Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

«Χαίρετε»: Ένα ελληνικό σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς – Γεράσιμος Αλεξάτος


 

«Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η παραμονή τον Σώματος στη Γερμανία ήταν πράγματι ένα επεισόδιο εξαιρετικής σημασίας για τις ελληνογερμανικές σχέσεις και η σπορά που σκορπίστηκε… απέδωσε ήδη πλούσιους καρπούς».

Αρχαιολόγος καθηγητής Paul Jacobsthal, 1-2-1921.[1]

 

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Είναι αδύνατο να ασχοληθεί κανείς με τις πολυτάραχες ελληνο-γερμανικές σχέσεις κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, χωρίς να σκοντάφτει διαρκώς στο όνομα μιας μικρής, συνοριακής και διχοτομημένης σήμερα πόλης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το Γκαίρλιτς (Görlitz). Το καλοκαίρι του 1916 – μεσούντος του Μεγάλου Πολέμου – 7.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί μεταφέρθηκαν εκεί, εκόντες άκοντες και κάτω από δραματικές συνθήκες, όπου και παρέμειναν επί δυόμισι χρόνια υπό το ιδιότυπο καθεστώς του αιχμάλωτου – φιλοξενούμενου του Κάιζερ. Η υπόθεση αυτή της μικρής αλλά ιστορικής πόλης της πάλαι ποτέ πρωσικής επαρχίας της Σιλεσίας, αποτελεί μια από τις τραγικότερες περιπλοκές της περιόδου εκείνης, που βιώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στην Ελλάδα, καθώς η αμείλικτη διαμάχη του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο σχετικά με τη στάση της χώρας απέναντι στα στρατόπεδα των αντιμαχομένων, οδήγησε στον πρώτο μεγάλο εσωτερικό διχασμό. [2]

Όμως οι σχέσεις του Γκαίρλιτς με την Ελλάδα δεν σταματούν εκεί. Το 1949, μετά το τέλος του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα, 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες μαζί με τα παιδιά τους, κατά μια παράδοξη ιστορική σύμπτωση, θα καταφύγουν στην ίδια ακριβώς πόλη. Το Γκαίρλιτς εν τω μεταξύ είχε διχοτομηθεί μετά το 1945, και οι ανατολικές συνοικίες του – εκεί όπου βρισκόταν 30 περίπου χρόνια νωρίτερα το ελληνικό στρατόπεδο – είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία με το όνομα Ζγκορζέλετς (Zgorzelec). Έτσι στη χωρισμένη στα δύο πόλη θα βρεθούν στις απέναντι όχθες του συνοριακού πλέον ποταμού Νάισε, Έλληνες δύο διαφορετικών γενεών – θύματα των μεγάλων συγκρούσεων του πρώτου μισού του 20ού Αιώνα – που για πολλά χρόνια ούτε καν θα υποψιάζονται την ύπαρξη συμπατριωτών τους στην αντίπερα όχθη.

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Αυγούστου του 1916, όταν βουλγαρικός στρατός, έχοντας εξασφαλίσει το πράσινο φως της συμμαχικής γερμανικής ηγεσίας, εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην ανατολική Μακεδονία, την ίδια ακριβώς ημέρα που οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας επέδιδαν ταυτόσημες επίσημες διακοινώσεις στη φιλοβασιλική – μετά την αποπομπή του Βενιζέλου – κυβέρνηση των Αθηνών. [3] Σε αυτές παρέχονταν διαβεβαιώσεις για το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας: η στρατιωτική επιχείρηση δεν στρεφόταν εναντίον του ελληνικού στρατού και πληθυσμού και θα άφηνε άθικτες τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις, Σέρρες, Δράμα και Καβάλα. Στο στόχαστρο – σύμφωνα με τις παρεχόμενες εγγυήσεις – ήταν αποκλειστικά οι δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες από τον προηγούμενο ήδη χρόνο στρατοπέδευαν στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. [4] Το γεγονός αυτό, που έφερε τους εμπολέμους στα εδάφη της επισήμως «ουδέτερης» ακόμα Ελλάδας, είχε αποτελέσει ένα από τα κεντρικά σημεία διαφωνίας των δύο κέντρων εξουσίας της χώρας και είχε οδηγήσει στην υποχρεωτική παραίτηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην όξυνση της διαμάχης.

Οι γερμανικές διαβεβαιώσεις καθησύχασαν τον Κωνσταντίνο και το επιτελείο του. Δόθηκε λοιπόν εντολή στο εγκατεστημένο στην ανατολική Μακεδονία Δ ́ Σώμα Στρατού να μην προβάλει καμία αντίσταση και, αφού υποχωρήσει από τα συνοριακά φυλάκια, να αποσυρθεί στις τρεις πόλεις αναμένοντας νεότερες διαταγές. Ας αναφερθεί ότι επρόκειτο για τα υπολείμματα του Σώματος, καθώς λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα είχε υποχρεωθεί με εντολή της Αντάντ να απολύσει όλες τις εφεδρείες του. [5]

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Από την πρώτη στιγμή έγινε με πολύ οδυνηρό τρόπο αντιληπτό από τους κατοίκους και τους υπερασπιστές της περιοχής, ότι ο πραγματικός στόχος των εισβολέων δεν ήταν παρά η αιχμαλωσία του στρατού, η εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών και η μόνιμη εγκατάσταση σε μακεδονικά εδάφη. [6] Μόλις οι ραγδαίες αυτές και απρόσμενες εξελίξεις έγιναν γνωστές στην Ελλάδα προκάλεσαν θύελλα αγανάκτησης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και να αποκτήσει ο Εθνικός Διχασμός και γεωγραφική υπόσταση. [7]

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου ο κλοιός γύρω από τις πόλεις άρχισε να σφίγγει και η κατάσταση να χειροτερεύει δραματικά. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέκλυζαν την Καβάλα, προσπαθώντας να μεταβούν απέναντι στη Θάσο, ενώ ο προσωρινός διοικητής του Σώματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος – οι στρατηγοί ήταν όλοι (!) απόντες – με απεγνωσμένες καθημερινές εκκλήσεις προς το εθνικό κέντρο, το οποίο προκλητικά κώφευε, αναζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει τρόφιμα στους πανικόβλητους κατοίκους και να προστατεύσει τους περικυκλωμένους στρατιώτες. [8] Η σκλήρυνση αυτή της βουλγαρικής στάσης οφειλόταν στην αλλαγή της στρατιωτικής ηγεσίας στο Βερολίνο, καθώς το υπό τους Hindenburg και Ludendorff νέο επιτελείο θεωρούσε πλέον την Ελλάδα «χαμένη υπόθεση», δίνοντας το πράσινο φως για την κατάληψη της Καβάλας και ολόκληρης της περιοχής, παρά τις προ τριών μόλις εβδομάδων παρασχεθείσες εγγυήσεις. [9]

Και ενώ η Αντάντ από την άλλη πλευρά, θεωρώντας ότι επρόκειτο για συμπαιγνία Αθηνών Βερολίνου, απέκλειε το λιμάνι της Καβάλας και κατάσχεσε την πιο κρίσιμη στιγμή – «για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού» – το μοναδικό ασύρματο της ελληνικής διοίκησης, ο Χατζόπουλος, πλήρως αποκομμένος, πιεζόταν αφόρητα από το Γερμανό αξιωματικό – τον κομιστή των αποφάσεων του Γερμανού στρατάρχη– να εγκαταλείψει πάραυτα την πόλη, χωρίς να του επιτραπεί να συνεννοηθεί με τους προϊσταμένους του, καθώς «σε περίπτωση άρνησης» θα ανοιγόταν «αμέσως πυρ εναντίον της Καβάλας». [10] Ο Έλληνας διοικητής τότε, υπό τη δαμόκλειο σπάθη της βουλγαρικής αιχμαλωσίας, απευθύνθηκε προσωπικά στον ίδιο τον Hindenburg, ζητώντας τη μεταφορά του Σώματος μαζί με τον εξοπλισμό του στη Γερμανία, όπου και ως «ουδέτερο» θα παρέμενε φιλοξενούμενο μέχρι το τέλος του πολέμου. [11]

Αναμένοντας τη γερμανική απάντηση, αποτάθηκε ταυτόχρονα και στους Άγγλους, ύστερα από εσπευσμένη σύγκληση του πολεμικού συμβουλίου του Σώματος, το οποίο προέκρινε την παράδοση στους Συμμάχους, υπό την προϋπόθεση ότι οι μονάδες θα μεταφέρονταν με πλοία σε λιμάνι της Παλαιάς Ελλάδας. [12] Έτσι το βράδυ της ίδιας ημέρας ολόκληρη η φρουρά της Καβάλας με πλήρη εξάρτυση και έχοντας εντολή επιβίβασης, συγκεντρώθηκε στο λιμάνι. Μόλις όμως έκαναν την εμφάνισή τους τα συμμαχικά πλοία, έντονοι διαπληκτισμοί μεταξύ του φιλοβασιλικού Χατζόπουλου, αξιωματικών της Εθνικής Αμύνης που τα συνόδευαν και του Βρετανού πλοιάρχου, που επέτρεπε την επιβίβαση μόνο σε εθελοντές του κινήματος της Θεσσαλονίκης, οδήγησαν τελικά στην υπαναχώρηση του διοικητή και στη ματαίωση του εγχειρήματος την τελευταία στιγμή. [13] Ο Χατζόπουλος, όταν βρέθηκε την κρίσιμη στιγμή μπροστά στο δίλημμα να παραδοθεί στους Γερμανούς, με ευνοϊκούς έστω όρους, ή να προσχωρήσει παρά τη θέλησή του στη βενιζελική Εθνική Άμυνα, προτίμησε το πρώτο.

Και ενώ μετά το θετικό τηλεγράφημα του Γερμανού στρατάρχη, ξεκινούσε υπό αφόρητη χρονική πίεση, «για να μην υπάρξει περιθώριο επικοινωνίας», [14] η πορεία των μονάδων προς τη Δράμα, τον πρώτο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού, η Αθήνα – ειδοποιημένη από τους Άγγλους – τότε μόλις ξυπνούσε από το λήθαργο και φοβούμενη εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις, διέτασσε – μέσω των Βρετανών – τη μεταγωγή των δυνάμεων στο Βόλο. Ήταν όμως πολύ αργά. Η πορεία είχε ήδη ξεκινήσει. [15]

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει "ΧΑΙΡΕΤΕ" . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει «ΧΑΙΡΕΤΕ» . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η μεταφορά σε γερμανικό έδαφος ενός σημαντικού τμήματος του στρατού μιας ουδέτερης χώρας προκάλεσε τον αποτροπιασμό της Αντάντ και του ουδέτερου κόσμου, ενώ έγινε φυσικά αποδεκτή με διθυραμβικά σχόλια από το σύνολο του γερμανικού Τύπου. Ο Ludendorff – παρά την εκφρασμένη αντίθετη επιθυμία του Χατζόπουλου – έδωσε διαταγή για επίσημη παλλαϊκή υποδοχή (παρελάσεις, στρατιωτικές μπάντες, επιγραφή «ΧΑΙΡΕΤΕ» και γιρλάντες στο ανακαινισμένο στρατόπεδο), «για να διαδοθεί στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για τη γερμανική υπόθεση». [16] Αλλά με πραγματικό και γνήσιο ενθουσιασμό υποδέχτηκαν τη χαρμόσυνη είδηση οι ισχυροί τότε κύκλοι των φιλελλήνων. «Ο πόλεμος έφερε την Ελλάδα αιφνίδια και ορμητικά στο επίκεντρο του γερμανικού ενδιαφέροντος», [17] διαπίστωνε ο διάσημος τότε βυζαντινολόγος καθηγητής August Heisenberg, πυροδοτώντας την αναβίωση ενός – βραχύβιου έστω – κλίματος φιλελληνισμού, έναν πραγματικό «μήνα του μέλιτος» στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις. Μεταξύ άλλων έκανε την εμφάνισή της και η πρώτη ημιεπίσημη οδηγία – με τον ενδεικτικό τίτλο «Εμπρός για τη Ελλάδα» – υπέρ του ανύπαρκτου τότε ελληνικού τουρισμού! [18]

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Βεβαίως, η επίσημα προβαλλόμενη εικόνα της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά μονόπλευρη και επιλεκτική: Οι «φίλοι» μας «κωνσταντινικοί» από τη μια, και οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι «ραδιούργοι βενιζελικοί» από την άλλη. Εικόνα που επρόκειτο να διατηρηθεί αμετάβλητη επί πολλές δεκαετίες, μέχρι τη γερμανική κατοχή. [19] Κατακλύστηκε τότε η μικρή πόλη της Σιλεσίας από κορυφαίους καθηγητές, ελληνομαθείς διπλωμάτες και εμπόρους, που κατέφθαναν από όλα τα μήκη και πλάτη της Γερμανίας με ποικίλα κίνητρα και αποστολές. [20] Μοναδική ήταν εξάλλου η ευκαιρία για τη διενέργεια ερευνών σε ελληνικού ενδιαφέροντος αντικείμενα, καθώς για πρώτη φορά υπήρχε έμψυχο υλικό άφθονο, συγκεντρωμένο και πρόθυμο στην υπηρεσία των αναπτυσσόμενων την εποχή εκείνη νεοελληνικών σπουδών. Έτσι – εν μέσω του φονικότερου πολέμου που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα – στο ελληνικό στρατόπεδο πραγματοποιήθηκαν μελέτες, διατριβές και μοναδικές ηχογραφήσεις μουσικής και διαλέκτων από όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου, που μόλις σήμερα βγαίνουν σταδιακά στο φως, προκαλώντας το ζωηρό ενδιαφέρον των ειδικών και όχι μόνο. Μεταξύ των καταγραφών ανακαλύφθηκε και η πρώτη εγγραφή ρεμπέτικου με συνοδεία μπουζουκιού παγκοσμίως. [21]

 

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

 

Θετική και μακροχρόνια επίδραση είχαν τα μαθήματα γερμανικών για αξιωματικούς και για 700 εγγράμματους στρατιώτες, συγκροτημένα συστηματικά και με υψηλότατο επίπεδο διδασκαλίας, όπου συμμετείχε η αφρόκρεμα των νεοελληνιστών καθηγητών. [22] Ένας από αυτούς, ο αρχαιολόγος Jacobsthal, σε περιοδεία του ανά την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έψαχνε παντού για «Γκορλιτσιώτες», όπως ονομάζονταν τότε οι επανακάμψαντες, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τους «πλούσιους καρπούς», που είχε αποδώσει η μακρόχρονη παραμονή του Σώματος και κυρίως το σχολείο γερμανικών στις αμοιβαίες σχέσεις.

 

Καρτ - ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

Καρτ – ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

 

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το ξεχασμένο σήμερα επεισόδιο του Γκαίρλιτς επηρέασε και διαμόρφωσε την εικόνα πολλών Ελλήνων για τη γερμανική κοινωνία της εποχής. Σε αυτό συνέβαλαν και οι λιγοστοί μεν αλλά εξαιρετικά φιλόδοξοι νεαροί Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι, που βρέθηκαν τυχαία – ως απλοί στρατιώτες ή αξιωματικοί – στο απομονωμένο στρατόπεδο της Γερμανίας. Διάσημοι πολλοί από αυτούς αργότερα – όπως ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου Βασίλης Ρώτας – έδωσαν εκεί τα πρώτα δείγματα γραφής της τέχνης τους, δεχόμενοι ταυτόχρονα επιρροές στη μετέπειτα πορεία τους. [23] Εκεί εκδόθηκαν οι πρώτες ποιητικές συλλογές τους, δοκίμια και χρονογραφήματα βγαλμένα από την πένα τους είδαν το φως της δημοσιότητας, ενώ σημαντικά έργα ζωγραφικής ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια της μικρής πόλης. [24] Σημείο αναφοράς και χώρος συνάντησης ήταν η μικρή ελληνική καθημερινή εφημερίδα (Τα Νέα του Görlitz αρχικά, τα Ελληνικά Φύλλα στη συνέχεια). [25] Κυρίως το πρώτο διάστημα, προτού η εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα και το βάθεμα του διχασμού βάλει φρένο στη δημιουργική προσπάθεια. Μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για μια ιδιόμορφη προσέγγιση υπό τη σκιά του φοβερού πολέμου και στο πεδίο του πολιτισμού.

Αμέτρητα ήταν τα νήματα που συνέδεσαν τότε τους δύο λαούς. Δύσκολη και αντιφατική ωστόσο η σχέση με τους απλούς ανθρώπους του Γκαίρλιτς, καθώς δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους και τόσο διαφορετικοί, προσέγγιζαν για πρώτη φορά ο ένας τον άλλο υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Η παρουσία χιλιάδων νέων ανθρώπων σε μια πόλη των 90.000 κατοίκων γινόταν ιδιαιτέρως αισθητή και της έδινε ασυνήθιστη ζωντάνια. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων το κέντρο της πόλης με τα στέκια των στρατιωτών και τις πάμπολλες ελληνικές επιγραφές, παρουσίαζε όψη ελληνικής επαρχιακής πόλης. Ωστόσο, τα πράγματα πίσω από τη βιτρίνα δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακά. Ο ασυνήθιστα βαρύς χειμώνας σε συνδυασμό με τη μονόπλευρη, ελλιπέστατη και ασυμβίβαστη με ελληνικές γεύσεις διατροφή, προκάλεσαν ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία τους. [26] Μεγάλη ήταν εξάλλου η δυσαρέσκεια του τοπικού πληθυσμού, που έβλεπε με ανησυχία τους αξιωματικούς που, με τους μισθούς που εξακολουθούσαν να εισπράττουν άδειαζαν τα καταστήματα από το λιγοστό εμπόρευμα, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη. Αλλά και το βραδινό «σουλατσάρισμα» στους δρόμους, πριν από τις αθρόες αποστολές εργασίας, δεν δημιουργούσε πάντα φιλικά συναισθήματα.

 

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

 

Το γεγονός όμως που δημιούργησε τις μεγαλύτερες αντιζηλίες ήταν η εντυπωσιακή επιτυχία των Ελλήνων στο γυναικείο πληθυσμό. Σε καιρούς λειψανδρίας το αυξημένο ενδιαφέρον των γυναικών προς τους «εξωτικούς» τότε και ηλιοκαμένους νέους του νότου, εκδηλωνόταν ποικιλοτρόπως. Το ζήτημα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Γινόταν λόγος ακόμα και για αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών στο μέτωπο. Τίποτε δεν μπόρεσε ωστόσο να ανακόψει τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των αρραβώνων και γάμων και εκατοντάδες οι γυναίκες του Γκαίρλιτς, που όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ήταν έτοιμες και αποφασισμένες να ζήσουν τον ελληνικό τους «μύθο». Οι δυσκολίες όμως που συνάντησαν στη γεμάτη καχυποψία και μίσος εποχή ήταν ανυπέρβλητες. Οι περισσότερες γύρισαν πίσω αποκαρδιωμένες. [27]

 

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Παρά το ειρηνικό περιβάλλον, οι ανθρώπινες απώλειες στο στρατόπεδο ήταν σημαντικές. Η φυματίωση και προς το τέλος η ισπανική γρίπη θέρισαν κυριολεκτικά τους εξασθενημένους από τις στερήσεις και το ασυνήθιστο ψύχος άνδρες. Τετρακόσιοι [28] περίπου άφησαν την τελευταία τους πνοή στη Γερμανία, ενώ βαθιά συγκίνηση προξένησε και ο αιφνίδιος θάνατος του σεβαστού στους στρατιώτες Χατζόπουλου.

 

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

 

Με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την εγκατάστασή του στην Ελβετία (Ιούνιος του 1917), η εποχή του ελληνο-γερμανικού ειδυλλίου παρήλθε οριστικά. Η συμμετοχή της επίσημης Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά και η ύπαρξη ισχυρής μερίδας βενιζελικών στο Γκαίρλιτς, που άρχισαν πλέον να εκδηλώνονται, άλλαξε άρδην τα δεδομένα και μετέτρεψε την υπόθεση του «εχθρικού» πλέον στρατοπέδου σε διαρκή πονοκέφαλο.

Ταυτόχρονα, οι έως τότε επαρχιακοί στρατώνες μεταβλήθηκαν σε πανευρωπαϊκής εμβέλειας κέντρο επεμβάσεων και συνωμοσιών του εξόριστου βασιλικού περιβάλλοντος, που αδημονούσε για δράση. Μετά όμως την παταγώδη – και εν μέρει αιματηρή – [29] αποτυχία των βασιλικών σχεδίων, οι Γερμανοί ιθύνοντες απαίτησαν πλέον από τους Έλληνες την προσφορά παραγωγικής εργασίας, καθώς και εγγυήσεις για την πάταξη κάθε εχθρικής φιλοβενιζελικής δράσης. [30] Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: 36 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή σε «κανονικό» στρατόπεδο αιχμαλώτων στο

Βερλ της Βεστφαλίας (Ιανουάριος 1918), ενώ 5.000 στρατιώτες, ενταγμένοι σε πολυάριθμες εργατικές αποστολές, διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προσφέροντας την εργατική τους δύναμη μέχρι το τέλος του πολέμου στην πολεμική κυρίως βιομηχανία. [31]

 

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

 

Στα παράδοξα του Γκαίρλιτς ανήκει και η αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στη γερμανική επανάσταση των σπαρτακιστών το Νοέμβριο του 1918. Επηρεασμένοι από το διάχυτα ανατρεπτικό κλίμα της εποχής, αλλά και για δικούς τους ειδικούς λόγους, ήρθαν με ιδιαίτερη βιαιότητα σε ρήξη με τους αξιωματικούς, καθαίρεσαν το διοικητή και εξέλεξαν στρατιωτικά συμβούλια («ελληνικά «σοβιέτ» [32] του Γκαίρλιτς» θα ονομαστούν αργότερα), με κορυφαίο αίτημα την άμεση επιστροφή στην πατρίδα. Πρωτοφανή γεγονότα στα ελληνικά στρατιωτικά χρονικά, «φωτεινό παράδειγμα για τους φαντάρους, τους ναύτες και όλους τους εργαζόμενους της χώρας», θα γράψει ο Ριζοσπάστης 14 χρόνια αργότερα. [33] Γεγονότα όμως που, μετά τη διένεξη με τις γερμανικές αρχές, είχαν θλιβερή κατάληξη και έριξαν βαριά τη σκιά τους στην τελευταία πράξη του επεισοδίου, οδηγώντας τον κύριο όγκο των ανδρών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή. Χιλιάδες στρατιώτες εγκατέλειψαν άρον άρον τους στρατώνες και τους τόπους εργασίας, πασχίζοντας να διαφύγουν με κάθε μέσο, ακόμα και με τα πόδια, ατομικά πια ο καθένας ή σε μικρές ομάδες, προς τα πλησιέστερα σύνορα και από εκεί με οποιοδήποτε μέσο για την Ελλάδα. [34]

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Αλλά η «Οδύσσεια» των ανδρών του Σώματος θα συνεχιστεί και μετά την πολυπόθητη παλιννόστηση. Βαρύς θα πέσει επί δικαίων και αδίκων ο πέλεκυς των διώξεων, οξύνοντας στο έπακρο τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κατά τη διάρκεια μάλιστα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. [35]

Αποστρατείες, ανακρίσεις και εγκλεισμός σε ειδικό στρατόπεδο τους ανέμεναν άμα τη αφίξει τους, αλλά και εξορίες, εκτοπίσεις ακόμα και θανατικές καταδίκες, καθώς πολλοί κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν ως ριψάσπιδες. [36] Έτσι δημιουργήθηκε εκ των υστέρων ο μύθος του Γκαίρλιτς ως συνώνυμο εθνοπροδοσίας, που απεδείχθη μακροβιότατος και απετέλεσε σημείο έντονης διαμάχης των αντιμαχόμενων παρατάξεων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Έκτοτε τα συμβάντα στη μακρινή Σιλεσία παραδόθηκαν στη λήθη. Δεν αποτελούσαν εξάλλου σελίδα δόξας για πολλούς από τους ιθύνοντες της εποχής. Για τους άνδρες όμως του Σώματος – θύματα και αυτοί της ατασθαλίας των τότε κυβερνώντων, όπως και όλοι οι κάτοικοι της ανατολικής Μακεδονίας – αλλά και για πολλούς από τους απογόνους τους, δεν επήλθε ποτέ η πολυπόθητη «κάθαρση» από την άδικη κατηγορία της προδοσίας. Ας ελπίσουμε ότι η παρούσα μελέτη, έναν περίπου αιώνα μετά τα συμβάντα, θα συμβάλει σε μια περισσότερο ψύχραιμη και νηφάλια επανεξέταση μιας από τις τραγικές πτυχές των προεκτάσεων του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Politisches Archiv Auswärtiges Amt (PA AA), φάκελος R63156, εμπιστευτική επιστολή καθηγητού Γιάκομπσταλ προς το Σύλλογο για τους Γερμανούς του Εξωτερικού (Verein für das Deutschtum im Ausland), 1.2.1921·βλ. επίσης το άρθρο του ιδίου «Gorlitzioten» στην περιοδική έκδοση Hellas, Organ der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, αρ. 1, 1921.

[2] Για περισσότερα βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ), τόμ. ΙΕ ́, Αθήνα 2000, σ. 8-55· Leon G., Greece and the Great Powers 1914-1917, Θεσσαλονίκη 1974·Theodoulou C., Greece and the Entente, Θεσσαλονίκη 1971 κ.τ.λ.

[3] PA AA, φάκελος R22197, 14.8.1916.

[4] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 380.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. Α’, σ. 133-136· Κυρομάνος (εκδ.), Η ιστορία τον Εθνικού Διχασμού κατά την αρθρογραφία των Ε. Βενιζέλον και I. Μεταξά, Αθήνα 2007, σ. 295-296.

[6] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, «Αναφορά περί της αναχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων από την Καβάλα…» (αναφορά Χατζόπουλου), σ. 1· ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλ­κάνια, σ. 323-325.

[7] ΙΕΕ, σ. 37,40-41.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, σ. 145-146. ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, αναφορά Χατζόπουλου, σ. 4.

[9] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201,7.9.1916, 8.9.1916.

[10] Ό.π., 8.9.1916.

[11] Ό.π., αναφορά Χατζόπουλου, σ. 8-9.

[12] ΓΕΣ/ΔΙΣ, φάκελος 380/Δ/3, Πρωτόκολλον συνταχθέν εν Καβάλα 28.8/10.9.1916.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Υπόμνημα υπολ. πυροβολικού Βακά Δημητρίου επί των γεγονότων παραδόσεως της Καβάλας και λοιπής Ανατολικής Μακεδονίας εις Γερμανοβουλγάρους, σ. 33·PA AA, R22201, Αναφορά Χατζόπουλου, σ. 10-11·Κυρομάνος, Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού, σ. 306-311·Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα 1931, σ. 191-195·Στρατηγού Παγκάλου, Απομνημονεύματα, τόμ. Β ́, 1959, σ. 114-115.

[14] PAAA, R22201, 8.9.1916.

[15] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 400·Theodoulou C., Greece and the Entente, σ. 300. Όπως αναγράφεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ, τόμ. ΙΕ ́, σ. 82), ο ελληνικός πληθυσμός της Ανατολικής Μακεδονίας διώχθηκε συστηματικά, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκβουλγαρισμός της περιοχής. Ας αναφερθεί ότι από τους 36.000 άνδρες κάθε ηλικίας που εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία, μόνο 17.000 κατάφεραν να επιζήσουν. Τέλη του 1918, όταν ο πόλεμος τελείωσε, επανήλθαν, πραγματικά ράκη, στις εστίες τους.

[16] PA AA, R22201, 22.9.1916.

[17] Heisenberg A., Neugriechenland, Leipzig 1919, σ. 3.

[18] Άρθρο του Dr. Dernburg B., Staatssekretär a.D. με τον τίτλο «Nach Griechenland» στην εφημερίδα Vossische Zeitung, 22.9.1916.

[19] Fleischer H., «Post Bellum, Das deutsche Venizelos-Bild nach dem 1. Weltkrieg» στο Gunnar Hering (εκδ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte, Φρανκφούρτη 2003, σ. 210-211.

[20] Εκτός από τους Heinsenberg και Jacobsthal στο Γκαίρλις εγκαταστάθηκαν τότε ο αρχαιολόγος Koch, ο βυζαντινολόγος Soyter, ο θεολόγος Weigel, ο ζωγράφος Schneiderfranken και πολλοί άλλοι. Ziebarth E., «Griechen in Deutschland», Hellas-Jahrbuch, 1937, σ. 73-74·Irmscher J., «Die Internierung des IV. Griechischen Armeekorps in Görlitz 1916-1918», στο Balcanica Posnaniensia, Πόζναν 1993, σ.154.

[21] Kratz D., Griechen in Görlitz 1916-1919. Studien zu akustischen Aufnahmen des Lautarchivs der Humboldt-Universität Berlin, διπλωματική εργασία, 8.3.2005. Bayerische Akademie der Wissenschaften (BΑdW), VII 466, φύλλο 4, συμφωνία μεταξύ Ακαδημιών Επιστημών Μονάχου και Βερολίνου.

[22] PA AA, φάκελος 72678, φύλλο 5, Kommandatur Görlitz, Griechen-Unterkunft, 30 Ιουνίου 1917.

[23] Εκτός από το Ρώτα, μεταξύ των «αιχμαλώτων-φιλοξενουμένων» βρέθηκαν ο επίσης ποιητής και άνθρωπος του Θεάτρου Λέων Κουκούλας, ο αργότερα δημοφιλής ηθοποιός Βασίλης Αργυρόπουλος, ο διάσημος στην Ιταλία ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης και άλλοι. Κατάλογος: Münchener Kunstausstellung, 1918, Kgl. Glaspalast, σ. 55.

[24] Στο Γκαίρλιτς, εκτός από την πρώτη ποιητική συλλογή του Ρώτα, εμφανίστηκε και το πρώτο από τα κατόπιν δημοφιλή «καραγκιόζικα» έργα του, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους στρατιώτες. Δαμιανάκου Β. (επιμ.), Βίος και πολιτεία του Βασίλη Ρώτα, Αθήνα 1980, σ. 9·Καραγιάννης Θ., Ο Βασίλης Ρώτας και το έργο του για παιδιά και εφήβους, Αθήνα 2007, σ. 97·Χρονογράφημα «Καραγκιόζης», Νέα του Görlitz, αρ. 123, 17/30.3.1917.

[25] Στην έκδοση των εφημερίδων, αλλά και των φιλολογικού περιεχομένου Ημερολογίων και του δεκαπενθήμερου περιοδικού Εικονογραφημένη, καθοριστική ήταν η συμβολή του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος διεύρυνε εκεί σημαντικά τους μεταφραστικούς του ορίζοντες, εκδίδοντας και το πρώτο του δοκίμιο (Γράμματα από τη Γερμανία). Ζήρας Α. (εισαγ. -επιμ.), Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί Περίπατοι, Αθήνα 1999, σ. 114-121.

[26] Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το εξής απόσπασμα από τη βιογραφία του Schneiderfranken: «Η κακή διατροφή που ήταν υποχρεωμένος (ο τότε διερμηνέας Schneiderfranken) να μοιράζεται με τους εγκλείστους (Έλληνες στρατιώτες) –αλεύρι αναμεμειγμένο με ξυλάλευρα– έγινε η αιτία μιας στομαχοεντερικής πάθησης που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή», Lienert O., Bô Yin Râ 1876-1943, Lehre und Biographie, Βέρνη 1994, σ. 43. Αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διατροφή –με κάποια διάθεση ωραιοποίησης– στο αδημοσίευτο πόνημα του Helmut Scheffel, Das IV. Griechische Armeekorps, 15. Juli 1920, Ratsarchiv Görlitz (RatArch, Rep. II S. 227 No. 4 Reg.21 F54), σ. 17-22.

[27] Beck C. (εκδ.), «Die schönen Griechen von Görlitz», στο Die Frau und die Kriegsgefangenen, Νυρεμβέργη 1919, τόμ. Β ́, σ. 67-75.

[28] Ο ακριβής αριθμός δεν είναι γνωστός εξαιτίας της άτακτης και περιπετειώδους φυγής των περισσότερων στρατιωτών. Οι εκτιμήσεις των συγχρόνων τους κυμαίνονταν από 270 έως 400 (Scheffel, Das IV. griechische Armeekorps, σ. 30). Βλ. επίσης καταθέσεις μαρτύρων στη δίκη του Γκαίρλιτς, π.χ. Πατρίς και Εμπρός, 20.5/2.6.1920. Από την πρόσφατη εργασία του κ. Θεοδώρου Νημά – του επιμελητή του βιβλίου μου (Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919, εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2010) – προέκυψε πίνακας θανόντων με 317 ονόματα, χωρίς όμως να είναι ολοκληρωμένος.

[29] Το Φεβρουάριο του 1918 απεστάλησαν μυστικά στην Ελλάδα δύο ζεύγη έμπιστων και προσεκτικά επιλεγμένων – από απεσταλμένο της Ελβετίας – αξιωματικών του Γκαίρλιτς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο. Αποστολή τους ήταν η μεταφορά οδηγιών του εξόριστου Κωνσταντίνου σε ανθρώπους του στο εσωτερικό και η συλλογή πληροφοριών. Η επιχείρηση όμως έληξε σύντομα και άδοξα. Το πρώτο ζεύγος συνελήφθη γρήγορα, καταδικάστηκε σε θάνατο επί κατασκοπία και εκτελέστηκε, ενώ οι άλλοι δύο κρύβονταν διαρκώς μέχρι το Νοέμβριο του 1920. PΑ ΑΑ, R22198, 10.9.1917. Ενεπεκίδης Π., Η δόξα και ο διχασμός, 31992, σ. 706-724.

[30] Bundesarchiv Berlin Berlin-Zehlendorf (BArch), R901/86713, Αναφορά Γκρότε προς τους προϊσταμένους του, 2.7.1917.

[31] BAdW, VII 466, φύλλα 23,24, 8.1.1918. BArch, R901/84665, 28.2.1918. ΕφημερίδαΕμπρός, 23.6/6.7.1920.

[32] Έθνος, 17/30.12.1918.

[33] Ριζοσπάστης, 23.7.1932.

[34] Ratsarchiv Görlitz (RatArch), Akten des Arbeiter- und Soldatenrates der Stadt Görlitz betr. 4. griechisches Armeekorps, nach Wenzel: S. 74 (Nr. 334), Rep. III, S. 219, Nr. 14, από αρ. φύλλου 1 (12.11.1918) έως αρ. 226 (10.12.1918). Stinas A., Mémoires. Un révolutionaire dans la Grèce du XX. Siècle, Montreuil 1990, σ. 37. Εφημερίδα Ελληνικά Φύλλα, αρ. 241, 13.11.1918. Εφημερίδα Vorwärts, 20.11.1918.

[35] Όπως αναφέρει ο τότε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και διοικητής της μεραρχίας Σμύρνης, στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα Απομνημονεύματά του (Αθήνα 1948, σ. 267-268), μόλις πληροφορήθηκε ότι οι επανελθόντες αξιωματικοί του Γκαίρλιτς «εκρατούντο εις ένα ξερόνησον (στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας) υποφέροντες παντοειδείς στερήσεις», ζήτησε αμέσως να τους εντάξει στη μεραρχία του. Όμως δεν εισακούστηκε. Δέχτηκε μάλιστα παρατηρήσεις, επειδή είχε προβιβάσει «μερικούς οπλίτας, έχοντας τα νενομισμένα προσόντα, και οι οποίοι ανήκον εις το σώμα του Γκαίρλιτς. Ως εκεί έφθανε η εμπάθεια».

[36] Η δίκη των αξιωματικών του Γκαίρλιτς διήρκεσε οχτώ εβδομάδες (9/22.5 έως 30.6/13.7.1920) και έληξε με οχτώ θανατικές καταδίκες, οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν. Βλ. καθημερινά δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής.

 

Γεράσιμος Αλεξάτος

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

«Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου».

Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την απώλεια του Αργολιδέα ιστοριοδίφη Τάκη Μαύρου κι ακόμα το έργο του δεν έχει αναγνωριστεί όπως θα έπρεπε. Εκκρεμεί πάντα ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Το σημερινό σημείωμα αποσκοπεί στο να μας θυμίσει το έργο του και ιδιαίτερα σε σχέση με το βενετσιάνικο Ναύπλιο.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Ο Τάκης Μαύρος ήταν ψηλός, λεπτός, με μυωπικά γυαλιά, ολιγόλογος και με ένα ειρωνικό βλέμμα. Όπως διηγείται και ο ίδιος, επηρεάστηκε πολύ από τον νεότερό του ποιητή Γιώργο Μακρή (1923-1968), ένα τέρας ευρυτάτων γνώσεων, γλωσσών και διεισδυτικής σκέψης. Μαζί του είχε μακρούς διαλόγους και ανταλλαγή βιβλίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής κυρίως στην Πυργέλα. Παντρεύτηκε την Paule Champailler, καθηγήτρια γαλλικών, η οποία του έδωσε ένα γιο και πέθανε στη γέννα. Ο γιος του, Παύλος, είναι σήμερα καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Μαύρος θεωρούσε τον εαυτό του και Αργίτη και Ναυπλιώτη. Οι έρευνές του καλύπτουν και τις δύο πόλεις, αλλά και όλη την Αργολίδα, καθώς και την Αρκαδία, με τα μοναστήρια της. Μεγάλη ώθηση στις δημοσιεύσεις του έδωσε η μεταγενέστερη σχέση του με τη ζωγράφο Ντιάνα Αντωνακάτου, μαζί με την οποία έκαναν διάφορες άλλες δημοσιεύσεις.

Νομίζω ότι το ευτυχές για την ιστορία του Ναυπλίου εύρημα του Τάκη Μαύρου ήταν τα αρχεία της Βενετίας. Όπως ξέρουμε, όταν ο Ναπολέων διέλυσε το 1797 τη Δημοκρατία της Βενετίας, που είχε περιπέσει σε παρακμή τότε, τούτο δε συνοδεύτηκε από δήωση ή καταστροφή των αρχείων της. Αυτοί οι Βενετοί μεγάλοι γραφειοκράτες, που για τα πάντα έγραφαν και πάλι έγραφαν εκθέσεις, κόντρα εκθέσεις, αναφορές και επιθεωρήσεις, φύλαγαν τα πάντα στα αρχεία τους κι εκεί βρίσκονται, απλώς θέλει λίγη μέθοδο και τις ανάλογες γνώσεις να τα αναζητήσεις. Έτσι, για μεγάλα κομμάτια της Ελλάδας, όπου κυριάρχησαν οι Βενετοί, σε διάφορους περιόδους, μας μένει μόνο να ψάξουμε για να βρούμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τα έγγραφα αυτά, συνάγοντας ενδιαφέρουσες και βασικές πληροφορίες για εκείνες τις περιόδους και τόπους. Ο Τάκης Μαύρος δημοσίευσε το 1988 μια λεπτομερειακή μελέτη για το Παλαμήδι, που αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, σε συνεργασία με τη Ντιάνα Αντωνακάτου δύο τόμους με λεπτομερειακή περιγραφή για τα μοναστήρια της Αργολίδος και της Αρκαδίας, καθώς και για πάνω από 10 χρόνια (1988-1998) το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, μηνιαίο, που εξέδωσε πάνω από 107 τεύχη με χρηματοδότηση του Δήμου Ναυπλιέων επί δημαρχίας του Γεωργίου Τσούρνου. Το Δελτίο αυτό ο Τάκης Μαύρος το έγραφε σχεδόν μόνος του με την ενδεχόμενη βοήθεια του Κώστα Δανούση, άλλου ακάματου ερευνητή της περιοχής μας, του Γιάννη Ρηγόπουλου, του ναυπλιολάτρη και δικηγόρου Μπέτση Κωστούρου και συνεισφορές άλλων συνεργατών.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Διαβάζοντας τα τεύχη αυτού του σημαντικού Δελτίου, διαπιστώνουμε τη στενή σχέση του με τα αρχεία της Βενετίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο Τάκης Μαύρος είχε ανακαλύψει τον Bartolomeo Minio πριν από τη Diana Wright και δημοσίευσε πολλές εκθέσεις του μεταφρασμένες από τον ίδιο στα ελληνικά. Επίσης δημοσίευσε και εκθέσεις του Προβλεπτή Barbarigo, μεταγενέστερου του Minio. Εκεί βλέπουμε τα καθημερινά προβλήματα των Βενετσιάνων διοικητών, τις σχέσεις με τους Τούρκους, τα προβλήματα με τους μισθοφόρους, την καθημερινή ζωή κ.λπ. Ακριβώς όπως η Diana Wright, αλλά χωρίς εξηγήσεις ή αναλύσεις του συλλέκτη. Δημοσιεύονται τα έγγραφα ως είχαν. Με αυτή την έννοια ο Τάκης Μαύρος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστοριοδίφης κι όχι ως ιστορικός, αφού λείπει η δικιά του ερμηνεία και ματιά. Βέβαια και μόνο η δημοσίευση των εγγράφων αυτών (τα οποία ζητούσε ταχυδρομικώς από τα αρχεία της Βενετίας και λάμβανε σε φωτοτυπίες και τα μετέφραζε με εφόδιο τα γαλλικά του) αρκεί για να μας δώσει υλικό για περαιτέρω επεξεργασία, όπως έκανε η Diana Wright στη διατριβή της. Τον Τάκη Μαύρο ενδιέφερε πολύ η ιστορική διαμόρφωση του Ναυπλίου και αυτή του η ανησυχία τον οδήγησε σε πλήθος μελετών.

Μια άλλη πρώτη πηγή για την ιστορία της πόλης είναι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα, κυρίως από το αρχείο του συμβολαιογράφου Περράκη, γύρω στο 1830-1860 (πωλητήρια, προικοσύμφωνα, διαθήκες, παραχωρητήρια κ.λπ.), τα οποία δημοσίευε στην πρώτη τους μορφή. Κι εκεί έχουμε μια εκπληκτική πρώτη πηγή, που μπορεί να μας χρησιμεύσει για οποιαδήποτε ιστορική παρατήρηση για τις συνθήκες διαβίωσης και οικονομικής κατάστασης εκείνων των χρόνων στο Ναύπλιο.

Ένα άλλο τιτανιαίο επίτευγμα του Τάκη Μαύρου, που δημοσιεύεται στο τεύχος 100 του Δελτίου, είναι ένας χάρτης του παλιού Ναυπλίου, με όλα τα σπίτια και τα ονόματα του κάθε ιδιοκτήτη και των προηγουμένων ή επομένων ιδιοκτητών με βάση συμβολαιογραφικές πράξεις, στις οποίες είχε αναδιφήσει. Τούτος ο απλός χάρτης σε σχήμα Α4 χρειάστηκε σίγουρα εκατοντάδες ώρες εργασίας και αναζητήσεων. Βλέπουμε την εξέλιξη των ιδιοκτητών των οικιών του Ναυπλίου, δηλαδή τους πρώτους ήρωες της Ανεξαρτησίας, που πήραν τα σπίτια των αγάδων και κατόπιν τους εμπόρους, ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, ντόπιους προύχοντες κ.λπ., οι οποίοι τους ακολούθησαν ως ιδιοκτήτες. Ο τίτλος του χάρτη είναι «Το Ναύπλιο στα μέσα του 19ου αιώνα» και ένα τέτοιο έργο σίγουρα μόνο η ερευνητική μανία του Μαύρου και η απροσμέτρητη αγάπη του για την πόλη μπορούσε να τον ωθήσει σε αυτό.

Αλλά η διαφορετικότητά του δεν σταματούσε εκεί. Δημοσίευσε σε συνέχειες μια εκπληκτική μελέτη για τα επώνυμα της Αργολίδος (παραλείποντας τα πολύ κοινά), τελείως τεκμηριωμένη με παραπομπές σε παλαιότερα έγγραφα ή βιβλία ή και σε αρχεία άλλων. Εκεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πώς παρέμειναν διάφοροι στρατιώτες και Ιταλοί fanti στην αργολική ύπαιθρο και την πόλη, μόνο και μόνο από τα επώνυμά τους, που μας παραπέμπουν στη Βενετία. Δαλμάτσος, Δαρσινός, Ρούσσος, Πίκης κ.λπ. μας θυμίζουν αμέσως τους Ιταλούς στρατιώτες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κτήματα στον αργολικό κάμπο, ως μέρος πληρωμής ή διαβίωσης αντί για τους μισθούς σε χρήμα ή σε δημητριακά, που συχνά η Βενετία αργούσε να πληρώσει. Αυτοί οι άνθρωποι έμειναν στην περιοχή μας και διαμόρφωσαν τη σημερινή μας ταυτότητα. Μαζί τους και πολλοί Αλβανοί μισθοφόροι, ήδη το όνομα του Μπλέσι, αλλά και των Μπούα, Βοζίκη και άλλων, μπορούμε να βρούμε σε κάποιους δρόμους του Ναυπλίου, αλλά και στο Αναπλιτοχώρι της Κέρκυρας, όπου πολλές τέτοιες οικογένειες μισθοφόρων μεταφέρθηκαν μετά την αναχώρηση των Βενετσιάνων, τοποθετώντας τους εκεί. Όλες αυτές οι οικογένειες υπηρέτησαν πιστά τη Δημοκρατία και πολλοί απ’ αυτούς ανταμείφθηκαν με τίτλους ευγενείας, αυξημένες χρηματικές αμοιβές, παράσημα, ακόμα και πορφυρές ρόμπες, χρώμα εξαιρετικής διάκρισης για τότε. Πολλοί απ’ τους αγρότες μας λοιπόν, εκτός από Έλληνες, είναι πρώην Βενετσιάνοι (ή Δαλματοί ή Βέλγοι ή Αρβανίτες κ.λπ.).

Μια άλλη έρευνα του Τάκη Μαύρου στο Δελτίο είναι τα τουρκικά κατάλοιπα στην ελληνική γλώσσα. Πάλι σε συνέχειες, παραθέτει μια σειρά από λέξεις δίνοντας την τουρκική και τη σημερινή ελληνική ερμηνεία τους και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλές λέξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε την προέλευση.

Ένας άλλος τομέας, που υφίσταται στο Δελτίο, είναι σημειώματα για διάφορες απόψεις του μετεπαναστατικού Ναυπλίου. Υπάρχουν ακόμα και περιγραφές μοναστηριών, αποτελέσματα της ευρύτερης έρευνάς του.

Με λίγα λόγια μπορεί κανείς να βρει πλήθος ιστορικών στοιχείων για το Ναύπλιο και την Αργολίδα στο πολύ πλούσιο αυτό Δελτίο Ιστορικών Μελετών, έργο ζωής μπορούμε να πούμε του αείμνηστου Τάκη Μαύρου, που αξίζει να ξαναδιαβαστεί και να χρησιμοποιηθεί από τους σημερινούς ιστορικούς και φοιτητές ιστορίας.

Ας είναι αυτή η σημερινή αναφορά ελάχιστη συμβολή στη μνήμη του.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Η Ηλέκτρα, η κορυφαία τραγωδία του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου, θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο Άργους το Σάββατο 29 Αυγούστου 2015 (9.15 μμ)


 

Η Ηλέκτρα αποτελεί μια σπουδή πάνω στις έννοιες της εκδίκησης, της μεταμέλειας και της Δικαιοσύνης. Το έργο παρακολουθεί το ανόσιο σχέδιο της Ηλέκτρας και του αδερφού της Ορέστη να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους. Βήμα βήμα, τα δυο αδέρφια βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους, μέχρι να αποκατασταθεί η ηθική τάξη και να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Η λεπτότητα με την οποία ο Ευριπίδης ανατέμνει τον ψυχισμό των ηρώων του, κάνοντας τα ηθικά τους διλήμματα να μοιάζουν και σήμερα καίρια και επιτακτικά, καθιστά την Ηλέκτρα ένα από τα αρτιότερα επιτεύγματα της παγκόσμιας δραματουργίας.

 

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

 

Την Ηλέκτρα σκηνοθετεί ο πανεπιστημιακός δάσκαλος και Ακαδημαϊκός κ. Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Ο σπουδαίος δημιουργός, με 200 και πλέον σκηνοθεσίες – ανάμεσά τους 40 τραγωδίες – σε ελληνικά κρατικά θέατρα, στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και στο εξωτερικό, για πρώτη φορά σκηνοθετεί την Ηλέκτρα του Ευριπίδη, δίνοντάς μας μια νέα συναρπαστική ανάγνωση του κλασσικού μύθου.

Τη μετάφραση υπογράφει ο Κ. Χ. Μύρης, το σκηνικό και τα κοστούμια ο Γιώργος Πάτσας, τη χορογραφία η Αντιγόνη Γύρα, τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος και την πρωτότυπη μουσική ο Γιάννης Αναστασόπουλος.

Τον ρόλο της Ηλέκτρας ερμηνεύει μια από τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς της νεότερης γενιάς, η κάτοχος του βραβείου «Μελίνα Μερκούρη» Μαρίνα Ασλάνογλου και το ρόλο του Ορέστη ο Θανάσης Κουρλαμπάς. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους της παράστασης βρίσκονται, επίσης, η Μαρίνα Ψάλτη (Κλυταιμνήστρα), ο Θοδωρής Κατσαφάδος (Αγγελιαφόρος), ο Γιώργος Ψυχογιός (Γεωργός) και ο Γιάννης Βόγλης (Παιδαγωγός). Τον θίασο πλαισιώνει ένας δεκαπενταμελής γυναικείος Χορός, δίνοντας σάρκα και οστά στο μύθο.

 

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

 

Ηλέκτρα: Σύνοψη

Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος, εραστές, αφού δολοφόνησαν τον Αγαμέμνονα προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τα δύο παιδιά του. Τον Ορέστη, που ζει εξόριστος και περιπλανάται ανέστιος, τον έχουν επικηρύξει τάζοντας αμοιβή σε όποιον τον δολοφονήσει. Την Ηλέκτρα, για να την ταπεινώσουν και να την αποκλείσουν από τα βασιλικά δικαιώματα, την παντρεύουν μ΄ έναν ξωμάχο ταπεινό γεωργό, ο οποίος όμως σέβεται την παρθενία της. Η Ηλέκτρα βοηθά τον σύζυγό της στις αγροτικές εργασίες στην καλύβα τους.

Ο Ορέστης με τον φίλο του Πυλάδη φτάνουν στο Άργος, ζητούν άσυλο στο φτωχικό της Ηλέκτρας, που δεν τους αναγνωρίζει, φέρνοντας δήθεν ειδήσεις για τον εξόριστο αδελφό της. Ο ξωμάχος γεωργός για να περιποιηθεί τους ξένους ζητά τη βοήθεια σε τρόφιμα από έναν γέροντα, ο οποίος ήταν στα χρόνια του Αγαμέμνονα παιδαγωγός του Ορέστη. Εκείνος έρχεται και τον αναγνωρίζει και η Ηλέκτρα με τον αδελφό της σχεδιάζουν το φόνο της μητέρας τους και του εραστή της.

Ορέστης και Πυλάδης σπεύδουν σε λαϊκή πανήγυρη όπου ο Αίγισθος θυσιάζει. Ένας αγγελιοφόρος φέρνει την είδηση ότι, κατά τη διάρκεια της θυσίας, ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο επιστρέφοντας στην αγροικία της Ηλέκτρας και η κόρη καλεί την Κλυταιμνήστρα να έρθει να την συμβουλεύσει πώς να φασκιώσει το παιδί της που τάχα γέννησε. Η Κλυταιμνήστρα έρχεται και τα δύο της παιδιά την σφάζουν. Μετά το φόνο, ως από μηχανής θεοί, εμφανίζονται οι Διόσκουροι που προαναγγέλλουν τον χωρισμό των αδελφών και τη δίκη του Ορέστη στον Άρειο Πάγο και την αθώωσή του.

Κ.Χ. Μύρης

 

Μετάφραση: K.X.Μύρης
Σκηνοθεσία-Δραματουργική Επεξεργασία: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος
Μουσική: Γιάννης Αναστασόπουλος
Χορογραφίες: Αντιγόνη Γύρα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παραγωγός: Μιχάλης Αδάμ

Ηλέκτρα: Μαρίνα Ασλάνογλου
Κλυταιμνήστρα: Ρένη Πιττακή
Πρεσβύτης: Γιάννης Βόγλης
Ορέστης: Θανάσης Κουρλαμπάς
Αγγελιαφόρος: Θοδωρής Κατσαφάδος
Γεωργός: Γιώργος Ψυχογιός
Κάστορας : Άγγελος Μπούρας
Πυλάδης: Νίκος Ιωαννίδης
Πολυδεύκης: Κωνσταντίνος Ελματζίογλου

Κορυφαίες-Χορός (Αλφαβητικά)


Αλίκη Αβδελοπούλου
Γεωργία Ανέστη
Εϋα Βάρσου
Φανή Γέμτου
Μαριλού Κατσαφάδου
Ρένα Κυπριώτη
Ειρήνη Κυρμιζάκη
Γιάννα Μαλακατέ
Ελίνα Μάλαμα
Μαρία Μαλλούχου
Σύνθια Μπατσή
Μαριαλένα Ροζάκη
Μαρία Τζάνη
Μαίρη Χάγια
Εύα Χριστοδούλου

Read Full Post »

Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων – Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010


 

Όταν το καλοκαίρι του 2008 συναντηθήκαμε για να σχεδιάσουμε το πρόγραμμα των «Οροσήμων των ελληνο-γερμανικών σχέσεων», δεν φανταζόμασταν πόσο επίκαιρο θα ήταν το θέμα στον καιρό που θα γινόταν το συμπόσιο. Σήμερα η Ελλάδα είναι δυστυχώς πρώτο θέμα στην Ευρώπη. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι ειδήμονες επιδιώκουν να τραβήξουν την προσοχή με υπονοούμενα ή με ευρηματικά σχόλια για την κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα και τη μελλοντική εξέλιξη της οικονομίας της. Ωστόσο, για τους περισσότερους από αυτούς ισχύει ότι δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την Ελλάδα μετά το Μέγα Αλέξανδρο. Αυτό το κενό προσπαθεί να καλύψει, εν μέρει, το ανά χείρας βιβλίο από την πλευρά των ελληνο-γερμανικών σχέσεων τελευταίων δύο αιώνων. […] (Ευάγγελος Χρυσός, Wolfgang Schultheiss, από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων

Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων

 

Περιέχονται οι εισηγήσεις:

Η περίοδος πριν από την Επανάσταση

– Hans Eideneier, «Ο ενθουσιασμός για την Ελλάδα στη Γερμανία και την Ευρώπη»
– Μίλτος Πεχλιβάνος, «Οι «φιλογερμανοί» και ο νεοελληνικός Διαφωτισμός
– Φίλιππος Πετσάλνικος, «Εισαγωγική ομιλία»

Ο Όθων και η εποχή του

– Μιχάλης Σταθόπουλος, «Η έννομη τάξη στην Ελλάδα του Όθωνα»
– Μιχάλης Τσαπόγας, «Οι Βαυαροί στην Ελλάδα και η πορεία προς τον κοινοβουλευτισμό»
– Βάνα Μπούσε, «Ξένες στην οθωνική Ελλάδα»

 

 Αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833 - Λιθογραφία του Gustav Kraus

Αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833 – Λιθογραφία του Gustav Kraus

 

Η Ελλάδα από το 1863 έως το 1914

– Κώστας Ράπτης, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη μετα-οθωνική εποχή πριν και μετά το Συνέδριο του Βερολίνου»
– Hans-B. Schlumm, «Πόθος για την ελευθερία; Οι φιλέλληνες της δεύτερης γενιάς: η περίπτωση του Joseph Mindler»
– Hans – Joachim Gehrke, «Ο ρόλος της γερμανικής αρχαιολογίας στην Ελλάδα»

Ελλάδα και Γερμανία στα χρόνια του Παγκοσμίου Πολέμου

– Μαριλίζα Μητσού, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη λογοτεχνία και την επιστήμη τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα»
– Κώστας Λούλος, «Οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη σκιά του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου»
– Γεράσιμος Αλεξάτος, «»ΧΑΙΡΕΤΕ»: Ένα ελληνικό σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς»

Ελληνο-γερμανικές σχέσεις πριν και μετά το Παγκόσμιο Πόλεμο

– Νίκος Παπαναστασίου, «Οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις κατά τη δεκαετία του 1930»
– Hagen Fleischer, «Γερμανο-ελληνικές σχέσεις στη σκιά του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου»
– Νικόλαος Κ. Κλαμαρής, «Έλληνες επιστήμονες στη Γερμανία»
– Γεώργιος Ξηροπαΐδης, «Δημιουργική παρανόηση. Η αισθητική του Kant στη σύγχρονη Ελλάδα»

Νέο ξεκίνημα μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο

– Cay Lienau, «Το ελληνικό μεταναστευτικό ρεύμα και οι επιπτώσεις του στις περιοχές αποστολής και υποδοχής»
– Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος, «Οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο»
– Ηλίας Κατσούλης, «Δημοκράτες κατά συνταγματαρχών: Έλληνες στη Γερμανία από το 1967 έως το 1974»
– Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, «Η Ελλάδα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο»
– Αιμιλία Ροφούζου, «Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας: οι Έλληνες και το δεύτερο γερμανικό κράτος»

Καταληκτήρια συνεδρία

– Sigrid Skarpelis – Sperk, «Ελλάδα και Γερμανία: 40 χρόνια προσωπικών και πολιτικών εμπειριών»
– Τάσος Κριεκούκης, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις: μια προσωπική εμπειρία»
– Wolfgang Schultheiss, «Συμπεράσματα»
Εκδότης: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων

Αθήνα, 2010

ISBN13: 978-960-6757-28-0

ISBN: 960-6757-28-5

Σελίδες: 374

Read Full Post »

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι, Χρήστος Κ. Λούκος, «Μνήμων», τόμος 4 (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Οι Μαυρομιχαλαίοι φαίνονταν πρόθυμοι, έναντι ουσιαστικών ανταλλαγμάτων, να γίνουν στυλοβάτες του καθεστώτος το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαθίδρυσε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Νόμιζαν ότι θα ήταν από τους πρώτους που θα καλούνταν να βοηθήσουν τον Κυβερνήτη στο έργο του. Αυτός όμως δεν επιθυμούσε να κυβέρνηση τους Έλληνες έχοντας ως στήριγμα τους Μαυρομιχαλαίους ή άλλους καπεταναίους και προκρίτους, οι οποίοι, αν και πρόσφεραν πολλά στον Αγώνα, είχαν, κατά τη γνώμη του, πάντοτε εκμεταλλευθεί το λαό και με πείσμα αγωνίζονταν να τον κρατήσουν κάτω από την πολιτική τους κηδεμονία.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).   Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).
Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Το όραμα του Κυβερνήτη για το σχηματισμό ενός κράτους μικρών καλλιεργητών και βιοτεχνών, που θα ζούσαν κάτω από την άγρυπνη φροντίδα της πατρικής του κηδεμονίας, ήταν ασυμβίβαστο με τη διατήρηση των κοινωνικών μορφών που δημιουργήθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεριζώσει η Επανάσταση.

Αναμφίβολα ο στόχος αυτός του Καποδίστρια αποτελούσε μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οργάνωση σύγχρονου κράτους, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε με την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν. Τα εμπόδια υπήρξαν ομολογουμένως μεγάλα: η ρευστή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και η στενή εξάρτηση του σχηματιζόμενου κράτους από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που με τις συχνές επεμβάσεις τους παρέλυαν την πρωτοβουλία της Κυβερνήσεως.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, εξάλλου, δεν αναζήτησε σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις το έρεισμα για την εφαρμογή του προγράμματός του παρά μόνο σε αφοσιωμένους οπαδούς ή στην παθητική αγάπη του λαού. Η βασισμένη σε υψηλές αρχές αλλά πολλές φορές άκαμπτη πολιτική του, καθώς και το ανελεύθερο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε επέτρεψαν στη βαλλόμενη τάξη των προκρίτων και καπεταναίων να μεταθέσει σε άλλο πεδίο τη διαμάχη και να εμφανίσει την υπεράσπιση των συμφερόντων της ως αγώνα κατά του συγκεντρωτισμού και της απολυταρχικής διακυβερνήσεως.

Γενικά η αντίσταση στα μέτρα του Κυβερνήτη υπήρξε σφοδρή. Οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο που τους απειλούσε και οι περισσότεροι – με εξαίρεση κυρίως τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους συνεργάτες του – πάλεψαν με κάθε μέσο για να εξουδετερώσουν τις κυβερνητικές προσπάθειες. Προβάλλοντας τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα κέρδισαν τη συμπάθεια και μερικές φορές την υποστήριξη των συμπατριωτών τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το βαθύτερο νόημα της συγκρούσεως. Τελικά πέτυχαν, με τη βοήθεια και άλλων παραγόντων, να παραμείνουν η ηγετική τάξη και στους επόμενους χρόνους, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη των λοιπών κοινωνικών δυνάμεων. Οι παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτουν σαφέστερα από την ανάλυση της διαμάχης ανάμεσα στον Κυβερνήτη και τους Μαυρομιχαλαίους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Λούκου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή στο Αρχαίο Θέατρο Άργους, Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015


 

Την τραγωδία του Σοφοκλή Αντιγόνη παρουσιάζει η 5η εποχή τέχνης, σε συνεργασία με το ΔH.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, την Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015, στο Αρχαίο Θέατρο Άργους. Την παράσταση φιλοξενεί, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κουτσοποδίου «Η Αγία Κυριακή» στα πλαίσια των καλοκαιρινών δραστηριοτήτων του.

Στην Αντιγόνη, ένα από τα κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, κείμενο βαθύτατα πολιτικό, η ανάγκη του ελεύθερου ανθρώπου να ζει σύμφωνα με τα ηθικά του πιστεύω συγκρούεται με την ισχύ μιας αυθαίρετης και αλαζονικής εξουσίας. Και, αλήθεια, ποιος και πώς μπορεί να εκφράζει το σύνολο, ώστε να είναι νόμιμη και αποδεκτή η εξουσία του;

 

Nικήτας Τσακίρογλου - Ιωάννα Παππά

Nικήτας Τσακίρογλου – Ιωάννα Παππά

 

H παράσταση ανεβαίνει, σε νέα μετάφραση της Παναγιώτας Πανταζή και σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη και επιχειρεί μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση της κορυφαίας τραγωδίας, μέσα σε ένα ποιητικό εικαστικό περιβάλλον και τη σύγχρονη μουσική εκδοχή του Σταύρου Γασπαράτου.

Nικήτας Τσακίρογλου - Ιωάννα Παππά

Nικήτας Τσακίρογλου – Ιωάννα Παππά

Το έργο διαδραματίζεται στη Θήβα, όπου βασίλευε η γενιά των Λαβδακιδών, βρίσκεται σε κατάσταση δεινής πολιτικής κρίσης – συνέπεια εμφύλιας διαμάχης. Οι δυο γιοι του τελευταίου βασιλιά, του Οιδίποδα, που χάθηκε χτυπημένος από τη βαριά κατάρα που κατατρύχει τους Λαβδακίδες, συγκρούστηκαν για τη διαδοχή. Και, ενώ ο Ετεοκλής έμεινε να κυβερνά τη Θήβα, ο Πολυνείκης, εξόριστος, ξεσήκωσε στρατό από το Άργος για να επιτεθεί στην πόλη. Η επίθεση αποτυγχάνει, αλλά στη μάχη ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλληλοσκοτώνονται. Δεν απομένουν πλέον στη ζωή παρά οι δυο κόρες του Οιδίποδα, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, τελευταίοι κρίκοι της αλυσίδας των Λαβδακιδών. Η τραγωδία ξεκινά την αυγή μετά τη νίκη των Θηβαίων. Ο Κρέοντας, που έχει αναλάβει τώρα την εξουσία ως στενότερος συγγενής των γιων του Οιδίποδα, διατάζει να μείνει άταφος ο Πολυνείκης, ως προδότης της πατρίδας του, και ορίζει ποινή θανάτου εναντίον οποιουδήποτε παραβάτη της διαταγής του.

Η Αντιγόνη εξεγείρεται εναντίον της σκληρής προσταγής, που καταστρατηγεί τους άγραφους νόμους που προστατεύουν τους νεκρούς και προσβάλλει το ιερό αίσθημα της αδελφικής αγάπης, και αψηφώντας τον κίνδυνο επιχειρεί να θάψει τον αδελφό της. Αυτός ο αγώνας ανάμεσα στην Αντιγόνη και τον Κρέοντα για το νεκρό σώμα του Πολυνείκη, συμπυκνώνει όλες τις εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση συγκρούσεις (αρσενικού και θηλυκού, παλαιού και νέου, ιδιωτικού και κοινωνικού, δίκαιου και νόμιμου, ύπαρξης και θνητότητας, ανθρώπινου και θείου κλπ). Η Αντιγόνη συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από τον Κρέοντα σε θάνατο. Ωστόσο, από τη στιγμή που ξεστομίζει τη θανατική της καταδίκη, αρχίζει κιόλας ο δρόμος που οδηγεί προς την καταστροφή του.

Συντελεστές

Μετάφραση: Παναγιώτα Πανταζή
Σκηνοθεσία: Θέμης Μουμουλίδης
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Σκηνικό – κοστούμια: Παναγιώτα Κοκκορού
Σχεδιασμός ήχου: Γιάννης Λαμπρόπουλος

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί

Nικήτας Τσακίρογλου, Ιωάννα Παππά, Σταύρος Ζαλμάς, Νίκος Αρβανίτης, Λουκία Μιχαλοπούλου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Χρήστος Πλαΐνης, Κώστας Βελέτζας, Γιώργος Παπαπαύλου, Μάνος Καρατζογιάννης, Γιώργος Νούσης.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Όθωνας (Όττο φον Βίττελσμπαχ – Otto von Wittelsbach) 1815-1867


 

Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850), ο οποίος συνάντησε των Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833.

 

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Επιχρωματισμένη λιθογραφία του Gilles, έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Επιχρωματισμένη λιθογραφία του Gilles, έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).

 

Όθων, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Όθων, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας (1833-1862). Δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’, βασιλιά της Βαυαρίας και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σάζεν Άλτενμπουργκ. Γεννήθηκε την 20η Μαΐου (1 Ιουνίου) του 1815 στο Σάλσμπουργκ της Βαυαρίας. Επελέγη βασιλιάς της Ελλάδας από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που υπέγραψαν το βασιλικό πρωτόκολλο του Λονδίνου 1/13 Φεβρουαρίου 1832 και έφθασε στο Ναύπλιο την 18η Ιανουαρίου 1833. Ο Όθωνας αποδέχθηκε το στέμμα σε ηλικία 17 ετών και έφθασε σε ηλικία 18 ετών στη νέα του πατρίδα, ανάμεσα σε πολυπληθές στρατιωτικό και πολιτικό επιτελείο Βαυαρών, υπό την επίδραση των οποίων αποφάσιζε τα πρώτα έτη της βασιλείας του…

 

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Πορτραίτο του Όθωνα με φουστανέλα την περίοδο της Αντιβασιλείας.

 

Όθωνας

Όθωνας

 

Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

 

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

Therese Charlotte Luise of Saxony-Hildburghausen, μητέρα του Όθωνα.

 

Ο Όθωνας αποχαιρετά τους δικούς του στις 6 Δεκεμβρίου 1832. Ελαιογραφία Philipp Foltz.

Ο Όθωνας αποχαιρετά τους δικούς του στις 6 Δεκεμβρίου 1832. Ελαιογραφία Philipp Foltz.

 

Η αποβίβαση  του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.       Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

 

Όθων μελέτη - Νικηφόρος Λύτρας, Λάδι σε ξύλο  31 x 19 εκ. Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείο Αλ. Σούτζου  Κληροδότημα Αντωνίου Μπενάκη

Όθων μελέτη – Νικηφόρος Λύτρας, Λάδι σε ξύλο 31 x 19 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη & Μουσείο Αλ. Σούτζου
Κληροδότημα Αντωνίου Μπενάκη

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

 

Η Έξωση του Όθωνα, Έγχρωμη λιθογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Η Έξωση του Όθωνα, Έγχρωμη λιθογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Read Full Post »

Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833 | Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη. Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά, «Μνήμων», τόμος 8 (1982), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.


 

Ορισμένα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Κερκύρας (Ι.Α.Κ) και του Αρχείου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (Ι.Ε.Ε.) περιέχουν πληροφορίες για την ιδεολογία, την πολιτική δραστηρι­ότητα και τους στόχους του καποδιστριακού ή ρωσικού κόμματος από την παραίτηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια (Μάρτιος 1832) ως τη σύλληψη του Θ. Κολοκοτρώνη (Σεπτέμβριος 1833). Παρακάτω επιχειρείται αξιο­λόγηση των νέων αυτών πληροφοριών. Στο τέλος δημοσιεύονται τα ίδια τα έγγραφα.

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Μετά την 27 Σεπτεμβρίου 1831 το καποδιστριακό κόμμα κατάφερε για ένα διάστημα να διατηρήσει την εξουσία. Είχε τον έλεγχο της Γερουσίας καθώς και την πλειοψηφία της διορισμένης από αυτήν Διοικητικής Επι­τροπής, η οποία συστήθηκε για να καλύψει το κενό της εκτελεστικής εξουσίας που άφησε η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Την αποτε­λούσαν οι Αυγουστίνος Καποδίστριας, Θ. Κολοκοτρώνης και I. Κωλέττης. Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στα μέλη της Δ.Ε. ανατράπηκε, όταν τα πιστά στον Αυγουστίνο στρατεύματα συγκρούσθηκαν με τους Ρου­μελιώτες στο Άργος (Δεκ. 1831) κατά την έναρξη της Ε’ Εθνοσυνέλευσης. Ο Θ. Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε από την Δ.Ε. και στις 8 Δεκεμβρίου η παραπάνω Εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Αυγουστίνο πρόεδρο της προσω­ρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος. Απομονωμένος πια ο I. Κωλέττης αποχώρησε από την Δ.Ε. Σε λίγες μέρες «οι συνταγματικοί» εγκατέλειψαν το Ναύπλιο με τον Κωλέττη επικεφαλής.

Σε συνεργασία με τους αντικαποδιστριακούς της Ύδρας, με τους οποίους είχε αρνηθεί να συμφιλιωθεί ο Αυγουστίνος, ο I. Κωλέττης σχημάτισε την κυβέρνηση της Περαχώρας και συγκρότησε νέα Εθνοσυνέλευση. Διαμορφώθηκαν έτσι δύο κέντρα εξουσίας: στο Ναύπλιο η κυβέρνηση Αυγουστίνου και η Ε’ Εθνοσυνέλευση· στην Περαχώρα ο I. Κωλέττης και η Δ’ κατά συνέχεια Εθνική Συνέλευση. Η κρίση είχε κορυφωθεί και οδηγούσε στον εμφύλιο πόλεμο.

Στις εξελίξεις αυτές αναμείχθηκαν ενεργά οι αντιπρέσβεις των τριών δυνάμεων. Ο Ρώσος Rückman υποστήριζε ανεπιφύλακτα τους καποδιστριακούς, ενώ ο Γάλλος Rouen τον I. Κωλέττη και τους συνεργάτες του. Αμφίρροπη ήταν η στάση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins: ήθελε τη συντριβή των καποδιστριακών και κατά συνέπεια τη μείωση της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα· ωστόσο φοβόταν μήπως η χωρίς έλεγχο ενδυνά­μωση των Ρουμελιωτών του I. Κωλέττη αυξήσει τη γαλλική επιρροή. Ο φόβος αυτός τον ωθούσε σε πρόσκαιρες συμμαχίες με τη ρωσική πλευρά.

Η προέλαση των Ρουμελιωτών ως το Άργος και η γνωστοποίηση του πρωτοκόλλου της 7ης Μαρτίου 1832, που ήταν καρπός της Διάσκεψης του Λονδίνου, οδήγησαν τον Αυγουστίνο σε παραίτηση. Τότε ο αγώνας των ατόμων και των πολιτικών ή κοινωνικών ομάδων που στεγάζονταν κάτω από τον τίτλο του καποδιστριακού κόμματος μπήκε σε νέα φάση. Στόχος τους ήταν να αποτραπεί η ολοκληρωτική νίκη των συνταγματικών που θά είχε σαν αποτέλεσμα τη δική τους συντριβή. Η δράση τους δεν ήταν συν­τονισμένη· ωστόσο υπάρχουν αρκετά κοινά σε όλους σημεία, στον ιδεο­λογικό κυρίως τομέα, όπως δείχνουν τα κείμενά τους.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κυρίας Αλέκας Μπουτζουβή – Μπανιά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Καποδιστριακό Κόμμα 1832 – 1833. Από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη

Read Full Post »

Ξένες στην Οθωνική Ελλάδα


 

Η ζωή των γυναικών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ακόμη και εκείνων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή, ελάχιστα έχει απασχο­λήσει τους ιστορικούς. Τα τελευταία χρόνια όμως, γυναίκες – μελετη­τές δημοσίευσαν ιστορικές μαρτυρίες, ημερολόγια και επιστολές γυναικών του 19ου αιώνα δίνοντας στην εικόνα που είχαμε μέχρι σήμερα μια νέα διάσταση. Ειδικά για την Οθωνική εποχή αναφέρω τα ημερολόγια της συζύγου του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Christiane Lüth, τα οποία δημοσίευσε η Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν σε τρία βιβλία, τα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου, τις επιστολές προς τους γονείς της και αποσπάσματα ημερολογίου της Μπεττίνας Σχινά που μελέτησε και εξέδωσε η Ruth Steffen καθώς και τις εργασίες της Margarethe Pauly, οι οποίες βασίζο­νται σε σημαντικό βαθμό σε επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας, της αδελφής της Φρειδερίκης και της μητριάς τους, Καικιλίας.

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Άλλα κείμενα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αδημοσίευτα. Ανάμεσά τους το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι οι επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, μια πολύτιμη ιστορική πηγή· 570 επιστολές που γράφτη­καν μεταξύ 1836 και 1853 και θα εκδοθούν σύντομα, από το χειρόγραφο, σε ελληνική μετάφραση. [ Κυκλοφόρησαν από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το 2011. Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπούσε, Μιχαέλ Μπούσε].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ανέκδοτο ημερολόγιο της μεγάλης κυρίας της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας, Juliane Wilhelmine von Plüskow, που βρίσκεται στο Αρχείο του ομόσπονδου κρατιδίου της Αυστρίας, Στάγιερμαρκ. Με τη βοήθεια ιστορικών πηγών αυτής της κατηγορίας, αλλά και άλλων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, με τη συντομία που μου επιβάλλει ο προκαθορισμένος χρόνος, τη ζωή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν για κάποιο διάστημα ξένες στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Όθωνα.

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Λίγες είναι εκείνες που ήρθαν να ζήσουν στην Ελλάδα, αφού παντρεύτη­καν Έλληνα. Η εγκατάσταση στο νεοσύστατο κράτος, ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ήταν ασφαλώς ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Από τις πρώτες που το επιχείρησαν ήταν η σύζυγος του Κωνσταντίνου Σχινά, υπουργού την εποχή της Αντιβασιλείας και από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Μπεττίνα Σχινά ήταν κόρη του διάσημου νομομα­θούς Carl von Savigny και ανιψιά του ποιητή Clemens Brentano και της συγ­γραφέως Bettina von Arnim. Προερχόταν από μια εξαιρετικά μορφωμένη και καλλιεργημένη οικογένεια και ανάλογο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επιστολές προς τους γονείς της και τμήματα του ημερολογίου της που, όπως προανέφερα, έχουν δημοσιευθεί στα γερμανικά. Έζησε με τον άνδρα της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα δυστυχώς μόνο για δέκα μήνες. Πέθανε, θύμα επιδημίας, σε ηλικία 30 χρόνων. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύ­πλιο στην Αθήνα, η οποία όμως δεν πληρούσε σε κτήρια και υπηρεσίες τις προϋ­ποθέσεις, για να ανταποκριθεί σε μια τόσο αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού της. Τα προβλήματα που δημιούργησε η μεταφορά στους παλιούς της κατοίκους ήταν τεράστια και για πολλούς οδυνηρά· δύσκολη βέβαια θα πρέπει να ήταν η ζωή τα πρώτα χρόνια και για τις ξένες, που είχαν συνηθίσει να ζουν διαφο­ρετικά. Όταν, για παράδειγμα, η οικογένεια του Αυστριακού απεσταλμένου Anton von Prokesch μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η γυναίκα του και το παιδί του έμειναν αρχικά στο πλοίο που είχε θέσει στη διάθεσή τους το αυστριακό κράτος, και όταν μετακόμισαν στην πρώτη τους αθηναϊκή κατοικία το υπνοδωμάτιο της κυρίας von Prokesch ήταν ένας πρώην διάδρομος διαμορ­φωμένος σε δωμάτιο.[1]

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Μια πρωτοφανής όμως οικοδομική δραστηριότητα μεταμόρφωσε σε μικρό χρονικό διάστημα την Αθήνα σε πόλη. Η οικογένεια von Prokesch εγκαταστά­θηκε το καλοκαίρι του 1837 στην ιδιόκτητη έπαυλή της, που είχε σχεδιάσει ο Βιενέζος αρχιτέκτονας Anton Rosner. Το κτήριο, στην οδό Φειδίου 3, σώζεται μέχρι σήμερα, αν και έχει υποστεί πολλές αλλαγές.

Την ίδια εποχή κτιζόταν και το παλάτι. Το σημερινό κτήριο της Βουλής θεμε­λιώθηκε για λόγους συμβολισμού την 25η Ιανουαρίου/6η Φεβρουαρίου 1836, δηλαδή την τρίτη επέτειο της αποβίβασης του Όθωνα στο Ναύπλιο, ημέρα που τότε ονομαζόταν «Αποβατήρια» και ήταν εθνική εορτή. Το παλάτι κατοικήθηκε τον Αύγουστο του 1843» λίγες μέρες πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αρκετές ήταν οι Γερμανίδες κυρίες οι οποίες ήταν διορισμένες στην Αυλή. Η βασίλισσα Αμαλία φρόντισε ένα χρόνο μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1838, να διορίσει ως κυρία της Τιμής μια Ελληνίδα, την κόρη του Μάρκου Μπότσαρη, Αικατερίνη. Ωστόσο είχε πάντοτε κοντά της και μία Γερμανίδα κυρία της Τιμής. Η νεαρή και όμορφη δεσποινίς Wiesenthau, την οποία η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της όταν ήρθε στην Ελλάδα, έμεινε μέχρι τις αρχές του 1845· Παρόλο που τυπικά τη Wiesenthau διαδέχτηκε στο παλάτι η Φωτεινή Μαυρομιχάλη, τον ίδιο χρόνο η βασίλισσα Αμαλία κάλεσε από το Ολδεμβούργο την Elise Rennenkampff, επειδή ήθελε να έχει και μια νεαρή Γερμανίδα στο περιβάλλον της.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Κοντά της βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της εδώ παραμονής της και η παιδαγω­γός της, Julia von Nordenflyeht. Όταν η βασίλισσα Αμαλία πρωτοήλθε στην Αθήνα η Julia von Nordenflycht ήταν πενήντα ενός χρόνων, δηλαδή ηλικιω­μένη. Διακριτική και ταπεινόφρων, με παρουσία σχεδόν αφανή, ήταν στην πραγματικότητα πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Όταν ήταν νέα είχε δημοσι­εύσει ποιήματα και είχε πάρει μέρος στην πρώτη γερμανική μετάφραση των Απάντων του Λόρδου Βύρωνα μεταφράζοντας τη «Νύφη της Αβύδου». [2] Δεν παντρεύτηκε. Ανέλαβε τα καθήκοντα της παιδαγωγού της βασίλισσας Αμαλίας, όταν εκείνη ήταν επτά χρόνων. Την υπεραγαπούσε και την ακολούθησε στην Ελλάδα έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα της, όπως σχεδίαζε και ήλπιζε. Πέθανε στις 11 Ιουλίου 1842. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επιστολές που είχε απευθύνει σε μια φίλη της στην Αυλή του Ολδεμβούργου, δημοσιεύτηκαν λίγο μετά το θάνατό της και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή στο παλάτι και την Ελλάδα την εποχή εκείνη.[3]

 

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

 

Οι απεσταλμένοι των ξένων Δυνάμεων εγκαθίσταντο στη χώρα για ένα ορι­σμένο χρονικό διάστημα. Οι γυναίκες τους, εφόσον αυτοί ήταν παντρεμένοι, κατατάσσονταν στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι σύχναζαν στο παλάτι με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν εύκολα τη βασίλισσα, καθώς τη ζωή στο παλάτι ρύθμιζαν αυστηροί εθιμοτυπικοί κανόνες. Η βασίλισσα Αμαλία, η οποία ήταν γενικά συντηρητική, τηρούσε και ως προς αυτό το θέμα με αυστηρότητα τους τύπους. Προσωπική σχέση δεν ανέπτυξε ποτέ με πρόσωπα έξω από το στενό περιβάλλον της Αυλής. Μόνο για τη σύ­ζυγο του απεσταλμένου της Βαυαρίας Klemens von Waldkirch (1837-1841), κόμισσα von Waldkirch εκφράζει, στις επιστολές προς τον πατέρα της, θερμά συναισθήματα. «Με το επόμενο ατμόπλοιο φεύγουν οι Βάλντκιρχ με άδεια», του γράφει, «και φοβάμαι πως δεν θα ξαναέλθουν, πράγμα που θα με λυπήσει πολύ. Συμπαθούσα τη μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα πάρα πολύ. Ήταν η μόνη από την εδώ κοινωνία που έβλεπα σχετικά συχνά. Έτσι είναι όμως σε αυτόν τον κόσμο».[4]

Οι ξένες της Αθήνας, και ιδιαίτερα οι Γερμανίδες, μπορούσαν να απευθυνθούν στη μεγάλη κυρία της Τιμής, von Plüskow. Ευφυής, μορφωμένη και διακριτική η κυρία von Plüskow, χήρα η ίδια με μεγάλα παιδιά που ζούσαν στη Γερμανία, είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της βασίλισσας Αμαλίας. Ήταν πάντοτε ενημερωμέ­νη για όλες τις εξελίξεις, ιδιαίτερα για ό,τι είχε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Γνωρίζουμε από το ανέκδοτο ημερολόγιό της ότι σχεδόν κάθε βράδυ δεχόταν στα διαμερίσματά της στο παλάτι εκπροσώπους των ξένων διπλωματικών απο­στολών. Η κυρία von Plüskow είχε τη φροντίδα των Γερμανίδων καθώς και των συζύγων Γερμανών υπαλλήλων του παλατιού, όπως ήταν η Δανέζα Christiane Liith, σύζυγος του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Τις επισκεπτόταν στα σπίτια τους τακτικά, γεγονός που ενδεχομένως λάμβανε και χαρακτήρα ελέγχου, όταν παρουσιάζονταν προσωπικά προβλήματα, οικονομικά ή άλλα.

Η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της, όταν ήρθε από τη Γερμανία, και κα­μαριέρες. Αρκετές από αυτές παντρεύτηκαν Έλληνες και εγκαταστάθηκαν μό­νιμα στην Ελλάδα. «Πώς σας φαίνεται αυτό;», γράφει η Julia von Nordenflyeht στη φίλη της, «πάλι παντρεύεται μια καμαριέρα της βασίλισσας, η όμορφη Σεραφίνε. Είναι σχεδόν πρόβλημα αυτό: οι Έλληνες μας τις απάγουν τη μια μετά την άλλη».[5]

Ιδιαίτερα αγαπούσε η βασίλισσα Αμαλία την καμαριέρα της Luise Busch, της οποίας τη θλιβερή ιστορία περιγράφει σε μία επιστολή προς τον πατέρα της. [6] Είχε τη μοίρα πολλών γυναικών της εποχής εκείνης, τοκετό με τραγική κατάληξη. Ήταν ο πρώτος τοκετός στο νεόκτιστο παλάτι, τον Απρίλιο του 1844 και η βασίλισσα Αμαλία περίμενε από την ευτυχή έκβασή του έναν καλό οιωνό για το δικό της μέλλον. Συνέβη το αντίθετο. Το μαρτύριο της Luise Busch διήρκεσε 60 ώρες, οι γιατροί, ο Γερμανός Bernard Röser και ο Έλληνας Κωστής, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν εμβρυουλκό και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε το παιδί, έναν κοριτσάκι, διαπίστωσαν ότι υπήρχε και άλλο, το οποίο γεννήθηκε έπειτα από αγώνα μιας ολόκληρης νύχτας, νεκρό. Η μητέρα πέθανε μερικές μέρες αργότερα. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών. Όταν ύστερα από λίγο πέθανε και ο πατέρας του παιδιού η βασίλισσα Αμαλία αποφάσισε να κρατήσει τη μικρή κοντά της. Η Marianne Amalie Busch έλαβε καλή αγωγή και διαδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα της στην υπηρεσία της βασίλισσας. Ακολούθησε αργότερα το βασιλικό ζεύγος στην εξορία, παντρεύτηκε και έζησε στη Γερμανία.

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Με το βασιλιά Όθωνα είχαν έρθει στην Ελλάδα Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι και ένα στρατιωτικό σώμα. Μερικοί από αυτούς είχαν φέρει και τις οικογένειές τους. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1836-1837, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά με γυναίκες απλών Βαυαρών στρατιωτών, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, ότι δηλαδή πολλές από αυτές διατηρούσαν στην Αθήνα φτηνά μαγειρεία στα οποία σύχναζαν, μας λέει, «Έλληνες των κατώτερων τάξεων».[7]

Εκτός όμως από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς ήρθαν στο μικρό ελληνικό βασίλειο και μερικοί Βαυαροί έποικοι. Γι’ αυτούς τους Βαυαρούς και τις οικογένειές τους δημιουργήθηκε το Ηράκλειο. Ο οικισμός είχε αρχικά υπολογιστεί για 60 εποίκους, στους οποίους δόθηκαν γη και σπίτια. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν μπόρεσαν ούτε να προσαρμοστούν ούτε να προοδεύσουν∙ τρεις δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός περιηγητής μέτρησε στο Ηράκλειο 24 οικογένειες που αριθμούσαν 100 άτομα. Φαίνεται ότι δεν προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, ήταν ή ανειδίκευτοι εργάτες ή τεχνίτες, σύμφωνα με μία πληροφορία πολλοί από αυτούς ράφτες.[8]

Οι ξένες του Ηρακλείου πιθανότατα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία η θέση του οικισμού τους, μακριά από την Αθήνα, επέτεινε. Έχει διατηρηθεί επίσημο έγγραφο του 1842 με το οποίο ο γιατρός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Georg König, έλαβε διαταγή να πάει στο Ηράκλειο και να φροντίσει τα άρρωστα παιδιά των εποίκων, καθώς και η απάντηση του γιατρού που ζητεί να του δοθεί ένα μεταφορικό μέσο και χρήματα. [9] Επίσης ο Johann Caspar Beeg, δάσκαλος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα ως επιθεωρητής παιδείας, γράφει το 1835 ότι σχεδίαζε τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα στήριζε Γερμανούς αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα γυναίκες και ορφανά.[10]

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Υπάρχει και μια άλλη, τελείως διαφορετική κατηγορία ξένων γυναικών οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ήταν γυναίκες που είχαν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία από την οποία προέρχονταν. Εννοείται ότι διέθεταν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία, κάτι σπάνιο για τις σύγχρονές τους. Μία από αυτές ήταν η διάσημη για τον ομορφιά της Αγγλίδα λαίδη Lady Ellenborough, που γεννήθηκε το 1807 στο Λονδίνο με το όνομα Jane Digby και πέθανε το 1881 στη Δαμασκό. Το πορτρέτο της περιλαμβάνεται στις 40 προσωπογραφίες των καλλονών που παρήγγειλε ο Λουδοβίκος Α ́ στο ζωγράφο της βαυαρικής Αυλής Joseph Stieler και που σήμερα εκτίθενται στο παλάτι του Nymphenburg, στο ομώνυμο προάστιο του Μονάχου. Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο το λόρδο Ellenborough, από τον οποίο είχε χωρίσει, και κατόπιν το Γερμανό von Fenningen από τον οποίο την είχε απαγάγει ο τρίτος σύζυγός της Σπυρίδων Θεοτόκης. Ζούσε στην Αθήνα απομονωμένη κάνοντας έφιππους περιπάτους στα περίχωρα. Επειδή ο Άγγλος απεσταλμένος αγνοούσε επιδεικτικά την παρουσία της, δεν γινόταν δεκτή ούτε στο παλάτι. Τη συνέδεε στενή φιλία με μία άλλη ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, τη Γαλλίδα δούκισσα της Πλακεντίας.

Η δούκισσα είχε γεννηθεί το 1785 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πατέρας της François de Barbé-Marbois ήταν γενικός πρόξενος της Γαλλίας. Ήταν σύζυγος του στρατηγού Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας, από τον οποίο είχε χωρίσει. Παρέμειναν όμως καλοί φίλοι και ο πρώην σύζυγός της όχι μόνο εξασφάλισε στη δούκισσα πλούσια ζωή, αλλά χρηματοδότησε και την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε στην Αθήνα και τα περίχωρα της πόλης. Η δούκισσα της Πλακεντίας είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα, το 1830, όταν στην Πελοπόννησο στάθμευε ακόμη το γαλλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Έζησε πρώτα στο Ναύπλιο και το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Sophie de Marbois-Lebrun - Δούκισσα  της Πλακεντίας

Sophie de Marbois-Lebrun – Δούκισσα
της Πλακεντίας

Η βασίλισσα Αμαλία, σε μια επιστολή προς τον πατέρα της, διηγείται πως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Πεντέλη επισκέφτηκε το παλάτι που έχτιζε η δούκισσα, την οποία και περιγράφει ως εξής: «Η γυναίκα αυτή είναι τελείως τρελή. Κουβαλάει πάντα μαζί της την τριαντάχρονη κόρη της, η οποία πέθανε στη Συρία, μέσα σε οινόπνευμα, σε ένα φέρετρο που έχει παράθυρα γύρω γύρω. Δεν δίνει ποτέ ελεημοσύνη σε φτωχούς, δίνει χρήματα μόνο σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη. Η μικρή μου Μπότσαρη έχει τώρα την εύνοιά της και παίρνει δώρα επί δώρων. Το κακό είναι ότι μερικές φορές, όταν δεν συμπαθεί πια το συγκεκριμένο άτομο, πράγμα που συμβαίνει συχνά, ζητάει πίσω τα δώρα της, που πολλές φορές είναι μεγάλα ποσά. Σχίζει συμβόλαια και κάνει άλλα τέτοια πολλά. Έχει κάτι μεγάλα σκυλιά από τα Πυρηναία στα οποία δίνει να φάνε πριν δώσει στους καλεσμένους της, που τρώνε ό,τι περισσεύει. Φυσικά βρίσκεται σε αντίθεση προς την Αυλή και ιδίως προς εμένα, δεν μπορεί να με υποφέρει, τον λόγο τον γνωρίζει μόνον ο Θεός. Ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό. Φαντάζεσαι βέβαια ότι το κάστρο της που λέγεται στα ελληνικά «Ροδοδάφνη» είναι εξίσου ιδιόρρυθμο με την ίδια…».[11]

Όπως βλέπουμε η δούκισσα της Πλακεντίας δεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι. Η Julia von Nordenflycht γράφει μάλιστα ότι μισούσε όλους τους Γερμανούς με μοναδική εξαίρεση το γιατρό Röser. [12] Και η βασίλισσα Αμαλία είχε τις επιφυλάξεις της, πίστευε ότι η δούκισσα αναμειγνυόταν στην πολιτική και χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Ωστόσο φαίνεται ότι υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους μέσω της κυρίας von Plüskow. Η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει μάλιστα μία συνάντηση που είχαν κατά την οποία και πάλι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, γιατί η δούκισσα της Πλακεντίας επιθυμούσε να γίνεται δεκτή στους χορούς του παλατιού χωρίς να μεταβάλει τις ενδυματολογικές της συνήθειες. [13] Ο Edmond About ο οποίος κατά τα άλλα την εξυμνεί, την περιγράφει ως εξής: «ήταν κοντή, εξαιρετικά αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα άσπρο βαμβακερό φόρεμα και ένα πέπλο το οποίο τύλιγε με βιβλικό τρόπο γύρω από το σώμα και το άσπρο της κεφάλι». Προσθέτει ότι έμοιαζε με φάντασμα.[14]

Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε και στην Αθήνα τις επιταγές της παρισινής, την οποία διέδιδαν σε όλη την Ευρώπη τα γυναικεία περιοδικά. Οι έμποροι της Αθήνας προσάρμοσαν πολύ γρήγορα το εμπόρευμά τους στα γούστα και τις απαιτήσεις των πελατισσών τους. «Θα πρέπει να παραγγείλω μερικά πράγματα στην Τεργέστη» έγραφε η Julia von Nordenflycht τον Οκτώβριο του 1837 «υπάρχουν και εδώ ωραία πράγματα, αλλά πολύ λίγα και οι Έλληνες έμποροι θα πρέπει πρώτα να μάθουν τι θα πει γούστο σε ζητήματα μόδας». [15] Ωστόσο μόλις μισό χρόνο αργότερα εκφράζεται διαφορετικά: «Τα καταστήματα γεμίζουν όχι απλά με τα αναγκαία, αλλά και με πράγματα παραπανίσια, ακόμη και πολυτελή… Η βασίλισσα κι εγώ αγοράσαμε εδώ καπέλα που θα μπορούσαμε άφοβα να φορέσουμε στο Παρίσι. Κάθε δύο εβδομάδες έρχονται πλοία από τη Μασσαλία και φέρνουν στους εμπόρους εμπορεύματα που πωλούνται αμέσως».[16]

Οι χοροί του παλατιού, η πιο περιζήτητη διασκέδαση που προσέφερε την εποχή εκείνη η Αθήνα, ήταν και η καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει μια κυρία την τουαλέτα της. Στους ανεπίσημους, μικρούς χορούς, όπως τους χαρακτηρίζει η βασίλισσα Αμαλία, οι καλεσμένοι ήταν γύρω στους 250, στους μεγάλους χορούς ο αριθμός ξεπερνούσε πολλές φορές τους 500. Στο καινούριο παλάτι, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες στις αίθουσες υποδοχής του πρώτου ορόφου, που εγκαινιάστηκαν το Νοέμβριο του 1848, οι χοροί δίνονταν σε σχετικά περιορισμένο χώρο, σε αίθουσα της δυτικής πτέρυγας του δευτέρου ορόφου. Δίνονταν βέβαια και πολλοί άλλοι χοροί. Το Μάρτιο του 1842, η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει έναν φιλανθρωπικό χορό υπέρ των πτωχών που δόθηκε στο θέατρο και στον οποίο είχε κληθεί και το βασιλικό ζεύγος. Συχνά καλούσαν σε χορό και οι απεσταλμένοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε ευρύχωρα σπίτια και είχαν τον απαιτούμενο χώρο. Χορεύονταν οι χοροί που ήταν τότε της μόδας στη Δυτική Ευρώπη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Τα γεύματα, οι συγκεντρώσεις και οι βεγγέρες στα σπίτια ήταν συχνές. Χαρτιά έπαιζαν και οι κυρίες. Αν υπήρχε η δυνατότητα, μια μουσική βραδιά ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό. Ένα σπίτι περίφημο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του οικοδεσπότη αλλά και της οικοδέσποινας ήταν το σπίτι των Prokesch. Η Irene von Prokesch ήταν κόρη του Βιεννέζου καθηγητή μουσικής Raphael Georg Kiesewetter και έπαιζε εξαιρετικά καλά πιάνο. [17] Καμιά φορά τύχαινε να επισκεφθεί την Αθήνα και κάποια επιφανής καλλιτέχνιδα, όπως η αυστριακή υψίφωνος Karoline Unger-Sabatier, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας. Το καλοκαίρι του 1846 επισκέφτηκε την Ελλάδα και έμεινε για λίγο καιρό. Τραγούδησε μόνο σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις.[18]

Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή μια παλιά συνήθεια, πλανόδιοι μουσικοί πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνόδευαν με μουσικά όργανα. Ο Hans Christian Andersen, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1841 αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί. [19] Ο Δανός M. Rǿbye σχεδίασε το 1835 το εργαστήριο ενός κατασκευαστή οργάνων στην Αθήνα. [20] Ο ζωγράφος Josef Scherer, που συμμετείχε στην εκτέλεση των τοιχογραφιών του παλατιού, έχει ζωγραφίσει έναν πλανόδιο τυφλό τραγουδιστή όπως τον είδε στους δρόμους της Αθήνας το 1843. Το έργο βρίσκεται σε μουσείο της μικρής βαυαρικής πόλης Dinkelscherben. Τέλος ο Johann Caspar Beeg, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως παρουσιάζει σε ένα σκίτσο του έναν παραμυθά καθισμένο πάνω σε ένα χαλάκι να διηγείται ή να απαγγέλλει. Η σκηνή διαδραματίζεται στον κήπο του Αυστριακού απεσταλμένου στην Αθήνα και το ακροατήριο αποτελείται από τον ίδιο τον Johann Caspar Beeg, τον Anton von Prokesch και μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η Irene von Prokesch.[21]

 

Irene Prokesch von Osten  (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 - 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

Irene Prokesch von Osten (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 – 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

 

Μια άλλη διασκέδαση που προσέφερε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν το θέατρο. Παραστάσεις δίνονταν πριν ακόμη η Αθήνα αποκτήσει το κατάλληλο χώρο. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που αναφέρθηκε νωρίτερα, μας περιγράφει μια ελληνική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1836. Το θέατρο βρισκόταν στην οδό Αιόλου, απέναντι από το καφενείο «Bella Italia», και ήταν μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδες χωρίς στέγη∙ μόνο η σκηνή είχε ένα πρόχειρο στέγαστρο. [22] Παρ’ όλα αυτά και εδώ η εξέλιξη ήταν ραγδαία και τον Ιανουάριο του 1840 η πρωτεύουσα διέθετε ένα κανονικό θέατρο. Σύντομα άρχισαν να έρχονται θίασοι όπερας από την Ιταλία, οι οποίοι έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, έργα των Μπελλίνι, Ντονιτζέτι, Ροσίνι, Λουίτζι Ρίτσι κ.ά. Οι τραγουδιστές, και κυρίως οι τραγουδίστριες, είχαν ένθερμους θαυμαστές, οι οποίοι μερικές φορές φανατίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης καλλιτέχνιδας.

Αυτές ήταν οι διασκεδάσεις του χειμώνα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν την πόλη και μετακόμιζαν σε μέρη δροσερά, όπως η Κηφισιά. Εκεί παραθέριζε και ο βασιλιάς Όθων, όταν η βασίλισσα Αμαλία, η οποία δεν άφηνε εύκολα το παλάτι και τον κήπο της, έλειπε στο εξωτερικό. Στην Κηφισιά περνούσαν το καλοκαίρι και οι ξένοι απεσταλμένοι με επιφανέστερη εξαίρεση του Γάλλους, οι οποίοι κατοικούσαν χειμώνα-καλοκαίρι στα τότε κατάφυτα και δροσερά Πατήσια.

Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μας περιγράφει τη διαμονή του στην Κηφισιά το καλοκαίρι του 1853. Μεταξύ άλλων περιγράφει και κάποιες πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής τους και μια από αυτές ήταν τότε ο πνευματισμός. Στην Αμερική είχαν φαίνεται επινοηθεί τραπέζια με κάποιον αφανή μηχανισμό ο οποίος τα έθετε αιφνιδίως σε κίνηση, τα έκανε να περιστρέφονται, να μετακινούνται ή να κινούν ένα από τα πόδια τους. Σε μια τέτοια συνάντηση ήταν παρόντες ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του. Η συγκέντρωση στέφθηκε με επιτυχία, το τραπέζι κατάφερε μάλιστα να βρει ότι το πουγκί του κύριου von Thiele περιείχε ακριβώς επτά νομίσματα και να το δηλώσει κτυπώντας στο πάτωμα το κινητό του πόδι.[23]

Ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του έμεναν στην οικία του Οικονομίδη, πλούσιου Έλληνα από την Ήπειρο, στην οποία κατοίκησε κατά διαστήματα και ο πολύ λιτός στην προσωπική του ζωή βασιλιάς Όθων. Η κυρία von Thiele, το πατρικό της όνομα ήταν Gräfe, είχε μαζί της τη νεαρή αδελφή της Wanda, κατόπιν von Dallwitz, η οποία διακρίθηκε ως συγγραφέας και με το όνομα του συζύγου της και υπό το ψευδώνυμο Walter Schwarz. Ο πέμπτος τόμος του έργου της Aus Sommertagen έχει τον τίτλο Ersonnen und erlebt και περιέχει διάφορες αναφορές στην Ελλάδα. [24] Την άνοιξη και το φθινόπωρο καλοδεχούμενη διασκέδαση για άνδρες και γυναίκες ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια, που συνδυάζονταν σχεδόν πάντοτε με την επίσκεψη αρχαιολογικών χώρων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περιηγήτρια που επισκέφτηκε την Ελλάδα ήταν η Γερμανίδα Charlotte von Dincklage η οποία περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το 1838. Το ημερολόγιο που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1930.[25]

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω πολύ σύντομα τη ζωή των ξένων γυναικών στην Οθωνική Ελλάδα. Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στην αρχική μου διαπίστωση. Η ιστορία του 19ου αιώνα επικεντρώνει την προσοχή της στη δημόσια ζωή και αγνοεί την παρουσία των γυναικών, γι’ αυτό παρέρχεται και τις σχετικές πηγές, που όμως και υπάρχουν και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιστορία όπως τη γνωρίζουμε δεν είναι ολόκληρη η εικόνα, αλλά μόνο ένα μέρος της.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Schinas B., Leben in Griechenland, 1834 bis 1835, Briefe und Berichte an ihre Eltern in Berlin, herausgegeben und erläutert von Ruth Steffen, Verlag Cay Lienau, Μύνστερ, 2002, σ. 162.

[2] Schindel C. von, Die deutschen Schriftstellerinnen des neunzehnten Jahrhunderts, Leipzig, 1823-1825, σ. 63.

[3] J. C. Hinrich, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Λειψία, 1845.

[4] Επιστολή της 27ης Απριλίου 1840.

[5] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 165.

[6] Επιστολή της 13ης / 25ης Απριλίου 1844.

[7] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, Verlag Karl Schwartz, Brieg 1838, σ. 214.

[8] Waldmüller R., Wanderstudien, Italien, Griechenland und daheim,Theod. Thomas, Λειψία, 1861, τόμ. II, σ. 82.

[9] Ιδιωτική συλλογή.

[10] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Leben slinien eines Technologen, nachgezeichnet von Franz Sonnenberger und Helmut Schwarz, Spätlese Verlag, Nürnberg, 1989, σ. 27.

[11] Επιστολή της 11ης Μαΐου 1842.

[12] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 319.

[13] Επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1849.

[14] About E., La Grèce contemporaine, Hachette, Παρίσι, 1854, σ. 99.

[15] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 47.

[16] Ό.π., σ. 93.

[17] Bertsch D., Anton Prokesch von Osten (1795-1876). Ein Diplomat Österreichs in Athen und an der Hohen Pforte. Beiträge zur Wahrnehmung des Orients im Europa des 19. Jahrhunderts, R. Oldenbourg, Μόναχο, 2005, σ. 228.

[18] Thouvenel L., La Grèce du Roi Othon, correspondance de M. Thouvenel avec sa famille et ses amis, Calman Lévy, Παρίσι, 1890, σ. 62, και Πλύσκω, ανέκδοτο ημερολόγιο, σ. 8

[19] H. C. Andersen’ s sämmtliche Werke, F. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1843, II, σ. 105.

[20] Παπανικολάου – Κρίστενσεν Αρ., Αθήνα 1818-1853. Έργα Δανών καλλιτεχνών, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1985, σ. 177.

[21] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Lebenslinien eines Technologen, ό.π., σ. 80.

[22] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, ό.π, σ. 214.

[23] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, τόμ. Α ́ και Β ́, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1894-1895, τόμ. Γ ́ και Δ ́, Πυρσός, Αθήνα, 1930, τόμ. Β ́, σ. 289.

[24] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, ό.π., τόμ. Β ́, σ. 286.

[25] «Tagebuch einer Peloponnesreise im Jahre 1838», herausgegeben von E. Ziebarth περ. Hellas-Jahrbuch 1930, Friedrichsen, de Gruyter & Co.m.b.H., Αμβούργο, 1930, σ. 86-114.

 

Βάνα Μπούσε

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

Έκθεση ζωγραφικής της Ειρήνης Γκόγκουα στην COCO-MAT Άργους


 

Έργα της ζωγράφου Ειρήνης Γκόγκουα φιλοξενούνται στον ειδικά σχεδιασμένο χώρο του καταστήματος COCO-MAT στο Άργος. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τη Παρασκευή 31 Ιουλίου.

Το σκηνικό (1,20Χ80)

Το σκηνικό (1,20Χ80)

Περνώντας το κατώφλι προς τις ζωγραφιές της Ειρήνης Γκόγκουα, ο θεατής βρίσκεται σ’ ένα παραμυθένιο χρωματιστό δωμάτιο. Είναι ένας έντονα προσωπικός χώρος, γεμάτος από μορφές και συναισθήματα, οράματα και αφηγήσεις, που αποκρυσταλλώνουν τον φορτισμένο της ψυχισμό, αλλά και μία οικουμενικά συμβολική πραγματικότητα ταυτόχρονα. Τα έργα της Γκόγκουα δεν προέρχονται από τη συμβατική εξέλιξη ενός όποιου καλλιτέχνη, καθώς είναι η εκ του περισσού εκδήλωση μιας εσωτερικής ανάγκης.

Κινείται μεταξύ ενός είδους αυτόφωτου βιτρό, φτιαγμένο με σμάλτο πάνω σε πλεξιγκλάς και μίας κλασικής ελαιογραφίας σε ευρύ μέγεθος. Χρησιμοποιεί μία περίπλοκη εικονογραφία που ταλαντεύεται ανάμεσα σε τοπιογραφία, με μεταφυσικό φως και αποχρώσεις και μία πληθώρα συμβολικών στοιχείων, τα οποία συνθέτει, οργανώνει και επεξεργάζεται, μέχρι τα όρια των διακοσμητικών αφηρημένων δομών.

Επιλογή (1,10Χ80)

Επιλογή (1,10Χ80)

Συχνά η ανθρώπινη φιγούρα βρίσκεται στο επίκεντρο των συνθέσεών της, μεταμορφωμένη, εξωγήινη, εμβρυακή, διάφανα φορτισμένη με μία κοσμική ή ερωτική ενέργεια. Συμβολικά σχήματα από την τοπολογία του φυσικού τοπίου, αλλά και της βιολογίας, συνθέτουν ψυχεδελικά εμβλήματα μιας νοσταλγίας για την ενότητα σώματος και κόσμου.

Τα έργα της Ειρήνης Γκόγκουα αφηγούνται, σαν παραμυθένια ταξίδια εξερεύνησης, τον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού, μέσα από αρχέγονα σύμβολα περασμένων πολιτισμών, ή εξωγήινες μορφές, κατασκευασμένες σε μία ονειρική πραγματικότητα.

Ό,τι και να αρθρώσει κανείς για τη ζωγραφική της Γκόγκουα, η έρευνά της για το νόημα της ζωής και η έκφραση του ταξιδιού της με ζωγραφικά μέσα, το ίδιο της το έργο είναι καταρχήν το κοινωνικό δώρο της δύναμης του ταλέντου της.

Η αναγκαιότητα της εικόνας να «δείξει» αυτό που αλλιώς δεν μπορεί να ειπωθεί, όπως και κάθε πραγματική δημιουργία, είναι το αποτύπωμα μιας συνείδησης του κόσμου!

 

Διάρκεια έκθεσης

Από 6 έως 31 Ιουλίου 2015

Πληροφορίες
Κατάστημα COCO-MAT Άργους

Άργος – Καραολή Δημητρίου 8, 21200

Τηλ. 27510 26321

argos@coco-mat.com

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »