Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βενετία’

Απογραφή του πληθυσμού και των κτισμάτων του Άργους κατά την Β΄ Βενετοκρατία (1698)


 

Η πόλη του Άργους και η επαρχία του γνώρισαν τη βενετική κατοχή σε δύο περιόδους. Η πρώτη από αυτές αρχίζει το έτος 1394 και φθάνει ως την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς κατά την αρχή του α’ βενετοτουρκικού πολέμου(1463-1479). Βέβαια η πόλη στο διάστημα αυτό δεν είχε αυτόνομη παρουσία στο χώρο της βενετικής Ανατολής αλλά αποτελούσε τμήμα της τότε ενιαίας και ευρύτερης βενετικής κτήσης της Αργολίδας, στην οποία σημαντικότατη θέση κατείχε και το Ναύπλιο από το 1389 ως το 1540.

Έτσι λοιπόν το Άργος και το Ναύπλιο εντάσσονται κατά τα ως άνω άνισα χρονικά διαστήματα ως περιοχές της Αργολίδας στη λεγόμενη περίοδο της Πρώτης Βενετοκρατίας, στην οποία περιλαμβάνονται και κάποιες άλλες – παλαιότερες ή μεταγενέστερες – βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η δεύτερη βενετική κατοχή του Άργους και της επαρχίας του εκτείνεται στο χρονικό διάστημα από το 1686 ως το 1715 το οποίο ανήκει στην ιστορική περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας (1685-1715), όταν στα πλαίσια του βενετοτουρκικού πολέμου του 1684-1699 κυριεύεται από τους Βενετούς ολόκληρη η Πελοπόννησος.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Κατά τη Δεύτερη Βενετοκρατία η Πελοπόννησος που υπήρξε διαχρονικά η μεγαλύτερη σε έκταση βενετική κτήση στο χώρο της Ανατολής, διαιρέθηκε από τους νέους κυρίαρχους της χώρας σε 24 επαρχίες (territorii), των οποίων τα όρια συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα των καζάδων της προηγούμενης οθωμανικής διοικητικής διαίρεσης και μία από αυτές ήταν και εκείνη του Άργους.

Άλλα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης της βενετοκρατούμενης Πελοποννήσου έχουν πολύ συνοπτικά ως εξής: η κτήση διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα που ονομάστηκαν «provincie» της Ρωμανίας (Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (Napoli di Romania), της Μεσσηνίας (Μalvesia), με πρωτεύουσα το Νέο Ναυαρίνο, της Αχαΐας με την Πάτρα και της Λακωνίας με τη Μονεμβασία. Πρωτεύουσα της κτήσης ορίστηκε το Ναύπλιο.

Επικεφαλής των βενετικών διοικητικών αρχών τοποθετήθηκε ένας γενικός διοικητής με τον τίτλο Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea. Σε κάθε πρωτεύουσα διαμερίσματος εγκαταστάθηκε ένας «provveditore» με πολιτικά-στρατιωτικά καθήκοντα και ένας «rettore» ως οικονομικός διαχειριστής. Πέρα από αυτό το τακτικό πλέγμα της διοίκησης, σε ορισμένες πρωτεύουσες επαρχιών για ειδικούς λόγους διορίστηκαν επίσης Βενετοί διοικητές με πολιτικές, δικαστικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες. Εξάλλου την ανώτατη διεύθυνση των πολεμικών και στρατιωτικών υποθέσεων κατά την πολεμική περίοδο, δηλαδή ως το 1699, ασκούσε ο αρχιστράτηγος και αντίστοιχα κατά την ειρηνική περίοδο ο γενικός προβλεπτής της θάλασσας.

Παράλληλα όμως με αυτά τα νέα χαρακτηριστικά της διοικητικής οργάνωσης, οι Βενετοί προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές και στην κοινωνική, οικονομική και δημοσιονομική ζωή της νέας τους κτήσης. Με συντομία σημειώνουμε τις πιο σημαντικές: Κατήργησαν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και καθιέρωσαν τη δεκάτη επί των αγροτικών προϊόντων ως κύριο και γενικευμένο φόρο. Εφάρμοσαν τη λεγόμενη αρχή της Κυριάρχου (Dominante) στο σύστημα διακίνησης του εμπορίου, τουλάχιστον κατά το πρώτο διάστημα της Δεύτερης Βενετοκρατίας, σύμφωνα με την αρχή αυτή τα προϊόντα που προέρχονταν από διάφορους τόπους και προορίζονταν να εισαχθούν στη βενετική κτήση της Πελοποννήσου ή εξάγονταν από αυτή προς κάθε κατεύθυνση όφειλαν να περάσουν προηγουμένως από τη Βενετία. Ακόμη εισήγαγαν στην αυτοδιοίκηση το σύστημα των κοινοτικών συμβουλίων στα κυριότερα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα αναδιοργάνωσαν τα αγροτικά συμβούλια των προκρίτων και γερόντων στις ήδη υπάρχουσες άτυπες αγροτικές κοινότητες.

Εκχριστιάνισαν όσους Τούρκους είχαν παραμείνει σε περιορισμένο αριθμό στη χώρα. Διέκοψαν κάθε επαφή και σύνδεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πελοποννήσου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανέθεσαν την εκλογή των ορθόδοξων αρχιερέων σε περίπτωση χηρείας του αρχιερατικού θρόνου στα συμβούλια των αστικών κοινοτήτων. Επιφόρτισαν τους λεγόμενους «μεϊντάνηδες» με την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας κ. ά.

Ωστόσο η αλλαγή που δημιούργησε μία νέα εντελώς πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας υπήρξε η ανατροπή του παλαιού καθεστώτος της έγγειας κτήσης και των σχέσεων που πήγαζαν από το καθεστώς αυτό. Συγκεκριμένα όλη η γη που κατείχαν οι Οθωμανοί στην Πελοπόννησο περιήλθε κατακτητικώ δικαιώματι στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, δηλαδή θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο βενετικό κράτος όλα τα εδάφη της χώρας που τη στιγμή της κατάκτησης των Βενετών δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των χριστιανών.

Ποια όμως ήταν τα εδάφη αυτά και ποια ήταν τα ιδιόκτητα των χριστιανών; Οι Βενετοί για να απαντήσουν σ’ αυτό το ερώτημα επέλεξαν την εξής διαδικασία: διακήρυξαν πρώτα-πρώτα ότι αναγνωριζόταν στους παλαιούς κατοίκους η τυχόν υπάρχουσα ιδιοκτησία επί των γαιών και κτισμάτων και προσκάλεσαν τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας ή ελλείψει τούτων να παρουσιάσουν δύο μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ενόρκως το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα.

Στη συνέχεια τους εκχώρησαν νέο προσωρινό τίτλο κυριότητας, τον λεγόμενο τίτλο του «bene probatum». Ύστερα από αυτήν την εξομάλυνση, ό,τι απέμενε στη διάθεση των Βενετών, δηλαδή απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένων ή ακαλλιέργητων αλλά και χέρσων γαιών καθώς και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αγροτικών και αστικών κτισμάτων, αποτελούσε πλέον περιουσία του βενετικού Δημοσίου.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Η Βενετία έχοντας στην κυριότητα της αυτή την απέραντη περιουσία γαιών και κτισμάτων σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για να αντιμετωπίσει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η κτήση μετά τη βενετική κατάκτηση. Πραγματικά, τότε διαπιστώνεται δραματική μείωση του πληθυσμού της που είχε ως αποτέλεσμα να ελαττωθεί ο ενεργός αγροτικός πληθυσμός και να εγκαταλειφθεί η γεωργική καλλιέργεια σε μεγάλες εκτάσεις της πελοποννησιακής γης, γεγονός που ανέτρεπε καίρια την επιδίωξη των Βενετών να εκμεταλλευτούν οικονομικά την κτήση τους. Για να αυξήσουν λοιπόν τον πληθυσμό της Πελοποννήσου οργάνωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα εποικισμού της με την προσέλκυση και εγκατάσταση σ’ αυτήν εποίκων, αγροτικής κυρίως αλλά και αστικής προέλευσης, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και κτίσματα, όταν αυτοί προσέρχονταν και προέρχονταν από γειτονικές ή και πιο απομακρυσμένες τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Με την παράδοση κτημάτων και κτισμάτων στους εποίκους άρχισαν βαθμιαία να αυξάνονται οι κάτοικοι και παράλληλα να σχηματίζονται δύο πληθυσμιακές κατηγορίες από τις οποίες η μία περιλάμβανε τους αυτόχθονες, οι οποίοι είτε ως πραγματικοί, είτε ως δήθεν ιδιοκτήτες – με το σύστημα της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων – είχαν κατορθώσει να εκμαιεύσουν τον τίτλο κυριότητας του «bene probatum«. Σ’ αυτή την κατηγορία θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους γηγενείς που ήταν και συνέχισαν να είναι ακτήμονες καθώς και όσους από τους παλαιούς κατοίκους είχαν περιουσία αλλά δεν επιδίωξαν να προμηθευτούν τον τίτλο του «bene probatum» για τις ιδιοκτησίες τους αλλά εξακολουθούσαν να κυριεύουν τα ακίνητα τους με καθεστώς απλής και αδιατάρακτης κατοχής.

Η άλλη κατηγορία περιλάμβανε όλους τους επήλυδες κατόχους – και όχι ιδιοκτήτες – ακινήτων, τα οποία τους παραχώρησε το κράτος είτε χαριστικά (per grazia), είτε με μακροχρόνια ή στο διηνεκές εκμίσθωση έναντι καταβολής πολύ μικρού ενοικίου (livello), είτε με απλή βραχυχρόνια ενοικίαση (affitanza). Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα με τον παλαιό γηγενή πληθυσμό μία πανσπερμία νέων κατοίκων με ποικίλη προέλευση από ξένα μέρη άρχισε να σχηματίζεται τόσο στην ύπαιθρο, όσο και στα αστικά κέντρα της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας.

Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο φαινόμενο απαντάται εκείνη την εποχή και στην πόλη του Άργους, όπως ευχερώς μπορούμε να το διαπιστώσουμε από τις πληροφορίες που μας παρέχει ένα ενδιαφέρον, αδημοσίευτο ακόμη, αρχειακό έγγραφο, το οποίο απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, φαίνεται ότι αυτό το έγγραφο καταστρώθηκε και συντάχθηκε το έτος 1698 κατά τα φαινόμενα ύστερα από εντολή του τότε Γενικού Προβλεπτή του Μοριά Φραγκίσκου Grimani. Ο Βενετός αυτός διοικητής μας είναι γνωστός τόσο από την εν γένει επιτυχημένη διοικητική του δραστηριότητα, όσο και από το ειδικότερο ενδιαφέρον του για τη συστηματική κτηματογράφηση των δημόσιων και ιδιωτικών γαιών της Πελοποννήσου, τη συνολική αλλά και την επιμέρους απογραφή των πληθυσμών της, την καταγραφή των κτισμάτων καθώς και των ποικίλων πλουτοπαραγωγικών της πόρων με αντικειμενικό σκοπό τα σχετικά στοιχεία να χρησιμεύσουν στην λειτουργικότερη οργάνωση της κτήσης και κυρίως στην αποδοτικότερη οικονομική εκμετάλλευση της.

Όπως φαίνεται, στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεων εντάσσεται και η γένεση του ως άνω εγγράφου, το οποίο περιέχει απογραφή όλων των κτισμάτων της πόλης ή πιο σωστά του εκτός ακρόπολης συνοικισμού (borgo) του Άργους καθώς και όλων των ονομάτων των αρχηγών των οικογενειών που χρησιμοποιούσαν τα κτίσματα αυτά ως κατοικίες ή για άλλους σκοπούς. Ας προσθέσουμε ότι σε όλα τα πρώην τουρκικά κτίσματα αναγράφονται αντιστοίχως τα ονόματα των άλλοτε Τούρκων ιδιοκτητών τους. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που μας προσφέρει το έγγραφο μας (εφεξής: απογραφή) για τα κτίσματα και τους ανθρώπους.

Αρχίζουμε με τα κτίσματα. Αυτά διακρίνονται σε σπίτια (case), σε σπιτάκια ή πιο σωστά σε καλύβες (casette), σε καταστήματα ή εργαστήρια (botteghe) καθώς και σε εκκλησίες (chiese) και κελλιά (celle), ενώ σε ορισμένες – πολύ λίγες – περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι ονομασίες πύργος (torre), τζαμί (moschea) και λουτρό (bagno). Κάποια σπίτια αλλά και καλύβες ή καταστήματα φέρουν το χαρακτηρισμό apepian ή in Soler που σημαίνουν αντίστοιχα ότι έχουμε να κάνουμε με ισόγειο κτίσμα (κατώγι) ή κτίσμα με όροφο (ανώγι). Σε μία περίπτωση ένα κτίσμα αναφέρεται ως «vacuffi» που επεξηγείται ως «convento di Turchi», δηλ. μοναστήρι των Τούρκων.

Η απογραφή περιέχει κατ’ αύξοντα αριθμό 254 αναγραφές και χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει τους αριθμούς 1-204 όπου καταγράφονται τα άλλοτε τουρκικά κτίσματα που ακολούθως πέρασαν στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου καθώς και οι πρώην Τούρκοι ιδιοκτήτες τους αλλά και οι επόμενοι, μετά την έλευση των Βενετών, χριστιανοί κάτοχοι τους. Το δεύτερο τμήμα περιλαμβάνει τους αριθμούς 205-254 όπου καταγράφονται τα ιδιόκτητα ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ελληνικά κτίσματα καθώς και οι Έλληνες ιδιοκτήτες τους.

Τα κτίσματα που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονται σε 72 σπίτια με κεραμωτή στέγη καθώς και σε 57 καταστήματα ή εργαστήρια, σε 7 πύργους και σ’ αυτό που σημειώσαμε πιο πάνω ως «vacuffi». Πολύ περισσότερα όμως είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται καλύβες και φθάνουν τα 490. Αυτά τα πρώην τουρκικά ακίνητα σχεδόν στο σύνολο τους-εκτός δηλαδή από πολύ λίγες εξαιρέσεις-αναφέρονται στην απογραφή ως κατοικίες. Ακόμη πρέπει ίσως να προστεθεί και ένας μικρός ή μεγαλύτερος αριθμός από τα πρώην τουρκικά καταστήματα τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται αδήλως και αυτά ως κατοικίες. Εξάλλου τα ιδιόκτητα κτίσματα των γηγενών Ελλήνων ανέρχονται σε 37 σπίτια, 65 καλύβες και 4 καταστήματα ή εργαστήρια, ενώ υπάρχουν 6 ορθόδοξες εκκλησίες και ενδεχομένως μία ρωμαιοκαθολική.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Αν τώρα περάσουμε από τα κτίσματα στους ανθρώπους τότε θα μας απασχολήσει πρώτα-πρώτα ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η δημογραφική έρευνα όταν τίθεται το ερώτημα ποιο πληθυσμιακό στοιχείο – το οθωμανικό ή το χριστιανικό – επικρατούσε στα αστικά κέντρα του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού ή έστω πελοποννησιακού χώρου και βέβαια του Άργους που τώρα άμεσα μας ενδιαφέρει.

Τα σχετικά στοιχεία που μας παρέχει η απογραφή μας επιτρέπουν προς στιγμήν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι στο Άργος οι Οθωμανοί ήταν πολυπληθέστεροι από τους χριστιανούς, εφόσον τα στοιχεία αυτά δείχνουν αναμφισβήτητα ότι οι Τούρκοι ιδιοκτήτες των ακινήτων κατά την πρώτη Τουρκοκρατία ήταν πολλαπλάσιοι των αντίστοιχων χριστιανών ιδιοκτητών σ’ αυτήν τουλάχιστον την πόλη. Ωστόσο μια τέτοια εντύπωση μπορεί να είναι απατηλή, αφού ούτε όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε μια πόλη είναι και κάτοικοι της, ούτε και όσοι από τους ιδιοκτήτες που κατοικούν εκεί αποτελούν υποχρεωτικά και την πλειονότητα των κατοίκων, θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό το ζήτημα και παρακάτω, όπου θα προσπαθήσουμε να συνδυάσουμε τις ειδήσεις της απογραφής με συναφείς πληροφορίες και από άλλες βενετικές πηγές.

Ας στρέψουμε όμως τώρα την προσοχή μας στην εξιχνίαση των συνθετικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό της πόλης του Άργους κατά την εποχή της απογραφής, δηλαδή περί τα μέσα της περιόδου της Δεύτερης Βενετοκρατίας. Εν πρώτοις θα πρέπει να περιλάβουμε σ’ αυτόν  όλους ή έστω σχεδόν όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων με ή χωρίς τον τίτλο του «bene probatum».

Αυτοί όπως σημειώσαμε πιο πάνω αναφέρονται στους αριθμούς 205-254 της απογραφής. Συγκεκριμένα, εκεί έχουμε να κάνουμε με 40 συνολικά οικογένειες γηγενών, οι οποίες μεταξύ τους παρουσιάζοντα οικονομικά και κοινωνικά διαφοροποιημένες, αφού από το σύνολο τους μόνο οι 18 έχουν στην κυριότητα τους όλα τα κτίσματα που χαρακτηρίζονται ως σπίτια, ενώ οι υπόλοιπες 22 έχουν στην ιδιοκτησία τους μόνο καλύβες. Να προσθέσουμε εδώ και μια παρατήρηση: σε μια συστάδα με 9 καλύβες που όλες ανήκουν σε γηγενή ιδιοκτήτη φέρονται να κατοικούν, σύμφωνα με την απογραφή, 9 οικογένειες. Δεν γίνεται όμως φανερό αν πρόκειται για αυτόχθονες κατοίκους της πόλης ή για εποίκους από τα ξένα μέρη. Την ίδια αβεβαιότητα όμως θα αντιμετωπίσουμε και παρακάτω σε πολλές περιπτώσεις οικογενειών που καταγράφονται να κατοικούν σε πρώην τουρκικά κτίσματα. Πράγματι, τα άλλοτε τουρκικά ακίνητα, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες εποίκων που προσήλθαν από τα έξω μέρη. Παράλληλα όμως, τέτοια ακίνητα σε απροσδιόριστο αριθμό φαίνεται ότι αποτέλεσαν – ή αποτελούσαν ήδη – κατοικίες γηγενών οικογενειών του Άργους, χωρίς αυτό να δηλώνεται ρητά στην απογραφή. Έτσι λοιπόν είναι προβληματικό να ξεχωρίσουμε με ευχέρεια στο έγγραφο αυτό τους επήλυδες από τους αυτόχθονες αφού είναι εγκατεστημένο σε ακίνητα της ίδιας κατηγορίας χωρίς να δηλώνεται η προέλευση τους.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τους εποίκους με βάση τον τόπο προέλευσης τους και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και ενδείξεις της απογραφής μας.

Αρχίζουμε με τους Αθηναίους. Είναι γνωστή η φοβερή περιπέτεια των Αθηναίων οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης τους από τους Βενετούς το φθινόπωρο του 1687 και την επικείμενη αποχώρηση των βενετικών στρατευμάτων την επόμενη άνοιξη, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σύσσωμοι την πατρίδα τους και να εγκατασταθούν τελικά ως έποικοι σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου αλλά και αλλού. Οι περισσότεροι από αυτούς και κυρίως οι οικογένειες αστικών χαρακτηριστικών βρήκαν καταφύγιο στα δύο μεγαλύτερα κέντρα της Πελοποννήσου, δηλαδή στην Πάτρα και το Ναύπλιο. Στο αγροτικό όμως Άργος σύμφωνα με την απογραφή φέρονται να κατοικούν μόλις 11 αθηναϊκές οικογένειες.

Ωστόσο είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν εκεί πολύ περισσότερες, των οποίων όμως παραμένει άδηλη η προέλευση μέσα στο πλήθος των απροσδιόριστης καταγωγής εποίκων της απογραφής. Σε επίρρωση αυτής της υπόθεσης έχουμε μία άκρως ενδεικτική μαρτυρία άλλης βενετικής πηγής, σύμφωνα με την οποία στην ενορία της Αγίας Παρασκευής στο παζάρι του Άργους το 1696 σε 65 «αυθεντικές» (=πρώην τουρκικές) καλύβες κατοικούσαν 310 έποικοι, Αθηναίοι και Ευριπιώτες, χωρίς όμως να καθορίζεται πιο συγκεκριμένα ο αντίστοιχος αριθμός των ατόμων που ανήκαν στην κάθε μια από τις δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες.

Όπως βλέπουμε σ’ αυτή τη μαρτυρία εκτός από την Αθήνα άλλη τουρκοκρατούμενη περιοχή που έστειλε μετανάστες στην Πελοπόννησο υπήρξε και η Εύβοια, που βρέθηκε σε ανάλογες περίπου συνθήκες με εκείνες που εξώθησαν τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να μετοικήσουν εκεί.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια των Βενετών να εκπορθήσουν το φρούριο του Ευρίπου πολλοί χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής προσήλθαν τότε ή αργότερα στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκαν εκεί με τις γνωστές εποικιστικές διαδικασίες. Στην απογραφή μαρτυρούνται μόνο 4 με 6 τέτοιες οικογένειες. Προφανώς και εδώ, όπως διαπιστώσαμε πιο πάνω, παρέμειναν αδιευκρίνιστοι πολύ περισσότεροι Ευριπιώτες μετανάστες.

Συνεχίζουμε με τους Θηβαίους, δηλαδή με τους εποίκους που προέρχονταν από τη Θήβα και την περιοχή της. Στην απογραφή σημειώνονται ρητά 18 μόνο οικογένειες ως θηβαϊκές, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση οι έποικοι τέτοιας προέλευσης πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι. Μάλιστα, όπως πληροφορούμαστε και εδώ από άλλη βενετική πηγή οι Θηβαίοι αποτελούσαν την πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα που παρουσιάζεται να έχει εγκατασταθεί στο Άργος εκείνη την εποχή. Από το σύνολο των εποίκων που το 1696 ανέρχεται σε 881 άτομα τα 551 έχουν ως τόπο προέλευσης τη Θήβα. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε κάποια χωριά της Αργολίδας όπως το Κουτσοπόδι (όπου στο σύνολο των κατοίκων έχουμε 327 Θηβαίους και 86 αυτόχθονες) και σε μικρότερη αναλογία στη Δαλαμανάρα. Πως εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία;

Τέλος ερχόμαστε στους εποίκους που έχουν ως τόπο καταγωγής τους τη Ρούμελη. Βέβαια η ονομασία αυτή καλύπτει ευρύτατη περιοχή από την οποία προήλθε οπωσδήποτε το μεγαλύτερο μέρος των εποίκων προς την Πελοπόννησο. Οι βενετικές πηγές όταν κάνουν λόγο για μετανάστες αυτής της προέλευσης αναφέρονται συνήθως σε μικρότερα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή χωριά της υπαίθρου. Στην απογραφή όμως δεν έχουμε τέτοιου είδους αναφορές, αν βέβαια εξαιρέσουμε την Αθήνα και τη Θήβα, και έτσι έχουμε απλώς την ένδειξη για μετανάστες από τη «Ρούμελη» και πιο συγκεκριμένα για 9 μόνο οικογένειες αυτής της κατηγορίας. Φυσικά και εδώ είναι αυτονόητο ότι οι έποικοι από τη Ρούμελη θα πρέπει να ήταν πολύ περισσότεροι.

Μετά τη Ρούμελη δεν αναφέρεται στην απογραφή κάποιος άλλος συγκεκριμένος τόπος προέλευσης των μεταναστών αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε με βάση έμμεσα στοιχεία της απογραφής ή άμεσα άλλων βενετικών πηγών να εξιχνιάσουμε – ίσως όχι πάντοτε επιτυχώς – την καταγωγή και άλλων οικογενειών – επήλυδων ή και αυτοχθόνων – του Άργους. Συνοπτικά συμπεραίνουμε τα εξής: α) έχουμε 23 οικογένειες που ίσως κατάγονται από διαφορετικούς οικισμούς της Πελοποννήσου όπως δείχνει το όνομα τους π.χ. Thodorin di Andrizza, Dimitri Muchlioti κ.α., β) 9 οικογένειες που φαίνεται να προέρχονται από εκτός Πελοποννήσου περιοχές π.χ. Meleti Desfinioti, Maria de Tine κ.α., γ) 11 οικογένειες που κατάγονται από τη Θήβα π.χ. Gianni Calomira, Petro Cutra κ.α., δ) 2 οικογένειες από την Κρήτη π.χ.(; )  Palada και Zuanne Zelaiti και τέλος ε) 2 οικογένειες από την Αθήνα π.χ. Thodorachi Calogera και Dimitri Galaci.

Εξάλλου δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι στην απογραφή αναφέρονται ως κάτοχοι πρώην τουρκικών ιδιοκτησιών δύο οικογένειες, οι οποίες είναι ενδεχομένως γηγενείς, δηλαδή του Dimitri Caramuza και του Stathi Caramuza. Σ’ αυτές ας προσθέσουμε και άλλες 8 ακόμη που είναι με βεβαιότητα γηγενείς, αφού τις συναντούμε και στο σχετικό τμήμα της απογραφής (στους αριθμούς 205-254) όπου καταγράφονται οι αυτόχθονες. Τέλος ας επισημάνουμε μία οικογένεια της οποίας δεν γνωρίζουμε την καταγωγή αλλά απλώς μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του αξιοπερίεργου ονόματος της: ο αρχηγός της ονομάζεται Dimitri Chigliarabi και μας φέρνει στο νου τον αρχαίο Κυλαράβη, γιο του Σθένελου βασιλιά του Άργους.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε σωστό να παρατηρήσουμε ότι ως τώρα χρησιμοποιήσαμε κατά κύριο λόγο τις ειδήσεις της απογραφής για να διακρίνουμε ξεχωριστά και κατά περίπτωση την προέλευση των οικογενειών του συνολικού πληθυσμού του Άργους τη συγκεκριμένη εποχή.

Ωστόσο τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας δεν είναι τόσο ικανοποιητικά, αφού η εξακρίβωση της προέλευσης όχι μόνο δεν πραγματοποιήθηκε επιτυχώς για το σύνολο αλλά ούτε καν για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Γι αυτούς τους λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να στρέψουμε την προσοχή μας τόσο στις ειδήσεις της απογραφής αλλά και άλλων αρχειακών πηγών, όσο και σε πληροφορίες περιηγητικών και ταξιδιωτικών κειμένων που θα μπορούσαν να συνδυαστούν με συναφή πορίσματα της νεότερης ιστορικής έρευνας.

Σύμφωνα με ταξιδιωτικές μαρτυρίες του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (Fourmont, 1729) η πόλη του Άργους παρουσιάζεται να έχει περισσότερο αγροτικό παρά αστικό χαρακτήρα.

Εκεί αναφέρεται ότι απαρτιζόταν από «600 εστίες που δεν βρίσκονταν η μία κοντά στην άλλη αλλά ήταν διάσπαρτες κατά ομάδες και καταλάμβαναν μεγάλη έκταση» (Fourmont σε Michel Seve, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες, σ.33). Παράλληλα γίνεται λόγος για ένα οικισμό διασκορπισμένο σε «συστάδες» (Στ. ίδιο, σ.29). Εξάλλου η νεότερη έρευνα πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική του Άργους την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν τυποποιημένη με ισόγεια σπίτια από πλίθρες με πλατυμέτωπο σχέδιο και με κήπους που περιβάλλονταν με πλίθινη μάντρα. Η αρχιτεκτονική αυτή ανταποκρινόταν στην οικονομική και κοινωνική δομή της πόλης και κυριαρχεί ως την αρχή της τελευταίας εικοσαετία του 19ου αιώνα (Β. Δωροβίνης, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος).

Ας δούμε τώρα ως ποιο σημείο οι πληροφορίες και οι παρατηρήσεις αυτές συμπίπτουν κατά  κάποιο τρόπο με στοιχεία της απογραφής όπου σημειώνονται τα εξής: «ένα μέρος από τα πρώην  τουρκικά κτίσματα απαρτίζεται από σπίτια και καταστήματα, τα οποία είχαν στέγη από κεραμίδια, ενώ τα υπόλοιπα από αυτά, πολύ περισσότερα σε αριθμό είναι κατασκευασμένα από πηλό ή λάσπη (=πλίθρες) και καλύπτονται από αχυροσκεπές, ώστε είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν ως καλύβες. Για παρόμοιους λόγους μπορούν να ονομαστούν καλύβες και όλα σχεδόν τα κτίσματα που ανήκουν στους Έλληνες».

Σ’ αυτές τις ειδήσεις της απογραφής ας προσθέσουμε και τα ποσοτικά στοιχεία που αυτή περιέχει για το σύνολο των πρώην τουρκικών καθώς και των ελληνικών κτισμάτων τα οποία χρησίμευαν ως κατοικίες: έχουμε 674 ακίνητα, δηλαδή 490 καλύβες, 72 κεραμοσκεπή σπίτια και 7 πύργους πρώην τουρκικής ιδιοκτησίας, καθώς και 40 κεραμοσκεπή σπίτια και 65 καλύβες ελληνικής ιδιοκτησίας. Το σύνολο των κτισμάτων αυτών απαρτιζόταν από 119 κεραμοσκεπή σπίτια και πύργους και από 555 αχυροσκεπείς καλύβες. Έτσι λοιπόν η πληροφορία του Fourmont ότι στο Άργος υπήρχαν 600 εστίες, δηλαδή κατοικίες οικογενειών, δεν απέχει πολύ από τα ποσοτικά δεδομένα της απογραφής. Εκεί όμως που οι ειδήσεις από τον Fourmont αλλά και τα συμπεράσματα της νεότερης έρευνας συμβαδίζουν με τα στοιχεία της απογραφής είναι όταν κάνουν λόγο ότι οι κατοικίες στην πόλη του Άργους συσσωματώνονται σε συστάδες κτισμάτων που περικλείονταν σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό με περίβολο από πλίθινη μάντρα (Δωροβίνη, ό.π.).

Σύμφωνα με τις ειδήσεις της απογραφής στο σύνολο των 674 πρώην τουρκικών και ελληνικών κατοικιών έχουμε μόλις 35 μονοκατοικίες. Όλες οι υπόλοιπες κατοικίες είναι ομαδοποιημένες σε συστάδες – 117 πρώην τουρκικές και 27 ελληνικές – όπου η κάθε μία συστάδα περιλαμβάνει ποικίλο αριθμό οικογενειών που κυμαίνεται από 2 ως 16. Ας προσθέσουμε πως στην ίδια πηγή διαπιστώνεται ότι πολλές από τις εν λόγω συστάδες αναφέρονται ως περίκλειστες με μαντρότοιχο. Συγκεκριμένα 331 κατοικίες, οι μισές περίπου από το σύνολο, είτε βρίσκονταν σε περίκλειστες συστάδες μέσα σε μία αυλή είτε διέθεταν αυλή ή κήπο.

Μετά την παράθεση των στοιχείων αυτών είναι καιρός να επανέλθουμε στο ερώτημα που ήδη έχουμε διατυπώσει και το αφήσαμε αναπάντητο: ποιο δηλαδή από τα δύο πληθυσμιακά στοιχεία – το οθωμανικό ή το ελληνικό – υπερτερούσε στο Άργος κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας;

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει τα ακίνητα στην πόλη του Άργους που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους ανέρχονταν σε 72 σπίτια και 490 καλύβες. Τα σπίτια – στο σύνολο τους ή κατά ένα μεγάλο μέρος – χρησίμευαν τότε ως κατοικίες των Τούρκων. Αντίθετα όμως οι πολυπληθείς καλύβες που οι περισσότερες συσσωματώνονταν σε συστάδες κατοικιών και στην πλειονότητα τους ήταν διασκορπισμένες σε μεγάλη έκταση του αργειακού οικισμένου χώρου, είχαν χωρίς αμφιβολία στενή και αποκλειστική σχέση με το χριστιανικό αγροτικό στοιχείο.

Πραγματικά φαίνεται ότι όλες αυτές οι καλύβες αποτελούσαν κατοικίες των παροικών καλλιεργητών των τουρκικών κτημάτων, οι οποίοι την ίδια περίοδο σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές – όπως για παράδειγμα σε εκείνη της Τριπολιτσάς – χαρακτηρίζονται ως «coloni» των Τούρκων. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτική μία σχετική μαρτυρία στην απογραφή που υπαινίσσεται την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργητών των Οθωμανών και στο Άργος παρόλο που δεν χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός τους ως «coloni».

Έτσι σημειώνεται στον αριθμό 196 αυτού του εγγράφου ότι κατοικούσαν 16 οικογένειες σε συστάδα με 16 καλύβες, η οποία άλλοτε ανήκε στον Τούρκο Imbro και αποτελούσε τη δική του «villa», δηλαδή το δικό του χωριό ή πιο σωστά το τσιφλίκι του. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε μόνο με μία μαρτυρία, ωστόσο θεωρούμε δικαίωμα μας, συνυπολογίζοντας και άλλα σχετικά στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι χριστιανοί αγρότες που κατοικούσαν σε καλύβες τουρκικής ιδιοκτησίας μπορούν να ταυτιστούν με τους προσαρτημένους «coloni» των οθωμανικών γαιών. Αν λοιπόν τα πράγματα έχουν έτσι τότε το σύνολο του χριστιανικού πληθυσμού υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των Οθωμανών της πόλης του Άργους.

Ποιες όμως υπήρξαν οι τύχες αυτού του πολυάριθμου χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού του Άργους μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Βενετούς; Είναι πολύ πιθανό ότι ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του αφανίστηκε από τα δεινά του πολέμου είτε κατά τη βενετική κατάληψη της Αργολίδας το 1686, είτε κατά την πυρπόληση και καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους εισβολείς το 1692. Είναι ακόμη ενδεχόμενο ένα τμήμα του να διασκορπίστηκε σε άλλες αργολικές ή πελοποννησιακές περιοχές γενικά ή να υποχρεώθηκε σε ακούσια ή και εκούσια φυγή προς τη Ρούμελη μαζί με τους Οθωμανούς κυρίους του. Πάντως έτσι και αλλιώς μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι στις αγροτικές καλύβες της πόλης που εγκαταλείφθηκαν από τους αυτόχθονες κατοίκους σύντομα οι Βενετοί εγκατέστησαν άλλους επήλυδες από ξένα μέρη. Επομένως όλοι όσοι κατά τη βενετική περίοδο παρουσιάζονται ως κάτοικοι στις παραπάνω καλύβες προφανώς συναπαρτίζουν έναν ανάμεικτο πληθυσμό από γηγενείς και επήλυδες οικογένειες των οποίων όμως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προέλευση μόνο από τις ειδήσεις της απογραφής.

Από άλλη βενετική πηγή που χρονολογείται στο 1696, δηλαδή δύο χρόνια πριν την απογραφή, τα δύο αυτά πληθυσμιακά στοιχεία παρουσιάζονται με την αναλογία που έχουμε ήδη αναφέρει: οι έποικοι ανέρχονται σε 881 άτομα και οι εντόπιοι σε 663. Ο συσχετισμός αυτών των αριθμών θα μπορούσε βέβαια να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός των αυτοχθόνων του Άργους είχε υποστεί την περίοδο της Δεύτερης Βενετοκρατίας μεγάλη δημογραφική μείωση, η οποία φαίνεται να αναπληρώθηκε επιτυχώς με ανάλογο ή μεγαλύτερο αριθμό εποίκων, από τους οποίους οι περισσότεροι – και εδώ υπονοούμε τους Θηβαίους – είχαν ενδεχομένως κάποια σχέση με τους παλαιότερους κατοίκους του Άργους πριν από την έλευση των Βενετών.

Φθάνοντας στο τέλος της ανακοίνωσης θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου αναγκαστικά παραλείψαμε αρκετά ζητήματα που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον για το θέμα που μας απασχόλησε. Ελπίζουμε να επανέλθουμε μελλοντικά με πληρέστερο τρόπο κατά τη δημοσίευση του εγγράφου της απογραφής.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος 

Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του. Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.

Read Full Post »

Minio Bartolomeo (1428-1518)


 

Ο Bartolomeo Minio ήταν, εκτός των άλλων, Ενετός ηγέτης και κυβερνήτης (provveditor e capitanio) στο Ναύπλιο του Ενετικού Μωριά (σύγχρονο ελληνικό Ναύπλιο) από το 1479 έως 1483 μ.Χ. Οι εκθέσεις του στη Βενετία (dispacci) αποτελούν μία μοναδική ιστορική πηγή για τη Νότια Ελλάδα του 15ου αιώνα.

 

Οικογένεια


Η οικογένεια Minio εμφανίζεται το 904 όταν κάποιος Paolo Minio μετεγκαθίσταται στο Rialto. Γύρω στο 1300 η οικογένεια του Bartolomeo κατείχε αναρίθμητα αξιώματα και είχε επίσης συμπεριληφθεί στο  estimo του 1379. Τα ονόματα εννέα μελών της οικογένειάς του βρίσκονταν στους καταλόγους κυβερνητών της Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου του Hopf. Ο Bartolomeo γεννήθηκε στη Βενετία γύρω στο 1428 από τον Marco Minio και τη Cristina Storlado και ήταν ο μικρότερος ανάμεσα σε πέντε γιους. Η Cristina πέθανε όταν ο Bartolomeo ήταν μόλις δύο ετών και ο Marco ξαναπαντρεύτηκε το 1431. Το 1455 ο Bartolomeo παντρεύτηκε την Elena Trevisan.  Μαζί απέκτησαν τρεις γιους (ο πρώτος, Marco, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στο 1460, ο Alvice γεννημένος το 1461 και ο Francesco). Το σπίτι της οικογένειας βρίσκεται στην ενορία San Tomà της περιοχής San Polo της Βενετίας.

 

Στρατιωτική και πολιτική καριέρα


Άποψη του Ναυπλίου, Venetia, 1598.

Άποψη του Ναυπλίου, Venetia, 1598.

Το 1462 ο Bartolomeo ξεκίνησε την καριέρα του ως σύμβουλος στην περιοχή της Κέρκυρας. Ο Minio πέρασε πάνω από σαράντα δύο μήνες στο Ναύπλιο ξεκινώντας από το Νοέμβριο του 1479. Η θητεία του υπήρξε αξιοσημείωτη, κυρίως για την οχύρωση που δημιούργησε στο Ναύπλιο, για την τακτοποίηση των εδαφικών συνόρων με τους Οθωμανούς και για τη συνετή διευθέτηση της εξέγερσης του Κλαδά. Το 1499 και το 1500 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, όπου η συμβολή του στην οχύρωση της Αμμοχώστου υπήρξε πολύ σημαντική. Ανάμεσα στο 1500 και 1502 ήταν υποδόγης και κυβερνήτης της Κρήτης. Η συλλογή από πενήντα αναφορές που συνέταξε την εποχή εκείνη υπάρχει έως σήμερα. Αυτές οι αναφορές σε συνδυασμό με τις ενενήντα που συνέταξε στο Ναύπλιο, δημιουργούν μία ασύγκριτη συλλογή επιστολών. Μία συλλογή αυτών των επιστολών από τη Diana G. Wright και τον John R. Melville-Jones συνοδευόμενη από μετάφραση και υπόμνημα έχει εκδοθεί το 2008 από τη UniPress στην Padova της Ιταλίας.

Η καριέρα του στη Βενετία και την ηπειρωτική χώρα ακολούθησε τη συνηθισμένη πορεία των Βενετσιάνων αριστοκρατών. Το 1497 υπήρξε σύμβουλος για θέματα ύδρευσης, το 1503 σύμβουλος και επικεφαλής των Dieci, ανώτατος δικαστικός στην Cremona από το 1504 έως το 1505, το 1506 και 1507 και ξανά το 1510 και 1514 ανώτατος δικαστικός στην Padua.

Το 1509, σε ηλικία 80 ετών, συνάντησε τον Ιούλιο ΙΙ προκειμένου να συζητήσουν το θέμα που αφορούσε το παπικό διάβημα που είχε υπογραφεί στη Βενετία για την κατάκτηση της Ravenna και της Faenza. Είχε διοριστεί επαρχιακός σύμβουλος των ενόπλων μισθοφορικών σωμάτων του πολέμου στη Ferrara το 1484. Το 1485 εκλέχθηκε αρχηγός της ετήσιας Βενετσιάνικης εμπορικής αποστολής στη Φλαμανδική περιοχή και στην Αγγλία. Στον κόλπο του Biscay, η αποστολή που αποτελείτο από τέσσερις γαλέρες δέχθηκε επίθεση από πειρατές, ένας εκ των οποίων υπήρξε και ο Χριστόφορος Κολόμβος. Το εμπόρευμα εκλάπη και ο Minio με τους επιζώντες αφέθηκαν στην ακτή της Πορτογαλίας.

Ο Bartolomeo υπήρξε ασθενής για κάποιες περιόδους πριν από το θάνατό του. Εκτός από το ότι δεν παρέστη στον εσπερινό της 25ης Απριλίου 1512, μία εβδομάδα αργότερα έστειλε επιστολή στο Κολλέγιο μέσω της οποίας απορρίπτει τη θέση του υποδόγη εξαιτίας της ασθένειάς του. Ήταν πάλι ασθενής και έχασε δύο σημαντικές επίσημες τελετές το Μάιο και τον Ιούνιο του 1513. Πέρα από όλα αυτά, έγινε σύμβουλος της Padua τον Οκτώβριο του 1515 μετά από σύσκεψη των Dieci η οποία διήρκεσε έως την ενδέκατη ώρα. Τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 1518 ο Bartolomeo Minio πέθανε σε ηλικία ενενήντα ετών.

 

Απόδοση στα Ελληνικά: Σοφία Δασκαλάκη 

 

Πηγή


 

  • Diana Gilliland Wright and John Melville-Jones, «The Greek Correspondence Bartolomeo Minio / Volume I: Dispacci from Nauplion 1479-1483», Unipress, Padova, Italy, 2008.

Read Full Post »

The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio – Volume I: Dispacci from Nauplion (1479-1483)


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Dianna Gilliland Wright

John R. Melville – Jones

UNIPRESS

PADOVA

Italy 2008

[…] Bartolomeo Minio q. Marco was elected provveditor and capitaneo of Napoli di Romania in February 1478-79 to replace the previous rettor of Nauplion, Christoforo de Priuli, who died before the end of his term. Leonardo Diedo, capitaneo of Coron, was transferred to Nauplion until Minio arrived. As Minio’s first letter reports, he got as far as Modon in September, but did not arrive in Nauplion until 8 November, as Venetian shipping was either suspended or on war alert because of the Ottoman attack on the Ionian Islands.

Bartolomeo was about 40 when he began the Nauplion assignment, the usual age for a provveditor in the stato da mar. The dispacci suggest that he had a tendency to migraines and an aching neck. Perhaps marked by the early loss of his mother, he appears in his letters as a lonely man, writing of himself as “essendo solo rector,” rarely mentioning officials other than those who came by galley for rare, brief stays, never mentioning the name of the assistant on whom he relied the most, the cancellier for whom he fought a long and tiring battle with Venetian bureaucracy. In the final dispaccio of 25 March 1483, he mentions “nui suo rectori” and “nui suo provveditori” but these refer to rettori of other citta`. Five years later, there were at least thirteen officials appointed to Nauplion in addition to the provveditor, and Minio may have had several of these with him: this cannot be deduced from the dispacci and cannot be assumed, given the many variations from the standard noted at Nauplion. His wife’s brother, “mio cognado Piero Trevisan,” commanded a light galley and came to Nauplion several times on assignment. Minio looked forward to Trevisan’s visits, and in the dispacci emphasized their relationship— “mio cognado”— insisting on it in what he perceived as the blank face of Venetian bureaucracy. As official papers, the dispacci give no suggestion as to what non-official correspondence he might have had […]

Read Full Post »

Abraham Oretlius:  Graecia Sophiani, 1584   


Fine old color example of Ortelius’ decorative map of Greece, Turkey and Asia Minor, with neighboring islands, from the Latin edition of Ortelius’ Theatrum. (Antwerp 1584)

 

Abraham Oretlius: Graecia Sophiani 1584

Abraham Oretlius: Graecia Sophiani 1584

 

Ένας έξοχος ιστορικός χάρτης της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Μικράς Ασίας και των γειτονικών νησιών,  από την λατινική έκδοση του Abraham Ortelius, Theatrum Orbis Terrarum .   H λατινική έκδοση βασίζεται στην πρωτότυπη έκδοση του Έλληνα χαρτογράφου της Αναγέννησης που έζησε στην Βενετία, Νικολάου Σοφιανού*  (1500-1560) ο όποιος καταγόταν από την Κέρκυρα.

 

*Ο Νικόλαος Σοφιανός είναι μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες των Ελλήνων λογίων με ευδιάκριτο το αποτύπωμά του στην ιστορία της Αναγέννησης. Είναι ο πρώτος που καινοτόμησε στη χαρτογραφική αποτύπωση του ελληνικού χώρου· ο πρώτος που επιχείρησε να συντάξει Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας· ο πρώτος που μετέφρασε στα Νέα Ελληνικά φιλοσοφικό κείμενο της ελληνικής αρχαιότητας, την αποδιδόμενη στον Πλούταρχο λαϊκοφιλοσοφική πραγματεία «Περί παίδων αγωγής».
Η αναβίωση του παιδαγωγικού στοχασμού των ελληνιστικών χρόνων, που αντικατοπτρίζεται στο έργο αυτό, επιτρέπει να ξαναδούμε τις αναγεννησιακές τάσεις της νεοελληνικής λογιοσύνης, να ξαναπιάσουμε το στημόνι της νεωτερικότητας στις χειμαζόμενες ελληνικές κοινωνίες του βενετοκρατούμενου και του οθωμανοκρατούμενου χώρου και να αναλογιστούμε ξανά τις προωθητικές δυνατότητες της ελληνικής παιδείας.
 

Read Full Post »

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)


 Διακοσμητικός και πολύ λεπτομερής χάρτης του Μοριά του 1690.

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)

  

Το 1683 οι Βενετοί εισέβαλαν στο Μοριά αποσπώντας τον έλεγχο της χερσονήσου από τους Τούρκους.

Ο χάρτης αυτός εκδόθηκε στον εορτασμό των παραπάνω γεγονότων από τον Coronelli, κοσμογράφο της Δημοκρατίας της Βενετίας και αφιερώθηκε από τον  Marcello Sacchetti, πρεσβευτή των Knights Hospitallers  ( Ιππότες Ιωαννίτες ) στον Πάπα  Innocent XI.

Ωστόσο η κατοχή των Βενετών ήταν σχετικά μικρή. Ο Μοριάς βαθμιαία χάθηκε πάλι μεταξύ 1715-1739. Ο Coronelli ήταν ένας από τους καλύτερους Ιταλούς  κατασκευαστές χαρτών της εποχής του.

Read Full Post »

Coronelli Maria Vincenzo (16 Αυγούστου 1650 – 9 Δεκεμβρίου 1718)


 

Ιερωμένος, κοσμογράφος, πρόεδρος της υδροδυναμικής, με εκατόν σαράντα εκδόσεις, ο Coronelli ήταν υπεύθυνος, ως το 1707, για την παραγωγή, από το πολυπληθές εργαστήριό του, πλούσιων χαρτογραφικών εκδόσεων που επηρέασαν την εξέλιξη των έντυπων γεωγραφικών εκδόσεων. Τα σχέδιά του συνοδεύουν έκτοτε πάμπολλες επανεκδόσεις ή μεταφράσεις των έργων του, είτε εικονογραφούν μεταγενέστερα ταξιδιωτικά χρονικά, ιστορικά συγγράμματα και γεωγραφικά έργα.

Ιδρυτής της Γεωγραφικής Ακαδημίας των Αργοναυτών στη Βενετία, ανέλαβε να απεικονίσει τις νικηφόρες μάχες των συμπατριωτών του κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο (1684-87).

Στην  Ελλάδα έρχεται  την ίδια  εποχή και επισκέπτεται πολλές περιοχές μεταξύ αυτών και την Αργολίδα, όπου και κάνει καταγραφή  περιοχών της σε σχέδια και χάρτες.  Το 1688 εκδίδει  στην Βενετία το βιβλίο, « Memorie Istoriografiche deRegni della Morea, Negroponte e Littorali fina Salonichi Accresciute in questa seconda edizione», στο οποίο αφιερώνει αρκετές σελίδες στο Άργοςκαι τοΝαύπλιο.

 

Βιογραφία


  

Vincenzo Coronelli

Vincenzo Coronelli

Ο Vincenzo Coronelli γεννήθηκε  στη Βενετία στις 15 Αυγούστου 1650 και ήταν το πέμπτο παιδί ενός Βενετού ράφτη που λεγόταν Μaffio Coronelli. Στα δέκα του χρόνια, ο νεαρός Vincenzo εστάλη στην πόλη της Ravenna και μαθήτευσε δίπλα σ’ ένα ξυλογράφο. Το 1663 τον αποδέχτηκαν στο Μοναστικό Τάγμα των Φραγκισκανών, και έγινε δόκιμος μοναχός το 1665. Στην ηλικία των 16 εξέδωσε την πρώτη από τις 140 διαφορετικές δουλειές του. Το 1671 μπήκε στο μοναστικό τάγμα της Santa Maria Gloriosa dei Frari στη Βενετία και το 1672 ο Coronelli εστάλη στο Κολέγιο του Saint Apostoli στη Ρώμη όπου έκανε το διδακτορικό του στη Θεολογία το 1674. Υπερείχε επίσης στη μελέτη της Αστρονομίας και στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Λίγο πριν το 1678 ο Coronelli άρχισε να δουλεύει ως Γεωγράφος και ήταν επιφορτισμένος να δημιουργήσει ένα σετ από γήινες και ουράνιες σφαίρες για τον Ranuccio II Farnese, Δούκα της Πάρμα. Κάθε μια από τις κατασκευασμένες σφαίρες ήταν πέντε πόδια σε διάμετρο και τόσο εντυπωσίασαν το Δούκα, που έκανε τον Coronelli  Θεολόγο του. Η φήμη του Coronelli σαν θεολόγου μεγάλωνε και το 1699 διορίστηκε Γενικός Πατέρας ( Father General) στο Τάγμα των Φραγκισκανών.

 

Σφαίρες για το Λουδοβίκο XIV 


 

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

O Καρδινάλιος Cesar dEstrees, φίλος και σύμβουλος του Λουδοβίκου XIV και πρεσβευτής στη Ρώμη, έδειξε στο Δούκα της Πάρμα τις σφαίρες και κάλεσε τον Coronelli στο Παρίσι το 1681 να κατασκευάσει ένα ζευγάρι σφαίρες για το Most Christian King. O Coronelli μετακόμισε στη Γαλλική πρωτεύουσα το 1681, όπου έζησε για 2 χρόνια. Κάθε σφαίρα αποτελούνταν από άξονες με κυρτό ξύλινο σκελετό περίπου δέκα πόδια ύψος και τέσσερες ίντσες πλάτος στον ισημερινό. Το ξύλο ήταν επικαλυμμένο με στρώση από ασβεστοκονίαμα περίπου 1 ίντσα πάχος και καλυμμένο με στρώση από σκληρό μη επεξεργασμένο ύφασμα (υλικό). Αυτό μετά περιτυλίγεται σε στρώμα ¼ της ίντσας δύο πολύ λεπτών (φίνων, κομψών) υφασμάτων το οποίο εξασφαλίζει υποστήριξη για τις ζωγραφισμένες πληροφορίες των σφαιρών. Αυτές οι σφαίρες είναι 384 cm στη διάμετρο και ζυγίζουν περίπου 2 τόνους, βρίσκονται εκτεθειμένες στην Εθνική Βιβλιοθήκη Francois Mitterramd στο Παρίσι.

  

Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

 

 
Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

  

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco Morοsini.  Αυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχέδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

  

Μετέπειτα Ζωή


 

Λόγω της φήμης του δούλεψε σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες τα χρόνια που ακολούθησαν, και επέστρεψε μόνιμα  στη Βενετία το 1705. Στη Βενετία άρχισε το δικό του κοσμογραφικό σχέδιο και εξέδωσε τους τόμους του Atlante Veneto. Στην πατρίδα του ίδρυσε την πρώτη γεωγραφική κοινωνία, την Accademia Cosmografica degli Argonauti. Κατείχε τη θέση του Κοσμογράφου της Δημοκρατίας της Βενετίας. Οι τελευταίοι έξι τόμοι από τη Biblioteca SarcoProfana εκδόθηκαν από τον Coronelli. Ήταν ένα είδος εγκυκλοπαίδειας όπου οι καταχωρήσεις ήταν αλφαβητικά.

Ο Coronelli πέθανε στην ηλικία των 68 ετών στη Βενετία έχοντας δημιουργήσει εκατοντάδες χάρτες στη ζωή του. Ανθεκτικές σφαίρες του Coronelli είναι σήμερα εγκατεστημένες σε διάφορες συλλογές. Ζεύγη από τις πιο φημισμένες πλατιές (110cm διάμετρο) σφαίρες είναι για παράδειγμα στη Biblioteca Marciana στην Βενετία, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας και στο Clobe Museum (Μουσείο της Υδρογείου) στη Βιέννη, στη βιβλιοθήκη του Stift Melk, όπως επίσης στα Trier, Πράγα, Παρίσι, Λονδίνο, Ουάσιγκτον. Το Ransom Center στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Austin έχει ζεύγος σφαιρών του Coronelli μια γήινη και μια ουράνια σφαίρα. Το 1952 ιδρύθηκε στη Βιέννη το,  The International Coronelli Society for the Study of Globes, και πήρε το όνομα του Coronelli προς τιμή του.

 

Επιλεγμένοι χάρτες

1690-91 Atlante Veneto

1696-97 Isolario dell’ Atlante Veneto

1692 Corso geografico universale

1695 Re-issued

1693 Epitome Cosmografica

1693 Libro dei Globi

1701 Re-issued

1695 World Map

1696 Pacific Ocean

 

Μερική Βιβλιογραφία

 

Morea, Negroponte & Adiacenze (1688).

Atlante Veneto (1691 – 1696).

Ritratti de celebri Personaggi (1697).

Lo Specchio del Mare (1698).

Singolarità di Venezia (1708-1709).

Roma antico-moderna (1716).

Η μετάφραση από τα Αγγλικά έγινε από την  Άνσα Καραχάλιου, ενώ τα Ιταλικά κείμενα απέδωσε στα Ελληνικά ο Δημήτρης Αργυράκης.

   

Πηγές


  • Accademia Cosmografica degli Argonauti.
  • The International Coronelli Society for the Study of Globes.
  • National Maritime Museum, Greenwich, London.
  • Epitome cosmografica. 

  

Read Full Post »

 

Λέων Σγουρός

                                               

Α΄. Θεόδωρος Σγουρός

 

Όταν ξεκινούσαν σιδηρόφρακτα με τον κόκκινο σταυρό στο στήθος τα Σταυροφορικά τάγματα, ως σκοπό τους και ευγενή φιλοδοξία τους είχαν την απελευθέρωση των αγίων  τόπων από τους Μουσουλμάνους. Στην πορεία όμως παρεκτράπησαν του αρχικού τους σκοπού και άρχισαν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές και κυρίαρχοι. Μετά την πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204) άρχισαν να υποβλέπουν τον νότο και τέλος θέλησαν να επεκταθούν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Οι επιδρομές τους υπήρξαν καταστροφικές και οι φιλοδοξίες τους υπερβολικές. Ανδριανούπολη, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη, Στερεά, Πελοπόννησος αλλά και άλλες περιοχές της Ελλάδας, μπήκαν στο στόχαστρό τους.

 

Το Ναύπλιο εκείνη την εποχή γνωρίζει σπουδαία ανάπτυξη. Μαζί του το Άργος και η Κόρινθος. Οι Σταυροφόροι είναι ακόμη μακριά του. Οι Βυζαντινοί το υποστηρίζουν και το υπολογίζουν.  Αυτή την ευλογημένη γωνιά της Ελλάδας καλείται να διοικήσει ο Θεόδωρος Σγουρός, όταν το 1180 το Βυζάντιο ( αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός) τον αναγνωρίζει ως άρχοντα του.  

 

 

Η καταγωγή τους

 

 

Σχετικά με την καταγωγή της οικογένειας η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου γράφει. «…Για τούτη την επωνυμία αναφέρεται πως στο βιβλίο της Κουγκέστας απαντά ως Σγούρος, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από μέρους μας στην ίδια έκδοση. Αναφέρεται επίσης ότι « οι Φράγκοι τον λέγανε Lasgur » και φαίνεται ότι από τη γαλλική παραλλαγή του κειμένου της Κουγκέστας* προέρχεται ο αναφερόμενος τύπος της επωνυμίας. Για τους προγόνους του Σγουρού δεν υπάρχουν στοιχεία, το δε μικρό όνομά του πιθανολογείται ως Θεόδωρος. Σημειώνουμε πως ο Λαμπρυνίδης πρώτος πρόσεξε ιδιαίτερα το επίθετο Σγουρός αναφέροντας: « Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός, Δεσπότης Άρτης, Ιωαννίνων και Αγγελοκάστρου. Εκ της οικογενείας ταύτης κατήγετο και ο ημέτερος Μερκούριος, ου οι πρόγονοι αρχομένου του ΙΕ΄αι. μετώκησαν εις Ναύπλιον, όπου και εγκατεστάθησαν. Η οικογένεια αύτη ηξίον ότι κατήγετο εκ του γνωστού άρχοντος Ναυπλίου Λέοντος Σγουρού, εφ̉ ω συν τω Μπούα έφερε την προσωνυμίαν Σγουρού».

 

 

Το περιβάλλον

 

 

Από τον 9ο αιώνα, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος « συγχρόνως με την πολιτιστική εύδεια, το Άργος ανθεί και οικονομικά. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ( 912- 959) στο έργο του «περί Θεμάτων» αναφέρει ότι το Θέμα Πελοποννήσου, έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο, περιλαμβάνει 40 συνολικά πόλεις από τις οποίες, εκτός από την πρωτεύουσα Κόρινθο, οι σπουδαιότερες ήσαν 4. Η Σικυών, το Άργος, η Σπάρτη και η Πάτρα».

 

Τον 10ο και 11ο αιώνα η Αργολίδα αλλά και η Κορινθία, κυρίως λόγω της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής του μεταξιού, γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Δεν είναι όμως ήρεμες. Επί πολύ χρόνο τα παράλια κυρίως της Πελοποννήσου, ταλανίζουν οι άγριες επιδρομές πειρατών. Αυτές τις πειρατικές εφορμήσεις έχει γνωρίσει η Πελοπόννησος από πολύ παλιότερα, όταν επίσκοπος Άργους ήταν ό Άγιος Πέτρος ο θαυματουργός και Σημειοφόρος. Κυρίως Αγαρηνοί και Κρήτες πειρατές λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις της περιοχής.

 

 

Ο Φιλόλογος Βασίλης Τσιλιμίγκρας γράφει « Πρόκειται για Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν  τους  πληθυσμούς  των  παραλιακών  περιοχών  της  Πελοποννήσου      (9ος και 10ος αι.). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα».

 

Η πειρατεία λοιπόν, αποτελούσε μια χαίνουσα πληγή για τις κοινωνίες της Πελοποννήσου και επί των ημερών της ηγεμονίας του Σγουρού.

 

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος (1195-1203) ο και «βαμβακοράβδης» αποκαλούμενος λόγω του χαύνου και μαλθακού χαρακτήρα του, ανάθεσε στον Άρχοντα του Ναυπλίου την εκδίωξη των πειρατών από την Πελοπόννησο, την Στερεά και τα νησιά, αναγκάζοντας τις περιοχές που υπέφεραν από τις επιθέσεις, να καταβάλουν αναγκαστική εισφορά στον Σγουρό « υπέρ πλωῒμων» προκειμένου αυτός να κατασκευάσει και να διατηρεί αξιόμαχο στόλο.

 

Επί της πρώτης βασιλείας του Ισαάκου Β΄Αγγέλου (1185-1195 και 1203-1204) ο Θ. Σγουρός, κατάφερε να αποσπάσει την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου από την κηδεμονία της Κορίνθου και να την καταστήσει αυτόνομη, προσαρτώντας την Ερμιονίδα και μέρος ( Θυρέα ) της Κυνουρίας. Εξ᾽ άλλου ο Σγουρός ανήκε στην τάξη των Δυνατών, τους οποίους υπολόγιζαν σοβαρά οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Μάλιστα, κάποιοι υπήρξαν φιλικοί και υποστήριζαν τους Δυνατούς και άλλοι ήταν εχθρικοί και πολέμιοι τους. Κατά καιρούς εκδίδουν διάφορους νόμους «Νεαρές» προσπαθώντας να περιορίσουν την δύναμη ή τον πλούτο τους.   

 

Γεγονός είναι ότι επί των ημερών του ο Θ. Σγουρός, πέτυχε σπουδαία προνόμια για το αρχοντάτο του και κατόρθωσε να το αναδείξει ως σημαντικό προπύργιο ασφάλειας της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.

 

Μετά τον θάνατο του «μέγα ανθρώπου και φοβερού στρατιώτη» Θεόδωρου Σγουρού το 1201, την αρχοντία του Ναυπλίου κληρονομεί ο γιος του Λέων Σγουρός.   

 

 

Β΄Λέων Σγουρός

 

 

 

Ο Λέων Σγουρός, όταν ανέλαβε την ηγεμονία του Ναυπλίου, βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του. Τότε επικρατούσε μια ακραία αντιπάθεια από τους αξιόμαχους νέους, τους αποκαλούμενους στρατιώτες προς τους ιερωμένους και τους μοναχούς. Μαζί με αυτούς και ο Λέων, ο οποίος ήταν διαποτισμένος από δυνατό μίσος και εχθρότητα.

 

Μόλις λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της ηγεσίας του αρχοντάτου του Ναυπλίου από τον Λέοντα, ο Μητροπολίτης Κορίνθου Νικόλαος, είτε από εκδικητική διάθεση προς τον πατέρα του επειδή του είχε αφαιρέσει το Άργος και το Ναύπλιο από την επισκοπή του, είτε από πονηρία και εχθρότητα επιχείρησε να τον πολεμήσει και να τον καθαιρέσει, πριν αυτός συγκροτηθεί, ισχυροποιηθεί και παγιωθεί ως άρχοντας.(1201).

 

Ο Σγουρός αν και βρέθηκε απροετοίμαστος για κάτι τόσο σοβαρό, κατόρθωσε να υπερασπίσει το Ναύπλιο και να απωθήσει τον Μητροπολίτη μέχρι το Άργος. Αργότερα, αφού συγκέντρωσε αρκετό στρατό και οργανώθηκε κατάλληλα, επιτέθηκε στο Άργος, το κυρίευσε εκδίωξε τον Μητροπολίτη Νικόλαο και τιμώρησε τον Μητροπολίτη του Άργους, γιατί είχε βοηθήσει τον Κορίνθιο ιερωμένο.

 

 

Στην Κόρινθο

 

 

Τον επόμενο χρόνο (1202) ο Λέων κυριεύει εύκολα την Κόρινθο. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου μολονότι παραδόθηκε στον νικητή, τυφλώθηκε και μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου ο Σγουρός τον έπνιξε με την χορδή ενός τόξου ή κατά μια άλλη εκδοχή, τον γκρέμισε από τον βράχο της Ακροναυπλίας. Στον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη διαβάζουμε απόσπασμα επιστολής του Μιχαήλ Ακομινάτου προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό « …ο δε ιεράρχης Κορίνθου ουδ᾽ όπως ηφάντωται τοις πολλοίς ωμολόγηται, αλλ᾽ οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέλων ωσθέντα εις βυθόν ριφθήναι θαλάσσιον, οι δε νευράς τόξων απαγχονισθήναι ισχυρίζονται».

 

Η πράξη αυτή τον συνόδεψε σε όλη του την ζωή. Σημάδεψε και αμαύρωσε την εικόνα και την ιστορία του Λέοντα Σγουρού. Οι μεν σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν « φοβερό βέβηλο στρατιώτη» οι δε Φράγκοι τον αποκαλούσαν « le miserable tyran ou roi de la Morée, appelé Sgouros,né a Nauplie…», που σημαίνει, ο άθλιος τύραννος ή βασιλιάς του Μωρηά, ονομαζόμενος Σγουρός, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο.. κ.λ.π.

                                                                                                                                          

Το Βυζάντιο, πάντα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση προς τους Σγουρούς και βέβαια και προς το πρόσωπο του νέου Άρχοντα, του Λέοντα. Αυτή η συμπάθεια και υποστήριξη του Βυζαντίου, έδινε δύναμη και ορμή στον φιλόδοξο νεαρό άρχοντα.

 

Επί αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Αγγέλου για τον οποίο ο Georg Ostrogofsky γράφει ότι ήταν   «… Ένας τιποτένιος  άνθρωπος, διψασμένος για εξουσία, αντιπροσωπευτικός γόνος της εποχής αυτής, της παρακμής. Σα να ήθελε να γελοιοποιήσει τη δυναστεία των μεγάλων Κομνηνών, ονόμασε τον εαυτό του Κομνηνό, επειδή το όνομα Άγγελος δεν του φαινόταν αρκετά ευγενικό» αλλά και γιατί ήθελε να ξεχαστεί το ανοσιούργημα της τύφλωσης και φυλάκισης του αδελφού του, ξέσπασαν πολλές στάσεις και ταραχές, και πολλές περιοχές αποσπάστηκαν και αυτονομήθηκαν από την αυτοκρατορία.

 

Ο Λέων Σγουρός που ήταν πλέον ισχυρός και είχε εδραιώσει την θέση του άρχοντα του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου, δεν έχασε την ευκαιρία. Αυτοανακηρύχτηκε ανεξάρτητος από την Βυζαντινή κυριαρχία.

 

« Ο Λέων Σγουρός βραχύ προ της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Σταυροφόρων είχε καταστεί κύριος της Ναυπλίας, του Άργους και της Κορίνθου ( ως και της περί τα οχυρά φρούρια υπαίθρου χώρας) και είχεν αναγορεύσει αυτός εαυτόν ανεξάρτητον από της βυζαντινής κυβερνήσεως ηγεμόνα» για το λόγο ότι «μεγάλη μάστιξ των Πελοποννησίων υπήρξεν, ως φαίνεται, ουχί σπανίως κατά τον Μεσαίωνα, και η απληστία και η φαυλότης των κυβερνητικών υπαλλήλων, οι οποίοι εκ Κωνσταντινουπόλεως εξεπέμποντο εις την κυρίως Ελλάδα» και « οίτινες πολλάκις την υπ̉ αυτών διοικουμένην χώραν προσέβλεπον και μετεχειρίζοντο ως εάν ήτο εχθρικό πεδίον». Αυτά γράφει η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη.

 

Το παράδειγμα του Σγουρού μιμήθηκαν και άλλοι φεουδάρχες και άρχοντες. Πολλοί επαναστάτησαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα αρχοντάτα ή φέουδα. Ο φεουδάρχης της Τραπεζούντας, οι Βρανάδες και οι Κατακουζηνοί στην Μεσσηνία, ο Λέων Χαμάρετος στη  Λακωνία,  οι Μελισσηνοί στη Φωκίδα,  Ο Βουτζαράς Δοξαπατρής στο Αράκλοβο της Αρκαδίας ( ο θρύλος τον θέλει γίγαντα που κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το ρόπαλό του αλλά και πικραμένο πατέρα αφού η κόρη του Μαρία Δοξαπατρή, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το κάστρο για να μην πέσει στα χέρια των κατακτητών)  κ.α.

 

Έχοντας πάντοτε  την υποστήριξη των γαμβρών και άλλων συγγενών του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄του Αγγέλου και κυρίως του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ του Στριφνού, ο Λέων συνεχώς μεγάλωνε το κράτος του, φτάνοντας να είναι ο ισχυρότερος άρχοντας της Πελοποννήσου.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Πολιορκία της Αθήνας

 

 

Ο Λέων παρακινούμενος από τον ορμητικό χαρακτήρα και την ακραία φιλοδοξία του, μετά την κατάληψη της Κορίνθου, πέρασε τον Ισθμό και κατέλαβε με ευκολία τις περιοχές των  Μεγάρων, της Ελευσίνας  και της Αττικής. 

 

Η Επόμενη κίνησή του ήταν η πολιορκία και η κατάληψη της Αθήνας. Αφού ενίσχυσε και οργάνωσε καλλίτερα το στρατό του στράφηκε εναντίον της με ισχυρές θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις.

 

Εκεί όμως, βρήκε σθεναρή αντίσταση από τον Μητροπολίτη της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτο ή Χωνιάτη, ο οποίος αρχικά ένοιωθε  φιλικά  αισθήματα  προς τον Σγουρό και τον οποίο αποκαλούσε « εν πνεύματι υιόν». Τώρα, τον παρότρυνε και τον παρακαλούσε να εγκαταλείψει την πολιορκία και να αποχωρήσει ειρηνικά από την Αθήνα.

 

Οι προτροπές και οι παρακλήσεις του Μητροπολίτη, δεν συγκίνησαν τον Λέοντα ο οποίος διέταξε σφοδρή επίθεση. Ο Μητροπολίτης και οι άνδρες του, μη αντέχοντας την ισχυρή πίεση, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην ασφαλή Ακρόπολη, την οποία ο Σγουρός πολιόρκησε στενά.

 

Ο Σγουρός για να λύσει την πολιορκία και να αποχωρήσει, αξίωσε από τον Μητροπολίτη την παράδοση ενός ασήμαντου και αναιδούς νεαρού, προκειμένου να τον τιμωρήσει. Ο Μιχαήλ όμως, μολονότι και αυτόν τον ίδιο είχε βρίσει άσχημα, αρνήθηκε να τον παραδώσει γνωρίζοντας εκ των προτέρων την σκληρή τύχη του κακότροπου νέου.

 

 

Η Άλωση της Θήβας

 

 

Αφού για αρκετό καιρό προσπάθησε να καταλάβει την Ακρόπολη χωρίς αποτέλεσμα, στο τέλος είτε γιατί πείστηκε από τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, για τον οποίον κατά βάθος έτρεφε κάποιον σεβασμό, είτε γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εκπορθήσει το φρούριο, έλυσε την πολιορκία.

 

Παρ᾽όλο τον όποιο σεβασμό όμως, γκρέμισε την πόλη της Αθήνας για τιμωρία και παίρνοντας ως αιχμάλωτο κάποιον νέο που ήταν συγγενής του Μητροπολίτη, πέρασε στην Βοιωτία, όπου σχεδόν αμαχητί κυρίευσε την Θήβα.

 

 

Ο Σγουρός στην Λάρισα και ο γάμος του

 

 

Μετά από εκεί, αφού πέρασε τις Θερμοπύλες, έφτασε στη Θεσσαλία και κατέλαβε την Λάρισα το 1204. Στόχος και σκοπός του ήταν να προχωρήσει και να καταλάβει την Θεσσαλονίκη η οποία βρισκόταν πλέον  υπό την κυριαρχία των Σταυροφόρων.

 

Οι Σταυροφόροι, μετά την άλωση της ανίσχυρης και σχεδόν διαλυμένης  Κωνσταντινούπολης την ίδια χρονιά και την λεηλασία της, αντί να στραφούν προς την Ιερουσαλήμ προκειμένου να την ελευθερώσουν από τους Μωαμεθανούς, όπως ισχυριζόντουσαν, στράφηκαν στο νότο συμπεριφερόμενοι ως στυγνοί κατακτητές και όχι ως «Στρατιώτες του Χριστού» σημαδεμένοι με το σύμβολο της υπέρτατης θυσίας του.

 

Στη Λάρισα, παντρεύτηκε την Ευδοκία, κόρη του έκπτωτου αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄Αγγέλου που είχε καταφύγει εκεί και χήρα του επί τρίμηνο αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄Δούκα του επονομαζόμενου Μουρτζούφλου (σμιχτοφρύδη)(28/01/1204-13/04/1204).

 

« Ο Αλέξιος Γ΄μη διαθέτοντας ούτε θέλησι ούτε δραστηριότητα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο» μας πληροφορεί ο Vasiliev στην ιστορία του.

 

Ο Αλέξιος Ε΄Δούκας ήταν ο μοιραίος και δειλός αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο οποίος εγκατέλειψε την Πόλη φοβούμενος την αιχμαλωσία του από τους Σταυροφόρους που την πολιορκούσαν και τον οποίο ο ίδιος ο πεθερός του Αλέξιος Γ΄ τύφλωσε, όταν αυτός ως φυγάς έφτασε νύχτα στην Μεσσηνόπολη της Θράκης.

 

 

Και για τον Μουρτζούφλο γράφει ο Vasiliev « …. Ο Μουρτζούφλος, γνωστός ως Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄ήτο οπαδός του Εθνικού Κόμματος, που διετίθετο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους ….Ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄, Δούκας Μουρτζούφλος, φοβούμενος μήπως συλληφθή  και πέση «στα δόντια των Λατίνων σαν μεζές ή επιδόρπιο» διέφυγε, ενώ η Κωνσταντινούπολι έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων».   

 

 Ο Σγουρός  αφού   έγινε γαμπρός  του  αυτοκράτορα, πήρε  όπως  ήταν η συνήθεια  και τον τίτλο του « Σεβαστοϋπερτάτου» τον οποίο έσπευσε να χαράξει στην σφραγίδα του, η οποία από την μια πλευρά έφερε την εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη με την επιγραφή:

ΑΓΙΟC ΘΕΟΔΩΡΟC

ενώ στην άλλη έγραφε το πιο κάτω δίστιχο:

CEBACTOYΠΕΡΤΑΤΟΝ ΜΑΡΤΥC ΜΕ CKEΠOIC

ΛΕΟΝΤΑ CΓΟΥΡΟΝ ΕΚ ΓΕΝΟΥC ΚΑΤΗΓΜΕΝΟΝ

 

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι η μέχρι την Λάρισα πορεία του Λέοντα ήταν σκληρή, βίαιη και αιματηρή. Ο Μητροπολίτης Αθήνας Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό, τονίζει την σκληρότητα του Λέοντα, και την επιλογή ορισμένων φρουρίων να παραδίδονται στους Φράγκους, που τους θεωρούσαν πιο επιεικείς και ανεκτικούς προς τους γηγενείς.

 

Αλλά και ο αδελφός του Μητροπολίτη, ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, δεν υπήρξε φιλικός απέναντι στον Σγουρό. « Ο δε Σγουρός ούτος εκ του Ναυπλίου γεγεννημένος χρόνον μέν τινα των εκ του γένους βία μάλλον ήπερ πειθοί κατίσχυε πατρώον τι μέτρον αναπληρών και χειρίζων ουχ αιμάτων καθαρεύον κληρούχημα. Αεί δε τω των πραγμάτων ανωμάλω εκδιδούς και στασιώδεσι καιροίς οιδαινόμενος μέγας εκ μικρού πρόεισιν, ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι˙το γάρ ιππόβοτον Άργος υπονοθεύσας και επί τωδε την Κόρινθον ληισάμενος και προιών αεί τοις ληστεύμασιν˙είτα και ταίς Αθήναις αυταίς προσήραξε μετά πολεμικών νηών και τον Ισθμόν διελθόντος στρατεύματος». 

 

 

Η Υποχώρηση στην Πελοπόννησο          

 

 

Ο Σγουρός είχε μεγάλες προσδοκίες και βλέψεις. Φλεγόταν από την επιθυμία της δημιουργίας δικού του μεγάλου κράτους που θα απλωνόταν από το Ναύπλιο μέχρι την Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν.

 

Μετά την άλωση της Πόλης, προέκυψε το σοβαρό πρόβλημα της εκλογής αυτοκράτορα. Ένας ισχυρός άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τον θρόνο ήταν ο αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας όμως αρνήθηκε σθεναρά. Αντί του Βονιφάτιου, αναρριχήθηκε στο θρόνο ο Βαλδουΐνος, Κόμης της Φλάνδρας.

 

Οι Σταυροφόροι στην συνέχεια ασχολήθηκαν με το μοίρασμα των εδαφών του Βυζαντίου. Στον Βονιφάτιο Μομφερατικό υποσχέθηκαν μερικές κτήσεις της Μικράς Ασίας αλλά τελικά του έδωσαν  την Θεσσαλονίκη με την γύρω περιοχή της Μακεδονίας, την Θεσσαλία και την ηπειρωτική Ελλάδα, που αποτέλεσαν το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης το οποίο διαφέντευε ο Βονιφάτιος ως βασιλιάς, υποτελής του Βαλδουίνου.

 

Όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1204, δεν έχασε τον καιρό του. Παντρεύτηκε την Ουγγαρέζα Μαργαρίτα (ή Μαρία), χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄Αγγέλου και την οποία προσηλύτισε με την βοήθεια του Καρδιναλίου Σοφρέδου στον Καθολικισμό.

 

Αυτήν άφησε ως επίτροπό του στην Θεσσαλονίκη και αυτός επικεφαλής μεγάλης στρατιάς αποτελούμενης από Γερμανούς, Νορμανδούς, Βουργουνδούς και Καμπανίτες ιππότες αλλά και από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ταχθεί με το μέρος του λόγω του ευγενικού και ήπιου χαρακτήρα του. Μαζί του είχε και τον πρόγονό του, γιό του Ισαάκιου και της Μαργαρίτας και τους Γάλλους ευγενείς Γουλιέλμο Σαμπλίτ και Όθωνα ντε λα Ρός.

 

Τον Οκτώβρη του 1204, περνάει τα Τέμπη, εισέρχεται στη Θεσσαλία και επιχειρεί την απόκτηση ολόκληρης της Στερεάς αλλά και της Πελοποννήσου, την οποία του είχαν παραχωρήσει οι Ενετοί λόγω ελλείψεως χερσαίων δυνάμεων, όταν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, μοίρασαν τις επαρχίες της οι νικητές.

 

Ο Άρχοντας του Ναυπλίου, αντιλαμβάνεται  ότι  οι  δυνάμεις  του  Βονιφάτιου είναι ισχυρότερες και πιο οργανωμένες από τις δικές του. Εγκαταλείπει την Λάρισα και συνοδευόμενος από την οικογένεια του και τον πεθερό του, παραμένει για λίγο στις Θερμοπύλες.

 

Για μια στιγμή σκέπτεται να οχυρωθεί εκεί και να αντισταθεί στις δυνάμεις των Φράγκων. Μετά όμως από ωριμότερη σκέψη αποφασίζει ότι φρονιμότερο είναι να καταφύγει στην Κόρινθο και να οχυρωθεί στο ασφαλέστερο φρούριο της Ακροκορίνθου. Έτσι πράττει.

 

Ο Βονιφάτιος, ακολουθεί τον Σγουρό «κατά πόδας». Κυριεύει την Λάρισα. Γίνεται αμαχητί κύριος της Θήβας.  Κατευθύνεται προς τις Θερμοπύλες. Η μικρή δύναμη που έχει αφήσει πίσω του ο Σγουρός στη θέα των σιδηρόφρακτων ιππέων του Βονιφάτιου, τρέπεται σε φυγή.

 

Μετά την κατάληψη της Αθήνας, εγκαθιστά και ονομάζει « Δούκα των Αθηνών» τον Όθωνα ντε λα Ρός. Με όλες του τις δυνάμεις κατευθύνεται στον Ισθμό. Συντρίβει τα στρατεύματα του Σγουρού και καταλαμβάνει την πόλη της Κορίνθου.

 

Αιχμαλωτίζει τον πεθερό του Λέοντα, τον έκπτωτο αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄και την σύζυγό του Ευφροσύνη, τους οποίους με συνοδεία στέλνει στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να παραδοθούν στον αυτοκράτορα. Αυτοί βέβαια, στο δρόμο δωροδόκησαν τους  στρατιώτες της φρουράς τους και διέφυγαν, εγκαταλείποντας όλα τα πολύτιμα σκεύη ακόμη και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, τα οποία παραδόθηκαν στον αυτοκράτορα Βαλδουῒνο.

 

Ο Φράγκος ηγέτης πολιορκεί στενά την Ακροκόρινθο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είναι τόση η επιθυμία του και η αποφασιστικότητα του να καταλάβει την συγκεκριμένη περιοχή, που συγχρόνως με την επιχείρηση άλωσης της Ακροκορίνθου, στέλνει μέρος του στρατού του να πολιορκήσουν το Ναύπλιο.

 

Ο Σγουρός από την μεριά του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία « …Εκείθεν αφορμώμενος προσέβαλλε συχνά τους κατέχοντας την κάτω πόλιν της Κορίνθου Φράγκους και πολλούς εξ αυτών εξολώθρευσεν».(Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τους Βέη και Κορδάτο).

 

Εν τω μεταξύ, αγγελιοφόρος πληροφορεί τον Βονιφάτιο ότι η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε κίνδυνο, γιατί ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Ιωάννης ο Αζάνης παρακινούμενος από τους Βυζαντινούς επιτίθεται στην πρωτεύουσά του. Ανήσυχος ο Βονιφάτιος ετοιμάζεται επειγόντως να αναχωρήσει. Λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και ανακαλεί τις δυνάμεις που πολιορκούσαν το Ναύπλιο.

 

Μέσα στην σύγχυση που επικρατεί και ζυγίζοντας την κατάσταση ο Σγουρός, αιφνιδιαστικά και αποφασιστικά κατεβαίνει από το φρούριο του νύχτα και προλαβαίνοντας το στρατό του αντιπάλου του στον Ισθμό, προκαλεί σημαντικότατες απώλειες.

 

 

Καπετάνιος των Ρωμαίων

 

 

Ο Μητροπολίτης Μονεμβασιάς Δωρόθεος γράφει στην σύντομη ιστορία του ότι «Ο Σγουρός ο δε Καπετάνιος των Ρωμαίων, όπου ήτανε επάνω εις το κάστρο της Κορίνθου, ως είδεν ότι το Φράγκικο φουσάτο εμίσεψε και επήγεν εις το Άργος (;) κατέβη την νύκτα με τέχνην και εμπήκεν εις την κάτω χώραν της Κορίνθου, εκεί όπου εφύλαγαν οι Φράγκοι, και τους έκοψεν όλους και επήρε την χώραν». ( Μιχαήλ Λαμπρυνίδης).

 

Για τέσσερα χρόνια ο Σγουρός πολεμά και αντιστέκεται στους Φράγκους. Η σύγκρουσή του μαζί τους – έστω κι αν έχει μια προσωπική φιλοδοξία- τον αναδεικνύει υπερασπιστή του Βυζαντινού Κράτους. Στην συγκεκριμένη δε στιγμή η ισχυρή αντίσταση που προβάλλει εκμεταλλευόμενος το φυσικό κάστρο της Ακροκορίνθου, του προσδίδει την τιμητική ιδιότητα του προμάχου και προασπιστή ολόκληρου του Μορηά. 

 

Για το κατόρθωμα αυτό ο γενναίος Θεόδωρος Α΄Λάσκαρης ( 1204-1222) ο οποίος, μετά την άλωση της Πόλης, είχε ιδρύσει την αυτοκρατορία της  ισχυρής Νίκαιας στην Μικρά Ασία το 1206, επιθυμώντας να στηρίξει ηθικά τον Σγουρό για τους αγώνες του, τον τίμησε με τον τίτλο του  Σεβαστοϋπέρτατου το 1207. Αλλά και ο Μιχαήλ Κατακουζηνός, ο οποίος εκτιμούσε και αναγνώριζε τους αγώνες του, υποκίνησε επανάσταση κατά των Φράγκων μετά από συνεννόηση μαζί του.

 

 

 

Ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ

 

 

 

Όταν ο Βονιφάτιος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για την Θεσσαλονίκη, ανέθεσε την κατάκτηση της Πελοποννήσου στον φίλο του και συμπολεμιστή του Γουλιέλμο Σαμπλίτ, ο οποίος το 1207 αναγνωρίστηκε από τον Πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο τον Γ΄ ως νόμιμος ηγεμόνας της Πελοποννήσου ή όπως τότε την αποκαλούσαν Αχαΐα. ( Princeps totius Achaiae Provincie).

 

Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος ιππότης που τον έλεγαν Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο, ανεψιός και συνονόματος του Σταυροφόρου και ιστορικού Γοδεφρείδου Βιλλαρδουΐνου, συμπολεμιστή του Βονιφάτιου και του Γουλιέλμου Σαμπλίτ στην Δ΄Σταυροφορία, βρισκόταν κάπου μεταξύ Παλαιστίνης και Συρίας, αφού από νωρίς είχε χωριστεί από τους υπόλοιπους Σταυροφόρους και είχε ακολουθήσει την αρχική πορεία προς τους Αγίους τόπους.

 

 Όταν έμαθε την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους έσπευσε προς τα εκεί αλλά παρασυρμένος από τους θαλασσινούς ανέμους και μια σφοδρή καταιγίδα, παρασύρθηκε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και προσορμίστηκε τυχαία στην Μεθώνη.

 

Εκεί αφού αρχικά συναντήθηκε με τον Ιωάννη Κατακουζηνό, συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί του και να τον βοηθήσει να καταλάβει τις παραλιακές περιοχές από την Πύλο μέχρι την Πάτρα.

 

Γρήγορα όμως διαφώνησαν. Ο Γοδεφρείδος αποχώρησε. Γνωρίζοντας ότι ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πολιορκούσε την Ακροκόρινθο, απευθύνθηκε σ᾽ αυτόν και τάχθηκε  στην υπηρεσία του.

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, έμεινε κοντά στον Γουλιέλμο Σαμπλίτ, ο οποίος αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του, τον διόρισε άρχοντα Καλαμάτας και του ανέθεσε, ως ειδική αποστολή, την πολιορκία του Ναυπλίου.

 

Ο νέος ηγεμόνας προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του προκατόχου του και να αποκτήσει το γρηγορότερο την Πελοπόννησο και κυρίως να καταστρέψει το αρχοντάτο του Λέοντα Σγουρού, μη συγχωρώντας σε αυτόν την καταστροφή  που είχε προξενήσει στο στρατό του φίλου του Βονιφάτιου.

 

Ενώ αυτά προγραμμάτιζε και ετοίμαζε τις δυνάμεις του για την εναντίον του Σγουρού επίθεση, ένα μήνυμα από την Γαλλία ανέτρεψε τα πάντα. Ο άτεκνος αδελφός του Λουδοβίκος είχε πεθάνει και μόνος διάδοχος ήταν ο Γουλιέλμος. Τον καλούσαν λοιπόν να αναλάβει την ηγεμονία της Βουργουνδίας.

 

Με την συνοδεία δύο ιπποτών και δώδεκα υπαξιωματικών, αναχώρησε από το λιμάνι της Γλαρέντζας ( Κυλλήνη) το Μάϊο του 1209.

 

Την ηγεμονία της Πελοποννήσου ανάθεσε στον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο εκφράζοντας και πάλι την βαθειά του επιθυμία να καταλάβει τις πόλεις της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου, κάτι που ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει.

 

Πριν την ανάθεση των καθηκόντων του τοποτηρητή της ηγεμονίας στον Γοδεφρείδο, οι δύο άντρες υπέγραψαν συμφωνία που επισφραγίστηκε με όρκο, ότι αν μέσα σε ένα χρόνο δεν εμφανιστεί ο ίδιος ο Γουλιέλμος ή άλλος συγγενής του για να αναλάβει την ηγεμονία, τότε αυτή θα έμενε για πάντα στα χέρια του Γοδεφρείδου.

 

 

Γοδεφρείδος Βιλλαρδουΐνος και Ροβέρτος

 

 

 

 

Όταν ο Γουλιέλμος ανέλαβε την εξουσία της Βουργουνδίας και τις ευθύνες της Κομητείας, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Έστειλε λοιπόν αμέσως τον ανεψιό του Ροβέρτο να αναλάβει την ηγεμονία της περιοχής, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.

 

Ο Ροβέρτος αν και αναχώρησε έγκαιρα από την Βουργουνδία αντιμετώπισε πολλές χρονοβόρες δυσκολίες. Κακοκαιρία και τρικυμίες αλλά και διάφορα άλλα εμπόδια που προφανώς με δάκτυλο του Γοδεφρείδου του προέκυψαν, όπως η παραμονή του επί τουλάχιστον δύο μήνες στην Βενετία, τον καθυστέρησαν αρκετά.

 

Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Γοδεφρείδος μετά από συνεννόηση με τους Ενετούς καθυστερούσε σκόπιμα την άφιξη του Ροβέρτου. Πέρα από τις καιρικές συνθήκες και την καθυστέρηση στην Βενετία, ο καπετάνιος του πλοίου, αντί να τον αποβιβάσει στη Γλαρέντζα, τον άφησε στην Κέρκυρα.

 

Παρ᾽ όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει στην Γλαρέντζα και να αποβιβαστεί στον όρμο του Αγίου Ζαχαρία, λίγες μόλις ημέρες πριν την λήξη της διορίας.

 

Ο Βιλλαρδουΐνος μαθαίνοντας κρυφά από ανθρώπους του ότι τελικά έφτασε ο Ροβέρτος, και παριστάνοντας ότι δεν γνωρίζει την άφιξη, αναχωρεί από την Ανδραβίδα, πηγαίνει στην Καλαμάτα και στην συνέχεια στην Λακωνία, αποφεύγοντας την δυσάρεστη συνάντηση με τον Ροβέρτο.

 

Είχε αποφασίσει να μην αρνηθεί φανερά και καθαρά την παράδοση της ηγεμονίας αλλά να ακολουθήσει την τακτική της καθυστέρησης και κωλυσιεργίας  και επομένως την παραβίαση των χρονικών ορίων τα οποία προβλέπονταν στην συμφωνία.

 

Ο Ροβέρτος, αφού περιπλανήθηκε αρκετές ημέρες ακολουθώντας τον Βιλλαρδουΐνο, κατόρθωσε τελικά να τον συναντήσει στην Λακωνία λίγο μετά την εκπνοή της προθεσμίας.

 

Του ζήτησε  να  του  παραδώσει  την  ηγεμονία  έστω  κι αν  είχε  καθυστερήσει λίγες ημέρες.

Ο Βιλλαρδουΐνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας τον Ροβέρτο έκπτωτο λόγω παραβίασης των όρων της συμφωνίας.

 

Το συμβούλιο των Φράγκων ιπποτών και Φεουδαρχών της Πελοποννήσου, των οποίων την υποστήριξη ζήτησε ο Ροβέρτος, χωρίς καμία επιφύλαξη δικαίωσε τον Βιλλαρδουΐνο, τον οποίο χωρίς καθυστέρηση αναγνώρισαν οριστικά ως ηγεμόνα της Αχαΐας και μάλιστα έσπευσαν να τον στέψουν σύμφωνα με τους ιπποτικούς κανόνες.

 

Μετά από την δυσμενή αυτή εξέλιξη, ο Ροβέρτος επέστρεψε άπρακτος στη Βουργουνδία και ποτέ δεν ξανακούστηκε κάτι γι᾽αυτόν.

 

 

Ο μισέρ Τζεφρές

 

 

 

 

Η χωρίς ενδοιασμούς και καθυστερήσεις αναγνώριση του Γοδεφρείδου από τους υπόλοιπους άρχοντες και Φεουδάρχες της Πελοποννήσου, στηριζόταν κυρίως στα φιλικά αισθήματα και την συμπάθεια που ένοιωθαν προς το πρόσωπο του. Η συμπάθεια και η εκτίμηση όμως προς αυτόν δεν προερχόταν μόνο από τους Φράγκους αλλά και από πολλούς Έλληνες οι οποίοι αποφεύγοντας το κανονικό αλλά δύσκολο όνομά του, τον αποκαλούσαν μισέρ Τζεφρέ.

 

Αυτό γίνεται φανερό από επιστολή του Μητροπολίτη Μονεμβασιάς Δωρόθεου ο οποίος γράφει: « …ο μισέρ Τζεφρές ήτο καλός άνθρωπος και τον αγαπούσαν Ρωμαίοι και Φράγκοι δια τας χάριτας όπου είχε. Και έτσι εβουλεύτησαν οι άρχοντες, οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι, να κάμουν αφέντην του Μορέως τον μισέρ Τζεφρέν».

 

Την υποστήριξη των ιπποτών και αρχόντων ο Βιλλαρδουΐνος δεν την ξέχασε. Μόλις ανέλαβε και επίσημα την εξουσία, παραχώρησε σε αυτούς μεγάλες και εύφορες περιοχές του Πριγκιπάτου του, αναγνωρίζοντας την μεγάλη τους βοήθεια και συνδρομή.

 

Ήταν τόση η υπόληψη και η εμπιστοσύνη που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι Έλληνες ώστε έφθασαν στο σημείο, κυρίως οι κάτοικοι της Πελοποννήσου κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από τους πολύχρονους πολέμους και τις λεηλασίες, να σκέπτονται την αυτόβουλη παράδοση τους.

 

Ακόμη και κάστρα και πόλεις που δεν είχαν παραδοθεί ούτε είχαν υποκύψει, προτείνουν την παράδοσή τους αρκεί αυτός να υποσχεθεί γραπτά και με όρκο ότι θα σεβαστεί τα έθιμα τους και την θρησκεία τους και ότι δεν θα αναγκάσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους να γίνουν καθολικοί.

 

Ο Βιλλαρδουΐνος δέχτηκε αμέσως. Έδωσε το έγγραφο που του είχαν ζητήσει και ορκίστηκε για την τήρηση των υποσχέσεων του, γιατί αφενός δεν ήταν φανατικός Καθολικός ούτε ένοιωθε μίσος προς τους ανθρώπους που πίστευαν σε άλλες θρησκείες και δόγματα.

 

Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος που τον οδήγησε στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας ήταν τα εχθρικά αισθήματα που έτρεφε για τον Πάπα, ο οποίος πεισματικά αρνιόταν να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο ηγεμόνα της Αχαΐας, θεωρώντας τον σφετεριστή της αρχής. 

 

 

 

 

Η κατασκοπευτική επιδρομή των Λομβαρδών και ο θάνατος του Λέοντος Σγουρού

 

 

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, ο Λέων Σγουρός παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των πόλεων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου, υπερασπιζόμενος και των τριών κατά των επιθέσεων των Φράγκων, οι οποίες είχαν πυκνώσει και είχαν γίνει ιδιαίτερα απειλητικές μετά την ανάληψη της εξουσίας της Πελοποννήσου από τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο.

 

Εκτίμησε ότι θα ήταν πιο ασφαλής αν αποσυρόταν στο Ναύπλιο. Εξασφάλισε λοιπόν άφθονα τρόφιμα και άλλα εφόδια και οχυρώθηκε στο σίγουρο φρούριο του. Έτσι ένοιωθε έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο.

 

Στο τέλος του 1208 ή στην αρχή του 1209, μερικοί Λομβαρδοί ιππείς κατάφεραν να φτάσουν κρυφά μέχρι την πύλη του Ναυπλίου, προφανώς για να κατασκοπεύσουν τις θέσεις και την δύναμη των υπερασπιστών της πόλης.

 

Οι Ναυπλιώτες φρουροί τους κατάλαβαν και  τμήμα της φρουράς με επί κεφαλής τον ίδιο τον Σγουρό τους καταδίωξαν. Η καταδίωξη ήταν άγρια και άτακτη. Οι Λομβαρδοί σκορπίστηκαν πανικόβλητοι στους αγρούς και στα χαντάκια.

 

Ο Σγουρός με την γνωστή του ορμή σε κάποια στιγμή χωρίστηκε από την υπόλοιπη φρουρά. Έφιππος, χτυπούσε τους τρομαγμένους Λομβαρδούς με μανία. Κάποιος Λομβαρδός κρυμμένος σε ένα χαντάκι τον αναγνώρισε. Συγχυσμένος και έντρομος χτυπάει με το δόρυ του  τον ανύποπτο άρχοντα στην κοιλιά. Εκείνος πέφτει. Ο άρχοντας Σγουρός είναι νεκρός.

 

Αργότερα, οι στρατιώτες που γύριζαν στην πόλη μετά την διάλυση των Λομβαρδών, βρήκαν τον άρχοντα τους. Τον μετέφεραν στο Ναύπλιο και τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια στο νάρθηκα του Μητροπολιτικού ναού. Η οδύνη και οι θρήνοι όλου του λαού και κυρίως της συζύγου του, ακουστήκανε  μέχρι τις πιο μακρινές βίγλες του φρουρίου.

 

 

 

Ο Θρύλος της αυτοκτονίας  

 

 

Στην εξιστόρηση ηρωϊκών κατορθωμάτων, που αναφέρονται σε σπουδαίους ανθρώπους, πρίγκιπες, άρχοντες και βασιλιάδες το λόγο παίρνει το τραγούδι ή το ποίημα. Σε όλα όμως χωράει και η φαντασία. Έτσι βλέπουμε καμιά φορά οι ήρωες να πεθαίνουν δύο φορές ή ενώ έχουν ήδη πεθάνει να υπερασπίζονται τα κάστρα τους και τις πριγκίπισσες τους.

 

Άλλες φορές ο λαός τους θέλει αθάνατους. Κοίτα τον Διγενή. Κάπως έτσι γεννώνται οι θρύλοι. Κάπως έτσι μπερδεύεται μέσα μας η ιστορία και ο θρύλος. Αυτό ταιριάζει και στον Λέοντα.

 

Τι τάχα θέλουμε; Εγώ πάντως προτιμώ να βλέπω την ιστορία μέσα από μια αέρινη μυστική αχλή. Να βλέπω στα κάστρα του Ναυπλίου, στις βίγλες του, στον θαλασσινό του πύργο, στην πύλη της ξηράς, τις λαμπερές σιδερένιες πανοπλίες, τα ψηλά λοφία στα κράνη και τα πολύχρωμα φλάμπουρα με τα οικόσημα του, στα χέρια των υπερασπιστών του.

 

Πεθαίνει ένας Σγουρός από σκουτάρι; Μπορεί να σκοτωθεί από ένα φοβισμένο στρατιώτη;    «…υπήρξε δε μακρά η ένοπλος κατά των Φράγκων δράσις του Λέοντος Σγουρού, ο οποίος απελπίσαι επί τέλους έφιππος κατερρίφθη από του απορρώγος Ακροκορίνθου, ίνα επί των κάτωθι αυτού βράχων κατασυντριβή εις άμορφον πτώμα».

 

Η έφιππη θρυλική του αυτοκτονία από τον Ακροκόρινθο. Ηρωϊκός στην απελπισία του.

 

Έτσι τα λέει  η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη στο ωραίο της βιβλίο « Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες».  

Τέλος, στο καλό βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Μια πόλη στην Λογοτεχνία. Ναύπλιο» βρίσκουμε σ᾽ ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου, μια άλλη γραφή.

 

« Ήτανε κι αυτός ένας από μας τους ανθρώπους…».

 

 

                                                                                                 Αντώνιος Σιούτος

 

Υποσημείωση

 

 

* Κουγκέστα. Ο Συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος. Μάλλον ο πατέρας του ήταν Φράγκος και η μητέρα του Ελληνικής καταγωγής. Αφηγείται την ιστορία της κατάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους και αρχίζει από το 1104. Από θρησκευτικό φανατισμό, πολλές φορές στρέφεται κατά των Ελλήνων. Υπάρχουν δύο εκδόσεις. Στην Γαλλική και την Ελληνική σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Από ένα στίχο προκύπτει ότι ο συγγραφέας κάποιες φορές απέδιδε τα κείμενά του προφορικά. « Ει μεν ηξεύρεις γράμματ συχν᾽αναγίνωσκέ τα ει δε και είσ᾽αγράμματος κάθου σιμά μου μάθε».

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.
  •  Θοδωρή Γκόνη, « Ναύπλιο – Μια Πόλη στη Λογοτεχνία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2002.
  •  Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Εκδόσεις Μπεργάδη.
  •  Ηλία Λάσκαρη, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες», Τόμος β,  Έκδοση Ελεύθερος Τύπος, 1995.

 

   

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος, Ναύπλιο

 

«Είναι ό μόνος ναός πού χτίσθηκε το 1702 με τις φροντίδες και τα έξοδα της Ναυπλιακής Αδελφότητας των Ορθοδόξων Ελλήνων, όπως θετικά βεβαιώνει πλάκα εντειχισμένη στην ανατολική πλευρά με κτιτορική επιγραφή σε Ιαμβικούς στίχους:

«Νεώς ο θείος Σπυρίδωνος θεσκέλου νυν εκ θεμέθλων συντόνως ανιδρύθη, εσθλή τε βουλή και χορηγία αφθόνω αδελφότητος ευσεβούς τε απάσης ΑΨΒ».

 

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος

Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος

Μας είναι άγνωστο αν στη θέση αυτή προϋπήρχε* κάποια άλλη ομώνυμη μικρότερη εκκλησιά, και το γιατί αφιερώθηκε στον πολιούχο της Κέρκυρας. Ο μεταβυζαντινός αυτός ναός έχει σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάγωνο μεγάλο τρούλο και ημιεξάπλευρη κόγχη Ιερού.

Η ανέγερση του κωδωνοστασίου έγινε το 1853. Η διακόσμηση και αγιογράφηση του κεντρικού τρούλου και των τριγωνοειδών θέσεων των Ευαγγελιστών έγινε με δαπάνη της Σοφίας χήρας Γεωργίου Ανδριανοπούλου το 1902 (Εργολαβικό Συμφωνητικό).  

 

Στο αριστερό προσκυνητάρι του Ναού, είναι η Εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, έργο του «Άντων. Μπαροΰ 1897, δαπάνη των ευλαβών γυναικών τής ενορίας του  Αγίου Σπυρίδωνα. Το 1928 ενέσκηψε στο Ναύπλιο επιδημία θανατηφόρος «πανώλη» (πανούκλα) με πολλούς θανάτους κατοίκων της πόλης. Οι Ναυπλιώτες ανήσυχοι και τρομοκρατημένοι από την απειλή του θανάτου, έκαναν λιτανεία με την Εικόνα τής Αγίας στο Ναύπλιο, παρακαλώντας με δάκρυα την Αγία να τούς σώσει από την θανατηφόρο αυτή ασθένεια. Και το θαύμα έγινε και  σώθηκαν από το βέβαιο θάνατο, γιατί δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη τα απαραίτητα φάρμακα, για να καταπολεμηθεί ή αρρώστια αυτή και τόσες άλλες, από τις όποιες πέθαιναν πολλοί άνθρωποι. Από τότε, σε έκφραση ευγνωμοσύνης, προς την Αγία Βαρβάρα, γίνεται συνεχώς μέχρι σήμερα, ή λιτάνευση της Αγίας Εικόνας της, κατά την παραμονή της Εορτής της, 3 Δεκεμβρίου, μετά την ακολουθία του πανηγυρικού Εσπερινού.

 

Ο Ναός ήταν ενοριακός μέχρι το 1952. Στον ναό αυτόν εκκλησιάζονταν  τακτικά, ο ευλαβής Κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους αείμνηστος Ιωάννης Καποδίστριας, θύμα της « διχόνοιας της δολερής» πού δυστυχώς, ως μη έπρεπε, χαρακτηρίζει εμάς, τούς κατά τα άλλα άξιους Έλληνες. Στην κύρια θύρα του Ναού, πάνω στην σημερινή οδό Καποδιστρίου, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ο  Ιωάννης Καποδίστριας, ημέρα Κυριακή που πήγαινε στην αγαπημένη του εκκλησία να προσευχηθεί (27 Σεπτεμβρίου 1831).   

 

Στου Αγίου Σπυρίδωνα την Εκκλησία

 

«Στις έξι το πρωί ήρθαν οι «δικιωτές» οι Μανιάτες, οι Μαυρομιχάληδες και πιάσανε ζερβόδεξα τις παραστάδες της θύρας, κάνοντας πρώτα το σταυρό τους κι ανάβοντας κερί ευλαβικά, ντυμένοι τα καλά τους, κρυμμένα τα όπλα τους, για τρίτη φορά – στις 20, στις 26, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 – αποφασισμένοι. Κι εκείνος, ο Κυβερνήτης, ήρθε στα εθνικά τα χρώματα, στα κυριακάτικα του.

Στο αντίκρυσμά τους όλα τα κατάλαβε, μα δεν αλλαξοδρόμησε. Το στερνό βήμα του Καποδίστρια πάνω σε τούτο το κατώφλι κι ο στερνός χαιρετισμός του προς τον Κωνσταντή, τον ίδιο του το δολοφόνο, πού τον άρπαξε από το λαιμό και του έριξε με τη δίβολη πιστόλα στο κεφάλι… όταν την ίδια σχεδόν στιγμή ο Γιώργης Μαυρομιχάλης κάρφωσε το μαυρομάνικο μαχαίρι του στη δεξιά βουβώνα του Καποδίστρια. Και τα δυό κτυπήματα θανατηφόρα».**

 

Υποσημειώσεις

 

* Το 1696 υπήρχε ενορία του Αγίου Σπυρίδωνος της οποίας το κτίριο έπαθε ζημιές «εις τον καιρό του πολέμου», σημειώνει ο εφημέριος Παρθένιος. Ο βομβαρδισμός του Ναυπλίου από τους Ενετούς, το 1686, ήταν καταστροφικός, γιατί από τις σαράντα εκκλησίες που είχε, οι μισές περίπου ερειπώθηκαν.

(Πέτρος Σαραντάκης, Αργολίδα – Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της, σελ. 81).      

**  Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιο 1988 – Κείμενα και Εικόνες, σελ. 165.

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Αθ. Γιαννόπουλου, Πρωτοπρεσβύτερου, « Ιεροί Ναοί Ναίδρια  & Εφημέριοι αυτών της πόλεως Ναυπλίου », Ναύπλιον 2008.
  • Πέτρου Σαραντάκη, «Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια της», Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, Αθήνα 2007.  
  • Ντιάνα Αντωνακάτου ,«Ναύπλιο  – Κείμενα και Εικόνες  », Αθήνα 1988.

 

 

Read Full Post »

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου


 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού  κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.

 

Μπούρτζι, ελαιογραφία του Karl von Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος). Μόναχο περίπου, 1837.

 

Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς. 

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου, στο βάθος το Μπούρτζι, 1928.

 

Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες.  Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βρούστι  Αργολίδας  στην Βενετική απογραφή του 1700.

 

Το Βρούστι το μνημονεύει ή Βενετική απογραφή του 1700, με 20 οικογένειες.  Αλλά τοπωνύμιο Βρούστι μνημονεύεται και σε Βενετικά έγγραφα του 1465 κοντά στην Καρύταινα. Ο Φάσμερ* στο κεφάλαιο περί Αργολίδος δέχεται το Βρούστι ως σλαβικό και ότι σημαίνει τόπο άδενδρο. Αν όμως αυτό ήταν τότε έπρεπε να υπάρχουν πάρα πολλά ίδια τοπωνύμια πού να δηλώνουν τις γυμνές από δένδρα εκτάσεις ή περιοχές. Το πιθανότερο είναι να προέρχεται από το γερμανικό Brust πού σημαίνει στήθος γιατί πραγματικά το ύψωμα της Αργολίδας όπου είναι το Βρούστι μοιάζει με στήθος. Η γερμανική προέλευση του τοπωνυμίου μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι το τοπωνύμιο Βρούστι της Καρύταινας βρίσκεται κοντά και νότια της Φολόης, όπου ο βυζαντινός στρατηγός Στιλίχων* νίκησε και διέλυσε τούς συγκεντρωθέντος εκεί εισβολείς Βησιγότθους μετά το θάνατο του Μ. Θεοδοσίου (395μ.Χ.). Για την προέλευση του Αργολικού χωριού Βρούστι μπορούμε να δεχθούμε με ικανή βεβαιότητα ότι προέρχεται από το αντίστοιχο τής Αρκαδίας, διότι:

 

Τοπωνύμιο Βρούστι εκτός Αργολίδας και Αρκαδίας πουθενά αλλού δεν βρέθηκε.

 

Κατά το 1465 το Αρκαδικό Βρούστι ήταν εδαφωνύμιον.

 

Το Αργολικό Βρούστι πρέπει να εποικίσθηκε από τον Θεόδωρο Παλαιολόγο με εποίκους από το αντίστοιχο Αρκαδικό. Εξ άλλου ή αρβανίτικη ονομασία του όρους Μπαχριάμι (Κορυφή) επί του οποίου υπάρχει το Βρούστι καθώς και άλλα τοπωνύμια του όρους υποδηλώνουν ότι και στο Βρούστι εγκαταστάθηκαν Αλβανοί, ή ότι υπήρχαν στους κατοίκους του και αλβανόφωνοι.

 

 

Υποσημειώσεις

* Φάσμερ Μαξ.

 Γερμανός γλωσσολόγος και βυζαντινολόγος (1886). Διατέλεσε υφηγητής της ινδογερμανικής γλωσσολογίας στην Πετρούπολη και τακτικός καθηγητής της σλαβικής φιλολογίας στη Λειψία (1921) και στο Βερολίνο (1925).

 * Στιλίχων

Βάνδαλος στρατηγός του ρωμαϊκού στρατού, ουσιαστικός κυβερνήτης του δυτικού ρωμαϊκού κράτους. Κέρδισε αρχικά την εύνοια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’, του οποίου την ανεψιά Σερήνα πήρε ως σύζυγο. Μετά το θάνατο του Θεοδόσιου ανέλαβε αρχιστράτηγος και επίτροπος του ανήλικου βασιλιά Ονώριου (395 μ.Χ.), στον οποίο έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Μαρία. Φιλοδοξούσε να επεκτείνει την κυριαρχία του και στο Ανατολικό κράτος και εκμεταλλεύτηκε την επανάσταση των Γότθων, για να προελάσει στη Μακεδονία. Νίκησε το 396 μ.Χ. τον Αλάριχο στη Φολόη της Ήλιδας και το 403 μ.Χ. τους εκδίωξε από την Ιταλία. Το 406 μ.Χ. αντιμετώπισε με επιτυχία τις επιδρομές των γερμανικών φύλων και συνέλαβε τον ηγεμόνα τους Ραδαγαΐσιο, τον οποίο και θανάτωσε. Τελικά ο Στιλίχων συκοφαντήθηκε ότι ήρθε σε συνεννοήσεις με τον Αλάριχο και θανατώθηκε με διαταγή του Ονώριου το 408 μ.Χ.

 

Πηγές

  •  Ιωάννου Ε. Πέππα, « Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής », Αθήνα 1990.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »