Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια


 

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια

Η συγγραφέας Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας του Πα­να­γιώ­τη και Χα­ρί­κλειας Καπό­γιαν­νη, το πρώτο είναι ο αδελφός της Χρήστος, και γεννήθηκε στο Κουτσο­πόδι Άργους το 1961. Ο πατέρας της Πα­να­γιώ­της Κα­πό­γιαν­νης, δά­σκα­λος, υ­πη­ρέτη­σε στο Δημοτι­κό Σχο­λεί­ο του Μπόρ­σια, του Κου­τσο­πο­δί­ου, στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους,  ως διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Νέ­ας Κί­ου και συ­νταξιο­δο­τή­θη­κε ως διευ­θυ­ντής του 2ου Δη­μο­τι­κού Σχο­λεί­ου Άργους.

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη έ­μα­θε τα πρώτα της γράμματα στο 1ο Δημο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους και τελεί­ω­σε στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους ό­που με­τα­ξύ των άλ­λων δα­σκά­λων υ­πη­ρε­τού­σε και ο πα­τέ­ρας της Πα­να­γιώ­της τον ο­ποί­ο έ­πρε­πε –σύμ­φω­να με τα κρα­τού­ντα της ε­πο­χής– να απο­κα­λεί «Κύ­ριο».

Α­λη­σμό­νη­τα πα­ρα­μέ­νουν στη μνή­μη της πε­ρι­στα­τι­κά της ε­πο­χής, τα ο­ποί­α περι­γρά­φουν, ε­πα­κρι­βώς, πώς λει­τουρ­γού­σαν τα πράγ­μα­τα της ε­πο­χής. Μί­α η­μέ­ρα την α­νά­γκα­σε, ο πα­τέ­ρα της, να προ­σέλ­θει με την κη­δε­μό­να της, δη­λα­δή τη μητέ­ρα της, διό­τι την προ­η­γου­μέ­νη εί­χε έρ­θει «α­διά­βα­στη». Αυ­τό ο­φεί­λο­νταν στο γε­γο­νός ό­τι ό­λη η οι­κο­γέ­νεια εί­χε με­τα­βεί στην Τρί­πο­λη για την τα­φή του θα­νό­ντος συγ­γε­νούς.

Ε­πί­σης α­ρι­στεύ­ο­ντας σε γρα­πτό δια­γω­νι­σμό με θέ­μα την α­πο­τα­μί­ευ­ση, ο πα­τέρας της δεν της πα­ρέ­δω­σε το βρα­βεί­ο που ή­ταν ε­κεί­νη την ε­πο­χή έ­νας κου­μπαράς του Τα­χυ­δρο­μι­κού Ταμιευτη­ρί­ου για το λό­γο ό­τι μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως εύ­νοια α­πέ­να­ντι στην κό­ρη του. Και βέ­βαια στην ε­πό­με­νο δια­γω­νι­σμό – στην 1η Γυ­μνα­σί­ου – «πή­ρε πί­σω το αί­μα της» κερ­δί­ζο­ντας ξα­νά τον δια­γω­νι­σμό και ο κου­μπαράς κο­σμεί και σή­με­ρα το γρα­φεί­ο της.

Τε­λειώ­νο­ντας το Γυ­μνά­σιο και με τις α­νά­λο­γες κα­τα­τα­κτή­ριες ε­ξε­τά­σεις, ει­σήλ­θε, το 1978, στο Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο στο τμή­μα της Γαλ­λι­κής Φι­λολο­γί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα αποφοί­τη­σε α­πό τη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α Α­θη­νών και την Α­με­ρι­κα­νι­κή Έ­νω­ση. Το ί­διο κα­λο­καί­ρι πα­ρα­κο­λού­θη­σε τα κα­λο­και­ρι­νά μα­θήμα­τα της SORBONNE. Το 1979 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου και το 1980 άρ­χι­σε να διδάσκει τη Γαλ­λι­κή γλώσ­σα.

Το 1981 με­τά α­πό δια­γω­νι­σμό, στο cours classiques obtion pedagogie της Γαλλι­κής Ακαδημίας, κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α για το  Monbard, ενώ στη συ­νέ­χεια  πήρε την βεβαίωση CEMEA  –κά­νο­ντας την πρα­κτι­κή της– παι­διά 8 ε­τών,-  στο Planches στη Bourgogne. Το 1982 έ­λα­βε πτυ­χί­ο της Γαλ­λι­κής Φι­λο­λο­γί­ας α­πό το Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο.

Το 1985 διο­ρί­στη­κε στη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α (Γαλ­λι­κό Ιν­στι­τού­το) ενώ το 1993 με­τα­πήδη­σε στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Δη­μό­σια Εκ­παί­δευ­ση. Το 2000 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του  Υ­ΠΕΠ­Θ  για Γαλ­λί­α (Πα­ρί­σι-Του­λόν). Ζει και ερ­γά­ζε­ται στην Α­θή­να. Ο Ινκούλης, από τις εκδόσεις «Πάραλος», Απρίλης 2011, είναι το πρώτο της βιβλίο.

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη στο βιβλίο αυτό πραγματεύεται, με μια αφαιρετική γραφή ένα πραγματικό «παραμύθι» για μεγάλους, που αναδεικνύει όλο το ανθρώπινο μεγαλείο. Καινοτομεί, διότι το κύριο μέρος του βιβλίου αναφέρεται, με ερέθισμα την ανεύρεση και αναβίωση, ενός επί 500 χρόνια «παγωμένου» παιδικού σώματος στις παρυφές των Αμερικανικών Άνδεων, την απορία, τον θαυμασμό αλλά και τη νοσταλγία του μικρού Ίνκας για τη ζωή και τους αγαπημένους του, πριν «κοιμηθεί».

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Ενώ, στο δεύτερο μέρος δίνεται συμπυκνωμένα όλο το μεγαλείο της γέννησης και της πτώσης του υπέροχου πολιτισμού των Ίνκας. Είναι σαφές ότι το περιεχόμενο του βιβλίου θα ενθουσιάσει ακόμη και τους ειδήμονες του είδους. Στην Αργολίδα διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία: «Εκ προοιμίου», Νικηταρά 14, τηλ. 27510 20419, Άργος – «Διαλόγου Αφορμές», Σιδηράς Μεραρχίας 34, τηλ. 27520 24674,  Ναύπλιο.

Read Full Post »

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αργείοι αθλητές και Ολυμπιονίκες στην Αρχαιότητα


 

Αγώνας πάλης

Οι Αργείοι είχαν διακριθεί και στον αθλητισμό, εκτός βέβαια από την πλούσια πνευματική, πολιτιστική και πολεμική δραστηριότητά τους. Είχαν λοιπόν, συνδέσει τη ζωή τους με την άθληση και είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη και ισχύ. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από τα στάδια και τα γυμνάσια (γυμναστήρια) που υπήρχαν, όσο και από την έντονη παρουσία τους σε όλους τους ιερούς αγώνες (Ολύμπια, Νέμεα, Ίσθμια, Πύθια).

Στους αγώνες συμμετείχαν με διάφορους τρόπους, είτε ως αθλητές, είτε ως αγωνοδίκες, είτε ως αγωνοθέτες. Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστός ο αριθμός των Αργείων αθλητών που μετείχαν στους αγώνες αυτούς, όμως αν κρίνουμε από τις επιτυχίες, τις διακρίσεις τους και από τη διαχρονικότητα της παρουσίας τους, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι πάντα στο Άργος υπήρχαν γενναίοι και ικανοί αθλητές, ανεξάρτητα από τα όσα έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη και οι περιγραφές του Παυσανία. Αναμφισβήτητα, ο δρόμος, η πάλη, η πυγμή και οι αρματοδρομίες ήταν τα αγωνίσματα με τα οποία ασχολούνταν κυρίως οι Αργείοι.      

Έφτασαν μέχρι εμάς τα παρακάτω ονόματα νικητών, το είδος της νίκης και ο τόπος, όπου διαγωνίσθηκαν. Έχουμε :    

Ο Αγεύς ή Αργεύς: ξακουσμένος Αργείος δρομέας, νίκησε στο δόλιχο και την ίδια ημέρα διέτρεξε την απόσταση από την Ολυμπία στο Άργος για να αναγγείλει τη νίκη του.

Ο Αγησίστρατος Περίλα: νίκησε στο πένταθλο, στα Λύκαια, το 320 π.Χ.

Ο Αγίας: Αργείος, νίκησε στην Ολυμπία, στην 113η  Ολυμπιάδα. Αυτό το μαθαίνουμε από επιγραφή, που βρέθηκε στο Άργος, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

Ο Αισχύλλος ήταν ονομαστός αεθλοφόρος, ( inscr. gr. Antiquissimae 17,37). Αυτός αφού νίκησε στην Ολυμπία, αφιέρωσε, στην ίδια του την πατρίδα, το Άργος, δύο έκτυπα των Διοσκούρων.

 [Τώδε τύπω δίων ανά]κων ανέθηκ’ ε[λάο]ντε

Αισχύλλο[ς] Θίοπος, τοις δαμοσίοις εν αέθλοις

τετράκι τε [σ]πάδιον νίκηκα[ί]  τρίς τον οπλίτα[ν]

Ο Ανθεστίων: νίκησε στο στάδιο, το 52 π.Χ., στην 182η Ολυμπιάδα.

Ο Άνθιππος: Αργείος, νίκησε στο στάδιο και οπλίτην, Μεγάλα Αμφιαράϊα, στον Ωρωπό, μετά το 338 π.Χ. (Εφημ. αρχ. 1884 σελ. 126,127).

Χάλκινη Υδρία, 470- 460 π.Χ., έπαθλο στους αγώνες των Ηραίων του Άργους. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Ο Αριστεύς: Αργείος, νικητής στο δόλιχο, στην Ολυμπία, δεν είναι γνωστό σε ποια Ολυμπιάδα νίκησε, προσδιορίζεται μεταξύ των ετών 436 π.Χ. έως 408 π.Χ. Ο πατέρας του, ο Χείμων (ή Κίμων), ήταν νικητής στην πάλη. Οι εικόνες τους βρίσκονταν απέναντι η μία στην άλλη στην Ολυμπία. Την εικόνα του Αριστέως την είχε φτιάξει ο Παντίας ο Χίος και αυτή του Χείμωνος την είχε φτιάξει ο Αργείος Ναυκύδης. Υπήρχε και άλλη εικόνα του Χείμωνος, η οποία είχε φτάσει από το Άργος, στο ιερό της Ειρήνης, στη Ρώμη. Λέγεται ότι ο Χείμων είχε παλέψει με τον Ταυροσθένη τον Αιγηνήτην (Παυσ. 6,9,1).

Ο Αριστίων: Αργείος, νίκησε στους ιππικούς αγώνες, στους Δελφούς. Προς τιμήν του, η σύζυγος του αφιέρωσε το άγαλμά του, με την ακόλουθη επιγραφή, που βρέθηκε στο Άργος, στην οικία του Λεωνίδα Ζωγράφου. (Le Bas 112α).

 Λυ]σιμάχα Πολ[… θυγάτηρ,

Α]ργεία Αριστίω[να…..

Αργείον τον άνδ[ρα νικάσαντα

πολεμιστηρίωι Ηρα[ία…..

τρίς, Σωτήρια τρίς.

Διόδωρος Ερματτίου Αθηναίο[ς εποίησεν

Ο Δάνδης: νίκησε στο στάδιο, στην Ολυμπία, δύο φορές, στα Πύθια τρεις φορές, στα Ίσμια δύο φορές, δεκαπέντε φορές στα Νέμεα. (Διόδ. Σικ. 11,53 ήχθη και παρ’ Ηλείοις Ολυμπιάς εβδομηκοστή και εβδόμη, καθ’ ήν ενίκα στάδιον Αργείος, Δάνδης Διον. Αλικ. Αρχ. Ρωμ. 9.37 επί της εβδομηκοστής και εβδόμης ολυμπιάδος, ήν ενίκα στάδιον Δάνδης Αργείος). Και το εξής επίγραμμα του Σιμωνίδου καταδεικνύει την επιτηδειότητα του ανδρός. (Ελλ. Ανθολ. Τόμ 3 σελ. 165, αριθ. 14).

Αργείος Δάνδης σταδιοδρόμος ενθάδε κείται,

νίκαις ιππόβοτον πατρίδ’ επικλεΐσας,

Ολυμπία δίς, έν δε Πυθώνι τρία,

δύο δ’ έν Ισθμοί, πεντεκαίδεκα Νεμέα.

τάς δ’ άλλας νίκας ουκ ευμαρές εστ’ αριθμήσαι.

Άλλος ονομαστός δρομεύς ήταν ο Δρυμός, όπως φαίνεται από την εξής επιγραφή, που βρέθηκε στην Επίδαυρο. (Εφ. αρχ. 1885 σελ. 194).

Δρυμός παίς Θεοδώρου ολυμπικόν ενθάδ’ αγώνα

ήγγειλ’ αυθήμαρ δρομέων θεού εις κλυτόν άλσος,

ανδρείας παράδειγμα, πατρίς δε μοι ίππον Άργος.

Ανήγγειλε την ίδια ημέρα τη νίκη του στο ιερό του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, όπου μέσα στο ιερό είχε στηθεί, προς τιμήν του, η ανάγλυφη μορφή του. 

Παράσταση δόλιχου δρόμου. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου.

Ο Επαίνετος: νίκησε στο στάδιο παίδων, στην Ολυμπία, το 80π.Χ., στην 175η Ολυμπιάδα. Σ’ αυτήν την Ολυμπιάδα έγιναν αγώνες μόνο παίδων, διότι ο Σύλλας είχε στείλει όλους του άνδρες στη Ρώμη («Άνδρες γάρ ουκ ηγωνίσαντο, Σύλλας πάντας εις Ρώμην μεταπεμψαμένου» (Ευσ. Παμφ.). 

Ο (Ε)πιτιμάδας: Αργείος αθλητής, νίκησε στο παγκράτιον, το 468 π.Χ., στην 77η Ολυμπιάδα.

Ο Ευρυβάτης: αυτός σε απροσδιόριστη Νεμειάδα νίκησε στο πένταθλο· (Παυσ. 1.29,5), κατά τον Ηρόδοτο (6,92,9,75), ήταν στρατηγός των χιλίων Αργείων, οι οποίοι ήρθαν από το Άργος για να βοηθήσουν τους Αιγινήτες εναντίον των Αθηναίων. Στον πόλεμο, αφού μονομάχησε με τρεις άντρες, τους σκότωσε, πέθανε όμως από τον τέταρτο, τον Σωφάνο.      

Θεαίος ή Θειαίος: σπουδαίος και επιφανής Αργείος αθλητής. Γιος του Ουλία και  συγγενής από τη μητέρα του με τον Θράσυκλο και τον Αντία. Νικητής στην πάλη σε πολλούς αγώνες. Υπήρξε ολυμπιονίκης στην Πυθιάδα, τρεις φορές στα Νέμεια, τρεις φορές στα Ίσθμια, δύο φορές στα Εκατόμβια, που τελούνταν στο Άργος και δύο φορές στα Παναθήναια.

Ο Θράσυκλος και ο Αντίας: αυτοί ήταν συγγενείς με τον Θειαίο, από την μεριά της μητέρας του. Είχαν νικήσει και στα Νέμεα και στα Ίσθμια τέσσερις φορές και είχαν τιμηθεί με χρυσές φιάλες και επιτηδευμένες χλαμύδες και εξωμίδες (Πίνδ. Νέμ. 10,41 και Σχόλια).

νικαφορίαις γάρ όσαις Προίτοιο τοδ’ ιπποτρόφον

άστυ θάλησεν Κορίνθου τ’ εν μυχοίς, και Κλεωναίων προς ανδρών τετράκις.

Σικυωνόθε δ’ αργυρωθέντες σύν οινηραίς φιάλαις επέβαν·

Εκ δε Πελλάνας επιεσσάμενοι νώτον μαλακαίσι κρόκαις·

Ο Ιολαΐδας: Αργείος νίκησε στο στάδιο, στην Ολυμπία (Sext. Jul.Afric. αναγραφ. σελ. 72) στην 139η Ολυμπιάδα.

Ο Κεράς ο Αργείος: νικητής στην πάλη, το 300 π.Χ., στην 120η Ολυμπιάδα.

«Κεράς Αργείος πάλην, ος χηλάς απέσπα βοός».

Οι αδερφοί Κλέοβις και Βίτων, γιοι της ιέρειας της Ήρας, οι οποίοι, εκτός από την ευσεβή τους πράξη, ήταν και αεθλοφόροι (Ηρόδ. 1,31).

Ο Κρεύγας: πρόκειται για άνδρα ονομαστό στη σωματική δύναμη.

Ο Λαδάς: νίκησε στο δόλιχο, το 460 π.Χ., στην 80η Ολυμπιάδα. Ο διασημότερος ίσως δρομέας της αρχαιότητας. Έτρεχε τόσο ελαφρά, ώστε δεν άφηνε ούτε ίχνη εκεί όπου είχε περάσει. Ο ανδριάντας του υπήρχε, σύμφωνα με τον Παυσανία, μέσα στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα. 

Από επιγραφή, που βρέθηκε στην Αθήνα, καταφαίνεται ότι, ο Μένανδρος, από το Άργος, νίκησε στο παγκράτιο, στη δημόσια πανήγυρης στην Αθήνα, πιθανώς στη γιορτή των Παναθηναίων.

Ο Νίκανδρος : γιος του Τίμωνος, Αργείος, νίκησε στη πυγμαχία.  

Ο Περιλάος: Αργείος παλαιστής, νίκησε στα Νέμεα, κατά το δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. Είναι περισσότερο γνωστός από τον αγώνα μεταξύ Αργείων και Σπαρτιατών, στη Θυρεάτιδα, το 550 π.Χ. περίπου.

Ο Πολυκράτης: νίκησε στα Παναθήναια, όμως γύρω στο 220 μ.Χ. έφυγε για την Αλεξάνδρεια και ανήλθε στο ανώτερο αξίωμα του σωματοφύλακα, στην αυλή των Πτολεμαίων. Βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια επιτάφια πλάκα από μάρμαρο με την εξής επιγραφή (C. 1. Α. τόμ. 2β σελ. 383,385,966. revue arch. 1886 σελ. 266, Πολύβ. 5,65.15.29).

 Πολυκρατής, Πολυκρατού, του Πολυκρατού, Αργείος ο σωματοφύλαξ. Είχε δε και τρεις θυγατέρας, αίτινες ενίκησεν κατά τους αγώνας αξιωθείσαι του βραβείου. (C.1 A. τόμ. 2β σελ. 388, 967).

(άρματι πωλικώ)

(Ζ)ευξώ Πολυκράτου(ς Αργεία)

κέλητι (τε)λ(είω)

Νουμήνιος Απολλοδ(ώ)ρο(υ—)

συνωρίδι τελ(εία).

Ευκράτεια Πολυκράτους (Αργεία)

άρματι τελ(είω)

(Ερμιό)νη (Πολύ)κράτους (Αργεία)

Από τις επιγραφές στο ιερό του Αμφιαράου, στο Μαυροδήλεσι, μαθαίνουμε, ότι νίκησε Πολυκρατής Αγεμάχου Αργείος παίδας δίαυλον.

Ο Σώπατρος: νίκησε στο στάδιο, στην 187η Ολυμπιάδα.

O Φιλόνικος: Αργείος, νίκησε στην πάλα, στην κατηγορία των αγένειων, στα Μεγάλα Αμφιαράϊα, στον Ωρωπό, μετά το 338 π.Χ.

Άγνωστο παραμένει σε μας το όνομα του Αργείου ολυμπιονίκη, στον οποίο αναφέρεται το εξής επίγραμμα (Αριστ. ρητ. 1,7p. 1365α Bekkeri).

πρόσθε μέν αμφ’ ώμοισιν έχων τραχείαν άσιλλαν

ιχθύς εξ Άργους εις Τεγέαν έφερον.

Αρίστων και Πολύξενος: Σπουδαίοι Αργείοι γυμναστές. Ο Αρίστων υπήρξε διδάσκαλος της γυμναστικής κοντά στον οποίο εκπαιδεύτηκε ο Πλάτων. Ο Πολύξενος ήταν ο ονομαστός γυμναστής του Αγέα που κέρδισε το δόλιχο δρόμο στην Ολυμπία.

  

Πηγές


  • Μάρκελλος Μιτσού, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις, 1952.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα, (Η αθλητική ιστορία του Άργους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας)», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.     
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αργυρόπουλος Ιωάννης (1394 – 1486)


 

Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και κληρικός. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία στην Πάντοβα. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έφυγε στη Φλωρεντία, ασπάστηκε τον καθολικισμό και δίδαξε στην πλατωνική ακαδημία στην έδρα της ελληνικής ποίησης και φιλοσοφίας.

 

Ιωάννης Αργυρόπουλος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνστα­ντινούπολη (1394). Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο της Φλωρεντίας (1438-1439) και για πρώτη φορά ήρθε σε άμεση επαφή με τους μεγαλύτερους λογί­ους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας (1443), όπου έμεινε αρκετά χρόνια κι έμαθε λατινι­κά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αναληφθεί ό­τι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Παρά ταύτα, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη που υπεραγαπούσε και δεν έφυγε από αυ­τήν παρά μονάχα μετά την Άλωση της από τους Τούρκους (1453). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στη Βασιλεύουσα διακρί­θηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβε­βαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη κι αυτός μαζί με πολλούς άλλους ως πρόσφυγας στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Εκεί βρέθηκε σε ένα φιλικό πε­ριβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδί­κων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (1434-1464), ο οποίος είχε ονομαστεί και «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα δε στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνι­κή Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμι­στού ή Πλήθωνος.

Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία, εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλω­ρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακα­δημία με την υποστήριξη και του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)- και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά.

Πράγματι, ο Λαυρέντιος δεν έπεσε έξω σης προβλέψεις του και η επιτυχημένη δι­δασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Έτσι, πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου. Μεταξύ των μαθητών του εξέχουσα θέση έχουν οι Δονάτος Ατσαγιόλι και Άγγελος Πολιτσιάνο (Angelo Poli­ziano). Άλλος σημαντικός μαθητής του Αργυρό­πουλου (και συγγενής του γνωστού Ιωάννη Χρυσολωρά) ήταν και ο Ιωάννης Μαρία Φίλελφος, γιος του γνωστού Ιταλού ουμανιστή Φραγκίσκου Φίλελφο (Francesco Filelfo).

Ο Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτω­να. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία.

Το μάθημά του στο πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοπορια­κό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από μια συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Αργυρόπουλος, πέρα α­πό τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που εί­χε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέ­ρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Και αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική.

Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα δι­δάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής! Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι και το 1471, ο­πότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένειά του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του, ενώ δυο άλλα έζησαν. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία, ο Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου για να διδά­ξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό.

Ιωάννης Αργυρόπουλος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, 1866.

Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέ­στρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρή­κε τον Έλληνα φίλο του, το γνωστό Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό, και μετέπειτα πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε πολύ χρόνο για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, δίδαξε αρ­κετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επι­τυχία. Γρήγορα, όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Έτσι, γρήγορα εγκατέλειψε τη Ρώμη και το 1477 βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδασκε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κου­ρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευ­ταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς γι’ αυτόν, έ­πεσε σε έσχατη ένδεια, και μάλιστα έφτασε στο ση­μείο να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θά­νατος δεν άργησε να τον βρει γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγά­λη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγρα­φέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Παρά ταύτα, το  συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διάφορων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Αναλυτικότερα, τα σπουδαιότερα συγγράμματά του είναι τα εξής:

1) Εκκλησιαστικά ποιήματα,

2) Πε­ρί συλλογισμού,

3) Περί Αριστοτελικής Φιλοσο­φίας,

4) Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά,

5) Λόγος πε­ριττής Συνόδου της Φλωρεντίας,

6) Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προ­τείναντας,

7) Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους.

Κοντά σε αυτά, οι σπουδαιότε­ρες μεταφράσεις στα λατινικά από τα ελληνικά εί­ναι: 1) Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί ουρανού, Περί γενέσε­ως και φθοράς, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης, 2) Βασιλείου του Μεγάλου Ομιλία εις εξαήμερον.

Η συμβολή του Ιωάννη Αργυρόπουλου στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Ευρώπη είναι μεγίστη. Ειδικά στη Φλω­ρεντία, όπου διέμεινε αρκετά χρόνια, τον θεωρούσαν και ήταν από τους πλέον ση­μαντικούς Έλληνες εκπρόσωπους του 15ου αιώνα στη διδασκαλία των ελληνικών και της φιλοσοφίας μαζί με τον Μιχαήλ Μάρουλλο Ταρχανιώτη, με­τά τον Μανουήλ Χρυσολωρά, που δίδαξε στο εκεί πανεπιστήμιο στα τέλη του 14ου αιώνα (1396-1399).

Η εκτίμηση που απολάμβανε στη Φλωρεντία ο Αργυρόπουλος ήταν μεγάλη όχι μόνο από τους λο­γίους της πόλης, αλλά και από τους μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο περίφημος λόγιος Δονάτος Ατσαγιόλι έλεγε ότι όταν ο Αργυρόπουλος δίδασκε, τότε φαινόταν να αναγεννώνται οι χρόνοι των αρ­χαίων φιλοσόφων. Ο Αργυρόπουλος στη Φλωρε­ντία ήταν αυτός ο οποίος πραγματικά έδωσε ώθηση στις ελληνικές σπουδές και στη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας, κάτω από ένα νέο και καινοτό­μο πνεύμα και προοπτική.

Γρήγορα η φήμη του ως δασκάλου της ελληνικής αλλά και της λατινικής γλώσσας διαδόθηκε και πέρα από την Ιταλία και για μερικά χρόνια επισκέφθηκε την αυλή του Ούγ­γρου βασιλιά, για να διδάξει και εκεί. Πέρα από τη διδασκαλία του, που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους συγχρόνους του, με τις μεταφράσεις του στα λατινικά των Ελλήνων κλασικών και ιδιαίτερα του Αριστοτέλη, έδωσε τη δυνατότητα στους λογίους Ιταλούς ουμανιστές της εποχής του να γνωρίσουν το ελληνικό πνεύμα και την αρχαία ελληνική δια­νόηση στην πιο τέλεια μορφή τους. Δικαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως αν θεωρήσουμε ότι ο Χρυσολωράς ήταν αυτός από τους Έλληνες ο οποίος συνέβαλε στο ξεκίνημα της αναγέννησης των ελληνικών σπουδών στη Φλωρεντία και την Ιτα­λία, τότε ο Αργυρόπουλος ήταν από τους πιο άξιους συνεχιστές του.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ. 45- 48.
  • Ζαβίρας Γεώργιος, Νέα Ελλάς, Αθήνα 1872, σ. 63-64.
  • Παύλος Καρολίδης, Ιστορία της Νέας Ελλάδας, Αθήνα 1925, σ. 252.
  • Ε. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siècle, Παρίσι 1962, pp. 81/97/132.
  • J. Burckhardt, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
  • P. Burke, The Renaissance, Macmillan,Λονδίνο 1987.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Χαλκοκονδύλης Δημήτριος (1423 – 1511)


 

 Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και συγγραφέας των χρόνων της Αναγέννησης γεννημένος στην Αθήνα, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. Ήταν συγγενής του Βυζαντινού ιστορικού Λαονίκου Χαλκοκονδύλη. Η οικογένειά του έφυγε από την Αθήνα το 1435 και εγκαταστάθηκε στον Μιστρά. Το 1449, ο Χαλκοκονδύλης έφτασε στη Ρώμη, αφού προηγουμένως είχε σπουδάσει κοντά στον Πλήθωνα. Στη Ρώμη μαθήτευσε κοντά στον Θεόδωρο Γαζή, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Δίδαξε στην Περούτζια τα έτη 1452-1455 και μετά στη Ρώμη μέχρι το 1463, συμμετέχοντας στη διαμάχη πλατωνιστών και αριστοτελιστών, καθώς ο ίδιος ήταν επηρεασμένος από την πλατωνική σκέψη, αλλά υπεράσπισε επίσης και την αριστοτελική φιλοσοφία.

 

Στην ιστορία της αναβίωσης των ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού πνεύματος στην Ιταλία σημα­ντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Βυζαντινοί λόγιοι που έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και γενι­κότερα από την Ανατολική Αυτοκρατορία πριν και μετά την Άλωση της Πόλης. Από τα τέλη του 14ου μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα έφταναν διαρκώς α­πό την Ανατολή και κατέκλυζαν τις χώρες της Ευ­ρώπης λόγιοι από βυζαντινές ή πρώην βυζαντινές περιοχές.

Η εικόνα που θέλει τον Έλληνα σοφό να φεύγει μπροστά από τον Τούρκο κατακτητή σφίγ­γοντας στα χέρια του πολύτιμα χειρόγραφα και να τα διασώζει μεταφέροντας με αυτό τον τρόπο την αρχαία ελληνική γραμματεία στη Δύση, δεν αντα­ποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα ελληνικά χειρόγραφα αναζητούνταν και αγοράζονταν από τους Δυτικούς πολλά χρόνια πριν από την Άλωση και Βυζαντινοί διανοούμενοι βρέθηκαν στη Δύση, όπου δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και διέδωσαν την ελληνική σκέψη δεκαετίες πριν από το 1453.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, μεγάλο κύμα λογίων προσφύγων, όπως ήταν φυσικό, κατέφυγε στην Ιταλία για να διδάξει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική σκέψη, εφ’ όσον μάλι­στα το κλίμα είχε ήδη διαμορφωθεί νωρίτερα από τις συνεχείς επαφές της δυτικής διανόησης με τα επιτεύγματα της ελληνικής κουλτούρας και αφού είχε προηγηθεί η διάδοση των ελληνικών στην Ιταλική χερσόνησο από τους «πρόδρομους» διδα­σκάλους.

  

Δημήτριος Χαλκοκονδύλης

 

Πορτραίτο του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (Giovio, Paolo, 1483-1552)

Ανάμεσα σε εκείνους, οι οποίοι ακολούθησαν το δρόμο προς τη Δύση και συνέβαλαν στο ουμανι­στικό κίνημα που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, ήταν και ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511), από τους τελευταίους μεγάλους δασκάλους των ελληνικών την εποχή της ιταλικής Αναγέν­νησης και από τους πρώτους λογίους που εκτίμη­σαν την αξία της τυπογραφίας και διείδαν το ρόλο που θα διαδραμάτιζε στην εξάπλωση του ανθρωπιστικού κινήματος.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, γόνος αρχοντι­κής οικογένειας, γεννήθηκε στην Αθήνα, πιθανόν τον Αύγουστο του 1423. Συγγενής (εξάδελφος) του Βυζαντινού ιστορικού της Άλωσης Λαονίκου Χαλ­κοκονδύλη, ακολούθησε την οικογένειά του στη φυγή της από την πόλη της Παλλάδας, το 1435, ε­ξαιτίας προστριβών με τους Φλωρεντινούς δούκες της Αθήνας, Ατσαγιόλι.

Οι Χαλκοκονδύληδες κατέφυγαν στο Δεσποτάτο του Μορέως, αλλά δεν γνω­ρίζουμε λεπτομέρειες για τη ζωή του Δημητρίου στον Μυστρά. Η πρώτη πληροφορία που υπάρχει προέρχεται από έναν μαθητή του, ο οποίος αναφέ­ρει ότι το 1449 έφτασε στη Ρώμη, αφού είχε σπου­δάσει φιλοσοφία, πιθανότατα κοντά στον Γεώργιο Γεμιστό (Πλήθων). Στην ιταλική πρωτεύουσα συμπλήρωσε τις σπουδές του κοντά στον Θεόδωρο Γαζή, από τον οποίο ίσως διδάχθηκε και λατινικά. Η φιλία που έ­νωσε τους δυο άνδρες επισφραγίστηκε με τη δια­θήκη του Γαζή, ο οποίος κληροδότησε αργότερα στον Δημήτριο την προσωπική βιβλιοθήκη του.

Μεταξύ των ετών 1452 και 1455 ο Χαλκοκονδύ­λης βρισκόταν στην Περούτζια, όπου πιθανότατα παρέδιδε μαθήματα ελληνικής και το 1455 επα­νήλθε στη Ρώμη. Εκεί παρέμεινε ως το 1463 και με την παρουσία του συνέβαλε στην άμβλυνση της διαμάχης που είχε ξεσπάσει μεταξύ των Ελλήνων λογίων γύρω από την προτεραιότητα της αριστοτε­λικής ή της πλατωνικής σκέψης. Ο ίδιος, αν και ο­παδός του Πλάτωνα, υπεραμύνθηκε των θέσεων του Αριστοτέλη με ένα κείμενο, το οποίο όμως δεν δια­σώθηκε. Ας σημειωθεί ότι οπαδός των ιδεών του Αριστοτέλη ήταν ο Θεόδωρος Γαζής, εναντίον του οποίου στρεφόταν ένα μανιφέστο που είχε συντάξει άλλος Έλληνας, ο Μιχαήλ Αποστόλης. Η στάση του Χαλκοκονδύλη να υπερασπιστεί τη φιλοσοφία του Σταγιρίτη φανερώνει τα αισθήματα φιλίας που έτρεφε για τον αριστοτελικό δάσκαλο και προστάτη του, αφού, παρά την προσωπική κλίση του προς τον Πλάτωνα, πήρε μαχητικά το μέρος ενός αρι­στοτελικού.

Από το 1463 ως το 1472 ο Χαλκοκονδύλης έζησε στην Πάντοβα, όπου ανέλαβε την έδρα των ελληνι­κών στο εκεί πανεπιστήμιο. Διασώζονται εναρκτή­ριοι λόγοι της διδασκαλίας του, που αντικατοπτρί­ζουν τα πιστεύω του και αποτελούν πολύτιμο υλικό για το πρόγραμμα διδασκαλίας των μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας.

Από τους λόγους αυτούς πα­ρατίθενται χαρακτηριστικά αποσπάσματα (σε μετά­φραση από τα λατινικά του Κ. Γιαννακόπουλου στο έργο Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση, 330-1600, Αθήνα 1985, 372-388):

 

«Όταν, λοιπόν, […] εκλέχθηκα δημόσια να διδάξω ελληνικά γράμματα, νόμισα σωστό να πω κάτι, που δεν είναι εκτός θέματος, πόση χρησιμότη­τα, ύφος και τελειότητα φέρνουν [τα ελληνικά γράμματα] και πως η μελέτη της ελληνικής φιλο­λογίας έχει εξηγήσει και εξηγεί τα λατινικά γράμ­ματα. […] Πιστεύω ότι κανείς από σας δεν αγνοεί ό­τι οι Λατίνοι παρέλαβαν κάθε είδος ελευθερίων τε­χνών από τους Έλληνες. Και άλλο τόσο είναι γνω­στό ότι δημιουργοί όλων αυτών των τεχνών ήταν οι Έλληνες και το ίδιο το όνομα των τεχνών έχει τις ρίζες του στα ελληνικά. […] Εφ’ όσον η λατινική γραμματική συνδέεται με την ελληνική και φαίνε­ται να εξαρτάται από αυτή, πως είναι δυνατόν να έ­χει κανείς μια πλήρη γνώση της, αν δεν γνωρίζει τα ελληνικά γράμματα; […] Κανείς από εκείνους (τους παλαιούς Λατίνους συγγραφείς) δεν αγνοούσε τα ελληνικά γράμματα. Πραγματικά πολλοί από αυ­τούς τιμούσαν την ελληνική λογοτεχνία τόσο βαθιά ώστε αναρωτιέται κανείς αν γνώριζαν καλύτερα την ελληνική ή τη λατινική φιλολογία».

 

Σε άλλον εναρκτήριο λόγο του, στις 10 Νοεμβρί­ου του 1464, ο Χαλκοκονδύλης ήταν τολμηρότερος στην υπεράσπιση της διδασκαλίας της ελληνικής: «Επειδή σχεδόν όλοι εκείνοι [οι Ρωμαίοι] κατανο­ούσαν τη γλώσσα τους όσο και την ελληνική, προ­τιμούσαν να εκφράζουν τις διαθέσεις του πνεύμα­τός τους και την έννοια και υφή των πραγμάτων πιο συχνά στα ελληνικά παρά στα λατινικά». Και τε­λείωνε την ομιλία του προτρέποντας τους ακροατές και μελλοντικούς μαθητές του να στραφούν με επι­μέλεια στην εκμάθηση των ελληνικών, όπως έκα­ναν και οι πρόγονοί τους Ρωμαίοι, οι οποίοι έστελ­ναν τα παιδιά τους στην Αθήνα για να μορφωθούν καλύτερα: «Νέοι εσείς, […] ασκηθείτε και προσθέ­στε τις σπουδές αυτές στις άλλες και είθε σ’ αυτό να μιμηθείτε τους προγόνους σας. […] θα με βρεί­τε πάντα στη διδασκαλία των γραμμάτων αυτών πρόθυμο να σας βοηθήσω. […] Να θεωρείτε σίγου­ρο ότι θα σας εκπαιδεύσω στη σπουδή των γραμ­μάτων αυτών και σε σύντομο χρόνο θα σας παράσχω ίσως όχι ευκαταφρόνητη παιδεία αυτών».

Ανάγλυφο με τη μορφή του Αριστοτέλη, 15ος αιώνας. Επισκοπικό Μέγαρο του Τρέντο.

Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς δίδαξε ο Χαλ­κοκονδύλης στην Πάντοβα. Είναι πιθανόν ότι εισήγαγε τους ακροατές του στις φιλο­σοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αρι­στοτέλη και ότι μεγάλο μέρος της διδασκα­λίας του αφιέρωσε στην παράδοση της ελληνικής γραμματικής. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι από τους επιφανέστερους μαθητές του ήταν ο νεαρός Ια­νός Λάσκαρις, τον οποίο διέκρινε ο καθηγητής από τους άλλους συμμαθητές του.

Το 1472 ο Χαλκοκονδύλης εγκατέλειψε τα πανε­πιστημιακά μαθήματα του στην Πάντοβα και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, χωρίς να γίνουν γνωστοί οι λόγοι που τον ώθησαν σε αυτή τη μετακίνηση. Πάντως, η πόλη των Μεδίκων κρατούσε αναμφισβήτητα τα σκήπτρα ως το σπουδαιότερο κέντρο ανθρωπι­στικών σπουδών και επομένως πολλοί Έλληνες λό­γιοι έτρεφαν τη φιλοδοξία να διδάξουν στην πόλη και στο Studium, όπου είχαν διακριθεί ο Χρυσολωράς, ο Τραπεζούντιος και ο Αργυρόπουλος.

Η Φλωρεντία, επιπλέον, ήταν ο χώρος στον οποίο για πρώτη φορά καλλιεργούνταν παράλληλα οι δυο με­γάλες φιλοσοφικές κοσμοθεωρίες, ο αριστοτελισμός και ο πλατωνισμός. Το 1475 ο Χαλκοκονδύλης προ­τάθηκε επίσημα για την περίφημη καθέδρα των ελ­ληνικών στη Φλωρεντία, όπου για δεκάξι χρόνια (ως το 1490) θα περνούσε την πιο ήρεμη περίοδο της ζωής του, διδάσκοντας και αποκτώντας φήμη στην πνευματική κοινότητα της πόλης. Υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε για τα είδη που υπηρέτησε με τη διδασκαλία του ο Χαλκοκονδύλης στο περίφημο Studium: ποίηση (Όμηρο και άλλους επικούς ποι­ητές), ρητορική (κυρίως Ισοκράτη) και φιλοσοφία (Πλάτωνα και Αριστοτέλη, ως οπαδός πλέον της θε­ωρίας του Αργυρόπουλου για τη σύντονη καλλιέρ­γεια των δυο φιλοσοφιών).

Ανάμεσα στο πλήθος των μαθητών του ξεχωρίζουν οι Ιταλοί: Τζοβάνι Πίκο ντελα Μιράντολα (Giovanni Pico della Mirandola), Τζοβάνι Μέντιτσι (Giovanni Medici) – ο μελλοντικός πάπας Λέων Ι’- και ο Πέτρος των Μεδίκων, γιος του Λαυρεντίου, καθώς και πολλοί ξένοι που ήλθαν να τον ακούσουν, όπως ο Γιόχαν Ρόιχλιν (Johann Reuchlin), ο περιφημότερος από τους Γερμανούς ανθρωπιστές.

Στη Φλωρεντία, ο Έλληνας λόγιος, εκτός από τη διδασκαλία, αφοσιώθηκε και στην έκδοση ολό­κληρου του σωζόμενου ποιητικού έργου του Ομή­ρου. Το Ομήρου τα σωζόμενα αποτελεί την απαρ­χή της ενασχόλησης του Χαλκοκονδύλη με την έκ­δοση βιβλίων, εργασία πολύ κοπιαστική, αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες να συγκεντρωθεί το χειρόγραφο υλικό και να τύχει της ανάλογης μελέ­της. Ο ίδιος ο εκδότης σημείωνε ότι για να αποκα­ταστήσει το κείμενο χρησιμοποίησε πολλές πηγές και ότι συμβουλεύθηκε τα υπομνήματα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου.

Το 1491 ο Δημήτριος εγκαινίασε την τρίτη φάση της σταδιοδρομίας του. Βρέθηκε στο Μιλάνο, χωρίς και πάλι να είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη θέση του στη Φλωρεντία. Ανέλαβε διδακτικά καθήκοντα στην αυλή του δούκα Λουδο­βίκου Σφόρτσα και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό α­ποκτώντας νέους μαθητές σε ένα κέντρο στο οποίο δεν είχαν καλλιεργηθεί συστηματικά τα ελληνικά γράμματα, παρ’ όλο που στην πόλη είχαν διδάξει για λίγο χρονικό διάστημα οι Μανουήλ Χρυσολωράς και Κωνσταντίνος Λάσκαρις.

Η ανακάλυψη της τυπογραφίας έδωσε μεγάλη ώθηση στην διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση.

Στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας παρέμεινε μέ­χρι το 1500 και συνέχισε το εκδοτικό έργο του, με την παρουσίαση τριών βιβλίων: Ισοκράτης, Λόγοι, Χαλκοκονδύλης, Ερωτήματα, Λεξικό Σουίδας. Όταν τα γαλλικά στρατεύματα του Λουδοβίκου ΙΒ’ κατέλαβαν το Μιλάνο (1499), ο Δημήτριος εγκατέλειψε την πόλη και προσπάθησε ανεπιτυχώς να α­ναλάβει την έδρα των ελληνικών στη Βενετία. Στη συνέχεια κατέφυγε στη Φεράρα, απ’ όπου ανακλήθηκε το 1501 από τη γαλλική κυβέρνηση για να ασκήσει πάλι διδακτικά καθήκοντα στην πόλη. Στη λομβαρδική πρωτεύουσα συνέχισε να διδά­σκει μέχρι το θάνατό του σε βαθιά γεράματα, στην ηλικία των ογδόντα οκτώ ετών, το 1511.

Ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, όταν βρισκόταν στη Φλωρεντία, και από το γάμο του είχε αποκτήσει δέκα παιδιά, πολλά από τα οποία πέθαναν στη διάρκεια της πα­ραμονής του στο Μιλάνο, γεγονός που σκίασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η σταδιοδρομία του Χαλκοκονδύλη ως δασκάλου σε τρεις από τις σημαντικότερες πόλεις της ιταλικής Αναγέννησης, την Πάντοβα, τη Φλωρεντία και το Μιλάνο, συνέπεσε με το χρόνο που οι πόλεις αυτές βρίσκονταν στο κέντρο της ουμανιστικής παιδείας.

Δίδαξε συνολικά περίπου τριάντα πέντε χρόνια και απέκτησε εκατοντάδες μαθητές, μεταξύ των οποίων ήταν και άνθρωποι που συνέχισαν το έργο του, όπως ο Άγγελος Πολιτιανός (Angelo Poli-ziano), ο ο­ποίος έθρεψε μια μεγάλη ομάδα ελληνιστών, ο Μαρσίλιο Φιτσίνο (Marsillio Ficino), στενός συνεργάτης του στην πολύχρονη προετοιμασία της μετάφρασης του πλατωνικού έργου, και ο Άλδος Μανούτιος, ο οποίος παρακολούθησε μαθήματά του στο Μιλάνο. Η προσπάθειά του για τη διάδοση του ελ­ληνικού πνεύματος κορυφώθηκε με την αδιάκοπη ενασχόλησή του με τη μετάφραση και έκδοση ελ­ληνικών κειμένων.

Έργα του

Ο Χαλκοκονδύλης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας εκδότης στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο. Κυκλοφόρησε τέσσερα βιβλία: Ομήρου τα σωζόμενα (1488), Ισοκράτης, Λόγοι (1493), Χαλκοκονδύλης, Ερωτήματα (περ. 1494), Λεξικό Σουίδας (1499). Είχε συναίσθηση του γεγονότος ότι για τη διάδοση των ελληνικών σπουδών δεν αρκούσαν μόνον καλοί καθηγητές και επιμελείς μαθητές, αλ­λά χρειάζονταν πλήρεις εκδόσεις των ελληνικών κειμένων και σωστό μεταφραστικό έργο, έτσι ώστε να υπάρξει η κατάλληλη υποδομή. Σ’ αυτό το σκο­πό αφοσιώθηκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και με την παράλληλη προσφορά του στη διδασκαλία αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα της διάδοσης της ελληνικής σκέψης και παιδείας στην Ιταλία.

  

Ειρήνη Χρήστου

Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

  

Βιβλιογραφία


  • Κ. Γιαννακόπουλος, Βυζάντιο και Δύση. Η αλληλεπίδραση των αμφιθαλών πολιτισμών στον Μεσαίωνα και στην ιταλική Αναγέννηση (330-1600), Αθήνα 1985.
  • Κ. Στ. Στάικος, Χάρτα της Ελληνικής Τυπογραφίας. Η εκδοτική δραστηριότητα των Ελλήνων και η συμβολή τους στην πνευματική Αναγέννηση της Δύσης, Αθήνα 1989.
  • Ν. G. Wilson, Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, Αθήνα 1994.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)», τεύχος 221, 29 Ιανουαρίου 2004.

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πύρρος – Βασιλιάς της Ηπείρου (319-272 π.Χ.)


  

Πύρρος της Ηπείρου

Βασιλιάς της Ηπείρου, γιος του Αιακίδου και της Φθίας. Ανήλθε στο θρόνο της Ηπείρου αρχικά σε ηλικία 12 ετών, με τη βοήθεια του Δημητρίου, ο οποίος όμως τον έστειλε ως όμηρο στην Αίγυπτο το 298 π.Χ. Το επόμενο έτος ο Πτολεμαίος τον έστειλε πάλι στην Ήπειρο ως συμβασιλέα του εξαδέλφου του Νεοπτολέμου, τον οποίο και φόνευσε το 296 π.Χ. στη διάρκεια ενός δείπνου. Βοήθησε το Βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο εναντίον του αδελφού του Αντιπάτρου και έλαβε ως αντάλλαγμα μακεδονικές επαρχίες και την Ακαρνανία.

Παντρεύτηκε τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλέους. Ήρθε σε διαμάχη με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και από το 288 μέχρι το 284 π.Χ. ήταν Βασιλιάς και της Μακεδονίας. Τότε ηττήθηκε από τον Λυσίμαχο και περιορίστηκε στην Ήπειρο.

Φιλοδόξησε να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο και να επεκτείνει το κράτος του προς Δυσμάς. Επικεφαλής στρατού 30 χιλιάδων μπήκε στην Ιταλία περί το 280 π.Χ. Έπειτα από πολεμικές περιπέτειες πέντε ετών και μεγάλες νίκες εναντίον των Ρωμαίων, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ήπειρο περί το 275 π.Χ., μετά την ήττα στο Βενεβέντο. Ανέλαβε και πάλι εκστρατεία εναντίον του Αντιγόνου στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο. Πολιορκώντας τη Σπάρτη πληροφορήθηκε την έλευση του Αντιγόνου, έσπευσε στο Άργος, έπεσε σε ενέδρα των Σπαρτιατών και τέλος σκοτώθηκε σε οδομαχίες στο Άργος – όπως λένε από πτώση κεραμιδιού.

Ο Πύρρος είχε μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες – θεωρείται από τους πιο σημαντικούς στρατηγούς στην παγκόσμια ιστορία – ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και σφράγισε τις τελευταίες μεγάλες στιγμές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η βασιλεία του Πύρρου, εξαιρετικά πολυκύμαντη λό­γω της εκρηκτικής του προσωπικότητας, υπήρξε η σημαντικότερη περίοδος στην ιστορία της αρχαίας Ηπείρου. Το κράτος του, η συμμαχία των Ηπειρωτών υπό την κυριαρχία των Μολοσσών βασιλέων, τότε όχι μόνον απέκτησε τη μεγαλύτερή του έκταση, αλλά έγινε μια από τις πρωτεύουσες δυνάμεις του κόσμου που αναδύθηκε από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, του ελληνιστικού.

 

Η ζωή και η δράση του

 

Ο Πύρρος γεννήθηκε το 319, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου που ήταν εξάδελφός του, αφού ο πατέρας του Πύρρου, Αιακίδης, και η μητέρα του Αλεξάνδρου  Ολυμπιάδα ήταν πρώτα εξαδέλφια. Ο Αιακίδης, βασιλέας των Μολοσσών, και η γυναίκα του, Φθία, από επιφανή οικογένεια της Θεσσαλίας, είχαν επίσης δυο κόρες, τη Δηιδάμεια και την Τρωάδα.

Η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με τη ζωή του Πύρρου: μόλις δυο χρόνων φυγαδεύεται από την Ήπειρο λόγω της καθαίρεσης του πατέρα του από τους υπηκόους του (στο βασίλειο των Μολοσ­σών, με τους ιδιότυπους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, οι βασιλείς δεν ήταν ανεξέλεγκτοι)· δώδεκα χρόνων ανακτά το θρόνο· καθαιρείται ύστερα από πέντε χρόνια κατά την απουσία του· καταφεύγει, τέλος, στον άνδρα της αδελφής της Δηιδάμειας, Δημήτριο Πολιορκητή, γιο του Αντιγόνου Μονοφθάλμου, του σημαντικότερου τότε διαδόχου.

Στην αποφασιστική για τους διαδόχους μάχη της Ιψού (301) ο νεαρός Πύρρος πολέμησε γενναιότατα στο πλευρό του γαμπρού του. Παρά την αρνητική για τους Αντιγονίδες έκβαση της μάχης, ο Πύρρος δεν εγκατέλειψε τον ανήσυχο Δημήτριο. Τον ακολούθησε στην Ελλάδα και διαφύλαξε τις πόλεις που του εμπιστεύθηκε. Πιστεύεται ότι ο Πύρρος τότε ήλθε σε επαφή με τη διοίκηση πόλεων-κρατών με θεσμούς διαφορετικούς από εκείνους του βασιλείου των Μολοσσών, του οποίου η δομή στηριζόταν στα φύλα ή έθνη. Μετά το θάνατο της Δηιδάμειας ο Δημήτριος τον στέλνει όμηρο στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου (299).

A portrait of Pyrrhus of Epirus, king of Epirus, Macedon, and the Greek tribe the Molossians.

Στην αυλή της Αλεξάνδρειας ο Πύρ­ρος κέρδισε την εκτίμηση του Πτολεμαίου για την ανδρεία του, τα πνευματικά και ηθικά χαρίσματά του, πήρε την Αντιγόνη, κόρη της βασίλισσας Βερενίκης, ως σύζυγο και, τέλος, είχε την πολύπλευρη υποστήριξη του Πτολεμαίου, χάρη στην οποία επανέρχεται στην Ήπειρο, αρχικά ως συμβασιλέας (297) και σύντομα μόνος. Το 297 θεωρείται η πραγματική αρχή της βασιλείας του. Εφαρμόζοντας την πολυγαμία για πολιτικούς λόγους, όπως οι περισσότεροι βασιλείς, αρχίζοντας από τον ίδιο τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, παντρεύεται, μετά το θάνατο της Αντιγόνης που του έδωσε ένα γιο, τον Πτολεμαίο, πρώτα τη Λάνασσα, κόρη του βασιλέα των Συρακουσών Αγαθοκλή, που του δίνει προίκα την πόλη της Κέρκυρας και ένα γιο, τον Αλέξανδρο, και έπειτα δυο κόρες γειτόνων βαρβάρων βασιλέων. Από τη μια θα γεννηθεί ο Έλενος.

Επωφελούμενος της έριδας για τη διαδοχή στο θρόνο της Μακεδονίας επεμβαίνει και χωρίς πόλεμο κατορθώνει ταχύτατα να αυξήσει σημαντικά την έκταση του κράτους του προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις (295). Τότε αποκτήθηκε και η φημισμένη κορινθιακή αποικία Αμβρακία, την οποία ο Πύρρος κόσμησε με πολλά ακόμη καλλιτεχνήματα και την έκανε τη λαμπρή πρωτεύουσα των Μολοσσών μέχρι την πτώση της βασιλείας του. Μαζί, λοιπόν, με την Κέρκυρα αυτήν ακριβώς την εποχή το βασίλειο του Πύρρου περιλαμβάνει τις δυο μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του Ιονίου. Την ίδια εποχή (294) ο Δημήτριος Πολιορκητής γίνεται κύριος της Μακεδονίας. Η γειτνίαση των δυο φιλόδοξων και αρειμά­νιων ηγεμόνων δεν άργησε να πάρει τη φυσική της τροπή, δεδομένου μάλιστα ότι ο θάνατος της Δηιδά­μειας, αρκετά χρόνια πριν, είχε ακυρώσει τις μεταξύ τους συγγενικές σχέσεις.

Η σύγκρουση μεταξύ του Πύρρου και του Δημητρίου είχε ποικίλες εκβάσεις· θα αναφερθούν οι σημαντικότερες. Η Λάνασσα, η Συρακούσια γυναίκα του Πύρρου, τον εγκαταλείπει και παντρεύεται τον Δημήτριο, στον οποίο δίνει και την προίκα της, την Κέρκυρα, όπου εγκαθίσταται αμέσως μακεδονική φρουρά. Έτσι, ο Πύρρος έχει τώρα τον αντίπαλο εκτός από τα ανατολικά και στα δυτικά του. Λίγο μετά, στον εναντίον του Δημητρίου συνασπισμό, μαζί με τον Πτολεμαίο και τον Λυσίμαχο της Θράκης μετέχει και ο Πύρρος.

Ο Πύρρος εκδιώκει τον Δημήτριο από το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος των κτήσεών του και στέφεται βασιλέας της Μακεδονίας (288). Σε λίγο αποσπά και τη Θεσσαλία. Είναι τώρα ο Πύρρος κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους του ελλαδικού χώρου. Όχι, όμως, για πολύ. θα «φροντίσει» γι’ αυτό ο σύμμαχός του Λυ­σίμαχος, χρησιμοποιώντας το στρατό και την προπαγάνδα. Έτσι ο Πύρρος αναγκάζεται να αποσυρθεί με το στρατό του στην Ήπειρο χάνοντας τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία (285). Το εφήμερο των κατακτήσεων ή των σχέσεων του Πύρρου με τους άλλους ηγεμόνες ξεπερνούσε ίσως και αυτή την πραγματικότητα της εποχής του. Σε λίγα χρόνια (281), με ισχυρό στρατό και ελέφαντες, ο Πύρρος ξεκινά για τη μεγάλη περιπέτεια στη Δύση.

Μετά την επιστροφή του από την εξάχρονη εκστρατεία στην Ιταλία και τη Σικελία (φθινόπωρο 275) ο Πύρρος έφερε μαζί του στράτευμα, που για να το διατηρήσει και να το θρέψει καταφεύγει στη συνήθη πρακτική, τον πόλεμο. Στρέφεται έτσι κατά του βασιλέα της Μακεδονίας Αντιγόνου Γο­νατά (γιου του Δημητρίου Πολιορκητή), ο οποίος και θα είναι ο αντίπαλος του βασιλέα των Μολοσ­σών μέχρι το τέλος της ζωής του. Παρά τις μέτριες στρατιωτικές δυνάμεις και μέσα σε λίγες εβδομάδες κατορθώνει να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας όχι μόνο με νίκες, αλλά και χάρη στην εκτίμηση που ανέκαθεν είχαν προς αυτόν το γενναίο πολεμιστή και εξάδελφο του Αλέξανδρου αρκετοί εξέχοντες Μακεδόνες.

Αυτή όμως η κατάκτηση αμαυρώθηκε από τη σύληση των λαμπρών βασιλικών τάφων στις Αιγές από τους Γαλάτες μισθοφόρους του Πύρρου, ο οποίος ίσως από επιπολαιότητα, ίσως από ολιγωρία δεν μπόρεσε τότε να τους συγκρατήσει, «όθεν ήκουσε κακώς υπό των Μακεδόνων». Και αυτή, ωστόσο, η κατάκτηση ήταν εφήμερη.

Παράσταση από την Κάτω Ιταλία με πολεμικούς ελέφαντες – ανάμνηση από την εκστρατεία του Πύρρου. Μουσείο Βίλας Τζούλια, Ρώμη.

Λίγα χρόνια μετά (άνοιξη 272) αρχίζει τη θυελλώδη εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, όπου έμελλε να χάσει πρώτα το μεγαλύτερο γιο του Πτολεμαίο και έπειτα την ίδια του τη ζωή στο Άργος. Αποδεχόμενος πρόσκληση ενός ευγενούς Σπαρτιάτη εκστρατεύει στη Λακεδαίμονα. Στην αρχή προσπαθεί να αποκρύψει τους πραγματικούς σκοπούς του λέγοντας ότι έρχεται να απελευθερώσει τις πόλεις από τον Αντίγονο και τους Μακεδόνες και ότι σκέπτεται μάλιστα να στείλει στη Σπάρτη τα μικρότερα παιδιά του για να εκπαιδευθούν σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα. Στην επίθεση κατά της ατείχιστης πόλης αποδείχθηκε ακόμη μια φορά ο ηρωισμός των ανδρών και των γυναικών της (ακόμη και παρθένες πήραν μέρος στην απόκρουση του εχθρού και των ελεφάντων του), αλλά και οι πολεμικές ικανότητες του ίδιου του Πύρρου και του νεαρού Πτολεμαίου.

Τότε εμφανίστηκε στον Πύρρο μια νέα πρόσκληση για βοήθεια από την αντιμακεδονική μερίδα του Άργους. Ως συνήθως ο Πύρρος ανταποκρίνεται. Καθ’ οδόν προς το Άργος πέφτει σε ενέδρα του βασιλέα της Σπάρτης, κατά την οποία σκοτώνεται ο Πτολεμαίος πολεμώντας γενναία. Ο Πύρρος, ωθούμενος από τον πόνο του, ξεπέρασε τον εαυτό του: αφού πολέμησε αρχικά έφιππος, συνέχισε να αγωνίζεται πεζός προσφέροντας τη σφαγή, γράφει ο Πλούταρχος, ως προσφορά και επιτάφιο αγώνα στο νεκρό γιο του.

Ούτε, όμως, και το Άργος, κοντά στο οποίο είχε ήδη στρατοπεδεύσει ο Αντίγονος Γονατάς, μπόρεσε να καταλάβει ο Πύρρος. Ένα μέρος του στρατού με τον ίδιο επικεφαλής μπόρεσε να καταλάβει την αγορά της πόλης εισβάλλοντας νύχτα από μια πύλη του τείχους που του άνοιξαν οι Αργείοι αντιφρονούντες. Η σύγχυση επήλθε όταν ύστερα από δυσκολίες οι ελέφαντες πέρασαν τη χαμηλή πύλη και βρέθηκαν στους στενούς δρόμους του Άργους, όπου βέβαια εγκλωβίστηκαν. Μέσα στο πανδαιμόνιο, το οποίο επέτεινε η αντεπίθεση των αντιπάλων, η εντολή του Πύρρου για υποχώρηση εκτελέστηκε αντίθετα.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλουτάρχου, μια Αργεία, φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της που αντιμετώπιζε τον Πύρρο, εκσφενδονίζει εναντίον του ένα κεραμίδι χωρίς, όμως, να του επιφέρει το θάνατο. Αυτόν το θεόρατο πολεμιστή πεσμένο στο έδαφος αναγνώρισε και αποκεφάλισε τελικά ένας στρατιώτης του Αντιγόνου με δέος και τρεμάμενα χέρια. Δακρυσμένος ο Αντίγονος κόσμησε το πτώμα του αντιπάλου του, το έκαψε και παρέδωσε τη στάχτη στο νεότερο γιο του Πύρρου, Έλενο, που ακολουθούσε τον πατέρα του, για να τη φέρει στην Ήπειρο.

 

Ο Πύρρος ως άτομο

 

Οι σύγχρονοι του Πύρρου τον παρομοίαζαν στην ανδρεία και την πολεμική τέχνη με τον Αλέξανδρο και τον Αχιλλέα. Ο Αννίβας θεωρούσε «των στρατηγών πρώτον μεν εμπειρία και δεινότητι Πύρρον, Σκιπίωνα δε δεύτερον, εαυτόν δε τρίτον». Λέγεται ότι ενώ οι άλλοι βασιλείς του καιρού του έμοιαζαν στον Αλέξανδρο στα πορφυρά ρούχα, στους σωματοφύλακες («δορυφόρους»), στη στάση του κεφαλιού και στη σκληρή γλώσσα, μόνον ο Πύρρος τον θύμιζε στα όπλα, στα κατορθώματα, καθώς επίσης στην «όψιν», στην ταχύτητα και στις κινήσεις. Μιλώντας για τις πολεμικές αρετές του Πύρρου εννοούμε την ανδρεία του στις μάχες αλλά και στις στρατηγικές και τακτικές του ικανότητες, τις οποίες ο ίδιος ο βασιλέας περιγράφει στα «Υπομνήματα» που εκπόνησε. Οι νίκες του συχνά συνεπάγονταν πολλές απώλειες, σύμφωνα με την παροιμιώδη έκφραση «πύρρειος νίκη».

Όπως ο Αλέξανδρος, έτσι και ο Πύρρος είναι ποτισμένος με τον Όμηρο και τα κατορθώματα του Αχιλλέα, στον οποίο είχαν φροντίσει να αναγάγουν την καταγωγή τους οι Μολοσσοί βασιλείς. Όπως ο Αχιλλέας και άλλοι ομηρικοί ήρωες, επιζητεί μονομαχία με τον αντίπαλο αρχηγό για την τελική λύση της διαφοράς, μονομαχία την έκβαση της οποίας γράφει η απαράμιλλη πολεμική του τέχνη. Παρ’ όλο τον πόνο του πριν από την εισβολή στο Άργος προκαλεί σε μονομαχία τον Αντίγονο Γονατά, ο οποίος του απαντά αρνούμενος ότι αυτός εξαρτά τη στρατηγία του από τις περιστάσεις μάλλον παρά από τα όπλα, ενώ στον Πύρρο, αν δεν ευκαιρεί να ζει, έχουν α­νοιχθεί πολλοί δρόμοι προς το θάνατο. Αναγνωρισμένη, λοιπόν, και θαυμαστή από το πανελλήνιο η πολεμική ιδιοφυΐα του Πύρρου, δεν ήταν δυνατό να αφήσει ασυγκίνητους τους συμπατριώτες του.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πλούταρχο, επιστρέφοντας στην Ήπειρο έπειτα από κάποια λαμπρή νίκη οι Ηπειρώτες τον ονόμασαν «Αετόν» και αυτός τους απαντούσε ότι οι φτερούγες του είναι τα όπλα τους. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της προσωπικότητας του Πύρρου, σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές, είναι πως ό,τι κέρδιζε με τα κατορθώματά του το έχανε από τη ροπή του σε νέες ελπίδες και στο πάθος να αποκτήσει αυτό που δεν είχε. Τούτο είχε αποτέλεσμα να μη σταθεροποιεί και οργανώνει όσα κατά καιρούς κατακτούσε. Η έννοια της ελπίδας, γράφει ένας σύγχρονος μελετητής του Πύρρου, επανέρχεται σαν λαϊτμοτίβ στη ζωή του. Επίσης φαίνεται ότι ο αρειμάνιος αυτός βασιλέας αντιμετώπιζε με χιούμορ κάποιους που τον κακολογούσαν. Οι ιδέες του για το διάδοχό του φαίνονται σκληρές, αλλά όχι πρωτότυπες: δήλωσε ότι θα αφήσει τη βασιλεία σε όποιον από τους γιους του έχει το κοφτερότερο μαχαίρι. Εξάλλου, η μη προσήλωσή του στις δεισιδαιμονίες και στις ερμηνείες των οιωνών, αν κριθεί από τα αποτελέσματα, είχε επακόλουθο θανάτους προσφιλών του και ήττες.

 

Ο Πύρρος ως βασιλέας

 

Για να αποτιμηθεί η θέση του στην Ιστορία της Ηπείρου και της Ελλάδας θα πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι με τις κατακτήσεις του ο Πύρρος είναι ο δημιουργός της μεγάλης Ηπείρου, που περιελάμβανε τη δυτική Ελλάδα και έφθανε πολύ βορειότερα της Επιδάμνου (Δυρραχίου). Έως τότε η Ήπειρος διαδραμάτιζε γενικά παραπληρωματικό (ή συμπληρωματικό, δεν έχει σημασία) ρόλο στην ελληνική Ιστορία. Οι αρχαίοι συγγραφείς, που έχουν διασωθεί και αποτελούν τις κύριες πηγές μας, την ανέφεραν εφόσον εμπλεκόταν στις δραστηριότητες της Αθήνας, της Μακεδονίας ή όποιας άλλης μεγάλης δύναμης. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και περιοχές είτε στην Ελλάδα είτε στη Μ. Ασία είτε αλλού: η Ιστορία τους μας είναι γνωστή εφόσον αυτή συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την Ιστορία των πρωταγωνιστριών δυνάμεων.

Σήμερα δεν περιοριζόμαστε πλέον στις αποσπασματικές και όχι πάντα ασφαλείς μαρτυρίες των ιστορικών, αφού η κάθε πόλη ή περιοχή έχει να επιδείξει τη δική της ιστορική συγγραφή χάρη στον πλούτο και το πλήθος των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών της που προσφέρουν αυτούσια άρα βέβαιη ιστορική πληροφόρηση.

Έτσι και όλη η Ήπειρος χάρη στις χιλιάδες των επιγραφών της μας έχει ήδη αποκαλύψει ή πρόκειται να μας αποκαλύψει πολλές πτυχές του δημόσιου και ιδιωτικού της βίου. Ο Πύρρος με τη δράση του στην Ελλάδα και τη Δύση ήταν ο πρώτος βασιλέας που οδήγησε την πατρίδα του να πρωταγωνιστήσει στην ελληνική Ιστορία, όταν η Μακεδονία ήταν αδύναμη και υπέφερε από εσωτερικά προβλήματα, ενώ για την Αθήνα ή τη Σπάρτη δεν μπορούσε τότε να γίνει λόγος. Υπήρχαν δηλαδή τότε οι κατάλληλες συνθήκες: και η ρωμαλέα προσωπικότητα και το ιστορικό κενό. Ήταν ο Πύρρος και ικανός πολιτικός; Το θέμα έχει επανειλημμένα απασχολήσει την έρευνα χωρίς να υπάρχει ομοφωνία. Αρκετοί πάντως δέχονται ότι παρ’ όλη την πολυπραγμοσύνη του οι ενέργειές του τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Δύση δεν φαίνεται να στερούνται σχεδιασμών και οραμάτων. Ο θρύλος που τύλιξε ήδη από την αρχαιότητα πολλές πλευρές της προσωπικότητας του Πύρρου (του αποδόθηκαν ακόμα και θεραπευτικές και μαγικές ιδιότητες) συνετέλεσε να έχουμε αρκετά φιλολογικά κείμενα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τα αναμφισβήτητα τεκμήρια, δηλαδή τις επιγραφές και άλλα ευρήματα. Έτσι, το κεφάλαιο «Πύρρος» παραμένει, όπως και τόσα άλλα, ανοιχτό.

 

 Βάσα Κοντορίνη

 Καθηγήτρια Επιγραφικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Πύρρος: στα χνάρια του Μεγαλέξανδρου », τεύχος 37, 29 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »

Άργος (Βασιλιάς του Άργους)


 

Ο Άργος ήταν ο τέταρτος κατά σειρά μυθικός βασιλιάς του Άργους, στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να αποκλείουμε και τις άλλες εκδοχές, οφείλεται η ονομασία της πόλεως [1], η οποία φέρει από εκείνους τους χρόνους μέχρι σήμερα το ίδιο πολυθρύλητο όνομα.

Κατά τον Ακουσίλαο [2], ήταν γιος  του Δία και της Νιόβης [3], της πρώτης θνητής γυναίκας με την οποία συνευρέθηκε ο Δίας. Ήταν εγγονός του Φορωνέα εκ θηλυγονίας και ανιψιός του Άπι [4], τον οποίο και διαδέχτηκε στη βασιλεία του Άργους [5]. Ο Άργος παντρεύτηκε την Ευάνδη, κόρη του Στρυμόνα και της Νεαίρας [6] (σύμφωνα με άλλη εκδοχή τη Πειθώ), και απέκτησαν πέντε παιδιά : τον Έκβασο, τον Κρίασο, τον Πείρασο (ή Πείρανθο ή Πείραντα, ή Πειρήνα), τον Επίδαυρο και τον Λίκυμνο, (κατά άλλους την Τίρυνθα).

Ο Άργος παρουσιάζεται και ως επώνυμος ήρωας του Άργους εξαιτίας των κατορθωμάτων του. Ειδικότερα, λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που δίδαξε την καλλιέργεια των δημητριακών, του σίτου και εξασφάλισε σπόρους από τη Λιβύη. Θέλοντας οι Αργείοι να τον τιμήσουν για τις πράξεις του αφιέρωσαν το άλσος γύρω από την πόλη και ανήγειραν γι’ αυτόν τύμβον, δηλαδή ταφικό μνημείο.  

Επιπλέον, ο Άργος εξετέλεσε και πολλούς άθλους, όπως το φόνο του Αρκαδικού Ταύρου, το φόνο της Εχίδνας, η οποία ήταν κόρη του Φόρκυος και της Κητούς (σύμφωνα με άλλη εκδοχή ήταν κόρη του Τάρταρου και της Γης), και το μισό σώμα της ήταν παρθένο με αστραφτερά μάτια, ενώ το άλλο μισό ήταν φίδι καλυπτόμενο από ακανθώδεις φωλίδες, αυτή κατασπάραζε τους περαστικούς. Αυτή την πέτυχε στον ύπνο και την ξέκανε. Τέλος, δάμασε το Σάτυρο, ο οποίος αφαιρούσε τα βοσκήματα των Αρκάδων και εκδικήθηκε για το φόνο του Άπιδος, σκοτώνοντας τους υπεύθυνους.

Υπάρχει και μία δεύτερη εκδοχή όπου οι συγκεκριμένοι άθλοι αποδίδονται στον Άργο τον Πανόπτη, ο οποίος ήταν εγγονός του Έκβασου, γιος του Αγήνορα. Λέγεται ότι, ο Άργος ο Πανόπτης είχε σε όλο του το σώμα μάτια (ή σε όλο του το κεφάλι), τα οποία άνοιγαν κατά την ανατολή των άστρων και έκλειναν κατά τη δύση. Ήταν ισχυρός, είχε πάρα πολλή δύναμη και πιστεύεται ότι ο Πανόπτης ελευθέρωσε τη Πελοπόννησο από τα τέρατα και τα άγρια ζώα.

Για την εκδοχή αυτή στην Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», σελ. 167, τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986, διαβάζουμε: Το να είναι ο Πανόπτης Άργος άλλος από τον βασιλιά Άργο δεν είναι πιθανόν αν σκεφτούμε το εξής: η εκδίκηση για το φόνο του Άπη, του άκληρου βασιλιά, ταιριάζει στο γιο της αδερφής του, που γίνεται και διάδοχός του και όχι σε έναν ήρωα τέταρτης γενιάς. Ακόμη, όλα αυτά τα ανδραγαθήματα αρμόζουν σε έναν ήρωα και όχι σε ένα τέρας. Από αυτά η εξόντωση του ταύρου της Αρκαδίας είναι ίσως  το πρότυπο για την εξόντωση του ταύρου του Μαραθώνα από τον Θησέα, ενώ ο τρόπος που ο Άργος  σκοτώνει την Έχιδνα, μας θυμίζει τον άθλο του Περσέα με τη Μέδουσα.

Από τον Άργο κατάγεται η φυλή Αργαδείς. Τον βασιλιά Άργο τον διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του Έκβασος.       

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Από αυτή την πόλη ο Όμηρος ονομάζει όλους τους Έλληνες Αργείους, διότι για τον επικό ποιητή, Άργος σημαίνει ό,τι ακριβώς και Ελλάς.

[2] Ο Ακουσίλαος ήταν ιστορικός, μυθογράφος και φιλόσοφος του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος έγραψε το έργο «Γενεαλογίες», από το οποίο έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα.

DIOG. I, 41-42 (7 Weise). Ἔνιοι προστιθέασιν ᾿Ακουσίλαον Κάβα ἢ Σκάβρα ᾿Αργεῖον. (42) ῞Ερμιππος δ᾿ ἐν τῶι Περὶ τῶν σοφῶν (fr. 8; FHG III, 37) ἑπτακαίδεκά φησιν, ὧν τοὺς ἑπτὰ ἄλλους ἄλλως αἱρεῖσθαι· εἶναι δὲ Σόλωνα, Θαλῆν, Πιττακόν, Βίαντα, Χίλωνα, (Μύσωνα), Κλεόβουλον, Περίανδρον, ᾿Ανάχαρσιν, ᾿Ακουσίλαον, ᾿Επιμενίδην (68 A), Λεώφαντον, Φερεκύδην (7 A2a) ᾿Αριστόδημον, Πυθαγόραν, Λᾶσον Χαρμαντίδου ἢ Σισυμβρίνου, ἢ ὡς ᾿Αριστόξενος Χαβρίνου, ῾Ερμιονέα, ᾿Αναξαγόραν.

SUID. s.v. ᾿Ακουσίλαος· Κάβα υἱὸς ᾿Αργεῖος, ἀπὸ Κερκάδος πόλεως οὔσης Αὐλίδος πλησίον, ἱστορικὸς πρεσβύτατος. Ἔγραψε δὲ Γενεαλογίας ἐκ δέλτων χαλκῶν, ἃς λόγος εὑρεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ ὀρύξαντά τινα τόπον τῆς οἰκίας αὐτοῦ.

[3] Νιόβη: ήταν κόρη του Φορωνέα και της Λαοδίκης. Πρόκειται για την πρώτη θνητή που αγάπησε ο Δίας. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος, ο οποίος έδωσε το όνομά του στην πόλη.

[4] Ο Άπιος πέθανε χωρίς απογόνους. Οι ομοιότητες στο όνομα και οι προσθήκες στο μύθο της Ιώς έκαναν να ταυτιστεί ο Άπις του Άργους με τον Άπη της Αιγύπτου. Μετέπειτα δημιουργήθηκε μύθος για μετάβαση του Άπη από το Άργος στην Αίγυπτο.

[5] Ο Παυσανίας δεν αναφέρει τη βασιλεία του Άπιου μεταξύ του Φορωνέα και του Άργου, μνημονεύεται όμως από άλλους συγγραφείς. Συγκεκριμένα γράφει : «Άργος δε Φορωνέως θυγατριδούς (Νιόβης) βασιλεύσας μετά Φορωνέα αφ’ αυτού την χώραν» (Παυσ. Β, ΧVΖ, 1).

[6] Απολλοδ. Β΄ 3.

 

Πηγές


  • Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», υπ. Ιωάννης Κακριδής,  τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986.
  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων, μετά προσθηκών και βελτιώσεων», Αθήναι, ³1996.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κλέοβις και Βίτων (580 π.Χ.)


 

Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήσαν αδελφοί και άξιοι αθλητές από το Άργος. Μητέρα τους ήταν η Κυδίππη, ιέρεια της θεάς Ήρας, προστάτιδας του Άργους. Έμειναν στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δύο παλληκαριών – αθλητών, οι οποίοι επειδή οι λευκές αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν να έρθουν από του αγρούς, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δύο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέντε στάδια – οχτώ χιλιόμετρα – από το Άργος στο ιερό της θεάς, στο Ηραίο.         

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

Όλοι καλοτύχιζαν την μήτερα που είχε τέτοιους γιους, τόσο άξιους, ρωμαλέους και δυνατούς,  η Κυδίππη τότε, υπερήφανη για την γενναία πράξη των παιδιών της, προσευχήθηκε στη θεά να χαρίσει στους νέους ό,τι πιο καλό και άριστο μπορεί να προσδοκά ο άνθρωπος στη ζωή του. Μετά από αυτή την ευχή της ιέρειας, οι τρεις τους προσέφεραν τη θυσία, έφαγαν και κοιμήθηκαν μέσα στο ιερό.

 

Κλέοβις και Βίτων, Nicolas Loir, 1649.

 

Η θεά Ήρα άκουσε τις προσευχές της σεβαστής και ταπεινής μητέρας και χάρισε στους γιους της το πολυτιμότερο δώρο, τον αιώνιο ύπνο. Όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας, δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότητα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των αρχαίων Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο.    

       

 31. [1] ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία, ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι, δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὃ δ᾽ εἶπε «Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν, καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν, καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν, οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν, ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν.  [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο, διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην, αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν, οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί.  [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν, κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων.» 

 

Το πάνω τμήμα του αγάλματος του Βίτονα κατά τη διάρκεια της ανακάλυψής του. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Φωτ: Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Οι Αργείοι τίμησαν τα δύο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς. Οι κούροι αυτοί ήταν αφιέρωμα των Αργείων στον Απόλλωνα και, σύμφωνα με την επιγραφή,  κατασκευάσθηκαν από τον Αργείο γλύπτη (Πολυ)μήδη. Αποτελούν τυπικό δείγμα της αρχαϊκής γλυπτικής και, ειδικότερα, των αργείτικων εργαστηρίων του 6ου αι. π.Χ. Επίσης σε αργείτικα νομίσματα απεικονίζεται η Κυδίππη επί άρματος, το οποίο σύρουν δύο νέοι. 

Κλέοβις και Βίτων, Museo Nazionale Romano, Ρώμη, Ιταλία.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κοντά στο άγαλμα του Μειλίχιου Δία στην Αγορά του Άργους, υπήρχε λίθινο ανάγλυφο, το οποίο παρίστανε τον Κλέοβη και τον Βίτωνα να σύρουν την άμαξα προς το Ηραίο, με την μητέρα τους καθισμένη επάνω. Αξίζει να σημειωθεί και η μαρτυρία του Παυσανία (ΙΙ 19, 5), σύμφωνα με την οποία είδε εικόνα στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, στο Άργος, όπου παρουσιαζόταν ο Βίτωνας να φέρει στους ώμους ταύρο, τον οποίο μετέφερε από το Άργος στη Νεμέα, με σκοπό να τον θυσιάσει στο Δία.

Σήμερα ο Κλέοβις και ο Βίτων κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών.

   

Πηγές


  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Ηραία τα εν Άργει», Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.
  • Μάρκελλος Μιτσός, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις 1952.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Αθήνα, ³1996. 
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Read Full Post »

Σοφοκλής  (496 ή 495  π.Χ.- 406 π.Χ.)


 

 Αίας, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης και Οιδίπους επί Κολωνώ είναι οι επτά διασωθείσες τραγωδίες του μεγάλου Αθηναίου ποιητή της κλασικής περιόδου. Γεννημένος το 496 ή 495 π.Χ., ο Σοφοκλής, σύγχρονος του Αισχύλου και του Ευριπίδη (λίγο νεότερος από τον πρώτο, λίγο μεγαλύτερος από τον δεύτερο), πέθανε σε βαθύ γήρας (περίπου 90 ετών) και υπήρξε, σύμφωνα με τις λίγες πηγές που μαρτυρούν τη ζωή του, ένας άνθρωπος από εύπορη οικογένεια, ευσεβής και αφοσιωμένος στην αθηναϊκή πολιτεία και τους θεσμούς της, με εξαιρετικά καλλιτεχνικά χαρίσματα. Μαζί με τον Περικλή, ως στρατηγοί, διεξήγαγαν το Σαμιακό πόλεμο και μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχθηκε ως ένας από τους 10 προβούλους της πόλης. Συνολικά ο Σοφοκλής έγραψε 123 έργα και η τύχη -καλή μαζί του- δεν τον άφησε να δει την παράδοση της Αθήνας στους Σπαρτιάτες το 404 π.Χ.

 

Η ζωή και το έργο του

 

Σοφοκλής. Pushkin Museum of Fine Arts, Μόσχα.

Συμφωνά με το Πάριο Χρονικό (Marm. Par. A 56 και 64), ο διάσημος τραγωδιογράφος από τον Ίππιο Κολωνό της Αττικής γεννήθηκε το 496/495 π.Χ. και ήταν γιος του Σοφίλλου, κατά πάσα πιθανότητα εύπορου Αθηναίου και μάλιστα ιδιοκτήτη πολυάριθμων δούλων. Μολονότι κάποιες αρχαίες μαρτυρίες και ανεκδοτικές πληροφορίες προσδί­δουν ιδιαίτερη έμφαση στη μη αριστοκρατική κα­ταγωγή του, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι η ευυπόληπτη οικογένειά του είχε όντως αριστοκρατικές καταβολές, γεγονός που ενισχύεται από πο­λυάριθμες βιογραφικές αναφορές σε μια εξαιρετικά επιμελημένη μόρφωση αλλά και σε διάφορες τιμητικές διακρίσεις, που απονεμήθηκαν στον τραγικό ποιητή ήδη από σχετικώς νεαρή ηλικία.

Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι ο Σοφοκλής αξιώθη­κε να έχει ως εκπαιδευτή του στην τέχνη της μου­σικής τον περιώνυμο μουσικό Λάμπρο˙ επίσης, ως έφηβος, μετά τη θριαμβευτική επικράτηση των Ελλήνων επί των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ορίστηκε από την αθηναϊκή πολιτεία κορυφαίος του χορού των συνομηλίκων του που ανέπεμψαν στον επινίκιο παιάνα γύρω από το καθιερωμένο τρόπαιο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Σοφοκλής – ένας άνδρας που ήδη από τα νεανικά του χρόνια η ψυχή του καταυγάστηκε από τη λάμ­ψη των ελληνικών πολεμικών άθλων εναντίον των Περσών εισβολέων και ακολούθως τιμήθηκε από τους συμπολίτες του όσο ελάχιστοι άλλοι για το φυ­σικό κάλλος του, τον προσηνή χαρακτήρα του, το φρόνιμο ήθος του και την απαράβλητη ποιητική δύναμή του- παρουσιάζεται κατ’ επανάληψη από τους αρχαίους βιογράφους του ως κατ’ εξοχήν «φιλαθηναιότατος» πολίτης και ποιητής.

Αναφέρεται μάλιστα ότι ο δραματογράφος αυτός από τον αργή­τα Κολωνόν δεν εγκατέλειψε ουδ’ επ’ ελάχιστον την πολυφίλητη πόλη του για να φιλοξενηθεί στην αυλή κάποιου πανίσχυρου ηγεμόνα, όπως αντίθετα έπραξαν οι ευκλεείς ομότεχνοί του Αισχύλος και Ευριπίδης. Πέρα από τις αλλεπάλληλες νίκες, που επάξια κατήγαγε στους δραματικούς αγώνες λόγω του απαράμιλλου ποιητικού ταλέντου του, ο ί­διος ανήλθε στη διάρκεια της ζωής του σε υψηλά πολιτικά και θρησκευτικά αξιώματα.

Η λιγότερο γνωστή αυτή πτυχή της ζωής του βρέθηκε αρκετά πρόσφατα στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος εν όψει μιας αξιοπρόσεκτης όσο και ενδια­φέρουσας στροφής της θεατρικής κριτικής προς μια διεξοδικότερη ανάλυση και εμβριθέστερη μελέτη της «πολιτικής διάστασης» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη νέα θε­ώρηση, η ενεργός παρουσία και η έκθυμη συμμετοχή ενός δημιουργού στο πολιτικό γίγνεσθαι της πατρίδας του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, εάν λά­βουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι εν προκειμένω η τραγωδία λειτουργεί σαν ένα είδος παραμορφωτικού κατόπτρου, μέσα στο οποίο ανακλάται με τρόπο πολύμορφο και πολυδύναμο η αθηναϊκή πολιτική και κοινωνική ζωή του 5ου αι. π.Χ.  Η προειρημένη ακραιφνώς κοινωνιολογική προσέγγιση της αττικής τραγωδίας, που εδράζεται σε μεγάλο βαθμό πάνω σε σύγχρονες θεωρίες σχε­τικά με την αισθητική της πρόσληψης ενός λογοτεχνικού έργου μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμε­να και υποδηλούμενά του, δεν πρέπει σε καμιά πε­ρίπτωση να συγχέεται με προγενέστερες, εν πολ­λοίς μονοδιάστατες και απλουστευτικές, θα λέγαμε, απόπειρες ανίχνευσης μέσα στο τραγικό corpus ε­νός αυστηρά προκαθορισμένου πολιτικού υποστρώ­ματος, ή έστω, κατ’ άλλους, μιας άγονης και ίσως αυτάρεσκης εθνικής απόχρωσης.

Πράγματι, ο Σο­φοκλής, ιδίως σε προχωρημένη ηλικία, ενώ πλέον διαφαίνεται ευκρινώς στον ορίζοντα η επικείμενη ήττα και συντριβή της Αθήνας από τη Σπάρτη προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, αποφεύ­γει να παρασύρεται σε μεγαλόστομες εξάρσεις πατριωτικής περιπάθειας.

 

Σοφοκλής, αντίγραφο ανδριάντα του 4ου αιώνα, ο λεγόμενος Σοφοκλής του Λατερανού, Μουσείο Βατικανού.

 

Στη διάρκεια του πολύχρο­νου βίου του υπηρέτησε την πολυαγαπημένη πόλη του από την περίβλεπτη θέση του Ελληνοταμία το 443/442 π.Χ.· εξελέγη στρατηγός τουλάχιστον δυο φορές και μάλιστα ευτύχησε να είναι συστράτηγος του Περικλή, ίσως ακόμη του Θουκυδίδη του γιου του Μελησία και επίσης του Νικία, του μοιραίου στρατηγού της σικελικής εκστρατείας, κατά τη διάρ­κεια της μακρόχρονης και πολυαίμακτης πολιορ­κίας της Σάμου από τον αθηναϊκό στόλο (440-439 π.Χ.) και πιθανώς είτε στον πόλεμο των Αθηναίων ενάντια  στους  σαμιακής  καταγωγής  Αναιίτες (428/427 π.Χ.) είχε αργότερα κατά την περίοδο της εύθραυστης Νικίειας ειρήνης (421-415 π.Χ.).

Ανάμεσα στα πολιτικά αξιώματά του μπορεί επίσης να προσμετρηθούν οι πολυάριθμες «πρεσβείες», στις οποίες έλαβε μέρος ως λαοπρόβλητος εκπρόσωπος της πατρίδας του προς άλλες πόλεις της Ελλάδας, και η αμφιλεγόμενη, καθ’ ότι όχι πλήρως αποδε­δειγμένη, συμμετοχή του ως Προβούλου στο ολι­γαρχικό κίνημα των Τετρακοσίων, το οποίο, ως γνωστόν, οδήγησε στην προσωρινή ανατροπή της Αθηναϊκής δημοκρατίας (411 π.Χ.).

Από όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται προ­φανές ότι ο Σοφοκλής εκδήλωσε αδιάπτω­το ενδιαφέρον απέναντι στις ραγδαίες πο­λιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. για ένα χρονικό διάστημα λίγο μεγαλύτερο των τριάντα ετών (443-411 π.Χ.)· ειδικότερα, η έντονη πολιτική δράση του συνοδεύεται και από την ολόψυχη συμμετοχή του στις ζωηρές θεολογικές αναζητήσεις της εποχής ε­κείνης.

Ενδεικτικό της ειλικρινούς ευλάβειας και ανυπόκριτης ευσέβειας του Αθηναίου δραματουργού είναι η άρρηκτη διασύνδεσή του με τις λατρείες του επιδαύριου θεού Ασκληπιού και του ήρωα Άλωνα – πιθανότατα δε ο ίδιος μετά το θάνατό του αφηρωίζεται και λατρεύεται στην Αττική με την επωνυμία Δεξιών. Αναμφίλεκτα, η ειλικρινής αγάπη του για το γενέθλιο τόπο του και ο πηγαίος θαυμασμός του για τα ανυπέρβλητα επιτεύγματα του αθηναϊκού πνεύματος και πολιτισμού διαπερνούν το δραματικό έργο του· ωστόσο, η νηφαλιότητα, η μετριοπάθεια, το απροκατάληπτο πολιτικό του αισθητήριο και η πλήρης επίγνωση της τραγικής πλευράς της ανθρώπινης ύπαρξης δεν αφήνουν περιθώρια για «διανοητικά πυροτεχνήματα», που συχνά λειτουργούν απλώς ως ευπρόσδεκτα αντιστηρίγματα στεί­ρων τοπικιστικών εξάρσεων και άγονων συγκινη­σιακών υπερβολών.

Σοφοκλής, από δημοσίευση του περιοδικού, Life.

Παράλληλα προς τους α­κραιφνώς πολιτειακούς θεσμούς του αθηναϊκού κράτους, όπως η εκκλησία του δήμου και τα δικα­στήρια, η αρχαία ελληνική τραγωδία αντανακλά και αποκρυσταλλώνει το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Αθήνας των κλασικών χρόνων μέσα από μια δυσδιόρατη αλλά όμως ενδελεχή κριτική διεργασία, που συμπαραβάλλει με τρόπο εύρυθμο και εύτακτο την πολυστρώματη μυθολογική παρά­δοση με τρέχουσες ιδεολογικές ζυμώσεις.

Σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, ο Σοφο­κλής συνέγραψε 123 δραματικά έργα και πήρε δε­καοχτώ φορές το πρώτο βραβείο στους θεατρικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων. Για να περιορι­στούμε στα ακέραια έργα του, τα οποία η χειρόγρα­φη παράδοση διέσωσε σε ορισμένες περιπτώσεις ό­χι χωρίς την ευνοϊκή παρέμβαση ολωσδιόλου τυ­χαίων παραγόντων, ο Αίας – ένα μεγαλόπνοο έργο της ποιητικής κατά τα φαινόμενα ωριμότητας του Αθηναίου τραγωδού παρουσιάζει ανάγλυφα την α­συμβίβαστη αξιοπρέπεια και το δυσπρόσιτο μεγα­λείο του ομώνυμου ήρωα μέσα στην ξέφρενη δίνη των ανθρώπινων παθών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Εν αντιθέσει προς τον ηρωικό παλμό του ασυμβίβαστου Αίαντα και την ηλεκτρισμένη πολεμική ατμόσφαιρα του τρωικού πεδίου, στην Ηλέ­κτρα (420-410 π.Χ.) με την ομώνυμη ηρωίδα του «ασίγαστου μίσους» ο Σοφοκλής τοποθετεί τη δρά­ση στην Ελλάδα και μεταφέρει τον απόηχο της α­δυσώπητης σύγκρουσης Ελλήνων και Τρώων μέσα στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο μιας πολύπαθης οι­κογένειας, όπου θύτης και θύμα ανταγωνίζονται ε­πί σκηνής και ενίοτε εκτός σκηνής με εναλλασσό­μενη πειστική ευγλωττία.

Το ανώτερο όλων σε τρα­γικότητα έργο Οιδίπους Τύραννος (430-420 π.Χ.) θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους κριτικούς ως το αποκορύφωμα της θεατρικής τέχνης του Σοφο­κλή· ιδίως στο δράμα αυτό μέσα από μια σειρά μοι­ραίων και συνταρακτικών αναγνωρίσεων ο τραγι­κός εστεμμένος της Θήβας τελικά συνειδητοποιεί τη θεϊκή πλεκτάνη, μέσα στην οποία σπαρταρούσε παγιδευμένος ανεπίγνωστα σε όλη τη διάρκεια του δράματος.

Μολονότι ο σοφόκλειος ήρωας διεκδικεί ακατά­παυστα ένα έστω γλίσχρο μερίδιο στην καθολική ευτυχία, ο ίδιος συνάμα με ανυποχώρητο πείσμα και αταλάντευτο φρόνημα επιλέγει αυτό ακριβώς που αναπόφευκτα θα τον εκμηδενίσει· ωστόσο, ό­πως στην περίπτωση της αγέρωχης και αποφασι­στικής Αντιγόνης στο φερώνυμο έργο (450-440 π.Χ.), η ασύνετη τόλμη εν τέλει μεταλλάσσεται σε αξιοθαύμαστη γενναιοψυχία, ενώ η συγκλονιστι­κή πτώση του τυραννικού Κρέοντα προκαλεί μιαν απροσδόκητη αναψύχωση του δημοκρατικού φρονήματος. Θα έλεγε κανείς ότι το αντιστασιακό πα­ράδειγμα της απτόητης Αντιγόνης καθιστά εντο­νότερη για τον αθηναϊκό δήμο την ανάγκη συνε­χούς επαγρύπνησης για τη διασφάλιση ενός ηθι­κά ωριμότερου πολιτικού βίου.

Με παρόμοιο τρό­πο στις Τραχίνιες (450-440 π.Χ.) το εξατομικευ­μένο πάθος αναλύεται υπό το πρίσμα μιας θλιβε­ρής ερωτικής ιστορίας, όπου η άνευ όρων παραδο­χή του παραλόγου στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί μιαν ανακουφιστική προοπτική εν όψει μιας φρι­κιαστικής διαδοχής επάλληλων αναπόδραστα α­λύτρωτων θανάτων.

Η θεατρική δραστηριότητα του Σοφοκλή φαίνεται ότι δεν κάμφθηκε από το βαθύ γήρας· αντίθετα ο ποιητής συνέθεσε δυο αριστουργήματα στη δύση της καλλιτε­χνικής σταδιοδρομίας του. Ο Φιλοκτή­της (409 π.Χ.) είναι μια τραγωδία επικού μεγαλεί­ου, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας – το alter ego του αυτοκτονικού Αίαντα- παραμένει ανυποχώρη­τος στο φιλέκδικο πείσμα του, άκαμπτος και αλύ­γιστος μέσα στην αφόρητη ερημιά του· ωστόσο, στο τέλος δεν εξουθενώνεται από τη δυναμική ε­νός ανέφικτου ηρωικού ιδανικού, αλλά επιδει­κνύει μια ήρεμη αξιοπρέπεια μπροστά στην ακαταγώνιστη θεϊκή βούληση, ακροβατώντας έτσι στις παρυφές μιας ρεαλιστικότερης θεώρησης της ανθρώπινης ειμαρμένης.

Το κύκνειο άσμα του Αθηναίου τραγικού και επάξιο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης ποιητικής πορείας είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ (406 π.Χ.), που παραστάθηκε στο θέ­ατρο του Διονύσου με αναμενόμενη θριαμβική ε­πιτυχία μετά το θάνατό του (406/405 π.Χ.). Κατ’ αναλογία προς το προηγούμενο έργο, τον Φιλοκτή­τη, το τελευταίο αυτό σωζόμενο σοφόκλειο δράμα μέσα από πολύπτυχες διακειμενικές συσχετίσεις και αντιπαραβολές ανασκοπεί την ιστορία του Οιδίποδα και επιχειρεί να στήσει γέφυρα επικοινω­νίας με τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγό­νη, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό ανυποψίαστο στοχαστικό βάθος στα δρώμενα.

Τα αφηγηματικά νήματα, που συναρθρώνουν τα τρία αυτόνομα δρά­ματα σε μια δυνάμει θηβαϊκή τριλογία, δεν οδηγούν σε άγονη επανάληψη και άχαρη αναδίπλω­ση των παρελθοντικών γεγονότων, όπως θα περί­μενε κανείς, αλλά όλως διαφορετικά οι απροσδόκητες συμφιλιωτικές απολήξεις των prima facie άσπονδων αντιπαραθέσεων στην Αθήνα εγκαρδιώνουν τους θεατές, ενώ ο επικήδειος ενθουσια­σμός της εξόδιας σκηνής προετοιμάζει με δραμα­τουργικό οίστρο και ειρωνική διάθεση την επόμε­νη μυθολογική εμπλοκή στη μακρινή όσο και μοιραία πόλη των Καδμείων.

θα μπορούσε να λεχθεί λοιπόν ότι ο Σοφοκλής, πέρα από ενεργός πολίτης και άγρυπνος στοχα­στής, υπήρξε πρωτίστως ένας γνήσιος άνθρωπος του θεάτρου, ο οποίος μέσα στην έξαρση της ποι­ητικής δημιουργίας δεν έπαψε να αναζητεί πρα­κτικές λύσεις για να αναπτύξει και να τελειοποι­ήσει την τέχνη του· ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αθηναίος τραγωδιογράφος ει­σήγαγε στο αττικό δράμα ή τουλάχιστον προώθη­σε, μεταξύ πολλών άλλων αλλαγών, κυρίως τρεις σημαντικότατες καινοτομίες:

α) την αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις,

β) την αύξηση των με­λών του Χορού από δώδεκα σε δεκαπέντε, και

γ) κατά το αισχύλειο πρότυπο την περαιτέρω απο­σύνδεση της ιστορικομυθικής ενότητας των τετρα­λογιών, δηλαδή τη συμμετοχή κάθε φορά των ποι­ητών στους θεατρικούς αγώνες με τέσσερα αυτόνο­μα δράματα.

 

Ηλέκτρα, 1936. Αρχείο: ΚΜΕΕΘ-ΚΜ

 

Κατά την άποψη έγκριτων σύγχρονων μελετη­τών, που ανάμεσα στα άλλα διερευνούν τις λανθά­νουσες αφηγηματικές δομές των δραματικών έργων με απώτερο σκοπό να διερμηνεύσουν τις δαιδαλώ­δεις θεατρικές κατασκευές της αρχαίας δραματουρ­γίας, οι προαναφερθέντες νεοτερισμοί παρέχουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον ποιητή για να ιεραρχήσει τους διηγητικούς τρόπους του, προ­κρίνοντας κατά περίπτωση το λειτουργικότερο και δραστικότερο.

Η αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις, καθώς επίσης η συμμετρικότερη παράταξη  του Χορού σε δυο ημιχόρια των εφτά μελών με την ταυτόχρονη ανάδυση του κορυφαίου σε ρόλο τέταρτου υποκριτή, διευκολύνουν συν τοις άλλοις διαδοχικές αλλαγές στην οπτική γωνία και στο χρόνο ε­ποπτείας των συμβάντων. Επιπροσθέτως, η σταδιακή αποδυνάμωση της μυθικής αλληλουχίας ως ε­πί το πλείστον συμβάλλει στην αδιάσπαστη παρου­σίαση των κεντρικών γεγονότων και στη ραγδαία επιτάχυνση του σκηνικού ρυθμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο φιλόσοφος Πολέμων, που έζησε και έδρασε κατά τη διάρκεια του 3ου αι­ώνα π.Χ., απέδωσε στον Σοφοκλή τον εύστοχο χαρακτηρισμό «τραγικός Όμηρος», ενώ παράλληλα αποκάλεσε τον πατριάρχη της ελληνικής λογοτε­χνίας «επικό Σοφοκλή» (TrGF, τόμ. 4ος, TIIb 115). Πράγματι, η θαυμάσια εναρμόνιση μιας υπερτέλειας διαγραφής των χαρακτήρων, που ερεί­δεται κυρίως σε εδραίους αφηγηματικούς αρμούς, με μια εξόχως στοχαστική θέαση της ανθρώπινης μοίρας, που καθαιρεί το παραστάσιμο υλικό από απρόσφορες ίσως ιδεοληπτικές προσμίξεις, δι­καιολογεί απολύτως τη διαχρονική αξία και το α­νυπέρβλητο σφρίγος της σοφόκλειας δραματουρ­γίας.

  

Ανδρέας Μαρκαντωνάτος

Λέκτορας Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας,

Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών

 

Βιβλιογραφία


 

  • M. W. Blundell, Helping Friends and Harming Enemies: A Study in Sophocles and Greek Ethics, Κέμπριτζ 1989.
  • C. M. Bowra, Sophoclean Tragedy, Οξφόρδη 1944.
  • F. Budelmann, The Language of Sophocles: Communality, Communication and Involvement,
    Κέμπριτζ 2000.
  • R. G. A. Buxton, Sophocles [Greece & Rome New Surveys in the Classics No. 16], Οξφόρδη 1984.
  • V. Ehrenberg, Sophocles and Pericles, Οξφόρδη 1954.
  • H. Flashar, Sophokles: Dichter im demokratischen Athen, Μόναχο 2000.
  • G. M. Kirkwood, A Study of Sophoclean Drama,  Ithaca και London 19942.
  • B. M. W. Knox, The Heroic Temper: Studies in Sophoclean Tragedy, Μπέρκλεϊ και Λος Άντζελες 1964.
    M. R. Lefkowitz, The Lives of the Greek Poets, Λονδίνο 1981, σελ. 75-87.
  • A. Lesky, Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, τόμος Α’. Από τη γέννηση του είδους ως τον Σοφοκλή, μτφρ. Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Αθήνα 1987, σελ. 281- 456.
  • Η. Lloyd-Jones, Sophocles Volume I  [Loeb Classical Library No. 20], Κέμπριτζ, Μασ. και Λονδίνο 1994, σελ. 1-24.
  • A. Machin, Cohérence et continuité dans le théâtre de Sophocle, Κεμπέκ 1981.
  • A. Markantonatos, Tragic Narrative. A Narratological Study of Sophocles’ Oedipus at Colonus, Βερολίνο και Νέα Υόρκη, του ιδίου, Sophocles: Oedipus at Colonus [Duckworth Companions to Greek and Roman Tragedy], Λονδίνο 2004, κεφ. 1.
  • Γ. Μαρκαντωνάτος, Εισαγωγή στην Αττική Τραγωδία, Αθήνα 1991, σελ. 137-152.
  • Κ. Reinhardt, Sophocles, μτφρ. Η. Harvey και D. Harvey, Οξφόρδη 1979.
  • W. C. Scott, Musical Design in Sophoclean Theater, Ανόβερο και Λονδίνο 1996.
  • D. Seale, Vision and Stagecraft in Sophocles, Λονδίνο και Καμπέρα 1982.
  • C. Segal, Tragedy and Civilization: An Interpretation of  Sophocles, Κέμπριτζ, Μασ. 1981, του ιδίου, Sophocles’ Tragic World: Divinity, Nature, Society, Κέμπριτζ, Μασ. 1995.
  • T.B.L. Webster, An Introduction to Sophocles, Οξφόρδη 19692.
  • C. H. Whitman, Sophocles: A Study in Heroic Humanism, Κέμπριτζ, Μασ. 1951.
  • T. Von Wilamowitz-Moellendorfï, Die dramatische Technik des Sophokles, Βερολίνο 1917.
  • R. P. Winnington-Ingram, Sophocles: An Interpretation, Κέμπριτζ 1980.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Σοφοκλής», τεύχος 255, 30 Σεπτεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

Αγεύς (Αργεύς) – 4ος αιώνας π.Χ.


 

Δολιχοδρόμοι

Το Άργος, στην αρχαιότητα ανέδειξε σπουδαίους αθλητές. Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση κατέχουν οι δρομείς. Ένας από τους ξακουσμένους δρομείς του Άργους ήταν ο Αγεύς ή Αργεύς, όπως λάθος έχει επικρατήσει.  Πρόκειται για Αργείο αθλητή δολιχοδρόμο και ολυμπιονίκη. Στο επάγγελμα ήταν ημεροδρόμος, δηλαδή αγγελιοφόρος. Κέρδισε την πρώτη του νίκη στο δόλιχο [1],  το 328 π.Χ., κατά την 113η Ολυμπιάδα. Λέγεται ότι, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ τότε από τη νίκη του, που θέλησε να αναγγείλει ο ίδιος το γεγονός στους Αργείους, αυθημερόν. Στο Άργος, πιθανόν, να συζητούσαν επί πολλές ημέρες το μεγάλο γεγονός  της νίκης του Αγέα. Ίσως, να μην ήξεραν τι να θαυμάσουν πιο πολύ : τη μεγάλη Ολυμπιακή νίκη ή το απίστευτο κατόρθωμα να τρέξει ένας άνθρωπος εξακόσια στάδια, δηλαδή 115 περίπου χιλιόμετρα σε μία ημέρα και να φθάσει αυθημερόν, με τη δύση του ηλίου, από την Αρχαία Ολυμπία στο Άργος.

Τον λαμπρό, διπλό άθλο του Αγέα τον διέδωσε ο Ευσέβιος ο Παμφίλου [2], ο οποίος αναφέρει : «Αγεύς Αργείος δόλιχον, ος εν Άργει την εαυτού νίκην αυθημερόν ανήγγειλεν».

Σε μία άλλη επιγραφή (Ι.Β V2,550), βρίσκουμε πάλι το όνομα «Αγεύς», με τη διευκρίνιση «Αγεύς Αριστοκλέο(ς)». Ειδικοί μελετητές, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, τον Αργείο αθλητή Αγέα, ο οποίος νίκησε στα Λύκαια[3], της Αρκαδίας, το έτος 308/7 π.Χ., στο αγώνισμα του δόλιχου.

Παράσταση δόλιχου δρόμου. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθούμε στο σχετικό πρόβλημα της μεταλλαγής του κανονικού ονόματος του αθλητή. Ειδικότερα, στην Πατρολογία Migne, όπου αναφέρονται τα κείμενα του Ευσέβιου, με τη σχετική αναφορά στον Αργείο αθλητή, προφανώς από τυπογραφικό λάθος ο Αγεύς αναφέρεται ως «Αργεύς». Έκτοτε το λάθος διαιωνίστηκε από κατοπινούς μελετητές που προσέφυγαν στην Πατρολόγια Migne. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την επικράτηση της λανθασμένης αναγραφής και στη ίδια του την πατρίδα.

Αναμφισβήτητα, ο Αργείος δρομέας με το κατόρθωμά του αποτελεί πλέον πρότυπο πνευματικής δημιουργίας και έμπνευσης. Για να γίνουμε πιο σαφείς, ο Αγεύς έχει εμπνεύσει την κα Αλεξίου να του αφιερώσει το εξής ποίημα :

 

Αγεύς ο Αργείος

Με ευχές που έβγαιναν από τα φυλλοκάρδια τους

και πετούσαν – ελπιδοφόρα ολόλευκα πουλιά – στον ουρανό

σε ξεπροβόδισαν οι φίλοι σου και οι συναγωνιστές σου, Αγέα·

να γυρίσεις νικητής από την ιερή γη της Ολυμπίας.

 

Τα νικητήρια θα ’ρθω να γιορτάσουμε μαζί·

μόλις ο ήλιος γυρίσει την πλάτη του στην πόλη,

να με περιμένετε· εγώ θα αναγγείλω την νίκη μου.

 

Βέβαια κανείς δεν σε πίστεψε,

χάριν αστειότητος θεώρησαν πως είπες τα λόγια τούτα.

 

Πλήρης αισιοδοξίας, για την άριστη φυσικής σου κατάσταση,

αναχώρησες για την Ολυμπία· μ’ ένα και μόνο σκοπό :

στου Ολυμπίου Διός τους ιερούς αγώνες νικητής να στεφανωθείς.

 

Και σαν έφτασε η ώρα του ευγενικού αγώνα

ωσάν κέλλης ίππος, τινάζοντας περήφανα την χαίτη του,

όρμησες στο στάδιο μαζί με τους ωκύποδους δολιχοδρόμους·

κι αφού δέκα φορές περιέτρεξες τον στίβο της Ολυμπίας,

κυνηγώντας την γοργόφτερη Νίκη που τον κότινο κρατούσε,

εν μέσω ιαχών και ζητωκραυγών, πρώτος πέρασες το τέρμα·

αφήνοντας αρκετά πίσω τους ανταγωνιστές σου.

 

Η σάλπιγγα σαλπίζει· σιγή στο στάδιο,

Για να ακουστεί του βροντόφωνα κήρυκα η φωνή:

Αγεύς ο Αργείος, νικά δόλιχον! Διαλαλεί.

 

Προσέρχεται ο δρομοκήρυξ αθλητής

σεμνός και στάθηκε μπρος στους Ελλανοδίκες·

λίγα δάκρυα συγκίνησης αυλάκωσαν το ηλιοκαμένο πρόσωπό του

την ώρα που ο σεβάσμιος γέρων τοποθετούσε

τον πολυπόθητο κότινο στο σγουρό του κεφάλι,

ενώ ο πρωινός ήλιος καθρεφτιζόταν στις ιδρωστάλες του.

(Αλεξίου, Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.

Επιπλέον, προς τιμήν της προσωπικότητάς του και της πράξης του, ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων»[4], το 2001 και το 2002 (μετά από 2.329/10 χρόνια) αναβίωσε το γενναίο κατόρθωμά του, πραγματοποίησε δηλαδή, την ίδια διαδρομή (Ολυμπία –Άργος,174 χιλιόμετρα), με μία ομάδα δρομέων.

Τελειώνοντας, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα ονόματα των Αργείων αθλητών που νίκησαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στο βασικό αγώνισμα του σταδίου. Οι αθλητές είναι οι εξής :

1)      Δάνδης Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 77η Ολυμπιάδα (472 π.Χ.).

2)      Ιολαΐδας Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 139η Ολυμπιάδα (224 π.Χ.).

3)      Επαίνετος Αργείος : νίκησε στο στάδιο παίδων την 175η Ολυμπιάδα (80 π.Χ.).

4)      Ανθεστίων Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 182η Ολυμπιάδα (52 π.Χ.).

5)      Σώπατρις Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 187η Ολυμπιάδα (32 π.Χ.).   

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

 Υποσημειώσεις


[1] Ο δόλιχος είναι δρόμος αντοχής και γινόταν μέσα στο στίβο του σταδίου, μετά από το στάδιον και τον δίαυλον. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην 15η Ολυμπιάδα (720π.Χ.), με νικητή τον Άκανθο τον Λακεδαιμόνιο. Είναι ο μακρύτερος δρόμος και η απόσταση ποικίλλει, κατά τις πηγές, από τα 7 έως τα 24 στάδια, ανάλογα με τις κατηγορίες αγώνων (παίδων, αγενείων, ανδρών), με τους στίβους των ιερών στα οποία διεξάγονταν οι αγώνες και ίσως με τις εποχές. Τις περισσότερες φορές όμως ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, δηλαδή 3.550-3.850 μέτρα. Έπειτα, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά τους αρχαίους την καθιέρωση του δολίχου ενέπνευσαν οι επιδόσεις των ημεροδρόμων ή δρομοκηρύκων, με άλλα λόγια των επαγγελματιών αγγελιοφόρων, οι οποίοι μετέφεραν ειδήσεις και παραγγελίες σε μεγάλες αποστάσεις, κυρίως σε περιόδους πολέμου. Σπουδαίοι ημεροδρόμοι υπήρξαν άνδρες από την περιοχή της Αρκαδίας. Τέλος, σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ένας δολιχοδρόμος πρέπει να έχει κάποια χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, πρέπει να έχει δυνατούς ώμους και τράχηλο, όπως ένας πενταθλητής και λεπτά και ελαφριά πόδια, όπως ένας σταδιοδρόμος.   

[2]  Ο Ευσέβιος ο Παμφίλου ήταν επίσκοπος Καισάρειας και θεωρείται ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, το 265 μ.Χ. Δάσκαλός του ήταν ο μάρτυρας του χριστιανισμού Πάμφιλος και από αγάπη στο δάσκαλό του ονομάστηκε Ευσέβιος ο Παμφίλου. Η μαρτυρία του Ευσέβιου για τον Αγέα, είχε γραφεί σε μεταλλική πλάκα και είχε αναρτηθεί στο σημερινό στάδιο του Άργους, πριν από αρκετά χρόνια με παραλλαγμένο το όνομα του αθλητή σε «Αργεύς» αντί Αγεύς. Η επιγραφή αυτή δε σώζεται σήμερα.

[3]  Σύμφωνα με επιγραφή (Syll 3.314) στον Ωρωπό.

[4]  Ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων» Δυτικής Αττικής ιδρύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου το 1997, από 31 αθλητές – δρομείς μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, των Δυτικών συνοικιών της Αθήνας. Σήμερα, αριθμεί 168 ενεργούς αθλητές-τριες σε όλες τις κατηγορίες.

 

Πηγές


 

  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Αργέας ή Αγέας», περ. Ελλέβορος, τχ. 9-10, Άργος, 1992.
  • Μάρκελλος Μιτσού, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις, 1952.
  • Αλεξίου Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα, (Η αθλητική ιστορία του Άργους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας)», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.       
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Κωνσταντίνος Σάμιος, «Μια πρωτότυπη ιστορική ματιά», εφ. Δρομέας, 2001.
  • Θεόδωρος Γ. Αντίκας, «Φειδιππίδης, Φιλιππίδης, Φιλωνίδης: Ημεροδρόμοι και Μαραθωνοδρόμοι», Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον – Σηατλ, Visiting Onassis Professor.

  

Σχετικά θέματα:

Νέμεα ή Νέμεια

Θεαίος ή Θειαίος (5ος αιώνας π.Χ.)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »