Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρο’

Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα – Μετάφραση-διασκευή- επιμέλεια – Γιώργος Ρούβαλης


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Μια άκρως ενδιαφέρουσα διατριβή παρουσιάστηκε το 1999 στα αγγλικά στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής με τίτλο «Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion». Συγγραφέας η Diana Gilliland Wright. Με βάση τις μηνιαίες αναφορές του βενετσιάνου προβλεπτή στο Ναύπλιο Bartolomeo Minio από το 1478 ως το 1483 η συγγραφέας αναλύει την καθημερινότητα της βενετσιάνικης διοίκησης στο Ναύπλιο, τη διάταξη και λειτουργία του στρατού, τις σχέσεις με τους Τούρκους σε ειρήνη και σε πόλεμο, καθώς και το ξεκίνημα του χτισίματος της σημερινής κάτω πόλης του Ναυπλίου. Είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για το βενετσιάνικο Ναύπλιο, για το οποίο μέχρι τώρα μόνο γενικότητες γνωρίζαμε. Μια άλλη εικόνα, αλλά μυθιστορηματική, της κτήσεως του Παλαμηδιού γύρω στο 1710-14 μπορούμε να βρούμε και στο μυθιστόρημα του Bruno Racine «Ο άρχων του Μορέως» [«Ο Κυβερνήτης του Μορέως»], μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, 1981 [1982]. Εκεί, ο συγγραφέας μπαίνει στο πετσί του Augustino Sagredo, που έχει λάβει την εντολή να χτίσει το Παλαμήδι.

Όμως, η διατριβή της Diana Wright είναι πολύ πιο λεπτομερειακή και φανερώνει χρόνια έρευνας και ανάλυσης των βενετσιάνικων ντοκουμέντων, που έχουν διασωθεί. Ας σημειώσουμε εδώ ότι για πολλές περιοχές της βενετσιάνικης Ελλάδας τα αρχεία της Βενετίας υπάρχουν – σε διάφορες βιβλιοθήκες – και βέβαια θέλει ψάξιμο και έρευνα για να τα βρεις και να τα ερμηνεύσεις. Τούτο έκανε – στον καιρό του – και ο ιστοριοδίφης Τάκης Μαύρος, ο οποίος δημοσίευσε στο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου που εξέδιδε (δεκαετία 1990) πλήθος τέτοιων και άλλων εγγράφων.

Θα κάνουμε εδώ μία σύντομη παρουσίαση της διατριβής της Diana Wright στα ελληνικά με την ελπίδα ότι θα χρησιμεύσει σε όσους δεν μπορούν να διαβάσουν το πρωτότυπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Η ερευνήτρια αναλύει τα dispacci, δηλαδή μηνιαίες αναφορές του Bartolomeo Minio προς την έδρα της Βενετίας. Διορίστηκε Provveditor, δηλαδή προβλεπτής στο Ναύπλιο στις 13 Φεβρουαρίου 1478[79]. Το βενετσιάνικο έτος άρχιζε την 1η Μαρτίου. Έφτασε στο Ναύπλιο μετά από μια στάση στη Μεθώνη στις 8 Νοεμβρίου του 1478. Το Ναύπλιο για 90 χρόνια ήταν μια ελάσσων αποικία της Βενετίας, αλλά μετά από την απώλεια του Negroponte (Χαλκίδα) το 1370, το Ναύπλιο «Napoli di Romania» γίνεται «η πιο σημαντική γη του κράτους μας (Stato Mar, δηλαδή τις υπερπόντιες αποικίες σε αντίθεση με το stato terra, που ήταν εκτάσεις στην ιταλική χερσόνησο) στην Ανατολή». Επίσης αρχίζουν να χτίζονται σημαντικές οχυρώσεις στο Ναύπλιο. Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο βενετοτουρκικός πόλεμος, που είχε αρχίσει με την Παπική Σταυροφορία του 1463, είχε παραταθεί έως το 1479 με τρομερές συνέπειες για τα ελληνικά εδάφη. Η κατάσταση στο Μοριά ήταν εύθραυστη, διότι τοπικοί Οθωμανοί αγάδες αποσπούσαν γαίες και προέβαιναν σε πειρατικές πράξεις, οι μισθοφόροι δεν είχαν πληρωθεί για πολύ καιρό, ενώ πολλοί ντόπιοι Μοραΐτες, Έλληνες και Αλβανοί, θεωρούσαν την επιλογή της ειρήνης με την Τουρκία ως βενετσιάνικη προδοσία. Ο Bartolomeo Minio λοιπόν φτάνει στο Ναύπλιο στην αρχή μιας πρόσφατης και μακράς περιόδου ειρήνης.

Νωρίτερα από την παρούσα διατριβή, μία σύντομη πηγή για το βενετσιάνικο Ναύπλιο είναι το άρθρο του Γ.Σ. Πλουμίδη «Ειδήσεις για το βενετοκρατούμενο Ναύπλιον, 1440-1550», στο Πελοποννησιακά, αρ. 8 (1971), 261-275., καθώς , βέβαια, και το βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα ,οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης», Ακαδημία Αθηνών, 2002, που αναλύει το Κτηματολόγιο των Βενετσιάνων, με στοιχεία των ετών 1703-1705.

Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτωση της ειρήνης εξαρτάτο όχι τόσο από την υπογραφή ενός φιρμανίου, αλλά από τις ενέργειες των τοπικών Βενετσιάνων και Οθωμανών ηγετών για τις λεπτομέρειες, π.χ. διαμόρφωση ορίων κ.λπ., που συνεπάγεται. Ο Minio ως προβλεπτής επρόκειτο να συμμετάσχει κατά τη διάρκεια της θητείας του σε τέσσερις διαφορετικές διαπραγματεύσεις για όρια, μια παμπελοποννησιακή εξέγερση, καθώς και σε διαρκή αγώνα κατά των πειρατών στη θάλασσα και στη στεριά. 84 dispacci του Minio προς την Signoria και τον Capitan Generale του στόλου βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία «dispacci al Senato ed at altri Bartolomeo Minio» κι έχουν δημοσιευτεί στον έκτο τόμο του Κ. Σάθα «Μνημεία ελληνικής ιστορίας». Το πρώτο dispaccio έχει χρονολογία 12 Νοεμβρίου 1479 και το τελευταίο 25 Μαρτίου 1483. Υπάρχουν επίσης στην ίδια βιβλιοθήκη εκθέσεις τέλους διακυβέρνησης από τρεις κυβερνήτες του Ναυπλίου το 1525, το 1527 και το 1531. Οι εκθέσεις αυτές (relationes) προσφέρουν βασική πληροφόρηση, που ο Minio δεν δίνει: αριθμοί πληθυσμού και αλλαγές, σχόλια περί του Συμβουλίου (Consilio) του Ναυπλίου, εκθέσεις για φόρους, όμως τα dispacci είναι καθημερινές περιγραφές των θεμάτων και των κρίσεων, αναχωρήσεις και αφίξεις στρατιωτών, αξιωματικών και πλοίων, περιοδικές επιθεωρήσεις και πληρωμές, εξέλιξη των σχέσεων. Επίσης, τα dispacci, που καλύπτουν 42 διαδοχικούς μήνες, κάνουν δυνατή την ανίχνευση σχέσεων μεταξύ εποχών και γεγονότων.

Όπως σημειώνει η ερευνήτρια, οι εκθέσεις του Minio μπορούν να συγκριθούν με ανάλογες του Giacomo Barbarigo, που γράφτηκαν μεταξύ 1465 και 1466. Εξάλλου έχουμε λίγες ή σχεδόν ανύπαρκτες πηγές για την περίοδο εκείνη εκ μέρους των Ελλήνων. Η μόνη, η οποία φαίνεται να υπάρχει, είναι το κείμενο του Δωροθέου της Μονεμβασίας, «Bιβλίον Iστορικόν» του 17ου αιώνα, το οποίο παρουσιάζει μια θετική εικόνα της βενετσιάνικης κυριαρχίας.

Ποιος ήταν όμως ο Bartolomeo Minio; Όταν φτάνει στο Ναύπλιο, βρίσκεται σε μια μέση ηλικία με προηγούμενη εμπειρία μια θητεία στην Κέρκυρα ως cancelliere. Έπασχε από συχνούς πονοκεφάλους και πόνους στον αυχένα. Ήταν μάλλον μοναχικός άνθρωπος. Τη θητεία του ελαφρύνει η συχνή άφιξη του κουνιάδου του, Piero Trevisan, κυβερνήτη μιας γαλέρας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με αποστολή αρκετές φορές. Αισθανόταν απομονωμένος «in questa terra in luogo remoto» με τη δουλειά του να μην αναγνωρίζεται, τα γράμματά του να μένουν χωρίς απάντηση και τα αιτήματά του για χρήματα, τρόφιμα και προμήθειες να αγνοούνται. Ο Minio βρίσκεται συνέχεια κουρασμένος ζητώντας χρήματα, σιτηρέσια για τους στρατιώτες, εργάτες, υλικά, δηλαδή η απελπισία και η απογοήτευσή του είναι προφανείς.

Για τη συνέχεια του άρθρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα

Read Full Post »

Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή,* με θέμα:

«Το Μετέωρο Βήμα της Τουρκίας: Εκσυγχρονισμός Εξωτερικής Πολιτικής ή Αναθεώρηση Διεθνούς Προσανατολισμού;»

 

Η διακυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) συνίσταται σε μια σειρά τομές ή και ρήξεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας. Ο Ταγίπ Ερντογάν εκφράζει και εφαρμόζει μια συνολική πολιτική στρατηγική με ευδιάκριτα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που – παρά τις αντιφάσεις της – ευαγγελίζεται έναν βαθύτερο μετασχηματισμό της Τουρκίας ως απάντηση στην μεταψυχροπολεμική κορύφωση της κρίσης του «κεμαλικού» συστήματος διακυβέρνησης.

Στο εσωτερικό της χώρας, ο πολιτικό-ιδεολογικός προσανατολισμός της διακυβέρνησης Ερντογάν είναι όχι μόνο ευδιάκριτος από την «κεμαλική» ιδεολογία αλλά και νικηφόρος σε διαδοχικές πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις με το «κεμαλικό» κατεστημένο και με το λεγόμενο «βαθύ κράτος».

Στις εξωτερικές σχέσεις, οι επιλογές της νέας διακυβέρνησης είναι επίσης διακριτές από την παραδοσιακή τουρκική διπλωματία, εμφανίζοντας μια ιδιαίτερη ενεργητική παρέμβαση στην Μέση Ανατολή, όπου η «κεμαλική» διπλωματία ακολουθούσε κυρίως μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία. [1] Το σύνολο των επιλογών εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να αποτελεί, επίσης, προϊόν μιας συνεκτικής στρατηγικής, της οποίας το ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο διαθέτει ενδείξεις αναθεώρησης του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας. [2] Όπως το έθεσε τον Ιούνιο 1989 ο πρίγκιπας Μωχάμετ αλ-Φεϋζάλ, Σαουδικής Αραβίας και Πρόεδρος της Faisal Finance Institution (F.F.I.), τουρκικής θυγατρικής της Dar al-Mal al Islami: «Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίζει επί μακρόν να παίζει διπλό ρόλο, πρέπει να αποφασίσει ή να εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου ή να συνδεθεί με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα». [3] Ήταν η περίοδος όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αποφανθεί για το πρόωρο της αίτησης ένταξης που είχε υποβάλει ο Τουρκούτ Οζάλ το 1987. [4] Περίπου είκοσι χρόνια μετά το ίδιο «δίλημμα» φαίνεται να διαπερνά την διακυβέρνηση Ταγίπ Ερντογάν, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η ριζοσπαστική αμφισβήτηση του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας, τουλάχιστον με την έννοια που της αποδίδει ο K.J. Holsti ως την «γενική στρατηγική του κράτους για την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών του στόχων». [5] Σε κάθε περίπτωση, στο επίκεντρο των τουρκικών εξελίξεων βρίσκεται πάντα το ζήτημα της «εναρμόνισης των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας», μια προσέγγιση που αποσκοπεί να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της εξωτερικής πολιτικής χωρίς να την απομονώνει από το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο της. Αυτή η προσέγγιση μας επιτρέπει ειδικότερα να διακρίνουμε ή και να προσδιορίσουμε τις εθνικές προτεραιότητες και την πολιτική βούληση [6] των εκάστοτε κυβερνήσεων, καθώς και την επιρροή των εξωτερικών παραγόντων (δηλαδή, της πολιτικής άλλων κρατών και της διεθνούς συγκυρίας) στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. [7] Όλες αυτές οι παράμετροι εξακολουθούν να είναι ζητούμενα της τουρκικής πολιτικής, δεν παύουν όμως στην τουρκική πολιτική ιστορία της να συνδέονται με την μοναδικό εναλλακτικό του κεμαλισμού πρόγραμμα διακυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν.

Η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚP) στην τουρκική πολιτική ασφαλώς οφείλει πολλά στον χαρισματικό ηγέτη του, Ταγίπ Ερντογάν, [8] ωστόσο απορρέει από την υπερίσχυση ενός κοινωνικο-πολιτικού ρεύματος που πραγματώθηκε λόγω της κορύφωσης της κρίσης του «κεμαλισμού» στην δεκαετία του ’90.[9] Ο Ιμπραϊμ Καλίν (İbrahim Kalın), Σύμβουλος Διεθνών Σχέσεων του Ταγίπ Ερντογάν και στενός συνεργάτης του σημερινού Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβoύτογλου, αναγνωρίζει ως δύο βασικές αιτίες της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης στην Τουρκία τόσο τον «μικρόψυχο», όπως τον αποκαλεί, τουρκικό εθνικισμό, ο οποίος, στο όνομα της «τεχνητής» εθνικής ομοιογένειας απαρνήθηκε την οθωμανική κληρονομιά στον πλουραλισμό και την ανεκτικότητα, όσο και τις πολιτικές «εθνικής ασφάλειας», οι οποίες δημιούργησαν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και αντιμετώπισαν τον εκδημοκρατισμό ως κρυφό ιμπεριαλιστικό σχέδιο. [10]

Η Κεμαλική επανάσταση στις αρχές του περασμένου αιώνα σ’ αντικατάσταση της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας πρόβαλε και επέβαλε έναν μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στα δυτικά πρότυπα παρά στην οθωμανική κρατική παράδοση, επέλεξε τον αυταρχικό εκσυγχρονισμό ενός κοσμικού κράτους βασισμένο αποκλειστικά στο τουρκικό έθνος απορρίπτοντας τον «ενοποιητικό» μουσουλμανικό χαρακτήρα ενός πολυεθνικού κράτους επιρρεπή σε φυγόκεντρες τάσεις που διευκόλυναν διεθνείς παρεμβάσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία.[11] Η πορεία επικράτησης της Κεμαλικής επανάστασης στο εσωτερικό και στις εξωτερικές σχέσεις συνδέθηκε έντονα με την θεώρηση του Ισλάμ ως αναχρονιστικού παράγοντα αποδυνάμωσης της συνοχής του νέου κράτους και πρόκρινε την περιθωριοποίηση του ως ιδιωτική θρησκευτική υπόθεση και όχι ως θρησκευτικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας. [12] Η Κεμαλική στρατιωτική και διοικητική γραφειοκρατία στήριξε το μοντέλο ανάπτυξης του κρατισμού (etatism) οδηγώντας στο πολιτικό περιθώριο τα κοινωνικά στρώματα παραδοσιακών οικονομικών δομών και θρησκευτικών αντιλήψεων βασισμένων στα διάφορα μουσουλμανικά ρεύματα (σουνίτες, αλεβίτες, κ.α). [13] Πρόκειται για την τάξη των θρησκευόμενων αγροτών, εμπόρων και βιοτεχνών, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ανατολία, κατά τη δεκαετία του ’50, υπήρξε περιθωριοποιημένη και θύμα των ιδεολογικών διακρίσεων της κρατικής παρέμβασης, εφόσον η στρατο-γραφειοκρατία υποστήριζε το «κοσμικό» κεφάλαιο μονοπωλίων και ολιγοπωλίων του TÜSİAD (του Συνδέσμου των – 400 μεγαλύτερων-Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών, ιδρυθέντος το 1923). [14] Τα κοινωνικά αυτά στρώματα έδωσαν την εκλογική νίκη στο «Δημοκρατικό Κόμμα» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960. [15] Μέχρι την δεκαετία του ’90, με διαδοχικές στρατιωτικές παρεμβάσεις που κορυφώθηκαν με το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν (1980), ο στρατός θα αναδειχθεί ως θεματοφύλακας μιας κεμαλικής διακυβέρνησης που έρχεται να διαχειριστεί κοινωνικές αντιθέσεις και πιέσεις εξωτερικής πολιτικής σ’ ένα ψυχροπολεμικό περιβάλλον, όπου η γεω-στρατηγική αξία της Τουρκίας θα της προσδώσει κρίσιμα περιθώρια ευελιξίας και προσαρμογών. [16]

Ο Τουτκούτ Οζάλ, αρχικά ως υπουργός οικονομικών του καθεστώτος Εβρέν και αργότερα ως Πρωθυπουργός μετά την επικράτηση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP) στις εκλογές 1983, προώθησε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και άνοιξε την οικονομία σε διεθνείς επενδύσεις. Η οικονομική πολιτική εξαγωγών του Οζάλ βρήκε την ανταπόκριση στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο των κρατών του Κόλπου και ειδικότερα με εξαγωγές στο Ιράκ, Σαουδική Αραβία και Ιράν, παράλληλα παρατηρήθηκε σημαντική εισροή αραβο-ισλαμικών κεφαλαίων με κύρια προέλευση την Σαουδική Αραβία που εστίασαν το ενδιαφέρον τους στον χρηματο-πιστωτικό τομέα της τουρκικής οικονομίας. [17] Με το πέρασμα της Τουρκίας στην ελεύθερη αγορά και στην ανοιχτή οικονομία πραγματοποιήθηκε μια πραγματική επανάσταση στον επιχειρηματικό κόσμο με τους μικρομεσαίους καπιταλιστές να πολλαπλασιάζονται, να ενσωματώνονται στην εγχώρια αγορά, να ανακαλύπτουν τις ξένες αγορές, να πλουτίζουν και να αναδεικνύονται μέσα στο ολιγαρχικό-κεμαλιστικό σύστημα ως ‘εναλλακτική’ επιχειρηματική ελίτ. [18] Η λειτουργία Ισλαμικών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων επετράπη, διά νόμου, οι ισλαμικές ομάδες και δίκτυα (tarikat-cemaat), άρχισαν να εδραιώνονται στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ζωή της χώρας, μέσω της εξάπλωσης ισλαμικών εκδόσεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων, εταιρειών και τραπεζών, και το ισλαμικό κεφάλαιο της Ανατολίας γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. [19]

Η ανάδειξη του Ταγίπ Ερντογάν στην πολιτική ηγεσία της Τουρκίας [20] και η επικράτηση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στις εκλογές του 2002 ανάδειξε όχι μόνο μια νέα πολιτική ελίτ αλλά και την πρόσβαση στην εξουσία μιας νέας μεσαίας τάξης και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων της Ανατόλιας με έντονες παραδοσιακές μουσουλμανικές πεποιθήσεις και αξίες και περιόρισε το εκλογικό προβάδισμα των κεμαλικών κομμάτων μόνο στις παράλιες πόλεις του Αιγαίου και της Μεσογείου. [21] Παράλληλα, η εμπέδωση του κόμματος της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» στην διακυβέρνηση της χώρας και κυρίως ως προεξέχουσα δύναμη σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις οδήγησαν στην άρθρωση μιας εναλλακτικής προσέγγισης και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στην λεγόμενη πολιτική του «Στρατηγικού Βάθους» του καθ. Αχμέτ Νταβούτογλου. [22] Σύμφωνα μ’ αυτήν την προσέγγιση είναι αναγκαία η χειραφέτηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής προκειμένου να ενισχυθεί ένας πολυδιάστατος διεθνής ρόλος της Άγκυρας. [23]

Η εξωτερική πολιτική του Ταγίπ Ερντογάν έχει σαφείς αναφορές στην πορεία των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και στην αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων. Η πολιτική αυτή υπόσχεται να δώσει μια απάντηση στα σημαντικά διλήμματα εθνικής στρατηγικής που αντιμετώπισε η Τουρκία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. [24] Η αναίρεση της μεταπολεμικής σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τις καθεστωτικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη, μείωσαν δραματικά τον στρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, τον οποίο η Άγκυρα επιχείρησε να ανανεώσει επιδιώκοντας την αναβάθμιση της σε «περιφερειακή δύναμη» της Δύσης στο γεω-στρατηγικό τρίγωνο Μέση Ανατολή-Καύκασος/Κεντρική Ασία-Βαλκάνια στην δεκαετία του ‘90. Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα ανέπτυξε μια σειρά περιφερειακές πρωτοβουλίες (όπως η Συνεργασία για την Μαύρη Θάλασσα, [25] κ.α.) και διμερή ανοίγματα, βασισμένη κυρίως στις ειδικές σχέσεις με ΗΠΑ [26] και Ισραήλ. [27] Η εναρμόνιση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, την μόνη υπερδύναμη, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και κυρίως οι προσδοκίες που δημιούργησε η επιτυχής ηγεσία της Ουάσιγκτον στον πόλεμο του Συνασπισμού κατά του Ιράκ (1991) για έναν ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο της Άγκυρας σε Μέση Ανατολή [28] αλλά και σε Βαλκάνια και Καύκασο σύντομα έφτασαν στα όρια τους. Η παραμονή του Σαντάμ Χουσεΐν στην εξουσία απέτρεψε προσωρινά έναν διαμελισμό του Ιράκ και την ενδεχόμενη απόσχιση του Ιρακινού Κουρδιστάν στα σύνορα της Τουρκίας. Οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράκ οδήγησαν, όμως, στο κλείσιμο του πετρελαιαγωγού Ιράκ-Τουρκίας (Kirkuk–Yumurtalik pipeline) και την αναπτυξιακή προσπάθεια στην Ανατόλια σε στασιμότητα. Στον μετα-σοβιετικό Καύκασο, η εντατική παρέμβαση της Άγκυρας υπέρ του Αζερμπαϊτζάν στην σύγκρουση του με την Αρμενία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ έφερε την Τουρκία σε τροχιά σύγκρουσης με την Ρωσία, ενώ πέραν της ρωσικής αντίθεσης, η υιοθέτηση μιας «παν-τουρκικής» ρητορικής στις σχέσεις με τα κράτη της Κεντρικής Ασίας δημιούργησαν δυσφορία και δυσπιστία στις ηγεσίες αυτών των κρατών. [29] Στην νοτιο-ανατολική Ευρώπη, οι εξελίξεις στην Βουλγαρία με την υποχώρηση της εκλογικής επιρροής της μουσουλμανικής μειονότητας (1994) και η Συνθήκη του Ντέϋτον (1995) μείωσαν τα τουρκικά ερείσματα στην περιοχή. [30]

Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η μείωση του στρατηγικού ρόλου της Τουρκίας δεν έχει αναιρεθεί και σε ορισμένες διαστάσεις η Άγκυρα βρίσκεται στο περιθώριο σημαντικών διεθνών εξελίξεων, όπως η κυοφορούμενη, τότε, Διεύρυνση των Δεκαπέντε της Ευρωπαϊκής Ένωσης [31] και εγκλωβισμένη σε γεωγραφική περιοχή αστάθειας και συγκρούσεων. Η επιδείνωση των σχέσεων με Ελλάδα (Ίμια, 1996), με Συρία (1998), η πίεση στις τουρκικές επιδιώξεις από την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, [32] όπως και η πίεση από κούρδους του Β. Ιράκ επιχειρείται να αναιρεθεί με πολιτικο-στρατιωτικά μέσα και επεμβάσεις, χωρίς ωστόσο αυτά να επιλύουν το κομβικό πρόβλημα της ενδυνάμωσης διεθνούς θέσης της. Η ισχυρή υποστήριξη της Ουάσιγκτον στην τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην ΕΕ [33] και άρση των ελληνικών αντιρρήσεων με την διπλή προώθηση της διαδικασίας επίλυσης του κυπριακού (σχέδια Αννάν) [34] και διασύνδεσης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με την εξομάλυνση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων οδήγησαν στην προώθηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων (1999) και στο καθεστώς υποψήφιου κράτους (2004). Επρόκειτο για μια απόπειρα «διασύνδεσης» παράλληλων διαδικασιών που τελικά δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Η ανυπαρξία αμοιβαίας αποδεκτής λύσης στο Κυπριακό, που εκφράστηκε στην απόρριψη του Σχεδίου Αννάν ως ετεροβαρούς λύσης υπέρ των τουρκικών θέσεων οδηγεί το Κυπριακό σε νέα φάση, χωρίς η «μη – λύση» να εμποδίσει την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., ένταξη που είχε, ήδη, προγενέστερα συνδεθεί με «συμφωνία – πακέτο» των κοινοτικών εταίρων για την απρόσκοπτη ταυτόχρονη διεύρυνση και των δέκα υποψηφίων κρατών στην Ε.Ε. εφόσον πληρούν τα οικονομικά κριτήρια ένταξης. Από την άλλη πλευρά, οι εντάσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται και δεν σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος στις διμερείς σχέσεις παρά την προσπάθεια συντήρησης της διαδικασίας ομαλοποίησης και την μη-επιστροφή στην προ του 1999 επιδείνωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.[35] Ωστόσο, η πλέον σημαντική εξέλιξη εστιάζεται στην έλλειψη καθοριστικής προόδου στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η αδυναμία ουσιαστικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων (κυρίως σ’ ότι αφορά τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων, τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, κ.α.) στην Τουρκία με ορίζοντα το 2004 ως «έτος ορόσημο» για την αξιολόγηση προόδου των μεταρρυθμίσεων [36] αλλά και οι σοβαρές επιφυλάξεις κρατών μελών (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Κύπρος, κ.α.) υπονομεύουν την, σύντομη τουλάχιστον, ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. [37] Επιπρόσθετη πίεση στην Άγκυρα δημιουργούν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η αμερικανική επίθεση στο Αφγανιστάν αλλά κυρίως η επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων πριν τον 2ο πόλεμο κατά του Ιράκ (2003), που η έκβαση του οδηγεί στην ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και στην πολιτική χειραφέτηση των κούρδων του Β. Ιράκ ως βασικούς εταίρους των ΗΠΑ στην προσπάθεια πολιτικής σταθεροποίησης του μεταπολεμικού Ιράκ. Στο μεταξύ, το αποτέλεσμα των εκλογών του 2002 έχει αναδείξει το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» ως κυβερνών κόμμα και Πρωθυπουργό τον Ταγίπ Ερντογάν.

Η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν ανάλαβε σε μια περίοδο εντατικής τουρκικής διπλωματίας με άξονα την επίτευξη καθεστώτος υποψήφιου κράτους-μέλους της Ε.Ε., [38] επιδίωξη που ολοκληρώθηκε επιτυχώς το 2004. [39] Ωστόσο, η προοπτική ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς και έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες που εστιάζονται στην ανάγκη καθεστωτικών μεταρρυθμίσεων και αναπροσαρμογών της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας ως προ-απαιτουμένων της ένταξης. [40] Βέβαια, η πορεία εκδημοκρατισμού συνδεόμενη με την προσαρμογή στο κοινοτικό κεκτημένο συνδέεται και με την προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να υπερισχύσει στους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς.[41] Όμως, μη συνεπή ανταπόκριση της Τουρκίας στις κοινοτικές επιταγές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική έδωσαν ώθηση στην «εναλλακτική» προσέγγιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, της λεγόμενης πολιτικής του «Στρατηγικού Βάθους».

Η ουσία αυτής της προσέγγισης βασίζεται στις παραδοσιακές γεωπολιτικές αντιλήψεις αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης της χώρας και, από αυτήν την σκοπιά, η τουρκική εξωτερική πολιτική εμφανίζει στοιχεία συνέχειας βασισμένων σε εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς αλλά και αλλαγής που προέρχονται από τα περιθώρια επιλογών που διαθέτει το κυβερνών κόμμα βασισμένα στην μη-άρνηση της μουσουλμανικής θρησκευτικής ταυτότητος της χώρας ως όχημα «ανοίγματος» στον μουσουλμανικό κόσμο. Πρόκειται για την ίδια, κατά βάση, αντίληψη των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν η Τουρκία επιχείρησε να προβάλει την γεωστρατηγική θέση της ανάμεσα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, τον Καύκασο/Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή ως καταλύτη για την ανανέωση της στρατηγικής αξίας της στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον και την επίτευξη ρόλου περιφερειακής δύναμης.

Η βασική διαφορά μεταξύ των δυο περιόδων είναι ότι τότε η Τουρκία εμφανιζόταν ως ένα «κράτος-πρότυπο» που συνδύαζε τρείς διαστάσεις: πρώτον, την πρόσδεση του στον δυτικό προσανατολισμό του, δεύτερον, τον κοσμικό κρατικό χαρακτήρα μιας μουσουλμανικής χώρας και τρίτον, τις «τουρκογενείς» εθνοτικές συγγένειες.

Αντίθετα, σύμφωνα με την αντίληψη του «Στρατηγικού Βάθους», η Τουρκία οφείλει να προσεγγίσει τον άμεσο γεωγραφικό της χώρο «χειραφετημένη» από «δυτικές εξαρτήσεις» και να λειτουργήσει ως «γέφυρα» σε διαφορετικούς «γεω-πολιτισμικούς» πόλους, ήτοι της Δύσης, της Μέσης Ανατολής, του Μουσουλμανικού κόσμου και της Κεντρικής Ασίας. Μ’ άλλα λόγια, η Άγκυρα θα πρέπει να διαχωρίσει την θέση της από Δυτικές πολιτικές επιλογές και διπλωματικούς χειρισμούς που δεν εξυπηρετούν την περιφερειακή πολιτική, η οποία συνιστά βασικό χαρακτηριστικό στην προσέγγιση του «Στρατηγικού Βάθους». [42] Η αυτοδύναμη ικανότητα της Άγκυρας να δημιουργεί σταθερά περιφερειακά ερείσματα προσδίνει στην Τουρκία το απαιτούμενο «στρατηγικό βάθος» προκειμένου να ενισχύσει την διαπραγματευτική θέση της έναντι, κυρίως, των δυτικών συμμάχων της και να ενισχύσει την διεθνή θέση της σ’ ένα ρευστό και μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.

Η ενεργοποίηση της τουρκικής διπλωματίας στην Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, σημαίνει την διατήρηση αποστάσεων από τις αμερικανικές επιλογές στην περιοχή και αναθεώρηση ή και ακύρωση της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» Τουρκίας-Ισραήλ. [43] Το 2006 η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας έσπευσε να προσκαλέσει στην Άγκυρα τον ηγέτη της Χαμάς, Χαλέντ Μασάλ, για συνομιλίες δείχνοντας ότι, αντίθετα με δυτικά κράτη, αναγνωρίζει τα αποτελέσματα των παλαιστινιακών εκλογών και εξηγώντας στους δυτικούς επικριτές ότι διατηρώντας σχέσεις με την Χαμάς, η ίδια μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» διαλόγου της Δύσης για την αναγνώριση του Ισραήλ. [44] Στην πρόσφατη κρίση της Γάζας (Δεκέμβριος 2008) ο Τ. Ερντογάν εμφανίστηκε ως ένας από τους πλέον ισχυρούς επικριτές των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα αξιοποιώντας το άνοιγμα του προς την Συρία [45] προσφέρει τις καλές υπηρεσίες της Τουρκίας για την έναρξη συνομιλιών Ισραήλ-Συρίας στην Κωνσταντινούπολη. [46] Η Άγκυρα υπήρξε επίσης επικριτική κατά των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Φελούτζα του Ιράκ (2004) που την χαρακτήρισε «γενοκτονία», ενώ επεδίωξε και επέτυχε να διασφαλίσει την προεδρία στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης.

Η επιδίωξη μιας «αποστασιοποίησης» της Άγκυρας από δυτικές τοποθετήσεις έχει συμβεί αρκετές φορές στο παρελθόν, όπως και η προσπάθεια ανάπτυξης σχέσεων με κράτη της περιοχής. [47] Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αποσκοπεί, όμως, να δημιουργήσει μονιμότερα ερείσματα της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις της, θεωρώντας την γεωγραφική θέση της ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Η κριτική κατά της «δυτικής περιχαράκωσης» της χώρας ως πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής συνοδεύεται εξίσου με την απόρριψη και της «περιχαράκωσης» που προέρχεται από «φοβικά σύνδρομα ασφάλειας» με επίκεντρο τις αποσχιστικές τάσεις που εστιάζονται στο κουρδικό πρόβλημα αλλά διαπνέονται από τις ιστορικές μνήμες του συντηρητικού «κεμαλικού» κατεστημένου διαμελισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας και απόπειρα αποικιοποίησης των εδαφών της στις αρχές του 20ου από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Το σύνολο της τουρκικής πολιτικής ελίτ συμμερίζεται το κουρδικό πρόβλημα ως κρίσιμο ζήτημα ασφάλειας. Η πολιτική του κυβερνώντος κόμματος συμπλέει με το «κεμαλικό» κατεστημένο σ’ ότι αφορά τόσο την ανάγκη συντονισμού με Δαμασκό, Τεχεράνη και κυρίως Βαγδάτη για την αποτροπή δημιουργίας κουρδικού κράτους στο Β. Ιράκ, όσο και την αναγκαιότητα τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εκεί, ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει συνεχείς τριβές με την Ουάσιγκτον, η οποία διατηρεί σημαντικά ερείσματα στους κούρδους του Β. Ιράκ για την εμπέδωση της μεταπολεμικής σταθερότητας στην χώρα αυτή. Ωστόσο, στην εσωτερική πολιτική σκηνή ο Τ. Ερντογάν έχει ακολουθήσει μια προσεκτική πολιτική υπέρ των μειονοτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων, διευρύνοντας την εκλογική επιρροή του κόμματος του στην κουρδική νοτιο-ανατολική Τουρκία. [48]    

Στην αντίληψη της ανάσχεσης απειλών και κινδύνων ασφάλειας και της θεωρούμενης εξ αιτίας τους «περιχαράκωσης», η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» αντιτείνει την αυτοπεποίθηση μιας ήδη ισχυρής στρατιωτικά Τουρκίας σε σύγκριση κυρίως με το στρατιωτικό δυναμικό των γειτονικών κρατών και την έμφαση στην zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτική. [49] Αλλά και στο πλαίσιο των νέων προτεραιοτήτων της, η διπλωματική ενεργοποίηση για αναθέρμανση και προσέγγιση με τα γειτονικά κράτη, ως βασική παράμετρο της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους», συνιστά επίσης μια «περιχαράκωση» της Τουρκίας στις περιφερειακές σχέσεις, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί ότι μπορεί να τις διαχειριστεί με τρόπο που να αναβαθμίζει ευρύτερα την διεθνή θέση της. [50] Όμως η Τουρκία δεν παύει να βρίσκεται σε γεωγραφική θέση που περιβάλλεται από αστάθεια και συγκρούσεις, οι οποίες συνιστούν κορυφαίες διεθνείς διενέξεις (αραβο-ισραηλινές σχέσεις, παλαιστινιακό, μεταπολεμικό Ιράκ, σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν, κ.α.). Το όριο της zeroproblem policy” με τις γειτονικές χώρες πολιτικής βρίσκεται αφ’ ενός στην ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων αλλά αφ’ ετέρου αφορά την εκδήλωση μιας πολιτικής «επιτήδειου ουδέτερου» σ’ ότι έχει να κάνει με τους πόλους των συγκρούσεων και αυτό, κυρίως, επιτυγχάνεται με την «αποστασιοποίηση» από τις επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ που δεν συμβαδίζουν με τις διπλωματικές επιδιώξεις της Άγκυρας. Η εκπλήρωση ενός ρόλου «διαμεσολαβητή» συναρτάται από την βούληση των εμπλεκομένων μερών για προσέγγιση και την αδυναμία τους να την επιτύχουν με απευθείας επαφές. Σε κορυφαίες διεθνείς διενέξεις, όπως το μεσανατολικό, η τουρκική διαμεσολάβηση εμφανίζεται να έχει οριακή πρακτική χρησιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η περιφερειακή «περιχαράκωση» της Τουρκίας έχει περισσότερο σημασία όχι για τον ενδεχόμενο διαμεσολαβητικό ρόλο της αλλά κυρίως για την διαπραγμάτευση της ίδιας της θέσης ως προς την τουρκική συναίνεση σε δυτικές, και ειδικότερα αμερικανικές, επιλογές στην διαχείριση των περιφερειακών διενέξεων. [51] Η ενίσχυση των περιφερειακών δεσμών της Τουρκίας, από την μια πλευρά, την καθιστά ταυτόχρονα έναν «εκπρόσωπο» των ενδιαφερόντων των κρατών της περιοχής, με την προϋπόθεση ότι έχει ενισχυθεί μεταξύ τους μια κοινή πολιτική βάση θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη και, πρωτίστως, σε κοινά συμφέροντα έναντι τρίτων. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, καθιστά την συναίνεση της Άγκυρας αναγκαίο παράγοντα για την δυτική διαχείριση των προβλημάτων της περιοχής. Πρόκειται για ένα μετέωρο βήμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής με πολλές απρόβλεπτες παραμέτρους και μια μόνο, υψηλού ρίσκου, σταθερά: την μη-δεδομένη για την Δύση τοποθέτηση της Άγκυρας στις περιφερειακές εξελίξεις.

Η προοπτική επιτυχούς ανάδειξης του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας βασίζεται σε δύο κρίσιμες εξωτερικές προϋποθέσεις:

 πρώτον, ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα συντείνουν προς μια ρευστότητα των διεθνών ισορροπιών και σ’ ένα πολυκεντρικό διεθνές ζήτημα στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα αποκτήσουν ειδικό βάρος στις εξελίξεις [52], και δεύτερον, ο ρόλος της Τουρκίας θα καταστεί απαραίτητος στην προώθηση των δυτικών επιδιώξεων του διεθνούς παράγοντα στην περιοχή, είτε λόγω της στρατιωτικής ισχύος του και της εντατικής ενεργοποίησης του στις υποθέσεις της περιοχής, είτε επειδή τυχόν τουρκική εσωτερική αστάθεια θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην περιοχή.

Η αντίληψη του «Στρατηγικού βάθους» αναφέρεται σε έναν τρόπο υλοποίησης της επιδίωξης να καταστεί η Τουρκία «περιφερειακή δύναμη» με ειδική έμφαση στον μουσουλμανικό θρησκευτικό χαρακτήρα της τουρκικής κοινωνίας, σε προσπάθεια διείσδυσης στην μουσουλμανική – αλλά προπάντων αραβική (με εξαίρεση το Ιράν) Μέση Ανατολή. Αν και το «όχημα» του «μουσουλμανισμού» δεν φαίνεται να επαρκεί σε μια πολιτικά κατακερματισμένη σε πλήθος αντιθέσεων και αντιφάσεων Μέση Ανατολή, όπως το ίδιο ισχύει και για την περιοχή του Καυκάσου/ Κεντρικής Ασίας, [53] η προβολή «γεω-πολιτισμικών» συγκλίσεων (ισλαμικού ή τουρκογενούς χαρακτήρα) ήταν και παραμένει ένας τρόπος «ανοίγματος» ή και αλληλεγγύης για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Στην πραγματικότητα, το κεντρικό ζητούμενο συνίσταται στο εάν η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» δημιουργεί μονιμότερη σύγκλιση συμφερόντων με τα κράτη τα οποία απευθύνεται έχοντας ως υπόβαθρο οικονομικές αλληλοεξαρτήσεις [54] ή επενδύει περισσότερο στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της έναντι δυτικών συμφερόντων.

Από τη άποψη αυτή, κεντρικό στοιχείο στην θεώρηση του «Στρατηγικού βάθους» είναι η διαμόρφωση μιας διεθνούς θέσης της Τουρκίας με χαρακτηριστικά “pivotal state”, ενός κράτους ικανού να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή του. [55] Η έννοια του pivotal state κυρίως εστιάζεται στην σημασία που το ίδιο μπορεί να διαδραματίσει ως οικονομικός παράγοντας στην περιοχή και συγκροτείται γύρω από την αντίληψη της «ήπιας δύναμης» (“soft power”). [56] Το περιφερειακό «άνοιγμα» που επιχειρεί η Τουρκία επενδύει στην ασύμμετρη ανάπτυξη της περιοχής και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ο αναπτυξιακός δυναμισμός και το μέγεθος της τουρκικής οικονομίας. [57] Παράλληλα, όμως η τουρκική στρατιωτική ισχύς την καθιστά υποψήφια για τον ρόλο της «περιφερειακής δύναμης», με την κλασική διεθνολογική έννοια του όρου, [58] είτε αυτή χρησιμοποιείται για στρατιωτικές επεμβάσεις και πολιτικο-στρατιωτικές πιέσεις [59] είτε για ειρηνευτικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η ανάδειξη σε περιφερειακή δύναμη ενός κράτους απαιτεί την ανοχή ή ενθάρρυνση της μεγάλης δύναμης που έχει ενδιαφέρον για την περιοχή, κάτι το οποίο προϋποθέτει την εξυπηρέτηση των περιφερειακών αναγκών της δύναμης αυτής. Το ζήτημα αυτό δεν έχει απλώς ως υπόβαθρο την θεμελιώδη επιδίωξη κάθε εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή την «εναρμόνιση των εθνικών επιδιώξεων με τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας» [60] αλλά επιπρόσθετα συνιστά μια ατέρμονη διεκδίκηση του αυτοτελούς ρόλου της περιφερειακής δύναμης που εκφράζεται με μια συνεχή διαπραγμάτευση με τις επιλογές του διεθνούς παράγοντα στις υποθέσεις της περιοχής. Τα όρια αυτής της διαπραγμάτευσης έγιναν αισθητά στις αμερικανο-τουρκικές τριβές λόγω της πρόθεσης της Άγκυρας να επέμβει στρατιωτικά στο Β. Ιράκ τον Οκτώβριο 2007, όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις. [61]

Η προσέγγιση του «Στρατηγικού βάθους» έχει αναθερμάνει τις διμερείς σχέσεις της Τουρκίας σ’ ευαίσθητους γεωπολιτικούς χώρους συμπεριλαμβανομένης και της γειτονικής Ρωσίας. [62] Παρά την «αποστασιοποίηση» από διάφορες επιλογές των ΗΠΑ και του Ισραήλ ή τις δυσχέρειες της ενταξιακής πορείας στην Ε..Ε., ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί και, στο βαθμό που δεν έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με κομβικές αμερικανικές επιλογές, η Άγκυρα διατηρεί μια ενισχυμένη ευελιξία στις περιφερειακές σχέσεις της. Ειδικότερα, μάλιστα, σ’ ότι αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, και παρά την σημαντική έλλειψη προόδου στην ενταξιακή πορεία της, η διαδικασία δεν έχει αναιρεθεί. Ας σημειωθεί ότι ακριβώς χάρη στην ενταξιακή διαδικασία η κυβέρνηση Ερντογάν μπόρεσε να επιτύχει πολιτικά πλεονεκτήματα έναντι του «κεμαλικού» συντηρητισμού προς όφελος των μέτρων εκδημοκρατισμού. Αναφορικά με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, η κυβερνώσα τουρκική πολιτική ελίτ ακολουθεί μια πολιτική αντιδράσεων στην εκάστοτε συγκυρία με βάση τις στρατηγικές στοχεύσεις της στην εσωτερική πολιτική. Ωστόσο, ακριβώς στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός φαίνεται να αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα στις επιλογές της διακυβέρνησης Ερντογάν. Οι πολιτικές πραγματικότητες έδειξαν ότι τα οφέλη του ευρωπαϊκού προσανατολισμού έχουν ήδη εκδηλωθεί: πρώτον, στις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, δεύτερον, στα σημαντικά βήματα εκδημοκρατισμού και τρίτον, σε μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται στην λεγόμενη «ήπια δύναμη» (“soft power”). Αυτά τα τρία στοιχεία είναι σαφώς αλληλένδετα και τείνουν να δημιουργήσουν μια συνεκτική στρατηγική, η οποία θα είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί εκτός αυτού του προσανατολισμού.[63] Παράλληλα, όμως, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ζητούμενο που προσδίδει διεθνή υποστήριξη και που τακτικά συμπλέει με την μεταρρυθμιστική στρατηγική Ερντογάν, ενώ μακροπρόθεσμα απομένει να κριθεί εάν θα συνδέεται με «την εκπλήρωση τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών στόχων» του τουρκικού κράτους. Ο Γιασάρ Γιακίς, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Τουρκικού Κοινοβουλίου και πρώην υπουργός Εξωτερικών, διευκρίνισε το ρόλο που τώρα παίζει η Ε.Ε. στην στρατηγική σκέψη της Άγκυρας, τονίζοντας ότι η προσχώρηση στην Ε.Ε. θεωρείται σήμερα ένα απλό εργαλείο για την εμπέδωση των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό, καταλήγοντας ότι, εάν η Τουρκία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις, τότε η ένταξη στην Ε.Ε. θα γίνει «δευτερεύων» ζήτημα. Ανάλογες νύξεις έκανε και ο Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Νορβηγία, η οποία απέρριψε την ένταξη της το 1972 και 1994. Ο Γκιούλ, ο Γιακίς και αρκετοί άλλοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται πλέον την προσχώρηση ως λιγότερο σημαντική από τον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ώριμη για προσχώρηση. Όταν αυτή η ώρα φτάσει, τότε ίσως η Τουρκία θα μπορούσε ακόμη και να απορρίψει την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ακριβώς έκανε η Νορβηγία το 1972 και 1994. [64] Σ’ αυτήν την πολιτική συλλογιστική, το ζητούμενο δεν είναι αυτή η ίδια η προσχώρηση της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ο μετασχηματισμός της Τουρκίας που αντιπροσωπεύει.[65] Για την διακυβέρνηση Ερντογάν, αυτός ο μετασχηματισμός είναι επιθυμητός, υλοποιείται με την μορφή και τον ρυθμό που συνάδει στην τουρκική πραγματικότητα και τελικά είναι δυνατόν να εκφράσει έναν ευρωπαϊκό προσανατολισμό μ’ ένα «εναλλακτικό» πλαίσιο σχέσεων Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης που να ικανοποιεί ό,τι η ενταξιακή πορεία κάποτε υπηρετούσε. [66]

Στο επίκεντρο των αντιλήψεων της προσέγγισης του «Στρατηγικού Βάθους» αναδεικνύεται η ανάγκη της «αποκατάστασης» των σχέσεων της Τουρκίας με τον ιστορικό περίγυρο της – σχέσεις που διέκοψε η παρακμή της οθωμανικής ηγεμονίας και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού δημιουργώντας, με τα λόγια του Αχμετ Νταβούτογλου, την κεμαλική θεώρηση «μιας Τουρκίας που περιβάλλεται από τρείς θάλασσες και τέσσερεις εχθρούς». [67] Η επιδίωξη της «αποκατάστασης» ενός περιφερειακού ρόλου εξακολουθεί να εντάσσεται σε μια διαδικασία αναζήτησης μιας διεθνούς θέσης που πιέζεται από τις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των περιφερειακών συγκρούσεων, αλλά βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τις εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο. Όπως το έθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου:

 

«όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, συνήθως μπορεί να υποπέσουμε σε δύο μεθοδολογικά λάθη: Το πρώτο είναι ότι μπορεί – εάν επικεντρωθούμε μόνο στην εξωτερική πολιτική, αγνοώντας άλλα στοιχεία όπως η εσωτερική πολιτική, η οικονομία, οι πολιτιστικές εξελίξεις – να μην κατανοήσουμε τι συμβαίνει στην εξωτερική πολιτική. Επομένως, δεν μπορείτε να απομονώσετε την εξωτερική πολιτική από το γενικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό αφορά το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, αφορά την ουσία και τον χρονικό ορίζοντα – αν απλά επικεντρωθείτε σε ένα μόνο έτος, ένα περιστατικό, ένα μήνα, ή ακόμα και μια δεκαετία και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τον μετασχηματισμό ενός παραδείγματος (“paradigm”) εξωτερικής πολιτικής, μπορείτε να κάνετε το άλλο λάθος. … Αυτό που βλέπω σήμερα είναι ότι έχουμε μια αποκατάσταση. Αυτή η έννοια είναι σημαντική. Αποκατάσταση, όχι μια αλλαγή παραδείγματος. Όχι μια επανάσταση, αλλά μια αποκατάσταση της τουρκικής κοινωνίας, οικονομίας, πολιτικής και εξωτερικής πολιτικής. … Είναι αναγκαίο να έχουμε μια αποκατάσταση στο εσωτερικό, περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον … Χωρίς οικονομική αποκατάσταση, πολιτική αποκατάσταση δεν μπορεί να επιτευχθεί. Αυτές οι δύο αποκαταστάσεις είναι οι δύο πυλώνες μιας στρατηγικής αποκατάστασης. Η στρατηγική αποκατάσταση είναι ο δικός μας προσανατολισμός εξωτερικής πολιτικής».[68]  

 

Η μετατροπή της δύσκολης γεωπολιτικής θέσης σε γεωστρατηγικό και γεω-οικονομικό πλεονέκτημα φαίνεται να είναι η ουσία της επαγγελίας αλλά και της πρακτικής της προσέγγισης του «Στρατηγικού βάθους». Ωστόσο, η προοπτική αυτής της προσέγγισης δεν θα κριθεί από τα αποτελέσματα που τυχόν έχει στην εξωτερική πολιτική, αλλά από την συνεισφορά της στην μεταβολή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών της Τουρκίας από τις οποίες απορρέει με σκοπό την σύνθεση μιας νέας κυρίαρχης πολιτικής ελίτ και τον μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος της χώρας.

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ömer Taspinar, «Turkey’s Middle East Policies: Between Neo-Ottomanism and Kemalism», Carnegie Papers, no 10, September 2008

[2] Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, “Between Europeanization and Euro-Asianism: Foreign Policy Activism in Turkey during the AKP Era”, Turkish Studies, Spring 2009

[3] Απόσπασμα από το: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικο-οικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000.

[4] Harun Arikan, Turkey and the EU: Αn awkward candidate for EU membership? , Ashgate Publishing, 2006

[5]   K.J. Holsti, International Politics: A Framework for Analysis, London, 1983

[6] Το περιεχόμενο της πολιτικής βούλησης ούτε συνίσταται, ούτε εξαντλείται στον διακηρυκτικό χαρακτήρα του. Το περιεχόμενο της συνίσταται πρώτα και κύρια στην πρακτική εφαρμογή των επιλογών της, χωρίς τις οποίες δεν υφίσταται παρά τις διακηρύξεις. Η έκφραση πολιτικής βούλησης είναι σημαντική πολιτική πράξη (με διάφορες στοχεύσεις: εσωτερική συνοχή, αποτροπή, τακτική, κλπ) αλλά η αξιοπιστία της ελέγχεται από τα μέτρα υλοποίησης της.

[7] S. Zambouras, Continuity and Change in Postwar Greek Foreign Policy: The Karamanlis’ Strategy of Modernisation, 1956-1963, PhD Dissertation, University of Sheffield, 1993, p.29, 231  

[8] Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη θέσει την ηγετική φυσιογνωμία του στην πολιτική ιστορία της Τουρκίας και ίσως αποδειχθεί ο ηγέτης των καιρών με την έννοια που έχει επισημάνει ο S. P. Huntington: «Έχοντας πειραματισθεί με το καλό και το κακό της Δύσεως, αναφορικά με το κοσμικό καθεστώς και τη δημοκρατία, η Τουρκία μπορεί εξίσου να αναλάβει την ηγεσία του Ισλάμ. Αλλά για να το καταφέρει, πρέπει να απορρίψει την κληρονομιά του Ατατούρκ πιο ριζικά από ότι η Ρωσία απέρριψε την κληρονομιά του Λένιν. Πρέπει επίσης να βρει έναν ηγέτη στο διαμέτρημα του Ατατούρκ, οποίος μάλιστα να συνδυάζει την θρησκευτική και πολιτική νομιμοποίηση, ώστε να μετατρέψει την Τουρκία από σπαρασσόμενη χώρα σε χώρα-άξονα». Απόσπασμα από το Ι. Μάζης, οπ.π.

[9]   Hakan Yavuz, ed., The Emergence of a New Turkey: Islam, Democracy and the AK Party, University of Utah Press Salt Lake City, (2006), Ümit Cizre, ed., Secular and Islamic Politics in Turkey: The Making of the Justice and Development Party, London, Routledge, 2008.

[10] Μαρία Βερβερίδου, “Τουρκία: Παράγοντες Διαμόρφωσης Πολιτικής”, Δελτίο Ανάλυσης, τεύχος 67, ΕΚΑΣ, Δεκέμβριος 2010

[11] S. E. Shaw, History of Ottoman Empire and Modern Turkey, Cambridge, New York, 1977

[12] Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, London 1968, D. Rustow, “Politics and Islam in Turkey” στο R. Frye (eds.), Islam and the West, Hague,1957

[13] Ahmad Feroz, The Turkish Experiment in Democracy, 1950-1975, Royal Institute of International Affairs, London 1977.

[14] Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία: Οι Επιχειρηματικές Οργανώσεις της MÜSİAD και της TUSKON”, ΕΛΙΑΜΕΠ, Κείμενο Εργασίας, τεύχος 10, 2010

[15] Η άνοδος του Α. Μεντερές στην εξουσία (1950) υπήρξε αποτέλεσμα των μέτρων φιλελευθεροποίησης που ακολούθησαν τον θάνατο του Κεμάλ (1938) και κατάργησαν περιορισμούς που αφορούσαν τις μειονότητες και το Ισλάμ. Η κυβέρνηση Μεντερές σύντομα ήλθε σε σκληρή αντιπαράθεση με το κεμαλικό κατεστημένο και η πολιτική πόλωση στην κοινωνία οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση Μεντερές και η διακυβέρνηση εκφράστηκε με τις συντηρητικές κεμαλικές κυβερνήσεις του Ισμέτ Ινονού μέχρι το 1965. Τις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές κέρδισε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ηγέτης του «Κόμματος Δικαιοσύνης», που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την ανατροπή του από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971. Με προτροπή του στρατιωτικού κατεστημένου το 1975 ο Ν. Ερμπακάν δημιούργησε το κόμμα «Εθνικής Σωτηρίας» (MSP) και η συμμετοχή του στις κυβερνήσεις συνασπισμού ενίσχυσε την εκπροσώπηση του τουρκικού ισλαμισμού στην πολιτική ζωή της χώρας με την προσέλκυση ισλαμικών ψήφων λειτουργώντας ως εξισορρόπηση των ριζοσπαστικών και ακροδεξιών τάσεων. Οι «εποπτευόμενες» από τον στρατό κυβερνήσεις στάθηκε αδύνατον να ανακόψουν τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τις βίαιες συγκρούσεις ακραίων δεξιών και αριστερών ομάδων. Το 1980 ο στρατηγός Κενάν Εβρέν θα ηγηθεί ενός ακόμη στρατιωτικού πραξικοπήματος και θα θέσει εκτός νόμου τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα. Το νέο πραξικόπημα θα δώσει την ευκαιρία να ανατείλει το άστρο του Τουρκούτ Οζάλ με την ίδρυση του κόμματος της «Μητέρας Πατρίδας» (ANAP), που θα απορροφήσει το εκλογικό δυναμικό των μη-παραδοσιακών κεμαλικών κομμάτων αλλά και αποτελέσει ένα σημείο καμπής για το τουρκικό Ισλάμ. Η αποδυνάμωση του ANAP, με την επανένταξη στην πολιτική ζωή ιστορικών ηγετών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και την προώθηση του Οζάλ στην Προεδρία, θα συντείνει στην διασπορά των ισλαμικών ψήφων, παρά το γεγονός ο Ν. Ερμπακάν και το «Κόμμα Ευημερίας» (RP) θα επιχειρήσει και πάλι να εκφράσει αυθεντικά τον τουρκικό ισλαμισμό. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1996, ο Ερμπακάν θα αναλάβει τελικά, για σύντομο διάστημα, Πρωθυπουργός παραιτούμενος υπό την πίεση του στρατού, ωστόσο το κεμαλικό κατεστημένο ήταν εκείνο που επιχείρησε, ιδιαίτερα μετά τον 1980, να ενσωματώσει τον μουσουλμανικό παράγοντα ως στοιχείο σταθεροποίησης του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη είναι η απόπειρα στήριξης από τους κεμαλιστές ενός «επίσημου Ισλάμ», μιας «τουρκο-ισλαμικής» σύνθεσης, που λειτούργησε ως εφαλτήριο για τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού ισλαμισμού και είχε ως αποτέλεσμα το κεμαλικό κατεστημένο να υπερκεραστεί σύντομα από την επιρροή γνήσιων ισλαμικών παραγόντων, όπως ο Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gullen) και άλλοι. Δες: H. A. Reed, “Secularism and Islam in Turkish Politics”, Current History, no 32, 1957, J. Landau, Radical Politics in Modern Turkey, Leiden, 1974, M. Meeker, “The New Muslim Intellectuals in the Republic of Turkey” στο R. Tapper, Islam in Modern Turkey, London 1991, Γεράσιμος Καράμπελιας, «Σχέσεις ΙσλάμΠολιτείας στην Μεταπολεμική Τουρκία», στο Σ. Αλειφαντής-Ε. Χωραφάς (επιμ.), Σύγχρονο Διεθνές Σύστημα και Ελλάδα, Αθήνα 2001, Μαρία Βερβερίδου, οπ.π.

[16] Balkan Neşecan and Savran Sungur,  The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey,  New York, Nova Science Publishers, 2002

[17] D. Baldwin, “Islamic Banking in a Secularist Context:Aspects of Religion in Secular Turkey”, Occasional Paper Series, no 40, CMEIS, University of Durham, 1990

[18] Ji Hyang Jang, “On the Road to Moderation:  The Role of Islamic Business in Transforming Political Islamists in Turkey”, Journal of International and Area Studies, no 13, December 2006.

[19] Όπως επισημαίνει η Μ. Βερβερίδου, το μικρομεσαίο κεφάλαιο είναι ζωτικής σημασίας στην τουρκική οικονομία, καθώς συνιστά το 99% των επιχειρήσεων (βιομηχανική παραγωγή, εμπόριο) και το 56% της απασχόλησης, ενώ συνεισφέρει ποσοστό 40% του ΑΕΠ. Δες: Μαρία Βερβερίδου, “Διαστάσεις και Δράσεις του Ισλαμικού Κεφαλαίου στην Τουρκία», οπ. π.

[20] Όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, με το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας», στις πρώτες εκλογές (1983) μετά το πραξικόπημα του 1980 αξιοποίησε την «απαγόρευση» των παλαιών πολιτικών σχηματισμών (Ντεμιρέλ, Ετσεβίτ, Ερμπακάν, κ.α.) και αναδείχθηκε ως πολιτικός ηγέτης καταλαμβάνοντας διαδοχικά την Πρωθυπουργία (1983 και 1987) και την Προεδρία της χώρας, έτσι ο Ταγίπ Ερντογάν, με το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», αξιοποίησε το υπέρ του πολιτικό ρεύμα αλλά κυρίως τον κατακερματισμό των «κεμαλικών» κομμάτων που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο του 10% και κυριάρχησε στην τουρκική Βουλή, αν και μειοψηφία στο εκλογικό σώμα. Παρόλα αυτά, μετά την σύγκρουση με το «κεμαλικό» κατεστημένο για την ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία, στις εκλογές του 2007 το κόμμα έρχεται πάλι πρώτο με 46.6% αυξάνοντας κατά 12.2% τα εκλογικά ποσοστά του, αλλά λόγω της εισόδου στην Βουλή και τρίτου κόμματος οι έδρες του μειώνονται χωρίς, ωστόσο, να αποτραπεί η ανάδειξη του Α. Γκιούλ στην Προεδρία έστω και με απλή πλειοψηφία στον τρίτο γύρο. Όμως, όπως και ο Τουρκούτ Οζάλ, έτσι και ο Ταγίπ Ερντογάν (συνδεδεμένοι, άλλωστε και οι δύο με τον ισλαμικό Σουνιτισμό και ο τελευταίος με παλιούς δεσμούς με το κόμμα της «Ευημερίας» του ιστορικού ισλαμιστή ηγέτη Ερμπακάν, του οποίου το 1996 χρίστηκε επίσημα στο συνέδριο του κόμματος διάδοχος του) ανάπτυξαν επιτυχείς τακτικές μεταβάλλοντας εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Γενικότερα, παρά την παράλληλη ανάδειξη για πρώτη φορά «ισλαμικών» ηγετών στην Προεδρία (A. Γκιούλ) και Πρωθυπουργία (T. Ερντογάν), η εμπέδωση νέων εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών με το συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο («κεμαλιστές», ένοπλες δυνάμεις, κ.α.) παραμένει ανοικτό ζήτημα σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Δες: Ι. Μάζης, Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και Πολιτικοοικονομικό Ισλάμ στην Σύγχρονη Τουρκία, Αθήνα 2000, Aylin Güney, «The Military, Politics and Post-Cold War Dilemmas in Turkey», στο Koonings, Kees and Kruijt, Dirk Political Armies:  The Military and Nation Building in the Age of Democracy, London, Zed Books, 2002, Müftüler-Bac, Meltem  «The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections», East European Quarterly, no 37 Winter 2003, Soner Cagaptay and H. Akin Unver, “July 2007 Turkish Elections: Winners and Fault Lines”, Research Notes, Washington Institute for Near East Policy, Number 14, July 2007

[21] Πρόκειται για την ίδια δεξαμενή πολιτικής υποστήριξης, στην οποία βάσισε την εκλογική δύναμη του «Δημοκρατικού Κόμματος» του Αντάν Μεντερές που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, του διάδοχου «Κόμματος Δικαιοσύνης» του Σ. Ντεμιρέλ ή του «Κόμματος Εθνικής Τάξεως» και «Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας» του Ν. Ερμπακάν και μετά το πραξικόπημα του ’80 του «Κόμματος Ορθού Δρόμου» του Σ. Ντεμιρέλ, αλλά και του «Κόμματος Μητέρας Πατρίδας» του Τ. Οζάλ και του «Κόμματος Ευημερίας» («Ρεφάχ») Ν. Ερμπακάν. Δες: Neşecan Balkan and Sungur Savran, The Politics of Permanent Crisis:  Class, Ideology and State in Turkey, New York, Nova Science Publishers, 2002, Müftüler-Bac, Meltem.  “The New Face of Turkey:  The Domestic and Foreign Policy Implications of November 2002 Elections”, East European Quarterly, No 37, Winter 2003.

[22] Alexander Murinson, “The Strategic Depth Doctrine of Turkish Foreign Policy”, Middle Eastern Studies, Vol.42, no 6, 2006

[23] Graham Fuller, The New Turkish Republic: Turkey as a Pivotal State in the Muslim World, Washington, DC: U.S. Institute of Peace, 2008.

[24] Philip Robins, “Turkish Foreign Policy since 2002:  Between a ‘Post-Islamist’ Government and a Kemalist State”, International Affairs, No 83, 2007, Στέλιος Αλειφαντής, «Τουρκία και Βαλκάνια: Η Στρατηγική Διάσταση της βαλκανικής πολιτικής της Άγκυρας», στο Τετράδια, τεύχος 36, Άνοιξη/ Καλοκαίρι 1995

[25] Anne Aldis, “Security in the Black Sea Region:  Perspectives & Priorities”, Conflict Studies Research Centre, Royal Military Academy, Sandhurst, 2001.

[26] Ekavi Athanassapoulou, “American – Turkish Relations since the End of the Cold War”, Middle East Policy, Vol. 8, no 3, 2001

[27] Raphael Israeli, “The Turkish – Israeli Odd Couple”, Orbis, Winter 2001, Vol. 45 no 1, 2001, pp. 65-79, Suha Bolukbasi, “Behind the Turkish – Israeli Alliance: A Turkish View”, Journal of Palestine Studies, Vol.29, no 1, 1999, B. Bengio and G. Ozcan, “Old Grievances, New Fears: Arab Perceptions of Turkey and its Alignment with Israel”, Middle Eastern Studies, Vol.37 no 2, 2001

[28] Sabri Sayari, “Turkey and the Middle East in the 1990s”, Journal of Palestine Studies, Vol.26, no 3, 1997

[29] Duygu Bazoglu Sezer, “Turkish – Russian Relations: The Challenges of Reconciling Geopolitical Competition with Economic Partnership”, Turkish Studies, Vol.1 no 1, 2000, Fotios Moustakis and Ella Ackerman, “September 11: a Dynamic for Russo-Turkish co-operation or conflict?”, Central Asian Survey, Vol.21, no 2, 2002, Nasuh Uslu, “The Russian, Caucasian and Central Asian Aspects of Turkish Foreign Policy in the Post Cold War Period”, Alternatives: Turkish Journal of International Relations, Vol.2, no 3-4, 2003

[30] Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Saban Calis, “Turkey‘s Balkan Policy in the Early 1990s”, Turkish Studies, Vol. 2 no 1, 2001

[31] Sevilay Elgün Kahraman, “Rethinking Turkey-European Union Relations in the Light of Enlargement, Turkish Studies, Spring 2000

[32] Neill Nugent, “EU Enlargement and «the Cyprus Problem»”, Journal of Common Market Studies, No 38, March 2000

[33] Zeyno Baran, “The Dating Game: Turkey, Europe and the American Matchmaker”, National Interest, No 75, Spring 2004.

[34] Semin Suvarierol, The Cyprus Obstacle on Turkey‘s Road to Membership in the European Union, 2003

[35] Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα: Ζητήματα Προσαρμογής της Ελληνικής Εθνικής Στρατηγικής», Διπλωματία, Νοέμβριος, 2004

[36] Onis, Ziya, “Domestic Policies, International Norms, and Challenges to the State: Turkey – EU Relations in the post-Helsinki Era”, στο Ali Carkoglu and Barry Rubin, Turkey and the European Union: Domestic Politics, Economic Integration and International Dynamics (Eds), Frank Cass, 2002

[37] Gamze Avcı, “Turkey’s Slow EU Candidacy: Insurmountable Hurdles to Membership or Simple Euro-skepticism?”, Turkish Studies, no 4, Spring 2003, Lauren M. McLaren, Explaining Opposition to Turkish Membership of the EU, European Union Politics June 2007 pp. 251-278

[38] David Lennon, “Turkey‘s Drive for EU Membership”, Europe, No 420, 18-21 October 2002.

[39] Η αποδοχή από την Αθήνα του «καθεστώτος υποψηφίου μέλους» στην Τουρκία αποτέλεσε κρίσιμο πολιτικό δίλημμα: από την μία πλευρά, η προοπτική της ένταξης εκτιμήθηκε ότι λειτουργούσε ως κίνητρο τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες στην εξωτερική πολιτική θα οδηγούσαν στην άρση των τουρκικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και στην δίκαιη λύση του Κυπριακού ενώ από την άλλη πλευρά, η περίοδος 1999-2004 (αποκαλούμενη και ως «οδικός χάρτης» -“road-map”) απέδειξε την ανελαστικότητα των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό και την έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο, παρά την κυβερνητική αλλαγή που έδωσε την πρωθυπουργία στον Ταγίπ Ερντογάν. Η νέο-εκλεγείσα κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή (2004) συναίνεσε στο «καθεστώς υποψήφιου μέλους» προτάσσοντας την άποψη ότι το κίνητρο της ένταξης παραμένει ως «όχημα» προώθησης των τουρκικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όμως απαιτούν ευρύτερο χρονικό ορίζοντα καθώς εστιάζονται σε βαθύτερους πολιτικούς μετασχηματισμούς και ανατροπή εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών μεταξύ του τουρκικού στρατιωτικό-πολιτικού κατεστημένου και της κυβέρνησης Ερντογάν. Το «άνοιγμα» των σχετικών κεφαλαίων της ευρω-τουρκικής ενταξιακής διαπραγμάτευσης διασυνδέθηκε σε πολιτικό ανάχωμα όχι μόνο για την ικανοποίηση των πολιτικών επιδιώξεων Ελλάδος και Κύπρου, αλλά και εκείνων των κρατών-μελών που αντιτίθενται στην πλήρη ένταξη της Τουρκίας. Αντίθετα, η τότε μείζονα αντιπολίτευση προέβαλε την άποψη ότι η εγκατάλειψη από την Αθήνα ενός «οδικού χάρτη» (“road-map”) που να αντανακλά την τουρκική πρόοδο στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό αποδέσμευε τις ευρω-τουρκικές σχέσεις από τις εξελίξεις του πλέγματος των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, που σ’ ένα βαθμό είχε επιτευχθεί το 1999 και μετά. Η τουρκική διπλωματία πάγια επιδιώκει να διαχωρίσει τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας από τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και οι κυβερνήσεις Ταγίπ Ερντογκάν δεν έχουν μεταβάλει και αυτό το «θέσφατο» των διπλωματικών επιδιώξεων της γείτονος. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ένταση στο Αιγαίο και η Τουρκική Υποψηφιότητα…, οπ.π

[40] Frédéric Misrahi, “The EU and the Civil Democratic Control of Armed Forces:  An Analysis of Recent Developments in Turkey”, Perspectives, no 22, Summer 2004, Arjan M. Lejour, and Ruud A. de Mooij, “Turkish Delight:  Does Turkey’s Accession to the EU Bring Economic Benefits?”,  Kyklos, 58, no 1, 2005, Sami Faltas and Sander Jansen,  Governance and the Military: Perspectives for Change in Turkey,  Groningen, The Netherlands, Centre of European Security Studies, 2006, Σέργιος Ζαμπούρας, «Το Γεωπολιτικό Πρόβλημα του Τουρκικού Εκδημοκρατισμού», Η Γεωπολιτική της Ευρασίας στο Νέο Διεθνές Σύστημα, ΕΠΥΕΘΑ, Αθήνα 2001 

[41] Erik Faucompret, Jozef Konings, Turkish accession to the EU: Satisfying the Copenhagen criteria, Routledge, 2008

[42] Soner Cagaptay, “Secularism and Foreign Policy in Turkey: New Elections, Troubling Trends”, Policy Focus, No 67, April 2007

[43] Soner Cagaptay, “A Turkish Rapprochement with Middle East Rogue States?”, Policy Watch, no. 825, 2004

[44]Turkey‘s foreign policy: An eminence grise”, The Economist, Nov 15th, 2007

[45] Μεταπολεμικά οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας χαρακτηρίζονται από εντάσεις λόγω εδαφικών διαφορών όπως η τουρκική προσάρτηση της Αλεξανδρέτας (Hatay) τo 1939, το ζήτημα των υδάτων του Ευφράτη και Τίγρη, η ειδική σχέση Τουρκίας-Ισραήλ και η υποστήριξη του PKK από την Δαμασκό. Όμως, τον Ιανουάριο 2004 ο Μπασάρ Άσσαντ επισκέπτεται την Άγκυρα που αποτελεί την πρώτη επίσκεψη Πρόεδρου της Συρίας από το 1946 και τον ίδιο χρόνο υπογράφεται διμερή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο τρόπος που η Άγκυρα χρησιμοποίησε την αεροπορική επιδρομή ισραηλινών μαχητικών μέσω του τουρκικού εναέριου χώρου κατά πιθανών πυρηνικών εγκαταστάσεων στην Συρία. Ron Synovitz, “Syria-Turkey: common Interests in Iraq Help Rebuild Bilateral Ties”, Radio Free Europe/Radio Liberty, January 8, 2004, Nadim Ladki, “Turkey, Syria Sign Free Trade Agreement”, Reuters, December 23, 2004, “Babacan-Mualem Joint News Conference, Babacan: ‘We Except Everyone to Act with Restraint’”, Ankara Anatolia, September 10, 2007, 92. Dan Williams, “Turkey’s Gόl says Israeli raid a ‘closed mater’”, Reuters, November 6, 2007.

[46]Assad says Turkey trying to mediate between Syria, Israel”, Associated Press, October 16, 2007, Richard Boudreaux, “Turkey mediating Israel-Syria Peace Talks”, Los Angeles Times, April 25, 2008

[47] Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 η Άγκυρα, ως αποτέλεσμα της κρίσης της Κούβας αλλά και της αμερικανικής και σοβιετικής αντίθεσης σε ενδεχόμενη στρατιωτική παρέμβαση στην Κύπρο στα γεγονότα του 1964 (επιστολή Προέδρου Λ. Τζόνσον, Δηλώσεις Ν. Χρουτσέφ), επιχείρησε την αναβάθμιση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και αργότερα την διατύπωση μιας «ανεξάρτητης» εξωτερικής πολιτικής υπό τον Μ. Ετσεβίτ, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του «κεμαλικού» κατεστημένου. Δες: Bulet Ecevit, “Turkeys Security Policies”, Survival, no 20, 1978. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζει μια προσαρμογή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στις νέες πραγματικότητες των σχέσεων Ανατολής-Δύσης και των περιφερειακών εξελίξεων. Παράλληλες αναπροσαρμογές συμβαίνουν και στην Ελλάδα, όπου η προσέγγιση Ελλάδος-Βουλγαρίας μετά το 1974 ανεξαρτήτως διεθνούς κλίματος των σχέσεων Ανατολής-Δύσης αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προτεραιότητας περιφερειακών σχέσεων έναντι της πολιτικής της Δύσης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου. Ακόμη και στην μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, η μόνη διπλωματική σκιά στις ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις (και αυτή για μικρό χρονικό διάστημα) υπήρξε η άμεση αναγνώριση των Σκοπίων με το συνταγματικό όνομα τους που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Αθήνας. Δες: Στέλιος Αλειφαντής, Βουλγαρία: Τα Διλήμματα μιας Νέας Εποχής: Τα Βαλκάνια Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Τόμος 1, Αθήνα, 1993, Στέλιος Αλειφαντής, «Η Ελλάδα στον Βαλκανικό χώρο, 1974-1988», (σελ. 369-450)στο: Xρ. Γιαλλουρίδης-Στ. Αλειφαντής (επιμ.), Τα Βαλκάνια στο Σταυροδρόμι των Εξελίξεων, Αθήνα 1988. Και πέραν των περιφερειακών σχέσεων, στην δεκαετία ’80 οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου επεδίωξαν συστηματικά την διάκριση ανάμεσα σε ελληνικές επιδιώξεις και δυτικές επιλογές της εποχής, ακολουθώντας αυτό που αποκλήθηκε «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική και εκφράστηκε με την ανάπτυξη ελληνο-αραβικών σχέσεων (όπως PLO, Συρία, Ιράκ, Λιβύη), την διαφοροποίηση στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης από το ΝΑΤΟ, όπως η εγκατάστασης πυραύλων μέσου βεληνεκούς Περσινγκ-Κρούζ στην Ευρώπη, η προώθηση «αποπυρηνικοποιμένης ζώνης» στα Βαλκάνια, το μη-πάγωμα των σχέσεων με Πολωνία μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου του Γιαρουζέλσκι, η μη-καταγγελία της Μόσχας στην περίπτωση κατάρριψης του νοτιο-κορεάτικου τζάμπο, η διεθνής «Πρωτοβουλία των Έξι», κ.α. Δες: Χ. Ροζάκη, «Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», Ελλάδα: Ιστορία και Πολιτισμός, τόμος 7, Θεσσαλονίκη, 1986, Ι. Βαληνάκης, Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988, Θεσσαλονίκη, 1989.

[48] Hakan Yavuz and Nihat Ali Özcan,  “The Kurdish Question and Turkey’s Justice and Development Party”, Middle East Policy, no13, Spring 2006

[49] Το πλαίσιο βελτίωσης και ομαλοποίησης των ελληνο-τουρκικών σχέσεων με άξονα την τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε. προσφέρει την δυνατότητα στην Άγκυρα να ασχοληθεί απερίσπαστα με την «προς ανατολάς» περιφερειακή έμφαση της (Μέση Ανατολή, Καύκασος /Κεντρική Ασία). Το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν έχει εγκαταλείψει τις εδαφικές διεκδικήσεις και την πολιτική ελεγχόμενης έντασης στο Αιγαίο, δεν τις δημιουργεί επείγοντα προβλήματα, καθώς η Αθήνα επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή (2004-2009) ακολουθεί στάση αναμονής, «αναβάλλοντας» για αόριστο χρόνο στο μέλλον (που χαλαρά συνδέει με την πορεία των ευρω-τουρκικών σχέσεων) κάθε άσκηση ελληνικής διπλωματικής ή πολιτικο-στρατιωτικής πίεσης για επίλυση των διμερών προβλημάτων. Από την άποψη αυτή, η Ελλάδα θέτει εαυτόν στον κίνδυνο της στρατηγικής υπερκέρασης από την Άγκυρα και υπό δυσμενέστερους όρους την προσπάθεια άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων. Η ρητορική της νέας κυβέρνησης για «επανασύνδεση» των ευρω-τουρκικών σχέσεων μ’ έναν «οδικό χάρτη» θετικών βημάτων της Άγκυρας στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις δεν έχει ακόμη εκφραστεί με πρακτικά βήματα και, επιπλέον, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. έχει de facto «παγώσει» λόγω απροθυμίας σειράς κρατών-μελών στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας. Παρά τις συνεχιζόμενες κατά καιρούς προκλήσεις στο Αιγαίο, οι διμερείς διπλωματικές επαφές επί διακυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου (2009-) προσπαθούν να αποφύγουν την πόλωση, εστιάζοντας σε θέματα συνεργασίας χαμηλής πολιτικής, όπως η σειρά συμφωνιών που υπογράφηκαν κατά την επίσκεψη Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα τον Μάιο 2010. Η διαφορά αντιλήψεων μεταξύ των δύο κρατών συνεχίζει να υφίσταται στα κρίσιμα ζητήματα ελληνικής ασφάλειας, όπως είχε την ευκαιρία να τονίσει σε ομιλία του σε Τούρκους διπλωμάτες κατά την διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του έλληνα Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου στην Τουρκία (Ιανουάριος 2011). Ενδεικτικές είναι οι πρόσφατες εκατέρωθεν δηλώσεις για το Καστελόριζο. Η Ελλάδα διερευνά με την Τουρκία την πλήρη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας από την Θράκη μέχρι το Καστελόριζο, ξεκαθαρίζει το υπουργείο Εξωτερικών, σε απάντηση δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Όμως, ο Αχμέτ Νταβούτογλου εξαιρεί το Καστελόριζο από μια ενδεχόμενη συνολική συμφωνία για το Αιγαίο. Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι το Καστελόριζο δεν είναι μέρος του Αιγαίου, αλλά της Μεσογείου. «Για την Ελλάδα, στόχος των διερευνητικών επαφών είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών σε όλο το εύρος της, από τη Θράκη μέχρι το Καστελόριζο», τόνισε αντίθετα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Γ. Δελαβέκουρας. «Οι διερευνητικές επαφές», δηλώνει ο κ. Νταβούτογλου, «έχουν ρητό στόχο να εξετάσουν όλα τα θέματα που αφορούν τις διαφωνίες μας στο Αιγαίο. Επομένως, είμαστε επικεντρωμένοι κατά προτεραιότητα στο θέμα του Αιγαίου. Ωστόσο, το Καστελόριζο βρίσκεται στη Μεσόγειο». Δες: Καθημερινή, 05-03-2011. Αξιοσημείωτη, αντίθετα, είναι η συστηματική προσπάθεια της Λευκωσίας να συνδέσει με κάθε ευκαιρία τις ευρω-τουρκικές σχέσεις με την συμμόρφωση της Άγκυρας στις συμβατικές δεσμεύσεις της απέναντι στην Ε.Ε. (Πρωτόκολλο Τελωνειακής Ένωσης, κ.α.) και με την επίλυση του Κυπριακού. Ωστόσο, τόσο η πολιτική της Αθήνας όσο και της Λευκωσίας εξαρτώνται σημαντικά από το περιεχόμενο που θα προσλάβουν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις στο εγγύς μέλλον. Κομβικό ερώτημα στην διαχείριση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων παραμένει εάν οι ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν, και κάτω από ποιες προϋποθέσεις, καθοριστικό παράγοντα της άρσης των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και δίκαιης επίλυσης του Κυπριακού. Σχετικά με τον ελληνικό διάλογο που προκύπτει από διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος ενδεικτικά δες: Στέλιος Αλειφαντής, «Ελληνική Εθνική Στρατηγική: Σύγχρονες Προκλήσεις και Προοπτικές», Monthly Review, no 3, 2005, Κώστας Σημίτης, «Η Σχέση της Τουρκίας με την Ευρώπη: Γιατί πρέπει να Αλλάξουμε Πολιτική», Βήμα, 17-02-2008, Θεόδωρος Kουλουμπής, «Eλληνοτουρκικά και Kυπριακό: τι κάνουμε τώρα;», Καθημερινή, 2-10-2005, Sergios Zambouras, “Turkeys Cyprus Policy: A Research Agenda”, in Chr. Yallourides and P.Tsaconas, (eds), Greece and Turkey after the end of the Cold War, New York 2001, Νίκος Τριμικλινιώτης, «Η Κύπρος στα δύσκολα μονοπάτια της αλήθειας και της συμφιλίωσης», Διεθνής & Ευρωπαϊκή Πολιτική, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2008.

[50] Barry Rubin and Kemal Kirişci, Turkey in World Politics:  An Emerging Multiregional Power, Lynne Rienner Publishers, 2001.

[51] Graham Fuller, “Turkey‘s Strategic Model:  Myths and Realities”, Washington Quarterly, no 27, Summer 2004.

[52] Ian Lesser, “Turkey in a Changing Security Environment”, Journal of International Affairs, no 54, Fall 2000

[53] Bülent Aras, The New Geopolitics of Eurasia and Turkey’s Position, London 2002. “What future does Turkey have in Central Asia and the Caucasus?”, Central Asia-Caucasus Institute, November 19, 2007, Mustafa Aydin, “Foucault’s Pendulum:  Turkey in Central Asia and the Caucasus”  Turkish Studies,no 5, Summer 2004

[54] Tarık Oğuzlu, “Soft Power in Turkish Foreign Policy”, Australian Journal of International Affairs, no 61,  March 2007.

[55] Mehmet Ozkan, «Turkey, Pivotal Middle Powers and Global Order«, Paper presented at the annual meeting of the International Studies Association 48th Annual Convention, CHICAGO, IL, USA, Feb 28, 2007.

[56] Kemal Kirisci, “The Transformation of Turkish Foreign Policy: The Rise of the Trading State”, New Perspectives on Turkey, no. 40, 2009, 29–57.

[57] Στο πλαίσιο της θεμελιώδους επιλογής της για «άνοιγμα» σε νέες αγορές η κυβέρνηση Ερντογάν εφάρμοσε διαδοχικά πακέτα ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης και ξεκίνησε ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης συνέβαλαν στην αναζωογόνηση της βιομηχανικής παραγωγής, την ελάφρυνση των επιπτώσεων της κρίσης. Παρόλα αυτά μια υγιή ανάκαμψη κατέστησε αναγκαία την επέκταση του όγκου των εξαγωγών της Τουρκίας, δεδομένων των περιορισμών της εγχώριας αγοράς της να διατηρήσει τη βιομηχανική ανάπτυξη από μόνη της. Ωστόσο, τούρκοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι, παρόλο που ο όγκος των εξαγωγών στην παγκόσμια οικονομία επεκτάθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010, οι τουρκικές εξαγωγές παρέμειναν μάλλον στάσιμες. Από τη άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι η Τουρκία όλο και περισσότερο εξαρτάται από τις εισαγωγές να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη της. Παράλληλα με την αύξηση της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών, οι τουρκικές εισαγωγές, επίσης, αυξήθηκαν τους τελευταίους μήνες. Το έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου αποτελεί πλέον εξαιρετική πηγή ανησυχίας για την τουρκική οικονομία, καθώς στοιχεία δείχνουν ότι από τον Ιούνιο του 2010 το εξωτερικό έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε κατά 34,9 % από το περασμένο έτος και οι εξαγωγές της Τουρκίας είναι μακράν από την εξισορρόπηση των εισαγωγών της. Saban Kardas, “Turkey’s “Economic Recovery” Raises Questions”, Eurasia Daily Monitor, Volume 7, Issue 150, August 4, 2010, Marcie Patton, “The Economic Policies of Turkey’s AKP Government:  Rabbits from a Hat?”,  Middle East Journal,  no 60,  Summer 2006.

[58] Δες: Martin Wight, Πολιτική Δυνάμεων, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994 σελ. 59-66 και 147-158

[59] Όπως στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων κατά των κούρδων στο Β. Ιράκ και των πιέσεων που ασκήθηκαν κατά της Συρίας το 1998, δες: “Turkey Launches Major Iraq Incursion”, CNN.com, February 23, 2008.

[60] Για την σχετική διαπραγμάτευση του ζητήματος της «εναρμόνισης» ως καθοριστικό ζήτημα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής δες: Στέλιος Αλειφαντής-Σέργιος Ζαμπούρας, Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Προβλήματα Προσέγγισης και Επιλογών, Εκδόσεις Ειρήνη, Αθήνα 1994

[61] John C.K. Daly, U.S. Turkish Relations: A Strategic Relationship Under Stress, Washington, DC: Jamestown Foundation, 2008

[62] Suat Kiniklioglu, “The Anatomy of Turkish-Russian Relations”, Τhe Brookings Institution, 2007, Fiona Hill & Omer Taspinar, “Russia and Turkey in the Caucasus: Moving Together to Preserve the Status Quo?”, IFRI, January 2006.

[63] Δες: Ziya Öniş-Şuhnaz Yılmaz, οπ.π

[64] Δες σχετικά: Sinan Ulgen, “A Place in the Sun or Fifteen Minutes of Fame? Understanding Turkey’s New Foreign Policy”, Carnegie Papers, Number 1 n December 2010

[65] Ziya Öniş and Caner Bakır, “Turkey’s Political Economy in the Age of Financial Globalization: The significance of the EU Anchor”, South European Society and Politics, Vol. 12, No. 2, July 2007, pp. 147-164.

[66] Sinan Ulgen, οπ.π.

[67] Ahmet Davutoglou, “Perspectives on Turkish Foreign Policy”, The Brookings Institution, Washington, D.C. Monday, November 29, 2010

[68] Ahmet Davutoglou, οπ.π.

 

Read Full Post »

Το Άργος στον Όμηρο και στους αρχαίους τραγικούς


 

 

Το Άργος είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας και αποτελεί ένα απέραντο διαχρονικό «μουσείο» με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα, που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο. Στηριγμένοι στην ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα. Λίγες ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους επαίνους από τα αρχαία χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη του Δαναού και των θυγατέρων του, τη θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 «Υμνήστε, Χάριτες, του Δαναού την πόλη και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του. Υμνήστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό της δώμα, αντάξιο της θείας καταγωγής της. Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρη στα επιτεύγματα των τολμηρότατων τέκνων του».[1]

Το Άργος κατέχει κορυφαία θέση ανάμεσα στις πόλεις, που κατά την αρχαιότητα πρωταγωνίστησαν στην πορεία του ελληνικού έθνους. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι στην εποχή του το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων σε ολόκληρο το χώρο, που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα [2]. Κατά τον Παυσανία «οι Αργείοι είναι εκείνοι από τους Έλληνες, που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς» [3].

Όσοι ασχολούνται με τη μελέτη της ιστορίας και της μυθολογίας γνωρίζουν ότι το Άργος υπήρξε γενέτειρα πόλη και τόπος καταγωγής επιφανών ανδρών και ηρώων του παρελθόντος. Από το Άργος κατάγονται δύο από τους μεγαλύτερους ήρωες της μυθολογίας μας. Ο Ηρακλής, πασίγνωστος στην υφήλιο για τους περίφημους άθλους του, και ο Περσέας, βασιλιάς του Άργους, ο οποίος, αφού σκότωσε τη Μέδουσα και παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, ο πατέρας της οποίας ήταν απόγονος της Ιούς του Άργους, αντάλλαξε το βασίλειο του Άργους με τον Προίτο και βασίλευσε στην Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

 

Κόρη του μυθικού Βασιλιά του Άργους Ίναχου ήταν η Ιώ, που τράβηξε κάποτε την ερωτική προσοχή του Δία και εξόργισε την Ήρα που, για να την τιμωρήσει, την ανάγκασε να περιπλανιέται καταδιωκόμενη μέχρι τη Σκυθία και τον Καύκασο για να καταλήξει στην Αίγυπτο, όπου γέννησε τον Έπαφο. Δισέγγονος της Ιούς ήταν ο Δαναός , που με συμβουλή της Αθηνάς κατασκεύασε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, πήρε τις κόρες του, τις γνωστές Δαναΐδες, και ήρθε στα πάτρια εδάφη στο Άργος, την πατρίδα της προ-γιαγιάς του Ιούς.

Ο εγγονός του Άδραστου, Διομήδης, γιος του Τυδέως και της Διείπυλης, βασιλιάς του Άργους, οδήγησε 80 πλοία εναντίον της Τροίας, συνοδευόμενος από τους πιστούς του φίλους, τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Τα ηρωικά του κατορθώματα στην Τροία ήταν πολλά και δίπλα στον Αχιλλέα ο Διομήδης υπήρξε ο πιο γενναίος ήρωας του Ελληνικού στρατεύματος.

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

 

Πολλά ήταν και τα πρόσωπα που διακρίθηκαν κατά την ιστορική εποχή στο Άργος. Ο ηγεμόνας του Άργους Φείδων, απόγονος του βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που το 755 π.Χ έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ελλάδας και της Ευρώπης στην Αίγινα, που ήταν τότε αποικία του Άργους [4]

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Η Τελέσιλλα ήταν λυρική ποιήτρια από το Άργος, που έζησε τον 5ο – 6ο αιώνα π.Χ. και έμεινε ονομαστή από τα μελικά της ποιήματα, αλλά και το ηρωικό θάρρος της, αφού, όταν ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης εκστράτευσε εναντίον του, κατάφερε να συγκεντρώσει και να εξοπλίσει τις γυναίκες της πόλης σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν υποτιμημένη και εντελώς ασύμβατη με τον πόλεμο και έσωσε το Άργος, αφού οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν να τα βάλλουν με γυναίκες, γιατί, αν τις νικούσαν, θα τους κατηγορούσαν ότι νίκησαν γυναίκες και, αν έχαναν, θα έλεγαν ότι νικήθηκαν από γυναίκες, όπως καταγράφει ο Παυσανίας[5].

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο σημαντικός γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας (520-480 π.Χ.), κοντά στον οποίο μαθήτευσαν ο Μύρων και ο επίσης αργείος γλύπτης Πολύκλειτος, που μαζί με το Φειδία ήταν οι σημαντικότεροι της κλασικής εποχής, καθιέρωσε τον κανόνα των αναλογιών και των συμμετριών του ανθρώπινου σώματος και κατασκεύασε χρυσελεφάντινα αγάλματα, όπως εκείνο της Ήρας για το Ηραίο του Άργους.

Το Άργος από τα πανάρχαια χρόνια συνοδεύεται από πλήθος επιθέτων, όπως Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος), πλούσιο δηλαδή σε σιτάρι, αφού στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

Ξεχωριστή θέση όμως κατέχει το Άργος στον Όμηρο και στους αρχαίους τραγικούς ποιητές. Ο Όμηρος αποδίδει το όνομα Άργος στην πόλη του Ίναχου στην Αργολίδα, έδρα του Διομήδη (Β 559), στην αργολική πεδιάδα (Β 287), σε ολόκληρη την Πελοπόννησο (Α 30), στην κεντρική θεσσαλική πεδιάδα, επικράτεια του Αχιλλέα (Β 681) και γενικά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο (Ζ 456).

Το όνομα του Άργους στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του ελλαδικού κόσμου. Το σύνολο εκείνων που εκστράτευσαν στην Τροία ο Όμηρος το αποκαλεί Αχαιούς και Δαναούς και Αργείους, εφόσον το Άργος υπό τον Αγαμέμνονα είχε την γενική αρχηγία της τρωικής εκστρατείας. Ακόμα και η σπαρτιάτισσα ωραία Ελένη αποκαλείται Αργεία. Ίσως διότι όλοι οι βασιλικοί οίκοι της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και των οίκων των Μακεδόνων, προέρχονταν από το Άργος.

Στον περίφημο «Κατάλογο νεών» στη Β ραψωδία της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος απαριθμεί τα πλοία με τους στρατιώτες, που εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας, σημαντική θέση κατέχει το Άργος, το οποίο με στρατό και από τις γειτονικές πόλεις και με αρχηγό το βασιλιά του Διομήδη συμμετείχε και διακρίθηκε στον Τρωικό Πόλεμο:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, και όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού, ο Σθένελος, και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, το εγγόνι

του Ταλαού, κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει»[6]

 

Υπάρχει μάλιστα και παράδοση ότι ο Όμηρος ήρθε κάποτε στο Άργος, για να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων, που τον ενέπνευσαν στα έπη του. Οι Αργείοι άρχοντες μάλιστα τόσο ενθουσιάστηκαν, που τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα, όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος, ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα, όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε. Ιδιαίτερα δε τους Αργείους, που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη, για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος του έστησε αυτόν τον ανδριάντα και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει» [7].

 

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Τρεις είναι οι πιο αγαπητές πόλεις για μένα, το Άργος, η Σπάρτη και η πλατύδρομες Μυκήνες» [8]. Επίσης το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις φιλονικούν για την καταγωγή του σοφού Όμηρου, η Σμύρνη, η Χίος, ο Κολοφών, η Ιθάκη, η Πύλος, το Άργος και η Αθήνα» [9]. Τα εφάμιλλα της Ιλιάδας χαμένα έπη «Θηβαΐς» και «Επίγονοι» κάνουν μνεία για το κλέος του αρχαίου Άργους. Η Θηβαΐς, αρχαίο ελληνικό έπος άγνωστου συγγραφέα, που αφηγείται την ιστορία του πολέμου μεταξύ των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη, αρχίζει με τη φράση «Άργος άειδε, θεά, πολυδίψιον, ένθεν άνακτες κίνησαν…» και εννοεί τον πόλεμο κατά της Θήβας.

Το όνομα Άργος ως ουσιαστικό ή ως επίθετο (αργείος, αργεία) αναφέρεται σε 15 από τις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας του Ομήρου και στις 23 από τις 24 ραψωδίες της Ιλιάδας. Συνολικά και στα δύο έπη του Ομήρου αναφέρεται 232 φορές, 45 φορές στην Οδύσσεια και 187 φορές στην Ιλιάδα. Οι αναφορές αυτές καταγράφονται στο πρωτότυπο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Στις διάφορες έμμετρες μεταφράσεις των δύο ομηρικών επών είναι πολύ περισσότερες, αφού οι μεταφραστές πολλές φορές, αν οι ανάγκες του μέτρου τους εξυπηρετούν, χρησιμοποιούν το επίθετο Αργείοι για να αποδώσουν και το Αχαιοί ή Δαναοί του πρωτότυπου, που χρησιμοποιεί, όπως είπαμε, ο Όμηρος για όλους τους Έλληνες, που πολιόρκησαν την Τροία.

Συγκεκριμένα, από 1 φορά αναφέρεται στις ραψωδίες β, κ, μ, ρ, τ, φ και ψ της Οδύσσειας και στις ραψωδίες Σ, Φ, Ψ της Ιλιάδας. Από 2 φορές αναφέρεται στις ραψωδίες θ και σ της Οδύσσειας. Από 3 φορές στις ραψωδίες α και ω της Οδύσσειας και στην Α της Ιλιάδας. Στη ραψωδία λ της Οδύσσειας αναφέρεται 4 φορές. Από 5 φορές αναφέρεται στη ραψωδία ο της Οδύσσειας και στη ραψωδία Ω της Ιλιάδας. Από 6 φορές στη γ της Οδύσσειας και στις Γ, Η και Π της Ιλιάδας. Από 7 φορές στις ραψωδίες Ε και Ζ της Ιλιάδας. Από 8 φορές στις ραψωδίες Θ, Λ, Ρ και Τ της Ιλιάδας. Στη ραψωδία Ξ της Ιλιάδας το Άργος και Αργείος αναφέρεται 9 φορές και στη ραψωδία Μ 10 φορές. Από 11 φορές αναφέρεται στις ραψωδίες Δ, Κ και Ν της Ιλιάδας, 12 φορές στη ραψωδία δ της Οδύσσειας, από 13 φορές στις ραψωδίες Ι και Ο της Ιλιάδας, 15 φορές στο Β της Ιλιάδας και 17 φορές στο Ψ της Ιλιάδας.

Ο πιο συχνός χαρακτηρισμός του Άργους στα ομηρικά έπη γίνεται με το επίθετο «αλογοτρόφο» [Ἄργεος ἱπποβότοιο]. Είναι δηλαδή η πόλη που τρέφει άλογα. Συνολικά 10 φορές αποδίδεται στο Άργος ο χαρακτηρισμός αυτός, 4 φορές στην Οδύσσεια [10] και 6 φορές στην Ιλιάδα [11].

Η φράση «ντροπή αργείτες» [αἰδὼς Ἀργεῖοι] χρησιμοποιείται 4 φορές στην ιλιάδα[12] με στόχο να προκαλέσει το φιλότιμο όλων των συγκεντρωμένων στρατιωτών σε κάθε περίπτωση, και όχι μόνο των Αργείων, και να τους παρακινήσει να μην υποχωρούν στους αντιπάλους τους, αλλά να συνεχίσουν με περισσότερη αποφασιστικότητα τον αγώνα τους.

Συχνότατη είναι η χρήση του επιθέτου «αργείος» και στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, που συνοδεύει πολλά ουσιαστικά (αργίτικα πλοία, αργίτικη πολιτεία, αργίτικος στρατός, αργίτικος λαός, αργίτικα λημέρια, αργίτικη χώρα, αργίτικα ξεφτέρια, αργίτικα χέρια, αργίτικο ασκέρι, αργίτικα καλύβια, αργίτικα φουσάτα, αργίτικα άλογα κ.α.) και αναφέρεται φυσικά σε όλο το στράτευμα, που πολιορκούσε την Τροία.

Αργίτισσα όμως χαρακτηρίζεται και η Ελένη, η πέτρα του σκανδάλου, που προκάλεσε, σύμφωνα με το μύθο, τον τρωικό πόλεμο. Συνολικά 12 φορές, 4 στην οδύσσεια και 8 στην Ιλιάδα [13] συνοδεύει την Ελένη το επίθετο «αργεία», που σημαίνει Ελληνίδα, αφού είναι γνωστό ότι η Ελένη ήταν γυναίκα του σπαρτιάτη Μενέλαου. Το επίθετο αργίτισσα όμως αποδίδεται 2 φορές στην ιλιάδα [14] και στη θεά Ήρα, που ήταν προστάτιδα του Άργους και σταθερός συμπαραστάτης των Ελλήνων στην Τροία μαζί με τη θεά Αθηνά.

Μία φορά, τέλος, στο Άργος αποδίδεται το επίθετο «Πολυδίψιον» [15], συνηθισμένο και από άλλους αρχαίους συγγραφείς, επειδή το Άργος αντιμετώπιζε συχνά πρόβλημα λειψυδρίας σε περιόδους ξηρασίας.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Είναι προφανές ότι όσα αποδίδονται στο Άργος και στους αργείους από τον Όμηρο, δεν αφορούν τη συγκεκριμένη πόλη και τους ανθρώπους της. Αφορούν όλους όσους εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας από κάθε πόλη του ελλαδικού χώρου, που καλύπτεται από τα επίθετα Αργείοι, Αχαιοί και Δαναοί, αφού οι όροι Ελλάδα και Έλληνες είναι μεταγενέστεροι του Ομήρου. Με το όνομα των Αργείων, Αχαιών και Δαναών δηλώνεται η δράση και ο πολιτισμός των ανθρώπων, που με την πρωτοβουλία και την αρχηγία του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα έφτασαν στην Τροία και πολέμησαν με τους ντόπιους.

Η σπουδαιότητα όμως του πολιτισμού του Άργους φαίνεται και από τους τραγικούς ποιητές, πολλές τραγωδίες των οποίων αναφέρονται στο Άργος. Συγκεκριμένα οι μισές περίπου από τις συνολικά 33 τραγωδίες των τριών μεγάλων τραγικών ποιητών της κλασικής εποχής, Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη, έχουν θέματα και πρωταγωνιστές, που σχετίζονται με την πόλη του Άργους, το όνομα της οποίας αναφέρεται συχνά στους στίχους τους και ακούγεται κάθε φορά που παίζεται μια τραγωδία σε θέατρο της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

Ειδικότερα, τα θέματα των πέντε από τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του Αισχύλου σχετίζονται με το Άργος. Οι Ικέτιδες του Αισχύλου δεν είναι άλλες από τις Δαναΐδες, τις 50 κόρες του Δαναού, που έφυγαν μαζί με τον πατέρα τους από την Αίγυπτο και ζήτησαν καταφύγιο στο Άργος, την πατρίδα των προγόνων τους, για να αποφύγουν το γάμο με τα εξαδέλφια τους, τους 50 γιους του Αιγύπτου. Ο βασιλιάς του Άργους καταφεύγει στην κρίση του Δήμου, που αποφαίνεται υπέρ της παροχής ασύλου στις 50 ικέτιδες. Ο Αιγύπτιος απεσταλμένος, που έρχεται να τις πάρει, δεν κατορθώνει να τις αποσπάσει από τους βωμούς, όπου έχουν καταφύγει.

Στους «Επτά επί Θήβας» ο Πολυνείκης, που εκστρατεύσει εναντίον του αδελφού του Ετεοκλή, όταν εκείνος αρνείται να του παραχωρήσει την εξουσία της Θήβας, οργάνωσε στρατό από το Άργος με τη βοήθεια του Άδραστου, βασιλιά του Άργους, την κόρη του οποίου είχε παντρευτεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άργος.

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Philippe Chery, «Costume for Agamemnon» (1802).

Το θέμα της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου έχει άμεση σχέση με το Άργος. Στην πρώτη τραγωδία της τριλογίας Αγαμέμνων περιγράφεται η επάνοδος στο Άργος από την τρωική εκστρατεία του Αγαμέμνονα με πολλά λάφυρα και την αιχμάλωτη Κασσάνδρα. Στη δεύτερη τραγωδία «Χοηφόροι» ο Ορέστης συνοδευόμενος από τον πιστό του φίλο Πυλάδη επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Άργος, για να θρηνήσει στον τάφο του πατέρα του. Και στην Τρίτη τραγωδία «Ευμενίδες» ο Ορέστης ευχαριστεί την Αθήνα και τον Απόλλωνα και ορκίζεται αιώνια συμμαχία της πατρίδας του, του Άργους, με την Αθήνα.

Και ο Σοφοκλής έγραψε δύο τραγωδίες με θέματα σχετικά με το Άργος. Στην «Αντιγόνη» η Αντιγόνη αποφασίζει να παραβεί τη διαταγή του Κρέοντα και να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, που πήγε στο Άργος, πήρε τους Αργείους συμμάχους του και επιτέθηκε εναντίον της Θήβας. Στην Ηλέκτρα, η ομώνυμη ηρωίδα ζει στο Άργος θρηνώντας τον πατέρα της Αγαμέμνονα και κατηγορώντας ανοιχτά τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον άντρα της Αίγισθο για τη δολοφονία του. Η αδελφή της, η Χρυσόθεμις, συμμερίζεται τη στενοχώρια της Ηλέκτρας και εύχεται και αυτή να επιστρέψει ο αδελφός τους Ορέστης και να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του.

Αλλά και οι μισές περίπου από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη έχουν θέματα που σχετίζονται με το Άργος. Η  «Ιφιγένεια εν Ταύροις» ξεκινάει με το κακό όνειρο, που είδε τη νύχτα η Ιφιγένεια, ότι πέθανε στο Άργος ο αδελφός της Ορέστης. Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», όταν η νηνεμία δεν επιτρέπει να σαλπάρουν για την Τροία τα πλοία, που βρίσκονται αγκυροβολημένα στην Αυλίδα, ο Αγαμέμνονας με συμβουλή του μάντη Κάλχα αναγκάζεται να καλέσει την κόρη του Ιφιγένεια από το Άργος, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται να την παντρέψει με τον Αχιλλέα, και να την θυσιάσει, για να στείλουν οι θεοί ούριο άνεμο στα πανιά τους.

Στον Ορέστη ο Ορέστης και η Ηλέκτρα καταδικάζονται από τους Αργείους σε θάνατο, επειδή σκότωσαν τη μητέρα τους. Στις Ικέτιδες oι μητέρες των Αργείων στρατηγών, που έπεσαν στη Θήβα, ικετεύουν το βασιλιά των Αθηνών Θησέα να τις βοηθήσει να πάρουν και να θάψουν τους νεκρούς γιους τους.

Στην Ηλέκτρα, που αρχίζει με το χαιρετισμό «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί», ο Ορέστης και ο Πυλάδης συναντούν σε μια άθλια καλύβα την Ηλέκτρα, που ζει μια πολύ σκληρή ζωή , επειδή ο Αίγισθος και η Κλυταιμνήστρα την πάντρεψαν με ένα φτωχό χωρικό. Ακολουθεί η αναγνώριση των αδελφών, οι οποίοι εκδικούνται τον πατέρα τους σκοτώνοντας τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα και στο τέλος οι Διόσκουροι ορίζουν ο Πυλάδης να πάρει σύζυγο την Ηλέκτρα και ο Ορέστης να πάει στην Αθήνα, για να δικαστεί από τον Άρειο Πάγο.

Η τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλής μαινόμενος» αρχίζει ως εξής: «Ο Αμφιτρύων είμαι. Αργείος. Γιος και του Αλκαίου. Απ’ τον Περσέα κρατώ». Ο Ηρακλής επιστρέφει από τον κάτω κόσμο, όπου είχε πάει να φέρει τον Κέρβερο. Η Ήρα, ισόβιος εχθρός του Ηρακλή, στέλνει την Ίριδα και τη Λύσσα, που προκαλούν διασάλευση του λογικού του ήρωα, με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, νομίζοντας ότι είναι η γυναίκα και τα παιδιά του εχθρού του Ευρυσθέα.

Στις «Φοίνισσες», τέλος, ο Ευριπίδης αποδίδει την ευγενική καταγωγή των προγόνων του Οιδίποδα στην Αργείτισσα Ιώ, η οποία μεταμορφωμένη σε αγελάδα κατέφυγε στην Αίγυπτο εξαιτίας του έρωτα του Δία. Ο τρισέγγονός της Κάδμος από τη Φοινίκη ήρθε στη Βοιωτία από την Τύρο, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του. Γιος του Κάδμου και της θεάς Αρμονίας ήταν ο Πολύδωρος, γιος του Πολύδωρου ο Λάβδακος και γιος του Λάβδακου ο Λάιος, ο πατέρας του Οιδίποδα.

Καμία άλλη ελληνική πόλη δεν είχε τόση φήμη και τόσες συχνές αναφορές στα κείμενα της ιστορικής περιόδου ως την αρχαϊκή εποχή, όση το Άργος. Μόνο η Αθήνα το ξεπέρασε κατά την κλασική περίοδο, όταν η πόλη αυτή αναδείχτηκε σε πνευματικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της Ελλάδας. Η προνομιακή αναφορά του Άργους στα ομηρικά έπη και στην αρχαία τραγωδία διαιωνίζει τη φήμη της πόλης μέχρι σήμερα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Γιατί ποιος πολιτισμένος άνθρωπος ανά τους αιώνες δεν έχει διαβάσει τον Όμηρο και δεν έχει παρακολουθήσει παράσταση αρχαίας τραγωδίας;

Σήμερα, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε στην αρχαία αίγλη του Άργους και εκείνη των Μυκηνών, αφού τα δύο ιστορικά ονόματα ταυτίζονται στο νεοπαγή δήμο «Άργους – Μυκηνών». Για την ιστορία και την αίγλη των Μυκηνών αρκεί να αναφερθεί ότι υπάρχουν 200 περίπου κείμενα περιηγητών σε διάφορες γλώσσες, οι οποίοι από την αρχαιότητα και, κυρίως, από το 15ο μ. Χ. αιώνα πέρασαν από τις Μυκήνες και έγραψαν τις εντυπώσεις τους σε βιβλία, που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα. Τα βιβλία αυτά χρησιμοποιούνται ως ιστορικές πηγές, αλλά διαιωνίζουν τη φήμη του βασιλείου του Αγαμέμνονα και του γειτονικού Άργους. Παραμένουν όμως άγνωστα και ανεκμετάλλευτα.

Πώς αξιοποίησαν οι νεότερες γενιές Αργείων αυτό το τεράστιο πολιτιστικό κεφάλαιο, που μπορούσε να επενδυθεί στη σύγχρονη τουριστική βιομηχανία; Εκτός από το όνομα της πόλης, υπάρχει κάτι σήμερα, που να συνδέει τη σημερινή πόλη με την αρχαία ιστορία της στα μάτια του επισκέπτη της; Πώς καταλαβαίνει ο σημερινός επισκέπτης του Άργους ότι βρίσκεται στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας;

Οι αρχαίοι Αργείοι είχαν αναγείρει προς τιμή της Τελέσιλλας μεγάλη στήλη, στην οποία παριστάνονταν αυτή όρθια έχοντας στα πόδια της βιβλία και κρατώντας στα χέρια κράνος, που το παρατηρούσε έτοιμη να το φορέσει στο κεφάλι της. Η στήλη αυτή ήταν τοποθετημένη πάνω από το θέατρο του Άργους, μπροστά από το ιερό άγαλμα της θεάς Αφροδίτης, και σώζονταν μέχρι το 170 μ.Χ. που την είδε ο Παυσανίας [16]. Οι νεότεροι Αργείοι δε φρόντισαν να δημιουργήσουν κάποιο αντίστοιχο μνημείο της ένδοξης λυρικής ποιήτριας του Άργους ή ένα μνημείο του Φείδωνα, που να συνδέεται με το νόμισμα και τους οβολούς ή οβελούς, από τους οποίους προήλθε και η ονομασία της δραχμής, του νομίσματος του νεοελληνικού κράτους μέχρι την καθιέρωση του ευρώ.

Το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, που με τα ευρήματά του θα μπορούσε να συνδέσει την ιστορία της πόλης με τις αναφορές της στα αρχαία κείμενα και τα ομηρικά έπη, παραμένει υποβαθμισμένο και στεγάζεται στην οικία του αγωνιστή του 1821 Δημήτρη Καλλέργη. Υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην αρχαιότητα και την επανάσταση του 1821 ή με τον τρόπο αυτό προκαλείται σύγχυση και υποβαθμίζεται και η αρχαία και η νεότερη ιστορία της πόλης;

Το αρχαίο θέατρο του Άργους, ένα από τα μεγαλύτερα και το μοναδικό με το κοίλο του σκαλισμένο στο φυσικό βράχο, δε συνδέθηκε με την παρουσία του Άργους στις αρχαίες τραγωδίες. Εκείνες που έχουν θέμα τους το Άργος ή αναφέρονται στο Άργος θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παίζονται στο θέατρο της πόλης. Καθένας θα ήθελε και θα ερχόταν να παρακολουθήσει μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας, που παίζεται στο «φυσικό της χώρο».

Η λεπτομερής καταγραφή της παρουσίας του Άργους στα ομηρικά έπη και στις αρχαίες τραγωδίες θα μπορούσε να γίνει αφορμή για τη διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης με στρατηγικό στόχο την ανάδειξη του Άργους με την αξιοποίηση της πλούσιας πολιτιστικής του παράδοσης. Διαφορετικά η εργασία αυτή έχει μόνο «φιλολογικό» ενδιαφέρον και καμία αξία για τη σημερινή πόλη και τους ανθρώπους της.

  

Υποσημειώσεις


 

[1] «Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν». [Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1]

[2] «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη» (Ηροδότου, Ιστορίαι,1,1)

[3] «Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι» [Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις 1,14,2]

[4] «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν» [Στράβων Η, 3,33]

[5] Τελέσιλλα δὲ οἰκέτας μὲν καὶ ὅσοι διὰ νεότητα ἢ γῆρας ὅπλα ἀδύνατοι φέρειν ἦσαν, τούτους μὲν πάντας ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὸ τεῖχος, αὐτὴ δὲ ὁπόσα ἐν ταῖς οἰκίαις ὑπελείπετο καὶ τὰ ἐκ τῶν ἱερῶν ὅπλα ἀθροίσασα τὰς ἀκμαζούσας ἡλικίᾳ τῶν γυναικῶν ὥπλιζεν, ὁπλίσασα δὲ ἔτασσε κατὰ τοῦτο ᾗ τοὺς πολεμίους προσιόντας ἠπίστατο. ὡς δὲ ἐγίνοντο οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ αἱ γυναῖκες οὔτε τῷ ἀλαλαγμῷ κατεπλάγησαν δεξάμεναί τε ἐμάχοντο ἐῤῥωμένως, ἐνταῦθα οἱ Λακεδαιμόνιοι, φρονήσαντες ὡς καὶ διαφθείρασί σφισι τὰς γυναῖκας ἐπιφθόνως τὸ κατόρθωμα ἕξει καὶ σφαλεῖσι μετὰ ὀνειδῶν γενήσοιτο ἡ συμφορά, ὑπείκουσι ταῖς γυναιξί. [Παυσανίου, Κορινθιακά, 20]

[6] [Ιλιάδα, Β, 559-564]

[7] «Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη, έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙ ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων» [Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’]

[8] «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια Μυκήνη». [ Ιλιάδα, Δ, 51]

[9] «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι». [Ελληνική Ανθολογία, 3]

[10] Οδύσσεια γ 263, δ 99, ο 239 και 274.

[11] Ιλιάδα Β 287, Γ 75, Ζ 152, Ι 246, Ο 30 και Τα 329.

[12] Ιλιάδα Ε 786, Θ 228, Ν 95 και Ο 502.

[13] Οδύσσεια δ, 185 και 296, ρ 118 και ψ 218 και Ιλιάδα Β 177, Γ 458, Δ 19 και 174, Ζ 323, Η 350, Ι 141 και 282.

[14] Ιλιάδα Δ 8 και Ε 908.

[15] Ιλιάδα, Δ, 171

[16] «ὑπὲρ δὲ τὸ θέατρον Ἀφροδίτης ἐστὶν ἱερόν, ἔμπροσθεν δὲ τοῦ ἕδους Τελέσιλλα ἡ ποιήσασα τὰ ᾄσματα ἐπείργασται στήλῃ: καὶ βιβλία μὲν ἐκεῖνα ἔῤῥιπταί οἱ πρὸς τοῖς ποσίν, αὐτὴ δὲ ἐς κράνος ὁρᾷ κατέχουσα τῇ χειρὶ καὶ ἐπιτίθεσθαι τῇ κεφαλῇ μέλλουσα. ἦν δὲ ἡ Τελέσιλλα καὶ ἄλλως ἐν ταῖς γυναιξὶν εὐδόκιμος καὶ μᾶλλον ἐτιμᾶτο ἔτι ἐπὶ τῇ ποιήσει. [Παυσανίου, Κορινθιακά, 8]

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

Η απόδοση τιμής σε πολιτικούς παράγοντες του ρωμαιοκρατούμενου Άργους κατά τον 3ο / 4ο αι. μ.Χ., βάσει επιγραφικών δεδομένων  – Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

 

Η «ελευθερία» του Άργους από τη μακεδονική κυριαρχία διακηρύχθηκε από τους Ρωμαίους το 195 π.Χ. Το καίριο χτύπημα όμως για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος αποτέλεσε έτσι τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.).

Από τότε και μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής δημοκρατίας (περ. 48 π.Χ.) το Άργος απολάμβανε μερικής αυτονομίας (με αστική και ποινική δικαιοδοσία) και πλήρωνε στη Ρώμη κάποιο φόρο. Στη συνέχεια η αυτονομία του περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, και με την καταστροφή του από τους Γότθους, το 267 μ.Χ., αυτή απολέσθηκε οριστικά και η πόλη προσαρτήθηκε στην Κόρινθο. Διοικητές επαρχιών και αυτοκράτορες ασκούσαν δικαστικές αρμοδιότητες στις επαρχίες, παράλληλα με την αυτονομία που αυτές απολάμβαναν, αν και το καθεστώς των πόλεων ρυθμιζόταν ουσιαστικά από τη Ρώμη.

Σε όλη τη διάρκεια της ρωμαιοκρατίας πολίτες σημαντικών πόλεων ανεγείρουν ανδριάντες και αναγράφουν στις βάσεις τους επιγραφές έμμετρες ή μη, για να τιμήσουν σημαίνοντα πρόσωπα της ρωμαϊκής διοίκησης. Την τακτική αυτή ακολούθησαν και οι Αργείοι. Στο Άργος έχουν βρεθεί δύο τέτοιες επιγραφές: η μία αναφέρεται στον Καλλιππίνο, ανθύπατο της Αχαΐας, κατά τον 3ο ή 4ο αι. μ.Χ., και η δεύτερη στον Φωσφόριο, επίσης, ανθύπατο της Αχαΐας, κατά τον 4ο αι. μ.Χ.

1η. Ορθογώνιο βάθρο αγάλματος από λευκόφαιο ασβεστόλιθο, διαστάσεων 0,41 μ. στο ύψος, 0,71 μ. στο μήκος και 0,68 μ. στο πάχος. Βρέθηκε το 1930 από τον Vollgraff, σε Ρωμαϊκή στοά στο Άργος, 100 μ. ανατολικά από την αγορά των Ελληνιστικών χρόνων[1]. Σήμερα η επιγραφή έχει χαθεί.

Χρονολόγηση: 3ος ή 4ος αι. μ.Χ. Vollgraff [2].

Δημοσιεύσεις: Vollgraff, 1945 5-28   Eitrem, 1949 146 αρ. 110   Robert, 1948 Addenda 138-141   SEG 11 325   SEG 16 261   Feissel, 1985 289 αρ. 29.

 

Ἰσθμὸς κηρύττι σε, πόλις βοοῶσιν Ἀχαιῶν, |

Καλλιππῖνε, Δίκης ὄμμα δικεότατον·|

τοὔνεκεν Ἰναχίη σε διηνεκέεσ[σι γε]ρέρει |

δώροις, Εὐπράκτῳ τοῦτ’ ἐπιτιλαμένη.

 

2 ὄμμα Feissel: ὄμμα, Vollgraff aliique  

3 διηνεκέεσ[σι γε]ρέρει Robert: διηνεκέεσσι ̣ γ[ε]ρέρει Feissel aliique.

O Ισθμός, Καλλιππίνε, σε ανακηρύσσει ως τον πιο δίκαιο οφθαλμό της Δικαιοσύνης, οι πόλεις των Αχαιών σε επευφημούν. Γι΄ αυτό η Ιναχία (το Άργος) σε τιμά με δώρα άφθαρτα, αναθέτοντας στον Εύπρακτο να σου τα προσφέρει.

  1.  βοοῶσιν: ρηματ. ομηρικός τύπος, χάριν του μέτρου. Ο Vollgraff [3] το θεωρεί δοτική πληθυντικού.

Η επιγραφή αποτελείται από δύο ελεγειακά δίστιχα, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο και στον 3ο στίχο.

Καλλιππῖνος: πρόσωπο άγνωστο από άλλη πηγή, πρέπει να είναι είτε ανθύπατος της Αχαῒας, είτε ένας από τους νομομαθείς, στον οποίον ο ανθύπατος είχε αναθέσει τις δικαστικές αρμοδιότητες. Ο Martindale [4] θεωρεί τον τιμώμενο ανθύπατο της Αχαΐας του 4-5ου αι. μ.Χ. Μοναδική φορά που απαντά το όνομα στην Αργολίδα, και καθόλου στις άλλες περιοχές που εξετάζονται από το LGPN.

Εὔπρακτος: Το όνομα απαντά μία φορά στην Αργολίδα (παρούσα επιγραφή), καμία στα Νησιά του Αιγαίου κ.λπ., καμία στη Μακεδονία κ.λπ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔστησε τὸν δεῖνα, όπου το ρήμα ἔστησε έχει αντικατασταθεί από το γερέρει. Στην επιγραφή χρησιμοποιείται η χρονική βαθμίδα του παρόντος (κηρύττι, βοοῶσιν, γε]ρέρει), για εκείνα τα στοιχεία, των οποίων ο ποιητής θέλει να διαιωνίσει τη μνήμη, ενώ χρησιμοποιεί παρελθοντικό χρόνο (ἐπιτιλαμένη) για ενέργεια που προηγήθηκε –της κυρίως αναφερομένης– στην επιγραφή.

Η επιγραφή αποτελείται από δύο ενότητες: Στην πρώτη αναφέρεται το εγκώμιο (Δίκης ὄμμα) του ανθυπάτου ή του δικαστή, το οποίο επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στη δικαιοσύνη του, σε σημείο που αυτός παραβάλλεται με την ίδια τη δικαιοσύνη, και, ίσως, αποτελεί δείγμα κολακείας προς αυτόν. Ανάλογη περίπτωση στη Γραμματεία υπάρχει στον Ιμέριο [5], όπου o ανθύπατος της Αχαΐας Κεβρώνιος αποκαλείται Δίκης ὄμμα καὶ Θέμιδος, κ.α. Σε αρκετά ψηφίσματα η έκφραση δικαιοσύνης ἕνεκα φαίνεται ότι λειτουργεί ως σύντομη μορφή του λογοτύπου ἀρετῆς ἕνεκα καὶ δικαιοσύνης [6]. Βέβαια, η δικαιοσύνη αξιωματούχων πολιτών ανήκει στις αρετές που επαινούνται αρκετά συχνά: Waltz, 1941 7.672 Ἀδέσποτον, και 7.697 Χριστοδώρου. Σε επιγραφή των Σάρδεων (SGO 04/02/06) η εικόνα (ανδριάντας) του Αχολίου αποτελεί εὐνομίης μάρτυρα πιστοτάτην, και σε επιγραφή της Γόρτυνος, το βάθρο τιμητικού ανδριάντα του ταμία Μαρκελλίνου στήνεται ως <Δίκης> ἐπιμάρτυρα θεσμῶν (IC IV 323).

Το εγκώμιο του Καλλιππίνου γίνεται από τους πολίτες της Κορίνθου – όπως αυτοί αναφέρονται συνεκδοχικά (Ἰσθμὸς) και ποιητικά (Ἰναχίη [7]) – και από τους πολίτες ολόκληρης της επαρχίας της Αχαΐας (πόλις βοοῶσιν Ἀχαιῶν)∙ το βοῶ με τη σημασία του επευφημώ (πρβ. Ηρόδοτος, 6.131.1). Βέβαια, εδώ είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο Ἰσθμός αποτελεί μία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, δεδομένου ότι ήταν τόπος πανελλήνιων δραστηριοτήτων και επισήμως η Κόρινθος δεν έφερε ποτέ το όνομα Ισθμός∙ στην αρχαία ελληνική γραμματεία η λ. χαρακτηρίζει τον Ισθμό καθεαυτό και την τοποθεσία, όπου διεξάγονταν τα Ίσθμια [8]. Ο συνεκδοχικός τρόπος απόδοσης των ονομάτων πόλεων χρησιμοποιείται για το Άργος (Στέφανος Βυζάντιος, 331.23) και την Αθήνα (Αριστοφάνης, Ἀχαρ. 75, Μένανδρος, Διαίρ. Ἐπιδεικ. 355.24 κ.ε.).

Η δεύτερη ενότητα συνδέεται νοηματικά με την πρώτη με το τοὔνεκεν και ο ποιητής, χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό σχήμα της συνεκδοχής (Ἰναχίη) αναφέρει αυτούς που τίμησαν τον Καλλιππίνο. Mε τo διηνεκέεσ[σι δώροις ίσως εννοείται ένας ανδριάντας, που προορίζεται για να διαιωνίσει τη μνήμη του καλού διοικητή και του δίκαιου δικαστή [9]. Η ενέργεια αυτή δεν έγινε από την πόλη του Άργους αλλά από τον Εύπρακτο, άγνωστο πρόσωπο από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Κατά τον Stein [10], στην Παλαιοχριστανική περίοδο το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας με πρωτεύουσα την Κόρινθο, έδρα ανθυπάτου. Η επιγραφή, αποτέλεσε για τον Vollgraff [11] αφορμή να εξετάσει τις διοικητικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ Κορίνθου και Άργους. Ο Robert [12] θεωρεί ότι οποιαδήποτε πόλη της επαρχίας (πόλις Ἀχαιῶν) θα μπορούσε να δοξάζει τον ανθύπατο ή τον δικαστή που αποδίδει τη δικαιοσύνη στην πρωτεύουσα της Επαρχίας. Για τον λόγο αυτό το Άργος έστησε προς τιμήν του ανδριάντα με τη χορηγία του πολίτη Ευπράκτου.

2η. Μαρμάρινο κυλινδρικό βάθρο, διαμέτρου 0,64 μ. και ύψους 0,59 μ., βρέθηκε το 1901 στην αυλή της οικίας Ψυρόγιαννη στο Άργος, κοντά στη θέση της Αγοράς. Σήμερα βρίσκεται στον κήπο του Μουσείου του Άργους (αρ. 207).

 

Φωτ. από το Μουσείο Άργους (αρ. 207)

Φωτ. από το Μουσείο Άργους (αρ. 207)

 

Χρονολόγηση: Mετά το 322 μ.Χ. Polara[13].

Δημοσιεύσεις: Reinach, 1900 324-328   IG IV 1608   Groag, 1946 54   Feissel, 1985 288 αρ. 27.

 

Εἰκόνα Φωσφορίου μεγακυδέος ἀνθυπάτοιο |

Ἀρχέλεως Δαναοῖς στῆσε χαριζόμενος.|

Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Cum in constitutionem bonam servatur titulus, non sunt lectiones aliae.

Toν ανδριάντα του Φωσφορίου, του ενδοξότατου ανθυπάτου, ο Αρχέλαος ανήγειρε, προσφέροντάς τον ως δώρο στους Δαναούς. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο.

Φωσφόριος: Ο Martindale [14] ταυτίζει τον Φωσφόριο με τον Αυρήλιο Βαλέριο Τουλλιανό Σύμμαχο, ύπατο του 330 μ.Χ. (Σύμμαχο 6, κατά το stemma του ιδίου [15]), παππού του ρήτορα και ποιητή Κόιντου Αυρηλίου Συμμάχου αλλά τον διαχωρίζει από τον παραλήπτη των επιστολών που αναφέρονται στο δεύτερο βιβλίο του Θεοδοσιανού Κώδικα (II.4.1 και II.15.1). H Frantz [16] ταυτίζει μεν τον Φωσφόριο με το ίδιο πρόσωπο, τον τοποθετεί όμως περίπου στο 320 μ.Χ.∙ με την άποψη αυτή ταυτίζεται εν μέρει και ο Polara[17], ο οποίος θεωρεί ότι ο Αυρήλιος Βαλέριος Τουλλιανός Σύμμαχος, ύπατος του 330 μ.Χ. είχε το signum Φωσφόριος, και είναι το ίδιο πρόσωπο με τον παραλήπτη των επιστολών του Θεοδοσιανού Κώδικα (II.4.1 και II.15.1) και με τον τοποτηρηρή της Μοισίας το 319 μ.Χ. Ο Reinach [18] θεωρεί ότι ο Φωσφόριος είναι ο ανθύπατος της Αχαΐας του 319 μ.Χ. και αποδέκτης ενός διατάγματος του Κωνσταντίνου και του Λικινίου και ότι ταυτίζεται με τον παππού τού ρήτορα και ποιητή Κόιντου Αυρηλίου Συμμάχου, τον Αυρήλιο Βαλέριο Τουλλιανό Σύμμαχο.

Ἀρχέλεως: Κατά τη Franz [19] υπάρχουν τρία διαφορετικά πρόσωπα με το όνομα Αρχέλαος 1) ο αναθέτης του ανδριάντα του Φωσφορίου, περίπου 320 μ.Χ. 2) ο ομώνυμός του γιος, αναθέτης της επιγραφής της Λέρνας (IG IV 666) και 3) ο έγγονος, του πρώτου, αναθέτης ταυροβολίου στην Αθήνα (IG II2 3674). Το τελευταίο πρόσωπο το τοποθετεί με βεβαιότητα στο τέλος του 4ου αι. μ.Χ., δεδομένου ότι το ανάγλυφο του ταυροβολίου που ίδρυσε ο συγκλητικός Μουσώνιος για την ίδια μυστικιστική πράξη, χρονολογείται στον Μάιο του 387 μ.Χ. Ο Piérart[20] ταυτίζει τον Αρχέλαο της παρούσας επιγραφής με αυτόν της IG IV 666∙ την ίδια άποψη διατυπώνει και ο Groag [21].

Στο 1ο ημιστίχιο προτάσσεται το αντικείμενο τιμής και ακολουθεί το όνομα του τιμωμένου, ενώ στο 2ο παρατίθεται το αξίωμα του τιμωμένου, προσδιοριζόμενο από το επίθετο μεγακυδέος, του οποίου η σημασία τονίζεται από τη θέση του ανάμεσα στην πενθημιμερή τομή και τη βουκολική διαίρεση. Το επίθετο απαντά κυρίως σε επιτύμβιες επιγραφές, όπου επιδιώκεται η έξαρση των αρετών του νεκρού∙ από την αρχαία ελληνική γραμματεία απαντά στην ΑΠ [22] και, κυρίως, σε μεταγενέστερους σε σχέση με τη συγκεκριμένη επιγραφή συγγραφείς. Ο ανδριάντας είχε ανεγερθεί με απόφαση της βουλής [23] αλλά όχι με έξοδα της πόλης, όπως συμβαίνει και με την επιγραφή των Μεγάρων, στην οποία τιμάται το ίδιο πρόσωπο [24]. Από το κείμενο δεν γίνεται σαφής ο λόγος της ευγενικής χειρονομίας του Αρχελάου στους Αργείους. Σε επιφανή πρόσωπα της αργειακής κοινωνίας η βουλή αποδίδει την τιμή και μέσω των ψηφισμάτων της (IG IV 588, 594, 595, 609, κ.α.).

Ο Polara [25] θεωρεί ότι το περιεχόμενο της μεγαρικής επιγραφής δεν συνδέεται απαραίτητα με επιθέσεις στην περιοχή, αλλά με γενικευμένο φόβο που τους επέβαλλε να λαμβάνουν μέτρα ακόμη και σε περιόδους ειρήνης, μετά την εμπειρία της εισβολής των Γότθων το 267 μ.Χ. Επιπλέον, μπορεί να σκεφθεί κανείς ότι οι Έλληνες ανησυχούσαν για τις εξεγέρσεις των Σαρματών, που κορυφώθηκαν στην ύπαιθρο το 322 μ.Χ., όταν αυτός ο λαός, αφού είχε διασχίσει τον Δούναβη και ερημώσει τμήμα της Μοισίας, ηττήθηκε από τον Κωνσταντίνο κοντά στη Βουνωνία [26].

Ο Groag [27] θεωρεί ότι η ανωτέρω χρονολόγηση δεν ευσταθεί, διότι επί Κωνσταντίνου δεν μπορούσε να γίνει λόγος για κάποια σοβαρή απειλή των Γότθων σε βάρος της Ελλάδος και, επιπλέον, γιατί ως χορηγός του ανδριάντα κατονομάζεται ο Αρχέλαος από το Άργος, τον οποίο ταυτίζει με τον ομώνυμό του μύστη (IG IV 666), δαδούχο της Κόρης στη Λέρνα, κλειδούχο της Ήρας στο Άργος και αναθέτη του ταυροβολίου στην Αθήνα. Τη χρονολογεί στο διάστημα 379-382 μ.Χ. και τη στηρίζει στο ιστορικό γεγονός ότι, μετά την μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.), οι Γότθοι διέσχισαν τη Βαλκανική χερσόνησο και δύο χρόνια αργότερα οι Βησιγότθοι έφτασαν στην Ελλάδα και οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν με συνθήκη ειρήνης το 382 μ.Χ.

Από τις δύο αυτές επιγραφές και σε ένα ορατό πρώτο επίπεδο συμπεραίνουμε οπωσδήποτε ότι πλούσιοι πολίτες τιμούσαν και κολάκευαν Ρωμαίους τιτλούχους της περιοχής, για να επιτύχουν την εύνοιά τους. Το στοιχείο αυτό αντανακλά μία γενικότερη στάση της εγχώριας αριστοκρατίας απέναντι των νέων κυρίαρχων, η οποία ασφαλώς απαντάται και σε άλλες ελληνικές πόλεις. Δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο, ότι στη δεύτερη από τις εξεταζόμενες επιγραφές που χρονολογείται στη Ρωμαϊκή περίοδο, υπογραμμίζεται η δημοκρατική πολιτική οργάνωση του Άργους, ακόμη και υπό καθεστώς ρωμαιοκρατίας. Η αναφορά του λογότυπου Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς) είναι αρκετά αποκαλυπτική.

Βαθύτερα όμως και πιο ουσιαστικά, μέσα από τις επιγραφές αυτές αναδεικνύεται η τακτική της πόλης του Άργους να ανάγει την καταγωγή των κατοίκων του σε μυθικά πρόσωπα που σηματοδοτούσαν την ιστορική πρωτοκαθεδρία της πόλης στον ελληνικό χώρο (Ιναχία, Δαναοί). Πιθανότατα να πρόκειται για μία προσπάθεια επανασύνδεσης με το πανάρχαιο παρελθόν και διατήρησης με αυτόν τον τρόπο ζωντανής της ιστορικής μνήμης σε μία εποχή κατά την οποία κινδύνευε σοβαρά η εθνική ταυτότητα από την ισοπεδωτική πολιτική των Ρωμαίων.

 

 

Υποσημειώσεις

[1] Vollgraff, 1945 5, και Feissel, 1985 289 αρ. 29. Σε επιγραφές (Kaibel, 1965 ανατ. 905-906, κ.ά.) γίνεται λόγος για το Ιερό της Δίκης, όπου τοποθετούνταν τα αγάλματα των ανθυπάτων που ήθελαν οι Έλληνες να τιμήσουν, και, κατά τον Robert, 1948 138, αυτά τοποθετούνταν κοντά στο κτήριο, όπου αποδιδόταν η δικαιοσύνη. Κατά τον Curtius, 1852 II 357 το Κριτήριον βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της Λάρισας.

[2] Vollgraff, 1945 5, λόγω εξωτερικών κριτηρίων του κειμένου. Άλλες χρονολογήσεις: 4ος-5ος αι. μ.Χ. Feissel, 1985 289 αρ. 29.

[3] Vollgraff, 1945 7.

[4] PLRE, σ. λ. Callipinus I σ. 175.

[5] Himerius, Decl. orat. 38.72.

[6] Veligianni-Terzi, 1997 299.

[7] Πρβ. Ευριπίδης, Ἠλέκτρα στίχ. 1.

[8] Vollgraff, 1945 47.

[9] Vollgraff, 1945 47.

[10] Stein, 1959 70.

[11] Vollgraff, 1945 5-28) -Lintott, 1993 39.

[12] Robert, 1948 140. Την άποψή του ασπάζεται και ο Feissel, 1985 289 αρ. 29.

[13] Polara, 1974 265. Άλλες χρονολογήσεις: 379-382 μ.Χ. Groag, 1946 54 και Feissel, 1985 288 αρ. 27.

[14] PLRE, σ. λ. Phosphorius (2) I σ. 700 και σ. λ. Α. V. T. Symmachus (6) PLRE I σ. 871, και Ensslin, σ. λ. Phosphorios (1) RE XX1 1951 στήλ. 651.

[15] PLRE 1146 stemma 27.

[16] Frantz, 1988 49-51.

[17] Polara, 1974 261-266. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Seeck, σ. λ. Symmachus (13) RE VII1 1931 στήλ. 1141-1142.

[18] Reinach, 1900 326-328.

[19] Frantz, 1988 49-51.

[20] Piérart, 1997 151-152.

[21] Groag, 1946 53.

[22] Cougny, 1890 133 κ. ε. αρ. 267, 275, 308, 377 και 727.

[23] Στη Ρωμαϊκή εποχή σημαντικό ρόλο στο πολιτικό-οικονομικό γίγνεσθαι έπαιζαν οι σύνεδροι, οι οποίοι πρότειναν τα ψηφίσματα και ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα και τις εξωτερικές σχέσεις. Μετά τον 2ο αι. μ.Χ. λειτούργησε και η βουλή, η οποία υστερούσε σε δύναμη έναντι του συμβουλίου των συνέδρων, και η γερουσία, Piérart – Touchais, 1996 73-74 και 81. Μεταξύ των αξιωματούχων, περιλαμβάνονται οι αγορανόμοι, υπεύθυνοι για την αγορά (IG IV 588) και οι σιτώνες, υπεύθυνοι για την προμήθεια σίτου (IG IV 609).

[24] Reinach, 1900 325.

[25] Polara, 1974 265.

[26] Για την ήττα των Σαρματών βλ. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία 2.21 κ.ε.

[27] Groag, 1946 53-54.

 

 

Βιβλιογραφία


  • Ager, 1996 –  Ager, Sh. L., Interstate arbitrations in the Greek World 337-90 B. C., Berkley 1996.
  • Clinton, 1989 – Clinton, K., Hadrian’s contribution to the renaissance of Eleusis στο S. Walker – A. Cameron, The Greek renaissance in the Roman empire: papers from tenth British Museum colloquium, London 1989.
  • Eitrem, 1949  – Eitrem, S., “Varia“, SO 27 (1949) 143-146.
  • Boatright, 2000 –  Boatright, M. T., Hadrian and the cities of the Roman Empire, Princeton 2000.
  • Ευαγγελίδης, 2010 – Ευαγγελίδης, Β., Η αγορά των ρωμαϊκών πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ώς τον 3ο αι. μ.Χ., Θεσσαλονίκη 2010.
  • Feissel, 1985 – Feissel, D., «Inscriptions du Péloponnèse», T&MByz 9 (1985) 288-289 αρ. 27-29.
  • Ferrary, 1988 – Ferrary, J.-L., Philhellénisme et impérialisme, Rome 1988.
  • Follet, 1976 – Follet, S, Athènes au IIe et au IIIe Siècle. Études chronologiques et prosopographiques, Paris 1976.
  • Frantz, 1988 –  Frantz, A., “Late antiquity, A. D. 267-700”, Athenian Agora 24 (1988) 49-51.
  • Groag, 1946 –  Groag, E., Die Reichsbeamten von Achaia in Spatrömischer Zeit (Diss.), Budapest 1946.
  • Gruen, 1984 – Gruen, E. S., The hellenistic world and the coming of Rome, vol. I, Berkley 1984.
  • Harter-Uibopuu, 1998 –  Harter-Uibοpuu, K., Das Zwischenstaatliche Schiedsverfahren im achäischen Koinon, Wien 1998.
  • Kaibel, 1965 ανατ. – Kaibel, G., Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Hildesheim 1965 ανατ. (Berlin 1878).
  • Kallet-Marx, 1995 – Kallet-Marx, R. M., Hegemony to Empire. The development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C., Berkley 1995.
  • Lintott, 1993 – Lintott, A., Imperium Romanum. Politics and administration, London 1993.
  • Ostenfeld, 2002 – Ostenfeld, E. N. – Blomqvist, K., Greek Romans and Roman Greeks. Studies in Cultural Interaction, Aarhus 2002.
  • Piérart –Touchais, 1996 – Piérart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Piérart 1997 – Piérart, M., Nomen Latinum. Mélanges de langue, de littérature et de civilisation latines offerts au professeur André Schneider à l’occasion de son départ à la tetraite, Genève 1997.
  • Polara, 1974 – Polara, G., «Note Critiche e Filologiche: Nonno di Simmaco», PP 29 (1974) 261-266.
  • Reinach, 1900  – Reinach, Th., «Un nouveau proconsul d’Achaïe», BCH 24 (1900) 324-328.
  • Robert, 1948 –  Robert, J. – L., «Addenda», Hellenica 4 (1948) 138-141.
  • Stein, 1959 –  Stein, E., Histoire du Bas-Empire, vol. I, Paris 1959.
  • Veligianni-Terzi, 1997 – Veligianni-Terzi, Ch., Wertbegriffe in den attischen  Ehrendekreten der Klassischen Zeit, Stuttgart 1997.
  • Vollgraff, 1945 – Vollgraff, W., “Argos dans la dépendance de Korinthe aux IVe siècle”, AC 14 (1945) 5-28.
  • Willers, 1990  –  Willers, D., Hadrians panhellenisches Programm, Basel 1990.

 

 Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

Read Full Post »

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου


 

Στην αρχαιότητα, τα βυζαντινά χρόνια και τη Φραγκοκρατία το Ναύπλιο ήταν περιορισμένο πάνω στο βράχο της Ακροναυπλίας, στα τουρκικά Ιτς Καλέ (εσωτερικό κά­στρο). Είναι ένας βράχος ύψους 45 μέ­τρων στην άκρη της σημερινής πόλης και στην είσοδο του κόλπου, που τον περι­τριγυρίζει η θάλασσα. Ο Ψαρομαχαλάς είναι μια λαϊκή γειτονιά σκαρφαλωμένη στα μισά του βράχου. Μπορούμε να φτά­σουμε εκεί με δύο τρόπους: Καταρχήν αν ανεβούμε σε δύο δρομόσκαλες, η πρώτη που ξεκινάει από τη σημερινή οδό Σταϊκοπούλου και φέρει το όνομα Εθνικής Αντιστάσεως και η δεύτερη από την οδό Βύρωνος, που αρχίζει από την οδό Σπηλιάδου. Στο τέρμα της πρώτης σκάλας, δεξιά μας έχουμε πάνω στο βράχο τη γει­τονιά του Ψαρομαχαλά και αριστερά μας άλλη βραχώδη γειτονιά, τα Βραχατέικα.

 

Αρχαία τείχη του Ιτς-Καλέ (Ακροναυπλία). Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τρα¬πέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

Αρχαία τείχη του Ιτς-Καλέ (Ακροναυπλία). Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τρα¬πέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

 

Άλλη πρόσβαση, με αυτοκίνητο τώρα, υπάρχει από το τέλος της οδού Σπηλιάδου δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων και παράλληλα στον παραλιακό περίπατο, από την πλατεία-προμαχώνα που λέγεται Πέντε Αδέλφια. Ξεκινάει από εκεί ένας αμαξωτός δρόμος που φιδογυρίζει για να φτάσει σε μια μικρή άνω πλατεία, την πλατεία του Ψαρομαχαλά που λέγεται Λάκκα. Εκεί υπάρχει και η είσοδος στο τούνελ κάτω από το βράχο που με δύο ασανσέρ οδηγεί στην κορυφή του, στο σημερινό πολυτελές ξενοδοχείο Ναυπλία Παλάς   [1].

 

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο
Μπενάκη.

 

Ο Ψαρομαχαλάς είναι η πιο παλιά γειτονιά του Ναυπλίου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για παράδειγμα, οι Έλληνες τ’ Αναπλιού κατοικούσαν όλοι εκεί και εκκλησιάζονταν στην εκκλησία της Αγια-Σοφιάς, που βρίσκεται στο τέρ­μα της οδού Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα στο βενετσιάνικο Διοικητήριο [2]. Φαίνεται ότι η Αγια-Σοφιά είναι η αρχαιότερη βυζαντινή εκκλησία του Ναυπλίου, χτισμένη, σύμ­φωνα με μία μαρμάρινη πλάκα στην πρόσοψή της, τον 10ο αιώ­να, αποτελεί δε βυζαντινό μνημείο. Μπορεί και να είχε χτιστεί και νωρίτερα, διότι από το 879 μ.Χ. ήδη υπήρχε ιδιαίτερος Επί­σκοπος Ναυπλίου, ονόματι Ανδρέας, και ίσως η Αγια-Σοφιά, βασιλική με τρούλο, να αποτελούσε από τότε τη Μητρόπολη της πόλεως. Οι Τούρκοι επέτρεψαν τον ελεύθερο εκκλησιασμό των Ελλήνων σ’ αυτήν κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και συ­γκεκριμένα μετά το 1780, σύμφωνα με τον π. Γιαννόπουλο. Μια μαρμάρινη στήλη με διακοσμητικό ανάγλυφο από την εκκλησία βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ναυπλίου.

 

Δημόσιο κτίριο της δεύτερης Βενετοκρατίας, στο βάθος η Αγία Σοφία.  Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

Δημόσιο κτίριο της δεύτερης Βενετοκρατίας, στο βάθος η Αγία Σοφία. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

 

Στον Ψαρομαχαλά μένουν φτωχοί, λαϊκοί άνθρωποι. Φυσικά με την πάροδο των αιώνων αλλά κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η όψη της γειτονιάς έχει αλλάξει πολύ. Για παράδειγμα η Λάκκα όπου άλλοτε υπήρχε το πρώτο νοσοκομείο του Ναυπλίου (Νοσοκομείον των Πτω­χών), του 14ου αιώνα, δωρεά του NerioAcciajoli, σήμερα έχει μετατραπεί σε πάρκινγκ αυτοκινήτων.

Ας πούμε δυο λόγια για την ίδρυση αυτού του νοσοκομείου. Προς το τέλος της Φραγκοκρατίας ο φλωρεντινός Άρχων του Δουκάτου των Αθηνών και επικυρίαρχος Ναυπλίου και Άργους, NerioAcciajoli, σύμμαχος των Ενετών, άφησε με διαθήκη του μετά το θάνατό του στην Κόρινθο το 1394 όλη την περιουσία του, για να ιδρυθεί νοσοκομείο των πτωχών στο Ναύπλιο, το οποίο είναι πιθανόν  εκείνο της Λάκκας. Αναφέρει σχετικά ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο μνημειώδες έργο του Η Ναυπλία (1898) τα εξής:

 «Το νυν σωζόμενον Δημοτικόν Νοσοκομείον παρά τους βορειδυτικούς πρόποδες της Ακροναυπλίας και εγγύς του προμαχώνος των Πέντε Αδελφών, όπερ ανεκαίνισε ο πρώτος της Ελλάδος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, είναι πιθανώς αυτό τούτο το αναλώμασιν του Νερίου Ακκιαγιόλη ιδρυθέν, όπερ διετήρησαν οι Ενετοί εν λειτουργία κατά τας δύο περιόδους της υπ’ αυτών κατοχής του Ναυπλίου, ιδρύσανε μάλιστα εντός του περιβόλου του Νοσοκομείου και τον σωζόμενον ναΐσκον. Το Νοσοκομείον τούτο είναι άδηλον εάν ελειτούργη κι επί της τελευταίας Τουρκοκρατίας, οπωσδήποτε όμως φαίνεται ότι είχεν ερειπωθεί κατά τα τελευταία αυτής έτη, και εδέησε και τούτο να ανακαίνιση η του Καποδιστρίου δημιουργός χειρ.»[3]

Σύμφωνα με τον π. Ιωάννη Γιαννόπουλο το ναΰδριο αυτό φαίνεται να λειτουργεί το 1848 με μισθό ιερέως 58 δραχμές και μισθό νεωκόρου, που ανήκαν στο νοσοκομείο και που πλήρωνε ο Δήμος. Το κτίριο του νοσοκομείου παρέμεινε μέχρι τη δεκαε­τία του 1940 περίπου.

Ο Ψαρομαχαλάς ακολούθησε την εξέλιξη της πόλης, όταν γύρω στο 1500, κατά την πρώτη Ενετοκρατία (1389-1540) οι Ενετοί άρχισαν να χτίζουν με προσχώσεις την κάτω πόλη, το σημερινό κυρίως Ναύπλιο. Για το όνομά του υπάρχουν δύο εκ­δοχές:

α) Ήταν η γειτονιά των ψαράδων οι οποίοι κατέβαιναν το λοφάκι και μέσα από μια πύλη των τειχών στα Πέντε Αδέλφια, την Πόρτα Μαρίνα, έβγαιναν στη θάλασσα, σε μια ταπει­νή προβλήτα όπου έδεναν τις βάρκες τους.

β) Μετά την κατα­στροφή της Χίου, το 1822, και αργότερα των Ψαρών, από το 1824 οι καταδιωγμένοι πρόσφυγες που έφτασαν στο Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά αυτή, η οποία πήρε το όνομά της από τα Ψαρά. Πιθανότερη μου φαίνεται η πρώτη εκδοχή που μάλλον είναι και η παλαιότερη.

Το ύφος των σπιτιών της γειτονιάς είναι το λεγόμενο λαϊκό, είχε δηλαδή, κυρίως στο παρελθόν πολλά ξύλινα σπίτια στο τούρκικο στυλ, λίγα από τα οποία παραμένουν και σήμερα. Γενικά είναι εύθραυστες ξύλινες κατασκευές, συνήθως ασπρι­σμένες με ασβέστη, χωρίς περίτεχνα μπαλκόνια και πόρτες όπως έχει η κάτω πόλη. Σύμφωνα με τη Σέμνη Καρούζου, αυτό που χαρακτηρίζει το λαϊκό στυλ είναι η ασύμμετρη διάταξη των σπιτιών του, ενώ τα κλασικιστικά αστικά σπίτια του Ναυπλίου έχουν πάντα μια συγκεντρωμένη, συμμετρική διάταξη στις προ­σόψεις τους [4].

 

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του '30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του ’30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

 

Η έκταση του Ψαρομαχαλά είναι πολύ περιορισμένη: Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο – τρεις δρόμους, με κύριο την οδό Ζυγομαλά, και μια – δυο ανώμαλες πλατείες, γιατί πιο βό­ρεια βρίσκουμε το βράχο. Τα ταπεινά σπιτάκια της γειτονιάς υπέστησαν ριζική αλλαγή κατά τη δεκαετία του ’80 και ύστερα όταν με δάνεια του τουρισμού μετετράπησαν τα περισσότερα σε ξενώνες ή πανσιόν, αρκετά καλόγουστους. Άλλα σπιτάκια αγοράστηκαν από ξένους, κυρίως Γερμανούς ή Ολλανδούς, οι οποίοι τα επισκεύασαν για να περνούν εκεί μερικούς μήνες του καλοκαιριού. Υπάρχουν όμως και κάποιες οικογένειες αλλοδα­πών, συνταξιούχων κυρίως, που μένουν εκεί όλο το χρόνο.

 

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

 

Όταν όμως λέμε ότι ο Ψαρομαχαλάς είναι η ψυχή του Ναυπλίου, ενώ η καρδιά του είναι φυσικά η πλατεία Συντάγ­ματος και η διαδρομή του Μεγάλου Δρόμου (σημερινή οδός Βασ. Κωνσταντίνου) όπως έχουμε γράψει και αλλού [5] εννοούμε ότι υπήρξε στο παρελθόν, δηλαδή στις δεκαετίες του 40, ’50, ’60 και ’70 μια ιδιαίτερη λαϊκή κουλτούρα των κατοίκων. Συνήθειες, διασκεδάσεις, ταβέρνες, κανταδόροι, καρναβάλια και η χαρακτηριστική εύθυμη, γλεντζέδικη διάθεση ανθρώπων που είχαν και που ζούσαν με λίγα και τους έφταναν.

Για παράδειγμα, τα παλιότερα χρόνια μεγάλη διάδοση είχε μεταξύ των παιδιών στο Ναύπλιο, όπως και σε άλλες μικρές πόλεις της Ελλάδος, ο πετροπόλεμος. Ήταν πραγματικές ορ­γανωμένες εκστρατείες με στρατηγική και τακτική που διεξήγο­ντο συνήθως μεταξύ ενοριών ή μεταξύ Προνοίας και Ναυπλίου.Στους τελευταίους αυτούς πολέμους σημαντικό βάρος είχαν τα παιδιά του Ψαρομαχαλά όπως αναφέρει και ο ποιητής της πό­λης και ναυπλιογράφος Θεόδωρος Κωστούρος (1936-1986) [6]. Γράφει χαρακτηριστικά για έναν τέτοιο πετροπόλεμο τη δεκα­ετία του 50:

Και κει, πάνω σε κείνο το κρίσιμο σημείο του αγώνα, την ώρα πια που φαινόταν πως η νίκη έγερνε αποφασιστικά προς το μέρος της Πρόνοιας, παρουσιάστηκε, λυτρωτής, ο Ψαρομαχαλάς.

Τα παλληκάρια του μαχαλά των ψαράδων και της ντάπιας των «πέντε αδελφιών», τα ψημένα με την αλμύρα της θάλασσας τ’ αργο­λικού, έφεραν το καινούργιο αίμα που χρειαζόταν η λιπόθυμη πόλη.

Οι Ψαρακαίοι, οι Βασιλείου, οι Μπουσμπουραίοι, οι Μελιδόνηδες, οι Μεντζελαίοι, οι Κοντσαΐτηδες, αποτέλεσαν τον καινούργιο στρατό του άλλαξε τις βουλές της Μοίρας.

Αρχηγός τους – που αμέσως πήρε με το σπαθί του τη γενική αρ­χηγία των Αναπλιωτών, ήταν ο Βαγγέλης ο Σέττας που τον παρανόμοζαν Κανάρη.

Ετούτος ο Ψαρομαχαλιώτης τσίφτης δεν είχε τίποτα στην ειδή του από κείνα τα σουσούμια που ταιριάζουν στον αρχηγό. Απεναντί­ας, ήταν κοντός και λιγνός σα σαμιαμίδι, μιας σπιθαμής άνθρωπος εκεί δα που δεν τον υπολόγιζες. Όμως η ματιά του α! εκείνη η ματιά του που σπίθιζε, καθρέπτιζε την άτρομη ψυχή του τη λιονταρίσια. Και το μυαλό του, καθαρό μυαλό και ξάστερο, έκοβε τα χίλια δυο τερτίπια, τα χρειαζούμενα του πολέμου.

Μόλις το λοιπόν ο Βαγγέλης ο Σέττας, ο Κανάρης, πήρε στα σιδερένια χέρια του τα γκέμια τ’ Αναπλιώτικου στρατού τα πράγματα άλλαξαν. Η πειθαρχία βασίλεψε παντού, τα πάντα οργανώθηκαν και το σπουδαιότερο, τη θέση της ηττοπάθειας, πήρε τώρα η πίστη για τη νίκη, μια πίστη που, τα χείλια του αρχηγού και τα φερσίματά του, τη σκόρπιζαν, μαγικά, σ’ όλες τις πριν κιοτεμένες ψυχές.

Πρώτα-πρώτα επέβαλλε στους «πλουτοκράτες» στρατιώτες του, έρανο υποχρεωτικό για την οικονομική ενίσχυσι τον στρατού. Κάθε παιδί ανάλογα με την οικονομική τον ευμάρεια, έπρεπε να φέρνει στον κοινό κορβανά, το βδομαδιάτικο χαράτσι. Μ’ αυτά τα χρήματα ο Σέττας, αγόρασε καινούργιες σφεντόνες και βάλθηκε, ώρες κι ώρες, πάνω στον προμαχώνα των «πέντε αδελφιών» να εκπαιδεύει τους πιτσιρίκους, τόσο που τους έκανε άσσους στο σημάδι. Ύστερα, σε λίγες μέρες, επί κεφαλής του στρατού του, έκανε μία «επίδειξι δυνάμεως» φτάνοντας μέρα μεσημέρι, ώσαμε την «Αγιατριάδα», την καρδιά της Πρόνοιας. Τούτη η παρέλασι έφερε το αποτέλεσμα που ο Σέττας προσδοκούσε. Οι Προνοιώτες έννοιωσαν πως τ’ Ανάπλι ξαναγεννιό­ταν. Είχαν κι άλας τις πληροφορίες τους για τον καινούργιο αρχηγό και κατάλαβαν πώς από τώρα και μπρος, τα πράγματα άλλαξαν.

Και άλλαξαν πραγματικά. Η εφευρετικότητα και ο δυναμισμός αυτών των παιδιών έφτασε τότε μέχρι τη δημιουργία στόλου από τις βάρκες των γονιών τους με τον οποίον έκαναν απόβαση στον Βάλτο και κα­τατρόπωσαν τα Προνοιοτάκια.  

  

Υποσημειώσεις


[1] Μία πρώτη περιγραφή της γειτονιάς και ορισμένων κατοίκων της έχω κάνει στο βιβλίο μου «Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1», εκδ. Ναύδετο, Ναύπλιο 2008, σελ. 18-19 και 25-26.

[2] Βλ. π. Ιωάννη Γιαννόπουλου, «Οι Ιεροί Ναοί, Ναΰδρια και Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου», Ναύπλιον, 2008, σελ. 171-73.

[3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία από των αρχαιο­τάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς». Ιστορική μελέτη, 1898, Β’ έκδοσις 1950, Γ’ έκδοσις, Ναύπλιον 1975, σελ. 58.

[4] Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τρα­πέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1979.

[5] Για το Μεγάλο Δρόμο βλέπε το βιβλίο μου «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου», εκδ. Ναύδετο, 2009, σελ. 96-107.

[6] Βλ. τη χαρακτηριστική συλλογή εύθυμων ιστοριών για το Ναύπλιο με τίτλο: «Αυτά να μένουν μεταξύ μας, αναμνήσεις και στοχασμοί», Ανάπλι 1956, σελ. 101-108.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Γιώργος Ρούβαλης, «Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου», Εκδόσεις: Ο Κήπος με τις Λέξεις, Αθήνα, 2012.

 

 

Read Full Post »

 

«Αντιπολίτευση στο οθωνικό καθεστώς και ρήξη: Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862». Δημήτρης Μαλέσης, Δρ. Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Εξετάζονται οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική κοινωνία στα μέσα του 19ου αιώνα και αναζητούνται τα αίτια που οδήγησαν στα επαναστατικά γεγονότα του Ναυπλίου και, τελικά, στην κατάρρευση του οθωνικού καθεστώτος τον Οκτώβριο του 1862.

Νικόλαος Φλογαΐτης, διευθυντής της εφημερίδας «Συνταγματικός Έλλην».

Νικόλαος Φλογαΐτης, διευθυντής της εφημερίδας «Συνταγματικός Έλλην».

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται η αστικοποίηση, η σταδιακή βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος με τη συνακόλουθη πτώση του ποσοστού των αναλφάβητων και η ανάδειξη μιάς νέας γενιάς, η οποία αποστασιοποιημένη από τις πολιτικές πρακτικές της γενιάς της Επανάστασης του 1821, επιδίωκε τη ρήξη με τις κατεστημένες νοοτροπίες. Ταυτόχρονα, τα παραδοσιακά κόμματα, έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητες εκπροσώπησης της κοινωνίας, είχαν κλείσει τον πολιτικό τους κύκλο, ενώ οι ελιγμοί του μονάρχη σε συνδυασμό με την επίταση των κατασταλτικών μηχανισμών δεν συνιστούσαν επαρκές πλαίσιο για την αναπαραγωγή του συστήματος.

Εστιάζεται, επίσης, η προσοχή σε αυτήν καθ’ εαυτή την πόλη του Ναυπλίου, η οποία ως ένα δυναμικό παραδοσιακό αστικό κέντρο συγκέντρωνε μία ανήσυχη κοινωνική και πνευματική ελίτ. Τα μέλη της, από τα τέλη της δεκαετίας του 1850, είχαν συγκροτήσει έναν ισχυρό αντιπολιτευτικό πόλο και εκδήλωναν σε κάθε ευκαιρία την αντίθεση τους στο «σύστημα». Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την παρουσία ενός ικανού αριθμού στρατιωτικών με αντικαθεστωτικά φρονήματα, οδήγησε στη δημιουργία ενός ισχυρού άξονα, ο οποίος με τη δυναμική ρήξη του Φεβρουαρίου θα δοκιμάσει τις αντοχές του καθεστώτος. Επιπλέον, η οχυρή θέση που διέθετε η αργολική πρωτεύουσα ευνοούσε την ανάπτυξη μιάς επαναστατικής δυναμικής.

Γίνεται αναφορά στα αιματηρά γεγονότα και τις διακηρύξεις των επαναστατών, ενώ επισημαίνεται ιδιαίτερα η τακτική της κυβερνητικής πλευράς, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει την πιο σοβαρή απειλή που γνώρισε πριν την ανατροπή της η δυναστεία, αλλά και η διχοστασία που παρατηρήθηκε μεταξύ των επαναστατών ως προς την τακτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, δηλαδή παραμονή στην πόλη ή εκστρατεία στον πυρήνα του καθεστώτος, στην ίδια την πρωτεύουσα. Και ακόμη, η σημαντικότερη διάσταση στους κόλπους των επαναστατών, όταν η επανάσταση έπνεε τα λοίσθια, μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, οι οποίοι υποστήριζαν την άνευ όρων και προϋποθέσεων συνέχιση του επαναστατικού αγώνα.

Συμπερασματικά, η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 μπορεί να μην ανέτρεψε το οθωνικό καθεστώς, ωστόσο του προκάλεσε ισχυρότατο πλήγμα, προλειαίνοντας ουσιαστικά το έδαφος για τη μεταπολίτευση του Οκτωβρίου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Μαλέσηπατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αντιπολίτευση στο οθωνικό καθεστώς και ρήξη.

 

Read Full Post »

«Η αειφορική διάσταση και η μετασχηματιστική δυναμική της προφορικής παράδοσης σε μια διαθεματική προσέγγιση από την αρχαιότητα έως σήμερα, μέσα στη σχολική τάξη»


  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση της Δρ. Χαράς Κοσεγιάν, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων- λογοτέχνις, με θέμα:

 «Η αειφορική διάσταση και η μετασχηματιστική δυναμική της προφορικής παράδοσης σε μια διαθεματική προσέγγιση από την αρχαιότητα έως σήμερα, μέσα στη σχολική τάξη».

 

Η αειφορική αντίληψη στον πολιτισμό στρέφεται στην παρατήρηση της διαχρονικότητας της σκέψης, αλλά και στο δυναμικό μετασχηματισμό της προτείνοντας τη λειτουργική ένταξη της στο παρόν και στο μέλλον.

Άγαλμα του Ομήρου έξω από την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου. Στη λεωφόρο Λούντβιχ, αγάλματα του Ιπποκράτη, του Αριστοτέλη, του Ομήρου και του Θουκυδίδη κοσμούν την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου.

Άγαλμα του Ομήρου έξω από την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου. Στη λεωφόρο Λούντβιχ, αγάλματα του Ιπποκράτη, του Αριστοτέλη, του Ομήρου και του Θουκυδίδη κοσμούν την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου.

Σκοπός της εισήγησης είναι να αναδείξει τη βιωσιμότητα στοιχείων στην ποίηση και τη λογοτεχνία από τον Όμηρο έως τη συγχρονική δημοτική ποίηση, προτείνοντας τον τρόπο της δημιουργικής αξιοποίησής τους μέσα στη σχολική τάξη.

Επιθυμούμε να αντιληφθούν οι μαθητές ότι η συλλογική μνήμη διατήρησε αλλά και μετασχημάτισε τις επικές ποιητικές μορφές, το ύφος, τους αρχαίους μύθους, και τους παρέδωσε από στόμα σε στόμα στις επόμενες γενιές σε μια διαδικασία που διατηρήθηκε αναλλοίωτη ανά τους αιώνες, φτάνοντας να τους παραδώσει έως τις μέρες μας, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την ομορφιά, αλλά και την ουσία ενός πολιτισμού: λόγος για τον «πολιτισμικό συγκρητισμό», την αφομοίωση, δηλαδή, φαινομενικά ετερόκλητων στοιχείων στο ίδιο σύστημα και την παρουσίαση τους ως πρωτόφαντο ή ομοιογενές δημιούργημα. Οι ρίζες όμως και οι κλώνοι κινούνται προς πολλές και ετερόκλητες κατευθύνσεις στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Χαράς Κοσεγιάν πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αειφορική διάσταση και η μετασχηματιστική δυναμική της προφορικής παράδοσης…

Read Full Post »

Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου


Ιστορικό

19ος αιώνας

1. Οι Δικηγόροι στη Ναυπλιακή Επανάσταση

Οι πρώτοι δικηγόροι στο Ναύπλιο μετά την Απελευθέρωση είχαν σπουδάσει κυρίως στο εξωτερικό. Μετά τη δημιουργία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου το 1837, άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτοι πτυχιούχοι του.

 

Κύκλος της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Τάσου Γούναρη, του Ανωνύμου Ναυπλιέως κ.α. τουλάχιστον τέσσερις δικηγόροι και δύο δικαστές συμμετείχαν στον κύκλο (σαλόνι) της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, ο οποίος προετοίμασε την Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 και  επέφερε την πτώση του Όθωνα. Αυτοί είναι οι εξής: Γ. Πετιμεζάς, Κων. Μαυρομιχάλης (δικαστές), Γ. Αντωνόπουλος, Γρηγ. Δημητριάδης, Κων. Δ. Ευθυμιόπουλος, Ιω. Παπαζαφειρόπουλος, Κων. Πετσάλης, ίσως Θεόδ. Φλογαΐτης (με πιθανή συνεργασία της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στον Συνταγματικό Έλληνα, εφημερίδα της Ναυπλιακής επανάστασης με κύριο συντάκτη το Φλογαΐτη, φοιτητή της Νομικής).

 

Οι  δικηγόροι στη ναυπλιακή κοινωνία

 

Το Ναύπλιο ήταν τον 19ο αιώνα και μέρος του 20ου αιώνα η σημαντικότερη έδρα δικαστηρίων μετά την Αθήνα, κι εκ του γεγονότος ότι υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα της χώρας. Τα δικαστήρια που υπήρχαν ήταν Εφετείο, Πρωτοδικείο, Ειρηνοδικείο, καθώς και Εμποροδικείο μέχρι την κατάργηση του θεσμού το 1887. Επίσης έδρευε εκεί ένα από τα τρία πρώτα δικαστήρια του 1833, εγκατεστημένο στο Βουλευτικό. Το Εφετείο αρχικά είχε την έδρα του στην Τρίπολη, απ’ όπου μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο το 1836. Το Εφετείο Ναυπλίου κάλυπτε σχεδόν τα 2/3 της Πελοποννήσου πλην Αχαΐας και Ηλείας. Τα δικαστήρια συνεδρίαζαν σε διάφορα κτίρια διάσπαρτα στην πόλη, μέχρι της ανέγερσης του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Με δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που πέθανε το 1899, ανεγέρθη από τον Ναυπλιέα μηχανικό Αναστάσιο Σταματιάδη ένα μεγαλοπρεπές κτίριο, εκτός των τειχών, εκεί που αργότερα διαμορφώθηκε η πλατεία με τον ανδριάντα του Καποδίστρια. Το επιβλητικό αυτό κτίριο είχε για χρόνια προβλήματα θεμελίωσης και το χτίσιμό του κράτησε από το 1903 έως το 1910, που εγκαινιάστηκε. Τότε θεωρήθηκε ως «το μοναδικό εν Ελλάδι δια τον επιβάλλοντα όγκον και την πολυτέλειαν οικοδόμημα εν ω στεγάζεται η δικαιοσύνη».

Στα εγκαίνια, με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Γ. Νέζου, παρέστησαν όλοι οι δικαστές, δικηγόροι, οι αρχές της πόλης και πλήθος κόσμου. Ομίλησε ο διαπρεπής νομικός και ιστορικός συγγραφέας Δημήτριος Βαρδουνιώτης από το Άργος, που άρχισε ως εξής «Η ημέρα αυτή θα μείνει αλησμόνητος για την πόλη του Ναυπλίου και ιστορική. Διότι η τελετή ην σήμερον τελούμεν είναι εκτάκτως χαρμόσυνος και μεγάλης εννοίας… Η βασίλισσα της εορτής είναι η δικαιοσύνη, ήτις είναι αξία παντός ύμνου και πάσης τιμής». Και συνεχίζει ο Βαρδουνιώτης αναφέροντας τις «θείες τιμές προς την Θέμιδα» στην Αρχαία Ελλάδα με αγάλματα και βωμούς, όπως π.χ. εκείνον που αναφέρει ο Παυσανίας στην Αθήνα, όπου υπήρχε επίσης ναός και άγαλμά της. Συνεχίζοντας ο Βαρδουνιώτης κάνει μνεία του μεγαλοπρεπούς Δικαστικού Μεγάρου των Παρισίων, του Λονδίνου και ιδίως εκείνου των Βρυξελλών.[1]

Στους χώρους του  νέου κτιρίου εγκαταστάθηκαν το Πταισματοδικείο, το Ειρηνοδικείο, η Εισαγγελία Πρωτοδικών, το Πρωτοδικείο, η Εισαγγελία Εφετών, το Εφετείο, τα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου (όπου βρίσκονται και σήμερα), το Υποθηκοφυλακείο κι ένα από τα συμβολαιογραφεία του Ναυπλίου. Αργότερα εγκαταστάθηκε και άλλο Συμβολαιογραφείο, του Κ. Φούτη και επρόκειτο να μεταφερθούν κι εκείνα των Χρ. Αναγνωστόπουλου και Π. Περράκη.[2] Μια μαρμάρινη πλάκα στην πρόσοψη του κτιρίου λέει «Ωκωδόμηται δαπάναις του μεγάλου ευεργέτου της Ελλάδος Ανδρέου Συγγρού. Εργολαβία Α. Σταματιάδου», ενώ η άλλη πλάκα έχει την επιγραφή «Δικαστικόν Μέγαρον».[3]

Διάφορες μετατροπές έγιναν αργότερα, π.χ. εγκατάσταση καλοριφέρ, μετά αιρ κοντίσιον, κλπ. Η πιο σημαντική έγινε το 1961, όταν αφαιρέθηκαν οι μαλτεζόπλακες της οροφής που  είχαν μεγάλο βάρος. Τότε έγινε κι ένα ατύχημα, που κόστισε τη ζωή ενός εργάτη.

 

Φυλακές και θανατική ποινή

 

Το Ναύπλιο υπήρξε επίσης σημαντική  έδρα φυλακών. Καταρχήν δημιουργήθηκε από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης η Γεωργική Φυλακή Τίρυνθος, που υπάρχει ακόμα. Επίσης, λειτούργησαν ως φυλακές το Παλαμήδι (όπου φυλακίστηκε για ένα χρόνο και ο Κολοκοτρώνης) και η Ακροναυπλία, όπου χτίστηκε μεγάλο κτίριο φυλακών επί Καποδίστρια, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1971.

Οι φυλακές του Παλαμηδίου καταργήθηκαν το 1927 (σύμφωνα με τα διασωθέντα αρχεία τους, ή το 1923 σύμφωνα με άλλες πηγές). Εκεί βρίσκονταν πολλοί θανατοποινίτες και εκεί γίνονταν οι εκτελέσεις δια της λαιμητόμου, την οποία είχε κάψει σε επίσημη τελετή η Ναυπλιακή Επανάσταση, αλλά αργότερα επανεφέρθη. Ακόμα, στο νησάκι και ενετικό φρούριο  Μπούρτζι ζούσαν οι δήμιοι από το 1833, συνήθως παλιοί θανατοποινίτες, στους οποίους είχε χαριστεί η ποινή. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ, Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγω ληστειών. Ο πληθυσμός της πόλης απεχθανόταν αυτούς τους δημίους και εξεδήλωνε συχνά τα αισθήματά του εναντίον τους. Οι δήμιοι αποδοκιμάζονταν και λιθοβολούνταν από το πλήθος και όταν ένας Αλβανός κι ένας Αλγερινός δήμιος θέλησαν να εγκαταλείψουν την πόλη, μετά από «ευδόκιμη» υπηρεσία οκτώ ετών,  δολοφονήθηκαν χωρίς κανείς να αγγίξει τα χρήματά τους και τα πτώματά τους ρίχτηκαν στη θάλασσα. Ο Λαμπρυνίδης αναφέρει ότι στα περίπου 40 χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Επίσης ως φυλακές χρησιμοποιήθηκε και η Ακροναυπλία, η οποία ήταν εξ ολοκλήρου στρατιωτική βάση με διάφορα κτίρια από το 1834. Κατόπιν, τη δεκαετία του 1930, η φυλακή αυτή έγινε αποκλειστικά για τους πολιτικούς κρατουμένους (κυρίως Κομμουνιστές), αλλά και βενιζελικούς αξιωματικούς μετά το κίνημα του 1935. Σε άρθρο του στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Μαΐου – Οκτωβρίου 2010, ο Μπάμπης Αντωνιάδης παρουσιάζει ένα λεπτομερές χρονικό των διαφόρων φυλακών του Ναυπλίου.

 Σε σχετικό άρθρο του στο περιοδικό «Εστία» του 1892, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας περιγράφει στις αρχές του 20ου αιώνα την επίσκεψή του στο Παλαμήδι και συνομιλία του με καταδίκους, καθώς και στο Μπούρτζι με τον δήμιο. Ο συγγραφέας, που ήταν και στρατιωτικός γιατρός, συγκλονίζεται από τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης που αντιμετώπισε.

Πάντως, σύμφωνα με τη μελέτη του δικηγόρου και ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου εκτελέστηκαν ελάχιστες θανατικές ποινές, 3 φορές μόνο κατά τους τελευταίους μήνες του 1830 στην Σκόπελο, την Καλαμάτα και τα Σάλωνα (εκτελέσεις δια πυροβολισμού). Η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά, διότι ο Καποδίστριας συστηματικά  μετέτρεπε τις θανατικές καταδίκες. Κατά την μετέπειτα περίοδο, στις αρχές του 20ου αιώνα και με την έλευση του Όθωνα καθιερώθηκε η λαιμοτόμος. Το Ναύπλιο υπήρξε για μεγάλη περίοδο αποκλειστικός τόπος εκτελέσεως της χώρας και οι Μπω – Μποβύ και Μπουασονά αναφέρουν στο έργο τους του 1920 ότι κατά μέσο όρο γίνονταν 25 αποκεφαλισμοί κατ’ έτος.

Στην εφημερίδα «Σωτήρ» των αρχών του 1835 βρίσκεται πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Κατάργηση της ποινής του θανάτου» και θέμα σχετική πρόταση Βέλγου βουλευτή που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Η εφημερίδα αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου. Την ίδια καταδίκη  είχε δημοσιεύσει στην εφημερίδα «Αργολίς» ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης (1871).[4]

 

Οι δικηγόροι

 

Οι δικηγόροι υπήρξαν ανέκαθεν ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό στρώμα στην αστική κοινωνία της πόλης, ανήκαν δηλαδή μαζί με τους δικαστικούς, στρατιωτικούς και ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους στην ελίτ της περιοχής. Έχαιραν μεγάλου σεβασμού κι εκτίμησης από την κοινωνία και φυσικά τους πελάτες τους και ήταν πολυπληθέστατοι σε σύγκριση με τον σχετικά μικρό πληθυσμό της πόλης. Για παράδειγμα, το Ναύπλιο με πληθυσμό 4.600 κατοίκους το 1879 είχε 64 δικηγόρους και 2 ακόμα στην υπόλοιπη επαρχία, ενώ το 1889 με πληθυσμό 5.500 κατοίκους αναφέρονται σε στατιστική του νομικού περιοδικού Θέμις 108, ενώ ο δικηγόρος-συντάκτης της τοπικής εφημερίδας Αργολίς περιορίζει τον αριθμό τους σε 65, οι οποίοι τελικά καταγράφονται και στον «Εμπορικό Οδηγό» το 1892.

Ας δούμε ορισμένες σκέψεις του Θεόδωρου Φλογαϊτη, δικηγόρου, υφηγητή Συνταγματικού Δικαίου και έγκριτου συγγραφέα πολλών νομικών βιβλίων, για τις αρχές λειτουργίας της Δικαιοσύνης και το επάγγελμα του δικηγόρου. Σε κείμενο του 1872 ο Φλογαΐτης παραθέτει εύστοχες και πρωτοποριακές σκέψεις που υιοθετήθηκαν από την πολιτεία πολλές δεκαετίες αργότερα. Για παράδειγμα,  προτείνει: α) Καθιέρωση διαγωνισμού ενώπιων ειδικής εξεταστικής ανεξάρτητης επιτροπής για την πρόσληψη των δικαστικών λειτουργών, β) μεταθέσεις δικαστών να επιτρέπονται μόνο κατόπιν γνωμοδότησης τους οικείου δικηγορικού συλλόγου, γ) να εξασφαλιστεί η μονιμότητα των ειρηνοδικών και η βαθμολογική και μισθολογική εξίσωση τους με τους πρωτοδίκες, δ) να καθιερωθεί η μονιμότητα των εισαγγελέων και να επισπευστεί η προδικαστική διαδικασία.

 Ως προς τους δικηγόρους, δεδομένου του ότι δεν υπήρχαν τότε στην Ελλάδα δικηγορικοί σύλλογοι,  ο Φλογαΐτης προτείνει να υποχρεωθούν οι δικηγόροι στη σύστασή τους, εκλέγοντας κάθε χρόνο πρόεδρο και γραμματέα, αφού έτσι, με την επιτήρηση δηλαδή των δικαστικών λειτουργών, θα λειτουργήσει αρτιότερα η δικαστική υπηρεσία. Ακόμα προτείνει να πάψουν οι δικηγόροι να υπάγονται στην δικαιοδοσία των εισαγγελέων και των δικαστών, ενώ ακολούθως εξετάζει (ήδη από τότε) το ζήτημα του πληθωρισμού των δικηγορών. Για εκείνον, ο πολλαπλασιασμός των δικηγόρων, εξευτελίζει το «μέγα επάγγελμα του δικηγόρου και γίνεται παραίτιος ου μόνον επιζημίων και παρατεταμένων δικών αλλά και κοινωνικής διαφθοράς». Προτείνει επομένως ο μεν αριθμός των δικηγορών να οριστεί νομοθετικώς κατά αναλογίαν προς τον πληθυσμό κάθε περιφέρειας Πρωτοδικείου, η δε πειθαρχική εξουσία να ανατεθεί, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, σε πειθαρχικό συμβούλιο που θα εκλέγεται από τον ίδιο τον δικηγορικό σύλλογο.[5]

Οι δικηγόροι  του Ναυπλίου ήταν πολύ δραστήριοι σε διάφορες εθνικές και κοινωνικές υποθέσεις, εκδίδοντας ανακοινώσεις, οργανώνοντας εράνους (π.χ. το 1866 όταν προσέφεραν 6.000 δραχμές για τον εθνικό στόλο), εκφράζοντας συγχαρητήρια σε νέους συναδέλφους ή δικαστές για την προαγωγή τους και διαμαρτυρόμενοι για ελλείψεις οργάνωσης της δικαιοσύνης.[6] Εξάλλου, επειδή η καθημερινή τους ενασχόληση με μια από τις εξουσίες, τη δικαστική, τους διευκόλυνε το δρόμο, έτσι, συχνά οι δικηγόροι περνούσαν  στο να ασχοληθούν και με τις δύο άλλες εξουσίες, αναλαμβάνοντας συχνά  βουλευτές, υπουργοί, η Δήμαρχοι Ναυπλιέων. Ακόμα, όπως είδαμε και παραπάνω, όταν το σύνολο των εξουσιών έπασχε, όπως στη σαθρή και αντιδημοκρατική βασιλεία του Όθωνος, οι δικηγόροι δεν δίστασαν να την ανατρέψουν ακόμα και παίρνοντας τα όπλα. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 1875 οι δικηγόροι δημοσιεύουν δήλωση που καταδικάζει την παραβίαση του Συντάγματος με 22 υπογραφές.

Επίσης, το 1909 οι δικηγόροι Ναυπλίου διενεργούν έρανο υπέρ των σεισμοπαθών της Ιταλίας (στη Μεσσήνη), χρήματα που συγκέντρωσε ο Γ. Μουτζουρίδης.[7] Ακόμα, το 1910 γίνεται συλλαλητήριο στο Ναύπλιο για τη διατήρηση στην πόλη του Οπλοστασίου του Στρατού, το οποίο υπήρχε σχέδιο να μεταφερθεί στην Αθήνα. Από τον εξώστη του ξενοδοχείου «Ερμής» το πλήθος άκουσε ομιλία του δικηγόρου Ηλία Παπαηλιού, ενώ νωρίτερα επιτροπή δικηγόρων είχε  κλείσει τα καταστήματα.[8]

 

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στο Κεφαλάρι Άργους, 10-6-1956.

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στο Κεφαλάρι Άργους, 10-6-1956.

 

 Ίδρυση Συλλόγου

 

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου ιδρύεται τον Φεβρουάριο του 1884 με πρόσκληση των δύο πρεσβυτέρων δικηγόρων της πόλης, του Κωνσταντίνου Φαρμακόπουλου και του Σπυρίδωνα Βελλίνη. Μια πενταμελής επιτροπή ανέλαβε τη σύνταξη του καταστατικού. Την απάρτιζαν ο Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος, Βουλευτής και γαμπρός του Θεόδωρου Δηληγιάννη, ο Σπυρίδων Βελλίνης, ο Ιωάννης Πολίτης (αργότερα Πρόεδρος), ο Υπάτιος Αυγερινός και ο Σωτήριος Μάρκελλος. Στις αρχαιρεσίες εξελέγη Πρόεδρος ο αρχαιότερος Υπάτιος Αυγερινός, Αντιπρόεδρος ο Σπυρίδων Βελλίνης και Γενικός Γραμματέας ο Σπυρίδων Γιαννόπουλος, ο μετέπειτα εκδότης της Δικαστικής Εφημερίδος Ναυπλίου.

Εκτός από τα επιστημονικά θέματα, ο Σύλλογος ανέπτυξε κοινωνική και πολιτική δράση. Η πρώτη του εκδήλωση λίγες μέρες μόνο μετά την ίδρυσή του ήταν μια λαμπαδηφορία για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Ένα χρόνο αργότερα τα μέλη του Συλλόγου θα παρελάσουν πάλι στον Μεγάλο Δρόμο κατά την κηδεία του Βουλευτή και πρώην Δημάρχου, πρωτεργάτη της Ναυπλιακής Επανάστασης και δικηγόρου, Κωνσταντίνου Ευθυμιόπουλου, κρατώντας τις ταινίες του φερέτρου. Με ψήφισμά του το 1888 ο Σύλλογος υπερασπίστηκε ένα γνωστό δικηγόρο, τον συντάκτη της τοπικής εφημερίδας Αργολίς, Γεώργιο Μουτζουρίδη, στον οποίον  φέρθηκε απρεπώς ένας δικαστής. Εξάλλου το 1886 ο Σύλλογος εκδίδει ψήφισμα, με το οποίο εκφράζει τη λύπη του για τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων έναντι της Ελλάδος και τάσσεται ενθουσιωδώς υπέρ της εξακολούθησης των εθνικών αγώνων. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τάσσεται υπέρ της ένωσης της Κρήτης, στις αρχές του 1897, λίγο πριν την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου.

Το 1890, όταν ο δεύτερος Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είχε διαλυθεί, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου οργανώνει με επιτυχία συμπόσιο, πράγμα που προξένησε έντονα αισθήματα ζήλιας στους Αθηναίους δικηγόρους. Τέλος, στις 11 Απριλίου 1896, ημέρα της κηδείας του Χαριλάου Τρικούπη, ο οποίος ως γνωστόν είχε γεννηθεί στο Ναύπλιο, ο Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου ζήτησε από το Εφετείο να μην συνεδριάσει κατά τη μέρα εκείνη, για να τιμηθεί η μνήμη του μεγάλου πολιτικού. Η εφημερίς Το Άστυ σχολιάζει ευμενώς την είδηση αυτή, που ο Σύλλογος ανακοίνωσε και στη  Σοφία Τρικούπη με συλλυπητήριο τηλεγράφημα. Σεβόμενος όμως την επιθυμία του Τρικούπη δεν κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του, όπως έκανε εννέα χρόνια αργότερα, το 1905, στο θάνατο του Θεόδωρου Δηληγιάννη.[9]

 

Δικαστικές και νομικές εφημερίδες και περιοδικά

 

Οι περισσότερες εφημερίδες του Ναυπλίου, εκτός από πολιτικά και κοινωνικά σχόλια, δημοσίευαν επίσης και δικαστικές αποφάσεις, στις τελευταίες σελίδες τους. Σε πολλές, τούτη η δικαστική ιδιότητα εμφανίζεται και στον τίτλο: π.χ. Το Σύνταγμα ήταν «Εφημερίς πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων». Το ίδιο η Αργολική ήταν «Εφημερίς πολιτική, δικαστική και κοινωνική».

 

Συνταγματικός Έλλην, 5-2-1862

Συνταγματικός Έλλην, 5-2-1862

 

 

Σύνταγμα, 28-4-1913

Σύνταγμα, 28-4-1913

 

Αλλά κυκλοφόρησαν και ειδικές δικαστικές εφημερίδες, όπως η Δικαστική Εφημερίς με διευθυντή τον δικηγόρο και Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Σπυρίδωνα Γιαννόπουλο, από τα τέλη του 19ου αιώνα και για αρκετά χρόνια στις αρχές του 20ου. Για παράδειγμα, στο τεύχος της 23ης Απριλίου 1901 (έτος Ζ’, αρ. 23) δημοσιεύεται μια εκτενής αναφορά, με παράθεση των επισήμων εγγράφων, της πολύκροτης δίκης του Κολοκοτρώνη, με προφανή πρόθεση του διευθυντού να παραμείνει στη μνήμη των δικηγόρων και της κοινωνίας η δίκη (και αδικία!) αυτή. Ας προσθέσουμε ότι,  τη δεκαετία του 1980-1990, με πρόταση του εισαγγελέως εφετών Γεώργιου Γιαννακόπουλου, φιλοτεχνήθηκαν και τοποθετήθηκαν στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου οι προτομές των Πολυζωίδη και Τερτσέτη, δικαστών που αρνήθηκαν να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση. Τα εγκαίνια έγιναν το 1974 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τσάτσο.

 

Αργολική, 4-11-1910

Αργολική, 4-11-1910

 

 Επίσης, ο δικηγόρος Κων. Πετρίδης, που διετέλεσε για δέκα χρόνια περίπου Πρόεδρος του Συλλόγου, ήταν διευθυντής του νομικού περιοδικού «Γάιος». Ο Πετρίδης ήταν γιος άλλου δικηγόρου και είχε συμμετάσχει στην πολύκροτη «Δίκη του Ναυπλίου» ως υπερασπιστής του Δημητρίου Γλυνού και άλλων, καθηγητών του Παρθεναγωγείου Βόλου, που κατηγορήθηκαν ως «άθεοι» και δημοτικιστές. Τα πρακτικά της δίκης αυτής, που είχε συγκλονίσει την Ελλάδα, δημοσιεύτηκαν την επόμενη χρονιά (1914) με τον ομώνυμο τίτλο.

 

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

Δικαστική Εφημερίς, 23-4-1901

 

Δικηγόροι Ναυπλίου 1875

 

  • Αυγερινός Υπάτιος
  • Βαλής Αριστείδης
  • Βαρδουνιώτης Δημήτριος Κ.
  • Βελλίνης Γεώργιος
  • Βελλίνης Σπυρίδων Γ.
  • Βρονταμίτης Λεωνίδας
  • Γιαννόπουλος Ιωάννης Ν.
  • Γιαννόπουλος Σπυρίδων Ι.
  • Δαγρές Χρήστος Α.
  • Δημητριάδης Αναστάσιος
  • Δημητριάδης Γρηγόριος
  • Δημητριάδης Κωνστ.
  • Ευθυμιόπουλος Κωνστ. Δ.
  • Ευλάμπιος Γ.
  • Ζαβιτσάνος Ανάργυρος
  • Ζεγγίνης Κωνσταντίνος
  • Ζωγράφος Μιλτιάδης Γ.
  • Καλογερόπουλος Ν.
  • Καλούδης Ιω.
  • Καμαριώτης Δημήτριος
  • Καραμαδούκης Δημήτριος Ν.
  • Καράπαυλος Νικόλαος
  • Κατσάμπας Χρήστος Γ.
  • Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ.
  • Λογοθέτης Περικλής Ν.
  • Μαντζαγριώτης Χαρ.
  • Μάρκελλος Σωτήριος Χ.
  • Μαρκόπουλος Βασίλειος Χ.
  • Μελισόκας Ε.
  • Μητρομάρας Παναγιώτης Μ.
  • Νέζος Γεώργιος Α.
  • Νικολόπουλος Ιω.
  • Παπαδάκης Ι.
  • Παπαηλιού Χρ.
  • Παρασκευόπουλος Νικόλ.
  • Πετρίδης Ιωάννης
  • Πολίτης Ιωάννης
  • Πρωτόπαπας Επαμειν.
  • Ράγκος Μιλτιάδης Χ.
  • Σπυρόπουλος Λεωνίδας
  • Σταματιάδης Παναγ.
  • Στεφόπουλος Τιμολέων
  • Ταμιχζής Ιωάννης
  • Τολιόπουλος Τιμολέων Ι.
  • Φαρμακόπουλος Κωνστ.

 

Δικηγόροι Ναυπλίου 1892

 

  • Αγγελίδης Νικόλαος
  • Αναγνωστόπουλος Χρήστος
  • Βακόπουλος Ι.
  • Βρονταμίτης Λωνίδας
  • Γεωργαλάς Χρ.
  • Γεωργιάδης Μιχαήλ Α.
  • Γιαννόπουλος Ιωάννης Ν.
  • Γιαννόπουλος Σπυρίδων Ι.
  • Δατσέας Στ.
  • Δημητρακόπουλος Νικόλαος
  • Δημητριάδης Γεώργιος
  • Δημητριάδης Γρηγόριος
  • Δημητριάδης Δημήτριος Γ.
  • Δρούγας Βασίλειος Π.
  • Καζακόπουλος Αδάμ Χ.
  • Κακαβάς Αν.
  • Καλαντζής Κ.
  • Καμάρας Ι.
  • Καμαριώτης Δημήτριος
  • Καμαριώτης Ι.
  • Καραμαδούκης Δημήτριος Ν.
  • Καραμαδούκης Πέτρος Α.
  • Καράπαυλος Νικόλαος
  • Καρυάτης Βασίλειος Θ.
  • Κασιμάτης Γεώργιος Α.
  • Κόνδης Αδαμάντιος Γ.
  • Κοντολέων Αντ.
  • Κωνσταντόπουλος Ι.
  • Λεκόπουλος Κωνστ. Α.
  • Λελάκης Μιχαήλ Β.
  • Λιάτης Κωνσταντίνος Γ.
  • Λύγδας Γεώργιος Ν.
  • Λυκίδης Ι.
  • Μαντζαγριώτης Δ.
  • Μάρκελλος Σωτήριος Χ.
  • Μαύρος Γ.
  • Μελισσαρόπουλος Άγ. Γ.
  • Μελισσηνός Επαμει/δας Γ.
  • Μητρομάρας Παναγιώτης Μ.
  • Μουντζουρίδης Γεώργιος Ι.
  • Μπιβάρδος Αγαμέμνων
  • Νέζος Γεώργιος Α.
  • Ολύματος Εμμανουήλ Δ.
  • Ολύμπιος Σταμάτιος Π.
  • Παπαδάκης Ι.
  • Παπαηλιού Χρ.
  • Παπασπυρόπουλος Ηλίας Γ.
  • Πετρίδης Ιωάννης
  • Πετρουτζόπουλος Ιωάννης Τ.
  • Πιλαφιτζής Απόστολος Π.
  • Πολίτης Δημήτριος Ι.
  • Πολίτης Ιωάννης
  • Πολίτης Μιχαήλ Ι.
  • Πολυχρονιάδης Αντώνιος Ι.
  • Πουλάκος Σπ.
  • Προεστόπουλος Παναγ. Γ.
  • Σακελλαρίου Κωνστ. Α.
  • Σακελλαρίου Νικόλαος Γ.
  • Σακκορράφος Αντώνιος
  • Σιώκος Χρήστος Α.
  • Σταυρίδης Δημ.
  • Φαρμακίδης Επαμει/δας
  • Φαρμακόπουλος Γεώργιος Κ.
  • Φαρμακόπουλος Κωνστ.
  • Χαρμαντάς Θεόδωρος[10]

 

20ος αιώνας


 

Το Μητρώο του Συλλόγου που συμβουλεύτηκα,  αρχίζει από το 1905. Πιθανώς να υπήρξε και άλλο Μητρώο από της ιδρύσεως (1884) μέχρι τότε. Σήμερα (2013) ο Σύλλογος αριθμεί 243 μέλη. Ο αριθμός τους μειώθηκε από τα 264 τα προηγούμενα χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης, καθώς, εν μέρει, και της από δεκαετίας περίπου ίδρυσης νέου Εφετείου στην Καλαμάτα, που καλύπτει μέρος της παλαιότερης δικαιοδοσίας του Εφετείου Ναυπλίου. Οι περισσότεροι δικηγόροι του Συλλόγου εδρεύουν στο Ναύπλιο και λιγότεροι στο Άργος, το Κρανίδι (έδρα και του τελευταίου δικολάβου, του Ιω. Σιδέρη) και άλλες πόλεις. Μόνον  από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 εμφανίζονται και δικηγόροι γυναίκες, με βάση πάντα το Μητρώο. Μάλιστα πολλές από αυτές, λίγα χρόνια μετά το διορισμό τους ως δικηγόρου, παραιτούνται είτε για να μεταπηδήσουν στον δικαστικό κλάδο είτε για να γίνουν συμβολαιογράφοι. Διατηρείται η συνήθεια Πρόεδρος να εκλέγεται ο αρχαιότερος των μελών είτε ένας δικηγόρος Άργους για να μην υπάρχει αφορμή αναζωπύρωσης της παραδοσιακής αντιπαλότητας  Άργους – Ναυπλίου.

 

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στην Αγ. Μονή, 10-5-1915.

Εκδρομή Δικηγορικού Συλλόγου στην Αγ. Μονή, 10-5-1915.

 

Κατά τη δεκαετία του ’30 και αργότερα, κυρίως υπό την Προεδρία του Σπυρίδωνος Γιαννόπουλου, υπήρξε και πρακτική ο εκλεγόμενος Πρόεδρος να παραιτείται από την εκδίκαση υποθέσεων, για να μην τρωθεί το κύρος του. Τούτο βέβαια προϋπέθετε μεγάλη προσωπική περιουσία του Προέδρου. Την ίδια πρακτική ακολούθησε και ο για εικοσαετία Δήμαρχος Ναυπλιέων, Δημήτρης Σαγιάς, καθώς και ορισμένοι δικηγόροι – πολιτικοί, έχοντας, πάντως,  κάποιο συνεργάτη δικηγόρο στο γραφείο τους. Επίσης τα ήθη ήταν τόσο αυστηρά και οι δικηγόροι υποχρεούντο σε απολύτως αξιοπρεπή στάση, ανάλογη των δικαστικών, τόσο που ο Σύλλογος τιμώρησε δικηγόρο διότι κυκλοφορούσε δημοσία με ένα δίχτυ με ψώνια…

Ακόμα υπήρχε το έθιμο, που έχει ατονήσει σήμερα, μιας κοινής συνεστίασης δικαστών – δικηγόρων με το τέλος του δικαστικού έτους κάθε Ιούνιο, κυρίως σε κάποιο εξοχικό κέντρο, π.χ. το Κεφαλάρι του Άργους ή το Κυβέρι. Υπάρχουν επίσης φωτογραφίες από εκδρομές των δικηγόρων και δικαστικών υπαλλήλων με τις συζύγους τους σε διάφορες τοποθεσίες της περιοχής, κυρίως για τον εορτασμό της ημέρας της Δικαιοσύνης (ημέρα εορτασμού του Διονυσίου Αρεοπαγίτου).

 

Φωτογραφία κατά την εποχή της επιθεωρήσεως, Νοέμβριος 1972. Από αριστερά: 1) Ευάγ. Καραμαγκιώλης, Εφέτης, 2) Γεώργιος Δημητριάδης, Αντεισαγγελέας εφετών, 3) Σπυρ. Δρομάζος, Εφέτης, 4) Ανδρέας Καβέτσος, Εφέτης, 5) Γεώργ. Καραμάνος, Επιθεωρητής, μετέπειτα Πρόεδρος Αρείου Πάγου, 6) Ιωάν. Χριστόπουλος, Πρόεδρος Εφετών, 7) Γεώργιος Καραπιπέρης, Αντεισαγγελέας Εφετών, 8) Ξάνθιππος Ξανθόπουλος, Εφέτης, μετέπειτα Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου και 9) Σπύρος Καλλιαρέκος, Εφέτης. Επιμέλεια Χρ. Καραμάνου, Δικαστικού υπαλλήλου Εφετείου Ναυπλίου 1966-1991.

Φωτογραφία κατά την εποχή της επιθεωρήσεως, Νοέμβριος 1972. Από αριστερά: 1) Ευάγ. Καραμαγκιώλης, Εφέτης, 2) Γεώργιος Δημητριάδης, Αντεισαγγελέας εφετών, 3) Σπυρ. Δρομάζος, Εφέτης, 4) Ανδρέας Καβέτσος, Εφέτης, 5) Γεώργ. Καραμάνος, Επιθεωρητής, μετέπειτα Πρόεδρος Αρείου Πάγου, 6) Ιωάν. Χριστόπουλος, Πρόεδρος Εφετών, 7) Γεώργιος Καραπιπέρης, Αντεισαγγελέας Εφετών, 8) Ξάνθιππος Ξανθόπουλος, Εφέτης, μετέπειτα Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου και 9) Σπύρος Καλλιαρέκος, Εφέτης. Επιμέλεια Χρ. Καραμάνου, Δικαστικού υπαλλήλου Εφετείου Ναυπλίου 1966-1991.

 

  

Δικολάβοι και δικαστικοί υπάλληλοι

 

Οι δικολάβοι ήταν πρακτικοί νομικοί, χωρίς πτυχίο, οι οποίοι αναλάμβαναν δικαστικές  υποθέσεις επ’ αμοιβήν. Συνήθως βρίσκονταν σε απομακρυσμένες επαρχίες του νομού Αργολίδος και τους βρίσκουμε εν ενεργεία μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Για παράδειγμα, στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος, δηλαδή Κρανιδίου, έδρασαν ο Δημήτριος Φωστίνης, μετέπειτα δήμαρχος Κρανιδίου, και ο Δημήτριος Σιδέρης. Ακόμα στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου, με έδρα τη Νέα Επίδαυρο, οι Κωνσταντίνος Καλατζής, αδελφοί Αδριανού, Χρήστος Χατζημιχαήλ, μετέπειτα συμβολαιογράφος και Δ. Διδασκάλου.

Ένα κοινωνικό στρώμα της πόλης είναι και οι δικαστικοί  υπάλληλοι και γραμματείς. Τα καθήκοντά τους είναι η τήρηση της πολιτικής και ποινικής δικονομίας, η καθαρογραφή των αποφάσεων, η τήρηση του αρχείου και η συμμετοχή τους στις δίκες. Παλιότερα οι καταγραφές γίνονταν χειρογράφως είτε με γραφομηχανή και διάφορα αντίγραφα με καρμπόν. Η εισαγωγή υπολογιστών αποτέλεσε μία πραγματική επανάσταση στο επάγγελμά τους. Ο μισθός τους ήταν αρκετά αξιοπρεπής, ισότιμος με εκείνον των δημοσίων υπαλλήλων (στοιχεία του δικαστικού γραμματέως, κυρίου Χρήστου Καραμάνου).

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι


 ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΤΗΣ ΝΑΥΠΛΙΑΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΘ. Γ. ΓΟΥΝΑΡΗ ΣΤΟ ΟΜΟΤΙΤΛΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ, ΝΑΥΠΛΙΟ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012)

 

Ατομικά Σημειώματα Πληροφοριών

για τη δράση αγωνιστών δικαστών και δικηγόρων

κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση

( 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862 )

1. Ααρών

Για τον απλό δικηγόρο μαχητή Ααρών, που αναφέρεται έτσι, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το όνομα ή το επώνυμό του, έχουμε τρεισήμισι μόλις γραμμές από τον Ανώνυμο Ναυπλιέα:   Εις το εν Ακροναυπλία τοποθετημένον μέγα πυροβόλον, Φειδιάς καλούμενον και διευθυνόμενον από τον λοχίαν Πετρόπουλον υπηρέτει < την 1/3 > από πρωΐας μετά μεγάλου ζήλου και ὁ δικηγόρος Ααρών άσιτος μετ’ άλλων πολιτών

Μήπως ήταν Ισραηλίτης;

(Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 41.)

 

2. Κωνστ. Γ. Αντωνόπουλος

 

Υπήρξε άνθρωπος του κύκλου της Κ. Παπαλεξοπούλου. Ανήκε στον πυρήνα των συνωμοτών επαναστατών του Ναυπλίου. Κινήθηκε δραστήρια τη νύχτα της 31/1 –1/2/1862. Τη δεύτερη μέρα της Επανάστασης, μετά την ορκωμοσία του στρατού και την ομιλία του αντισυνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου, απάγγειλε στην Πλατεία του Πλατάνου  λόγον πλήρη ενθουσιασμού. Διατέλεσε μέλος της προσωρινής και, στη συνέχεια, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής της Επανάστασης. Αυτός και δύο άλλα επαναστατικά στελέχη πηγαίνουν στην Τρίπολη, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία. Συγκροτεί  λόχον εκ Τριπολιτσιωτών εθελοντών που πολέμησαν παλληκαρίσια. Τη δύσκολη μέρα της 1 Μαρτίου ενθουσιάζει τους πυροβολητές  εκτελών και ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας .

Η εν γένει πολιτεία του δικηγόρου Αντωνόπουλου φανερώνει ένα συνειδητό και δραστήριο επαναστάτη. Όπως ήταν φυσικό, εξαιρέθηκε από την αμνηστία που έδωσε ο Όθων. Προτίμησε τότε την αυτοεξορία και έζησε την πικρή ζωή του αυτοεξόριστου επαναστάτη. Γύρισε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση ( 12/10/1862 ). Ο λαός της Μαντινείας τον εξέλεξε βουλευτή. « Στη συνεδρίαση της Βουλής της 28 Ιανουαρίου 1863 έγινε λόγος για την Εθνική Εορτή. Ο Κ. Αντωνόπουλος υποστήριξε ″ότι η 25 Μαρτίου δεν ήτο η ημέρα της Επαναστάσεως και μολαταύτα αύτη καθιερώθη […]″. Η Εθνικὴ Συνέλευση συμφώνησε …».  Η ημερομηνία όμως της εορτής παραμένει…

 (Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σελ. 9-10, 11, 14, 15, 17, 19, 25, 28, 40, 43- 44, 62, 69, 72, 79, 83, 85. ΣΕ αριθ.1/ 1–2, 1/3, Παράρτημα 1, 2/ 1– 2, 2/ 3β΄, 3/1α΄, 3/2β, 4/1– 2, 4/4α,  12/4α. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 40, 42/1, 43, 45, 54, 67, 76, 77, 102, 109, 121, 127. Κορδάτος, Ιστορία, τ.  Δ΄, σ. 41, 48, 53, 64. ΦΕΚ 25/26-4-1862 (ΒΔ 17- 2-1862).

                                               

3. Γρηγ. Δημητριάδης (1830-1888)

 

Ανήκει κι αυτός στον κύκλο της Κυράς τ’ Αναπλιού και είναι εντεταγμένος στο στενό πυρήνα των επαναστατών. Δείχνει ιδιαίτερη δραστηριότητα τη βραδιά της 31/1 προς 1/2 /1862. Υπηρετεί κυρίως ως μέλος της προσωρινής και, κατόπιν, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αγωνίζεται σθεναρά κατά την κρίσιμη μέρα της 1 Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση της ηγεσίας των επαναστατών, πηγαίνει με το μέρος των διαλλακτικών. Εξαιρείται από την αμνηστία και αυτοεξορίζεται. Μετά τη Μεταπολίτευση, επιστρέφει πολιτεύεται και εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής Ναυπλίου και το 1888 Δήμαρχος.     

(Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 11, 25, 40, 44, 62, 69, 72, 74, 78, 84, 85.  ΣΕ αριθ. 1/2, 1/3, 1/4β, Παράτημα 1, 2/1– 2, 3/1α, 3/2β, 4/1– 2, 10/1-2, 12/4α .  Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 40, 42/1, 43, 67, 70, 76, 77, 102, 107, 127.– ΦΕΚ 25/26-4-1862 (ΒΔ 17-2 1862). 

 

4. Κωνστ . Δ. Ευθυμιόπουλος (1828-1885)

 

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ αναπλιώτης δικηγόρος Κ. Ευθυμιόπουλος είναι ένας κοσμαγάπητος άνθρωπος. Κατά την Επανάσταση διορίζεται δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Επιτελεί το έργο του κατά τρόπο υποδειγματικό. Τον βοηθούν σ’ αυτό η Εθνοφυλακή του Σπ. Ζαβιτσιάνου και η Πολιτοφυλακή του λοχαγού Κ. Λώρη∙ « ουδέποτε δε το Ναύπλιον ενθυμείται νύκτας ησυχωτέρας», γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς.

Όταν ξεσπά η διαμάχη ανάμεσα σε διαλλακτικούς και σε αδιάλλακτους επαναστάτες, ο  Ευθυμιόπουλος τάσσεται με τους δεύτερους. Ο Ζυμβρακάκης τον καθαιρεί, αλλ’ αναγκάζεται να τον αποκαταστήσει κατ’ απαίτηση του Δ. Γρίβα. Άγνωστο γιατί, αμνηστεύεται.

Μετά την έξωση του Όθωνα, τη 13/10 «…ο όχλος θρασυνθείς- γράφει ο Λαμπρυνίδης στη ″Ναυπλία″ του κατέλυσε τον Δήμαρχον Γ. Ι. Ιατρού, αντ’ αυτού δε ανεκήρυξε τοιούτον δια βοής τον Δικηγόρον Κ. Ευθυμιόπουλον». Ο ίδιος ″όχλος″, μετά από λίγο και – στη συνέχεια– πολλές φορές τον ανέδειξε βουλευτή. Υπήρξε ιδρυτής και αρχηγός του λαϊκού κόμματος των ″Αρειμανίων″. Το φτωχόπαιδο, που – όπως γράφει ο Δημόπουλος – « εσπούδασεν εν στερήσεσιν […και] ανηγορεύθη διδάκτωρ Νομικής τω 1856» έγινε για μια περίπου εικοσαετία ο ισχυρότερος πολιτικός άνδρας του Ναυπλίου. Όταν πέθανε (1885) η κηδεία του έγινε ″δημοσία δαπάνη″, με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη.

Το ήθος του ανθρώπου φανερώνει και το ακόλουθο γεγονός που ιστορεί ο Δημόπουλος:

Την 1/2/1864, αρχίζει στο Κοινοβούλιο συζήτηση για την αποζημίωση των καταστροφών, που έγιναν κατά την διάρκεια της Επανάστασης στο Ναύπλιο, την Πρόνοια και τα γύρω χωριά.

«Μετά τον Αρ. Μίχου, ωμίλησαν οι πληρεξούσιοι Ναυπλίου Κ. Ευθυμιόπουλος και Γρ. Δημητριάδης, αναπτύξαντες διά μακρών τα όσα δεινά υπέστησαν  οι Ναυπλιείς και τας υλικάς καταστροφάς της πόλεως και των περιχώρων. Μετά τας   αγορεύσεις ταύτας ωμίλησεν ο πληρεξούσιος Ροντήρης, αντικρούσας τους Ναυπλιείς πληρεξουσίους και ειπών ότι δεν είναι δυνατόν να εγκριθώσιν αποζημιώσεις εις τους ″αντάρτας του Ναυπλίου δια το ανταρτικόν των κίνημα″ […]

Δεν παρήλθε πολύς καιρός και ο πληρεξούσιος Ροντήρης διορίζεται νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας και έρχεται εις Ναύπλιον. Άμα όμως απεβιβάσθη εις την παραλίαν, ευρέθη προ αποσπάσματος της Εθνοφυλακής, του οποίου ο επικεφαλής  τη εισηγήσει του δημάρχου Ευθυμιοπούλου– διατάσσει τον Ροντήρην ν’ απέλθη εκ Ναυπλίου, διότι δεν τον δέχεται η Εθνοφυλακή! Ο Νομάρχης, εκπλαγείς, ζητεί τον δήμαρχον, όστις σπεύδει εκεί και γίνεται ο εξής αξιομνημόνευτος διάλογος:

Διατί, κ. Ευθυμιόπουλε, δεν μοι έλεγες εν Αθήναις ότι δεν θα με εδέχοντο εδώ, να μην έλθω;

Διότι δεν επίστευον, κ. Ροντήρη, ότι, λαόν, ον εξύβρισες ως λησταντάρτην, θα είχες την αξίωσιν και να τον διοικήσης!

Ηγόρευσα εν τη Συνελεύσει κατά του Ναυπλίου– υπέλαβεν ὁ νομάρχης –

αλλ’ ήδη θα φροντίσω ν’ αποζημιωθώσιν οι Ναυπλιείς.

Οι Ναυπλιείς – απεκρίθη υπερήφανος ο Ευθυμιόπουλος – έχουν ανάγκην της υπολήψεώς των και όχι των χρημάτων των!

«Ο λαός επευφήμησεν εις τους υψηλούς λόγους του δημάρχου του και ο νομάρχης απήλθε παραχρήμα του Ναυπλίου υπό την προστάτιδα συνοδείαν του Ευθυμιοπούλου, όστις επέβαλε νεκρικήν σιγήν εις τον παριστάμενον πολυπληθή λαόν και επεβίβασε τον νομάρχην εις το αυτό ατμόπλοιον».

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 15, 50. ΣΕ αριθ. 18/4α. Γούναρης, Η Ν Ε, σ. 43, 124. Δημόπουλος, Ιστορία, τ. Β΄, σ. 134, 211- 213, 220-221, 228-231, 268-270. 

 

5. Πέτρος  Αν. Μαυρομιχάλης  (1828 – 1892)

 

Γιος του μπεηζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Κάνει σπουδές Νομικών στην Αθήνα και το Παρίσι. Μπαίνει στο δικαστικό κλάδο και κατά την εποχή αυτή υπηρετεί στο Ναύπλιο ως πρωτοδίκης. Ανήκει κι αυτός στον πολιτικό κύκλο της Κ. Παπαλεξοπούλου. Θεωρείται από τους ηγέτες της Επανάστασης κι έχει να παρουσιάσει μεγάλη δράση κατά τη διάρκειά της. Είναι από τα πρόσωπα που αποφασίζουν, λόγω εκτάκτου γεγονότος, την έκρηξη της Επανάστασης το βράδυ της 31/1-1/2, αντί της 3-4/2/1862, όπως είχε πανελληνίως συμφωνηθεί. Διατελεί μέλος της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Ενθαρρύνει την μεταξύ των αγωνιστών διάδοση του εθίμου της ″μπέσας″ (αδελφοποιΐας).  

Ο αρχιεπαναστάτης αυτός θεωρείται και λαμπρός ρήτορας. Σώζονται οι επικήδειοι λόγοι του για τους πεσόντες ανθυπασπιστές Π. Φαγκρίδη και Γ. Σταύρου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο λόγος που εκφώνησε, πριν από την καύση της απαίσιας λαιμητόμου· «…ουδέποτε από της αρχής της επαναστάσεως ‒ γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς – έπαυσεν  ενθουσιάζων τον λαόν δια της ευγλώττου ρητορικής του, καταρώμενος τους συγγενείς του εκείνους, οίτινες, αν και σύμφωνοι πρότερον μετ’ αυτού, εις την συνομωσίαν, έλαβον τα όπλα κατά της επαναστάσεως».

Ό πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης συμμετέχει ενεργά στην κρίσιμη σύγκρουση της 1 Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών στις 2/3, συντάσσεται με τους διαλλακτικούς. Είναι μέλος της Επιτροπής, που μεταφέρει το αιτητικό περί χορηγήσεως γενικής αμνηστίας έγγραφο στον αρχηγό του βασιλικού στρατού Αμαδ. Χαν. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του. Αυτοεξορίζεται με άλλους τριακόσιους περίπου επαναστάτες. Φθάνει στη Σμύρνη. Εκεί νυμφεύεται τη θυγατέρα του πλουσιότατου Σμυρναίου ιατροφιλόσοφου Γαληνού Κλάδου.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και την έξωση του Όθωνα, επιστρέφει στην Ελλάδα και πολιτεύεται. Εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής και γίνεται Υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 10, 11, 19, 25, 28, 39, 40, 43-44, 44, 54, 62, 69, 72, 74, 79, 84, 85, 91-93, 93-94. ΣΕ, αριθ. 1/2 , 1/3β, 1/4 , Παράρτημα 1, 2/1-2, 3/1α , 3/2β, 4/1-2, 4/4α , 10/3β, 11/4, 12/3, 12/4α , 15/2β, 17/2-3. Γούναρης Η Ν Ε, σελ. 29-30, 37, 40, 43, 45, 67, 76, 77, 77-78, 90, 102, 107, 121, 128. ΦΕΚ 25/26-4-1862       ( ΒΔ 17-2-1862).  

 

6. Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος (1829-1879)

 

Έκανε νομικές σπουδές στην Αθήνα και τη Λειψία και δικηγόρησε  στ’ Ανάπλι. Σφόδρα αντιδυναστικός. Σύχναζε κι αυτός στο πολιτικό σαλόνι της Κ. Παπαλεξοπούλου. Είναι από τα πρόσωπα που αποφάσισαν για τη μέρα της έκρηξης της Ναυπλιακής  Επανάστασης. Γίνεται μέλος της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αποστέλλεται με τον εφέτη Πετιμεζά και το συνάδελφό του δικηγόρο Αντωνόπουλο στην Τριπολιτσά, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία.

Μαζί με δύο δικαστές και δύο συναδέλφους του συμμετέχει στις αποφασιστικές συγκρούσεις της 1 Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, συντάσσεται με τους πρώτους. Θεωρεί μάταιο τον περαιτέρω αγώνα και το χύσιμο αδελφικού αίματος. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του ως δικηγόρου και β΄ παρέδρου του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Αυτοεξορίζεται και ζει μέχρι την έξωση του Όθωνα (10/10/1862) τη δύσκολη ζωή του πολιτικού πρόσφυγα. Επανέρχεται τότε στην Ελλάδα, πολιτεύεται, εκλέγεται βουλευτής και γίνεται Υπουργός Δικαιοσύνης.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 11, 14, 17, 19,  20, 25, 28, 40, 43-44, 54, 62, 64, 69, 72, 79, 84, 85. – ΣΕ αριθ. 1/2, 1/3α-β, Παράρτ. 1, 2/1-2, 3/1α,  3/2β, 4/ 1-2, 12/4α. Γούναρης , Η Ν Ε, σ. 30, 39-40, 42-43, 50, 67, 76, 77, 102, 103,109, 121, 127.–ΦΕΚ 25/26 -4-1862 (ΒΔ 6/2/1862)  και ΦΕΚ 35/4-7- 1862 (ΒΔ 12-5-1862)

 

7. Γεωργ.Αν. Πετιμεζάς (1816-1884)

 

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο καλαβρυτινός εφέτης Γ. Πετιμεζάς ήταν γόνος της ιστορικής γενιάς των Πετιμεζάδων, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Ήπειρο στην Πελοπόννησο. Σπούδασε νομικά στο Μόναχο. Υπηρετούσε ως εφέτης στο Ναύπλιο. Ψυχωμένος επαναστάτης , είχε πολιτικές σχέσεις με την Κ. Παπαλεξοπούλου και τον κύκλο της. Στο σπίτι του πάρθηκε η απόφαση για την επίσπευση της Επανάστασης τη νύχτα 31/1-1/2, λόγω τυχαίου περιστατικού, που υποψίασε τις αρχές της πόλης. Πολύ μεγάλη ήταν η δραστηριότητά του για τη στερέωση και την εξάπλωση της Επανάστασης, ιδιαίτερα τις πρώτες μέρες της. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των πολιτικών και ο Πετιμεζάς ήταν εκλεκτό μέλος της, άτυπος‒ θα λέγαμε‒ Πρόεδρος της Κυβερνητικής Επιτροπής, της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης. Με δύο δικηγόρους κι ένα μικρό τμήμα ιππικού πήγε στην Τριπολιτσά, για να ξεσηκώσει τους Αρκάδες. Συγκρότησε  ″Λόχον εκ Καλαβρυτινών εθελοντών″, από αυτούς που κατοικούσαν τότε στη Ναυπλία. Συναποφασίζει, με την Κυβερνητική Επιτροπή και τη στρατιωτική ηγεσία, τη σύνταξη της Έκθεσης ″προς τας Προστάτιδας της Ελλάδος Μεγάλας Δυνάμεις″. Στη φοβερή σύγκρουση της 1 Μαρτίου «Ο εφέτης Πετιμεζάς– γράφει ο Ανώνυμος χρονικογράφος της Ναυπλιακής Επανάστασης– μετά υπερβολικού ενθουσιασμού περιφερόμενος εις τα κανονοστάσια της πόλεως από πρωΐας ενεθάρρυνε τους πολίτας και στρατιώτας, εκτελών ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας, ως και οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, Κ. Αντωνόπουλος και Ιω. Παπαζαφειρόπουλος…». 

Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, τάσσεται με το μέρος των δεύτερων. « Εις την επαύξησιν της επιρροής του <αρχηγού των αδιάλλακτων> Γρίβα συνετέλει τα μέγιστα δια των πολλών σχέσεών του ο εφέτης Πετιμεζάς, απολαμβάνων μεγάλης δημοτικότητος παρά τω λαώ και τω στρατώ», γράφει πάλι γι’ αυτόν ο Ανώνυμος.

Όπως ήταν επόμενο, το οθωνικό ″σύστημα″ τον εξαιρεί από τη γενική αμνηστία και τον απολύει από τη θέση του. Παίρνει με αξιοπρέπεια το δρόμο της ξενιτιάς, μαζί με δεκαοκτώ μη αμνηστευόμενους στρατιωτικούς και πολιτικούς και μ’ ένα πλήθος αυτοεξοριζόμενων αγωνιστών (300 περίπου) ‒ νέων των περισσότερων.

Η εξορία του κράτησε έξι περίπου μήνες. Επαναπατρίστηκε μετά την έξωση του Όθωνα. Ορίστηκε αρχηγός της αρτισύστατης τότε Εθνοφυλακής, χωρίς να το επιδιώξει. Κατόπιν εκλέχτηκε βουλευτής και χρημάτισε Υπουργός επί των Εσωτερικών.   Γενικά, ο Γ.Α. Πετιμεζάς υπήρξε αδιαμφισβήτητα μια προσωπικότητα, που διακρινόταν για τη μόρφωση, το ήθος, την ευθυκρισία και την παροιμιώδη τιμιότητά του. Τίμησε με την παρουσία και τη δράση του τη ΝΕ, αλλά και τιμήθηκε από αυτήν.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 9, 10, 11, 17, 19, 22, 25, 28, 40, 43-44, 44, 45, 54,    62, 69, 72, 79, 84, 85. ‒  ΣΕ αριθ. 1/1-2, 1/3β, Παράρτ.1,2/1-2, 3/1α, 3/2β, 4/1-2, 4/4α, 12/4α, 15/2β, 18/4. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 29, 37, 39-40, 43, 65, 67, 76, 76-77, 85, 89-90, 102, 108, 109, 116,121, 125. ‒ΦΕΚ 25/26-4-1862 ( ΒΔ 17-2-1862).

 

8. Κωνστ, Πετσάλης

 

Ο δικηγόρος Κωνστ. Πετσάλης (και ο μεγαλύτερος αδελφός του Αθανάσιος*, που δικηγορούσε στην Αθήνα ) ήσαν από τους ένθερμους αγωνιστές που αντιμάχονταν το ″σύστημα″. Στο Ναύπλιο σύχναζε και αυτός στο πολιτικό σαλόνι της μεγάλης Κυράς όπως έλεγαν την Κ.Παπαλεξοπούλου.

Τη βραδιά που ξέσπασε η Επανάσταση, ο Πετσάλης ήταν από τους πρώτους που έφτασε στην πλατεία Πλατάνου, όπου είχε παραταχθεί ο στρατός. Ο λαός συγκεντρώθηκε γύρω του και του ζητούσε να μιλήσει. Ανέβηκε σ’ ένα πρόχειρα στημένο βήμα και από εκεί, ανεμίζοντας μια κόκκινη σημαία, μέσα στις επευφημίες του συγκεντρωμένου λαού και στρατού, κήρυξε επίσημα την Επανάσταση και ανέπτυξε εύγλωττα τους σκοπούς της. Στη συνέχεια, με πρόταση πολλών πολιτών, εκλέγεται μέλος της δεκαμελούς ″επί της ασφαλείας Επιτροπής″. Είναι ένας από τους κύριους συντάκτες της Έκθεσης προς ″τας τρεις Προστάτιδας της Ελλάδος Δυνάμεις″. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών, στις 2/3, σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους είναι με το μέρος των πρώτων. Αμνηστεύεται, αλλά η Κυβέρνηση τον απολύει από τη θέση του δικηγόρου και κάνει κατάσχεση πολλών κτημάτων της οικογένειάς του. Αποκαθίσταται μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύεται με επιτυχία.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σελ.14, 25, 28, 43, 44, 54, 72, 74, 80-84, 85. ‒ ΣΕ, αριθ.1/3β, 1/4α, 1/4α΄- β΄, Παράρτημα 1, 2/1-2, 3/2β. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 42-43, 66-67, 75-76, 89, 102, 121.‒ΦΕΚ αριθ. 25/26-4-1862 (ΒΔ 17-2-1862).

̽ Τα δύο αδέλφια ανήκαν στη λεγόμενη «παράταξιν τῶν νέων». Ο Αθανάσιος, μαζί με τον ποιητή Παν. Σούτσο, συνέταξε «Τὸ πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Ελλάδος περὶ της απαιτουμένης πολιτικής μεταβολής Υπόμνημα του Γερουσιαστού Κωνστ. Κανάρη», στο οποίο προσέθεσε ένα πολύ ενδιαφέροντα πρόλογο· βλ. Γούναρης, Η ΝΕ σ.26-27, 34, 132-136.- 

 

9. Γεώργ. Δ.  Ποσειδών

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, την πρώτη ακόμη μέρα, με την συγκρότηση της προσωρινής Κυβερνητικής Επιτροπής, ορίστηκε ως ″Γενικός Γραμματεύς″της ο δικαστικός υπάλληλος Δημ. Καλιοντζής. Φαίνεται όμως ότι οι επαναστάτες, θέλοντας να αναβαθμίσουν τη θέση, τοποθέτησαν σ’ αυτήν στις 2/2 το δικηγόρο Γ.Δ. Ποσειδώνα. «Ὁ δικηγόρος Ποσειδών γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς νέος εμπνεόμενος υπό υγιών πατριωτικών αισθημάτων διορίζεται Γενικός Γραμματεύς της διοικητικής Επιτροπής».

Για το νεαρό αυτό επαναστάτη έχουμε μία ακόμη μαρτυρία από την εφημερίδα των επαναστατών  ″Ο Συνταγματικός Έλλην″: « Σήμερον δημοσιεύομενγράφει ο Θ. Φλογαΐτης τον επί του τάφου του […] αποθανόντος < ανθυπασπιστή   του  Ιππικού>  Περ. Φαγκρίδη ενθουσιώδη λόγον του κ. Πέτρου Μαυρομιχάλη, επιφυλαττόμενοι να δημοσιεύσωμεν ακολούθως τον επίσης ωραίον επικήδειον λόγον του κ. Γ. Ποσειδώνος».  Ο Γενικός Γραμματέας Γ. Ποσειδών, με Διάταγμα της 17-2-1862, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ αριθ. 23/26-4-1862 απολύθηκε από τη θέση του ως δικηγόρου.

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ.14-15, 69 και όπου υπάρχει έγγραφο της Διοικητικής Επιτροπής.  ΣΕ, αριθ 1/3β κεξ., ό.π. Δημόπουλος, τ. Β΄σελ. 138, 135.  ΦΕΚ 25/26 – 4 -1862 (ΒΔ 17-2-1862).

 

10. Γεώργ. Στεφόπουλος

 

Για το δικηγόρο αυτό έχουμε μία μόνο πληροφορία, δηλαδή πως υπήρξε ένας από τους τρεις δικηγόρους, οι οποίοι συνέταξαν βασικά την Έκθεση «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ἑλλάδος  Δυνάμεων  Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας», στην οποία έγινε αναφορά πολλές φορές.

«Προς αποφυγήν γράφει ο Ανώνυμος Ναυπλιεύς ενδεχομένων παρεξηγήσεων […], ο αρχηγός <αντ/ρχης Αρτ.Μίχου> εν συμβουλίω <την 6/2>, εις το οποίον παρευρέθησαν και τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής  και διάφοροι αξιωματικοί, προτείνει να συνταχθή έκθεσις προς τους πρέσβεις των τριών Ευεργετίδων Μεγάλων Δυνάμεων, εις  ην να καταδεικνύηται ο σκοπός της επαναστάσεως και αι προκαλέσασαι αυτήν αιτίαι, καθ’ όσον – είπεν– δεν πρέπει να αμφιβάλλωμεν ότι εκείνοι, κατά των οποίων το κίνημά μας αποτείνεται, θέλουν δυσφημίσει δι’ όλων των μέσων την επανάστασιν και δώσει αυτή χαρακτήρα άλλον παρά τον αληθή.

» Μετά τινα συζήτησιν περί των βάσεων της εκθέσεως ταύτης, απεφασίσθη η σύνταξις αυτής, ανατεθέντος του έργου τούτου εις τους δικηγόρους Γ. Στεφόπουλον, Κ. Φαρμακόπουλον, Κ. Πετσάλην και άλλα πρόσωπα…».

Ανώνυμος. Τα συμβάντα, σ. 25, 80 – 84.  Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 66-68.

Δημόπουλος, Ιστορία, τ.Β΄, σ.148-149.

 

11. Κωνστ. Φαρμακόπουλος  (1799-1899)

 

Ό  Φαρμακόπουλος είναι ένας από τους τρεις έγκριτους δικηγόρους του Ναυπλίου, οι οποίοι βασικά συνέταξαν και συνυπέγραψαν στις 6- 8- 1862 την Έκθεση « Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας».

Ο δικηγόρος αυτός υπήρξε μέλος της δεύτερης και τρίτης Επιτροπής, που οι διαλλακτικοί επαναστάτες έστειλαν στον αρχηγό του πολιορκητικού στρατού Αμαδ. Χαν, στις 7 και 16/3, με γραπτή εντολή να διαπραγματευτούν την παράδοση της πόλης και των φρουρίων της, υπό τον όρο της παροχής γενικής αμνηστίας « δια τε το Ναύπλιον και δι’όσα άλλα μέρη […] εξετέθησαν οπωσδήποτε…».

Κατά τη δεύτερη συνάντηση ο στρατηγός Χαν « … εβεβαίωσε την Επιτροπήν επί τω λόγω της στρατιωτικής του τιμής ότι η αμνηστεία υπάρχει πλήρης και γενική […]. Τα αυτά επανέλαβε και ὁ Αντιστράτηγος < Ιω. Κολοκοτρώνης> και ο Νομάρχης <Α. Γεωργαντάς>».

Στην τρίτη και τελευταία συνάντηση, οι επαναστατικοί αντιπρόσωποι άκουσαν το Χαν να τους λέει και να επαναλαμβάνει πως « αμνηστεία δεν υπάρχει, διότι το Υπουργείον δεν ενδίδει». Τότε ο Φαρμακόπουλος, αηδιασμένος από την ανέντιμη συμπεριφορά του ξένου στρατηγού και από την εμπαθή αδιαλλαξία της Κυβέρνησης, του δήλωσε σταράτα: « Λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια και ουχί πόλιν».

Ο Φαρμακόπουλος, διδάκτορας της Νομικής, είναι από τους ιδρυτές του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου (1884) και δεύτερος πρόεδρός του (1886- 1895). Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Ναυπλίας.

 Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 25, 45-47, 50-51, 80-84. Γούναρης, Η ΝΕ, σ.66-68, 94, 99. Δημόπουλος, Ιστορία, τ. Β΄, σ. 148-149, 165-167, 252-253, 268.

 

12. Θεόδωρος Νικολ. Φλογαΐτης (1840-1905)

 

Φλογαΐτης  Θεόδωρος

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου έκανε τις στοιχειώδεις και γυμνασιακές του σπουδές. Κατά το βιογράφο του, σε ηλικία δεκαπέντε ετών γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1860 άρχισε να αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες κάνοντας αντικυβερνητική πολιτική· γι’ αυτό το λόγο οι οθωνικές αρχές τον είχαν εκτοπίσει στη γενέτειρά του. Ήταν είκοσι δύο ετών, όταν ξέσπασε η Ναυπλιακή Επανάσταση. Εντάχθηκε αμέσως στις δυνάμεις της και της πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες.

 Από την πρώτη ακόμη ημέρα της Επανάστασης, η προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή τού αναθέτει « την σύνταξιν και έκδοσιν της Εφημερίδος  Ο Συναγματικός Έλλην –  Εφημερίς των αρχών της Πρώτης Φεβρουαρίου». Λέγεται ότι σ’ αυτό το έντυπο συνεργαζόταν με την Κ. Παπαλεξοπούλου. Ο νεαρός τότε επαναστάτης δημοσιογράφος αγωνιζόταν με την πέννα του να κρατεί ακμαίο το φρόνημα λαού και στρατού. Γι’ αυτό  το σκοπό, χρησιμοποιούσε και το έμφυτο χάρισμά του της ρητορικής· π.χ στην παλλαϊκής συμμετοχής κηδεία του ανθ/γού Ιω. Παγώνη εκφώνησε ένα εμπνευσμένο επικήδειο. Ο Π, Μαυρομιχάλης και ο Θ Φλογαΐτης ήσαν οι δημεγέρτες ρήτορες της Ναυπλιακής Επανάστασης. 

Παράλληλλα με τα παραπάνω, ο νεαρός Φλογαΐτης έχει να επιδείξει ένα ακόμη απλό αλλά τιμητικό έργο· ζητεί κι εντάσσεται ως απλός στρατιώτης στο λόχο του Πυροβολικού, στον οποίο υπηρετούσε επίσης ως εθελοντής ο μοναδικός γιος της Κ. Παπαλεξοπούλου Επαμεινώνδας.

Αγνοούμε τι έκανε ο Θ. Φλογαΐτης, αμέσως μετά την καταστολή της Ναυπλιακής Επανάστασης. Πήρε όμως το πτυχίο της Νομικής, έγινε διδάκτορας και κατόπιν υφηγητής του συνταγματικού δικαίου, έγραψε με επιτυχία πολλά σχετικά έργα, αλλά αρνήθηκε την έδρα του καθηγητή του διοικητικού δικαίου, για χάρη της δημοσιογραφίας, την οποία εξάσκησε με γνώση, μαχητικότητα κι εντιμότητα. Πολιτεύτηκε κι εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής.

Θα κλείσω το σημείωμα αυτό με δύο επισημάνσεις:

α΄ Σε άρθρο του (1900) γράφει για ″ Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις″.

β΄ Επί  κυβερνήσεως Χαρ. Τρικούπη ορίστηκε μέλος της Επιτροπής επί του Προϋπολογισμού.  Ο Φλογαΐτης « δια πολυφύλλου εκθέσεως κατεδείκνυε το βάραθρον, προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προειπών την επικειμένην χρεωκοπίαν».

Ανώνυμος, σελ. 28, 89-90. –ΣΕ, αριθ. 6/2-3, 12/4α.  Γούναρης, Η ΝΕ, 45/9, 77/4, 78/2. Ξηραδάκη, Κ. Παπαλεξοπούλου, εκδ. Γ΄, σ. 210-212. Χαρ. Κύρκος, Θ. Φλογαΐτης, Ίδρυμα της Βουλής, Αθήνα 2008.    

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Βιογραφίες Δικηγόρων Ναυπλίου 19ου και 20ου αιώνα

Θεοδ. Δημόπουλου, Ιστορία του Ναυπλίου, τ. Β’, passim., 2010, Εισαγωγή-Επιμέλεια Γ. Ρούβαλης

 

Κωνσταντίνος Δ. Ευθυμιόπουλος

 

Ο Κωνσταντίνος Δ. Ευθυμιόπουλος εγεννήθη εν Ναυπλίω τω 1828. Ο πατήρ του κατήγετο εξ Αρκαδίας και εγκατεστάθη εις το Ναύπλιον μετά την απελευθέρωσιν, εξασκών το επάγγελμα του καλλιτέχνου τορνευτού μετά τόσης ευφυΐας και τέχνης, ώστε απεκαλείτο «Σοφός». Ο Κ. Ευθυμιόπουλος εσπούδασεν εν στερήσεσι, υπηρετών και εις την Δημαρχίαν Ναυπλίου ως γραμματεύς. Ανηγορεύθη διδάκτωρ Νομικής τω 1856 και διωρίσθη δικηγόρος εν Ναυπλίω. Κατά την Ναυπλιακήν Επανάστασιν του 1862, έλαβεν ενεργόν μέρος, τοποθετηθείς ως Δημοτικός αστυνόμος. Μετά την εκθρόνησιν του Όθωνος εξελέγη Δήμαρχος Ναυπλιέων και μετ’ ολίγον πληρεξούσιος Ναυπλίου της Β’ εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως (1862 – 1864).           Έκτοτε εξελέγη συνεχώς επτάκις ως Βουλευτής κατά τας περιόδους: 1865-1867, 1867-1868, 1869-1871, 1871-1872, 1873-1874, 1875-1879, 1879-1881.   Εγένετο επίσης Αντιπρόεδρος της Βουλής και διετέλεσε Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εσωτερικών.

Τον Ιούνιον του 1885 απεβίωσεν εν Ναυπλίω ο ιδρυτής και αρχηγός του κόμματος των «Αρειμανίων» [δημοτική παράταξη που εξέφραζε τα ιδεώδη της Ναυπλιακής Επανάστασης, ενώ το πιο συντηρητικό κόμμα απεκαλείτο Κόμμα των Νυκοκυραίων] Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος. Ο τότε πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης δια τηλεγραφημάτων του προς τον Νομάρχην διέταξε την τέλεσιν της κηδείας δαπάνη δημοσία και την απόδοσιν των εις τους κηδευομένους Ιππότας του Χρυσού σταυρού του Σωτήρος απονεμομένων τιμών. Το Δημοτικόν συμβούλιον Ναυπλιέων, συνελθόν εκτάκτως, εψήφισεν «όπως η κηδεία του Κ. Ευθυμιόπουλου γίνη δημοτική δαπάνη και ανταξία της πολιτικής του θέσεως, και διά συλληπητηρίου, ψηφίσματος εκδήλωση την βαθύτατην λύπην του επί τη στερήσει ανδρός πολυειδώς υπηρετήσαντος τον Δήμον και ευεργετήσαντος ολόκληρον την επαρχίαν». Ο δικηγορικός σύλλογος μετέσχε του πένθους επί τη απωλεία «περιφανούς συναδέλφου».

 Η είδησις του θανάτου του Κ. Ευθυμιοπούλου εβύθισεν εις πένθος την πόλιν, κατήφεια δε κατέλαβε τους πάντας. «Μεταξύ δέκα πολιτών –γράφει η τότε εφημερίς– συνήντα τις ένα δακρύοντα και μάλιστα εκ των ανθρώπων του λαού, ως ήτο ο φίλος, αδελφός και πατήρ επί μίαν γενεάν. Πρωτοφανές και συγκινητικόν! Πολλοί Ναυπλιείς, φίλοι του αφοσιωμένοι, πενθηρορούσιν ήδη επί τω θανάτω του, ωσεί ήσαν συγγενείς αυτού». Την ημέραν της κηδείας του 5 Ιουνίου 1885, η όψις της πόλεως ήτο πένθιμος. Οι κώδωνες των εκκλησιών εκρούοντο πενθίμως, τα δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα ήσαν κεκλεισμένα, έκτακτα δε φύλλα των 4 εν Ναυπλίω εκδιδομένων εφημερίδων, με πένθιμα πλαίσια εις τας σελίδας των, εκυκλοφόρησαν. Παρισταμένου πλήθους κόσμου εκ της πόλεως και των περιχώρων και όλων των αρχών εκηδεύθη ο Κ. Ευθυμιόπουλος εκ του μητροπολιτικού ναού, εν τω οποίω εξεφώνησαν λόγους: ο βουλευτής Πυλίας Ν. Καράπαυλος εκ μέρους του δήμου Ναυπλιέων, ο δικηγόρος Σπ. Γιαννόπουλος εκ μέρους του δικηγορικού συλλόγου και ο Γεώργ. Φαρμακόπουλος. Επιταφίους λόγους εξεφώνησαν οι δικηγόροι Γ. Κασιμάτης, Αντ. Κοντολέων, εκ μέρους του κόμματος των «Νοικοκυραίων» και ο Γ. Μουτζουρίδης εκ μέρους του απορφανισθέντος κόμματος των «Αρειμανίων».

 

Ηλίας Ποταμιάνος

 

Ηλίας Ποταμιάνος

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ποταμιάνος εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1838, και ήτο υιός του επί Καποδίστρια Κεφαλλήνος αστυνόμου του Ναυπλίου Ευαγγέλου Ποταμιάνου. Μετά τας σπουδάς του εις το γυμνάσιον Ναυπλίου, ενεγράφη εις την νομικήν σχολήν και εγένετο δικηγόρος.

Εγκατασταθείς εις Αθήνας διεκρίθη ως τοιούτος, ιδίως εις τα ποινικά, εις τα οποία η επ’ ακροατηρίω χειμαρρώδης ευγλωττία, η ευστροφία του πνεύματος και το μεταλλικόν της φωνής εξήσκουν γοητείαν και επιβολήν, συγχρόνως δε εδημοσιογράφει διά νευρώδους καλάμου και μετ’ επιτυχίας επί διαφόρων νομικών και πολιτικών θεμάτων. Ενυμφεύθη την Ασπασίαν θυγατέρα του στρατηγού και γερουσιαστού Νικολάου Πέτρου Μαυρομιχάλη. Ο Επ. Δεληγεώργης εκτιμών μεγάλως την ικανότητα του Ποταμιάνου ανέθεσεν εις αυτόν εμπιστευτικήν αποστολήν εις Κωνσταντινούπολιν αφορώσαν το Βουλγαρικόν σχίσμα, την οποίαν μετά δεξιότητας εξετέλεσεν. Διωρίσθη καθηγητής εν τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων του Στρατιωτικού Ποινικού δικαίου. Εξελέγη εξάκις βουλευτής Ναυπλίου και διετέλεσεν αντιπρόεδρος της Βουλής τω 1884. Ως κοινοβουλευτικός ρήτωρ ο Ποταμιάνος συγκατελέγετο μεταξύ των πρώτων της Βουλής.

 Το 1911 απεβίωσεν εν Αθήναις ο Ηλίας Ποταμιάνος, εκλεγείς επί εξ βουλευτικάς περιόδους βουλευτής Ναυπλίας, εκπροσωπών το κόμμα του Χαρ. Τρικούπη εν αρχή και είτα του Γ. Θεοτόκη.  

Ο Ποταμιάνος δια της διαθήκης του εδώρησεν εις το Μουσείον Ναυπλίου την αξιόλογον αρχαιολογικήν συλλογήν του, την οποίαν βραδύτερον, τω 1915, εταξινόμησε και ετοποθέτησεν εν υαλίνη προθήκη, δωρηθείσα υπό της συζύγου αυτού, ο υπηρετών τότε εν Ναυπλίω έφορος αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας Αλεξ. Φιλαδελφεύς.

Επί πλέον ο Ηλ. Ποταμιάνος έδιδε εν τη διαθήκη του εντολήν εις την σύζυγόν του, όπως αναγείρη εν Ναυπλίω μαρμάρινον μνημείον του ηρώος Νικηταρά του Τουρκοφάγου, το οποίον ιδρύθη παρ’ αυτής κατά το έτος 1924 εν τη προ του δικαστικού μεγάρου πλατεία.

 

Υπάτιος Αυγερινός

Ο εκλεγείς πρώτος πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Ναυπλίου δικηγόρος Υπάτιος Αυγερινός, είχε γεννηθή εις Χίον τω 1804, κατά δε την εν έτει 1822 καταστροφήν της νήσου, διασωθείς μετά του πατρός του εκ των σφαγών των κατοίκων υπό των τούρκων, κατέφυγε 18 ετής εν Ναυπλίω και εγκατεστάθη μονίμως. Γενόμενος δικηγόρος εξήσκησε το επάγγελμα τούτο επί 50ετίαν εν Ναυπλίω, απέθανε δε δύο έτη μετά την ανάδειξίν του ως προέδρου του δικηγορικού συλλόγου, τον Νοέμβριον του 1866 εις ηλικίαν 82 ετών. Μετά τον θάνατόν του εξελέγη πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου ο επίσης ογδοηκοντούτης δικηγόρος Κωνστ. Φαρμακόπουλος.

Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος, γεννηθείς εν Βυτίνη το 1799, εγκατεστάθη, μετά το 1822, εις Ναύπλιον όπου και εμαθήτευσεν. Σπουδάσας νομικά, εγένετο διδάκτωρ το 1843 και άρχισε να δικηγορή εν Ναυπλίω. Από των αρχών της επαναστάσεως είχεν εγκατασταθή εις Ναύπλιον και οι εκ των πρωταγωνιστών αυτής αδελφοί Αναγνώστης και Παναγιώτης Δεληγιάννης, τέκνα δε του δευτέρου ήσαν ο Θεόδωρος Δεληγιάννης ο μετέπειτα πρωθυπουργός ελθών 2ετής ενταύθα και οι Νικόλαος Δεληγιάννης (πρόεδρος Αρείου Πάγου), Κων. Δηλιγιάννης καθηγητής Πανεπιστημίου και Μαριορή Δηλιγιάννη, γεννηθέντες πάντες εν Ναυπλίω. Ο Κωνστ. Φαρμακόπουλος ενυμφεύθη την Μαριορήν θυγατέρα Π. Δηλιγιάννη, συνδεθείς ούτω δια στενής συγγενείας μετά της μεγάλης ταύτης οικογενείας. Εξελέγη βουλευτής Ναυπλίας, αναμιχθείς το πρώτον εις την πολιτικήν, το 1879. Υπήρξεν εκ των πρώτων δικηγόρων του Ναυπλίου, διατελέσας –μετά τον θάνατον του αρχαιοτέρου πάντων Υπατ. Αυγερινού– πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου από του 1866 μέχρι του 1895, ότε παρητήθη της δικηγορίας εις ηλικίαν 96 ετών. Απέθανε το 1897. Τέκνα του Κ. Φαρμακόπουλου ήσαν: 1) Ιωάννης (διπλωματικός υπάλληλος και είτα πρεσβευτής 1845-1904), 2) Νικόλαος (νομικός 1855-1938), Γεώργιος (δικηγόρος 1856-1901), Τάκης (μηχανικός 1858-1924) και Θεόδωρος (ιατρός 1861-1919). Ο Κ. Φαρμακόπουλος διέμενεν εις την παρ’ αυτού ανεγερθείσαν οικίαν παρά τον ναόν της Παναγίας.

Και ο έτερος αδελφός τούτου, ο Παναγ. Φαρμακόπουλος είχεν εγκατασταθή εν Ναυπλίω από του 1822, διαμένων εις την παρά τον ναόν Αγίου Γεωργίου ιδιόκτητον οικίαν (ένθα προ ετών οινοπωλείον Λεων. Ρετάλη). Τέκνα αυτού ήσαν ο Πέτρος (λόγιος και διευθυντής του μουσείου Ναυπλίου), ο Ανδρέας (ιατρός και συγγραφεύς) και ο Φοίβος.

Το 1893 απεβίωσεν εν Ναυπλίω ο Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος δικηγόρος εκ των παλαιοτέρων της πόλεως, πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου και διατελέσας βουλευτής κατά την περίοδον 1879-1881. Διάδοχος εν τη πολιτική εγένετο ο υιός του Γεώργιος Φαρμακόπουλος.

  

Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1887. Σπουδάσας νομικά, διεκρίθη ως δικηγόρος, αλλά και ως δημοσιογράφος και λογοτέχνης. Το 1909 εξέδωσε την εφημερίδα «Αργολικήν» και το 1920 την εφημερίδα «Αντιπολίτευσις», επίσης επί πολλά έτη διηύθυνε την σύνταξιν της εφημερίδας «Σύνταγμα». Πρωτοστατών εις πάσαν υπέρ του Ναυπλίου κίνησιν, εις πάντα εορτασμόν επετείου χαράς ή λύπης, υπήρξεν από της νεαράς ηλικίας του μέχρι σήμερον ο ενθουσιώδης ρήτωρ, ο συνεγείρων της πλήθη. Λόγω της αναμίξεώς του εις τας οργανώσεις των επιστράτων 1915-1917, εφυλακίσθη πολλάκις και εξωρίσθη, από του 1914 εξελέγετο συνεχώς Δημοτικός σύμβουλος του δήμου Ναυπλιέων. Διεδέχθη τον αδελφόν του Ιωάννην εν τη αρχηγία του εν Ναυπλίω Λαϊκού κόμματος και εξελέγη βουλευτής το 1936 και 1946. Το 1945 εξελέγη πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Ναυπλίου. Εν τη υφισαμένη νυν (1948) Δ’ Αναθεωρητική Βουλή εξελέγη Α’ Αντιπρόεδρος αυτής.

Ο Πραξιτέλης Μουτζουρίδης αρθρογραφούσε σχεδόν για 40 χρόνια στην τοπική εφημερίδα Το Σύνταγμα, όπως και σε αθηναϊκές εφημερίδες. Παράλληλα, έγραφε ποίηση, αλλά δεν εξέδωσε ποτέ τα ποιήματά του. Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1964, σε ηλικία 79 ετών.

Γεώργιος Κ. Φαρμακόπουλος

 Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1856. Δικηγόρος εκ των διαπρεπών, εξήσκησεν επί μακράν σειράν το επάγγελμα τούτο εν Ναυπλίω. Διαδεχθείς τον πατέρα του Κων. Φαρμακόπουλος εις την πολιτικήν και ανεψιός του πρωθυπουργού Θ. Δηληγιάννη υπήρξεν ο πρώτος εν Ναυπλίω ιδρυτής και εκπρόσωπος του ισχυρού Δηλιγιαννικού κόμματος. Εξελέγη βουλευτής Ναυπλίας το 1890 και 1895. Απεβίωσεν εν Ναυπλίω το 1901.

 Γεράσιμος Ι. Μελισσινός

 

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1867. Σπουδάσας νομικά, διωρίσθη εν αρχή αντιεισαγγελεύς πρωτοδικών και είτα, παραιτηθείς εδικηγόρησεν εν Ναυπλίω επί πεντηκονταετίαν, αναδειχθείς εις των εγκριτωτέρων νομομαθών και δικηγόρων εις τας πολιτικάς υποθέσεις. Εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας το 1932. Απέθανεν εν Ναυπλίω το 1943.

Κωνσταντίνος Ι. Πετρίδης

 

Κωνσταντίνος Πετρίδης

Κωνσταντίνος Πετρίδης

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1879, υιός του εκ των διαπρεπών δικηγόρων του Ναυπλίου και βουλευτού Άργους Ιωάν. Πετρίδου. Αναδειχθείς δικηγόρος το 1902, εξήσκησε το επάγγελμα τούτο εν Ναυπλίω, καταλαβών πρωτεύουσαν θέσιν μεταξύ των συναδέλφων του. Το 1911 εξέδωσεν εν Ναυπλίω την νομικήν εφημερίδα «Γάιος». Εξελέγη πληρεξούσιος Αργολιδοκορινθίας της Δ! Εθνοσυνελεύσεως το 1923. Διετέλεσε πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Ναυπλίου από του 1938 μέχρι του 1945.

Θεόδωρος Μιχαλόπουλος

Ο Θεόδωρος Μιχαλόπουλος, καταγόμενος εξ Αρκαδίας και εγκατασταθείς εις Ναύπλιον τω 1831, είχε σπουδάσει νομικά εις την Ευρώπην και υπήρξεν εκ των πρώτων επιστημόνων δικηγόρων, οι οποίοι εξήσκησαν το επάγγελμα τούτο κατά την εποχήν εκείνην. Εκτιμώμενος υπό των συμπολιτών του εξελέγη δις δημοτικός σύμβουλος και άλλας δύο φοράς Βουλευτής (1859 και 1862). Παραιτηθείς της πολιτικής διωρίσθη Νομάρχης. Απέθανεν εν Ναυπλίω το 1871.

 Γεώργιος Α. Νέζος

 Εγεννήθη εν Κουτσοποδίω Άργους τω 1846. Σπουδάσας νομικά ανεδείχθη εις εκ των επιφανεστέρων νομομαθών και επί 50ετίαν εξήσκησε την δικηγορίαν εν Ναυπλίω. Από του 1905 διετέλει πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου μέχρι του θανάτου του. Εξελέγη βουλευτής κατά την διπλήν αναθεωρητικήν βουλήν το 1910 και κατά την Τακτικήν Βουλήν το 1912. Απεβίωσε εν Ναυπλίω το 1914.

Σπυρίδων Γιαννόπουλος

Σπυρίδων Γιαννόπουλος

Σπυρίδων Γιαννόπουλος

Ο νομικός κόσμος και η κοινωνία του Ναυπλίου απώλεσαν τον Σεπτέμβριον του 1933 διαπρεπές μέλος αυτών τον δικηγόρον  Σπύρον Γιαννόπουλον. Γεννηθείς εν Ναυπλίω τω 1854 ο Σπ. Γιαννόπουλος, διωρίσθη δικηγόρος τω 1877 και, επί 55 έτη ασκήσας το επάγγελμα τούτο, κατέλαβε την πρώτην θέσιν μεταξύ του συναδέλφου του, αναδειχθείς νομομαθής εξαιρετικού κύρους και μεγάλης επιστημονικής αξίας. Εκδίδων, από του 1890 και επί δεκαετίαν μετέπειτα, την «Δικαστικήν εφημερίδα» επλούτισε την νομολογίαν των δικαστηρίων διά των εμβριθών του επιστημονικών παρατηρήσεων. Τω 1813 εξελέγη υπό του δικηγορικού σώματος πρόεδρος του Δικηγ. Συλλόγου, εις ο αξίωμα παρέμειναν επί 20ετίαν, μέχρι του θανάτου του. Τω 1922, επί κυβερνήσεως Ν. Τριανταφυλλάκου, ο Σπ. Γιαννόπουλος διωρίσθη επί τι διάστημα υπουργός της Δικαιοσύνης.

 

Ιωάννης Αθ. Τερζάκης

Εγεννήθη εν Ναυπλίω το 1867, υιός του εκ των παλαιών εμπόρων της πόλεως Αθαν. Τερζάκη. Εσπούδασε νομικά και εδικηγόρει εν Ναυπλίω, αναδειχθείς εκ των πρώτων δικηγόρων. Εξελέγη δις βουλευτής Αργολιδοκορινθίας: εις την διπλήν αναθεωρητικήν Βουλήν το 1910 και την Βουλήν το 1912. Διετέλεσε προξενικός πράκτωρ της Γαλλίας το 1918. Απέθανεν εν Ναυπλίω το 1929.

Νικόλαος Καράπαυλος (1836-1903)

Πολιτευτής από την Κορώνη, που έμενε στο Ναύπλιο (1836-1903), όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Το 1873 εξελέγη βουλευτής Πυλίας υπό τον Αλ. Κουμουνδούρο. Μετά το θάνατο του Κουμουνδούρου προσχώρησε στο κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη και στη συνέχεια στο κόμμα του Γ. Θεοτόκη. Το 1900 έγινε Υπουργός Δικαιοσύνης και εισηγήθηκε τον νόμο για τον περιορισμό της προσωποκράτησης για χρέη.

 Η οικογένεια Καραπαύλου ήταν σημαντικοί αγωνιστές του 1821. Ο Ηλίας Καράπαυλος που πρωτοστάτησε στην επανάσταση στην περιοχή του, πήρε μέρος στην απόκρουση του Δράμαλη το 1822. Ο αδελφός του Ιωάννης, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε γερουσιαστής.[11]

 Η οικογένεια Καραπαύλου έδωσε και άλλους δικηγόρους, πολιτικούς και μεγάλους δωρητές στο Ναύπλιο, όπως ο Τάκης Καράπαυλος, που πέθανε το 1937, γιος του Νικολάου, που εκλεγόταν βουλευτής Πυλίας με το Λαϊκό Κόμμα.  Με διαθήκη του κατέλειπε πολλά χρήματα για την ανέγερση του Νοσοκομείου, καθώς και σε όλα τα φιλανθρωπικά σωματεία για τους απόρους Ναυπλίου και Πρόνοιας. Αδελφός του ήταν ο Κωνσταντίνος Νικολάου Καράπαυλος, δικηγόρος και πρόξενος της Ιταλίας, πατέρας του Νίκου Καράπαυλου, δικηγόρου και δημάρχου Ναυπλιέων επί δύο τετραετίες (1975-78 και 1979-82). Η οικία της οικογένειας Καραπαύλου, που χτίστηκε το 1863, μεγαλοπρεπές νεοκλασικό κτίριο, βρίσκεται στις οδούς Σωφρόνη, Όθωνος και Μπουμπουλίνας.[12]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος (1847-1924)[13]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Καταξιωμένος νομικός, δημοσιογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κυρίως ιστορικός, εξέχουσα προσωπικότητα του Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Εντούτοις, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και άσκησε μέχρι το θάνατό του δικηγορία στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Ήταν ασκητικός και δεν αγαπούσε την κοινωνική ζωή. Του άρεσε να εργάζεται ώρες ατέλειωτες.

Σ’ όλη του τη ζωή ήταν αφοσιωμένος στο λειτούργημά του και στο συγγραφικό του έργο. Η εργατικότητά του έμεινε παροιμιώδης. Ο ίδιος έλεγε ότι η ανάπαυση δεν είναι αποχή από την εργασία αλλά αλλαγή εργασίας. 

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος αντιπρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», από τον οποίο αποχώρησε το 1900, επειδή διαφώνησε με τον πρόεδρο Χρήστο Παπαοικονόμο ως προς την τακτική του συλλόγου. Ο Βαρδουνιώτης επιθυμούσε να έχει ο σύλλογος ιστορικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό μετά την αποχώρησή του, ίδρυσε τον βραχύβιο «Λαϊκό Σύλλογο Ίναχο», αποσκοπώντας στο να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού προς την ιστορία του Άργους. Η προσπάθειά του δεν στέφθηκε από επιτυχία. Ο ζήλος του, όμως, ήταν αξιοθαύμαστος. Διοργάνωνε εκπαιδευτικές εξορμήσεις στις Μυκήνες, στα Δερβενάκια και πιο μακριά, όπως στην Ολυμπία, όταν λειτούργησε ο σιδηρόδρομος. Και υπάρχουν στον τύπο του Άργους σχετικά δημοσιεύματα, που αναφέρονται στις οργανωμένες ξεναγήσεις και στις εντυπώσεις των εκδρομέων.

Ο Δημ. Βαρδουνιώτης ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Σπ. Καλμούχου την τετραετία 1883-87, οπότε δεν επανεκλέγεται1. ‘Ηταν οπαδός του Θ. Δηλιγιάννη, τον οποίο μάλιστα προσφώνησε, όταν πέρασε από το Άργος

Στις 18 Μαρτίου1885 κατά την προεκλογική του περιοδεία και κατέλυσε στο σπίτι του Σωτ. Δανόπουλου. Αργότερα εμφανίζεται οπαδός του Χαρ. Τρικoύπη. Με το Σπήλιο Καλμούχο είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις και τον υποστήριξε στην αρθρογραφία του. Ο ίδιος εξέδιδε την εφ. «Άργος» από το 1885 έως το 1889 σε αντικατάσταση του «Δαναού», που εξέδιδε μέχρι τότε ο Ι. Κ. Υψηλάντης. Μετά την επανάσταση στο Γουδί ανήκε στους μετριοπαθείς αντιβενιζελικούς. Αλλά όταν επήλθε η ρήξη ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση κατά του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το Φεβρουάριο 1918 σε ηλικία 71 χρονών στη Μυτιλήνη, από όπου επέστρεψε ύστερα από λίγους μήνες ταλαιπωρημένος και αγνώριστος.

Το πνευματικό έργο του Βαρδουνιώτη άφησε τη σφραγίδα του στα γράμματα του Άργους για 50 ολόκληρα χρόνια. Με εμφανή τα ίχνη του ρομαντισμού έγραψε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία όμως δεν άντεξαν στο σαρωτικό πέρασμα του χρόνου. Από την πεισιθάνατη ποίησή του λείπει η πηγαία έμπνευση και τα γνήσια αισθήματα, ενώ με τα διηγήματά του δεν μπόρεσε να ζωντανέψει χαρακτήρες ή να αναλύσει με επιτυχία την κοινωνία. Αλλά το ιστορικό και ιστοριοδιφικό του έργου είναι πολύ σημαντικό και προσελκύει ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον μας. Ακούραστος στην ιστορική έρευνα, με μεθοδικότητα και υπευθυνότητα συνέβαλε στην εξακρίβωση της ιστορικής αλήθειας και μας έδωσε πολλές πληροφορίες για το έπος του 1821 και για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Ιδιαίτερη θέση, την πρώτη ίσως, κατέχει «Η καταστροφή του Δράμαλη», Τρίπολη 1913, που αναφέρεται στη μάχη των Δερβενακίων. Επίσης, έγραψε για τη δίκη του Κολοκοτρώνη, την Μπουμπουλίνα και άλλους ήρωες και αγωνιστές του 1821. Άλλα σημαντικά του έργα είναι η «Εκδρομή εις τας Μυκήνας», «Η Αφνειός Κόρινθος», «Η Φρύνη», «Παρά τον Ερασίνον» κ.ά. Πολλά δημοσιεύματά του φιλοξενήθηκαν στον τύπο του Άργους, στα ημερολόγια Σκόκκου και Σβορώνου και αλλού. Υπέγραφε πολλές φορές με τα ψευδώνυμα Έσπερος και Τίμων. Ο Βαρδουνιώτης απέκτησε δύο παιδιά. Ο γιος του Κωστάκης πέθανε μικρός. Η κόρη του παντρεύτηκε τον αξιωματικό του στρατού Ηλία Γιαννακόπουλο, αλλά πέθαναν άτεκνοι. Ο Βαρδουνιώτης πέθανε στο Άργος και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι της Παναγιάς Άργους.

 

Φλογαΐτης  Ν. Θεόδωρος (Ναύπλιο 1840 ή 1848 – Αθήνα 1905) [14]

Νομομαθής πολιτικός και δημοσιογράφος. Ο πατέρας του Νικόλαος Φλογαΐτης ζούσε στην Οδησσό, ήταν νομομαθής, γλωσσομαθής, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21. Επί Καποδίστρια υπηρέτησε ως πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844. Κατόπιν έγινε πρόεδρος των εφετών στο Ναύπλιο έως το 1862. Ο Θεόδωρος Φλογαΐτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο κι εκεί πέρασε τα νεανικά του χρόνια. «Δεν είχε ακόμα ενηλικιωθεί όταν αγωνιζόταν με τ’ όπλο στο χέρι και με την πέννα από τις στήλες του «Συνταγματικού Έλληνα» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.

Κατά την πολιορκία του Ναυπλίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, γράφει η Ιστορία του Ελλ. Έθνους, το ηθικό των επαναστατών ήταν ακμαίο. Πολύ συντελούσαν σ’ αυτό τα άρθρα που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Συνταγματικός Έλλην» που είχε διευθυντή τον Θ. Φλογαΐτη, καθώς και οι φλογεροί λόγοι του πρωτοδίκη Π. Μαυρομιχάλη, που παρακινούσαν το λαό να συνεχίσει την άμυνα με όλη του τη δύναμη.

Μετά την μεταπολίτευση πήρε πτυχίο Νομικής και για ένα χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Χαλκίδα. Έγινε υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αλλά πολιτεύονταν στη Χαλκίδα. Το 1879 εξελέγη βουλευτής Χαλκίδας. Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Κουμουνδούρου. Το 1890 εξελέγη βουλευτής Ευβοίας.

Ο Φλογαΐτης αρθρογραφούσε. Με την πέννα του υπερασπίζονταν την ελευθερία του «προσώπου», της θρησκευτικής συνείδησης και του πολιτικού φρονήματος. Σ’ άλλο άρθρο του που το έγραψε τον Αύγουστο του 1900, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στην Ποι­κίλη Στοά του 1912 (σελ. 143-5) γράφει για «Το καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας προς τας εργατικάς τάξεις».

Επί Τρικούπη εξελέγη μέλος της επί του προϋπολογισμού επιτροπής. Ο Φλογαΐτης «δια πολυφύλλου εκθέσε­ως κατεδείκνυε το βάραθρον προς ο εφερόμεθα, προϊδών και προϊπών την επικειμένην χρεωκοπίαν». Προταθεί για καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά αυτός προτίμησε την δημοσιογραφία.

Έργα του: «Δικαστικός νόμος της Ελλάδος», «Οδηγός δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων» (1890), «Ναυτικόν Δίκαιον» (1893), «Πολιτική Δικονομία» (1894), «Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου» (1895), «Λεξικόν της Νομικής» (1900). Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Δικηγόροι Δήμαρχοι

 

  • Γ. Αντωνόπουλος (1837-1842)
  • Πολ. Ζαφειρόπουλος (1860-1862)
  • Κων. Ευθυμιόπουλος (1862-1866) (γεν. 1828-1885)
  • Γρ. Δημητριάδης (1878-1882)
  • Δημ. Τερζάκης (Αετός) (1899-1903)
  • Τάκης Φαρμακόπουλος (1914-1925)
  • Γεωργ. Μηναίος (Δικηγόρος και Συμβολαιογράφος) (1945)
  • Δημ. Αγ. Σαγιάς (1946-1966)
  • Βασ. Ρομποτής (1967) Διορισμένος από την Δικτατορική Κυβέρνηση
  • Κ. Κόκκινος (Δικαστής) 6 μήνες 1974-1975 Διορισμένος από τη δημοκρατική κυβέρνηση, Προσωρινός Δήμαρχος
  • Ν. Καράπαυλος (1975-1982)
  • Ιω. Μελίδης (1983-1986)

 

Ορισμένοι Δικηγόροι Βουλευτές και Υπουργοί

 

  • Δημ. Παπαδημητρίου (1946-1949, 1962-1967, Υφυπουργός Οικονομικών και Στρατιωτικών 1965-67)
  • Σπήλιος Βασιλείου (1981-85) (γεν. 1935)
  • Ιω. Μελίδης (1989-1997)
  • Πραξ. Μουτζουρίδης (1909) Εφημ. Αργολική 1920, Εφημ. Αντιπολίτευσις 1936 και 1946, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος Αναθ. Βουλής
  • Νικ. Καραπαύλος, Υπουργός Δικαιοσύνης (1899-1901)
  • Κων. Ευθυμιόπουλος (1865-1867, 1867-1868, 1869-1871, 1871-1872, 1873-1874, 1875-1879, 1878-1881)
  • Γερ. Μελισσινός (1932) (1867-1943)
  • Ιω. Μουτζουρίδης (Υπουργός – Γ.Δ. Κρήτης και Υπ. Εσωτερικών 1933-1934)

 

Πρόεδροι Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου

 

  • Υπάτιος Αυγερινός (1884-1886)
  • Κων. Φαρμακόπουλος (1886-1893)
  • Ιω. Πολίτης (1893-1898)
  • Ιω. Πετρίδης
  • Σπ. Γιαννόπουλος (1913-1933) (Δικαστική Εφημερίς 1890-1900, 1922 Υπ. Δικαιοσύνης, 1854-1933, Δικηγ. 1877)
  • Γεωργ. Η. Μηναίος (1933-…)
  • Κων. Πετρίδης (1938-1945) Γάιος
  • Πραξ. Μουτζουρίδης (1945-…)
  • Μιχ. Στάμος (δεκαετία του ’50 και ’60)
  • Ηλίας Μπέζας (1967-1974, διορισμένος από τη δικτατορική κυβέρνηση)
  • Στέφανος Μακρής (1974-1977)
  • Τάκης Μελισσηνός (1977-1980) (γεν.1910-1994)
  • Αναστ. Βάθης  (1980-1983)
  • Δημήτριος Γκιόλας (1984-1996, 4 θητείες)
  • Παρασκ. Αυγουστόπουλος (1996-2005, 3 θητείες)
  • Θεοδ. Καζάς (2005-σήμερα)

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV

Ορισμένοι Δικηγόροι εκ του Μητρώου του Συλλόγου (από το 1905)

 

 

  Χρόνος διορισμού, όρκου ή μεταθέσεως Καταγωγή Δικηγόρου Παρατηρήσεις

1.

Κωνσταντίνος Ιωάννου Πετρίδης 26-12-1905

Ωρκίσθη 18-6-1906

Ναύπλιο Απεβίωσε 26-8-1950

Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου

Κηδεία 27-8-1950 δαπάναις Δικηγορικού Συλλόγου

2.

Μιχαήλ Χ. Στάμου 19-1-1907

Ωρκίσθη 27-1-1907

Άργος Παραιτήθη 1-7-1968

Επίτιμος Δικ. και Επίτιμος Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου

8.

Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης Ωρκίσθη 18-10-1911 Ναύπλιο Παραιτήθη 14-11-1951 Β.Δ.

10.

Δημ. Αγγ. Σαγιάς 5-10-1919

19-1-1921 Β.Δ.

Ωρκίσθη 27-1-1921

Ναύπλιο Παραιτήθη 29-11-1957

Απεβίωσε 25-12-1966

12.

Ιωάννης Βασ. Δρούγας 20-6-1922 Β.Δ.

Ωρκίσθη 24-8-1922

  Απεβίωσε 24-3-1950

13.

Παναγιώτης Γιαννιάς Β.Δ. 8-9-1923

Ωρκίσθη 30-5-1923

10-5-1923

Ναύπλιο Παραιτήθη 30-11-1965

14.

Κων. Παν. Βραχνός Β.Δ. 9-5-1924

Ωρκίσθη 2-6-1924

  Παραιτήθη 22-5-1968

 

Στεφ. Ιω. Μακρής 6-2-1925 Άργος Παραιτήθη

16.

Γρηγ. Κων. Κούλουμπος 20-5-1925 Διατ.

Ωρκίσθη 10-6-1925

Αργος Παραιτήθη Β.Δ. 10-12-1966

18.

Ηλίας Ευάγγ. Παπαδάκης 21-8-1925 Διατ.

Ωρκίσθη 16-9-1925

Ναύπλιο Απεβίωσε 25-8-1961

21.

Αθαν. Ιω. Τερζάκης 28-10-1926 Διατ.

Ωρκίσθη 15-11-1926

Ναύπλιο Απεβίωσε 16-10-1955

 

Χρ. Ν. Καρούζος 6-4-1927 Άργος Παραιτήθη 14-5-1968

34.

Παν. Γερ. Μελισσινός 27-6-1932 Διατ.

Ωρκίσθη 15-7-1932

Ναύπλιο Παραιτήθη 23-4-1990

35.

Δημ. Αθαν. Παπαδημητρίου Διατ. 14-11-1934

Ωρκίσθη 5-12-1934

Ναύπλιο Μετατέθη Αθήνα 7-2-1967

36.

Πέτρος Ν. Κομνηνός Διατ. 28-3-1935

Ωρκίσθη 19-4-1935

Ναύπλιο Απεβίωσε 14-4-1970

39.

Γεώργιος Κων. Μηναίος Διατ. 24-3-1936

Ωρκίσθη 20-4-1936

Ναύπλιο Διωρίσθη συμβολαιογράφος 30-6-1954

40.

Δημ. Σωτ. Μανιάτης 16-4-1936

Διατ. 4-4-1936

Ωρκίσθη 24-4-1936

Ναύπλιο Διαγρ. παραιτηθείς 20-9-1967

41.

Ιωάννης Γεωργ. Ροζάκης 5-6-1937

Ωρκίσθη 28-6-1937

Ναύπλιο Παραιτήθη 16-4-1963 Β.Δ.

47.

Νικ. Κων. Καραπαύλος Β.Δ. 24-2-1939

Ωρκίσθη 15-3-1939

Ν Συνταξιοδοτήθηκε 24-8-1993

48.

Αθαν. Θεοδ. Θεοφανόπουλος Β.Δ. 6-9-1939

Ωρκίσθη 2-10-1939

Ν Παραιτήθη 24-10-1977

57.

Αναστάσιος Β. Βάθης 31-10-1940 Β.Δ. Ν Απεβίωσε 4-2-1981

59.

Παν. Γ. Μητρομάρας 4-10-1943

Ωρκίσθη 30-10-1943

Ν Παραιτήθη 2-7-1985

60.

Ηλ. Χρ. Μπέζας Β.Δ. 7-3-1946

Ωρκίσθη 10-4-1946

Ν Παραιτήθη 6-12-1999

64.

Γεωργ. Θ. Αγγελίδης 27-3-1909 (ΦΕΚ 7420/2-4-1909) Ν Παραιτήθη 25-10-1916 Διατ.

66.

Δημ. Νικ. Λυκίδης Β.Δ. 31-12-1947

 

Ν Απεβίωσε 17-3-1984

69.

Θεοδόσιος Κων. Κωστούρος Β.Δ. 21-12-1949

Ωρκίσθη 18-1-1950

Ν Διαγρ. 17-11-1999

Απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης

71.

Ιπποκράτης Δημ. Ορφανός Μετετέθη εκ του Πρωτ. Αθηνών

Β.Δ. 7-2-1951

Ν Πρωτοδ. Σάμου 15-6-1932

Ειρηνοδίκης Πλωμαρίου

Μετετέθη Ειρηνοδίκης Πεύκου Βιάννων 1937

73.

Γεωργ. Ιω. Ουλής Β.Δ. 6-8-1951 Ν Παραιτήθη 19-3-1989

74.

Παναγιώτης Γεωρ. Ρούβαλης Β.Δ. 9-11-1951  (Δημοσιεύτηκε ΦΕΚ 309/22-12-1951, Τευχ. Γ’)

Ωρκίσθη 8-12-1951

Ν Διορίσθη  Συμβολαιογράφος

Β.Δ. 8-2-1966

ΦΕΚ 49/16-2-1966 Πρωτοδικείο Αθηνών

78.

Ευάγγελος Κ. Λυμπέρης Β.Δ. 3-12-1952 Ν Απεβίωσε 8-6-1976

95.

Βασ. Σπ. Ρομποτής Δ. 16-3-1958

Ωρκίσθη 31-3-1958

Ν Ωρκίσθη Δήμαρχος Ναυπλίου 28-12-1966

100.

Ιωάννης Αναστ. Μελίδης Β.Δ. 16-8-1959 Ν  

104.

Απ. Πλατ. Μπότσος Β.Δ. 14-9-1960 Ν Διεγράφη ως Έμμισθος Πάρεδρος Πρωτοδικείου Αθηνών 8-3-1962

125.

Παν. Κων. Χελιώτης Β.Δ. 11-8-1964 Ν  

136.

Σπήλιος Ανδρ. Βασιλείου Β.Δ. 5-9-1966 Ν  

 

Παράρτημα V

Δήμαρχοι Ναυπλιέων

Σημειώνονται οι εξ αυτών δικηγόροι

 

1. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ (1835-1837 και 1852-1848).

Το 1828 διετέλεσε γερουσιαστής. Υπήρξε σύζυγος  της γνωστής για την αντιοθωνική της δράση αλλά και για το φιλανθρωπικό της έργο, Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Το σπίτι τους στην τότε πλατεία Πλατάνου, τη σημερινή πλατεία Συντάγματος Ναυπλίου (στη θέση του κτιρίου της Εθνικής Τράπεζας) υπήρξε το πολιτικό και κοινωνικό κέντρο της εποχής τους.

2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (1837-1842).

Καταγόταν από παλαιά οικογένεια του Ναυπλίου, της οποίας πολλά μέλη διακρίθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821. Ήταν οπλαρχηγός και πολιτικός. Ο Ιωάννης Καπο­δίστριας τον εκτιμούσε πάρα πολύ και τον αποκαλούσε «επιφανέστατον Έλληνα».

3. ΛΥΜΠΕΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1848-1852).

4. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1852-1854 και 1856-1860).

Η καταγωγή του ήταν από τη Δημητσάνα.  Εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων είχε διατελέσει πρόξενος της Ιταλίας και τιμήθηκε με πολλά παράσημα.

5. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΡΑΤΟΣ (1854-1856).

6. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (1860-1862).

7. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΤΡΟΣ (1862-1862).

Ήταν κτηματίας από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας κατά την περίοδο 1856-1859. Εκλέχτηκε Δήμαρχος Ναυπλίου το 1862 αμέσως μετά την καταστολή του κινήματος εναντίον του Όθωνα, που έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Ναυπλιακά». Παρέμεινε στο Δημαρχιακό αξίωμα έως την εκθρόνιση του Όθωνα στις 12 Οκτωβρίου 1862. Με τον ήπιο χαρακτήρα του και τη δημοτικότητά του, κατόρθωνε να μετριάζει τις διαφορές που δημιουργούνταν, κατά την ανώμαλη εκείνη περίοδο, μεταξύ Στρατιωτικών και Αστυνομικών.

8. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ (1862-1866).

Δικηγόρος από το Ναύπλιο. Ο Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος διετέλεσε Δημοτικός Αστυνόμος και πήρε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 εναντίον του Όθωνα. Στις 13 Οκτωβρίου 1862, την επομένη της παραίτησης του βασιλέως και της ανα­χώρησής του για την Γερμανία ανακηρύχθηκε «δια βοής» Δήμαρχος Ναυ­πλιέων και παρέμεινε στο δημαρχιακό αξίωμα ολόκληρη την τετραετία 1862-1866. Εκλέχτηκε επίσης και πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την εκθρόνιση του Όθωνα.

9. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΩΤΣΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1866-1878 και 1883-1890).

Ήταν γιατρός και η καταγωγή του ήταν από το Ναύπλιο. Εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ (1878-1882).

Πρόκριτος του Ναυπλίου, δικηγόρος. Το Φεβρουάριο του 1862 έγινε μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής, η οποία συστήθηκε στο Ναύπλιο για την υποστήριξη του κινήματος του γνωστού ως «Ναυπλιακά»· υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Ναύπλιο, επειδή δεν ήταν μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών, που αμνηστεύθηκαν με Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα. Μετά την επάνοδό του εκλέχθηκε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, λίγο μετά την εκθρόνιση του Όθωνα, πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα.

11. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (1891-1895 και 1895-1899).

Γιατρός από το Ναύπλιο, που πρόσφερε πολλά για την ανάπτυξη της πόλης. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Εξωτερικό με την υποστήριξη της βασίλισσας Αμαλίας, επειδή ο πατέρας του Νι­κόλαος Γιαννόπουλος ήταν ράπτης στην Αυλή του Όθωνα και της Αμαλίας. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία μετά τη λήξη της θητείας του ως δημάρχου. Το τριώροφο σπίτι της οικογένειας Γιαννόπουλου που οικοδομήθηκε το 1890, παραμένει πάντα όρθιο και επιβλητικό στην πλατεία Συντάγματος, χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό δείγμα της εποχής.

12. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β. ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1903-1907 και 1907-1914).

Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Παρίσι. Εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων διετέλεσε και Πρόξενος της Ιταλίας με τιμητικές διακρίσεις.

13.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ (1899-1903).

Ήταν πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Ήταν δικηγόρος, ενώ είχε διατελέσει βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος.

14. ΤΑΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1914-1925).

Προερχόταν από σπουδαία Αναπλιώτικη οικογένεια επιστημόνων, πολιτικών και δημοτικών αρχόντων, που έδρασαν στο διάστημα από το 1830 μέχρι το 1940 και πρόσφεραν πολλά στην πόλη του Ναυπλίου.

15. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΟΦΡΩΝΗΣ (1925-1929).

Ήταν στρατιωτικός γιατρός. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1917-1923) και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του γενικού αρχίατρου.

16. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Θ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1929-1934 και 1945-1946).

17. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΗΝΑΙΟΣ (1934-1944).

Γεώργιος Μηναίος

Γεώργιος Μηναίος

Ήταν γιατρός και εκτός από Δήμαρχος Ναυπλιέων διετέλεσε βουλευτής και γερουσιαστής. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι. Συνελήφθη το φθινόπωρο του 1943 από τα στρατεύματα Κατοχής και κρατήθηκε σε στρατόπεδο ομήρων. Έξι μήνες μετά τη σύλληψή του αρρώστησε και αφέθηκε ελεύθερος, αλλά σύντομα η ασθένειά του τον έφερε στον τάφο, τον Μάϊο του 1944.

 18. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΑΓΙΑΣ (1946-1966).

Δικηγόρος με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ως Δήμαρχος Ναυπλιέων διακρίθηκε για την πολιτιστική του δραστηριότητα. Η μακροχρόνια θητεία του στο Δήμο τιμήθηκε με χάλκινη προτομή του, που στήθηκε στην πλατεία Αρβανιτιάς.

19. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ (1967-1967), δικηγόρος.

20. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΤΡΟΜΑΡΑΣ (1967-1973), πτυχιούχος νομικής.

21. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (1973-1974), αρχιτέκτων.

22. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1974-1975), δικαστικός.

Μετέπειτα Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Διετέλεσε Δήμαρχος Ναυπλιέων το έτος 1974, αμέσως μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, με την ιδιότητα ταυτόχρονα του εφέτη στο αντίστοιχο Δικαστήριο Ναυπλίου.

23. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ (1975-1982), δικηγόρος.

Ήταν ανιψιός του Τάκη Καράπαυλου, του μεγάλου δωρητή του Δήμου Ναυπλιέων και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Καραπαύλων, πολεμιστών και πολιτικών από τη Μεσσηνία.

24. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΛΙΔΗΣ (1983-1986), μετέπειτα βουλευτής Αργολίδος, δικηγόρος Ναυπλίου.

25. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΗΛ. ΤΣΟΥΡΝΟΣ (1987-1991 και 1991-1996), πολιτικός μηχανικός και Βουλευτής Αργολίδος.

26. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΡΑΜΗΣ (1996-1998), οδοντίατρος, γόνος της μεγάλης οικογένειας του Ναυπλίου.[15]

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 
 
Υποσημειώσεις


[1] Σύνταγμα, 14-11-1910.

[2] Σύνταγμα, ο.π.

[3] Θεοδόσιος Π. Δημόπουλος,  Ιστορία του Ναυπλίου, Εισαγωγή – Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης, τόμος Β’, 2010, σελ. 416-418.

[4] Βασ. Κ. Δωροβίνης, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, Νομικό Βήμα, τ. 29, Αθήνα, 1981

[5] Χαράλαμπος Κύρκος, Θεόδωρος Φλογαΐτης, Ένας ανυποχώρητος μαχητής της συνταγματικής νομιμότητας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2009, σελ. 34

[6] Λύντια Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις…, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003 όπου υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για το Δικηγ. Σύλλογο Ναυπλίου, σελ. 387-392.

[7] Εφημερίς «Σύνταγμα», 4-3-1909.

[8] Σύνταγμα, 1-8-1910.

[9] Λύντια Τρίχα, ο.π., σελ. 392.

[10] Λύντια Τρίχα, Δικηγορείν εν Αθήναις…, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2003 όπου υπάρχει ειδικό κεφάλαιο για το Δικηγ. Σύλλογο Ναυπλίου. Οι πίνακες δικηγόρων του 19 ου αιώνα στις σελ. 392-393.

[11] Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάνικα, τόμος, 27, σελ. 371

[12] Μάρω Βουγιούκα- Νέλλυ Χρονοπούλου, Οδωνυμικά του Ναυπλίου, Εκδ. Δήμου Ναυπλιέων, 1991, σελ., 84-85

[13] Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, λήμμα Βαρδουνιώτης.

[14] Αργολική Βιβλιοθήκη, λήμμα Φλογαΐτης

[15] Βίκυ Ελενοπούλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, τόμος IV (2000)

 

Read Full Post »

Μια Εύγλωττη Σύγκρουση –  Στρατώνες Καποδίστρια στο  Άργος, κράτος, δήμος, κόμματα, φορείς και πολίτες


 

 Μια Εύγλωττη Σύγκρουση –  Στρατώνες Καποδίστρια στο  Άργος, κράτος, δήμος, κόμματα, φορείς και πολίτες. Άρθρο του Βασίλη Δωροβίνη στο βιβλίο, «Το Οικολογικό Κίνημα στην Ελλάδα», Εκδόσεις: Μετά τη βροχή, Αθήνα, 1987.

Τον Μάρτιο του 1987 συμπληρώθηκαν ακριβώς δέκα χρόνια από τη δημιουργία του θέματος γύρω από την κατεδάφιση ή δια­τήρηση και αξιοποίηση του ιστορικού κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια στην πόλη του Άργους. Το θέμα αυτό δημιουργήθηκε με την απόφαση της 5 Μαρτίου 1977 του Δημοτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε η κατεδάφιση «των παλαιών κτισμάτων των στρατώνων», ώστε κατόπιν… να ήταν δυνατό να προγραμματιστεί τι θα γίνει ο χώρος τους. Με την απόφαση αυτή δημιουργήθηκαν οι πρώτες αντιδράσεις εκ μέρους των πολιτών, που κατέληξαν σε σύγκρουση διαρκείας, με απήχηση, στην αρχή, και με διαστάσεις, κατόπιν, που πήραν πανελλήνιο χαρακτήρα, ενώ το θέμα ερχόταν και σε γνώση διεθνών οργανισμών.

 

Πρόχειρο σχέδιο των Στρατώνων που δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό «The Graphic» (20.1.1877) και στο γαλλικό «L᾿  Illustration» (27.1.1877).

Πρόχειρο σχέδιο των Στρατώνων που δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό «The Graphic» (20.1.1877) και στο γαλλικό «L᾿ Illustration» (27.1.1877).

 

Σήμερα, με την απόσταση του χρόνου, μπορούμε να βεβαιώ­σουμε ότι η σύγκρουση γύρω από τους Στρατώνες Καποδίστρια εξελίχθηκε σε πολύ χαρακτηριστική διεργασία κοινωνικών αντιπαρα­θέσεων, με αφορμή ένα θέμα περιβαλλοντικό το οποίο έφερε στην επιφάνεια όλη τη διαδικασία κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε μια τυπική επαρχιακή πόλη της σημερινής Ελλάδας, αλλά και τον καθο­ριστικό ρόλο των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων που ενεπλάκησαν στη σύγκρουση. Πέρα από αυτό, και μόνον η αρθρογραφία του αθηναϊκού τύπου για το θέμα μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι εκτός, ίσως, από το θέμα του δελφικού τοπίου, στις οξείες φάσεις του, κανένα άλλο θέμα περιβαλλοντικό ή προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς δεν κράτησε τόσο ζωηρό το ενδιαφέρον των έντυ­πων μέσων ενημέρωσης επί μια ολόκληρη δεκαετία.

Για τη συνέχεια του άρθρου του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Μια Εύγλωττη Σύγκρουση – Στρατώνες Καποδίστρια στο Άργος.

 

Read Full Post »

Η ανάγκη εκπαίδευσης της οικογένειας του νεαρού Παραβάτη στο Πλαίσιο Δομών Πρόληψης και Προαγωγής της Υγείας: Η περίπτωση των Σχολών Γονέων


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Βασιλικής Ιωαννίδη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα:

«Η ανάγκη εκπαίδευσης της οικογένειας του νεαρού Παραβάτη στο Πλαίσιο Δομών Πρόληψης και Προαγωγής της Υγείας: Η περίπτωση των Σχολών Γονέων

 Στο παρόν άρθρο αναπτύσσεται το θέμα της «επιστημονικής παρέμβασης», όσον αφορά στη στήριξη και την εκπαίδευση των ανήλικων παραβατών και των οικογενειών τους με τη βοήθεια κατάλληλου και εξειδικευμένου προσωπικού, μέσα από τη δημιουργία «ειδικών» δομών σε επίπεδο «πρόληψης, προαγωγής της υγείας, εκπαίδευσης, επικοινωνίας, συμβουλευτικής, επαγγελματικής κατάρτισης, ψυχαγωγίας και στέγασης». Η ύπαρξη ενός τέτοιου παράλληλου εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού πλαισίου θα αποσκοπεί στην οργάνωση μιας προληπτικής πολιτικής, βασισμένης στην εκπλήρωση εκπαιδευτικών, μορφωτικών και θεραπευτικών αναγκών ατόμων με «δυσλειτουργικές» οικογένειες, μέσω της ανάδειξης σωστά οργανωμένων ενδοοικογενειακών σχέσεων.

Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με την οργάνωση και τη λειτουργία «Σχολών Γονέων». Οι στόχοι μιας τέτοιας στρατηγικής θα αφορούν: α) στην ενίσχυση της λειτουργίας της οικογένειας του ανήλικου παραβάτη, β) στην οικοδόμηση καλύτερων οικογενειακών σχέσεων μέσα από την ενδυνάμωση του γονεϊκού ρόλου, και γ) στην παροχή συνεχιζόμενων υπηρεσιών για να προληφθεί η επανάληψη του προβλήματος. Η καταπολέμηση συμπτωμάτων προ-παραβατικής ή παραβατικής συμπεριφοράς μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ανάπτυξη δομών πρόληψης και προαγωγής της υγείας, ώστε να επιτύχουμε την αξιοποίηση του ενεργητικού δυναμικού του ανηλίκου και της οικογένειάς του κατά ωφέλιμο κοινωνικά τρόπο.

 

Το μη έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον για το σωφρονιστικό ζήτημα και οι μειωμένες οικονομικές παροχές υπήρξαν οι δύο βασικοί λόγοι για τη στασιμότητα της βελτίωσης του σωφρονιστικού συστήματος. Χαρακτηριστικοί δείκτες για την ανάλυση της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα μας είναι τα ποσοστά των εγκλειομένων στα Καταστήματα κράτησης, η ελλιπής υλικοτεχνική υποδομή, η ανεπαρκής στελέχωση, καθώς και η ίδια η εκπαίδευση του προσωπικού. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να αναφερθούν «σημεία ευαισθησίας» σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, όσον αφορά στις σύγχρονες νομοθετικές ρυθμίσεις. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν πορίσματα εμπειρικών ερευνών σχετικά με την αποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού συστήματος(1).

Συγκεκριμένα, το παρόν άρθρο στηρίζεται σε μία ευρύτερη εμπειρική έρευνα, η οποία διεξήχθη στα τρία Ιδρύματα Αγωγής ανηλίκων της χώρας μας, κατά το έτος 1997(2). Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ένας από τους πρωταρχικούς παράγοντες αποτυχίας στη διαδικασία της κοινωνικής επανένταξης των ανήλικων παραβατών είναι η έλλειψη παράλληλης με αυτούς στήριξης και εκπαίδευσης της οικογένειάς τους. Αυτός, ακριβώς, ο παράγοντας στάθηκε το αφετηριακό σημείο του προβληματισμού μου για την αναζήτηση μιας νέας προσέγγισης, όσον αφορά στην ανάπτυξη της κοινωνικής υπευθυνότητας και συμμετοχής τόσο του ανήλικου παραβάτη όσο και της οικογένειάς του.

Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος της οικογένειας για την εξέλιξη του ανηλίκου, και ιδιαίτερα του ανηλίκου με παραβατική συμπεριφορά, μπορεί να συνοψιστεί στα εξής βασικά σημεία:

  • Ο ρόλος της οικογένειας (3) στην κοινωνική ένταξη των ανηλίκων είναι πρωταρχικής σημασίας.
  • Ένας από τους κυρίαρχους λόγους που δεν επιτυγχάνεται η κοινωνική (επαν)ένταξη των ανηλίκων που εξέρχονται από τα Ιδρύματα Αγωγής είναι η επάνοδός τους στο ίδιο νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον (4).

Η εξέλιξη, ιδιαίτερα, του παράγοντα της σχέσης του ανήλικου παραβάτη με την οικογένειά του περικλείει μία ολόκληρη προβληματική, πλευρές της οποίας βρίσκουμε στις ακόλουθες επισημάνσεις:

  1. Η κοινωνική προσαρμογή του ανθρώπου αποτελεί συνισταμένη, συνιστώσες της οποίας μπορούν να χαρακτηριστούν τόσο ο εσωτερικός δυναμισμός του ατόμου όσο και το αποτέλεσμα των επιδράσεων που ασκούνται στο άτομο από το εξωτερικό περιβάλλον, στο οποίο ζει (5).
  2. Η προώθηση μιας δυναμικής πολιτικής για τη διαμόρφωση της σχέσης «ανηλίκου και οικογένειας» είναι περισσότερο επιβεβλημένη για νεαρά άτομα με δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής (6) στα διάφορα επίπεδα επανένταξης: το οικογενειακό, το επαγγελματικό, το εργασιακό και το ευρύτερα κοινωνικό.
  3. Η προστασία και η διαφύλαξη, ωστόσο, της σχέσης του «ανήλικου παραβάτη και της οικογένειάς του» απαιτεί μία ευρεία σύνθεση στρατηγικών ενημέρωσης, σε επίπεδο μείωσης παραγόντων επικινδυνότητας, μέσα από τη διεξαγωγή προγραμμάτων βασισμένων στην πρόληψη.

Γενικά, κάνοντας λόγο για στρατηγικές πρόληψης εννοούμε ένα ευρύ πλάνο προγραμμάτων μέσα από συντονισμό ενεργειών σε πολλαπλά επίπεδα, όπως η οικογένεια, το σχολείο, διάφοροι κοινωνικοί φορείς και η κρατική παρέμβαση. Όμως, τέτοιου είδους υποστηρικτικές δραστηριότητες θα πρέπει να έχουν ως άξονες αναφοράς: 

  • τη συνειδητοποίηση του κοινού για δραστηριότητες πρωτογενούς πρόληψης,
  • την ενθάρρυνση και τη δημιουργία ευκαιριών στους νέους,
  • την παρέμβαση υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης,
  • τη βελτίωση των εκπαιδευτικών σχεδιασμών.

Πεποίθησή μας είναι ότι η αγωγή με σκοπό την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας μπορεί να επιτευχθεί με αγωγική διαδικασία, όπου η κοινωνική ένταξη του ατόμου θα επιτυγχάνεται με ενέργειες μέσα στο σχολικό αλλά και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Η άποψή μας αυτή ενισχύεται από τη γενικότερη θέση ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μπορούν να είναι μέτρα ειδικής πολιτικής για τους νέους, μέτρα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, μέτρα οικογενειακής πολιτικής, καθώς και μέτρα νομοθετικού και οργανωτικού περιεχομένου (7).

Έτσι, εκτιμούμε ότι οι παραπάνω δραστηριότητες, για να υπάρξουν και να συνυπάρξουν, προαπαιτούν ένα πολυδύναμο σύστημα-πλέγμα υποστηρικτικών υπηρεσιών, το οποίο θα χαρακτηρίζεται: 

  1. από την εκπαίδευση για την υγεία μέσα στην κοινότητα με βασικές συνιστώσες την υπευθυνότητα και τη συμμετοχή των ίδιων των μελών της κοινωνίας στη διαδικασία μάθησης για τη βελτίωση της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής υγείας τους (8),
  2. από τη δημιουργία ενός θεραπευτικού περιβάλλοντος, του οποίου η φιλοσοφία θα επικεντρώνεται στον κοινωνικό επαναπροσδιορισμό και την κοινωνική ένταξη του ατόμου, με τους γονείς ως συντρόφους στη θεραπευτική διαδικασία, και
  3.  από συνεχιζόμενη παρακολούθηση των ατόμων που οδηγούνται στις εν λόγω υπηρεσίες.

Κύριος σκοπός ενός τέτοιου συστήματος θα είναι η παρέμβαση στη στήριξη και την εκπαίδευση της οικογένειας του ανήλικου παραβάτη και της οικογένειάς του, όπου ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε θέματα διαμόρφωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας και παράλληλης διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού οικογενειακού κλίματος. Βασική συνιστώσα, όπως προαναφέραμε, ενός τέτοιου πλαισίου για την παράλληλη εκπαίδευση ανηλίκου και οικογένειας, πιστεύουμε πως θα πρέπει να αποτελέσει και η Εκπαίδευση για την Υγεία. Η εκπαίδευση για την υγεία συνιστά διαδικασία που προϋποθέτει κινητοποίηση του πληθυσμού για την προστασία της υγείας του, σωματικής και ψυχικής, σύνολο δραστηριοτήτων που θα ενθαρρύνουν τον πληθυσμό να θέλει να είναι υγιής και να γνωρίζει πώς θα παραμείνει υγιής, καθώς και μια συνολικότερη κοινωνικο-οικολογική αντίληψη που θα σέβεται την αλληλεπίδραση βιολογικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων.

Κάτι τέτοιο σημαίνει ενεργοποίηση της υπευθυνότητας του πολίτη μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες, ευπλαστότητα προγραμμάτων και ευκαιρίες δράσης σε διεπιστημονική βάση (9). Επιπλέον, η σύγχρονη πολιτική της Εκπαίδευσης για την Υγεία δίδει έμφαση στους τομείς της πρόληψης, προαγωγής και ανάπτυξης μιας κοινωνικής αντίληψης για την Υγεία. Ιδιαίτερα, η Προαγωγή της Υγείας νοείται ως διαδικασία που δίδει τη δυνατότητα στα άτομα να ελέγχουν και βελτιώνουν την υγεία τους. Το ίδιο το άτομο, δηλαδή, εκπαιδεύεται, ώστε να αναλάβει συνειδητά την ευθύνη για την ποιότητα της ζωής του (10).

Επιπλέον, στο πλαίσιο μιας κρατικής μέριμνας για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας*, θεωρούμε άκρως αναγκαία την εκπαίδευση των ανήλικων παραβατών και των οικογενειών τους, με τη βοήθεια κατάλληλου και εξειδικευμένου προσωπικού, μέσα από τη δημιουργία «ειδικών» δομών σε επίπεδο πρόληψης, προαγωγής της υγείας, εκπαίδευσης, επικοινωνίας, συμβουλευτικής, επαγγελματικής κατάρτισης, ψυχαγωγίας και στέγασης. Ιδιαίτερα, η οργάνωση και η λειτουργία Σχολών Γονέων σε τέτοιες δομές θεωρούμε ότι μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση επιτυχίας για: 

  • την ενίσχυση της λειτουργίας της οικογένειας του ανήλικου παραβάτη, 
  • την οικοδόμηση καλύτερων οικογενειακών σχέσεων μέσα από την ενδυνάμωση του γονεϊκού ρόλου, και 
  • την παροχή συνεχιζόμενων υπηρεσιών για να προληφθεί η επανάληψη του προβλήματος.

Συνεπώς, η ύπαρξη ενός παράλληλου εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού πλαισίου θα αποσκοπεί στην οργάνωση μιας προληπτικής πολιτικής, βασισμένης στην εκπλήρωση εκπαιδευτικών και θεραπευτικών αναγκών ατόμων με «δυσλειτουργικές» οικογένειες, μέσω της ανάδειξης σωστά οργανωμένων ενδοοικογενειακών σχέσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να επιτύχουμε την πρόληψη τέλεσης αξιόποινων πράξεων από νεαρά άτομα και την κοινωνική αποκατάσταση ατόμων που έχουν τελέσει αξιόποινη πράξη μέσα σε ένα υγιές οικογενειακό κλίμα.

Συνολικά, η δημιουργία ενός τέτοιου εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού πλαισίου υπαγορεύεται από την ανάγκη: 

• μιας γενικής καθοδήγησης και επιμόρφωσης των γονέων σε γενικά και ειδικά θέματα οικογενειακής ζωής, ψυχικής υγιεινής και ενδοοικογενειακών σχέσεων, καθώς και

• ευαισθητοποίησης και συνεχούς ενημέρωσης αυτών από ειδικούς επιστήμονες, όσον αφορά στη σχέση τους με τον εαυτό τους, το έτερο των συζύγων, τα παιδιά τους, με το σχολείο και το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον.

Κύρια λειτουργία της συμβουλευτικής και της ψυχολογικής υποστήριξης θα είναι η αντιμετώπιση των προσωπικών και των οικογενειακών προβλημάτων. Τέτοιου είδους προβλήματα είναι αυτά που απορρέουν από τη μεταβατικότητα της εκάστοτε ηλικιακής φάσης, ζητήματα σχετικά με τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, προβλήματα που απορρέουν από ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, θέματα σχετικά με τη διδακτική διαδικασία και τη μαθησιακή πορεία των παιδιών καθώς και τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου τους (11).

Ωστόσο, η δημιουργία τέτοιων νομοθετικών ρυθμίσεων, θεσμικών αλλαγών και τεχνικών επέμβασης από την πλευρά της Πολιτείας θα πρέπει να καθορίζεται από το σκεπτικό της κοινωνικής ένταξης του ανήλικου παραβάτη μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής του ταυτότητας (12). Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μέσα από τη συμμετοχή του σε κοινωνικές δραστηριότητες αποκατάστασης, όπως προγράμματα κοινωφελούς εργασίας (13), προκειμένου να επιτευχθεί η απεξάρτησή του από αρνητικές συνήθειες και πράξεις.

Κατακολουθίαν, οι Σχολές Γονέων (14) μπορούν:  

  • να αξιοποιήσουν την υπάρχουσα επιστημονική γνώση παρέχοντας, έτσι, παράλληλη στήριξη και εκπαίδευση στον ανήλικο παραβάτη και στην οικογένεια του,
  • να συνδέσουν τη γνώση με τις κοινωνικές ανάγκες δίδοντας, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, έμφαση στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα νεανικής παραβατικότητας,
  • να συμβάλουν σε ένα αποτελεσματικότερο καθεστώς από το υπάρχον,
  • να διατυπώσουν νέες προτάσεις που θα προκύπτουν από την εμπειρία τους.

Συνολικά, θέλουμε να επιμείνουμε στην ανάγκη της θεσμοθέτησης και της αναγνώρισης σταθερών θεσμών προετοιμασίας, εκπαίδευσης, συμβουλευτικής και στήριξης των νεαρών παραβατών και των οικογενειών τους. Πιστεύουμε ότι το εφαρμοζόμενο ιδρυματικό και εξω-ιδρυματικό σύστημα περίθαλψης των νέων με παραβατική συμπεριφορά έχει ανάγκη από τη δημιουργία ενός ανοικτού -ή μη- πλαισίου εκπαιδευτικής παρέμβασης. Η αναγνώριση της αξίας που έχει μία επιστημονική παρέμβαση για την παράλληλη στήριξη και εκπαίδευση του νεαρού παραβάτη και της οικογένειάς του είναι προφανής. Πεποίθησή μας είναι ότι ένα τέτοιο εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό πλαίσιο μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην αποτροπή μιας περαιτέρω ποινικής εμπλοκής του ανήλικου παραβάτη, εφόσον πραγματώνεται τόσο στο επίπεδο των προσωπικών του αναγκών όσο και στο επίπεδο της διαμόρφωσης της κοινωνικής οντότητας της οικογένειάς του.

Συνεπώς, η καταπολέμηση συμπτωμάτων προ-παραβατικής ή παραβατικής συμπεριφοράς μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ανάπτυξη δομών πρόληψης και προαγωγής της υγείας, ώστε να επιτύχουμε την αξιοποίηση του ενεργητικού δυναμικού του ανηλίκου και της οικογένειάς του κατά ωφέλιμο κοινωνικά τρόπο. Η έμφαση στην εκπαίδευση και στην προαγωγή της υγείας του ανήλικου παραβάτη και της οικογένειάς του, μέσα από Κέντρα, Προγράμματα και Υπηρεσίες επικοινωνίας με ειδικευμένη μεθοδολογική προσέγγιση, καθώς και μέσω της καλύτερης ειδίκευσης των νέων επαγγελματιών σε τεχνικές προσέγγισης, υποστήριξης και επικοινωνίας, μπορεί να θέσει τους νεαρούς παραβάτες υπόχρεους κοινωνικής συμμετοχής και συσχέτισης (15).

Όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την επιτυχία αυτών των προσεγγίσεων χωρίς την κατάλληλη συναισθηματική υποστήριξη του ανηλίκου και τη δημιουργία υγιούς αυτοσυναισθήματος, με άξονες την αυτογνωσία, την αυτοεκτίμηση και την αυτοσυνειδησία, με σκοπό τη συναισθηματική, την ψυχική και την κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου. Η παραπάνω συμβουλευτική και διδακτική παρέμβαση ενέχει και το στοιχείο, παιδευτικό και θεραπευτικό, της αγάπης. Αυτό, ακριβώς, το στοιχείο συντείνει στη βίωση του συναισθήματος της αγάπης από το παιδί και αποτελεί υπέρβαση, μέσω της λύτρωσης του νέου, πέρα από επιστημονική παρέμβαση και ορθολογική μεσολάβηση και προσπάθεια (16).

 

Υποσημειώσεις


 

*Το παρόν άρθρο σε μια πρώιμη μορφή αποτέλεσε εισήγηση κατά τη διεξαγωγή των εργασιών Πανελληνίου Πανεπιστημιακού Συνεδρίου με θέμα: “Σχολές Γονέων: Επιστημονική παρέμβαση στη στήριξη και εκπαίδευση της οικογένειας. Εμπειρίες-προοπτικές”, Aula Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 8-10 Οκτωβρίου 1999.

1 Βλ. Έ. Π. Λαμπροπούλου, «Η “αντιμετώπιση” του σωφρονιστικού προβλήματος από την ελληνική σωφρονιστική πολιτική: More of the same or the same is different?», Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τχ. 5-10 (Δεκ. 1990-1992), σ. 118.

2 Βλ. σχετικά Β. Ιωαννίδη-Ψυχογυιού, Ο θεσμός των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2001, σ. 217 κ. εξ.

3 Bλ. αναφορικά Οικογένεια. Παιδική προστασία. Κοινωνική πολιτική, Επιμέλεια έκδοσης: Ε. Αγάθωνος-Γεωργοπούλου, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Αθήνα 1993.

4 Βλ. Β. Ιωαννίδη-Ψυχογυιού, ό.π., σ. 256 κ. εξ.

5 Βλ. Εμ. Ανδριανάκη, «Κοινωνική προσαρμογή των εγκληματούντων ανηλίκων με την αποθυματοποίηση», στο Συμπόσιο: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), Επιμελήτρια έκδοσης: Μπεζέ Λουκία, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σ. 231.

6 Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιδέα της διοργάνωσης του πρώτου, στην Ελλάδα, επιστημονικού συμποσίου με θέμα: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων. Επανεκπαίδευση-Ένταξη, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Aθήνα, 14-16 Οκτωβρίου 1988, «απαντούσε αρχικά στην ανάγκη να γίνει, δημόσια και με τρόπο συστηματοποιημένο, λόγος για όλους αυτούς τους νέους που δεν έχουν από μόνοι τους λόγο…». Βλ. Συμπόσιο: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), ό.π., σ. 23.

7 Ι. Φραντζεσκάκη, Αντικοινωνική συμπεριφορά των νέων. Χουλιγκανισμός, Αναρχισμός, Τρομοκρατία, Ναρκωτικά και λοιπές σύγχρονες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σ. 138 κ. εξ.

8 Γ. Κυριόπουλου, «Μεθοδολογία της εκπαίδευσης για την υγεία στην Κοινότητα», στο Ανθολόγιο: Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Αγωγής Υγείας. Στόχοι – Περιεχόμενο – Μέθοδοι, Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, Υπουργείο Νέας Γενιάς και Αθλητισμού, χ.χ., σ. 185.

9 Ό.π., σ. 185.

10 Ό.π., σ. 189.

* Από τα τρία Ιδρύματα Αγωγής ανηλίκων – Κορυδαλλού, Παπάγου και Βόλου- της χώρας μας, η λειτουργία του Ιδρύματος Αγωγής αρρένων Κορυδαλλού και του Ιδρύματος Αγωγής θηλέων Παπάγου διακόπηκε, ενώ συνεχίζεται κανονικά η λειτουργία του Ιδρύματος Αγωγής αρρένων Βόλου. Σκοπός της παραπάνω διακοπής αποτελεί, μέχρι και σήμερα, η νομοθετική τροποποίηση, η δημιουργία νέας υλικο-τεχνικής υποδομής και η συνολική θέσπιση νέου προληπτικού πλαισίου, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις σύνθετες κοινωνικές ανάγκες για ανηλίκους που έχουν αναπτύξει προ-παραβατική ή παραβατική συμπεριφορά.

11 Βλ. σχετικά Ι. Ν. Παρασκευόπουλου, Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη έως την ενηλικίωση, τόμ. 3ος: Σχολική ηλικία ,τόμ. 4ος: Εφηβική ηλικία, Αθήνα 1985.

12 Βλ. αναφορικά Β. Σ. Ιωαννίδη, «Αγωγή Υγείας και νεανική παραβατικότητα. Η αγωγή και η προαγωγή της υγείας ως μέσα πρόληψης της νεανικής παραβατικότητας», Παρουσία, ΙΓ΄-ΙΔ΄ (1998-2000), σ. 400.

13 Για την παροχή κοινωφελούς εργασίας, βλ. Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σ. 140 κ. εξ.

14 Bλ. Λ. Δελλασούδα, «Σχολές Γονέων. Σκοπιμότητα, Χρησιμότητα, Προϋποθέσεις», εφ. Διαπαιδαγώγηση, Νοέμβ. 1998, σ. 6-7.

15 Γ. Μόσχου, «“Ο κύκλος των απορριμμένων ποιητών και των μετέωρων στοιχημάτων”. Οι νέοι παραβάτες του νόμου απέναντι στα στοιχεία της οργανωμένης κοινωνίας», στο Ανθολόγιο: Εγκληματίες και Θύματα στο Κατώφλι του 20ου Αιώνα, Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα 2000, σ. 382.

16 Γ. Σ. Κρουσταλάκη, Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες στην οικογένεια και το σχολείο. Ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση, Αθήνα, χ.χ., σ. 440-446.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Ανδριανάκη, Εμ. «Κοινωνική προσαρμογή των εγκληματούντων ανηλίκων με την αποθυματοποίηση», στο Συμπόσιο: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), Επιμελήτρια έκδοσης: Μπεζέ Λουκία, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990.
  • Δελλασούδα, Λ. «Σχολές Γονέων. Σκοπιμότητα, Χρησιμότητα, Προϋποθέσεις», εφ. Διαπαιδαγώγηση, Νοέμβ. 1998, σσ. 6-7.
  • Ιωαννίδη, Β. Σ. «Αγωγή Υγείας και νεανική παραβατικότητα. Η αγωγή και η προαγωγή της υγείας ως μέσα πρόληψης της νεανικής παραβατικότητας», Παρουσία, τόμ. ΙΓ΄-ΙΔ΄ (1998-2000), σσ. 397-406.
  • Ιωαννίδη-Ψυχογυιού, Β. Ο θεσμός των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2001.
  • Κρουσταλάκη, Γ. Σ. Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες στην οικογένεια και το σχολείο. Ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση, Αθήνα, χ.χ.
  • Κυριόπουλου, Γ. «Μεθοδολογία της εκπαίδευσης για την υγεία στην Κοινότητα», στο Ανθολόγιο: Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Αγωγής Υγείας. Στόχοι – Περιεχόμενο – Μέθοδοι, Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, Υπουργείο Νέας Γενιάς και Αθλητισμού, χ.χ., σσ. 198-203.
  • Λαμπροπούλου, Έ. Π. «Η “αντιμετώπιση” του σωφρονιστικού προβλήματος από την ελληνική σωφρονιστική πολιτική: More of the same or the same is different?», Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τχ. 5-10 (Δεκ. 1990-1992), σσ. 117-139.
  • Μόσχου, Γ. «“Ο κύκλος των απορριμμένων ποιητών και των μετέωρων στοιχημάτων”. Οι νέοι παραβάτες του νόμου απέναντι στα στοιχεία της οργανωμένης κοινωνίας», στο Ανθολόγιο: Εγκληματίες και Θύματα στο Κατώφλι του 20ου Αιώνα, Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα 2000.
  • Οικογένεια. Παιδική προστασία. Κοινωνική πολιτική, Επιμέλεια έκδοσης: Ε. Αγάθωνος-Γεωργοπούλου, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Αθήνα 1993.
  • Παρασκευόπουλου, Ι. Ν. Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη έως την ενηλικίωση, τόμ. 3ος: Σχολική ηλικία ,τόμ. 4ος: Εφηβική ηλικία, Αθήνα 1985.
  • Σπινέλλη, Κ. Δ. Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992.
  • Φραντζεσκάκη, Ι. Αντικοινωνική συμπεριφορά των νέων. Χουλιγκανισμός, Αναρχισμός, Τρομοκρατία, Ναρκωτικά και λοιπές σύγχρονες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1987.

Βασιλική Ιωαννίδη,

Δρ Παιδαγωγικής 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ,

2002- 2003, τόμ. ΛΔ΄, σσ. 123-130

 

Read Full Post »

« Newer Posts