Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Ιπποκράτης (5ος αιώνας π.Χ.)


  

Πατέρας της Ιατρικής και μέγιστος των ιατρών χαρακτηρίζεται ο Ιπποκράτης, ο Δωριεύς που έγραψε στην ιωνική διάλεκτο και χρησιμοποίησε πρώτος στην Ιατρική το πείραμα, ανάγοντάς την από εμπειρική τέχνη σε επιστήμη. Χρυσή εποχή της Ιατρικής χαρακτηρίζεται το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ., κατά το οποίο ο Ιπποκράτης συνέγραψε πλήθος πονημάτων για φυσιολογία, ανατομία, παθολογία, θεραπευτική χειρουργική, μαιευτική και άλλες ειδικότητες και μίλησε πρώτος για το περιβάλλον σε σχέση με την υγεία. Προσκλήθηκε και συνέβαλε στην αντιμετώπιση του λοιμού των Αθηνών και για το λόγο αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στέφανο. Ο Όρκος του παρέμεινε διαχρονικός. Και ο ίδιος, προφανώς τηρώντας κατά γράμμα την επιστήμη του, έφυγε αιωνόβιος.

 

Η γενιά και ο βίος του Ιπποκράτη

 

Ιπποκράτης

Ο Ιπποκράτης, ο μέγιστος των ιατρών όλων των αιώ­νων, γεννήθηκε τον 5ο π.Χ. αι. στην Κω. Η ακριβής χρονολογία της γεννήσεώς του δεν μας είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι γεννήθηκε το 460 π.Χ., στο 1ο έτος της 80ής Ολυμπιάδας. Ο Ιπποκράτης είναι απόγονος Δωριέων και από τους δυο γονείς. Ο πατέρας του Ηρακλείδης, ιερέ­ας στο Ασκληπιείο της Κω, ήταν γιος του Ασκληπιάδη Ιπποκράτη, ο οποίος ήταν γιος του Γνωσιδίκου. Κατά την παράδοση, το Ασκληπιείο της Κω ί­δρυσε ο γιος του Ασκληπιού Ποδαλείριος όταν γύρισε από τον Τρωικό πόλεμο κι εγκαταστάθηκε στο νησί. Κατά άλλη παράδοση, ιδρυτής του Ασκληπιείου της Κω ήταν ο γιος του Νέβρος.

Ανα­φέρονται όλοι οι πρόγονοί του και βέβαια τον χω­ρίζουν δεκαοκτώ (18) γενιές από το θεό Ασκληπιό και δεκαεννέα (19) από τον Απόλλωνα. Συμφωνά με την παράδοση, ο Απόλλωνας ήταν ο πατέρας του Ασκληπιού και βέβαια σαν γιος του Διός, που θε­ωρείται ο Απόλλωνας, ο Μέγας Ιπποκράτης είναι ο εικοστός της σειράς των απογόνων του Διός. (Ο Απόλλωνας ήταν θεός της Ιατρικής, του Φωτός και της Μουσικής). Όμως ήταν και από μητέρα Δωριεύς. Η μητέρα του Πραξιθέα, κόρη της Φαιναρέτης, καταγόταν ε­πίσης από τους Ηρακλείδες. Οι γιοι του Ιπποκράτη, ο Θεσσαλός και ο Δρά­κων, καθώς και ο γαμπρός του Πόλυβος (σύζυγος της κόρης του) υπήρξαν μαθητές και συνεχιστές του έργου του και συγγραφείς ορισμένων βιβλίων της Ιπποκρατικής Συλλογής (Corpus Ippocraticum).

Τα βιογραφικά στοιχεία του Ιπποκράτη δεν είναι βέβαια. Πολλοί ασχολήθηκαν με το γενεαλογικό του δένδρο και με το βίο του, αλλά τα στοιχεία δεν τεκμηριώνονται. Οι τρεις μέχρι σήμερα πιο συμπληρωμένες βιογραφίες του είναι του Σωρανού του Εφεσίου, του Σουίδα και του I. Τζέτζη. [1]

Αλλά και ο χρόνος του θανάτου του δεν μας είναι ακριβώς γνωστός. Η παράδοση μνημονεύει το θά­νατό του στη Λάρισα σε μια από τις περιοδείες του στη Θεσσαλία, στη διάρκεια της 102ας Ολυμπιάδας, σε προχωρημένη ηλικία. Κατά τους βιογράφους του I. Τζέτζη και Σουίδα απέθανε σε ηλικία 104 ετών, ενώ κατά τον Σωρανό σε ηλικία 90. Στη μεγάλη διάρκεια της ζωής του περιόδευσε πολλούς τόπους (Θράκη, Μακεδονία, Θάσο, Θεσ­σαλία, Σκυθία, πόλεις της Ιωνίας, ίσως και την Αί­γυπτο) αποκτώντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και μελετώντας τις συνήθειες των ανθρώπων, το κλί­μα, ακόμη και το πολίτευμα των τόπων που επι­σκεπτόταν.

Και ενώ ήταν Δωριεύς στην καταγωγή ο Ιππο­κράτης, εν τούτοις τα βιβλία του τα έγραψε στην ιω­νική διάλεκτο, διότι η ιωνική ομιλούνταν όχι μό­νο στις ιωνικές πόλεις, αλλά στα περισσότερα ελ­ληνικά κέντρα της εποχής και αφ’ ετέρου γιατί ο Ιπποκράτης είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τη δι­δασκαλία των Ιώνων φιλοσόφων. Κατά τον καθη­γητή Γ. Πουρναρόπουλο «λίαν πρωίμως η αρχαία ελληνική ιατρική συνηνώθη και συνεβάδισε προς την φιλοσοφίαν».[2]

Τα κοσμογονικά φαινόμενα απασχόλησαν την ια­τρική σκέψη, όπως τα βιολογικά φαινόμενα υπήρ­ξαν πεδία προβληματισμού των φιλοσόφων.Οι δοξασίες των Ιώνων φιλοσόφων περί των τεσ­σάρων στοιχείων της δημιουργίας (γαία, αήρ, ύδωρ, πυρ) επηρέασαν την αντίληψη του Ιπποκράτη όσον αφορά τη σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Δέχε­ται τα τέσσερα αντίστοιχα στοιχεία, δηλαδή το αίμα, το φλέγμα, την ξανθή και τη μέλαινα χολή, η μίξη των οποίων αποτελεί τον ανθρώπινο οργανισμό.

Έχοντας αποκτήσει την εμπειρική γνώση της ια­τρικής στο διάστημα της θητείας του στο Ασκληπι­είο της Κω (η ιατρική μεταβιβαζόταν κληρονομικώς από πατέρα σε γιο), καθώς και άριστη γνώση της βοτανοθεραπευτικής, μελετώντας τους Ίωνες φιλοσόφους απέκτησε ιατρική παιδεία πρωτοφανή, η οποία του επέτρεψε να καινοτομήσει και πρώτος αυτός να χρησιμοποιήσει το πείραμα, δηλαδή τη δοκιμή στην ιατρική. Από αυτή τη στιγμή της εφαρμογής του πειρά­ματος, η Ιατρική από εμπειρική τέχνη, που ήταν ως τότε, έπαψε να είναι και έγινε επιστήμη.

Γαληνός και Ιπποκράτης. Λεπτομέρεια από ιταλική νωπογραφία του 13ου αιώνα.

Όπως αναφέρει ο Γαληνός: «ο Ιπποκράτης την τέχνην εις επιστήμην ανήγαγεν». [3] Ο Ιπποκράτης πίστευε στην ενότητα της ουσίας του κόσμου. Και θεωρούσε τη φύση κιβωτό της ου­σίας αυτής. Ο γίγαντας αυτός της ιατρικής σκέψης πίστευε ό­τι οι αιτίες των νόσων βρίσκονται στο περιβάλλον ή και στον ίδιο τον άνθρωπο και δεν στέλνονται α­πό τους θεούς. Δεν πίστευε στη «Θεόθεν νόσον». Δεν πίστευε στη θεϊκή παρέμβαση, αλλά στην ανθρώπινη γνώση και εμπειρία. [4] Διατύπωσε τον αφορισμό «ακεστά τε τα πλείστα εστί τοις αυτοίσι τοιούτοισιν αφ’ ώτων και γίγνεται», [5] δηλαδή διατύπωσε πρώτος την ομοιοπαθητι­κή θεωρία. Όλη όμως η δύναμη της σκέψης του φαίνεται στο βιβλίο «Περί ιερής νούσου» και το μεγαλείο της ανθρωπιάς του στον «Όρκο» του.

Ο σημερινός μελετητής της Ιπποκρατικής Συλ­λογής θαυμάζει και απορεί με τις γνώσεις, τις ιδέ­ες και αντιλήψεις των συντακτών της. Στο κεφάλαιο περί ιερής νούσου αναφέρει ότι: «ο γόνος έρχεται πάντοθεν του σώματος».[6] Η σύλληψη της ιδέας αυτής πριν από 2.500 χρό­νια, χωρίς τις σημερινές τεχνολογικές κατακτήσεις, μας καταπλήσσει. Πώς ο Ιπποκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι το γενετικό υλικό (γόνος) προέρχεται «πά­ντοθεν του σώματος»!

Σήμερα, με τα λαμπρά επιτεύγματα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, ξέρουμε ότι το DNA είναι ο κλη­ρονομικός κώδικας του ατόμου και βρίσκεται απο­τυπωμένος σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού του. Τρανή απόδειξη της ιατρικής αντίληψης πριν από 25 αιώνες, ότι ο γόνος προέρχεται «πάντοθεν του σώματος». Στο ίδιο κεφάλαιο «το περί ιερής νούσου» μας φανερώνεται η αιτία της «επαναστάσεώς του» ένα­ντι του ιερατείου και μας βοηθά να εννοήσουμε τη μεγαλοφυΐα και το μεγαλείο της ακτινοβολούσας σκέψης του.

Ψηφιδωτό με παράσταση της άφιξης του Ασκληπιού στην Κω. (2ος – 3ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Κω)

Ως γνωστόν η επιληψία θεωρούνταν, όπως και άλλα ψυχικά νοσήματα, ότι στέλνεται από τους θε­ούς για τιμωρία. Αιτία της δοξασίας αυτής ήταν η άγνοια και η α­δυναμία να βοηθήσουν τον πάσχοντα. Οι Ασκληπιάδες (ιερείς του Ασκληπιού) συνι­στούσαν επωδές, καθαρμούς, για ν’ απομακρύνουν το μίασμα (αίτιο της νόσου) και θυσίες για την εύ­νοια των θεών.

Ο έξοχος νους του Ιπποκράτη, με τη φιλοσοφική σκέψη και τη θαυμαστή ιατρική παιδεία, ορθοτομώντας την αλήθεια διακήρυξε ότι: Η λεγόμενη ιε­ρή νόσος δεν είναι ιερότερη από τις άλλες ούτε θεϊκότερη, αλλά προέρχεται και έχει τα ίδια αίτια (εσωτερικά ή εξωτερικά) όπως και οι άλλες και ότι οι άνθρωποι από απειρία και άγνοια τη νομίζουν θεόσταλτη. Και οι αγύρτες ισχυρίζονται ότι με μαγ­γανείες, δεισιδαιμονίες και μαγείες τη θεραπεύ­ουν. Αυτή ήταν η αφορμή να ξεσπάσουν έριδες με το ιερατείο και να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από το Ασκληπιείο της Κω.

Γνώστης των βιολογικών και φυσικών αντιλή­ψεων των Ιώνων φιλοσόφων περί της ουσίας του κόσμου, πνεύμα φιλελεύθερο και επαναστατικό, ήρθε από πολύ νωρίς σε ρήξη με το ιερατείο της Κω από το οποίο προερχόταν. Οι γνώσεις του, οι παρατηρήσεις και τα πειράμα­τά του τον όπλισαν με το θάρρος της επίγνωσης της επιστημονικής Ιατρικής.

Όπως αναφέρει ο άλλος μεγάλος της ιατρικής επιστήμης ο Γαληνός: «πά­ντων υπερήνεγκεν και πρώτος εις φως εξήνεγκεν την τελείαν παρ’ Ελλήσιν ιατρικήν».[7] Ο Ιπποκράτης υπήρξε ο τέλειος ιατρός που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην πρόοδο της ιατρικής και στην ωφέλεια των αν­θρώπων. Όπως αναφέρει επίσης ο Γαλη­νός, έφθασε εις τέλειον σημείον γνώσεως και σοφίας, ώστε οι τολμούντες να αντιταχθούν στο έργο του (Αρχιγένης, Χρύσιππος κ.ά.) να θεωρού­νται αμαθείς και πανούργοι (Γαλ. Χ 583).

Η φήμη του ταχύτατα έφθασε όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά ακόμη και στην αυλή του βασιλέως των Περσών. Όπως αναφέρει ο Στοβαίος στις εκλογές του (ιγ’, σελ. 146), ο Ιπποκράτης απάντησε στην πρόσκληση του βασιλέα των βαρβάρων: «είχον δ’ αν αισχύνην τον παρά του βασιλέως πλούτον και πατρίδος εχθρήν περιουσίην […] ουκ έστι πλούτος το πανταχόθεν χρηματίζεσθαι».  Και αλλού αναφέρεται: «Ιπποκράτην επειθέης προς Αρταξέρξην απαίρει, χρηστόν είναι βασιλέα» και ο Ιπποκράτης απάντησε: «ου δέ­ομαι χρηστού δεσπότου».

Κατά την αντίληψη του σοφού Ιπποκράτη, η Ιατρική είναι φιλάνθρωπος τέ­χνη (επάγγελμα) και δεν αποσκοπεί στον πλουτι­σμό, αλλά στη βοήθεια του συνανθρώπου στις δύσκολες ώρες της αρρώστιας και του θανάτου. Γι’ αυτό και σε όλη τη μακρά διάρκεια της ζωής του το ενδιαφέρον του στρεφόταν στην αδιάκοπη φροντίδα των ασθενών και εν γένει του επαγγελ­ματικού καθήκοντος και εφάρμοζε στην πράξη τις ιδέες του με αξιοπρέπεια και φιλαλληλία.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Μέρμηγκας: «Ο Ιπποκράτης είναι κυρίαρχος ιατρική προσωπικότης, ου μόνον του 5ου π.Χ. αι. αλλά και όλων των μετέπειτα αιώνων, συμβολίζων ου μόνον την επιστημονικήν και θεραπευτικήν Ιατρικήν, αλλά και την κοινωνικήν αντίληψιν οία διετηρήθη έκτοτε ως υπόδειγμα των ιατρών πάσης χώρας».[8]

Η επιστημονική σκέψη του, η οξυδερκής παρατηρητικότητά του, η διαγνωστική μέθοδός του, η επέκτα­ση της ιατρικής φροντίδας του πέραν του αρρώστου – στο περιβάλλον του- και η συνολική αντιμετώπι­ση του πάσχοντος ως ζώντος οργανισμού στο σύνο­λό του, ακόμη και η αυτοψία του χώρου, η εξέταση και καταγραφή των κλιματολογικών συνθηκών, ως και του πολιτεύματος των τόπων που επισκέφθηκε, τον κατατάσσουν πρώτο μεταξύ των ομοίων του, γι’ αυτό και δίκαια αποκαλείται «Πατέρας της Ιατρι­κής», ακόμη και «θείος Ιπποκράτης».

Ιπποκράτης

Ο θρύλος τον θέλει παρόντα στο λοιμό των Αθη­νών. Ο Ιπποκράτης, αφού ήρθε σε σύγκρουση με το ιερατείο της Κω, ήρθε στην Αθήνα, όπου οι ιε­ρείς του Ασκληπιείου των Αθηνών προσπάθησαν να τον προσεταιριστούν, αλλά ο Ιπποκράτης έχο­ντας την προηγούμενη εμπειρία της Κω αρνήθη­κε. Ο θρύλος λέει ότι στην Αθήνα ήρθε με πρό­σκληση του Περικλή, ο οποίος μαζί με την Ασπα­σία κατέβηκαν στον Πειραιά να τον υποδεχθούν. Η πρόσκληση του έγινε για την αντιμετώπιση λοιμού, ο οποίος, όπως λέει ο Θουκυδίδης, «ούτε ιατροί ήρκουν… Ούτε άλλη ανθρωπεία τέχνη, ου­δεμία… πάντα ανωφελή ην». Ο Θουκυδίδης είχε προσβληθεί και ο ίδιος από το λοιμό αλλά επέζησε και μας περιγράφει θαυμά­σια τα συμπτώματα της νόσου.[9]

Ο θρύλος γύρω από τη ζωή του Μεγάλου Ιππο­κράτη μας λέει ότι με το διεισδυτικό του μάτι και την αγχίνοιά του πρόσεξε ότι από το λοιμό δύσκο­λα προσβάλλονταν άνθρωποι που λόγω του επαγ­γέλματός τους ζούσαν ημίγυμνοι, εργαζόμενοι κο­ντά στη φωτιά, όπως οι μεταλλωρύχοι, οι καμινευτές, οι φουρναραίοι κ.ά. και συμπέρανε ότι το μία­σμα (το αίτιο της νόσου) δεν αρέσκεται στο πυρ και ίσως βρίσκεται στον ιματισμό (ενδύματα, κλινοστρωμνές κ.λπ.). Έδωσε λοιπόν τη συμβουλή να ανάψουν φωτιές στους δρόμους και να καεί ο ιματισμός. Συμβούλεψε τους Αθηναίους ν’ ανάψουν μεγά­λες φωτιές στα διάφορα σημεία της πόλης και να τις τροφοδοτούν με χλωρά κλαδιά και αρωματικά άνθη, ώστε ο καπνός που θα δημιουργηθεί να έχει ευχάριστη οσμή και να είναι πυκνός ώστε να σκε­πάσει όλη την πόλη και διασκορπιζόμενος απ’ τον αέρα να φύγουν μαζί του και τα μιάσματα.

Η απολυμαντική ενέργεια του πυρός ήταν γνωστή και πριν από τον Ιπποκράτη. Ήδη αναφέρεται από την εποχή του Τρωικού πολέμου. Η καύση όμως του ιματισμού ως φορέα του μιάσματος οφείλεται στην παρατηρητικότητα του Ιπποκράτη. Πράγματι, οι ψύλλοι που μεταδίδουν το μικρόβιο της πανώλους απ’ τους ποντικούς στον άνθρωπο, εμφωλεύουν στον ιματισμό, με τον οποίο κάηκαν κι έτσι σταμάτησε η μετάδοση της νόσου και η επιδημία υποχώρησε.

Τα του λοιμού των Αθηναίων ο Ιπποκράτης εξι­στορεί εις το Γ’ επιδημιών τμήμα 3ο. Ο εκδότης των απάντων του Ιπποκράτη, Γάλλος Λιτρέ (Littre), στον πρόλογό του αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης πολύ νωρίς είχε τέτοια φήμη, ώστε να προκαλεί τη δη­μιουργία θρύλων για τη ζωή και το έργο του. Ο θρύλος λοιπόν τον θέλει σωτήρα της πόλης των Αθηνών από το θανατηφόρο λοιμό.

Για την προσφορά του αυτή οι Αθηναίοι εξέδω­σαν ειδικό ψήφισμα, «το δόγμα των Αθηναίων», το οποίο διαβάστηκε στα Μεγάλα Παναθήναια. Με το ψήφισμα αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι, του προσφέρθηκε τιμητική δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο και μυήθηκε δημοσία στα Ελευσίνια Μυστήρια, που ήταν η ύψιστη τιμή.

Ο Ιπποκράτης είχε προσκληθεί και στη Μακεδονία, να θεραπεύσει το βασιλέα Περδίκκα που ήταν βαριά άρρωστος, τον οποίο και θεράπευσε. Προσκλήθηκε στα Άβδηρα να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που είχε καταληφθεί από μανία και συγχρόνως εί­χε ξεσπάσει επιδημία σ’ ολόκληρη την πόλη, την οποία ο Ιπποκράτης επιτυχώς αντιμετώπισε.[10] Ακόμη και τη χώρα των Ιλλυριών και των Παιό­νων επισκέφθηκε για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, όταν του ζητήθηκε.

Γι’ αυτό ενώ ακόμη ήταν ζωντανός όλοι οι Έλληνες (πράγμα σπάνιο σε τούτα τα χώματα), Αθηναί­οι, Αργείοι, Κώοι, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, τον θαύ­μαζαν και τον τιμούσαν για την προσφορά του και τον θεωρούσαν δεύτερο μετά τον Ηρακλή ημίθεο.[11] Παράλληλα όμως με τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην Ιατρική και τον άνθρωπο, τον διέκρινε η τόλ­μη και η αποφασιστικότητα. Καταπολέμησε τους αγύρτες αμαθείς και τσαρλα­τάνους. Όπως ο Σωκράτης τα έβαλε με τους καπήλους της Φιλοσοφίας, έτσι και ο Ιπποκράτης τα έ­βαλε με τους σφετεριστές της Ιατρικής. Τέλος, για το βίο του Ιπποκράτη, ο άλλος σοφός-γιατρός των νεότερων χρόνων, ο Αδ. Κοραής, λέει: «Είναι από τους ολίγους εκείνους των οποίων άλ­λος Βίος παράλληλος δυσκόλως ευρίσκεται».[12]

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Οφθαλμιάτρος

Διδ. Ιστορίας της Ιατρικής

  

Υποσημειώσεις:


[1] Κούζης Αρ., Ιστορία της Ιατρικής, Αθήναι 1929.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Ιπποκράτης. Άπαντα τα έργα, τόμ. Α’, σελ. 33, Αθήναι 1967.

[3] Castiglioni Α., Η ιστορία της Ιατρικής (μετάφραση Ν. Παπασπύρου, Αθήναι 1961).

[4] Χαβιάρα-Καραχάλιου Σ., Από τον Ασκληπιό και τα Ασκληπιεία στον Ιπποκράτη και τον Όρκο, XIII Διεθνές Συμπόσιο Φιλοσοφίας, Πύργος Ηλείας, 4-10 Αυγούστου 2002 (υπό δημοσίευση).

[5] Ιπποκράτους Αφορισμοί, εκδόσεις Littré 1839-1861.

[6] Ιπποκράτους, Περί ιερής νούσου, Εκδόσεις Littré 1839-1861.

[7] Γαληνός, Άπαντα τα έργα, Εκδόσεις Kunh, Λιψία 1828-1851.

[8] Μητρόπουλος Κ., Ιπποκράτους βίος, Αθήναι 1950.

[9] Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Βιβλίο Β’, κεφ. 47-56.

[10] Μητρόπουλος Κ., ό.π.

[11] Σωρανός Εφέσιος, Ιπποκράτους γένος, βίος, Corp. Med. Graec IV.

[12] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα, στην έκδοση Littré.

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ιπποκράτης, ο πατέρας της Ιατρικής», τεύχος 189, 12 Ιουνίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Χαραμής Βασίλειος (1909 – 2011)


 

«Τοσούτου άξιος έκαστος έστιν, όσου αξιά έστι ταύτα, περί ά εσπούδακεν»

(Μάρκου Αυρηλίου, Τα εις εαυτόν Ζ’,γ’)

 

Ο Μαέστρος Β. Χαραμής.

Από το 1934 δυναμική είναι η παρουσία στον μουσικό ορίζοντα του Ναυπλίου, του Βασιλείου Χαραμή. Ο Β. Χαραμής, γιος της μεγάλης οικογενείας της Πρόνοιας, του Κωνσταντίνου Χαρα­μή, αρχιτεχνίτη του Στρατού, γεννήθηκε το έτος 1909. Μετά το Δημοτικό Σχολείο, φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, με σχολάρχη τον Α. Φιλίνη, από την Άρεια. Παράλληλα, σπούδασε κιθά­ρα, έχοντας μουσικοδιδάσκαλο τον Σπύρο Νεοφώτιστο. Στην συνέχεια, ο Β. Χαραμής φοίτησε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, όπου είχε καθηγητές τους σημαντικότερους συνθέτες της λεγόμενης «εθνικής σχολής», της νεότερης μουσικής στην Ελλάδα, όπως τον Μιχάλη Βούρτση, τον Β. Σωζόπουλο, τον Λεωνίδα Ζώρα.

Το 1934 έλαβε το πτυχίο Ωδικής και Ενοργανώσεως, Διευθύνσεως Μπάντας, Αρμονίας και ακόμη Δίπλωμα Φούγκας, με καθηγητή τον Μάριο Βάρβογλη. Έτσι κατηρτισμένος, δόθηκε με ζήλο και αφοσίωση στην διδασκαλία της μουσικής εντός και εκτός του Σχολείου. Τον ίδιο χρόνο, ο Β. Χαραμής διορίσθηκε αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής του Δήμου Ναυπλιέων και συνέστησε ανδρική χορωδία και μαντολινάτα. Το έτος 1935 ίδρυσε στο Ναύπλιο «Μουσικό Σύλλογο» από φιλοπρόοδους συμπολίτες και ίδρυσε ακόμη παράρτημα του Ελληνι­κού Ωδείου Αθηνών, που λειτούργησε έκτοτε υπό την διεύθυνσή του.

Ο Μαέστρος Β. Χαραμής, 1937.

Το Ωδείο Ναυπλίου στεγαζόταν αρχικά στο κτίριο της «Αστικής Σχολής», όπου βρίσκεται σήμερα η βιβλιοθήκη «ο Παλαμήδης», έπειτα, στο «Βουλευτικό», το παλαιό οθωμανικό κτίριο της πλατείας Συντάγματος. Μετά από αυτά, το 1936, ο Δήμος Ναυπλιέων του αναθέτει την ανασυγκρότηση της Δημοτικής Φιλαρμονικής, την οποία διεύθυνε περιστασιακά ο Κ. Διαμάντης, γνωστός αρχιμουσικός του στρατού,  η οποία όμως υπολειτουργούσε και βρισκόταν σε αναζήτηση αρχιμουσικού. Ο Χαραμής τότε συγκέντρωσε  τους μουσικούς, τους έφερε σε κλίμα πειθαρχίας και προσωπικής υπευθυνότητας. Απαίτησε δουλειά και συνέπεια και όταν ο δήμος καθυστέρησε τις οικονομικές υποχρεώσεις του προς τους μουσικούς, ο Χαραμής δε δίστασε να υποβάλλει την παραίτησή του. Τα πράγματα βελτιώθηκαν και τα ζητήματα της Φιλαρμονικής λύθηκαν οριστικά και χωρίς διαλείψεις. Ειδικότερα, στις 10/20 Μαΐου 1940 με Βασιλικό Διάταγμα, αναγνωρίσθηκε η Δημοτική Φιλαρμονική Ναυπλίου «ίδιον νομικόν πρόσωπον», «δημοσυντήρητος», με σκοπό «την ψυχαγωγίαν του κοινού της πόλεως και προαγωγήν του μουσικού αισθήματος των δημοτών Ναυπλίου δια συναυλιών, μουσικών συγκεντρώσεων κ.λπ.» Ο Χαραμής παρέμεινε για εξήντα σχεδόν χρόνια επικεφαλής της Μπάντας.  

 

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ναυπλίου τη δεκαετία του 1950. Στο μέσο όρθιος ο αρχιμουσικός Β. Χαραμής.

 

Παράλληλα, το ίδιο έτος, ο Βασίλειος Χαραμής συνέστησε δύο μεγάλες χορωδίες κοριτσιών και αγοριών αντίστοιχα στα Γυμνάσια Αρρένων και Θήλεων της πόλης και μία μικτή, τη γνωστή με το όνομα «Ναυπλιακή Χορωδία». Η χορωδία αυτή λέγεται και εκκλησιαστική χορωδία του Ιερού Ναού της Παναγίας, όπου έψαλλε κάθε Κυριακή, υπό τη διεύθυνση του Βασ. Χαραμή. Το 1942, λόγω του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την επιστράτευση πολλών μελών της, η Ναυπλιακή Χορωδία ανασυγκροτείτε και αποτελείται πλέον μόνο από γυναικεία μέλη, έτσι,  με τη νέα της μορφή συνεχίζει να ψάλλει στο Ναό της Παναγίας.     

 

Η χορωδία της Παναγίας.

 

Τον Απρίλιο του 1939, ο Β. Χαραμής διορίσθηκε καθηγητής της Ωδικής του Γυμνασίου Ναυπλίου, όπου και παρέμεινε συνεχώς, προαγόμενος «κατ’ απόλυτον έκλογήν» στους ανώτερους βαθμούς του Κλάδου του, μέχρι του Γυμνασιάρχου. Με την τελευταία ιδιότητα διετέλεσε Διευθυντής του Γυ­μνασίου Θηλέων της ίδιας πόλεως μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του. Μεγάλο όμως ήταν το εξωσχολικό μουσικό έργο του Βασ. Χαραμή. Η τοπική του Ναυπλίου εφημερίδα πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων «Σύνταγμα», με ιδρυτές τους Σωτήριο και Παναγιώτη Ιω. Ιατρού και διευθυντή τον Στυλ. Ν. Κωστόπουλο, έγραφε την 2 Απριλίου 1939:

«Από της παρελθούσης Δευτέρας ανέλαβε τα καθήκοντά του ως καθηγητού της Ωδικής εις το Γυμνάσιόν μας ο φίλος συμπολίτης αρχιμουσικός κ. Β. Κ. Χαραμής. Είνε περιττόν, νομίζομεν, να εξάρωμεν επί τη ευκαιρία την εν γένει δράσιν του δια την μουσικήν και καλλιτεχνικήν πρόοδον της πόλεώς μας, διότι είναι τόσον γνωστή και πανθομολογουμένη, ως ακριβώς γενική εξεδηλώθη η χαρά δια τον επιτυχή διορισμόν του. Ημείς τω απευθύνομεν τα πλέον εγκάρδια συγχαρητήριά μας, ευχόμενοι όπως και εις το νέον αυτό στάδιον της καλλιτεχνικής ζωής του, εξακολουθήση το αναδημιουργικόν δια την μουσικήν ζωήν μας έργον του».

Το πόσο δικαίωσε την εκτίμηση προς το πρόσωπό του και τις προσδοκίες των συμπατριω­τών του ο νεαρός τότε καθηγητής Βασίλειος Κ. Χαραμής, μαρτυρεί το πολύπλευρο έργο του, από τα πρώτα καθηγητικά του χρόνια μέχρι σήμερα.

 

«Έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται ου γαρ εξ ακανθών συλλέγουσι σύκα, ουδέ εκ βάτου τρυγώσι σταφυλήν ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας αυτού προσφέρει το αγαθόν και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονη­ρού της καρδίας αυτού προσφέρει το πονηρόν εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα αυτού» (Λουκ. στ’, 44-45).

 

Ο Βασίλειος Χαραμής είχε από τα προηγούμενα χρόνια δώσει δείγματα της εργατικότητάς του, μετά όμως το διορισμό του ως επίσημου κρατικού λειτουργού, ανέλαβε με αυξημένο κύ­ρος μεγαλύτερες πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας πρωτίστως, τις τοπικές μουσικές δυνάμεις. Και τούτο ήταν το πρώτο σωστό βήμα, αφού με την παρουσία του κανείς δεν τέθηκε στο περιθώριο. Το αντίθετο, αξιοποιήθηκαν, εξεφράσθησαν όσοι ζητούσαν κάποιον για να τους ενθαρρύνει και τους εμπνεύσει. Έτσι, αβίαστα, τον αναγνώρισαν και τον ακολούθησαν πολλοί ταλαντούχοι, ώστε πρώιμοι να φανούν οι πρώτοι καρποί του καλού του έργου. Στην εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα «Ναυπλιακή Ηχώ» (έτος ΙΒ’, φύλλον 602 της 19ης Δε­κεμβρίου 1937), με διευθυντή και ιδιοκτήτη τον ευπατρίδη Μιχ. Ν. Λάμπρου διαβάζουμε: «Η χορωδία Ναυπλίου, ανασυσταθείσα ήδη προ ολίγων μηνών επί νέων βάσεων και υπό την συστηματικήν διδασκαλίαν του διακεκριμένου καθηγητού κ. Βασ. Χαραμή, δίδει την προ­σεχή Τετάρτην 22 τρέχοντος, εν τη αιθούση του κινηματοθεάτρου «Τριανόν» την πρώτην της Καλλιτεχνικήν Συναυλίαν με εκλεκτά χορωδιακά έργα…». Όσοι φαίνονται στην δημοσιευόμενη εδώ φωτογραφία ήταν μέλη της αναδιοργανωμένης εκείνης ανδρικής χορωδίας.

 

Μέλη της Ναυπλιακής Χορωδίας με τον Μαέστρο Β. Χαραμή το έτος 1935.

 

Στόχος του Βασ. Χαραμή ήταν ό,τι γράφεται με μεγάλη ευαισθησία και με καλλιτεχνικά τυπογραφικά στοιχεία σε ακροτελεύτιο κείμενο, του προγράμματος «Μεγάλης Καλλιτεχνικής Συ­ναυλίας της Χορωδίας Ομίλου Φιλομούσων Ναυπλίου – Πρόνοιας», που δόθηκε το Σάββατο της 8ης Φεβρουαρίου 1937, στην αίθουσα «Τριανόν», «υπό την διεύθυνσιν του καθηγητού της κ. Βασίλη Χαραμή υπέρ του νεοϊδρυθέντος Ωδείου». Στην εκδήλωση αυτή συνέπραξαν «ευγενώς προσφερθέντες οι καθηγηταί τοΰ Ωδείου Δις Πέκου (βιολί), Κος Καραμπέτης (βιολί)». Εκεί διαβάζουμε: «Το Ναύπλιον με τας ωραίας παραδόσεις και με το ευγενές κοινόν δεν πρέπει να στερήται μουσικής κινήσεως». Και σε άλλο πρόγραμμα καλλιτεχνικής εκδηλώσεως διαβάζουμε: «Ενισχύοντας το έργον του Ωδείου, ενισχύετε τον πολιτισμόν μας».

Τα μηνύματα αυτά περνούσαν αβίαστα και πειστικά στην Ναυπλιακή κοινωνία και η μουσική κίνηση κέρδιζε συνε­χώς οπαδούς, συνεργάτες, φίλους και θαυμαστές χορωδούς και μαθητευόμενους, που σύχναζαν στο επιβλητικό κτίριο του «Βουλευτικού», ειδικά παραχωρημένο από τον Δήμο για να στεγάζει το Ωδείο Ναυπλίου.

Τα προηγούμενα χρόνια φιλοξενήθηκε στην «Αστική Σχολή», το σημε­ρινό δηλαδή κτίριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», απ’ όπου και μετακόμισε στο «Βουλευτικό», γιατί η Αστική Σχολή χρησίμευσε κατά τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της ξενικής κατοχής (1941-1944) ως δημόσιο πολυϊατρεΐο του Ναυπλίου. Το «Βουλευτικόν», μετά την στέγαση εδώ των μουσικών δραστηριοτήτων της πόλεως, διαμορφώθηκε με ήπιες επεμβάσεις, υπό την άοκνη παρακο­λούθηση του Β. Χαραμή, ο εσωτερικός του χώρος σε αίθουσα συναυλιών και μουσικών παρα­στάσεων· εφοδιάσθηκε με μεγάλη θεατρική σκηνή, με τα απαραίτητα καθίσματα, με πολλά μου­σικά όργανα και λειτούργησε ως οργανωμένο ωδείο, παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών, υπό την διεύθυνση του Βασιλείου Χαραμή.

Εδώ φοίτησαν αμέτρητοι μαθητές και μαθήτριες, παρακολουθώντας τις σχολές: πιάνου, βιολιού, ακορντεόν κ.λπ., μαθαίνοντας μου­σική, άλλοι ως μέλη τής χορωδίας και άλλοι ως μικροί ηθοποιοί, ανεβάζοντας στην σκηνή ωραία θεατρικά έργα. Στον ίδιο χώρο ακού­στηκαν συναυλίες από μεγάλους συνθέτες και παλιές χορωδίες, προσκεκλημένες γι’ αυτό το σκοπό στο Ναύπλιο.

Μουσικές εκτελέσεις έκανε η Φιλαρμονική Εταιρεία Ναυπλίου με την μπάντα της, υπό την διεύθυνση πάντα του Βασ. Χαραμή, στο Δημοτικό Πάρκο Ναυπλίου και σε άλλους ανοιχτούς χώρους, τους θερινούς κυρίως μήνες, όπως στην Πλατεία Συντάγματος. Τους καλοκαιρινούς μήνες χάριζε αξέχαστες βραδιές στα παραλιακά κέντρα του Νικολάου Μπέλια ή των Αποστολοπούλου – Χαραλάμπους. Εκεί, στο πλατύ και εκτεταμένο κατάστρωμα της παραλίας, επάνω στο χειμέριο κύμα, που ήταν μέχρι το 1868 έξω των τειχών, άκουσαν οι Ναυπλιώτες αμέτρητες συμφωνίες, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την απέραντη θέα, το παραθαλάσσιο βενετσιάνικο φρούριο, το Μπούρτζι, στον εγγύτερο ορίζοντα, το χιλιόχρονο Άργος με τα παραλιακά περί­χωρά του και μακρύτερα, τα αγέρωχα βουνά της Τριπολιτσάς, τον συμπαγή ορεινό όγκο της Κυλλήνης (Τζήρεια), να καταλήγει σε χαμηλότερα βουνά και καταπράσινα υψώματα.

Σημαντική ήταν και η παρουσία του, 1993, στη «Χορωδία Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Λυγουριού», όπου διατέλεσε για πέντε χρόνια δάσκαλος και μαέστρος της. Η λειτουργία της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στον Β. Χαραμή, ο οποίος με την ακάματη δραστηριότητά του προσέφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του στο Λυγουριό.  

Ο Β. Χαραμής τιμήθηκε  με διάφορες διακρίσεις από πολλούς Φορείς και στις 18.12.1993 του απενεμήθη επαξίως σε ειδική τελετή το «Χρυσό κλειδί» της γενέτειράς του, που τόσο ευδόκιμα «δια βίου» υπηρέτησε.

Την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011, το πρωί, ο Βασίλειος Χαραμής απεβίωσε στην οικία του, σε ηλικία 102 ετών. Ο υπεραιωνόβιος μαέστρος σημάδεψε δημιουργικά με το πέρασμά του τα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά δρώμενα του Ναυπλίου. Αποκάλυψε ταλέντα, δημιούργησε χορωδίες, μπάντες, παρουσίασε αμέτρητες συναυλίες. Χάραξε και άνοιξε δρόμους, άναψε φώτα, προσέφερε και καλλιέργησε τον πολιτισμό.   

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Μότσης Φώτης


  

Φώτης Μότσης

Ο Φώτης Μότσης γεννήθηκε στο Ζωτικό, στη Λάκκα Σούλι, το 1955. Από τα ιδρυτικά μέλη της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων. Ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο ως εκπαιδευτικός.

 

Βιβλία του:

¨Κραυγές¨ (Σείριος, 1973), ποίηση

¨Απολογία των δρόμων¨ (Ελεύθερος Τύπος, 1983), ποίηση

¨Το μικρό απέραντο¨ (Ελλέβορος, 1999), ποίηση

¨Υδράργυρος ρέων¨ (Ελλέβορος, 2001), δοκίμια

¨Ο Ιούδας της νύχτας¨ (Ελλέβορος, 2003), ποίηση

¨Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου¨ (Ελλέβορος, 2005), ποίηση

¨Ηπειρώτικο¨ (Ελλέβορος, 2006), ποίηση

¨Νυχτερινό γαίας απείρου¨ (Ελλέβορος, 2007), ποίηση

 

χάρος ἄπειρος

 

΄Τοιμάζονται νά σφάξουν τό βαθύ τό αἷμα

Νά λαξοπελεκήσουν τά πλευρά τοῦ ὄρους   

Νά τ΄ἀποθέσουνε στήν πύρα ἐπάνω τῆς ψυχῆς τους

καθώς ἀπ΄τό ἡφαίστειο ἀναδεύουνε ίσκιοι λαμπροί

γιά ν΄ἀνασάνουν λαγαρόν αὐγερινό

τοῦ ἀποθαμένου τήν ἀνάσα

 

Ἐκεῖθε τά λιγνά πλευρά τῶν πεθαμένων

Ὅσων ἀκόμα ἀλυχτᾶν στό Σούλι

Ὅσων πηδᾶνε ἀϊσκιωτα ἀπό πηγάδι σέ πηγάδι

Στίβουν τό ἀναπάντεχο νερό

Δένουν στόν κόμπο τῆς Ἤπειρος τά σπλάχνα

Σβῶλο τά κάνουν

Bίγλα στό φρύδι τοῦ ὁρίζοντα

 

Σωρός τά ξύλα στήν αὐλή    

Mέ τόν σαπίτη μέ τή δεντρογαλιά καί τό κονάκι

στόν λήθαργο στήν τσέπη τοῦ χειμώνα

 

Χιόνι μεγάλο ἔρχεται ἀσήκωτο

Κιόλας ἀκούγεται ἀπό τά μακρινά

τραχύ τό βογγητό τῆς ἀγκαλιᾶς πού πάει νά σμίξει

Γυρνᾶν στή ρίζα τους τά δέντρα

Χορεύουνε τόν γύρο τῆς καρδιᾶς τους    

Τόν θάνατο ἀναπαριστοῦν χαρούμενα

μέ ρίζα ἀπ’ τόν λυγμό κομμένη     

 

Σφιχταγκαλιάζουν αἷμα τά κλαριά   

ἀνάβουν τά δαδιά τους ὅλα

Φυσᾶνε στό κλαρίνο χέρια δάχτυλα λυγμοί ἀνήφορος

Φυσᾶνε σ’ ὅλα τά μεριά ὁλοῦθε

γιά νά διαβεί το ψίκι μέ τόν χάρο

 

Ἔρχονται τότες φίλοι κι΄ ἄλλοι

νά ΄μολογήσουν τήν καλή κουβέντα    

νά πιοῦνε τό ρακί

Καί ἱστοροῦν τόν ἔρωτα

Ὅ,τι δέν ἔχει ἀρχή

καί πέρας οὔτε

Ὡσάν  ζωνάρι τοῦ θεοῦ

 

Φτύνουν στή χούφτα ροζιασμένη τήν εὐχή          

Καί φτύνουν τρίς πρός ὅλες τίς μεριές

τοῦ κόρφου τους

να μήν μᾶς ἀνταμώσει ἐδώ πάνω ὁ Ἄδης

Και το ξορκίζουνε μέ τοῦ στανιοῦ τόν λόγο

μέ τά καμώματα τῆς μυγδαλιᾶς

στά ἄσπρα της φουστάνια καί στά ρόδινα

 

Ἄγαρμποι ἀφτιασίδωτοι 

Μόλις ροβολημένοι ἀπό τίς λίπες

Φουμάρουν τά μουστάκια τοῦ καλαμποκιοῦ

Φουμάρουνε τῆς γῆς ὁλάκερης τον ἴλιγγο

Σέ κάθε χῶμα  Σ΄ ὅλα της τά βάθη ἀναρριγούν

Σφαδάζουνε στόν κάθε στεναγμό της

γιά ν΄ ἀκουμπήσουν ὕστερα ἀέρινα στό χῶμα

σέ γῆ πού ντύθηκε στ’ ἀνθρώπινα καί σεργιανᾶ

τρελλή χορευταρού στή σερνική τή νιότη ἔμπροσθεν

Καιρός χειμώνας Ἄπειρος

 

Ἐκειός

μέ κοντομάνικη φανέλα

Τό στῆθος δάσος κουμαριές ἀλλοπαρμένες

νά αἱμορραγοῦν ἀπ’ τόν καρπό κόκκινη μέθη

Δάχτυλα ἴσαμε τό σπυρί τοῦ ἀφαλοῦ τῆς γῆς

καί πρόσωπο ἄφοβο στόν ἥλιο

σταχυολογοῦσε τῆς μέρας τά καμώματα

Ἄρμεγε βροχές ἀπ’ τό πολύ ἀψηλά τό σύγνεφο

Μετροῦσε τίς ξερακιανές ρωγμές στόν πάτο στό πηγάδι

ὅπου εἶχε λέει κατηφορίσει φάρες καί φάρες

ὥσπου νά ΄βρεῖ τό ἄκριντο νερό τό ἀμίλητο

τό πετρωμένο αγερικό

γιά νά τό πιεῖ  νά γιάνει ὁ ἔρωτας

 

Καί ἦταν πάλι

μέσα σέ τούτη τήν ἀχλή ὀρθός

Στό διάβα τῶν ψυχῶν ξανά ὁλόρθος  

Ἐλαφροπετάει τή μιά ἀπό βουνό σέ ράχη

Ὕστερα ἐρωτοφιλεῖ τόν ἥλιο

Ἐνδύεται κατάσαρκα τούς δρόλαπες

Ποδένεται ὅλης τῆς θάλασσας τό ρίγος

καί δράμει νά κουρνιάσει

στ΄ ἀντραλεμένα γένεια τοῦ θεοῦ

 

Στούς ἴσκιους πού χαράζει ἀνάμεσο

τά φτερωτά τά ἄλογα στά κυριακάτικά τους

καί ἡ βηματισιά ἀπ΄τίς ψυχές

ὅσων ὁ Ἀχέροντας ἀρνήθηκε νά βρέξει

 

Ψηλόλιγνες γυναῖκες κυπαρίσσια γνέφανέ του

Ἄλλες  καμώνονταν τό δέντρο

Τή στιβαρή δεσιά στά ἄσπρα καί μέ τά φτερά

στό ἀπανώχειλο τοῦ λάκκου

Ἄλλες ἦσαν ἰτιές  ἦταν ἀνθοί

καθώς ὁδεῦαν ἄδουσες στήν κρήνη

καί ἴσα πού φύσαγε στό διάβα τους

ὁ ψίθυρος 

 

Θώπευση τρυφερή κρυφό φιλί

καλοστρωμένη ἀτσάλα

 

Στά πόδια του λησμονημένος ὕπνος

ἀνάδινε ἐρωτικά τριφύλλια

 

Ἄ! πῶς εἶν΄ ὁ θάνατος ὅμοια ἡ ζωή

Πῶς εἶναι ἡ ζωή θανάσιμη ἐδῶ πέρα

 

Τό βλέμμα της

ἀράγιστο ἴσαμε τώρα

λές

τῆς  μάνας πού τόν ἔκλαιγε ἀκόμα

 

 

 

ηπειρώτικο

Στην Ήπειρο

η ώρα της αυγής στιγμή

ήχος μέλας

του στεναγμού από τα βάθη του έρωτα

από την κόκκινη καρδιά του μαύρου κότσυφα

κι᾽ από το σπλάχνο του πουλιού πού λέει τα

χρώματα

Θεός πελώριος αφήνει στο κατόπι δρόμο λάλο

διαβαίνει τους λυγμούς της νύχτας καβαλάρης

στήνει με κεραυνό με πάταγο

την καλυβούλα του φωτός ψηλά πίσω απ΄ τον ήλιο

στα σκοτάδια

Δεν λογαριάζει σύμφωνα λαλεί λαλεί

και δεν κοντανασαίνει

παρά εκεί όπου ο αλαργινός ο φθόγγος

αϊ, αϊ, ούουου, ούουου

αφήνει τόπο στον ψιλό λυγμό

στο μοιρολόι

ομολόγει την καλημέρα στο τοπίο

σε  άλλον θεό χαμογελά

αγριεύει

Read Full Post »

Πίνδαρος (518/522 – 438 π.Χ.)


 

Ο Πίνδαρος εδώ στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.

Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.

Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)

 

Προτομή του Πινδάρου. Μουσείο Καπιτολίνι, Ρώμη.

Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.

Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος˙πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  

Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.

 

 

Η γέννηση του Πινδάρου 1848. Ανρί Πιέρ Πικού (Henri Pierre Picou 1824-1895), Musée d' Orsay.

 

 

Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.

Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.

Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σελίδα από τον πρώτο ολυμπιόνικο του Πινδάρου. Αφιερώνεται στον Iέρωνα, τύραννο των Συρακουσών, ο οποίος νίκησε στους Oλυμπιακούς Aγώνες στην ιπποδρομία κελήτων.

Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.

Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.

Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:

 Ύμνοι (1 βιβλίο)

Παιάνες (1 βιβλίο)

Διθύραμβοι (2 βιβλία)

Προσωδία (1 βιβλίο)

Παρθένια (3 βιβλία)

Υπορχήματα (1 βιβλίο)

Εγκώμια (1 βιβλίο)

Θρήνοι (1 βιβλίο)

Επινίκια (4 βιβλία).

Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).

Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε : 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.

 

Πίνδαρος – Αγγλική έκδοση

   

Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.

Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.

Πίνδαρος, J.W. Cook.

Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε. Αναλυτικά, διαβάζουμε :

  

Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή

1

« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,

χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.

Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας

τους άθλους του Περσέα, που δάμασε

τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,

που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο

με τα χέρια του Επάφου.

Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,

που μόνη αυτή, ατάραχη,

το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;

2

Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,

έκαμε αθάνατο το Διομήδη.

Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,

έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,

που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.

Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος

κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.

Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,

αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε

στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα

το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.

3

Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος

έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε

στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του

φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.

Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε

κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε

το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.

Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο

ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,

σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,

του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.

4

Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του.

5

Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων

στην Πυθώνα εθριάμβευσε

και από την τύχη οδηγούμενος,

ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.

Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν

οι Μούσες τον αγρό τους,

με τρεις νίκες στης θάλασσας

τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,

όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.

Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν

δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,

αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.

Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,

αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.

Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.

6

Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει

και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν

στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,

που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που

καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;

Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –

οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,

με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε

στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,

τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν

με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.

7

Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.

8

Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος

με φιάλες, από κρασί γεμάτες.

Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους

από Χλαίνες μαλθακές.

Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω

τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.

Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο

να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα

και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.

Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει

ως έπαθλο αυτών,

που χάρις στη γοργάδα των κνημών

και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν

μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »[2]

[………………………………….]

( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.

Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.

Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.

 

Η λύρα του Πινδάρου στην Ολυμπία, Linson, Corwin Knapp, b. 1896.

 

Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.

Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.

Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.

Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.

Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   

[2] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

            

Πηγές


 

  • Ηλίας Σπυρόπουλος, «Πίνδαρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Τόμος 8ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Διογένης Μαλτέζος « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κ. Κλεάνθους, «Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων, σημειώσεων και πίνακος των λέξεων», Τόμος Α’, Εκ της τυπογραφίας Μορτέρρα και Σ., Εν Τεργέστη, 1886.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

Παπαοικονόμου – Κηπουργού Κατερίνα (1941-2020)


 

Η κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού στο βήμα του «Δαναού», ( Απρίλιος 2011).

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1941, από γονείς Αργειακής καταγωγής. Πατέρας της υπήρξε ο Δικηγόρος Αθηνών Παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλειος Παπαοικονόμου, γυιός του Διδάκτορος – Θεολόγου Σχολάρχου Άργους και κατόπιν Ιερέως Χρήστου Παπαοικονόμου, του ιδρυτού του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», και της Αικατερίνης το γένος Βασιλείου Μπόμπου, αδελφής των Αγγελή και Κωνσταντίνου Μπόμπου, Δημάρχων Άργους. Μητέρα της ήταν η Αγγελική το γένος Μιχαήλ Στρατοπούλου. Ο Μιχαήλ Στρατόπουλος ήταν Αργείος, εγκατεστημένος στην Αθήνα, όπου υπήρξε γνωστός επιχειρηματίας. Η ίδια υπήρξε σύζυγος του αειμνήστου Οφθαλμιάτρου Νικολάου Κηπουργού.

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού ήταν Σολίστ – Πιανίστα (Α΄ Βραβείο παμψηφεί και Αριστείο Εξαιρετικής Επίδοσης) και Καθηγήτρια Πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με μεταπτυχιακές μουσικές σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Το 1968 συμμετείχε στον 4ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Vianna da Motta στη Λισσαβώνα, όπου και διακρίθηκε μεταξύ 86 διαγωνιζομένων, επίσης ήταν πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολούνταν και με τους δύο κύκλους των γνωστικών της αντικειμένων.

Ως πιανίστα, εκτός του διδακτικού της έργου, είχε πολλές και συνεχείς εμφανίσεις σε συναυλίες και σε ρεσιτάλ στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, ήταν σολίστ της ΕΡΤ και έχει συμπράξει ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων – Καλλιτεχνών, της οποίας ήταν τακτικό μέλος. Ίδρυσε και διηύθυνε επί διετία το Παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Νέας Φιλαδελφείας. Είχε εγγράψει δύο δίσκους μακράς διαρκείας με κλασική μουσική.

Ως επιστήμων δημοσίευε άρθρα σε περιοδικά και έδιδε διαλέξεις ιστορικού – αρχαιολογικού και μουσικού περιεχομένου. Επί  πολλά έτη μελετούσε και τη μουσική των Αρχαίων Ελλήνων και μετά από σειρά σχετικών διαλέξεων δημοσίευσε το 1997 σύντομο βιβλίο με τίτλο Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, από τις εκδόσεις Γεωργιάδη, το οποίο έχει εξαντληθεί μετά τρεις επανεκδόσεις.

Συνεργάστηκε, ως συγγραφέας, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για λογαριασμό του οποίου συνέγραψε πολλά και εκτεταμένα Κεφάλαια περί της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής (συνολικά 170 σελίδες), που έχουν συμπεριληφθεί στους Τόμους Α΄ και Β΄ και στα Συνοδευτικά Κείμενα της Θεματικής Ενότητας Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 40: Τέχνες ΙΙ. Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Έκδοση Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Πάτρα 2003). Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διδάσκονται έκτοτε στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το 2007 εκδόθηκε και νέο, μεγάλο πλέον, βιβλίο της με τίτλο και πάλι Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα (Εκδόσεις Γεωργιάδης, σελ. 487), το οποίο έχει αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από Έλληνες και ξένους ειδικούς, βρίσκεται σε Πανεπιστημιακές και άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία.

Το 2012 η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη εξέδωσε το βιβλίο της Η Συμβολή της Αργολίδας στην Ανάπτυξη της Μουσικής, στο βιβλίο, η συγγραφέας αποτυπώνει παραστατικά την εικόνα της εξάπλωσης της θείας τέχνης των ήχων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Αργολίδα.

Ήταν συνεργάτιδα της  Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις  14 Ιουλίου του 2020.

 

Πηγή


  • Αργολική Αρχειακή  Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)


 

 Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!… (Αναφορά στον Γκρέκο)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, από τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από το Μιχάλη Καζαντζάκη και τη Μαρία Χριστοδουλάκη. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του και ενδιαμέσως στο κολλέγιο Φραγκισκανών Μοναχών της Νάξου (1897-99), όπου έμαθε γαλλικά και ιταλικά, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Στο Παρίσι ο νεαρός σπουδαστής Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα και είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του φιλοσόφου Henri Bergson, ο οποίος υποστήριζε ότι η ζωή είναι διαρκής δημιουργία, μία γιγάντια προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί η ύλη. Ο Καζαντζάκης συνέλαβε την εικόνα του αγωνιζόμενου ανθρώπου που αγωνίζεται σ’ έναν ανήφορο χωρίς τέλος για μια «Οδύσσεια» χωρίς «Ιθάκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Επιστρέφοντας τύπωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου» (1909). Κατά τους βαλκανικούς πολέμους κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αργότερα (1919) διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως και από τη θέση αυτή καταρτίζει σχέδιο για την επιστροφή των Ελλήνων του Καυκάσου, όπου πήγε ο ίδιος για την περίθαλψη των ομοεθνών. Όσοι επέστρεψαν (150.000 περ. πρόσφυγες) εγκαταστάθηκαν στη Δ. Μακεδονία και Θεσσαλία. Από τη θέση αυτή αποχώρησε μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στην Αίγινα, όπου και άλλοτε βρέθηκε μελετώντας και γράφοντας απομονωμένος σαν ερημίτης. Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα. Θέλησε να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Διορίστηκε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά μετά από δύο μήνες παραιτήθηκε.

 

Νίκος Καζαντζάκης

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από την Ελλάδα τον Ιούνιο 1946 για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ πια. Από το Λονδίνο βρέθηκε στο Παρίσι, καλεσμένος από τη Γαλλική κυβέρνηση· και για ένα μικρό διάστημα ήταν σύμβουλος για τη λογοτεχνία στην UNESCO. Παραιτήθηκε και από τη θέση αυτή, για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα.

Ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε το 1911 τη συγγραφέα Γαλάτεια Αλεξίου, αλλά δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν. Ήταν χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός. Μόνος του ή μαζί με τη Γαλάτεια γράφει πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο για βιοποριστικούς λόγους και εγκρίνονται όλα από το Υπουργείο Παιδείας (1914). Τα υπέγραφε όλα η γυναίκα του. Για οικονομικούς λόγους, επίσης, έκανε κατά καιρούς πολλές μεταφράσεις. Ο γάμος με τη Γαλάτεια διαλύθηκε οριστικά το 1926. Είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με πολλές αναφορές στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη και στη συμβίωσή τους. Το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, ύστερα από μακρότατο δεσμό, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, καταγράφοντας τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε βιβλία. Επίσης, το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό και μαζί επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος και την επόμενη χρονιά πολλά μέρη της Ελλάδας, αναζητώντας «τη συνείδηση της φυλής τους», όπως έλεγαν, παρά το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.

 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και ήταν ήδη πολύ γνωστός, από τότε που εγκαθίσταται στην Αντίμπ της Γαλλίας (1948) η φήμη του μεγαλώνει και τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Τιμήθηκε πολλές φορές, αλλά στερήθηκε το βραβείο Νόμπελ – αν και είχε προταθεί επανειλημμένως – για τις τολμηρές του θέσεις, που κινητοποιούν την ορθόδοξη και καθολική εκκλησία να μην τύχει αυτής της ύψιστης τιμής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Ο Πάπας είχε αναγράψει στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός». Το τελευταίο μακρινό του ταξίδι το έκανε στην Κίνα, όπου προσεβλήθη από ασιατική γρίππη και επιστρέφοντας πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Κηδεύτηκε στο λόφο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Στον τάφο του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Το συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη είναι τεράστιο. Έγραψε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και έκανε πολλές μεταφράσεις.

Ποίηση:

Οδύσσεια (1938), μια τεράστια επική σύνθεση (στίχοι 33.333), που αναφέρεται στις περιπέτειες του ομηρικού Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ο οποίος πεθαίνει στο Νότιο Πόλο γενναίος πάντα και ελεύθερος, ενσαρκώνεται η κοσμοθεωρία του ποιητή και η αγωνία του για τη ζωή.

Τερτσίνες (1939) άσματα σε ιαμβικό εντεκασύλλαβο με δαντική ομοιοκαταληξία.

Θέατρο:

Έμμετρες τραγωδίες σε τρεις τόμους· α) με αρχαία θέματα (Προμηθέας 1949, Κούρος 1949, Οδυσσέας 1928, Μέλισσα 1937, β) με βυζαντινά θέματα (Χριστός 1915, Ιουλιανός ο Παραβάτης 1945, Νικηφόρος Φωκάς 1927, Κων/νος Παλαιολόγος 1949 και γ) με διάφορα άλλα θέματα (Καποδίστριας 1946, Χριστόφορος Κολόμβος 1949, Σόδομα και Γόμορα 1948, Βούδας 1928).

Πεζογραφία:

Εκτός από το έργο «Όφις και κρίνο» (1906), εκείνο το βιβλίο που σηματοδοτεί το ιδεολογικό και φιλοσοφικό πιστεύω του Ν. Καζαντζάκη είναι η Ασκητική (1927), γραμμένη λίγο νωρίτερα και δημοσιευμένη αρχικά με τον τίτλο Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού).

Είναι έργο με μεταφυσικό περιεχόμενο, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Μπέρκσον και από την πολιτική δράση του Λένιν. Η Ασκητική, η Οδύσσεια και η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελούν τον καταστατικό χάρτη των ιδεών του Ν. Καζαντζάκη.

Σημειώνουμε επίσης δύο έργα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα 1934 (μτφρ. Γιάννη Μαγκλή) και Βραχόκηπος 1936 (μτφρ. Παντ. Πρεβελάκη).

Τα βιβλία, όμως, που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό είναι τα μυθιστορήματά του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), όπου προβάλλεται ο άνθρωπος της δράσης και της φυσικής ζωής, ο Καπετάν Μιχάλης (1953), που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση 1897, Ο τελευταίος πειρασμός (1955), που αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1955), όπου προβάλλονται οι αρετές και τα ανθρώπινα πάθη, Ο φτωχούλης του Θεού (1956), που αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Ο βραχόκηπος (1960)  και τέλος η Αναφορά στον Γκρέκο (1961, μεταθανάτια έκδοση), μία μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, όπου διαγράφεται ο αγώνας του ανθρώπου ν’ ανέβει τον ανήφορό του και να κάμει την ύλη πνεύμα.

Ταξιδιωτικά:

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πολυταξιδεμένος και μας άφησε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στα βιβλία του με το γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας. Στα βιβλία αυτά παρακολουθούμε παράλληλα με τις γεωγραφικές περιηγήσεις – τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα, καθώς ταξιδεύει όπου γης, από την Αγγλία, Ρωσία και Ελλάδα μέχρι το Σινά, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Μεταφράσεις:

Τέλος, το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ μεγάλο. Ο Καζαντζάκης, εκτός από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γνώριζε άλλες επτά γλώσσες. Μετέφρασε Νίτσε (Η γέννηση της τραγωδίας, Τάδε έφη Ζαρατούστρας), Ουίλιαμ Τζέιμς (Η θεωρία της συγκινήσεως), Δαρβίνο (Περί της γενέσεως των ειδών), Χένρυ Μπέρκσον (Το γέλιο), Δάντη (Θεία Κωμωδία), Ανθολογία Ισπανών Ποιητών, Γκαίτε (Φάουστ), Μακιαβέλι (Ηγεμών), Γιόργκενσεν (Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης) κ.ά. Μετέφρασε, επίσης, πλατωνικούς διαλόγους και τα ομηρικά έπη σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή.

Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές

Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς 

Ο τελευταίος πειρασμός

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει». Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976. Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

  

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Το Δέντρο, «Νίκος Καζαντζάκης / Καταφάσεις και Αμφιθυμίες», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Σχετικά θέματα:

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες  

Read Full Post »

Πολυγένης Κωνσταντίνος (1862-1935)


 

Πολυγένης Κωνσταντίνος

Διαπρεπής νομικός, καθηγητής της Νομικής Σχολής, συγγραφέας  και πολιτικός, καταγόμενος από το Άργος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα από Αργείτικη οικογένεια. Μετά την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ συνέχισε τις σπουδές του επί πέντε χρόνια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1890 και διορίστηκε αρχικά υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, ενώ την επόμενη χρονιά ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1895 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο μάθημα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού Δικαίου. Ασχολήθηκε με την πολιτική˙ το 1921 διετέλεσε μάλιστα Υπουργός Παιδείας επί κυβερνήσεως Δημητρίου Γούναρη,  ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1921-1922 χρημάτισε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Άφησε σπουδαίο επιστημονικό έργο, τόσο πρωτότυπο, όσο και μεταφράσεις.

Έργα του είναι:

Περί δωρεάς (1884)

Περί της απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων (1890)

Πραγματεία περί προικός (δίτομο έργο, 1891-1894)

Περί της αξίας του Ρωμαϊκού δικαίου (1899)

Μετάφρασε έργα του Bernhard Joseph Hubert Windscheid και προσάρμοσε αυτά στην Ελληνική νομοθεσία και νομολογία.

Το Άργος τιμώντας τη μνήμη του, του ανήγειρε προτομή στη βορεινή πλευρά του δικαστικού μεγάρου της πόλης. Ο γιος του Ιωάννης Πολυγένης υπήρξε επίσης καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ.  

 

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Μαρκεζίνης Σπύρος, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος: 1828 – 1964», Αθήνα, Πάπυρος, 1967.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »