Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Η νεοκλασική οικία Δημητρίου Τσώκρη στο Άργος – Χρήστος Ι. Πιτερός


 

Τσώκρης Δημήτριος (1796-1875)

Ο Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875) υπήρξε κορυφαία στρατιωτική φυσιογνωμία του Άργους, καπετάνιος, στρατηγός κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και βουλευτής με συνεχή ενεργό δράση κατά τον 19ο αι.[1] Η μοναδική νεοκλασική μνημειακή οικία Δ. Τσώκρη (Εικόνες 1, 2), η παλαιότερη της πόλης, είναι κτισμένη στα δυτικά του Άργους (Ο.Τ. 87), στο Λιέπουρ μαχαλά, μέσα σε κήπο που δεν σώζεται, στη διασταύρωση των οδών Καραντζά αρ. 6 και Ηρακλέους, που αποτελούσε την κύρια οδό επικοινωνίας Κορίνθου, Άργους, Τριπολιτσάς κατά την Τουρκοκρατία.[2] Ο Λιέπουρ μαχαλέ(ας) ήταν η μεγαλύτερη συνοικία του Άργους, γνωστή και ως Αρβανιτιά. Μέχρι πρόσφατα ήταν γνωστός ως μαχαλάς «των λαγωών» από την αλβανική λέξη λιέπουρ, που σημαίνει το λαγό, διότι κατά μίαν υποθετική άποψη στον μαχαλά αυτό κατέβαιναν τη νύχτα οι λαγοί από τον γειτονικό λόφο του Προφήτη Ηλία.[3] Ωστόσο ο συνοικισμός Λιέπουρ μαχαλάς έλαβε το όνομα το πιθανότερο από τον αρχηγό Λιέπουρ της ισχυρότερης φάρας των Αλβανών, που κατοικούσαν στην περιοχή[4] αυτή από το 1770.

 

Εικόνα 1. Γενική άποψη οικίας Δ. Τσώκρη (1930) από νότια. Εικόνα 2. Γενική άποψη οικίας Δ. Τσώκρη, υπάρχουσα κατάσταση από νοτιοανατολικά. Εικόνα 3. Κατόψεις ισογείου 1 και ορόφου 2, κατά Π. Ξηνταρόπουλο.

 

Ο άμεσος περιβάλλων χώρος της οικίας Δ. Τσώκρη με το σωζόμενο χαρακτηριστικό μανδρότοιχο και την χαρακτηριστική υστερονεοκλασική μνημειακή αυλόπορτα στη νότια κύρια πρόσοψη έχει οικοπεδοποιηθεί και ανοικοδομηθεί με διώροφες κατοικίες από σκυρόδεμα, που περικλείουν ασφυκτικά την νεοκλασική οικία (Χάρτης 1). Ιδιαίτερα η νοτιοδυτική μεγάλη διώροφη οικία (Εικόνα 2) κτισμένη σε απόσταση μόλις 2,27 μ. (Χάρτης 1) έχει βάναυσα κακοποιήσει το λαμπρό νεοκλασικό κτίριο και αποκρύπτει πλήρως την όψη της δυτικής κύριας πτέρυγας της οικίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η «σπηλιά» του Μακρυγιάννη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της φιλολόγου, κυρίας Κατερίνας Σολακάκη,  που αφορά στη συγκυριακή όσο και συγκινητική ανακάλυψη ενός από τους τόπους που έδρασε ο Ιωάννης Μακρυγιάννης στην Αθήνα. Πρόκειται για τη «σπηλιά» του, της οποίας την ταυτοποίηση είχε την  τιμή να κάνει, το καλοκαίρι του 2019.

 

«Η σπηλιά του Μακρυγιάννη»

  

Η αναγκαιότητα της ησυχίας, η οποία πάντα συνοδεύει την εξεταστική των παιδιών μου, ώθησε τα βήματά μου, ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου του 2019, για πολλοστή φορά, στον αγαπημένο τόπο κατά τα διαστήματα των τελευταίων χρόνων που παρεπιδημώ στην Αθήνα· στον κήπο και στη «σπηλιά» του οπλαρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), στο χώρο του αρχαίου Ολυμπιείου, ο οποίος συνόρευε με το σπίτι και το περιβόλι του. Ίσως, επειδή το σπίτι έχει πια κατεδαφιστεί και ο κήπος χαθεί, βορά στην αδηφάγο ανάπτυξη, το ενδιαφέρον μου ήταν πάντα επικεντρωμένο στον εντοπισμό της «σπηλιάς», η οποία είναι θαμμένη στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις διαμαρτυρίες των ανθρώπων που πρόλαβαν να τη δουν, πριν καλυφθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, εδώ και 120 περίπου χρόνια. Το μεσημέρι αυτό, η μυστική μου ευχή να βγει ξανά στο φως, πραγματοποιήθηκε με ένα ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο, αφού η παρουσία μου εκεί συνέβαλε στην ταύτιση της θολωτής κατασκευής, την οποία είχε αποκαλύψει η σκαπάνη της κας Νίκης Σακκά, αρχαιολόγου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αθηνών, με τη «σπηλιά» του Μακρυγιάννη.

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

Η μελέτη αυτή, η οποία συντάχθηκε με την προτροπή της, ώστε να παρουσιαστεί τεκμηριωμένα η χρήση του χώρου αυτού από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, βασίστηκε κυρίως στις πρωτογενείς πηγές, δηλαδή στα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη και στα σχόλια των εκδοτών τους. Θα εκπληρώσει δε ουσιαστικότερα το σκοπό της, αν φανεί χρήσιμη στους σύγχρονους μελετητές, στους εκπαιδευτικούς όπως και στους μαθητές. Ως καθηγήτρια, ερχόμενη καθημερινά σε επαφή με τη νέα γενιά στις αίθουσες διδασκαλίας, διαπιστώνω, ολοένα και περισσότερο, πόσο αναγκαία είναι σήμερα η επαφή των νέων ανθρώπων με τις αξίες που βίωσαν οι πρόγονοί μας και οι οποίες τους ώθησαν να δημιουργήσουν αξιόλογο διαχρονικά πολιτισμό. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρούνται και να αναδεικνύονται στη διαχρονικότητά τους οι χώροι και τα αντικείμενα που συνδέονται με αυτούς, στην προκειμένη περίπτωση «η σπηλιά» του Μακρυγιάννη, διότι έτσι παραμένουν διαχρονικά και τα πρότυπα που εκείνοι αποτελούν και προβάλλουν.

 Η κάρτα της ελευθέρας εισόδου μου, ως εκπαιδευτικού, μου επιτρέπει να μπαινοβγαίνω στον αρχαιολογικό χώρο σαν στο σπίτι μου. Έτσι νιώθω, καθώς περιδιαβάζοντας στο χώρο, αναπλάθω με τη φαντασία μου τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη δυτική πλευρά του ναού, η οποία συνόρευε με το περιβόλι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ο διορισμός του ως Πολιτάρχη των Αθηνών, τον Ιανουάριο του 1823, είναι η αρχή της σχέσης του, εικοσιεξάχρονου τότε, με την πολιτεία των Αθηναίων:

 

Κοινῇ γνώμῃ διορίζονται οἱ Κύριοι Σπυρίδων Πατούσας καί Μακρυγιάννης μέ ἑξῆντα ἀνθρώπους ἀχωρίστως νά καθίσωσιν εἰς τήν κοινήν πόρταν ἐπιστάται κατά τήν συνήθειαν καί νά ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τήν φύλαξιν τῶν νόμων καί εὐταξίαν τῆς πόλεως […] ἐσφραγισμένα τῇ κοινῇ σφραγίδι καί ὑπογεγραμμένα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου 1823. Οἱ Ἔφοροι Ἀθηνῶν. (Βλαχογιάννης, 1907: Α΄, 3-5)

 

Η σχέση αυτή θα σφραγιστεί με τα σοβαρά τραύματα που θα λάβει κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης του κάστρου των Αθηνών από την πολιορκία των δυνάμεων του Κιουταχή (1826-1827), θα γίνει δε καθολικότερη και μονιμότερη, όταν κατά το 1827, ενώ ο Κιουταχής έχει υπό την κατοχή του την Αθήνα, θα αγοράσει μια έκταση εκτός του τείχους των Αθηνών, δίπλα στο ναό του Ολυμπίου Διός. Βαθιά απογοητευμένος από την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση, το 1833 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, την ιδιαίτερη πατρίδα της γυναίκας του Αικατερίνης Σκουζἐ, όπου θα χτίσει το σπίτι του και θα φυτέψει το περιβόλι του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εμμανουήλ Α. Λούζης – Κορβέτα «Νήσος των Σπετσών» (πρώην «Αγαμέμνων» της Μπουμπουλίνας). Η δραστηριότητά της ως μονάδας του Στόλου και το άδοξο τέλος της (1829 -1831)


 

Κορβέτα «Νήσος των Σπετσών»…

Η συμπλήρωση διακοσίων ετών από τον ηρωικό Αγώνα της Απελευθερώσεως κατά το 1821 απετέλεσε εφαλτήριο για πρόσθετη γόνιμη έρευνα σε πολλές από τις, ακόμη ασαφείς, πτυχές των σχετικών γεγονότων, από μελετητές και ιστορικούς ερευνητές. Μεταξύ αυ­τών ο κ. Εμμανουήλ Α. Λούζης, υπεύθυνος του Μου­σείου Σπετσών, λίγο μόνον χρονικό διάστημα μετά την παρουσίαση του έργου του για την προσωπικότητα του Σπετσιώτη Ναυάρχου Γ. Ανδρούτσου, μας ξαφνιά­ζει και πάλι ευχάριστα με ένα ακόμη έργο, εξίσου υψη­λού επιπέδου και κυρίως εξαιρετικά χρήσιμου στην έρευνα. Ασκούμενος στα δύσβατα πεδία της γνώσης, ο κ. Λούζης για ακόμη μια φορά, ως συνηθίζει, κατα­πιάνεται με ένα όχι ευρέως γνωστό θέμα, αναδιφώντας απευθείας στις σύγχρονες των γεγονότων πηγές και συγκομίζοντας αποκρυσταλλωμένη γνώση για ένα επιπρόσθετο ζήτημα του Ναυτικού Αγώνα. Του πλοίου «Αγαμέμνων» (κατόπιν «Νήσος Σπέτσαι») δηλ. της ναυαρχίδος του μικρού στόλου της ηρωικής και αδικοχα­μένης καπετάνισσας των Σπετσών, Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει έργο που να ασχολείται τόσο διεξοδικά και αποκλειστικά με αυτό το πλοίο, το οποίο αποτέλεσε καμάρι της Καπετάνισ­σας, φόβητρο των πολεμίων και απαύγασμα της ναυπηγικής των Σπετσών.

Το πλοίο «Αγαμέμνων», κατασκευασμένο στα σπετσιώ­τικα καρνάγια με μήκος πλέον των 32μ. (36 πήχεων) και δύναμης 18 κανονιών, αποτελούσε ένα πραγματι­κό θαύμα της ναυπηγικής, έναν αληθινό βράχο επί της θαλάσσης. Συγκείμενος σε οκτώ πλοιοκτητικά μερίδια, με την πλειοψηφία αυτών στα χέρια της Μπουμπουλί­νας και της οικογένειάς της, για μισή δεκαετία διέσχιζε τα πελάγη, παλεύοντας για την επιβολή της ελληνικής κυριαρχίας στην θάλασσα των Οθωμανών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εμμανουήλ Α. Λούζης, «Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου, Αρχηγού του Σπετσιώτικου Στόλου κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας»


 

Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου

Ο Εμμανουήλ Α. Λούζης πλείστες φορές με τα πονήματά του έχει αναδείξει τις, κατά κανόνα, λιγότερο γνωστές, και συνεπώς πολυτιμότερες, πτυχές των επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων. Έτσι, και στην συγκεκριμέ­νη περίπτωση ο κ. Λούζης κομίζει μία νέα μονογραφία για μια προσωπικότητα με σημαίνοντα ρόλο στην εποχή της, όμως παραγνωρισμένη μέχρι τις ημέρες μας, τον Ναύαρχο Γεώργιο Ιω. Ανδρούτσο.

Ο Ανδρούτσος, εύπορος πλοιοκτήτης κατά τους προεπαναστικούς χρόνους, ηγήτορας του στόλου των Σπετσών κατά την Εθνεγερσία, αξιωματικός κατά τους ακόλουθους χρόνους και άτομο νουνεχές και ακέραιου χαρακτήρα καθ’ όλη την διάρκεια του βίου του, δεν είχε τύχει δέουσας προ­σοχής μέχρι την στιγμή έκδοσης αυτού του έργου.

Ο συγ­γραφέας αναδεικνύει εναργέστατα την μακρά και περιπε­τειώδη πορεία του Ναυάρχου μέσα από πρωτότυπα έργα της εποχής, άμεσους και σύγχρονους μάρτυρες, και αυ­τούσια αποσπάσματα ιστορικών καταγραφών εγγύθεν της περιόδου. Ανασυστήνει τη δράση του μέσα από όλα τα στάδια του ναυτικού αγώνα, που ταυτόχρονα αποτελούν και την διαδικασία γένεσης και συγκρότησης του εθνι­κού κατά θάλασσαν όπλου. Τοιουτοτρόπως, χαρίζει στην ιστοριογραφική έρευ­να αποκατεστημένη τη ζωή αυτής της ιστορικής προ­σωπικότητας του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, του Ναυάρχου Γεωργίου Ιω. Ανδρούτσου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια και το πρώτο φαρμακείο του Β. Βοναφίν στο Ναύπλιο – «Τελικά άλλος ταρίχευσε τον Καποδίστρια!»


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού, Επίτιμου προϊστάμενου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και αρχαιογνωστικής έρευνας του ΥΠΠΟΑ και μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Ι. Καποδίστριας, με θέμα:

Η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια και το πρώτο φαρμακείο του Β. Βοναφίν στο Ναύπλιο – «Τελικά άλλος ταρίχευσε τον Καποδίστρια!»

 

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή», 5 Οκτωβρίου 2021, άρθρο από τη δημοσιογράφο Π. Μπουλούτζα με θέμα, «Αυτός ανέστησε τον Καποδίστρια! Η ιστορία του πρώτου φαρμακείου της χώρας, το οποίο λεγόταν «Σωτήρ», στο Ναύπλιο – θα γίνει μουσείο».

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα ο Δήμος Ναυπλιέων και ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος (Π.Φ.Σ.) στο τέλος του Σεπτεμβρίου 2021 συμφώνησαν για την ανασύσταση του πρώτου φαρμακείου «Ο Σωτήρ» που ίδρυσε το 1828 στο Ναύπλιο ο ιταλικής καταγωγής φαρμακοποιός Β. Βοναφίν και θα λειτουργήσει ως Μουσείο. Το υπό σύσταση πρώτο φαρμακείο – Μουσείο θα στεγασθεί στην πλατεία Τριών Ναυάρχων, στο διώροφο νεοκλασικό κτίριο επί της οδού Βασιλ. Κωνσταντίνου, που κτίσθηκε γύρω στα 1880, στη θέση του παλιότερου κτιρίου με σαχνισιά, όπου λειτουργούσε το πρώτο φαρμακείο από το 1828. Ως γνωστό ο Βοναφίν υπήρξε σημαντική φυσιογνωμία της πόλης κατά τον 19ο αι. Το κτίριο αυτό λειτούργησε ως φαρμακείο από το 1828 ως το 1972. Για την ανασύσταση και λειτουργία του πρώτου φαρμακείου – Μουσείου ο Δήμος Ναυπλίου θα αναλάβει την αναπαλαίωση και αποκατάσταση του νεοκλασικού κτιρίου, ενώ ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος (Π.Φ.Σ.) θα εκπονήσει τη μουσειολογική – μουσειογραφική μελέτη αλλά και τις εργασίες για τη δημιουργία του μουσείου.

Το νεοκλασικό κτίριο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Ναυπλιέων το 2017 και το κόστος αγοραπωλησίας ανήλθε στο ποσό των 585.000 ευρώ. Το κτίριο αυτό από το 1913 είχε περιέλθει δια διαθήκης της συζύγου – χήρας του Β. Βοναφίν, στην συνιδιοκτησία των τριών ενοριών του Ναυπλίου, Αγίου Νικολάου, Γεννήσεως της Θεοτόκου και Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για μία ευτυχή συγκυρία που είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Δήμου Ναυπλιέων και του Π.Φ.Σ. με κινητήρια δύναμη το συνεχές και αδιάλειπτο ενδιαφέρον και την κινητικότητα των πολιτών του Ναυπλίου, που έχουν διαμορφωμένη βαθειά ιστορική συνείδηση για την ιστορία, την προστασία και την ανάδειξη των διαχρονικών μνημείων της μοναδικής αυτής πόλης και πρώτης πρωτεύουσας του Νεοελληνικού Κράτους.

 

Το φαρμακείο όπως ήταν τη δεκαετία του ’60. Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

 

Ως προς το αμφιλεγόμενο πρόβλημα για το που έγινε η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια, αλλά και ποιος τελικά τον ταρίχευσε αποτελεί καθαρά ιστορικό θέμα και αντικείμενο έρευνας των ιστορικών ερευνητών. Υποθέσεις, εικασίες αλλά και μυθοπλασίες που διαμορφώνονται συνήθως μέσα στον ιστορικό χρόνο για σημαντικά και καθοριστικής σημασίας ιστορικά πρόσωπα, πρέπει να υφίστανται τη βάσανο της επιστημονικής έρευνας. Κατά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια περίπου στις 6:30 π.μ. της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 η σορός του Κυβερνήτη, όπως προκύπτει από αυτόπτες μάρτυρες, μεταφέρθηκε από τους στρατιώτες του πυροβολικού στο Κυβερνείο ακολουθούμενους από πλήθος κόσμου. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο Ν. Α. Ράικος, Ρώσος, στρατιωτικός, αυτόπτης μάρτυρας και συνεργάτης του Ι. Καποδίστρια, «Αφιχθέντες προ του ναού οι στρατιώται είδον τινές των παρισταμένων εκεί, ανήγειραν τον Κυβερνήτη νεκρόν ήδη και τον εναπέθετον επί του φορείου…Υπό τον οίκον του Κυβερνήτου ίστατο ο λόχος του πυροβολικού, ου οι στρατιώται είχον μεταφέρει τον νεκρόν από του ναού. Η θέα των αιματοφύρτων αυτών στολών που προξενεί θλιβερά εντύπωση, εν τω προθαλάμω και επί της κλίμακας το αίμα «εκάπνιζε» εισέτι ….». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αρχαία Τροιζήνα  – Μαρία Γιαννοπούλου (Αρχαιολόγος)


 

Η αρχαία Τροιζήνα βρισκόταν λίγο δυτικότερα του σημερινού ομώνυμου χωριού της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Τα μνημεία της είναι γνωστά κυρίως από την εκτενή περιγραφή του Παυσανία (ΙΙ.30.5-32.10), ο οποίος μνημονεύει πολλά λατρευτικά οικοδομήματα και άλλα δημόσια κτήρια που είδε εκεί, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά στοιχεία για τις μυθικές παραδόσεις της πόλης. Σημαντικές είναι και οι μαρτυρίες ξένων περιηγητών που την επισκέφθηκαν στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα (Fourmont, Chandler, Dodwell, Gell, Stackelberg, Pouqueville, Prokesch von Osten, Blouet, Puillon Boblaye, Curtius, Bursian κ.ά.), καθώς μας άφησαν αξιοσημείωτες περιγραφές των ερειπίων που ήταν ορατά πριν από την έναρξη των ανασκαφών.

 

Τροιζήνα

 

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της αρχαίας πόλης άρχισαν από τον Legrand στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκαν από τον Welter στις αρχές της δεκαετίας του 1930.[1] Ορισμένα από τα αντικείμενα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Legrand εντοπίστηκαν στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τώρα κοσμούν την έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Πόρου, ενώ η τύχη των κινητών ευρημάτων των ερευνών του Welter παραμένει άγνωστη. Οι σωστικές ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων ξεκίνησαν το 1979 και μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως πολλά αξιόλογα ευρήματα,[2] προερχόμενα κυρίως από δύο μεγάλα νεκροταφεία, το ένα στα ανατολικά και το άλλο στα δυτικά της πόλης. Τα σημαντικότερα από αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς και κάποια άλλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου.

 

Ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας της Παναγίας Επισκοπής.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Τροιζήνας είναι θαμμένο κάτω από πυκνοφυτευμένα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, αλλά όσα από τα μνημεία της έχουν αποκαλυφθεί ή παρέμειναν ορατά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και η διεξοδική περιγραφή του Παυσανία, μαρτυρούν ότι ήταν μια πολύ σπουδαία πόλη. Μόνο το τέμενος του Ιππολύτου, το οποίο βρισκόταν έξω από τα τείχη της, έχει ανασκαφεί σε μεγάλη έκταση και τώρα αποτελεί τον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο της Τροιζήνας. Στο ιερό αυτό λατρεύτηκε αρχικά ως ήρωας και κατόπιν ως θεός ο νεαρός γιος του Θησέα, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα αλλά χωρίς ανταπόκριση η μητριά του Φαίδρα, με αποτέλεσμα να βρουν και οι δύο τραγικό θάνατο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προεπαναστατικές ιδεολογικές ζυμώσεις και συγκρούσεις – Η Φιλική Εταιρεία


 

Οι ιδεολογικές ζυμώσεις – συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα του Nεώτερου Ελληνισμού στην κρίσιμη αυτή φάση της ιστορίας του. Θα αρκεστούμε στην επισήμανση ορισμένων πλευρών του.

 

Α. Ιδεολογικό υπόβαθρο και νέοι προσανατολισμοί

 

Το ιδεολογικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο συντελούνται αυτές οι καθοριστικές για την πορεία του Ελληνισμού ζυμώσεις και συγκρούσεις είναι το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού το οποίο δημιουργείται με τις έντονες επιρροές που δέχεται – όπως και τα αντίστοιχα κινήματα σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες – από τον γαλλικό Διαφωτισμό. Το κίνημα αυτό, εμφανίζεται λίγο πριν από τα μέσα του 18ου αι. και έρχεται να μορφοποιήσει πνευματικά επιτεύγματα που απορρέουν από τις κοινωνικές ανακατατάξεις, οι οποίες συνοδεύουν την άνοδο των Φαναριωτών και των εμπόρων και οι οποίες μεταφέρουν στην «καθ’ ημάς Ανατολή» τα πνευματικά-επιστημονικά επιτεύγματα και τα ιδεολογικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης.

Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806). Κληρικός, παιδαγωγός, δάσκαλος του Γένους, μεταφραστής του Βολταίρου και διαπρεπής στοχαστής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των ζυμώσεων είναι – στη μεγαλύτερη τουλάχιστον μερίδα των Διαφωτιστών, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη – η τάση αποδέσμευσης από τη θρησκευτική-εκκλησιαστική αυθεντία και απόρριψης του Βυζαντίου, που θεωρείται από αυτούς ως φορέας της θρησκευτικής και της απολυταρχικής εξουσίας. Γιατί υπάρχει και μία άλλη, μικρότερη βέβαια, κατηγορία λογίων (με κυριώτερο εκπρόσωπό της τον διαπρεπή λόγιο κληρικό Ευγένιο Bούλγαρη), που δέχονται τις κατακτήσεις του γαλλικού Διαφωτισμού και τις διδάσκουν, παραμένοντας ταυτόχρονα προσηλωμένοι στα ορθόδοξα δόγματα ή άλλοι, πιο απλοϊκοί, (όπως ο Kοσμάς ο Αιτωλός) που αγωνίζονται να (δια)φωτίσουν το Γένος παραμένοντας απόλυτα προσηλωμένοι στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

Όπως παρατηρεί ο Λέανδρος Bρανούσης, ένας από τους καλύτερους μελετητές αυτών των ζητημάτων, «οι ιδεολογικοί και πολιτικοί προσανατολισμοί του υπόδουλου Γένους συνδέονται αναπόσπαστα με το άμεσο και το απώτερο ιστορικό παρελθόν του και, φυσικά, συνυφαίνονται με τις ιστορικές του περιπέτειες, τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, τις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες που κάθε φορά επικρατούσαν».

Σταθερός παράγοντας ήταν η παράδοση που είχε κατά τους προηγούμενους αιώνες προφυλάξει το Γένος από τον αφανισμό. Βασικά συστατικά της ήταν η ορθόδοξη πίστη, ως συνεκτικός κρίκος, η κοινή γλώσσα, ο χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα του παρόντος, οι κοινές ελπίδες για το μέλλον. H διαμορφωμένη μετά την Άλωση συνοχή του Ελληνισμού έχει ως σταθερές συνιστώσες από τη μια τη βυζαντινή κληρονομιά και από την άλλη τους αρχαίους Έλληνες, τιμωρούς των Περσών (που ταυτίζονται με τους Τούρκους) με τον M. Αλέξανδρο.

O υπόδουλος Ελληνισμός γαλουχείται με τους θρύλους του «μαρμαρωμένου βασιλιά», αναζητεί τα σημάδια της απελευθέρωσης στις προφητείες του Aγαθάγγελου και σ’ άλλα χρησμολογικά κείμενα. Ταυτόχρονα, ψέλνει και εικονίζει στις εκκλησίες σκηνές από τον Ακάθιστο Ύμνο και  την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη, που του δίνουν κουράγιο στις δύσκολες ώρες, ακόμη και με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ονομάζει «ελληνικά» τα απομεινάρια των αρχαίων μνημείων, μαθαίνει τέλος στα σχολειά ότι κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο έζησαν μεγάλοι άνδρες. H παιδεία, που αναγεννάται, όπως είδαμε, αυτή την περίοδο σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του Ελληνισμού, παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο. H συμβολή της Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης, στο να μην αφομοιωθεί ο Ελληνισμός μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατάκτησης, είναι, επίσης, καθοριστική. [Σβορώνος, σ. 84-85]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αποτυχημένη επανάσταση του 1770 (Oρλωφικά)


 

Η ελληνική ιστοριογραφία διαχειρίστηκε αυτό το γεγονός στο πλαίσιο της αφύπνισης του Ελληνισμού, ως ένα επεισόδιο στη μακρά πορεία προς την απελευθέρωση και την πολιτική αυτοδιάθεση που ήρθε αργότερα με την Επανάσταση του 1821. Όπως παρατηρεί, εύστοχα, ο N. Pοτζώκος, η σύγκριση με την επανάσταση του Εικοσιένα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στην υποβάθμιση των Ορλωφικών, που θεωρήθηκαν ως «πρώιμη» και «άκαιρη» εξέγερση από έναν λαό του οποίου η εθνική συνείδηση δεν είχε ακόμη ωριμάσει.

Η πρώτη μελέτη αυτού του γεγονότος έγινε από τον Κ. Σάθα ο οποίος την εντάσσει στη μακρά σειρά των κινημάτων του Ελληνισμού για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στην ίδια γραμμή κινείται και η ερμηνεία του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Ο Π. Κοντογιάννης, ο οποίος αφιέρωσε στο ζήτημα αυτό εκτενή μελέτη, τονίζει ότι το απελευθερωτικό όραμα την εποχή της ρωσικής επέμβασης στα ελληνικά πράγματα χαρακτηριζόταν από έναν άκρατο και γενικευμένο ενθουσιασμό για την (ανα)κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Η πιο σοβαρή προσπάθεια μελέτης αυτού του κινήματος έγινε από τον Μιχαήλ Σακελλαρίου στη μελέτη του για την Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1939). Ο συγγραφέας δέχεται (όπως και ο Σάθας) ότι η αντίσταση του ελληνικού λαού στην οθωμανική εξουσία μετά την Άλωση ήταν συνεχής. Στην ανάλυσή του λαμβάνει υπόψη του όλες τις κοινωνικο-οικονομικές αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτό και τονίζει ότι ήταν έργο – όσον αφορά στο Μοριά – των ηγετικών του ομάδων, των κοτζαμπάσηδων και των ανώτερων κληρικών, δηλαδή αυτών που η σύγχρονη ιστοριογραφία αποκαλεί τοπικές ελίτ. Θεωρεί την εξέγερση ως ένα σκαλοπάτι στην πορεία του Ελληνισμού προς την εθνική ανεξαρτησία με την Επανάσταση του ’21.

O T. Γριτσόπουλος στη μονογραφία του για τα Ορλωφικά (1967) ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τον Σακελλαρίου. Ο Απ. Βακαλόπουλος αφιερώνει στον τέταρτο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού πολλές σελίδες (372-464) σ’ αυτήν εξετάζοντάς την – όπως και τα άλλα γεγονότα – κάτω από ένα «εθνοκεντρικό» πρίσμα. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαιτέρως τη σφαιρική μελέτη της από τον Στέφ. Παπαδόπουλο στην οποία, κυρίως, θα στηριχτούμε για την παρουσίασή της.

H πιο πρόσφατη σχετική μονογραφία είναι η μελέτη του Ροτζώκου Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, (Αθήνα 2007), στην οποία επιχειρεί μία κριτική αποτίμηση των κυριότερων μελετών για τα Oρλωφικά επί τη βάσει των κεκτημένων της ελληνικής και της ξένης ιστοριογραφίας. Σημαντικές συμβολές στην έρευνα αυτού του γεγονότος συνιστούν και οι πρόσφατες μελέτες του Δ. Tζάκη και του Aθ. Φωτόπουλου, στις οποίες εξετάζεται κυρίως ο ρόλος των Πελοποννησίων κοτζαμπάσηδων. Από τις ξενόγλωσσες μελέτες αξίζει να μνημονεύσουμε την εξαιρετική προσέγγιση του Ιταλού ιστορικού Franesco Venturi. Οι πηγές είναι πολλές: ελληνικές και ξένες (γαλλικές, π.χ. η έκθεση του προξένου της Γαλλίας στο Mοριά A.- A. Lemaire, ρωσικές, βενετικές, οθωμανικές, όπως τα έργα του Vassif effendi και του Mοραΐτη Penah effendi.

 

1. Αίτια και χαρακτήρας της επανάστασης – O ρόλος του ρωσικού παράγοντα

 

H επανάσταση του 1770 στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, γνωστή ως Oρλωφικά, από το όνομα των αδελφών Oρλώφ, διοικητών της ρωσικής δύναμης που στάλθηκε στο Mοριά, είναι, αναμφίβολα, το σημαντικότερο από τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν στον ελλαδικό χώρο πριν από το 1821, λόγω της έκτασης και των επιπτώσεών του. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στην εκδήλωση αυτής της επανάστασης, καθώς και τον ρόλο του ρωσικού παράγοντα είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το γνωστό Aνατολικό Zήτημα δηλαδή στον ανταγωνισμό τους για τη διανομή των εδαφών που εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί κατά τις διαδοχικές τους ήττες.

 

Αλέξιος και Γκριγκόρι Ορλώφ. Άγνωστος καλλιτέχνης. Δεκαετία του 1770.

 

Στα τέλη 17ου – αρχές του 18ου αι. έσβησαν οι ελπίδες των Ελλήνων για απελευθέρωση με βοήθεια από τη Δύση. Στο εξής, ως τη Γαλλική Επανάσταση, οι ορθόδοξοι λαοί της ΝΑ Ευρώπης θα εναποθέσουν τις ελπίδες για τη λύση του πολιτικού τους προβλήματος στην ομόδοξη Ρωσία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Kλεφταρματολισμός 


 

Στις παραδοσιακές κοινωνίες η ληστεία στην ύπαιθρο αποτελούσε διαδεδομένο φαινόμενο που το ευνοούσαν διάφοροι παράγοντες, όπως οι ελλιπείς πόροι ζωής, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η μεγαλύτερη, σε σχέση με σήμερα, χρήση της σωματικής βίας, οι ανεπαρκείς μηχανισμοί ασφάλειας και η αδυναμία επιβολής της τάξης, ιδίως στις απομακρυσμένες από το κέντρο επαρχίες των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Όπως έδειξε ένας μεγάλος ιστορικός του 20ού αιώνα, ο Eric Hobsbawm, στη μελέτη του Ληστές [α’ έκδοση 1966], συχνά στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες συναντάται στο ίδιο πρόσωπο ο κοινωνικός ληστής (δηλ. ο ληστής που έχει έναν κοινωνικό στόχο) – όρο που εισήγαγε στη διεθνή ιστοριογραφία ο ίδιος – με τον εξεγερμένο παράνομο. Τέτοιοι ληστές δεν εθεωρούντο από το λαό εγκληματίες, αλλά υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, που τα κατορθώματά τους έχουν διασωθεί από την ιστορία ή το θρύλο.

Oι Βαλκάνιοι χαϊδούκοι ή οι κλέφτες, οι μπαντίτι του ιταλικού νότου, οι μπαντολέρος της Aνδαλουσίας και άλλοι σε άλλες χώρες θεωρούνται κοινωνικοί ληστές. Από τέτοιους ληστές (κλέφτες στον ελληνικό χώρο) ξεπηδούσαν, συχνά, οι επαναστάτες. H παλαιότερη ελληνική ιστοριογραφία (Kαμπούρογλου, Σφυρόερας, Bακαλόπουλος κ. ά.) υπερτόνισε τον εθνικό-αντιστασιακό ρόλο που διαδραμάτισαν στα προεπαναστατικά χρόνια και το 1821 τα σώματα των κλεφταρματολών. Αντίθετα άλλοι νεότεροι ιστορικοί (Aσδραχάς, Πολίτης, Kοντογιώργης κ. ά), βλέπουν τους κλέφτες του ελλαδικού χώρου μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα της κοινωνικής ληστείας του Hobsbawm ως πρωτεργάτες της πρωτόγονης – δηλαδή της όχι ώριμης – επανάστασης. Οι επισημάνσεις αυτές θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε το ζήτημα που θα μας απασχολήσει παρακάτω.

1. H φυγή προς τα όρη και η οθωμανική εξουσία: οι κλέφτες

 

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ληστεία ήταν παρούσα σε όλες σχεδόν τις περιοχές της· ιδίως στις ορεινές. Φαίνεται όμως ότι παρουσίασε μία ιδιαίτερη έξαρση από τα τέλη του 16ου αι. και μετά που οφειλόταν, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας και στην επιδείνωση των συνθηκών ζωής ιδίως του χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού, στις καθημερινές ταπεινώσεις που υφίστατο και, ως συνέπεια αυτών, στη μετακίνηση πολλών σε ορεινούς οικισμούς για την εξασφάλιση μιας πιο «ελεύθερης» διαβίωσης, απαλλαγμένης από τις καταπιέσεις που συνεπαγόταν η γειτνίαση με τα κέντρα της τουρκικής εξουσίας. Για την επιβίωση βέβαια μέσα σε δυσμενείς συνθήκες, λόγω του άγονου και ορεινού εδάφους, χρειαζόταν σκληρός αγώνας.

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

Στους ορεινούς αυτούς οικισμούς, πρωτίστως, δημιουργήθηκε η νοοτροπία και η ψυχοσύνθεση του ληστή και του αντάρτη, του ανυπότακτου που αρνείται να συμβιβαστεί με τη «νόμιμη» εξουσία και στρέφεται για την επιβίωσή και τη συντήρησή του στην αρπαγή και στη ληστεία. Από τους οικισμούς αυτούς, κυρίως, προήλθαν οι κλέφτες οι οποίοι γύρω στα τέλη του 18ου αι. αποτέλεσαν την έκφραση ενός «φιλελευθερισμού» που απλώθηκε σε όλο τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους ληστές, μία βασική αιτία που τους έσπρωχνε στη ληστεία ήταν η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των έμμισθων στρατιωτών που απολύονταν από τον στρατό, σε μία προσπάθεια του οθωμανικού κράτους να περιορίσει τα κρατικά έξοδα.

Tα όρη συνιστούν έναν χώρο όπου περιφέρεται ελεύθερα ο ένοπλος και όπου η εξουσία δεν μπορεί να επεκτείνει τον έλεγχό της. Tα οθωμανικά δικαστικά έγγραφα μιλούν για «περιφερόμενους ελευθέρως εις τα όρη κακούργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »