Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους


  

Γενικά

Νεοκλασική Αγορά

Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά κτίσματα της πόλης του Άργους. Κτίστηκε το 1889 επί Δημαρχίας του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της δημοτικής αντιπολίτευσης. Τα σχέδια εκπόνησε ο αρχιτέκτονας (γεωμέτρης) Πάνος Καραθανασόπουλος.  Πρόκειται για ένα μεγάλο και συμμετρικό κτίριο που είναι ένα από τα ομορφότερα κτίσματα στην πόλη.  Είναι επίμηκες και χωρίζεται από δύο διαδρόμους κάθετους μεταξύ τους, ένα στενό κι ένα φαρδύτερο, που οδηγούν στις τέσσερεις εξόδους και χωρίζουν το κτίριο σε τέσσερα όμοια τεταρτημόρια.

Εκείνες που περισσότερο εντυπωσιάζουν είναι οι θαυμάσιες καμάρες στις οποίες απολήγει ο φαρδύς διάδρομος. Τρεις σε κάθε μακρά πλευρά. Από την ανέγερσή του μέχρι σήμερα λειτουργεί ως αγορά και στεγάζει 24 καταστήματα τα οποία διαχειρίζεται ο Δήμος Άργους- Μυκηνών. Έξι σε κάθε τεταρτημόριο. Η μία μακρά πλευρά του « βλέπει» προς την υπαίθρια λαϊκή αγορά και τους στρατώνες του Καποδίστρια ενώ η άλλη στην οδό Δημητρίου Τσώκρη.   

Το 1989 το κτίριο αναστηλώθηκε με την ευθύνη του Αργείου αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή και λίγο αργότερα τοποθετήθηκε πάνω από τους διαδρόμους διαφανές στέγαστρο, για πρακτικούς λόγους αλλά και για την προστασία του κτιρίου από τις διαβρώσεις. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα που έχει κρατήσει την αρχική του μορφή, εκτός από το πηγάδι που υπήρχε στο κέντρο του και το οποίο έχει πλέον επιχωματωθεί, έχει χαρακτηριστεί δύο φορές διατηρητέο, από το ΥΠ.ΠΟ. και το ΥΧΟΠ ( Διάταγμα Πλυτά – Τρίτση, 1982).

   

Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)


 

Ακολουθούν αναλυτικότερα και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα  άρθρα του Δικηγόρου- Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη 29 και 35 του περιοδικού « Αρχαιολογία και Τέχνες», το Δεκέμβριο του 1988 και τον Ιούνιο του 1990 αντίστοιχα.

 

Το κτίριο της νεοκλασικής αγοράς αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα έντεχνης αρχιτεκτονικής του νεότερου Άργους και ασφαλώς ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα επιτεύγματα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ν’ αρχίσου­με να ασχολούμαστε με το ιστορικό της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, σε δημοτικό επίπεδο και για δημοτι­κά κτίρια, ιδιαίτερα προς το τέλος του 19ου αιώνα, όχι μόνον επειδή ση­μειώνεται σε πολλές πόλεις, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτι­κής Ελλάδας, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για γενικευμένο φαινόμε­νο και επομένως άξιο να μελετηθεί καθ’ εαυτό, από την πλευρά της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και, μάλιστα, του νεοκλασικισμού, όπως μεταφυτεύτηκε περιφερειακά, αλλά επειδή ενδιαφέρει και από την πλευ­ρά της γενικότερης κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.

 

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους, Ντιάνα Αντωνακάτου, 1967.

 

Πράγματι, η αρχιτεκτονική αυτή δραστηριότητα συμπίπτει με μια προσπάθεια για δημιουργία αστικής υποδομής στις επαρχιακές πόλεις και, ιδιαίτερα, σε αυτές που μέχρι τότε διατηρούσαν έντονο χαρακτήρα αγροτικών κέν­τρων όπως το Άργος ή ο Πύργος. Ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι πρω­τοβουλίες για την προώθηση αυτής της δραστηριότητας παίρνουν δή­μαρχοι και δημοτικά συμβούλια με υπεροχή του στοιχείου των ελευθέ­ρων επαγγελματιών και των εμπόρων και ότι συχνά η προώθηση αυτή, στο ιδεολογικό επίπεδο, γίνεται στο όνο­μα του εκσυγχρονισμού και της ανάγκης εξόδου από την μέχρι τότε κατάσταση, που συχνά ταυτίζεται με την καθυστέρηση. Οι αντιθέσεις που προκαλούν, εδώ ή εκεί, τέτοιες πρω­τοβουλίες φέρνουν, ακριβώς, στην επιφάνεια αντιθέσεις του κοινωνικού υποστρώματος, με άμεση αντιστοιχία προς το ιδεολογικό επίπεδο.

Τα στοιχεία που παραθέτω και ανα­λύω στην πρώτη αυτή ενότητα προέρχονται από τα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου Άργους, που ευτυχώς σώθηκαν από την καταστρο­φή του δημοτικού αρχείου η οποία ενεργήθηκε κατά καιρούς, και από την αποδελτίωση του τύπου της Αρ­γολίδας, που έχω ολοκληρώσει πριν μερικά χρόνια. Επιβοηθητικά, χρησιμοποίησα στοιχεία από τα περιηγητι­κά βιβλία του γιατρού Χ. Π. Κορύλλου και του Σπ. Παγανέλη, που πέρασαν από το Άργος λίγο μετά την οικοδό­μηση της αγοράς. Σε κύριο άρθρο της εφημερίδας «Άργος» εντοπίζουμε για πρώτη φορά την πληροφορία ότι ο δήμαρ­χος Καλμούχος πήρε την πρωτοβου­λία για την ανέγερση της αγοράς, την ανακαίνιση του δημαρχείου και την προσθήκη οικήματος σε αυτό (πρόκειται για το κτίριο προς ΒΑ, επί της οδού Βασ Σοφίας, όπου μέχρι πρόσφατα στεγαζόταν το «Οικονομι­κό» Γυμνάσιο). Γράφει το «Άργος»:

«Ο ημέτερος δήμαρχος κ. Καλμούχος από πολλού ήδη χρόνου μελετά και εργάζεται φιλοτίμως περί δημοτικών έργων προς εξυγίανσιν και ανάπτυξιν της πόλεως και του δήμου εν γένει (….) Όπως όλοι οι προοδευτικοί συμπολίται μας αναμολογούν και ο δήμαρχος εμβριθώς έγνω η πόλις μας έχει ανάγκην και συμφέρον μέγιστον να οικοδομηθώσι καταστήματα επί ασκεπών δημοτικών γηπέδων και δημοτική αγορά πάρα την πλατεία του στρατώνος, χάριν της καθαριότητος και αναπτύ­ξεως της πόλεως. Έργα όμως είνε αδύνατον να γίνουν άνευ χρημάτων και χρήματα δεν περισσεύουν προς τοιούτους σκοπούς εκ του προϋπολογισμού του Δήμου. Εν­τεύθεν παρίσταται ανυπέρβλητος η ανάγκη δα­νείου δρχ. 100 χιλ. ου οι τόκοι και χρεωλύσσια έσονται ελάσσονα των εκ των έργων αυτών δημοτικών προσόδων κατ’ ασφαλείς και θετικούς υπο­λογισμούς. Δια τούτο ο δήμαρχος αφού δια μηχανικού κα­τήρτισε τους αναγκαίους προϋπολογισμούς, ήλθεν εις συνεννοήσεις προς κεφαλαιούχους των Αθηνών και μετ’ αποτελέσματα των ενεργειών του ευάρεστα εισήγαγε το ζήτημα εις το δημοτικόν συμβούλιον κατ’ αυτάς. Δυστυχώς το δημοτικόν συμβούλιον ευρέθη εις πολύ παραδόξους διαθέσεις. Και οι μεν προτάσεις του δημάρχου εψηφίσθησαν, άτε ούσαι κοινωφε­λείς και κάλλισται, προς τιμήν της πλειοψηφίας του συμβουλίου εκ των 18 όμως συμβούλων ευρέθησαν 8 οίτινες ανέταξαν σφοδρά πείσμονα και εμπαθή αντίδρασιν εις ουδένα σπουδαίον λόγον στηριζομένην και ελαυνομένην εκ φατριατικού καθαρώς ανταγωνισμού. Το παράδοξον δε είνε, ότι η μειοψηφία ανεγνώρισε την χρησιμότητα των εν λόγω έργων απέκρουσεν όμως το δάνειον δηλ. ησπάσθη τον σκοπόν αλλ’ ηρνήθη τα μέσα της πραγματοποιήσεώς του».

Και το άρθρο του «Άργους» καταλή­γει τονίζοντας, ότι θα αποτελέσει «έγκλημα» κατά της πόλης και του μέλλοντός της η άρνηση παρομοίων ευεργετικών έργων, εκφράζοντας την ευχή ότι η δημοτική μειοψηφία δεν θα βρει υποστηρικτές στην πόλη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το τό­τε «Άργος» (λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε άλλη εφημερίδα, με τον ίδιο τίτλο) ήταν η πρώτη εφημερίδα, που εκδόθηκε σε λίγο – πολύ τακτά διαστήματα στην πόλη, και αρχισυντάκτη είχε τον προοδευτικό δικηγό­ρο και ιστορικό του νεότερου Άρ­γους Δημ. Βαρδουνιώτη.

Σε άλλη τοπική εφημερίδα στον «Αγαμέμνονα», και ενώ από την πλευρά του δημοτικού συμβουλίου είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για τη σύναψη δανείου, δημοσιεύτηκε ενάμιση μήνα αργότερα, επιστολή με αρχικά ονόματος (Γ.X.Μ.), όπου αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας το άρθρο του «Άργους», ως …υβριστικό, σε τόνο επιθετικό και δημαγωγι­κό δίχως στοιχεία που να τεκμηριώ­νουν πραγματικά τις αντιρρήσεις κατά της ανέγερσης της αγοράς.

Οι αντιρρήσεις αυτές στηρίζονται αόρι­στα στο ότι τα έσοδα από την αγορά θα είναι πολύ λιγότερα από το ποσό του δανείου και εκείνο των τόκων – τοκοχρεολυσίου το οποίο θα βαρύνει συνεχώς τα οικονομικά του Δή­μου. Επίσης θεωρείται ότι θα υπάρ­ξει αδυναμία καθαρισμού της αγο­ράς από έλλειψη «πηγαίου ύδατος». Και καταλήγει το άρθρο με υβριστική επίθεση κατά του Βαρδουνιώτη. Το «ύφος» και το «ήθος» αυτής της επί­θεσης θυμίζει έντονα, και μετά εκατό χρόνια εντελώς παρόμοια στάση της πλέον οπισθοδρομικής μερίδας της πόλης σε πρόσφατους αγώνες για την πολιτιστική της κληρονομιά και για τον εκσυγχρονισμό της. Αλλά θυ­μίζει βέβαια και ανάλογη στάση στις γενικότερες κομματικές διαμάχες της χώρας μας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι αντιρρήσεις αυτές, που ασφαλώς ταυτίζονταν με εκείνες της δημοτι­κής αντιπολίτευσης στο θέμα, αγνο­ούσαν τις νεότερες εξελίξεις ως προς το δάνειο αλλά και προσπαθού­σαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη ως προς την καθαριότητα.

Δεν βρήκαμε στις πηγές στοιχεία αλλά ξέρουμε καλά ότι στο κέντρο του δα­πέδου της αγοράς δημιουργήθηκε πηγάδι και επομένως, είχε βρεθεί νερό. Το πηγάδι αυτό σφραγίστηκε πρόσφατα και είναι εμφανέστατη η διάμετρός του από το τσιμεντένιο κλείσιμο του στομίου του. Ήδη, όμως το δημοτικό συμβούλιο είχε προχωρήσει σε τελική απόφαση για την οικοδόμηση και για σύναψη δανείου, με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τα πρακτικά της συνε­δρίασής του της Κυριακής, 17 Ιου­λίου 1888, μας γίνεται γνωστό ότι εί­χε προηγηθεί το με αρ. 80 «ψήφισμά» του, με το οποίο εντελλόταν ο δή­μαρχος να συνάψει δάνειο για τα εξής έργα: «κατασκευή δημοτικής αγοράς εν τη ενταύθα πλατεία του στρατώνος του ιππικού», «δημοτι­κών καταστημάτων ανατολικώς του δημαρχικού καταστήματος» και « σι­δηράς στοάς κατά την άνω λεγομένην της κύλεως αγοράν».

Στην ίδια συνεδρίαση ο δήμαρχος αναγ­γέλλει ότι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με το διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα οι οποίες και κατάληξαν σε συμφωνία για σύναψη δανείου 100.000 δρχ. με τόκο 7% και τοκοχρεολύσιο 1% ετησίως με εξόφληση του σε δυο δόσεις (1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου). Η πληρωμή των δόσεων αυτών προτεινόταν από το δήμαρχο να γίνεται με γραπτώς συνομολογούμενη υποχρέωση του ενοικιαστή δη­μοτικών φόρων όπως ήταν μέχρι και τότε θεσμικά δυνατό και συγκεκρι­μένα του φόρου « επί των εισκομιζομένων ωνίων» και του «δασμού επί των εμπορευμάτων». Με την ενοικία­ση των δημοτικών φόρων ο ανάδοχος ανελάμβανε, έτσι, την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων στο υπο­κατάστημα της Εθν. Τράπεζας, στο Ναύπλιο.

Το δημοτικό συμβούλιο έκανε δε­κτούς τους όρους αυτούς και έδωσε εντολή στο δήμαρχο κατά την ίδια συνεδρίασή του, να συνάψει το δά­νειο χρησιμοποιώντας ως υπεγγύηση τους παραπάνω δημοτικούς φό­ρους, αλλά για μετά την έκδοση της διακηρύξεως της μειοδοτικής δημο­πρασίας κατασκευής των τριών οικο­δομημάτων ώστε να αποφευχθεί η άμεση επιβάρυνση του Δήμου με πληρωμή τόκων. Η σύναψη του δανείου βρισκόταν υπό την έγκριση της Νομαρχίας.

 

Η αγορά στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από δελτάριο με στοιχεία εκδότη «Satrap».

 

Από επικριτικό άρθρο του «Αγαμέ­μνονα», στο φύλλο που μνημονεύσαμε, μαθαίνουμε πρόσθετα ότι η από­φαση για την ανέγερση των κτιρίων λήφθηκε με ψήφους 10 προς 8, αλλά και ότι ο Νομάρχης ενέκρινε ταχύτα­τα τη σύναψη του δανείου όπως και κονδύλι 500 δρχ. για να καλυφτούν τα έξοδα του δημάρχου στην υπόθε­ση αυτή πράγμα που προκάλεσε ιδιαίτερα τη μήνυ του αρθρογράφου.

Ο «Αγαμέμνων» επανήλθε λαύρος, με δυο μεγάλα κύρια άρθρα του κατά της σύναψης του δανείου, επι­χειρηματολογώντας αντιφατικά υπέρ της ενέργειας άλλων και χρησιμότε­ρων έργων υποδομής στην πόλη και, ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας ότι ο Δήμος… δεν έχει χρήματα. Από τα άρθρα αυτά προέρχονται και τα πρόσθετα στοιχεία ότι το δάνειο ήταν δεκαετούς διαρκείας και ότι η ανέγερση των κτιρίων προβλεπόταν να ολοκληρωθεί σε τρία χρόνια.

 

Η διαδικασία για την ανέ­γερση και η ολοκλήρωση του κτιρίου

 

Από τα προηγούμενα δημοσιεύματα του «Αγαμέμνονα» μαθαίνουμε ότι υπήρχε «δημοτικός γεωμέτρης» (μη­χανικός) στο Δήμο, ο Πάνος Καραθανασόπουλος, ο οποίος «σχεδιαγραφούσε» για την κατασκευή της αγο­ράς και, μάλιστα, σε θέση όχι ακρι­βώς επί της πλατείας των Στρατώνων του Καποδίστρια. Από τις πηγές δε γίνεται διόλου σαφές ποιος εκπόνη­σε τα σχέδια για τα κτίρια και, μάλι­στα, της αγοράς η οποία, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις αρχιτεκτό­νων, ανάγεται σε τεχνοτροπία του Τσίλλερ. Έρευνες σε κατάλοιπα σχέ­δια του Τσίλλερ, στην Εθνική Πινακο­θήκη, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα. Στα εναπομένοντα δημοτικά αρχεία του Άργους δεν υπάρχει, πλέον, κα­νένα σχετικό σχέδιο. Και είναι πολύ περίεργο το ότι ούτε στον τοπικό τύ­πο, ούτε και στα σωζόμενα πρακτικά συνεδριάσεων του δημοτικού συμ­βουλίου βρήκαμε την παραμικρή, έστω, νύξη για τον αρχιτέκτονα του έργου.

Τέλος Νοεμβρίου του 1888 έχει πε­ρατωθεί «πάσα προπαρασκευαστική εργασία προς κατασκευήν λαμπράς αγοράς εν Άργει», ενώ στο τέ­λος Δεκεμβρίου εξακολουθούσαν οι μειοδοτικές προσφορές, που είχαν φτάσει στα 16% για την αγορά και στα 17% για τα καταστήματα. Σε πρακτικό συνεδρίασης του δημοτι­κού συμβουλίου της 4 Ιανουαρίου 1889 βρίσκουμε ότι αποφασίστηκε η κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ του εργολάβου και τελευταίου μειο­δότη Αγγελή Σακκά, με προσφορά 17%, με εγγυητή τον Αργίτη Παντελή Σαγκανά (από τους ιδιοκτήτες του πρώτου σύγχρονου, για την εποχή ξενοδοχείου της πόλης «Των ξέ­νων», στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, που λειτούργησε ανελλιπώς μέχρι πρόσφατα). Στην ίδια απόφαση μνη­μονεύεται και η τελική εγκριτική από­φαση του Νομάρχη για τα έργα με αριθμό 7778/1-10-1888.

Για άγνωστους λόγους και ενώ, κα­θώς φαίνεται είχαν αρχίσει τα έργα οικοδομής, σημειώνεται αλλαγή ερ­γολάβου και στον «Αγαμέμνονα» της 2-5-89 υπάρχει η είδηση ότι, « η κατα­σκευή της Νέας Αγοράς κατεκυρώθη αντί δρχ. 55.000 εις τον εκ Ναυ­πλίου εργολάβον κ. Βουγιούκαν, υποχρεούμενον να αποπερατώση αυ­τήν εντός 6 μηνών». Στο μεταξύ είχε αποπερατωθεί η κατεδάφιση «παρα­πηγμάτων λαχανοπωλείων εν τω χώρω των οποίων ανεγερθήσεται» η δημοτική αγορά και εγκρίνεται η εκ­ποίηση των υλικών τους.

 

Η αγορά πριν την αναστήλωση του 1988.

 

Έτσι, γίνεται γνωστό ότι στη θέση όπου οικοδομήθηκε η αγορά και επί της πλα­τείας των Στρατώνων είχαν προαναγερθεί εμπορικά παραπήγματα, σε δρόμο που από τότε μέχρι σήμερα εί­ναι από τους εμπορικότερους του Άργους (οδός Τσώκρη) και από τους λίγους όπου έχει διασωθεί μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αρχιτεκτο­νικής, παρά τις «φιλότιμες» παραλή­ψεις της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις άδει­ες που έχει, προφανώς, παράσχει για ανέγερση ντουβαριών. Την 1η Μαΐου 1889 κατατίθεται ο θε­μέλιος λίθος της αγοράς, (ενώ λί­γες μέρες αργότερα δημοσιεύεται στον «Αγαμέμνονα» το εξής σχόλιο:

« Κατά την ανασκαφήν των θεμελίων της Νέας Αγοράς μας ανευρέθη αρχαίον πλατύ τείχος εκτισμένον δι’ ογκολίθων, το οποίον ο εργολάβος εξακολουθεί καταστρέφων διά δυναμίτιδος, προς χρησιμοποίησιν των λίθων».

Αν ο ευφάνταστος και αντιπολιτευόμενος τον Καλμούχο «Αγαμέμνων» υπερέβαλε, ίσως, προς τη χρήση….δυναμίτιδας, δε νομίζω να αποτελεί φανταστικό εφεύρημά του η είδηση για το τείχος: με το ξύσιμο, σε ορισμένα σημεία, των παλαιών σοβάδων ήρθε σε φως η λιθοδομή της αγοράς, όπου χρησιμοποιήθηκαν διαφόρων μεγεθών λίθοι, και μεταξύ τους βρίσκονται κάποιοι των διαστάσεων λίθων ογκώδους κατασκευής. Έρευνες, με ηλεκτρομαγνητική μέθοδο που ενήργησε ειδικός για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με σκοπό τον εντοπισμό του αρχαίου τείχους του Άργους, φαίνεται να το εντοπίζει και στην περιοχή της Αγοράς – Στρατώνων. Η πληροφορία του «Αγαμέμνονα» δεν φαίνεται επομένως, να είναι ανακριβής. Ο Σπ. Παγανέλης, στο οδοιπορικό του εν μέρει, την υιοθετεί περνώντας από το Άργος κατά την εποχή που οικοδομείται η αγορά και γράφει συγκεκριμένα, δημιουργώντας και νέα παραλλαγή:

« Ο εργολάβος της εν τη πόλει ταύτη οικοδομουμένης δημοτικής αγοράς έγνω να χρησιμοποιήση δια την οικοδομήν αρχαιοτάτους ογκολίθους οίτινες εν σχήματι αρχαίου ιερού είχον ανευρεθή πάρα τινα αγρόν μικρόν απωτέρω του Άργους παρά τας όχθας του Χαράδρου ποταμού. Ευτυχώς φιλόμουσοι και φιλότιμοι πολίται κατόρθωσαν να ματαιώσωσι το κακούργημα και να σώσωσι, καθ’ α ήλπισαν, το ιερό η το ηρώον εκείνο όπερ ανασκάπτων τον αγρόν αυτού, εύρεν αγρότης τις και ούτινος τους λίθους εβουλεύθη να βεβηλώση και εξευτελίση ο εργολάβος, αγνοών ίσως τίνος κακού καθίστατο πρόξενος. Η θέσις, ένθα είχε ανακαλυφθή το ιερόν και το ιερόν τούτο, συμπίπτει προς την περιγραφήν, ην εν το ΚΕ’ κεφαλαίω των «Κορινθιακών» αυτού δίδωσιν ο Παυσανίας»(….) «Και τις οίδεν αν δεν το κατέστρεψαν. Εκφράζω δε μετ’ οδύνης τον φόβον τούτον διότι, ούτε έσπευσα εκεί, εις την υποδειχθείσαν θέσιν, μετά του ζηλωτού και υπέρ της αρχαίας παιδεύσεως και καλλιτεχνίας ενθουσιώντος χρηστού και φιλομούσου πολίτου κ. Δ. Βαρδουνιώτου, εφόρου του εν Άργει Μουσείου, ουδέ ίχνος του σεβασμίου οικοδομήματος εύρομεν, όπερ, κατά την από μνήμης περιγραφήν ιδόντων, αποτελείτο υπό του περιβόλου του ιερού, όστις ην ισόπλευρος εκ λευκού λίθου και άθικτος, εκ του διπλού ιερού εκ λίθου πορώδους χρώματος γης, αποτελουμένου, και εκ πολλαπλών σειρών λίθων αλλεπαλλήλως τεθειμένων».

Ο Παγανέλης ελεεινολογεί την αδιαφορία των δημοτικών αρχών και των πολιτών του Άργους για την καταστροφή του μνημείου και καλεί την Κυβέρνηση και την Αρχαιολογική Εταιρεία να παρέμβουν. Φυσικά, δε φαίνεται να δόθηκε συνέχεια στο πράγμα, οπότε πιθανόν και να διευκρινίζονταν πολλές λεπτομέρειες. Οι εργασίες για την αγορά συνεχίστηκαν. Πριν υψωθούν οι τοίχοι του κτιρίου, νέα εμπλοκή. Από σχόλιο του «Αγαμέμνονα» πληροφορούμαστε ότι ο φρούραρχος Άργους και διοικητής της στρατιωτικής μονάδας στους Στρατώνες του Καποδίστρια Μεντζελόπουλος, γνωστοποιεί στην Κυβέρνηση ότι ο δήμαρχος δίχως άδεια κατέλαβε μέρος της πλατείας των Στρατώνων και οικοδομεί την αγορά, παραγγέλλεται έρευνα στο Νομάρχη και αυτός, τελικά, αποφαίνεται ότι «καταπατάται μεν αληθώς η πλατεία του δημοσίου, παρεμποδίζονται τα γυμνάσια του ιππικού, το οποίον θα αναγκασθή να αναχωρήση του Άργους (επισείει την απειλή ο «Αγαμέμνων»), ασχημίζεται η πόλις, βλάπτονται τα μαγαζεία, απειλούνται νόσοι κλπ. (βοά και πάλι η εφημερίδα), αλλά πρέπει να υποκύψωμεν εις την θέλησιν του κ. δημάρχου διότι χάνει… την υποληψίν του και διότι… ό,τι έγινεν έγινε».

Το είπε μάλιστα και Γαλιστί, φέτα κομπλιού (fait accompli) (sic). Και το θέμα σταματά εδώ, και, βέβαια, ο στρατός παραμένει στους Στρατώνες μέχρι το…1968. Νέα εμπλοκή δημιουργείται από νέα αλλαγή του προσώπου του εργολά­βου. Από το με αρ. 150 πρακτικό της συνεδρίασης της 11 Ιουνίου 1889 του δημοτικού συμβουλίου, μαθαίνουμε ότι στις 16 Απριλίου ο Ν. Μπουγιούκας είχε υποβάλει αίτηση στο Δήμο και ζητούσε την υποκατάστασή του από τον εργολάβο Κωνστ. Θεωνά στον οποίο είχε εκχωρήσει συμβο­λαιογραφικά τα δικαιώματά του.

Το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δια της αιτήσεως «ουδαμώς παραβλάπτονται τα συμφέροντα του Δήμου, αφού αι προς τον Δήμον υποχρεώσεις του εργολάβου Ν. Μπουγιούκα και του εγγυητού του μένουσιν ακέραιοι και αμετάβλητοι», και εγκρίνει την αντικατάσταση. Φαίνεται ότι ο Καλμούχος, γνωρίζον­τας καλά τα πνεύματα και την κακοβουλία, αποφάσισε να υπερβεί κάθε υπαρκτό και πιθανό εμπόδιο και, έτσι, από νέο σχόλιο του αιώνιου «Αγαμέ­μνονα» που γκρινιάζει και ελεεινολογεί, πληροφορούμαστε ότι «πάντες οι εργαζόμενοι εις την κατασκευήν έτερων καταστημάτων διέκοψαν την εργασίαν και εργάζονται αυτού» (στην αγορά). Και ήδη, το έργο προχωρεί προς το τέλος του, όπως φαίνεται από νέο σχόλιο της εφημε­ρίδας:

«Το κτίριο της νέας αγοράς βαίνει προς το τέλος του χάριν της ιστορίας των συγχρόνων πολιτικών μας πρέπει να αναγραφή εν τη εφημερίδι ταύτη ότι επί της στέγης ετέθησαν τα λεπτότερα και ευ­τελέστερα των ξύλων τα λεγόμενα καδρονάκια, ότι το ύψος του κτιρίου και των θυρών αυτού είναι κατά 25 εκατοστά του μέτρου χαμηλώτερον του εγκεκριμένου σχεδίου και ότι σκέψις εγένετο και απόφασις ελήφθη παρά τοις δημαρχικοίς όπως πληρωθώσιν εις τον εργολάβον 10.000 δραχμαί περιπλέον διότι δήθεν ζημιούται».

Η οικοδόμηση φαίνεται ότι ολοκλη­ρώθηκε προς το τέλος του 1889. Ο Χ. Κορύλλος, που επισκέφτηκε το Άρ­γος την εποχή εκείνη, κάνει λόγο για τη «νεόδμητον και αρκούντως ευρύχωρον δημοτικήν αγορά», ενώ σε νέο σχόλιο του «Αγαμέμνονα», της 2ας Μαΐου 1890. διαβάζουμε: «Προ δυο περίπου μηνών μεγαλόσχημος εξ Αθηνών επιτροπή αποτελουμένη υπό του κ. Σουλή και άλλων παρέλαβε την Νέαν Αγοράν της πόλεώς μας».

H εφημερίδα επαναλαμβάνει, όπως και σε μεταγενέστερο σχόλιό της, τις καταγγελίες για ευτελή υλι­κά και μείωση των προβλεπομένων από το σχέδιο υψών, τονίζοντας ότι « ελλείπει η δια πλακών επίστρωσίς τις» (παρατήρηση ακριβής) και ότι «αι στήλαι εκτίσθησαν εκ κοινού λίθου ενώ έπρεπε να κατασκευασθούν εκ Πεντελησίου μαρμάρου. Δια τούτο οι αρμόδιοι οφείλουν να δημοσιεύσουν τους όρους του σχεδίου και το πρακτικόν της παραδόσεως χάριν της υπολήψεώς των και προς άρσιν των υπονοιών του Κοινού». Πράγμα που δεν έγινε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ίδια εφημερίδα επισημαίνει την έλλειψη αφοδευτηρίων στην αγορά, τα οποία έχουν υποκαταστήσει οι αίθουσες κάποιων καταστημάτων της.

 

Η σύγχρονη περιπέτεια της αγοράς

 

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Η αγορά λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς να έχουμε εντοπίσει κάποιες σαφείς πληροφορίες για έργα συντή­ρησής της επί ένα, περίπου, αιώνα. Γερνάει, σοβάδες πέφτουν, ακροκέ­ραμα ιδιοποιούνται, ενώ το 1972 ο Δήμος προχωρεί σε «αναμόρφωση» της πλατείας του Στρατώνα, κόβον­τας όλα τα αιωνόβια δέντρα, τσιμεντώνοντας τα πάντα και μετατρέποντας το χώρο μεταξύ Στρατώνων και αγοράς σε έρημο.

Την ίδια εποχή αρχίζει κάποια κίνηση για οικοδόμηση…«Διοικητηρίου» στο Άργος. Ως πρώτος «στόχος» επιλέγεται ο χώρος της αγοράς (ακολούθησαν εκείνος των Στρατώνων και, αργότερα, του Δημαρχείου. Απόηχος αυτός της κίνησης, υπό μορφή «παραπόνου» για­τί δεν επιτράπηκε η κατεδάφισή της, υπάρχει ακόμα και σε επίσημα έγγρα­φα του δημάρχου Δ. Μπόνη ( 1975-1978).  Οι συγκεκριμένες αυτές απειλές και πόθοι για κατεδάφιση του κτιρίου, οδήγησαν την Αρχαιολο­γική υπηρεσία Ναυπλίου να φρο­ντίσει για την προστασία του και, έτσι, την άνοιξη του 1974 κηρύχτηκε μνημείο.

Ό,τι, όμως, δεν κατάφεραν οι «κατεδαφιστές» άρχισε να επιτελείται από την κρατική αδιαφορία και τον πρω­τογονισμό της δημοτικής αρχής Άρ­γους ιδίως των δυο περιόδων της εκλογής του Γ. Πειρούνη αγροτικού εισοδηματία (1978-1986). Επανειλημμένα στον τοπικό τύπο επισημάνθηκε ότι ακόμα και τμήματα τοίχων και οροφών άρχισαν να καταρρέουν από έλλειψη συντή­ρησης, ενώ σε κάθε νέα ενοικίαση καταστήματος, και μέχρι σήμερα, κά­θε «ρέκτης» επιχειρηματίας ακολου­θεί δικό του «ρυθμό» αναστήλωσης, με αποτέλεσμα, το όλο κτίριο να πα­ρουσιάζει την εικόνα μιας μεγάλης κουρελούς.

Ο ίδιος ο Γ. Πειρούνης δεν παύει να «προγραμματίζει» αόριστα τη «συν­τήρηση και εξωραϊσμό της Δημοτικής Αγοράς», πριν ακόμα γίνει δήμαρχος. Αλλά και αρχίζει η «μεγάλη πο­ρεία» για την αναστήλωση, που συνε­χίζεται επί μια δεκαετία. Κλείνουμε αυτό το άρθρο με επισήμανση των κυριοτέρων «σταθμών» της, στηριζόμενοι αποκλειστικά σε επίσημα στοιχεία.

Τον Ιούνιο του 1977 δημοσιεύεται στον τοπικό τύπο ανακοίνωση του δημάρχου Δ. Μπόνη, όπου κατά λέξη αναφέρεται ότι, στο Υπουργείο Πολι­τισμού, « η μελέτη της γενικής ανακαινίσεως περατούται αυτή την εβδομάδα, το δε ύψος ταύτης ανέρ­χεται εις το ποσόν των 4.000.000 δρχ.» Ο τύπος εκφράζει φόβους για κατάρρευση του κτιρίου και ο δήμαρχος, με νέα επίσημη ανακοίνω­σή του και στο γνωστό του στιλ ανα­φέρει ότι « Ο Αρχιτέκτων κ. Τσουβές μας είπε ότι η μελέτη ολοκληρώθηκε και ανήλθε (sic) εις το ύψος των 7.000.000 και ήδη θα προωθηθή η με­λέτη δια να εγκριθή από αρμόδιο Συμβούλιο. Εμείς την ερχόμενη εβδομάδα θα ενεργήσουμε και πάλι δια την ταχείαν περαίωση του θέμα­τος».

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Αρχές 1978 και τίποτε δεν έχει προ­χωρήσει, ενώ Αργίτες στέλνουν υπό­μνημα στο υπουργείο και ζητούν να αναστηλωθεί και το πηγάδι, στη μέση της αγοράς. Ο τότε υπουργός Πολιτι­σμού Γ. Πλυτάς, με έγγραφό του προς το Δήμο δηλώνει ότι δέσμευσε για το 1978, 3 εκατομμύρια για το έρ­γο αναστήλωσης αλλά τα οποία οφείλουν να απορροφηθούν μέχρι το τέλος του έτους (ο Δήμος είχε αναλάβει τα σχετικά συνεργεία) πράγμα που δημιουργεί απορημένα ερωτημα­τικά. Κάποιες αναστηλωτικές ερ­γασίες αρχίζουν, περνάει και το 1978, ενάμισι εκατομμύριο δαπανάται και τα έργα καρκινοβατούν, «δι αυτεπι­στασίας του Δήμου». Αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, το παράδειγμα της Αγοράς του Άργους ένα λαμπρό στοιχείο για το τι σημαίνει «αποκέντρωση» – ξεφόρτωμα αρμο­διοτήτων σε πλάτες αναρμόδιων, ενώ οι κεντρικές υπηρεσίες εξακολου­θούν να είναι ανεπαρκείς. Επανει­λημμένα ο τύπος ρωτά, ο δήμαρχος κωφεύει και, τελικά, στο τέλος Μαΐου του 1979, σε συνέντευξή του δηλώνει κατά λέξη ότι επισκέφ­τηκε το Υπουργείο και ότι « ο λόγος της διακοπής ως είπον ήτο η έλλειψη μελέτης. Υποσχέθηκαν ότι θα αρχί­σουν εργασίες τον Απρίλιον ή Μάιον. Παρουσιάστηκε δυσκολία ειδικευμέ­νων τεχνιτών. Από πλευράς δημοτι­κής Αρχής εζητήθη η αναπαλαίωσις να γίνει από συνεργείο 15 τουλάχι­στον τεχνιτών και όχι με 2 η 3 άτομα, όπως το καλοκαίρι».

Φτάνουμε αισίως στο 1981, τόσο ο τοπικός όσο και ο αθηναϊκός τύπος, απηχώντας διαμαρτυρίες τοπικών συλλόγων, διαμαρτύρονται για τις κα­θυστερήσεις, κάποιες εργασίες ψιλοαρχίζουν για να ξανασταματήσουν γρήγορα, ενώ εξακολουθεί να μην υπάρχει η παραμικρή επίσημη ενημέρωση. Νέες διαμαρτυρίες συλ­λόγων, νέα έκκληση του δημάρχου και το Πάσχα του 1982 η νέα Υπουργός Πολιτισμού (Μελίνα Μερκούρη) κατεβαίνει αυτοπροσώπως στο Άργος και, μεταξύ άλλων υπόσχεται να περατωθούν τα έργα. Νέες δηλώσεις του δημάρχου κάνουν λόγο για πρόγραμμα σε δυο φάσεις ενώ ακόμα και στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύεται ανακοί­νωση του ΥΠ.ΠΟ., κατά την οποία διατίθεται κονδύλι 15 εκατομμυρίων για τα έργα αναστήλωσης. Νέες ελπίδες αλλά και δυσπιστία στο Άρ­γος αφού η «γούνα είναι», πια «καμμένη».

Στο μεταξύ, γίνονται αναμισθώσεις καταστημάτων, οπότε και ενεργούνται «αναστηλώσεις», κατά το δοκούν, δίχως να προκαλούν την παραμικρή δραστική επέμβαση των κρατικών υπηρεσιών, παρά τις καταγ­γελίες. Οι σχετικές κατασκευές χαρακτηρίζονται αυθαίρετες, αλλά παραμένουν ως έχουν μέχρι σήμερα. Μέχρι το τέλος του 1987 απραξία και αυθαίρετες νέες επεμβά­σεις, νέων ενοικιαστών, καταγγέλ­λονται συνεχώς και από κάθε πλευρά του τοπικού τύπου, δίχως κανένας να συγκινείται.

Από το 1986 εκλέγεται νέα δημοτική Αρχή, υπάρχει πλήρης «ομοψυχία» στο δημοτικό συμβούλιο και γι’ αυτό και για άλλα θέματα, ο νέος δήμαρ­χος Δημ. Παπανικολάου ξαναπαίρνει το δρόμο του ΥΠ.ΠΟ.. απ’ ό,τι εκεί­νος αναφέρει δεν υπάρχει ολοκλη­ρωμένη μελέτη στο Υπουργείο για αναστήλωση του κτιρίου, γίνεται πρόταση να σκεπαστεί η αγορά, στα κενά της, και το δημο­τικό συμβούλιο παίρνει απόφαση να ανατεθεί η πλήρης μελέτη αναστή­λωσης, σε συμφωνία και με οδηγίες του ΥΠ.ΠΟ., στον τοπικό αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή, που μετείχε στη μελε­τητική ομάδα του ΥΠ.ΠΟ του 1978 για την αναστήλωση των Στρατώνων Καποδίστρια.

Πλήρης μελέτη, τό­σο αποτύπωσης όσο και αναστήλωσης του κτιρίου παραδόθηκε το Σεπτέμβριο και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνη­μείων του ΥΠ.ΠΟ., τον Οκτώβριο του 1988. Τελειώνουμε ένα μικρό ιστορικό χρο­νικό της οικοδόμησης και της τύχης ενός από τα σημαντικότερα κτίρια της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Αν αυτό το άρθρο πήρε μια ασυνήθιστη έκταση, νομίζω ότι είναι χρήσιμο για να διαπι­στώσει από κοντά και με στοιχεία ο αναγνώστης από ποιους δαιδάλους, αντικειμενικούς και ψυχολογικών αντιδράσεων περνούσε η οικοδόμη­ση παρόμοιων κτιρίων, αλλά και από ποιους (και χειρότερους) λαβυρίν­θους αδιαφορίας, κρατικής αναποτε­λεσματικότητας, πολιτικής αναισθη­σίας και τοπικής ασχετοσύνης εξακο­λουθεί να περνά κάθε προσπάθεια για σύγχρονη συντήρηση παρόμοιων κτιρίων στην επαρχία.

  

Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους

 

Ο Μάνος Μπίρης, αρχιτέκτων και Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΜΠ, σε δικές του έρευνες, εντόπισε από άλλη πλευρά το ίδιο όνομα, δηλαδή του Πάνου Καραθανασόπουλου, και σε σχετικό σημείωμα που του ζήτησα να μου στείλει σημειώνει τα εξής:

«Απ’ όσο γνωρίζουμε, ο μηχανι­κός Πάνος Καραθανασόπουλος ήταν ένας από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ – ίσως και συνεργάτης του – και δυστυχώς δύο από τα πιο γνωστά έργα του στην Αθήνα δεν υπάρχουν πια. Το ένα ήταν το μεγάλο ξενοδο­χείο «Ακταίον» του Νέου Φαλή­ρου που κτί­σθηκε λίγο μετά το 1900 για τον τραπεζίτη I. Πεσματζόγλου, με όλα τα μορφολογικά χαρακτηρι­στικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού. Το άλλο ήταν το μέγαρο της πολύ γνωστής στους παλαιούς Αθηναί­ους «Στοάς Πεσματζόγλου», ίσως λίγο μεταγενέστερο του πρώτου, που βρισκόταν επί της οδού Πανεπιστημίου, ακριβώς απέναντι από την Εθνική Βιβλιο­θήκη (στη δημοσιευόμενη φωτο­γραφία είναι το πολυώροφο κτί­ριο στο δεξιό άκρο).

Στο ισόγειό του στεγαζόταν το περίφημο φαρμακείο Δαμβέργη, και είχε μεγάλο τοξωτό θύρωμα της στοάς, πλαισιωμένο από κίονες. Βεβαίως η ταύτιση του έργου του Καραθανασόπουλου, και ιδιαίτε­ρα η σχέση του με το κομψό και λειτουργικό συγκρότημα της αγοράς του Άργους, απαιτεί πε­ρισσότερη έρευνα. Πάντως, η μορφολογία του κτιρίου καθώς και στοιχεία που ήδη ανέφερες στο άρθρο σου συγκλίνουν προς την άποψη ότι το κτίριο αυτό εί­ναι δημιούργημα του Αθηναίου μηχανικού» (Αθήνα, 31-3-1990).

Αυτά ως προς την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Εκτός από τις φωτο­γραφίες που ευγενικά μου παρα­χώρησε ο κ. Μπίρης για το παρόν άρθρο, δημοσιεύεται σ’ αυτό προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, από ταχυδρομικό δελτά­ριο που είχε τυπώσει ο εγκατε­στημένος στο Άργος φωτογρά­φος Κυριακίδης (γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Απελ­λής»), την οποία μου παραχώρη­σε η αρχιτέκτων και φίλη κ. Μ. Αδάμη – την ευχαριστώ και από εδώ θερμά.

 

Προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, του φωτογράφου Κυριακίδη (Απελή).

 

Όπως είχα σημειώσει στο προη­γούμενο άρθρο μου, τα σχέδια για την αναστήλωση της Αγοράς συνέταξε ο Αργίτης αρχιτέκτο­νας Κώστας Μακρής. Τα σχέδια αυτά εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. στο τέλος του 1988 και από τότε, με αυτεπιστασία του Δήμου Άργους, άρχισε να επιδιορθώνεται η στέγη του κτιρίου, με χρήση παλαιών κεραμι­διών.

 

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Μόλις στις 10 Οκτωβρίου 1989, και μετά από δημοπρασία της 22 Αυγούστου 1989, υπογράφηκε μεταξύ του δημάρχου Άρ­γους και του αρχιτέκτονα του Άργους Παναγιώτη Αθ. Θεοφίλη σύμβαση «κατασκευής έργου» για τα έργα αναστήλωσης (αρ. πρωτ. Δήμου Άργους 10472). Τα έργα άρχισαν αμέσως.

Θα πρέπει να προσθέσω ακόμη ότι στο Κ. Σ. Νεωτέρων Μνημείων είχε υποβληθεί μελέτη κατα­σκευής σκέπαστρου στον εσωτε­ρικό, ακάλυπτο χώρο της Αγο­ράς, καθώς και επικάλυψης του δαπέδου της – και για τα θέματα αυτά, που είχαν τεθεί ευθύς με την αρχική κατασκευή του κτι­ρίου, παραπέμπω στο προηγού­μενο άρθρο.

 

Όψη παρόδου οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Το Κ.Σ.Ν.Μ., με κατά πλειοψηφία απόφασή του της 8-2-1990, ενέκρινε την κατασκευή στεγάστρου αλλά όχι και τη μελέτη επίστρωσης με πλάκες του δα­πέδου (τα σχέδια και για τα δύο ήταν της αρχιτέκτονος Ερμίνας Λειβαδίτη – Θεοφίλη, για το στέ­γαστρο είχαν ληφθεί υπόψη υπο­δείξεις της Δ/νσης Αναστήλωσης Νεωτ. Μνημείων), για τον λόγο ότι «δεν προσαρμοζόταν στο ύψος και στις αναλογίες» του κτι­ρίου. Το Συμβούλιο δεν διατύπω­σε συγκεκριμένες συστάσεις ή υποδείξεις, όπως απεναντίας έκαμε για το στέγαστρο (σχετικό το έγγραφο της Δ/σης Πολιτιστι­κών Κτιρίων και Αναστηλώσεως Νεωτ. Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., με αριθμό 4703/175/ 5-3-1990).

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Πάνος Καραθανασόπουλος, από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του τέλους του 19ου – αρχών του 20ου αιώνα, είχε αναλάβει την εκπόνηση του σχεδίου του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, καθώς και τα σχέδια του κτιρίου της « Εμπορικής Σχολής» Άργους, δίπλα στο Δημαρχείο.

  

Πηγές


  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 35, Ιούνιος 1990.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η νεοκλασική αγορά του Άργους / καταχρήσεις και χρήσεις», Εφημερίδα, « ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ», Δεκέμβριος 2008.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου», Άργος, 2007.

Read Full Post »

Κεραμίδας Κ. Δημήτριος


 

Ο Παιδοχειρουργός Δημήτριος Κεραμίδας γεννήθηκε στο Άργος. Πρωτότοκος γιός του χειρουργού Κωνσταντίνου Δ. Κεραμίδα και της Αλίκης Κεραμίδα. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Άργους, γράφτηκε κατόπιν εξετάσεων στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αποφοίτησε με βαθμό «λίαν καλώς» και ειδικεύτηκε σε δυο ειδικότητες, Γενικής Χειρουργικής και Παιδοχειρουργικής την οποία ασκεί. Παντρεμένος με την ιατρό αιμοπαθολογοανατόμο Δήμητρα Αναγνώστου  και έχει μία κόρη φιλόλογο-γλωσσολόγο.

Τίτλοι

-Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών (1967)

-Υφηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1978)

-Καθηγητής Παιδοχειρουργικής του Πανεπιστημίου Πατρών  (εκλογή 1998)

-Fellow of European Board of Pediatric Surgery(1997)

Νοσοκομειακή Θητεία

Έχει εργασθεί επί σειρά ετών στα δύο Νοσοκομεία  Παίδων Αθηνών, Επιμελητής στο Αγλαΐας Κυριακού και  Διευθυντής στο Αγία Σοφία  καθώς και στο νοσοκομείο Νοrwich στην Αγγλία

Επίσης έχει εργασθεί ως υπότροφος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (University of Southern California,Los Angels,USA)  την περίοδο 1973-1974.

Εκπαιδευτικό Έργο

Έχει εκπαιδεύσει μεγάλο αριθμό ιατρών ειδικευομένων στη Παιδοχειρουργική, από τους οποίους πολλοί έχουν εκπονήσει Διδακτορικές διατριβές υπό την επίβλεψή του, καθώς και φοιτητές της ιατρικής.

Ερευνητικό Έργο

Στο ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται πρωτότυπες μελέτες σε πειραματόζωα οι οποίες είχαν κλινική εφαρμογή στον άνθρωπο. Επτά  έχουν δημοσιευτεί στο εξωτερικό και αναφέρονται στους τόμους του Citations Index Medicus (USA).

Χειρουργικές Τεχνικές

Έχει δημοσιεύσει στο εξωτερικό τα αποτελέσματα δικών του χειρουργικών επεμβάσεων που έγιναν αποδεκτές και  εφαρμόστηκαν  σε  κέντρα του εξωτερικού :

1) Τεχνική συντηρητικής εγχείρησης τραυμάτων του σπληνός : Surgery 1980

2) Τεχνική επανεμφύτευσης των ουρητήρων : Pediatr Surg 1980 και Br J Urol 1993

3) Τεχνική αφαίρεσης συγγενών κύστεων του προστάτη : Br J Urol 1995

4) Τεχνική διόρθωσης του περιφερικού υποσπαδία: Eur J Pediatr Surg 1995

5)Τεχνική διασφιγκτηριακής και διαορθικής διακοπής της συγγενούς ορθοκολπικής επικοινωνίας : Eur J Pediatr Surg 1997                                    

Δημοσιεύσεις

Έχει δημοσιεύσει  252 εργασίες από τις οποίες οι 57 σε ξένα επιστημονικά περιοδικά και έχει συγγράψει, κατόπιν προσκλήσεως,  κεφάλαια της  ειδικότητάς του σε τρία ξένα συγγράμματα:

1) Hypospadias Surgery,Heidelberg, Springer 2003

2) Liver and Βiliary Tract Surgery, Wien-N.York, Springer 2006

3) History of Surgical Pediatrics, N Jersey-London, W.Scientific,2009

Επίσης έχει συγγράψει κεφάλαια παιδοχειρουργικής σε πανεπιστημιακά βιβλία και σε βιβλία της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας.

Ανακοινώσεις σε Στρογγυλές Τράπεζες

Έχει 161 διαλέξεις και συμμετοχές σε στρογγυλές τράπεζες και  314 ανακοινώσεις ή συμμετοχές σε ανακοινώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Βιβλιογραφικές Παραπομπές σε Εργασίες του (Citations)

Ξένα βιβλία παιδοχειρουργικής περιλαμβάνουν βιβλιογραφικές παραπομπές σε εργασίες του. Οι αναφορές ξένων επιστημονικών  περιοδικών στις εργασίες του ανέρχονται σε εκατοντάδες.

Μέλος Συντακτικών Επιτροπών Επιστημονικών Περιοδικών

1) Μέλος της συντακτικής Επιτροπής του European Journal of Pediatric Surgery

2) Κριτής (Referee) στο Journal of Pediatric Surgery

3) Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της «Ελληνικής Χειρουργικής»

4) Διευθυντής Σύνταξης της «Ελληνικής Χειρουργικής»

Μέλος Επιστημονικών Εταιρειών

Έχει διατελέσει :

1) Πρόεδρος της Mediterranean Association of Pediatric Surgeons

2) Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Παίδων

3) Πρόεδρος της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρείας

4) Εκπρόσωπος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργών Παίδων στο Ευρωπαικό Συμβούλιο Παιδοχειρουργών

5) Μέλος της British Association of Pediatric Surgeons

6) Ιδρυτικό μέλος της International Society of Pediatric Surgical Oncology

Κοινωνικό Έργο

1) Εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, ως εθελοντική προσφορά, σε  παιδιά της Λωρίδας της Γάζας στη Παλαιστίνη, κατόπιν προσκλήσεως της Οργάνωσης Medecins du Monde, 1998.

2) Εθελοντική προσφορά και εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων, κατόπιν προσκλήσεων στο Μακάριο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στην Κύπρο.

 

Read Full Post »

Σύνταγμα (Τύπος) 1892-1970


  

Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων. Ναύ­πλιο, Ιούν. 1892-1970, αρ. φ. 1-3022 (8 Ιουν. 1969). «Ιδρυ­τής: Παναγ. Ιω. Ιατρός, διευθυντής – ιδιοκτήτης: Στυλ. Ν. Κωστόπουλος» (από τις 8 Ιουλ. 1928). «Ιδρυτές: +Σωτ. Ιω. Ιατρός, Παν. Ιω. Ιατρός, +Στυλ. Ν. Κωστόπουλος. Ιδιοκτήτες: Αφοί Στυλ. Κωστόπουλοι. Διευθυντής: Θά­νος Θ. Αναγνωστόπουλος» (από τις 23 Ιαν. 1944).

Από 22 Οκτ. 1950 εναλλάσσονται τα ίδια άτομα στις διευθυντικές θέσεις της εφημερίδας. Οι υπότιτλοι αλλάξουν, χωρίς να διαφέρει το νόημα. Εβδομαδιαία («Εκδίδεται κατά Κυριακήν»), τετρασέλιδη, τετράστηλη (συνήθως η πρώτη σελίδα) και πεντάστηλη, διαστάσεων 45×31 εκ. δισέλιδη και εξάστηλη, διαστάσεων 48,5χ34 εκ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Τιμή φύλλου: 2 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 500 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1949), 1000 δρχ. (από τις 22 Οκτ. 1950), 1 δρχ. (από την 1η Ιαν. 1956). Συνδρομές: ετήσια «εν Ναυπλίω δραχ. 50, εν λοιπή Ελλάδι [δραχ.] 60», 75 δρχ. (από τις 4 Ιουν. 1939), 30000 δρχ. (από τις 23 Ιαν. 1939), 50000 δρχ. (από τις 2 Οκτ. 1955 και 50 δρχ. από την 1η Ιαν. 1956)· ετήσια εξωτερικού 3 δολ. (από τις 8 Ιουλ. 1928), 15 δολ. (από τις 23 Ιαν. 1949). Γραφεία: έναντι Νομαρχίας (από τις 8 Ιουλ. 1928). Γραφεία – τυπογραφείο: πλατεία Τριών Ναύαρχων (από τις 4 Ιαν. 1931) και μεταπολεμικά στην οδ. Βασιλέως Κωνστα­ντίνου (όπου σήμερα το κατάστημα «Κουμούτση»).

Η μακροβιότερη εφημερίδα της Αργολίδας. Την εποχή που εκδόθηκε, το Ναύπλιο είχε χάσει την οικονομική σημασία του, λόγω της ανάπτυξης του Πειραιά και του σιδηροδρόμου. Από πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της από «αφηγήσεις του Αντ. Λεκόπουλου, Παν. Ιατρού και […] του Αλέκου [Μουτζουρίδη]» από το επετειακό άρθρο (5 Ιουν. 1938, αρ. φ. 1945) για τη συμπλήρωση των 47 χρόνων κυκλοφορίας, το Σύνταγμα εκδόθηκε τον Ιούνιο 1892, όταν είχαν εκλείψει άλλες εφημερίδες στο Ναύπλιο ή αντιμετώπιζαν προβλήματα έκδοσης, καλύπτοντας «μία πραγματική έλλειψι και μία πραγματική ανάγκη».

Ως «Ιδρυτής […] πραγματικός, εμπνευστής» του Συντάγματος αναφέρεται ο δικηγόρος Διονύσιος I. Ιατρού ή «Νιόνιος Τζανίνος», γνωστός ως Μιγάς εξαιτίας του καθολικού του δόγματος, έχοντας την τυπογραφική στήριξη του αδελφού του Σωτήρη. Λίγα χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την εφημερίδα ο αδελφός τους Παναγιώ­της. Το 1926 περιέρχεται στον Στέλιο Κωστόπουλο, ο οποίος μια δεκαετία περίπου αργότερα ανακαινίζει τις εγκαταστάσεις. Τυπογραφεία και γραφεία παραμένουν στο ισόγειο της «μεγάλης οικίας των Ιατρού ή των Τζανίνων» που βρισκόταν «Λοξά, αντίκρυ στο Παλάτι του Όθωνα». Η «αδιάλειπτη και συνεχής» έκδοσή της με τους «μακροχρόνιους αγώνες» της «συνετέλεσαν στην προαγωγή της πόλεως».

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1899.

 

Ως στόχος τίθεται εξαρχής η εξυπηρέτηση των αναγκών και συμφερόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδας. Το τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οι­κογένεια» αποτελεί το σταθερό της σύμβολο. Γλώσσα της είναι άλλοτε η καθαρεύουσα και άλλοτε η δημοτική. Τάσσεται με το Λαϊκό Κόμμα, υποστηρίζει τον Παναγή Τσαλδάρη και τον ντόπιο εκπρόσωπο του Ιωάννη Μουτζουρίδη. Αντιπολιτεύεται σκληρά τον Ελ. Βενιζέλο σε όλη την τελευταία πρωθυπουργία του: η εκλογική του νίκη θεωρείται «πραξικοπημα­τικός τερματισμός» της δημοκρατίας που θα προκαλέσει θανάσιμους κλυδωνισμούς για τη χώρα. Οι ενδεχόμενες φιλοβασιλικές της απόψεις δεν έγινε δυνατόν να ανιχνευθούν λόγω απώλειας των πε­ρισσότερων φύλλων της. Ωστόσο με το άρθρο «Ο κίνδυνος επί θύραις» καλεί σε λήθη των πολιτικών παθών και προτρέπει τα δύο μεγάλα κόμματα σε συνεργασία (αναφέρεται από τη Ναυπλιακή Ηχώ, 17 Μαΐου 1936, αρ. φ. 519).

Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας στηρίζει το καθεστώς, που σώζει τη χώρα από «τριβόλους και ακάνθας κομμουνιστικάς». Αναπαράγει συνεχώς την ειδυλλιακή εικόνα μιας χώρας όπου επικρατεί ομόνοια και ευημερία. Προβάλλει τα στελέχη του καθεστώτος και τις οργανώσεις του και ανατυπώνει άρθρα από τις εβδομαδιαίες εφημερίδες των Λόχων Αρρένων-Θηλέων της EON (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).

Η επιθετική στάση απέναντι στους Φιλελεύθερους φέρνει το Σύνταγμα σε σύγκρουση με το «ρυπαρόφυλλο» της Ναυπλιακής Ηχούς. Αιτία αποτελούν οι προστριβές των δύο κομματικών παρατάξεων σχετικά με τον δήμο, αλλά και η γενικότερη πολιτική κατάσταση.

Από τα φύλλα της Ναυπλιακής Ηχούς φαίνεται ότι η αντιπαλότητα αυτή υποχωρεί παραμονές της 4ης  Αυγούστου. Όμως αναζωπυρώνεται πάλι, μέχρι την ιταλική επίθεση. Τότε οι σχέσεις των δύο εφημερίδων εισέρχονται σε περίοδο σύμπνοιας πια. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το Σύνταγμα καλύπτει τις εξελίξεις του μετώπου. Στις 20 Απριλίου 1941, τέσσερις μέρες πριν από τη συνθηκολόγηση της στρατιωτικής ηγεσίας, η «Δ/σις της Εφημερίδος» δηλώνει την πρόθεσή της να αποφύγει τη διακοπή, της έκδοσης.

 

Σύνταγμα - Εφημερίς Πολιτική Δικαστική και των Ειδήσεων, 1951.

 

Επανακυκλοφορεί στο τέλος του Εμφυλίου. Ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για τοπικά θέματα. Πολιτικά, καλύπτει κυρίως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των Βασίλη Κόκκινου και Δημήτρη Α. Σαγιά για τον δημαρχικό θώκο του Ναυπλίου, υποστηρίζοντας μία τον ένα και μία τον άλλο˙ η τοποθέτηση αυτή την ωθεί να αντιπολιτεύεται την εφ. Αργοναυπλία.

Παρακολουθεί τις δραστηριότητες της βασιλικής οικογένειας. Υποστηρίζει τον «Στρατάρχην» Παπάγο ως θεμέλιο της ομαλότητας. Επικρίνει έντονα «τους της Αντιπολιτεύσεως εκπροσώπους» και «τους της Σοβιετίας υπηρέτας». Εγκωμιάζει την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Τον Ιούλιο 1965 με κύριο άρθρο της ονομάζει τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου «Ο Δικτάτωρ», συμπληρώνοντας ότι «Η χώρα εσώθη τον έσχατον κίνδυνον να γίνη Άγιος Δομίνικος χάρις εις την αποφασιστικότη­τα του Βασιλέως». Η δικτατορία της 21ης Απριλίου χαιρετίζεται με διθυραμβικά άρθρα ως «συνισταμέ­νη των προσδοκιών του λαού μας».

Η ύλη αποτελείται κυρίως από ειδήσεις της τοπικής κοινωνίας. Όταν όμως κρίνεται σκόπιμο, η γενικότερη – πολιτική κατά κύριο λόγο – κατάσταση γίνεται αντικείμενο του κύριου άρθρου στην πρώτη σελίδα. Οι τοπικές ειδήσεις κατατάσσονται στις στήλες «Χωρίς Τίτλο», «Επιφανείς Ναυπλιείς», «Ζητήματα και Πράγματα» κάτω από τον υπέρτιτλο «Ναυπλιακή ζωή» της δεύτερης σελίδας, όπου δημοσιεύονται επίσης επιστολές αναγνωστών, τα κοινωνικά και οι μικρές αγγελίες. Η τρίτη σελίδα, «Τα γεγονότα της Εβδομάδος», περιέχει τη στήλη «Ζωή και Κίνησις» και ανταποκρίσεις από τις κωμοπόλεις του νομού. Διαφημίσεις αποτελούν την τελευταία σελίδα. Υπάρχει ακόμη το εβδομαδιαίο χρονογράφημα, στήλες με ύλη αθηναϊκή, άρθρα πατριδογνωστικού ενδιαφέροντος, μόνιμη θρησκευτική στήλη, «Φιλολογικά Σημειώματα», ρήσεις και «Δια­λεχτοί Στίχοι», διηγήματα σε συνέχειες. Σποραδικά δημοσιεύονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Μεταπολεμικά, το Σύνταγμα δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματα και ευθυμογραφήματα, επιφυλλίδες, μελέτες, κριτική βιβλίου, αλλά και θρησκευτική στήλη. Η στήλη «Ζητήματα και Πράγματα» περιέχει σχολιασμένες ειδήσεις, κυρίως τοπικές. Η δεύτερη σελίδα περιλαμβάνει ανακοινώσεις, τα «Κοινωνικά» και τη στήλη «Ματιές» για μικρότερες αυτή τη φορά ειδήσεις του Ναυπλίου. Οι λιγότερο ή περισσότερο περιστασιακοί συνεργάτες υπογράφουν με το όνομά τους, τα αρχικά τους ή με ψευδώνυμο.

Για τη μακρά συνεργασία του ξεχωρίζει ο δικηγόρος Πραξιτέλης Γ. Μουτζουρίδης. Δημοτικός σύμβουλος, συγγενής βουλευτή και υπουργού του Λαϊκού Κόμματος και βουλευτής ο ίδιος, αποτελεί έναν από τους βασικούς αρθρογράφους. Ο Θ. Θ. Αναγνωστόπουλος κρατά τη στήλη «Επίκαιρα Σημειώματα» στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας και μετά την αντικατάστασή του στη διεύθυνση της εφημερίδας. Τακτικότατος συνεργάτης είναι ο δικηγόρος Ηλίας Χ. Μπέζας, υπογράφοντας το κύριο άρθρο τις περισσότερες φορές. Ο Α. Π. Τσακόπουλος συνεισφέρει άρθρα ιστορικού – επετειακού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. «Ο Αητονύχης» υπογράφει τη μόνιμη στήλη «Σατιρικός Στίχος».

 

Σπύρος Ταλιέρης

Πηγή


  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Δ΄, Αθήνα, 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Δαναΐς (Τύπος) 1910-1914


 

Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας. Αθήνα, 2 Ιουν. 1910 – 28 Ιαν. 1914, έτ. Α’ – Ε’. Ιδρυτής – εκδότης: Δημοσθένης Δ. Δεσμίνης. Άλλος υπότιτλος: Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική (από το φ. 13, 23 Ιαν. 1911). Αναφέρεται ως μηνιαία, αλλά εκδίδεται αρχικά κατά δε­καπενθήμερο. Τετρασέλιδη, τετράστηλη, με συνεχή σελιδαρίθμηση. Ετήσιες συνδρομές: 5 δρχ. (εσωτερικού), 10 φρ. (εξωτερικού)· «Δια τους ιερείς και διδασκάλους δρχ. 4». Τιμή καταχωρήσεων: 50 λεπτά ο στίχος. Γρα­φεία: Νίκης 37, Αθήνα.

 

Στόχοι της, όπως διατυπώνονται στο κύριο άρ­θρο του πρώτου φύλλου με τίτλο «Το πρόγραμμά μας», είναι να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των επαρχιών που περιλαμβάνονται στους νομούς Αρ­γολίδας και Κορινθίας και να συντελέσει ώστε να καλυτερέψουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Για τον σκοπό αυτό προτίθεται να βοηθήσει τις υπάρχου­σες εφημερίδες που εκδίδονται στο Ναύπλιο, στο Άργος και στην Κόρινθο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των νομών Αργολίδας και Κορινθίας, αλλά και να υπερβούν την επικρατούσα στενή επαρχιακή αντίληψη. Ακόμα έχει ως στόχο – όσο μπορεί, ανάλογα της στήριξης που θα λάβει – να εξυπηρετήσει και τα γενικότερα συμφέροντα του ελληνισμού.

 

Δαναΐς - Μηνιαία επιθεώρησις πολιτική και οικονομολογική του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας.

 

Η έκδοση σχεδιαζόταν να γίνει από την 1η Ιανουαρίου 1910 και για τον λόγο αυτό δηλώνει ότι Θα εκδίδεται «κατά δεκαπενθημερίαν», μέχρι να συμπληρωθούν τα καθυστερημένα φύλλα. Ως το τέλος της έκδοσής της συνέχισε τη δεκαπενθήμερη κυ­κλοφορία της, παρά τη διαφορετική δήλωση στον υπότιτλο που την ήθελε μηνιαία.

Τα θέματά της ποι­κίλλουν και σχετίζονται με την εκπαίδευση, την πο­λιτική, τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, την κοινωνία, τα τοπικά ζητήματα, τη γεωργία των νομών αυτών, τους ομογενείς κ.ά. Περιλαμβάνει ακόμα ανταποκρίσεις από διάφορα μέρη (Αίγυπτο, Οθω­μανική Αυτοκρατορία, Αμερική).

Μόνιμες στήλες της ήταν: «Βιβλιογραφικόν Δελτίον» (αναγγέλλεται η δημοσίευση βιβλίων ή περιοδικών τα οποία απο­στέλλονταν στη διεύθυνση), «Γραμματοκιβώτιον», «Διαφημίσεις», «Οικογενειακή στήλη», «Δήλωσις» (με θέματα όπως: πως εργάζονται τα άλλα κράτη για την ανάπτυξη του εμπορίου, τα δάση της Ελλάδας, σταφιδικά, σπογγαλιευτικά κ.ά.), «Ελεύθερον Βή­μα», «Με λίγα λόγια» (σύντομες ειδήσεις) κ.ά.

Σημαντική υπήρξε η συμβολή της στην επίλυση του υδατικού προβλήματος της Αργολίδας: δημο­σίευσε σοβαρές και σημαντικές θέσεις για το θέμα και ο Δ. Δεσμίνης, με τη συμφωνία του Ελ. Βενιζέ­λου, συνέταξε επικεφαλής ομάδας σχέδιο νόμου για την υδροδότηση της αργολικής πεδιάδας. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τελικά ματαίωσαν την υλοποί­ηση του σχεδίου αυτού.

Η Δαναΐς αποτελεί μέχρι σήμερα μοναδικό εκ­δοτικό επίτευγμα στην Αργολίδα τόσο για τη μορφή της («κασέ»), όσο και για την ποιότητα της αρθρογραφίας της. Σε εποχές έντονων και εν πολ­λοίς προσωπικών αντιπαραθέσεων που χαρακτήρι­ζαν πολλά έντυπα του αργολικού Τύπου, αποτέ­λεσε παράδειγμα εφημερίδας που κράτησε από την αρχή έως το τέλος ικανές αποστάσεις από προ­σωπικές συγκρούσεις και συνεχώς επιδίωκε την προσέγγιση των προβλημάτων και των θεμάτων που απασχολούσαν τον τόπο.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης – Δήμητρα Κωνσταντοπούλου

 

Πηγή


  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Α΄, Αθήνα, 2008.

 

 

Read Full Post »

Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα


 

Το θέμα της καταργήσεως ή διατηρήσεως της θανατικής ποινής δεν παύει να προκαλεί, κατά καιρούς, συζητήσεις στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο αθηναϊκός τύπος «κάλυψε», φέτος, την σχετική ανταλλαγή απόψεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που κατέληξε στη διατύπωση γνώμης υπέρ της αναβολής κάθε θανατικής εκτελέσεως στα κράτη – μέλη· εκτενής συζήτηση για το θέμα θα γίνει σύντομα. [ Σημ. Βιβλ. Η παρούσα ανακοίνωση του Βασίλη Δωροβίνη έγινε το 1981].

Πριν μερικούς μήνες, επίσης, πρόταση νόμου για την κατάργησή της δεν κατάφερε να περάσει από την μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή Δικαιοσύνης, πέντε ολόκληρους μήνες αφότου είχε κατατεθεί. Στην πράξη, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση, που συνίσταται στην αποφυγή επιβολής ή εφαρμογής της ποινής αυτής επί μία, περίπου, δεκαετία, ενώ στο νομοθετικό επίπεδο εκδηλώνεται, για την ώρα, σαν επικρατέστερη η τάση για διατήρησή της.

Οι ληστές της σφαγής στο Δήλεσι μετά τη σύλληψή τους, χαλκογραφία βρετανικού περιοδικού.

Η κατάσταση αυτή, τόσο από την πλευρά της προληπτικής ποινικής πολιτικής, όσο και από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, δεν νομίζουμε ότι ανταποκρίνεται, πλέον, στην παραμικρή συνειδητή άσκηση μιας οποιασδήποτε «τακτικής», αλλά σε μιαν αντίφαση και σε ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη συγκεκριμένη στάση των ελληνικών δικαστηρίων, από το ένα μέρος, και την έλλειψη θάρρους και ρεαλισμού των αρμοδίων νομοθετικών οργάνων. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με στόχο να συμβάλει, όσο μπορεί, στην άρση της παραπάνω αντιφάσεως, δείχνοντας ότι, από τα πρώτα «βήματά της» στη χώρα μας, μετά την Επανάσταση του ΄21, η ποινή του θανάτου, και όταν ακόμα προκάλεσε, κάποτε, θεαματική προσέλευση του «κοινού» (στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε «παραδειγματικά», λ.χ. η τιμωρία των ληστών του Δήλεσι και η υστερία που δημιούργησε), είναι πολύ αμφίβολο, πλέον, το ότι συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού και των φωτισμένων εκπροσώπων του.

Δεν κάνουμε λόγο για κανενός είδους «φρονηματισμό»: τέτοια, κάπως απλοϊκή αντίληψη, δικαιολογεί το, ίσως, πριν από την επανάσταση της ψυχολογίας του βάθους (ψυχανάλυσης) και του γόνιμου προβληματισμού που προκάλεσε. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, στις μέρες μας, η εφαρμογή της ποινής του θανάτου έφτασε να γίνεται με δύο μορφές: ή με ελάχιστους μάρτυρες, «δια το νομότυπον του πράγματος» (οπότε ανταποκρίνεται — επιμένουμε όχι σαν ΑΡΧΗ, αλλά σαν ΕΦΑΡΜΟΓΗ, και έχουμε το λόγο μας γι΄ αυτό — στην εντελώς αφηρημένη ιδέα της «Δικαιοσύνης», με κρατικό, πλέον, περίβλημα, και στο εντελώς αμφισβητήσιμο «δικαίωμα» του κράτους να εφαρμόζει το νόμο του ΤALIO) ή σε θέα του κοινού και του «λαού», οπότε, σύμφωνα με τις γνώσεις και την συνειδητότητα που έχουμε σήμερα, προκαλεί και διεγείρει αλγολαγνικές τάσεις σε αυτόν (με κανένα αισθητό, στατιστικά, «φρονιματιστικό» αποτέλεσμα).

Το πρώτο είδος εφαρμογής είναι εκείνο των λεγομένων «ανεπτυγμένων» χωρών, ενώ το δεύτερο είδος συναντάται στις χώρες του λεγομένου «Τρίτου Κόσμου», με πρόσφατα και «θεαματικά» παραδείγματα εκείνα της Λιβερίας και της Σαουδικής Αραβίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν εμφανίζονται τα φαινόμενα της δεύτερης (για την εκτέλεση του Γκάρυ Γλίλμορ – 1976 -,  στην Πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α., πλήθος υποψηφίων εκτελεστών διαγκωνίζονταν για να επιλεγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όχι, βέβαια, «κατακαιόμενοι» από τις επιταγές κάποιας «ιδέας δικαιοσύνης»), ούτε και ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμφανίζεται, μόνιμα και επίμονα, η αντίληψη της ίδιας, αφηρημένης κρατικής Δικαιοσύνης, και των «δικαιωμάτων» της (αδιάφορο αν «επαναστατικώ» η μη «δικαίω»).

Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε αυτή την εισαγωγική σημείωση με την διευκρίνιση ότι ευνόητο είναι πως το άρθρο τούτο γράφεται από πρόσωπο που έχει πεισθεί για την αναγκαιότητα να καταργηθεί, στις μέρες μας, η ποινή του θανάτου στην Ελλάδα. Αν φθάσαμε σε αυτήν την ενδόμυχη πεποίθηση, δεν είναι από αφηρημένη θεωρητική τοποθέτηση ούτε (μόνο) από γενική ηθική αποτίμηση. Είναι, και από έρευνες, ιστορικές και κοινωνιολογικές, που δείχνουν ξεκάθαρα, πλέον, ότι στη χώρα μας, τουλάχιστο, η ποινή του θανάτου βασικά δεν έγινε δεκτή από το λαό, σε περιόδους σχετικής πολιτικής ισορροπίας και νηφαλιότητας, εννοείται, και δεν έδρασε «φρονιματιστικά» η «παραδειγματικά».

Αν κάποιο «παράδειγμα» δόθηκε, αυτό ήταν ενός κρατικού μηχανισμού που έφθανε στο ίδιο επίπεδο (η και χειρότερο) με όσους είχαν προσβάλει βάναυσα ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ή το κοινωνικό σύνολο.

Το υλικό το οποίο επιλέξαμε για το άρθρο αυτό προέρχεται από τέσσερεις πηγές: για την καποδιστριακή περίοδο, από συστηματική αποδελτίωση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (1828 – 1831), δηλαδή της τότε Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και από εξίσου συστηματική αποδελτίωση των φακέλλων της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας (είδους γραφείου του Πρωθυπουργού, με τα σημερινά δεδομένα), της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Για την μετέπειτα περίοδο και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το υλικό προέρχεται από πλήρη αποδελτίωση του τοπικού τύπου της Αργολίδας καθώς και από άρθρα που εντοπίσαμε για το θέμα σε «Ημερολόγια» της εποχής (ειδικότερα, στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου). Το ότι, για την δεύτερη περίοδο, στρέψαμε την προσοχή μας προς την Αργολίδα και, ειδικότερα, προς το Ναύπλιο, είναι, βέβαια, ζήτημα ερευνητικής επιλογής, παράλληλα όπως, ανταποκρίνεται και σε ένα δεδομένο: το Ναύπλιο αποτέλεσε, κατά την περίοδο αυτή, τον κύριο τόπο εκτελέσεων (γίνονταν στο Παλαμήδι, ενώ ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιόταν σαν κατοικία των δημίων). Η στάση, επομένως, της τοπικής κοινής γνώμης απέναντι στην εφαρμογή της θανατικής ποινής αποτελεί πολύτιμο κοινωνιολογικό «δείκτη» για την «υποδοχή» της στη χώρα μας.

 

Καποδιστριακή περίοδος

 

Μετά την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα (7 Ιανουαρίου 1828) και επί τρία, σχεδόν, χρόνια δεν φαίνεται να εκτελέσθηκε θανατική ποινή, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πηγές που αναφέραμε. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις οποίες η μία αφορά ανθρωποκτονία «εκ παραδρομής και απροσεξίας» και η δεύτερη μετατροπή θανατικής ποινής, ώστε να καταδείξουμε ποιο ήταν το γενικότερο πνεύμα της σωφρονιστικής πολιτικής κατά τα τρία, αυτά, χρόνια.

Στην πρώτη περίπτωση, του κατηγορουμένου Γεωρ. Παρασκευά, που είχε σκοτώσει τον Δημ. Γεωργίου, η Στρατιωτική Επιτροπή που δίκαζε, τότε, παρόμοια αδικήματα σύμφωνα με την διαταγή αρ. 457 του Καποδίστρια, αποφαίνεται στις 28 Φεβρουαρίου 1828 ότι, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, με μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και «παρατηρήσασα και τα συνοδεύοντα το έγκλημα περιστατικά», ο φόνος διαπράχθηκε «ουχί εκ προμελέτης» και τιμωρεί τον φονέα ως εξής: «καταδικάζει τον διαληφθέντα ένοχον… εις την εφεξής ποινήν κατά τον Μθ’ παράγραφον του κώδηκος των νόμων. Εξ ολόκληρους μήνας από της σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας και παράδειγμα των ατακτούντων, τους λοιπούς τρεις μήνας να μένη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν». Ταυτόχρονα, το δικαστήριο επιβάλει και αποζημίωση προς όφελος της χήρας και του ορφανού του Δημ. Γεωργίου  ([1]).

Παλαμήδι: Από το 1890-1913 λειτούργησε σαν αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων με γκιλοτίνα.

Στη δεύτερη περίπτωση, με την αρ. 13317 πράξη του της 5 Ιουλίου 1829, ο Κυβερνήτης μετατρέπει θανα­τική ποινή, που είχε επιβληθεί από το Πρωτόκλητο Δικαστήριο των Δυτικών Σποράδων στον πλοίαρχο Κων. Καρά και στους «συντρόφους» του (υποθέτουμε για πειρατεία), θεωρώντας ότι «τα εγκλήματα τούτων είναι της σκληρός ανάγκης και των εκ του πολέμου δεινών, μάλλον, ή της κακής διαθέσεως αυτών αποτε­λέσματα˙ Λαβόντες οίκτον δια τας απόρους και αθλίας οικογενείας αυτών, απειλουμένας παντελή όλεθρον και καταστροφήν, εκτελουμένης της αποφάσεως». Σύμφωνα με την πράξη του Κυβερνήτη, οι καταδικα­σμένοι «απολύονται της θανατικής ποινής, αλλά θέλουν κρατείσθαι μέχρι δευτέρας διαταγής υπό φύλαξιν εις το εν Μονεμβασία φρούριον»  ([2]).

Μόλις προς το τέλος του έτους 1830 επισημαίνουμε, στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την πρώτη εκτέλεση  θανατικής  ποινής («κεφαλικής ποινής»). Συνολικά, τρεις φορές και μόνο τούς δύο τελευταίους μήνες του 1830 βρίσκουμε εκθέσεις εκτελέσεων ([3]), από τις οποίες η πρώτη γίνεται στη Σκόπελο, η δεύ­τερη στην Καλαμάτα και η τρίτη στα Σάλωνα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εκτελέσεις γίνονταν δημόσια, αφού ο μελλοθάνατος εγκλειόταν σε ναό της περιοχής μαζί με ιερέα, για συνεχή εξομολόγηση επί μία ημέρα, μετάνοια και συγχώρηση. Και στις τρεις περιπτώσεις εκτελεστές ήταν τρεις άνδρες της τοπικής φρουράς, που πυροβολούσαν εξ επαφής, ενώ ήταν παρούσες και οι τοπικές αρχές.

Τα αδικήματα, για τα οποία είχε επι­βληθεί η θανατική ποινή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σήμερα, σαν ειδεχθή: κλοπή και, κατόπιν, φόνος τριπλός, στην πρώτη περίπτωση, τριπλός φόνος και ληστεία σε πλοίο («φονοπειρατία»), στη δεύτερη περίπτωση, και εξαιρετικά δόλια ανθρωποκτονία και ληστεία, στην τρίτη περίπτωση (με επιβαρυντικό το ότι ο δολοφόνος πήρε μέρος σε συνωμοσία για από­δραση κρατουμένων, μετά τη σύλληψή του). Ο Κυβερνήτης είχε αρνηθεί, και στις τρεις περιπτώσεις, να χορηγήσει χάρη. Από τις σχετικές εκθέσεις, που δημοσιεύθηκαν αυτούσιες στην «Γενική Εφημερίδα», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φύση του εγκλήματος και ο παραδειγματισμός ήταν τα αποφασιστικότερα κριτήρια για την τελική επιβολή της θανατικής ποινής.

Το περίεργο είναι ότι και οι τρεις εκτελέσεις γίνονται σε διάστημα 34 ήμερων (15, 28 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου 1830, αντίστοιχα). Τα εγκλήματα είχαν τελεσθεί στις 28 και 6 Μαρτίου 1830, και το 1826, αντίστοιχα. Δεν ξέρουμε αν οι τρεις εκτελέσεις ανταποκρίνονταν σε κάποιαν ιδιαίτερη σκοπιμότητα σωφρονιστικής πολιτικής της εποχής εκείνης. Η «Γενική Εφημερίς» δεν αναφέρει και καμία ιδιαίτερη κρίση, ούτε για την τυχόν αναγκαιότητα της ποινής, ούτε για τον τρόπο επιβολής της.

Από μια πρώτη αποδελτίωση του υπολοίπου τύπου της περιόδου αυτής δεν αποκομίζουμε άλλα στοιχεία για το θέμα. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά (άλλωστε, μόλις ένα μήνα, σχεδόν, πριν από τη δολοφονία του, ο Κυβερνήτης μετέτρεψε σε «δεκαετή φυλακήν» άλλη θανατική καταδίκη ([4]) και, μάλιστα, να υποθέσουμε βάσιμα πως χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν εντελώς εξαιρετικό μέτρο.

Παράλληλα, δεν διαθέτουμε βάσιμο και αντικειμενικό στοιχείο που να συνηγορεί για το ότι η ποινή αυτή και η εφαρμογή της βρήκαν συνεχή αποδοχή στον ελληνικό λαό: η εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, και η ομόθυμη αποδοχή της από τον λαό, υπήρξε μία εξαιρετική περίπτωση, που δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.

 

Η μετέπειτα περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα)

 

Με την έλευση του Όθωνα, εισάγεται σαν τρόπος εκτελέσεως η λαιμητόμος ([5]) και καθιερώνεται το «λει­τούργημα» του δημίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη για το θέμα ([6]), «η λαιμητόμος, άμα ως απεβιβάσθη εις Ναύπλιον, κατήρξατο πάραυτα του απαισίου αυτής έργου (…)». Η πρώτη θανατική εκτέλεση έγινε (δημόσια), στο προάστειο Πρόνοια του Ναυπλίου, με δήμιο Γάλλο και βοηθούς του ένα Βούλγαρο και έναν Ιταλό, και αποκεφαλίστηκε ο ληστοπειρατής Μητρομαργαρίτης. Αμέσως μετά η λαιμητόμος στάλθηκε στο Μεσολόγγι, όπου αποκεφαλίστηκαν εννέα ληστές, αφού προηγουμένως αντιστάθηκαν κατά των δημίων και τους κακοποίησαν.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε και την άμεση αποχώρηση του Γάλλου δημίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από Αλβανό, που ορκίστηκε να «εκπληρεί ακριβώς το εμπιστευθέν εις αυτόν χρέος». Η επίσημη αυτή όρκισή του προκάλεσε, όπως γράφει ο Λαμπρυνίδης, «την αγανάκτησιν των Ορθοδοξούντων». Ο νέος δήμιος προέβη στην πρώτη του εκτέλεση στο Άργος (καρατόμηση τριών ληστών), «υπό τα όμματα πλήθους λαού, μετά ζωηράς συγκινήσεως και φρίκης παρακολουθήσαντος το απαίσιον θέαμα μεθ΄ ο οι εκτελεσταί του Νόμου, αποδοκιμαζόμενοι και λιθοβολούμενοι ωδηγήθησαν υπό ασφαλή στρατιωτικήν συνοδείαν εις Ναύπλιον και ενεκλείσθησαν εις το επιθαλάσσιον φρούριον, ένθα καθωρίσθη έκτοτε ο τόπος της παραμονής αυτών, μη επιτρεπομένης της εξόδου αυτών ή κατά τας εκτελέσεις».

Ο αλβανός δήμιος και ο αλγερινός βοηθός του, μετά οκταετή «υπηρεσία», θέλησαν να εγκαταλείψουν, μετά από σχετική άδεια, την Ελλάδα, με το «προϊόν του αιμοχαρούς αυτών επαγγέλματος»: μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη δολοφονήθηκαν, χωρίς κανείς ν’ αγγίξει τα χρήματά τους που, με τα πτώματά τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα.

 

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα, Γαλλία, 1793.

 

Ο Λαμπρυνίδης σημειώνει ότι «η έμφυτος αποστροφή του Έλληνος προς το απεχθές έργον του Δημίου περιήγαγεν επί αρκετόν χρόνον εις απεργίαν το νέον όργανον των θανατικών εκτελέσεων (…). Η τοιαύτη δυσχέρεια περί την στρατολογίαν των χειριστών της λαιμητόμου εξηνάγκασε την Κυβέρνησιν να προκαλέση την επιψήφισιν συμπληρωματικού Νόμου της 28ης Ιουνίου 1846, καθ’ ον «η θανατική ποινή εκτελείται δια της λαιμητόμου και δια τουφέκισμου ». Πλην και η πρόνοια αύτη της Πολιτείας προσέκοψε προ της ακάμπτου δυσφορίας των Ελλήνων στρατιωτών, αποστεργόντων να γένωνται όργανα εκτελέσεων κοινών καταδίκων όθεν εδέησε μετά πολλής δυσκολίας και δι’ υποσχέσεως προσθέτου αμοιβής κατά πάσαν αποκοπτομένην κεφαλήν καταδίκου να στρατολογώνται έκτοτε οι Δήμιοι μεταξύ των εξωλεστέρων δολοφόνων, των ορρωδούντων προ του ικριώματος». Και τελειώνει με την παρατήρηση ότι στα σαράντα, περίπου, πρώτα χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του, αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες ξένων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα προς το τέλος του 19ου αι. αρχές του 20ου. Έτσι γ.π. ο Γκαστόν Ντεσάν ([7]) γράφει ότι «ποτέ δεν βρέθηκε στην Ελλάδα αξιοπρεπής άνθρωπος να γίνει δήμιος» και σημειώνει ότι ένας κατάδικος προτίμησε να εκτελεστεί παρά να γίνει δήμιος. Αλλά και στο μνημειώδες έργο των Μπώ – Μποβύ και Μπουασονά ([8]), αναφέρεται μία επίσκεψη που έγινε στο κατάλυμα του δημίου (Μπούρτζι) και δηλώνεται ότι ο δήμιος προκαλεί απέχθεια στους Έλληνες, ενώ σαν αριθμός εκτελέσεων κατ’ έτος στο Ναύπλιο (αποκλειστικός, τότε, τόπος εκτελέσεων) αναφέρεται εκείνος των εικοσιπέντε, κατά μέσον όρο, αποκεφαλισμών.

 

Παλαμήδι: Φωτογραφία από τις φυλακές, Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 1900.

 

Ας προχωρήσουμε, όμως, στο ποια απήχηση είχε η εκτέλεση της θανατικής ποινής στον τοπικό τύπο της Αργολίδας, από το 1833 μέχρι το 1900. Τον Ιανουάριο του 1834 εκτελείται ένας κατάδικος για τριπλό φόνο, και η εφημερίδα «Σωτήρ» ([9]) εκθειάζει την γενναιότητά του, τόσο κατά τη δίκη όσο και κατά την εκτέλεσή του, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον τυχόν «παραδειγματισμό» του πλήθους (πράγμα που, κατά κανόνα, χαρακτηρίζει και τα επόμενα αποσπάσματα που θα αναφέρουμε). Η ίδια εφημερίδα αναφέρει αργότερα  ([10]) την πρώτη… απειλή απεργίας του δημίου στο Ναύπλιο, με αίτημα μισθολογική αύξηση που πέτυχε, τελικά, πράγμα που προκάλεσε περιφρονητικά σχόλια άλλης εφημερίδας (της «Αθηνάς») για τον υπουργό Κ. Σχινά.

Στον «Σωτήρα» των αρχών του 1835 ([11]) βρίσκουμε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Κατάργησις της ποινής του θανάτου» και με θέμα σχετική πρόταση βέλγου βουλευτή, που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Αναφερόμενος στη σχετική συζήτηση που έγινε στη βελγική Βουλή, αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου και καταλήγει: «ας ομολογήσωμεν ότι τοιαύτα επιχειρήματα είναι γελοιώδη, και όλως διόλου ανόητα. Και μ’ όλον τούτο τοιαύτα είναι τα κυριώτερα όπλα, τα όποια οι εχθροί των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος συνήθως μεταχειρίζονται δια να υποστηρίξουν τας τερατώδεις δοξασίας των, και να εμποδίσουν την ανάπτυξιν του πολιτισμού και όλων των φιλανθρώπων αρχών του αιώνος μας. Εις έλλειψιν του ορθού λόγου, προσφυέστερα δεν ημπορούν να εύρουν».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επανάσταση κατά του Όθωνα, που άρχισε στο Ναύπλιο, ο «Συνταγματικός Έλλην» γράφει ότι «ο λαός, την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή, δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του. Έπραξε πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος» ([12]). Είναι σαφής η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, που ενέπνευσαν, άλλωστε, και τον κύκλο των δημοκρατικών της πόλεως, με επικεφαλής την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» ([13]) δημοσιεύεται πεντάστηλο άρθρο του αργίτη δικηγόρου και ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, του άλλου σημαντικού ιστορικού του Νομού και σύγχρονου, σχεδόν, του Λαμπρυνίδη, με τον τίτλο «Περί της κηδείας των υφισταμένων την ποινήν του θανάτου».

Στο άρθρο καυτηριάζεται το ότι οι μελλοθάνατοι «μόλις φθάσωσι εις τον τόπον της καταδίκης κηδεύονται ζώντες και κατόπιν παραδίδονται εις τας χείρας του δημίου», καθώς και το ότι συνοδεύονται από ιερέα που συμμετέχει, έτσι, στη διαδικασία της εκτελέσεως, και σημειώνεται ότι « (…) ο ημέτερος Νομοθέτης, θεμένος ως βάσιν της ποινής την εκφόβησιν κατά την θεωρίαν του Φαϋερβάχ (…)’ η επιστήμη και η πείρα κατέδειξαν το επισφαλές της τοιαύτης θεωρίας, ήτις πολλάκις επιφέρει όλως άλλοια αποτελέσματα» (…). Αφού δεν δυνάμεθα να καταργήσωμεν την ποινήν του θανάτου, ας απλοποιήσωμεν τουλάχιστον αυτήν, συμφώνως προς τας ιδέας του χριστιανισμού, της φιλανθρωπίας και του σημερινού πολιτισμού».

Τον επόμενο χρόνο, στην ίδια εφημερίδα ([14]), διατυπώνεται το έξης σχόλιο (πρωτοσέλιδα) για την εκτέλεση τριών ληστών στο Μεσολόγγι: «Τα δυστυχή ταύτα όντα προσήχθησαν εις το σφαγείον με μεγίστην αυτών αταραξίαν και υπέστησαν τον αλγεινόν θάνατον ζητωκραυγάσαντα υπέρ του βασιλέως ημών και της δικαιοσύνης. Έως πότε η κοινωνία θα γίνηται θεατής τοιαύτης ανθρωποσφαγής;»

Αλλά και στην εφημερίδα «Ανεξαρτησία» του Ναυπλίου, δημοσιεύονται σχόλια το 1873 ([15]), στην αρχή σαφώς κατά της ποινής του θανάτου («οι ποινικολόγοι τι φρονούσι περί της εν Ελλάδι θανατικής ποινής; Αύτη συνέστειλε τα εγκλήματα ή τουναντίον επέτεινεν αυτά;»), έπειτα, όμως, μετά από μία μητροκτονία στα Κύθηρα, τάσσεται υπέρ της ποινής, ερχόμενη σε σύγκρουση με τον Βαρδουνιώτη που, στο φ. 194 της «Αργολίδος», ελεεινολογεί την ύπαρξή της «εις τον 19 αιώνα  υπερμεσούντα».

Η «Ανεξαρτησία» φαίνεται να εμμένει στην ίδια θέση όταν, το 1884([16]), παρατηρεί: «Αι θανατικοί εκτελέσεις εξακολουθούσιν, ή δε περιλάλητος λαιμητόμος μετά των θυμάτων και των δημίων περιέρχεται τα διάφορα μέρη. Πανταχόθεν αποκρούεται το μέτρον αυτό της Κυβερνήσεως η ποινή του θανάτου είναι αναγκαία, αλλ’ ανάγκη να εκτελήται αμέσως και σοβαρώς, άνευ βασάνων και αγριοτήτων». Είναι προφανές, και από προηγούμενα παρόμοια σχόλια της ίδιας εφημερίδας, ότι οι εκτελέσεις δεν γίνονταν «αμέσως» και «απλώς», από την αδεξιότητα, κυρίως, του δημίου, που ήταν, πλέον, έλληνας βαρυποινίτης, την εποχή εκείνη, ο Δ. Μπεκιάρης από το Άργος, ο οποίος μετά τη «θητεία» του διέπραξε και πάλι φόνο ([17]).

Θα τελειώσουμε με ένα γεγονός που, προς το τέλος του 19ου αι., το 1896, προκάλεσε αποτροπιασμό στην Αργολίδα, όπως φαίνεται από το άρθρο που θα μνημονεύσουμε, αλλά και όπως μαρτυρεί η προφορική παράδοση που ακόμα διασώζεται σε δύο, τουλάχιστον, αυτόπτες μάρτυρες που επιζούν στο Νομό. Τον Αύγουστο του 1896 εκτελούνται, δημόσια πάντα, στο Παλαμήδι δεκαπέντε κατάδικοι ληστές. Στην εφημερίδα «Δαναός» του Άργους και στο φύλλο της 8 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο, με τον τίτλο «Διδάγματα αποκεφαλισθέντων». Είναι το πρώτο (και τελευταίο) άρθρο στον τοπικό τύπο που μνημονεύει τον «διδακτικό» ρόλο της θανατικής ποινής, ενώ σημειώνεται ότι οι εκτελέσεις αυτές προκάλεσαν σχόλια του τύπου σε όλο τον κόσμο και δίνονται εκτενή αποσπάσματα δηλώσεων των «μετανοησάντων κακούργων».

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα.

Στο ίδιο, όμως, φύλλο του «Δαναού» δημοσιεύεται και άρθρο του Βαρδουνιώτη, με τον τίτλο «Το Παλαμήδιον ως τόπος θανατικών εκτελέσεων», όπου το πνεύμα του γράφοντος είναι πολύ διαφορετικό, ενώ σημειώνεται πως οι εκτελέσεις προκάλεσαν εξέγερση των πνευμάτων στο Ναύπλιο, όπου οι κάτοικοι, με αναφορά τους, ζήτησαν «ν’ απαλλαγώσι τοιούτου άχθους και άγους» και προτείνουν να μεταφερθεί αλλού ο τόπος εκτελέσεων. Ο Βαρδουνιώτης συντάσσεται με την πρόταση αυτή και σημειώνει συγκεκριμένα ότι «είνε δε εσχάτη ασέβεια και άρνησις των ιερών και οσίων του Εθνικού εκείνου αγώνος η μεταβολή του Παλαμηδίου εις σφαγείοντων αποκεκηρυγμένων υπό της κοινωνίας κακούργων».

Στον ίδιο «Δαναό», την 25 Ιουλίου 1903, σε σχόλιο με αφορμή τις καρατομήσεις που συνεχίζονταν στο Παλαμήδι, σημειώνεται, πια, ότι «δυστυχώς ουδεμία παρατηρείται ελάττωσις της εγκληματικότητος ούτε με τας καρατομήσεις, ούτε με τας πολυχρονίους φυλακίσεις»: η ιδέα του ανώφελου και αντίθετου προς την πρόοδο θεσμού επεκτείνεται, πλέον, πολύ μακρύτερα και θίγει ένα άλλο θέμα που, στις μέρες μας, γίνεται και πάλι επίκαιρο στην Ελλάδα, τόσο για την συλλογιστική των ποινικολόγων όσο και για την κοινή γνώμη.

Με το υλικό που παρουσιάσαμε και σχολιάσαμε νομίζουμε ότι γίνεται καταφανές ότι η ποινή του θανάτου, κατά την περίοδο της καποδιστριακής διοικήσεως σπάνια εφαρμόστηκε, ασφαλώς από δυσπιστία των διοικούντων για την δήθεν αποτελεσματικότητά της, ενώ στη μετέπειτα περίοδο και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα δεν βρήκε ποτέ την αποδοχή της κοινής γνώμης του κυρίου τόπου εκτελέσεων και προκαλούσε συνεχώς πολύ σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητά της. Άλλες μελέτες, προς ανάλογη κατεύθυνση, ασφαλώς θα μπορούσαν να μας δώσουν μια σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής αντιδράσεως των Ελλήνων απέναντι στην ποινή του θανάτου. Η «δειγματοληψία», όμως, που παραθέσαμε δείχνει, νομίζουμε, επαρκώς ότι, από ιστορική και κοινωνική άποψη, βασικά η αντίδραση τους υπήρξε αρνητική.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 10.3.1828.

[2] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 11.9. 1829.

[3] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλα της 12.11.1828, της 17.12 και της 31.12.1830.

[4] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 9.9.1831 η μετατροπή έγινε με διάταγμα της 21.8.1831.

[5] Ποινικός Νόμος της 18 Δεκεμβρίου 1833, άρθρο 5.

[6] «Ο ι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι», στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου, του 1916. Το άρθρο γράφηκε τον Μάιο του 1915, δηλαδή λίγο πριν από τον θάνατο του διακεκριμένου νομικού και ιστορικού του Ναυπλίου. Για τους πρώτους δημίους βλ. επίσης, Ανδρ. Σκανδάμη, «Οι τελευταίοι έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι» (εφημ. «Ο τύπος της Αργολιδοκορινθίας», της 15 Μαρτίου και 6, 13 και 20 Απριλίου 1958), καθώς και Μιχ. Κ. Πετροχείλου «Το Μπούτρζι» (στο περιοδικό «Αμυμώνη», αρ. 13/1961).

[7] Gaston Deschamps: «La Grèce d’au­jourd’hui», Παρίσι, 1897, σελ. 169.

[8] Daniel Baud – Bovy και Fred. Bois­sona s : «La Grèce par monts et par vaux», Αθήνα – Γενεύη, 1910, σελ. 54.

[9] Φύλλα της 14 και 21.1.1834.

[10] Φύλλο της 19.8.1834.

[11] Φύλλο της 7.3.1835.

[12] Φύλλο της 23.2.1862.

[13] Φύλλο της 2.5.1870.

[14] Φύλλο της 14.1.1871.

[15] Φύλλα των 24 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 5 Μαΐου και 12 Ιουνίου 1873.

[16] Φύλλο της 6.7.1884.

[17] Εκτενές σχετικό άρθρο στην «Αργολίδα» της 12.5.1886.

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα», τεύχος 29, Αθήνα, 1981.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Παρουσίαση των βιβλίων: «Οι επιβάτες του φεγγαριού» και «Αφύλακτη διάβαση» του Άγγελου Αντωνόπουλου


 

Άγγελος Αντωνόπουλος

Ο Σύλλογος Πολιτιστική Αργολική Πρόταση οργανώνει καλλιτεχνική βραδιά για να τιμήσει τον δημοφιλή ηθοποιό Άγγελο Αντωνόπουλο, παρουσιάζοντας το μυθιστόρημα του «Οι επιβάτες του φεγγαριού» και την ποιητική του συλλογή «Αφύλακτη διάβαση».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 12 Νοεμβρίου στις 8 το βράδυ στην αίθουσα του συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός». ( Αγγελή Μπόμπου 8, Άργος).

Θα μιλήσουν για το έργο του ο συγγραφέας Φώντας Σταυρόπουλος και ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Γιώργος Κόνδης. Την ευθύνη και την επιμέλεια της βραδιάς θα έχει ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης. Ποιήματα και αποσπάσματα θα ακουστούν από  την θεατρική ομάδα του Συλλόγου με την συμμετοχή του δεξιοτέχνη της φυσαρμόνικας Μάνου Αβαράκη. Ο Σύλλογος καλεί τους φίλους του να τιμήσουν την πολύχρονη προσφορά ενός ανθρώπου στην πνευματική ζωή του τόπου μας.

 

Read Full Post »

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου


   

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου

 Μια παράλληλη ζωή

 «Αντιλαλούν δυο φυλακές

τ΄ Ανάπλι κι ο Ιτς Καλές…».

 

Αντωνιάδης Μπάμπης*

 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές.

Στην Ακροναυπλία τα πρώτα κατάλοιπα οχύρωσης τα συναντάμε στα τέλη του  4ου π.Χ ή αρχές του 3ου π.Χ αιώνα. Πάνω από το τείχος με την πολυγωνική τοιχοδομία θεμελιώνουν οι Βυζαντινοί, αργότερα οι Φράγκοι. Η Ακροναυπλία χωρίζεται τότε σε δύο κάστρα, το Ρωμέικο δυτικά και το Φράγκικο ανατολικά. Η Α και η Β Ενετοκρατία ολοκληρώνουν την οχύρωση του βράχου. Η οχύρωση του Παλαμηδίου  όμως θα εκμηδενίσει την αμυντική σημασία της Ακροναυπλίας. Με την απελευθέρωση, την Καποδιστριακή περίοδο άρχισαν εργασίες επισκευής των υφιστάμενων κτηρίων και κατασκευή στρατιωτικών κτηρίων (νοσοκομείο) στην Ακροναυπλία.

 

Παλαμήδι

 

Στο Κάστρο Παλαμηδίου στεγάστηκαν οι πρώτες φυλακές μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Δεν έχουμε ακριβή ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των φυλακών. Οι φυλακισμένοι στεγάζονται στον προμαχώνα του Μιλτιάδη οι βαρυποινίτες και στον Αγ. Ανδρέα όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι».

1829. Γενική επισκευή κτηρίων στην  Ακροναυπλία που είχαν κτιστεί το 1706 από την Β΄ ενετοκρατία. Κατασκευή στρατιωτικού νοσοκομείου και εκκλησίας στην Ακροναυπλία.

  

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

1830. Σε έκθεση του 1830 για τις φυλακές Παλαμηδίου, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνότητά των»!

1830 – Δεκέμβριος. Απόφαση της Γερουσίας για την βελτίωση των φυλακών διαίρεσή τους  σε τρία διαφορετικά τμήματα. 1. δια τους «χρηματικώς ωφειλέτας» 2. δια τους «εγκαλούμενους δι εγκλήματα» 3. δια «τους καταδίκους». Επίσης ορίζεται ότι «εκάστη φυλακή περιέχει μιαν αίθουσαν εις την οποίαν οι κρατούμενοι οφείλουν να εργάζωνται την τέχνην ή το επιτήδευμά των».  (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 20/12/1830)

1829-1830. Και το Μπούρτζι χρησιμοποιείτε σαν φυλακή, (αποφάσεις δικαστηρίων με ποινή φυλακίσεως «εν τω Βουρτζίο Ναυπλίου».

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

1833 – Μάιος. Η πρώτη θανατική εκτέλεση με τη Γκιλοτίνα (Καρμανιόλα) γίνεται στην Πρόνοια. Εκτέλεση ληστοπειρατού του  Γεωργίου Μητρομαργαρίτου.

1833. Στα τέλη το 1833 ορίζεται η καστρονησίδα Μπούρτζι τόπος παραμονής των δημίων. Δεν επιτρέπεται η έξοδός τους παρά μόνο κατά την διάρκεια των εκτελέσεων. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγο ληστειών. (Ορκίστηκε σαν δήμιος 20/10/1833 με οχταετή θητεία).

1834 – Μάιος. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οδηγείται στις φυλακές  Παλαμηδίου για να  αποφυλακιστεί μετά από 11 μήνες.

1834. Η Ακροναυπλία ορίζεται αυστηρά σαν στρατιωτική βάση και ένα μέρος μόνο χρήσιμο για φυλακές με έκδοση σχετικού ΦΕΚ. Ταυτόχρονα ο Όθωνας διατάσσει  τη γενική επισκευή των κτηρίων.

1835. Ο Μάουρερ επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του. Διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση, «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα».

1835. Το πετρόκτιστο ενετικό κτήριο δυτικά του Παλαμηδίου χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο των φυλακών και οι έχοντες μικρές ποινές δουλεύουν εργαλεία υφαντικής για κατασκευή κλινοσκεπασμάτων και στρατιωτικών κουβερτών. Το κτήριο ονομαζόταν «ποινητήριο» ή «το κατάστημα», επειδή μετά από τις εργασίες ανακατασκευής του το 1899 μετετράπη σε κατάστημα των φυλακών μέχρι το κλείσιμο των φυλακών Παλαμηδίου. Τη δεκαετία του 1950 το κτήριο κατεδαφίστηκε.

 

Το κτήριο στο Παλαμήδι που λεγόταν «το μαγαζάκι».

 

1847. Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. «Είναι, απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κ.κ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

1850. Ο Γάλλος ιππότης Apper, που μελέτησε τις συνθήκες διαβίωσης των φυλάκων εντοπίζει το ρεμπέτικο τραγούδι στα κάτεργα των φυλάκων του Παλαμηδιού.

1868. Ο Ερρίκος Σλήμαν επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου και περιγράφει την τραγική κατάσταση των φυλακισμένων.

1880. Λειτουργούν  στην Ακροναυπλία οι κεντρικές αποθήκες ιματισμού του στρατού (Σαρτορία). Κάθε Δεύτερα έπαιρναν το μπόγο κάτοικοι της πόλης του Ναυπλίου, έραβαν στο σπίτι τα ρούχα, τα παρέδιναν το Σάββατο και έπαιρναν αμοιβή ανά κομμάτι. Οι εργαζόμενοι μπορεί να έφταναν μέχρι τους πεντακόσιους. Το 1883 μεταφέρθηκε η Σαρτορία στον Πειραιά. Το 1890 επανέρχεται στο Ναύπλιο, με πολιτική παρέμβαση του βουλευτή Φαρμακόπουλου, αλλά το Απρίλιο του 1894 μεταφέρεται και πάλι στον Πειραιά. Στις αρχές του 1897 επανιδρύονται στο Ναύπλιο οι αποθήκες ιματισμού του στρατού και εγκαθίστανται στα κτήρια κοντά στα πέντε αδέλφια. Το 1903 εστάλη μια κοπτική μηχανή για να ράβει φουστανέλες ευζώνων. Μετά από λίγους μήνες αφού έληξαν οι εκλογές, μεταφέρθηκε η μηχανή στον Πειραιά και σταμάτησε η λειτουργία των αποθηκών ιματισμού. Η μεταφορά και  η λειτουργία της αποθήκης ιματισμού έχουμε ανάλογα με τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.

 

18 Οκτωβρίου 1890, από «Τα εικονογραφημένα νέα του Λονδίνου» σκίτσο με τον

Άγνωστος συγγραφέας αναφέρει σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1890 σε αγγλικό περιοδικό (Tο δημοσίευμα συνοδεύεται από ενδιαφέροντα σκίτσα, όπου ξεχωρίζει η φυλακή του «Mιλτιάδη») : «Mία από τις κυριότερες δημόσιες φυλακές για καταδίκους Έλληνες εγκληματίες έχει κτιστεί μέσα στα χαλάσματα ενός παλιού βενετικού κάστρου. (…) Mια ανάβαση χιλίων πέτρινων σκαλοπατιών ή ένας περίπατος μέσα από έναν ελικώδη καρόδρομο φέρνει τον επισκέπτη στην πύλη του παλιού κάστρου, όπου ένας από τους φύλακες θα διαταχθεί να τον ξεναγήσει στο χώρο (…) Oι φυλακισμένοι είναι συνωστισμένοι σε ανοιχτές αυλές, οι οποίες περιβάλλονται από κτίρια μέσα στα οποία οι φυλακισμένοι στεγάζονται τη νύχτα. Από τις οροφές των κτιρίων αυτών οι επισκέπτες μπορούν να δουν τη σκηνή κατά κάποιο ανάλογο τρόπο με εκείνον του να κοιτάζεις τις αρκούδες μέσα στο λάκκο. Yπάρχουν δύο τέτοιες αυλές, η μία κοντά στην πύλη, για εγκληματίες που εκτίουν ποινές φυλάκισης μικρότερες των 20 χρόνων, και η άλλη, η «Φυλακή του Mιλτιάδη», η οποία είναι για βαρυποινίτες και για εκείνους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.

Νύχτα και ημέρα οι φυλακισμένοι επικοινωνούν ελεύθερα μεταξύ τους. Δεν φορούν καμιά ομοιόμορφη στολή, ούτε απασχολούνται σε καμία χρήσιμη εργασία. Είναι όμως ελεύθεροι να κατασκευάζουν μικρά αντικείμενα από ξύλο, κόκκαλο και σύρμα, για να περνούν την ώρα τους. Aυτά τα σηκώνουν ψηλά, μέσα σε κουτιά, και τα προσφέρουν σε όποιους επισκέπτες εμφανίζονται με διάθεση να τα αγοράσουν. Tα κέρδη από τις πωλήσεις τα ξοδεύουν είτε στα τυχερά παιχνίδια είτε στην αγορά κάποιων πολυτελών πραγμάτων, όπως φρούτων ή καπνού ή εργαλείων για την κατασκευή των εμπορευμάτων τους. Ένας κατάδικος είχε την επιχειρηματική σκέψη να ανοίξει ένα καφενείο (Aγνώστου συγγραφέως, «Mια ελληνική φυλακή καταδίκων», μτφ.- επιμ. Oικον. Aναστ. Δ. Σαλαπάτα, Δελτίο Iστορικών Mελετών Nαυπλίου , 94 (Mάρτιος 1996) σ. 77).

  

Ακροναυπλία 1884 Νοέμβριος

 

Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών, ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (Νοέμβριος 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

1885. Ίδρυση του 8ου πεζικού συντάγματος στο Ναύπλιο. Στεγάζεται στην Ακροναυπλία.

1885.  Στην Ελλάδα υπάρχουν 24 φυλακές με 5.487 κρατούμενους.

1888. Στον τοπικό τύπο αναφέρεται ο αριθμός των φυλακισμένων στο Ναύπλιο. Βαρυποινίτες στον προμαχώνα Μιλτιάδη 123 με ποινές οι περισσότεροι   ισόβια και ένας σε θάνατο. 153 στον Άγιο Ανδρέα. Στο Βουλευτικό 173 και στις φυλακές Ακροναυπλίας 221 στρατιωτικοί. (εφημ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 6/1888)

Ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος σε ταξίδι του στο Ναύπλιο το 1895 περιγράφει την παρουσία των γυναικών στις φυλακές του Βουλευτικού με τρόπο αποκαλυπτικό.

«Δια να μη μείνει παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα!

Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…

Εννοείται ότι εις τας φυλακάς αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος».

1890. Ορίζεται το Ναύπλιο ως αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων (γκιλοτίνα).  

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

1891. Επίσκεψη στο Ναύπλιο και στις φυλακές του Α. Καρκαβίτσα. Συγκλονίζεται από απάνθρωπη κατάσταση που βλέπει. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονται στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» το 1892.  Αναφορά για παίξιμο μπουζουκιού στις φυλακές. Αναφορά για τατουάζ στο σώμα φυλακισμένου.

1897- Φεβρουάριος Το 8ο σύνταγμα, που στεγάζεται στα κτήρια της Ακροναυπλίας, έχει τετρακόσιους άνδρες και αξιωματικούς.

1897- 28 Απριλίου. Μεταφέρονται  με τρένα 28 κρατούμενοι Τούρκοι αιχμάλωτοι από την Ήπειρο στην Ακροναυπλία. (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897).

1897-3 Μαΐου.  Άλλοι 96 κρατούμενοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν με πλοίο στο Ναύπλιο και οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

1897. Ορίζεται το Ναύπλιο έδρα ταξιαρχίας που στεγάζεται  στην Ακροναυπλία.

1900 -Νοέμβριος.  Κλείνει σαν φυλακή το κτήριο του Βουλευτικού. Από το 1862 μέχρι το 1900 το κτήριο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκε ως χώρος προφυλάκισης. Το Φεβρουάριο του 1903 στο κτήριο στεγάζεται για πρώτη φορά το  Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (Δ. Γεωργόπουλος, Το αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου).

1913. Παύει  να  λειτουργεί η λαιμητόμος η οποία μεταφέρεται στο οπλοστάσιο. (κτήριο που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα είναι το Λύκειο και το Α΄ Δημοτικό σχολειό).

1923-23 Αυγούστου.  Κλείνουν οι φυλακές του Παλαμηδίου και οι κρατούμενοι μεταφέρονται στην Αίγινα και στην Αθήνα.

1925. Ιδρύονται οι Αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1929. Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.

1929. Ψηφίζεται το «ιδιώνυμο», νόμος 4249/25-25-7-29, «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1930Ιούνιος. Κλείσιμο των φυλακών του Λεονάρδου (κτήριο δίπλα από το βουλευτικό) και μεταφορά των κρατουμένων στις αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1930. Γκρεμίζεται το οπλοστάσιο και μπαίνει ο θεμέλιος λίθος για το Γυμνάσιο. Η γκιλοτίνα μεταφέρεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο στην Αθήνα που βρίσκεται μέχρι σήμερα.

1934. Λειτουργεί με ηλεκτρικό  το κτήριο της Ακροναυπλίας.

1934-30 Οκτωβρίου. Ο πρώτος ποινικός κρατούμενος στις φυλακές με καταδίκη για τυμβωρυχία. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

1935-13 Απριλίου. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ακροναυπλία Οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που συμμετείχαν στο λεγόμενο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά  φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Η εκκαθάριση των Βενιζελικών αξιωματικών στο στρατό και την αστυνομία με το λεγόμενο πραξικόπημα Κονδύλη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια σε σχέση με τον εμφύλιο. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

 

19352 Δεκεμβρίου.  Αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

Φυλακές Ακροναυπλίας 1935. Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης.

1935. Η επιτροπή τουρισμού της πόλης του Ναυπλίου μιλάει για ανέγερση μεγάλη τουριστικής μονάδας στο Ιτς Καλέ.

1936. Κατατίθεται η διατριβή του Schaeffer που αφορά τις οχυρώσεις στην Ακροναυπλία. (Γερμανός αρχιτέκτονας που μελέτησε την Ακροναυπλία και σχεδίασε την μετατροπή της καστρονησίδας Μπούρτζι σε ξενοδοχείο).

1936-18 Σεπτεμβρίου. Δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 «περί μέτρων καταπολέμησης του Κουμμουνισμού και των συνεπειών», ακολουθώντας το πνεύμα του Ιδιώνυμου.

1936. Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κουμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση, ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του ΧΙΤΛΕΡ.

1937-3 Φεβρουαρίου. Έναρξη λειτουργίας φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους των πολιτικών με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή.

 

Περιγραφή του κτηρίου της φυλακής της Ακροναυπλίας

 

330 σκαλιά οδηγούν από τα σκαλοπάτια (ο δρόμος πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο) στην φυλακή μέχρι την πύλη του Σαγγρέδου. Περνάμε ένα χώρο σαν τούνελ και φτάνουμε σε ένα επίπεδο, όπου βρίσκονται τα μονώροφα κτήρια της φυλακής. Περνώντας τη σιδερένια πόρτα, βγαίνεις σε ένα μεγάλο ανηφορικό προαύλιο  που περιβάλλεται από μάνδρα. Στο βάθος βρίσκεται το κτήριο των φυλακών.

Όταν πρωτοϊδρύθηκαν οι φυλακές υπήρχε μια ταμπέλα που έγραφε «Κουμμουνιστικαί Φυλακαί Ακροναυπλίας» και έπειτα από διαμαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων ότι δεν είναι φυλακισμένοι αλλά εξόριστοι άλλαξε η πινακίδα και έγινε «Στρατόπεδον συγκεντρώσεως κομμουνιστών Ακροναυπλίας» Η είσοδος του κηρίου ήταν θολωτή και η πόρτα μεγάλη και ξύλινη.

 

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Οι σκάλες ήταν πέτρινες και αργότερα  ξύλινες και έβγαινες σε ένα χολ με εμβαδό 8*10 που συνέδεε τους δύο θαλάμους, διαστάσεων 33μ μήκος, 11 πλάτος και5 μέτραύψος, με επτά παράθυρα στην κάθε πλευρά. Μια σειρά από ξύλινες κολώνες στη μέση κρατούσε το ταβάνι.

Κατά μήκος ήταν καρφωμένα σανιδένια ράφια, που έβαζαν βαλίτσες και κρεμούσαν ρούχα οι έγκλειστοι.  Στα ράφια έβαζαν και τα πιάτα τα τσίγκινα, τα κουταλοπήρουνα, το ψωμί και ότι άλλο φαγώσιμο. Νιπτήρες και τουαλέτες υπήρχαν σε πρόσκτισμα. Σε κάθε θάλαμο διακρίνονταν  τέσσερεις σειρές ράντζα δυο – δυο κολλητά, με μια απόσταση ανάμεσα στις δυάδες 20-24 πόντους. Κάθε θάλαμος «φιλοξενούσε» από 140 έως 150 φυλακισμένους. Οι θάλαμοι δεν διέθεταν  καμία θέρμανση. Η θέα ήταν και αυτή ένα πρόβλημα. «Νεκροταφείο ζωντανών» όπως την χαρακτηρίζει ο Μ. Γλέζος.

 

Εσωτερικά ο θάλαμος των φυλακών.

 

 Οργάνωση των πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της Ακροναυπλίας

 

Δημήτρης Γληνός

Σε κάθε θάλαμο υπήρχε θαλαμάρχης και υποθαλαμάρχης,  τους οποίους πρότειναν οι κρατούμενοι με την σύμφωνη γνώμη της διοίκησης της φυλακής. Από συνελεύσεις θαλάμων εκλεγόταν ένα επταμελές η εννεαμελές γραφείο και ανέθετε σε κάθε μέλος δουλειά. Ταυτόχρονα υπήρχε κομματική επιτροπή η οποία λειτουργούσε ως μια σκιώδης εξουσία. Τα μέλη της  δεν εκλέγονταν αλλά διορίζονταν και ήταν μυστική από του υπόλοιπους κρατούμενους. Σύνθημα Ακροναυπλίας «Άκου βλέπε σώπα».

193725 Μαρτίου. Ο πρώτος θάλαμος είχε 70 πολιτικούς κρατούμενους.

1937- 7 Μαΐου. Εγκαινιάζεται ο τρίτος θάλαμος με εξόριστους από Ανάφη και Φολέγανδρο.

1937- Μάιος. Ο Δ. Γληνός, ο μεγάλος δάσκαλος, στην Ακροναυπλία. Εγκαταστάθηκε στον Β΄ θάλαμο που έμεναν οι διανοούμενοι, προερχόμενος από εξορία σε νησί (έφυγε από την Ακροναυπλία 28-12-38 για Σαντορίνη). Οργανώθηκε προαύλιο μελέτης, που οι κρατούμενοι το ονόμασαν προαύλιο Γληνού. Με πρόταση του Γληνού συγκροτήθηκαν καλλιτεχνικές επιτροπές ανά θάλαμο, για τις ατέλειωτες βραδινές ώρες που οι θάλαμοι ήταν κλειστοί. Οργάνωσε και την πρωινή γυμναστική.

 

Το προαύλιο διαβάσματος ονομαζόμενο «Γληνού».

 

Πολιτιστική ζωή στην Ακροναυπλία

 

Στην Ακροναυπλία οι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν χορωδία, μαντολινάτα, θεατρικές ομάδες και παίχτηκαν τα έργα: «Ο Φιλάργυρος», «ο Αρχοντοχωριάτης», «Ρήγας Φεραίος», «Ο γιατρός Κνοκ», «οι Φοιτητές», «Υπηρέτης δύο αφεντάδων». Γίνονταν αγώνες σκάκι και τάβλι. Γιορτάζονταν με επισημότητα όλες οι γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, 25 Μαρτίου. Η ορχήστρα της φυλακής είχε 12-14 όργανα, 2 βιολιά, 3 μαντολίνα και 6-8 κιθάρες.

1938-11 Φεβρουαρίου. Ο αναγκαστικός νόμος 117 1075/1938, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο νόμο, θέσπισε αυστηρότερες διατάξεις και όρους εγκλεισμού των αριστερών πολιτών.  Πρώτο μέτρο ήταν οι δηλώσεις μετανοίας.

1938- 8 Μαρτίου. Απομόνωσαν στο θάλαμο Ε 35 κρατούμενους. Ανάμεσά τους τα στελέχη, Ιωαννίδης, Πορφυρογέννης, Θέος, Λουλές, Κ. Τσίρκας κ.α., χωρίς καμία επαφή με τους υπόλοιπους κρατούμενους, με δικό τους προαύλιο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι επικοινωνούσαν με σημειώματα τοποθετημένα  σε γυάλινο σωληνάριο κινίνου. Το έβαζαν μέσα στην ζύμη και τα έψηναν μαζί με το ψωμί που είχαν σημαδέψει για να σταλούν στην απομόνωση.

1938-4 Αυγούστου. Το Ναύπλιο γιορτάζει τα δύο χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και οι φωνές και τα τραγούδια  ακούγονται μέχρι την Ακροναυπλία.(περιγραφή  Πορφύρη). Στα τέλη του 1940 εβδομήντα (70) χωροφύλακες φύλαγαν την Ακροναυπλία.

1940. Συζητήσεις μεταξύ τροτσκιστικών ομάδων μέσα στην Ακροναυπλία για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ ΕΟΚΔΕ με ηγέτη τον Π. Πουλιόπουλο και την ΚΔΕΕ που είχε εκπρόσωπο τον Στίνα. Οι εισηγήσεις του Πουλιόπουλου γράφτηκαν με το χέρι του Χ. Αναστασιάδη και ήταν 240 σελίδες. Τα χειρόγραφα αυτού του ιδιότυπου συνέδριου σώζονται στα αρχεία του ΕΛΙΑ και στο Μουσείο Μπενάκη.

 

Καταφύγιο στην Ακροναυπλία

 

Με την έναρξη του πολέμου, μετά από  διαβήματα κρατουμένων κατασκευάστηκε καταφύγιο στην Ακροναυπλία από εργολάβο, με εξόρυξη στο βουνό μήκους20 μέτρων, πλάτους2 μέτρωνκαι ύψους 1.80. Σκεπάστηκε  με ξύλα και χώμα. Στο καταφύγιο έμπαινες από πόρτα του Γ΄ θαλάμου.

 

Η νότια πλευρά του κτηρίου της Ακροναυπλίας που κατασκευάστηκε και το καταφύγιο.

 

 1940- 29 Οκτωβρίου. Υπόμνημα στην κυβέρνηση από τους έγκλειστους στις φυλακές για να σταλούν οι κρατούμενοι στο μέτωπο να πολεμήσουν.

1940- 6 Νοεμβρίου. Δεύτερο υπόμνημα για να πάνε οι κρατούμενοι στο μέτωπο.

1940-13 Νοεμβρίου. Τρίτο υπόμνημα για το μέτωπο χωρίς απάντηση.

 

Ιταλοί αιχμάλωτοι στο Ναύπλιο

 

Το στρατιωτικό νοσοκομείο στην Ακροναυπλία.

1941. Με την έναρξη του πολέμου στο ελληνοαλαβανικό μέτωπο Ιταλοί αιχμάλωτοι μεταφέρονται και στο Ναύπλιο.  Οι τραυματισμένοι Ιταλοί στρατιώτες νοσηλεύονται στο στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Ακροναυπλία. Από 2-1-1941 έως 7-4-1941 οι Ιταλοί φαντάροι που πέθαναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο ήταν δέκα. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ήταν φυλακισμένοι στα κτήρια «Πέντε Αδέλφια».

1941-6 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος.

1941-15 Απριλίου. Τα πρώτα αγγλικά αυτοκίνητα με Άγγλους και Νεοζηλανδούς φτάνουν στο λιμάνι Ναυπλίου για να αποβιβαστούν σε πλοία.

1941-15 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα.

1941-25 Απριλίου. Αποχώρηση Άγγλων και Νεοζηλανδών από το λιμάνι του Ναυπλίου. Εμφάνιση και βομβαρδισμός από τα στούκας του λιμανιού.

1941-26 Απριλίου. Έκρηξη στο λιμάνι από τον βομβαρδισμό των πλοίων που θα χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί κατά την αποχώρηση.  Οι κρατούμενοι παρακολουθούν από ψηλά όλες τις επιχειρήσεις. Μεγάλες ζημιές στα κτήρια των φυλακών και στην πόλη του Ναυπλίου από τις εκρήξεις λόγω της ανατίναξης  πλοίων στο λιμάνι Ναυπλίου και ανοικτά τις Αρβανιτιάς.

1941- 28 Απριλίου. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Ναύπλιο. Οι λιγοστοί χωροφύλακες που είχαν παραμείνει στη θέση τους παραδίδουν τους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς. Οι κρατούμενοι απαιτούν να κατέβει η Γερμανική σημαία από την Ακροναυπλία με το επιχείρημα ότι μπορεί να  θεωρηθεί από τους Άγγλους στρατόπεδο και βομβαρδιστεί. Οι Γερμανοί παρέδωσαν την φύλαξη της Ακροναυπλίας στους Ιταλούς. Με Ιταλική διοίκηση οι έλληνες χωροφύλακες έμειναν στην θέση τους και φύλαγαν τους πολιτικούς κρατούμενους.

1941-Μάιος. Απελευθέρωση 27 κρατουμένων της Ακροναυπλίας με παρέμβαση του βούλγαρου πρεσβευτή με το επιχείρημα ότι ήταν Σλαβομακεδόνες.

1941–1942. Η περίοδος της μεγάλης πείνας. Οι περισσότεροι κάτοικοι αλλά και φυλακισμένοι πέθαιναν  κυρίως από πείνα αλλά και από φυματίωση. Τα συνολικά θύματα από την Γερμανοϊταλική κατοχή, συμπεριλαμβανομένων και των εκτελέσεων και των θανάτων από στην περιοχή του Δήμου Ναυπλίου, ήταν εκατόν ογδόντα (180) άτομα. Από αυτά εκατόν δέκα τρείς (113)  πέθαναν από πείνα και καχεξία. Από αυτούς  τριάντα πέντε (35)  ήταν από τις φυλακές. Από τους πολιτικούς κρατούμενους τρία άτομα και τριάντα δύο (32) από τους ποινικούς κρατούμενους.

 

Η κηδεία του Ακροναυπλιώτη Μάγκου που πέθανε από «εξάντληση συνέπεια υποσιτισμού», 18 Μαΐου 1942, στην φυλακή και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Πήραν άδεια και παραβρέθηκαν συγκρατούμενοι.

 

1942-Μάρτης. Η πρώτη παρουσία  ενίσχυσης από τον Ερυθρό Σταυρό με τρόφιμα για τους κρατούμενους. Μοίρασαν ένα κιλό στο κάθε κρατούμενο  σταφίδα, φιστίκια, φασόλια.  Οι επιστολές των κρατούμενων τους μήνες που είχαν προηγηθεί στις οικογένειές τους περιγράφουν την τραγική τους κατάσταση στις φυλακές. Κάθε επιστολή και ένα «SOS». Η απάντηση τις περισσότερες φορές από τις οικογένειες:«πεινάμε».

19427 Μαΐου. Μεταφέρονται 22 φυματικοί στο σανατόριο Πέτρα Ολύμπου.

1942-Σεπτέμβρης. Αρχίζει η διάλυση της Ακροναυπλίας με μεταφορά κρατουμένων σε στρατόπεδα.

1943. 100 πολίτες του Ναυπλίου έχουν κλειστεί στις φυλακές της Ακροναυπλίας από τους Ιταλούς στο χώρο του στρατιωτικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια της κατοχής το Στρατιωτικό νοσοκομείο έγινε χώρος φυλακής. Σαν νοσοκομείο οι Ιταλοί λειτούργησαν το κτήριο του Α΄ Δημοτικού σχολείου. Οι αντάρτες που συλλαμβάνονται φυλακίζονται στο χώρο του παλαιού νοσοκομείου. 

1943-27 Φεβρουαρίου. Μεταφέρονται στο σανατόριο Σωτηρία οι τελευταίοι φυματικοί κρατούμενοι της Ακροναυπλίας. Αργότερα θα αποδράσουν από το σανατόριο.

 

Τι επακολούθησε…

 

19436 Ιουνίου. 58 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται από τους Ιταλούς στο Κούρνοβο.

1943-12 Δεκεμβρίου. 4 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται  στο Χαϊδάρι.

1944-1 Μαΐου. 160 Ακροναυπλιώτες (από τους 200 που συνολικά εκτελέστηκαν)  εκτελούνται από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.

Η παράδοση των πολιτικών κρατούμενων από τους έλληνες χωροφύλακες στους Γερμανούς είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. Οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν είχαν διαπράξει κανένα ποινικό έγκλημα. Στις φυλακές ήταν για τις ιδέες τους και φυλακίστηκαν  με βάση το ιδιώνυμο του 1929.

 

Συνολικά από τους 625 Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 239.

 

194414 Σεπτεμβρίου. Αποχώρηση Γερμανών από το Ναύπλιο.

1944-5 Οκτωβρίου. Τα στρατεύματα του  ΕΛΑΣ μπαίνουν  στο Ναύπλιο.

1944-29 Οκτωβρίου. Επιτροπή από το ΚΚΕ επισκέπτεται την Ακροναυπλία και βλέπει έγκλειστο το Διοικητή των φυλακών Βαζιτάρη.

1945- 18 Ιανουαρίου. Αποχώρηση ανταρτών από το Ναύπλιο. «Συμφωνία της Πλάκας».

 

12 Φεβρουαρίου 1945 –  Συμφωνία της Βάρκιζας

 

1946. Επαναλειτουργία των φυλακών της Ακροναυπλίας. Η Ακροναυπλία έχει 700 άνδρες και 20 γυναίκες. Οργάνωση της φυλακής με συνεργεία από τσαγκάρηδες, ξυλουργείο ραφείο, καθαριότητα και μαθήματα.  Πολιτισμός: ανέβηκαν τρία θεατρικά  έργα μέσα στην φυλακή. Μάλιστα το θεατρικό έργο, «ο κατά φαντασία ασθενής»,  παρακολούθησαν και προσωπικότητες της πόλης του  Ναυπλίου. Στη φυλακή υπήρχε απαγόρευση εφημερίδων.

 

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

 

Στο τέλος του 1947 οι κρατούμενοι έφτασαν τους 900 και δόθηκε εντολή να αποσυμφορηθούν οι φυλακές. Έγιναν πολλές μεταγωγές πολιτικών κρατουμένων στην Γυάρο. Οι θανατοποινίτες στις φυλακές ξεπέρασαν τους 100. Η Οργάνωση της φυλακής στηριζόταν στην Επιτροπή Ομάδας συμβίωσης και στους θαλαμάρχες. Ήταν μεγάλη στο τέλος 1947 αρχές 1948 η κίνηση σε κρατούμενους. Δεν προλάβαιναν οι φυλακισμένοι να γνωριστούν μεταξύ τους.

1947-Φεβρουάριο. Λειτουργεί ένας Θάλαμος με ποινικούς και οι υπόλοιποι τρεις με πολιτικούς κρατούμενους.

1947-1948-1949. Τριακόσιες υπολογίζονται οι  γυναίκες κρατούμενες που πέρασαν από την Ακροναυπλία. Στεγάζονται σε κτήριο ανατολικά του κεντρικού κτηρίου των φυλακών της Ακροναυπλίας.

1948-19 Φεβρουαρίου. Εκτέλεση έντεκα  κρατουμένων στην μάνδρα της ανατολικής πλευράς του νεκροταφείου Ναυπλίου.  Με πρόσχημα τη  μεταγωγή, τους οδήγησαν σε εκτέλεση. Επειδή ήταν διάχυτος ο φόβος για εκτέλεση οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έβαλαν σκοπούς. Περιγραφή κρατούμενου: Άκουσα το χάραμα ένα μαζικό τραγούδι από πολύ μακριά . Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια Δεν θυμάμαι ακριβώς πιο ήταν. Ήταν  το τραγούδι αυτών που πήγαιναν για εκτέλεση.  

 

Η είσοδος στο κτήριο των φυλακών.

 

1948-22 Ιουνίου. Εκτέλεση άλλων τεσσάρων κρατουμένων της Ακροναυπλίας στο Νεκροταφείο Ναυπλίου.  Στάση των φυλακισμένων για την παύση εκτελέσεων. Στην διάρκεια της διαμαρτυρίας των κρατουμένων εκτελέστηκαν δύο κρατούμενοι με πυροβόλα όπλα μέσα στους θαλάμους.

1948-22 Ιουνίου. Απεργία πείνας για δέκα μέρες από τους κρατούμενους για να μην γίνονται εκτελέσεις, σε συνεργασία και συντονισμό με τις φυλακές Αβέρωφ.

1948-30 Οκτωβρίου. Μεταγωγή εκατό  θανατοποινιτών με πλοίο από την Ακροναυπλία στην Κρήτη. Αποβίβαση στη  Σούδα και  μετάβαση στις φυλακές Χανίων.

1950. Μετά τις εκλογές επιτρέπεται να μπει στην φυλακή φωτογράφος για φωτογραφίες. Μεταφορά 50 κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές που υπήρχαν μόνο δέκα γυναίκες σε ένα θάλαμο.

1950-Αρχές. Φυλακισμένοι αντάρτες από τον Δημοκρατικό στρατό και ποινικοί στο ίδιο χώρο. Σύνολο 600 άτομα.

1960- 10 Ιουνίου. Χαρακτηρισμός της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ σε Τουριστικό δημόσιο κτήμα.

1961- 18 Ιουνίου.  Εγκαίνια της ξενοδοχειακής μονάδας  ΞΕΝΙΑ.

1962-19 Οκτωβρίου. Ανάθεση στον ΕΟΤ της διοικητικής διαχείρισης της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ.

1963- Χριστούγεννα. Άρχισαν να φεύγουν από τις φυλακές οι πολιτικοί κρατούμενοι.

1966-Φεβρουάριος. Έκλεισαν οι Φυλακές της Ακροναυπλίας. Η πόλη του Ναυπλίου διαμαρτύρεται γιατί χάνεται άλλη μια Δημόσια υπηρεσία από την πόλη.

1968-28 Οκτωβρίου. Πρόταση Δεϊλάκη (Αρχαιολόγος στο Μουσείο Ναυπλίου) για Μουσείο Χριστιανικών και Ενετικών Αρχαιοτήτων στο κτήριο των πρώην φυλακών της Ακροναυπλίας.

1970- 16 Μαρτίου. Αρχίζει η κατεδάφιση φυλακών. Η τοπική κοινωνία ζητά την  δημιουργία ξενοδοχείου.

1971-15 Μαρτίου. Η άποψη της Αρχαιολογίας: «Πλην των καθαρώς αρχαιολογικών αντιρρήσεων η ανέγερση ξενοδοχείων επί των μνημείων είναι αντιτουριστική. Διότι, όταν το μνημείο χάσει την οντότητά του, παύει να είναι μνημείο και όταν παύσει να είναι μνημείο παύει να προσελκύει και το επισκέπτη». Εκφράστηκε από τη Φανή Δροσογιάννη Επιμελήτρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

1973. Ο Άγγελος Τερζάκης σε άρθρο του «Οίστρος ακολασίας», στο ΒΗΜΑ παρεμβαίνει για την κατεδάφιση του κτηρίου των φυλακών. «Πόσα ωραία θα μπορούσαν να έχουν γίνει χωρίς να σχετίζονται με την καταστροφή που είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτη. Ευτυχώς η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα αντιστέκεται σιωπηρά με  τραυματισμένη την αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς». 

1973.  Ανοίγουν οι δικαστικές φυλακές Ναυπλίου στην είσοδο της πόλης από το Άργος.

Η ιστορία της «πόλης των φυλακών» συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.   

Τη φυλακή της Ακροναυπλίας, ένα ανθρώπινο μνημείο της Ελληνικής ιστορίας, ενώ έστεκε επιβλητικά πάνω από την πόλη, η πόλη δεν την «έβλεπε». Όποιος ξεφυλλίσει τον τοπικό τύπο από το 1935 έως το 1960 θα δει ελάχιστες αναφορές για την φυλακή που «φιλοξένησε» χιλιάδες ανθρώπους. Η αξιοποίηση, η τουριστική προοπτική ήταν ο στόχος της πόλης. Σπάνια γίνεται αναφορά για τους ανθρώπους που στοιβάζονταν σε άθλιες συνθήκες. Τέλος το κλείσιμο των φυλακών συνοδεύτηκε από το πάγιο (κατά καιρούς) αίτημα της πόλης του Ναυπλίου να μην στερηθεί η πόλη άλλη μια δημόσια υπηρεσία…

Ας επισημάνουμε άλλη μια φορά ότι στην φυλακή της Ακροναυπλίας κατά βάση βρέθηκαν άνθρωποι, όχι επειδή είχαν διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά για τις πολιτικές  τους απόψεις.

 

* Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κάτω από τις φυλακές της Ακροναυπλίας. Δύο πράγματα θυμάμαι έντονα: τον περίεργο ήχο  που έβγαινε από το βουνό και  τη σκοπιά του χωροφύλακα που φύλαγε τους κρατούμενους. Πέρασαν πολλά χρόνια για να  μάθω  από αφηγήσεις ότι ο ήχος δεν ήταν της παιδικής μου φαντασίας, προερχόταν  από τα τσίγκινα πιάτα που κτύπαγαν οι κρατούμενοι στα σίδερα της φυλακής. Ο χωροφύλακας της σκοπιάς  ήταν η  μόνιμη απειλή της μάνας μας, όταν δεν έτρωγα το φαγητό μου. Ο χωροφύλακας  άμεσα  απαντούσε ότι θα κατέβαινε κάτω αν δεν έτρωγα. Και αμέσως άδειαζα το πιάτο μου.

 Ίσως η τραυματική παιδική εμπειρία της απειλής του χωροφύλακα  μου έχει προσθέσει σήμερα παραπανίσια κιλά. …….

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που θέλουν να δουν όλες τις πλευρές της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου.

Βιβλιογραφία


 

  • «Ακροναυπλία», Γ. Μανούσακα, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, 1978.
  • «Αναμνήσεις», Α. Στίνας,  εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1985.
  • «Άστραψε φως η Ακροναυπλία», Β. Μπαρτζιώτα, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1986.
  • «Μια ζωή επαναστάτης», Μ. Ράπτης Πάμπλο, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1985.
  • «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Α. Φλουντζή, εκδόσεις Θεμέλιο, 1979.
  • «Απομνημονεύματα», Β. Κλαδούχος, εκδόσεις ΑΡΓΟΣ, 1995.
  • «Ακροναυπλία», Β. Γιαννόγκωνα, έκδοση 1963.
  • «Κείμενα για τον πολιτισμό την ιστορία και την πολιτική», Κ. Πορφύρης, εκδόσεις ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, 2008.
  • ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ 1940, Τετράδια Ακροναυπλίας, από αρχείο Χ. Αναστασιάδη,  Επιμ. Δ. Λιβιεράτος, Εκδόσεις ΕΝΟΤΗΤΑ, 2006.
  • Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Π. Βόγλης, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2002.
  • «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Μ. Λαμπρινίδη, έκδοση 1975.
  • Οι φυλακές του Ναυπλίου, Α. Καρκαβίτσα,  εκδόσεις ΡΟΕΣ, 2009.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  4/12/2003, Η Ιστορία των φυλακών.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  8/4/2004, Τόποι εκτελέσεων. 
  • ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ V,  2004.
  • Δελτίο του Τοπικού ιστορικού αρχείου Ναυπλίου, τεύχος 77.
  • Ελλέβορος, τεύχος 11.
  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 373, τεύχος 377.
  • Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, τεύχος 82.
  • Τοπικός τύπος
  • ΣΥΝΤΑΓΜΑ 13/2/66.
  • Εφημερίδα Ενημέρωση 1/6/2001.
  • Δημοσίευση, Ναύπλιο Ακροναυπλία της Μ. Καρδαμίτση –Αδάμη.
  • Ημερολόγιο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ 1995  με αφιέρωνα στην Ακροναυπλία.
  • Αρχείο Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών Και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
  • Γενικά Αρχαία του Κράτους,  Ναύπλιο.
  • Αι φυλακαί επί Καποδίστρια, Μ. Τούρτογλου, Επιτηρίς του αρχείου της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, 1954.
  • Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, Μ. Λαμπρινίδη, ημερολόγιο Σκόκου, 1916.

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή


 

 Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940 – Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας – Αληθινές πολεμικές ιστορίες – Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου – Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο – Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944 – Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο.

 

Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940

 

Παρότι έχουν περάσει έξι περίπου δεκαετίες πιστεύω πως ήσαν πρό­σφατα. Ήμουν παιδί στην τετάρτη Δημοτικού στην Πρόνοια. Δεν πέρναγε από το μυαλό μου ότι η Ελλάδα πήγαινε για πόλεμο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για επιστρατεύσεις συγγενών και άλλα, που τα διάβαζαν οι γονείς μας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα στις 8 το πρωί που πήγαμε στο σχολείο, η διευθύντρια κ. Ιωάννα Βαρκάντζα μας ανακοίνωσε κλαίγο­ντας πως δεν θα κάναμε μάθημα για λίγες μέρες, γιατί μας κήρυξαν οι Ιτα­λοί τον πόλεμο. Αρχίσαμε εμείς τα μικρά παιδιά των 10 και 12 χρονών να ζητωκραυγάζουμε. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις εκκλησίες της Αγίας Τριάδας, της Ευαγ­γελίστριας και της πόλης του Ναυπλίου. Ο λαός έβαλε τις εθνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Όλοι το έλεγαν «η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο».

Ναύπλιο. Δρομόσκαλα στην Παλιά Πόλη. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Οι Πέτρες και οι Άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου.

Την ίδια μέρα έφθασαν οι επίστρατοι στο Ναύπλιο, επίστρατοι από όλη την Πελοπόννησο. Εδώ ήταν η έδρα του 8ου Συντάγματος Πεζικού. Δι­οικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Μπασακίδης. Από εδώ που πα­ρουσιάστηκαν έφυγαν για το Αλβανικό μέτωπο. Το Ναύπλιο γέμισε με νέ­ους άντρες 25 έως και 45 χρονών. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου βοηθούσαν πρόθυμα αυτούς που παρουσιάζονταν, όλα τα σημεία της πόλης είχαν γί­νει κέντρα παρουσίασης. Όπως οι αποθήκες του Καταγά και το παλαιό γυ­μναστήριο, που είχε κάτι ξύλινες αποθήκες για αποδυτήρια. Στον σιδηροδρομικό σταθμό μεγάλη κίνηση. Ο σταθμός ήταν στις δόξες του. Κάθε ώρα έφευγε μια αμαξοστοιχία για την Αθήνα και κατό­πιν προς βορράν.

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε πέντε μήνες. Για μας τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου ο στρατός μας έγραψε ιστορικές σελίδες δόξας και όλος ο κόσμος έμεινε έκπληκτος. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 ενεπλάκησαν στον πόλεμο οι Γερ­μανοί κατά της Ελλάδος. Τότε κατέλαβαν οι Γερμανοί την Ελλάδα, μετά από σθεναρή αντίσταση του στρατού μας και άρχισε η Κατοχή της Ελλά­δας από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, με όλα τα φοβερά δεινά που προκάλεσε. Η Ελλάδα έπαιξε κύριο και αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στις πρώτες μέρες, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην πόλη μας, όπως και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ετέθη σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής αεράμυνας. Δηλαδή της προφύλαξης του πληθυσμού κάθε πόλης από πιθανούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που δεν ήταν και λίγοι, όπως σε μεγάλες πόλεις, Πάτρα, Πειραιάς, Κέρκυρα και άλλες.

Για τον λόγο αυτό στο Ναύπλιο ετοποθετήθη σειρήνα στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και καθορίστηκαν τα εξής καταφύγια: Προϋπήρχαν το καταφύγιο στον Αγιάννη, στη σπηλιά της κυρά-Καλλιόπης, όπως ξέραμε. Καταφύγιο στο υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας. Στην ντάπια της Αρβανιτιάς στην υπόγεια σήραγγα, με είσοδο στη γωνία της στροφής του δρόμου προς την Ακροναυπλία, όπου είναι και σήμερα ορατή η είσοδος και έξοδος στο παλαιό γυμναστήριο, όπου τώρα το πάρκο του Σταϊκοπούλου. Και ως το τέλος Δεκεμβρίου 1940 έγινε και άλλη έξοδος, έργο εξόδου προς την οδό Συγγρού και τη Ζυγομαλά, στα παλιά χασάπικα. Επίσης για καταφύγιο εχρησιμοποιούντο η καμάρα στο δρόμο της Αρβανιτιάς, η σπηλιά κάτω από το βράχο του Παλαμηδιού, η σπηλιά στην Παναΐτσα, στη σπηλιά στο ύψωμα Ευαγγελιστρίας, τα λαγούμια όπως ξέ­ρουμε. Επίσης ένα μεγάλο καταφύγιο φυσικό ήταν στον Προφήτη Ηλία.

Με πρωτοβουλία της Στρατιωτικής διοίκησης Ναυπλίου σκάφτηκαν χαρακώ­ματα στα Πέντε Αδέλφια, στον Ψαρομαχαλά, βάθους ενάμισυ μέτρου και πλάτους ενός μέτρου. Στην πλατεία Συντάγματος σκάφτηκαν χαρακώματα κατά τρόπον τριγωνικό από την οδό Κωλέτη μέχρι την οικία Ρούσσου, στην επάνω γωνία της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τον αυτό τρόπο έγιναν και στην πλατεία Τριών Ναυάρχων μπροστά στα σχολεία και στην πλατεία Εθνοσυνελεύσεως, στην Πρόνοια. Επίσης και στην πλατεία Αγίου Νικολά­ου είχε ανασκαφεί υπερυψωμένο παρόμοιο καταφύγιο. Για καταφύγια επί­σης χρησιμοποιούντο και σπίτια στους πρόποδες του Παλαμηδιού, όπου με το άκουσμα της σειρήνας γέμιζαν από κόσμο, των πιο κάτω συνοικιών.

Όπως είπαμε, στην ταράτσα του Δικαστικού μεγάρου είχε τοποθετη­θεί μεγάλη σειρήνα, ύψους τριών μέτρων, σε βάση με σιδερένια πλαίσια, ό­που με το άκουσμά της έτρεχε ο κόσμος στα προαναφερθέντα καταφύγια. Στο πολεμικό μουσείο Ναυπλίου σε μια αίθουσα, που έχει ειδικά δια­μορφωθεί, υπάρχουν το ονόματα των Ναυπλιωτών, που έπεσαν ηρωικά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως και ο χρόνος αλλά και ο τόπος που πέθαναν.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2001)

 

Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας

 

Μετά την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατάρρευση της αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, άρχισε η ραγδαία προέλαση των Γερμανών προς όλη την Ελληνική επικράτεια, καταλαμβά­νοντας τη μια πόλη μετά την άλλη, από τη βόρεια Ελλάδα προς το νότο. Στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, βρίσκονταν πολλές συμμα­χικές δυνάμεις, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί κ.ά. με την εντολή να συγκεντρωθούν στο Ναύπλιο, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή και την Κρήτη, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Μετά τις 25 Απριλί­ου 1942, κατέπλευσαν στο Ναύπλιο, τρία μεγάλα συμμαχικά οπλιταγωγά, που αγκυροβόλησαν στ’ ανοικτά του Ναυπλιακού κόλπου προς την Καραθώνα, όπου μάλιστα το ένα κόλλησε στα αβαθή νερά της περιοχής.

«Ulster Prince», τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου.

Οι Γερμανικές υπηρεσίες έμαθαν τις προθέσεις των συμμάχων και από τις 26 του μηνός κιόλας άρχισαν σφοδρές επιθέσεις με «Στούκας» προκειμένου να ματαιώσουν την αναχώρηση των συμμάχων. Τις μέρες εκείνες, πολλές ναυπλιώτικες οικογένειες κατέφυγαν στην Καραθώνα, όπου έζησαν στιγμές αγωνίας και είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Θυμάμαι την οικογένεια του Βαγ. Χαραλάμπους ή Κουτσομύτη, του Σπυρ. Νίκα, Γεωρ. Μακρή και άλλων πολλών από την Πρόνοια. Στις 27 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι βομβαρδισμοί και καταστράφη­καν τα τρία πλοία, αφού όμως πρώτα έπληξαν ένα γερμανικό «στούκας», που έπεσε στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Τις μέρες αυτές, στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί Άγγλοι στρατιώτες, συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, που μας εντυπωσίασαν με την ψυχραιμία που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα.

Στο τέλος, για να μην πά­ρουν οι Γερμανοί λάφυρα τα πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα, έβαζαν μπρο­στά τις μηχανές και τα έριχναν από το ύψος της στροφής του Παλαμηδίου στο γκρεμό προς την Καραθώνα, και έτσι τα κατέστρεψαν. Μετά τον βομβαρδισμό των πλοίων, άρχισαν να βγαίνουν στην αμ­μουδιά της Καραθώνας άλογα άριστης ράτσας του Αγγλικού ιππικού και ανηφόριζαν προς τα βουνά. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι συνέλεξαν κάποια απ’ αυτά, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Στις γύρω αμμουδιές, από τον Αγ. Κωνσταντίνο μέχρι το τέλος, στο μώλο, είχαν εκβρασθεί πτώμα­τα Άγγλων και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που είχαν σκοτωθεί κατά τους βομβαρδισμούς. Δυστυχώς αυτό το μακάβριο και φριχτό θέαμα το έζησαν όσοι είχαν καταφύγει στην Καραθώνα και μαζί μ’ αυτούς και η οι­κογένειά μου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 27-28 Απριλίου 1996)

 

Αληθινές πολεμικές ιστορίες

 

Αντίκρυ στην 28η Οκτωβρίου 1940 πυργώθηκε η 6η Απριλίου 1941, όταν η μεγάλη σύμμαχος των ηττημένων εχθρών μας εισέβαλε στην Ελλά­δα για να τους σώσει. Είναι πεπρωμένο ο μαρτυρικός αυτός τόπος να γί­νεται, όταν οι ώρες είναι κοσμοϊστορικές, οργισμένοι οι καιροί της Ιστο­ρίας, δοξασμένος Γολγοθάς και μαζί ο Ιερός Φάρος για τη διάλυση του πνιγηρού σκότους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μετά λοιπόν την εμπλο­κή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στις αρχές Απριλίου 1941 και την καταφανή υπεροχή τους, ο ελληνικός στρατός αμυνόταν «επί πα­τρίου εδάφους» κατά τρόπο ηρωικό στην περιοχή του όρους Μπέλες, όπου βρίσκονταν τα περιβόητα οχυρά Μεταξά. Δόθηκαν σκληρές μάχες με σοβα­ρές απώλειες και από τις δυο πλευρές, τον ηρωισμό όμως των Ελλήνων παραδέχτηκαν οι Γερμανοί, αφού είχαν εμποδιστεί από τους ήρωες Έλληνες στρατιώτες.

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Στην προέλασή τους προς νότο, οι Γερμανοί κατέλαβαν πολλές πόλεις της Β. Ελλάδας, οδεύοντας προς την Αθήνα χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση απέναντι στη διαμορφούμενη κατάσταση. Η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Εμ. Τσουδερό τότε, ο βασιλιάς Γεώργιος και τα υπό­λοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας αναχώρησαν στην Κρήτη, παίρνο­ντας μαζί και τον χρυσό από τα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας, που φορτώθηκε σε αντιτορπιλικό, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί έφθασαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου, όπου όρκισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, που υπέγραφε ανακωχή με τους κατακτητές, προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων μαχητών.

Στο μεταξύ, οι πρώτες φήμες για κατάληψη της Αθήνας, κατόπιν των Μεγάρων και της Κορίνθου, αιφνιδίασαν τους κατοίκους του Ναυπλίου, αφού ήταν βέβαιο ότι σε δυο-τρεις μέρες θα ερχόταν και η σειρά της. Όπως σε άλλο κείμενο έχει σημειωθεί, ικανός αριθμός Άγγλων, Νεοζηλανδών, Καναδών στρατιωτών, είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή με την ελπίδα μέσω θαλάσσης ν’ αναχωρήσουν από Ναύπλιο ή Τολό για Κρήτη και Αίγυπτο. Η επιχείρη­ση αυτή ματαιώθηκε, αφού τρία μεγάλα μεταγωγικά πλοία που ήταν ανοι­χτά του λιμανιού επλήγησαν από γερμανικά «Στούκας».

Στο Ναύπλιο εισέβαλαν οι Γερμανοί το απόγευμα της 28ης Απριλίου 1941. Στην είσοδο της πόλης, στη «Γλυκειά», υποδέχτηκαν αυτούς ομάδα συμπολιτών που απαρ­τιζόταν: από τον τότε νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Αντ. Λεμπέση, τον ελληνογερμανό διερμηνέα Νικ. Λειβαδίτη, τον τότε διοικητή Χωροφυλακής Ζαμβράκη και τον γερμανόφιλο στρατιωτικό διοικητή Ραζή, τον οποίο αρ­γότερα οι Γερμανοί προώθησαν σε στρατιωτικό διοικητή Αθηνών. Ο τότε δήμαρχος Γ. Μηναίος δεν παρευρέθηκε, τον οποίον έπαυσαν αμέσως για τη στάση του.

 

Ναύπλιο. Το ξενοδοχείο «Νέον», δεκαετία 1930. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Εισερχόμενοι στη νεκρή πόλη με επικεφαλής μοτοσικλετιστές, ακολουθούμενοι από καμιόνια και τανκς, σταμάτησαν στο Δικαστικό Μέ­γαρο. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, κοιτάζοντας τα σκαλιά του Παλαμηδιού, έδωσε σε ομάδα στρατιωτών τη Γερμανική σημαία και αυτοί ύψωσαν τη σβάστικα στον ιστό του ιστορικού φρουρίου. Κατόπιν, κατευθύνθηκαν στην παραλία, στα ξενοδοχεία Μ. Βρετανία και Νέον, Μπούρτζι και στο αρχοντικό του Μ. Μανουσάκη, που τα επίταξαν, μαζί με άλλα αξιόλογα κτίρια της πόλης μας. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός κλίματος φοβίας και τρόμου απέναντι στους βάρβαρους κατακτητές. Άλλαξε ο τρόπος ζωής, η καθημερινότητα του Ναυπλίου, αφού οι Γερμανοί επέβαλλαν τους παρα­κάτω περιοριστικούς όρους: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το βράδυ ως τις 7:00 το πρωί, απαγόρευση συγκέντρωσης ομάδων πολιτών πάνω των δυο ατόμων και ποινή τουφεκισμού για όσους πολίτες έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Κατάσχεση οχημάτων, κατάληψη του Τηλεγραφείου στην Πλ. Συντάγματος, του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κλπ. Έτσι περίπου έχει η κατάληψη του Ναυπλίου από τον στρατό κατο­χής, που κράτησε ως το τέλος του πολέμου, 1200 μέρες περίπου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 7 Μαΐου 1997)

 

Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου

 

Για τη μάχη της Κρήτης, που άρχισε με τη Γερμανική αεροπορική επίθεση εναντίον του νησιού και υπήρξε ορόσημο του Β’ παγκοσμίου πο­λέμου, τις 20 Μαΐου 1941 έχουν γραφεί πολλά, έχουν εκδοθεί βιβλία, από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στην όλη αυτή επιχείρηση, Γερμανούς, Άγγλους, Έλληνες, Νεοζηλανδούς κ.ά. και έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στην καταγραφή των γεγονότων, τις μεγάλες απώλειες που είχαν οι Γερ­μανοί σε στρατό και αεροπλάνα, ως και οι συμμαχικές και ελληνικές δυ­νάμεις, όπως και μαχητές της Κρήτης. Για τη σπουδαιότητα που είχε για τον Χίτλερ η κατάκτηση της Κρήτης, αφού για το σκοπό αυτό έστειλε εκεί να πολεμήσουν, τους θαυμάσια εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Γερμανικής Μεραρχίας, το Άνθος της Γερμανικής Νεολαίας, όπως την έλεγαν. Για τους διακριθέντες λοιπόν και πεσόντες κατά τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ καθιέρωσε το ανώτατο παράσημο Ανδρείας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΗ».

Τώρα ως προς τη συμμετοχή του Ναυπλίου στην όλη αυτή επιχείρη­ση, είμαι σε θέση να σας γνωρίσω τα πιο κάτω αναφερόμενα: Ως γνωστό αεροδρόμια από τα οποία απογειώνονταν τα μεταγωγικά Γιούνκερς με τους αλεξιπτωτιστές και μαχητικά Στούκας που βομβάρδιζαν, ήταν τα α­εροδρόμια Ελευσίνας, Μεγάρων, Χασανίου και του Άργους. Φυσικά όλη η ηπειρωτική Ελλάδα είχε καταληφθεί από τις 26 Απριλίου, από τους Γερμανούς, όπως και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου, όπου τμήματα αυτών έμειναν στα Ξενοδοχεία Μ. Βρετανίας, Νέον και άλλα παραδοσιακά κτί­ρια της πόλης μας. Οι Γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων που ήταν στο αεροδρόμιο Άργους, όλοι τους επίλεκτοι αξιωματικοί της Γερμανικής Αεροπορίας, έμε­ναν στο ξενοδοχείο τότε Μπούρτζι και κάθε πρωί ξεκινούσαν με στρατιω­τικά καμιόνια για το Άργος προκειμένου να ριχτούν στην κατά της Κρή­της μάχη.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Τα βράδια που έμεναν στο Μπούρτζι οι Γερμανοί πιλότοι αξιω­ματικοί, επιδίδονταν σε χορευτικές βραδιές, τραγουδώντας το θρυλικό «Λιλή Μαρλέν» πίνοντας μπύρες, και άλλα ποτά, ώσπου την άλλη μέρα πε­τώντας από το Άργος για την Κρήτη περνούσαν σύριζα πάνω από το Μπούρτζι περνώντας την Ακροναυπλία και χάνονταν στο πέλαγος. Η παρέα λοιπόν των Γερμανών πιλότων αρχικά ήταν περίπου 30 άτομα, κά­θε μέρα όμως γινόντουσαν λιγότεροι λόγω των μεγάλων απωλειών που εί­χαν στο Νησί. Κάθε βράδυ στο Μπούρτζι αναρωτιώντουσαν που είναι ο Χάνς, ο Πίτερ, ο Φρίτς κ.λπ., ώσπου ως το τέλος Μαΐου που ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Κρήτης, στην παρέα των επίλεκτων αυτών Γερμανών πιλότων είχαν μείνει καμία δεκαριά. Τα πιο πάνω σχετικά με το «Μπούρτζι» μου τα είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Καπετάν Πάνος Βασιλείου ή Μπεντζένης, που ήταν από το 1938 έως το 1970 πλοηγός του καϊκιού μεταξύ Μπούρτζι και λιμανιού…

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 5-6 Ιουνίου 1999)

 

Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο

 

Τα Χριστούγεννα του 1941 στο Ναύπλιο ήταν τα πρώτα που έγιναν υπό την κατοχή των Γερμανών. Έχουν περάσει πέντε μήνες από την εί­σοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δριμύς, είχε πέσει και χιόνι. Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή τα πράγμα­τα ήταν ελαφρώς καλύτερα από άλλες περιοχές της χώρας σ’ ότι αφορά την διαβίωση.

Στα χωριά της Ναυπλίας όλο και υπήρχε κάποια γαλοπούλα ή κοτό­πουλο ή αρνάκι βοσκής. Επίσης στις παρυφές της πόλης, στη Πρόνοια στους πρόποδες του Παλαμηδίου, την Ευαγγελίστρια, Αγία Παρασκευή, Πολύγωνο, σ’ όλες αυτές τις γειτονιές συνήθιζαν να έχουν κάποιες κότες ή γαλοπούλες. Θέλω να πω ότι οι συμπολίτες μας αυτοί ήταν από τους τυχερούς που είχαν ένα φαγητό για να χαρούν τα Χριστούγεννα. Στα μαγαζιά του Ναυπλίου δεν υπήρχαν τρόφιμα παρά ελάχιστα. Στα κρεοπωλεία αντί για κρέατα τις παραμονές των Χριστουγέννων έβλεπες να κρέμονται λαχανίδες. Τα κρεοπωλεία της Πρόνοιας ήταν γεμάτα από αυ­τές. Στου Ηλία Ξυλά, Αναστάσιου Κούτρη και Βαγγέλη Μπουρέκα γεμάτα λαχανίδες.

Αν είχαν κανένα χοντρό κρέας, αυτό πουλιόταν στη μαύρη α­γορά, όπως συνηθιζόταν τότε. Στα μπακάλικα της πόλης η ίδια κατάσταση. Άδεια ράφια. Ούτε ζάχαρη, ούτε αλεύρι, τίποτα. Ευτυχώς που υπήρχε ο Ερυθρός Σταυρός, που είχε πάρει τουλάχιστον μέτρα για τους απόρους. Στη Μητρόπολη λειτουργούσε υπηρεσία που τους βοηθούσε, με λίγο γάλα και ζάχαρη.

Στο παντοπωλείο του Κουλουρίδη στον Άγιο Σπυρίδωνα μοίραζαν με δελτίο από 100 δράμια ζάχαρη, μισή οκά αλεύρι, 100 δράμια μέλι για κά­θε άπορη οικογένεια, ενώ στον Δανιγγέλη στην Πρόνοια μοίραζαν 100 δρά­μια ρετσίνα. Στη παραλία, δίπλα στο τελωνείο, λειτουργούσαν συσσίτια για τους απόρους. Το μενού ήταν φασόλια χωρίς λάδι, ρεβύθια, φακές, μπουλουγούρι. Και εδώ την οργάνωση είχαν αναλάβει οι κυρίες του Ερυθρού Σταυ­ρού, οι οποίες εκτελούσαν έργο θεάρεστο. Μερικών δε θυμάμαι και σήμε­ρα τα ονόματα. Ήταν οι κυρίες Κατίνα Κωστούρου, Πόπη Παπαδάκη, Ολυμπίου, Παπαντωνίου, Χαρμαντά, Δέσποινα Κατσίκα. Μαγείρισσες ήταν η Λουκία Μπόμπου, η Φρόσω Καράγιωργα και η Ελένη Ρόζη από την Πρόνοια. Το θρησκευτικό αίσθημα των Ναυπλιωτών πάντως ήταν ακμαίο. Την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά ομάδες ή μεμονωμένα έψαλλαν τα κά­λαντα σ’ όλη την πόλη. Οι εκκλησίες ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστες από κόσμο.

 

Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944

 

Ύστερα από την προώθηση των Γερμανικών Στρατιών στο ρωσικό μέτωπο οι μέρες παραμονής των κατακτητών στην Ελλάδα ήταν μετρη­μένες. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία ήταν η «χαριστική βολή» για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρουν το στρα­τό τους από τα κράτη που είχαν καταλάβει, κατά τη διάρκεια του επεκτατικού τους πολέμου. Από την Ελλάδα άρχισαν να φεύγουν μετά από τέσσαρα χρόνια τριπλής κατοχής – αφού είχαν συμμάχους τους, τους Βουλγάρους και Ιταλούς –  τα πιο τραγικά ύστερα από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα ήταν εξαθλιωμένη και οι φρικτές επιπτώσεις της Κατοχής θα έμεναν για πολλά χρόνια ανεξίτηλα τυπωμένες στις μνήμες όσων τις έζη­σαν: πείνα, στερήσεις, κακουχίες, βομβαρδισμοί, συλλήψεις, εκτελέσεις πα­τριωτών.

Στην περιφέρειά μας, ήταν ευρύτατα αισθητή η παρουσία του στρατού κατοχής, όπως από τις αρχές του 1944 διαφαινόταν πολύ έντονα η τάση φυγής των Γερμανών από την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε επαληθευόταν από την αισθητή μείωση του αριθμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Ειδικά στην πόλη μας, οι Γερμανοί φαίνεται πως ήθελαν να αφήσουν φεύγοντας τα σημάδια της τυρρανικής παρουσίας τους: είχαν λοιπόν αρχί­σει από τον Ιούνιο δήθεν οχυρωματικά έργα, σ’ όλο το μήκος της παρα­λίας από τον τότε βάλτο – κοντά στο σημερινό γήπεδο – μέχρι το φανάρι. Το έργο είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Δ. Ρουμελιώτη και το προ­σωπικό που θα απασχολιόταν εκεί ήταν Έλληνες εργάτες, υπό την επίβλε­ψη του τελευταίου τότε στρατιωτικού διοικητή Α. Μύλλερ.

Το έργο βέβαια αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικό σχέδιο δολιοφθοράς: δηλα­δή, τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων και εκρηκτικών υλών προκειμένου φεύγοντας οι Γερμανοί να ανατινάξουν μέρος του λιμανιού της πόλης.

Οι συμμετέχοντες τότε στο έργο Έλληνες, με επικεφαλής τον εργολά­βο σκέφτηκαν πατριωτικά: θα εκτελούσαν το έργο κατά ένα μέρος όμως. Δε θα έβαζαν δηλαδή την απαιτούμενη εκρηκτική ύλη για την καταστροφή του λιμανιού. Το σχέδιο του Γερμανού διοικητή το έμαθαν οι τότε τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι με γρήγορη παρέμβασή τους προσπάθησαν να περι­σώσουν ότι μπορούσαν. Έτσι λοιπόν, χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του Τιμίου Σταυρού, ακούστηκαν εκκωφαντικοί κρότοι από τις ανατινάξεις. Μια από αυτές έγινε και στο ιστορικό ρολόι της πόλης μας, στην Ακροναυπλία. Βέ­βαια στο λιμάνι, οι εκρήξεις ήταν απανωτές, ανά 15-20 μέτρα, ευτυχώς όχι με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα στην έκταση που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Γερμανών.

Από την 6η πρωινή, οι κατακτητές άρχισαν να αναχωρούν οδικώς μέσω Άργους και Κορίνθου προς την Αθήνα, αφού πρώτα υπέστειλαν την Γερμανική Σημαία από το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Ο τελευταίος Γερ­μανός αξιωματικός παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπλίου ισόβαθμο του τότε ανθυπασπιστή Παναγιώτη Κολιόπουλο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύ­πης για τις καταστροφές γιόρτασαν το γεγονός της αναχώρησης. Οι κα­μπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ο ήχος τους διέσχιζε πέρα ως πέρα τον ελεύθερο πλέον Ναυπλιώτικο ουρανό. Έγινε δοξολογία στον Άγιο Γεώργιο, τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν και οι κάτοικοι χαμογελούσαν με ανακούφι­ση. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η ιστορία της παραμονής του Γερμα­νικού Στρατού κατοχής στο Ναύπλιο.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 1997)

 

 Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ναύπλιο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ’44, ύστερα από την διαγραφομένη συντριβή τους υπό των συμμάχων, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και ώσπου να ορ­κιστεί η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας υπό τον Γ. Παπανδρέου, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ναύπλιο επικρατούσε αβεβαιότητα, αναταραχή, ως προς το ποιος θα διοικεί αυτήν την πόλη.

Σ’ όλη την ορεινή Αργολίδα, απ’ το 1942 είχε φουντώσει το Αντάρ­τικο. Στη Μηδέα, Κέρμπεσι, Κουρτάκι, Μάνεσι, κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ. Αριθμούσε μερικές χιλιάδες άνδρες υπαγόμενους στο 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Γκούρα Κορινθίας. Στο Ναύπλιο, την τήρηση της τάξεως, είχε αναλάβει ολιγομελής δύνα­μη χωροφυλακής υπό τον μοίραρχο Ορφανό, και δυο λόχοι ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Δημ. Μουστακόπουλο.

Στο διάστημα αυτό από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσο­δο του ΕΛΑΣ δεν είχαμε σοβαρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις εκτός από με­ρικές αψιμαχίες στην είσοδο της πόλης απ’ τη μεριά της Αρετούς, με εξαίρεση μια πρωινή συμπλοκή, αρχές Νοεμβρίου, μεταξύ τσολιάδων και ανταρτών, προερχομένων μάλιστα απ’ τα απέναντι του Ναυπλίου παράλια της Κυνουρίας, όπου έφτασαν εδώ με καΐκια του ΕΛΑΝ. Οι συγκρούσεις άρχισαν στα στενά της παραλίας Ναυπλίου, όπου εφονεύθησαν ο παντοπώλης Δ. Μόρφης έχων κατάστημα στην οδό Κωτσονοπούλου, με τον αδερφό του Γιάννη. Ο Μόρφης εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, όπως διεδόθη, καθώς και δυο αθίγγανοι. Οι συμπλοκές έφτασαν ως την Πλατεία Συντάγματος, όπου τραυματίστηκε και η υπηρέτρια της οικίας Μελισινού.

 

Ναύπλιο. Μεγάλος Δρόμος, 1922. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Το ότι δεν υπήρξαν σοβαρές συγκρούσεις οφείλετε στην σωφροσύνη των αντιπάλων αρχηγών, κατά τα λεγόμενα της εποχής. Μετά από μακροήμερες και επίπονες συνεννοήσεις του ΕΛΑΣ που υπερτερούσαν αριθμητικά, επήλθε συμφωνία ν’ αποχωρήσουν οι ολιγάριθμες δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας και χωροφυλακής (έφυγαν προς τις Σπέτσες με πλωτά μέσα). Αμέσως τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν πανηγυρικά στο Ναύπλιο, με επικεφαλής έφιππο τον στρατηγό Π. Λούρη απ’ το Άργος, με επίσης έφιππους τους ταγματάρχες Σεφερλή και Καρατζαφέρη. Ακολούθησαν οι καπεταναίοι και άνδρες του ΕΛΑΣ με σταυρωτές αρμάδες και βαριά οπλισμένοι με Γερμανικά, Αγγλικά και Ιταλικά όπλα τραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του ΕΛΑΣ «στ’ άρματα, στ’ άρματα». Μεταξύ αυτών και οι συμπολίτες Κ. Χαύτας, Δ. Ξύδης, Ν. Βαλασάκης, Χ. Σπυρόπουλος ή καπετάν Άνεμος και πολλοί άλλοι απ’ τα γύρω χωριά. Στην είσοδο της πόλης τους έγινε επίσημη υποδοχή από επιτροπή κα­τοίκων της πόλης με επικεφαλή τον τότε μεγαλέμπορο του Ναυπλίου Μ. Λάμπρου, τον γιο του οποίου Νίκο, είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στο Μ. Πεύκο, μαζί με άλλους πατριώτες, και ο οποίος μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν δήμαρχος του Ναυπλίου (ο επονομαζόμενος τότε δήμαρχος ΕΑΜ).

Πλαισιωμένος και από άλλους, όπως το γιατρό απ’ την Άρεια Γ. Οικονομόπουλο, τη δασκάλα I. Βαρκάτζα, τους δασκάλους I. Ζευγολατάκο, Παν. Ξύδη, τους δικηγόρους Δ. Μανιάτη, Σ. Θεοδωρόπουλο, τους αρχη­γούς της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τον φοιτητή Σπ. Δημόπουλο, την αδερφή του Άννα, την Α. Ξύδη (κόρη του δασκάλου) και πολλούς άλλους επονίτες Πρόνοιας και Ναυπλίου. Μετά την προσφώνηση απ’ τον Μ. Λάμπρου, η φάλαγγα κατευθύνθει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο στρατηγός Λούρης, απ’ το μπαλκόνι της Εθνικής Τράπεζας, ανέπτυξε την δράση του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Κατοχής και την συμβολή αυτού στην απελευθέρωση της πατρίδας. Επίσης, πύρινους λόγους για την αντίσταση εκφώνησε ο Σπ. Δημόπουλος, η αδελφή του Άννα και η Α. Ξύδη.

Μετά την τελετή της υποδοχής με πρώ­το τον στρατηγό Λούρη, όλοι έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο. Κάπως έτσι τελείωσε η εορτή της εισόδου του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο, ενώ οι κάτοικοι του Ναυπλίου αμήχανοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα. Αργότερα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν εκεί όπου ήταν η Αστυνομία, στο κτίριο της Οδού Βύρωνος, στα σκαλιά της Φραγκοκλησιάς, όπου ήταν η Ανωτέρα Δι­οίκηση Χωροφυλακής Πελοποννήσου, στις αποθήκες του Καταγά στην παρα­λία, όπου ήταν ιταλικοί καταυλισμοί και σε άλλα κτίρια της πόλης μας. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έμειναν στην πόλη μόνο μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας, όταν ορκίσθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τις όλες εικόνες της υποδοχής αποθανάτισε ο τότε φωτογράφος Κ. Καραχάλιος, μερικές απ’ τις οποίες υπάρχουν στα γραφεία της πρωτοβάθ­μιας Δημ. Εκπαίδευσης Αργολίδας.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Νοέμβρης 1995)

 

Πηγή


  • Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός, «Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Διάλεξη: Χρήστος Πιτερός « Ανάγλυφη αρχαϊκή στήλη από το Άργος»


 

O Σύλλογος Αργείων « O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την  Κυριακή  6  Νοεμβρίου 2011  και ώρα 6.30 μ.μ. θα φιλοξενήσει στο Βήμα του, τον Αρχαιολόγο Χρήστο Πιτερό με θέμα: « Ανάγλυφη αρχαϊκή στήλη από το Άργος». Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Χρήστος Πιτερός

 

Κατάγεται από το Αρκαδικό Ναυπλίας. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και Αρχαιολογία και Τέχνη στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ως αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, υπηρέτησε αρχικά στη Βοιωτία   (Θ΄ ΕΠΚΑ)  και στη συνέχεια στην Δ΄ΕΠΚΑ στην Αργολίδα, μέχρι την αφυπηρέτησή του το 2010.

Έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στη Θήβα, τη Λεβαδιά, το Δήλεσι, τη Σαλαμίνα, στον τύμβο των Σαλαμινομάχων, την Ερέτρεια, την Επίδαυρο, την Ασίνη, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, το Τημένιο και κυρίως στην αιώνια πόλη του Άργους, όπου επικεντρώθηκαν εξ αρχής τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, όπως η οχύρωση, η πολεοδομική οργάνωση, η τοπογραφία της πόλης και της ευρύτερης περιοχής  και η αργειακή πλαστική.

Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει πολλές και σημαντικές  επιστημονικές εργασίες, αλλά και εκλαϊκευτικά άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο. Αρκετές από αυτές, αναφέρονται στο Άργος, όπως: «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους», «Οι Πυραμίδες της Αργολίδας», «Συμβολή στην Αργειακή Τοπογραφία», «Προτάσεις για την ανέγερση ενός νέου Μουσείου στο Άργος», «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της  Λάρισας του Άργους», «Η Ακρόπολη της Λάρισας και τα τείχη της πόλης του Άργους»,  «Η  λατρεία των Διοσκούρων στο Άργος», «Το Άργος και ο Χάραδρος», « Υστεροαρχαϊκή  επιτύμβια στήλη από το Άργος», «Το Μυκηναϊκό Άργος», «Ηραία τα εν Άργει», «Θέρμες του Άργους, ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας», καθώς άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο, για αρχαιολογικά και γενικότερα θέματα.

Διετέλεσε Διευθυντής της συστηματικής ανασκαφής Ελληνογαλλικής Συνεργασίας στην Αρχαία Αγορά του Άργους, Αναπληρωτής Διευθυντής της Δ΄ ΕΠΚΑ και Πρόεδρος της Επιτροπής έκδοσης του περιοδικού «Ναυπλιακά Ανάλεκτα» (VII, 2009).

 

Read Full Post »

Η Αργολίδα στα όπλα – Η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου 17-5-44


 

 Το κείμενο που παραθέτουμε, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φείδων» στο φύλλο Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου του 1984. Ο Κ. Κυριαζόπουλος περιγράφει με γλαφυρότητα όσα ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης – ένας από τους πρωταγωνιστές  της συγκεκριμένης μάχης – του αφηγήθηκε.

 

Το 1944 είναι ο χρόνος των παθών για την Χιτλερική Γερμανία. Τα συμμαχικά στρατεύ­ματα προελαύνουν σε ό­λα τα μέτωπα και οι α­ντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη με καθημερινές πράξεις σαμποτάζ, με ενέδρες και φονικές μάχες καθιστούν τη θέση των στρατευμά­των κατοχής απελπιστι­κή. Εκείνο όμως που ιδιαίτε­ρα απασχολεί τη Γερμανική διοίκηση στην Ελλά­δα είναι η με πάση θυσία διατήρηση ανοιχτής της οδού διαφυγής των Γερμανικών στρατευμά­των απ’ το Μωριά προκειμένου έτσι ν’ αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους από τις προελαύνουσες προς νότο Ρωσικές στρατιές. Για τον λόγο αυτόν οι Γερμανικές αρχές θα εξαπολύσουν αιματηρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σ’ ολόκληρο το Μωριά την άνοιξη του ’44 με στόχο βασικό να κάμψουν το ηθικό του μαχόμενου για την ελευθερία του Ελληνικού λαού, και να αποδυναμώσουν έτσι την πολεμική δραστηριότητα των πατριωτικών δυνάμεων.

Έλληνες στρατιώτες.

Στο αιματηρό αυτό όργιο κατά του Ελληνικού λα­ού θα τους συμπαραστα­θούν ολόψυχα και οι Έλληνες συνεργάτες τους ά­τομα αυστηρά επιλεγμέ­να από το βούρκο του υ­ποκόσμου με ανεπάρκεια πνευματική και ανύπαρ­κτη εθνική συνείδηση. Αποκαλυπτική της απόγνωσης στην οποία έχουν περιέλθει οι δυνάμεις κα­τοχής στο Μωριά είναι και η πιο κάτω έκθεση απ’ τα μυστικά αρχεία του Γ. Ράϊχ της 25-5- 44 η οποία λέει: Έκθεσις της Γερμανι­κής υπηρεσίας πληροφοριών της αντικατασκοπείας Αϊνς Τσέ, εξ’ Ελλάδος της 25-5-44. Η κατάστασις εις Πελοπόννησον κατέ­στη τόσον σοβαρά από πολυπληθείς πράξεις σαμποτάζ στις μεταφορές μας, και επιθέσεις στρατηγι­κών θέσεων, ώστε απέβη αναγκαίον να χαρακτηρισθή ολόκληρος η περιο­χή ως πεδίον επιχειρήσεων.

Η ίδια αυτή Γερμανική υπηρεσία σε άλλη της έκ­θεση αναφέρει: Εις Πελοπόννησον η παρουσία του Αρχηγού των Ελλήνων ανταρτών Άρη Βελουχιώτη οδηγεί εις περαιτέρω έντασιν της δρα­στηριότητος των   ανταρτών… Υπό την καθοδήγησίν του οργανώθησαν επιθέσεις που εστοίχισαν πολλάς απώλειας εις τους αντάρτας… Συνεχείς ανα­τινάξεις επί των σιδηροδρομικών γραμμών και αιματηραί συμπλοκαί μεταξύ των ημετέρων κομάντος και Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα πιο πάνω κείμενα βλέπει κανείς την έκταση  του ψυχολογικού αδιέξοδου στο  οποίο έ­χουν περιέλθει οι Γερμανοί κατακτητές και οι συνεργάτες   τους… Κι ακόμα την παραδοχή των αρχών κατοχής ότι (η κατάστασις στην Πελοπόννησο κατέστη τόσο σοβαρά από την πολεμική δραστη­ριότητα των Ελλήνων ώ­στε απέβη αναγκαίο να χαρακτηρισθεί ολόκληρη η περιοχή της Πελοποννήσου ως πεδίον επιχειρήσεων). Και την εφιαλτική αυτή κατάσταση της δραστηριότητας των Ελλή­νων ανταρτών θα την ζήσουν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι την πλήρη απο­χώρησή τους από την Ελλάδα.

Μέσα λοιπόν σ’ αυ­τό το γενικό περίγραμμα της πολεμικής δραστηριότητας των Ελλήνων αντα­ρτών συγκαταλέγεται και η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου της 17-5-44 που σε γενικές  γραμμές και με πολύ συγκίνηση μου αφηγήθηκε πριν λί­γες μέρες ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης από τους πρωταγωνιστές της μά­χης εκείνης.

Τον τελευταίο καιρό στην ορεινή ιδιαίτερα Αργολίδα, οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους στοχεύοντες στην καθυπόταξη του πληθυσμού της υπαίθρου είχαν επιδο­θεί σ’ ένα χωρίς προηγούμενο αιματηρό όργιο. Η οργάνωση του ΕΑΜ Άργους σ’ αυτήν την οργανωμένη αιματηρή επι­χείρηση αντιδρά με την είσοδο αντάρτικων ομά­δων κρούσης μέσα στην πόλη του Άργους, που τα χαράματα της 15ης Μαΐου συλλαμβάνουν έ­ναν Αργίτη συνεργάτη του εχθρού, και την επο­μένη πυροβολούν και τραυματίζουν έναν άλλον σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Οι Γερμανικές αρχές μπροστά στην παράτολμη αυτή ενέργεια των ανταρτών καταλαμβάνονται α­πό πανικό και επιβάλλουν περιορισμό της κυκλοφορίας του πληθυσμού της πόλης από της 6ης απο­γευματινής μέχρι της 6ης πρωινής. Δεν έφτανε όμως η τιμω­ρία των συνεργατών του εχθρού. Έπρεπε να υποστούν τις συνέπειες αυτού του αιματηρού οργίου κατά του λαού της υπαί­θρου, και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Την αποστολή αυ­τή η οργάνωση του Άργους ανέθεσε στη διοίκη­ση του 6ου Συντάγματος.

Η Οργάνωση του ΕΑΜ της Τρίπολης πληροφορεί το Σύνταγμα ότι μεταξύ της 16ης και 20ης Μαΐου (χωρίς ν’ αναφέρεται η ώρα) θα κινηθεί από Τρίπολη προς Άργος φάλαγγα Γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων με 100 περίπου εφέδρους αξιωματικούς του πυροβολικού της 117 μεραρχίας (άλ­λες πληροφορίες έλεγαν ότι επρόκειτο για υπαξιωματικούς της τοπογραφι­κής υπηρεσίας).

Η εντολή για την εκτέλεση της επιχείρησης ανετέθη στο διοικητή του 6ου λόχου του 6 τάγματος μόνιμο υ­πολοχαγό Τούτουνα Τά­σο και στον επίσης μόνι­μο Ανθυπολοχαγό Άρχον Στέφανον, οι οποίοι δια προσωπικής αναγνώρισης και με την βοήθεια Εφεδροελασιτών των γύρω χωριών που γνώριζαν σ’ όλες τις λεπτομέρειες τη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, καθόρισαν απ’ την παραμονή τις λε­πτομέρειες της μάχης που είχε επιλεγεί η θέση ΧΑ­ΝΙ και πιο συγκεκριμένα η θέση Ντούλια, μια τοποθεσία στο δημόσιο δρόμο Άργους – Τρίπολης και σε απόσταση 4 περίπου χιλιόμετρα από τον Αχλαδόκαμπο προς την πλευ­ρά του Άργους.

Ο λόχος που βρισκόταν στο χωριό Λαύκα, ξεκίνησε από κει στις 15 Μαΐου και πεζοπορώντας μέσω Καρυάς – Κρυάβρυσης φτάνει τη νύχτα στη θέση εκείνη που από την ιστο­ρία είχε επιλεγεί για να γραφτεί εκεί μια σελίδα ηρωισμού και δόξας για τα Ελληνικά όπλα. Η κύρια δύναμη του λόχου α­πό 80 περίπου άνδρες, ή­ταν πλαισιωμένη και από 8 – 10 Ιταλούς στρατιώ­τες από κείνους που προσχώρησαν στο αντάρτικο μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβρη του ’43. Ακόμα ο λόχος ενισχύ­θηκε και με καμιά τριανταριά εφεδροελασίτες της περιοχής που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες με τον ηρωισμό τους.

Εκτός από τον ατομικό τους οπλισμό οι Έλληνες πολεμιστές διέθεταν επτά οπλοπολυβόλα και αρκετές επιθετικές χειρο­βομβίδες. Το σχέδιο διά­ταξης της δύναμης, προέβλεπε την κάλυψη απ’ το μεγαλύτερο μέρος της, μιας έκτασης 200 περί­που μέτρων επί του δημο­σίου δρόμου και στην βορεινή πλευρά του. Δυο άλλες μικρές ομάδες από 10 περίπου άνδρες η κάθε μια θα ‘παιρναν  θέσεις, η μια προς την πλευρά της Τρίπολης και σε απόστα­ση500 μέτρων απ’ την ε­νέδρα, και η άλλη το ίδιο προς της πλευρά του Άργους. Αυτές οι δυο μικρές δυνάμεις ανέλαβαν τα καθή­κοντα του παρατηρητή και ακόμα την παρεμπό­διση γερμανικών ενισχύ­σεων στη διάρκεια της μάχης.

Η διοίκηση του λόχου από 15 άνδρες και 4 Ιτα­λούς τραυματιοφορείς με καθήκοντα εφεδρικής δύ­ναμης θα ‘παιρνε θέση 50 -60 μέτρα μακριά από την ενέδρα. Στους άνδρες του λόχου δίνονται οι τελευταίες λε­πτομέρειες δράσης, και στο κάθε τμήμα χωριστά γίνεται η κατανομή των αποστολών τους. Αυστηρή εντολή… Απόλυ­τη σιωπή… Καμιά μετα­κίνηση… Ένα με το χώ­μα… Το σύνθημα της επί­θεσης θα δινόταν αποκλειστικά και μόνο από τον διοικητή του λόχου με έ­ναν πυροβολισμό και η α­ποχώρηση με μια πράσι­νη φωτοβολίδα,.. και οι ώρες μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα περνά­νε γεμάτες αγωνία και νευρικότητα… Παντού βασιλεύει μια απέραντη σιωπή… Μια σιωπή τόσο μο­νότονη, τόσο κουραστική, που τσακίζει τα νεύρα ό­λων εκείνων που ώρες τώρα ακίνητοι στις θέσεις τους και που έχουν γίνει ένα με το χώμα, καρτεράνε να ‘ρθη εκείνη η μεγάλη στιγμή…

Αχλαδόκαμπος

Η στιγμή εκείνη που οι κλαγγές των όπλων θα στείλουν στους αετούς του Ολύμπου για ν’ ακουστούν στα πέρατα της γης χαιρετισμό περήφανο απ’ τους αντρειωμένους του Μωριά. Παντού σιωπή… Το ίδιο σιωπηλή και η θά­λασσα εκεί κάτω στον Αργολικό έτσι όπως φαίνε­ται από ψηλά σαν ένα τε­ράστιο απλωμένο σεντόνι κεντημένο από χιλιάδες κίτρινα φαναράκια πού ‘ναι τ’ αστέρια τ’ ουρα­νού… Παντού σιωπή… Κάπου- κάπου ένα τριζόνι τα­ράζει την ησυχία της νύ­χτας και την  ακοή  των παλικαριών, που κάνει την προσοχή τους σαν αφηνιασμένο άλογο, αχαλί­νωτη να καλπάζει σε κιν­δύνους φανταστικούς, και την ματιά τους να ψαχου­λεύει τον εχθρό μέσα απ’ τα αδιαπέραστα σκοτά­δια του μακρινού τοπίου.  Άλλοτε πάλι η σκιά ε­νός αγγελιοφόρου που γλιστράει μέσα στη νύ­χτα για να φέρει κάποιο μήνυμα απ’ τη διοίκηση, αποσπά την προσοχή και χαλαρώνει τα νεύρα των ανδρών του αποσπάσματος απ’ την υπερένταση.

Και περνάνε οι ώρες και περνάνε οι στιγμές πού ‘ναι τόσο άδειες, τόσο ατέλειωτες και βασανιστι­κές…Και κάποτε θα ‘ρθει η χαραυγή… Ένα χρυσοκόκκινο φως εκεί προς την ανατολή… Μήνυμα πως σε λίγο θα φέξει… Σε λίγο.. Και το ξημέρωμα θα φέρει μαζί του εκείνο το παγωμένο ανοιξιάτικο αγιάζι, που θα κάνει τα κορμιά των ανδρών να τρέμουν από το κρύο… Και τα πουλιά από θάμνο σε θάμνο πετώντας παρακολουθούν σαστισμένα ε­κείνες τις περίεργες σι­λουέτες που ώρες τώρα στέκουν ακίνητες και σιωπηλές, και που έχουν γί­νει ένα με το χώμα…

Ώρα 6η πρωινή. Ο βόμ­βος μιας μηχανής ταρά­ζει την πρωινή ησυχία και κάνει τις ματιές όλων σαν φωτεινοί προβολείς ν’ ανιχνεύουν το θαμπό ορίζοντα. Ένα μαύρο πουλί που όσο πλησιάζει παίρνει τεράστιες διαστάσεις έτσι όπως περνάει ξυστά πάνω απ’ τους γύ­ρω λόφους και χάνεται πίσω τους, εκεί προς την πλευρά της Τρίπολης. Είναι ένα ανιχνευτικό αεροπλάνο που πριν από λίγο απογειώθηκε από τ’ αεροδρόμιο του Άργους για κάποια ποιος ξέρει απο­στολή. Ώρα 8.30 πρωινή. Απ’ τη πλευρά του Άργους έρ­χεται ένα γερμανικό αυτοκίνητο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Σε λίγο έ­να άλλο αυτοκίνητο από Τρίπολη αυτή τη φορά προς Άργος. Και στις δυο περιπτώσεις τ’ αυτοκίνητα πέρασαν ανενόχλητα. Ώρα 9η πρωινή. Το παρατηρητήριο απ’ την πλευρά της Τρίπολης επι­σημαίνει φάλαγγα γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων που προηγούνται, μια μοτοσικλέτα και ένα μι­κρό κλειστό αυτοκίνητο. Η είδηση σαν αστραπή μεταφέρεται στους άνδρες του λόχου. Έτοιμοι σε θέση μάχης. Αγωνία και νευρικότητα…

Όλων οι ματιές είναι στραμμένες εκεί ψηλά στην τελευταία στροφή του δρόμου που σε λίγο θα φανεί η φάλαγγα των αυτοκινήτων. Έτοιμοι όλοι με το χέρι στη σκανδάλη. Και να τώρα, η μοτοσικλέτα που προηγείται της φάλαγγας κάνει την εμφάνισή της και πί­σω της μια κλειστή κούρ­σα που την ακολουθούν σ’ απόσταση σαράντα πε­ρίπου μέτρων τ’ άλλα αυτοκίνητα. Στρίβουν αριστερά στη στροφή, και πάλι δεξιά στην άλλη στροφή. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωράει ασυνήθιστα αργά. Τι να συμβαίνει άραγε… Μπορεί μήπως τ’ αεροπλάνο, ή κάποιο απ’ τ’ αυτοκίνητα που πέρασαν πριν από λίγο να διέκριναν κάτι το ύποπτο και να ειδοποίη­σαν τη φάλαγγα, ή μήπως πάλι αυτό μπορεί να οφείλεται σε κάποια μη­χανική βλάβη ενός αυτοκινήτου, ή μήπως αυτό είναι δημιούργημα της ταραγμένης τους φαντασίας από κάποιο συναίσθημα φόβου και πανικού. Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;.

Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σ’ αυτούς τους άν­δρες που ματωμένοι και νηστικοί, πήραν τα όπλα και διάβηκαν βουνοκορ­φές και λαγκάδια, κι ανέβασαν ψηλά στους ουρα­νούς τ’ όραμα της λευτε­ριάς και που για χάρη της στερήθηκαν τα πά­ντα, και που ποτέ δε ζή­τησαν γι’ αυτό ούτε δό­ξες ούτε τιμές. Είναι δυ­νατόν αυτοί οι σταυραε­τοί να δείλιασαν μπρο­στά στην ιδέα του θανά­του, αυτοί που χιλιάδες φορές έσφιξαν στις χού­φτες τους τ’ αστροπελέ­κια της καταιγίδας   και που χιλιάδες νύχτες ξά­πλωσαν κάτω στο χώμα να κοιμηθούν αγκαλιά με το θάνατο… Μπορεί να δείλιασαν οι αντρειωμένοι, που ο λαός σ’ αυτούς έ­χει εναποθέσει τις ελπίδες του για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… Ή μή­πως πάλι ο φόβος της αποτυχίας στην αποστολή τους. Τα δευτερόλεπτα περ­νάνε τόσο αργά που οι λεπτοδείχτες των ρολογιών μοιάζουν να είναι καρφωμένοι στις θέσεις τους… Ακόμα και οι αναπνοές είναι σταματημένες σαν να υπάρχει κίνδυνος ν’ ακουστούν απ’ τον εχθρό…

Μονάχα οι καρδιές των παλικαριών χτυπάνε τόσο δυνατά λες και εί­ναι ξεκολλημένες απ’ τη θέση τους… Και οι ματιές ορθάνοιχτες παρακολου­θούν εκεί πάνω τον κινούμενο στόχο τους και που τις κάνει να δακρύζουν απ’ τον πόνο και τα δά­κρυα να γίνονται ένα με τον ιδρώτα που τρέχει στα φλογισμένα απ’ την αγωνία πρόσωπά τους. Και τεντωμένη η ακοή τους μήπως και χαθεί μέσα στον θόρυβο των αυ­τοκινήτων εκείνος ο πυροβολισμός πού ‘ναι το σύν­θημα για την επίθεση… Τώρα ολόκληρη η φάλα­γγα των αυτοκινήτων βρίσκεται μέσα στο στόχαστρο των ντουφεκιών… Σε λίγες στιγμές… Σε λίγα δευτερόλεπτα μονάχα.. Κι αυτές τις μεγάλες στιγμές της ανείπωτης αγωνίας, της νευρικότητας και της υπέρτατης από πατριωτικό παλμό ψυχι­κής ανάτασης, δυο ανύποπτοι χωρικοί της περιο­χής με φορτωμένα τα ζώ­α τους από ξύλα θα μπούνε μέσα στον κλοιό της ε­νέδρας. Ανάθεμά τους… Βλαστήμιες και κατάρες, ακούγονται… Να πάρει η ορ­γή… Τώρα τι θα γίνει.. Είναι δυνατόν να ματαιωθεί η επιχείρηση… Η φά­λαγγα προχωράει αργά, και να που τώρα η μοτοσικλέτα βγαίνει από την ενέδρα… Τώρα βγαίνει α­πό την ενέδρα και η κούρσα… Δεν απομένουν παρά μονάχα δέκα μέτρα για να βγει και ολόκληρη η φάλαγγα των αυτοκινή­των… Δέκα μέτρα μονάχα… εν­νέα… οχτώ.. επτά.. έξι.. πέντε… τέσσερα…

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Ένας ξερός πυροβολι­σμός ακούγεται, κι αμέ­σως μετά ομοβροντίες ό­πλων και πολυβόλων συγκλονίζουν τα βουνά και τις χαράδρες της περιο­χής και σηκώνουν σύννε­φα μαύρου καπνού που φτάνουν στους ουρανούς και φλόγες φωτιάς που ξεπηδάνε απ’ τα αυτοκίνητα που τινάζονται στον αέ­ρα από τις εκρήξεις των πυρομαχικών. Τ’ αυτοκίνητα αμέσως με τους πρώτους πυροβολι­σμούς ακινητοποιούνται και οι Έλληνες μα­χητές κατευθύνουν τώρα τα πυρά τους επί ακινή­του στόχου.

Οι Γερμανοί πανικόβλη­τοι από τον αιφνιδιασμό, παίρνουν θέσεις άμυνας κάτω απ’ τα καιόμενα αυ­τοκίνητα ή στην άκρη του δρόμου πλάι στα βράχια. Η μάχη διεξάγεται με τρομερό πείσμα και απίθανη γενναιότητα και απ’ τις δυο πλευρές. Χαρακτηριστική είναι και η περί­πτωση ενός Γερμανού που μάχεται ηρωικά με το ένα χέρι γιατί το άλλο κρέμεται φρικτά ακρωτηριασμένο από χειροβομβίδα… Και τη στιγμή που η μάχη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, ένα πολυβό­λο των Ελλήνων θα υπο­στεί εμπλοκή. Ο εχθρός εκμεταλλευόμενος αυτό το κενό θα εξαπολύσει σφοδρή αντεπίθεση.

Οι στιγμές είναι κρίσιμες λόγω της υπεροχής πυρός του εχθρού, και οι Έλληνες κάτω από το βάρος αυτής της υπεροχής αρχίζουν να κάμπτονται. Η διοίκηση μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής, ρίχνεται και αυτή στις φλόγες και η σάλπιγγα δίνει το σύν­θημα δια της εφ’ όπλου λόγχης επίθεσης. Οι Έλληνες αφού πρώτα χρησιμοποιούν επιθετι­κές χειροβομβίδες μ’ α­στραφτερά σπαθιά που αυλακώνουν τον άνεμο σαν γίγαντες φτερωτοί ορμά­νε στις φλόγες κι έρχο­νται στα χέρια με τον εχθρό. Τώρα η μάχη διεξά­γεται σώμα με σώμα και η αγριότητά της παίρνει απίθανες διαστάσεις σφαγής που κάνει το αίμα να βάφει κόκκινη την άσφαλτο και να τρέχει ποτάμι κάτω στη χαράδρα… Τι φρίκη… Τι παραφροσύνη… Τι όργιο αίματος…Τι απαίσιο πράγμα ο πόλεμος… Το θέαμα είναι τόσο φρικιαστικό, τό­σο απάνθρωπο, που κα­μιά ανθρώπινη δύναμη δε θ’ άντεχε για να το περι­γράψει…

Μέσα σ’ αυτήν την τιτανομαχία, μέσα σ’ αυτό το όργιο της σφα­γής, τραυματίζεται βαριά ο ανθυπολοχαγός Α­γγελίδης και μεταφέρε­ται αιμόφυρτος από Ιτα­λούς τραυματιοφορείς μακριά απ’ αυτήν την κόλαση. Μια και πλέον ώρα κράτησε αυτή η ιστορική μάχη της 17ης Μαΐου του ’44 στο Χάνι Αχλαδοκάμπου.

Οι απώλειες του εχθρού ήσαν βαρύτατες… 67 νεκροί και τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι. Λάφυρα, 4 μυδραλιοβόλα, 2 τη­λέφωνα, 2 ασύρματοι, 1 διόπτρα, 56 τουφέκια μάουζερ, 2 βαρείς όλμοι, 18 πιστόλια, 52 φωτοβολί­δες, 13 προσωπίδες και 5000 φυσίγγια. Οι απώλειες των Ελλήνων ήσαν 4 νεκροί και 9 τραυματίες. Έτσι τέλειωσε η ιστορική μάχη εκείνη, για να προστεθεί ακόμα μια σελίδα άφθαστου ηρωι­σμού, μεγαλείου και δό­ξας στους αιματοβαμμένους τόμους της Ελληνικής ι­στορίας. Μια μάχη γιγάντων… Μια μάχη υπεράν­θρωπη σε αγωνιστικότη­τα και δυναμισμό, το ίδιο μεγάλη, το ίδιο γενναία όπως και κάποια άλλη σε κάποιο άλλο χάνι, σε κάποιες άλλες εποχές, ε­κεί πάνω στη Γραβιά… Και που το τέλος αυτών των συντελεστών της νί­κης, αυτών των γενναίων παλικαριών και στις δυο αυτές περιπτώσεις ήταν (τι σύμπτωση) το ίδιο τραγικό, από τους ίδιους (τι σύμπτωση) άκαπνους προσκυνημένους δήθεν (ε­θνικόφρονες) …

Ο πατριωτισμός και η τιμιότητα εχάθησαν κι όποιος τα έχει  αυτά, τον κιντυνεύουν. Κι όθεν  προδότης, κλέ­φτης και κατεργάρης εκείνος έχει την τύχη του». Στρατηγός Μακρυγιάννης.

  

Κ. Κυριαζόπουλος

Εφημερίδα, «Φείδων», Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1984.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »