και βάλανε όλοι από μια γίδα ή ό,τι είχε ο καθένας. Ο θείος ο Μήτσος (το μεγαλύτερο αγόρι του Γαλάνη) είχε πάει και μέχρι τον Πηλιαρό και τους είπε «ανοίγουμε την εκκλησία» και βάλαν και οι Πηλιαριώτες. Τα μαζέψανε και τα πουλήσανε και πήγανε στον Δεσπότη και του το είπανε. Να την προχωρήσετε, τους είπε. Και την προχωρήσανε. Την ξεκίνησε ο πατέρας μου ο παππούς ο Γαλάνης που το είχε δει στο όνειρο, κι ύστερα αποφάσισε μαζί με τον Τασιάκο.  Μετά μπήκε ο Δρόσας, μπήκε ο Τασ-Ντούσκος, όλοι.

Και ήτανε μια ανυδρία εκείνη τη χρονιά! Σώθηκε το νερό στα πηγάδια, μια σταγόνα είχαν. Δεν έριξε βέβαια βροχή αλλά ενώ φτιάχναν την εκκλησία εκείνη τη χρονιά, τα πηγάδια από κείνη την σταγόνα που είχαν δεν στερέψανε. Κουβαλήσανε όλα τα νερά και φτιάξανε την εκκλησία και με κείνες τις σταγόνες  ποτίζανε και τα πράματα, κι όμως, δεν στέρεψε κανένα πηγάδι. Ούτε το δικό μας στέρεψε».

Ιερός Ναός Τιμίου Προδρόμου. Στον Πηλιαρό υπάρχει παλαιά εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (Νηστευτή) και γιορτάζεται στις 29 Αυγούστου.

 

Εσωτερικό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου. Φωτογραφία: Περικλής Δενεσάκης‎, από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Εκτός από τις πάρα πάνω εκκλησίες υπήρχαν μέχρι την εποχή πριν ατό τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εμφανή ερείπια από διάφορες εκκλησίες, που σήμερα υπάρχουν μόνο σαν τοπωνύμια. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Ναούς:

Ιερός Ναός Αγίας Αικατερίνης απέναντι από το χωριό.

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου, κάτω από την Αγία Αικατερίνη.

Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου, κοντά στο ρέμα.

Ιερός Ναός των Αγίων Ταξιαρχών, κοντά στον Άγιο Ιωάννη.

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, απέναντι από το χωρίο, σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου, υπάρχουν μέχρι σήμερα τα ερείπια αυτού.

 

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Νότια του χωριού βρίσκεται το Νεκροταφείο. Μέσα σε αυτό υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Στην ίδια θέση υπήρχε παλαιός Ναός, αλλά επειδή ήταν ετοιμόρροπος από το χρόνο, κατεδαφίστηκε για να κτιστεί στη ίδια θέση καινούργιος μικρός Ναός για τις ανάγκες του Νεκροταφείου.

 

Πηγές


 

  • Παναγιώτης Ι. Μπιμπής, «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002.
  • Διαδικτυακός τόπος, «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη», Ιστορία, Πολιτισμός και Λαϊκός Βίος Αραχναίου Ναυπλίου Αργολίδας (πρώην Χέλι).