Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βενετία’

Νοσοκομειακοί θεσμοί στο Βενετικό Ναύπλιο – Κατερίνα Κωνσταντινίδου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

H ιστορία των νοσοκομειακών θεσμών στην ελληνολατινική Ανατολή συγκροτεί ιδιαίτερο ερευνητικό πεδίο, στο οποίο διασταυρώνονται ποικίλες συ­νιστώσες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των περιοχών αυτών, αναδει­κνύονται όψεις της καθημερινότητας των κατοίκων, θρησκευτικά συναισθή­ματα και νοοτροπίες. Παράλληλα, διαγράφονται με ανάγλυφο τρόπο οι σύν­θετες και συχνά ρευστές πολιτισμικές συντεταγμένες που ορίζουν τον χώρο δραστηριοποίησης κυβερνώντων και κυβερνώμενων, και καταγραφής του ιστορικού τους αποτυπώματος.

Κεντρική παράμετρο στη μελέτη των νοσοκομείων συνιστά, καταρχάς, η πολυσημία του ίδιου του όρου: στον δυτικό κόσμο δεν νοηματοδοτείται με σταθερό τρόπο, καθώς εγγράφει ποικίλες ταυτότητες και αποτελεί συνώνυμο διαφορετικού τύπου ιδρυμάτων, εντός των οποίων προσφέρονταν διαφορετικές υπηρεσίες σε ποικίλες κατηγορίες του πληθυσμού. Ειδικότερα, κατά τον ύστερο μεσαίωνα, ο όρος ταυτίζεται με τον νοσοκομειακό ξενώνα, ένα είδος μόνιμου ή προσωρινού καταφυγίου για απόρους, ενδεείς και ταξιδιώτες, στο εσωτερικό του οποίου η παροχή ιατρικής και φαρμακευτικής βοήθειας στους τροφίμους του δεν ήταν αυτονόητη αλλά συχνά είχε μόνο ευκαιριακό χαρα­κτήρα. Στις απαρχές της πρώιμης νεότερης εποχής, ο όρος ανασημασιοδοτείται, περιλαμβάνοντας πλέον και ιδρύματα που σταδιακά αρχίζουν να έχουν ως κεντρικό άξονα λειτουργίας την παροχή ιατρικής φροντίδας. Η διαδικασία της ιατρικοποίησης με την πάροδο των αιώνων θα ενισχυθεί σημαντικά, χω­ρίς, ωστόσο, να νομιμοποιείται η έννοια της ρήξης με τα κυρίαρχα κατά το παρελθόν νοσοκομειακά ιδρύματα ούτε να αποδίδεται στην εξέλιξή τους προς τη νέα αυτή κατεύθυνση υποχρεωτικά θετικό πρόσημο.[1]

Αντίθετα, στα νοσοκομεία του 16ου και κυρίως του 17ου και του 18ου αι. συχνά συνυπάρχουν διαφορετικές ταυτότητες: χωρίς να απολέσουν τη φιλαν­θρωπική τους διάσταση αλλά και χωρίς να ταυτίζονται με την έννοια της κλι­νικής, τουλάχιστον αποκλειστικά, οι νοσοκομειακοί θεσμοί, όπως και κατά το παρελθόν, θα συστήσουν χώρους φροντίδας του σώματος και της ψυχής των ασθενών και των τροφίμων, εργαλεία ελέγχου της ασθένειας υπό το βάρος επι­δημικών συγκυριών και ειδικών συνθηκών αλλά, παράλληλα, μέσα από μια άλλη οπτική θα συνθέσουν πεδία έκφρασης κοινωνικών διεκδικήσεων, πολιτι­κών σκοπιμοτήτων και φιλοδοξιών των θεμελιωτών και των ευεργετών τους.[2]

Στην πόλη της Βενετίας, κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, οι νοσοκομει­ακοί ξενώνες αποτελούσαν τον κυρίαρχο τύπο ιδρυματικής φροντίδας των αδυνάμων. Επρόκειτο για υποδομές μικρού δυναμικού, στηριγμένες στην ιδιω­τική πρωτοβουλία υπό τον έλεγχο του κράτους, εντός των οποίων προσφέρονταν στέγη, τροφή και ενίοτε ιατρική φροντίδα σε περιορισμένο αριθμό αδυνάμων.[3] Οι τελευταίοι, σε αρκετές περιπτώσεις, διατηρούσαν το δικαίωμα καθημερινών εξόδων από τον χώρο περίθαλψης συνεχίζοντας να βιώνουν την καθημερινότητα της πόλης τους πέρα από κάθε έννοια θεσμικού αποκλεισμού ή στιγματισμού τους λόγω της ένταξής τους στις μεσαιωνικές αυτές φιλαν­θρωπικές μονάδες, οι οποίες, βεβαίως, συνεχίζουν να υφίστανται και κατά τους νεότερους χρόνους, παράλληλα με άλλα νοσοκομειακά σχήματα.

 

Venice, Perspective view of the Grand Canal with the Ospedale della Pieta, engraving by A. Porzio and A. Della Via, 1686.

 

Ospedale della Pieta – Φωτογραφία. Loren Clark, 15 Ιουλίου, 2011.

 

Μεγάλη σε έκταση ιδρυματική δομή αποτελούσε, ήδη από τον 14ο αι., το Ospedale della Pieta, που προσέφερε καταφύγιο, προστασία και εν συνε­χεία εκπαίδευση σε σημαντικό αριθμό έκθετων βρεφών και ορφανών παιδιών. Ωστόσο, διευρυμένες νοσοκομειακές υποδομές, που κινούνταν μεταξύ φι­λανθρωπίας και ιατρικής φροντίδας, θα αρχίσουν σταδιακά να οργανώνονται μόνο από τα τέλη του 15ου αι. Κατά τη διάρκεια του 16ου αι., υπό το βάρος της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, τα νοσοκομεία αλλάζουν ταυτότητα και εξελίσσονται σε χώρους ελέγχου περιφερόμενων και φτωχών. Βεβαίως, η διάσταση αυτή γίνεται ορατή μόνο στη διάρκεια των δυσχερειών της επιδη­μίας, που σε συνδυασμό με τη σιτοδεία που έπληξε κατά τη διετία 1528-1530 όλη την περιοχή του Βένετο, προσέλκυσε στην πόλη της λιμνοθάλασσας πλή­θος περιφερόμενων ενδεών και είχε ως συνέπεια την ψήφιση από τη βενετική πολιτεία νόμων για την απομάκρυνση των ξένων επαιτών και τον εγκλεισμό των επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία φτωχών·[4] μια πρακτική που δεν συνδέ­εται αποκλειστικά με την πόλη της Βενετίας και η οποία στο τέλος της δεκα­ετίας του 1520 καθόρισε το σύνολο του ευρωπαϊκού κόσμου, προτεσταντικού και καθολικού, υπό το βάρος μιας γενικευμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης· η πρακτική αυτή σηματοδότησε για τη δυτική Ευρώπη το πέρασμα της διαχείρισης του φαινομένου της φτώχιας από τις εκκλησιαστικές αρχές στους αστικούς και κοινοτικούς μηχανισμούς και εγκαινίασε τη «νέα κοινω­νική πολιτική».[5] Στη Βενετία, βεβαίως, ο κυβερνητικός έλεγχος δεν αποτελεί καινοτομία και συνεπώς το κυρίαρχο κατά τον 16ο αι. σχήμα της μετάβασης αυτής προκαλεί μάλλον «αμηχανία» κατά την εφαρμογή του στο παράδειγμα της πόλης των τεναγών, όπου ο ρόλος των πολιτικών αρχών ήταν καταρχήν καταλυτικός, υποσκελίζοντας την παρουσία των παραγόντων της καθολικής Εκκλησίας.

Στα βενετικά εδάφη της ανατολικής Μεσογείου, νοσοκομειακά ιδρύματα εντοπίζονται ήδη από τον ύστερο μεσαίωνα. Κατά κανόνα, πρόκειται για νο­σοκομειακούς ξενώνες που λειτούργησαν στον Χάνδακα και σε άλλα αστικά κέντρα των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών με πρωτοβουλία εύπο­ρων ιδιωτών, της Εκκλησίας, μοναστικών ταγμάτων που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, καθολικών, ως επί το πλείστον, αδελφοτήτων και, τέλος, μελών της βενετικής διοίκησης, πάντοτε όμως υπό τον κρατικό έλεγχο. Σε γενικές γραμμές, τα ιδρύματα στην ελληνοβενετική Ανατολή υπήρξαν περιορισμένης έκτασης και με περιορισμένο αντίκτυπο στην τοπική κοινωνία, δεδομένου ότι στις υποδομές τους βρήκε φροντίδα και στέγη εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός τροφίμων και η λειτουργία τους ενέπλεξε μικρό μέρος του τοπικού πληθυσμού. Εξαίρεση σε αυτό το σχήμα αποτέλεσαν τα στρατιωτικά νοσοκο­μεία, η οργάνωση των οποίων γινόταν με κρατική πρωτοβουλία υπό συγκε­κριμένες συνθήκες και οι υπηρεσίες τους απευθύνονταν, αποκλειστικά, στους πολυάριθμους στρατιώτες που υπηρετούσαν στο βενετικό στράτευμα.[6]

Η ίδρυση και η λειτουργία νοσοκομείων στην πόλη του Ναυπλίου κατά την περίοδο της λατινοκρατίας, όπως επίσης και της πρώτης και δεύτερης βενετοκρατίας, είναι σχεδόν αυτονόητο ότι δεν συνιστούν ενιαία διαδικασία: αφορούν διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές αλλά και στρατιωτικές συνθή­κες και, συνεπώς, στις προθέσεις θεμελίωσής τους συνοψίζονται οι ποικίλες και διαφορετικές προτεραιότητες κάθε ιστορικής περιόδου. Το Ναύπλιο, ση­μαντικό αστικό κέντρο κατά την πρώτη βενετοκρατία, με περισσότερους από 13.000 κατοίκους και σημαντική εμπορική δραστηριότητα, συνιστούσε μια εύρωστη οικονομικά και δημογραφικά περιοχή, σε αντίθεση με τη δεύτερη βενετοκρατία, όταν αφενός ο πληθυσμός του είχε συρρικνωθεί σημαντικά, αγγίζοντας περίπου τους 5.000 κατοίκους, και αφετέρου είχαν διαφοροποιη­θεί σημαντικά οι οικονομικές συνθήκες.[7]

Portrait of Nerio I Acciaioli, first Florentine Duke of Athens.

Προσωπογραφία του Νέριου Α΄Ατζαγιόλι (Nerio I Acciaioli) πρώτου φλωρεντινού δούκα των Αθηνών.

Κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Βενετών στην πελοποννησιακή πόλη, το 1394, ο δούκας των Αθηνών και κύριος της περιοχής του Άρ­γους Nerio Acciaiuoli προέβλεπε με τη διαθήκη του την ίδρυση ενός hospetal per li puoveri εντός του Ναυπλίου. Τη διαχείριση του ιδρύματος θα αναλάμ­βανε τετραμελής επιτροπή αποτελούμενη από εκκλησιαστικούς και λαϊκούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η κόρη του κληροδότη, ενώ οικονομικά το ίδρυμα θα υποστηριζόταν από το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιου­σίας του Acciaiuoli στο Άργος και στο Ναύπλιο. Παράλληλα, ο δούκας καθό­ριζε ότι το jus patronatus θα παράμενε στα μέλη της οικογένειάς του.[8] Η συ­γκεκριμένη πρακτική ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη, τόσο κατά τον μεσαίωνα όσο και κατά την πρώιμη νεότερη εποχή, καθώς αφενός διασφάλιζε τη διάρ­κεια της λειτουργίας του ευαγούς ιδρύματος και αφετέρου επέτρεπε στους οικείους του διαθέτη να «εισπράττουν» το κοινωνικό και πολιτικό αντίκρισμα της φιλανθρωπικής πρωτοβουλίας του προγόνου τους.[9]

Το τοπίο σχετικά με τον τύπο του νοσοκομείου διαγράφεται με ασαφή τρόπο, καθώς οι γενικού χαρακτήρα φειδωλές αρχειακές μαρτυρίες δεν επιτρέ­πουν παρά μόνο τη διατύπωση υποθέσεων εργασίας. Πιθανότατα, βέβαια, η απουσία διευκρινίσεων αναφορικά με την ταυτότητα του ιδρύματος οφείλεται στο ότι την εποχή εκείνη ο όρος hospetal ταυτιζόταν με τον τύπο του νοσοκο­μειακού ξενώνα. Παρόμοια, ο όρος «φτωχός» στις ίδιες οικονομικές και κοι­νωνικές συντεταγμένες εμφανιζόταν ως συνώνυμο ατόμων που βρίσκονταν σε θέση αδυναμίας λόγω οικονομικής και φυσικής κατάστασης ή λόγω ηλι­κίας, χωρίς να αποκλείεται η ένταξη σε αυτή την κατηγορία και ταξιδιωτών ή περιφερόμενων επαιτών. Τέτοιου είδους ευαγή καταστήματα μπορούσαν να δεχθούν μικρό αριθμό τροφίμων για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστη­μα, ενώ συχνά η ιδιότητα αυτή δεν συνεπαγόταν τον υποχρεωτικό εγκλεισμό των προσώπων εντός των τειχών του ιδρύματος.

Πιθανόν το νοσοκομείο που αναφερόταν στη διαθήκη του Acciaiuoli, δεν θεμελιώθηκε ποτέ. Η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και η παγίωση της βε­νετικής κυριαρχίας δεν αποκλείεται να άλλαξαν τις συνθήκες και τις προϋ­ποθέσεις για την υλοποίηση της επιθυμίας του διαθέτη. Η απουσία, εξάλλου, αναφορών σε αρχειακές μαρτυρίες του 15ου και των αρχών του 16ου αι. μάλ­λον συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Συνεπώς, υποθέσεις αναφορι­κά με τη θέση του στον πολεοδομικό ιστό είναι μάλλον παρακινδυνευμένες, δεδομένου ότι δεν βασίζονται σε αρχειακή τεκμηρίωση αλλά σε προφορικές παραδόσεις που έπονται χρονικά των γεγονότων και παγιώνονται στη συλλο­γική μνήμη συχνά στο πλαίσιο συγκρότησης της τοπικής ταυτότητας.[10]

Κατά την περίοδο μετά τη διαθήκη του Acciaiuoli, στην πόλη του Ναυπλί­ου δεν είναι γνωστή η ύπαρξη νοσοκομειακών ιδρυμάτων. Και πάλι το περιορι­σμένο αρχειακό υλικό, όπως επίσης και οι στοχεύσεις των βενετικών και τοπι­κών αρχών, ίσως υποσκίασαν ή και εξαφάνισαν πρωτοβουλίες τέτοιου τύπου. Η διευρυμένη κοινότητα της πόλης στην πορεία συγκρότησης της αστικής της ταυτότητας,[11] ενδεχομένως δεν καθόρισε ως προτεραιότητά της την οργά­νωση νοσοκομειακών θεσμών, οι οποίοι σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα συνέβαλαν στην ενίσχυσή της αποθεώνοντας το μεγαλείο των αστικών συ­γκροτημάτων της εποχής.[12] Στα αιτήματα, ωστόσο, της κοινότητας, που υπο­βλήθηκαν προς έγκριση στη βενετική κυβέρνηση, το 1516, καταγραφόταν η ανησυχία για τα puti della pieta, για τα έκθετα βρέφη και παιδιά δηλαδή, που χείριστοι και σκληρότατοι γονείς είχαν εγκαταλείψει, πιθανότατα, στην ευρύ­τερη περιοχή του Ναυπλίου. Στο πλαίσιο της προσπάθειας βελτίωσης των ακραία άθλιων και καταστροφικών (estrema miseria e calamita) συνθηκών ζωής τους, προτεινόταν – για να επικυρωθεί τελικά από τη Βενετία – η παρα­κράτηση μέρους των χρηματικών καταδικών, και ειδικότερα ενός σολδίου για κάθε κατατεθειμένο υπέρπυρο, στον magnifico camerlengo της πόλης. Ο τελευταίος με τη σειρά του θα παρέδιδε το ποσό αυτό στο υπεύθυνο για την τύχη των εγκαταλελειμμένων παιδιών όργανο (deputato) του τοπικού συλλο­γικού σώματος, το οποίο προφανώς θα το διαχειριζόταν με δική του ευθύνη προς όφελος των έκθετων βρεφών.[13]

Ωστόσο, παρότι στο κείμενο γίνεται λόγος για puti della pieta, δεν υπάρ­χει καμία ειδικότερη αναφορά σχετικά με την ίδρυση και τη λειτουργία Ospe – dale della Pieta, όρου παγιωμένου και σε χρήση την ίδια περίοδο για τα εκ­θετοτροφεία που λειτουργούσαν σε όλη την ιταλική χερσόνησο κατά τον ύστερο μεσαίωνα, συμπεριλαμβανομένης της Βενετίας. Εξάλλου, στον ίδιο τον χώρο της ελληνοβενετικής Ανατολής Εκθετοτροφείο λειτουργούσε και στον Χάνδακα της Κρήτης ήδη από τον 15ο αι. Το ίδρυμα είχε θεμελιωθεί με πρωτοβουλία του τάγματος των κλαρισσών μοναχών, για να περάσει στη συνέχεια στον έλεγχο της βενετικής διοίκησης της πόλης.[14] Δεν αποκλείεται πάντως στο Ναύπλιο της πρώτης βενετοκρατίας να εφαρμοζόταν, υπό τον έλεγχο των αρχών, η πρακτική ανάθεσης των βρεφών ή των νηπίων σε εξωτε­ρικές τροφούς και των μεγαλύτερων παιδιών σε ανάδοχες οικογένειες, λόγω της έλλειψης κατάλληλων υποδομών.

Παρά την απουσία πληροφοριών για τη λειτουργία νοσοκομειακών θε­σμών, στο Ναύπλιο μαρτυρείται η ύπαρξη θέσεων δημόσιων γιατρών.[15] Σε κατάλογο του 1485 των λειτουργών της πόλης, εκτός από τον προβλεπτή, τον καστελάνο, ένα μεταφραστή, έναν υπεύθυνο για τα πλοία (amiraglio), δύο ειρηνοδίκες, έναν ταμία και έναν ιερέα, υπήρχε και ένας ιατρός (medego)}[16] Λίγα χρόνια πριν από την εκπνοή του 15ου αι., το 1493, με απόφαση της βενε­τικής Συγκλήτου καταργήθηκε ως μη αναγκαία η θέση ενός Έλληνα γιατρού, ο οποίος αμειβόταν με 50 δουκάτα ετησίως.[17] Μια δεκαετία αργότερα, τον Ια­νουάριο του 1503, η βενετική Σύγκλητος διόριζε στο Ναύπλιο τον χειρουργό dottor Panthaleo με την ετήσια αποζημίωσή του να έχει συρρικνωθεί κατά 22 δουκάτα σε σχέση με την αμοιβή που λάμβανε ο συνάδελφός του το 1493.[18]

Το 1516 γίνεται γνωστό ότι ο Joanne Savoiano, Έλληνας φυσικός γιατρός (phisico e doctor grecho), προσέφερε τις υπηρεσίες του σε όλη την κοινότη­τα (Universita) λαμβάνοντας από το Δημόσιο Ταμείο 50 δουκάτα με βάση την παραχώρηση του Βενετού διοικητή. Ο θάνατός του, ωστόσο, καθιστούσε αναγκαία την πλήρωση του κενού και για τον λόγο αυτό προτεινόταν η πρόσ­ληψη του γιου του, Iacopo, επίσης φυσικού γιατρού, με πιο χαμηλές όμως αποδοχές, οι οποίες θα εκταμιεύονταν από το Δημόσιο Ταμείο του Χάνδακα, πρόταση που τελικά δεν έγινε αποδεκτή. Ο Iacopo φαίνεται ότι εργαζόταν ήδη ως γιατρός στην πόλη του Ναυπλίου, ενώ από τους συντάκτες του αιτή­ματος της κοινότητας κρινόταν ως επαρκής επαγγελματίας και με ήθος.[19]

Τέλος, τον Μάρτιο του 1539, μόλις ένα χρόνο πριν από την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς, η Σύγκλητος ανταποκρινόμενη σε αίτημα των Ναυπλιέων προχωρούσε στον διορισμό ενός medico fisico, του Ιωάννη Ανδρέα Benivol da Bologna, και ενός χειρουργού, του Ιωάννη Βαπτιστή da Buran. Και οι δύο θα προσέφεραν τη βοήθειά τους στους πολίτες όπως επίσης και στους στρα­τιώτες που υπηρετούσαν στην περιοχή, έναντι 20 δουκάτων μηνιαίως, ενώ, πριν αναχωρήσουν από τη Βενετία, θα φρόντιζαν να προμηθευτούν όλα τα απαραίτητα για την άσκηση του λειτουργήματός τους, έχοντας στη διάθεσή τους το ποσό των 100 δουκάτων.[20] Παρότι δεν είναι γνωστές οι ακριβείς αρ­μοδιότητες των δημόσιων γιατρών, πιθανότατα, όπως συνέβαινε και σε άλλα αστικά κέντρα της βενετικής επικράτειας αλλά και στην ίδια τη Βενετία, οι επαγγελματίες της υγείας ήταν υποχρεωμένοι, μεταξύ άλλων, να κοινοποιούν στις αρχές περιστατικά που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο το σύνολο του πληθυσμού, και κυρίως να ενημερώνουν τους αρμοδίους σε περίπτωση εμφάνισης επιδημικών ασθενειών, με στόχο την έγκαιρη εφαρμογή των απα­ραίτητων μέτρων. Με αυτό τον τρόπο θα προστατευόταν όχι μόνο η τοπική κοινωνία αλλά κυρίως η εμπορική δραστηριότητα της ίδιας της Βενετίας, ενώ θα διασφαλιζόταν η υγειονομική καθαρότητα και συνεπώς η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών από και προς την πόλη της λιμνοθάλασσας.

Διαφορετικά διαμορφώνεται η εικόνα για τη λειτουργία νοσοκομείων στο Ναύπλιο κατά τη δεύτερη βενετοκρατία. Η πρόθεση της Βενετίας να οργα­νώσει άμεσα στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά τη νέα της κτήση ανα­γνωρίζεται, έως ένα βαθμό, και στην οργάνωση νοσοκομειακών ιδρυμάτων, με στόχο την παροχή ιατρικών και κοινωνικών υπηρεσιών σε διαφορετικές κατηγορίες του πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, πριν από τέλη του 17ου αι. και την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Βασιλείου του Μοριά (Regno di Morea), όπως οι κυρίαρχοι ονόμασαν φιλόδοξα το νέο τους απόκτημα, ανέλαβαν πρωτοβουλία για τη δημιουργία υποδομών κατάλληλων να βελτιώσουν τη ζωή των υπηκόων και να επισπεύ­σουν την είσοδό του σε τροχιά ανάπτυξης: σιταποθήκες, λοιμοκαθαρτήρια, νοσοκομεία και εκθετοτροφεία αποτελούσαν θεσμούς δοκιμασμένους και παγιωμένους στις υπόλοιπες βενετοκρατούμενες περιοχές, συνεπώς η εισαγωγή και η λειτουργία τους στα εδάφη της Πελοποννήσου ενέτασσαν τη νέα κτήση στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συντεταγμένες του Dominio.

 

Peloponnesus, Presently the Kingdom of the Morea, by Frederik de Wit, 1688.

 

Ειδικά για τους νοσοκομειακούς θεσμούς, κατά την ανάγνωση της αλλη­λογραφίας και των Εκθέσεων των Βενετών διοικητικών της Πελοποννήσου εντοπίζεται, αρκετά συχνά, ο όρος ospedale. Εν προκειμένω, η χρήση του, χωρίς άλλου τύπου διευκρινίσεις ή επεξηγήσεις, στο σύνολο των περιπτώσεων αφορά τα στρατιωτικά νοσοκομεία, όπως τα συμφραζόμενα επιτρέπουν να διαγνωστεί· συχνά δε συνοδεύεται και από το επίθετο δημόσιο (pubblico), υπογραμμίζοντας τη σχέση του ιδρύματος με τον διοικητικό βενετικό μηχανι­σμό και προσδίδοντάς του συγκεκριμένη ταυτότητα.

Η θεσμοθέτηση αυτών των νοσοκομειακών ιδρυμάτων εντασσόταν στη στρατιωτική οργάνωση της κτήσης και στον εκ νέου σχεδιασμό του αστικού, κατά κύριο λόγο, τοπίου με όρους στρατιωτικούς. Η σταθερή παρουσία πολυ­άριθμων στρατευμάτων και η ανάγκη αποκατάστασης του αξιόμαχου των με­λών τους, σε συνδυασμό με τη δυσκολία ανανέωσης του μάχιμου δυναμικού, επιτάχυναν τις διαδικασίες λήψης των σχετικών πρωτοβουλιών. Οι δημόσιοι γιατροί της πρώτης βενετοκρατίας, που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους και στους στρατιώτες, φαίνεται πως πλέον δεν επαρκούσαν και η περίθαλψη του στρατεύματος έπρεπε να οργανωθεί με συστηματικό τρόπο, όπως συνέβαινε ήδη σε αρκετές περιοχές του βενετικού Λεβάντε.[21]

Το 1693 ο provveditore estraordinario d’armata και viceprovveditore delle armi Marino Michiel στο εισαγωγικό σημείωμα ενός εκτεταμένου κανονισμού λειτουργίας για τα στρατιωτικά νοσοκομεία του Βασιλείου, αποτελούμενου από 20 άρθρα, καθιστούσε σαφές ότι χώροι νοσηλείας στρατιωτών υφίσταντο ήδη σε διαφορετικά σημεία της Πελοποννήσου. Αστικά κέντρα και πόλεις – λιμάνια στρατηγικού και οικονομικού ενδιαφέροντος πιθανότατα διέθεταν πε­ρισσότερο ή λιγότερο συστηματικά οργανωμένες υποδομές για την παροχή ιατρικής βοήθειας σε ασθενείς και τραυματίες σε μια κρίσιμη στρατιωτικά και οικονομικά περίοδο για τη Γαληνοτάτη.[22]

Οι πρώτες πληροφορίες για τη λειτουργία στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο εντοπίζονται κατά τη διετία 1687-1688, όταν, σύμφωνα με μαρτυ­ρίες, κατά τη διάρκεια της πανώλης οι γιατροί του ιδρύματος πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς και υπόπτους ως φορείς της ασθένειας.[23] Αρκετά αργότερα, το 1695, γίνεται γνωστό ότι η βενετική Σύγκλητος ενέκρινε διά­ταξη, δημοσιευμένη δύο χρόνια νωρίτερα από τον έκτακτο προνοητή του Βασιλείου Alessandro Bon και επικυρωμένη από τον διάδοχό του Domenico Mocenigo, σχετικά με τον διορισμό του χειρουργού Francesco Veronese ως προϊστάμενου στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της πόλης.[24]

Μερικά χρόνια αρ­γότερα, το 1698, ο medico fisico dottor Rudito καλούνταν να επιλέξει φαρμα­κευτικά σκευάσματα για το στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης και της υπαί­θρου, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ύπαρξης νοσηλευτικών μονάδων και εκτός αστικού χώρου. Οι τελευταίες, ενδεχομένως, να υφίστατο με τη μορ­φή έκτακτων ξύλινων κατασκευών ή και αντίσκηνων που είχαν στηθεί προς αρωγή των μαχόμενων στρατιωτών στον καιρό του πολέμου αλλά και των φρουρών που βρίσκονταν εκτός των τειχών στον καιρό της ειρήνης.[25]

Λίγο πριν από την εκπνοή του αιώνα, το 1699, ο γενικός προνοητής της θάλασσας Giacomo Corner με επιστολή του βεβαίωνε την παροχή υπηρεσιών από τον medico fisico Alessandro Pini στον στόλο και στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Κορίνθου και του Ναυπλίου.[26]

Το 1709 ο γενικός προνοητής των όπλων Marco Loredan ενημέρωνε την κυβέρνηση της λιμνοθάλασσας ότι το νοσοκομείο που είχε θεμελιωθεί για τη νοσηλεία των ασθενών στρατιωτών, παρά τις προθέσεις των αρχών και τον άρτιο κανονισμό που διείπε τη λειτουργία του, παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις στις υλικοτεχνικές του υποδομές, γεγονός που απέβαινε εις βάρος των νοσηλευομένων και δεν ανχαποκρινόχαν στους στόχους της οργάνωσης τέτοιων ιδρυμάτων. Ο ίδιος αξιωματούχος, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί το Δημό­σιο Ταμείο, ως εναλλακτική λύση για την κάλυψη των πάγιων αναγκών υπο­δείκνυε τη διάθεση στο ίδρυμα εσόδων προερχόμενων από την εκδίκαση ποι­νικών υποθέσεων ήσσονος σημασίας. Επιπλέον, πάντοτε με στόχο την εξοικο­νόμηση πόρων, πρότεινε την αποστολή από τη Βενετία βοτάνων και πρώτων υλών, για την παρασκευή φαρμάκων, υπογραμμίζοντας ότι η πρακτική αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει όχι μόνο τη νοσοκομειακή μονάδα του Ναυπλίου αλλά και όλες τις άλλες αντίστοιχες νοσηλευτικές μονάδες της υπόλοιπης Πελοποννήσου, που βρίσκονταν αντιμέτωπες με τα ίδια ακριβώς προβλήματα.[27]

Τα οικονομικά προβλήματα αποτελούσαν κοινό παρανομαστή στη λει­τουργία των νοσοκομειακών ιδρυμάτων σε όλη την ελληνοβενετική Ανατολή. Η πραγματικότητα αυτή γινόταν ακόμη πιο οδυνηρή σε περιόδους κρίσεων. Το 1713 το προσωπικό του στρατιωτικού νοσοκομείου του Ναυπλίου αποτε­λούνταν από δύο φυσικούς γιατρούς, τέσσερεις χειρουργούς, έναν speciale, δηλαδή φαρμακοποιό, έναν barbierotto και έναν νοσοκόμο. Ωστόσο, τα αδιέ­ξοδα της μητρόπολης στις παραμονές του πολέμου καθιστούσαν αναγκαίο τον περιορισμό των εξόδων. Η μείωση μισθών και προσωπικού του νοσοκομείου, με βάση όσα υποστήριζε ο γενικός προνοητής θαλάσσης Agostino Sagredo σε επιστολή του προς τη Βενετία, θα συνέβαλλε στην άμεση ελάφρυνση του Δημόσιου Ταμείου. Ο Βενετός αξιωματούχος πρότεινε την κατάργηση της θέσης του χειρουργού, που είχε προσληφθεί τελευταία, όπως και εκείνης του φαρμακοποιού, τα καθήκοντα του οποίου θα αναλάμβανε ένα από τα εναπομείναντα μέλη της χειρουργικής ομάδας του νοσοκομείου.[28]

Nωρίτερα, άλλοι Βενετοί αξιωματούχοι σε ρόλο ανακριτών (inquisitori), με κίνητρο πάντοτε τη μείωση των εξόδων, φαίνεται ότι είχαν προκρίνει ως ιδανική λύση την παραμονή μόνο των ικανών χειρουργών στην υπηρεσία του ιδρύματος. Πα­ράλληλα, οι ίδιοι είχαν διατυπώσει την άποψη ότι οι medici fisici με μηνιαίες απολαβές 20 δουκάτα, έναντι των 15 που λάμβαναν έως τότε, θα μπορούσαν να αναλάβουν και τον ρόλο του επικεφαλής (priore) του νοσοκομείου, απαλ­λάσσοντας το ταμείο του από το έξοδο της μισθοδοσίας του συγκεκριμένου λειτουργού.[29] Η πληροφορία αυτή είναι, ενδεχομένως, ενδεικτική της δραμα­τικής μείωσης των αποδοχών του ιατρικού προσωπικού του νοσοκομείου: αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1701, η βενετική Σύγκλητος με απόφασή της είχε και πάλι εγκρίνει τον διορισμό του Alessandro Pini στη θέση του γιατρού της αρμάδας και του νοσοκομείου, με μισθό 40 δουκάτα τον μήνα. Βεβαίως, ο Pini συνιστά μάλλον ιδιαίτερο παράδειγμα, καθώς φαίνεται ότι υπηρετούσε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στον στόλο, ενώ τον χειμώνα επέστρεφε στα ιατρι­κά του καθήκοντα εντός των τειχών του ιδρύματος. Παράλληλα, ο ίδιος είχε διατελέσει προσωπικός γιατρός υψηλόβαθμων Βενετών αξιωματούχων και είχε διεκδικήσει και πετύχει την παραχώρηση από τις βενετικές αρχές ακινή­των στο Ναύπλιο ως αναγνώριση των υπηρεσιών του.[30]

Οι προτάσεις του Sagredo και των ανακριτών, οι οποίες είναι πιθανό ότι υιοθετήθηκαν τελικά από τη βενετική κυβέρνηση, προκάλεσαν την αντίδρα­ση του Βενετού επιτρόπου του ιδρύματος Αlessandro Bon. Σε αναφορά του υπογράμμιζε τη χρηματοδότηση του νοσοκομείου από το ίδιο το στράτευμα καθώς και τον λειτουργικό του ρόλο σε μια περιοχή όπου βρίσκονταν συγκε­ντρωμένοι 5.000 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρετούντων στη φρουρά, στο ιππικό και στην αρμάδα. Ο Bon κατέθετε τεκμήρια που αποδείκνυαν ότι σε διάστημα δέκα μηνών το νοσοκομείο είχε δεχθεί περισσότερα από 1.900 περιστατικά, υπενθυμίζοντας πως, ειδικά κατά τους θερινούς μή­νες, όταν οι επιδημίες βρίσκονταν σε έξαρση,[31] οι θάλαμοι γέμιζαν ασφυκτικά και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, παρότι εργαζόταν εντατικά για να ανταποκριθεί στις ανάγκες νοσηλείας, δεν επαρκούσε. Σε αυτό το πλαίσιο η διάθεση των κεντρικών αρχών για μείωση του προσωπικού θα δημιουργού­σε ανυπέρβλητα προβλήματα, ενώ, με βάση τις εκτιμήσεις του επιτρόπου, η περικοπή των απολαβών θα οδηγούσε γιατρούς και χειρουργούς σε παραίτηση.[32] Το τελευταίο στοιχείο είναι, πιθανόν, ενδεικτικό της ύπαρξης στη δεύτε­ρη δεκαετία του 18ου αι. στο Ναύπλιο και στην ευρύτερη περιοχή μιας ιατρικής αγοράς ικανής να απορροφήσει τους επαγγελματίες της υγείας.

Νωρίτερα, στις αρχές του αιώνα, και ενώ τα στρατιωτικά νοσοκομεία εί­χαν πλέον ενσωματωθεί στο αστικό τοπίο των πόλεων της Πελοποννήσου, το ενδιαφέρον των βενετικών αρχών στρεφόταν σε ένα ακόμη πεδίο που αφο­ρούσε τη δημόσια υγεία: την οργάνωση λοιμοκαθαρτηρίων ή αλλιώς λαζαρέτων. Η υγειονομική πολιτική της πολιτείας του Αγίου Μάρκου αποτελούσε έναν από τους κεντρικούς άξονες του βενετικού οικοδομήματος, με παράδοση αιώνων τόσο στην ίδια την πόλη της λιμνοθάλασσας όσο και στην επικράτειά της. Το βενετικό υγειονομικό σύστημα υπήρξε σημείο αναφοράς για τα σύγ­χρονα της Βενετίας ευρωπαϊκά κράτη, επηρέασε τους ρυθμούς και τις διαδρο­μές του εμπορίου, ενώ αποτέλεσε μια ακόμη παράμετρο στη συγκρότηση του ίδιου του μύθου της πόλης των τεναγών.[33]

Η οργάνωση του εμπορίου και ο έλεγχος της ροής του υπήρξε βασικό μέλημα των κυριάρχων στην Πελοπόννησο και βασικό τους εργαλείο ήταν η λειτουργία των λοιμοκαθαρτηρίων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γενικός προνοητής των όπλων Francesco Grimani, τον Σεπτέμβριο του 1700, με αφορμή τη μετατροπή του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου της Κορίνθου σε λαζαρέτο, εξέδωσε έναν εκτεταμένο κανονισμό λειτουργίας για όλα τα μόνιμα λοιμοκαθαρτήρια που επρόκειτο να λειτουργήσουν στις παρυφές των αστικών κέντρων του Βα­σιλείου.[34] Το 1701, όταν πλέον η θητεία του είχε ολοκληρωθεί, στην έκθεσή του προς τη βενετική κυβέρνηση ο ίδιος έκανε λόγο για την ανάγκη άμεσης οργάνωσης ενός τέτοιου ιδρύματος στο Ναύπλιο. Από το κείμενό του γίνεται σαφές πως στην πόλη υφίστατο ήδη μια ξύλινη έκτακτη κατασκευή, η χρήση της οποίας όμως εγκυμονούσε κινδύνους για τον τοπικό πληθυσμό και για την αρμάδα, σε περίπτωση εισβολής της πανώλης, καθώς τόσο η κτηριακή εγκατάσταση όσο και η τοποθεσία δεν διευκόλυναν την εφαρμογή των πρω­τοκόλλων της απομόνωσης. Ο Grimani τασσόταν υπέρ της ανέγερσης ενός λοιμοκαθαρτηρίου, ικανού να προστατέψει το Ναύπλιο από επιδημικούς κιν­δύνους προερχόμενους τόσο από τη στεριά όσο και από τη θάλασσα, και συ­νέχιζε υπογραμμίζοντας ότι το έργο δεν θα επιβάρυνε το Δημόσιο Ταμείο, καθώς η αφθονία οικοδομικού υλικού στην περιοχή και η εργασία των αγγαρικών και των στρατευμάτων θα επέτρεπαν την ολοκλήρωση του έργου χωρίς υψηλές δαπάνες. Ως εναλλακτική πρότεινε την ανάληψη από την πλευρά της τοπικής κοινότητας της ευθύνης ανέγερσης του ιδρύματος, με αντάλλαγμα την εκμετάλλευσή του και την παραχώρηση του δικαιώματος εκλογής του προϊσταμένου (priore).[35]

 

Πορτρέτο του Francesco Grimani. Έργο του Alessandro Longhi (Venezia 1733-1813).

 

H πρόταση αυτή στην ουσία επαναλάμβανε το διάταγμα του γενικού καπιτάνου Alessandro Molin, ο οποίος τον Μάιο του 1697 σημείωνε ότι, εφόσον η κοινότητα θεμελίωνε και ολοκλήρωνε με δικά της έξοδα το λοιμοκαθαρτή­ριο της πόλης στο σημείο που θα όριζαν οι βενετικές αρχές και με βάση το αρχιτεκτονικό παράδειγμα που θα υποδείκνυαν οι αρμόδιοι Βενετοί αξιωματούχοι, τότε τα μέλη της θα μπορούσαν να επιλέγουν τον priore. Καθώς όμως η ανέγερση του κτηρίου πραγματοποιήθηκε τελικά με πόρους του βενετικού κράτους, ο priore αποτελούσε επιλογή της βενετικής Συγκλήτου, με διάταγ­μα της οποίας διοριζόταν στη συγκεκριμένη θέση.[36] Φαίνεται, λοιπόν, ότι το – ακατάλληλο κατά τον Grimani – λοιμοκαθαρτήριο του Ναυπλίου είχε οικοδομηθεί μεταξύ του 1697 και του 1700.

 

Οικόσημο οίκου Γκριμάνι. Φρούριο Ακροναυπλίας, Ναύπλιο.

 

Λίγα χρόνια μετά, το 1703, σε έγγραφό του ο προνοητής Zuan Andrea Pasqualigo περιέγραφε την αρχιτεκτονική δομή του ιδρύματος, η οποία είχε τη μορφή οκτώ ξύλινων παραπηγμάτων (baracche), προορισμένων για τον εγκλεισμό όσων διένυαν την περίοδο της απομόνωσης (contumacia), ενώ περιελάμβανε και μια οικία για τη στέγαση του προϊσταμένου. Προβλήματα, ωστόσο, προέκυπταν εξαιτίας σοβαρών ελλείψεων στις κτηριακές υποδομές, που καθιστούσαν αδύνατη την εφαρμογή των υγειονομικών μέτρων: προφα­νώς η έλλειψη χώρου σε αρκετές περιπτώσεις υποχρέωνε επιβάτες, πληρώ­ματα και εμπορεύματα να παραμένουν εντός των πλοίων, όπου και πραγμα­τοποιούνταν η διαδικασία της απολύμανσης. Καθώς όμως η αγκυροβόληση των σκαφών κοντά στις ακτές διευκόλυνε την παράνομη επικοινωνία τους με τους κατοίκους, προτεινόταν η ύψωση μιας κίτρινης σημαίας ως ένδειξης ότι η περίοδος της καραντίνας δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.[37]

Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι προϊστάμενος του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν κάποιος Giacomo Galizzi, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζεται αν ήταν γη­γενής ή έποικος, ή αν καταγόταν από κάποια άλλη περιοχή του Dominio, ούτε αν η εκλογή του είχε πραγματοποιηθεί από τις κεντρικές βενετικές αρχές ή από την κοινότητα της πόλης. Η πρακτική αυτή, παρότι είχε εφαρμοστεί σε άλλες πόλεις και οικισμούς της Πελοποννήσου,[38] στο Ναύπλιο ίσως δεν βρή­κε τελικά πρόσφορο έδαφος. Η στρατηγική θέση της πόλης, η εμπορική δρα­στηριότητα και η παρουσία της αρμάδας πιθανότατα δεν άφηναν περιθώριο για τη διείσδυση του τοπικού στοιχείου στη διοίκηση του λοιμοκαθαρτηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση είναι πιθανό ότι εφαρμόστηκε η πολιτική της επιλογής του κατάλληλου προσώπου από την ίδια τη Βενετία, με στόχο την υπαγωγή και τον έλεγχό του απευθείας από το κεντρικό Υγειονομείο.

Μια διετία νωρίτερα, τις βενετικές αρχές του Ναυπλίου απασχόλησε ένα ζήτημα με κοινωνικές αλλά και οικονομικές προεκτάσεις. Στην αλληλογρα­φία των υψηλόβαθμων αξιωματούχων προς τη βενετική κυβέρνηση σημειω­νόταν επίμονα ότι σε όλες τις πολιτισμένες πόλεις της βενετικής επικράτειας λειτουργούσαν ιδρύματα για την προστασία των έκθετων παιδιών. Στερεοτυπικές περιγραφές στα έγγραφα της περιόδου κατασπαραγμένων από ζώα βρεφών στους δρόμους της πόλης, για τη σωτηρία των οποίων θα προνοούσε η βενετική πολιτεία, αναδείκνυαν την πατερναλιστική παρέμβαση του δόγη, με στόχο αφενός τον εξαγνισμό της κοινωνίας, στο πλαίσιο των αδρανειών της Νέας Φιλανθρωπίας,[39] και αφετέρου την αποκατάσταση της κοινωνικής και ηθικής τάξης. Οι ίδιες ακριβώς περιγραφές θα λειτουργούσαν και ως το βασικό επιχείρημα για την έγκριση, τελικά, στις αρχές του 1698, της λειτουρ­γίας του Ospedale della Pieta του Ναυπλίου με βάση έναν εκτεταμένο κανο­νισμό που είχε συντάξει και προτείνει στην κυβέρνηση της λιμνοθάλασσας ο γενικός καπιτάνος (capitan generale) Alessandro Molin. Το κτήριο που θα στέγαζε τα έκθετα, με βάση τον σχεδιασμό του Βενετού αξιωματούχου, θα ανεγειρόταν στο υψηλότερο σημείο της πόλης, δίπλα από τη μονή του τρίτου τάγματος των Φραγκισκανών μοναχών. Παράλληλα με την κεντρική υποδομή, προβλεπόταν η χρήση ενός βοηθητικού χώρου στην περιφέρεια της πόλης, εφοδιασμένου με βρεφοδόχο, ως μέτρο προστασίας των βρεφών και συγχρόνως διασφάλισης της ανωνυμίας των «δραστών». Στόχος ήταν η απο­φυγή του αμαρτήματος της βρεφοκτονίας και, υπό μια έννοια, o εξαγνισμός της ίδιας της κοινότητας που θα έφερε συλλογικά το βάρος.

Το ίδρυμα θα χρηματοδοτούνταν από την παρακράτηση μέρους των φό­ρων και των προστίμων, πρακτική που είχε εφαρμοστεί και κατά την πρώτη περίοδο της βενετοκρατίας για τη συντήρηση των εκθέτων της πόλης, από τις δωρεές και τα κληροδοτήματα των κατοίκων, από ειδικούς φόρους, όπως επίσης και από το ταμείο της κοινότητας, δεδομένου ότι η θεμελίωσή του ενίσχυε το κύρος του ίδιου του οργάνου βελτιώνοντας την ηθική και λειτουργική εικόνα της πόλης. Τη διοίκησή του, υπό την επίβλεψη των βενετικών αρχών, θα αναλάμβαναν δύο εκλεγμένα μέλη του αστικού συμβουλίου αμισθί, ενώ με την εσωτερική διαχείρισή του θα ήταν επιφορτισμένη μια προϊσταμένη, προερχόμενη προφανώς από το ίδιο κοινωνικό περιβάλλον, έναντι του ποσού των 25 λιρών τον μήνα. Τα έκθετα θα φρόντιζαν τους πρώτους 18 μήνες της ζωής τους εξωτερικές τροφοί, ενώ μετά τον απογαλακτισμό τους θα πραγμα­τοποιούνταν η εισαγωγή τους στο ίδρυμα, όπου θα διέμεναν μέχρι και την ηλικία των εννέα ετών. Ακολούθως, τα κορίτσια θα παραδίδονταν σε ενάρε­τες οικογένειες της πόλης και τα αγόρια στον στόλο. Με αυτό τον τρόπο η επένδυση στην ευεργεσία των εκθέτων θα απέδιδε καρπούς για το βενετικό κράτος και ο δόγης θα επιβεβαίωνε τη χριστιανική-πατερναλιστική διάσταση της εξουσίας του.[40]

Το περιεχόμενο του κανονισμού Molin συνοψίζει την τυπική διάσταση της πρόθεσης ενός αξιωματούχου να οργανώσει άρτια ένα ίδρυμα που προ­οριζόταν για τη φροντίδα των έκθετων βρεφών και των εγκαταλελειμμένων παιδιών της περιοχής του Ναυπλίου. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η φιλανθρωπική «επένδυση» των τοπικών βενετικών αρχών δεν είχε τα αναμενόμενα κοινωνι­κά και οικονομικά «κέρδη». Μερικά χρόνια αργότερα, το 1703, το κτήριο που θα στέγαζε το Ospedale della Pieta στο κάστρο δεν είχε ακόμη ανεγερθεί. Με αυτή την αφορμή οι τρεις ανακριτές (inquisitor!), Anzolo Moresini, Giacomo Minio και Vicenzo Grimani, αποφάσισαν τελικά την εγκατάστασή του εντός του αστικού οικισμού. Ως βασική επιχειρηματολογία πρόβαλαν την ακαταλληλότητα του χώρου που είχε αρχικά επιλεγεί, σημειώνοντας καταρχάς ότι καθιστούσε δύσκολη την έγκαιρη μεταφορά των εκθέτων, ειδικά κατά τη δι­άρκεια της νύκτας, όταν έκλειναν οι πύλες του φρουρίου, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους. Εν συνεχεία υποστήριξαν πως η πολεοδομική απομόνωση του ευ­αγούς καταστήματος στο υψηλότερο σημείο της πόλης θα λειτουργούσε απο­τρεπτικά για τους ελεήμονες κατοίκους της, οι οποίοι, χωρίς άμεση πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του για πρακτικούς λόγους, θα το στερούσαν από τις οι­κονομικές προσφορές τους.[41] Εν προκειμένω, προέβαλε αξιωματικά η ιδέα ότι η ίδια η ύπαρξη ενός ιδρυματικού χώρου συνιστούσε κίνητρο αγαθοεργίας για τους κατοίκους μιας ευρύτερης περιοχής, καθώς μπορούσε να κατευθύνει τη φιλανθρωπική τους δραστηριότητα επηρεάζοντας τις τελικές τους επιλογές.

Με αυτά τα δεδομένα, οι Βενετοί αξιωματούχοι προέκριναν ως ιδανική λύση την οργάνωση του Ospedale della Pieta εντός των ορίων του αστικού οικισμού, σε μια περιοχή πυκνοκατοικημένη και, συνεπώς, πιο ασφαλή για τη λειτουργία του ιδρύματος. Ειδικότερα, για τη στέγαση της προϊσταμένης και των bastardelli επιλέχθηκε μια κατοικία που είχε περιέλθει στο δημόσιο και η οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες των τριών inquisitori, ανήκε κατά το παρελθόν σε κάποιον Antonio Venelianopoulo. Η στενότητα, ωστόσο, του χώρου φαίνεται ότι ανάγκασε τους υπεύθυνους να προχωρήσουν και στην απαλλοτρίωση της παρακείμενης οικίας, ιδιοκτησίας Zuanne Pandolfi, έναντι του ποσού των 99 ρεαλίων. [42]

Παράλληλα με την τακτοποίηση της εγκατάστασης του ιδρύματος, οι τρεις Βενετοί αξιωματούχοι προχώρησαν στην έκδοση ενός ακόμα κανονι­σμού για την οργάνωση της λειτουργίας και της διαχείρισής του.[43] Στην πραγ­ματικότητα, ο κανονισμός των Moresini, Minio και Grimani στο μεγαλύτερο μέρος του αναπαρήγε τον κανονισμό του Alessandro Molin. Οι διαφοροποι­ήσεις εντοπίζονται σε δύο καίρια σημεία: το πρώτο αφορούσε τα οικονομικά του Εκθετοτροφείου, με έμφαση στις πηγές της οικονομικής ενίσχυσής του, στα ποσά που προορίζονταν για τη συντήρησή του και στον τρόπο είσπραξής τους. Καταρχάς, αποφασιζόταν ότι το σύνολο σχεδόν αυτών των χρημάτων θα διοχετεύονταν πλέον στο Δημόσιο Ταμείο και όχι στο ταμείο του ιδρύματος, στο οποίο θα κατέληγαν τελικά μόνο τα ποσά από την απελευθέρωση δύο καταδίκων, που θα επιλέγονταν από τους επιτρόπους του Εκθετοτροφείου.[44]

Η επιλογή αυτή φαίνεται ότι δεν ικανοποίησε τους άμεσα εμπλεκόμενους και τη διοίκηση του Ospedale della Pieta: οι δύο επίτροποί του, ο Giovanni Francesco Zoia και ο Giuseppe Pelotti, σημείωναν ότι το έργο τους θα ήταν στο εξής εξαιρετικά δυσχερές, καθώς η έλλειψη εποπτείας του συνόλου των εσόδων θα υπονόμευε την υποστήριξη των infelicipupilli, προσκρούοντας σε πρακτικά ζητήματα οικονομικού χαρακτήρα.[45] Ανεξάρτητα από την αντίδρα­ση των δύο λειτουργών του ιδρύματος, οι Βενετοί αξιωματούχοι, αναγνωρί­ζοντας την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η κοινό­τητα του Ναυπλίου, μείωναν το ποσό που η τελευταία έπρεπε να καταβάλλει, από 60 σε 25 ρεάλια. Επιπλέον, στον νέο κανονισμό προβλεπόταν η απόδο­ση των δύο σολδίων που επιβάρυναν τους δημόσιους πλειστηριασμούς μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και όχι προκαταβολικά, όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Το ίδιο θα ίσχυε και για τους φόρους των ιχθυοκαλλιεργειών και των μεταφορών. Με στόχο, προφανώς, την ελάφρυνση και άλλων ομάδων, οι νοτάριοι δεν θα κατέθεταν πλέον στο Δημόσιο Ταμείο τέσσερα σολδία για κάθε συμβολαιογραφική πράξη αλλά δύο.[46] Αντίθετα, για την παράδοση κάθε αποφυλακιστηρίου το ποσό αυξανόταν από τέσσερα σε έξι σολδία, τα οποία ο καγκελάριος θα συγκέντρωνε και θα απέδιδε στο Δημόσιο Ταμείο κάθε εξά­μηνο. Οδηγίες δίνονταν, τέλος, για τη συλλογή χρημάτων μέσω των «ελεημοσυνών» στη διάρκεια καθολικών και ορθόδοξων λειτουργιών και εορτών, και για τον τρόπο διαφύλαξής τους σε ειδικά κυτία που κλείδωναν με περισ­σότερα από ένα κλειδιά.[47] Η διευκόλυνση των επαγγελματιών με τη μείωση των υποχρεώσεών τους προς το ίδρυμα ίσως αντικατόπτριζε τις οικονομικές δυσκολίες του ντόπιου πληθυσμού και ενδεχομένως την περιορισμένη χρημα­τική ρευστότητα της περιόδου. Από την άλλη, οι μειώσεις αυτές δεν αποκλεί­εται να αποφασίστηκαν από τα αρμόδια όργανα, εφόσον διαπιστώθηκαν οι περιορισμένες ανάγκες του Εκθετοτροφείου, πιθανόν λόγω του μικρού αριθ­μού τροφίμων.

Το δεύτερο σημείο διαφοροποίησης του κανονισμού των τριών ανακρι­τών από τον κανονισμό του Molin αφορούσε τη θρησκευτική ταυτότητα που οι βενετικές αρχές επεδίωκαν να δώσουν στα παιδιά της Pieta. Ενώ, λοιπόν, στον κανονισμό του 1698 δεν υπήρχε καμία διευκρίνιση σχετικά με το δόγμα της προϊσταμένης και των επιτρόπων του Εκθετοτροφείου, στον κανονισμό που δημοσιεύτηκε πέντε χρόνια αργότερα, οι προθέσεις των κυβερνώντων ήταν σαφείς: η προϊσταμένη έπρεπε, βεβαίως, να διακρίνεται για το ήθος και τους ευγενικούς της τρόπους, αλλά, παράλληλα, έπρεπε να ανήκει στο καθο­λικό δόγμα. Παρόμοια, τουλάχιστον ο ένας από τους δύο επιτρόπους έπρεπε να είναι καθολικός.[48] Η εκπαίδευση των νηπίων και των παιδιών θα γινόταν με βάση τις καθολικές αρχές, απομακρύνοντάς τα από το κυρίαρχο δόγμα του περιβάλλοντος της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, και εντάσσοντας τα στο δόγμα των δημιουργών του ιδρύματος υποδοχής τους, μια πολιτική που είχε εφαρμοστεί σε όλες τις κτήσεις της Ανατολής, στις οποίες η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν ορθόδοξη.

Η επιβολή του κανονιστικού πλαισίου εκ των άνω, ειδικά σε ένα περι­βάλλον μάλλον μη εξοικειωμένο με τη νοσοκομειακή κουλτούρα, δεν μπο­ρούσε να εξασφαλίσει την καταρχήν εφαρμογή βασικών αρχών λειτουργίας του ιδρύματος, ειδικά όταν οι εισαγωγές βρεφών και νηπίων, όπως αποδει­κνύεται, εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένες. Ενάμιση χρόνο μετά την έκδοση του κανονισμού των τριών ανακριτών, τον Απρίλιο του 1705, όταν οι δύο νεοεκλεγέντες επίτροποι του Εκθετοτροφείου Giovanni Francesco Zoia και Iseppo Pelotti μαζί με τους προκατόχους τους επισκέφθηκαν το ίδρυμα, σχολίασαν ότι εκεί δεν συνάντησαν τίποτε άλλο παρά τους τέσσερις τοίχους του κτηρίου και την προϊσταμένη που ζούσε στο εσωτερικό του (quattro muri deU’hospitio e lapriora che in quello essiste).49 Πράγματι, από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 1705, φαίνεται ότι εντός του ιδρύματος ζούσαν μόνο πέντε νήπια, ένα κορίτσι και τέσσερα αγόρια, εκ των οποίων το ένα πέθανε στο τέλος του προαναφερθέντος τετραμήνου. Κάτω από την ίδια στέγη διέμε­νε η προϊσταμένη και η governatrice, βοηθητική υπάλληλος, η οποία έναντι μηνιαίας αποζημίωσης δέκα λιρών είχε αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών. Παράλληλα, την ίδια περίοδο υπήρχαν 13 βρέφη, οκτώ αγόρια και πέντε κο­ρίτσια, που είχαν δοθεί σε εξωτερικές τροφούς στην περιοχή του Ναυπλίου, από τα οποία το ένα δεν επιβίωσε, ενώ ένα ακόμη είχε ανατεθεί σε τροφό στην περιοχή της Κορίνθου.[49] [50] Πιθανόν οι δύο επίτροποι δεν χρησιμοποιούσαν τυ­χαία τον όρο hospitio, συνώνυμο του νοσοκομειακού ξενώνα, αντί του όρου hospedale, όπως κανονικά έπρεπε να αποκαλείται. Εν προκειμένω, ο εξαιρετι­κά περιορισμένος αριθμός τροφίμων λειτουργούσε μάλλον ανασταλτικά στην ολοκληρωμένη συγκρότηση και συνεπώς στη λειτουργία του θεσμού αυτού, τα χαρακτηριστικά του οποίου παρέπεμπαν σε μεσαιωνικό ευαγές κατάστημα και όχι σε ίδρυμα της νεότερης εποχής.

Η πρακτική της οργάνωσης στρατιωτικών νοσοκομείων, λοιμοκαθαρτηρίων και εκθετοτροφείων, όπως έχει ήδη σημειωθεί, συναντάται σε όλες σχεδόν τις πόλεις των βενετικών κτήσεων της Ανατολής, ενώ η ενσωμάτωσή τους στο αστικό τοπίο αποτυπώνει τη σύνδεση της νοσοκομειακής περίθαλψης με το αστικό περιβάλλον του βενετικού Λεβάντε. Παράλληλα, η λειτουργία τους συνοψίζει τα εξωστρεφή χαρακτηριστικά των πόλεων-λιμανιών των υπό βενε­τική κυριαρχία περιοχών με εμπορική δραστηριότητα, στρατιωτική παρουσία και διογκούμενα κοινωνικά προβλήματα. Σε αυτές τις συντεταγμένες μπορεί να τοποθετηθεί και το παράδειγμα του βενετικού Ναυπλίου, στον αστικό ιστό του οποίου εντάχθηκαν ιδρύματα που συνέδεσαν τον αστικό χώρο με τον κό­σμο της υπαίθρου, τον κόσμο των ταξιδιών και του εμπορίου, τον κόσμο των στρατιωτικών διαδρομών και των πολεμικών επιχειρήσεων με την πόλη.

Αν όμως στην Κρήτη και στο Ιόνιο αρκετά από τα νοσοκομεία που λει­τούργησαν, αποτέλεσαν, έστω και εν μέρει, έκφραση της αστικής κουλτού­ρας και ταυτότητας στο ιδιόμορφο κοινωνικοοικονομικό και πολιτισμικό πε­ριβάλλον συνύπαρξης του τοπικού πληθυσμού με έναν δυτικό κυρίαρχο, στο Ναύπλιο το τοπίο διαμορφώνεται διαφορετικά. Η θεμελίωση του Εκθετοτροφείου οφείλεται σε πρωτοβουλία των βενετικών αρχών, οι οποίες εν συνεχεία ενέπλεξαν θεσμικά την τοπική κοινότητα στη διοίκηση και τη χρηματοδότη­ση του ιδρύματος. Η επιβολή του θεσμού από τα επάνω γίνεται σαφέστερη όταν αρκετά χρόνια αργότερα αποφασίζεται η θεμελίωση Εκθετοτροφείου στην Πάτρα. Η σύγκριση των κανονισμών των δύο ιδρυμάτων είναι αποκα­λυπτική, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των άρθρων τους ταυτίζεται, κα­θιστώντας σαφές ότι το κανονιστικό πλαίσιο δεν υπήρξε προϊόν ζυμώσεων στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας και προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες κάθε παραδείγματος. Στην πραγματικότητα στο Εκθετοτροφείο της Πάτρας εφαρμόζεται – με ελάχιστες παραλλαγές – ο δεύτερος κανονισμός του ναυπλιακού ιδρύματος, όπως τον είχαν επεξεργαστεί και εκδώσει οι τρεις ανακριτές (inquisitori) στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν το αρχικό πλαίσιο του προνοητή Alessandro Molin με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας του. Από την άλλη, στην οργάνωση του στρατιω­τικού νοσοκομείου και στην ανέγερση νέου λοιμοκαθαρτηρίου αντανακλάται η αποικιοκρατική διάσταση της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολή και η αναδιοργάνωση του πρόσφατα κατακτημένου χώρου με βάση τις οικονομικές και στρατιωτικές προτεραιότητες της ίδιας της Βενετίας, αφήνοντας στο περι­θώριο την τοπική κοινωνία για την οποία δεν προβλεπόταν θεσμική εμπλοκή στην οργάνωση και τη διοίκηση των ιδρυμάτων.

Με το τέλος της σύντομης παρουσίας των Βενετών στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της δεύτερης περιόδου της βενετικής κυριαρχίας, κλείνει και το κεφάλαιο της δυτικού τύπου ιδρυματικής πολιτικής που χαράχθηκε και υλοποιήθηκε από την ίδια την κυρίαρχο στο Ναύπλιο, πριν ενδεχομένως η ίδια η ύπαρξη των νοσοκομείων αφομοιωθεί στην καθημερινότητα των κατοί­κων και προσληφθεί από τους ίδιους ως οργανικό κομμάτι του χώρου. Αντί­θετα, το κεφάλαιο αυτό μπορεί να καταχωριστεί ως μέρος, σε μεγάλο βαθμό, της κατασκευής αστικής ταυτότητας βενετικού χαρακτήρα σε μια νέα κτήση στην περιφέρεια της μαρκιανής επικράτειας. Με την υποστολή, λοιπόν, της σημαίας του Αγίου Μάρκου από τη Napoli di Romania έκλεισαν και οι πύλες των νοσοκομείων, αφήνοντας, ενδεχομένως, ανοικτό το πεδίο εφαρμογής άλ­λων σχημάτων ιατρικής περίθαλψης και κοινωνικής φροντίδας στο Ναύπλιο.

 

Υποσημειώσεις


[1] Για τον προβληματισμό της σύγχρονης ιστοριογραφίας αναφορικά με τις ταυτότη­τες των νοσοκομειακών ιδρυμάτων και τον αντίκτυπό τους στις κοινωνίες της μεσαιωνι­κής περιόδου, όπως επίσης και της πρώιμης νεότερης και σύγχρονης εποχής, βλ. J. Hen­derson – P. Horden – Al. Pastore, «Introduction. The World of the Hospitals: Comparisons and Continuities», The Impact ofHospitals 300-2000, επιμ. J. Henderson – P. Horden – Al. Pastore, Βέρνη 2007, σ. 15-56.

[2] Για τους διαθέτες και τα κίνητρά τους, βλ. Sandra Cavallo, Charity and Power in Early Modern Italy. Benefactors and their Motives in Turin, 1541-1789, Καίμπριτζ 1995.

[3] Για τους νοσοκομειακούς ξενώνες στη Βενετία, βλ. Franca Semi, Gli ospizi di Ve­nezia, Βενετία 1983.

[4] Br. Pullan, La politica sociale nella Repubblica di Venezia 1500-1620, τ. 1, Ρώμη 1983, σ. 259-274.

[5] Br. Pullan, «La Nuova Filantropia nella Venezia Cinquecentesca», Nel Regno dei Poveri. Arte e storia dei grandi ospedali veneziani in eta moderna, επιμ. Β. Aikema – Dul- cia Meijers, Βενετία 1989, σ. 19-34. Β. Geremek, Lapieta e la forca. Storia della miseria e della carita in Europa, Μπάρι – Ρώμη 1995, σ. 123-148.

[6] Για τα νοσοκομειακά ιδρύματα στην Κρήτη, βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996. Για τη βενετική Κέρκυρα, βλ. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Για τους στρατιώτες τους φτωχούς και τα αθώα βρέφη. Νοσοκομειακή περίθαλψη στη βενετική Κέρκυρα (17ος-18ος αι.), Αθήνα 2012. Για τα ιδρύματα στην Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη βενετοκρατία, βλ. Κατερίνα Κωνσταντι­νίδου, «Estesi con sentimento diPieta… Κανονισμός λειτουργίας των στρατιωτικών νοσο­κομείων της Πελοποννήσου (1693)», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 285-301, και Katerina Konstantinidou, «Povere creature innocenti delle altrui colpe… Τα βρεφοκομεία της Πε­λοποννήσου (τέλη 17ου – αρχές 18ου αι.)», Θησαυρίσματα 29 (1999), σ. 435-455.

[7]   Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία 2004, σ. 182-183.

[8] Μαρίνα Κουμανούδη, «“Η εποχή των ευλαβών ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρω­πία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 394-395 (εδώ βλ. και την προγενέστερη βιβλιογραφία αναφορικά με το νοσοκομείο του Acciaiuοli).

[9] Βλ. σχετικά, Cavallo, ό.π.

[10] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα 1898, σ. 109. Στη νεότερη βιβλιογραφία η Diane Wright στο άρ­θρο της «Late Fifteenth-Century Nauplion. Topography, Walls and Boundaries», Θησαυρί- σματα 30 (2000), σ. 170-171, υποστηρίζει, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση, ότι το νοσοκομείο είχε οικοδομηθεί στην περιοχή του Ψαρομαχαλά, όπου ζούσαν οι ψαράδες.

[11] Βλ. στον παρόντα τόμο την ανακοίνωση της Αναστασίας Παπαδία-Λάλα, «Κοινω­νία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715)», σ. 125-144, και παράβαλε το έργο της ίδιας, Ο θεσμός των αστι­κών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο, ό.π., σ. 180-190.

[12] Ενδεικτικά, για την πόλη του Τρεβίζο, βλ. D. M. D’Andrea, Civic Christianity in Renaissance Italy. The Hospital of Treviso, 1400-1530, Νέα Υόρκη 2007.

[13] Documents in0dits relatif a I’histoire de la Grece au moyen age, επιμ. C. N. Sa- thas, τ. 4, Παρίσι 1882, σ. 215.

[14] Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύματα, ό.π., σ. 111-135.

[15] Για τους δημόσιους γιατρούς του Ναυπλίου κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. στον παρόντα τόμο και Χρύσα Μαλτέζου, «Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας», σ. 145-154.

[16] Diane G. Wright – John R. Melville-Jones, The Greek Correspondence of Bar­tolomeo Minio, τ. 1, Dispacci from Nauplion, Πάδοβα 2008, σ. XV.

[17] A.S.V, Senato Mar, reg. 13, 20 Φεβρουαρίου 1493 (1492 m.v.), φ. 107v.

[18] Γεώργιος Πλουμίδης, «Ειδήσεις για το βενετοκρατούμενον Ναύπλιο (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266-267.

[19] Documents inedits, ό.π., τ. 4, σ. 218-219.

[20] Στο ίδιο, σ. 272.

[21] Στρατιωτικά νοσοκομεία λειτουργούσαν ήδη στον Χάνδακα της Κρήτης και στα νησιά της Κέρκυρας και της Ζακύνθου, βλ. Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά ιδρύ­ματα, ό.π., σ. 169-188, και Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακή περίθαλψη στη βενετική Κέρ­κυρα, ό.π., σ. 75-120.

[22] Κωνσταντινίδου, «Estesi con sentimento di Pieta…», ό.π., σ. 285-300.

[23] Χρύσα Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη του 1687/1688 στην Πελοπόννη­σο», Η εκστρατεία του Morosini και το «Regno di Morea». Μονεμβασιώτικος Όμιλος, Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20-22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173. Προφανώς, η ιατρική φροντίδα ασθενών και υπόπτων από το ιατρικό προσωπικό του στρατιωτικού νοσοκομείου γινόταν εκτός των ορίων του, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, υπήρχε ο κίνδυνος μετάδοσης στο στράτευμα του λοιμού της πανώλης.

[24] A.S.V., Senato Mar, reg. 161, 9 Φεβρουαρίου 1695 m.v. cc., φ. 317v-318r.

[25] M.B.C., Mss Morosini Grimani, b. 464, 6 Αυγούστου 1698.

[26] A. Μάλλιαρης, Alessandro Pini: Ανέκδοτη περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 77-78.

[27] A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, b. 574/854, 14 Σεπτεμβρίου 1709. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Ευτυχία Λιάτα που μου παραχώρησε τη συγκεκριμένη αρχειακή παραπομπή.

[28] Στο ίδιο, b. 634/958, 26 Απριλίου 1713.

[29]  Στο ίδιο, b. 634/958, έγγραφο με ημερομηνία 24 Απριλίου 1713, συνημμένο στην επιστολή της 26ης Απριλίου 1713.

[30]  Μάλλιαρης, Alessandro Pini, ό.π., σ. 80, 90-92. Η παραχώρηση ακινήτων ως ανα­γνώριση των υπηρεσιών ενός ιατρού αποτελούσε μάλλον διαδεδομένη πρακτική. Το 1704 παραχωρούνταν ένας κήπος (orto) στην περιοχή Merze και δύο οικίες, η μία στη συνοικία Trombe, έκτασης 12 βενετικών passi, και η δεύτερη στη συνοικία Techie, έκτασης 22 βε­νετικών passi, στον εβραίο Emanuel Sipili για τις υπηρεσίες του ως δημόσιου γιατρού. To ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση εντοπίζεται στην εβραϊκή καταγωγή του Sipili, θεωρη­τικά ασύμβατη με την απόκτηση ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με τον βενετικό νόμο. Βλ. το Catastico Particolare στο Κέντρον Ερεύνης Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού. Για την υπόδειξη της συγκεκριμένης αρχειακής πληροφορίας ευχαριστώ την Ευτυχία Λιάτα.

[31] Ενδεχομένως, ο Βενετός λειτουργός αναφέρεται σε περιστατικά ελονοσίας, που έπλητταν το αξιόμαχο του στρατεύματος. Τέτοιου είδους περιστατικά εντοπίζονται και σε άλλες περιοχές της ελληνοβενετικής Ανατολής και αποδίδονταν στις κακές κλιματικές συν­θήκες, βλ. Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακή περίθαλψη στην βενετική Κέρκυρα, ό.π., σ. 103.

[32] A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, b. 634/958, έγγραφο με ημερομηνία 24 Απριλίου 1713, συνημμένο στην επιστολή της 26ης Απριλίου 1713.

[33] Για την υγειονομική πολιτική της Βενετίας, βλ. Nelli Elena Vanzan Marchini, «Introduzione», Le leggi di Sanita della Repubblica di Venezia, επιμ. ^lli Elena Marchi- ni-Vanzan, Βιτσέντζα 1994.

[34] Katerina Konstantinidou, Lazzaretti veneziani in Grecia, Βενετία 2015, σ. 20.

[35] B.M.C., Mss Morosini Grimani, b. 375, 6 Σεπτεμβρίου 1701.

[36]  A.S.V, Provveditori da Terra e da Mar, b. 578/860, 17 Μαΐου 1697. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα που μου υπέδειξε το συγκεκριμένο υλικό.

[37] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 27 Απριλίου 1703, φ. 33r-34r.

[38] Konstantinidou, Lazzaretti venezianiin Grecia, ό.π., σ. 54-55.

[39] Για τη «Νέα Φιλανθρωπία» βλ. Pullan, «La Nuova Filantropia nella Venezia Cin- quecentesca», ό.π., σ. 19-34.

[40]  Βλ. Konstantinidou, «Povere creatureinnocenti delle altrui colpe…», ό.π., σ. 435­455.

[41] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 401v-402r. Ευχαριστώ τη συνάδελφο κ. Αγγελική Πανοπούλου για την υπόδειξη του πλούσιου αυτού αρχειακού υλικού.

[42] Στο ίδιο. Με βάση τις πληροφορίες που δίνονται στο κείμενο των τριών ανακρι­τών, επρόκειτο για το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 211, το οποίο, πιθανότατα, τοπογραφικά ανήκε στο τρίτο recinto του αστικού ιστού, κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου στον αστικό χάρτη επέτρεπε την «επικοινωνία» μεταξύ του αστι­κού χώρου και της υπαίθρου, παρότι η ρητή εντολή αναφορικά με την παραλαβή βρεφών αποκλειστικά στη διάρκεια της νύχτας μάλλον εγείρει ερωτήματα σχετικά με την επιλογή της θέσης του κτηρίου. Τα ερωτήματα αυτά πολλαπλασιάζονται, καθώς, όπως προκύπτει από τον δεύτερο κανονισμό, ο βοηθητικός χώρος στις παρυφές του αστικού κυττάρου, όπου θα γινόταν η παράδοση των εκθέτων, φαίνεται ότι τελικά δεν λειτούργησε, στερώ­ντας την άμεση πρόσβαση στη βρεφοδόχο των κατοικούντων εκτός των τειχών, κατά τις νυχτερινές ώρες. Για την τοπογραφική ανάπτυξη της πόλης του Ναυπλίου και τη διαίρεσή της σε recinti, βλ. τη συμβολή στον παρόντα τόμο του Αλέξη Μάλλιαρη, «Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715)», σ. 257-267.

[43] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 401r-406r.

[44] Στο ίδιο, c. 404v.

[45] Στο ίδιο, έγγραφο χωρίς ημερομηνία, cc. 399r-v.

[46]  To ποσό των τεσσάρων σολδίων αναφέρεται στο κείμενο του κανονισμού των τριών ανακριτών. Αντίθετα, στο κείμενο του κανονισμού του Alessandro Molin το ποσό ανέρ­χεται στα πέντε σολδία, βλ. Konstantinidou, «Povere creature innocenti delle altrui col- pe. . .», ό.π., σ. 453-454.

[47] Ε.Β.Ε., Αρχείο Nani, φάκ. 3936, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 403v-404r.

[48] Στο ίδιο, 4 Σεπτεμβρίου 1703, cc. 404r-405v.

[49] Στο ίδιο, 25 Απριλίου 1705, c. 393r και έγγραφο χωρίς ημερομηνία, cc. 399r-v.

[50] Στο ίδιο, 8 Μαρτίου 1705, cc. 408r-v και 4 Απριλίου 1705, c. 407r. Από τα ονόμα­τα των τροφών προκύπτει ότι οι γυναίκες ανήκαν στην πλειονότητά τους στον ελληνικό πληθυσμό, ενώ μικρός αριθμός επιθέτων παραπέμπει σε ιταλική καταγωγή ορισμένων από αυτές (π.χ. Ατ^ίΜ Fanton, Giulia Bova, Catterina de Rossi, Catterina Pandolfi).

 

Κατερίνα Κωνσταντινίδου

Επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ναυπλιώτες στη Βενετία (16ος – αρχές 18ου αι.) – Η κοινότητα της διασποράς ως τοπική ιστορία – Σωτήρης Κουτμάνης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η ιστορία της ελληνικής παροικίας της Βενετίας έχει πολυεπίπεδα μελετηθεί και μάλιστα διεξοδικά κάτω από το πρίσμα της γεωγραφικής προέλευσης των μελών της. Προς αυτήν την κατεύθυνση συνέβαλε το γεγονός ότι η Βενετία ήταν όχι μόνο πρωτεύουσα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, που είχε για αιώνες υπό την κυριαρχία της περιοχές του ευρύτερου ελληνικού χώρου, αλλά υπήρξε και σημαντικό οικονομικό και πολιτισμικό κέντρο της Μεσογείου, με αποτέλεσμα να έλκει διαχρονικά ετερόκλητες γεωγραφικά και επαγγελματικά ομάδες Ελλήνων. [1] Σε συνδυασμό με την άρτια γραφειοκρατική συγκρότηση του βενετικού κράτους, οι τοπικοί λόγιοι και ιστοριοδίφες έβρισκαν ανέκαθεν στις βιβλιοθήκες και τα αρχεία της πόλης έναν ανεξερεύνητο πλούτο για τα περιορισμένα γεωγραφικά ενδιαφέροντά τους. [2] Παλαιότερα είχα ασχοληθεί με τους Ευβοείς στη Βενετία και είχα αναγκαστεί να εξερευνήσω το χρονικό μιας απουσίας, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν Ευβοείς. [3] Στην περίπτωση των Ναυπλιωτών, αντίθετα, δεν υπάρχει αυτός ο φόβος. Η παρουσία τους στην πόλη της Βενετίας είναι διακριτή καθ’ όλο τον 16ο αι., ενώ εντείνεται σημαντικά μετά την πτώση του Ναυπλίου το 1540 και γίνεται αισθητή σε όλους τους τομείς της παραγωγικής ζωής. Κατά τον 17ο αι. η εγκατάστασή τους στη Βενετία περιορίζεται δραστικά και φθίνει προς το τέλος του αιώνα, ωστόσο συνεχίζουμε να εντοπίζουμε μια μικρή αλλά δραστήρια ομάδα εμπόρων και πλοιοκτητών με καταγωγή από το Ναύπλιο.

Συγκεκριμένα, τα ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν και στα οποία θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, είναι δύο:

α) Οι Ναυπλιώτες στη Βενετία συμπεριφέρονταν ως συλλογικό υποκείμενο; Αποτελούσαν, δηλαδή, διακριτή υποομάδα με ξεχωριστά χαρακτηριστικά μέσα στην ευρύτερη ομάδα της ελληνικής παροικίας ή απλά ήταν διασκορπισμένοι ως άτομα στις διάφορες γειτονιές της πόλης;

β) Συνέχιζαν να διατηρούν σχέσεις και επαφές με τον τόπο καταγωγής τους, δηλαδή το Ναύπλιο, ή το μόνο που τους συνδέει με αυτό είναι ο γεωγραφικός προσδιορισμός που απαντάται στις αρχειακές ενδείξεις δίπλα στο όνο­μά τους, Napoli di Romania;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να τονιστεί ότι ο μεγάλος αριθμός των Ναυπλιω­τών ήρθε στη Βενετία κατά την ίδια χρονική περίοδο και με την ίδια αφορμή: την πτώση του Ναυπλίου στους Οθωμανούς το 1540. Βέβαια, οικογένειες εμπόρων προερχόμενων από το Ναύπλιο συναντάμε ήδη πριν από αυτήν την ημερομηνία, ωστόσο τα δημογραφικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά της τομής που δημιούργησε αυτό το πολιτικοστρατιωτικό γεγονός. Στο μητρώο των μελών της Ορθόδοξης Αδελφότητας του Αγίου Νικολάου της Βενετίας, κατά την περίοδο 1498-1537, δηλαδή από την ίδρυση της Αδελφότητας μέχρι την έναρξη του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου (1537), συναντάμε μόνο δέκα Ναυπλιώτες. Μετά όμως από το 1537, έως και το 1562, οι Ναυπλιώτες που εγγράφονται στην Αδελφότητα, φθάνουν συνολικά τους 52 και αποτελούν την πολυπληθέστερη γεωγραφικά ομάδα, μετά τους Κερκυραίους. [4] Την ίδια εικόνα έχουμε και στις καταχωρίσεις θανάτων στο αρχείο της Ελληνικής Κοι­νότητας για την περίοδο 1536-1576. [5]

Ακόμη, η έντονη ενασχόλησή τους με την πολιτική ζωή της παροικίας, δηλαδή με τη Αδελφότητα του Αγίου Νικο­λάου, αντανακλάται και στην κατάληψη κοινοτικών αξιωμάτων (11 φορές Ναυπλιώτες κατέλαβαν τη θέση του προέδρου σε διάστημα 72 ετών, από το 1544 έως το 1616). Συνολικά για τον 16ο αι., και σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Έρση Μπερκ στη μελέτη της για τους Έλληνες της Βενετίας, η παρουσία των Ναυπλιωτών εμφανίζεται να είναι η πιο πυκνή πληθυσμιακά μαζί με αυτή των Κρητικών (194 [21,3%] και 201 [22, 2%] αντίστοιχα). Αυτά τα στοιχεία, ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο σκεπτικισμό, καθώς προέρχονται από ετερόκλητες αρχειακά πηγές (όπως νοταριακά έγ­γραφα, αιτήσεις, εμπορικές πράξεις), όπου η αναγραφή του τόπου καταγωγής είναι ελλιπής ή πολλές φορές παραπλανητική (π.χ. μόνο το 27% των Ελλήνων που εντόπισε η Μπερκ φέρει γεωγραφική ένδειξη). [6]

Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις μας, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι οι Ναυπλιώτες πρόσφυγες που έφθασαν μαζικά στη Βενετία, άνδρες και γυναίκες, έμποροι, εφημέριοι, κωδικογράφοι, στρατιώτες, ναυτικοί, τεχνίτες, μαραγκοί, άλλαξαν και διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία της ελληνικής παροι­κίας ανανεώνοντάς τη βιολογικά και προσδίδοντάς της νέα δυναμική. Ήδη το 1542, με αφορμή τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ της Αδελφότητας και της βενετικής διοίκησης αναφορικά με τον διορισμό φιλοκαθολικών ιερέων στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου, ο ιστορικός Ιωάννης Βελούδης ανα­φέρει τους Ναυπλιώτες ανάμεσα στους παράγοντες που επηρέασαν θετικά τις εξελίξεις σε αυτό το κρίσιμο κοινοτικό ζήτημα, «παρέστησαν ὡς πολὺ τοῦτο διαφέρον τῷ Κράτει, μάλιστα δὲ διὰ τὸ πλῆθος τῶν εἰς Βενετίαν, μετὰ τὴν ἅλωσιν τοῦ Ναυπλίου, καταφυγόντων Ἑλλήνων».[7]

 

Το Ελληνομουσείο Φλαγγίνη, αριστερά και στο κέντρο, ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων, συνοικία Καστέλο. Το 1498, η ελληνική κοινότητα της Βενετίας πήρε το δικαίωμα να ιδρύσει τη «Scuola de San Nicolò dei Greci» (Σχολή του Αγίου Νικολάου των Ελλήνων», μια αδελφότητα η οποία βοηθούσε τα μέλη της κοινότητας. Το 1539, μετά από διαρκείς διαπραγματεύσεις, η καθολική εκκλησία επέτρεψε την κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου η οποία χρηματοδοτήθηκε από φόρο σε όλα τα πλοία που ερχόταν από Ορθόδοξες περιοχές. Η Φλαγγίνειος Σχολή, ή Ελληνομουσείο Φλαγγίνη ή Φλαγγιανόν Φροντιστήριον ήταν ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στη Βενετία από το 1662 έως το 1905.

 

Το εσωτερικό της εκκλησίας του Άγιου Γεωργίου στη Βενετία. Λιθογραφία, William Frederick Lake, περίπου το 1843.

 

Η μαζική αυτή μετακίνηση στη Βενετία ευνοήθηκε από την πολιτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Όσοι κάτοικοι του Ναυπλίου αποχώρησαν μαζί με τα βενετικά καράβια, εγκαταστάθηκαν σε βενετικές κτήσεις και έλαβαν χρηματικές αποζημιώσεις και βοηθήματα. Συγκεκριμένα, ως πρώτο μέτρο για τους πρόσφυγες της Βενετίας αποφασίστηκε το 1541 να δοθεί ενάμισι δουκά­το τον μήνα σε κάθε οικογένεια για την πληρωμή του ενοικίου και άλλο ενά­μισι δουκάτο τον μήνα σε κάθε μέλος για τα καθημερινά του έξοδα. Μεταξύ των ετών 1546-1548 η βενετική Γερουσία παραχώρησε σε 40 οικογένειες του Ναυπλίου (και της Μονεμβασιάς) διαφόρων ειδών ευεργετήματα, όπως συ­ντάξεις, εισοδήματα από πολιτικά ή στρατιωτικά αξιώματα, ενώ σε επιφανείς οικογένειες του Ναυπλίου (Μαλαξό, Λεύκαρο, Ντενασή) παραχωρήθηκαν γαίες στην Κρήτη. [8] Όπως σημειώνει η Μπερκ, που μελέτησε τις αιτήσεις των Ναυπλιωτών προς τη βενετική εξουσία, οι δικαιούχοι των ανταμοιβών δεν ήταν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες (παρόλο που αυτοπροβάλλονταν ως τέτοιοι), αλλά ανήκαν στο γραφειοκρατικό και στρατιωτικό στρώμα της πόλης, το οποίο είχε απολέσει τις περιουσίες και τα εισοδήματά του μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς. [9]

Στις αιτήσεις τους οι Ναυπλιώτες περιέγραφαν γλαφυρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες, υπογράμμιζαν την πίστη και τις υπηρεσίες τους στη Γαληνοτάτη και προσπαθούσαν να μεταβιβάσουν τα αξιώματα που τους είχε παραχωρήσει η Βενετία, στους απογόνους τους.

Η Ελένη Αποστόλη, π.χ., ανέφερε (το 1579) ότι η περιουσία της, όταν ζούσε στο Ναύπλιο, ανερχόταν σε 2.000 δουκάτα και με τον ερχομό της στη Βενετία ήταν αναγκασμένη να ζει σε μεγάλη φτώχια, έως ότου της παραχωρήθηκε ένα εισόδημα από το Τελωνείο του λιμανιού (Dogana da Mar), εξέφραζε ευγνωμοσύνη για τη γενναιοδωρία της Βενετίας στους Ναυπλιώτες «που είναι από τους πιο πιστούς υπηκόους», και ζητούσε να κληρονομήσουν τα παιδιά της το επίδομα που της είχε δοθεί εφ’ όρου ζωής. Το ίδιο ζητούσε και η Μαρίνα Πετρούτσινα (1584) με το επιχείρημα ότι και άλλες οικογένειες από το Ναύπλιο είχαν αποκτήσει αυτό το δικαίωμα. [10] Πράγματι, συναντάμε, μετά από 50 χρόνια, περιπτώσεις απογόνων των πρώτων εκείνων προσφύγων του Ναυπλίου, που μνημονεύουν τα ευεργετήματα που είχαν απονεμηθεί σ’ εκείνους με τον ερχομό τους στη Βενετία. Παρατηρούμε εδώ πως η ταυτότητα της εντοπιότητας, η μνήμη της πατρίδας ζει και συντηρείται μέσω των κληρονομικών δικαιωμάτων. Η κα­ταγωγή από το βενετικό Ναύπλιο μετατρέπεται σε προνόμιο που πρέπει να αποδειχθεί και να προβληθεί.

Είναι γνωστή η ιστορία με τις καμπάνες του Ναυπλίου, τις οποίες μετέφερε ο Νικόλαος Καλαβρός στη Βενετία, προκειμένου να φυλαχθούν στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, με τον όρο να επιστραφούν στο Ναύπλιο όταν αυτό απελευθερωθεί. [11] Ωστόσο, δεν είναι η μοναδική περίπτωση που δείχνει ότι η τοπική πατρίδα συνέχιζε να υπάρχει φαντασιακά ως εξόριστη πατρίδα στη Βενετία. Σε ατομικό επίπεδο το Ναύπλιο αναφερόταν στις διαθήκες των Ναυπλιωτών ως τόπος με τον οποίο είχαν ακόμη δεσμούς. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του Τζουάν Χαρμπούρη, ο οποίος στη διαθήκη του (1544) άφηνε δύο καμπάνες και ένα εγκόλπιο με μαργαριτάρια στον ναό του Σωτήρος, σε περίπτωση που το Ναύπλιο ξαναγίνει χριστιανικό, ενώ ζητούσε από την οικονόμο του να παντρευτεί σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα του Ναυπλίου. [12] Σε συλλογικό επίπεδο η Napoli di Romania ορίστηκε (μαζί με τη Μονεμβασιά), το 1572, δηλαδή 30 χρόνια μετά την απώλεια του Ναυπλίου, ως μία από τις έξι γεωγραφικές περιοχές από τις οποίες εκλέγονταν τα μέλη του συμβουλίου της Ελληνικής Αδελφότητας, παρόλο που δεν αποτελούσε πλέον βενετική κτήση.

Φαίνεται ότι ο προσφυγικός χαρακτήρας της μετακίνησης και ο οθωμανι­κός κίνδυνος ευνόησε τη μετανάστευση ολόκληρων οικογενειών από το Ναύ­πλιο. Σε αντίθεση με άλλους Έλληνες, οι οποίοι ακολουθούσαν την ατομική μετανάστευση ή την πρακτική του αντιπροσώπου που έμενε στη Βενετία και άφηνε την ευρύτερη οικογένειά του στον τόπο καταγωγής (π.χ. οι Ηπειρώτες, Αθηναίοι ή ναυτικοί), στην περίπτωση των Ναυπλιωτών τα συγγενικά δίκτυα αναπτύχθηκαν μέσα στη βενετική κοινωνία σε τέτοιο βαθμό που τους καθι­στούσε την πιο συνεκτική και ομογενοποιημένη ομάδα στους κόλπους της ελληνικής παροικίας κατά τον 16ο αι.

Ο οίκος των Κουβλήδων διακρινόταν σε 11 νοικοκυριά και 12 κλάδους, οι Μορμόρηδες σε 13 νοικοκυριά, οι Κατι­κούρα σε οκτώ κλάδους και οι Καβοπένα σε πέντε. Παράλληλα με το πλήθος των άμεσων ή εξ αγχιστείας συγγενών που διέθετε κάθε οικογένεια, οι Ναυ­πλιώτες παρουσίαζαν και το μεγαλύτερο ποσοστό γεωγραφικής ενδογαμίας μέσα στην Ελληνική Κοινότητα, δηλαδή επέλεγαν να τελέσουν γάμους με οικογένειες που είχαν καταγωγή από το Ναύπλιο. Έτσι ενώθηκε η οικογένεια Κουβλή με τη Σαβογιάννη και Χαρμπούρη, η οικογένεια Σαβογιάννη με την Κατικούρα, η Κατικούρα με τη Μόρμορη, η Μόρμορη με τη Μαζαράκη. [13] Πρόκειται ασφαλώς για οίκους που είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακολουθούσαν γαμήλιες στρατηγικές που εξασφάλιζαν την ανάδειξη ή τη βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης, όπως συνηθιζόταν στα ανώτερα βενετικά στρώματα.

Η πιο επιφανής και εύπορη οικογένεια του Ναυπλίου στη Βενετία ήταν οι Κουβλήδες. Ο Κανάκης Κουβλής, ο πατριάρχης του οίκου, ήταν ήδη σημα­ντικός έμπορος πριν έλθει στη Βενετία. Το 1548 η Γερουσία του παραχώρησε το προνόμιο να εμπορεύεται αλάτι ως αποζημίωση για την απώλεια της περιουσίας του στο Ναύπλιο. Το εμπορικό του δίκτυο εκτεινόταν στην ανατολική Μεσόγειο και η δραστηριότητά του αφορούσε κυρίως τη μεταφορά σιτηρών και μεταξωτών υφασμάτων στη βενετική μητρόπολη. Οι γιοι του Ανδρόνικος και Νικόλαος αύξησαν την οικογενειακή περιουσία και επέκτειναν τις οικονομικές τους δραστηριότητες και σε άλλους τομείς. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι, ενώ οι εμπορικοί συνεργάτες του πατέρα Κανάκη παρέμειναν αποκλειστικά Έλληνες, και κυρίως Ναυπλιώτες, οι γιοι του, και πρωτίστως ο Νικόλαος, έγιναν συνέταιροι με Βενετούς εμπόρους και επένδυσαν κεφάλαια σε εκδοτικές επιχειρήσεις και ακίνητα στη Βενετία και στην ενδοχώρα. [14] Όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι της οικογένειας ασχολήθηκαν με το εμπόριο και αναμείχθηκαν στη ζωή της Αδελφότητας καταλαμβάνοντας αξιώματα και αφήνοντας δωρεές και κληροδοτήματα στην Αδελφότητα του Αγίου Νικολάου. Ωστόσο, από τις αρχές του 17ου αι., σταδιακά η οικογένεια αφομοιώνεται από το βενετικό περιβάλλον και απομακρύνεται από το επίκεντρο της ελληνικής παροικίας.

Συνολικά, η γενική εικόνα για τους Ναυπλιώτες αλλάζει τον επόμενο αιώνα, καθώς η παρουσία τους στη Βενετία εξασθενεί. Αν και στο πρώτο μισό του 17ου αι. εντοπίζονται αρκετοί πραγματευτές από το Ναύπλιο, ο αριθμός τους μειώνεται όσο προχωράμε προς το τέλος του αιώνα, παρόλο που με τον έκτο βενετοτουρκικό πόλεμο (1684-1699) η Πελοπόννησος θα περάσει στην κυριαρχία της Γαληνοτάτης. Αυτήν την περίοδο ως σημαντικότεροι εισαγω­γείς της αγροτικής παραγωγής του Ναυπλίου, και γενικότερα του Μοριά, στη Βενετία εμφανίζονται οι Αθηναίοι έμποροι (Μάκολας, Καπετανάκης, Περού­λης, Ταρωνίτης), οι επαφές των οποίων με την Πελοπόννησο πύκνωσαν ακόμη περισσότερο μετά την εκεί μαζική μετοικεσία τους κατά τα χρόνια του πολέμου.

 

Ο Βενετοτουρκικός πόλεμος του 1686, που οδήγησε στην ανακατάληψη του Ναυπλίου από τους Βενετούς. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία (β’ μισό του 17ου αιώνα), έργο του Ολλανδού R. de Hooghe.

 

Οι έμποροι από το Ναύπλιο, λίγοι σε αριθμό (εντοπίστηκαν μόνο 14 για την περίοδο 1620-1700) και διαθέτοντας μέτρια κεφάλαια συνέχισαν να βρίσκονται συσπειρωμένοι γύρω από την ελληνική παροικία, ωστόσο δεν αποτελούσαν πλέον ξεχωριστή ομάδα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. [15] Τα κυριότερα προϊόντα που εξήγαν από την Πελοπόννησο ήταν μετάξι, βελανίδι, πρινοκόκκι, τυρί, λάδι και κρασί. Τα εμπορεύματα που εισάγονταν ήταν, όπως και στον υπόλοιπο οθωμανικό χώρο, βιοτεχνικά, παρόλο που τη δεκαετία του 1670 έγινε προσπάθεια να δημιουργηθεί μια «fabrica» (δεν διευκρινίζεται τι είδους) από τον Μιχαήλ Κουβλή στο Ναύπλιο, για την κατασκευή της οποίας απαιτείτο ξυλεία, αλλά οι Βενετοί δεν επέτρεψαν την εξαγωγή της. [16]

Οι Ναυπλιώτες συνεργάζονταν με Ηπειρώτες, Αθηναίους και Κρητικούς  εμπόρους, και γίνονταν μεσάζοντες των συμπατριωτών τους για τη μεταφορά αγροτικών προϊόντων στη Βενετία. Ο Νικόλαος Αναστασίου, επονομαζό­μενος και Μωραΐτης, συνεργαζόταν με τους Καγιάνηδες, εμπόρους από την Κρήτη, για τη μεταφορά σιτηρών. Ο ίδιος είχε συνάψει εταιρεία με Άγγλους εμπόρους του Λιβόρνου για την εισαγωγή χαβιαριού από τη Μόσχα. Ο Ιωάν­νης Κοντολέος εισήγε τυρί μαζί με Αθηναίους εμπόρους. Ο Μαρίνος Μπε­λόκας παρέδιδε μετάξι από την Καλαμάτα στους ηγούμενους της Βενετίας το 1620, ενώ ο γιος του Μιχαήλ Μπελόκας είχε συνάψει εταιρεία με τους Ηπειρώτες εμπόρους Πουλημένους τη δεκαετία του 1650 (ο ίδιος εκτός από το εμπόριο επένδυε τα κεφάλαιά του στην ασφάλιση πλοίων και την εκμί­σθωση φόρων, και συγκεκριμένα του φόρου του 6% που επιβάρυνε το μετάξι και άλλα εμπορεύματα του Λεβάντε· ο φόρος απέδιδε στο δημόσιο 32.100 δουκάτα ανά έτος). [17]

Συναντάμε, επίσης, Ναυπλιώτες να εμπλέκονται και στον βιοτεχνικό τομέα, κυρίως στη ναυπήγηση πλοίων. Το 1656 ο Γεώργιος Κούμανδρος από το Ναύπλιο, ο Αντώνιος Περιστιανός από την Κεφαλονιά και ο Zuanne Cevali από τη Βενετία κατασκεύασαν στο ιδιωτικό ναυπηγείο (squero) του di Grassi μια ταρτάνα ξοδεύοντας 4.000 δουκάτα. Το 1661 o Γεώργιος Κούμανδρος πάλι, μαζί με τον Γάλλο καπετάνιο Andrea Rinaldo, ναυπήγησαν στο ίδιο squero το πλοίο (nave) «Santo Costantino Imperatore et Santa Elena», τα 22 καράτια του οποίου ανήκαν στον εφοπλιστή από το Ναύπλιο. [18]

Στο συμβολικό επίπεδο η σχέση των Ναυπλιωτών της Βενετίας με τον τόπο καταγωγής τους κατά τον 17ο αι. παρουσιάζει ανάλογη εξασθένηση με την αριθμητική τους παρουσία. Ενώ δηλαδή οι πρώτοι πρόσφυγες μνημόνευαν συχνά την ιδιαίτερη πατρίδα τους (π.χ. ο κωδικογράφος Κορνήλιος Μόρμο­ρης είχε σημειώσει σε χειρόγραφο που είχε αντιγράψει, «Ἡ βίβλος αὕτη ὑπ’ ἐμοῦ Κορνηλίου τοῦ Ναυπλιέως τῶν Μορμορέων, […] μετὰ τὴν τῆς πατρίδος ὑπὸ Τούρκων ἅλωσιν Ἐνετίησι διατριβόντος ἐξεγράφη»), [19] οι έμποροι του 17ου αι. αδιαφορούσαν για παρόμοιες πρακτικές. Ο Νικόλαος Αναστασίου, π.χ., υπέγραφε στα διάφορα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως «mercante Greco» (Έλληνας έμπορος) και όχι «di Napoli di Romania». [20] Στις διαθήκες τους απουσιάζει η μνεία του Ναυπλίου, ενώ συνάγουμε την άποψη ότι έχουν απορροφηθεί από το βενετικό πολιτισμικό περιβάλλον (δωρεές και κληροδοτήματα σε καθολικές αδελφότητες). Μόνη εξαίρεση αποτελεί ο Μιχαήλ Μπελόκας, ο οποίος στη διαθήκη του άφηνε 100 δουκάτα στο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο προκειμένου να σπουδάσει ένας μαθητής από το Ναύπλιο. [21]

Στα τέλη του 17ου αι., όταν το Ναύπλιο έγινε πάλι βενετικό και άρχισαν οι εχθροπραξίες με τους Οθωμανούς, οι κάτοικοι του Ναυπλίου που έρχονταν στη Βενετία, δεν είναι πλέον Ναυπλιώτες αλλά κυρίως Αθηναίοι. Έτσι, το 1697 η γενική συνέλευση της Αδελφότητας αποφάσισε ότι Αθηναίοι που είχαν γίνει δεκτοί ως ευγενείς στο Ναύπλιο (δηλαδή τα μέλη της κοινότητας του Ναυπλίου) μπορούσαν να εκλέγονται στο διοικητικό συμβούλιο μέσω αυτής της πατρίδας, της Napoli di Romania, καθώς υπήρχαν κενές θέσεις για να καλυφθούν. [22]

Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι οι Ναυπλιώτες της Βενετίας δρούσαν και παρουσιάζονταν ως συλλογικό υποκείμενο, ως ομάδα, μόνο κατά τον 16ο αι. Η δράση τους, οικονομική και κοινωνική, χαρακτήρισε και επηρέασε την ιστορία της ελληνικής παροικίας για όσο καιρό κράτησαν και οι συνέπειες της προσφυγικής τους μετακίνησης. Ο μαζικός χαρακτήρας της μετανάστευσης, η ομοιογένεια του κοινωνικού στρώματος που κατέφυγε στη Βενετία, οι «ενδογαμίες», οι οικονομικές δραστηριότητες και τα συγγενικά δίκτυα είναι παράγοντες που συνέβαλαν στη διατήρηση διακριτής ταυτότητας εντοπιότη­τας. Έκφραση αυτής της ταυτότητας βρίσκουμε στις αιτήσεις, στις διαθήκες και στην επιθυμία των Ναυπλιωτών να συγκροτήσουν ξεχωριστή «πατρίδα» (μαζί με τη Μονεμβασιά), δηλαδή ομάδα γεωγραφικής εκπροσώπησης, μέσα στους κόλπους της Αδελφότητας. Αντίθετα, κατά τον 17ο αι., η παρουσία τους στη Βενετία είναι σποραδική, περιορισμένη στο πρώτο μισό του αιώνα και χωρίς ιδιαίτερους συνεκτικούς δεσμούς με τον τόπο καταγωγής. Η ομαδο­ποίησή τους έγινε εδώ περισσότερο για τις ανάγκες της μελέτης παρά για τον ρόλο που διαδραμάτισαν ως συμπαγής ομάδα στη ζωή της ελληνικής παροι­κίας της Βενετίας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βασικές μελέτες για την ιστορία της ελληνικής παροικίας της Βενετίας είναι οι εξής: Ι. Βελούδης, Ελλήνων Ορθοδόξων αποικία εν Βενετία, Βενετία 1893 (11872)· Α. Ε. Καραθανάσης, Η Φλαγγίνειος σχολή της Βενετίας, Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1987 (11975)· Φανή Μαυροειδή, Συμβολή στην ιστορία της Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας στον ΙΣΤ΄ αιώνα. Έκδοση του Β΄ μητρώου εγγραφών (1533-1562), Νότης Καραβίας, Αθήνα 1976· Άρτεμη Ξανθοπούλου-Κυριακού, Η ελληνική κοινότητα της Βενετίας (1797-1866). Διοικητική και οικονομική οργάνωση, εκπαιδευτική και πολιτική δραστηριότητα, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Φιλοσοφική Σχολή, Θεσσαλονίκη 1978· Μ. Ι. Μανούσακας, «Επι­σκόπηση της ελληνικής ορθόδοξης αδελφότητας της Βενετίας (1498-1953)», Τα Ιστορικά 11 (1989), σ. 243-264· Κ. Τσικνάκης, «Ο Ελληνισμός της Βενετίας», Χρύσα Α. Μαλτέζου (επιμ.), Όψεις της Ιστορίας του βενετοκρατούμενου ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα 1993, σ. 523-556· Χρύσα Α. Μαλτέζου (επιμ.), Δημοσία Ιλα­ρία, Βενετία 1999· της ίδιας, Η Βενετία των Ελλήνων, Μίλητος, Αθήνα 1999· Maria Fran­cesca Tiepolo – E. Tonetti (επιμ.), I Greci a Venezia. Atti del convegno internazionale di stu­dio (Venezia, 5-7 novembre 1998), Istituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti, Βενετία 2002.

[2] Για την ογκωδέστατη βιβλιογραφία της ελληνικής παροικίας της Βενετίας βλ. Μ. Ι. Μανούσακας, «Βιβλιογραφία του ελληνισμού της Βενετίας. Μέρος Α΄», Θησαυρίσματα 10 (1973), σ. 7-87· του ίδιου, «Βιβλιογραφία του ελληνισμού της Βενετίας. Μέρος Α΄. Γενικά συμπληρώματα (1973-1980)», Θησαυρίσματα 17 (1980), σ. 7-21· Χρύσα Μαλτέζου, Οδηγός του αρχείου, Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, Βενετία – Αθήνα 2008, σ. 57-64.

[3] Σ. Κουτμάνης, «Ευβοείς στη Βενετία, 15ος-17ος αι.», στο: Βενετία – Εύβοια. Από τον Έγριπο στο Νεγροπόντε, Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας – Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών, Βενετία – Αθήνα 2006, σ. 203-216.

[4] Μαυροειδή, Συμβολή στην ιστορία της Ελληνικής Αδελφότητας, ό.π., σ. 65.

[5] Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μνείες θανάτων Ελλήνων της Βενετίας από τα ταμειακά βιβλία της Ελληνικής αδελφότητας των ετών 1536-1576», Θησαυρίσματα 11 (1974), σ. 207.

[6] Ersie Burke, The Greek Neighborhoods of Sixteenth Century Venice 1498-1600. The Daily Life of an Immigrant Community, διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 49-50.

[7] Βελούδης, Ελλήνων Ορθοδόξων αποικία, ό.π., σ. 63.

[8] Μαριάννα Κολυβά – Ε. Μοάτσος, «Αποκατάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβα­σιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548», Byzantinisch-neugriechische Jahrbücher 22 (1977-1984), σ. 380-381.

[9] Burke, The Greek Neighborhoods, ό.π., σ. 174-176.

[10] Στο ίδιο, σ. 184.

[11] Νίκη Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[12] Κ. Δ. Μέρτζιος, «Οκτώ διαθήκαι Ελλήνων της Βενετίας (1535-1549)», Μνημοσύνη 1 (1967), σ. 190.

[13] Burke, The Greek Neighborhoods, ό.π., σ. 67-68, 101.

[14] Για την οικογένεια Κουβλή βλ. στο ίδιο, σ. 139-142.

[15] Σ. Κουτμάνης, Έλληνες στη Βενετία. Κοινωνικό φύλο – οικονομία – νοοτροπίες, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2013, σ. 125-128.

[16] Στο ίδιο, σ. 149.

[17] Στο ίδιο, σ. 144-145, 187 (για τον Νικόλαο Αναστασίου), σ. 148 (για τον Ιωάννη Κοντολέο), σ. 159, 161, 194, 198 (για την οικογένεια Μπελόκα).

[18] Στο ίδιο, σ. 164-165.

[19] Λιάτα, «Μνείες θανάτων», ό.π., σ. 229.

[20] A.S.V., Notarile Atti, b. 6054, φ. 143r, 13 Αυγούστου 1652· φ. 212v, 6 Νοεμβρίου 1652· φ. 274r, 14 Φεβρουαρίου 1653.

[21] A.S.V., Notarile Testamenti, b. 1006, φ. 40r, 9 Σεπτεμβρίου 1665. Πρβλ., ωστόσο, την περίπτωση του Θοδωρή Κατικούρα (Toderin Caticora), που συνέταξε τη διαθήκη του το 1632. Πιθανότατα δεν πρόκειται για Ναυπλιώτη της Βενετίας, αλλά για Ναυπλιώτη έμπορο που βρέθηκε και πέθανε στη Βενετία, καθώς δεν γνώριζε ιταλικά. Στη διαθήκη του άφηνε 50 δουκάτα για την επισκευή του ναού της Αγίας Τριάδας του Ναυπλίου, «που είναι κοντά στο σπίτι μου» (A.S.V., Notarile Testamenti, b. 1088, αρ. 644, 12 Σεπτεμβρίου 1632).

[22] Αρχείο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας (Α.Ε.Ι.Β.), Α 3, Κ 8, φ. 36v, 30 Ιουνίου 1697.

 

Σωτήρης Κουτμάνης

 Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι. (Βιβλίο)


 

Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι. 

Κοινωνία, Οικονομία, Πολιτισμός 

Συγγραφή 

Ανδρονίκη Διαλέτη, Λέκτορας, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. 

Γιώργος Πλακωτός, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 

Άννα Πούπου, Μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. 

Κριτική αναγνώστρια 

Ρίκα Μπενβενίστε, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. 

Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών – Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

 

Το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί να προσφέρει μια σφαιρική αποτίμηση της ιστορίας της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, καλύπτοντας χρονικά την περίοδο από τον 11ο αιώνα, όταν τίθενται τα θεμέλια για την εμπορική και ναυτιλιακή ανάπτυξη και αποικιακή επέκταση της πόλης, έως τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν το βενετικό κράτος καταλύεται από τα ναπολεόντεια στρατεύματα στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης.

Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι.

Ενσωματώνοντας την ιδιαίτερα πλούσια διεθνή βιβλιογραφία, η μελέτη παρουσιάζει θεματικές και όψεις του βενετικού παρελθόντος που άπτονται της θεσμικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ιστορίας και ταυτόχρονα αναδεικνύει τις βασικές ιστοριογραφικές κατευθύνσεις, τα κύρια ερμηνευτικά εργαλεία και τα κεντρικά ερωτήματα που έχουν απασχολήσει την έρευνα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η μελέτη αξιοποιεί αφενός τη δευτερεύουσα βιβλιογραφική παραγωγή και αφετέρου την πρωτογενή έρευνα των συγγραφέων και προσφέρει μια επικαιροποιημένη ιστορία του βενετικού κράτους που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα θεματικών και προσεγγίσεων. Οι θεματικές επίσης αντανακλούν τις διδακτικές επιλογές και δοκιμές που έχουν γίνει στο πλαίσιο μαθημάτων βενετικής και ευρωπαϊκής ιστορίας ή ιστορίας του κινηματογράφου. Στη διαμόρφωσή τους έχουν συμβάλει συζητήσεις με συναδέλφους και φίλους τους οποίους ευχαριστούμε. Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνουμε στην κριτική αναγνώστρια Ρίκα Μπενβενίστε για την ενθάρρυνση, τις επισημάνσεις και την άμεση ανταπόκρισή της συχνά σε συνθήκες χρονικής στενότητας.

Η μελέτη έρχεται να καλύψει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, η οποία, αν και πλούσια ως προς τις μελέτες που αφορούν το πεδίο της «βενετοκρατίας», παραμένει ιδιαίτερα ελλειμματική σε έργα που να επικεντρώνονται στη μητρόπολη και στις σχέσεις της με τις κτήσεις. Οι μεταφράσεις στα ελληνικά των έργων των John Julius Norwich Ιστορία της Βενετίας και Frederic C. Lane Βενετία, η Θαλασσοκράτειρα: Ναυτιλία – Εμπόριο – Οικονομία, παρόλο που αναμφίβολα εμπλούτισαν τη βιβλιογραφία κατά το παρελθόν, αδυνατούν πλέον να καλύψουν σύγχρονες θεματικές που έχουν ανανεώσει την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία και δημιουργικά έχουν εκβάλει στην ιστοριογραφία της Βενετίας. Πρόκειται κυρίως για οπτικές που προέρχονται από την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία και αφορούν μεταξύ άλλων την ιστορία του έντυπου λόγου και της ανάγνωσης, την ιστορία της καθημερινότητας, την ποινική δικαιοσύνη, τις πολιτικές τελετουργίες, τη συγκρότηση των ταυτοτήτων και την ιστορία των γυναικών και του φύλου.

 

Το βενετικό κράτος στη μέγιστη ανάπτυξή του (1470-1540)

 

Το βιβλίο καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό άνυσμα καθώς διερευνά αφενός την ιστορική πορεία της ίδιας της Βενετίας, μιας μεσαιωνικής αστικής κοινότητας η οποία σταδιακά εξελίχθηκε σε θαλάσσια αυτοκρατορική υπερδύναμη, και αφετέρου τη συγκρότηση του βενετικού Κράτους της Θάλασσας και της Στεριάς στην ανατολική Μεσόγειο και την ιταλική ενδοχώρα αντίστοιχα. Το κεντρικό σημείο αναφοράς είναι η Βενετία ως ευρωπαϊκή πόλη-κράτος και αυτοκρατορικός σχηματισμός ενώ, ενίοτε υπερβαίνοντας τα συμβατικά όρια μεταξύ μεσαιωνικής και νεότερης εποχής, η μελέτη επιδιώκει μέσω του βενετικού παραδείγματος να διευρύνει την οπτική του αναγνώστη ως προς τις θεμελιώδεις διαδικασίες που σημειώθηκαν στην Ευρώπη αυτή την περίοδο τόσο στο επίπεδο των μακρο-ιστορικών οικονομικών και πολιτικών μετασχηματισμών όσο και στο πεδίο του πολιτισμού, των αντιλήψεων και της καθημερινότητας. Υπό αυτή την έννοια η μελέτη δεν επιδιώκει να καλύψει στην ολότητά τους ζητήματα που άπτονται της ιστορίας του νέου ελληνισμού, τα οποία θεραπεύονται στο πλαίσιο συγκροτημένων ερευνητικών πεδίων στη χώρα μας, ούτε να προσεγγίσει τις βενετικές κτήσεις της ανατολικής Μεσογείου ως αυτόνομα αντικείμενα μελέτης. Οι αναφορές στον ελληνικό χώρο επιδιώκονται στον βαθμό και στην έκταση που συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση του βενετικού παραδείγματος. Στην παρούσα μελέτη η προτεραιότητα δίνεται στο μητροπολιτικό κέντρο και ενίοτε στις σχέσεις του με την περιφέρεια.

Το βιβλίο περιλαμβάνει «συμβατικές» θεματικές που αφορούν τους θεσμούς, την κοινωνική συγκρότηση, την εξωτερική πολιτική και τους μετασχηματισμούς της οικονομίας, δοσμένες από σύγχρονες οπτικές, και κυρίως στρέφεται σε πεδία που έχουν απασχολήσει πρόσφατα την ιστορική κοινότητα, όπως ο λόγος περί Βενετίας, η συγκρότηση των ταυτοτήτων και των ιεραρχικών σχέσεων στην καθημερινότητα, οι θρησκευτικές και έμφυλες επιτελέσεις, η σεξουαλικότητα, η σχέση μεταξύ λόγιας και λαϊκής κουλτούρας. Σε κάθε θεματική συνοψίζονται οι κύριες ιστοριογραφικές συζητήσεις και τάσεις και προσφέρονται συστηματικά παραθέματα πηγών, προκειμένου ο αναγνώστης να εξοικειωθεί με το σχετικό πρωτογενές υλικό. Το τελευταίο κεφάλαιο διευρύνει τρόπον τινά τον χρονικό ορίζοντα του υπό εξέταση αντικειμένου, εντάσσοντας σε αυτό τις προσλήψεις του παρελθόντος από την σύγχρονη πολιτισμική παραγωγή, μέσα από το πρίσμα των αναπαραστάσεων και αφηγήσεων του βενετικού παρελθόντος στον κινηματογράφο.

Το βιβλίο μπορεί να αξιοποιηθεί ως σύγγραμμα για φοιτήτριες και φοιτητές προπτυχιακού επιπέδου και ως εισαγωγή στην ιστορία του βενετικού κράτους για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ακολουθώντας τη γενικευμένη διεθνή πρακτική στη συγγραφή εγχειριδίων επιδιώκουμε την εύληπτη παρουσίαση σύνθετων διαδικασιών ή πολυσχιδών ιστοριογραφικών ζητημάτων αποφεύγοντας, ωστόσο, την απλοποίηση. Συνάμα, ιδιαίτερα λειτουργική κρίθηκε η παράθεση βιβλιογραφικών παραπομπών και οδηγού περαιτέρω μελέτης στο τέλος κάθε κεφαλαίου με περιορισμένες επιμέρους παραπομπές μέσα στο κείμενο, έτσι ώστε να μη δυσχεραίνεται η ανάγνωση και το φοιτητικό ή ευρύτερο αναγνωστικό κοινό να έχει τη δυνατότητα περαιτέρω βιβλιογραφικού εμπλουτισμού της μελέτης του. Ως σύγγραμμα το βιβλίο θα μπορούσε να καλύψει πλήρως ή μερικώς μαθήματα σχετικά με την ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας και την ευρωπαϊκή μεσαιωνική και νεότερη ιστορία.

Για την ανάγνωση του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα: Η μαρτυρία των πηγών – Φωτεινή Β. Πέρρα. «Εκκλησιαστικός Φάρος», έκδοσις της Αφρικής, AlexandriaJohannesburg, 2012.


 

Μια από τις πλουσιότερες σε ιστορικό παρελθόν περιοχές του ελλαδικού χώρου, στενά συνδεδεμένη με την παρουσία ποικίλλων κυριάρχων κατά την εποχή του Μεσαίωνα αποτελεί η Πελοπόννησος, ο «τόπος του Μορέως» σύμφωνα με το ομώνυμο Χρονικό. Επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας την περίοδο της ακμής της τελευταίας, παρέμεινε στην κατοχή της ως το 1205, οπότε και πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L'histoire de la decadence de l'empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien..., Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L’histoire de la decadence de l’empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien…, Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Από το 1348/49 η Πελοπόννησος πολιτικά μετατράπηκε σε Δεσποτάτο όταν ο Μανουήλ Καντακουζηνός ανέλαβε την εξουσία ως πρώτος Δεσπότης. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, οι βυζαντινοί κύριοι της αρχικά του οίκου των Καντακουζηνών και στη συνέχεια της δυναστείας των Παλαιολόγων χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με τις εισβολές Αλβανών και Τουρκομάνων μέχρι την ουσιαστική κατάλυση του Δεσποτάτου το 1460/61 περίοδο κατά την οποία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονταν υπό βενετική κυριαρχία δηλαδή, τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Άργος και το Ναύπλιο. Οι ιστορικές τύχες της Πελοποννήσου κατά τις διάφορες φάσεις της από τον 13Ο αι. και έπειτα έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας από πολλούς μελετητές, οι οποίοι μας έχουν δώσει σημαντικότατες συμβολές για τις κυριότερες φάσεις της μεσαιωνικής πελοποννησιακής ιστορίας ως το 1463, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε συνοπτικά.

Τη βυζαντινή παρουσία στην Πελοπόννησο διαδέχθηκε η περίοδος των Οθωμανικών εισβολών, τις οποίες πρόσφατα έχει περιγράψει και αναλύσει ο L. Kayapinar και οι οποίες σταδιακά οδήγησαν στην πλήρη επικράτηση των Οθωμανών στα πελοποννησιακά εδάφη. Οι γενικότερες εξελίξεις όμως στο χώρο της Μεσογείου που σχετίζονταν με τη διαπάλη μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην περιοχή, οδήγησαν την Πελοπόννησο σε νέες περιπέτειες πολεμικού περιεχομένου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, ο οποίος σοβούσε, ήδη πολύ καιρό και κατέληξε στη μεταξύ τους σύγκρουση, επρόκειτο να έχει ως ένα από τα κύρια πεδία του το γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου, όπου είχε σχεδόν παγιωθεί η οθωμανική παρουσία. Με αυτό τον τρόπο από το 1463 ο Μοριάς βρέθηκε στη δίνη του Α’ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479) και οι κάτοικοί του θα βίωναν όλες τις φάσεις και τα δεινά του, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία μεταξύ του 1463-1473.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Φωτεινής Πέρρα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα- Η μαρτυρία των πηγών

Read Full Post »

Συγκρούσεις στην πεδιάδα του Άργους μεταξύ Βενετών και Οθωμανών κατά την εκστρατεία του Francesco Morosini στην Πελοπόννησο (τέλη 17ου αιώνα)


 

Ο 17ος αιώνας για τον ελλαδικό χώρο ήταν γεμάτος πολέμους, κυρίως από τα μέσα του έως και το κλείσιμό του, με «θέατρο» των πολεμικών επιχειρήσεων τις νησιωτικές περιοχές του Ιονίου, του Αιγαίου πελά­γους, την Κρήτη, την Πελοπόννησο και τις παράκτιες ζώνες από τον Αμβρακικό κόλπο, την Αιτωλοακαρνανία, την Αττική έως και την Εύ­βοια. Ήταν επιχειρήσεις κατά τις οποίες αντιπαρατέθηκαν οι δυνάμεις, κυρίως ναυτικές αλλά και χερσαίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη μια πλευρά και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας από την άλλη, υποστηριζόμενες (οι τελευταίες) κατά περίπτωση από διάφορες δυνάμεις της Δύσης (ευρωπαϊκές). Δεν θα αναφερθώ περισσότερο στο ιστορικό πλαίσιο και τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν κατά τον «πόλεμο του Μοριά», ονομασία που πήρε η στρατιωτική εκείνη επιχείρηση των Βενετών. Θα περιοριστώ μόνο στην αναφορά ορισμένων σχεδιαγραμ­μάτων από τα βενετικά αρχεία, τα οποία αφορούν εκείνη ακριβώς την περίοδο και την περιοχή του Άργους.

Στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας υπάρχει στη σειρά των ιτα­λικών χειρογράφων, ο κώδικας με την αρχειακή ένδειξη Mss It. Cl. VII, 94 (10051) και τον τίτλο Carte topografiche e piante di citta e fortezze per la Guerra di Morea (1684-1697). Ο συγκεκριμένος κώδικας έχει αναφερθεί συ­χνά σε διάφορες μελέτες, στις οποίες εξετάζονται είτε πολεμικά γεγονότα της ίδιας περιόδου, του πολέμου του Μοριά, είτε τομείς της ιστορίας των περιοχών που αναφέρονται στον κώδικα και είχαν αποτελέσει τον χώρο δράσης των αντιμαχόμενων πλευρών. [1]

Στο No 54 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 36χ50 εκατ., με πένα (εικ. 1). Ο ακριβής τίτλος είναι: «Περιγραφή και η διάταξη της μάχης, η οποία έγινε στην πεδιάδα του Άργους μεταξύ του στρατεύματος που διοικούσε ο στρατηγός μαρκήσιος Königsmark και του σερασκέρη του Μοριά, στις 6 Αυ­γούστου 1686»/ Descrittione, et L᾽ordine della Battaglia Fatta Nella Pianura Dargos Fra l᾽Armata Veneta Comandata dal S.E. il G(e)n(era)le Co: Mar(e)s(a)le Di Coinismarch e il Seraschier della Morea, seg(na)ta li 6 Agosto 1686.

 

Εικ. 1. Η διάταξη της μάχης στην πεδιάδα του Άργους, μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 6 Αυγούστου 1686 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 54).

Εικ. 1. Η διάταξη της μάχης στην πεδιάδα του Άργους, μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 6 Αυγούστου 1686 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 54).

Αφορά επιτελικό σχεδιάγραμμα, στο οποίο εικονίζεται η διάταξη των στρατευμάτων των Βενετών και των συμμάχων τους στην πεδιάδα του Άργους, κατά τη σύγκρουσή τους με τους Οθωμανούς. Εκτός από τον τίτλο που προαναφέρθηκε και είναι γραμμένος στην κάτω πλευρά του πίνακα, δεν υπάρχει καμιά άλλη ένδειξη ή υπόμνημα, πάνω στο σχέδιο.

Αξίζει όμως να αναφέρουμε ότι, εκτός των παρατάξεων των στρα­τευμάτων των αντιμαχόμενων πλευρών, εικονίζονται διάσπαρτα στην εξοχή και πέντε οικιστικά σύνολα. Είναι συμβολικά σχεδιασμένα, απο­τελούμενα από μεμονωμένα κτίσματα, κάπου δε εικονίζεται δίπλα σε κτίσμα κάποια πυργοειδής κατασκευή (εκκλησία με καμπαναριό;). Τα τέσσερα από αυτά περιβάλλονται από απλό περίβολο με ένα άνοιγμα. Ίσως ήταν κάποια μετόχια ή messarie, του τύπου του ιταλικού νότου, δηλαδή συγκροτήματα γαιοκτημόνων για την εκμετάλλευση των γύρω καλλιεργειών και τον έλεγχο της παραγωγής. Ίσως να απεικονίζουν και απλές οικιστικές μονάδες, συμβολικά σχεδιασμένες. Δυστυχώς όμως μόνο με τα στοιχεία του ίδιου του σχεδιαγράμματος, χωρίς υπόμνημα ή και συσχετισμό με άλλα σχετικά έγγραφα, δεν μπορούμε να κάνουμε την οποιαδήποτε τεκμηριωμένη ανάλυση.

Στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, στη σειρά των Χαρτών, επισημάνα­με σχεδιάγραμμα, το οποίο είναι εξαιρετικά όμοιο με το περιγραφόμενο από τον κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, με δύο οικιστικά σύνολα (μετόχια;) να εικονίζονται στην ευρύτερη περιοχή, όπου διαδραματίζο­νταν τα γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών. Απαιτείται όμως λεπτομε­ρέστερη μελέτη των ενδείξεων που αναγράφονται στο ίδιο το σχέδιο.[2]

Στο No 55 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 35χ26 εκατ., με πένα και ακουαρέλα (εικ. 2). Ο ακριβής τίτλος είναι: «Διάταξη μάχης που δόθηκε στην εξοχή (περιοχή) του Άργους, κοντά στη Μανάρα του Βάσιμου του Μοριά, στις 10 Ιουνίου του 1695, κατά του Ιμπραήμ Πασά του σερασκέρη» / Ordine di battaglia data nella Campagna d᾽Argos presso la Manara nel Regno della Morea li 10 giugno 1695 a Ibraim Pascia Seraschiere.

 

Εικ. 2. Η διάταξη της μάχης στην περιοχή της Άργους (κοντά στη Μανάρα), μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 10 Ιουνίου 1695 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 55).

Εικ. 2. Η διάταξη της μάχης στην περιοχή της Άργους (κοντά στη Μανάρα), μεταξύ των δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών, 10 Ιουνίου 1695 (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 55).

 

Και αυτό το σχέδιο είναι επιτελικό με τη διάταξη των αντιπάλων δυνάμεων, όπως περιγράφονται στον τίτλο. Όλες οι ενδείξεις που επε­ξηγούν το σχεδιάγραμμα είναι γραμμένες πάνω στο ίδιο το σχέδιο και έχουν ως εξής: Στην άνω πλευρά του πίνακα εκτός από τον τίτλο, όπως ήδη αναφέρθηκε, αναγράφεται (A)[3]: S.E. Baron di Stenau Generale di Sbarco (στρατηγός της απόβασης) *S.E. Generale dell᾽Armi in Regno Ag(ostin)o Sagredo (στρατηγός του στρατού).

Η απεικόνιση της διάταξης των σωμάτων του στρατού και του ιππι­κού, με ορθογώνια σχήματα, συμπληρώνεται με την αναγραφή, δίπλα στο καθένα, της ονομασίας προέλευσης του κάθε σώματος. Κάτω αρι­στερά, επεξηγείται και η διαφοροποίηση της γραφικής αυτής απεικόνι­σης, ως εξής: (Β) Awertimento / Παρατήρηση, Tutte le figure segnate con la Bandiera inalborata sono Battaglioni di Fanteria / Όλα τα σχήματα (που είναι) σχεδιασμένα με τη σημαία υψωμένη είναι τάγματα πεζικού, he figure die sono segnate col Guidon come questo sono Squadron di Cavalleria / Τα σχήματα που είναι σχεδιασμένα με τριγωνική σημαία, όπως αυτό, είναι ίλη ιππικού.

Από τα ονόματα των αξιωματούχων, που αναγράφονται γύρω από τη διάταξη, αναφέρουμε μόνον των ανωτέρων και είναι οι ακόλουθοι: επάνω αριστερά αναγράφεται: Sarg(ente) General Castelli (Γ) και δεξιότερα: Sarg(ente) General Lanoia (Δ). Παρακάτω, αριστερά, αναγράφεται Brigad(ier) Vollo (Ε) και δεξιότερα: Bngad(ier) Magnanin (Ζ). Στο κέντρο της όλης δι­άταξης αναγράφεται: Brigadier Gicha (Η). Κάτω από τη διάταξη, αριστερά, αναγράφεται: Brigadier Monso (Θ) και δεξιότερα: Brigadier Furietti (I).[4]

Στο No 56 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 36χ50 εκατ., με πένα (εικ. 3). Ο ακριβής τίτλος, γραμμένος στον κατάλογο του κώδι­κα (indice), είναι «Μάχη στην πεδιάδα του Άργους» / Battaglia nella pianura d’Argos.

 

Εικ. 3. Μάχη στην πεδιάδα του Άργους (;) (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 56).

Εικ. 3. Μάχη στην πεδιάδα του Άργους (;) (BMV.- Mss It. Cl VII, 94 [10051], No 56).

 

Είναι και αυτό το σχέδιο επιτελικό, με τη διάταξη μάχης, αλλά πα­ριστάνεται ταυτόχρονα και το ανάγλυφο του εδάφους. Είναι το πλέον περιγραφικό της σειράς των σχεδιαγραμμάτων αυτού του Κώδικα, που αναφέρονται στα πολεμικά γεγονότα μεταξύ Βενετών και Οθωμανών στην περιοχή του Άργους, ονομασία όμως που δεν αναγράφεται πάνω στο ίδιο το σχέδιο. Παρουσιάζεται μια επίπεδη περιοχή (πεδιάδα) με όλη τη μορφολογία του εδάφους, ποτάμια και συστάδες πολλών δένδρων (ελαιόδενδρα ή άλλες δενδροκαλλιέργειες;). Στο κεντρικό και επάνω σημείο του πίνακα εκτός από τα σώματα στρατού, συμβολικά σχεδια­σμένα, εικονίζονται πολεμικές σκηνές με το μισοφέγγαρο στην κορυφή, δηλώνοντας την πλευρά των Οθωμανών (Α).[5] Δίπλα σε αυτό το σύνολο εικονίζεται ένας απλός οχυρός περίβολος με ένα εσωτερικό διατείχισμα, που πρέπει να ανήκει σε μεσαιωνικό φρούριο και πρέπει να είναι η Λάρισα, το φρούριο του Άργους (Β), σύμφωνα με τον κατάλογο του κώδικα. Έξω από αυτό, εικονίζονται διάσπαρτα και συμβολικά σχεδιασμένα κα­τοικίες (Γ). Στη δεξιά πλευρά του πίνακα, διακρίνονται σκηνές χωρίς ιδι­αίτερους συμβολισμούς ή άλλη ένδειξη (Δ). Σε όλη την ακτή – παραλία, προς την κάτω πλευρά του πίνακα, διατάσσονται στη θάλασσα οι βενετι­κές γαλέρες (Ε). Από κάτω εικονίζεται ταινία, στην οποία όμως δεν έχει αναγραφεί κάποιος τίτλος.

Η περαιτέρω έρευνα για τη σύνδεση αυτού του σχεδίου και με άλλα στοιχεία, είναι απόλυτα απαραίτητη. Και αυτό αποδεικνύεται από άλ­λες μελέτες, μέσα από τις οποίες έχουν επισημανθεί παρόμοια σχεδια­γράμματα, όπως ένα του Vincenzo Coronelli, απόλυτα όμοιου με εκείνο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης, στο οποίο εικονίζονται ακρι­βώς τα ίδια δεδομένα. Η διαφορά όμως, που αποσαφηνίζει κατά κάποιο τρόπο την τοπογραφία στο σχέδιο του Coronelli, είναι η αναγραφή της Καλαμάτας, με το κάστρο της, τον ελαιώνα της στην πεδιάδα προς τη θάλασσα και τον βενετικό στόλο να είναι ελλιμενισμένος στον κόλπο της πόλης.[6]

Στο No 57 του κώδικα υπάρχει σχέδιο, διαστάσεων 36χ50 εκατ., με πένα. Ο ακριβής τίτλος είναι «Μάχη στην πεδιάδα του Άργους», ο οποίος δεν αναγράφεται πάνω στον πίνακα, αλλά αναφέρεται στον κα­τάλογο του κώδικα.

Είναι και πάλι ένα επιτελικό σχεδιάγραμμα, που αναφέρεται στον παραπάνω τίτλο. Διατάσσονται μόνο τα σώματα στρατού, χωρίς καμιά απεικόνιση του περιβάλλοντος χώρου. Δίπλα σε κάθε στρατιωτικό σώμα αναγράφεται η προέλευσή του. Από όλες τις ενδείξεις, αναφέρουμε μό­νον αυτές των αξιωματούχων, που είναι: Prin.ce Brigadier G.n.le, Sergent Maggior de Battaglia de Joijy, G.n.le de la Tour, Colonel de S.t Andrea, Sergente Mag:(giore) de Bataglia Alcenago, L.G. de Barre(?). Τέλος, οι αναγραφόμενες εθνικότητες των μισθοφορικών(;) στρατευμάτων είναι: Κροάτες, Αλβα­νοί, Κορσικανοί, Μαλτέζοι και άλλοι.

Επαναλαμβάνω και πάλι ότι τα σχεδιαγράμματα αυτά θα είναι πολύ πιο χρήσιμα και θα ολοκληρώσουν την έρευνα της περιοχής αν εξετα­σθούν και συσχετισθούν με άλλα αρχειακά τεκμήρια, έγγραφα και εκ­θέσεις από τα βενετικά αρχεία για την περιοχή του Άργους. Η έρευνα θα πρέπει να συνεχιστεί.

Η σύντομη μελέτη μου κλείνει με δύο ακόμη σχεδιαγράμματα από την περιοχή του Άργους και του Ναυπλίου, τα οποία περιλαμβάνονται στη συλλογή Grimani, που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας, και αφορούν την ίδια ιστορική περίοδο του πολέμου του Μοριά με τις επιχειρήσεις των Βενετών και των συμμάχων τους εναντίον των Οθωμανών (2η βενετική περίοδος).[7]

No XIX: «Κόλπος Ναυπλίου. Σχέδιο του λιμανιού του Ναυπλίου». Το σχέδιο, σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα, έχει διαστάσεις 56,5χ42 εκατ. (εικ. 4). Υπάρχουν (πάνω στον πίνακα) το στέμμα του Grimani και μι­κρό στέμμα (οικόσημο) ευγενούς, μεταξύ κυλίνδρου (πάπυρου) σε μορ­φή του κέρατος της Αμάλθειας (αφθονίας). Δεν υπάρχει υπογραφή στο σχέδιο. Έχει γραμμική κλίμακα των 600 γεωμετρικών βημάτων (passa geometrici), που εικονίζεται στην κάτω πλευρά του πλαισίου του υπο­μνήματος.

 

Εικ. 4. Κόλπος Ναυπλίου. Σχέδιο του λιμανιού του Ναυπλίου Συλλογή Grimani, πίν. XIX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αθήνα.

Εικ. 4. Κόλπος Ναυπλίου. Σχέδιο του λιμανιού του Ναυπλίου Συλλογή Grimani, πίν. XIX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη – Αθήνα.

Είναι ένας τοπογραφικός χάρτης του μυχού του κόλπου του Ναυπλί­ου. Οι οχυρώσεις της Ακροναυπλίας και τα τείχη της πόλης είναι σχε­διασμένα με μικρογραφική ακρίβεια. Το χειρόγραφο (κείμενο) στο υπόμνημα και ο σχεδιασμός του οικόσημου του Grimani μοιάζουν αρκετά με εκείνα στους δύο χάρτες του κόλπου της Μεθώνης (πίνακες XIV και XV της ίδιας συλλογής).

Το υπόμνημα, μεταφρασμένο, είναι το ακόλουθο (η μεταγραφή δημο­σιεύεται από τον Κ. Andrews): Α. Πόλη της (Napoli di) Romania / Ναυπλί­ου, Β. Περίβολοι Άνω, ή φρούριο, C. Βουνό Παλαμήδι, D. Κάστρο Θάλασσας (Μπούρτζι), Ε. Τόπος-θέση στον οποίο υπάρχει περισσότερο από 1 piede νερού (βάθος), με πυθμένα συμπαγή, σκληρό, F. Κυματοθραύστης-υποθαλάσσιος μόλος, κατασκευασμένος από τους Τούρκους, G. Κανάλι από το οποίο εισέρχο­νται οι γαλέρες και τα μικρότερα πλοία, Η. Μόλος κατασκευασμένος εκ νέου, I. θέση όπου ναυπηγούνται («κτίζονται») τα πολεμικά πλοία, Κ. Αλυκές, L. Ελώδη εδάφη.

Όλη αυτήν την παράκτια περιοχή, η οποία πρέπει να είναι η επέκτα­ση της πεδιάδας του Αργούς προς τη θάλασσα, διατρέχουν τέσσερις χείμαρροι – ποτάμια.

No. XX. «Κόλπος του Ναυπλίου». Δεν υπάρχει τίτλος ή υπό­μνημα πάνω στον πίνακα (εικ. 5). Είναι σχέδιο, διαστάσεων 71,5χ52,5 εκατ., σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα. Στην επάνω δεξιά γωνία του πί­νακα εικονίζεται ασπίδα με το οικόσημο του Grimani, περιβαλλόμενο από φοίνικα και κλαδιά ελιάς. Δεν υπάρχει υπογραφή στο σχέδιο. Λίγο παρακάτω υπάρχει γραμμική κλίμακα των 1.000 γεωμετρικών βημά­των (passa geometrici). Τέλος, στο κέντρο του κόλπου, σημειώνεται το ρόδο των ανέμων και με τον συμβολισμό του βορρά, στραμμένο προς τα πάνω.

 

Εικ. 5. Κόλπος Ναυπλίου, με την πεδιάδα του Άργους Συλλογή Grimani, πίν. XX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αθήνα.

Εικ. 5. Κόλπος Ναυπλίου, με την πεδιάδα του Άργους Συλλογή Grimani, πίν. XX, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη – Αθήνα.

Είναι τοπογραφικός χάρτης, όπου απεικονίζονται το Ναύπλιο, ο μυ­χός του κόλπου και η ελώδης, χαμηλής στάθμης πεδιάδα του Άργους. Στην ανατολική πλευρά του κόλπου, κοντά στην πόλη, αναγράφεται πλήθος βυθομετρήσεων. Όλες οι ενδείξεις είναι γραμμένες πάνω στο σχέδιο. Υπάρχουν επίσης δύο ενδείξεις, Α και Β, χωρίς να επεξηγούνται πάνω στο σχέδιο. Τοπογραφικά στοιχεία είναι γραμμένα πάνω σε όλο τον χάρτη, με μικρή κανονική γραφή.

Κοντά στο ακρωτήριο του Ναυπλίου, στον κόλπο, είναι γραμμένο: Θέσεις όπου αγκυροβολούν τα πολεμικά πλοία. Χαμηλότερα, στη δεξιά γω­νία, αναγράφονται τα ακόλουθα (η μεταγραφή ελέγχθηκε και από τον Kevin Andrews, ενώ οι αριθμοί που ακολουθούν είναι της συγγραφέως για την καλύτερη κατανόηση του υπομνηματισμού): 1. Πόλη της Napoli di Romania, 2. Φρούριο – Φορτέτσα (Ακροναυπλία), 3. Παλαμήδι, 4. Κάστρο της Θάλασσας (Μπούρτζι), 5. Εκκλησία των Αγίων Πάντων (δεν διακρίνεται η αναγραφή της ένδειξης πάνω στο σχέδιο), 6. Εκκλησία του Αγίου Νικόλαου (στον λόφο βόρεια του Παλαμηδιού), a. Gara; (ανατολικά από τη βραχο­νησίδα Μπούρτζι, αναγράφεται η ένδειξη αυτή, φαίνεται δε ως ξέρα), b. Posta (θέση ταχυδρομικού σταθμού αναγράφεται κοντά στην πλέον εσω­τερική ακτή, στον μυχό του κόλπου), c. Barache (αναγράφεται μαζί και με μια άλλη δυσδιάκριτη ένδειξη), d. Risara disfatta/ ορυζώνας ερημωμέ­νος, saline distrutte / καταστραμμένες αλυκές (αναγράφεται στο ύψος του λόφου με την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, δίπλα στον δρόμο, όπου εικονίζεται ορθογώνιος χώρος, οριζόμενος με εστιγμένη γραμμή).

Προχωρώντας προς τα βόρεια, γύρω από τον κόλπο, κατά μήκος της ακτογραμμής, είναι γραμμένα: 7. Αλυκές, 8. Εδάφη λασπώδη και χαμηλά, 9. Εδάφη όλα κακά, 10. Παλαιόκαστρο (πιθανά επισημαίνεται η ακρόπολη της Τίρυνθας), 11. Σπίτια κάτω από το Παλαιόκαστρο, 12. Ελαιόδενδρα, 13. Ακτή αμμώδης και πιθάρια, 14. Έλη.

Στο εσωτερικό της περιοχής, στην πεδιάδα και αρχίζοντας από τον μυχό του κόλπου, είναι γραμμένα: 15. Βοσκοτόπια, 16. Εδάφη με λίγο χορ­τάρι, αλλά καλά για καλλιέργεια, 17. Βίλα Sermeti (οικισμός Σερεμέτι), 18. Tncaliti (οικισμός Τρικαλίτης), 19. Εδάφη κατά το πλείστον καλλιεργημένα, καλά για καλλιέργεια, 20. Πηγάδι, 21. Τάφρος, 22. Νερό που έρχεται (κατε­βαίνει) από το ποτάμι του Άργους μόνον τον χειμώνα, 23. Ποταμός Μπολίτσα, 24. Τάφρος που σκάφτηκε για να τρέχουν σε αυτήν, από τα νότια, τα νερά του Μπολίτσα, 25. Τάφρος από την οποία έτρεχαν τα νερά του χειμάρρου του Άργους στα έλη, 26. Χαμηλά εδάφη γεμάτα από brule (βούρλα), το χειμώνα γεμάτα νερό και το καλοκαίρι με αρκετά καλό χόρτο για βοσκή-νομή, 27. Νερά που έρχονται από τους μύλους και (που) σχηματίζουν τα έλη. Στη δυτική ακτή, αριστερά χαμηλά, αναγράφονται: 28. Μύλος, 29. Κρήνη[8].

Τέλος, πάνω στο ίδιο το σχεδιάγραμμα, αναγράφονται σύντομα κεί­μενα, όπου υπολογίζονται οι εκτάσεις γης, τα οποία δεν μεταγράφονται και δεν παρουσιάζονται από τον Kevin Andrews. Είναι αυτονόητο ότι απαιτείται ειδική μελέτη.

Η σχετική αναφορά από το Χρονικόν του Μορέως με στίχους,[9]

Το κάστρον κοίτεται εις βουνί, πολλά ενι αφιρωμένον

η δε του Άργου της πόλεως ή χώρα ή μεγάλη

μέσα εις τον κάμπον κοίτεται ώς τέντα απλωμένη

είναι πολύ χαρακτηριστική και απεικονίζεται τόσο παραστατικά στα προηγούμενα σχεδιαγράμματα.

Καταλήγοντας, θα πρέπει να τονισθεί για άλλη μια φορά η σημασία των αρχειακών τεκμηρίων, κυρίως τεχνικών και σχεδιαστικών, που υπάρχουν στα βενετικά αρχεία, αλλά και η αναγκαιότητα της συνέχισης της αρχειακής έρευνας για συσχετισμό εγγράφων και σχεδίων, ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί πλέον ολοκληρωμένη η ιστορία, η ιστορική το­πογραφία ενός τόπου και μιας περιοχής, όπως είναι η ευρύτερη περιοχή του Άργους και όπως σύντομα παρουσιάστηκε μέσα από αυτά τα λίγα σχεδιαγράμματα.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιωάννα Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), 241-283, όπου αναφέρονται όλες οι λεπτομέρειες για τον κώδικα, τον πόλεμο του Μοριά και όλο το ιστορικό πλαίσιο με τη σχετική, βασική βιβλιογραφία της περιόδου εκείνης.

[2] Archivio di Stato di Venezia, Miscellanea Mappe, Archivio Grimani, F. 57/172, fasc. E/g (coll. Fotogr.negat. Ds.139/14, posit.68). ARGOS- Mappa con lo schiaramento delle trappe venete condotte dal conte di Konigsmark e delle truppe turche per la battaglia d’Argos (1686, 2 agosto). Σχέδιο με πένα σε χαρτί, διαστάσεων 425×290 χιλ.

[3] Τα γράμματα του υπομνηματισμού είναι της συγγραφέως για την καλύτερη κατανόηση των ενδείξεων που είναι γραμμένες πάνω στο ίδιο το σχέδιο.

[4] Ακριβώς γι’ αυτήν τη μάχη βλ. Ε. G. L. Pinzelli, Venise et la Moree: du triomphe a la desillusion (1684-1718), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Univerite Aix-Marseille I, 2003, σσ. 231-239. Τα τεκμήρια που παραθέτει είναι αναφορές, κυρίως από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, αλλά και ένα επιτελικό σχεδιάγραμμα της διάταξης των συμμαχικών δυνάμεων, στρατού και ιππικού, από αρχείο της Βιβλιοθήκης του Museo Civico Correr της Βενετίας. Είναι σχεδόν ίδιο με αυτό του κώδικα της Μαρκιανής, που παρουσιάζουμε εδώ, αναφέρει τα ίδια ονόματα των ανωτάτων αξιωματούχων, στις ίδιες θέσεις, με ελαφρά διαφοροποιημένη τη σχεδιαστική απόδοση και τα χρώματα με τους συμβολισμούς. Οπωσδήποτε η παραπέρα έρευνα θα μπορούσε να διαπιστώσει ποιο είναι το αρχικό-αυθεντικό σχέδιο και ποιο είναι αντίγραφο. Με βάση τη δική μου εμπειρία, κρίνω ότι σχετική έρευνα στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας θα έδινε και άλλες διευκρινίσεις. Πιστεύω, ότι τα τεκμήρια σε αυτό το τελευταίο, είναι και τα πλέον αυθεντικά και αρχικά διατυπωμένα ή καταγεγραμμένα.

[5] Τα γράμματα του υπομνηματισμού είναι της συγγραφέως για την καλύτερη κατανόηση των ενδείξεων που είναι γραμμένες πάνω στο ίδιο το σχέδιο.

[6] Vincenzo Coronelli, Conquiste della Serenissima Republica di Venezia, nella Dalmazia, Epiro, e Morea durante la guerra intrapresa contro Meemet IV Imper. de Turchi Descritte nel laboratorio del P. M. Coronelli cosmografo publico, Venezia 1986 (δεν έχει σελίδες). Βλ. σχετικά, Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, «Συμβολή στην ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700», Πρακτικά τον Α’ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, Αθήνα 1978, σ. 262. Στο σημείο αυτό πρέπει να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στην κ. Αγγελική Πανοπούλου για την επισήμανση αυτού του σχεδιαγράμματος του Coronelli, το οποίο μελέτησε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας. Επειδή όμως, κατά τα βιβλιογραφικά δεδομένα, ο βενετός γεωγράφος ποτέ δεν επισκέφθηκε την Ελλάδα και η αναπαραγωγή των χαρτών που συνέθετε για τα σημαντικά πολεμικά γεγονότα της εποχής του (τέλη του 17ου αιώνα) ήταν συνεχής, εξακολουθώ να πιστεύω ότι απαιτείται περαιτέρω μελέτη και κυρίως στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, για να δικαιολογηθεί το δεδομένο ότι στον κατάλογο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης το ίδιο σχέδιο τιτλοφορείται ως «Μάχη στην πεδιάδα του Άργους».

[7] Κ. Andrews, Castles of the Morea, Princeton N. Jersey 1953, πίν. XIX, XX (στο βιβλίο παρουσιάζονται αναλυτικά όλοι οι χάρτες της συλλογής και μεταγραμμένα τα κείμενα των ενδείξεων του υπομνηματισμού τους).

[8] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Αργεία γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη Που, αρχές 19ου αι.), Αθήνα 2003, σσ. 25,111,112,114,116,118, όπου αναφέρονται οι οικισμοί Seremeti και Tricaliti του συγκεκριμένου χάρτη. Ειδικά για το ταχυδρομείο (b. Posta), βλ. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, «Η ιστορία του ατυχούς Alvise Rovelli και η προσπάθεια οργάνωσης ταχυδρομικών υπηρεσιών στο Regno di Morea (τέλη 17ου – αρχές 18ου αι.)», Θησαυρίσματα 36 (2006), 345-368.

[9] Το Χρονικόν του Μορέως. Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού, έκδ. Π. Π. Καλονάρος, Αθήνα 1940 (ανατύπωση 1989), στίχ. 1524-1526. Πρβλ. Έφη Καρποδίνη-Δημητριάδη, Κάστρα Πελο­ποννήσου, Αθήνα 1990, σ. 36.

 

Ιωάννα Στεριώτου

Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, «Βενετία – Άργος, Σημάδια της Βενετικής Παρουσίας στο Άργος και στην Περιοχή του», Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008. Αθήνα – Βενετία, 2010.    

Read Full Post »

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Read Full Post »

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400 – Το τέλος της Φραγκοκρατίας και η αρχή της Βενετοκρατίας


 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377 – Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9) – Η υπόθεση του Άργους (1389-1394) – Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377

 

Μετά το 1311 και την κατάλυση από τους Καταλανούς του φραγκικού Δουκάτου της Αθήνας -τμήμα του οποίου αποτελούσε και η Αργολίδα – ο νεαρός Φράγκος Δούκας, Ουαλτέριος Β’ ντε Μπριέν (Gualterius II de Brienne), ζούσε αυτοεξόριστος στη Νότια Ιταλία. Το 1325 απέκτησε τον τίτλο του κόμη του Λέτσε και παντρεύτηκε τη Βεατρίκη (Batrice), κόρη του βασιλιά Φιλίππου Α’ του Τάραντα και επικυρίαρχου του φραγκικού Πριγκιπάτου της Πελοποννήσου.

Ο Ουαλτέριος Β’ δεν είχε ξεχάσει το Δουκάτο της Αθήνας, ενώ συχνά έστελνε εφόδια και στρατό στις πόλεις της Αργολίδας, το Άργος και το Ναύπλιο, που τις διοικούσαν ντόπιοι Φράγκοι αντιπρόσωποί του. Μάλιστα το 1331 επεχείρησε ακόμα και μια εκστρατεία για την ανακατάληψη του Δουκάτου της Αθήνας, αλλά απέτυχε. Όταν ο Ουαλτέριος Β’ απεβίωσε (19 Σεπτεμβρίου 1356), είχε μεγά­λη ακίνητη περιουσία, που απαρτιζόταν από εκτάσεις γης στην κομη­τεία του Λέτσε, στη Γαλλία και στην Κύπρο.

Στην Αργολίδα κατείχε το Άργος, το Ναύπλιο, το Θερμήσιο και το Κιβέρι. Σύμφωνα με τη διαθήκη του άφηνε σχεδόν όλα τα εδάφη του στην αδερφή του, Ισαβέλλα, που είχε παντρευτεί (1320) τον κόμη Γκοτιέ ντ’ Ενγκιέν (Gautier d’ Enghien). Η Ισαβέλλα είχε αρκετά τέκνα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γκυ (Guy dEnghien), στον οποίο κατέληξε τελικά η Αργολίδα (1356-1377) και θεωρητικά όλο το Γαλλικό Δουκάτο της Αθήνας, που όμως κατείχαν οι Καταλανοί.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Την περίοδο 1347-1356/1357 στην Αργολίδα τη διοίκηση ασκούσε ο Φράγκος άρχοντας Νικόλαος Φοσερόλ,με τη σύμφωνη γνώμη του Ουαλτέριου Β’. Όταν κύριος της Αργολίδας έγινε ο Γκυ, για την περίοδο 1357-1363/4 διόρισε νέους αντιπροσώπους (βάιλους) που κυβερνούσαν στο όνομά του. Ήταν δύο Μέδικοι, που κατάγονταν από την Αθήνα: ο Πέτρος (Piere Tantenes dit Yatro ή Medici) (1357-1360) και ο Αβεράρδος (Arardo ή Averardo de Medici) (1360-1363/4).

Φαίνεται όμως ότι η διοίκησή τους δεν ήταν αρεστή στον ντόπιο πληθυσμό και το 1360 ξέσπασε επανάσταση στο Ναύπλιο, ίσως και με την υποκίνηση των Φοσερόλ. Τελικά η κατάσταση ομαλοποιήθηκε το 1363/4, όταν μετέβη στο Ναύπλιο ο ίδιος ο Γκυ και παντρεύτηκε την κόρη του Νικολάου Φοσερόλ, Μπον (Bonne), από την οποία το ίδιο έτος απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία.

Την ίδια εποχή εκδηλώνεται και το πρώιμο ενδιαφέρον της Βενετίας για την Αργολίδα με αφορμή το πολιτικό στήριγμα που ο Γκυ αναζήτη­σε στη Γαληνότατη. Για να προστατέψει, δηλαδή, τις κτήσεις του από μια πιθανή επίθεση των Καταλανών απέστειλε (22 Ιουλίου 1362) στη Βενετία αντιπρόσωπό του, τον Νικόλαο ντε Κλάριο (Nicolo de Clario), που ορκί­στηκε πίστη σε αυτήν.Η Βενετία δεν είχε λόγο να αρνηθεί μια τέτοια πρόταση, αφού οι σχέσεις της με τους Ενγκιέν ποτέ δεν ήταν κακές.

Αυτή την περίοδο το καταλανικό Δουκάτο της Αθήνας είχε μπει σε φάση παρακμής. Οι έριδες για την κατάληψη της εξουσίας ήταν συχνές και γνωστές ακόμα και στον Ισπανό βασιλιά της Σικελίας τον Φρειδερί­κο Γ’ (1355-1377) από τον οποίο το Δουκάτο είχε έμμεση πολιτική εξάρ­τηση. Οι έριδες κόπασαν πρόσκαιρα, όταν στο δουκάτο διορίστηκε (31 Μαρτίου 1370) κυβερνήτης ο Ματθαίος Περάλτα (Matteo de Peralta, 1370-1374), απεσταλμένος από τη Σικελία.Το ίδιο έτος (Μάρτιος 1370 -τέλη του 1371) ο Γάλλος βασιλιάς του Τάραντα, Φίλιππος Β’ (1364-1373), απέστειλε στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας ως διοικητή (βάιλο), τον Λουδοβίκο ντ’ Ενγκιέν, κόμη του Κονβερσάνο της Κάτω Ιταλίας και αδελφό του Γκυ του Ναυπλίου. Πλέον, η οικογέ­νεια των Ενγκιέν απέκτησε μεγάλη δύναμη στην Πελοπόννησο. Έτσι άρχισαν να σχεδιάζουν την ανακατάληψη του καταλανικού Δουκάτου της Αθήνας.

Αυτή η προοπτική δεν άφηνε αδιάφορους τους Γάλλους Ανδεγαυούς της νότιας Ιταλίας, ειδικά από τη στιγμή που οι Ενγκιέν θα δήλωναν σε αυτούς την υποτέλειά τους. Με αυτή την προοπτική η βασίλισσα Ιωάννα της Νεάπολης (1343-1382) έδωσε άδεια (28 Μαρτίου 1370) στον κόμη του Λέτσε, Ιωάννη ντ’ Ενγκιέν, να συγκεντρώσει στρα­τό (1.000 πεζούς και 500 ιππείς) και να τον μεταφέρει στο Πριγκιπάτο.

Τα τρία αδέρφια, ο Ιωάννης, ο Λουδοβίκος και ο Γκυ του Ναυπλίου, ζήτησαν και τη στρατιωτική συνδρομή της Βενετίας, αλλά στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1371 όλες οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν εύσχη­μα.Από την άλλη πλευρά, ο Γκυ υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Δεσπότη του Μυστρά για να διασφαλίσει τα νώτα του. Τελικά την άνοι­ξη του 1371 οι Ενγκιέν εισέβαλλαν στην Αττική, αλλά δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν την Ακρόπολη και τελικά επέστρεψαν στο Ναύπλιο.Στα τέλη του Ιουλίου του 1371 υπέγραψαν ανακωχή με τους Καταλανούς, που ανανεώθηκε το 1372. Επίσης συμφωνήθηκε να γίνει μελλο­ντικά ένας γάμος ανάμεσα στη Μαρία, κόρη του Γκυ, και στον Ιωάννη ντε Λιούρια (Joan de Lluria), γιο του πρώην διοικητή των Καταλανών, Ρογήρου (1367-1370).

Μετά το 1372 το θέμα της ανακατάληψης του Δουκάτου από τους Ενγκιέν είχε παγώσει. Ο Γκυ παρέμεινε στο Ναύπλιο και τα αδέρφια του στράφηκαν στις κτήσεις τους στην Ευρώπη.Ένα χρόνο αργότερα το πολιτικό κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν ρευστό. Κύριος της κατάστασης ήταν ένα καινούργιο πρόσωπο, ο Φλω­ρεντινός Νέριο Ατσαγιουόλι (Nerio Acciajuoli), τραπεζίτης και τυχοδιώκτης, που εξουσίαζε μεγάλο μέρος της δυτικής και της βόρειας Πελο­ποννήσου με την ανοχή των Ανδεγαυών της νότιας Ιταλίας.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Νέριο, μετά τη σταθεροποίησή του στην εξουσία, άρχισε να σχεδιάζει την επέκταση του κράτους του. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει νότια, όπου βρισκόταν το ακμάζον Δεσποτάτο του Μυστρά. Επίσης, έκρινε σωστά ότι μια επίθεση στις φράγκικες βαρονίες του Πριγκιπάτου θα τον έφερ­νε σε αντιπαράθεση με τους Ανδεγαυούς, που εξουσίαζαν το Πριγκιπά­το. Έτσι, ο Νέριο στράφηκε κατά των Καταλανών της Αθήνας και το 1373/4 τους αφαίρεσε με αιφνιδιαστικό τρόπο τα Μέγαρα. Όμως η κα­τάληψη των Μεγάρων προκάλεσε και την ανησυχία του Γκυ στο Ναύπλιο, γιατί τα σύνορά του σε σχέση με εκείνα του κράτους του Νέριο θα ήταν πλέον δυσδιάκριτα.

Τελικά η κατάσταση παγιώθηκε για λίγα χρόνια, ώσπου νέα προ­βλήματα δημιούργησε η άφιξη της στρατιωτικής Εταιρείας των Ναβαρραίων στην Πελοπόννησο. Την Εταιρεία απέστειλαν οι Ανδεγαυοί, για να αναλάβει τη διοίκηση του φραγκικού Πριγκιπάτου. Οι εξελίξεις ήταν καταλυτικές, ιδιαίτερα από το 1383, όταν οι Ναβαρραίοι ανεξαρ­τητοποιήθηκαν από τους Ανδεγαυούς και επιβλήθηκαν στρατιωτικά σε όλους τους Φράγκους του Πριγκιπάτου.

 

Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9)

 

Οι νέες πολιτικές μεταβολές δεν άφησαν αδιάφορη τη Βενετία, που παράλληλα έβλεπε ότι την ίδια περίοδο και οι Τούρκοι αύξαναν την επιρροή τους στις ελλαδικές περιοχές. Στόχος της εξωτερικής πολι­τικής της Βενετίας στην Ανατολή ήταν η καθυστέρηση τής προς νότον προέλασης των Τούρκων, ακόμα και με την παροχή βοήθειας στους εχθρούς τους, χωρίς όμως η ίδια να αναμειγνύεται άμεσα. Έτσι, έλπι­ζε να σταθεροποιηθεί στις νησιωτικές κτήσεις της στο Αιγαίο, να επε­κταθεί στα σημαντικά λιμάνια της νότιας Ελλάδας και να προωθήσει καλύτερα τα εμπορικά της συμφέροντα στον χώρο της Ανατολικής Με­σογείου.

Σε αυτό το πλαίσιο η Πελοπόννησος αποτελούσε το σύνδεσμο ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ιταλία. Η κατοχή των ση­μαντικότερων λιμένων της Δυτικής Πελοποννήσου (Πάτρα, Μεθώνη, Κορώνη, Πύλος) ήταν πλέον ζωτικής σημασίας για τη Γαληνότατη. Παράλληλα έστρεψε το ενδιαφέρον της και στην ανατολική Πελοπόν­νησο.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η ένταξη της Αργολίδας στο βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» θα προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα: εκτός από τα εμπορικά κέρδη, το λιμάνι του Ναυπλίου θα τόνωνε, ως ενδιάμεσος σταθμός, την εμπορική γραμμή που κατευθυνόταν από τη Βενετία προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η αφορμή για να επεκταθεί η Βενετία στην Αργολίδα παρουσιάστηκε το 1377, έτος που απεβίωσε ο Φράγκος ηγεμόνας Γκυ ντ’ Ενγκιέν. Τον δια­δέχτηκε η ανήλικη κόρη του, Μαρία, την οποία επιτρόπευε ο θείος της Λουδοβίκος, κόμης του Κονβερσάνο της νότιας Ιταλίας.Αυτός, αφού ταχτοποίησε κάποιες εσωτερικές υποθέσεις, στράφηκε αμέσως στη Βενετία και συνυπόγραψε συμμαχία. Επίσης, συμφώνησε τον γάμο της Μαρίας με τον Πέτρο Κορνάρο (Cornaro), Βενετό του Άργους και γιο του πλούσιου ευγενή της Βενετίας, Φρειδερίκου Κορνάρο.

Η Γαληνότατη διέταξε (16 Ιουλίου 1377) τον Φρειδερίκο να μεταφέρει στη Βενετία τη Μαρία, ώστε να τελεστεί ο γάμος. Επίσης, στις 8 Μαΐου 1378, η Γαληνότατη έδωσε την άδεια στον Φρειδερίκο να στείλει στο Ναύπλιο ένα πλοίο με εφόδια. Μετά τον γάμο η Μαρία και ο Πέτρος παρέμειναν στη Βενετία, γιατί η πολιτική κατάσταση στην Αργολίδα ήταν τε­ταμένη.

Το 1378 ο Λουδοβίκος ντ’ Ενγκιέν επιτέθηκε από το Ναύπλιο κατά των Καταλανών στην Αθήνα, όμως δεν κατάφερε να τους νικήσει και αποχώρησε. Παρέμεινε ως διοικητής στο Ναύπλιο μέχρι το 1381 και κατόπιν επέστρεψε στην Ιταλία, όπου απεβίωσε γύρω στο 1390.

Στο μεταξύ, το 1381 η Βενετία χορήγησε άδεια στον Πέτρο Κορνά­ρο να αποστείλει στο Ναύπλιο μια πολεμική γαλέρα για την ασφάλεια της πόλης και το 1383 του επετράπη να μεταβεί με τη Μαρία στο Ναύ­πλιο. Οι δυο τους κυβέρνησαν την Αργολίδα για μερικά χρόνια, ενώ ο Πέτρος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το εμπόριο αλατιού, του σημαντικό­τερου εξαγώγιμου προϊόντος της Αργολίδας.

Όμως στις 6 Αυγούστου 1388 εκείνος απεβίωσε αιφνιδιαστικά και η Μαρία, για να διασωθεί από τους εχθρούς που περιέβαλλαν τα εδάφη της, στράφηκε στη Βενε­τία. Εκεί μετέβη συνοδευόμενη από τον Βενετό ευγενή του Ναυπλίου, Ιωάννη Gradenigo. Μετέφεραν μαζί τους και επιστολές των κατοίκων που ζητούσαν από τη Βενετία να παραλάβει το Ναύπλιο, το Άργος και τα κάστρα της Αργολίδας γενικότερα. Τελικά, στις 12 Δεκεμβρίου 1388, η Μαρία υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης των δικαιωμάτων της επί της Αργολίδας προς τη Γαληνότατη, λαμβάνοντας συγκεκριμένα χρηματικά ανταλλάγματα.

 

Η υπόθεση του Άργους (1389-1394)

 

Το 1388 οι πολιτικές εξελίξεις στη νότια Ελλάδα ήταν ραγδαίες. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι με ξαφνική επίθεση υπέταξε τους Καταλανούς και έγινε κύριος του Δουκάτου της Αθήνας. Επιπλέον, σύναψε συμμαχίες με τον Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο (1387-1407), Δεσπότη του Μυστρά, και τον Κάρολο A’ Tocco, Δούκα της Λευκάδας και Κεφαλονιάς. Ακολού­θως, έσπευσε να διεκδικήσει το Ναύπλιο και το Άργος με τη δικαιολο­γία ότι παλαιότερα ανήκαν στο Δουκάτο της Αθήνας. Αρχικά επιτέθηκε στο Άργος.

Σύντομα οι Βενετοί πληροφορήθηκαν την κινητικότητα του Νέριο και στις 22 Δεκεμβρίου 1388 έστειλαν επιστολή στον διοικητή του Άργους. Τον συμβούλευαν να αντισταθεί στην πολιορκία και τον ενημέρωναν ότι στα μέσα Απριλίου του 1389 θα έφτανε στην περιοχή ο στρατός της Βενετίας. Αλλά τον χειμώνα του 1388 – όταν η Μαρία ντ’ Ενγκιέν υπέγραφε την παράδοση της Αργολίδας στη Βενετία- ο Νέ­ριο τελικά κατέλαβε το Άργος με τη βοήθεια του Δεσπότη του Μυστρά. Επόμενος στόχος του ήταν το Ναύπλιο, όπου όμως βρήκε ισχυρή αντίσταση και τελικά απέτυχε.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Η Βενετία βέβαια αντέδρασε άμεσα. Στις 26 Ιανουαρίου 1389 απέ­στειλε στο Ναύπλιο ως διοικητή τον Peratio Maripetro. Του δόθηκαν δύο γαλέρες για την ασφάλεια του λιμανιού, ενώ στην Κρήτη ετοιμά­στηκαν προληπτικά ακόμα δύο. Ο Maripetro έφτασε στο Ναύπλιο μέσα στον Φεβρουάριο. Είχε εντολή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το Άργος και να αναμένει στρατιωτικές ενισχύσεις από τον λατίνο αρχιε­πίσκοπο Πάτρας και τους Ναβαρραίους.Εκείνος όμως επιτέθηκε στο Άργος, αλλά δεν είχε επιτυχία.

Η έλλει­ψη εφοδίων δυσκόλευε τους Βενετούς να διεξάγουν αποτελεσματική πολιορκία, ενώ επιπλέον πρόβλημα αποτελούσε η αναμενόμενη έλευ­ση των Τούρκων, ύστερα από πρόσκληση του Δεσπότη του Μυστρά που υπερασπιζόταν το Άργος. Τον Απρίλιο η Βενετία ανεφοδίασε το Ναύ­πλιο, ενώ δεν παρέλειπε και διπλωματικές κινήσεις προς τον Δεσπότη του Μυστρά και το Νέριο. Οι διαπραγματεύσεις όμως αποδείχθηκαν ατελέσφορες και από τον Ιούνιο η Βενετία προχώρησε στον εμπορικό αποκλεισμό των αντιπάλων της, ώστε να τους πιέσει περισσότερο. Επιπλέον, υποπτευόμενη ότι ο Νέριο θα έκανε νέα επίθεση στο Ναύ­πλιο, έδωσε εντολή (31 Μαΐου 1389) στον Γενικό Καπιτάνο της Θάλασ­σας να πλεύσει στην πόλη.

Ο διοικητής του Ναυπλίου εκμεταλλεύτηκε τον βενετικό στόλο και στις 20 Ιουλίου εξαπέλυσε επίθεση και κατέλα­βε αιφνιδιαστικά το κάστρο του Βασιλοπόταμου στα παράλια της Λακω­νίας, πολύ κοντά στον Μυστρά. Αν και η Βενετία δυσανασχέτησε με την νέα αυθαίρετη ενέργεια του Maripetro, όμως τον διέταξε να τοποθετή­σει φρουρά στο κάστρο.

Τότε ο Δεσπότης του Μυστρά στράφηκε στον Σουλτάνο, για βοήθεια και κι ο τελευταίος έστειλε επιστολή στη Μεθώνη και στην Κορώνη, ζητώντας από τη Βενετία να επιστραφεί άμεσα ο πύργος του Βασιλοπό­ταμου στον Δεσπότη. Η Βενετία δεν το έπραξε. Μόνον αντικατέστη­σε στις 26 Αυγούστου 1389 τον Διοικητή του Ναυπλίου με άλλον, τον Victor Mauroceno. Αυτός συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Θεό­δωρο Α’ Παλαιολόγο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.Η Βενετία από την πλευρά της στράφηκε στους Ναβαρραίους και υπέγραψαν συμμαχία. Οι τελευταίοι στις 10 Σεπτεμβρίου συνέλαβαν με δόλο τον Νέριο.

Η είδηση κινητοποίησε άμεσα τους συγγενείς του στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πλέον το θέμα του Άργους είχε πάρει διεθνείς διαστάσεις. Μάλιστα στη Βενετία εξελέγησαν (4 Φεβρουαρίου 1390) τρεις άντρες που θα ασχολούνταν αποκλειστικά με το ζήτημα του Άργους. Ειδικά για την αιχμαλωσία του Νέριο, η Βενετία αρχικά προφασιζόταν ότι ήταν αναρμόδια. Όμως άλλαξε στάση, όταν οι συγγενείς του Νέριο ζήτησαν βοήθεια από τη Γένοβα, αντίπαλο της Βενετίας. Επι­πλέον, όταν έγινε γνωστό ότι ο Δεσπότης του Μυστρά πίεζε στρατιωτι­κά τους Ναβαρραίους και λεηλατούσε τα βενετικά εδάφη, η Γαληνότα­τη πείστηκε να μεσολαβήσει.

Ο Νέριο απελευθερώθηκε στις 22 Μαΐου 1390, αφού υπέγραψε τη σχετική συμφωνία. Σε αυτή προβλεπόταν ότι θα χορηγούσε ως εγγύηση στη Βενετία το κάστρο των Μεγάρων και αρ­κετά οικονομικά ανταλλάγματα, μέχρι ο Δεσπότης του Μυστρά να της παραδώσει το Άργος. Τέλος, και οι Ναβαρραίοι έλαβαν μεγάλη χρημα­τική αποζημίωση. Αλλά ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος δεν αποδέχτηκε τη συμφωνία, κι έτσι τον Σεπτέμβριο του 1390 η Βενετία επανέφερε τον εμπορικό αποκλεισμό στους αντιπάλους της. Ως αντίποινα ο Δεσπότης του Μυστρά επανέλαβε τις επιδρομές στις βενετικές κτήσεις και στους Ναβαρραίους.

Στα επόμενα έτη οι συνομιλίες για το Άργος συνεχίστηκαν, αλλά ήταν περιοδικές. Όμως ένας άλλος παράγοντας ώθησε αναπάντεχα το θέμα στη λύση του, οι Τούρκοι. Αυτοί δεν ήταν αδρανείς. Το 1388 ήρθαν σαν βοήθεια του Θεοδώρου Α’ Παλαιολόγου κατά των Ναβαρραίων και το 1391 τους κάλεσαν οι Ναβαρραίοι εναντίον του Δεσπότη του Μυστρά, που τελικά έγινε και υποτελής του Σουλτάνου. Το 1392 επέδραμαν στη νότια Ελλάδα. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι πλήρωσε φόρο και προσωρινά ανέκοψε την κάθοδό τους στην Αθήνα. Πλέον όλοι οι αντιμαχόμενοι στην περιοχή είχαν αντιληφθεί ότι οι Τούρκοι ήταν ικανοί να αναμειγνύονται για δικό τους όφελος στα πράγματα της Πελοποννήσου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διευθετήθηκε η υπόθεση του Άργους. Στις 27 Μαΐου 1394 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος αναγκάστηκε, λόγω των εσωτερικών δυσχερειών του κράτους του αλλά και μιας επικείμε­νης επιδρομής των Τούρκων, να παραδώσει το Άργος και τα άλλα κάστρα της Αργολίδας (Θερμήσιο, Κιβέρι) στους Βενετούς. Πίστευε ότι έτσι θα εξευμένιζε τη Βενετία, ώστε να μπορέσει να ελπίζει σε μια μελλοντι­κή βοήθεια της. Η συμφωνία υπογράφτηκε στη Μεθώνη, και το Άργος παραδόθηκε στον Διοικητή του Ναυπλίου στις 11 Ιουνίου. Στις 2 Ιουλί­ου οι Βενετοί επέστρεψαν στον Νέριο τα Μέγαρα κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που του παρακρατούσαν. Τέλος, επέστρεψαν στον Θεόδωρο το κάστρο του Βασιλοπόταμου και υποσχέθηκαν να του παράσχουν και άσυλο, αν ποτέ το χρειάζονταν.

 

Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Στα τέλη του 14ου αιώνα η πολιτική κατάσταση στην Πελοπόννη­σο ήταν τεταμένη. Σε αυτό το κλίμα συνέβαλαν δύο παράγοντες: ένας ενδογενής, οι εσωτερικές πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στις τοπι­κές δυνάμεις, κι ένας εξωγενής, δηλαδή οι Τούρκοι. Αυτή την περίοδο η βενετική εξωτερική πολιτική είχε στόχο τη διατήρηση των κτήσεών της και ενδεχομένως την πιθανή προσάρτηση νέων λιμανιών στην Πε­λοπόννησο. Επιπλέον, με τη χρήση της διπλωματίας προσπάθησε να εκτονώσει την πολιτική και στρατιωτική ένταση, ώστε να διαμορφώσει ειρηνικό κλίμα, για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τον κοινό εχθρό, τους Τούρκους. Αλλά οι προσπάθειες της Βενετίας δεν είχαν αποτελέσματα.

Μετά τον θάνατο του Νέριο Ατσαγιουόλι (Σεπτέμβριος του 1394) οι γαμπροί του συγκρούστηκαν για την κατοχή της Κορίνθου και η Αργολίδα υπέστη τις λεηλασίες των αντιπάλων στρατευμάτων. Οι δύο αντίπαλοι συμβιβάστηκαν τελικά στα τέλη του 1395 και η Κόρινθος παραδόθηκε στον Δεσπότη του Μυστρά.Λίγα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1397, στην Πελοπόννη­σο εισέβαλαν οι Τούρκοι, λεηλάτησαν την Κορινθία και στη συνέχεια την Αργολίδα. Στις 3 Ιουνίου κατέστρεψαν το Άργος κι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο, όπου βρήκαν ισχυρή αντίσταση. Υποχώρησαν νοτιότερα, λε­ηλάτησαν την Πελοπόννησο και αποχώρησαν με 30.000 αιχμαλώτους, εκ των οποίων περίπου οι μισοί ήταν από την Αργολίδα.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο. Η ύπαιθρος της Αργολίδας σχεδόν ερημώθηκε, ενώ ανάλογες καταστροφές υπέστησαν και οι υπόλοιπες βενετικές κτήσεις στη νότια Πελοπόννησο.Το 1400, ξέσπασε νέος πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες του Μυστρά και στους Ναβαρραίους, ενώ οι κτήσεις της Βενετίας λεηλατήθηκαν και πάλι από τους αντιμαχόμενους. Επιπλέον, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν νέες επιδρομές. Το καλοκαίρι του 1400 επιτέθηκαν δύο φόρες στο Ναύ­πλιο, αλλά χωρίς επιτυχία. Οι μάχες ήταν σφοδρότατες και οι Τούρκοι απώλεσαν περίπου 1.500 άνδρες, ενώ οι Βενετοί περίπου 100.Τελικά, οι Τούρκοι αποχώρησαν, αφού λεηλάτησαν και τις βενετικές κτήσεις.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα ήταν εποχή αλλαγών για την Αργολίδα. Οι τελευταίοι Φράγκοι επικυρίαρχοι αγωνίστηκαν και κατάφεραν να διατηρήσουν τα εδάφη τους απέναντι σε άλλους επίδοξους κατακτητές (Φράγκους, Καταλανούς, Φλωρεντινούς, Έλληνες). Η Βενετία μετά το 1370 διέγνωσε τις καλές εμπορικές και στρατιωτικές προοπτικές της Αργολίδας και το 1388/9 κατάφερε να την ενσωματώσει στο κράτος της. Αλλά όχι χωρίς αγώνα απέναντι στους άλλους διεκδικητές. Στα τέλη του 14ου αιώνα η Βενετία είχε πλέον σταθεροποιηθεί στην Αργολίδα και τις πόλεις της, αν και διέβλεπε ότι η σύγκρουση με τους Τούρκους δεν θα αργούσε.

 

Θάνος Κονδύλης

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, Βενετία – Άργος / Σημάδια της Βενετικής Παρουσίας στο Άργος και την Περιοχή του, ( Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008). Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας – Δήμος Άργους, Αθήνα-Βενετία, 2010. 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »