Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Η Τριπολιτσά πριν από την επανάσταση


  

Η απαρχή

 

H Τριπολιτσά, θεμελιωμένη στο κέντρο της Πελοποννησιακής ενδοχώρας και του Αρκαδικού λεκανοπεδίου, ανάγει την αρχή της τουλάχιστον στα ύστερα Παλαιολόγεια χρόνια, πιθανόν ως μικρός οικισμός (εμπορικός σταθμός) σε μικρή απόσταση από το κάστρο Droboniza, προφανώς παραφθορά της τοπωνυμίας Draboliza, όπως διασώζεται η πληροφορία και η τοπωνυμία σε κατάλογο Πελοποννησιακών κάστρων του έτους 1450, αλλά και σε παρόμοιους διαδοχικούς καταλόγους κάστρων, ως Draboliza [1] (1469) και Drοboliza (1467-1469). Η πολυτυπία, γραπτή και προφορική, της ονομασίας του οικισμού προέρχεται ασφαλώς από τη γλωσσική σύγχυση που προκαλεί η διατύπωση της ξενικής τοπωνυμίας και θα συνοδεύει την πόλη στην ιστορική διαδρομή της μέχρι τον 20ό αιώνα. Το κάστρο, μικρό οχυρό που επέβλεπε τη ΝΔ ευρεία περιοχή του τριπολιτσιώτικου οροπεδίου και έλεγχε τις διαβάσεις του Μαινάλου προς την ορεινή Γορτυνιακή ενδοχώρα με τα συνεχόμενα ονομαστά κάστρα της, προειδοποιούσε έγκαιρα τους πληθυσμούς από μαζικές εχθρικές εισβολές ή μεμονωμένες παρενοχλήσεις.

 

17ος αι.: Σε χάρτες αλλά και σε χειρόγραφα

αναφέρεται ο οικισμός με το όνομα Τριπολιτσά

 

Σε θέση επίκαιρη με εποπτεία μεγάλης εδαφικής επίπεδης έκτασης, συμπήχθηκε με την πάροδο του χρόνου εμπορικός σταθμός για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών εφοδιασμού των στρατιωτών του κάστρου και εξελίχθηκε σε σημαίνουσα θέση στην είσοδο των Γορτυνιακών ορεινών όγκων. Είναι γνωστό ότι η αρχαία πόλη με την ονομασία «Τρίπολις» δεν υπήρξε. Η τοπωνυμία, σλαβικής προελεύσεως (σημ. «μικρό δάσος»),* χωρίς τούτο να είναι απόλυτα βέβαιο, δεν υποδηλώνει εξάπαντος ότι υπήρχε πόλισμα [πόλισμα < αρχαία ελληνική πόλισμα < πόλις]  με αυτή την ονομασία από τον 7ο αιώνα μ.Χ, όταν τα Σλαβικά φύλα κατεβαίνουν νότια και κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για μικροτοπωνύμιο της περιοχής, όπως διατηρούνται μέχρι σήμερα και τόσα άλλα στο εύφορο λεκανοπέδιο, χωρίς να προϋποθέτουν αντίστοιχες οικιστικές εγκαταστάσεις. Άλλωστε, η μόνη Βυζαντινή «χώρα» (πόλη), με ονομαστό κάστρο και οργανωμένη Ελληνική στρατιωτική διοίκηση, υπήρξε στην περιοχή, ήδη από τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους (9ος αιώνας), το Νύκλι (αρχαία Τεγέα). * [Σημ. Βιβλιοθήκης] Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά (ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.

 

Ο Πληθυσμός

 

Λαός ομόθρησκος και σύμμαχος, κατά περιόδους, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα με άδεια και βοήθεια των Αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω της οικονομικής και διοικητικής κακοδαιμονίας, του φορολογικού αδιεξόδου και της πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατούσε στον τόπο. Η ερήμωση μεγάλων παραγωγικών εδαφικών εκτάσεων στην Αρκαδία και η μείωση του γηγενούς Ελληνικού πληθυσμού επέβαλαν ως άμεση λύση των σοβαρών αυτών προβλημάτων , για να αποφευχθεί η κατάρρευση της χώρας, τη μόνιμη εγκατάσταση Αλβανών στο Δεσποτάτο του Μυστρά, κατά την περίοδο των Αυτοκρατόρων Μανουήλ Καντακουζηνού (1380) και Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου (1382-1407).

 

Οι Αλβανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα

στα αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα λόγω

της μείωσης του γηγενούς πληθυσμού

 

Οι επήλυδες, μαζί με τους Έλληνες, αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ονομαστών ορεινών κάστρων γύρω από το οροπέδιο της Τριπολιτσάς (Μουχλί, Τσιπιανά, Ταβία, Μπεζενίκος).

Το έτος 1668 (περίοδος Α’ Τουρκοκρατίας) ο αμφισβητούμενος από ορισμένους ιστορικούς και χαρακτηριζόμενος ως αφελής μυθοπλάστης Τούρκος περιηγητής και γεωγράφος Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφθηκε την Τριπολιτσά και την ευρύτερη περιοχή της, επισημαίνοντας την παρουσία Αλβανών «που μιλούν Αλβανικά».

 

Η εξέλιξη της πόλης από το 16ο αιώνα

 

Με την είσοδο του 16ου αιώνα, στη σκοτεινή και μαρτυρική περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας, στην εδαφική περιφέρεια του ερειπωμένου πλέον κάστρου Draboliza, ο μικρός ομώνυμος οικισμός ευνοήθηκε από τη θέση του και την ιστορική συγκυρία και εμφανίζεται ως σημαντικός οικιστικός πυρήνας σε σχέση με τους υπόλοιπους αγροτικούς οικισμούς (χωριά) του οροπεδίου.

 

Τριπολιτσά, δημοσιεύεται στο: Christopher Wordsworth, «Greece pictorial, descriptive, & historical , 1839, σελ. 343.

 

Μνημονεύεται στους χάρτες των J. Gasta (1545 Ντρομπολίτσα) και Morea Peninsula (1574, Ιντροπολίτσα). Στο προσφάτως δημοσιευμένο Μαρτύριο του Τριπολιτσιώτη νεομάρτυρα και ιερομονάχου Λαζάρου (το χειρόγραφο των αρχών του 17ου αιώνα, πριν από το 1618), ο οικισμός προσδιορίζεται ως «κώμη» (πατρίδα δε έσχε κώμην τινά, Υδροπολιτζάν ονομαζομένην)· αλλά και σε γραπτές πηγές του 17ου αιώνα (1645, 1651, 1696) η Τριπολιτσά χαρακτηρίζεται οικιστικά ως «χώρα». Η ιστορική έρευνα έχει προ πολλού επισημάνει ότι με τον όρο «χώρα», κατά τη μακρά χρονική περίοδο του 16ου έως και των αρχών του 19ου αιώνα στη Πελοπόννησο, νοείται αρκούντως μεγάλη οικιστική εγκατάσταση με κάποια μορφή αυτοδιοίκησης, ενδιαφέρουσα οικονομική δραστηριότητα, διακίνηση γεωργικών προϊόντων και βιοτεχνικών εμπορευμάτων, την επεξεργασία πρώτων υλών σε μικρά και μεγάλα εργαστήρια με εξειδικευμένες ομάδες (συντεχνίες) τεχνιτών, εγκατεστημένων ομαδικά σε συγκεκριμένους δρόμους και συνοικίες στην πόλη.

 

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

 

Το ίδιο συμβαίνει και στην Τριπολιτσά, η οποία ευνοείται επιπροσθέτως και από τη μεταφορά της έδρας του σουλτάνου (Μόρα Βαλεσή) με όλη τη διοικητική, στρατιωτική και θρησκευτική ηγεσία που ταλαιπωρεί και ελέγχει την πίστη των υποδούλων, αλλά και αναπτύσσεται η οικονομία, το εμπόριο, οργανώνονται βιοτεχνίες και καταστήματα. Η πόλη εξελίσσεται ραγδαία στην καρδιά του Μοριά. Είναι πλέον η διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης.

Το 18ο αιώνα μαρτυρείται έντονη χρηματιστική αγορά με κύριους εκπροσώπους Τούρκους και Εβραίους, αλλά και τραπεζίτες Τούρκους και Έλληνες. Στην οικονομική κίνηση συμβάλλει οπωσδήποτε και το ονομαστό πανηγύρι της Τριπολιτσάς, που συνήθως γινόταν στην εβδομάδα Διακαινησίμου και αποτελούσε κέντρο εμπορικής έλξης για την αγορά της ορεινής ενδοχώρας με τη διαχείριση τσόχινων, μεταξωτών και διαφόρων υφασμάτων, αλλά και της μετάξης που προαγόραζαν Γάλλοι έμποροι, την παραλάμβαναν από τους παραγωγούς και τους έμπορους στο πανηγύρι του Μυστρά το Σεπτέμβριο και το διακινούσαν εκτός Πελοποννήσου. Μετά την αποτυχημένη Επανάσταση των Ορλοφικών (1770), το πανηγύρι της Τριπολιτσάς, αλλά και εκείνο του Μυστρά, διαλύθηκαν και δεν ανασυγκροτήθηκαν. Άλλωστε και η Γαλλική εμπορική δραστηριότητα σχεδόν εξαφανίστηκε από την Πελοπόννησο στα τέλη του αιώνα. Παρέμεινε μόνον η Αγορά εντός της Τριπολιτσάς, με τη διακίνηση προϊόντων και αγαθών για την εξυπηρέτηση της τοπικής και περιφερειακής κοινωνίας.

 

Ορλοφικά

 

Στην επανάσταση του Ορλόφ (1770), ο Ρώσος λοχαγός Μπαρκόφ, βαδίζοντας εναντίον της υπόδουλης Τριπολιτσάς, βρήκε, παρά τις στρατηγικές εκτιμήσεις του, οργανωμένη ντόπια Τουρκική δύναμη και ενώ πολιορκούσε την πόλη, οι Τούρκοι, με την αναπάντεχη ενίσχυση των Αλβανών, διέλυσαν τους επιτιθέμενους επαναστάτες και την πολιορκία και προέβησαν σε ανηλεείς σφαγές των κατοίκων, λεηλασίες, εμπρησμούς, τη Μ. Δευτέρα 29 Μαρτίου (παλ.) του 1770. Ένα από τα θύματα και ο Μητροπολίτης Άνθιμος με τους κληρικούς του.

 

1770: Στη διάρκεια των Ορλοφικών

οι εξεγερμένοι Έλληνες πολιορκούν την πόλη.

Τελικά οι Τούρκοι καταφέρνουν να αποκρούσουν

τους επιτιθέμενους και προβαίνουν σε μαζική

σφαγή και λεηλασία των χριστιανών κατοίκων της (Απρ.).

 

Ο αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων Αντ. Πετρίδης περιγράφει την οδυνηρή ημέρα στη δύσμοιρη Τριπολιτσά: «Τόση άδικος σφαγή έγιναν εις αυτήν την δύστηνον χώραν, ώστε οπού αι οικίαι και δρόμοι εγέμισαν αίμα… Εκκλησίαι, μοναστήρια και σχολεία κατεσκάφησαν και ηφανίσθησαν, άπειρα πλήθη αθλίων χριστιανών, ιερωμένων τε και λαϊκών, ανδρών τε και γυναικών, νέων τε και γερόντων, παρθένων τε και απειροκάλων βρεφών, δορυάλωτοι, εις τα πέρατα της οικουμένης διασπαρέντες».

 

 

1715: Οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο,

η οποία για περίπου μία 30ετία ανήκε στους Βενετούς.

Η Τρίπολη ορίζεται ως έδρα του πασαλικιού του Μοριά.

Αναπτύσσεται σε διοικητικό, πολιτικό και οικονομικό

κέντρο της πελοποννησιακής ενδοχώρας.

 

Τρίπολη, 1836. Υδατογραφία του Hans Hanke από το έργο του Ludwig Köllnberger.

 

Τουρκική εγκατάσταση – Το τείχος 

 

1785: Η πόλη οχυρώνεται.

Το τείχος που την περικλείει οε τετράγωνο

σχήμα διαθέτει 7 πύλες επικοινωνίας.

 

Η ανοργάνωτη και αποτυχημένη Επανάσταση είχε ολέθριες συνέπειες στην εξέλιξη της πόλης, σε όλους τους τομείς του βίου της. Πρώτη συνέπεια υπήρξε η απόφαση του Σουλτάνου να την οχυρώσει και να μεταφέρει εδώ την διοίκηση της Πελοποννήσου.

Σταθμό στην ιστορική πορεία της προεπαναστατικής πόλης αποτελεί η τείχισή της και η σταδιακή διαμόρφωσή της ως τυπικής οργανωμένης τουρκόπολης. Μετά τα δραματικά για την Τριπολιτσά γεγονότα της επανάστασης του Ορλόφ, οχυρώθηκε το 1786. Το επιβλητικό τείχος, σύμβολο της Τουρκικής κυριαρχίας στο κέντρο του Μοριά, είχε περίμετρο 3.500 μ. και η πόλη εκτεινόταν σε εμβαδόν 1.320 στρεμμάτων. Το τείχος, πλάτους περίπου 2,00 μ. και ύψους 5,50 μ. είχε επάλξεις με πολεμίστρες, τέσσερις μεγάλους πύργους και δεκατρείς μικρούς που το ενίσχυαν σε καίρια σημεία του. Στη ΝΔ πλευρά, σε μικρό ύψωμα, το τετράγωνο φρούριο (ακρόπολη) μικρών διαστάσεων (Μεγάλη Τάπια, σημερινή «Δεξαμενή») επέβλεπε την πόλη και έλεγχε τις κινήσεις στην περίμετρο των τειχών. Το τετράγωνο οχύρωμα είχε τέσσερις προμαχώνες με κανόνια ενετικής προέλευσης, προφανώς κατάλοιπα της κατοχής των Ενετών (Β’ Ενετοκρατία, 1687 – 1715). Επτά πύλες στα τείχη διευκόλυναν την επικοινωνία της τειχισμένης πόλης, ονοματισμένες οι περισσότερες από τις κατευθύνσεις των δρόμων προς τα οικιστικά κέντρα των όμορων καζάδων (επαρχιών) με την Τριπολιτσά: Καλαβρύτων, Καρύταινας, Λεονταρίου, Ναυπλίου, Μυστρά, Αγ. Αθανασίου και μιας για την αποκλειστική χρήση των αναγκών του σεραγιού.

 

Θρησκευτικός βίος

 

Παράλληλα με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του 17ου αιώνα, η Τριπολιτσά αποτελεί έδρα Πατριαρχικής Εξαρχίας. Βέβαια, λεπτομέρειες δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, λείπει το πλήθος των γραπτών μαρτυριών, όμως οι Ενετοί κατακτητές (1687 – 1715) διέκοψαν τις επαφές της Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και εγκατέστησαν στην Τριπολιτσά πρόσωπα, ιεράρχες, φιλικά προσκείμενα στην Καθολική Εκκλησία. Στη θέση του σημερινού κτιρίου του «Μαντζουνείου» υπήρχε το λεγόμενο «Καθολικό Σχολείο», κέντρο δυτικής προπαγάνδας. Τότε εγκαθίσταται, με την υποστήριξη των Ενετών, ο Αγαθάγγελος ως μητροπολίτης. Εξαιρετική δραστηριότητα στον προσηλυτισμό φαίνεται να επέδειξε και ο Γάλλος πρόξενος Μπ. Αμιρά (B. Amirat), ο οποίος επηρέασε θρησκευτικά την αρμένικη κοινότητα της Τριπολιτσάς.

 

1798-1799: Ο Γάλλος Πουκεβίλ,

ευρισκόμενος στα χέρια των Τούρκων στην Τρίπολη,

καταγράφει σημαντικές πληροφορίες

για την καθημερινή ζωή της πόλης.

 

Τα τελευταία χρόνια οι πληροφορίες μας για την βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο, και ειδικότερα για την Τριπολιτσά, πληθαίνουν από τη δημοσίευση των Ενετικών Αρχείων. Το αρχείο της Ενετικής Διοικήσεως του Μορέως (Αρχείο Grimani), όταν διοικητής είχε αναλάβει ο Φρ. Γκριμάνι (1697-1700), περιέχει καταλόγους των οικισμών της χώρας. Κληρικοί, όλων των βαθμίδων, καταγράφουν με λεπτομέρειες την εκκλησιαστική περιουσία.

Η Τριπολιτσά, απαλλαγμένη από την Τουρκική παρουσία, οικισμός με Ελληνικό πληθυσμό, είναι διαιρεμένη εκκλησιαστικά σε ενορίες.  Ιδού μια ενδεικτική αναγραφή: «1696 Σεπτεμβρίου 8 εις Δρομπολητζά. Ενορία του Ταξιάρχου. Η εκκλησία του Ταξιάρχου με άρτοικους [νάρθηκες] δύο και αυλή. Στην ενορία υπάρχουν σπίτια αυθεντικά…».

Επανήλθε ασφαλώς η Πατριαρχική Εξαρχία με την αποχώρηση των Ενετών και την επανάκαμψη των Τούρκων (1715), αλλά με σοβαρά οργανωτικά προβλήματα. Όμως οι Τριπολιτσιώτες προεστοί, με αναφορά τους στο Πατριαρχείο, ζήτησαν να αποτελέσει η πόλη έδρα ξεχωριστής επαρχίας και πετυχαίνουν τον αναβιβασμό της σε Αρχιεπισκοπή, εξαρτωμένης από το Πατριαρχείο, με πρώτο αρχιεπίσκοπο τον ονομαστό εθνομάρτυρα (1770) Τριπολιτσιώτη Άνθιμο, από τη γνωστή προεστή οικογένεια Βάρβογλη (Μπάρμπογλη). Η Αρχιεπισκοπή καταργήθηκε το έτος 1763.

 

Μουσουλμανικό τέμενος στην Τρίπολη – Christopher Wordsworth, 1839.

 

Φαινόμενο ιστορικά ανεξερεύνητο ακόμη, σε όλες τις εκδηλώσεις του, αποτελούν οι νεομάρτυρες, μορφή αντίστασης και διαμαρτυρίας των Ελλήνων Χριστιανών στον αλλόθρησκο κατακτητή.

Ενδιαφέρουσα είναι η κατηγορία των νεομαρτύρων που οικειοθελώς, σε κάποια δύσκολη φάση του βίου τους (από επηρεασμό, πείσμα και άλλα προσωπικά γεγονότα), έκριναν πως έπρεπε να εγκαταλείψουν την πατρική πίστη και να ασπαστούν το Μωαμεθανισμό. Μερικοί εξαπατήθηκαν από Τούρκους, άλλοι κατηγορήθηκαν αναιτίως. Αυτή η θρησκευτική μεταστροφή δήλωνε οπωσδήποτε Τουρκοποίηση. Η δημόσια ομολογία και η επανάκαμψη στο Χριστιανισμό σήμαινε τελεσίδικα και μαρτύριο. Η Τριπολιτσά, ως διοικητικό κέντρο του Μοριά, έδρα του πασά και των δικαστικών αρχών, έχει να επιδείξει πλήθος ανώνυμων και επώνυμων νεομαρτύρων, καταγόμενων από την πόλη ή που οδηγήθηκαν δέσμιοι και μαρτύρησαν σε αυτήν: Λάζαρος ιερομόναχος, Τριπολιτσιώτης (αρχές 17ου αιώνα), Μήτρος (1794), Δημήτριος, κτίστης – κουρέας, από Λιγούδιστα Μεσσηνίας (1803), Παύλος, σανδαλοποιός, από Σοποτό Καλαβρύτων (1818) και ο Τριπολιτσιώτης Πέτρος ο οποίος μαρτύρησε στο Τεμίσι της Μ. Ασίας (1776). Για την υπόδουλη τριπολιτσιώτικη Ελληνική κοινωνία, η οικειοθελής δημόσια θυσία τους, στην Αγορά της πόλης ή έξω από την πύλη του σεραγιού, αποτελούσε έμπρακτη διαμαρτυρία στο ανελεύθερο καθεστώς και παρηγορούσε τους Χριστιανούς.

Στη γνωστή απογραφή της Τριπολιτσάς του Ρήγα Παλαμήδη (1828) καταγράφεται και δημόσιο Τουρκικό κτίριο «Μεχκεμές» (κατοικία των κριτών) όπου μέσα σ’ αυτό πρέπει να ομολόγησαν την ορθή πίστη οι νεομάρτυρες, αλλά και πλήθος αιχμαλώτων Ελλήνων που ήταν κάτω από τις εκάστοτε ορέξεις και διαθέσεις της Τουρκικής ηγεσίας.

 

Η απογραφή

 

Η απογραφή του Ρήγα Παλαμήδη των επαρχιών της Τριπολιτσάς και του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας είναι διεξοδική και εξόχως διδακτική για τη σκιαγράφηση του καθημερινού βίου της πόλης στις δύο τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες. Αν και η απογραφή έγινε με εντολή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1828, επί τόπου, μας αποκαλύπτει τις εσωτερικές δομές της Τριπολιτσάς, όσον αφορά την οικονομία, το εμπόριο, την παραγωγή και τη δραστηριότητα των καταστημάτων, στοιχεία για πλησιόχωρους με την πόλη οικισμούς, κτήματα, επαγγέλματα, επώνυμα Τούρκων και Ελλήνων, ιδιωτικά και δημόσια Τουρκικά κτίρια, χριστιανικές εκκλησίες και άλλα λεπτομερειακά στοιχεία, τα οποία συγκροτούν θησαύρισμα ανεπανάληπτο για τη δραστηριότητα της πόλης πριν το μεγάλο επαναστατικό τόλμημα.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία του Prosper Baccuet, 1836.

 

Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής της «Εκστρατείας του Μοριά» συνοδευόμενα από Γάλλους στρατιώτες στην είσοδο της Τριπολιτσάς. Λιθογραφία (λεπτομέρεια) του Prosper Baccuet, 1836.

 

Ιδού δείγμα απογραφής του Ρ. Παλαμήδη: «Μητρόπολις Τριπολιτσάς, το εμβαδόν της οποίας συνίσταται από στέμματα 525, έχοντα πήχεις τετραγωνικές 45 κατά πλάτος και 45 κατά μήκος».

Φαμίλιαι τουρκικαί και ιδιοκτησίαι αυτών:


– Χασάν Μπαρμπέρης, οσπίτια 1, ο ίδιος μετά της φαμίλιας του εδώ [δηλαδή Τριπολιτσά] Χριστιανοί.
– Εμίν Αγάς, οσπίτια 1, η γυνή του και δύο θυγατέρες του εδώ, 2 αρρένες εις Τουρκίαν.

Εισοδήματα Τούρκων Τριπολιτσάς:


Αλή Κότζης: οσπίτιον 1, εργαστήρια 9 (τα 5 προς 8 γρόσια τον μήνα, το 1 προς 20, τα 2 προς 10, το 1 προς 25), χρονικόν εισόδημα εις γρόσια 1260. Οι υιοί του με τις φαμέλιαις εις Τουρκίαν.

Χριστιανοί Τριπολιτζάς:  Φαμέλιαι 1237, ψυχαί 2113.

Απογραφή καταστημάτων:

Θανάσης Γεωργόπουλος, φούρνος ψωμάτικος.

Δημήτριος Λαγοπάτης, καβενές.

Πολίτης Χρυσόχος κλεισμένον [ενν. εργαστήριο].

Αναστάσιος Παπαγιαννόπουλος, καβενές και μπαρμπέρικον.

Γιώργος Βυτινιώτης, μπακάλης.

Από τα συναγόμενα της απογραφής Παλαμήδη εμφανίζεται μια σχετικά ευημερούσα και δραστήρια προεπαναστατική πόλη, χωρίς όμως να δίνονται πληροφορίες και για τη νοοτροπία των κρατούντων, κατά κανόνα εριστική, ύπουλη και γενικά αρνητική προς τον ελληνικό εντόπιο πληθυσμό, στην πλειονότητά του φτωχό. Αποκαλυπτική η πληροφορία του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ, ο οποίος επισκέφθηκε λίγα χρόνια πριν από την επανάσταση την Τριπολιτσά, όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες και τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων: «Οι κακόμοιροι Έλληνες, εξοστρακισμένοι στα σοκάκια γύρω από τα τείχη, κατοικούν σε κάτι πανάθλιες μονόχωρες τρώγλες, που έχουν απολεπισμένα κεραμίδια, ανάμεσα στα οποία βρίσκει διέξοδο ο καπνός της εστίας, τοποθετημένης στο κέντρο του χώρου».

Η πλασματική, για το σύνολο των κατοίκων, οικονομική βελτίωση της πόλης στα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια θα ανακοπεί από τον άθλο των Ελλήνων επαναστατών υπό την ηγεσία και στρατιωτική οξύνοια του Θ. Κολοκοτρώνη. Η άλωση (23 Σεπτεμβρίου 1821) θα την πλήξει σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της. Οριστικό τέλος θα δώσει ο Ιμπραήμ με τη οργανωμένη κατεδάφισή της (Φεβρουάριος 1828) και δεν θα υπάρξει επιστροφή στο θλιβερό παρελθόν. Η νέα ελεύθερη πόλη θα σχεδιαστεί εν μέρει επάνω στα ερείπια της παλαιάς και η κοινωνία της θα δραστηριοποιηθεί ανάλογα με τις δυνατότητες του νέου ελεύθερου κράτους. Τίποτε δεν θα θυμίζει πλέον το παρελθόν, παρά μόνον η φήμη μιας «αθλίας» (Δ. Σολωμός), αλλά και ένδοξης Τριπολιτσάς.

 

Υποσημείωση


 

[1] Ντρομπολιτσά – Τριπολιτσά – Τρίπολη: μια ιχνηλάτηση. Τα ονόματα, μια αντικειμενική κατηγορία του ανθρώπινου λόγου, έχουν κι εκείνα τη δική τους ιστορία. Το όνομα, κοντολογίς, αποτελεί μιαν αυθύπαρκτη και αντικειμενική ιστορική πηγή. Ξεκινώντας την ιχνηλάτηση, θα διαπιστώνει ο ερευνητής του παρελθόντος πως ο στίχος του γνωστού δημοτικού άσματος («σαράντα παλληκάρια… πάνε για να πατήσουνε την Ντρομπολιτσά») δεν αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για τον αρχικό τύπο του ονόματος. Η αρχαιότερη μνεία του ονόματος (και του οικισμού) είναι, πιθανώς, εκείνη που αναφέρεται στο έργο ενός ύστερου Βυζαντινού χρονικογράφου, του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, σε συνάρτηση με την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο το 1422. Ως «ερειπωμένο κάστρο» αναφέρεται η Droboliza σε έναν κατάλογο του Σεπτεμβρίου του έτους 1467 που περιλαμβάνεται στα «Ενετικά Χρονικά» («Annali Veneti») του Stefano Magno. Η ίδρυση, λοιπόν, του κάστρου της Τριπολιτσάς θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά μεταξύ των ετών 1422 κατ 1467.

Το όνομα Dropolitza/Dropolizza/Dropoliza αναφέρεται στους ενετικούς χάρτες της Πελοποννήσου κατά τους 16ο και 17ο αιώνες, ενώ σε αγγλικό χάρτη του 1660 φέρεται με τις παραλλαγές Ντρομπόλιτζα, Ντρομπόλιτσα, αλλά και Υδροπολιτσά. Ο τελευταίος αυτός τύπος προέρχεται ασφαλώς από μια λόγια παρετυμολογία του ονόματος, η οποία εμφανίζεται σε ελληνικές πηγές του 17ου αιώνα. Το 1715, τέλος, ο Γάλλος Benjamin Brue, που συνοδεύει τα τουρκικά στρατεύματα που θα ανακαταλάβουν οριστικά την Πελοπόννησο από τους Ενετούς, θα αναφέρει την πόλη στο Χρονικά του ως Dropoliza.

Η σύντομη αυτή επισκόπηση των πηγών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχική ονομασία της πόλης ήταν Drobolitsa και ότι οι τύποι Υδροπολιτσά  καθώς και ο σημερινός τύπος Τρίπολη δεν είναι παρά μεταγενέστερες λόγιες παραλλαγές, οι οποίες οφείλονται σε παρετυμολογία. Το αρχικό έτυμο του ονόματος είναι σλαβικό: πρόκειται για τοπωνύμιο που σχηματίστηκε από ένα σλαβικό ανθρωπωνύμιο Drobol και από το επίθημα (κατάληξη) -ica. Ως προς τη σημασία του ανθρωπωνυμίου Drobol, θα αναφέρουμε εδώ ότι πρόκειται για ένα προσωνύμιο («παρατσούκλι»), που αποδίδει μια φυσική ιδιότητα του ατόμου (σλαβικό: drob= «λεπτός, μικροκαμωμένος»).

Δύο είναι τα συμπεράσματα, οι πληροφορίες τις οποίες θα αντλήσει ο ερευνητής του παρελθόντος από τον αντικειμενικό αυτό μάρτυρα, το όνομα που μας παραδόθηκε από το μακρινό παρελθόν: η Ντρομπόλιτσα ανήκει, πρώτον, στην κατηγορία εκείνη των τοπωνυμίων του νότιου ελλαδικού χώρου (Πελοποννήσου και Στερεάς) τα οποία σχηματίστηκαν από γλωσσικούς φορείς της σλαβικής γλώσσας. Τα τοπωνύμια αυτά, μαζί με τις μαρτυρίες των γραπτών πηγών, τεκμηριώνουν ένα αντικειμενικό δεδομένο: ότι κατά το μακρινό παρελθόν (γύρω στις αρχές του 8ου αιώνα) ήλθαν και εγκαταστάθηκαν σποραδικά στις ελλαδικές επαρχίες του Βυζαντίου Σλάβοι καλλιεργητές.

Το δεύτερο συμπέρασμα, στο οποίο θα οδηγηθεί ο αντικειμενικός ιστορικός ερευνητής, είναι ότι, επειδή το τοπωνύμιο (όπως έχει διατηρηθεί στην ελληνική γλωσσική παράδοση) αντικατοπτρίζει μια πρώιμη φάση στη γλωσσική εξέλιξη των σλαβικών γλωσσών, οι αρχικοί φορείς του απώλεσαν νωρίς τη γλωσσική τους ταυτότητα και αφομοιώθηκαν γλωσσικά από τους ελληνόφωνους γηγενείς. Μια διεργασία, η οποία τεκμηριώνεται και από τις αφηγηματικές πηγές, στις οποίες δεν αναφέρονται σλαβόφωνοι κάτοικοι της Πελοποννήσου μετά το 15ο αιώνα.  Ένα συμπέρασμα, η συνάφεια του οποίου με την τρέχουσα επικαιρότητα [2003] είναι προφανής, διότι οι ξένοι «λαθρομετανάστες» κατά το Μεσαίωνα αφομοιώθηκαν τελικά από το γηγενή, τον ελληνόφωνο πληθυσμό και δεν αποτέλεσαν παρά ένα βραχυχρόνιο επεισόδιο στη μακραίωνη εθνική μας περιπέτεια…

[Σημείωση του αειμνήστου ιστορικού και καθηγητή του Τμήματος Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Φαίδωνα Μαλιγκούδη].

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλεξάνδρου (Παπαδοπούλου) Μητροπολίτου, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α, Αθήναι 2000.
  • Ν. Α. Βέη, Η Τρίπολις προ του 17ου αιώνος, εν Αθήναις 1907.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967.
  • Τ. Αθ. Γριτσόπουλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α, Αθήναι 1972.
  • Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792), Αθήνα 1972.
  • Α. Πετρονώτη, Η Οθωμανική Τριπολιτσά (Μνημεία Αρχιτεκτονικής), Πρακτικά Β’ Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Αθήνα 1990, 263-272.
  • Φρ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα. Πελοπόννησος, Αθήνα 1997 (εκδ. Τολίδη).
  • Ε. Fenster, Nochmals zu den Venezianischen listen der Kastelle auf der Peloponnes, «Byz. Zeit» 72 (1979), 321.
  • Pylia, Les notables moreotes, fin du XVIIIe debut du XIXe siecle: fonctions et comportements, t. I-II, Παρίσι 2001.

 

 

Παναγιώτης Βελισσάριος

ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων

Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »

Βαλτέτσι 1821 – Δοξασίες και ψυχολογία των πολεμιστών | Κώστας Ρωμαίος, Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός


 

Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, πασίγνωστος ιδίως με το βαπτιστικό του όνομα ως Φωτάκος, είναι γνωστό ότι από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 υπήρξε αφοσιωμένος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ότι αρκετούς χρόνους, μετά το τέλος της Επαναστάσεως, συνέγραψε εκτενή Απομνημονεύματα που έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους [1]. Εκείνο όμως, που δεν είναι ευρύτερα γνωστό, είναι ότι ο Φωτάκος, ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται – παράλληλα με την εξαίρετη ιστορική άξια των Απομνημονευμάτων του – και ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή. Γενικά για τον λαϊκό πολιτισμό της εποχής του 1821, τόσο τον σχετικό με τον υλικό βίο όσο και με τον κοινωνικό και ιδιαίτερα τον πνευματικό βίο του λαού, ο Φωτάκος γίνεται με το βιβλίο του πολύτιμος.

 

Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος. Προτομή στο χωριό Μαγουλιανά.

 

Από το πλούσιο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου, έχω διαλέξει να ασχοληθώ μόνο με το στρατόπεδο που συνεστήθη στο Βαλτέτσι, για να οργανωθεί αποτελεσματικότερα η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Τα χρονικά όρια των γεγονότων εκείνων περιορίζονται μεταξύ της 16 Απριλίου και της 13 Μαΐου 1821. Άλλα και πάλι, από το ποικίλο υλικό των πληροφοριών του Φωτάκου διάλεξα να εξετάσω τώρα μόνο τρία περιστατικά, με τα όποια δεν έχω ύπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί έως σήμερα άλλος ερευνητής της ελληνικής λαογραφίας.

Αναφέρονται τα τρία αυτά προβλήματα στα έξης περιστατικά: 1) Στο ότι οι Μανιάτες στο Βαλτέτσι με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να μετρηθούν, και ας επρόκειτο για διαταγή του Κολοκοτρώνη. 2) Στο ότι οι Έλληνες στρατιώτες, μόλις αντίκρισαν τα κατακρεουργημένα κορμιά των συναδέλφων τους, που είχαν πριν από λίγη ώρα σφαγή από τους Τούρκους, έστεκαν κίτρινοι από τον φόβο τους και δεν τολμούσαν να τα εγγίσουν και να τα θάψουν. Και 3) στο ότι μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα του Κολοκοτρώνη, που ξεκίνησε από το Χρυσοβίτσι και έσπευδε στη μάχη, ξεπετάχτηκαν ξαφνικά τρεις λαγοί, που όμως τους έπιασαν ζωντανούς.

A

Η καταμέτρηση του στρατού στο Βαλτέτσι

 

Τον Απρίλιο του 1821 ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να οργάνωση στρατόπεδο στο Βαλτέτσι, ώστε να αρχίσει στενότερη την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Φωτάκος και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν στις 16 Απριλίου από το Διάσελο της Αλωνίσταινας, όπου είχαν στρατόπεδο, και επήγαν στο Βαλτέτσι.

Στις 23 Απριλίου άρχισε εκεί μια συστηματική καταμέτρηση όλων όσοι ήσαν παρόντες. Σκοπός γι’ αυτό το μέτρημα ήταν να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των στρατιωτών, για να οργανωθεί αντίστοιχα καλύτερος ο επισιτισμός τους. Ξαφνικά όμως σ’ αύτη την καταμέτρηση αρνήθηκαν να πάρουν μέρος οι Μανιάτες, κυρίως οι απλοί στρατιώτες. Τελικά όμως αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν και να δεχθούν την καταμέτρηση, επειδή αλλιώς ο Κολοκοτρώνης δεν επρόκειτο να τους συμπεριλάβει στον κατάλογο των δικαιούχων για τροφοδοσία. Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την περασμένην ημέραν (δηλαδή την πριν από τη μάχη και τη διάλυση του στρατοπέδου, η οποία έγινε στις 24 Απριλίου) εμετρήθημεν όλοι οι ευρεθέντες εκεί και ήμεθα υπέρ τας δύο ήμισυ χιλιάδες στρατιώται. Εις αυτήν μάλιστα την καταμέτρηοιν έναντιωθησαν οι άπλοι Μανιαται στρατιώται και δεν ήθελαν να μετρηθούν, διότι το είχαν κακόν, άλλ’ εβιάσθηοαν να δεχθούν την καταμέτρησιν, διότι δεν ήθελεν ο Κολοκοτρώνης να τους δώση τροφήν (ταΐνι)»[2].

Την επομένη ημέρα μετά την καταμέτρηση, επετέθησαν εναντίον του ελληνικού στρατοπέδου στο Βαλτέτσι περίπου 9 χιλιάδες Τούρκοι, πεζικό και ιππικό, που βγήκαν από την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι κυρίευαν το χωριό Βαλτέτσι και οι Έλληνες απωθήθηκαν βορεινά, προς το δρόμο που οδηγούσε στο μικρό χωριό Αραχαμίτες που βρίσκεται κοντά στην σημερινή Ασέα.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Εκεί στο δρόμο, έξω από το Βαλτέτσι και βορεινά του χωριού, σταμάτησαν οι Καπεταναίοι και πολέμησαν μόνοι τους, αναγκάζοντας έτσι τους Τούρκους να μην προχωρήσουν πιο πέρα. Αν δεν είχαν επιχειρήσει αύτη την αντίδραση οι Καπεταναίοι, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να πιάσουν οι Τούρκοι αιχμάλωτο τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον αρχηγό των Μανιατών. Εξ άλλου από την πλευρά τους οι Μανιάτες, που δείλιασαν και δεν έμειναν να πολεμήσουν (όπως ήξεραν και μπορούσαν να πολεμούν), γόγγυζαν εναντίον του Κολοκοτρώνη, λέγοντας ότι εκείνος έφταιγε που τους ανάγκασε να μετρηθούν, και για τούτο οι Τούρκοι τους έκαμαν μάγια και εκείνοι δείλιασαν και δεν σταμάτησαν να πολεμήσουν.

Η σχετική μαρτυρία του Φωτάκου έχει ως έξης: «Την άλλην ημέραν (24 Απριλίου) μετά την καταμέτρησιν… ήρθαν οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς έως 9 χιλιάδες πεζοί και καβαλαραϊοι και αφού μας εκυνήγησαν, εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτον εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον. Οι Τούρκοι μας επήραν το χωρίον Βαλτέτσι και μας έσπρωξαν κατά το βορεινόν μέρος σιμά τον χωριού, όπου είναι ο δρόμος των Αραχαμιτών εκεί επολέμησαν μόνοι των οι μεγάλοι Καπεταναΐοι και τους εσταμάτησαν άλλως επίαναν ζωντανόν τον Κυριακούλην»[3].

Η συμπεριφορά των Μανιατών είναι φυσικό να μας φαίνεται τουλάχιστον περίεργη. Επιβάλλεται όμως να την προσέξουμε πιο πολύ και να αναζητήσουμε να την ερμηνεύσουμε.

Είναι γνωστό ότι ακόμη και σήμερα οι Έλληνες βοσκοί, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, αποφεύγουν να μετρούν τα πρόβατα ή τα γίδια της στάνης τους, και κυρίως αποφεύγουν συστηματικά να ανακοινώνουν σε άλλους τον ακριβή αριθμό των ζώων τους. «Το έχουν για κακό», όπως γράφει και ο Φωτάκος για τους Μανιάτες. Για τούτο, οσάκις κάποιος τρίτος, ανίδεος από την ψυχολογία των βοσκών, ερώτηση κάποιον τσοπάνη πόσα είναι τα πρόβατά του, εκείνος αποφεύγει να αναφέρει αριθμό. Συνηθισμένη απάντηση του είναι: «Δεν ξέρω» η αλλιώς: «Πόσα είναι; Όσα είναι».

Πιστεύουν οι βοσκοί ότι, αν μετρήσουν τα ζώα της στάνης τους, τότε αυτά κινδυνεύουν να υποστούν άμεση καταστροφή. Είναι γνωστή η φράση: «Από τα μετρημένα τρώει ο λύκος». Πρόκειται αρχικά για ένα ποιμενικό γνωμικό ολοκληρωτικής λαϊκής αποδοχής, που γρήγορα έπειτα έγινε πανελλήνια παροιμία. Η άποψη, που υποστηρίζεται μ’ αυτό το γνωμικό, μπορεί να διατυπωθεί: Αν δεν μετρήσεις τα ζώα της στάνης σου, αυτά όχι μόνο δεν κινδυνεύουν άλλα και θα πληθύνονται συνεχώς. Αν όμως τα μετράς, εκείνα κινδυνεύουν άμεσα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και σήμερα ακόμη, υπάρχει ανάλογη δοξασία ανάμεσα και στους χαρτοπαίκτες. Εάν ένας κερδίζει και το παιγνίδι συνεχίζεται, δεν εννοεί με κανένα τρόπο να μετρήσει πόσα κερδίζει, γιατί πιστεύει – και πιστεύουν και οι άλλοι – ότι όσο δεν τα μετράει, τόσο η ευνοϊκή τύχη θα εξακολουθεί και τα κέρδη θα αυξάνονται και θα πληθύνονται, ενώ αν κάμει το μεγάλο λάθος να τα μετρήσει, από εκεί και πέρα η καλή τύχη σταματάει και η χασούρα αρχίζει να κυριαρχεί. Και τότε, τα μετρημένα δεν τα τρώει μόνο ο λύκος, άλλα και τα ενθυλακώνει ο αντίπαλος χαρτοπαίκτης.

Ακόμη και σχετικά με τα παιδιά μίας οικογένειας, παλαιότερα δεν ήθελαν οι γονείς να ανακοινώνουν σε άγνωστους και τρίτους, πόσα είναι. «Πόσα παιδιά έχεις; – Όσα έχει δώσει ο Θεός!» απαντούσαν.

Ζεύγος ποιμένων στην Αρκαδία, C. Delort, D΄ Apres M. H. Belle, 1879.

Πίσω από αυτά τα έθιμα κρύβεται η λαϊκή δοξασία ότι καταμετρώντας κάποιο πλήθος, το περιχαρακώνεις, το εξουσιάζεις και το κάνεις ευπαθέστερο. Γι’ αυτό αν θέλεις να παραμένει εκείνο ισχυρό, (οτιδήποτε είναι που χρειάζεται προστασία, αύξηση και μεγάλωμα, όπως είναι ζώα, παιδιά, χρήματα, καρποφόρα δέντρα), οφείλεις να αποφεύγεις την καταμέτρηση τους [4]. Ούτε πρέπει να ανακοινώνεις σε άλλους τον ακριβή αριθμό των πραγμάτων που έχεις. Εκείνος που θα πληροφορηθεί τον ακριβή αριθμό των ζώων μίας στάνης, είναι σα να έχει γίνει ο μαγικός κάτοχος της στάνης. ’Εάν δηλαδή ακουστή ο αριθμός των ζώων της στάνης, τούτο ισοδυναμεί ως να έχει κοινολογηθεί ήδη το σπουδαίο μυστικό και ως να έχει μάθει τούτο ακόμη και ο λύκος, στον οποίο άλλωστε είναι γνωστό ότι του απεδίδοντο δαιμονικές ιδιότητες. ’Ακόμη και για τα παιδιά της οικογένειας, ο αριθμός τους έπρεπε να παραμένει μυστικός για τους ξένους, επειδή και εκείνοι, γινόμενοι κάτοχοι του αριθμού, είναι σα να αποκτούν αντίστοιχα τη δυνατότητα να βλάψουν. Ποικίλη μαγική ενέργεια στο μέλλον θα είναι πολύ εύκολο να κατευθύνεται εναντίον του συγκεκριμένου εκείνου αριθμού.

Συγκεντρωμένοι συνεπώς για πρώτη φορά οι Μανιάτες στις 23 Απριλίου του 1821 στο στρατόπεδο του Βαλτετσίου, – στην πρώτη τους πολεμική έξοδο από τη Μάνη και πριν καλά-καλά συμπληρωθεί μήνας από την επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως – μετέφεραν μαζί τους έντονες όλες τις δοξασίες τους, που μάλιστα γίνονταν ισχυρότερες μπροστά στο αβέβαιο του πολεμικού κινδύνου. Είναι για τούτο δικαιολογημένοι, διότι δεν ήθελαν να μετρηθούν πριν από τη μάχη. Αν δέχονταν, θα ήταν σα να παραχωρούν στους αντιπάλους τους -προκαταβολικά και εθελοντικά – τη δύναμη της μαγικής εξόντωσής τους.

Οι Μανιάτες συνεπώς, πιστεύοντας ακράδαντα ότι έχουν γίνει υποκείμενο ισχυρής μαγείας, υπέστησαν αυθυποβολή. Οι εμπειροπόλεμοι στρατιώτες της Μάνης, ξαφνικά έγιναν απόλεμοι. Και για να αποφύγουν μια μάχη που εκ των προτέρων πίστευαν ότι θα τους αποβεί μοιραία, προχώρησαν στον μόνο τρόπο σωτηρίας που τους απέμενε, στο να φύγουν κυνηγημένοι για να σωθούν. Στη φυγή τους μάλιστα ξέχασαν και τον γενναίο αρχηγό τους, τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος ήταν φυσικό να οπισθοχωρεί ακούσια και τελευταίος, και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμάλωτος. Καθώς πήγαινε ουραγός, θα είχε σίγουρα αιχμαλωτισθεί, εάν οι άλλοι «μεγάλοι Καπεταναίοι» – όπως τους ονομάζει ο Φωτάκος – δεν σταματούσαν και δεν πολεμούσαν μόνοι τους Τούρκους, σώζοντας τον Κυριακούλη.

Πιστεύω ότι τώρα μπορούμε να εξηγήσουμε ικανοποιητικά την συμπεριφορά των Μανιατών στο Βαλτέτσι. Έχοντας ριζωμένη στον ψυχικό τους κόσμο την πεποίθηση ότι έπειτα από τη δημόσια καταμέτρησή τους ένας μεγάλος κίνδυνος τους απειλεί, επίστεψαν ότι στους επιτιθέμενους Τούρκους της επομένης ημέρας πολύ σωστά «αναγνωρίζουν» τους ανθρώπους που τους έκαναν μάγια και τώρα έρχονται να αποτελειώσουν με φόνο το αποτέλεσμα της μαγικής ενέργειας που είχε προηγηθεί. Το κείμενο του Φωτάκου ευθυγραμμίζεται με όλα αυτά και αποδίδει με ακρίβεια την ομαδική ψυχολογία. Ιδού: «Εγόγγυσαν κατά του Κολοκοτρώνη οι Μανιάται και έλεγαν ότι εξ αιτίας όπου εμετρήθησαν τους εμάγευσαν οι Τούρκοι και ως εκ τούτου εδειλίασαν και δεν εστάθησαν εις τον πόλεμον»[5].

 

Β

Τα κατακρεουργημένα κορμιά στο Βαλτέτσι

 

Αφού οι Τούρκοι έφυγαν, μετά την επίθεση και τη σφαγή που έκαμαν, ξαναγύρισαν έπειτα στο Βαλτέτσι και οι Έλληνες. Το θέαμα όμως που αντίκρισαν τότε ήταν φρικιαστικό. Βρήκαν να έχουν κατακρεουργηθεί οι Έλληνες εκείνοι, όσοι έμειναν και πολέμησαν και στη συνέχεια δεν πρόλαβαν να φύγουν. Κανένας από τους ερχόμενους – και ανάμεσά τους φυσικά και ο Φωτάκος – δεν είχε το θάρρος να ζυγώσει κοντά στους σκοτωμένους. Κατακίτρινοι όλοι τους από τον φόβο, έστεκαν και κοίταζαν. Τότε ο Κολοκοτρώνης για να τους δώσει θάρρος, επήγε ο ίδιος και άρχισε να μαζεύει τα σκόρπια κομμάτια των σκοτωμένων. Τα έπαιρνε, τα φιλούσε και έλεγε στους γύρω του στρατιώτες ότι αυτοί, που σκοτώθηκαν μ’ αυτό τον άγριο τρόπο, είναι πραγματικοί άγιοι και ότι θα πάνε στον παράδεισο, γιατί είναι μάρτυρες που εμαρτύρησαν για τον Χριστιανισμό. Μονάχα τότε, έπειτα από όλα αυτά, επήραν θάρρος – ο Φωτάκος και οι άλλοι τρομαγμένοι – και επλησίασαν και έθαψαν τους νεκρούς.

Το σχετικό κείμενο, που μας έχει παραδώσει για το περιστατικό ο Φωτάκος, έχει ως εξής: «Αφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επέστρεψα – μεν εις το χωριό Βαλτέτσι, ήβραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζυγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Εκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους. Ο δε Κολοκοτρώνης δια να μας ενθαρρήνη, εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού, τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας ότι αυτοί είναι άγιοι και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν»[6].

Ανάλογο επεισόδιο συνέβη και αργότερα, πάλι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Το περιστατικό συνέβη στον Άγιο Σώστη, ένα από τα χωριά στον κάμπο της Τεγέας, ασφαλώς το πιο κατάλληλο για οχύρωση, επειδή βρίσκεται πάνω σε χωμάτινο λόφο και αγναντεύει τον κάμπο και το δρόμο για τη γειτονική Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει διαταγή στον Φωτάκο, να πάει και να ζυγώσει στο χωριό, τον Άγιο Σώστη. Πριν ξεκινήσει όμως ο Φωτάκος, ο Κολοκοτρώνης του έδωσε και άλλες σπουδαίες οδηγίες που ήσαν το αποτέλεσμα της Κολοκοτρωναίϊκης μακροχρόνιας πείρας στον τομέα της κλεφτουριάς. Γράφει σχετικά ο Φωτάκος: «Έπειτα με ωδήγησε, πως να πλησιάσω τον Άγιον Σωστήν. Να υπάγω δηλαδή τριγύρω ξέμακρα, να μη με τρώγη το βόλι εύκολα. – Πρόσεξε, μου είπεν ακόμη, τα πουλάκια τα μικρά, όταν τα σηκώνης ή οηκώνωνται μοναχά τους, εάν περνούν επάνω από το χωριό και τα ιδής να κάθωνται μέσα εις το χωριό άφοβα, τότε δεν είναι μέσα Τούρκοι και πήγαινε άφοβα ει δε και τα βλέπεις, άμα φθάσουν εις το χωρίον και γυρίζουν πίσω φοβισμένα και κάμουν (ε)λιγμούς ξαφνιασμένους, τότε είναι μέσα Τούρκοι και μην πας»[7].

Ο Φωτάκος ακολούθησε με προσοχή τις συμβουλές του Κολοκοτρώνη και έπειτα μπήκε στο χωριό τρέχοντας με το άλογό του από τη βορεινή πλευρά του χωρίου προς τη μεσημβρινή. Εκεί, στο νότιο μέρος του Αγίου Σώστη, είδε την εκκλησία του χωριού και την πόρτα της ανοιχτή. Ο Φωτάκος πλησίασε και κοίταξε στο εσωτερικό της εκκλησίας: «Έσκυψα και είδα την εκκλησίαν γεμάτην από πτώματα κοψοκέφαλα. Εφοβήθηκα πολύ και εγύρισα οπίσω εις τον αρχηγόν, ο όποιος ήρχετο με τους στρατιώτας, δια να πιάσουν το χωρίον και να κάμουν όλην την νύκτα ταμπούρια»[8].

Ο Κολοκοτρώνης ερώτησε τον Φωτάκο, γιατί έχει γίνει κίτρινος από τον φόβο του και εκείνος διηγήθηκε όσα είδε. Στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης εκάλεσε τους καπεταναίους και τους ρώτησε, τι πτώματα ήσαν εκείνα μέσα στην εκκλησία. Εκείνοι του είπαν ότι δεν έθαψαν τους σκοτωμένους. «Τότε (ο Κολοκοτρώνης) έδιαλεξεν ανθρώπους συνηθισμένους να μη φοβούνται τους νεκρούς (διότι τότε ο φόβος ήτο πολύς εις τους Έλληνας, επειδή ήσαν ασυνήθιστοι να πιάνουν και να θάφτουν πτώματα) και τους έστειλε και έκαμαν ένα μεγάλον λάκκον και τους έρριξεν όλους μέσα»[9].

Ανακατωμένες είναι οι δικαιολογίες που φέρνει ο Φωτάκος. Ωστόσο ο φόβος των Ελλήνων στρατιωτών στο Βαλτέτσι δεν οφείλεται απλώς στο ότι πρώτη φορά εκείνοι έβλεπαν ανθρώπους σκοτωμένους. Ούτε και κιτρίνισαν άπ’ αυτή την αιτία, δηλαδή διότι δεν είχαν συνηθίσει να βλέπουν σκοτωμένους. Εξ άλλου, στον Άγιο Σώστη της Τεγέας ο φόβος δεν προερχόταν απλώς γιατί είδαν μέσα στην εκκλησία τα κορμιά να είναι κοψοκέφαλα. Αν ήσαν μόνο αυτοί οι λόγοι, ασφαλώς έπειτα από τον πρώτο φόβο οι Έλληνες στρατιώτες θα ζύγωναν και θα έθαβαν τους νεκρούς.

Αλλά τότε, ποιός είναι ο βαθύτερος – και ο άγνωστος – λόγος για τον οποίο όλοι τους, Φωτάκος και λοιποί, έστεκαν κατακίτρινοι και ασάλευτοι, μην τολμώντας να πλησιάσουν και να έγγισουν τα πτώματα;

Πριν απαντήσω στο ερώτημα, προτείνω να γνωρίσουμε, τι ακριβώς πιστεύει, ακόμη και σήμερα, ο πολύς λαός ως προς τους πιθανούς κινδύνους που απειλούν καθέναν που θα πιάσει με τα χέρια του κάποιον νεκρό. Πιστεύουν λοιπόν ότι το λιγότερο που έχει να πάθη, είναι ότι θα τρέμουν τα χέρια του ή θα μένουν μουδιασμένα ή πιασμένα. Αυτό σημαίνει ότι τα χέρια που θα αγγίξουν το πτώμα, θα αχρηστευθούν προσωρινά από κάποιο νευρικό κλονισμό που θα πάθουν, ή από την ακινησία του αίματος και το βαρύ μούδιασμα.

Αναφέρω δύο παραδείγματα που μου είναι γνωστά από τη Θράκη: 1) Στον Σκοπό της Θράκης οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος στο άλλαγμα του νεκρού, συνήθιζαν να κόβουν από το σάβανο ένα μικρό τετράγωνο κομμάτι που το έραβαν έπειτα πάνω στο εσωτερικό ποκάμισό τους, και το έκαναν αυτό «για να μην τρέμουν τα χέρια τους» [10]. 2) Στο Σαμακόβι της Ανατολικής Θράκης «οι νεκροθάφτες, φεύγοντας από το σπίτι του πεθαμένου, παίρνουν μια λωρίδα πανί και το κρύβουν κάπου, έξω στην αυλή τους. Έπειτα από σαράντα ημέρες το παίρνουν πάλι, το πλένουν και το βάζουν για μπάλωμα σ’ ένα ρούχο τους, για να μην πιαστούν τα χέρια τους»  [11].

Διαπιστώνομε ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις εκείνος που θα πιάσει τον νεκρό, είτε για να τον αλλάξει, είτε για να τον θάψει, κινδυνεύει να ίδει τα δύο χέρια του να τρέμουν ή να είναι πιασμένα και αχρηστευμένα και αυτό να γίνεται για αρκετόν καιρό. Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν στις πιο αθώες περιπτώσεις, όταν δηλαδή ο θάνατος είναι φυσιολογικός και γίνεται μέσα στο σπίτι, και όταν οι γειτόνισσες σπεύδουν πρόθυμα για να περιποιηθούν τον προσφιλή νεκρό και οι νεκροθάφτες του χωριού να βοηθήσουν για την ταφή.

Στην περίπτωση όμως των βιαιοθανάτων, που τα κορμιά τους κατακρεουργήθηκαν από αιμοσταγείς φονιάδες, είναι πολύ φυσικό ότι η εκδικητική αντίδραση του νεκρού θα είναι πολύ ισχυρότερη και χειρότερη, και ότι θα κατευθύνεται αδιακρίτως εναντίον καθενός που θα τολμήσει να πιάσει τα διαμελισμένα κομμάτια του αδικοσκοτωμένου νεκρού. Καθένας που θα πιάσει τα ματωμένα κομμάτια, θα βάψη και αυτός τα χέρια του στο αδικοχυμένο αίμα. Θα γίνει συνεπώς συνένοχος στον φόνο και συνεκδοχικά συμμέτοχος στην εκδίκηση και την τιμωρία που θα προκαλέσει ο νεκρός.

Το μίασμα συνεπώς και ο πανίσχυρος φόβος από το μίασμα, ήσαν οι λόγοι που είχαν κάμει στο Βαλτέτσι και τον Φωτάκο και τους άλλους Έλληνες, να σταθούν περίτρομοι, κατακίτρινοι και αποσβολωμένοι, ευθύς ως αντίκρισαν τα κομματιασμένα κορμιά των συστρατιωτών τους. Ούτε και θα μετέβαλλαν ποτέ εκείνοι αύτη τη στάση τους, εάν δεν παρενέβαινε ο Κολοκοτρώνης, αυτός ο συχνός «από μηχανής θεός» για πάρα πολλά προβλήματα, μικρά και μεγάλα, που συνεχώς παρουσιάζονταν σε όλη την μακροχρόνια διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας.

Εζύγωσε λοιπόν τότε ο Κολοκοτρώνης και όχι μόνο έπιανε και εμάζευε ο ίδιος τα σκόρπια κομμάτια από τα διαμελισμένα κορμιά, άλλα και – αντιπαραθέτοντας σκόπιμα, στους δήθεν μιασμένους και εκδικητικούς νεκρούς, την αγιότητα των τωρινών νεκρών – έλεγε στους στρατιώτες του ότι οι νεκροί εκείνοι δεν είναι βλαπτικοί και μιασμένοι, άλλ’ ότι είναι πραγματικοί Άγιοι, και θα πάνε σίγουρα στον παράδεισο, γιατί είναι ισάξιοι με τους Μάρτυρες του Χριστιανισμού.

Και για να αποδείξει έμπρακτα ο Κολοκοτρώνης ότι επρόκειτο για Αγίους και για λείψανα Αγίων, εφιλούσε με ευλάβεια το κάθε κομμάτι που εμάζευε. Το εφιλούσε με ευλάβεια, που ήταν όμοια με εκείνην, όταν φιλούμε τα ιερά λείψανα κάποιου Αγίου.

Γ

Οι τρεις λαγοί, πριν από τη μάχη στο Βαλτέτσι

 

Αρκετές ημέρες πριν από τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης πηγαινοερχόταν κάθε ημέρα ανάμεσα στο Χρυσοβίτσι, το Βαλτέτσι και την Πιάνα. Οι ενδιάμεσες αποστάσεις σ’ αυτά τα τρία χωριά είναι αρκετά μεγάλες, αλλά ο οργανωτικός Κολοκοτρώνης εννοούσε να έχει κάθε ημέρα προσωπική αντίληψη για το κάθε πρόβλημα: «Αφού ήλθαν τα στρατεύματα, εις Βαλτέτσι, τότε ο Κολοκοτρώνης δια πολλάς ημέρας επήγαινε και ήρχετο εις Βαλτέτσι την αυγήν από εκεί το μεσημέρι πάλιν εις Χρυσοβίτσι και το εσπέρας εκείθεν εις Πιάνα. Ταύτα ήσαν αδύνατον να μη γίνουν κάθε ημέραν, μολονότι το διάστημα ήτο όχι ολίγον»[12].

Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ακριβώς μέσα σε εκείνο το καθημερινό πέρα – δώθε βρήκε τον Κολοκοτρώνη και η είδηση, ότι επί τέλους οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς ξεκίνησαν πανστρατιά, με σκοπό να συντρίψουν ολοσχερώς όλους τους Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί στο Βαλτέτσι. Ο Φωτάκος γράφει σχετικά: «Ο δε Κολοκοτρώνης εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται και να βλέπη και τας τρεις θέσεις… του Χρυσοβιτσιού, της Πιάνας και του Βαλτετσιού, και τα πάντα ήσαν έτοιμα… Τέλος πάντων ήλθεν η ώρα να δοξασθούν και να ελευθερωθούν οι Έλληνες με του Θεού την βοήθειαν. Οι Τούρκοι εβγήκαν από την Τριπολιτσάν όλοι υπέρ τας δώδεκα χιλιάδας πεζοί και καβαλαραΐοι… Ο Κολοκοτρώνης εις το Χρυσοβίτσι τότε ευρισκόμενος, άμα είδε τους καπνούς[13], ότι οι Τούρκοι πηγαίνουν εις το Βαλτέτσι, αμέσως έστειλε τον Θεοδόσην Καρδαράν καβαλάρην με μίαν σημαίαν να έβγη εις την ράχιν του Βαλτετσιού δια να τον βλέπουν οι κλεισμένοι εις το Βαλτέτσι, ότι τους πηγαίνομεν βοήθειαν. Έπειτα διέταξε τους στρατιώτας να τον ακολουθήσουν»[14]. Και πιο κάτω ο Φωτάκος συνεχίζει: «Αφού ο πόλεμος άρχισεν εις τα καλά, έφθασεν ο Κολοκοτρώνης με τους Χρυσοβιτσιώτας και άλλους κοντά 700 και επήρε τις πλάτες των Τούρκων»[15].

 

Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης έφιππος (λεπτομέρεια). Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Ανάμεσα, όμως σε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, – ενώ η μεγάλη μάχη είχε αρχίσει και ενώ ο Κολοκοτρώνης πήγαινε, εσπευσμένα, για το Βαλτέτσι, – ιδού ότι στο δρόμο του ξεπετάχτηκαν μπροστά από το στρατιωτικό τμήμα τρεις λαγοί. Ψυχολογικά, το ασήμαντο τούτο για σήμερα περιστατικό ήταν για τότε ότι χειρότερο θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς για εκείνες τις ώρες. Γενικά, εάν ένας λαγός παρουσιαζόταν είτε στο στρατόπεδο είτε σε ώρες κρίσιμες για πολεμική δράση, και ιδίως εάν ο λαγός έκοβε τον δρόμο προσπερνώντας κάθετα, τότε όλοι πίστευαν ότι τούτο ήταν προάγγελος για βέβαιη καταστροφή. Το νόημα όμως του οιωνού εκείνου πίστευαν ότι θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά, αρκούσε οι στρατιώτες να ήσαν ικανοί να σκοτώσουν τον απροσδόκητο τετράποδο επισκέπτη τους, ή προπάντων να καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό. Το τελευταίο τούτο εθεωρείτο και ως το σπουδαιότερο. Και τότε η ελπίδα για επικείμενη και βέβαιη νίκη άλλαζε και γινόταν πεποίθηση.

Ο Φωτάκος, περιγράφοντας το περιστατικό, έχει φροντίσει να προσθέσει και τις δικές του παρατηρήσεις σχετικά με την δοξασία. Το κείμενό του έχει ως εξής: «Όταν ο πόλεμος άρχισεν εις το Βαλτέτσι και ο Κολοκοτρώνης με τούς Χρυσοβιτσιώτας ήρχετο εκεί, οι στρατιώται του εις τον δρόμον έπιασαν λαγούς ζωντανούς· επειδή δε οι Έλληνες εκ προλήψεως εθεώρουν τον λαγόν, τον οποίον απαντούσαν καθ’ οδόν ως κακόν σημείον, ο Κολοκοτρώνης είπε τότε εις τους στρατιώτας δια να τους δώση θάρρος· «καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους»[16].

Παραλλαγή, ως προς την αφήγηση του αυτού επεισοδίου, συναντούμε στα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όπως ο Γέρος του Μόρια αφηγήθηκε το ίδιο περιστατικό στον Γεώργιο Τερτσέτη: «Όταν εκίνησα διά να υπάγω εις το Βαλτέτσι, εις τον δρόμο εβγήκαν τρεις λαγοί και τους επιάσαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι: «Η νίκη, παιδιά, είναι δική μας». Είχαν πρόληψη οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους επίαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο»[17].

Προτού προχωρήσω στις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις μου, θα προτιμούσα να παραθέσω αμέσως τώρα το κείμενο από τρεις άλλες παρόμοιες μαρτυρίες, που προέρχονται από την νεώτερη προφορική παράδοση.

Η πρώτη προέρχεται από την καταγραφή μίας ρουμελιώτικης παραδόσεως που την άκουσε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Ο τελευταίος την ανακοίνωσε στον Γιάννη Βλαχογιάννη, ο όποιος και τη δημοσιεύει το έτος 1927: «Στη Γραβιά, πριν μπούνε και κλειστούν οι Έλληνες στό Χάνι, πετάχτηκε λαγός από τα γύρωθε σπαρτά. Ο Ανδρούτσος φώναξε: – Μη χαλάτε τα φουσέκια σας». Έβαλε το λαγό στο κυνήγι και τον έπιασε ζωντανό, λένε»[18].

Στο Ζαγόρι της Ηπείρου έχουν την ακόλουθη δοξασία, σύμφωνα με όσα γράφει στην Λαογραφία το έτος 1921 ο καταγόμενος από εκεί και μετέπειτα καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιος Αναγνωστόπουλος: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός, δε βρίσκεις καλά και μ’ ευκολία για ότι δουλειά πας»[19].

Τέλος η φιλόπονη και ευσυνείδητη λογία της Θράκης Ελπινίκη Σαραντή-Σταμούλη, γνωστή ιδιαίτερα για τις λαμπρές πληροφορίες εθίμων και δοξασιών της Θράκης που έχει δημοσιεύσει, γράφει το 1951 στη Λαογραφία:  «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό»[20].

Έχω τη γνώμη ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να συγκρίνω τις πληροφορίες και να προσθέσω μερικές παρατηρήσεις που θα ήθελα να κάμω.

  1. Πρώτα-πρώτα, η πιο αδύναμη μαρτυρία από όλες τις πιο πάνω είναι αύτη που ο Γιάννης Βλαχογιάννης την έχει δημοσιεύσει στην «Ιστορική Ανθολογία». Γίνεται φανερό ότι ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, που άκουσε τη σχετική ρουμελιώτικη διήγηση, θαύμασε προπάντων τη λεβεντιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου και ιδίως τη θρυλική ταχύτητά του στο τρέξιμο. Θαυμάζοντας όμως αυτά, δεν πρόσεξε και δεν ρώτησε να μάθη περισσότερα για τη λαϊκή δοξασία, που κρύβεται πίσω από την ιστορία. Όπως η παράδοση έχει διασωθεί, φαίνεται απλώς σαν ένα περιστατικό που δείχνει την ωκυποδία του θρυλικού στο τρέξιμο Οδυσσέα. Στο μεταξύ όμως η παράδοση – μ’ αύτη τη μορφή της – έχει χάσει όλο το δραματικό στοιχείο της, που επικεντρώνεται στο ότι, την ώρα που οι γενναίοι αλλά ολίγοι πορεύονται για το απροστάτευτο Χάνι, ένας λαγός ξεπετιέται μπροστά τους, για να τους προειδοποιήσει ότι εκεί που πάνε τους περιμένει ο θάνατος. Μονάχα επειδή ο Οδυσσέας κατάφερε και έπιασε ζωντανό εκείνο τον λαγό, μονάχα τότε όλοι τους έγιναν σίγουροι, και ότι θα ταπεινώσουν την επόμενη ήμερα τον πολυάριθμο τουρκικό στρατό, και ότι οι ίδιοι τελικά θα ξεφύγουν, με εκείνο το νυκτερινό άλλα δυναμικό γιουρούσι τους την μεθεπόμενη νύχτα.
  2. Αντίθετα όμως με τη διήγηση για τον Ανδρούτσο και το Χάνι της Γραβιάς, οι άλλες πληροφορίες είναι πολύ καλές. Πρόκειται για τις δύο για το Βαλτέτσι και για τις άλλες δύο, τις σχετικές με τη νεώτερη ζωή στο Ζαγόρι της Ηπείρου και στη Θράκη. Αξίζει λοιπόν να απομονώσουμε – και να τονίσουμε – τα σπουδαιότερα στοιχεία τους.

Και πρώτα-πρώτα, από όσα υποστηρίζουν οι δύο νεοελληνικές μαρτυρίες, η πληρέστερη μορφή της δοξασίας δεν ολοκληρώνεται απλώς με την παρουσία ενός λαγού στο δρόμο, άλλα κυρίως με το να προσπεράσει κάποιος λαγός κάθετα, μπροστά από τον δρόμο σου: «Άμα πας πουθενά και προσπεράσει λαγός» τονίζεται στο Ζαγόρι. «Σαν ο λαγός τους έκοφτε το δρόμο», επιμένουν και στη Θράκη.

Η αναποδιά πάντως, που προκαλείται με την εμφάνιση του λαγού, είναι γενική και ισχύει για τον οποιοδήποτε σκοπό που επιδιώκεται με την πορεία. Κυρίως όμως η απροσδόκητη εμφάνιση κάποιου λαγού συνδέεται αμεσότερα με τους κινδύνους που σχετίζονται με το στρατό και τον πόλεμο, διότι εκεί άλλωστε δεσπόζει το αβέβαιο του μέλλοντος. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν μεταξύ τους, τόσο η μαρτυρία της Θράκης, όσο και οι δύο σχετικές με το Βαλτέτσι, ιδίως όμως η παραλλαγή που την διηγείται ο ίδιος δ Κολοκοτρώνης. «Σαν ο λαγός τους έκοψε το δρόμο, δεν το ’χαν σε καλό, και προπάντων όσοι πήγαιναν για το στρατό» (Θράκη). «Οι Έλληνες, όταν έβλεπαν λαγούς και επερνούσαν από το στρατόπεδο[21] και δεν τους εσκότωναν ή δεν τους έπιαναν, η καρδιά των Ελλήνων εκρύωνε, ότι θα χάσουν τον πόλεμο» (Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα).

 

Δ

 

Ως προς τον ρόλο τώρα του λαγού, και τη σημασία της ξαφνικής παρουσίας του, δεν έχω αμφιβολία ότι ως αρχική αφετηρία στις δοξασίες πρέπει να έχει υπάρξει η δαιμονική και κυρίως η χθόνια ιδιότητα, που από παλαιότατους χρόνους και από αρκετούς ευρωπαϊκούς λαούς έχουν αποδοθεί στον λαγό. Γι’ αυτό τον λόγο ο λαγός – ιδίως στα ευρωπαϊκά έθιμα του θερισμού – έχει πολύτιμες μαγικές ιδιότητες. Εάν έξαφνα στο τέλος του θερισμού ξεφύγει κάποιος λαγός, που σ’ αύτη την περίπτωση συμβολίζει τον πλουτοδότη δαίμονα του σίτου, τότε πιστεύουν ότι η καρποφορία του μεγάλου χωραφιού θα μεταβληθεί σε ασήμαντη για το επόμενο έτος. Εάν όμως οι θεριστές του αγρού, κόβοντας τα τελευταία δράγματα (τις τελευταίες «χεριές») από τα στάχια, θα τύχη να συλλάβουν κάποιον αληθινό λαγό, η έστω εάν απομιμηθούν ότι τάχα τον έπιασαν – φωνάζοντας θριαμβευτικά «να, ο λαγός» και τρέχοντας «τον πιάνουν» – τότε και η καλή εσοδεία του αγρού εκείνου πιστεύουν ότι θα είναι απόλυτα εξασφαλισμένη και για την επόμενη χρονιά. Η ευετηρία που συνυπάρχει με τον λαγό, δαίμονα του σίτου, παραμένει στο χωράφι, όπου και ανήκει.

Συνοψίζω συνεπώς τις σκέψεις μου γύρω από το βαθύτερο νόημα, που – σε πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, άλλα και στην Ελλάδα – βρίσκεται πίσω από τα έθιμα του θερισμού: Η εμφάνιση του λαγού φέρνει μαζί της την ευγονία της γης και την ευτυχία στον αγρότη, άλλα στη συνέχεια η φυγή και εξαφάνισή του σε ξένους αγρούς προκαλεί αντίστοιχα την καχεξία του χωραφιού στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα, εάν κατορθωθεί η σύλληψη του λαγού ζωντανού, ή έστω «η εικονική μιμητική σύλληψή του» μέσα στις φάσεις του θεριστικού «δρωμένου», τότε τούτο συμβολίζει ότι και η μελλοντική επιτυχία στην παραγωγή του χωραφιού θα είναι σίγουρη.

Δεν χρειάζεται λοιπόν παρά μόνο τα ίδια νοήματα και τους συμβολισμούς να τους μεταφέρουμε και στο χώρο του πολέμου και να παραδεχτούμε ότι και εκεί συμβαίνουν πράγματα πανομοιότυπα. Η εμφάνιση δηλαδή και στη συνέχεια η φυγή ενός λαγού μπροστά από τους στρατιώτες, σημαίνει καταστροφή τους. Αντίθετα η σύλληψη του ζωντανού, σημαίνει μεγαλειώδη θρίαμβο κατά την επόμενη μάχη.

Ο Κολοκοτρώνης συνεπώς δεν είχε άδικο, όταν βλέποντας ότι οι στρατιώτες του έπιασαν ζωντανούς τους τρεις λαγούς τους είπε ότι η νίκη στο Βαλτέτσι είναι σίγουρη: «Εις τον δρόμο (για το Βαλτέτσι, όπου έσπευδαν) εβγήκαν τρεις λαγοί και τους έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τους είπα, ότι «η νίκη, παιδιά, είναι δική μας».

Σιγά-σιγά όμως το παλαιότατο και βαθύτερο νόημα, ως προς την εμφάνιση και τη φυγή ή τη σύλληψη ζωντανού του λαγού, που ήταν ο δαίμων του σίτου και πάροχος αγροτικής ευημερίας, ήταν φυσικό με τα χρόνια να ξεχασθεί.

Τι απέμενε λοιπόν έκτοτε; Απέμενε να παρεμβληθεί η λύση της ομοιοπαθητικής αναλογίας. Το παλαιό δηλαδή έθιμο επέζησε, το αίμα όμως που ανανεώνει τη ζωή του έχει αλλάξει ιδιότητες και αιτιολογία.

Στη νέα αύτη φάση, με την οποία επιβιώνει σήμερα η παλιά δοξασία, υπόκειται το ακόλουθο σκεπτικό. Ερώτηση: Συμβαίνει ένας λαγός να παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά σου και προσπερνώντας να σου κόβει το δρόμο, την ώρα που πηγαίνεις για κάτι σπουδαίο; Αν αυτό συμβαίνει, τότε με αύτη την εμφάνισή του είναι σα να προειδοποιεί και να σου λέγει: «Όπως εγώ τρέχω πανικόβλητος για να σωθώ, έτσι και εσύ αυτού που πας θα τρέχεις το ίδιο πανικόβλητος για να σωθείς». Εάν λοιπόν ο λαγός τελικά ξεφύγει, τότε τούτο σημαίνει μεγάλη ζημιά η μεγάλο κίνδυνο. Εάν όμως θα καταφέρουν να τον πιάσουν ζωντανό – όπως και στα μιμητικά δρώμενα του θερισμού – τότε τα πράγματα αλλάζουν, γιατί εκείνος που θα τρέχει σε λίγο, κυριολεκτικά πανικόβλητος, θα είναι ο νικημένος αντίπαλός σου.

Στα έθιμα τοκετού, κάθε φορά που θα έρθει μέσα στο σπίτι της επιτόκου κάποια γειτόνισσα, αντί του καθημερινού και κανονικού χαιρετισμού συνηθίζεται να λέει ως πρώτη λέξη την ακόλουθη ευχή: «Χέλια!» Μπορεί αλλιώς να ειπεί και ως έξης: (Όπως γλιστράει το χέλι, έτσι να γλιστρήσει και το παιδί». Σ’ αύτη τη φράση αναγνωρίζουμε τον τρόπο που γίνεται η σύνθεση της ομοιοπαθητικής ευχής. Η ευχή δηλαδή που εκφωνείται απαρτίζεται από δύο ισόποσα, ισότιμα και αλληλοεπηρεαζόμενα τμήματα, που συνδέονται και εξομοιώνονται μεταξύ τους με τους δύο εναρκτήριους συνδέσμους «όπως… έτσι…».

Ακριβώς όμως παρόμοια αμοιβαία εξομοίωση έχει συμβεί και στη σύντομη προσφώνηση του Κολοκοτρώνη προς τους στρατιώτες του, αμέσως μετά τη σύλληψη των τριών λαγών. Ο Φωτάκος βέβαια αναφέρει μόνο το δεύτερο τμήμα, γράφοντας: «Καλόν σημείον, στρατιώται, έτσι θά πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Δεν υπαρχή φυσικά καμιά αμφιβολία, ότι και ο Κολοκοτρώνης είναι δυνατόν να είπε ακριβώς έτσι, δηλαδή να παρέλειψε το πρώτο τμήμα ως ευκολονόητο. ‘Ωστόσο η κανονική και πλήρης διατύπωση της ομοιοπαθητικής μορφής πρέπει να είχε ως έξης: «Καλόν σημείον, παιδιά [22], όπως επιάσατε ζωντανούς τους λαγούς, έτσι θα πιάσωμεν και ημείς ζωντανούς τους Τούρκους». Με αυτή τη διατύπωση η ομοιοπαθητική έκφραση έχει πάρει την τέλεια μορφή της.

Τελικά η παλαιά ιδιότητα του λαγού, που φέρει μαζί του τον δαίμονα του σίτου και την ευημερία, έχει πλέον ξεχασθεί. Η νέα όμως δικαιολογία που ξεφύτρωσε, στηριγμένη ειδικά πάνω στην ομοιοπαθητική διαδικασία, ζει και βασιλεύει. Ημπορεί μάλιστα να δίνη τέτοια φτερά στα πόδια και τέτοιο κουράγιο στις καρδιές των πολεμιστών του Βαλτετσίου, ώστε πολύ σύντομα το περιεχόμενο της ομοιοπαθητικής προμαντείας θα γίνει πραγματικότητα. Περιγράφεται μάλιστα από τον Φωτάκο εκείνη η νέα πραγματικότητα με δύο διαφορετικές ενότητες, πρώτα με τα όσα έγιναν στο Βαλτέτσι, και δεύτερο με όσα διαδραματίσθηκαν μέσα στην Τριπολιτσά.

Ως προς το Βαλτέτσι, οι Τούρκοι «έφυγαν και άφηκαν σκοτωμένους γεμάτες τις ράχες δεξιά και αριστερά, καθώς πάει η ρεματιά εις την Τριπολιτσάν» [23]. Ως προς δε τους ολοφυρμούς στην Τριπολιτσά, ο Φωτάκος γράφει: «Τούτο δε μόνον εμείς γνωρίζομεν, ότι ολονυκτίς εκουβάλαγαν πληγωμένους μέσα εις την Τριπολιτσάν θρήνος και κλαυθμός πολύς εγίνετο μέσα εις την πόλιν, και δεν ήτο κανένα σπίτι χωρίς μοιρολόγια και κλαύματα. Αι γυναίκες των, τα παιδία των και όλη η Τουρκιά της Τριπολιτσάς έτρεχαν εις τους δρόμους, ως μας είπαν ύστερα οι κλεισμένοι μέσα Έλληνες, και ερωτούσαν και εφώναζαν ο καθένας τους δικούς των, αν τους είδαν ζωντανούς ή σκοτωμένους, και αν έρχωνται, ή τι έγιναν. Εκεί έβλεπε τις τας γυναίκας των Τούρκων να κορωνυχιάζουν τα μάγουλα των με τα νύχια των και να τραβούνε τα μαλλιά των, τα δε παιδιά να φωνάζουν και να γυρεύουν τους πατέρας των. Τοιαύτη ήτο η θέα της Τριπολιτσάς εις το έμβασμα των Τούρκων των τσακισμένων εις το Βαλτέτσι» [24].

 

Ε

  

Έχω υποστηρίξει, αμέσως από την αρχή της μελέτης μου, ότι ο Φωτάκος, «ακριβώς επειδή ασχολείται πολύ συχνά με πολλές και μικρές λεπτομέρειες για πρόσωπα και γεγονότα του πολέμου, αναδεικνύεται… ως μία αξιόλογη λαογραφική πηγή» για την εποχή εκείνη. Νομίζω ότι τα τρία μικρά προβλήματα που εξέτασα πιο πάνω, σχετικά με το ελληνικό στρατόπεδο και τη μάχη στο Βαλτέτσι, είναι ικανά να αποδείξουν αύτη την αλήθεια.

Το αποτέλεσμα στην πρώτη μεγάλη μάχη και τη νίκη των Ελλήνων εκερδήθη φυσικά από την στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο ίδιος όμως ο στρατηγός γνώριζε πολύ κοίλα ότι πίσω από τα γεγονότα – και παράλληλα με αυτά – βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και μία άλλη μορφή πολέμου, η σχετική με τη σύγκρουση των δοξασιών. Αν ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης δεν είχε προβλέψει τι οδυνηρές συνέπειες θα είχε για όλο το στρατόπεδο «το μέτρημα» των Μανιατών – που παρά λίγο να είχε στοιχίσει την αιχμαλωσία στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, τον «Μεγαλομούστακον» της Μάνης -, ωστόσο ο Γέρος του Μόρια παρενέβη σωτήρια στις δύο άλλες και σημαντικές περιπτώσεις: α) Δυνάμωσε την ψυχική αντοχή των στρατιωτών του, ως προς τη θέα των κατακρεουργημένων κορμιών και τους βοήθησε να απαλλαγούν από τον ισχυρό φόβο του μιάσματος. Και β) στη συνέχεια, στερέωσε την πίστη των στρατιωτών του για σίγουρη νίκη, και αυτό έγινε κατά τις κρίσιμες στιγμές, όταν ξεπετάχτηκαν οι τρεις λαγοί, σύμβολα  – όπως και οι Δελφικοί χρησμοί – δισυπόστατα από σημασιολογική άποψη. Σύμβολα δηλαδή επαίσχυντης φυγής, εάν δεν συλληφθούν, άλλα και σύμβολα θριάμβου, εάν οι λαγοί θα συλληφθούν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτίου Χρυσανθοπούλου η Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθηνήσι 1858. Φωτοτυπική επανέκδοση, – με επιμέλεια, εισαγωγή και ευρετήριο από τον κ. Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον -, έχει γίνει από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών (Αθήναι 1974). Σ’ αύτη την τελευταία έκδοση παραπέμπω κάθε τόσο, πιο κάτω.

[2] Φωτάκος Α, σελ. 121.

[3] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[4] Σε ανέκδοτους ιατροσοφικούς κώδικες των περασμένων αιώνων η ερευνήτρια αυτών των κωδίκων Αγλαΐα Παπασπυροπούλου, διδάκτωρ Λαογραφίας, με πληροφορεί ότι λέγεται συχνά: «βάλε αμέτρητο» άπ’ αυτό το βοτάνι η το άλλο. Αν το μετρήσεις, νομίζω ότι εκείνο χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.

[5] Φωτάκος Α, σελ. 122.

[6] Φωτάκος Α, σελ. 126.

[7] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[8] Φωτάκος Α, σελ. 218.

[9] Φωτάκος Α, σελ. 218-219.

[10] Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου, τομ. 2 (1940) σελ. 173.

[11] Έπετ. Λαογρ. Αρχ. 2, 187.

[12] «Οι καπεταναίοι όσοι βαστούσαν την Επάνω Χρέπαν, φρόντιζαν πάντοτε να βάλλουν καπνούς εις την κορυφή δια να ειδοποιείται ο κόσμος και τα στρατόπεδα, ότι βγήκαν οι Τούρκοι» (Φωτάκος Α, σελ. 150).

[13] Από τους καπνούς στην Επάνω Χρέπα του Μαινάλου οι Έλληνες εμάθαιναν όχι μόνο ότι εβγήκαν Τούρκοι από την Τριπολιτσά, αλλά και προς τα που κατευθύνονται. Αυτά τα εμάθαιναν από ορισμένα σημάδια. «Το σημείον ήτο το ακόλουθον όταν οι Τούρκοι έβγαιναν να υπάγουν δια το Ναύπλιον, έβαλλαν εις την κορυφήν του βουνού της Επάνω Χρέπας ένα καπνόν, αν επήγαιναν δια το Λεβίδι τρεις, και δια το Βαλτέτσι τέσσερας και ούτω καθ’ εξής. Εδώ δια πρώτην φοράν μετεχειρίσθησαν οι Έλληνες τους καπνούς δια να γνωρίζουν που πηγαίνουν οι Τούρκοι. Αφού έβλεπαν τους καπνούς ετουφέκιζαν από ράχιν εις ράχιν και στρατιώται και τσοπάνηδες όπου ευρίσκοντο και διεδίδετο από τον έναν εις τον άλλον η είδησις της εξόδου των Τούρκων εις όλην σχεδόν την Πελοπόννησον και ούτως εφύλαττον τας οικογένειας των και τα ζώα των από τους Τούρκους» (Φωτάκος Α, σελ. 140-141).

[14] Φωτάκος Α, σελ. 150-151.

[15] Φωτάκος Α, σελ. 153.

[16] Φωτάκος Α, σελ. 161.

[17] Θ. Κ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Έλλην. φυλής, φωτομηχανική επανέκδοση από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, με εισαγωγή, εύρετηριον, επιμέλεια Τάσου Γριτσόπουλου, Αθήναι 1981, σελ. 83.

[18] Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορικοί Ανθολογία, 1927, σελ. 139, αρ. 264.

[19] Λαογραφία τομ. 8 (1921) σελ. 219, αρ. 18. Ο Γ. Αναγνωστόπουλος στο ρήμα προσπέραση δίνει την ερμηνεία (που είναι η σωστή) «διάσχιση τον δρόμον καθέτως και προ σού».

[20] Λαογραφία 13 (1951) σελ. 233, αρ. 196.

[21] Η έκφραση «από το στρατόπεδο» έχει εδώ τη σημασία, ότι οι λαγοί θα διέσχιζαν το στρατόπεδο. Τούτο ισοδυναμεί με την περίπτωση που ένας λαγός προσπερνάει κόβοντας κάθετα τον δρόμο.

[22] Η κλητική που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης (στα Απομνημονεύματά του) είναι «παιδιά» και όχι «στρατιώται» που γράφει ο Φωτάκος.

[23] Φωτάκος Α, σελ. 160.

[24] Φωτάκος Α, σελ. 160.

 

Κώστας Ρωμαίος (1913 – 1992)

Καθηγητής  Πανεπιστημίου – Ακαδημαϊκός

«Πελοποννησιακά» (1985-1986) , τόμος 16. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό σύστημα.

 

Read Full Post »

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος – Ναύπλιο


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα σημείωμα του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 «Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος».

 

Απρίλιος 1897. Ξεκίνησε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος που κατέληξε το Μάιο του ίδιου χρόνου στην πρώτη μεγάλη ήττα της Ελλάδας από στους Τούρκους μετά το 1821. Τότε τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές πλάγιες του Ολύμπου.  Στην εκστρατεία αυτή συμμετείχε και το 8ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα το Ναύπλιο και συγκεκριμένα το ενετικό κτήριο (σημερινό αρχαιολογικό μουσείο) στην Πλατεία Συντάγματος.

Προς τιμήν των 23 πεσόντων του 8ου Συντάγματος του πολέμου του 1897 κατασκευάστηκε με χρήματα των στρατιωτών και των αξιωματικών πρωτοβουλία του διοικητή Δημητριάδη, αναθηματική στήλη των πεσόντων. Εγκαινιάστηκε έξι χρόνια αργότερα στις 24/4/1903 μπροστά από το ενετικό κτήριο στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Αργότερα, η 7η Ιανουαρίου καθιερώνετε ημέρα εορτής του 8ου Συντάγματος. Η ημερομηνία αυτή ταυτίζετε με την μάχη της Μανωλιάσσας του 8ου συντάγματος στις 7 Ιανουαρίου 1913. Η Μανωλιάσσα είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του δήμου Μπιζανίου.

Στις ετήσιες εκδηλώσεις μπροστά από το μνημείο γινόταν αναφορά για τους πεσόντες του 8ου Συντάγματος σε όλες τις στρατιωτικές συμμέτοχες του. Συνολικά 511 ήταν οι οπλίτες και οι αξιωματικοί που έπεσαν υπέρ πατρίδος στις μάχες του 8ου Συντάγματος.

 

Πλατεία Συντάγματος, πίσω η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων μπροστά από το σημερινό Αρχαιολογικό μουσείο.

 

Η αναθηματική στήλη καταγράφει όλους τους νεκρούς από τους πολέμους του 1897, 1912 -1913 και 1918 -1922.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41, γίνεται  στην πίσω πλευρά  της στήλης.

Μετά το τέλος της λειτουργίας του ενετικού κτηρίου σαν στρατιωτικό κτήριο και πριν γίνει αρχαιολογικό μουσείο η αναθηματική στήλη μεταφέρθηκε το 1933 στο νέο στρατόπεδο του Ναυπλίου στο Πολύγωνο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι μάχες στην Αλαμάνα, τη Γραβιά και το Βαλτέτσι


 

Η Πύλη ανέθεσε την καταστολή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο στο διοικητή της Χουρσίτ πασά, που βρισκόταν στα Γιάννενα εναντίον του Αλή πασά. Ο Χουρσίτ είχε αρχίσει να προετοιμάζεται νωρίτερα, αφού στην Τρίπολη είχε αφήσει το χαρέμι και τους θησαυρούς του. Παράλληλα ήθελε να διασκεδάσει την οργή του σουλτάνου, τον οποίο πριν από λίγο καιρό διαβεβαίωνε για την ησυχία των κατοίκων.

Στο μεταξύ είχε κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Οι οπλαρχηγοί της Πανουργιάς, Αθανάσιος Διάκος και Γιάννης Δυοβουνιώτης, έχοντας καταλάβει Σάλωνα (Άμφισσα), Λιβαδειά, Θήβα και Μπουδουνίτσα, ετοιμάζονταν να ξεσηκώσουν τους άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς και να αποκλείσουν το δρόμο από Λιβαδειά προς Ζητούνι (Λαμία), αναχαιτίζοντας έτσι την εχθρική κάθοδο των Τούρκων προς τον Ισθμό. Στόχος, να διατηρηθεί και εξαπλωθεί η Επανάσταση.

 

Αθανάσιο Διάκος

Προσωπογραφία του Αθανασίου Διάκου. Λιθογραφία εκ των παλαιοτέρων εκδοτικών οίκων της Ελλάδος Δ. Π. Δημητράκου.

 

Ο Χουρσίτ ανέθεσε το έργο της καταστολής στον έμπιστό του Κιοσέ Μεχμέτ, τον οποίο διόρισε προσωρινό βαλή της Πελοποννήσου, και στον Αρβανίτη Ομέρ Βρυώνη (γόνο παλαιάς εξισλαμισθείσας χριστιανικής οικογένειας), παλαιό φίλο του Αλή πασά και πρόσφατα διορισμένο πασά του Βερατίου. Αν και ο Ομέρ Βρυώνης ήταν από τους ικανότερους στρατηγούς του τουρκικού στρατού, η αρχηγία της εκστρατείας ανατέθηκε στον Κιοσέ Μεχμέτ, γιατί η αποστασία του Αλή πασά είχε προξενήσει δυσπιστία προς τους Τουρκαλβανούς.

 

Η μάχη της Αλαμάνας (23 Απριλίου 1821)

 

Αθανάσιος Διάκος, «ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτας εις την μάχην».

Η μεγάλη τουρκική δύναμη – 8.000 πεζοί και 800 ιππείς – έθετε σε μεγάλο κίνδυνο την Επανάσταση. Σε πολεμικό συμβούλιο στους Καμποτάδες, στις 20 Απριλίου, αποφασίστηκε η αντιμετώπιση του εχθρού στις στενές διαβάσεις των Θερμοπυλών, όπου δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν όλες οι εχθρικές δυνάμεις. Η ελληνική δύναμη μόλις ανερχόταν στους 1.500 άνδρες: 600 Σαλωνίτες υπό τον Πανουργιά, 500 Λιβαδίτες υπό τον Διάκο και 400 από τα υπόλοιπα μέρη υπό τον Δυοβουνιώτη. Ο τελευταίος πρότεινε να παραμείνουν ενωμένοι στην ίδια θέση περιμένοντας τον εχθρό, αλλά υπερίσχυσε η άποψη του Διάκου να χωριστούν και να καταλάβουν τα τρία περάσματα. Έτσι, ο Πανουργιάς κατέλαβε το χωριό Μουσταφάμπεη (Ηράκλεια), όπου άφησε τους Παπανδρέα Κοκκοβιστιανό και Κομνά Τράκα, και τη Χαλκωμάτα (στο δρόμο των Σαλώνων), όπου παρέμεινε ο ίδιος με τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα. Ο Δυοβουνιώτης τη γέφυρα του Γοργοποτάμου και ο Διάκος της Αλαμάνας.

Στις 23 Απριλίου εμφανίστηκε ο εχθρικός στρατός. Μπροστά στην υπεροχή του εχθρού, ο Δυοβουνιώτης άφησε τον Γοργοπόταμο και οπισθοχώρησε προς την οχυρή θέση Δέμα, πιστεύοντας ότι το ανώμαλο έδαφος θα εμπόδιζε τους ιππείς του Ομέρ Βρυώνη, αλλά και από εκεί καταδιώχθηκε. Στη συνέχεια ο Ομέρ Βρυώνης στράφηκε προς το Μουσταφάμπεη, όπου όμως συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τους άνδρες των Παπανδρέα Κοκκοβιστιανού και Κομνά Τράκα, που είχαν οχυρωθεί στα σπίτια του χωριού, στην εκκλησία και στο μύλο. Τότε έκρινε σκόπιμο να εγκαταλείψει το Μουσταφάμπεη και να στραφεί προς τη Χαλκωμάτα και την Αλαμάνα. Διαίρεσε το στράτευμά του σε τρία σώματα: το πρώτο εναντίον της Χαλκωμάτας και του Πανουργιά, το δεύτερο εναντίον του Διάκου στην Αλαμάνα και το τρίτο στα υψώματα για να προλάβει την υποχώρηση των Ελλήνων. Η ηρωική αντίσταση του Πανουργιά, που μαχόταν στην πρώτη γραμμή, γρήγορα κάμφθηκε και άρχισε η υποχώρηση, κατά την οποία σκοτώθηκαν πολλοί άνδρες, μεταξύ των οποίων και ο επίσκοπος Ησαΐας.

 

Η θυσία του Αθανάσιου Διάκου

σύντομα πέρασε στη σφαίρα

του θρύλου και έγινε σύμβολο του Αγώνα.

 

Η Μάχη της Αλαμάνας. Φανταστικός πίνακας του Αλέξανδρου Ησαΐα. Ο Αθανάσιος Διάκος επιτίθεται εναντίον των Τούρκων, ενώ ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας Παπαστάθης πέφτει τραυματισμένος.

 

Παράλληλα στην Αλαμάνα συνεχιζόταν η επίθεση των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, στις οποίες προστέθηκαν και αυτές του Κιοσέ Μεχμέτ. Ο Διάκος προτίμησε να παραμείνει και να αντισταθεί με κάθε θυσία. Διακόσιοι από τους πεντακόσιους άνδρες του βρίσκονταν στη γέφυρα υπό τους Μπακογιάννη και Καλύβα, τα πρωτοπαλίκαρά του. Οι δυο τους τότε μαζί με δύο στρατιώτες πέρασαν τη γέφυρα και οχυρώθηκαν σ’ ένα χάνι αντιστεκόμενοι στον εχθρό. Ο Διάκος ήταν στα Ποριά, σε απόσταση είκοσι λεπτών, αντιστεκόμενος στις εχθρικές επιθέσεις. Μολονότι ήταν ολοφάνερη η επικείμενη συντριβή, δεν υποχωρούσε παρά τις έντονες παρακλήσεις των συντρόφων του και ιδιαίτερα του παλαιού του φίλου Βασίλη Μπούσγου. Στο τέλος έμειναν γύρω του μόνο 48 παλικάρια. Σε κάποια στιγμή ο Διάκος σμετατοπίστηκε στα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, ταμπουρωμένος πίσω από τα βράχια και μόνο με δέκα άνδρες γύρω του. Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Μετά τον τραυματισμό στο δεξί του ώμο, ο Διάκος συνέχισε κρατώντας με το αριστερό χέρι το σπασμένο σπαθί του. Επέμεινε μέχρι που έχασε όλους τους συντρόφους του (εκτός του Μπούσγου) και συνελήφθη ζωντανός. Ως απάντηση στην πρόταση των Βρυώνη και Μεχμέτ να συνεργαστεί, προτίμησε το θάνατο. Η θυσία του, στις πρώτες κιόλας εβδομάδες της Επανάστασης, σύντομα πέρασε στη σφαίρα του θρύλου και έγινε σύμβολο του Αγώνα. Στη συνείδηση του λαού ο τόπος και ο τρόπος του θανάτου του παρομοιάστηκαν με τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.

 

Η μάχη της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821)

 

Odysseas Androutsos (1788 or 1789-1825): Fighter of the Greek Revolution of 1821

Ανδρούτσος Οδυσσεύς, ξυλογραφία Rousseau H. «Εθνική Επιθεώρησις» (1870-1871) σελ. 325.

Μετά τη νίκη αυτή των Τούρκων, οι εξαντλημένες επαναστατικές δυνάμεις της Ανατολικής Ελλάδας είχαν χάσει το ηθικό τους, ενώ οι Τούρκοι ετοίμαζαν ανενόχλητοι την κάθοδο προς την Πελοπόννησο. Μία λάθος κίνηση όμως του Ομέρ Βρυώνη ανέτρεψε την κατάσταση.

Η σκέψη να προσεταιριστεί τον οπλαρχηγό Οδυσσέα Ανδρούτσο, ηγετική πολεμική μορφή με μεγάλη επιρροή στην περιοχή, καθυστέρησε την τουρκική προέλαση. Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν από παλιά, αφού είχαν θητεύσει στην αυλή του Αλή πασά, αποκτώντας πολεμική εμπειρία και βιώνοντας τις ραδιουργίες και τη συνεχή καχυποψία. Ο Ανδρούτσος, ως ευνοούμενος του πασά των Ιωαννίνων, στον οποίο και όφειλε τη δύναμή του, είχε αποκτήσει το αρματολίκι της Λιβαδειάς (το σημαντικότερο της Ανατ. Ελλάδας), που συνόρευε με την Ήπειρο και τις ακτές του Ευβοϊκού κόλπου. Μετά την αποστασία του Αλή πασά είχε καταφύγει στα Επτάνησα, όπου το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης, πέρασε στην Πελοπόννησο και μετά στη Στερεά, σχεδιάζοντας την ένωση όλων των οπλαρχηγών της Ρούμελης. Η παρουσία του είχε ενθαρρύνει τους κατοίκους και τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον άνδρα ο Ομέρ Βρυώνης στήριζε πολλές ελπίδες και ζήτησε συνεργασία με αντάλλαγμα την αρχιστρατηγία όλης της Ανατ. Ελλάδας. Πρότεινε συνάντηση στη Γραβιά (ανάμεσα στον Παρνασσό και την Γκιόνα, στο δρόμο από Μπράλο προς Σάλωνα), όπου ήδη βρισκόταν ο Ανδρούτσος με τους Σουλιώτη Χρήστο Κοσμά και Σπύρο Κατσικογιάννη. Μετά έφθασαν εκεί οι Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης και Μπούσγος.

 

Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ελαιογραφία σε μουσαμά. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Αγγελής Γοβιός ή Γοβγίνας (1780- 1822), οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, διακρίθηκε για την αναδιοργάνωση του Αγώνα στην Εύβοια.

Θεωρώντας σίγουρη την τουρκική κάθοδο στην Πελοπόννησο μέσω Σαλώνων και Γαλαξιδίου και όχι μέσω Ισθμού, αποφασίστηκε να αναχαιτίσουν την πορεία αυτή χωρίς καθυστέρηση. Η άποψη του Ανδρούτσου ήταν να οχυρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις στο χάνι. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν θα μπορούσε να προφυλαχθεί από την κατά μέτωπο επίθεση εξαιτίας του επίπεδου εδάφους που δεν είχε φυσικά οχυρώματα. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης διαφώνησαν θεωρώντας το μικρό πλινθόκτιστο χάνι, που βρισκόταν σε ανοιχτό πεδίο, ακατάλληλη θέση για την άμυνα 1.300 Ελλήνων έναντι 9.000 Τούρκων. Αντιπρότειναν την κατάληψη των γειτονικών στενών, για να διευκολυνθεί τυχόν υποχώρηση. Επειδή ήταν όλοι αμετάπειστοι, ο Ανδρούτσος πρότεινε να καταλάβουν οι Πανουργιάς και Δυοβουντώτης τα αριστερά του δρόμου προς το Χλωμό και ο Κοσμάς τα δεξιά, στην κρήνη του Σύντσικα. Ο Ανδρούτσος ταμπουρώθηκε στο χάνι όπου εθελοντικά τον ακολούθησαν περίπου 120 άνδρες, μεταξύ των οποίων οι Γκούρας, Παπανδρέας Κοκκοβιστιανός, Κομνάς Τράκας, Αγγελής Γοβγίνας κ.ά.

 

Όταν ο Ανδρούτσος εγκατέλειψε

το χάνι της Γραβιάς  είχε χάσει

μόνο έξι συντρόφους του,

έναντι 300 Τούρκων νεκρών

 

Στις 8 Μαΐου εμφανίστηκε ο Ομέρ Βρυώνης. Διαίρεσε το στρατό του σε τρία τμήματα. Πρώτα επιτέθηκε στους Πανουργιά, Δυοβουνιώτη και Κοσμά, των οποίων η αντίσταση κάμφθηκε και σκόρπισαν στα γύρω ορεινά. Στη συνέχεια έμειναν οι υπερασπιστές στο χάνι. Μια τελευταία προσπάθεια προσεταιρισμού του Ανδρούτσου απέτυχε. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες αναποτελεσματικές επιθέσεις στο χάνι. Μόνη λύση για τον Ομέρ Βρυώνη ήταν ο κανονιοβολισμός και ζήτησε κανόνια από το Ζητούνι. Ο Ανδρούτσος, μαντεύοντας τις προθέσεις του, τη νύχτα εγκατέλειψε το χάνι, έχοντας χάσει μόνο έξι συντρόφους έναντι 300 νεκρών και 200 τραυματιών Τούρκων.

 

Το κέρδος από τη στρατηγική

νίκη στη Γραβιά ήταν η καθυστέρηση

καθόδου των τουρκικών στρατευμάτων

στην Πελοπόννησο

 

Η στρατηγική αυτή νίκη ενίσχυσε το ηθικό των Ελλήνων και πτόησε την υπερβολική αυτοπεποίθηση του εχθρού. Πολύ σημαντικό κέρδος για την πορεία της Επανάστασης ήταν η αναβολή της εχθρικής καθόδου στην Πελοπόννησο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά. Έτσι, λίγες μέρες αργότερα, οι Πελοποννήσιοι αντιμετώπισαν στο Βαλτέτσι μόνο τις δυνάμεις του Μουσταφά μπέη.

 

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12- 13 Μαΐου 1821)

 

Αναγνωσταράς, «ο Αναγνωσταράς νικά τους Τούρκους στο Βαλτέτσι».

Στο μεταξύ, στην Πελοπόννησο η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη. Τον Απρίλιο είχαν φθάσει οι δυνάμεις που είχε στείλει ο Χουρσίτ υπό τον Γιουσούφ πασά και τον κεχαγιάμπεη (υποδιοικητή) Μουσταφά. Ο τελευταίος στις 6 Μαΐου έμπαινε στην Τρίπολη με πολλούς αιχμαλώτους και λάφυρα, ενθαρρύνοντας τις τουρκικές δυνάμεις που ετοιμάζονταν να καταστείλουν την Επανάσταση. Οι προοπάθειές του για υποταγή των επαρχιών με αντάλλαγμα την αμνηστία των αρχιερέων και προκρίτων, που κρατούνταν στην Τρίπολη, απέτυχαν.

Οι Έλληνες άρχισαν να ενισχύουν την άμυνα γύρω από την πρωτεύουσα του Μοριά. Στρατηγικός νους της επιχείρησης ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχιστράτηγος της Καρύταινας, που επισήμανε την καίρια θέση του Βαλτετσίου, το οποίο οχυρώθηκε. Παράλληλα ενισχύθηκαν τα στρατόπεδα στο Χρυσοβίτσι, την Πιάνα και το Λεβίδη. Η ελληνική δύναμη έφθανε μόλις στους 2.300 άνδρες με ανεπαρκή οπλισμό, ενώ ο κεχαγιάμπεης χρησιμοποίησε 12.000 άνδρες, χωρισμένους σε πέντε τάγματα. Η εφορεία της Καρύταινας (ως οργανωμένη πολεμική υπηρεσία, υπό την προεδρία του Κανέλλου Δεληγιάννη) μεριμνούσε για την τροφοδοσία και συντήρηση του στρατεύματος, ενώ ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης επέβλεπε καθημερινά τους άνδρες φροντίζοντας για την απαραίτητη συνοχή και μαχητικότητά τους. Όπως υπαγορεύει στα απομνημονεύματά του: «Εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβιτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά».

 

Η μάχη του Βαλτετσίου

 

Ο αγωνιστής και Φιλικός Πέτρος Βορβιτσιώτης ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου.

Τα ξημερώματα της 12ης Μαΐου ο κεχαγιάμπεης έστειλε εναντίον του Βαλτετσίου το πρώτο σώμα υπό τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή, το οποίο επιτέθηκε κατά του προμαχώνα του Μητροπέτροβα και των Μεσσηνίων υπό τους Μαυρομιχαλαίους, που πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Έπειτα από λίγο ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι έσπευσε για αντιπερισπασμό βόρεια του Βαλτετσίου και ο Δημ. Πλαπούτας από την Πιάνα στα Β.Δ. Νέα σώματα έφθασαν από Τρίπολη για συμπαράσταση στον Ρουμπή, αλλά αποκρούστηκαν. Η απόπειρα του εχθρού να χρησιμοποιήσει τα κανόνια απέτυχε λόγω ακαταλληλότητας του εδάφους. Η μάχη συνεχίστηκε και τη νύχτα, ενώ ο Κολοκοτρώνης φρόντιζε για τις προμήθειες των στρατιωτών σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Η παρουσία του εμψύχωνε και ενθουσίαζε τους αγωνιστές. Τα μεσάνυχτα έφθασαν από τα Βέρβαινα στο Καλογεροδούνι νέες ενισχύσεις υπό τους Αντ. Μαυρομιχάλη, Πέτρο Βαρβιτσιώτη κ.ά., ενώ τα χαράματα νέα Βοήθεια με τους Παν. Γιατράκο, Αναγν. Κονδάκη και τον επίσκοπο Βρεσθένης. Μια νέα προσπάθεια του εχθρού να χρησιμοποιήσει το πυροβολικό απέτυχε. Ο Ρουμπής ήταν πια αποκλεισμένος. Τη δυσχερή θέση του επιδείνωσε η άφιξη από το Άργος της δύναμης 300 ανδρών που μετέφεραν μολύβι, με επικεφαλής τούς Νικηταρά, Κων. Μαυρομιχάλη, Γενναίο Κολοκοτρώνη κ.ά. Οι τελευταίοι μόλις αντελήφθησαν την εξέλιξη της μάχης, παρέλαβαν από τα Βέρβαινα ενισχύσεις και κατευθύνθηκαν στο Βαλτέτσι. Ο αποκλεισμός του Ρουμπή ήταν πλέον τόσο στενός και επίμονος, που ο κεχαγιάμπεης αναγκάστηκε να διατάξει οπισθοχώρηση, κατά την οποία οι πανικόβλητοι Τούρκοι εγκατέλειπαν και τα όπλα τους ακόμη. Έπειτα από 23 ώρες μάχης οι Τούρκοι είχαν 300 νεκρούς και 600 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες 18 νεκρούς και 31 τραυματίες.

 

Ο γέρων Μητροπέτροβας, οπλαρχηγός Ανδρούσας και Λεονταρίου, που πολέμησε με σθένος στη μάχη του Βαλτετσίου.

 

Τόση ήταν η σημασία της νίκης, που ο Κολοκοτρώνης τη χαρακτήρισε «ευτυχία της Πατρίδος». Συνέβαλε στην εδραίωση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η περιοχή της Τρίπολης αποτελούσε νευραλγικό σημείο και πέρασμα προς Μεσσηνία και Μάνη, προπύργια της Επανάστασης. Εκεί ήταν η έδρα του Τούρκου διοικητή, στη Δημητσάνα υπήρχαν οι περίφημες μπαρουταποθήκες για τον πολεμικό εφοδιασμό των επαναστατών. Σε περίπτωση ήττας στο Βαλτέτσι, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν οι ελληνικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν. Από αυτή τη νίκη οι Έλληνες κέρδισαν αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία και συνειδητοποίησαν την ανάγκη συντονισμού και οργάνωσης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Μαΐου, οι Τούρκοι επιχείρησαν νέα έξοδο, η οποία αποκρούσθηκε στα Δολιανά και Βέρβαινα. Ύστερα από τέσσερις μήνες οι Έλληνες έμπαιναν πλέον νικητές στην Τρίπολη.

 

Βιβλιογραφία


  • Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], τ. Α’.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εισαγ.- σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, έκδ. β, Αθήναι [1947].
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγηοις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ.- επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τ. Α.
  • Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1860, τ. Γ.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)


                                                      

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)»

 

Οι περισσότεροι έχουμε δει τη βενετική δεξαμενή στην παραλία του Ναυπλίου σε φωτογραφικές απεικονίσεις της βόρειας πλευράς της πόλης. Η δεξαμενή βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το χώρο της εγκαταλελειμμένης πισίνας του Αμφιτρύωνα (Φωτό 1 και 2).

 

Πανοραμική άποψη του Ναυπλίου.

 

Ο χώρος που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

Η δεξαμενή είχε εξωτερικές διαστάσεις 22 x 25 μέτρα και ύψος γύρω στα 8 μέτρα. Η χωριτικότητά της σε νερό πρέπει να ήταν γύρω στα 2.000 μ3. Γέμιζε με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής, μέσω ενός δικτύου κεραμικών σωληνώσεων και φυσική ροή. Τμήμα του δικτύου μεταφοράς νερού βλέπουμε σήμερα στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στο θερινό κινηματογράφο Ναυπλίου. Το τοπωνύμιο της περιοχής «Κρυονέρι» μας οδηγεί στην υπόθεση μήπως υπήρχε κάποια μικρή πηγή στην περιοχή.

Η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο» περιγράφει τη δεξαμενή ως «τέλειο τεχνικό έργο που οι καμάρες του το ανεβάζουν στο επίπεδο της μεγάλης τέχνης. Το οικοδομικό υλικό, πέτρες, πλίθες, κιμιλιά έχει την αρμογή και την στερεότητα ενός μεγάλου κτηρίου. Έχει μια καλή θέση στην ιστορία της νεότερης οχυρωματικής».

1710: Σύμφωνα με τον Schaeffer, η δεξαμενή κτίστηκε το 1710, στα τέλη της Β’ Βενετοκρατίας, από τον προβλεπτή Σαγρέδο. Ήταν ενσωματωμένη στα βόρεια τείχη της πόλης του Ναυπλίου (Φωτό 3).

 

Η Βενετική δεξαμενή σε αποτύπωση του Schaeffer, 1934.

 

Ο Schaeffer ήταν Γερμανός αρχιτέκτονας που έχει ασχοληθεί πριν από το 1940 με την ιστορική εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου. Η διδακτορική του διατριβή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Schaeffer είναι γνωστό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση, επιβλέποντας σε συνεργασία με το Τ. Κωστούρο, την ανακατασκευή σε ξενοδοχείο της καστρονησίδας Μπούρτζι. Σε σχέδια που υπάρχουν στο Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο έχει αποτυπώσει την δεξαμενή.

1866: Λίγα χρόνια μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, με το ΦΕΚ 53/1866 αποφασίζεται η κατεδάφιση του βόρειου τείχους της πόλης, από τον προμαχώνα του Μόσχου (περίπου στην περιοχή του Αγ. Νικολάου) μέχρι τη βενετική δεξαμενή. (πληροφορία ΦΕΚ Ν. Τόμπρα).

1871: Η κατεδάφιση του τείχους ολοκληρώνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Στην κατεδάφιση εργάζονται κρητικοί πρόσφυγες που έχουν έλθει στο Ναύπλιο το 1866. Μετά την κατεδάφιση του τείχους διαμορφώνεται σταδιακά η παραλιακή προκυμαία. Το τμήμα του τείχους από την βενετική δεξαμενή μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε Αδέλφια» παραμένει στη θέση του (Φωτό 4).

 

Η σήμανση με το βέλος μας δείχνει που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

1888: Μέχρι τότε, η δεξαμενή δεν χρησιμοποιείται. Με απόφαση της δημοτικής αρχής, η δεξαμενή γέμισε νερό από τη νέα δεξαμενή νερού που είχε κατασκευαστεί στους πρόποδες του Παλαμηδίου (υπάρχει ακόμα και σήμερα πάνω από την σημερινή πυροσβεστική). Το νερό ερχόταν πια με σιδεροσωλήνες από την Άρια.

1901: Η βενετική δεξαμενή τροφοδοτεί ακόμα την πόλη με νερό, όπως αναφέρει ο δήμαρχος Τερζάκης.

1916: Η δεξαμενή έχει ακόμα νερό και το διαπιστώνουμε από καταγγελία για δηλητηρίαση ναυπλιώτη από το νερό της δεξαμενής (ΓΑΚ Αργολίδας).

1929: Τον Ιούνιο αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής (Φωτό 6 και 8).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή.

 

1933: Το Νοέμβριο του 1933, η Έφορος Αρχαιοτήτων χαρακτήρισε την ημικατεστραμμένη δεξαμενή «αρχαίο κτήριο» και απαγόρευσε τη συνέχεια της κατεδάφισης. Ο τοπικός τύπος θεωρεί την απόφαση εξωφρενική και διαμαρτύρονται στο Υπουργείο Παιδείας ο δήμος, το λιμενικό ταμείο, ο Νομάρχης και οι επιστημονικοί σύλλογοι της πόλης , καθώς δεν θέλουν να διατηρηθεί η «δυσώδης ασχημία εις το κεντρικώτερον σημείο της πόλης». Η αντίθεση αρχαιολογίας και πόλης έχει ξεκινήσει από πολύ παλιά. Η έφορος δεν είναι άλλη από την γνωστή από το βιβλίο «Το Ναύπλιο» Σέμνη Καρούζου (Φωτό 5).

 

Αναγγελία στον Τύπο.

 

1938: Το Σεπτέμβριο άρχισαν ξανά οι εργασίες κατεδάφισης, όπως μας ενημερώνει ο τοπικός τύπος.

1939: Άρχισαν οι συζητήσεις για αξιοποίηση συνολικά της παραλιακής ζώνης για κατασκευή ξενοδοχείου από την Πανναυπλιακή Ξενοδοχειακή Εταιρία Τουρισμού Α.Ε. (Ίδρυση: ΦΕΚ 96/6-4-1939. Μετοχικό κεφάλαιο 3.000. 000 δρχ). Η Εταιρία αγόρασε από το λιμενικό Ταμείο (!!!) το οικόπεδο της παραλίας, που συμπεριλαμβανόταν και η δεξαμενή (Ιούλιος 1939. Από αρχείο Ν. Τόμπρα).

1929-1950: Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία. (Φωτό 7 και 9).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Βενετική δεξαμενή

 

1950 1951: Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα. Για την κατεδάφιση χρησιμοποιούνται και εκρηκτικά – πηγή πληροφορίας η ζωντανή ιστορία της πόλης Λ. Λάμπρου – (Φωτό 10).

 

Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα.

 

1952: Στις αρχές του χρόνου αρχίζει η κατασκευή του πρώτου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας». Διαμορφώνεται το αίτημα να γκρεμιστεί και το σπίτι του Μαγουλιανίτη (Ασημακόπουλου), όπου στεγαζόταν η καλοκαιρινή ταβέρνα του Πλατσάρα που ήταν στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Το κτήριο είχε καεί την περίοδο της Κατοχής.

1957: Ολοκληρώνονται οι εργασίες διαμόρφωσης της ευρύτερης περιοχής με την ολοκλήρωση του κτισίματος και του δευτέρου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» και την κατασκευή της πισίνας.

1961: Τελειώνουμε την αφήγηση με ένα προσφιλές θέμα: Καταγγελία στον ΕΟΤ για οικονομικές ατασθαλίες κατά την κατασκευή της πισίνας. Το έργο είχε υπέρβαση 146%. Με αρχικό προϋπολογισμό για την κατασκευή της πισίνας και περιβάλλοντος χώρου 732.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 1.077.000 δραχμές. Ακόμα και η προσθήκη του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» είχε υπέρβαση. Με αρχικό προϋπολογισμό 3.898.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 2.378.000 δραχμές (62 %).

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Πανούκλα – Ο μαύρος θάνατος στο Μεσαίωνα | Στέφανος Γερουλάνος, καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής, Ιωάννινα


 

Ιωάννης Βοκάκιος, από το βιβλίο «Académie Des Sciences Et Des Arts» του Isaac Bullart, που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ από τον Elzevier το 1682.

Ποτέ άλλη αρρώστια δεν προκάλεσε τόσο πολλούς νεκρούς στον κόσμο όσο ο Μαύρος θάνατος ή πανούκλα. Μόνο η Ευρώπη θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς από το 1348 μέχρι και το 1420. Πέρα απ’ αυτό όμως καμιά άλλη επιδημία δεν προκάλεσε τέτοιο φόβο, πανικό και φρίκη. Όπως αναφέρει ο Βοκάκιος: «Αυτή η συμφορά προξένησε τέτοια τρομάρα στις ψυχές ανδρών και γυναικών, ώστε απαρνήθηκε αδελφός τον αδελφό, θείος τον ανιψιό και αδελφή τον αδελφό. Οι γυναίκες συχνά εγκατέλειπαν τους άνδρες τους. Και το χειρότερο, αν και φαντάζει απίστευτο, πατεράδες και μανάδες φέρονταν στα παιδιά τους σαν ξένα, αρνούμενοι να τα δουν και να τα φροντίσουν». Ο κίνδυνος να κολλήσει ο ένας απ’ τον άλλο ήταν τόσο μεγάλος και ο θάνατος κάτω από τραγικές συνθήκες τόσο βέβαιος, ώστε οδήγησε ο’ αυτές τις απάνθρωπες συμπεριφορές.

Μια πρώτη περιγραφή της αρρώστιας συναντάμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα γύρω στο 1060 π.Χ., στον πόλεμο των Ιουδαίων με τους Φιλισταίους. Περισσότερες από 30 αναφορές σε ανάλογες επιδημίες συναντάμε στη Βίβλο. Είναι ο θεός που τιμωρεί τους ανθρώπους για τις άδικες ή αμαρτωλές πράξεις τους. Εδώ διαφαίνεται ήδη ότι η ασθένεια συναντάται συχνότερα σε πολέμους, σε λιμούς, ή άλλες καταστροφές.

Τον τιμωρό θεό τον φαντάζονταν Εβραίοι, Αιγύπτιοι και Μεσοποτάμιοι, όπως και στην Ελλάδα του Ομήρου ή του Σοφοκλή, με τόξο στα χέρια και θανατηφόρα Βέλη. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο Απόλλων συχνά μαζί με την Άρτεμη που εκτόξευαν αυτά τα βέλη.

Σε πείσμα της χριστιανικής θρησκείας, η πεποίθηση ότι η πανώλης προκαλείται από αόρατα βέλη θα κυριαρχήσει μέχρι και το Μεσαίωνα. Από αυτά τα βέλη θεωρούσαν τότε ότι προστάτευε τους πιστούς ο Άγιος Σεβαστιανός. Από τον καιρό αυτό οι αναφορές για επιδημίες πανώλους στην Αθήνα, τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη ή αλλού είναι πολλές. Συχνά όμως εξελάμβαναν διάφορες άλλες επιδημίες για πανώλη, όπως π.χ. τον περίφημο λοιμό των Αθηνών, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης. Παλαιότερα πίστευαν ότι επρόκειτο για πανώλη, σήμερα πιστεύουμε ότι ήταν μάλλον ή ευλογιά ή συνδυασμός ευλογιάς με εξανθηματικό τύφο.

 

Από την πανούκλα μόνο η Ευρώπη

Θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς,

από το 1348 μέχρι και το 1420.

 

 

Ρούφος ο Εφέσιος.

Ο πρώτος που περιγράφει πραγματικά την πανώλη είναι ο Ρούφος ο Εφέσιος (110-180 μ.Χ.), που την ξεχωρίζει από τις άλλες επιδημίες. Αναφερόμενος στην επιδημία που άρχισε την εποχή του Τραϊανού (100 μ.Χ.) αναφέρει για πρώτη φορά το «βουβώνα», δηλαδή τη διόγκωση και διαπύηση λεμφαδένων και τις θέσεις που η αρρώστια μπορεί να πρωτοεμφανιστεί. Ο ίδιος, αναφερόμενος σε κάποιον Διονύσιο, περιγράφει και μια όμοια επιδημία του 280 π.Χ. σε Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία. Όπως μας λέει, και οι δύο αυτοί λοιμοί ήταν τραγικά θανατηφόροι.

Πολύ γνωστή είναι και η επιδημία που ενέσκηψε επί Μάρκου Αυρηλίου το 164 μ.Χ. Ο στρατός του νίκησε μεν τους Πάρθους στην Κτησιφώντα της Μεσοποταμίας, αλλά προσβλήθηκε από πανώλη που εξαπλώθηκε μετά σ’ όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Διήρκεσε 24 ολόκληρα χρόνια και τελικά σκότωσε και τον ίδιο τον αυτοκράτορα έξω απ’ τη Βιέννη. Είναι η εποχή του Γαληνού (130-198 μ.Χ.), ο οποίος φοβούμενος μην κολλήσει εγκαταλείπει την πόλη της Ρώμης δυο φορές. Σε πολλά από τα βιβλία του που διασώθηκαν, ο Γαληνός αναφέρεται συχνά στην πανώλη αλλά και σε άλλους λοιμούς. Αιτία αυτών των επιδημιών είναι ο μολυσμένος αέρας, το μίασμα, που έλεγε ο Ιπποκράτης, μαζί με «τη δυσκρασία των χυμών». Με φωτιές, καπνούς και θυμιάματα προσπαθούν λοιπόν να απολυμάνουν τους χώρους και τον αέρα, κάτι που επέζησε μέχρι την εποχή μας. Ποιος δεν θυμάται το σφράγισμα των δωματίων νοσοκομείων έπειτα από θάνατο ασθενούς με λοίμωξη και την «απολύμανση» με ατμούς φορμαλίνης ή άλλων αντισηπτικών. Κατάλοιπα της αρχαίας και μεσαιωνικής ιατρικής.

Ανάλογα γνωστή είναι και η επιδημία επί Ιουστινιανού, που περιγράφει ο ιστορικός Προκόπιος. Μια νέα ενδιαφέρουσα παρατήρηση καταγράφει πρώτος ο μεγάλος Άραβας ιατρός Αβικέννας (980- 1037). Πριν εκδηλωθεί επιδημία πανώλους, αρχί­ζουν να βγαίνουν απ’ τη γη ποντικοί, αρουραίοι και άλλα πολλά τρωκτικά. Συμπεριφέρονται σαν μεθυσμένα, γεννάνε όπου βρουν και πεθαίνουν σωρηδόν.

 

Αβικέννας, ο μεγάλος άραβας ιατρός που συνέδεσε πρώτος την πανώλη με τους ποντικούς. Πορτρέτο σε ασημένιο βάζο. Museum at BuAli Sina (Avicenna) Mausoleum – Hamadan – Western Iran.

 

Τεράστιες απώλειες είχαν και οι σταυροφό­ροι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αντιόχειας το 1097-98. Εδώ πέθαναν περί­που 50.000 σταυροφόροι. Μία ομάδα από 1.500 Γερμανούς, που έφθασαν με πλοία απ’ το Ρέγκενσμπουργκ (Regensburg) της Βαυα­ρίας, πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες μετά την απο­βίβασή τους. Τελικά από τους 100.000 σταυροφό­ρους που ξεκίνησαν την πολιορκία της Αντιόχειας, μόνο 21.000 γλίτωσαν και προχώρησαν προς την Ιε­ρουσαλήμ. Υπάρχουν ανάλογες αναφορές και από επόμενες σταυροφορίες. Πολλοί ιστορικοί μιλούν για 4, άλλοι για 7 σταυροφορίες. Στην πραγματι­κότητα όμως πρόκειται για διάφορα κύματα σταυ­ροφόρων. Το πήγαιν’-έλα δεν σταμάτησε ποτέ. Συ­νήθως πήγαιναν πεζή για να προσκυνήσουν και αφού πλιατσικολογούσαν ό,τι έβρισκαν στο δρόμο, έφθαναν στην Ιερουσαλήμ και έφευγαν, όντας «πιο πλούσιοι», με πλοία. Εκτός από τα κλοπιμαία έ­φερναν μαζί τους στα πλοία τους μαύρους αρουραίους, τους πιο επικίνδυνους ξενιστές της ασθέ­νειας. Έτσι, η αρρώστια δεν μπορούσε να καταλα­γιάσει ποτέ στη Δύση.

Οι πόλεις στην Ευρώπη ήταν τότε πολύ φτωχές. Οι αγρότες από το φόβο των επιδρομών κατέφευγαν μαζί με τα ζώα τους μέσα στις πόλεις. Κάθε πρωί τα έβγαζαν έξω από τα τείχη για να βοσκή­σουν ελεύθερα. Το απόγευμα τα έφερναν πίσω. Ο δρόμος μπροστά από κάθε σπίτι θεωρούνταν τότε ιδιοκτησία του σπιτιού. Εκεί στάβλιζαν τα ζώα τους και στοίβαζαν τα ξύλα. Ιδεώδης χώρος για τους πο­ντικούς και τους αρουραίους όπου εύρισκαν τροφή και κατοικία.

 

Η επιδημία πρωτάρχισε στην Κίνα,

όπου η πανώλης θέρισε 13 εκατομμύρια

ανθρώπους μέσα σε λίγα χρόνια

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ανέτειλε ο 14ος αι­ώνας, που έμελλε να φέρει σε όλη την τότε γνωστή οικουμένη μια νέα καταστροφή. Η επιδημία πρω­τάρχισε στην Κίνα, όπου η πανώλης θέρισε κυριολεκτικά τον πληθυσμό και 13 εκατομμύρια άνθρω­ποι πέθαναν μέσα σε λίγα χρόνια. Η μογγολική δυναστεία που κυβερνούσε τότε την Κίνα – ας θυ­μηθούμε τις στενές σχέσεις τους με το Βυζάντιο  τη Μαρία των Μογγόλων, την εκκλησία της Παναγίας των Μογγόλων στην Κωνσταντινούπολη, κ.ά.- αποδεκατίστηκε και αντικαταστάθηκε από τοπικούς ηγεμόνες, τη μετέπειτα περίφημη δυναστεία των Μινγκ (Ming) (1368-1644). Από εκεί η επιδημία πέρασε στις Ινδίες όπου σκόρπισε το θανατικό. Το 1347 μαζί με το μετάξι έφθασε στην Κριμαία. Οι Τάταροι πολιορκούσαν τότε την πόλη Φεοδοσία, που κατείχαν Γενουάτες. Η κατάσταση μέσα στην πόλη χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Τότε εμφανίστηκε η επιδημία πανώλους στο στρατό των Τατάρων. Εκατοντάδες στρατιωτικοί πέθαιναν καθημερινά. Για να σπάσουν την αντίσταση των Ιτα­λών οι Τάταροι άρχισαν να πετάνε με τους καταπέλτες πτώματα μέσα στα τείχη. Η πανώλης εξα­πλώθηκε και εκεί. Οι Τάταροι όμως λόγω του λοιμού αναχώρησαν. Τότε οι Γενουάτες μπήκαν αμέ­σως στα πλοία τους και έφυγαν για τη Δύση. Στο δρόμο τους έφεραν την πανώλη στην Κωνσταντι­νούπολη. Από εκεί πήγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στη Σικελία. Όταν τα 12 πλοία έφθασαν αρχές Οκτωβρίου του 1347 στη Μεσσήνη, λίγες μέ­ρες μετά άρχισε το μεγάλο θανατικό (Mortalega grande). Έδιωξαν αμέσως τους Γενουάτες από την

πόλη τους, οι οποίοι συνέ­χισαν την επι­στροφή προς την πα­τρίδα τους, φέρνοντας ό­που άραζαν το θάνατο. Οι πανικοβλημένοι Μεσσήνιοι έφυγαν από την πόλη ζητώντας προστασία από την Αγία Αγάθη, τα θαυματουργά λείψανα της οποίας φυλάσσο­νταν στην Κατάνια. Η επιδημία εξαπλώθηκε κι εκεί. Όσοι Κατάνιοι επέζησαν βγήκαν στην ενδοχώρα ή πήγαν στο Παλέρμο. Από την αρρώστια πέθαναν στο Παλέρμο 60.000 άτομα.

Φεύγοντας από τη Μεσσήνη τα περισσότε­ρα πλοία με τους Γενουάτες ανέβηκαν τα δυτικά παράλια της Ιταλίας και έφεραν το θανατικό στην Πίζα, τη Γένοβα και το Νοέμβριο στη Μασσαλία. Ένα μικρό μέρος των καραβιών ανέβηκε την Αδριατική. Ο λοιμός εξαπλώθηκε στις Δαλματικές ακτές και με­τά στη Βενετία. Την εποχή εκείνη έγραψε ο Βοκάκιος το γνωστό «Δεκαήμερο». Στην αρχή του βι­βλίου περιγράφει την ασθένεια, το «βουβώνα» και τους μαύρους ή μπλε λεκέδες στο δέρμα. Είναι αυ­τός που δίνει στην αρρώστια το όνομα «Μαύρος θά­νατος». Ο ανίδεος περί την ιατρική συγγραφέας ανατρέπει πρώτος τις παλιές θεωρίες του Γαληνού, περί μιάσματος και δυσκρασίας των χυμών.

 

Η πανώλη στη Φλωρεντία το 1348, όπως περιγράφεται στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.

 

Αρχές Ιανουάριου του επομένου έτους η πανώλης φθάνει στην Αβινιόν, που ήταν τότε έδρα του πάπα Κλήμη ΣΤ. Μέχρι το τέλος του Απριλίου υπολογίζεται ότι είχαν πεθάνει 60.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και 9 καρδινάλιοι.

Οι αδυναμία των ιατρών να καταπολεμήσουν την αρρώστια συνοψίζεται στον αφορισμό της εποχής: «Fuge, fuge cito, fuge long, fuge tadre» = Φύγε, φύγε μακριά, φύγε για μεγάλο διάστημα.

Τον Ιούνιο η πανώλης είχε φθάσει στο Παρίσι, τον Αύγουστο στο Καλέ, τον Οκτώβριο στο Λονδίνο. Απ’ τα 4 εκατομμύρια που είχε πληθυσμό το Λονδίνο μέσα σε 16 μήνες έμειναν 2,5. Στη Γερμανία το 1349 πέθαναν μέσα σ’ ένα χρόνο τουλάχιστον 1,2 εκατομμύριο άνθρωποι.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη

θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια

από το Μαύρο θάνατο 25

εκατομμύρια νεκρούς,

 δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια από το Μαύρο θάνατο 25 εκατομμύρια νεκρούς, δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της. Στη δυστυχία αυτή πρέπει να προστεθεί και η καταδίωξη των Εβραίων, επειδή κάποιος αντισημίτης διαδίδει ότι οι Εβραίοι έριξαν δηλητήριο στα πηγάδια και τις στέρνες. Με τη δικαιολογία αυτή, άλλους σκοτώνουν, άλλους διώχνουν απ’ τις πόλεις, άλλους πάλι τους καίνε ζωντανούς. Υπάρχουν περιγραφές ότι μέσα σε μια Κυριακή έκαψαν ζωντανά πάνω στην ίδια φωτιά κάπου 300 άτομα.

Η επιδημία και οι μαζικοί θάνατοι έφεραν βέβαια και οικονομικό μαρασμό. Τα χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα αφού δεν υπήρχαν εργάτες να τα δουλέψουν. Έτσι, έλειπαν τα αγαθά πρώτης ανάγκης. Οι δρόμοι και οι γέφυρες δεν επισκευάζονταν. Το εμπόριο φυτοζωούσε. Όσοι χωρικοί μπορούσαν μετανάστευαν, όσοι έμεναν πίσω καταπιέζονταν και δεν είχαν να φάνε. Το 1358 στη Γαλλία και το 1381 στην Αγγλία οι χωρικοί επαναστατούν. Όμως οι επαναστάσεις αυτές καταπνίγονται τελικά στο αίμα, προσθέτοντας στους νεκρούς του λοιμού και τους νεκρούς των εμφυλίων πολέμων.

Μέσα απ’ τη δυστυχία αυτή, οι άνθρωποι έμαθαν και καθιέρωσαν κάποιες βασικές πρακτικές για την καταπολέμηση της πανώλους, όπως: η απομόνωση όσων αρρώσταιναν, ο ψεκασμός ή η κάλυψη των νεκρών με ασβέστη, νιτρικό οξύ, θειάφι ή καμφορά, το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου με ξίδι που περιέχει αντισηπτικές πολυφενόλες, η υποχρέωση να δηλώνεται κάθε κρούσμα, η απαγόρευση των συναθροίσεων. Για πρώτη φορά απαγορεύονται οι σκουπιδότοποι (χωματερές) μέσα στις πόλεις και αν δεν γινόταν αλλιώς, τις σκέπαζαν κάθε τόσο με ασβέστη. Επίσης απαγορεύονται τα χοιροστάσια μέσα στην πόλη.

Οι προφυλακτικές αυτές μέθοδοι υγιεινής βοήθησαν κυρίως στην προστασία από άλλες ασθένειες. Η μόνη μέθοδος όμως που βοήθησε πραγματικά στο να μη διαδοθεί περαιτέρω η πανώλης ήταν η απομόνωση.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη.Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το 1374 η Βενετία, που είχε τραγικά δοκιμαστεί από επανειλημμένες επιδημίες, αποφασίζει να απομονώνεται κάθε πλοίο, πραμάτεια, ή ταξιδιώτες που έρχονταν από μολυσμένα μέρη στην αρχή για 30 και αργότερα για 40 ημέρες (καραντίνα). Τα πλοία έπρεπε να σηκώνουν κίτρινη σημαία και αγκυροβολούσαν στο νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro), όπου υπήρχε και μικρό νοσοκομείο, το Lazaretto. Από εδώ προέρχονται και οι όροι καραντίνα (ιταλικά quaranta =σαράντα), Λαζαρέτο και η λέξη isolation= απομόνωση, από τη λέξη isola=νηοί. Για να γλιτώσουν την καραντίνα που τους κόστιζε ακριβά, οι καπετάνιοι ζη­τούσαν από το λιμάνι αναχώρησης και τα ενδιάμε­σα λιμάνια όπου άραζαν επιστολή που βεβαίωνε ό­τι στο συγκεκριμένο λιμάνι δεν υπήρχε επιδημία πανώλους. Πολλά απ’ αυτά ήταν ψεύτικα. Έτσι απέφευγαν την καραντίνα. Τα μέτρα δεν έφερναν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και ο πληθυσμός στράφηκε προς τους δύο μεγάλους προστάτες, τον Άγιο Ρόκο και τον Άγιο Σεβαστιανό.

 

Νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro).

 

Με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453, αρχίζει δυστυχώς μια νέα εποχή για την πανώλη στην Ανατολή. Το περίφημο Επταπύργιο, το ση­μερινό Jedi Kule, τόπος καραντίνας στη βυζαντινή εποχή, καταργείται και μετατρέπεται σε φυλακή, καθ’ ότι η θέση του Κορανιού στο θέμα των ασθενειών είναι ξεκάθαρη: οι αρρώστιες στέλνονται α­πό τον Αλλάχ και εκείνος αποφασίζει αν οι άν­θρωποι θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Ακόμη και αν βρίσκεται κανείς στον πιο ισχυρό πύργο, ο θάνατος αν είναι να τον βρει θα τον βρει. Η θέση αυτή του Κορανιού ήταν μέχρι το 1836 αμετακίνητη. Η Πόλη αλλά και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα παραμείνει μια μεγάλη δεξαμενή της πανώλους μέχρι το 1836, οπότε ο Τούρκος Σεχουνισλάμ για πρώτη φορά έλαβε θέση λέγοντας ότι δεν είναι όλες οι αρρώστιες από τη μοίρα.

Στη Δύση το 1546 ο Τζιρολάμο Φρακαστόρο (Girolamo Fracastoro) (1483-1553) θα γράψει το περίφημο βιβλίο του για τις μεταδοτικές λοιμώξεις. Εκεί ξεχωρίζει ξανά, 1.400 χρόνια μετά τον Ρούφο, την πανώλη από άλλες μεταδοτικές ασθένειες κα πιστοποιεί ότι είναι τρομερά επικίνδυνο ακόμη και το να πάρεις ένα ρούχο από κάποιον άρρωστο με πανώλη. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε ο Τζερόνιμο Μερκουριάλε (Geronimo Mercuriale), που συνέχισε την παράδοσή του, υποπτεύθηκαν ότι η αιτία της μόλυνσης ήταν οι ψύλλοι των ποντικών που κρύβονταν στα υπάρχοντα των πεθαμένων.

 

O Ιταλός γιατρός και ποιητής Τζιρολάμο Φρακαστόρο, συγγραφέας του βιβλίου για τις μεταδοτικές λοιμώξεις.

 

Τον ίδιο καιρό περίπου, ο Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, πλησίασε κοντότερα στα αίτια της λοίμωξης. Επισήμανε ξανά το γεγονός του θανάτου των αρουραίων λίγο πριν από την έναρξη επιδημίας πανώλους. Χρειάστηκε όμως να περάσουν άλλα 250 χρόνια μέχρις ότου ο Ελβετός Γιερσέν (Yersin) ανακαλύψει την αιτία και τη σχέση της αρρώστιας με τους αρουραίους και τους ψύλλους των τρωκτικών.

 

Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, ενώ εξετάζει ασθενή.

 

Την ίδια εποχή η Γερμανία θρήνησε 12 με 13 εκατομμύρια νεκρούς μόνο από επιδημίες που ενέσκηψαν λίγα χρόνια μετά τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου, μεγάλο μέρος από τις οποίες οφειλόταν στην πανώλη. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν τις μεταρρυθμίσεις χειροτέρεψαν τα πράγματα. Όταν οι Σουηδοί κατέλαβαν τη Γερμανία στον τριακονταετή πόλεμο, η πανώλης εξαπλώθηκε και πάλι σε όλη τη χώρα. Ο πληθυσμός του Άουγκσμπουργκ (Augsburg) και του Ρέγκενσμπουργκ σχεδόν εξαφανίστηκε. Σε μια πολίχνη, ονόματι Σβέιντνιτς (Schweidnitz), πίσω απ’ τα τείχη της οι δρόμοι είχαν γεμίσει άθαφτους νεκρούς που τους μετέφεραν μαζικά. Για να μην ακούγεται ο μακάβριος θόρυβος της ρόδας στο λιθόστρωτο αναγκάστηκαν να βάλουν στις ρόδες των κάρων πέτσινα λουριά, μια εφεύρεση που καθιερώθηκε από τότε και για τις άμαξες μεταφοράς ατόμων.

Μια και δεν υπήρχαν νεκροθάφτες, πετούσαν τους νεκρούς σε κάρα και από εκεί στο ποτάμι ή τους έθαβαν σε κοινό τάφο. Στο νεκροταφείο του Αγίου Λεονάρδου διατηρείται και σήμερα ταφόπλακα με γραπτή μαρτυρία του γεγονότος: «Εδώ είμαστε θαμμένοι 77, που πεθάναμε σε μια μέρα από την πανώλη, έτος 1637». Ανάλογα περιστατικά διαδραματίζονταν στη Γαλλία, την Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Παντού υπήρχε σκηνικό φρίκης. Στα σπίτια έφθασαν να μένουν μόνον κατοικίδια ζώα. Στις πόλεις κατέβαιναν λύκοι και επετίθεντο στους ανθρώπους. Αγελάδες και πρόβατα έμεναν έρημα στα χωράφια και μούγκριζαν γιατί δεν υπήρχε κανείς να τ’ αρμέξει, ενώ τα σιτηρά δεν υπήρχε κανείς για να τα κόψει. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προστεθεί ο φθόνος, η επιβουλή της περιουσίας των άλλων (αρκούσε να κατηγορήσει κανείς τη διπλανή του για μάγισσα, ώστε να καεί στην πυρά και να καρπωθεί αυτός την περιουσία της), και γενικά η επικράτηση του νόμου του ισχυροτέρου. Στην επιδημία του 1636 ο αρχιεπίσκοπος του Μάιντς (Mainz) απαγόρευσε για πρώτη φορά τα βασανιστήρια και τις δίκες των μαγισσών, παρακινούμενος από το φίλο του ιησουίτη Φρειδερίκο φον Σπέε (1591-1635), που ως εξομολογητής των άτυχων αυτών ανθρώπων είχε κατανοήσει ότι ήταν θύματα. Το βιβλίο του Σπέε, που πρωτοτυπώθηκε το 1631, επανατυπώθηκε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, πάντα με ψευδώνυμο για το φόβο των αντιποίνων.

 

Χάρτης διασποράς της πανδημίας.

 

Το 1631 ένας άλλος Ιησουίτης, ο Αθανάσιος Κίρχνερ, θα ανακαλύψει με το μικροσκόπιο μέσα στο πύον από βουβώνες, αλλά και στο αίμα ασθενών, κάτι μικρά σκουληκάκια που ονόμασε «vermiculi» και εντόπισε σ’ αυτά την αιτία της πανώλους. Αν ήταν πράγματι τα Gram – αρνητικά βακτήρια που προκαλούν την πανώλη, είναι δύσκολο να το πει κανείς σήμερα. Δεν παύει όμως να είναι ο πρώτος που έγραψε ότι το λεγόμενο «μίασμα» δεν είναι τίποτε άλλο από ένας στρατός από μικρά σκουληκάκια που μπαίνει με την αναπνοή ή από το δέρμα στο σώμα, κάνει τους αδένες να γεμίζουν πύον και σκοτώνουν τον ασθενή. Οι πρακτικές όμως που ακολουθούσαν τότε οι ιατροί ήταν ακόμη «μεσαιωνικές». Ο φόβος για το μίασμα τους έκανε να ντύνονται με βαριά ρούχα ποτισμένα σε κερί και να φοράνε μια περίεργη μάσκα, μέσα στην οποία έβαζαν σφουγγάρι ποτισμένο με ξίδι, καμφορά ή άλλα αντισηπτικά ονομαζόμενα «νερά της πανώλους». Ένα από αυτά ανακάλυψαν γύρω στο 1700 στην Κολονία δύο Ιταλοί αδελφοί, ο Ιωάννης-Βαπτιστής και ο Ιωάννης-Μαρία Φαρίνα Είναι το επιλεγόμενο «Eau de Cologne», η σημερινή κολόνια.

 

Ο Ιησουίτης Αθανάσιος Κίρχνερ που πρώτος είδε μέσα στο πύον και το αίμα παθογόνους μικροοργανισμούς που αποκάλεσε σκουληκάκια (vermiculi).

 

Ιατρική προφυλαχτική φορεσιά του 17ου αι. που «προφύλασσε» από την πανώλη. Στην κορακοειδή μύτη τοποθετούσαν ένα σφουγγαράκι που το πότιζαν με ξίδι και μετά το 1700 με κολόνια.Χαλκογραφία του Γιατρού Schnabel [εδώ Dr. Beak], ένας γιατρός της πανούκλας του 17ου αιώνα, στη Ρώμη, περίπου το 1656.

 

Όμως ήδη πριν από το 1700 στη διάρκεια του αγγλοολλανδικού πολέμου (1665-67), μια νέα επιδημία ξέσπασε στο Λονδίνο και απ’ τους 500.000 κατοίκους πέθαναν οι 70.000. Στο ημερολόγιο του γραμματέα του αγγλικού ναυαρχείου Σαμουήλ Πέπι (1633-1703) περιγράφονται τραγικές λεπτομέρειες για την επιδημία αυτή. Κατά την ίδια επιδημία ξεσπά στις 2 Σεπτεμβρίου του 1666 η μεγάλη πυρκαγιά που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος του Λονδίνου. Στη φωτιά παραδόθηκαν 460 δρόμοι με 14.000 σπίτια και 80 εκκλησίες. Το ευτύχημα όμως ήταν ότι μαζί μ’ αυτά κάηκαν οι ποντικοί και οι φωλιές τους. Λίγο μετά, το αγγλικό Κοινοβούλιο αποφασίζει να απαγορεύσει τις ξύλινες κατασκευές σπιτιών για να μην ξαναπροκληθούν τέτοιας έκτασης ζημιές από τη φωτιά. Δίνονται άδειες κατασκευής μόνο σε σπίτια που κτίζονται με πυρότουβλα. Στο μέρος αυτό του Λονδίνου δεν ξαναεμφανίστηκε επιδημία πανώλους. Τα ποντίκια δεν μπορούσαν να φωλιάσουν κοντά σε ανθρώπους και οι ψύλλοι να μεταδώσουν τα βακτήρια στον άνθρωπο.

 

Φέρετρο πολλαπλών χρήσεων για νεκρούς από πανώλη, 17ος αι. Δίπλα ιατρική προφυλακτική φορεσιά του 10ου αι. Από πίσω αντίγραφο της ελαιγραφίας «Ο θρίαμβος του θανάτου». Κάτω από το φέρετρο δύο αρουραίοι. Μουσείο Ιστορίας Ιατρικής Πανεπιστημίου Ζυρίχης.

 

Στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις οι επιδημίες έρχονται κι επανέρχονται. Το 1679 η Βιέννη μετρά 140.516 νεκρούς. Μόλις συνέρχεται η πόλη εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός του διαβατηρίου υγείας για τον καθένα που θα μπει. Σώμα στρατού 10.000 ανδρών γύρω απ’ την πόλη ελέγχει τον καθένα και την πραμάτειά του και διασφαλίζει την τήρηση του θεσμού. Έτσι γεννιέται γενικότερα ο θεσμός του διαβατηρίου και του τελωνείου.

Οι αυστηροί έλεγχοι, είτε στα λιμάνια της Μεσογείου είτε γύρω απ’ τις πόλεις, όπως η Βιέννη, δεν είχαν πάντα αποτέλεσμα. Στις 25 Μαΐου 1720 άραξε στη Μασσαλία το πλοίο «Le Grand Saint Antoine». Το περίμεναν με ανυπομονησία γιατί έφερνε πραμάτεια απ’ την Ανατολή για μια μεγάλη εμπορική έκθεση. Ο καπετάνιος του είχε ήδη μαζί του τρία διαβατήρια υγείας από τη Σίδη, την Τρίπολη και την Κύπρο, που του επέτρεπαν ελεύθερη πρόσβαση, αλλά και ένα άλλο απ’ τον ιατρό του πλοίου – που είχε ήδη πεθάνει μετά από 7 ναύτες -, το οποίο έλεγε ότι πέθαναν από πανώλη. Στις 27 Μαΐου πεθαίνει άλλος ένας μέσα στο πλοίο. Τον νεκροτομούν στο νοσοκομείο του λιμανιού, αλλά κρύβουν πάλι ότι ήταν πανώλης. Στις 12 Ιουνίου  πεθαίνει ο υπάλληλος του τελωνείου που είχε επισκεφθεί το πλοίο και κατόπιν δύο ναύτες. Ο αρμόδιος χειρουργός το αποκρύπτει ξανά μέχρις ότου πεθαίνει κι αυτός. Η πραμάτεια έχει βγει πια στο λιμάνι. Λίγο αργότερα, την 1η Αυγούστου, πεθαίνουν μαζικά 100 άτομα, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πάνω από 1.000. Κανείς δεν δέχεται να τους θάψει και οι αρχές πανικοβλημένες φέρνουν καταδίκους απ’ τις φυλακές. Από τους 698 πεθαίνουν οι 457.

 

Ένα τυπικό φορτηγό πλοίο του 17ου – 18ου αιώνα, όπως το Grand Saint-Antoine.

 

Στην επιδημία αυτή ο καθηγητής Παθολογίας Ντεϊντιέ (Deidier) απ’ τη Ζυρίχη θα κάνει στο Μονπελιέ  τα πρώτα πειράματα που αποδεικνύουν τη μεταδοτικότητα της αρρώστιας. Παίρνοντας χολή από ασθενή και δίνοντάς την ενδοφλεβίως, από το στόμα ή υποδόρια, μεταδίδει την αρρώστια σε σκύλους. Από τότε η αυστηρή επιτήρηση των ταξιδιωτών γίνεται νόμος.

 

Οι νεκροί από την πανώλη θάβονταν στην αρχή των επιδημιών σε φέρετρα, συχνά σε αγρούς και όχι στα νεκροταφεία. Εκεί θάβονταν αργότερα χωρίς φέρετρα, ενώ όταν άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, θάβονταν σε ομαδικούς τάφους ή πετιούνταν σε ποτάμια. Ανάμεσά τους και κάποιοι μισοπεθαμένοι.

 

Στην Τουρκία, που οι αρχές δεν παίρνουν καμιά προφύλαξη, ο πληθυσμός συνεχίζει να αφανίζεται. Οι πολλοί θάνατοι του 1836 αναγκάζουν το σουλτάνο Μαχμούτ Β’ να ακολουθήσει την εισήγηση των ιατρών Στεφάνου και Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή (παππού του περίφημου μαθηματικού), για άμεση μεταφορά όσων έχουν προσβληθεί από πανώλη στο λοιμοκαθαρτήριο του Πύργου του Λεάνδρου. Το μέτρο αυτό βοηθά στο να καταστείλουν την επιδημία. Για να τους ευχαριστήσει ο σουλτάνος τούς έδωσε την άδεια να ανεγερθεί η εκκλησία της Παναγίας Κουμαριώτισσας στο Νεοχώρι.

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη

για την αντιμετώπιση

της πανώλους θα κάνει το 1894

ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη για την αντιμετώπιση της πανώλους θα κάνει στις 22 Ιουνίου του 1894 ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν (Alexander Yersin, 1863-1943), που φέρνει στο φως το αιτιογόνο βακτήριο της πανώλους, τη Yersinia pestis, όπως αυτό ονομάστηκε προς τιμήν του μετά το θάνατό του. Επιπλέον, ο Γιερσέν απέδειξε ότι ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα ήταν ο αρουραίος. Είχε εντυπωσιαστεί από τις εκατοντάδες νεκρών αρουραίων που είδε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, και από την εικόνα αυτή βοηθήθηκε να κάνει τον πρώτο συνειρμό.

 

Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς.

 

Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε από το Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι να αναλάβει την έρευνα για την προφύλαξη και θεραπεία της πανώλους. Τον ίδιο χρόνο, στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού του Ινστιτούτου δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα με αντιτοξικούς ορούς. Το Σεπτέμβριο σώζει με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους με πανώλη στην Ινδοκίνα, όπου είχε κληθεί.

Τον τρίτο κρίκο της αλυσίδας έκλεισε στη Βομβάη ο Ισπανός Σιμόντ (Simond) που εργαζόταν με τον Υερσέν στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι. Παρατήρησε ότι οι ξυπόλυτοι Hindus πριν εμφανίσουν αποστήματα στη βουβωνική χώρα, εμφάνιζαν μικρή φλύκταινα στο δέρμα του ποδιού τους, συνήθως κάτω απ’ τα σφυρά. Την ονόμασε «Phlyktaena praecox»= πρώιμη φλύκταινα. Από το υγρό αυτό καλλιέργησε Yersinia. Βλέποντας την ομοιότητα με τα τσιμπήματα των ψύλλων «ψυλλιάστηκε»!

Όπως έγραψε αργότερα, εκείνη την ώρα ανατρίχιασε πιστεύοντας ότι ίσως ανακάλυψε το μεγάλο μυστικό της αρρώστιας. Συγκέντρωσε τότε ψύλλους από αρουραίους που πέθαναν και με το μικροσκόπιο, αλλά και στις καλλιέργειες, ανακάλυψε Yersiniae. Κατόπιν τοποθέτησε δοκιμαστικά σε θάλαμο που χωριζόταν με συρμάτινο δίχτυ, απ’ τη μια μεριά έναν αρουραίο με πανώλη, γεμάτο ψύλλους, και απ’ την άλλη έναν υγιή αρουραίο, που είχε αφαιρέσει όλους τους ψύλλους. Το ήδη άρρωστο ζώο πέθανε μέσα σε μια μέρα, ενώ το υγιές έπειτα από έξι ημέρες. Έκανε το ίδιο πείραμα με έναν άρρωστο αρουραίο χωρίς ψύλλους και έναν υγιή χωρίς ψύλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο άρρωστος να πεθάνει και ο υγιής να επιζήσει. Ήταν πια φανερό ότι το βακτήριο της πανώλους το περνούσαν οι ψύλλοι απ’ τον έναν αρουραίο στον άλλο μέσα απ’ το συρμάτινο δίχτυ, ενώ ο ένας αρουραίος δεν μπορούσε να κολλήσει απ’ ευθείας τον άλλο αν δεν υπήρχαν ψύλλοι. Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθε το DDT και τα άλλα εντομοκτόνα και έτσι η ασθένεια περιορίστηκε σημαντικά.

[ Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς. Σπούδασε στα πανεπιστήμια της Λωζάννης, τού Μαρβούργου  και των Παρισίων και ακολούθως εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ των Παρισίων, συνεργαζόμενος με τον Εμίλ Ρου πάνω στην τοξίνη της διφθερίτιδας.

Στο Χονγκ Κονγκ, στις 22 Ιουνίου του 1894, ανακάλυψε, την ίδια στιγμή με τον Κιτασάτο, το Βάκιλο της πανούκλας, ο οποίος ονομάστηκε προς τιμήν του Yersinia pestis. Ο Υερσέν, εντυπωσιασμένος από το πλήθος των νεκρών αρουραίων που έβλεπε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, κατέληξε στη σκέψη πως αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη αιτία μετάδοσης της νόσου. Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε πάλι στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι και τέθηκε επικεφαλής των ερευνών εναντίον της πανούκλας, ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε τα πρώτα του συμπεράσματα πάνω στους ορούς για την αντιμετώπιση της νόσου, Το Σεπτέμβριο μάλιστα του 1895 κλήθηκε στην Ινδοκίνα για να αντιμετωπίσει την επιδημία πανούκλας που είχε ενσκήψει και έσωσε με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους. Ίδρυσε τέλος δύο Ινστιτούτα Παστέρ στην Κίνα].

Σήμερα αν κάποιος προσβληθεί από πανώλη θεραπεύεται με αντιβιοτικά. Η στρεπτομυκίνη, οι τετρακυκλίνες και η χλωραμφενικόλη είναι τα φάρμακα επιλογής.

Η πανώλης νικήθηκε πια σχεδόν οριστικά, παρ’ όλο που πολλά τρωκτικά (κάπου 200 είδη) παραμένουν ακόμη σαν φυσική δεξαμενή στη νοτιοανατολική Ασία, το Ιράν, τις Ινδίες, την κεντρική και νότια Αφρική, αλλά και στις δυτικές πολιτείες της Αμερικής, προκαλώντας σποραδικά μικρές επιδημίες και μεμονωμένους θανάτους.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Lode Η., Stahlmann R., Infektiologie, Aesopus, Zug 1984, 168-71.
  • Lyons A., Petrucelli R., Medicine – An Illustrated History, Abrams, New York 1987.
  • Margotta R., The Hamlyn History of Medicine, Octopus, London 1996.
  • Moergeli Chr., Das Medizinhistorische, Museum der Universitaet Zurich.
  • Παπαβασιλείου I., Ρόζου B., Εγχειρίδιο Ιστορίας Ιατρικής, Εκδ. Πανεπιστημίου, Αθήναι, 1979.
  • Schreiber W., Mathys F., Infectio, Ed. Roche, Basel, 1987 Surbeck R., Fernsehen in die An tike – Die Welt von gestern mit den Augen von heute, Wiese, Basel, 1994, 117 ff.
  • Τσονίδη T., To γένος Καραθεοδωρή, Μέλισσα, Νέα Ορεστιάς 1989.
  • Winkle S., Kulturgeschichte der Seuchen, Artemis & Winkler, Duesseldorf/Zurich.

 

 

Στέφανος Γερουλάνος,

καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής – Ιωάννινα

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Πανούκλα – Ο Μαύρος θάνατος», τεύχος 101, 20 Σεπτεμβρίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης»

 

Ίσως η περισσότερο άγνωστη φυλακή της πόλης του Ναυπλίου είναι η Στρατιωτική Φυλακή. Είναι γνωστές οι φυλακές στο Παλαμήδι, στο κτήριο «Λεονάρδου» και Βουλευτικού, οι  γυναικείες φυλακές στο ισόγειο του Βουλευτικού και σε ιδιωτικό κτήριο και η φυλακή των πολιτικών κρατούμενων στην Ακροναυπλία.

Η Στρατιωτική Δικαιοσύνη οργανώθηκε για πρώτη φορά επί εποχής Καποδίστρια, όταν συγκροτήθηκε το Διαρκές Στρατοδικείο στο Ναύπλιο. Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (21 Νοεμβρίου 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

Η ποινή του θανάτου για τους στρατιωτικούς εκτελείτο με τυφεκισμό ενώ των ποινικών με την γκιλοτίνα.

 

Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου.

 

1884 (τέλη): Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες σε υπάρχοντα ενετικά κτήρια της Ακροναυπλίας, ίσως και με προσθήκη κάποιων νέων κτηρίων για τις ανάγκες στέγασης των στρατιωτικών φυλακών.

1885: Αρχές του έτους άρχισε η μεταφορά των στρατιωτικών καταδίκων από τις φυλακές του Παλαμηδίου στην Ακροναυπλία. Στο χώρο των φυλακών υπάρχει και εκκλησία για τον εκκλησιασμό των κρατούμενων ενώ έχει καταγραφεί και αίτημα για διορισμό μόνιμου ιερέα στη φυλακή. Η φυλακή έχει δύο ορόφους, με δύο θαλάμους, ατομικά κρεβάτια και καρτέλες σε κάθε κρεβάτι με το όνομα, την αναγραφή της ποινής, το αδίκημα και το στρατιωτικό σώμα που άνηκε. Οι εφημερίδες της εποχής πανηγυρίζουν για την εφαρμογή στις στρατιωτικές φυλακές του νέου συστήματος.

1885: Ιδρύεται το 8ο πεζικό σύνταγμα στο Ναύπλιο, το οποίο στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο (μετέπειτα πολιτικές φυλακές Ακροναυπλίας), δίπλα από τις στρατιωτικές.

1886: Στα μέσα του χρόνου μαθαίνουμε ότι οι φυλακές φιλοξενούν 337 κρατούμενους στρατιωτικούς και είναι πλήρεις.

1888: Έχει μειωθεί ο αριθμός των κρατουμένων σε 221 στρατιωτικούς.

1897: Στα μέσα του χρόνου γέμισαν όλες οι στρατιωτικές φυλακές (π.χ. Μεντρεσές στην Αθήνα) από λιποτάκτες φαντάρους. Πολλοί από τους λιποτάκτες του πολέμου του 1897 οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών.

 

1897 (Απρίλιος – Μάιος ): Μεταφορά στις στρατιωτικές φυλακές 124 Τούρκων αιχμαλώτων από τον πόλεμο του 1897.

1897: Στα τέλη του έτους μαζική απόδραση από τις στρατιωτικές φυλακές κρατουμένων, οι οποίοι συγκροτούν συμμορία ληστών στην περιοχή της Μαντινείας.

1897: Ορίζεται το Ναύπλιο ως έδρα ταξιαρχίας, που στεγάζεται στην Ακροναυπλία, στο μεγάλο ενετικό κτήριο δίπλα από τις στρατιωτικές φυλακές.

1900: Στις 2 Αυγούστου οδηγούνται στις φυλακές Ακροναυπλίας οι επικεφαλής κινήματος αξιωματικών πεζικού. Το στρατιωτικό κίνημα είχε γίνει στις 18/7/1900.

1902: Στις 2 Ιουνίου υπογράφεται επιστολή στρατιωτικών καταδίκων, όπου επιβραβεύεται ο διοικητής των φυλακών Ι. Παναγιωτόπουλος για την τάξη που έχει επιβάλλει. Από την επιστολή μαθαίνουμε για δύο φόνους μεταξύ των καταδίκων την προηγούμενη χρονιά στη φυλακή.

 

Το συγκρότημα των στρατιωτικών φυλακών στο Ναύπλιο.

 

1903: Τον Απρίλιο, σε έκθεση επιθεωρητή των φυλακών μαθαίνουμε ότι οι κατάδικοι στρατιώτες παίζουν χαρτιά και στα κελιά έχουν μπουκάλια με ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά.

1905: Στις 16 Οκτωβρίου γίνεται απόδραση από τις φυλακές Ακροναυπλίας καταδίκου σε ισόβια δεσμά, δεκανέας στο βαθμό.

1909: Στη φυλακή μεταφέρονται οι στασιαστές του κινήματος του Ναυτικού, που έγινε στις 17-10-1909, μετά το κίνημα στο Γουδί.

1909: Το Νοέμβριο ο αριθμός των κρατούμενων είναι 300 στρατιωτικοί.

1913: Στις φυλακές μεταφέρονται και Τούρκοι αιχμάλωτοι.

1921: Το Νοέμβριο μεταφέρονται στις στρατιωτικές φυλακές απεργοί στρατεύσιμοι από το ηλεκτρικό εργοστάσιο της Αθήνας, μετά από απόφαση στρατοδικείου.

1922: Τον Αύγουστο, 800 οι στρατιωτικοί κατάδικοι της Ακροναυπλίας ζητούν να πάνε στο μέτωπο. Έχουν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία. Αν κρίνουμε από τον αριθμό των κρατούμενων, ίσως χρησιμοποιούσαν τότε ως χώρο φυλακής και το μεγάλο ενετικό κτήριο.

1922: Άρχισαν να μεταφέρονται στις φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήταν ενταγμένοι στο ΚΚΕ. Οι στρατιωτικοί κρατούμενοι μεταφέρουν νερό από την πόλη του Ναυπλίου με ντενεκέδες για τη δεξαμενή της φυλακής και ασχολούνται με σπάσιμο χαλικιού. Όταν διαβάζουν ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ τιμωρούνται. Άλλη μια αγγαρεία ήταν ο καθαρισμός των πέντε δεξαμενών της πόλης του Ναυπλίου.

1929: Ψηφίζεται το Ιδιώνυμο (Νόμος 4249/25-7-29) «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1929: Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός για όλους τους θανατοποινίτες κρατούμενους.

1931: Τον Ιούλιο του 1931 δημοσιεύεται επιστολή στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, η οποία υπογράφεται από τον «Κόκκινο φαντάρο». Εκεί μαθαίνουμε ότι το συσσίτιο είναι κακό, ο ίδιος έχει περάσει 25 μήνες στη φυλακή και η αγγαρεία του είναι να σπάει πέτρες. Το ημερομίσθιο του φυλακισμένου είναι οχτώ δραχμές την ημέρα και η καταβολή του αργή.

 

Το κτήριο των στρατιωτικών φυλακών και η αναγραφή της φυλακής στην πρόσοψη του κτηρίου.

 

1932: Στις στρατιωτικές φυλακές οδηγούνται φαντάροι που ανήκουν στο ΚΚΕ, οι οποίοι κατηγορούνται ότι «συνεδρίασαν για την ανατροπή του καθεστώτος» ή μοίραζαν προκηρύξεις.

1932: Αντιθέσεις μεταξύ πολιτικών και ποινικών στρατιωτικών κρατούμενων. Οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούν το σύστημα ότι αφήνει ελεύθερα τα ναρκωτικά στη φυλακή (χασίς).

1935: Στις 13 Απριλίου οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί, που συμμετείχαν στο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε την 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Στις 2 Δεκεμβρίου αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

1935: Τον Δεκέμβριο αρχίζουν απεργία πείνας στις στρατιωτικές φυλακές πολιτικοί κρατούμενοι για να τους δοθεί αμνηστία.

1936: Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Έχει αποφασιστεί, όπως μαθαίνουμε από τοπική εφημερίδα η μετατροπή των φυλακών αποκλειστικά «για τους κομμουνιστάς».

1937: Στις 3 Φεβρουαρίου αρχίζει η λειτουργία των φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους οι πολιτικοί με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας λειτουργούν στο μεγάλο ενετικό κτήριο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »