Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αμαλία’

Ξένες στην Οθωνική Ελλάδα


 

Η ζωή των γυναικών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ακόμη και εκείνων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή, ελάχιστα έχει απασχο­λήσει τους ιστορικούς. Τα τελευταία χρόνια όμως, γυναίκες – μελετη­τές δημοσίευσαν ιστορικές μαρτυρίες, ημερολόγια και επιστολές γυναικών του 19ου αιώνα δίνοντας στην εικόνα που είχαμε μέχρι σήμερα μια νέα διάσταση. Ειδικά για την Οθωνική εποχή αναφέρω τα ημερολόγια της συζύγου του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Christiane Lüth, τα οποία δημοσίευσε η Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν σε τρία βιβλία, τα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου, τις επιστολές προς τους γονείς της και αποσπάσματα ημερολογίου της Μπεττίνας Σχινά που μελέτησε και εξέδωσε η Ruth Steffen καθώς και τις εργασίες της Margarethe Pauly, οι οποίες βασίζο­νται σε σημαντικό βαθμό σε επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας, της αδελφής της Φρειδερίκης και της μητριάς τους, Καικιλίας.

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Άλλα κείμενα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αδημοσίευτα. Ανάμεσά τους το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι οι επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, μια πολύτιμη ιστορική πηγή· 570 επιστολές που γράφτη­καν μεταξύ 1836 και 1853 και θα εκδοθούν σύντομα, από το χειρόγραφο, σε ελληνική μετάφραση. [ Κυκλοφόρησαν από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το 2011. Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπούσε, Μιχαέλ Μπούσε].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ανέκδοτο ημερολόγιο της μεγάλης κυρίας της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας, Juliane Wilhelmine von Plüskow, που βρίσκεται στο Αρχείο του ομόσπονδου κρατιδίου της Αυστρίας, Στάγιερμαρκ. Με τη βοήθεια ιστορικών πηγών αυτής της κατηγορίας, αλλά και άλλων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, με τη συντομία που μου επιβάλλει ο προκαθορισμένος χρόνος, τη ζωή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν για κάποιο διάστημα ξένες στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Όθωνα.

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Λίγες είναι εκείνες που ήρθαν να ζήσουν στην Ελλάδα, αφού παντρεύτη­καν Έλληνα. Η εγκατάσταση στο νεοσύστατο κράτος, ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ήταν ασφαλώς ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Από τις πρώτες που το επιχείρησαν ήταν η σύζυγος του Κωνσταντίνου Σχινά, υπουργού την εποχή της Αντιβασιλείας και από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Μπεττίνα Σχινά ήταν κόρη του διάσημου νομομα­θούς Carl von Savigny και ανιψιά του ποιητή Clemens Brentano και της συγ­γραφέως Bettina von Arnim. Προερχόταν από μια εξαιρετικά μορφωμένη και καλλιεργημένη οικογένεια και ανάλογο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επιστολές προς τους γονείς της και τμήματα του ημερολογίου της που, όπως προανέφερα, έχουν δημοσιευθεί στα γερμανικά. Έζησε με τον άνδρα της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα δυστυχώς μόνο για δέκα μήνες. Πέθανε, θύμα επιδημίας, σε ηλικία 30 χρόνων. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύ­πλιο στην Αθήνα, η οποία όμως δεν πληρούσε σε κτήρια και υπηρεσίες τις προϋ­ποθέσεις, για να ανταποκριθεί σε μια τόσο αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού της. Τα προβλήματα που δημιούργησε η μεταφορά στους παλιούς της κατοίκους ήταν τεράστια και για πολλούς οδυνηρά· δύσκολη βέβαια θα πρέπει να ήταν η ζωή τα πρώτα χρόνια και για τις ξένες, που είχαν συνηθίσει να ζουν διαφο­ρετικά. Όταν, για παράδειγμα, η οικογένεια του Αυστριακού απεσταλμένου Anton von Prokesch μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η γυναίκα του και το παιδί του έμειναν αρχικά στο πλοίο που είχε θέσει στη διάθεσή τους το αυστριακό κράτος, και όταν μετακόμισαν στην πρώτη τους αθηναϊκή κατοικία το υπνοδωμάτιο της κυρίας von Prokesch ήταν ένας πρώην διάδρομος διαμορ­φωμένος σε δωμάτιο.[1]

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Μια πρωτοφανής όμως οικοδομική δραστηριότητα μεταμόρφωσε σε μικρό χρονικό διάστημα την Αθήνα σε πόλη. Η οικογένεια von Prokesch εγκαταστά­θηκε το καλοκαίρι του 1837 στην ιδιόκτητη έπαυλή της, που είχε σχεδιάσει ο Βιενέζος αρχιτέκτονας Anton Rosner. Το κτήριο, στην οδό Φειδίου 3, σώζεται μέχρι σήμερα, αν και έχει υποστεί πολλές αλλαγές.

Την ίδια εποχή κτιζόταν και το παλάτι. Το σημερινό κτήριο της Βουλής θεμε­λιώθηκε για λόγους συμβολισμού την 25η Ιανουαρίου/6η Φεβρουαρίου 1836, δηλαδή την τρίτη επέτειο της αποβίβασης του Όθωνα στο Ναύπλιο, ημέρα που τότε ονομαζόταν «Αποβατήρια» και ήταν εθνική εορτή. Το παλάτι κατοικήθηκε τον Αύγουστο του 1843» λίγες μέρες πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αρκετές ήταν οι Γερμανίδες κυρίες οι οποίες ήταν διορισμένες στην Αυλή. Η βασίλισσα Αμαλία φρόντισε ένα χρόνο μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1838, να διορίσει ως κυρία της Τιμής μια Ελληνίδα, την κόρη του Μάρκου Μπότσαρη, Αικατερίνη. Ωστόσο είχε πάντοτε κοντά της και μία Γερμανίδα κυρία της Τιμής. Η νεαρή και όμορφη δεσποινίς Wiesenthau, την οποία η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της όταν ήρθε στην Ελλάδα, έμεινε μέχρι τις αρχές του 1845· Παρόλο που τυπικά τη Wiesenthau διαδέχτηκε στο παλάτι η Φωτεινή Μαυρομιχάλη, τον ίδιο χρόνο η βασίλισσα Αμαλία κάλεσε από το Ολδεμβούργο την Elise Rennenkampff, επειδή ήθελε να έχει και μια νεαρή Γερμανίδα στο περιβάλλον της.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Κοντά της βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της εδώ παραμονής της και η παιδαγω­γός της, Julia von Nordenflyeht. Όταν η βασίλισσα Αμαλία πρωτοήλθε στην Αθήνα η Julia von Nordenflycht ήταν πενήντα ενός χρόνων, δηλαδή ηλικιω­μένη. Διακριτική και ταπεινόφρων, με παρουσία σχεδόν αφανή, ήταν στην πραγματικότητα πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Όταν ήταν νέα είχε δημοσι­εύσει ποιήματα και είχε πάρει μέρος στην πρώτη γερμανική μετάφραση των Απάντων του Λόρδου Βύρωνα μεταφράζοντας τη «Νύφη της Αβύδου». [2] Δεν παντρεύτηκε. Ανέλαβε τα καθήκοντα της παιδαγωγού της βασίλισσας Αμαλίας, όταν εκείνη ήταν επτά χρόνων. Την υπεραγαπούσε και την ακολούθησε στην Ελλάδα έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα της, όπως σχεδίαζε και ήλπιζε. Πέθανε στις 11 Ιουλίου 1842. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επιστολές που είχε απευθύνει σε μια φίλη της στην Αυλή του Ολδεμβούργου, δημοσιεύτηκαν λίγο μετά το θάνατό της και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή στο παλάτι και την Ελλάδα την εποχή εκείνη.[3]

 

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

 

Οι απεσταλμένοι των ξένων Δυνάμεων εγκαθίσταντο στη χώρα για ένα ορι­σμένο χρονικό διάστημα. Οι γυναίκες τους, εφόσον αυτοί ήταν παντρεμένοι, κατατάσσονταν στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι σύχναζαν στο παλάτι με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν εύκολα τη βασίλισσα, καθώς τη ζωή στο παλάτι ρύθμιζαν αυστηροί εθιμοτυπικοί κανόνες. Η βασίλισσα Αμαλία, η οποία ήταν γενικά συντηρητική, τηρούσε και ως προς αυτό το θέμα με αυστηρότητα τους τύπους. Προσωπική σχέση δεν ανέπτυξε ποτέ με πρόσωπα έξω από το στενό περιβάλλον της Αυλής. Μόνο για τη σύ­ζυγο του απεσταλμένου της Βαυαρίας Klemens von Waldkirch (1837-1841), κόμισσα von Waldkirch εκφράζει, στις επιστολές προς τον πατέρα της, θερμά συναισθήματα. «Με το επόμενο ατμόπλοιο φεύγουν οι Βάλντκιρχ με άδεια», του γράφει, «και φοβάμαι πως δεν θα ξαναέλθουν, πράγμα που θα με λυπήσει πολύ. Συμπαθούσα τη μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα πάρα πολύ. Ήταν η μόνη από την εδώ κοινωνία που έβλεπα σχετικά συχνά. Έτσι είναι όμως σε αυτόν τον κόσμο».[4]

Οι ξένες της Αθήνας, και ιδιαίτερα οι Γερμανίδες, μπορούσαν να απευθυνθούν στη μεγάλη κυρία της Τιμής, von Plüskow. Ευφυής, μορφωμένη και διακριτική η κυρία von Plüskow, χήρα η ίδια με μεγάλα παιδιά που ζούσαν στη Γερμανία, είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της βασίλισσας Αμαλίας. Ήταν πάντοτε ενημερωμέ­νη για όλες τις εξελίξεις, ιδιαίτερα για ό,τι είχε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Γνωρίζουμε από το ανέκδοτο ημερολόγιό της ότι σχεδόν κάθε βράδυ δεχόταν στα διαμερίσματά της στο παλάτι εκπροσώπους των ξένων διπλωματικών απο­στολών. Η κυρία von Plüskow είχε τη φροντίδα των Γερμανίδων καθώς και των συζύγων Γερμανών υπαλλήλων του παλατιού, όπως ήταν η Δανέζα Christiane Liith, σύζυγος του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Τις επισκεπτόταν στα σπίτια τους τακτικά, γεγονός που ενδεχομένως λάμβανε και χαρακτήρα ελέγχου, όταν παρουσιάζονταν προσωπικά προβλήματα, οικονομικά ή άλλα.

Η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της, όταν ήρθε από τη Γερμανία, και κα­μαριέρες. Αρκετές από αυτές παντρεύτηκαν Έλληνες και εγκαταστάθηκαν μό­νιμα στην Ελλάδα. «Πώς σας φαίνεται αυτό;», γράφει η Julia von Nordenflyeht στη φίλη της, «πάλι παντρεύεται μια καμαριέρα της βασίλισσας, η όμορφη Σεραφίνε. Είναι σχεδόν πρόβλημα αυτό: οι Έλληνες μας τις απάγουν τη μια μετά την άλλη».[5]

Ιδιαίτερα αγαπούσε η βασίλισσα Αμαλία την καμαριέρα της Luise Busch, της οποίας τη θλιβερή ιστορία περιγράφει σε μία επιστολή προς τον πατέρα της. [6] Είχε τη μοίρα πολλών γυναικών της εποχής εκείνης, τοκετό με τραγική κατάληξη. Ήταν ο πρώτος τοκετός στο νεόκτιστο παλάτι, τον Απρίλιο του 1844 και η βασίλισσα Αμαλία περίμενε από την ευτυχή έκβασή του έναν καλό οιωνό για το δικό της μέλλον. Συνέβη το αντίθετο. Το μαρτύριο της Luise Busch διήρκεσε 60 ώρες, οι γιατροί, ο Γερμανός Bernard Röser και ο Έλληνας Κωστής, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν εμβρυουλκό και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε το παιδί, έναν κοριτσάκι, διαπίστωσαν ότι υπήρχε και άλλο, το οποίο γεννήθηκε έπειτα από αγώνα μιας ολόκληρης νύχτας, νεκρό. Η μητέρα πέθανε μερικές μέρες αργότερα. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών. Όταν ύστερα από λίγο πέθανε και ο πατέρας του παιδιού η βασίλισσα Αμαλία αποφάσισε να κρατήσει τη μικρή κοντά της. Η Marianne Amalie Busch έλαβε καλή αγωγή και διαδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα της στην υπηρεσία της βασίλισσας. Ακολούθησε αργότερα το βασιλικό ζεύγος στην εξορία, παντρεύτηκε και έζησε στη Γερμανία.

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Με το βασιλιά Όθωνα είχαν έρθει στην Ελλάδα Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι και ένα στρατιωτικό σώμα. Μερικοί από αυτούς είχαν φέρει και τις οικογένειές τους. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1836-1837, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά με γυναίκες απλών Βαυαρών στρατιωτών, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, ότι δηλαδή πολλές από αυτές διατηρούσαν στην Αθήνα φτηνά μαγειρεία στα οποία σύχναζαν, μας λέει, «Έλληνες των κατώτερων τάξεων».[7]

Εκτός όμως από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς ήρθαν στο μικρό ελληνικό βασίλειο και μερικοί Βαυαροί έποικοι. Γι’ αυτούς τους Βαυαρούς και τις οικογένειές τους δημιουργήθηκε το Ηράκλειο. Ο οικισμός είχε αρχικά υπολογιστεί για 60 εποίκους, στους οποίους δόθηκαν γη και σπίτια. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν μπόρεσαν ούτε να προσαρμοστούν ούτε να προοδεύσουν∙ τρεις δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός περιηγητής μέτρησε στο Ηράκλειο 24 οικογένειες που αριθμούσαν 100 άτομα. Φαίνεται ότι δεν προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, ήταν ή ανειδίκευτοι εργάτες ή τεχνίτες, σύμφωνα με μία πληροφορία πολλοί από αυτούς ράφτες.[8]

Οι ξένες του Ηρακλείου πιθανότατα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία η θέση του οικισμού τους, μακριά από την Αθήνα, επέτεινε. Έχει διατηρηθεί επίσημο έγγραφο του 1842 με το οποίο ο γιατρός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Georg König, έλαβε διαταγή να πάει στο Ηράκλειο και να φροντίσει τα άρρωστα παιδιά των εποίκων, καθώς και η απάντηση του γιατρού που ζητεί να του δοθεί ένα μεταφορικό μέσο και χρήματα. [9] Επίσης ο Johann Caspar Beeg, δάσκαλος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα ως επιθεωρητής παιδείας, γράφει το 1835 ότι σχεδίαζε τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα στήριζε Γερμανούς αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα γυναίκες και ορφανά.[10]

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Υπάρχει και μια άλλη, τελείως διαφορετική κατηγορία ξένων γυναικών οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ήταν γυναίκες που είχαν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία από την οποία προέρχονταν. Εννοείται ότι διέθεταν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία, κάτι σπάνιο για τις σύγχρονές τους. Μία από αυτές ήταν η διάσημη για τον ομορφιά της Αγγλίδα λαίδη Lady Ellenborough, που γεννήθηκε το 1807 στο Λονδίνο με το όνομα Jane Digby και πέθανε το 1881 στη Δαμασκό. Το πορτρέτο της περιλαμβάνεται στις 40 προσωπογραφίες των καλλονών που παρήγγειλε ο Λουδοβίκος Α ́ στο ζωγράφο της βαυαρικής Αυλής Joseph Stieler και που σήμερα εκτίθενται στο παλάτι του Nymphenburg, στο ομώνυμο προάστιο του Μονάχου. Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο το λόρδο Ellenborough, από τον οποίο είχε χωρίσει, και κατόπιν το Γερμανό von Fenningen από τον οποίο την είχε απαγάγει ο τρίτος σύζυγός της Σπυρίδων Θεοτόκης. Ζούσε στην Αθήνα απομονωμένη κάνοντας έφιππους περιπάτους στα περίχωρα. Επειδή ο Άγγλος απεσταλμένος αγνοούσε επιδεικτικά την παρουσία της, δεν γινόταν δεκτή ούτε στο παλάτι. Τη συνέδεε στενή φιλία με μία άλλη ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, τη Γαλλίδα δούκισσα της Πλακεντίας.

Η δούκισσα είχε γεννηθεί το 1785 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πατέρας της François de Barbé-Marbois ήταν γενικός πρόξενος της Γαλλίας. Ήταν σύζυγος του στρατηγού Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας, από τον οποίο είχε χωρίσει. Παρέμειναν όμως καλοί φίλοι και ο πρώην σύζυγός της όχι μόνο εξασφάλισε στη δούκισσα πλούσια ζωή, αλλά χρηματοδότησε και την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε στην Αθήνα και τα περίχωρα της πόλης. Η δούκισσα της Πλακεντίας είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα, το 1830, όταν στην Πελοπόννησο στάθμευε ακόμη το γαλλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Έζησε πρώτα στο Ναύπλιο και το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Sophie de Marbois-Lebrun - Δούκισσα  της Πλακεντίας

Sophie de Marbois-Lebrun – Δούκισσα
της Πλακεντίας

Η βασίλισσα Αμαλία, σε μια επιστολή προς τον πατέρα της, διηγείται πως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Πεντέλη επισκέφτηκε το παλάτι που έχτιζε η δούκισσα, την οποία και περιγράφει ως εξής: «Η γυναίκα αυτή είναι τελείως τρελή. Κουβαλάει πάντα μαζί της την τριαντάχρονη κόρη της, η οποία πέθανε στη Συρία, μέσα σε οινόπνευμα, σε ένα φέρετρο που έχει παράθυρα γύρω γύρω. Δεν δίνει ποτέ ελεημοσύνη σε φτωχούς, δίνει χρήματα μόνο σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη. Η μικρή μου Μπότσαρη έχει τώρα την εύνοιά της και παίρνει δώρα επί δώρων. Το κακό είναι ότι μερικές φορές, όταν δεν συμπαθεί πια το συγκεκριμένο άτομο, πράγμα που συμβαίνει συχνά, ζητάει πίσω τα δώρα της, που πολλές φορές είναι μεγάλα ποσά. Σχίζει συμβόλαια και κάνει άλλα τέτοια πολλά. Έχει κάτι μεγάλα σκυλιά από τα Πυρηναία στα οποία δίνει να φάνε πριν δώσει στους καλεσμένους της, που τρώνε ό,τι περισσεύει. Φυσικά βρίσκεται σε αντίθεση προς την Αυλή και ιδίως προς εμένα, δεν μπορεί να με υποφέρει, τον λόγο τον γνωρίζει μόνον ο Θεός. Ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό. Φαντάζεσαι βέβαια ότι το κάστρο της που λέγεται στα ελληνικά «Ροδοδάφνη» είναι εξίσου ιδιόρρυθμο με την ίδια…».[11]

Όπως βλέπουμε η δούκισσα της Πλακεντίας δεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι. Η Julia von Nordenflycht γράφει μάλιστα ότι μισούσε όλους τους Γερμανούς με μοναδική εξαίρεση το γιατρό Röser. [12] Και η βασίλισσα Αμαλία είχε τις επιφυλάξεις της, πίστευε ότι η δούκισσα αναμειγνυόταν στην πολιτική και χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Ωστόσο φαίνεται ότι υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους μέσω της κυρίας von Plüskow. Η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει μάλιστα μία συνάντηση που είχαν κατά την οποία και πάλι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, γιατί η δούκισσα της Πλακεντίας επιθυμούσε να γίνεται δεκτή στους χορούς του παλατιού χωρίς να μεταβάλει τις ενδυματολογικές της συνήθειες. [13] Ο Edmond About ο οποίος κατά τα άλλα την εξυμνεί, την περιγράφει ως εξής: «ήταν κοντή, εξαιρετικά αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα άσπρο βαμβακερό φόρεμα και ένα πέπλο το οποίο τύλιγε με βιβλικό τρόπο γύρω από το σώμα και το άσπρο της κεφάλι». Προσθέτει ότι έμοιαζε με φάντασμα.[14]

Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε και στην Αθήνα τις επιταγές της παρισινής, την οποία διέδιδαν σε όλη την Ευρώπη τα γυναικεία περιοδικά. Οι έμποροι της Αθήνας προσάρμοσαν πολύ γρήγορα το εμπόρευμά τους στα γούστα και τις απαιτήσεις των πελατισσών τους. «Θα πρέπει να παραγγείλω μερικά πράγματα στην Τεργέστη» έγραφε η Julia von Nordenflycht τον Οκτώβριο του 1837 «υπάρχουν και εδώ ωραία πράγματα, αλλά πολύ λίγα και οι Έλληνες έμποροι θα πρέπει πρώτα να μάθουν τι θα πει γούστο σε ζητήματα μόδας». [15] Ωστόσο μόλις μισό χρόνο αργότερα εκφράζεται διαφορετικά: «Τα καταστήματα γεμίζουν όχι απλά με τα αναγκαία, αλλά και με πράγματα παραπανίσια, ακόμη και πολυτελή… Η βασίλισσα κι εγώ αγοράσαμε εδώ καπέλα που θα μπορούσαμε άφοβα να φορέσουμε στο Παρίσι. Κάθε δύο εβδομάδες έρχονται πλοία από τη Μασσαλία και φέρνουν στους εμπόρους εμπορεύματα που πωλούνται αμέσως».[16]

Οι χοροί του παλατιού, η πιο περιζήτητη διασκέδαση που προσέφερε την εποχή εκείνη η Αθήνα, ήταν και η καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει μια κυρία την τουαλέτα της. Στους ανεπίσημους, μικρούς χορούς, όπως τους χαρακτηρίζει η βασίλισσα Αμαλία, οι καλεσμένοι ήταν γύρω στους 250, στους μεγάλους χορούς ο αριθμός ξεπερνούσε πολλές φορές τους 500. Στο καινούριο παλάτι, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες στις αίθουσες υποδοχής του πρώτου ορόφου, που εγκαινιάστηκαν το Νοέμβριο του 1848, οι χοροί δίνονταν σε σχετικά περιορισμένο χώρο, σε αίθουσα της δυτικής πτέρυγας του δευτέρου ορόφου. Δίνονταν βέβαια και πολλοί άλλοι χοροί. Το Μάρτιο του 1842, η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει έναν φιλανθρωπικό χορό υπέρ των πτωχών που δόθηκε στο θέατρο και στον οποίο είχε κληθεί και το βασιλικό ζεύγος. Συχνά καλούσαν σε χορό και οι απεσταλμένοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε ευρύχωρα σπίτια και είχαν τον απαιτούμενο χώρο. Χορεύονταν οι χοροί που ήταν τότε της μόδας στη Δυτική Ευρώπη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Τα γεύματα, οι συγκεντρώσεις και οι βεγγέρες στα σπίτια ήταν συχνές. Χαρτιά έπαιζαν και οι κυρίες. Αν υπήρχε η δυνατότητα, μια μουσική βραδιά ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό. Ένα σπίτι περίφημο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του οικοδεσπότη αλλά και της οικοδέσποινας ήταν το σπίτι των Prokesch. Η Irene von Prokesch ήταν κόρη του Βιεννέζου καθηγητή μουσικής Raphael Georg Kiesewetter και έπαιζε εξαιρετικά καλά πιάνο. [17] Καμιά φορά τύχαινε να επισκεφθεί την Αθήνα και κάποια επιφανής καλλιτέχνιδα, όπως η αυστριακή υψίφωνος Karoline Unger-Sabatier, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας. Το καλοκαίρι του 1846 επισκέφτηκε την Ελλάδα και έμεινε για λίγο καιρό. Τραγούδησε μόνο σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις.[18]

Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή μια παλιά συνήθεια, πλανόδιοι μουσικοί πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνόδευαν με μουσικά όργανα. Ο Hans Christian Andersen, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1841 αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί. [19] Ο Δανός M. Rǿbye σχεδίασε το 1835 το εργαστήριο ενός κατασκευαστή οργάνων στην Αθήνα. [20] Ο ζωγράφος Josef Scherer, που συμμετείχε στην εκτέλεση των τοιχογραφιών του παλατιού, έχει ζωγραφίσει έναν πλανόδιο τυφλό τραγουδιστή όπως τον είδε στους δρόμους της Αθήνας το 1843. Το έργο βρίσκεται σε μουσείο της μικρής βαυαρικής πόλης Dinkelscherben. Τέλος ο Johann Caspar Beeg, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως παρουσιάζει σε ένα σκίτσο του έναν παραμυθά καθισμένο πάνω σε ένα χαλάκι να διηγείται ή να απαγγέλλει. Η σκηνή διαδραματίζεται στον κήπο του Αυστριακού απεσταλμένου στην Αθήνα και το ακροατήριο αποτελείται από τον ίδιο τον Johann Caspar Beeg, τον Anton von Prokesch και μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η Irene von Prokesch.[21]

 

Irene Prokesch von Osten  (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 - 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

Irene Prokesch von Osten (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 – 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

 

Μια άλλη διασκέδαση που προσέφερε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν το θέατρο. Παραστάσεις δίνονταν πριν ακόμη η Αθήνα αποκτήσει το κατάλληλο χώρο. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που αναφέρθηκε νωρίτερα, μας περιγράφει μια ελληνική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1836. Το θέατρο βρισκόταν στην οδό Αιόλου, απέναντι από το καφενείο «Bella Italia», και ήταν μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδες χωρίς στέγη∙ μόνο η σκηνή είχε ένα πρόχειρο στέγαστρο. [22] Παρ’ όλα αυτά και εδώ η εξέλιξη ήταν ραγδαία και τον Ιανουάριο του 1840 η πρωτεύουσα διέθετε ένα κανονικό θέατρο. Σύντομα άρχισαν να έρχονται θίασοι όπερας από την Ιταλία, οι οποίοι έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, έργα των Μπελλίνι, Ντονιτζέτι, Ροσίνι, Λουίτζι Ρίτσι κ.ά. Οι τραγουδιστές, και κυρίως οι τραγουδίστριες, είχαν ένθερμους θαυμαστές, οι οποίοι μερικές φορές φανατίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης καλλιτέχνιδας.

Αυτές ήταν οι διασκεδάσεις του χειμώνα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν την πόλη και μετακόμιζαν σε μέρη δροσερά, όπως η Κηφισιά. Εκεί παραθέριζε και ο βασιλιάς Όθων, όταν η βασίλισσα Αμαλία, η οποία δεν άφηνε εύκολα το παλάτι και τον κήπο της, έλειπε στο εξωτερικό. Στην Κηφισιά περνούσαν το καλοκαίρι και οι ξένοι απεσταλμένοι με επιφανέστερη εξαίρεση του Γάλλους, οι οποίοι κατοικούσαν χειμώνα-καλοκαίρι στα τότε κατάφυτα και δροσερά Πατήσια.

Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μας περιγράφει τη διαμονή του στην Κηφισιά το καλοκαίρι του 1853. Μεταξύ άλλων περιγράφει και κάποιες πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής τους και μια από αυτές ήταν τότε ο πνευματισμός. Στην Αμερική είχαν φαίνεται επινοηθεί τραπέζια με κάποιον αφανή μηχανισμό ο οποίος τα έθετε αιφνιδίως σε κίνηση, τα έκανε να περιστρέφονται, να μετακινούνται ή να κινούν ένα από τα πόδια τους. Σε μια τέτοια συνάντηση ήταν παρόντες ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του. Η συγκέντρωση στέφθηκε με επιτυχία, το τραπέζι κατάφερε μάλιστα να βρει ότι το πουγκί του κύριου von Thiele περιείχε ακριβώς επτά νομίσματα και να το δηλώσει κτυπώντας στο πάτωμα το κινητό του πόδι.[23]

Ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του έμεναν στην οικία του Οικονομίδη, πλούσιου Έλληνα από την Ήπειρο, στην οποία κατοίκησε κατά διαστήματα και ο πολύ λιτός στην προσωπική του ζωή βασιλιάς Όθων. Η κυρία von Thiele, το πατρικό της όνομα ήταν Gräfe, είχε μαζί της τη νεαρή αδελφή της Wanda, κατόπιν von Dallwitz, η οποία διακρίθηκε ως συγγραφέας και με το όνομα του συζύγου της και υπό το ψευδώνυμο Walter Schwarz. Ο πέμπτος τόμος του έργου της Aus Sommertagen έχει τον τίτλο Ersonnen und erlebt και περιέχει διάφορες αναφορές στην Ελλάδα. [24] Την άνοιξη και το φθινόπωρο καλοδεχούμενη διασκέδαση για άνδρες και γυναίκες ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια, που συνδυάζονταν σχεδόν πάντοτε με την επίσκεψη αρχαιολογικών χώρων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περιηγήτρια που επισκέφτηκε την Ελλάδα ήταν η Γερμανίδα Charlotte von Dincklage η οποία περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το 1838. Το ημερολόγιο που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1930.[25]

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω πολύ σύντομα τη ζωή των ξένων γυναικών στην Οθωνική Ελλάδα. Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στην αρχική μου διαπίστωση. Η ιστορία του 19ου αιώνα επικεντρώνει την προσοχή της στη δημόσια ζωή και αγνοεί την παρουσία των γυναικών, γι’ αυτό παρέρχεται και τις σχετικές πηγές, που όμως και υπάρχουν και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιστορία όπως τη γνωρίζουμε δεν είναι ολόκληρη η εικόνα, αλλά μόνο ένα μέρος της.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Schinas B., Leben in Griechenland, 1834 bis 1835, Briefe und Berichte an ihre Eltern in Berlin, herausgegeben und erläutert von Ruth Steffen, Verlag Cay Lienau, Μύνστερ, 2002, σ. 162.

[2] Schindel C. von, Die deutschen Schriftstellerinnen des neunzehnten Jahrhunderts, Leipzig, 1823-1825, σ. 63.

[3] J. C. Hinrich, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Λειψία, 1845.

[4] Επιστολή της 27ης Απριλίου 1840.

[5] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 165.

[6] Επιστολή της 13ης / 25ης Απριλίου 1844.

[7] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, Verlag Karl Schwartz, Brieg 1838, σ. 214.

[8] Waldmüller R., Wanderstudien, Italien, Griechenland und daheim,Theod. Thomas, Λειψία, 1861, τόμ. II, σ. 82.

[9] Ιδιωτική συλλογή.

[10] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Leben slinien eines Technologen, nachgezeichnet von Franz Sonnenberger und Helmut Schwarz, Spätlese Verlag, Nürnberg, 1989, σ. 27.

[11] Επιστολή της 11ης Μαΐου 1842.

[12] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 319.

[13] Επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1849.

[14] About E., La Grèce contemporaine, Hachette, Παρίσι, 1854, σ. 99.

[15] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 47.

[16] Ό.π., σ. 93.

[17] Bertsch D., Anton Prokesch von Osten (1795-1876). Ein Diplomat Österreichs in Athen und an der Hohen Pforte. Beiträge zur Wahrnehmung des Orients im Europa des 19. Jahrhunderts, R. Oldenbourg, Μόναχο, 2005, σ. 228.

[18] Thouvenel L., La Grèce du Roi Othon, correspondance de M. Thouvenel avec sa famille et ses amis, Calman Lévy, Παρίσι, 1890, σ. 62, και Πλύσκω, ανέκδοτο ημερολόγιο, σ. 8

[19] H. C. Andersen’ s sämmtliche Werke, F. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1843, II, σ. 105.

[20] Παπανικολάου – Κρίστενσεν Αρ., Αθήνα 1818-1853. Έργα Δανών καλλιτεχνών, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1985, σ. 177.

[21] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Lebenslinien eines Technologen, ό.π., σ. 80.

[22] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, ό.π, σ. 214.

[23] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, τόμ. Α ́ και Β ́, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1894-1895, τόμ. Γ ́ και Δ ́, Πυρσός, Αθήνα, 1930, τόμ. Β ́, σ. 289.

[24] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, ό.π., τόμ. Β ́, σ. 286.

[25] «Tagebuch einer Peloponnesreise im Jahre 1838», herausgegeben von E. Ziebarth περ. Hellas-Jahrbuch 1930, Friedrichsen, de Gruyter & Co.m.b.H., Αμβούργο, 1930, σ. 86-114.

 

Βάνα Μπούσε

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας στον Πατέρα της, 1836-1853


 

Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας

Ανέκδοτες Επιστολές της Βασίλισσας Αμαλίας

Στο δίτομο αυτό έργο αυτό δημοσιεύονται για πρώτη φορά οι επιστολές που έστειλε η βασίλισσα Αμαλία στον πατέρα της από την Ελλάδα. Αποτελούν μοναδική ιστορική πηγή και συγχρό­νως γοητευτικό ανάγνωσμα που διαθέτει όλες τις χάρες του χρονικού. Είναι γραμμένες από μια νέα γυναίκα, δεκαοκτώ χρόνων στην πρώτη, τριάντα τεσσάρων χρόνων στην τελευταία επιστολή η βασίλισσα Αμαλία βρισκόταν στην καρδιά της εξουσίας όταν αλλη­λογραφούσε εμπιστευτικά με τον πατέρα της, ο οποίος ήταν και ο ίδιος ηγεμόνας.

Αναλύονται τα γεγονότα που συγκλόνισαν την εποχή, η 3η Σεπτεμβρίου, τα Μουσουρικά, τα Παρκερικά, καθώς και οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848, που άλλαξαν το πρόσωπο της Ευρώπης. Περιγράφονται διεξοδικά το κτήριο της σημερινής Βουλής στην πρώτη του μορφή ως βασιλικού ανακτόρου, άλλα σημαντικά κτί­σματα της Αθήνας, καθώς και η δημιουργία του σημερινού Εθνικού Κήπου. Συναρπαστι­κές είναι και οι ενθουσιώδεις περιγραφές της ελληνικής φύσης και των περιοχών της τότε ελληνικής επικράτειας.

Η μεταγραφή και η μετάφραση του κειμένου έγιναν από το χειρόγραφο, το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο του Ολδεμβούργου. Τη μετάφραση συνοδεύουν πολυάριθμες σημειώσεις που συμπληρώνουν και αποσαφηνίζουν το κείμενο. Έχει προταχθεί εισαγω­γή, η οποία σκιαγραφεί τη ζωή του Όθωνα και της Αμαλίας, εντάσσοντας την στην ιστορία της εποχής. Πλήρης βιβλιογραφία και αναλυτικό ευρετήριο συμπληρώνουν το έργο.

 

Αγαπημένε, καλέ, γλυκέ, αγγελικέ μου πατερούλη.

Πορτρέτο του μεγάλου δούκα του Ολδεμβούργου Παύλου Φρειδερίκου Αυγούστου, πατέρα της βασίλισσας Αμαλίας. Friedrich Wilhelm Graupenstein (1828-1897). Ελαιογραφία, 1876. Μουσείο της πόλης τον Ολδεμβούργου.

Πορτρέτο του μεγάλου δούκα του Ολδεμβούργου Παύλου Φρειδερίκου Αυγούστου, πατέρα της βασίλισσας Αμαλίας. Friedrich Wilhelm Graupenstein (1828-1897). Ελαιογραφία, 1876. Μουσείο της πόλης τον Ολδεμβούργου.

Η σημερινή είναι αποφράς ημέρα. Θα πρέπει όμως να την αντιμετωπίσει κανείς σαν μια ευλογιά ελαφράς μορφής που πέρασε δημιουργώντας ανοσία και τότε θα θαυμάσει τη σοφία της Θείας Οικονομίας. Είναι φανερό ότι εκείνη η ανατροπή είχε την ιστορική αξία ότι προηγήθηκε όλων όσων ακολούθησαν στην Ευρώπη και ότι δημιούργησε κάτι όχι βέβαια η 3η Σεπτεμβρίου, αλλά η σοφία του βασιλιά και η υγιής σκέψη του κόσμου. Δόθηκε ένα Σύνταγμα συντηρητικότερο από αυτά που δίνονται τώρα στην Ευρώπη, το οποίο εφαρμόστηκε και λειτουργεί.

Φυσικά ο Όθων τήρησε τον λόγο που έδωσε, δεν επέτρεψε ούτε τη σκέψη ότι θα μπορούσε να πάρει κάτι πίσω, υποχώρησε μόνο εκείνη τη μία φορά και μετά έμεινε ακλόνητος. Δεν ερωτοτροπούσε με την επανάσταση όσο ήταν αδύναμος, για να εκδικηθεί όταν θα ανακτούσε δύναμη. Τη μία φορά που υποχώρησε και συγχώρησε, συγχώρησε απόλυτα και ακολούθησε με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια τον καινούργιο δρόμο. Το θεώρησε θυσία, την οποία έκανε από αγάπη για τη χώρα και, όπως η αγάπη είναι απλή και αξιοπρεπής και στον πόνο και στη χαρά, έτσι είναι και η στάση του Όθωνα. Γι’ αυτό βλέπω με ευχαρίστηση τα ωραία αποτελέσματα. Αν λάβουμε υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες, τα πράγματα εδώ βαδίζουν καλύτερα από ότι στην Ευρώπη, όπου οι ηγεμόνες, οι οποίοι
είχαν αντιμετωπίσει την περίπτωσή μας με περιφρόνηση, ακολούθησαν άλλο δρόμο και ταπεινώθηκαν, παρόλο που οι στρατοί τους ήταν πιστοί.

Αθήνα, την 3η/15η Σεπτεμβρίου 1851

Την 16η [Σεπτεμβρίου]

Καλό είναι να επιμένει κανείς στα δικαιώματά του, αλλά πρέπει να επιδιώκει το εφικτό και ένας μη ορθόδοξος βασιλιάς είναι πράγμα αδύνατον, όπως και κάποιος που δεν θα έχει ανατραφεί εδώ. Χρειάζεται ένα παιδί, αυτό είναι. Πρέπει όμως να πουν κάτι οριστικό, αλλιώς το ζήτημα μπο­ρεί να πάρει κάποτε τέτοιες διαστάσεις, που δεν θα μπορούμε να το τιθασεύσουμε. Εγώ προειδο­ποίησα, τους εξήγησα πώς έχουν τα πράγματα.

Αν βρω ευκαιρία θα σου στείλω κάποτε την αλλη­λογραφία. Ωστόσο είναι αργά, άλλη φορά θα γράψω περισσότερα για το θέμα. Επικρατεί ησυχία, η ληστεία εξαλείφθηκε, οι πιο επικίνδυνοι ληστές είναι νεκροί ή πληγωμένοι. Έχε γεια λοιπόν, αγγελικέ μου πατέρα. Χίλιες φορές φιλάει τα χέρια σου

η κόρη σου που θα σε αγαπά αιώνια              

Αμαλία

 

Ανέκδοτες επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας στον πατέρα της, 1836-1853
Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπουσέ, Μιχαέλ Μπουσέ 

 Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011
908 σελ.  ISBN 978-960-05-1506-0

Read Full Post »

Η ατεκνία των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας και οι ιστορικές της συνέπειες.  Εφηβική Γυναικολογία Αναπαραγωγή και Εμμηνόπαυση, τόμος 19, τεύχος 3, 2007.


 

«Ο διάδοχος είναι υπνωτικό των επαναστάσεων. Ένα βασιλικό βρέφος μπορεί κι αποκοιμίζει έναν ολόκληρο λαό» γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στη βιογραφία του πρώτου βασιλιά του νεοελλη­νικού κράτους. Όμως ο τόσο αναμενόμενος γιος του ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας δεν ήρθε ποτέ και η έλλειψή του συνετέλεσε στην όξυνση της πολιτικής κρίσης και στη διόγκωση της λαϊκής δυσαρέσκειας με αποκορύφωση έναν έντονο αντιδυναστικό αγώνα και κατάληξη την έξωση της πρώτης δυναστείας από την Ελλάδα (11.10.1862).

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

Τριάντα χρόνια πριν όμως, ο λαός του Ναυπλίου αρχικά και της Αθήνας στη συνέχεια, είχε υποδε­χθεί τον Όθωνα με ενθουσιασμό και μεγάλες προσδοκίες ότι η άφιξή του θα σηματοδοτούσε μια νέα ειρηνική περίοδο τερματίζοντας τις εμφύλιες έριδες. Ο 18χρονος βασιλιάς ήταν ο δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, τον οποίο οι Προστάτιδες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν εκλέξει ως ηγεμόνα του νεοϊδρυθέντος βασιλείου (Πρωτόκολλο Λονδίνου 7.5.1832). Η συνέχεια της δυναστείας απαιτούσε τη σύναψη ενός γάμου με σύζυγο που να μην προέρχεται από βασιλικό οίκο των ανωτέρω χωρών ώστε να μη διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ τους και ως καταλληλότερη υποψήφια ο Λουδοβίκος προτίμησε για το γιο του, Καθολικό στο θρή­σκευμα, την πρωτότοκη κόρη του δούκα του Όλντενμπουργκ, Μαρία-Φρειδερίκη-Αμαλία, γερμανί­δα και Διαμαρτυρόμενη στο θρήσκευμα.

Ο γάμος έγινε στις 10.11.1836 στο Μόναχο και μόνο ένα μήνα αργότερα τον πληροφορήθηκαν οι Έλληνες από τις στήλες του ευρωπαϊκού Τύπου με αποτέλεσμα ποικίλες αντιδράσεις. Τρεις μήνες αργότερα επέστρεψαν στην Ελλάδα και σύντομα η νέα βασίλισσα κατέκτησε την κοινή γνώμη. Βαθμιαία όμως η άκαρπη αναμονή του λαού για ένα ορθόδοξο απόγονο μετατράπηκε σε αδημονία, ενόχληση, δυσφορία και εξελίχθηκε σε αντιπάθεια, ενώ οι σχέσεις του βασιλικού ζεύγους από αντικείμενο απλού κοινωνικού σχολιασμού έλαβαν τερά­στιες διαστάσεις, όπου περιλαμβάνονταν εξωσυζυγικές -πραγματικές ή φανταστικές- περιπέτειες και δημοσιοποιήθηκαν ακόμη και απόρρητες πληροφορίες σχετικά με την υγεία τους.

Όθωνας

Όθωνας

Η ατεκνία τους έδωσε χώρο στην ανάπτυξη ευφάνταστων εικασιών, αποτέλεσε αντικείμενο μυστι­κών μελετών επιφανών επιστημόνων της εποχής και ιατρικών συμβουλίων, αποδίδοντας ποικίλες παθήσεις και στους δύο. Ο καθηγητής Νικόλα­ος Λούρος εξέδωσε μάλιστα τα ανέκδοτα έγγρα­φα τα σχετικά με τη στειρότητα Όθωνα και Αμαλίας που του παραχωρήθηκαν από την σύ­ζυγο του εγγονού του Νικολάου Κωστή, ιδρυτή και πρώτου καθηγητή της Γυναικολογίας και Μαιευτικής στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών και προσωπικού ιατρού των βασιλέων. Πρόκειται κυρίως για την ιδιωτική αλληλογρα­φία των Γερμανών με τους Έλληνες συναδέλ­φους τους, ιατρούς του βασιλικού ζεύγους, που καλύπτει χρονικό διάστημα δώδεκα ετών (1841-1853).

Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι ιατρικές, οι κοινωνικές και οι ιστορικές όψεις της ατεκνίας που επέσπευσε, εάν δεν προκάλεσε, τις δυναστικές περιπέτειες της χώρας. Το μοιραίο γεγονός που τροποποίησε την πορεία του κρά­τους μελετάται σε σχέση με τις συνθήκες που είχαν διαμορφώσει οι επιστημονικές δυνατότη­τες της εποχής, καθώς είναι προβλέψιμο το αί­σιο αποτέλεσμα που θα επέφερε σήμερα η εφαρμογή των συγχρόνων μεθόδων στην αντι­μετώπιση μιας ανάλογης περίπτωσης.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ατεκνία των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας και οι ιστορικές της συνέπειες.

 

Read Full Post »

Τα Ιουνιανά του 1863 – Εμφύλιες συγκρούσεις για τη διαδοχή του Όθωνα


 

 

 Μετά την έξωση του Οθωνα και την πτώση της δυναστείας του, η εξουσία στην Ελλάδα ασκήθηκε από την αυτοαποκαλούμενη «Δεύτερη εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων», την οποία αποτελούσαν όλοι οι αντιπολιτευόμενοι τον έκπτωτο μονάρχη. Οι πληρεξούσιοι που αποτελούσαν την εθνοσυνέλευση απέτυχαν πλήρως στο έργο τους και με τις παραλείψεις τους, τα πολιτικά και κομματικά τους πάθη, οδήγησαν σταθερά την Ελλάδα στην αναρχία και στον εμφύλιο πόλεμο των «Ιουνιανών», που διεξήχθη στους δρόμους των Αθηνών με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

Έξι μήνες μετά το τέλος της Ναυπλιακής Επανάστασης (8 Απριλίου 1862), στις 10 Οκτωβρίου 1862, μετά από μια αναμενόμενη εξέγερση του Στρατού στην Αθήνα, τερμάτισε τον βίο της η τριακονταετής βασιλεία του Όθωνα. Μια σειρά προβλημάτων που αντιμετώπιζε το μικρό τότε νεοελληνικό κρατίδιο (η αποτυχία της Μεγάλης Ιδέας, η οικονομική εξαθλίωση αγροτικών πληθυσμών, ο αυταρχισμός κατά την άσκηση εξουσίας) αλλά και κάποια σοβαρά λάθη του Όθωνα, όπως η κατάσχεση της μοναστηριακής περιουσίας και η προσβολή του Ορθόδοξου θρησκευτικού συναισθήματος του λαού που τότε ήταν εντονότατο, το Καθολικό θρήσκευμα του ιδίου, η ακληρία του και η αδυναμία του να εξασφαλίσει διάδοχο από την οικογένειά του στη Βαυαρία, είχαν στρέψει την κοινή γνώμη αμετάκλητα εναντίον του.

Αμαλία του Oldenburg

Δύο ημέρες μετά, εν πλω προς τον Πειραιά και αφού πείσθηκε για το μάταιο της υπόθεσής του, ο έκπτωτος βασιλιάς αναχώρησε με τη σύζυγό του Αμαλία για τη γενέτειρά του, το Μόναχο, όπου έζησε επί έναν χρόνο απομονωμένος από την οικογένειά του και την Αυλή του, σε πλήρη κατάθλιψη. Τελικά αποσύρθηκε στη Βαμβέργη, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αφάνεια. Πέθανε στις 14 Ιουλίου του 1867 φορώντας την ελληνική φουστανέλα και προφέροντας ως τελευταία του λέξη το όνομα της αγαπημένης του Ελλάδας. Τον ακολούθησε η Αμαλία στις 8 Μαΐου του 1875, σε ηλικία 57 χρόνων.

 

Η «Δεύτερη εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων»

 

Τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε προσωρινά η τριανδρία Ελλήνων πολιτικών (Μπενιζέλος Ρούφος, Κωνσταντίνος Κανάρης, Δημήτριος Βούλγαρης) που είχαν πρωτοστατήσει στην εκθρόνιση του Όθωνα, η οποία σχημάτισε κυβέρνηση και προκήρυξε εκλογές για τη σύγκλιση της επονομαζόμενης «Δεύτερης εν Αθήναις Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων».

 

Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.

 

Οι εκλογές που ακολούθησαν σε όλες τις επαρχίες ήταν ένα όργιο αυθαιρεσιών, κακοποιήσεων ψηφοφόρων και πλαστογραφιών, φαινόμενο συνηθισμένο στα πολιτικά δρώμενα εκείνης της εποχής. Τελικά, στην Εθνοσυνέλευση έλαβαν μέρος αντιπρόσωποι των Ελλήνων της Διασποράς [1]  αλλά και της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Χίου, της Σμύρνης, της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης, παρά τις έντονες τουρκικές αντιδράσεις [2], με μικρή όμως εκπροσώπηση. Από την Εθνοσυνέλευση αποκλείσθηκαν εντελώς αντιδημοκρατικά πολλοί σημαντικοί αντιπρόσωποι του έθνους που είχαν συνδέσει τις πολιτικές τύχες τους με τον Όθωνα, όπως οι Κουντουριώτηδες, ο Κριεζιώτης, οι Νοταράδες, ο Περραιβός, ο Γρηγοράκης, ο Καραπαύλος κτλ.

Την 1η Δεκεμβρίου 1862 ορκίσθηκαν οι 327 βουλευτές της συντακτικής εθνοσυνέλευσης, και ήταν διάχυτη η αισιοδοξία σε όλο τον πολιτικό κόσμο της χώρας ότι η Εθνοσυνέλευση θα εξασφάλιζε τους σκοπούς του έθνους. Στη σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης θριάμβευε η οικογενειοκρατία [3] (γεγονός που στηλιτεύθηκε έντονα στον Τύπο της εποχής), με την πλειοψηφία των αντιπροσώπων να είναι είτε αγωνιστές του 1821 είτε συγγενείς τους.

Οι υπόλοιποι βουλευτές ήταν νέοι στην ηλικία, αρκετοί ήταν κατώτεροι στρατιωτικοί, δικαστές, καθηγητές πανεπιστημίου και δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν ήταν επαγγελματίες πολιτικοί και αγνοούσαν τις κοινοβουλευτικές πρακτικές, διέθεταν όμως πατριωτισμό και ενθουσιασμό. Υπήρχαν επίσης ανάμεσα στους πληρεξούσιους πολλοί επαγγελματίες στρατιωτικοί. Αυτή η ανομοιογένεια δημιουργούσε μια θολή πολιτική ατμόσφαιρα, όπου οι πολιτικές παρατάξεις δεν ήταν καθορισμένες με σαφήνεια, με αποτέλεσμα να εντείνεται η πολιτική αβεβαιότητα και να δημιουργούνται εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ των πληρεξουσίων.

Τελικά η Εθνοσυνέλευση διαιρέθηκε σε δύο μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς, τους «ορεινούς» και τους «πεδινούς», ονομασίες που δήθεν παρέπεμπαν στον τρόπο με τον οποίο κάθονταν οι πληρεξούσιοι στα έδρανα της Εθνοσυνέλευσης και έμμεσα θύμιζαν τις αντίστοιχες παρατάξεις της γαλλικής εθνοσυνέλευσης.

Οι «ορεινοί» είχαν ως αρχηγούς μια ομάδα σημαντικών προσωπικοτήτων όπως ο Μπενιζέλος Ρούφος, ο Κουμουνδούρος, ο Καλλιφρονάς [4], ο Κυριακός κ.ά. και οι πληρεξούσιοί τους κάθονταν στα τελευταία καθίσματα της αίθουσας, ενώ οι «πεδινοί» καταλάμβαναν τα πρώτα καθίσματα και είχαν ως αρχηγό τον Δημήτριο Βούλγαρη. Η αλήθεια είναι όμως πως στερούντο εντελώς κάθε ιδεολογικού ή κοινωνικού περιεχομένου. Δεν αντιπροσώπευαν ταξικά ή άλλα συντεχνιακά συμφέροντα, γι’ αυτό και ο διαχωρισμός των παρατάξεων ήταν κοινωνικά οριζόντιος, με τα δύο κόμματα να περιλαμβάνουν εξίσου άτομα από όλες τις οικονομικές και κοινωνικές τάξεις, τα επαγγέλματα και τις ηλικίες. Ουσιαστικά, ήταν σύλλογοι ατόμων που προσπαθούσαν να διαφυλάξουν και να προωθήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα [5].

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Συμπληρωματικά σε αυτές τις δύο παρατάξεις υπήρχαν οι «εκλεκτικοί», που προσπαθούσαν να τηρούν τις ισορροπίες ανάμεσα στις δύο ομάδες, ώστε να μην επικρατήσει εντελώς καμία, με το σκεπτικό ότι η πλήρης πολιτική επικράτηση μιας παράταξης θα οδηγούσε στην πολιτική αυθαιρεσία. Η ιδεολογία τους ήταν συντηρητική και φιλομοναρχική και είχαν ως μέλη τους πλέον μορφωμένους και δημοφιλείς ανάμεσα στους πληρεξουσίους. Μεγάλα ονόματα όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος [6], ο Ν. Σαρίπολος, ο Ζαχαρίας Βάλβης, ο Δ. Κυριακού, ο Ι. Μεσσηνέζης, ο Λ. Μελάς, ο Χ. Ζυμβρακάκης, στελέχωναν τους «εκλεκτικούς».

Τέλος, υπήρχε και μια μικρή ομάδα αδιάλλακτων αντιμοναρχικών πληρεξουσίων (Ιάλεμος [7], Μακρής, Μαστραπάς, Γλαράκης, Δόσιος κ.ά.) υπό τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, το «Εθνικό Κομιτάτο». Τα μέλη του, κυρίως νέοι και φοιτητές, είχαν πρωτοστατήσει στις συνομωσίες κατά του Όθωνα και υποστήριζαν μια αιματηρή επανάσταση, που θα παρέδιδε την εξουσία στη νέα γενιά [8]. Το «Εθνικό Κομιτάτο» το θεωρούσαν πολιτικά ως εμπροσθοφυλακή των «πεδινών» του Βούλγαρη.

 

Η εκλογή του νέου Βασιλιά  

 

Μέσα σε ένα τρίμηνο (Ιανουάριος – Μάρτιος 1862) η εθνοσυνέλευση που είχε εκλεγεί για να συντάξει τον νέο Συνταγματικό χάρτη της χώρας, να διαπραγματευθεί με τις Προστάτιδες Δυνάμεις για την εκλογή νέου βασιλιά, να διαπραγματευθεί και να επικυρώσει την προσάρτηση των Ιονίων νήσων από την Αγγλία, παρεκτράπηκε εντελώς από τους σκοπούς της. Προϊόν αυτής της παρεκτροπής ήταν μια σειρά θνησιγενών κυβερνήσεων που ανακύκλωναν ένα σύνολο προσώπων χωρίς να προσφέρουν ουσιαστικά τίποτε. Ο πολιτικός διχασμός των Ελλήνων δεν τους επέτρεψε να συμμετάσχουν ενεργά στην εκλογή του νέου βασιλιά τους αλλά ούτε να διεκδικήσουν δυναμικά εδαφικές προσαρτήσεις εις βάρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας η οποία, λόγω εσωτερικών προβλημάτων και υπό τον φόβο εσωτερικών αναταραχών, ήταν έτοιμη για παραχωρήσεις [9].

Οι Μεγάλες Δυνάμεις και κυρίως η Αγγλία, που είχε μεγάλα συμφέροντα στην περιοχή, βρήκαν την ευκαιρία να επέμβουν βάναυσα στα εσωτερικά της Ελλάδας, επιβάλλοντας τη θέλησή τους τόσο ως προς την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όσο και σχετικά με τον τρόπο εκλογής του νέου βασιλιά. Ο βασικός μοχλός πίεσης και εκβιασμού της  αγγλικής πολιτικής απέναντι στους Έλληνες ήταν η διαφαινόμενη Ένωση των Επτανήσων με τον εθνικό κορμό. Οι Βρετανοί εσκεμμένα κωλυσιεργούσαν τις διαπραγματεύσεις της Ένωσης, ώστε να τις επισείουν απειλητικά στα διπλωματικά θέματα που ανέκυπταν και αφορούσαν την Ελλάδα. 

Κατά τη χρονική περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου του 1863, το ελληνικό στέμμα περιφερόταν από τους Βρετανούς ανά τα μικροσκοπικά κρατίδια της Κεντρικής Ευρώπης ως διακοσμητικό ασημικό προς πώληση σε τιμή ευκαιρίας, σε ένα άθλιο αλισβερίσι, και αντιμετωπιζόταν από τους ασήμαντους πριγκιπίσκους σαν ακάνθινο στεφάνι, λόγω της οικτρής τύχης του Όθωνα.

Μετά από 18 καταγεγραμμένες κατηγορηματικές αρνήσεις άσημων γαλαζοαίματων να αναλάβουν την «ηλεκτρική καρέκλα» του ελληνικού θρόνου, στις 10 Μαρτίου του 1863 παρουσιάσθηκε ο νεαρός (μόλις 17 ετών) Χριστιανός Γουλιέλμος Φερδινάνδος Αδόλφος Γεώργιος του οίκου Γκλύξμπουργκ της Δανίας, πρόθυμος να αναλάβει τον Θρόνο χωρίς καμία διαπραγμάτευση ή άλλη απαίτηση. Ο πατέρας του, πρίγκιπας Χριστιανός, κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν έθεσε ένα σύνολο παράλογων οικονομικών απαιτήσεων [10]  προσπαθώντας να εμποδίσει την ανάληψη του Θρόνου από τον γιό του, καθώς αντιπαθούσε τους Έλληνες, τους οποίους ονόμαζε «άθλιους» και «έθνος ληστών».

Ο νεαρός Γεώργιος όμως ήταν ενθουσιασμένος με την ιδέα της Βασιλείας του στην Ελλάδα, αγωνιούσε για την καθυστέρηση και ζήτησε από τους γονείς του να σταματήσουν να διαπραγματεύονται και να του επιτρέψουν να μεταβεί στην Ελλάδα άνευ όρων και χωρίς οικονομική αποζημίωση [11]. Τελικά, στις 18 Μαρτίου 1863, μετά από αγγλική παραίνεση, η Εθνοσυνέλευση με το ΚΕ’ ψήφισμά της επικύρωσε την εκλογή του Γεωργίου στον ελληνικό Θρόνο. Μια αντιπροσωπεία Ελλήνων ταξίδεψε στη Δανία για να προσφέρει συμβολικά το Ελληνικό Στέμμα στον νεαρό πρίγκιπα. Η όλη διαδικασία όμως αποδείχθηκε χρονοβόρα και, σε συνδυασμό με τις διαπραγματεύσεις για τους τελικούς όρους των σχετικών πρωτοκόλλων με τις μεγάλες Δυνάμεις, καθυστέρησε την έλευση του Γεωργίου στην Ελλάδα επί επτά κρίσιμους μήνες.

 

Τα γεγονότα πριν την αναμέτρηση

 

Η καθυστέρηση της έλευσης του Γεωργίου στην Ελλάδα αποδείχθηκε τραγική για τη χώρα. Η πρώτη κυβερνητική κρίση του Φεβρουαρίου του 1863 (τα γνωστά Φεβρουαριανά), με την αποτυχημένη πραξικοπηματική προσπάθεια του Βούλγαρη να αναλάβει μονομερώς την κυβέρνηση, ήταν μόνο το προοίμιο για αυτά που θα επακολουθούσαν. Τα επεισόδια δεν έλαβαν έκταση χάρη στην έγκαιρη επέμβαση της εθνοφυλακής την οποία αποτελούσαν ένοπλοι φοιτητές, όξυνε όμως επικίνδυνα τα πολιτικά πάθη.

Παράλληλα, η βραδύτητα των πολιτικών ζυμώσεων στα ανακτοβούλια των Μεγάλων Δυνάμεων για την εκλογή νέου βασιλιά παρέλυε και αποτελμάτωνε το έργο της Εθνοσυνέλευσης σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο (Ιανουάριος – Μάρτιος 1863). Μέσα σε ατμόσφαιρα οχλαγωγίας και αντεγκλήσεων, οι δύο παρατάξεις φιλονικούσαν για την εξουσία, αδιαφορώντας πλήρως για τη διευθέτηση των κρίσιμων ζητημάτων του Ελληνισμού.

Η Εθνοσυνέλευση είχε καταντήσει ένα απλό Βουλευτικό σώμα που νομοθετούσε (αποτυχημένα) για καθημερινά θέματα. Η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος ήταν πρωτοφανής [12], όλοι οι υπουργοί που ανέλαβαν καθήκοντα επιδόθηκαν σε ένα όργιο διορισμών των κομματικών τους φίλων [13], ενώ η ίδια η Εθνοσυνέλευση τον Μάρτιο του 1863 όρισε υψηλή μηνιαία αποζημίωση 300 δραχμών για όλα τα μέλη της (τους λεγόμενους «λουφέδες») με αναδρομική ισχύ, κάτι που εξαγρίωσε την κοινή γνώμη της εποχής. Ο Στρατός αναμιγνυόταν ανοικτά και απροκάλυπτα στις συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης με έγγραφα που έστελναν αξιωματικοί που δήλωναν τις θελήσεις και τις προτιμήσεις τους.

Η παρατεταμένη ακυβερνησία της χώρας καταβαράθρωσε την οικονομία, ενώ η εξουσία της εκάστοτε κυβέρνησης, συνήθως μηνιαίας διάρκειας, μόλις έφθανε στα όρια της πρωτεύουσας. Η επαρχία ουσιαστικά δεν παρακολουθούσε τα πολιτικά γεγονότα και βρισκόταν στο έλεος της ακυβερνησίας και της ληστείας, που εκείνη την εποχή ανθούσε σε όλη την επικράτεια. Ομάδες οπλοφόρων διέτρεχαν όλες τις επαρχίες της επικράτειας ληστεύοντας τους κατοίκους της, ακόμη και διεξάγοντας δίκες και εκτελώντας τις αποφάσεις τους. Η κατά τόπους Αστυνομία και ο Στρατός δεν υπάκουαν στην εκάστοτε κυβέρνηση παρά μόνο αν αυτή προερχόταν από την πολιτική τους φατρία. Για να αντιμετωπισθεί αυτή η κατάσταση δημιουργήθηκαν ομάδες αυτοάμυνας των κατοίκων, αλλά και αυτές βαθμιαία εξελίχθηκαν σε χειρότερους καταπιεστές των χωρικών, εντείνοντας περαιτέρω την απελπισία τους.

Ο Άγγλος πρεσβευτής Σκάρλετ (Scarlett) έγραφε χαρακτηριστικά: «Η απόπειρα απαγωγής της κόρης του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, δίδας Σταύρου, καθώς και πολλά άλλα εγκλήματα, επιβεβαιώνουν την εντύπωση των εγκληματιών, πως με την έλευση του νέου βασιλιά, θα υπάρξει γενική αμνηστία. Η πειρατεία βρίσκεται σε έξαρση».

Μετά από τρεις αλλεπάλληλες κυβερνητικές αλλαγές, στις 29 Απριλίου 1863 ορκίσθηκε η κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου με την υποστήριξη των «εκλεκτικών» και με τα περισσότερα μέλη της να προέρχονται από τους «ορεινούς». Με αφορμή ένα απότομο γαλλικό τελεσίγραφο [14] το οποίο η κυβέρνηση έσπευσε να ικανοποιήσει παρέχοντας οικονομική και ηθική αποζημίωση, οι «πεδινοί» με τους Ν. Σαρίπολο και Κ. Πετσάλη βρήκαν ευκαιρία στις 10 Ιουνίου 1863 να ζητήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης. Στην ψηφοφορία που επακολούθησε, η κυβέρνηση Ρούφου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης με μεγάλη πλειοψηφία και ενίσχυσε τη θέση της διορίζοντας τον έμπειρο στρατιωτικό Πάνο Κορωναίο υπουργό Στρατιωτικών και τον Μ. Κανάρη υπουργό Ναυτικών (και οι δύο ήταν σημαντικά στελέχη των «ορεινών») στη θέση των παραιτηθέντων «πεδινών» Ν. Μπότσαρη και Ν. Μπουντούρη.

 

Τα Ιουνιανά

 

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

Η κομματική διαπάλη είχε ενταθεί με έπαθλο τη διατήρηση στην εξουσία μέχρι την έλευση του νέου βασιλιά. Ο Δημήτριος Βούλγαρης και οι «πεδινοί» δεν μπορούσαν να ανεχθούν τη διαφαινόμενη πλήρη επικράτηση των «ορεινών» από την στιγμή που γνώριζαν ότι υπερείχαν των αντιπάλων τους στρατιωτικά. Ο Βούλγαρης [15] και οι επιτελείς του διοργάνωσαν μια ευρύτατη συνομωσία για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας.

Στις 17 Ιουνίου εμφανίσθηκε στο κέντρο της Αθήνας ένας πασίγνωστος ληστής της εποχής ονόματι Κυριάκος, γνωστός για τις σχέσεις του με τους «πεδινούς». Αυτός συνεπικουρούμενος από άλλους 70 οπλοφόρους, κατέλαβε τη Μονή Ασωμάτων στο κέντρο της Αθήνας. Ο Κορωναίος διέταξε το πανίσχυρο και καλά εξοπλισμένο 6ο τάγμα υπό τον Λεωτσάκο, οπαδό των «ορεινών», να συλλάβει αμέσως τους ληστές.

Η επιτυχία της επέμβασης ήταν τόσο σίγουρη λόγω της αριθμητικής υπεροχής του τάγματος, ώστε συγκεντρώθηκε πλήθος κατοίκων της Αθήνας για να δει τη σύλληψη των περιβόητων ληστών. Το 6ο τάγμα πλησίασε το καταληφθέν κτίριο, αλλά περιέργως δεν επιτέθηκε στους ληστές, ούτε δέχθηκε πυρά από αυτούς. Αντίθετα, οι στρατιώτες πλησίασαν ειρηνικά το κτίριο, ήλθαν σε συνεννόηση με τους ληστές και ουσιαστικά ενώθηκαν μαζί τους φωνάζοντας συνθήματα υπέρ των «πεδινών», κάτι που προφανώς ήταν προσυμφωνημένο, παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Λεωτσάκου σε αναφορές του στην Εθνοσυνέλευση. Σύντομα η Χωροφυλακή και το πυροβολικό με τον διοικητή του Παπαδιαμαντόπουλο, που στάθμευαν στα περίχωρα των Αθηνών, εκδηλώθηκαν υπέρ των «πεδινών» και το εμφύλιο αιματοκύλισμα φαινόταν προ των πυλών.

Ο Πάνος Κορωναίος, για να προλάβει τα γεγονότα, κατάφερε να συλλάβει τον Λεωτσάκο με κινηματογραφικό τρόπο (τον ξεγέλασε να ανέβει στην άμαξά του και τον αφόπλισε με μια κίνηση) τον οποίο η κυβέρνηση θεωρούσε κινητήριο μοχλό των πραξικοπηματιών.

Στις 18 Ιουνίου οι στρατιώτες του τάγματος Λεωτσάκου συνέλαβαν τους υπουργούς Κουμουνδούρο και Καλλιφρονά και για να τους ελευθερώσουν απαιτούσαν την απελευθέρωση του Λεωτσάκου. Η κυβέρνηση έκανε το μοιραίο λάθος να δεχθεί αυτή την ανταλλαγή, εγκαταλείποντας την ψυχολογική θέση ισχύος που είχε ως τότε. Η υποχώρηση αυτή κατέστειλε και τις τελευταίες αναστολές των «πεδινών». Το βράδυ της 18ης Ιουνίου, ένας έξαλλος οπλισμένος πολύχρωμος συρφετός από στρατιώτες, ληστές, πυροβολητές, αντάρτες, πολιτοφύλακες, βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης και χωροφύλακες, συνωστιζόταν κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού του Βούλγαρη πυροβολώντας στον αέρα, φωνάζοντας, υβρίζοντας και ζητώντας με φανατισμό να πέσουν τα κεφάλια όλων των «ορεινών». Ο Βούλγαρης εμφανίσθηκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του, ενώπιον του εξαγριωμένου ένοπλου όχλου, αρκετά ευχαριστημένος, χαιρετώντας και επαινώντας τους στασιαστές για το υψηλό τους φρόνημα και τις «εθνωφελείς» προθέσεις τους. Το αλλόκοτο αυτό σκηνικό συμπλήρωνε η μπάντα του στασιάσαντος πυροβολικού που παρήλαυνε παιανίζοντας εμβατήρια.

Η αριθμητική υπεροχή των «πεδινών» ήταν καταφανής. Οι ένοπλοι των «πεδινών» ήταν 1.600 με επίλεκτη μονάδα τους ληστές του Κυριάκου, οι οποίοι ήταν σκληροί πολεμιστές και αδίστακτοι. Τα πιστά στρατεύματα στην κυβέρνηση δεν αριθμούσαν περισσότερους από 600 άνδρες, μερικοί από τους οποίους ήταν πυροσβέστες και σκαπανείς, ενώ πολλοί άλλοι ήταν εθελοντές εθνοφύλακες, αφού η κοινή γνώμη ήταν με το μέρος της κυβέρνησης, οι περισσότεροι όμως απειροπόλεμοι.

Τη νύκτα της 18ης Ιουνίου, οι «πεδινοί» κατέλαβαν στρατηγικά σημεία της πόλης, ενώ ο Πάνος Κορωναίος[16] αποφάσισε να διατάξει τις δυνάμεις του σε δυο σημεία: στα ανάκτορα (Σύνταγμα) που δέσποζαν των Αθηνών και στο Βαρβάκειο (όπου ήταν η έδρα της εθνοσυνέλευσης).

Το πρωί της 19ης Ιουνίου, οι «πεδινοί» ξεκίνησαν την επίθεσή τους στα ανάκτορα με το σύνολο των δυνάμεών τους. Ο Αριστείδης Κανάρης (γιος του ηρωικού αγωνιστή του 1821 και τώρα ένας από τους αρχηγούς των «ορεινών») είχε οργανώσει ορθά τους άνδρες του και κατάφερε να αντέξει την πίεση των επιτιθέμενων. Το μεσημέρι όμως ο ληστής Κυριάκος με τη συμμορία του κατέλαβαν έναν μαντρότοιχο κοντά στο κτίριο και τα εύστοχα πυρά τους, σε συνδυασμό με αυτά του πυροβολικού, έφεραν τους πολιορκημένους σε δύσκολη θέση. Ο Κανάρης με 17 άνδρες του, διεξήγαγε ηρωική επιτυχή έξοδο κατά των επιτιθέμενων, χάνοντας όμως τη ζωή του. Ο Κορωναίος διέταξε να καταληφθεί η Ακρόπολη από ένα μικρό απόσπασμα «ορεινών».

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έγινε προσωρινή ανακωχή με πρωτοβουλία τριών πληρεξουσίων (Μωραϊτίνη, Σκαραμαγκά και Μεσσηνέζη)[17]. Οι προσπάθειες συμβιβασμού όμως απέτυχαν και τα πάθη ήταν τόσο έντονα, ώστε οπλοφόροι των «πεδινών» παρουσιάσθηκαν αιφνιδιαστικά στην κηδεία του Κανάρη και πυροβόλησαν το φέρετρό του κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Τη νύκτα, οι δύο παρατάξεις ετοιμάζονταν πυρετωδώς για τη συνέχεια της αναμέτρησης. Οι κάτοικοι της πόλης είχαν κατατρομοκρατηθεί και πολλοί εθνοφύλακες προσήλθαν να βοηθήσουν τα κυβερνητικά στρατεύματα καταλαμβάνοντας καίριες θέσεις στους δρόμους της πόλης και υψώνοντας οδοφράγματα. Σποραδικοί πυροβολισμοί έπεφταν όλη τη νύκτα, με απώλειες εκατέρωθεν.

Το πρωί της 20ής Ιουνίου ξεκίνησαν πάλι οι εχθροπραξίες, όταν ο Κορωναίος πυροβολήθηκε από οχυρωμένους χωροφύλακες των «πεδινών» έξω από την Εθνική Τράπεζα, στην οδό Αιόλου κοντά στην Ομόνοια. Η σύρραξη γενικεύθηκε σε όλη την πόλη, στους δρόμους, στα κτίρια, στις πλατείες. Κάνες όπλων ξεπρόβαλλαν από παράθυρα, κήπους και μπαλκόνια, και οι σφαίρες του εμφυλίου σφύριζαν θανατηφόρα προς κάθε κατεύθυνση. Νεκροί έπεφταν αδιάκριτα και από τις δύο πλευρές. Επίκεντρο των μαχών ήταν το κτίριο της τράπεζας της Ελλάδος στην Ομόνοια το οποίο κατείχαν «πεδινοί», καθώς βοηθήθηκαν από τον Γ. Σταύρου, ιδρυτή της τράπεζας αλλά και προσωπικό φίλο του Βούλγαρη.

Ο Κορωναίος αποφάσισε να εξαλείψει αυτό το επικίνδυνο προγεφύρωμα με γενική επίθεση. Οι «πεδινοί» αμύνθηκαν σθεναρά, ενώ ο Κυριάκος με την ομάδα του που βρισκόταν στην περιοχή, εκμεταλλευόμενος το πανδαιμόνιο που επικρατούσε, λήστεψε το ξενοδοχείο «Το στέμμα», καθώς και άλλα σπίτια που βρίσκονταν δίπλα στην τράπεζα. Η κυβέρνηση ουσιαστικά τελούσε υπό παραίτηση και τη νομιμότητα εκπροσωπούσε ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Δ. Κυριακός στον οποίο όμως κανείς δεν έδινε σημασία.

Η μάχη γύρω από την τράπεζα εντεινόταν, με τους κυβερνητικούς να βάλλουν με πυροβόλα από τον Λυκαβηττό και τους αντικυβερνητικούς να απαντούν από την πλατεία Ομονοίας. Οι εθνοφύλακες διεξήγαν συνεχείς επιθέσεις στην τράπεζα με σφοδρότητα, ενώ οι πυροσβέστες φόνευσαν τους χειριστές των τηλεβόλων των «πεδινών» στην Ομόνοια. Σύντομα οι δύο παρατάξεις συγκέντρωσαν μεγάλες δυνάμεις στην πλατεία η οποία εκείνες τις μέρες μόνο “Ομονοίας” δεν ήταν, και πυροβολούσαν σχεδόν εξ επαφής. Σε λίγα λεπτά υπήρχαν 80 νεκροί και τραυματίες, με τους “πεδινούς” να υποχωρούν άτακτα προς το ορμητήριό τους, το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας. Οι επιθέσεις όμως των “ορεινών” εκεί δεν είχαν αποτέλεσμα, λόγω των φονικών και εύστοχων πυρών των ληστών του Κυριάκου που είχαν καταλάβει τις γύρω οικίες τις οποίες ταυτόχρονα λήστευαν. Η μάχη διεξαγόταν πλέον από δρόμο σε δρόμο, από στενό σε στενό, ενώ είχαν στηθεί και οδοφράγματα.

Παλαιές έχθρες και ανοικτοί λογαριασμοί, άσχετοι με την πολιτική διαμάχη, λύθηκαν με άνανδρες δολοφονίες, ενώ σημειώθηκαν πολλές κλοπές και άλλες αξιόποινες πράξεις. Παράλληλα με αυτά τα δραματικά γεγονότα, αιματηρές συγκρούσεις εκτυλίσσονταν και στις επαρχίες του μικρού κρατιδίου, που αποκορυφώθηκαν στη Μεσσηνία και τη Λακωνία, όπου οι μάχες έλαβαν τη μορφή αληθινού εμφυλίου, με πολλούς φόνους και λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών. Τη Λακωνία την κατέλαβαν καταλύοντας την έννομη τάξη 2.000 άτακτοι Μανιάτες, δήθεν φίλοι των “πεδινών”, ενώ ο δήμαρχος Κυπαρισσίας Κοκέβης μίσθωσε ένα σώμα 400 ανδρών και προέβη σε ανήκουστα εγκλήματα αντεκδίκησης εις βάρος οπαδών των “πεδινών” της πόλης του, που του έκαψαν το σπίτι, έσφαξαν τα ζώα του και ατίμασαν την κόρη του.

Το απόγευμα της αιματηρής εκείνης ημέρας οι τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) αποβίβασαν αγήματα και κατέλαβαν την Εθνική Τράπεζα, φοβούμενες πιθανή ληστεία των αποθεμάτων χρυσού της από τον Κυριάκο και την ομάδα του, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα στην πτώχευση. Ο Κορωναίος, για τον οποίο οι Βρετανοί είχαν την πληροφορία ότι ήθελε να επιβάλει στρατιωτική δικτατορία, διαμαρτυρήθηκε έντονα για αυτή την επέμβαση, που θεωρούσε ότι βοηθούσε τους «πεδινούς», καθώς οι «ορεινοί» είχαν πλέον αποκτήσει την πρωτοβουλία, βρίσκονταν σε πιο επίκαιρα και καλά οχυρωμένα σημεία και κέρδιζαν συνεχώς έδαφος. Οι Βρετανοί προς στιγμήν σχεδίασαν ακόμη και την αποβίβαση συμμαχικών αγημάτων από τα πλοία τους που ναυλοχούσαν στον Πειραιά για να σταματήσουν τις εχθροπραξίες  [18].

Αργά το βράδυ, με την αρωγή του μητροπολίτη Αθηνών Θεόφιλου, αλλά και την άμεση επέμβαση των πρεσβευτών Σκάρλετ της Αγγλίας, Βουρέ της Γαλλίας και Βλουδώφ της Ρωσίας, συνήφθη πραγματική 24άωρη ανακωχή ανάμεσα στους αντιμαχόμενους. Οι ληστές του Κυριάκου, αφού λήστεψαν ακόμη κάποια σπίτια, αναχώρησαν στην ύπαιθρο αποκομίζοντας ανενόχλητοι όλη τη λεία της τριήμερης δραστηριότητάς τους. Ο απολογισμός αυτού του εμφύλιου παραλογισμού ήταν περισσότεροι από 250 νεκροί και τραυματίες, ενώ όταν τα νέα του εμφύλιου σπαραγμού έφθασαν στις ευρωπαϊκές Αυλές, καταβαραθρώθηκε το κύρος της χώρας διεθνώς.

 

Ο τελικός συμβιβασμός

 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν σε θυελλώδη συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης στο Βαρβάκειο και υπό τις ισχυρές πιέσεις  των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων [19], βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση και σχηματίσθηκε νέα κυβέρνηση με συμμετοχή και των «πεδινών», με πρόεδρο και πάλι τον Μπενιζέλο Ρούφο. Λόγω της σύνθεσής της (δηλαδή της συμμετοχής τόσο «ορεινών» όσο και «πεδινών»), η κυβέρνηση αυτή αποκλήθηκε ειρωνικά «κυβέρνηση του οροπεδίου».

Το πρώτο μέτρο της ήταν να απομακρύνει από την πρωτεύουσα όλα τα στρατεύματα που στρατωνίζονταν στα περίχωρά της, ενώ με ψηφίσματα διέλυσε την Αστυνομία Πειραιά – Αθηνών και τη Χωροφυλακή. Μετέθεσε επίσης τον Πάνο Κορωναίο στο Μεσολόγγι και τους Λεωτσάκο και Παπαδιαμαντόπουλο στη Σπάρτη, για να εκτονωθεί περαιτέρω η κατάσταση. Την αποκλειστική φύλαξη της πρωτεύουσας και της Εθνοσυνέλευσης ανέλαβε η Εθνοφυλακή, η οποία είχε σταθεί φρουρός της νομιμότητας.

Η κυβέρνηση αυτή, αν και ήταν μάλλον αδύναμη και στηριζόταν σε πολύ λεπτές και εύθραυστες πολιτικές ισορροπίες μεταξύ των δύο παρατάξεων, αποδείχθηκε η μακροβιότερη της εξεταζόμενης περιόδου. Βέβαια, σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι η Εθνοσυνέλευση συνεδρίασε επί ενάμιση μήνα, χωρίς μάλιστα να έχει αποφασίσει διακοπή των εργασιών της. Ενδεικτικό των διαθέσεων των πληρεξουσίων ήταν ότι κατά τη μοναδική συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης μέχρι την έλευση του νέου βασιλιά, απειλήθηκε νέα σύρραξη με αφορμή την παραίτηση τεσσάρων υπουργών, η οποία ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή χάρη στην επέμβαση του Άγγλου πρεσβευτή…

 

Συμπεράσματα

 

Συνοψίζοντας κάποια βασικά ιστορικά συμπεράσματα από το διήμερο, εντελώς παράλογο εμφύλιο αιματοκύλισμα των Ιουνιανών, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι κανένας, ανεξαίρετα Έλληνας πολιτικός της εποχής δεν διέθετε τη στοιχειώδη πολιτική και κοινωνική παιδεία για να διαχειρισθεί τα σοβαρά θέματα. Ακόμη και τα κόμματα που συγκροτήθηκαν (με εξαίρεση το «Εθνικό Κομιτάτο») το έκαναν για λόγους κατάκτησης της εξουσίας και όχι για να προασπίσουν κοινωνικές ή εθνικές ιδέες.

Η πολιτική ανωριμότητα, σε συνδυασμό με την αυταρχική προσωπικότητα του Βούλγαρη και τη δίψα πολλών στελεχών του για εξουσία, οδήγησαν στον αλληλοσπαραγμό. Το κενό εξουσίας που προέκυψε μετά τη συντριβή του αυταρχικού οθωνικού κράτους, η έλλειψη σταθερών πολιτειακών θεσμών αλλά και η απουσία μιας στιβαρής πολιτικής προσωπικότητας που θα απολάμβανε καθολικής αναγνώρισης, επιτάχυναν την πορεία προς την ένοπλη αναμέτρηση. 

Ένα δεύτερο συμπέρασμα αφορά την αδιαμφισβήτητη επιρροή του βρετανικού παράγοντα στο Ελληνικό Βασίλειο, μέχρι του σημείου σχεδόν τελεσιγραφικής υπαγόρευσης της πολιτικής του σε κρισιμότατα θέματα, όπως η ανακήρυξη του νέου βασιλιά και η μορφή του πολιτεύματος. Συχνά οι Έλληνες πολιτικοί της εποχής επιδίωκαν ανοικτά τέτοιου είδους ποδηγετήσεις από τις Μεγάλες Δυνάμεις, μην τηρώντας ούτε τα προσχήματα.

Η «Δεύτερη Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων», παρά την αρχική αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό των μελών της, απέτυχε στο έργο της γιατί δεν κατάφερε να δημιουργήσει ευνοϊκές πολιτικές προϋποθέσεις και να αναλάβει πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο (εκλογή νέου βασιλιά, Ένωση Επτανήσων, σχέσεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία και της Μεγάλες Δυνάμεις), εγκατέλειψε την τύχη των εθνικών υποθέσεων στην ειμαρμένη και αφέθηκε έρμαιο στις διαθέσεις της Αγγλίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αλλά και στο εσωτερικό πεδίο, ο διχασμός για τα αξιώματα, την πολιτική δύναμη και το κρατικό ταμείο, βύθισε τη χώρα στην αναρχία, την οικονομική ατασθαλία και τελικά στον διεθνή διασυρμό και στην ανυποληψία.

  

Ιωάννης Β. Δασκαρόλης

Ιστορικά θέματα, τεύχος 96, Ιούνιος 2010

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Από το Κάιρο, το Λίβερπουλ, τη Μασσαλία, το Παρίσι, το Ιάσιο, το Λιβόρνο, το Λονδίνο, τη Μάλτα, τη Μεσσήνη της νότιας Ιταλίας, τη Βηρυτό, την Ιερουσαλήμ.

[2] Η Οθωμανική αυτοκρατορία προσπάθησε με έντονα διπλωματικά διαβήματα να ματαιώσει τη συμμετοχή στην Εθνοσυνέλευση αντιπροσώπων των υπόδουλων Ελλήνων, από φόβο μήπως ενταθούν οι βλέψεις των Ελλήνων και σημειωθούν εξεγέρσεις στα εδάφη της. Αρχικά η Αγγλία συμφώνησε μαζί της και προσπάθησε να εμποδίσει αυτή την αντιπροσώπευση, αλλά τελικά ο άξιος πρέσβης της Ελλάδας στην Αγγλία, Σπυρίδων Τρικούπης, κατάφερε με έξυπνα επιχειρήματα να εξασφαλίσει τη συμμετοχή τους χωρίς προβλήματα.

[3] Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι εκλέχθηκαν εννέα Μαυρομιχαλαίοι, τέσσερις Δεληγιανναίοι και τέσσερις Πετμεζάδες !!!

[4] Αγωνιστής του 1821 στο σώμα του Φαβιέρου και δήμαρχος Αθηναίων το 1837 και 1841, καθαιρέθηκε από τους Βαυαρούς. Διετέλεσε τρεις φορές πρόεδρος της Βουλής, υπουργός Δημόσιας εκπαίδευσης (1863) και υπουργός Ναυτικών (1863), γνωστός με το ψευδώνυμο «φουστανελοφόρος». Ο Βρετανός πρεσβευτής Scarlett στο αρχείο του, περιλούζει τον Καλλιφρονά με ένα ομολογουμένως πρωτόγνωρο υβρεολόγιο, χαρακτηρίζοντάς τον χυδαίο δημαγωγό με βαρβαρική συμπεριφορά.

[5]«Έχουν δημιουργηθεί ομάδες που δεν έχουν συνδετικό κρίκο ούτε συγκεκριμένο πολιτικό χαρακτήρα», έγραφε ο Άγγλος πρεσβευτής Σκάρλετ.

[6] Στη δύση του πολιτικού και φυσικού του βίου, ο πασίγνωστος μεγάλος πολιτικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ηγέτης επί πολλά χρόνια επί Όθωνα του «Αγγλικού κόμματος», δοτός πρωθυπουργός της Ελλάδας την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου (στο περίφημο «Υπουργείο Κατοχής»), στη συγκεκριμένη συγκυρία της Εθνοσυνέλευσης προσπάθησε να λειτουργήσει πυροσβεστικά και συμβιβαστικά. 

[7] Ο Ιάλεμος καταγόταν από την Λέσβο η οποία την εποχή της εξιστόρησης δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί. Έφτασε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1860 για να εργασθεί ως δημοσιογράφος, αρθρογράφησε με πάθος κατά του Όθωνα και φυλακίσθηκε. Στο τελευταίο στάδιο της ζωής του αρθρογράφησε υπέρ της απελευθέρωσης της Μακεδονίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1899.

[8] «Επανάστασις άνευ αίματος, είναι μάχη άνευ νεκρών, μουσική άνευ αρμονίας»!

[9] Σημαντική είναι η εμπιστευτική και απόρρητη πρόταση του πρεσβευτή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Αγγλία, Φωτιάδη Μπέη, που βρίσκεται στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις: «Αν δημιουργηθεί Ελληνικό Βασίλειο, ακόμη και με τίμημα από την Τουρκία την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, και τεθεί οριστικά κάτω από τη βρετανική κηδεμονία, ο σουλτάνος ευχαρίστως θα αποδεχόταν μια τέτοιου είδους μείωση της επικράτειάς του, εάν με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε τη χώρα του από περαιτέρω εδαφική εισβολή».  («Η Β’ εν Αθήναις Εθνική συνέλευση των Ελλήνων», σελ. 52).

[10] Ζητούσε εκ μέρους του γιού του 50.000 λίρες ετησίως, προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, και διατήρηση των βασιλικών δικαιωμάτων του Γεωργίου και επί του δανέζικου Θρόνου.

[11] Επιστολή του Άγγλου πρέσβη στην Δανία Πάτζετ στον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας Ράσσελ, Αρχεία Φόρεϊν Οφις, 421/19. Τελικά, η συμφωνία προέβλεπε πολύ χαμηλότερα ποσά ως ετήσια αποζημίωση και δεν περιελάμβανε ικανοποίηση για κανένα από τα αιτήματα του πατέρα του νέου βασιλιά Γεωργίου.

[12] Άσχετα από τα υπόλοιπα ελαττώματά του, στο τέλος της βασιλείας του ο Όθων είχε καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να εξυγιάνει δημοσιονομικά το Ελληνικό Βασίλειο.

[13] Ο υπουργός Οικονομικών Κουμουνδούρος, σε αγόρευσή του στην Εθνοσυνέλευση, αποκάλυψε ότι το προσωπικό του υπουργείου του, αλλά και ο ίδιος, αποτελούσαν «έρμαιο των απαιτήσεων των πληρεξουσίων».

[14] Αφορούσε την απαγωγή και κακοποίηση μιας Γαλλίδας ηθοποιού από υπαξιωματικούς. Η κυβέρνηση έσπευσε να ικανοποιήσει το τελεσίγραφο αποζημιώνοντας την απαχθείσα, ενώ δύο υπουργοί παραιτήθηκαν.

[15] Ο Υδραίος Δημήτριος Βούλγαρης ήταν ένας πολιτικός με ισχυρή προσωπικότητα και θέληση, αλλά με εγωισμό, αυταρχισμό και ισχυρογνωμοσύνη, έτοιμος να φθάσει στα άκρα, αδιαφορώντας για θεσμούς ή οτιδήποτε άλλο. Πρωταγωνίστησε σε πολλά πολιτικά επεισόδια αυθαιρεσίας στην 25άχρονη πολιτική του σταδιοδρομία, με εξαιρετικές επιδόσεις στις εκλογικές νοθείες και την εξυπηρέτηση της κομματικής του πελατείας.

[16] Γενναίος και έμπειρος αξιωματικός, είχε ηγηθεί της στάσης των κατοίκων του Ναυπλίου κατά του Όθωνα.

[17] Ο τελευταίος μάλιστα πληγώθηκε κατά τη διάρκεια της αποστολής του.

[18] Αρχείο Foreign Office, 421/19 (Scarlett to Russell): «Συνεννοήσου με τους Γάλλους και τους Ρώσους ομολόγους σου για την αποβίβαση ναυτικών δυνάμεων στην Αθήνα ή σε άλλα σημεία».

[19] Οι τελευταίοι απείλησαν ότι θα αναχωρούσαν από τη χώρα μαζί με όλους τους συμπατριώτες τους, διακόπτοντας τις διαπραγματεύσεις για την προσάρτηση των Επτανήσων και για την έλευση του νέου βασιλιά.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Επαμεινώνδας Κυριακίδης: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, Εκδόσεις Γρηγοριάδη.
  • Γεώργιος Ασπρέας: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
  • Σπ. Μαρκεζίνης: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Εκδόσεις Πάπυρος.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, συλλoγικό έργο, Εκδόσεις Δομή.
  • Gunnar Hering: ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ.
  • Παναγής Ζούβας: ΕΘΝΙΚΑΙ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (συλλογικό έργο), Εκδοτική Αθηνών.
  • Χαράλαμπος Κύρκος: Η Β’ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΘΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ, Εκδόσεις University Studio Press.
  • Τάσος Βουρνάς: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Εκδόσεις Τολίδη.
  • Νίκος Αλιβιζάτος: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος Α’, Εκδόσεις Σάκκουλα.
  • Τάσος Βουρνάς: Ο ΕΚΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ, Εκδόσεις Φυτράκη.
  • Εφημερίδα «ΠΑΝΔΩΡΑ», 1ης Ιουλίου 1863.

 

Read Full Post »

Αμαλία Βασίλισσα της Ελλάδας (1818-1875)


 

Αμαλία, Joseph Karl Stieler (1781 – 1858).

Η Δούκισσα Αμαλία – Μαρία – Φρειδερίκη, του Oldenburg (Ολδεμβούργου), υπήρξε η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδας (1836-1862) και σύζυγος του βασιλιά Όθωνα. Ήταν κόρη του Μεγάλου Δούκα Παύλου- Φρειδερίκου – Αυγούστου (Paul Friedrich August, 1783-1853) του Oldenburg και της Σουηδής πριγκίπισσας  Αδελαΐδας (Adelheid von Anhalt – Bernburg, 1800-1820) και γεννήθηκε στο Oldenburg στις 21 Δεκεμβρίου του 1818.  Αν και έχασε την μητέρα της σε μικρή ηλικία, εν τούτοις έτυχε επιμελημένης και αυστηρής μόρφωσης (με ξένες γλώσσες, μουσική, χορό, ζωγραφική, ιππασία, ξιφασκία κ.α.).

Το Νοέμβριο του 1836 παντρεύτηκε τον Όθωνα στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου του Oldenburg σύμφωνα με το προτεσταντικό και το καθολικό τυπικό. Είχε προηγηθεί η υπογραφή του συμβολαίου του γάμου το οποίο και προέβλεπε την ανατροφή των παιδιών που θα αποκτούσε το ζευγάρι, σύμφωνα με το χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα. Στις αρχές του επόμενου χρόνου, μετά από ένα θυελλώδες ταξίδι με την αγγλική φρεγάτα «Portland», έφτασε στον Πειραιά (2/14 Φεβρουαρίου 1837) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το πλήθος, παρά τη δυσφορία που είχε δημιουργήσει η παράλειψη του Όθωνα να ενημερώσει έγκαιρα το λαό για το γάμο του.      

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία είχε γοητευτική εμφάνιση, ήταν όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, πνευματώδης και συγχρόνως ανεπιτήδευτη. Γρήγορα κατέκτησε τους Έλληνες χάρη στην αφοσίωσή της στον Όθωνα και την ευγενική της συμπεριφορά.

Ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση. Με δική της μέριμνα ιδρύθηκε το «Οφθαλμιατρείο» (1843) και το «Αμαλίειο Ορφανοτροφείο» (1855), ενώ με πρωτοβουλία της χαράχτηκε ο «Βασιλικός Κήπος» και έγιναν οι πρώτες δενδροφυτεύσεις σε πλατείες, λόφους και πεζοδρόμια της πρωτεύουσας. Εξάλλου στον «Πύργο Βασιλίσσης», το κτήμα της στα Νέα Λιόσια, αναπτύχθηκαν πρότυπες καλλιέργειες και κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα εκτιμήθηκε επίσης το ότι γρήγορα έμαθε και μίλησε την ελληνική γλώσσα και πραγματοποίησε περιοδείες για να γνωρίσει τη χώρα.

Η Δανέζα Χριστιάνα Λυτ [1]  (Christiane Luth 1817-1900), γυναίκα του εφημέριου της αυλής, Asmus Heinrich Luth (1806-1859) στο βιβλίο της  «Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα» μας δίνει μια περιγραφή της Αμαλίας: 

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα…». 

Οργάνωσε την εθιμοτυπία της αυλής και στην ακολουθία της έδωσε την πρώτη θέση σε Ελληνίδες που ανήκαν σε οικογένειες αγωνιστών του 1821.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία με αυλική αμφίεση χορού.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία, αρχικά δεν λάμβανε μέρος  στις κρατικές υποθέσεις. Όμως κατά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, για την παροχή συντάγματος, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο θρόνος, επενέβη αποφασιστικά και επίμονα και έπεισε τον Όθωνα να  δεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών. Μετά από αυτά τα γεγονότα η Αμαλία άρχισε να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για την πολιτική και να παρέχει στο σύζυγό της τη βοήθεια που χρειαζόταν για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, λόγω της δύσκαμπτης σκέψης του, της διστακτικότητας στη λήψη αποφάσεων, της βαρηκοΐας του και  της ανικανότητάς του να παίρνει ορθές πολιτικές αποφάσεις. Ήταν οξύνους, λάμβανε γρήγορα αποφάσεις, αλλά σε αντίθεση με τον Όθωνα, ήταν οξύθυμη και παρορμητική.

Η περιγραφή που δίνει ο About Ε. [2] για την Αμαλία, κατά την εποχή εκείνη περίπου, είναι πολύ ενδιαφέ­ρουσα :

«Η Βασίλισσα, είναι γυνή τριάκοντα πέντε ετών, η οποία δεν θα γηράση επί πολύ. Η ευσαρκία της θα την διατήρηση. Είναι φύσις εύρωστος και πληθωρι­κή, προικισμένη με σιδηράν υγείαν. Η ωραιότης της, περί­φημος προ δέκα ετών, διαφαίνεται εισέτι, αν και η λεπτότης των χαρακτηριστικών υπεχώρησεν εις την δύναμιν …,». Και αλλού, διαστέλλων αυτήν από τον σχολαστικό και άβουλο Βασιλέα, τονίζει :«Η Βασίλισσα λαμβάνει ταχέως αποφάσεις. Έχει ιδιότητας αρχηγού στρατιάς. Δεν γνωρίζω εάν σκέπτεται πολύ προτού αποφασίση. Εξάπαντος δεν σκέπτεται επί πολύ. Όλαι αι υποθέσεις θα παρέμενον επί έτη εκκρεμείς, εάν ο Βασιλεύς εβασίλευε μόνος. Κάμνει όμως ένα ταξίδι τριών μηνών δια λόγους υ­γείας και αναχωρών δίδει την αντιβασιλείαν εις την Βασίλισσαν. Η Βασίλισσα λαμβάνει μίαν πένναν και υπογρά­φει, χωρίς να εξετάζη όλους τους νόμους, τους οποίους ο Βασιλεύς εξήτασε χωρίς να τους υπογράψη».

Όμως, οι ενέργειες της, οι αποφάσεις της, οι απολυταρχικές ιδέες της και η μη απόκτηση διαδόχου, μετά από ατυχή αποβολή [3] το 1837, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει προσωπικούς εχθρούς και να χάσει σιγά-σιγά τη δημοτικότητά της. Άσκησε τέσσερις φορές αντιβασιλεία, κατά τις απουσίες του Όθωνα στο εξωτερικό και αναμίχτηκε (1850-1851) στο ζήτημα διαδοχής.

 

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

 

Ωστόσο, η δημοτικότητα της αυξήθηκε σημαντικά χάρη στην περήφανη στάση της κατά τον αγγλικό αποκλεισμό της Ελλάδας (1850) και από το φανατισμό της για τη Μεγάλη Ιδέα, ενισχύοντας τα επαναστατικά κινήματα (1852) του υπόδουλου Ελληνισμού κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου. Εντυπωσίασε ακόμη τον λαό με τη θαρραλέα της στάση κατά την επιδημία της χολέρας στην Αθήνα το 1854. 

Αλλά μετά τις ανελεύθερες εκλογές του 1861 και τις επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης,  έγινε αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων του αντιπολιτευόμενου τύπου, γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνη για την παραβίαση των συνταγματικών ελευθεριών.   Μάλιστα στις 6 Σεπτεμβρίου 1861, ο νεαρός Αριστείδης Δόσιος, αντιμοναρχικός και μέλος της Χρυσής Νεολαίας,  αποπειράθηκε να τη δολοφονήσει.

Αμαλία του Oldenburg

Ύστερα από τη Ναυπλιακή Επανάσταση [4] (1 Φεβρουαρίου 1862), η οποία είχε προετοιμαστεί από καιρό και είχε, αν και καλυμμένα, ως σκοπό την εκθρόνιση του Όθωνα, το βασιλικό ζεύγος επιχείρησε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών, αφήνοντας την πρωτεύουσα στα χέρια των αντιδυναστικών η οποίοι, αναίμακτα, ανέτρεψαν τη δυναστεία (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862). Όταν το βασιλικό ζεύγος επέστρεψε στον Πειραιά, η Αμαλία μάταια προσπάθησε να πείσει τον Όθωνα να πατάξει την επανάσταση, επιστρέφοντας στη Μεσσηνία και προκαλώντας από εκεί αντιπερισπασμό στους εξεγερμένους. Ο Όθωνας όμως, θέλοντας να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και την αιματοχυσία, εγκατέλειψε την Ελλάδα ύστερα από τριαντάχρονη βασιλεία.

Στο Μόναχο έγινε δεκτή με ψυχρότητα από την οικογένεια του συζύγου της. Οι έκπτωτοι βασιλείς εγκαταστάθηκαν στη Βαμβέργη. Παρά την πίκρα της για την έξωσή τους, εξακολούθησε να αγαπάει την Ελλάδα και ως το τέλος της ζωής της δεχόταν στη Βαμβέργη, με χαρά τους Έλληνες που επισκεπτόντουσαν την πόλη.

Στις 26 Ιουλίου 1867, πεθαίνει ο Όθων ύστερα από σύντομη αρρώστα και οχτώ χρόνια αργότερα στις 20 Μαΐου 1875 η νεκρική καμπάνα του καθεδρικού ναού της Βαμβέργης  αναγγέλλει  το θάνατο της Αμαλίας. Η σορός της, όπως και του Όθωνα, βρίσκεται στην κρύπτη της Theatinerkirche (εκκλησία του μοναχικού τάγματος των Θεατίνων) του Μονάχου, που είναι ο τόπος ταφής των μελών της δυναστείας των Wittelsbach. Τη νομισματική της συλλογή από 10.000 νομίσματα χάρισε στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Η φορεσιά «Αμαλία»

 

Η ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου στο βιβλίο της «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», γράφει:

Η βασίλισσα Αμαλία δημιούργησε τη λεγόμενη «στολή Αμαλίας». Έξυπνη γυναίκα καθώς ήταν, κατάλαβε πως έπρεπε να πλησιάσει ενδυματολογικά τον «παραξενοντυμένο» λαό της. Δημιούργησε, λοιπόν, ένα ρομαντικό φολκλορικό αυλικό ένδυμα που έμεινε στην ιστορία ως «Αμα­λία» και έγινε η εθνική γυναικεία φορεσιά.

Είναι ένα φόρεμα σε στιλ Biedermeier, με μπούστο καβαδιού και από πάνω το νησιώτικο ζιπούνι, βασιλικά κεντημένο. Στο κεφάλι οι παντρεμένες φορούσαν το πατροπαράδοτο φέσι με το παπάζι, που το κάλυπταν με το μαύρο βέλο των Καθολικών όταν πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ οι ανύπαντρες φορούσαν το καλπάκι.Τη φορεσιά αυτή τη φόρεσαν όλες οι αστές στα ελευθέρα Βαλκάνια, ακόμα και στα τουρκοκρατούμενα, μέχρι και το Βελιγράδι.

Είναι, νομίζω, κατανοητό ότι οι διάφορες «αμαλιοποιημένες» φορεσιές ήταν πολλές φορές μια απλή τροποποίηση ενδυμάτων που ήδη υπήρχαν, κυρίως συνόλων με φουστάνι. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις της μανιάτικης φορεσιάς και της κυπριακής αστικής ενδυμασίας.

 

Η Αμαλία με Ελληνική φορεσιά που καθιερώθηκε με το όνομά της «στολή Αμαλίας». Κλασσικός πίνακας του γερμανού ζωγράφου Ernst Wilhelm Rietschel (1824-1860), φιλοτεχνήθηκε στην Αθήνα μεταξύ του 1853- 1854, στα βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη.

 

Η φορεσιά της Αμαλίας, που καθιερώθηκε ως επίσημη στολή της Αυλής, ήταν βασικά η αστική φορεσιά της Πελοποννήσου που συνηθιζόταν και στην Αθήνα. Το φουστάνι ή καβάδι είναι από πολύτιμη στόφα, συχνά χρυσοΰφαντη, και έχει μπούστο ανοιχτό για να φαίνεται η ολοκέντητη τραχηλιά του πουκάμισου. Το κοντογούνι είναι βελούδινο, συνήθως σε σκούρο χρώμα, χρυσοκέντητο και πάρα πολύ εφαρμοστό.

Στο κεφάλι φοριέται το φέσι ή το καλπάκι. Το φέ­σι, που αρχικά ήταν μεγάλο, το φορούσαν οι παντρεμένες με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως σπαστό. Μεγάλη σημασία είχε η φούντα του, το παπάζι, καμωμένη από χρυσές κλωστές, πλεγμένες κοτσίδα, και στολισμένη με μαργαριτάρια ή πούλιες. Τα κοσμήματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκής τέχνης, αν και παλιότερα οι Αθηναίες αρχόντισσες φορούσαν στον λαιμό τη χανάκα, κόσμημα από αλυσίδες, απ’ όπου κρέμονταν χρυσά νομίσματα μεγάλης αξίας.

Στα πεδινά, τα βουνίσια και τα παραθαλάσσια χωριά εξακολουθούσαν να κυριαρχούν οι τοπικές φορεσιές, που αυτή την εποχή φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται, λίγο πριν αρχίσουν να καταργούνται με τη δεύτερη, πιο δυναμική εισβολή της Δυτικής μόδας. Τη μόδα αυτή την καθιέρωσε η βασίλισσα Όλγα (1867-1913) με σύμμαχο την ελληνική βιομηχανική επανάσταση, που στην περίπτωση του ενδύματος επισημαίνεται με τη ραπτομηχανή, τα φιγουρίνια και τις καλλιγραφίες, αλλά κυρίως με τις σχολές κοπτικής και ραπτικής στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χριστιάνα Λυτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

[2] Μαρκεζίνης, τόμος 1ος, σελ. 232.   

[3] Η Anita Eichholz στην έκδοση του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών με τίτλο, «Η Βασίλισσα Αμαλία» γράφει: Για την αποβολή μετά από μισό χρόνο γάμου δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία. Βλ. Hans Rail, Otto von Griechenland, ZBLG 44, τεύχος 1, 1981, σ. 367-380. Martha Schad, Bayerns Königinnen, β΄ διορθωμένη έκδοση 1993, σ. 120· Gisela Niemöller, Die Engelinnen im Schloss-Eine Annäherung an Cäcilie, Amalie und Friederike von Oldenburg, Oldenburg 1997, σ. 75. Ο Niemöller αναφέρει μια σημείωση στη διαθήκη της Αμαλίας από το 1837, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θέλει να ερευνηθεί ανατομικά μετά τον θάνατο της και αναφορικά με την αποβολή της. Βλ. προπάντων Kotsowilis: στη σ. 307 βρίσκει κανείς τη χειρόγραφη επιστολή του Όθωνα προς τον πατέρα του Λουδοβίκο Α΄ , στην οποία τον ενημερώνει για την εγκυμοσύνη της συζύγου του. Στη σ. 216 σημειώνει ο Kotsowilis μια χρόνια αρρώστια της Αμαλίας που επισημαίνουν οι Έλληνες γιατροί.

[4] Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

 

Πηγές


  • «Η Βασίλσσα Αμαλία 1818-1875», Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών, Αθήνα, 2007.
  • Παπαντωνίου Ιωάννα, «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 2000.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Τόμος 1ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Το χρονικό του καπνού  –  Απαγόρευση του 1856

 

 Πολλοί πιστεύουν ότι η επίδραση του καπνίσματος στην υγεία των καπνιστών οδήγησε στη διατύπωση μιας αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Οι λόγοι όμως είναι διάφοροι. Στην Ελλάδα, παραδείγματος χάριν, ήδη το 1856, πολύ πριν, αρχίσουν να κυκλοφορούν τα πρώτα βιομηχανοποιημένα τσιγάρα το 1881, η Βασίλισσα Αμαλία, ενεργώντας εξ ονόματος του Βασιλέα Όθωνα, υπέγραψε Βασιλικό Διάταγμα που απαγόρευε το κάπνισμα σε όλα τα δημόσια γραφεία και καταστήματα της χώρας. Ο λόγος ήταν ο κίνδυνος πυρκαγιάς, που ακόμα και σήμερα παραμένει η συχνότερη αιτία πυρκαγιάς στον τόπο μας (το 20% των πυρκαγιών οφείλονται σε αναμμένο τσιγάρο). Νόμοι σχετικοί με την απαγόρευση του καπνίσματος στην Ελλάδα, υπάρχουν εδώ και 150 χρόνια.

  

«Θέλοντες να προλάβωμεν όσον ένεστι τα εξ ενδεχομένων πυρκαϊών δυστυχήματα, επί τη προτάσει του Ημετέρου επί των Εσωτερικών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάττομεν.

Α. Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε διά καπνοσυρρίγγων (τσιμπουκίων), είτε διά σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων.

Β. Η απαγόρευσις αύτη επεκτείνεται και εις πάντα άλλον προσερχόμενον εις τα ειρημένα καταστήματα και γραφεία χάριν υποθέσεως ή άλλης τινος αιτίας.

Γ. Ο Ημέτερος επί των Εσωτερικών Υπουργός θέλει δημοσιεύσει και εκτελέσει το παρόν Διάταγμα.

 Εν Αθήναις, την 31 Ιουλίου 1856».

 Το διάταγμα υπέγραψε, «εν ονόματι του βασιλέως», η βασίλισσα Αμαλία…

 

Διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑ. Φωτογραφία: National Geographic.

Διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑ. Φωτογραφία: National Geographic.

 

 

Το χρονικό του καπνού

 

Το μαγικό φυτό των Ινδιάνων που έφερε ο Κολόμβος στην Ισπανία από τον Nέο Kόσμο, κατέκτησε γρήγορα την αυτοκρατορία του Καρόλου Ε΄, συνεπήρε, χάρη στην Αικατερίνη των Μεδίκων, τη Γαλλία ως «φυτό της βασιλίσσης» ή «νικοτιανή», κυριάρχησε στην Αγγλία ως «tobacco» και απλώθηκε, με εκπληκτική για την εποχή ταχύτητα, στο Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Ρωσία, για να φτάσει, στα τέλη του 16ου αιώνα, στη Θεσσαλονίκη, «εις τα περίχωρα της οποίας», γράφει ο Πουκεβίλ, «εκαλλιέργησαν το πρώτον φυτά δύο Γάλλοι έμποροι».

 

Ήταν  12 Οκτωβρίου 1492, απόγευμα, όταν ο Κολόμβος και οι σύντροφοί του ανακάλυψαν τον καπνό. «Μου προσφέρθηκαν», σημείωσε στο ημερολόγιό του ο Γενουάτης θαλασσοπόρος, «μερικά αποξηραμένα φύλλα» που ανέδιδαν «ένα χαρακτηριστικό ιδιάζον άρωμα». Ο Rodrigo de Jerez, που ταξίδευε μαζί του, θα παρατηρήσει λίγο αργότερα τη διαδικασία του καπνίσματος και θα τη μεταφέρει στην Ισπανία. Η εντύπωση που προκάλεσε εκπνέοντας καπνό από το στόμα ήταν τέτοια, που τον φυλάκισαν ως δαιμονισμένο. Όταν, κάμποσα χρόνια μετά, αποφυλακίστηκε, το κάπνισμα ήταν μια δημοφιλής συνήθεια σε όλη την Ευρώπη.

Στη Γηραιά Hπειρο ο καπνός πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Πορτογαλία γύρω στα 1512. Στα 1531 οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να καλλιεργούν στον Άγιο Δομήνικο και στη Βραζιλία καπνό για εμπορική εκμετάλλευση, ενώ το 1560 ο Γάλλος πρέσβης στην Πορτογαλία Jean Nicot de Villemain θα γράψει για τις ιαματικές ιδιότητες του καπνού, θα προπαγανδίσει τη χρήση της «νικοτίνης» στη γαλλική Αυλή και θα απαλλάξει την Αικατερίνη των Μεδίκων από τις βασανιστικές ημικρανίες της.

Στην Ιταλία ο καπνός εισήχθη πιθανώς πρώτα στο Βατικανό, από τον παπικό Nούντσιο της Λισσαβόνας, και εν συνεχεία θα ταξιδέψει σε όλη την Kεντρική Ευρώπη, υποβοηθούμενος από τις κινήσεις των στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Tριακονταετούς Πολέμου (1618-1648). Το σύγγραμμα του Μοnardes, που εκδόθηκε στη Σεβίλλη το 1571 και μεταφράστηκε στα αγγλικά έξι χρόνια αργότερα, προτείνει τη θεραπευτική χρήση του καπνού για 36 νοσήματα, μεταξύ των οποίων οι κεφαλαλγίες, οι αμοιβαδώσεις, οι αιμορραγίες, η λύσσα, οι αρθρίτιδες και ο καρκίνος.

Ο Sir Francis Drake και οι νέοι άποικοι της Αμερικής θα εισάγουν στη Βρετανία τη χρήση της πίπας, ενώ ο Sir Walter Raleigh θα πείσει ακόμα και τη βασίλισσα Ελισάβετ να δοκιμάσει.

Μέχρι τα πρώτα χρόνια του 17ου αιώνα το κάπνισμα της πίπας γίνεται μια εξαιρετικά διαδεδομένη συνήθεια, τόσο που οι Βρετανοί ιατροί θορυβούνται και με επιστολή τους το 1603 ζητούν από τον Ιάκωβο Α΄ να απαγορεύσει τη χρήση του καπνού χωρίς ιατρική συνταγή. Εκείνος, φανατικός αντικαπνιστής, θα γίνει ο πρώτος μονάρχης που θα επιβάλει υψηλή φορολογία στα προϊόντα καπνού, που καταφθάνουν σε ολοένα αυξανόμενες ποσότητες από την αποικία της Βασιλίσσης Παρθένου, τη θρυλική Βιρτζίνια. Το παράδειγμα του Iακώβου θα μιμηθούν σύντομα όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι μονάρχες, μεταξύ των οποίων ο Λουδοβίκος 14ος με τον καρδινάλιο Ρισελιέ.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία ο καπνός πιθανόν εισήχθη μέσω των Πορτογάλων εμπόρων και βρήκε τέτοια γρήγορη απήχηση, τόσο στην κατανάλωση όσο και στην καλλιέργειά του, ώστε μεταγενέστεροι συγγραφείς να θεωρούν ως χώρα προέλευσης της νικοτίνης όχι την Αμερική αλλά την Ανατολή.

 

Ρακοσυλλέκτες και αριστοκρατία

 

Ήδη από το 1614 η Σεβίλλη θα γίνει παγκόσμιο κέντρο επεξεργασίας και εμπορίας καπνού, αναπτύσσοντας τη βιομηχανία παρασκευής πούρων. Τα τσιγάρα θα εφεύρουν λίγο αργότερα οι ρακοσυλλέκτες, που, αναμιγνύοντας υπολείμματα καπνού πούρων και τυλίγοντάς τα σε λεπτό χαρτί, είχαν ένα φτηνό υποκατάστατο. Όταν ο Ισπανός μονάρχης Φίλιππος B΄ επιστρέφει από την εξορία του στη Γαλλία το 1660, φέρνει μαζί του και τη γαλλική συνήθεια της εισπνοής ψιλοκομμένου ταμπάκου από τη μύτη, καθιστώντας την εξεζητημένη συνήθεια της ισπανικής αριστοκρατίας. Θα περάσουν περίπου 100 χρόνια πριν γίνει η πρώτη ιατρική παρατήρηση για τη σχέση της συνήθειας αυτής με τη δημιουργία καρκίνου του ρινοφάρυγγα.

Στην Αγγλία η επιρροή των αποίκων της Βιρτζίνια, και ιδιαίτερα του John Rolfe και της γυναίκας του, της περίφημης Ινδιάνας «πριγκίπισσας» Ποκαχόντας, είναι τεράστια. Το ζεύγος επισκέπτεται τη βρετανική Aυλή στα 1616 και εξασφαλίζει σημαντικές επενδύσεις για τις υπεράκτιες φυτείες καπνού της Βιρτζίνια. Ο γάμος αυτός προστάτευε, άλλωστε, τις φυτείες από πιθανές επιθέσεις των ιθαγενών. Το πρόσωπο της Ποκαχόντας θα διαφημίσει τα πρώτα χαρμάνια καπνού της Βιρτζίνια, και το κάπνισμα πούρων ή πίπας, καθώς και η ρινική εισπνοή ταμπάκου, θα γενικευθούν. Η αυξανόμενη δημοτικότητα του καπνού και η ραγδαία επέκταση των καλλιεργειών θα οδηγήσουν σε δραματική αύξηση της εισροής μαύρων σκλάβων της Δυτικής Αφρικής και σε εκτόπιση των ιθαγενών Ινδιάνων.

Η Γλασκόβη γίνεται στα μέσα του 18ου αιώνα το μεγαλύτερο κέντρο διακομιστικού εμπορίου του καπνού και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια απ’ όπου περνά (και φορολογείται) όλη ανεξαιρέτως η παραγωγή καπνού της Αμερικής, κάτι που απετέλεσε μια από τις αφορμές του πολέμου της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Άλλωστε το πρώτο δάνειο προς τους επαναστατημένους αποίκους συνήφθη με τη Γαλλία και πληρώθηκε σε καπνό.

 

«Tι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;»

 

Στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), η χρήση του «σιγαρέτου», υποβοηθούμενη και από την εφεύρεση των σπίρτων, θα γενικευθεί και γρήγορα θα διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη, από την Τουρκία ως τη Βρετανία. Την ίδια εποχή τα πούρα γίνονται μόδα και η Κούβα γίνεται ο προνομιακός τόπος παρασκευής τους.

Τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα τρένα αποκτούν πολυτελείς χώρους ειδικά διαμορφωμένους για τους καπνιστές, ενώ οι γυναίκες για πρώτη φορά αρχίζουν δειλά να φλερτάρουν με αυτήν την «ανδρική» συνήθεια. Η Γεωργία Σάνδη, την εποχή της συμβίωσής της με τον Σοπέν, γύρω στα 1850, διασκέδαζε να σοκάρει τους καλεσμένους της απολαμβάνοντας ένα πούρο μετά το πρόγευμά της – προάγγελος της εποχής που η γυναικεία χειραφέτηση, ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, θα περάσει μέσα και από την υιοθέτηση του τσιγάρου.

Αμέσως μετά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα δωρεάν τσιγάρα στους στρατιώτες και η συνακόλουθη αυξημένη ζήτηση καπνού, μαζί με τις αυξήσεις στους καπνικούς φόρους, οδήγησαν στα ύψη τις τιμές των προϊόντων καπνού. Όταν ξέσπασε ο B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι καπνοβιομηχανίες ακολούθησαν την ίδια τακτική, διαφημίζοντας και μοιράζοντας δωρεάν τσιγάρα στους στρατευμένους σε ακόμα μεγαλύτερες ποσότητες. Το τσιγάρο είχε πια κατοχυρωθεί σαν αυτονόητη και αναγκαία συνθήκη του στρατιώτη.

Η ανθρωπολογία της επιθυμίας ίσως κάποτε μελετήσει το πόσο εύκολα και με πόση ταχύτητα η χρήση του καπνού γενικεύθηκε, χωρίς εξαίρεση, σε όλη την υφήλιο. Η επίγνωση των καταστροφικών συνεπειών του στην υγεία και η άμεση συσχέτισή του με την καρκινογένεση, την ανεπάρκεια των στεφανιαίων και τις αγγειακές παθήσεις δεν μπόρεσαν να ανακόψουν τη χρήση του. Οι απαγορεύσεις, η διαπόμπευση, οι τιμωρίες, ακόμα και τα βασανιστήρια, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Φαίνεται πως η επίδραση του καπνίσματος, που περιγράφεται άλλοτε διεγερτική και άλλοτε ηρεμιστική, παραδόξως εξαρτάται από ό,τι ο καθένας προσδοκά από αυτό – ή, όπως θα έλεγε ο Oσκαρ Ουάιλντ: «Το τσιγάρο είναι ο τέλειος τύπος της τέλειας απόλαυσης. Είναι εξαίσιο και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;».

 

ΓPHΓOPHΣ ΣTPATAKOΣ
Πνευμονολόγος, δρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιμελητής της Κλινικής Εντατικής Θεραπείας
του Παν/μίου Αθηνών στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».

Πηγές

  • Καθημερινή, «Επτά Ήμερες», 10-07-05.    
  • Κορδιολής Ν., « Αντικαπνιστική Νομοθεσία, η Ελληνική πραγματικότητα», Εκδόσεις Ζήτα, Αθήνα,2004.
  • Εφημερίδα «Καθημερινή», Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »