Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γάμος’

Η ιστορία του θεσμού της προίκας


 

Ένας θεσμός με πανάρχαιες ρίζες, που διατηρήθηκε μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα, ήταν ο θεσμός της προίκας. Προίκα ονόμαζαν «όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, που έδινε η οικογένεια της νύφης ή και η ίδια η νύφη στο γαμπρό κατά το γάμο» (Μπαμπινιώτης). Κατά τον Αστικό Κώδικα προίκα ήταν «η υπό της γυναικός ή άλλου χάριν αυτής παρεχομένη εις τον άνδρα περιουσία προς ανακούφισιν των βαρών του γάμου». Η λέξη «προίκα» ετυμολογικά προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «προίξ» (<πρό + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι<ἵκω = έρχομαι), και σημαίνει αυτό που έρχεται εκ των προτέρων, με την έννοια του δώρου που δινόταν πριν από το γάμο. Αλλού συναντάμε τη λέξη  «φερνή» για την περιουσία της νύφης που δινόταν στον γαμπρό με τον γάμο και αποτελούσε ανέκαθεν μια συνεισφορά στη δημιουργία του νέου σπιτικού.

Το θεσμό της προίκας τον συναντάμε στα ομηρικά έπη. Στην ομηρική εποχή γάμοι μεταξύ ευγενών γίνονται είτε με εξαγορά της νύφης (προσφορά δώρων, προίκα), είτε με αγώνες ανάμεσα σε ευγενείς με έπαθλο τη νύφη (αγώνες για την Ωραία Ελένη), είτε με αρπαγή γυναικών (ωραία Ελένη – Πάρης). Ο Όμηρος αναφέρει την προίκα ως «το κατά τους γάμους διδόμενον μερίδιον, προίξ ή φερνή» (lidell-Scott). Στα ομηρικά χρόνια όμως ο άνδρας συνήθως ήταν εκείνος που έδινε προίκα και σπανιότερα η γυναίκα κάποιες φορές. Στο Ι της Ιλιάδας ο Αγαμέμνονας τάζει στον Αχιλλέα μια από τις κόρες του για γυναίκα και μεγάλη προίκα, για να γυρίσει στη μάχη. Τονίζει μάλιστα ότι δε θέλει από τον Αχιλλέα τίποτε σαν προίκα (αδώρητος).

«Στο στερεό μου μέγαρο τρεις έχω θυγατέρες.

Από τις τρεις αδώρητα στο σπίτι του Πηλέως

ας φέρ’ ή την Χρυσόθεμιν ή και την Λαοδίκην

ή και την Ιφιάνασσαν και θα της δώσω δώρα

όσα κανείς στην κόρη του δεν έδωσε πατέρας».

(Ομήρου, Ιλιάδα, Ι, 144-148)

Στο Ζ της Ιλιάδας τονίζεται πως η γυναίκα εκτός από την ομορφιά της ήταν περιζήτητη νύφη, όταν είχε προίκα – «φερνή» και η Ανδρομάχη είναι «πολύφερνη» συμβία του Έκτορα.

«με ορμή εμπρός του πρόβαλε η ασύγκριτη Ανδρομάχη,

πολύδωρη συμβία του και κόρη του γενναίου Αετίωνος».

(Ομήρου, Ιλιάδα, Ζ 394-395)

Η Ιλιάδα αναφέρεται στην ηρωική εποχή του 12ου π.Χ. αιώνα. Τότε, για να θεωρηθεί ένα αρσενικό παιδί ότι ανδρώθηκε, έπρεπε να διακριθεί ως άνδρας ή ήρωας. Άνδρες ή ήρωες ήταν οι Ηρακλείδες, οι Αργοναύτες και οι πολεμιστές του Τρωικού πολέμου. Τρόποι για να δείξει επινοητικότητα και δύναμη και να διακριθεί ήταν το κυνήγι, το άθλημα, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η τέχνη, η ανδρεία. Μετά τη διάκρισή τους τα αρσενικά παιδιά μπορούσαν να πάρουν μέρος στη δημόσια ζωή, να αποκτήσουν περιουσία, να δημιουργήσουν οικογένεια και να πολεμήσουν. Με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτούσαν μπορούσαν να προσφέρουν δώρα στον πατέρα της νύφης (χρυσάφι, βόδια, πρόβατα, κτήματα, σκλάβες), ως απόδειξη της ανδρείας και της προκοπής τους. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση οι γαμπροί που πήγαν στον Τυνδάρεω, βασιλιά της Σπάρτης, να ζητήσουν σε γάμο την κόρη του Ελένη, του υποσχέθηκαν πολλά και πολύτιμα δώρα, «χρυσάφι, αγγεία και σκεύη, σκλάβες, βόδια, πρόβατα, κτήματα» κι εκείνος επέλεξε για σύζυγο της Ελένης τον Μενέλαο, που είχε διακριθεί ως ήρωας και είχε προσφέρει τα περισσότερα δώρα.

Στην Οδύσσεια, που αναφέρεται σε μεταγενέστερη εποχή από εκείνη της Ιλιάδας, βρίσκουμε δύο απόψεις για την προίκα, δηλαδή και προσφορά του γαμπρού προς τη νύφη, «Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος, που βγει στα δώρα νικητής και ταίρι του σε πάρει.» (Ομήρου, Οδύσσεια, ζ, 158-159) και προσφορά της νύφης προς το γαμπρό, «κι εκείνοι θα γνοιαστούν το γάμο της, θα φτιάξουν τα προικιά της  αρίφνητα, στη θυγατέρα τους την ακριβή ως ταιριάζει», (Ομήρου, Οδύσσεια, α, 277-278).

Βρισκόμαστε σε μεταβατική περίοδο που η προίκα με τη μορφή δώρων για την εξαγορά της νύφης μετατρέπεται σε αποζημίωση του συζύγου, που αναλαμβάνει τα βάρη της νέας οικογένειας, ενώ ελαφρύνει την οικογένεια της κόρης κατά ένα μέλος. Η υλική και πνευματική πρόοδος, που άρχισε από το τέλος της αρχαϊκής εποχής και κορυφώθηκε στις κοινωνίες της κλασσικής εποχής, οδήγησε σε κοινωνικές αλλαγές και στην νομοθετική καθιέρωση νέων οικογενειακών θεσμών. Ανάμεσα σ’ αυτούς και η θεσμοθέτηση της προίκας, που αρχίζει την εποχή του Σόλωνα. Ο νομοθέτης Σόλων τον 6οαιώνα π. Χ. με τη «Σεισάχθεια» όρισε ότι «η γυναίκα που παντρεύεται δεν παίρνει τίποτα άλλο μαζί της, παρά μόνο τρία φορέματα και μερικά οικιακά σκεύη». Έτσι κατάργησε το θεσμό των πλουσίων δώρων στους γάμους, γιατί προκαλούσε τον ανταγωνισμό και λειτουργούσε ως μηχανισμός μεταβίβασης και συγκέντρωσης περιουσίας και πλούτου στις πλούσιες οικογένειες.

Ο νομοθέτης πάντως έκρινε πως η γυναίκα έπρεπε να έχει ως προίκα τα απαραίτητα («ιμάτια τρία και σκεύη μικρού νομίσματος αξία»), για να μπορεί να έχει ελευθερία λόγου στο σπίτι της. «Νύφη άπροικος ούκ έχει παρρησίαν», [Menander, Comic., Sententiae e codicibus Byzantinis Γρ. 517] που σημαίνει νύφη χωρίς προίκα δεν έχει ελευθερία λόγου, επισημαίνει ο Μένανδρος, ενώ ο Ευριπίδης στην Ανδρομάχη λέει «ταῦτα δωρεῖται πατὴρ πολλοῖς σὺν ἕδνοις, ὥστ᾽ ἐλευθεροστομεῖν», δηλαδή αυτά μου χαρίζει ο πατέρας μαζί με πολλά άλλα γαμήλια δώρα, ώστε να μπορώ να μιλάω. (Ευριπίδη, Ανδρομάχη στ. 152-153). Στην Αρχαία Αθήνα και Σπάρτη ο γάμος επικυρωνόταν με τη συμφωνία του πατέρα της νύφης και του γαμπρού ενώπιον μαρτύρων. Η συμφωνία αυτή ονομαζόταν«εγγύη» και επρόκειτο για μια πολύ σημαντική νομική πράξη παρά το γεγονός ότι ήταν προφορική, αφού με την εγγύη οριζόταν η προίκα και παράλληλα η κυριότητα της κοπέλας περνούσε από τον πατέρα στον μνηστήρα.

Κατά την κλασσική εποχή (χρυσούς αιώνας) η προίκα περιλάμβανε ρουχισμό, οικιακά σκεύη, έπιπλα και χρήματα, τα οποία προσφέρονταν ως προίκα από τον πατέρα της νύφης στον γαμπρό. Δεν είχαν την έννοια των δώρων, αλλά την εκπλήρωση υποχρέωσης για συμμετοχή και συνεισφορά της νύφης και της οικογένειάς της στην αντιμετώπιση των βαρών της καινούριας οικογένειας. Στην πορεία του χρόνου η προίκα δέχτηκε πολλές κριτικές και αμφισβητήσεις, αλλά τηρήθηκε και από τους αμφισβητίες της, όταν ήρθε η ώρα. Ο Αριστοτέλης την χαρακτήρισε βαρβαρικό έθιμο, ενώ ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» είναι πολέμιος της προίκας και τη θεωρεί αντιδημοκρατική, γιατί συμβάλλει στην ένωση δύο μεγάλων περιουσιών και στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων.

Στη Ρωμαϊκή εποχή η προίκα απέβλεπε στην ανακούφιση των βαρών του γάμου και αντιστοιχούσε στο κληρονομικό μερίδιο της γυναίκας στην πατρική περιουσία.  Όταν η γυναίκα έφευγε από την οικογένειά της και περνούσε στην οικογένεια του συζύγου της, έχανε τα κληρονομικά της δικαιώματα πάνω στη οικογενειακή περιουσία. Ως αντιστάθμισμα ο πατέρας της νύφης είχε υποχρέωση να δίνει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία στον άνδρα της ως αποζημίωση. Στα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια η προίκα ήταν απλώς ηθική υποχρέωση του γονιού ως αποζημίωση προς το γαμπρό που γίνεται ο κύριος της κόρης. Το 1Ο  μ.Χ. ο αυτοκράτορας Αύγουστος με νόμο υποχρέωνε τον πατέρα να προικίζει την κόρη του. Οι αυτοκράτορες Σεβήρος και Αντώνιος επέκτειναν την ισχύ του νόμου και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Από τον 2ο αιώνα μ.Χ. αρχίζει να διαδίδεται και η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για την προίκα. Αυτή η υποχρεωτική προίκιση των γυναικών ίσχυσε και αργότερα στις ευρωπαϊκές χώρες που δέχτηκαν το ρωμαϊκό δίκαιο.

Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια (5ος αι. µ.Χ.) συντάσσονταν και προικώα έγγραφα για τη σύσταση της προίκας, που ονομάζονταν προικοσύμφωνα (προικοχάρτια, αρραβωνοχάρτια). Στο Βυζάντιο η σύνταξη συμβολαίου για την προίκα της γυναίκας ήταν υποχρεωτική για την ανώτερη κοινωνική τάξη, τους εμπόρους, τους αξιωματούχους κλπ. Στα μεταβυζαντινά χρόνια η προίκα έγινε ένας θεσμός του άγραφου και εθιμικού δικαίου που ρίζωσε στους ανθρώπους.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το έθιμο αποτελούσε κορυφαίο τμήμα της διαδικασίας του γάμου, αφού το μέγεθος και η ποιότητα της προίκας καθόριζε σε απόλυτο βαθμό τον «καλό γαμπρό». Από την περίοδο της τουρκοκρατίας, γύρω στα 1500 μ.Χ., μαρτυρούνται τα πρώτα συμβόλαια προίκας, τα λεγόμενα «προικοσύμφωνα», στα οποία μπορούμε να δούμε όλες τις κοινωνικές τάξεις και διαφορές. Τα πιο πλούσια προικοσύμφωνα περιέχουν σπίτια, χωράφια, ζώα κλπ., ενώ στα πιο φτωχικά αναφέρεται μόνο ρουχισμός, οικοσκευές, ίσως και καμιά… κότα! Τα έγγραφα αυτά συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Έλληνες. Η σύνταξή τους γινόταν πάντα µε παρουσία μαρτύρων, που ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν το προικοσύμφωνο.

 

Επιλέγοντας την προίκα. Έργο του Ρώσου Ζωγράφου Nikolay Bekryashev (1874 – 1939). Δημοσιεύεται στο ρωσικό εικονογραφημένο περιοδικό «Niva », τεύχος 10, 1911.

 

Το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από τον γάμο και η προίκα παραδινόταν στον γαμπρό πριν από τη στέψη. Περιλάμβανε είδη ρουχισμού , έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια), νομίσματα, αλλά και ακίνητα (σπίτια, αμπέλια, χωράφια, ελαιοκτήματα κ.τ.λ.), που περιγράφονταν µε κάθε λεπτομέρεια (θέση, έκταση, γείτονες κ.τ.λ.). Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και µόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος, που είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της. Δεν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή να παραχωρήσει µε οποιονδήποτε τρόπο κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.

 

Η πρώτη σελίδα του προικοσυμφώνου του Δημήτριου Δεσμίνη και της Μαριώγκας Νυσταζοπούλου, περίπου το 1868. Είχε συνταχτεί στο Άργος, στο συμβολαιογραφείο του Δ. Κιτσόπουλου.

 

Ο θεσμός της προίκας με το πέρασμα των χρόνων καθιερώθηκε στα ελληνικά ήθη και έθιμα, διατηρήθηκε μέχρι και τον περασμένο αιώνα και αποτελούσε το άγος όλων των οικογενειών, που είχαν κορίτσια για γάμο. Παντρειά, χωρίς την καταβολή προίκας και μάλιστα προκαταβολικά σπανίως συνέβαινε και όση περισσότερη προίκα είχε μία κοπέλα τόσο πιο περιζήτητη νύφη ήταν. Πρακτικά ήταν αδύνατο μια φτωχή – ακόμα και όμορφη – κοπέλα να παντρευτεί το γιο του προύχοντα της περιοχής. Τις ελάχιστες φορές που συνέβαινε γάμος από έρωτα και χωρίς προίκα, η κοινωνία θεωρούσε δεδομένο ότι η νύφη «τύλιξε» τον γαμπρό. Συχνό ήταν και το φαινόμενο μια άσχημη ή μεγάλη για την εποχή γυναίκα με καλή προίκα να γίνει περιζήτητη νύφη και τότε ακουγόταν το κλασικό «τα λεφτά πηγαίνουν στα λεφτά». Το έθιμο της προίκας ουσιαστικά κάλυπτε μια κοινωνική αναγκαιότητα των παλαιότερων χρόνων, αφού η γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι δεν αποτελούσε μέρος του εργατικού δυναμικού και δεν εισέφερε στο οικογενειακό εισόδημα.

Η προίκα της κόρης ήταν το κυριότερο μέλημά κάθε οικογένειας από την πιο πτωχή μέχρι και την πιο πλούσια. Ήταν μεγάλο θέμα για την οικογένεια του κοριτσιού και οι γονείς μοχθούσαν και στερούνταν τα πάντα, για να εξασφαλίσουν την προίκα της κόρης τους. Η ίδια η κοπέλα προσπαθούσε από την παιδική της ηλικία μέχρι τη στιγμή που θα τη ζητούσε κάποιος να συγκεντρώσει όση περισσότερη προίκα μπορούσε για να παντρευτεί. Κεντούσε τα χειροποίητα κεντήματα, έπλεκε, έραβε τα προικιά της και ύφαινε τα χαλιά που θα έπαιρνε μαζί της.  Η προίκα άλλωστε είχε και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς με αυτή η γυναίκα έδειχνε τις ικανότητές της και την αξία της ως νοικοκυρά. Μία εβδομάδα πριν το γάμο οι φίλες της νύφης έπλεναν και σιδέρωναν την προίκα της, την άπλωναν στα δωμάτια του πατρικού της σπιτιού σε κοινή θέα, για να φανεί τι είχε ετοιμάσει η νύφη και γινόταν ο σχολιασμός από τις γυναίκες. Πόσα κεντήματα, πόσα σεντόνια, πόσες μαξιλαροθήκες, πόσα χαλιά είχε. Η προίκα κάθε κοπέλας γινόταν το επίκεντρο του θαυμασμού, ιδιαίτερα στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες, και όσο μεγαλύτερη ήταν, τόσο περιζήτητη ήταν η νύφη.

Η προίκα έπρεπε να είναι ανάλογη με την περιουσία και την κοινωνική θέση του πατέρα της νύφης. Για τις φτωχές οικογένειες ήταν φορτίο δυσβάσταχτο, γι’ αυτό και η γέννηση του κοριτσιού συχνά θεωρούνταν συμφορά. Σε περιόδους φτώχειας οι γονείς έκαναν θυσίες και παραμελούσαν ακόμα και την υγεία τους, για να συγκεντρώσουν την προίκα και να παντρέψουν την κόρη τους. Στην  προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την προίκα της κοπέλας, κάποιοι φτωχοί γονείς επινοούσαν και ιδιαίτερα ευρηματικούς τρόπους. Με τη γέννηση ενός κοριτσιού φύτευαν σ’ ένα χωράφι τους ορθόκλαδα δέντρα, που τα προόριζαν για προίκα της κόρης. Στη νότια Ελλάδα φύτευαν κυπαρίσσια, ενώ στη βόρεια Ελλάδα λεύκες. Οι κορμοί των δέντρων αυτών ήταν απαραίτητοι για τις στέγες των σπιτιών, για έπιπλα και άλλες χρήσεις και πουλιούνταν περίπου 1 λίρα ο ένας. Όταν το κορίτσι γινόταν 20 χρονών, τα δέντρα ήταν έτοιμα για υλοτόμηση. Έτσι, αν ένας πατέρας είχε φυτέψει 1.000 λεύκες, εξασφάλιζε 1.000 λίρες για την προίκα της κόρης του!

 

Μεταφορά της προίκας. Λιθογραφία από το γερμανικό περιοδικό Die Gartenlaube, 1876.

 

Στη δημιουργία της προίκας πάντως συμμετείχε όλη η οικογένεια. Τα αγόρια της οικογένειας έμπαιναν από νωρίς στον αγώνα της ζωής και δεν παντρεύονταν, αν δεν εξασφάλιζαν την προίκα της αδελφής τους και δεν την πάντρευαν. Στη νεοελληνική οικογένεια τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας, αλλά οι θυγατέρες προηγούνταν και ακολουθούσαν τα αγόρια με σειρά ηλικίας. Ήταν ατιμωτικό για τον άντρα να παντρευτεί πρώτος και ν’ αφήσει αδελφή μεγαλύτερη ή μικρότερη ανύπαντρη. Αν δεν «αποκαθιστούσαν» τις αδελφές τους, δεν μπορούσαν να κάνουν τη δική τους οικογένεια. Κάποιες φορές πολλά παλικάρια έμεναν ανύπαντρα, γιατί δεν μπόρεσαν ν’ αποκαταστήσουν τις αδελφές τους που έπρεπε να παντρέψουν και να προικίσουν. Έτσι ο άντρας συχνά γινόταν θύμα της προίκας, όταν έμενε ανύπαντρος μέχρι να παντρέψει τις αδελφές του, όταν έπρεπε να δουλεύει σκυλίσια για να προικίσει μια αδελφή ή όταν η σύζυγος με τη μεγάλη προίκα του φερόταν υποτιμητικά και δεν καταδεχόταν να εργαστεί.

Η προίκα με τον καιρό εξελίχθηκε σε καρκίνωμα στους κόλπους της ελληνικής οικογένειας. Οι πλούσιοι γινόντουσαν πλουσιότεροι, καθώς προτιμούσαν να παντρεύονται μεταξύ τους για να μεγαλώνουν τις φατρίες τους. Γίνονταν γάμοι από οικονομικό συμφέρον, «παζάρια» και εκβιασμοί για το ύψος της προίκας, «αγορά» γαμπρού, ματαιώσεις γάμων, επειδή η προίκα ήταν μικρότερη από τα υπεσχημένα, διαζύγια, αν η οικογένεια της νύφης δεν έδινε αρκετά μετά το γάμο και κάποιες φτωχές κοπέλες έμεναν στο ράφι, γιατί δεν είχαν προίκα. Η οικογένεια δεινοπαθούσε για να ικανοποιήσει την ακόρεστη επιθυμία του γαμπρού για πλούτο. Συχνά οι απαιτήσεις πολλών γαμπρών για προίκα ήταν παράλογες και πιεστικές και πολλές φορές εκβίαζαν για να εισπράξουν το ποσό που ήθελαν. Ο γαμπρός έθετε τους όρους και, εάν ήταν συμφέρουσα η πρόταση, γινόταν δεκτή η συμφωνία του γάμου. Φυσικά, σε μειονεκτική θέση βρίσκονταν οι φτωχότερες οικογένειες που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην κόρη τους ή τις κόρες τους μια μεγάλη προίκα για να τις αποκαταστήσουν με κίνδυνο τα κορίτσια να μείνουν …στο ράφι. Για αιώνες αμέτρητους δεν είχαν αξία τα φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης (ομορφιά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια κτλ.), αλλά το πρώτο που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη ζητήσει σε γάμο.

Οι καταστάσεις αυτές είχαν την απήχησή τους στην ελληνική λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταινία «Η τιμή της αγάπης» της Τόνιας Μαρκετάκη βασισμένη στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η τιμή και το χρήμα»: Ο γαμπρός κλέβει και διακορεύει την κοπέλα που είναι ερωτευμένη μαζί του, για να εκβιάσει τη μητέρα της να του δώσει σαν προίκα ό,τι έχει και δεν έχει. Εκείνη, φτωχή γυναίκα, αναγκάζεται να ενδώσει, αλλά η κοπέλα βρίσκει τη δύναμη να αρνηθεί αυτό τον αισχρό συμβιβασμό, κρατάει το παιδί που γεννήθηκε και πηγαίνει να δουλέψει σαν εργάτρια και ανύπαντρη μοναχική μητέρα. Πολλές υποθέσεις απασχόλησαν κατά καιρούς τον τύπο με επίδοξους γαμπρούς – απατεώνες και με φονικά λόγω μη διασφάλισης της προίκας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Αθηναίος Αρσέν Λουπέν –  ήρωας από το μυθιστόρημα «Αριστοκράτης Λωποδύτης» – που ροκάνιζε τις προίκες των κοριτσιών και μετά… «έστριβε δια του αρραβώνος». Εμφανιζόταν σε αγγελίες συνοικεσίων ως γαμπρός – λαχείο με πολλά πτυχία, καλή θέση σε μια μεγάλη εταιρεία και ακριβό αυτοκίνητο και έτσι κέρδιζε των ενδιαφέρον των επίδοξων θυμάτων του. Σε άλλα δημοσιεύματα παλιών εφημερίδων αναφέρονται περιστατικά φονικού σε ζευγάρια με τον άντρα να σκοτώνει τη γυναίκα του, επειδή η οικογένειά της δεν του έδωσε την προίκα που του είχαν υποσχεθεί.

Τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα μετά το 1950, ο θεσμός της προίκας πήρε εκρηκτικές διαστάσεις και έγινε σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Οι απελευθερωτικοί πόλεμοι (Βαλκανικοί πόλεμοι, εκστρατεία στη Μικρά Ασία), η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στη χώρα, έφεραν μεγάλη δυστυχία και πολλές στερήσεις στις οικογένειες, που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την προίκα των κοριτσιών τους και άρχισαν να διαμαρτύρονται για το θεσμό της προίκας. Η επανάσταση κατά της προίκας όμως ξεκίνησε το 1955 από 17 κοινότητες της Ρούμελης, με πρωτοστάτη έναν ασπρομάλλη αγρότη, τον Κώστα Κίτσο, κοινοτάρχη στο χωριό Άγιος Γεώργιος – Νεοχωράκι Φθιώτιδας, που έστειλαν ένα υπόμνημα προς τη βασίλισσα Φρειδερίκη ικετεύοντάς την να αναλάβει πρωτοβουλία για την κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού «της προικός». Η ιδέα του υπομνήματος προήλθε από μια συζήτηση που είχε ο Κώστας Κίτσος με έναν συμπατριώτη του, πατέρα τριών κοριτσιών,  από το χωριό Λευκάδα. Είχε πάει στον κοινοτάρχη να τον συναντήσει για να ζητήσει τη βοήθειά του. «Άκου Κώστα. Ήρθε κάποιος για το κορίτσι μου και μου ζητάει προίκα και δεν έχω να του δώσω. Και από πάνω είναι και ξεβράκωτος, δεν αξίζει να του την δώσω. Και η κόρη μου είπε, πατέρα δεν με σκοτώνεις καλύτερα από το να πάρω αυτόν για άντρα μου; Τι να κάνω Κώστα μου;». Στον αγωνιώντα για την τύχη του κοριτσιού του αγρότη ο Κώστας Κίτσος είπε αυστηρά και ρητά  «πρέπει να τον διώξεις», οπότε και έλαβε από τον αγρότη την αποστομωτική απάντηση, «μια κουβέντα είναι αυτή, Κώστα….».

Το περιστατικό και οι κουβέντες του αγρότη συγκλόνισαν τον δραστήριο κοινοτάρχη Κώστα Κίτσο, που πήρε την πρωτοβουλία μαζί με άλλους 17 κοινοτάρχες της Δυτικής Φθιώτιδας να ζητήσει την απαλλαγή των οικογενειών από το δυσβάσταχτο βάρος της προίκας. Οι κοινοτάρχες των 17 χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων και ο κοινοτάρχης του Δικάστρου Παναγιώτης Χαμπέρης, συνέταξαν, υπέγραψαν και απέστειλαν στη Βασίλισσα Φρειδερίκη ένα υπόμνημα, στο οποίο έγραφαν:

«Το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σήμερα εις την Ελλάδα είναι το της προικός των κοριτσιών. Το πρόβλημα δε αυτό, κατά την μεταπολεμική ιδίως περίοδο, εμφανίζεται υπό την οξυτέρα αυτού μορφήν. Η προιξ με νομισματική πλέον μονάδα την αγγλική λίραν, κατάντησε ο μεγαλύτερος εφιάλτης των εχουσών κορίτσια οικογενειών. Ως επί το πλείστον δεν λαμβάνεται υπόψιν η προσωπική αξία ενός κοριτσιού, αλλά το ποσόν των λιρών που διαθέτει και ο νέος θα ρωτήσει πρώτον τι χρηματικό ποσόν διαθέτει η κόρη και έπειτα θα ρωτήσει δια την κόρην. Δια τούτο πολλά κορίτσια αξιών μένουν στο περιθώριο της ζωής και γίνονται γεροντοκόρες και πεθαίνουν από μαρασμό, οι δε γονείς αυτών καταλαμβάνονται από απογοήτευση και απελπισία». Στο τέλος του υπομνήματος ικέτευαν τη βασίλισσα «να αναλάβει πρωτοβουλίες, για την κατάργησιν της προικός, θραύουσα ούτω τα δεσμά, των αλυσοδεμένων εκ ταύτης οικογενειών και μεταδίδουσα την χαράν, την ευτυχίαν και την ελπίδα εις αυτάς».

Οι κάτοικοι των χωριών της Ρούμελης ήταν πάμπτωχοι και κατήγγειλαν την αδιαφορία της πολιτείας που με τη στάση της ζημίωνε τους αδύναμους οικονομικά και βοηθούσε τους πλούσιους να γίνουν πλουσιότεροι. Φυσικά αυτή η καταγγελία προκάλεσε το ενδιαφέρον των εφημερίδων που κάλυψαν το γεγονός και έστειλαν απεσταλμένους στα συγκεκριμένα χωριά για να συναντήσουν τους εξεγερμένους χωρικούς.

 

Δημοσίευμα για την κατάργηση της προίκας.

 

Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» έστειλε στην Δυτική Φθιώτιδα δύο Δημοσιογράφους, τον Π. Καμβύση και τον K. Τριανταφυλλίδη, για να αναδείξουν την διαμαρτυρία. Η προίκα όμως εξακολούθησε να αποτελεί θεσμό και μάλιστα με οξύτερη μορφή, καθώς οι γαμπροί άρχισαν να ζητούν πλέον ως προίκα όχι ακίνητα (χωράφια ή σπίτια), αλλά χρήματα ή λίρες χρυσές Αγγλίας. Έτσι, πολλά κορίτσια, άξιες νοικοκυρές, που δεν είχαν προίκα, δεν είχαν χρήματα ή λίρες, έμεναν στο περιθώριο της ζωής, ως γεροντοκόρες, απελπισμένες και απογοητευμένες και πέθαναν από μαρασμό.

 

Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»

 

Παρά τις δημοσιογραφικές διαστάσεις που πήρε η διαμαρτυρία των κοινοταρχών, δεν είχε άμεσα αποτελέσματα. Η βασίλισσα Φρειδερίκη, αντί να μεριμνήσει για την κατάργηση της προίκας, έκανε επισκέψεις ανά την επικράτεια και μοίραζε «βιβλιάρια των απόρων κορασίδων» με συμβολική κατάθεση 1.000 δρχ., που θα έπαιρνε κάθε άπορη κοπέλα με την ενηλικίωσή της ως προικοδότηση.  Και ετοιμαζόταν για το γάμο της κόρης της πριγκίπισσας Σοφίας με το διάδοχο του ισπανικού θρόνου Χουάν Κάρλος.

Πράγματι στις 14 Μαΐου του 1962 η Αθήνα σημαιοστολισμένη ήταν έτοιμη γι’ αυτό τον παραμυθένιο γάμο. Μεταξύ των επίσημων καλεσμένων, που είδαν τη Σοφία να λάμπει μέσα στο νυφικό – «δαντελένιο όνειρο», ήταν 32 εν ενεργεία βασιλιάδες και πρίγκιπες και 109 έκπτωτοι εστεμμένοι ή πρίγκιπες. Η βασίλισσα Φρειδερίκη άσκησε φορτικές πιέσεις στον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθορίσει μεγάλο ποσό από τον δημόσιο προϋπολογισμό για προίκα της κόρης της. Και στις 19 Φεβρουαρίου ο υπουργός Οικονομικών Σπυρίδων Θεοτόκης καταθέτει στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο δίνεται προίκα στη Σοφία ύψους 9 εκατομμυρίων δρχ. (300.000 δολάρια) με απαλλαγή από κάθε φορολογία και με δυνατότητα να μετατραπεί σε συνάλλαγμα. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε δια βοής στις 16 Μαρτίου 1962, ενώ δαπανήθηκαν και 2.800.000 δραχμές για το «γάμο του αιώνα». Οι φοιτητές ζητούσαν αύξηση των κονδυλίων για ην παιδεία και διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας φωνάζοντας «Προίκα στην παιδεία όχι στη Σοφία», αλλά ποιος τους άκουγε;

Σιγά-σιγά όμως όλη η Ελλάδα ξεσηκωνόταν κατά της προίκας. Τα πρώτα ουσιαστικά βήματα για την κατάργηση της προίκας έγιναν τον Ιούλιο του 1978 με τη σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής υπό τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής Αθηνών Α. Γαζή, με σκοπό την κατάργηση των νόμων 1403-1404 του Αστικού Δικαίου, που αφορούσαν στην προίκα και αντιτίθεντο στις αρχές του Συντάγματος περί ίσων δικαιωμάτων των δύο φύλων. Η επιτροπή είπε «όχι στην προίκα» και ζήτησε την κατάργηση του θεσμού, αναφέροντας ότι οι γονείς δεν πρέπει να υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους  -αγόρια και κορίτσια – όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους.

Μετά από πολύχρονες διαβουλεύσεις και συζητήσεις, το 1983 ψηφίστηκε η οριστική κατάργηση της προίκας με το νόμο 1329/83 που όριζε ότι και οι δύο σύζυγοι υποχρεώνονται να συμβάλλουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας στο πλαίσιο της ισότητας καταργώντας τη προίκα και εκσυγχρονίζοντας έτσι το οικογενειακό δίκαιο.

Συγκεκριμένα ο νόμος 1329/1983 ορίζει ότι: (i) «οι γονείς δεν υποχρεούνται να δίνουν προίκα στα κορίτσια, αλλά να παρέχουν στα παιδιά τους – αγόρια και κορίτσια – όλα τα απαραίτητα εφόδια για το νέο ξεκίνημα στο γάμο τους», (ii) «οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και (iii) «η συνεισφορά γίνεται με προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους», στα πλαίσια της ισότητας, κοινωνικής και επαγγελματικής, των δύο φύλων. Με την νομοθετική κατάργηση του θεσμού της Προίκας και την χειραφέτηση της γυναίκας (ισότητα των φύλων) ανέτειλε για τις οικογένειες και τα παιδιά τους ένα αισιόδοξο μέλλον, καθώς τα παιδιά (αγόρια και κορίτσια) μπορούν, ισόνομα, ισότιμα και ισάξια, να εκπληρώσουν τα όνειρά τους, να εργαστούν, να αποκτήσουν περιουσία, να παντρευτούν, «Οικεία βουλήσει» και «να συνεισφέρουν από κοινού, το καθένα, ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των βαρών της οικογενείας τους».

Μετά την κατάργηση της προίκας οι γονείς μπορούν, αν έχουν τη δυνατότητα, να στηρίζουν το νέο ζευγάρι στο ξεκίνημά του χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικό. Σήμερα αντί για προίκα έχει θεσμοθετηθεί η γονική παροχή στο τέκνο (άρρεν ή θήλυ) από οποιονδήποτε γονέα, για να ενισχυθούν οι νέοι στο ξεκίνημα και στη διατήρηση της οικογενειακής τους ζωής ή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Προβλέπεται μάλιστα μειωμένη φορολογία (το 50% του φόρου) για περιουσιακές παροχές γονιών προς τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, μέχρι ένα ποσό που σήμερα είναι 90.000 ευρώ, αυτοτελώς για κάθε γονέα, όπως ορίζεται με το νόμο 1329 ΦΕΚ 25/18- 2-83, άρθρο 1509 του Αστικού Κώδικα.

Στην εποχή μας στις περισσότερες χώρες ο θεσμός της προίκας θεωρείται ότι είναι αναχρονιστικός και υποβαθμίζει τη γυναίκα. Η γυναίκα έχει εξισωθεί πλήρως με τον άνδρα και συνεισφέρουν από κοινού στο νέο σπιτικό που ανοίγουν με το γάμο. Ο θεσμός της προίκας για τις περισσότερες χώρες αποτελεί μια παρωχημένη αντίληψη, η οποία απλώς υπενθυμίζει τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων μια άλλης εποχής. Στο Δυτικό κόσμο οι γάμοι τελούνται με πρωτοβουλία των ίδιων των ανθρώπων, χωρίς την παρέμβαση των γονέων τους. Η γυναίκα παλιότερα αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως λιγότερο δυναμικό και αυτόνομο και ήταν υποχρεωμένη να παραμένει στο σπίτι και να μην εργάζεται, αλλά να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών και με «τα του σπιτιού». Οι προσωπικές της ανάγκες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Ο άντρας ήταν αυτός που είχε τη μεγαλύτερη ισχύ από οικονομική άποψη. Σήμερα η γυναίκα έχει εξισωθεί κοινωνικά με τον άνδρα, αντιμετωπίζεται ως ίση και έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα. Είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας και ενεργεί ως ένα αυτόνομο άτομο με δική του βούληση, το οποίο δεν είναι υπόλογο σε κανέναν. Η ίδια με τις αποφάσεις και τις πράξεις της διαμορφώνει τη ζωή της χωρίς να επεμβαίνουν σε αυτή παράγοντες, όπως οι γονείς της ή οι κοινωνικές αντιλήψεις.

Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων έχει βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Κάθε άτομο με την ένταξη του στην κοινωνία απογαλακτίζεται σταδιακά και μεριμνά μόνο του για την επιβίωση του από σχετικά νεαρή ηλικία. Αποκτά  εργασία, γίνεται οικονομικά ανεξάρτητο και δεν χρειάζεται τη συνεισφορά άλλων στο νέο ξεκίνημα της ζωής του, όταν παντρεύεται. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην κατάργηση της προίκας, αφού σκοπός της ήταν να ενισχύσει οικονομικά τη νέα οικογένεια που θα δημιουργούνταν. Ως θεσμός η προίκα ήταν καταδικασμένος να εκλείψει, επειδή ο άνδρας έπαψε να αντιμετωπίζει με φόβο και δυσπιστία τον γάμο, γιατί δε σηκώνει μόνος του τα βάρη του οικογενειακού βίου.

Τα τελευταία χρόνια ο τύπος της άεργης γυναίκας, που δικαίωνε τη διατήρηση του αναχρονιστικού θεσμού της προίκας, έχει αλλάξει. Η γυναίκα πλέον εργάζεται, βγάζει τα δικά της χρήματα, παντρεύεται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία και δεν διστάζει να διεκδικήσει όσα θέλει. Προτεραιότητά της δεν αποτελεί πάντα η οικογένεια, αλλά η επαγγελματική καταξίωση και η οικονομική ανεξαρτησία. Το πρόβλημα της σύγχρονης γυναίκας είναι ότι καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς ρόλους, όπως αυτόν της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης γυναίκας και της καλής νοικοκυράς. Στην προσπάθειά της να είναι «σωστή» σε όλα, όπως προστάζει η κοινωνία, συχνά πιέζεται, αγχώνεται, εξαντλείται και είναι ανάγκη να κρατάει τις λεπτές ισορροπίες που απαιτούνται ανάμεσα στις υποχρεώσεις της ως μητέρας και νοικοκυράς από τη μία και ως εργαζόμενης από την άλλη.

Αλέξης Τότσικας

 Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Γαμήλια έθιμα της αρχαιότητας και η θέση της γυναίκας στο γάμο


  

Η δήλωση του Αίαντα, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ότι «η ζωή ενός άνδρα αξίζει πολύ περισσότερο από τη ζωή χιλίων γυναικών», αλλά και αυτή του νομοθέτη Σόλωνα ότι «χαλεπόν φορτίον η γυνή» δίνουν ένα πρώτο στίγ­μα για το ποια ήταν γενικά η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Ο προσδιορισμός επιπλέον του ρόλου της ως του ατόμου που «προετοιμάζεται για να γίνει καλή νοικοκυρά και μητέρα, να δίνει εργασίες στους δούλους, να νοικοκυ­ρεύει το έχει της» (Σοφοκλής, Αίας) προϊδεάζει και για την έγγαμη ζωή της σε μια κοινωνία που για πολλούς άνδρες θεωρείται «το γαμείν έσχατον του δυστυχείν», πλην όμως αναγκαίο κακό, καθώς «να πεις το γάμο πως δε θες και τις φροντίδες της γυναίκας κι έτσι δεν κάμεις παντρειά, και φτάσεις τα γεράματα χωρίς κανέναν να ‘χεις για να σε γηροκομά, τότε το βίο σου βέβαια δε θα στερηθείς, μα σαν πεθάνεις, μακρινοί θα σου το μοιραστούνε» (Ησίοδος, Θεογονία 585 κ.ε.).

 

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Η κόρη στην Αθήνα είναι από τη γέννησή της περιορισμένη στο χώρο της οικίας, όπου διδάσκεται τις δου­λειές του νοικοκυριού, τραγούδι και χορό (για τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές εορτές) και σπάνια ελάχιστα γράμματα κατ’ οίκον, αφού η παρουσία της στο σχολείο είναι αδιανόη­τη για το εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης της. Εδώ πραγ­ματικά εντυπωσιάζει τους σύγχρονους μελετητές και σκαν­δαλίζει τους αρχαίους το γεγονός ότι η πάντοτε αυστηρή Σπάρτη επιτρέπει στα κορίτσια της να «παρατάνε τα σπίτια τους και με ξέσκεπα τα μηριά τους και με τα πέπλα ανεμίζο­ντας γυμνάζονται στα στάδια και τις παλαίστρες μαζί με τα αγόρια» (Ευριπίδης, Ανδρομά­χη 597-598).

Τα λακωνικά έθιμα επιτάσσουν ισότιμη και ισόκυρη αγωγή των κοριτσιών και των αγοριών, όπως διαπιστώ­νεται και από τις ρήσεις του νομοθέτη Λυκούργου, ο οποίος «όρισε τα κορίτσια να γυμνάζο­νται εξίσου με τα αγόρια και […] όπως τους άνδρες διέταξε και τις γυναίκες να συναγωνί­ζονται μεταξύ τους στο δρόμο και την αντοχή γιατί, όταν και οι δυο είναι δυνατοί, πίστευε ότι και τα παιδιά θα γίνονται δυ­νατότερα» (Ξενοφών, Λακεδαι­μονίων Πολιτεία 1.4).

Και τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα όμως αποσκοπούν στο ίδιο απο­τέλεσμα: να αναθρέψουν μια καλή νοικοκυρά, σύζυγο και μητέρα, στην πρώτη περίπτωση, ή, στην άλλη, να γαλουχήσουν γυναίκες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνείδησης, οι οποίες θα χρηματίσουν αφοσιωμένες σύζυγοι και μητέρες με την ανάλογη φυσική ρώμη, ώστε να γεννήσουν γερά παι­διά, ικανά να ταχθούν στην υπηρεσία της Σπάρτης.

Η περιορισμένη στο στενό πλαίσιο του γυναικωνίτη Αθη­ναία κοπέλα[1] δεν έχει ευκαιρίες να συναναστρέφεται νέους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε οι ειδικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου επιτρέπουν προσω­ρινές αλλαγές στα ήθη.[2] Ο κανόνας θέλει τον «κύριο» της κό­ρης -ήτοι τον πατέρα, αδελφό ή άλλο αρσενικό νόμιμο κηδε­μόνα- να επιλέγει τον μέλλοντα σύζυγό της.

Η περίπτωση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (6.122) ενός πατέρα που «στις τρεις κό­ρες του φέρθηκε κατά τον εξής τρόπο: όταν ήταν της παντρειάς, τους έδωσε μια προίκα τρανταχτή και άφησε καθεμιά τους να διαλέξει από όλους τους Αθηναίους όποιον ήθελε για άντρα της και την πάντρεψε με αυτόν που διάλεξε» συνιστά εξαίρε­ση από τις ελάχιστες.

Αντίθετα στη Λακεδαίμονα πρωτεύοντα ρόλο συνήθως παίζει η θέληση και των δυο νυμφευόμενων, ενώ ο ρόλος του πατέρα της νύφης υποβιβάζεται αισθητά. Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30. Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη. Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Τα προσόντα μιας υποψή­φιας Αθηναίας νύφης συνοψίζο­νται από τον Ισχόμαχο (Ξενο­φών, Οικονομικός 7.11):

 «τι μπο­ρούσε να ξέρει καλά, Σωκράτη, όταν την παντρεύτηκα; Δεν ήταν ακόμα καλά καλά δεκαπέντε χρο­νών όταν ήλθε στο σπίτι μου μέχρι τότε ζούσε κάτω από αυστηρή επίβλεψη. Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις».

Εντούτοις, βασική προϋπόθεση για το νόμιμο γάμο -και κυρίως για την απόκτηση γνήσιων Αθηναί­ων γόνων- ήταν να είναι και οι δυο Αθηναίοι, δεδομένου ότι υπάρχει νόμος που ορίζει ότι «αν κάποιος δώσει σε γάμο σε έναν Αθηναίο μια ξένη γυναίκα, παρουσιάζοντάς την για κόρη του, αυτός χάνει όλα τα δικαιώματα του πολίτη, και η περιου­σία του θα δημευθεί υπέρ του κράτους και το ένα τρίτο της θα δοθεί σε αυτόν που κατήγγειλε την πράξη».

Στο σημείο αυτό η Κρήτη και η Σπάρτη δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότη­τα, αφού τόσο οι νόμοι της Γόρτυνας όσο και αυτοί του Λυκούργου επιτρέπουν τη σύναψη γάμου ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, ενώ γίνονται ειδικές ρυθμί­σεις σχετικά με τα αποκτηθέντα τέκνα.

Ένας τυπικός αθηναϊκός γάμος ξεκινά με την «εγγύη», η οποία ταυτίζεται εν μέρει με τον σύγχρονο αρραβώνα. Ο παρακάτω διάλογος της κωμωδίας του Μενάνδρου (Περικειρομένη 435-439) συνοψίζει τον ορισμό της «εγγύησης» ως μιας προ­φορικής συμφωνίας με­ταξύ του «κυρίου» της κό­ρης και του μνηστήρα -ή του πατέρα του όταν ήταν ανήλικος-, όπου προσφέρονται η κοπέλα για την «ανα­παραγωγή» και η ανάλογη «προιξ»:[3]

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω αυτή την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδιά.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Την παίρνω.

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω και μια προίκα τρία τάλαντα.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Τα δέχομαι και αυτά με ευχαρίστηση.

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο (μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.)

Προκειμένου να δοθεί ο απαιτούμενος επίσημος χαρα­κτήρας, η δικαιοπραξία αυτή λαμβάνει χώρα κοντά στον οικογενειακό βωμό και ενώπιον μαρτύρων. Με την πράξη αυτή μεταβιβάζονται τα δικαιώματα του πατέρα στο γαμπρό, στου οποίου τη νομική κυριότητα περνά η νέα γυναίκα («έκδοσις») και η περιουσία της («προιξ»).

Η προίκα συνίστα­ται από χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα, δούλους, σπίτια ή γη και κυμαίνεται από 1.000-2.000 δραχμές για τους μικρομεσαίους έως 18.000 (=3 τάλαντα) για τους πλουσί­ους. Φυσικά δεν απουσιάζουν οι εκκεντρικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλκιβιάδη (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 8), ο οποίος λαμβάνει κατά την «εγγύη» 120.000 δραχμές (20 τάλαντα), αλλά και οι περιπτώσεις φτωχών ή ορφανών ατθί­δων όπου το κράτος ή οι στενοί συγγενείς οφείλουν να συμ­βάλουν για τη συγκέντρωση μιας ελάχιστης προίκας. Εντού­τοις, παρόλο που το χρηματικό ποσό δίδεται προς διαχείρι­ση στο σύζυγο, σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας επιστρέφεται στον αρχικό κάτοχο, ήτοι την οικογέ­νεια της νύφης.

Ο θεσμός αυτός της «εγγύησης» δεν υφί­σταται στη Σπάρτη, ενώ αντίθετα ισχύει ειδική νομοθεσία που απαγορεύει την προίκα με την αιτιολογία «για να μη μεί­νει καμία ανύπαντρη λόγω της φτώχειας της και για να μην παντρεύονται οι άλλες για τα πλούτη τους, αλλά ο καθένας να κάνει την εκλογή του αποβλέποντας στα ήθη και την αρετή της κόρης» (Πλούταρχος, Λακωνικά αποφθέγματα Λυκούργου 228a).Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα -συνήθως σύ­ντομο- ακολουθεί ο καθαυτό γάμος.

Αν και δεν είναι δε­σμευτικό, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a), καταλληλότερη εποχή για την τέλεση του μυστηρίου στην Αττική θεωρείται ο χειμώνας και συγκεκριμέ­να ο ιερός μήνας της θεάς του γάμου Ήρας, ο Γαμηλίων (έβδομος μή­νας του αττικού ημερολο­γίου, που αντιστοιχεί στο σημερινό Γενάρη), ενώ ο Ευριπίδης (Ιφιγένεια εν Αυλίδι 717) το συγκεκριμενο­ποιεί και σε μέρα με πανσέ­ληνο.

Το τελετουργικό του γά­μου συντελείται σε τρεις φά­σεις, τα «προαύλια» (ή «προτέλεια», ή «προγάμια», ή «απαρχαί»), τον «κυρίως γάμο» και τα «επαύλια» (ή «μεταύλια» ή «απαύλια»), πληρο­φορία που διασώζει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν Γ’ 39: «η δε προ του γάμου θυσία προτέλεια και προαύλια ούτω δ’ αν καλοίτο και τα προ του γάμου δώρα […] Προ­αύλια δε η προ του γάμου ημέρα και απαύλια η μετ’ αυτήν»).

Την προηγουμένη του γάμου τελούνται λοιπόν τα «προ­αύλια», τα οποία ξεκινούν με θυσίες. Πρώτα, η κόρη οδηγεί­ται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα (Σουίδα: προτέλεια), μετά προσφέρονται θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις  Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Η ατθίδα αφιερώνει στην Άρτεμη (ή στην Αθηνά) ένα βόστρυχο από τα μαλλιά της και τα παιχνίδια που αγαπούσε ως παιδί (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.).

Εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα η τελετή της «απολούσεως» ή του εξαγνισμού, με νερό που μεταφέρεται από την Καλλιρόη ή Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης, 2.15) στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό. Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνται υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a) με κλαδιά ελιάς και δάφνης.

Παράλληλα, στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της «νυμφοκόμου» και τις οδηγίες της «νυμφεύτριας» (της παρανύμφου που συνοδεύ­ει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διορ­γάνωση), στολίζεται βγάζοντας τη «ζώνη» της ανύπαντρης, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο καλύπτει το πρό­σωπό της, όπως απαιτεί η παράδοση και βάζοντας στα μαλ­λιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα. Στην οικία προσέρχε­ται ο καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμέ­νος με άνθη γαμπρός, συνοδευόμενος από τον «πάροχο» (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας).

 

Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Η γα­μήλια τελετή ξεκινά με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσιάζει ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παραδί­νει την κοπέλα και της δηλώνει ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγό­νους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσιάζουν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονται ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτή­σω απογόνους). Τέλος, ο γαμπρός πλησιάζει τη νύφη και θέ­τει «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου.

Έπεται η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο όμως λαμβάνει χώρα στην οικία της νύφης και όχι του γαμπρού, όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431), στο οποίο συμμε­τέχουν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστά τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συντρώγουν υπό τους ήχους μουσικής  στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυ­ρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη «νυμφεύτρια» και ο γαμπρός από τον «πάροχο» και τους οικείους του αντίστοι­χα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονται σε κα­θίσματα («κλισμούς» και «δίφρους»), οι δε άλλοι ανακλίνονται όπως το συνηθίζουν.

Το μενού περιλαμβάνει πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο «γαμήλιος πλακούντας» (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επιβάλλει και την πα­ρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοιράζει στους καλεσμένους ψωμί μέ­σα σε ένα «λίκνο» προφέροντας σιγανά «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρη­σκείες.

Το δείπνο κλείνει ψάλλοντας τον «υμεναίο» προς τι­μήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 1.9 a-b). Καθώς έχει αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονται οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκι­νο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβάζεται στη γαμήλια άμαξα, που τη σέρνουν άλογα, μουλάρια ή βόδια, ανάμεσα στο σύζυγό της και τον πάροχο. Σχηματίζεται μια πομπή, της οποίας ηγούνται αυλητές και τρεις κόρες που φέρουν κόσκινο, «ηλακάτη» και «άτρακτο» (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθεί η άμα­ξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμέ­νο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που έχουν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον «υμεναίο» συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό.

Η γαμήλια πομπή -που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα Σ 490-496)- διασχίζει τους δρόμους της Αθήνας, προκαλώ­ντας ενθουσιασμό σε συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραυ­γάζουν, τραγουδούν και εύχονται στο ζευγάρι ραίνοντάς το με «καταχύσματα» (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φου­ντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθύνεται στην οικία του γαμπρού, που είναι ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Στη στολισμένη με γιρ­λάντες λουλουδιών πύλη εμφανίζεται ένα παιδάκι και προ­σφέρει φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»).

 

Εικ. 1. Γαμήλια πομπή. Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία, περ. 540 π.χ.

 

 Εικ. 1. Ο αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Αρχαϊκής εποχής αποδίδεται στον Εξηκία, ο οποίος τον διακόσμησε με σκηνή γαμήλιας πομπής. Το νεαρό ζευγάρι εικονίζεται πάνω σε άρμα, που σέρνουν τέσσερα άλογα, από τα οποία το ένα είναι λευκό. Μπροστά τους διακρίνεται η μορφή ενός αγοριού, που προηγείται της πομπής. Το ζευγάρι υποδέχεται μια γυναίκα (πιθανόν θεά), ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανδρική νεανική μορφή (ίσως ο Απόλλωνας) να παίζει κιθάρα. Τον ώμο του αγγείου κοσμούν μορφές οπλιτών και ιππέων, που μάχονται μεταξύ τους. Τη διακόσμηση συμπληρώνουν φυτικά και γραμμικά μοτίβα. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη, τόμος 9, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Τη νεόφερτη υποδέχονται ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λα­μπάδα, οι οποίοι τη ραίνουν με «καταχύσματα» και της προ­σφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρε­μης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμάζεται να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποι­ούνται ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος οφείλει να την αρπάξει και να την περάσει από το κα­τώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Η νύφη προσφέρει σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας. Στη συνέχεια το ζευγάρι εισέρχε­ται στον νυφικό θάλαμο, τη θύρα του οποίου φυλάνε οι φίλοι του γαμπρού («θυρωροί»), ενώ όλοι ψάλλουν επιθαλάμια άσματα και θορυβούν για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Την επομένη του γάμου ο πατέρας της νύφης και οι συγ­γενείς σχηματίζουν πομπή, της οποίας ηγείται κρατώντας λαμπάδα παιδί ντυμένο στα λευκά, έπεται κανηφόρος και μετά οι υπόλοιποι που φέρουν, υπό τους ήχους του αυλού, τα «επαύλια» δώρα (Αριστοφάνης, Ειρήνη 1206) και την προί­κα. Τη μεθεπόμενη ημέρα είναι η σειρά του γαμπρού και των οικείων του να αποδώσουν στη νύφη τα «ανακαλυπτήρια» (ή «οπτήρια» ή «προσφθεγκτήρια») δώρα, που απαιτούν από τη νύφη να βγάλει το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη»), και παραθέτουν τη «γαμηλία», ήτοι γεύμα στα μέλη της φρατρίας τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στη φρατρία. Τέλος, μια εβδομάδα μετά εορτάζεται ο «αντίγαμος», όπου οι νιόπαντροι επι­σκέπτονται την οικία της οικογένειας της νύφης, λαμβάνουν μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.

 

Εικ. 2. Επαύλια. Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα, πηλός, 360-355 π.χ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Εικ. 2. Θέμα της παράστασης είναι τα Επαύλια, γιορτή που τελούνταν την επομένη του γάμου. Στο μέσο της σύνθεσης εικονίζεται καθιστή η νύφη, η οποία πλαισιώνεται από δυο μικρούς φτερωτούς Έρωτες, ενώ κρατά έναν ακόμη σαν βρέφος στην αγκαλιά της. Προς τη νύφη κατευθύνονται άλλες γυναικείες μορφές με ποικιλία ενδυμάτων που κρατούν δώρα. ενώ μπροστά της ένα μικρό κορίτσι της προσφέρει αγγείο (δεξιά). Το ίδιο θέμα συνεχίζεται και στην πίσω όψη του αγγείου. Οι φίλες της νύφης φέρουν ακριβά δώρα, πυξίδες, δίφρο (κάθισμα), ίσως ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, ταινία, κιβώτιο καλυμμένο με ύφασμα και γαμικό λέβητα. Η σεβάσμια μορφή με τον ποδήρη χιτώνα και το ιμάτιο στην κεφαλή ταυτίζεται με τη μητέρα της νύφης που επιβλέπει τη γιορτή. Ανάμεσα στις μορφές πετούν μικροί φτερωτοί Έρωτες, ενώ ένας ακόμη πατά πάνω σ’ ένα από τα δώρα των γυναικών (μικρή εικόνα κάτω). Όλοι οι Έρωτες, τα γυμνά μέρη του σώματος της νύφης και άλλες λεπτομέρειες καλύπτονται με λευκό χρώμα. Το αγγείο θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού Κερτς και αποδίδεται στον Ζωγράφο του Μαρσύα, έναν από τους κορυφαίους αγγειο­γράφους του αθηναϊκού Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, τόμος 12, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Η λακωνική λιτότητα επεκτείνεται και στην τελετή του γάμου, όπως εύλογα συνοψίζεται στο απόσπασμα από τους Βίους του Πλούταρχου (Λυκούργος 15.5-9): «Παντρεύονταν στη Σπάρτη αρπάζοντας την κοπέλα, που ήθελαν να παντρευτούν. Την παράδιναν μετά σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά της, την έντυνε με αντρικά ρούχα, της έβαζε αντρικά παπούτσια και της έστρω­νε να ξαπλώσει σε μια στοίβα καλάμια. Την άφηνε μετά μόνη της χωρίς φως. Ο γαμπρός έτρωγε πρώτα, όπως πάντα, μαζί με τους φίλους του στα κοινά συσσίτια των Σπαρτιατών και μετά ερχόταν εκεί όπου ήταν η κοπέλα, της έλυνε τη ζώνη, την έπαιρνε στα χέρια του και την έφερνε στο κρεβάτι. Πέρ­ναγε μαζί της λίγη ώρα και μετά πήγαινε να κοιμηθεί εκεί που κοιμόντουσαν και οι σύντροφοί του».

Η μετάβαση της Αθηναίας από την κατάσταση της ελεύθε­ρης σε αυτή της συζύγου δεν της παρέχει περισσότερες ελευθερίες. Όπως της έχει εξηγήσει ο άνδρας της το πρωί της επομένης του γάμου, ενώ την ξεναγούσε στο νέο της νοικοκυριό, «ο θεός έχει φτιάσει το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να μπορεί να αντέχει καλύτερα στο κρύο, στη ζέστη στις οδοιπορίες και τις εκστρατείες, γι’ αυτό και του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες. Της γυναίκας όμως, της οποίας το σώμα ο θεός το έφτιασε λιγότερο δυνατό γι’ αυτά τα πράγματα, φαίνεται να της έχει φορτώσει τις δου­λειές μέσα στο σπίτι» (Ξενοφών, Οικονομικός 7.23-25).

Με βάση το συλλογισμό αυτό αιτιολογείται η εντολή του Ισχόμαχου στη νιόπαντρη σύζυγο του: «πρέπει λοιπόν εσύ να μένεις στο σπίτι και όσους υπηρέτες έχουν δουλειά έξω από το σπίτι αυτούς να τους στέλνεις στη δουλειά τους όλους μαζί, και όσους έχουν δουλειά μέσα, αυτούς εσύ η ίδια να τους επιστατείς» (στο ίδιο). Η θέση της επομένως είναι και πάλι στα στενά όρια του οίκου της -με την εξαίρεση των φτωχών γυναικών που οφείλουν να εργάζονται εκτός σπιτιού-, και σπάνια έχει τη δυνατότητα να βγαίνει έξω, συνοδευόμενη πάντα, για να κάνει κάποια ψώνια ή να συμμετάσχει σε εορ­τές (όπως, για παράδειγμα, στα Θεσμοφόρια, που είχαν κα­θιερωθεί ειδικά για τις παντρεμένες).

 

Γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

 

Έχοντας περιγράψει την τελετή του γάμου, δόκιμο θα ήταν να απαντηθεί το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Η σύναψη συμμαχιών ή συνασπισμών ισχυρών οικογενειών, που παραπέμπει σε ηρωικές εποχές και στις πρακτικές των τυράννων (Ηρόδοτος, 6.126-130, και Θουκυ­δίδης, 1.26), θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αιτία. Εντούτοις ο προφανής λόγος στην αθηναϊκή κοινωνία είναι η διαιώνιση του είδους, με την οποία ο άνδρας θα εξασφαλίσει φροντίδα στα γηρατειά του, παραδοσιακή κήδευση, αλλά και συνέχιση της οικογενειακής λατρείας μετά το θάνατο. Η νομοθεσία επάνω στο θέμα της αγαμίας πρεσβεύει ότι ο άγαμος άνδρας μετά τα 35 πληρώ­νει ετήσιο πρόστιμο (Πλάτων, Νόμοι 721d) και δεν δύναται να εκλεγεί άρ­χοντας, στρατηγός ή να κατέχει υψη­λό αξίωμα.

Στη Σπάρτη, τα μέτρα είναι πολύ πιο αυστηρά, καθώς η αγαμία θεωρείται αποτυχία στην εκπλήρωση του καθήκοντος προς το κράτος, που απαιτεί τη γέννηση υγιών τέκνων. Έτσι, θεσπίζεται «γραφή αγαμίου», «γραφή οψιγαμίου» και «γραφή κακογαμίου» (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 48), ενώ νόμος του Λυκούργου (Πλούταρχος, Λυ­κούργος 15) απαγορεύει στους άγαμους Λα­κεδαιμόνιους να συμμετέχουν σε γυμνικούς αγώνες, τους επιβάλλει τιμωρίες (π.χ. να περιφέ­ρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά ψάλλο­ντας προσβλητικά για τους ίδιους άσματα ή να σύρονται από τις Σπαρτιάτισσες γύρω από το βωμό, να ραπίζονται και να χλευάζονται, στο ίδιο, και Αθηναίος, Δειπνοσοφισταί 13.555c-d) και τους στερεί το δικαίωμα των τιμών και περιποιήσεων από τους νεότερους.

Ένας τελευταίος, κάπως ιδιάζων λόγος για τη σύναψη γάμου είναι η εξασφάλιση της οικογενειακής περιουσίας και λατρεί­ας και σχετίζεται με το θεσμό της επίκληρου κόρης, όπου η γυναίκα χωρίς αρσενικά αδέλφια οφείλει μετά το θά­νατο του πατέρα της να παντρευτεί τον πλησιέστερο άγαμο άρρενα συγ­γενή του πατέρα της, ακόμα και αν είναι ήδη παντρεμένη οπότε και λύε­ται ο πρώτος γάμος της (εκτός εάν ο πατέρας έχει φροντίσει να υιοθετήσει τον γαμπρό του με διαθήκη).

Ολοφάνερα, η ενδογαμία και η επικείμενη αιμομι­ξία δεν απαγορεύονται ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη, όπου για παράδειγμα οι βασιλείς Λεωνίδας και Αναξανδρίδας παντρεύονται τις ανιψιές τους για τη διατήρηση της βασιλικής εξουσίας στο στενό πλαίσιο του οίκου (Ηρόδοτος 5.39 και 7.239).

Στη Σπάρτη όμως δεν ισχύει ο περιορισμός της μονογαμίας, αφού επιτρέπεται στη γυναίκα να έχει πολ­λούς συζύγους, αλλά και εραστές, κάποιες φορές μάλιστα υπό την παρότρυνση του ίδιου του συζύγου, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Λυκούργος 15.11-15: «ο Λυκούργος θέλησε επίσης να καταδιώξει τη ζήλια […] επέ­τρεψε στον ηλικιωμένο σύζυγο μιας νέας γυναίκας να της φέρνει έναν νέον άντρα από καλό σόι για να έχει γιο με καλό αίμα, που θα τον θεω­ρούσε σαν δικό του γιο. Επέτρεψε επίσης σε έναν άντρα αξίας, αν θαύ­μαζε μια γυναίκα γόνιμη και συνετή, παντρεμένη με άλλον, να του τη ζητήσει, για να σπείρει μέσα της σε ένα γόνιμο χωράφι και να αποκτή­σει από αυτήν καλά παιδιά, γεννη­μένα από καλό αίμα και ανήκοντα σε καλή γενιά»). Στη δε Θράκη η πολυγαμία επιβάλλεται, αφού Θραξ με λιγότερες από 5 συζύγους θεωρείται άθλιος, ανάξιος τιμής (Μένανδρος).

Στο εύλογο ερώτημα αν υπάρχει αγά­πη στο γάμο, προκύπτει εύκολα η απάντηση, δεδομένου ότι υπό τις συνθήκες που συνά­πτονταν οι γάμοι (όπως περιγράφηκαν παραπά­νω) δεν δινόταν κατ’ αρχήν η δυνατότητα να αποτελέσει ο «έρως» αιτία του γάμου. Επιπλέον, η θέση της συζύγου τουλάχιστον στην Αθήνα σκιαγραφείται εύγλωττα από τον Δημοσθένη (Κατά Νέαιρας 59.118-122) «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες, τις συζύγους για να μας κάνουν παιδιά νόμιμα και για να έχουμε και έναν πιστό φύλακα για το σπίτι».

Συ­νεπώς, το γεγονός ότι η Αθηναία βιώνει μια κατάσταση «εγκλεισμού» και «υπο­χρέωσης» εκτέλεσης καθηκόντων νοι­κοκυράς και μητέρας, ενώ ο Αθηναίος κινείται άνετα εκτός οικίας, έχοντας τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σαρκι­κές αλλά και συναισθηματικές του ανά­γκες με τις εταίρες και τις παλλακίδες, δεν ευνοεί φυσικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής αισθηματικής και πνευμα­τικής επικοινωνίας ανάμεσα στο αντρόγυνο στην πορεία της κοινής τους ζωής. Ο Νικήρατος, για τον οποίο ο Σωκράτης αναφέρει ότι «αισθάνεται πραγματικό έρωτα για τη γυναίκα του, όπως κι αυτή για αυτόν» (Ξενοφών, Συμπόσιο 8.3), αλλά και λογοτεχνικές αναφορές του τύπου του έρωτα Αντιγόνης – Αίμονα στη σοφόκλεια τραγωδία, συνιστούν προφανώς εξαιρέσεις.

Η περίπτωση λύσης ενός γάμου στην αρχαία Αθήνα (κα­θώς οι πληροφορίες για άλλες πόλεις είναι σχεδόν ανύπαρ­κτες) σπανίζει, κυρίως γιατί τίθεται θέμα επιστροφής ή όχι της «προίκας». Βέβαια σε περίπτωση που διαπιστωθεί στει­ρότητα της γυναίκας ή μοιχεία, ο σύζυγος μπορεί να πάρει διαζύγιο δηλώνοντάς το μπροστά σε μάρτυρες και στέλνο­ντας πίσω τη σύζυγο («έκπεμψις», «αποπομπή») μαζί με την προίκα της, δεδομένου ότι δεν εκπληρώνεται σωστά ο σκο­πός του γάμου – ήτοι η τεκνοποιία γνήσιων απογόνων-, ενώ δικαιούται στην τελευταία περίπτωση να αυτοδικήσει και έναντι του μοιχού ατιμώρητος από το νόμο (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 57.3).

Στην αντίθετη περίπτωση, η απιστία του συζύγου δεν συνιστά λόγο διαζυγίου, καθώς η σεξουα­λική ελευθερία του άνδρα νομιμοποιείται από τα ήθη, αν και προς τα τέλη του 4ου αιώνα παρατηρείται μια στροφή προς το συντηρητισμό και σε μια ηθική που αναμένει ότι ο άνδρας μετά το γάμο του σιγά σιγά περιορίζει τις εξωσυζυγικές περι­πέτειες. Εντούτοις η κακοποίηση της γυναίκας, εφόσον στοι­χειοθετείται με αδιάσειστες αποδείξεις, δίνει στην Αθηναία τη δυνατότητα να ζητήσει διαζύγιο («απόλειψις») μέσα από μια πιο σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί την κατάθεση του αιτήματος της στον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος αν το κρίνει σκόπιμο θα ενεργήσει ως προστάτης και εκπρόσωπός της, δεδομένης της δικαιοπρακτικής της ανικανότητας. Τέλος, τη λύση του γάμου, συχνά για οικονομικούς λόγους μπορούσε να επιδιώξει και να επιτύχει ο πατέρας της νύφης («αφαίρεσις»).

  

Ρωμαϊκή κοινωνία

  

El matrimonio romano

Πολλές ομοιότητες στα δεδομένα που σχετίζονται με τον αρχαιοελληνικό γάμο εντοπίζονται στη ρωμαϊκή κοινωνία.  Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τον συνηθέστερο, για τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια, τύπο γάμου (matrimonium τύπου manus), η νύφη περνά και εδώ από την εξουσία του πατέρα της (potestas) σε αυτή του συζύγου. Εντούτοις, δεν απουσιάζει η περίπτωση όπου η γυναίκα συνάπτει γαμήλιο συμβόλαιο με το οποίο παραμένει στη δικαιοδοσία του δικού της pater familias ή ακόμα και sui iuris και διατηρεί το όνομά της (nomen gentile) και τη δική της περιουσία (πρακτική που παραπέμπει σε σύγχρονες συνήθειες).

O μέσος όρος ηλικίας γάμου (16­-20 για την κοπέλα και 27-30 για τον άνδρα) συμπίπτει με τα αρχαιοελληνικά δεδομένα. Απαραίτητες προϋποθέσεις βέ­βαια για τη σύναψη νόμιμου γάμου είναι και οι δυο μελλόνυμ­φοι αφενός να έχουν έλθει τουλάχιστον σε σωματική ωριμό­τητα (pubertas) -η οποία κατά το νόμο συνάδει με το 12ο έτος για τα κορίτσια και το 14ο για τα αγόρια- και αφετέρου να είναι Ρωμαίοι πολίτες, ή στην περίπτωση που ο ένας δεν είναι να έχει τουλάχιστον το αμφίπλευρο δικαίωμα γάμου (conubium), προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα των τέκνων.

Επίσης, και στη ρωμαϊκή κοινωνία θεσπίζονται νόμοι που τιμωρούν τους ανύπαντρους (υποβιβάζοντάς τους πολι­τικά και φορολογικά). O αρραβώνας υφίσταται και στους Ρωμαίους, όμως δεν είναι ξεκάθαρο πως ορίζονται τα περιουσιακά, ενώ επιπλέον εμφανίζεται και μια καινοτομία όπου ο γαμπρός περνάει δα­χτυλίδι στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού της νύ­φης (κάτι που θυμίζει έντονα τα σημερινά δεδομένα). Κοινά στοιχεία εντοπίζονται και στο τελετουργικό του γάμου. Για παράδειγμα, αρχικά την παραμονή του γάμου η νύφη προσφέρει ρούχα και παιχνίδια των παιδικών της χρόνων στους θεούς (που εδώ εκπροσωπούνται από τους Λάρητες και την Εστία).

Το νυφικό της ένδυμα αποτελείται από μακρύ άσπρο χιτώνα (tunica recta) ζωσμένο με μάλλινη ζώνη που κλείνει με το ηράκλειο άμμα (cingulum herculeum), ενώ το γνωστό πέ­πλο (που σε αυτή την περίπτωση είναι κόκκινο=flameum) κα­λύπτει το πρόσωπο. Η τελετή ξεκινά και πάλι στο πατρικό της νύφης, όπου πέρα από τις θυσίες γίνονται και οιωνοσκοπίες (extispicium) θεώρησης εντοσθίων ζώων για την επιβε­βαίωση συγκατάθεσης των θεών, ενώ στη συνέχεια διατυπώνεται το γαμήλιο συμβόλαιο, όπου και εδώ το ζευ­γάρι πιάνεται από το δεξί χέρι (dextrarum iunctio), τυπικό που τελούσε η επίτιμη ακόλουθος (νυμφεύτρια) και εντοπί­ζεται και στον σύγχρονο θρησκευτικό γάμο.

 

Mariage romain, E. Guillaume, musée d'Orsay

 

Έπεται το κα­θιερωμένο εορταστικό γαμήλιο συμπόσιο και, κατόπιν, για να οδηγηθεί η νύφη στη νέα της κατοικία σχηματίζεται και πάλι πομπή, της οποίας όμως ηγούνται τρεις αμφιθαλείς φέ­ροντας δάδες και άδοντας σκωπτικά στιχάκια (fescennini versus). Η νύφη σηκώνεται ψηλά για να περάσει το κατώφλι, ενώ το τυπικό της υποδοχής διαφέρει αρκετά, αφού την πε­ριμένει στο αίθριο ο σύζυγος, ο οποίος της προσφέρει νερό και φωτιά, ενώ εκείνη του αντιπροσφέρει ένα ασσάριο, άλλο ένα αφιερώνει στην εστία για την οικογενειακή θεότητα (lar familiaris) και ένα τρίτο ρίχνει στο κοντινότερο στη νέα της οικία σταυροδρόμι.

Οι διαφορές στη ρωμαϊκή κοινωνία εντοπίζονται εντονό­τερες στη θέση της έγγαμης γυναίκας, αφού ως κυρία (matrona) τοποθετείται στην ίδια θέση με το σύζυγό της, μετέχει μαζί με τους άνδρες σε συμπόσια εντός και εκτός της οικίας της, σε θεατρικές παραστάσεις και αγώνες στην αρένα, ενώ έχει πρόσβαση και στις θέρμες, χωριστά ή και ταυτόχρονα με τους άνδρες.

Μελετώντας παράλληλα με τα όσα αναφέρθηκαν και τις γαμήλιες πρακτικές του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, εύκολα διαπιστώνεται ότι αρκετά στοιχεία της αρ­χαιότητας επιβίωσαν μέσα στο χρόνο με μικρές ή και καθό­λου αλλαγές.

Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, εξαιτίας των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών και των ιδεολογικών ζυμώ­σεων που προσδιορίζουν τις ιστορικές συνθήκες της εκά­στοτε εποχής, είναι η θέση της γυναίκας πριν και μετά το γάμο. Ο ρόλος της αναβαθμίστηκε εμφανώς σε σύγκριση με αυτόν που αποδίδει στην αρχαία Αθηναία η καθηγήτρια E. Cantarella, ενός «παθητικού και κατώτερου οργάνου, που βοηθούσε απλώς την πόλη να αναπαράγεται και να συνεχίζει τη ζωή της ως «λέσχη ανδρών»», άποψη βέβαια που στις μέ­ρες μας αμφισβητείται για το κατά πόσο ίσχυε καθολικά στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Αθήνα.

 

Μαρία Γκιρτζή

Δρ Αρχαιολογίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Άποψη με την οποία διαφωνεί ο καθηγητής Δημάκης υποστηρίζοντας, δικαίως με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Αττικής, ότι οι μικροί οικίσκοι της Αθήνας αδυνατούσαν να φιλοξενούν γυναικωνίτη (όπου θα εγκλείονταν οι γυναίκες), ο οποίος βρίσκει θέση μόνο στα μέγαρα και τις βίλες που συνι­στούσαν εξαιρέσεις. Π. Δημάκης, «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.

[2] Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.

[3] Ο καθηγητής Δημάκης διαφωνεί, καθώς θεωρεί ότι με την απόδοση της προίκας οι γυναίκες ευνοούνταν, καθώς παραλάμβαναν προκαταβολικά το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία ενώ οι γιοι περίμεναν το θάνατο του πατέρα. Δημάκης, ό.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ANDREWS Α., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999.
  • ΑΝΤΩΝΙΟΥ Α.Φ., «Το τελετουργικό του γάμου στην Αρχαία Ελλάδα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 26-27.
  • AUSTIN M.M. / P. VIDAL-NAQUET, Οικονομία και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Τ. Κουκουλιός, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.
  • BALTRUSCH Ε., Σπάρτη. Η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της αρχαίας λακωνικής πόλης, μτφρ. Χ. Μπαλόγλου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2004.
  • BLANCK H., Εισαγωγή στην ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, μτφρ. Α. Μουστάκα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.
  • ΒΡΕΤΤΟΣ Λ., Γάμος, γέννηση, θάνατος στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Σαβ­βάλα, Αθήνα 2003.
  • BAUSSIER S., Οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Modern Times, Αθήνα 2004.
  • CANTARELLA E., «Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής επο­χής», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 14-18.
  • ΓΚΙΚΑΣ Σ., Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 1997.
  • ΔΗΜΑΚΗΣ Π., «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.
  • FLACELIÈRE R., Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Καραντώνης, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995.
  • – Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γ. Βανδώρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • HOOKER J.T., Ancient Spartans, J.M. Dent & Sons,London1980.
  • ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ K.M. / Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ, Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000.
  • ΚΟΝΝΟΛΛΥ Π. / Χ. ΝΤΟΤΖ, Η αρχαία πόλη. Η ζωή στην Αθήνα και στη Ρώμη, μτφρ. Μ. Λεβεντοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001.
  • MAFFRE J.J., Η ζωή στην Κλασική Ελλάδα, μτφρ. Ε. Τσελέντη, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988.
  • MOSSÉ C., Πολιτική και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Κ. Μπούρας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003.
  • – Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Στεφανής, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
  • REINSBERG C., Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Δ. Γεωργοβασίλης και Μ. Pfreimter, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • ROYER S. / C. SALLES / F. TRASSARD, Η ζωή στην Ελλάδα την εποχή του Περικλή, μτφρ. Κ. Σέρβη, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004.
  • ROBINSON C.E., Everyday Life in AncientGreece,OxfordClarendon Press,Oxford1972.
  • WEBSTER T.B.I., Everyday Life in Classical Athens, Batsford ltd,London1969.
  • WILKINSON P.H., Η ιστορία μέσα από την πέτρα. Η αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Ν. Χούνας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2001.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 109, Δεκέμβριος 2008.

  

Read Full Post »

Η λαογραφία του γάμου και της οικογενειακής ζωής στο Άργος του 19ου αιώνα


 

Η σημασία του προγεννητικού σταδίου της ζωής κατά την επιστήμη – Ενότητα της Επιστήμης και της Παράδοσης

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - The Motherland (1883).

Όταν η παγκόσμια έρευνα πρωτοπόρων ερευνητικών κέντρων απ’ όλον τον κόσμο ερεύνησε και διακήρυξε την κεφαλαιώδη σημασία της προγεννητικής περιόδου της ζωής για την υγεία, ψυχική ισορροπία, και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού – μελλοντικού ενηλίκου πολίτη, τότε γεννήθηκε παγκοσμίως η ανάγκη διεύρυνσης της αγωγής υγείας – πρόληψης, διεύρυνσης επίσης της παιδαγωγικής επιστήμης με την προγεννητική αγωγή του παιδιού, μία αγωγή που οι γονείς πρέπει να προσφέρουν στο παιδί τους, πριν από την γέννησή του (από τη σύλληψη έως τη γέννηση) ώστε να του εξασφαλίσουν μέλλον θετικό υγείας, ισορροπίας, νοημοσύνης και ειρηνικής διάθεσης.

Έχει πράγματι αποδειχθεί ότι το πρώτο ζυγωτό κύτταρο, που δημιουργείται με την ένωση των δυο γενετικών κυττάρων (του ανδρικού και του γυναικείου), έχει ξεχωριστή συνειδητότητα και ψυχοπνευματική οντότητα: αισθάνεται τις εντυπώσεις που προέρχονται από την μητέρα και το περιβάλλον της – ήχους, ευωδιές, φως και χρώματα – αισθάνεται επίσης τις συγκινήσεις της, τις σκέψεις, τα βιώματά της και όλα εγγράφονται στην κυτταρική του μνήμη και δημιουργούν εντυπώματα βαθειά, δυναμικά, ως πρώτα, πάνω στα οποία η ζωή του παιδιού, αυριανού ενηλίκου, θα κυλήσει αργότερα.

Έχει επίσης αποδειχθεί η καθοριστική σημασία αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων. Η υγεία και η ψυχική ισορροπία παιδιού και ενηλίκου, η ψυχοπνευματική του ποιότητα δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά βασίζεται στην ποιότητα αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων, διαμορφωτικών του μέλλοντος ανθρώπου. Οι επιστήμονες σήμερα συνιστούν στο ζεύγος – τους μέλλοντες γονείς – και ιδιαίτερα στην μέλλουσα μητέρα, να προσφέρουν στο μελλογέννητο παιδί τους τα θετικότερα, τα αρμονικότερα φυσικά, ψυχικά και πνευματικά υλικά για την υγιή και αρμονική διάπλασή του: την υγιεινή ζωή και διατροφή τους, την γαλήνη και χαρά της καθημερινής τους ζωής, με αρμονική μουσική, θαυμασμό της φυσικής ομορφιάς, της τέχνης και του ανθρώπου (θαυμασμό επίσης των αρετών και των χαρισμάτων) και προπαντός με την προσφορά της αμέριστης αγάπης τους και της θετικής σκέψης και ευχής τους προς το μελλογέννητο.

Οι ψυχοπνευματικές καταστάσεις της μέλλουσας μητέρας και του πατέρα (που άμεσα επηρεάζει τη μητέρα) έχει αποδειχθεί ότι άμεσα βιώνονται από το παιδί στη μήτρα: μέσω των ορμονών της μητέρας, που κατακλύζουν συγχρόνως και το παιδί, συνδεδεμένο με το αίμα της μητέρας, αλλά και βιοενεργειακά: καθώς ο ψυχισμός της μητέρας εμποτίζει και το παιδί.

 

Αρμονικές σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις μετέχουν στην δόμηση σώματος και ψυχής της νέας ύπαρξης και αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της συγκρότησής της και της διάπλασης μιας υγιούς, κοινωνικής και ισορροπημένης προσωπικότητας. Σε συλλογικό επίπεδο θεμελιώνουν μία υγιή και ειρηνική κοινωνία. «Δεν μπορεί να αγαπήσει αυτός που από την ενδομήτρια ζωή δεν έχει αγαπηθεί», εξηγεί ο ψυχίατρος Thomas Verny. «Η αγάπη αποτελεί τη βάση της ζωής και την πιο δυναμική επιστημονική ανακάλυψη», εξηγεί ο dr Michel Odent.

 

Πρόσφατες έρευνες της γενετικής επιστήμης διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις ανωτέρω γνώσεις, με την διεύρυνση των ανακαλύψεων της γενετικής επιστήμης.

Τα γονίδια εξηγεί ο dr Bruce Lipton (Caracas 2001) δεν είναι οριστικά καθορισμένα κατά την ώρα του σχηματισμού του πρώτου ζυγωτού κυττάρου – κατά την σύλληψη – αλλά υφίστανται συνεχείς επιδράσεις – μεταλλάξεις, ενεργοποιήσεις η αδρανοποιήσεις – κατά την περίοδο της κυοφορίας, μέσα από την συνεχή επίδραση των σκέψεων, συναισθημάτων, βιωμάτων της εγκύου.

Ιδιότητες γονιδιακές, ασύμφωνες προς την ποιότητα ζωής της εγκύου, δεν ευρίσκουν δυνατότητα έκφρασης, εκδήλωσης: αδρανοποιούνται η μεταλλάσσονται. Και άλλες, σύμφωνες με τον τρόπο ζωής της εγκύου ενδυναμώνονται, εκδηλώνονται, ενεργοποιούνται.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα ότι θετικές ιδιότητες των γονιδίων, αν τα συναισθήματα, οι σκέψεις, τα βιώματα της εγκύου είναι αρνητικά και ο ψυχισμός της ταραγμένος, δεν μπορούν να εκδηλωθούν: «να εκφρασθούν». Για να εκδηλωθούν «θετικά» γονίδια έχουν ανάγκη θετικού ενδομητρικού περιβάλλοντος. Ενώ αντίθετα, αρνητικές ιδιότητες των γονιδίων δεν εκδηλώνονται, αν σκέψεις, βιώματα, συναισθήματα της εγκύου είναι θετικά, αρμονικά.

Μεγάλη λοιπόν είναι η συμβολή της εγκυμοσύνης, δηλαδή της εγκυμονούσας μητέρας (και έμμεσα και του πατέρα και του περιβάλλοντος) στην τελική διαμόρφωση των γονιδίων, αφού το «περιβάλλον» της μητέρας δε μένει αμέτοχο, αλλά μετέχει στην τελική διαμόρφωσή τους και την ενεργοποίηση ή μη των ιδιοτήτων τους. Η τελευταία αυτή επιστημονική ανακάλυψη αποτελεί επανάσταση στη θεωρία της «μονοκρατορίας» των γονιδίων. «Οι μέλλοντες γονείς είναι οι γενετικοί αρχιτέκτονες της νέας γενιάς. Επείγει αυτό να το πληροφορηθούν», τόνισε ο Bruce Lipton, αμερικανός γενετιστής, σε διεθνές συνέδριο (Caracas 2001).

Νομίζουμε ότι οι επιστημονικές αυτές γνώσεις – ανακαλύψεις των τελευταίων 50 ετών, οι οποίες κατέστησαν δυνατές λόγω της προόδου της σύγχρονης τεχνολογίας, ήταν άγνωστες προηγουμένως στον πάνσοφο ελληνικό μας πολιτισμό; Η λαογραφική έρευνα της νεώτερης Ελλάδας μας πείθει για το αντίθετο. Μέσα από τα έθιμα και τις παραδόσεις του γάμου και της εγκυμοσύνης, η ελληνική λαϊκή σοφία, με συμβουλές και υπαγορευόμενους τρόπους δράσης (που μοιάζουν με τα «δρώμενα», «το θεατρικό παιχνίδι» της σύγχρονης ψυχολογίας) επιδίωκε, σ’ όλες τις εποχές, να εξασφαλίσει στο ζεύγος και την εγκυμονούσα και όλο το περιβάλλον τους ψυχική και πνευματική ζωή ικανή να φέρει το αποτέλεσμα: την γέννηση παιδιών υγιών και ωραίων, στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα.

Εξίσου ο ελληνικός πολιτισμός ενδιαφερόταν για την υγεία και ομορφιά του σώματος, για την καλοσύνη, την ευγένεια, την αρετή της ψυχής και τις πνευματικές χάρες της νοημοσύνης και ιδιοφυΐας. Όλες τις φυσικές και πνευματικές αρετές θεωρούσαν άλλωστε συνδεόμενες μεταξύ τους, αφού πίστευαν ότι:

 «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή»

και ότι:

«νους υγιής εν σώματι υγιεί».

 

Λαογραφία του Γάμου και της Ευγονίας στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα

 

Η μουσική στο γάμο της αρχαίας Ελλάδας. Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Η λαογραφία του γάμου και της ευτεκνίας – ευγονίας είναι πλουσιότατη και σοφότατη στο Άργος, κατά τον 19ο αιώνα. «Ευήλιον», κατά τον Όμηρο, το Άργος, λόγω της μεγάλης του ηλιοφάνειας, πολύπυρον και ιππόβοτον, για την άφθονη παραγωγή σίτου και τα πολλά του άλογα, κέντρον λατρείας του Ήλιου, ανέπτυξε, με κέντρο τις Μυκήνες, τον θαυμαστό μυκηναϊκό πολιτισμό, που εφώτισε τον αρχαίο κόσμο.

Αποτελούσε από τους αρχαίους χρόνους πεδίον λατρείας της θεάς Ήρας, της Ακταίας ή Αργείας Ήρας, θεάς του γάμου και της οικογένειας, επίσης γυναικείων θεοτήτων: της Αρτέμιδος, της Δήμητρας και της Κόρης, εντεταγμένων, στην υπηρεσία της ευπαιδείας, ευγονίας, καλλιγένειας. Η Ήρα, η Αργεία Ήρα με το ναό της, το Ηραίον, η Άνθεια Ήρα, όπως λεγόταν στα «Ανθεσφόρια», όπου μετείχαν ανθεσφόρες παρθένες, αποτελούσε το κέντρο των ανθεσφορίων, ετήσιας γυναικείας εορτής υπέρ του γάμου και της ευκαρπίας, ευγονίας.

Στην Λέρνη της Αργολίδος άλλες εορτές για την γονιμότητα λάμβαναν χώραν υπέρ της Δήμητρας και της Κόρης – Περσεφόνης, ενώ τα Βραυρώνια του Άργους, υπέρ της Αρτέμιδος (Βριτόμαρτης), τα Αφροδίσια υπέρ της Αφροδίτης θεάς του έρωτα και της ευκαρπίας, όλα αποτελούσαν εορτές μυητικές, (προετοιμασίας) αγοριών και προπαντός των κορασίδων στην γονιμότητα, τεκνογονία, ευτεκνία – ευπαιδεία.

Η νεώτερη ελληνική παράδοση του 19ου αιώνα βασίσθηκε στις αρχαιοελληνικές τελετές μυήσεως, έθιμα και παραδόσεις, πράγμα που μαρτυρεί για την αδιάσπαστη συνέχεια – ενότητα του ελληνικού πολιτισμού. Οι αρχαίες θεές του γάμου και της γονιμότητας  – ευγονίας έδωσαν την θέση τους στην Παναγία, που σ’ όλη την Ελλάδα λατρεύεται ως Μητέρα του ανθρωπίνου γένους, καθώς και σε σειρά προστατών Αγίων και σε σειρά εθίμων, «μαγικών» πράξεων και λέξεων, που έχουν ως σκοπό να οδηγήσουν το ζεύγος σ’ ένα ευτυχισμένο γάμο και στην δημιουργία υγιών και ωραίων απογόνων. 

Τα έθιμα του γάμου και της ευτεκνίας της εποχής του 19ου αιώνα, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ζωντανά στη μνήμη και τη ζωή του λαού, είναι συναρπαστικά, όχι μόνο για τον πρωτότυπο, γραφικό, αισθητικό τους χαρακτήρα, αλλά προπαντός για την μεγάλη τους σοφία και τη βαθειά επιστημονική αλήθεια που εγκλείουν, παρά την αφέλεια και απλότητα της καθοδήγησης που προσφέρουν.

Μέθοδος της παράδοσης είναι η αποκαλούμενη από τους λαογράφους «μιμητική μαγεία», όπου το αποτέλεσμα – στόχος επιδιώκεται με την συμβολική μίμηση του στόχου, τούτο δε με την συνοδεία πράξεων, λόγων, ευχών, επωδών (π.χ. το έθιμο της «τουρλοποδιάς» για την επίτευξη της σύλληψης και εγκυμοσύνης, όπου η γυναίκα φορούσε ποδιά – τσέπη, που καθώς την γέμιζε με όλων των λογιών τα χόρτα – αυτά έπρεπε να φάει για να καλύψει ελλείψεις της – φούσκωνε η κοιλιά της και της έδινε την εικόνα και την αίσθηση της ήδη επιτευχθείσης εγκυμοσύνης!).

Ανάλογη μέθοδος είναι αυτή της αναλογίας: «όπως κάνω αυτό, έτσι ας γίνει κι εκείνο» (π.χ. όπως φυτεύει η γυναίκα 40 σπόρους, που φυτρώνουν σε δενδράκια, έτσι και στην μήτρα της ας «φυτρώσει» το παιδί!) Και οι δυο μέθοδοι είναι πολύ σπουδαίες, από ψυχολογική άποψη, γιατί επενεργούν στο υποσυνείδητο της γυναίκας, λύνοντας έτσι δυσκολίες και εμπόδια, ώστε να επιτευχθεί το ποθούμενο. Ενεργοποιούν συγχρόνως την φυσική και ψυχική συμμετοχή του ζευγαριού – ή της συζύγου – μέλλουσας μητέρας – διότι συνήθως, η λαϊκή εθιμική συμβουλή αποτελείται ταυτόχρονα από: λόγο + ψυχική συμμετοχή + πρακτική εφαρμογή.

Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό των εθίμων αυτών είναι ότι είναι επενδεδυμένα μ’ ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κύρος και επομένως υποκινούν συγχρόνως και την απόλυτη πίστη του ζευγαριού ότι εφαρμόζοντας θα έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα έρχεται πάντα, και κάθε επιτυχής εφαρμογή δυναμώνει ακόμη περισσότερο την αυθεντία των εθίμων.

 

Γάμος

 

Σ’ όλη την Ελλάδα ο γάμος συνοδευόταν από τις ευχές όλων για ευτυχία και ευτεκνία και τα «παινέματα» του γαμπρού και της νύφης, με ποιήματα, τραγούδια και χορούς πολλές ημέρες μετά την γαμήλια τελετή. Έκδηλος ο στόχος της υποκίνησης ενός ιερού ενθουσιασμού στο ζεύγος, σπουδαίου παράγοντα για μία σύλληψη γενετικά χαρισματική. «Τα παιδιά των ερωτευμένων είναι όμορφα και έξυπνα», λέει η παροιμία και «Μην κακοπαντρευτείς, να μην κακογεννήσεις». Έριχναν ρύζι στο ζευγάρι, κατά την τελετή του γάμου, για «να ριζώσει» ο δεσμός τους και να τεθούν οι ρίζες της νέας ζωής.

Εδώ στο Άργος, στην Παναγία του Βράχου, την «Κεκρυμμένη» έριχναν στους αρραβωνιασμένους, ιδίως όμως στους νεόνυμφους, πορτοκάλια και κυρίως κατά την εορτήν των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ναός (γι’ αυτό και το παρωνύμιο της Παναγίας και «Πορτοκαλούσα», ώστε καρποφορία βασιλική να ευχηθούν στο ζεύγος, με την εικόνα αυτού του βασιλιά των καρπών, άφθονων στην γόνιμη αργειακή γη. Το έθιμο αυτό κατά τον Ιωάννη Ζεγκίνη, είναι μία συνέχεια η προέκταση, «των Βαλλαχράδων». Ένα έθιμο που είχαν οι αρχαίοι Αργείοι, ιδίως οι νέοι, να ρίχνουν ο ένας στον άλλο αχράδες (αγριάχλαδα).

Δεκαπέντε συνεχείς ημέρες διαρκούσε στο Άργος ο εορτασμός του γάμου και είχε παρατηρηθεί ότι οι γάμοι αυτής της εποχής ήταν οι ευτυχέστεροι. Σκοπός του γάμου, βαθειά ποθητός στην ελληνική συνείδηση, ήταν η δημιουργία απογόνων: «κουμπάρα που στεφάνωσες το ταιριαστό ζευγάρι, να σ’αξιώσει ο Θεός να βάλεις και το λάδι» (της βάπτισης). Πάνδημες ευχές του λαού προς τους νεόνυμφους ήταν: «να ζήσουν , ν’ αποκτήσουν παιδιά και εγγόνια».

Η στειρότητα, η απαιδία εθεωρείτο από τον λαό δυστύχημα, (κατάρα) και θεία τιμωρία. Γι’αυτό και η νιόνυμφη επιδίωκε την σύλληψη με την χρήση βοτάνων, όπως π.χ. το παναγιόχορτο. Γνωστός στην Αργολίδα ήταν ο μανδραγόρας ή μανδραγούρα, που φύεται στην περιοχή. Εθεωρείτο έντονο ερωτικό διεγερτικό, το οποίο κάνει γόνιμες και στείρες γυναίκες, αλλά επίσης εθεωρείτο φυτό με μαγικές θετικές ιδιότητες, που βοηθούσε τον πλούτο και την ευημερία.

 «Συμφέρει εις τον έρωτα

συμφέρει εις το πλούτος,

θαύματα κάνει ούτος».

 

Είναι και σήμερα γνωστές οι θαυμαστές δυναμωτικές και θεραπευτικές ιδιότητες αυτού του βοτάνου. Αλλά το ζεύγος είχε επίσης βοηθούς πολλούς αγίους, οι οποίοι με την παρετυμολογία του ονόματός τους, δηλαδή με το «νόημά» του, προσανατόλιζαν τις ευχές, την πίστη και τις ψυχικές ενέργειες του ζεύγους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ευχές στον Άγιο Προκόπιο «για να προκόψει το ζευγάρι!»

Στον Άγιο Στυλιανό «για να στυλώσει το παιδί»,

στον Άγιο Σπυρίδωνα «για να μην έχει σπυριά»,

στον Άγιο Βλάση «κατά της ευλογιάς»,

στον Άγιο Ευθύμιο «για να κάνει το ζευγάρι γόνιμο».

(Έβλεπε λοιπόν η σοφία της παράδοσης πόση σχέση υπήρχε μεταξύ της χαρούμενης ψυχικής διάθεσης του ζεύγους και της γονιμότητάς του). «Στον Άγιο Ευθύμη τάξε μου για να σ’αφήσω κλήρα»

Η νιόπαντρη έπρεπε να καθίσει πάνω στην «κυλίστρα», δηλαδή σε λεία πέτρα ενός μύλου που θα στρεφόταν για πρώτη φορά. Είχε ίσως κι αυτό το πρακτικό έθιμο τον σκοπό – πλην του συμβολικού του χαρακτήρα – να απελευθερώσει μυς σφιγμένους σ’ αυτή την ευαίσθητη γυναικεία γεννητική περιοχή της λεκάνης. Η συστηματική – από την παράδοση του 19ου αιώνα – καλλιέργεια της επιθυμίας για την πολυπόθητη μητρότητα, σ’ όλην την κοινωνία, σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, είχε ένα επιστημονικό υπόβαθρο πολύ σημαντικό. Υποκινούσε και καλλιεργούσε συστηματικά στο ζευγάρι, προπαντός στην γυναίκα, την επιθυμία – λαχτάρα για την απόκτηση παιδιού. Αυτή η «επιθυμία παιδιού», το καλωσόρισμα του νέου ανθρώπου στην αρχή της ζωής του η και πριν απ’ αυτήν αποτελεί, κατά την ψυχολογία, τον πρώτο σπουδαίο παράγοντα για την υγεία και ισορροπία του, θεμέλιο λίθο μίας αρμονικής προγεννητικής αγωγής. Όλα τα έθιμα στόχευαν επίσης να παραμερίσουν τυχόν υποσυνείδητους φόβους για την μητρότητα και να αυξήσουν την γυναικεία αυτοπεποίθηση σ’ αυτήν.

 

Εγκυμοσύνη

 

Η επιστήμη σήμερα τονίζει την πρωταρχική σημασία για την υγεία, κοινωνικότητα, χαρίσματα του παιδιού – αυριανού ενηλίκου, της γαλήνιας, χαρούμενης ζωής της εγκύου, της χαράς και αγάπης, με την οποία η έγκυος και μητέρα περιμένουν την γέννησή του. Επίσης της ορθής διατροφής της και υγιεινής ζωής της.

 

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από την ορθή διατροφή και την ευχάριστη ψυχική διάθεση της εγκύου γυναίκας» διακηρύσσει ο διεθνώς διάσημος γυναικολόγος, ερευνητής, dr Michel Odent. Και συνεχίζει: «όλες οι ασθένειες: καρδιακές, κυκλοφορικές, διαβήτης, ψυχοπάθειες κλπ., σ’ όποια ηλικία και αν εκδηλώνονται, έχουν την αιτία τους σε καταστάσεις άγχους και ταραχής που έζησε η έγκυος κατά την εγκυμοσύνη της. Στην εγκυμοσύνη υπάρχουν περίοδοι – κλειδιά, κατά τις οποίες διαπλάθονται τα βασικά όργανα του εμβρύου – αυριανού παιδιού και ενηλίκου. Δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις της εγκύου, που εμφιλοχωρούν κατ’ αυτές τις περιόδους – κλειδιά επηρεάζουν αρνητικά την διάπλαση του συγκεκριμένου οργάνου του παιδιού, που διαμορφώνεται σ’ αυτήν περίοδο».

 

Η ελληνική παράδοση είναι κι εδώ βαθειά επιστημονική. Ως πρώτο κανόνα θέτει στην έγκυο να ζει ήρεμα και χαρούμενα: νάναι χαρούμενη ακόμη και με την πεθερά της! να πλένει τα ζιπουνάκια του μικρού στη λιακάδα κι όχι στη συννεφιά! Και πρώτιστα, θεωρώντας την μητρότητα, σαν την πρώτη αξία, ενέπνεε στις νεαρές παντρεμένες γυναίκες την μεγάλη επιθυμία της εγκυμοσύνης τους και αγάπη του μωρού που περίμεναν.

 

William-Adolphe Bouguereau 1900

 

Η επιστήμη, που ερεύνησε σήμερα την επίδραση της μουσικής στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, μας αναφέρει πόσο η αρμονική μουσική –προκλασική, δημοτική, γρηγοριανό μέλος, βυζαντινή – που σέβεται τους ρυθμούς του σώματος, είναι εποικοδομητική για την εμβρυϊκή ορθή διάπλαση του οργανισμού και του ψυχισμού (dr Tomatis, M.L. Aucher, Δρ Θ. Δρίτσας, Η. Σακαλάκ). Η μουσική παιδεία και ιδιοφυΐα δίνεται πριν από τη γέννηση. Η συμμετοχή της ελληνίδας του 19ου αιώνα στην εκκλησιαστική ζωή και τις βυζαντινές μελωδίες, η συμμετοχή της επίσης στα πανηγύρια, πάνδημους εορτασμούς, και προπαντός η ζωή της μέσα στην φύση, με τους αγνούς αρμονικούς ήχους της, εξασφάλιζαν τα πιο αρμονικά ηχητικά ακούσματα στα κυοφορούμενα παιδιά. Λαϊκοί μας συνθέτες και μουσικοί έχουν προπαντός κυοφορηθεί μ’ αυτούς τους μουσικούς ήχους.

Συγγράμματα γυναικολογίας και μαιευτικής αναφέρουν μίαν ιδιαίτερη ιδιότητα της εγκύου γυναίκας: την ιδιότητα «μορφοποίησης» του παιδιού της, σύμφωνα με ο,τι βλέπει, ακόμη και σύμφωνα με ο,τι φαντάζεται έντονα, με τη μορφή, τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες, που εκείνη φαντάζεται η επιθυμεί η εύχεται για το παιδί της. «Η έγκυος είναι μορφοποιός» εξηγεί ο γάλλος επιστήμων P. Renard. Την ίδια ιδιότητα της εγκύου ο έλληνας συγγραφέας Παπαγεωργάκης (Το μυστήριον της ζωής, 1951) ονομάζει «ιδεοπλασία της εγκύου».

Αυτήν την πίστη ότι η έγκυος διαπλάθει το παιδί της όμοιο με ο,τι βλέπει, φαντάζεται, εύχεται και σκέπτεται βρίσκουμε επίσης έντονη στην νεοελληνική παράδοση όλων των ελληνικών περιοχών, σ’όλες τις χρονικές περιόδους. Η ίδια πίστη υπάρχει έντονη στην αρχαία Ελλάδα.

Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής γράφει:

«Κατά την φαντασίαν της γυναικός, κατά την σύλληψιν μορφούνται τα βρέφη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν περικαλή αγάλματα ηρώων ή θεών και όμοια μ’ αυτούς παιδιά έφεραν στον κόσμο». «Κατά την συμπάθειαν της εγκύου γυναικός μορφούνται τα βρέφη», διδάσκουν επίσης οι στωϊκοί.

Η συμβουλή της γιαγιάς, ζωντανή ακόμη σε πολλές περιοχές ήταν: Να βλέπει η έγκυος ωραία παιδιά, ή τη φωτογραφία τους, ακόμη και να κοιμάται με μία τέτοια φωτογραφία, ώστε και αυτή να γεννήσει παιδί υγιές και όμορφο. Να θαυμάζει τις εικόνες ηρώων και ευεργετών και σπουδαίων ανθρώπων, που ειδικά για την έγκυο αναρτούσαν στο δωμάτιο όπου καθόταν, ώστε αυτών τις χάρες και αρετές να διαμορφώσει στο παιδί της (Καθηγητής Μ. Μερακλής).

Το έθιμο αυτό αποτελεί άλλωστε απλή … επανάληψη, συνέχεια του πανάρχαιου εθίμου που ήθελε την έγκυο να επισκέπτεται τον Παρθενώνα και να θαυμάζει τα περικαλή αγάλματα του Φειδία, ώστε το «κάλλος και η αρετή των θεών» να εμπνεύσει την «μορφοποιητική» γυναικεία ιδιότητα! Κι όταν συνελάμβαναν παιδί οι αρχαίες ελληνίδες, το αφιέρωναν στον θεό Απόλλωνα, ώστε καθώς εκείνες σκέπτονταν, έβλεπαν (στα αγάλματα) και φαντάζονταν τις γνωστές αρετές του θεού: το Φως, την Αρμονία, την Μουσικότητα και την Ομορφιά της Ψυχής του, τις ίδιες αρετές να εντυπώσουν, με την θαυμαστή μορφοποιητική τους ιδιότητα, στο παιδί τους. Και στην ελληνική παράδοση, πολλές ελληνίδες αφιέρωναν το παιδι τους σ’ έναν άγιο ή στην Παναγία.

Ορίστε, για την νεώτερη Ελλάδα, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινός βίος και πολιτισμός», 1970, από το κεφάλαιο που αναφέρεται στην «γέννηση των παιδιών» (απλά αποδιδόμενη στην σημερινή γλώσσα).

 

«Σήμερα πιστεύουν ότι το κυοφορούμενο θα έχει την μορφή των εικόνων που έβλεπε ή φανταζόταν η μητέρα κατά την ερωτική ομιλία ή κατά την εγκυμοσύνη. Αυτό επίστευαν και οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι… Κατά τον ΙΒ’ αιώνα ο Μιχαήλ Γλυκάς λέγει: Το γεννώμενο τέκνο πολλές φορές ομοιάζει προς εκείνον ή εκείνην που φανταζόταν η γυναίκα κατά την συνουσία. Γι’ αυτό, αναφέρει ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά, η βασίλισσα των Αιθιόπων εγέννησε λευκό τέκνο, τούτο δε ωφείλετο, ο συγγραφέας εξηγεί, στο ότι ατένιζε, κατά την ερωτική με τον άντρα της συνάντηση, τις εικόνες του Περσέα και της Ανδρομέδας, γυμνής και ολόλευκης, οι έρωτες των οποίων κοσμούσαν τον βασιλικό κοιτώνα».

 

Εκεί έλκει την καταγωγή η συνήθεια της απεικόνισης ωραίων εικόνων στις κάμαρες.

Ο Σωρανός δε (Β’ αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι «ο τύραννος των Κυπρίων, που ήταν κακόμορφος, ανάγκαζε την γυναίκα του κατά τους πλησιασμούς», να βλέπει «περικαλή αγάλματα» κι έγινε έτσι πατέρας ευμόρφων τέκνων. Αυτός ήταν γενικώτερα ο λόγος, για τον οποίο στην Αρχαία Ελλάδα οι Ελληνίδες αφιέρωναν, όπως είπαμε, το κυοφορούμενο παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, που εκπροσωπούσε σοφία, ομορφιά, αρμονία και όλες τις ανθρώπινες αρετές – αποτελούσε ένα πρότυπο ανώτερου ανθρώπου για τους πολίτες– ώστε σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, με το οποίο ταύτιζε το παιδί της η Ελληνίδα, να το διαπλάσσει με όμορφο σώμα και ψυχή.

Έθιμα πανάρχαια όσο και σύγχρονα, σοφά, επιστημονικά –  σήμερα το ξέρουμε – που αποδεικνύουν την ελληνική βαθειά γνώση και αρετή. Έθιμα, τα οποία, αν μη τι άλλο, πάντως έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά – γιατί που αλλού παρά στην προετοιμασμένη συνειδητά μητρότητα μπορεί να οφείλεται η γέννηση εδώ στην Ελλάδα, σ’ όλες τις εποχές, τόσων ανθρώπων σπουδαίων σε ικανότητες και αρετές; Οι ίδιες οι Ελληνίδες, σ’ όλες τις εποχές, εγνώριζαν τη δύναμή τους να διαπλάθουν χαρισματικούς ανθρώπους, όπως επίσης εγνώριζαν και την ευθύνη τους, αν έδιναν γέννηση σε άτομο πονηρό, κακό και ανίκανο.

Έτσι, βλέπουμε στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνους, τον χορό των «θεσμοφοριαζουσών» γυναικών (εκείνων δηλαδή των υπάνδρων γυναικών που μετείχαν στα θεσμοφόρια: τις ειδικές μυητικές τελετές για την καλλιγένεια) να αναγγέλει:

 Έπρεπε όποια γυναίκα έχει γεννήσει

άνδρα χρήσιμο για την πόλη, στρατηγό ή ταξίαρχο,

να της δίνουν τιμητική θέση στις γιορτές

και αν έχει κάνει δειλό, τριήραρχο πονηρό ή κυβερνήτη ανίκανο

να κάθεται πίσω απ’ τήν πρώτη κουρεμένη …

και τα λεφτά της δεν θα πρεπε να δίνουν τόκο…

Δεν αξίζει να γεννούν τόκο τα λεφτά σου,

αφού έχεις γεννήσει τέτοιο γιο!

 

Η ίδια η νεώτερη παράδοση μεσ’ από την παροιμία αναφέρει:

 Από τη γης βγαίνει νερό

και απ’ την ελιά το λάδι

κι από τη μάννα την καλή

βγαίνει το παληκάρι.

Μάννα φτιάχνει τα παιδιά

και μάννα τα χαλάει.

Εκ του κόλπου το δένδρον γιγνώσκεις ουκ εκ του καρπού. Το φιλόπονον εν μήτρα εχέγγυον εν γη.

  

Επίλογος

 

Μήπως είναι αναγκαίο, αυτή η πανάρχαια και νεοελληνική, μέχρι και τον 19ο αιώνα, σοφία, ήδη διδασκόμενη από την επιστήμη, σχετικά με την μητρότητα και πατρότητα της αρχής της ζωής, … με την ομορφιά του αρμονικού γάμου, εμπνεομένου από τον έρωτα σωμάτων και ψυχών του ζεύγους, … με την αρμονία της ζωής του, … με την αμέριστη αγάπη του ζεύγους προς το αναμενόμενο παιδί, (όλα αναγκαία για την καλλιγένεια – καλλιτεκνία).

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - Charity (1859).

 

Μήπως είναι αλήθεια αναγκαίο να εμπνεύσει και πάλι τα ζευγάρια – τους νέους μέλλοντες γονείς – ώστε η υγεία, ομορφιά, σοφία και ιδιοφυΐα της νέας γενιάς – κοινωνίας του μέλλοντος, να κοσμήσει και πάλι τις οικογένειες και την πατρίδα μας, κάνοντας τα ζευγάρια υπερήφανα και προσφέροντας νέο φως στην Ελλάδα και σ’ όλον τον κόσμο;

Το ευχόµαστε, µ’ όλη µας την ψυχή, θεωρώντας ότι η γνώση και η εφαρµογή της προγεννητικής αγωγής, όπως η ελληνική παράδοση εδίδασκε και ήδη η σύγχρονη επιστήµη έχει επαληθεύσει, αποτελεί την πιο σηµαντική πρόληψη κάθε δυσλειτουργίας – σωµατικής και ψυχικής της νέας γενιάς – αποτελεί επίσης το πιο σταθερό θεµέλιο για µία κοινωνία του µέλλοντος βασισµένη στην ειρηνική διαβίωση, στις ηθικές αξίες και στην δηµιουργικότητα.

 

Βιβλιογραφία

  •  Μ.Α. Βertin, «Η φυσική προγεννητική αγωγή, µία ελπίδα για το παιδί την οικογένεια, την κοινωνία», Ελλ. Ετ. Προγεννητικής Αγωγής, Αθήνα, 2008. Πρακτικά παγκοσµίων συνεδρίων, σεµιναρίων προγεννητικής αγωγής.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η γνώση της µήτρας, Αθήνα, Ολκός 1980.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η δύναµη της µήτρας και η υποκειµενική αλήθεια. Αθήνα,
  • Ελεύθερος Τύπος, 1987.
  • Ι. Μαρή, Ευγονία – Προγεννητική Αγωγή – Η αγωγή του παιδιού αρχίζει από την σύλληψη. Αθήνα, Πύρινος Κοσµος, 2004.
  • Lind Neuman, Η µουσική στην αρχή της ζωής, Ρευµόνδος, Αθήνα 1987.
  • Dr. M. Odent, Η Αναγέννηση, Αθήνα, 1991
  • Του ιδίου, The scientification of love.
  • Dr. A.A. Tomatis, Εννέα µήνες στον παράδεισο, Αθήνα 2000.
  • Pr. J.P. Relier, L’aimer avant qu’il naisse, Paris, Laffont, 1993.
  • Dr. Th. Verny, and J. Kelly, The secret life of the unborn child, New York, 1981.
  • Χρήστος Οικονοµόπουλος, Γονιµότητα και εγκυµοσύνη κατά τη νεοελληνική παράδοση. Το έθιµο: Το παδί το σαραντάρι. Αρρενογονία θηλυκογονία. Εισηγήσεις κατά το Β Παγκόσµιο Συνέδριο Προγεννητικής Αγωγής. Πρακτικά. Αθήνα 1994.
  • Κ. Μέγας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρα.
  • Ι. Μαρή, Η ελληνική µέριµνα για ευγονία ανά τους αιώνες. Άρθρο στο ετήσιο λεύκωµα πολιτισµού Ι. Μονής Κουτλουµουσίου: «Η Ελληνίδα Ευρώπη».
  • Ιάµβλιχος, Πυθαγορικός Βίος, εκδ. Κάκτος.
  • Όκελλος Λευκανός, Περί Ευγονίας, Β. Λαµπρόπουλου, Αθήνα 200.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία. Εκδ. Κάκτος.
  • Πλάτωνος, Νόμοι. Εκδ. Κάκτος.

 

 Ιωάννα Μαρή

Σύμβουλος Επικρατείας, Πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρίας Προγεννητικής Αγωγής» και της Παγκόσμιας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική

Καρυώτικος Γάμος

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

Read Full Post »

Καρυώτικος Γάμος

    
Σπύρος Δαμάλας & Ευσταθία Γ. Φλέσσα 1938.

Σπύρος Δαμάλας & Ευσταθία Γ. Φλέσσα 1938.

Οι αρραβώνες τελούνταν στο πατρικό σπίτι της νύφης. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού το οποίο κρατούσε έως τις πρώτες πρωινές ώρες, οι συμπέθεροι όριζαν την ημερομηνία του γάμου. Μια Κυριακή πριν από το μυστήριο επικρατούσε το έθιμο των «αλεσμάτων». Και στα δυο σπίτια των μελλόνυμφων έστρωναν στο δάπεδο μια μεγάλη κουβέρτα. Οι συγγενείς τους πήγαιναν ένα κόσκινο με σιτάρι στο οποίο είχαν ανακατέψει δεκάρες  (νομίσματα της εποχής) και ξηρούς καρπούς (αμύγδαλα και καρύδια). Κατά το ξεδιάλεγμα (διαχωρισμός του σιταριού από τα υπόλοιπα),τα παιδιά συναγωνίζονταν πιο θα πάρει τα περισσότερα ώστε να μείνει μόνο το σιτάρι στο κόσκινο. Μετά την διαλογή πήγαιναν το σιτάρι  στο νερόμυλο του χωριού το άλεθαν και με το αλεύρι έφτιαχναν τις πίττες του γάμου. Τις παραμονές ετοίμαζαν τα κρασιά και τα κρέατα για το τραπέζι. Μόλις τα σφαχτά που έπαιρναν από τις στάνες ξεπρόβαλαν στο ξαγνάντιο (τοποθεσία που φαίνεται το χωριό), έπεφταν οι πρώτοι πυροβολισμοί.

 Το Σάββατο μια μέρα πριν το γάμο ο γαμπρός με τους γονείς του και τα όργανα πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου για να τον καλέσουν. Στα καλέσματα προσέφεραν ψωμί και κρασί στο κουμπάρο και την οικογένειά του, και εκείνοι ανταπέδιδαν το κέρασμα με την ίδια διαδικασία. Η πομπή ξεκινούσε για το σπίτι του γαμπρού με τον κουμπάρο καλοντυμένο να προπορεύεται,  κρατώντας στα χέρια του το δίσκο με τα στέφανα και τις λαμπάδες σκεπασμένα με κόκκινο μαντήλι. Ακολουθούσε η κουμπάρα κρατώντας μια πίττα στολισμένη και κεντημένη με λουλούδια από ζυμάρι, καθώς και όλο το συμπεθεριό. Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού το γλέντι συνεχιζόταν με την υποδοχή του κουμπάρου με κεράσματα, χορό και τραγούδια.

Γάμος Γεωργίου Πασσά ( Φέσα ), το 1924. Ο Γιώργης Ράπτης (Γκούλιας) παίζει πίπιζα και ο γιός του Τάκης νταούλι.

Γάμος Γεωργίου Πασσά ( Φέσα ), το 1924. Ο Γιώργης Ράπτης (Γκούλιας) παίζει πίπιζα και ο γιός του Τάκης νταούλι.

Εκεί οι φίλες της νύφης έστηναν το «γιούκο» με τα προικιά ένα στρώμα, ένα στενόμακρο υφαντό μαξιλάρι για δύο άτομα, δύο τρείς βελέντζες, προκόβες χνουδάτες (φλοκάτες μάλλινες), χράμια (υφαντά χοντρά σεντόνια) με δαντέλες, πολλά κεντημένα ταγάρια ( που θα χρησιμοποιούσε το ζευγάρι στους γάμους και τα πανηγύρια), τεντζερέδες με σιδεροστιά (κατσαρόλες μπρούτζινες με την βάση τους για μαγείρεμα στη φωτιά), το καζάνι και μια εικόνα.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε και το τραγούδι που έλεγαν οι κοπέλες φορτώνοντας τα προικιά:

 

Όξου τ’ άλογα, μωρ’ νιονυφούλα μου,

Όξου τ’ άλογα ναν τα σελώσουμε.

Όξου τ’ άλογα, ναν τα σελώσουμε

τα χρυσά προικιά για να φορτώσουμε.

Τα χρυσά προικιά τα κεντησμένα

και τα μορφοσκε- , βρε , σκεπασμένα.

Και ψηλά ναν τα φορτώσουμε

να μην  πέσουνε και τα λερώσουμε.

Ειν’ η νύφη παι- , βρε , παιδεμένη

και πολύ τυρά- , τυραγνισμένη

είν’ η νύφη παι- , βρε παιδεμένη

και στο Αίγιο είναι παημένη.

 

Και αξίζει επίσης να αναφερθούμε και στους μουσικούς και τους τραγουδιστές που ήταν απαραίτητοι  στον παραδοσιακό Καρυώτικο γάμο.

 

 

Οργανοπαίκτες Καρυάς, δεκαετία 1930

Οργανοπαίκτες Καρυάς, δεκαετία 1930

Οργανοπαίχτες:

Βασίλης Παπασωτηρίου (Τσιμπουκλάρας), κλαρίνο, Γιάννης Παπαγεωργίου (Νταουλογιάννης), νταούλι, Νίκος Μπάκος, κλαρίνο, Μήτσιος Σπανός (Τρίχας), κλαρίνο, Αποστόλης Πασπαλιάρης (Πατσιαβούρας), λαγούτο, Κωστής Γαλάνης, σπέντζο, Ανδρέας Δενέζης, φλογέρα. Τραγουδιστές: Σπύρος Βασιλάκος (Κουνάβας), Χρήστος Μπλάφας, Πάνος Μποζιονέλος (Ντρέλιας), Νικολής Δελής (Μπόξας).

Το πρωί της Κυριακής (ημέρα του γάμου) τα ομορφότερα κορίτσια του χωριού πήγαιναν στα σπίτια για να καλέσουν τους συχωριανούς τους. Προσέφεραν στον καθένα τρία γαρύφαλλα και ένα κουφέτο τυλιγμένα σε κόκκινο χαρτί. Στο σπίτι του γαμπρού έστηναν το «μπαϊράκι». Σ’ ένα καλάμι στερέωναν ένα λευκό τσεμπέρι (μαντήλι κεφαλιού) με κορδέλες κόκκινες και θαλασσιές σε σχήμα σταυρού. Στην κορφή του καλαμιού στερέωναν ένα ρόδι. Κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού έβγαζαν την «κούπα».Ένα ταψί που το κρατούσαν δύο η και τρία άτομα και το περιέφεραν στους προσκεκλημένους γύρω από το τραπέζι. Εκείνοι με τη σειρά τους έριχναν χρήματα για να ενισχύσουν οικονομικά το ζευγάρι.

Το  απόγευμα πριν ξεκινήσουν για το σπίτι της νύφης ο γαμπρός έβαζε στην τσέπη του το ρόδι που είχαν κρεμάσει στο μπαϊράκι. Σαν προπομπή ξεκινούσαν τρείς καβαλάρηδες επάνω σε άσπρα άλογα οι λεγόμενοι «συχαριαρέοι», κουβαλώντας ο καθένας μια τσότρα (δοχείο) κρασί. Όταν έφταναν στο σπίτι της νύφης ρωτούσαν εάν είναι έτοιμη χωρίς να κατέβουν από τα άλογα διαφορετικά θα τους μουντζούρωναν. Κερνούσαν το σόι της νύφης με κρασί από τις τσότρες που κουβαλούσαν και στη συνέχεια πήγαιναν να προϋπαντήσουν το γαμπρό με τα συμπεθέρια, τον κουμπάρο και τα όργανα.

Καρυά δεκαετία 1950. Κωνσταντίνα Μπλάφα, αριστερά ο πατέρας της Ηλίας.

Καρυά δεκαετία 1950. Κωνσταντίνα Μπλάφα, αριστερά ο πατέρας της Ηλίας.

Πριν από τον γαμπρό έφτανε στο σπίτι της νύφης ο αδελφός του ως «ποδετής». Εκείνη τον περίμενε ντυμένη με το ασπροφούστανο (υφαντό λευκό κεντημένο φόρεμα) αλλά ξυπόλητη, τον ασήμωνε και του προσέφερε μια κουλούρα που είχε ζυμώνει μόνη της. Εκείνος την πόδενε (της φορούσε παπούτσια), και την συνόδευε στη σάλα του σπιτιού που θα γινόταν το μυστήριο. Εκεί ήταν στρωμένο το τραπέζι και πάνω του τοποθετημένα τα στέφανα και ένα εικόνισμα. Φτάνοντας οι συμπέθεροι, ο κουμπάρος και γαμπρός έσπαγαν το ρόδι εμπρός στην πόρτα του σπιτιού της νύφης για γούρι και καλοτυχία. Ενώ γινόταν ο γάμος, στην αυλή οι φίλες τις νύφης φόρτωναν τα προικιά σε τρία άσπρα άλογα. Αφού το μυστήριο τελείωνε, οι καλεσμένοι περνούσαν εμπρός από το ζευγάρι και τον κουμπάρο, τους έδιναν τις ευχές τους βάζοντας ο καθένας στο γιλέκο  του γαμπρού ένα μαντήλι.

Στη συνέχεια το ζευγάρι αποχωρούσε με προορισμό το πατρικό σπίτι του γαμπρού που θα γινόταν μετά το γάμο και σπίτι του ζευγαριού, η πεθερά τους περίμενε μελώνοντας τους με μέλι και με μια μαντίλα διπλώνοντας το ζευγάρι και τον κουμπάρο τους τραβούσε μέσα στο σπίτι. Έκτοτε ξεκινούσε επίσημα πλέον το γαμήλιο γλέντι με τους μουσικούς να συγχρονίζονται στο παρακάτω:

 

Έβγα έξω συμπεθέρα

που είσαι σαν την περιστέρα.

Έλα να δεις την κυρά- νύφη

που είναι σαν το αετονύχι.

 Συμπεθέρα, συμπεθέρα,

που είσαι σαν την περιστέρα.

Το παιδί σου έφερε ρόιδο

και τους κάναμε κορόιδο.

Συμπέθερε, ανάθεμα

τη στράτα που σε έφερε.

 Να μελώσουμε, μωρ’ νυφούλα μου,

να μελώσουμε τη νύφη.

Να μελώσουμε τη νύφη

να την μπάσουμε στο σπίτι.

 Να τιμάς, μωρ’ νιονυφούλα μου

Να τιμάς τον πεθερό σου

Να τιμάς την πεθερά σου.

   

 

Αναμνηστική νυφική φωτογραφία, όπου ξεχωρίζουν τρεις τύποι αμφίεσης.  Οι καθστές γυναίκες με ντόπια φορέματα, η στολή της νύφης και οι «φραγκοφορεμένοι» άντρες με το γαμπρό.

Αναμνηστική νυφική φωτογραφία, όπου ξεχωρίζουν τρεις τύποι αμφίεσης. Οι καθστές γυναίκες με ντόπια φορέματα, η στολή της νύφης και οι «φραγκοφορεμένοι» άντρες με το γαμπρό.

 

Το γλέντι συνεχιζόταν με όλους τους συγγενείς και τους συχωριανούς έως την Δευτέρα το μεσημέρι συνοδευόμενο με πολλές και θερμές ευχές από όλους για «βίο ανθόσπαρτο» και «καλούς απογόνους».

Η πρώτη φωτογραφία είναι από το αρχείο Ελένης Φλέσσα, η τελευταία από το βιβλίο του    Αλέκου Κακαδιάρη, « Απάνθισμα Λαογραφίας της Καρυάς», Περιστέρι 2008, ενώ οι υπόλοιπες από το ημερολόγιο για το έτος 2007, του Προοδευτικού και Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς « Το Αρτεμίσιο».

 Επιμέλεια: Ελένη Φλέσσα 

 

Πηγές 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, « Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα 1981.
  • Σπύρος Καραμούντζος, « Λόγια  Καρυάς», Αθήνα 2007.
  • Αλέκος Κακαδιάρης, « Απάνθισμα  Λαογραφίας της Καρυάς», Περιστέρι 2008.

 


Read Full Post »

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

 

Για να παντρευτεί μια κοπέλα, γινότανε προξενιό. Κι η κοπέλα έπρεπε να ήτανε καλή, αν δεν ήτανε καλή, δεν την παίρνανε. Φρόντιζε ο πατέρας γι’ αυτό ή του κοριτσιού ή του παιδιού. Με τον γείτονα, με τον συγγενή, πηγαίνανε, βρίσκανε το κατάλληλο κορίτσι, πηγαίνανε, λέγανε μερικές φορές, άλλοτε συμφωνούσανε, άλλοτε δεν συμφωνούσανε. Κι όταν συμφωνούσανε, κανονίζανε την προίκα. Χτήματα είχανε τότες, είχαν και λεφτά, αλλά πιο πολύ είχανε χτήματα. Κι όλ’ αυτά τα κανονίζανε, τα συζητάγανε στο σπίτι, σ’ αυτόνε που αρχινούσε το προξενιό. Κι ήτανε κάτι επιτήδειοι, που ξέρανε για προξενιά, οι προξενητάδες. Κι οι συγγενείς όμως. Εδώ είναι ο Σό­λων, ο Γκίκιζας, η Μαρία η Κουτσοτάσαινα, που ‘καμε και το δικό μου προξενιό. Και σαν τελείωνε το προξενιό, κανονίζανε οι συγγενείς να γνωριστούν ο γαμπρός κι η νύφη. Ή την ήξερε ο γαμπρός τη νύφη ή θα περνούσε έξω από ένα καφενείο και θα την έβλεπε ο γαμπρός κι εκείνη θα ‘βλεπε πάλι τον γαμπρό. Κι όταν θέλανε και τα δυο μέρη, συμφωνούσανε και στην προίκα και σ’ όλα, και μετά παγαίνανε στο σπίτι, για να περάσουν το σημάδι στη νύφη. Πηγαίνανε οι γονείς, αδέρφια, αν είχε ο γαμπρός, αδερφές, πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και της φορούσανε ένα πρόχειρο δαχτυλίδι. Βράδυ πηγαίνανε κι είχανε μεζέδες, το γλυκό… Και μετά κανονίζανε μια μέρα, θα περνούσαν τις βέρες. Τραγούδια, χοροί, βιολιά, πιάνανε τους χορούς μέσα στο σπίτι. Σηκωνότανε ο πατέρας του γαμπρού και φορούσε της νύφης και ο πατέρας της νύφης φορούσε του γαμπρού. Και τους ευχόντουσαν για τη στέψη. Τη μια Κυριακή περνούσανε τις βέρες, την άλλη φτιάνανε γλυκά, δίπλες, αμυγδαλωτά, κουραμπιέδες, τα βάζανε σε πιατέλες, τις βάζανε σε δίσκο νικέλινο με χεράκια κι από πάνω ρίχνανε μεταξωτή πετσέτα. Πηγαίνανε δέκα πιατέλες στη σειρά. Κι όταν πηγαίνανε τα γλυκά του γαμπρού στη νύφη, τότε ξεκινούσανε απ’ τη νύφη στο γαμπρό. Τα λέγανε απλάδες και τα πηγαίνανε παιδάκια. Αλλάζανε τα γλυκά.

 

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Οι αρραβωνιασμένοι όλον αυτόν τον καιρό, βλεπόντουσαν. Η νύφη πήγαινε στου γαμπρού, ο γαμπρός στης νύφης, βγαίνανε κι οι δύο μόνοι τους και πηγαίνανε επισκέψεις. Αλλ’ άμα ήταν να κάνουνε μεγάλο ταξίδι, να πάνε, ας πούμε στον Πειραιά, έπρεπε να πάει κάποιος μαζί τους. Ο αρραβώνας κρατούσε και μήνα και έξι μήνες και χρόνο, ανάλογα. Αν ήσαν έτοιμοι, παντρευόντουσαν γρήγορα, αλλιώς αργούσανε. Τα προικοσύμφωνα τα κάνανε σε συμβολαιογραφείο και γράφα­νε την προίκα στ’ όνομα του γαμπρού ή στο όνομα και των δύο μαζί. Μετά τις απλάδες, ψωνίζανε και μετά γινότανε ο γάμος. Φτιάνα­νε τη στοίβα με τα ρούχα. Καζάνια, ταψιά, ρούχα, παπλώματα, κουρελούνες, μαρούλες, κιλίμια, τσέργες, όλα. Για έπιπλα, δίνανε κομό, κασέλα, τραπέζι. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε κρεβάτια. Τα φτιάνανε με στρίποδα και με σανίδια και βάζανε ‘κει ένα στρώμα. Το φτιάνανε μόνοι τους από βαμπάκι. Και πηγαίνανε και τα ραίνανε με κουφέτες κι αν θα ‘μεναν σ’ άλλο σπίτι, τα βάζανε σ’ ένα κάρο με άλογα και τα πηγαίνανε στο σπίτι και τα ραίνανε με κουφέτες κι αμύ­γδαλα.

 

Προσκαλούσανε τους συγγενείς, αλλά τότες δεν είχανε προσκλητήρια. Πήγαινε ο πατέρας του κοριτσιού και καλούσε τους συγγενείς τους κι ο πατέρας του παιδιού πάλι τους δικούς τους. Και λέγανε, στις τάδε του μηνός θα γίνει ο γάμος! Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε! Και πηγαίνανε στον γάμο. Άλλοι πηγαίνανε δώρα, άλλοι δεν πηγαίνανε. Καμιά πιατέλα, ύφασμα, τέτοια πράματα. Κουμπάρος γινότανε ο νουνός του κοριτσιού ή του γαμπρού. Κι αν είχε πεθάνει, άλλος, ξέ­νος. Παράνυφοι γινόντουσαν μικρά παιδιά, αλλά δεν τα ντύνανε όπως τώρα. Με τα ρούχα τους. Πιο πολύ, του κουμπάρου τα παιδιά.

Τα ψωμιά του γάμου τα φτιάνανε την προπαραμονή. Πιάνανε μπροζύμι και ρίχνανε και λεφτά, καλούσανε τους γειτόνους και πιά­νανε ένα παιδί αρσενικό και του βουτάγανε το κεφάλι μέσα στη σκά­φη, στο αλεύρι. Τα ψωμιά τα κάνανε προσφορές μεγάλες και τα σκαλίζανε γύρω γύρω με το πηρόνι και τα κάνανε σαν μύλους, σαν τα πανιά του μύλου. Οι βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) είχαν ένα συνήθειο και στο ψήσιμο φέρνανε ένα ψωμί κι ένα αρνί. Εδώ όμως δεν είχαμε τέ­τοια. Το ζυμάρι του ψωμιού το ζύμων’ η μάνα του κοριτσιού. Και μετά προετοιμάζανε το γάμο. Είχανε τα σφαχτά, τα ψήνανε, βράζανε μακαρόνια στο καζάνι, είχανε και φρούτα, όχι πολλά, γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλά. Η στέψη γινόταν περσότερο στο σπίτι της νύ­φης, και στην εκκλησία, αλλά πιο πολύ στο σπίτι της νύφης.

Την ημέρα του γάμου πλενότανε η νύφη στη σκάφη και την ντύ­νανε. Τραγουδούσανε τότες τη νυφούλα:

 

Νυφούλα, τα στολίδια σου και τα διαμαντικά σου,

με γεια σου, με χαρά σου!

Ας είν’ η ώρα η καλή κι η ώρα ευλογημένη,

που την ευλόγησ’ ο παπάς με το δεξί τον χέρι.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα,

σήμερα στεφανώνεται ο αϊτός την περιστέρα.

Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ,

το κρίνο που σου δίνουμε,

να μη μας το μαράνεις!

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσει κι ο κουμπάρος!

Χρόνους πολλούς να χαίρεσαι,

με γεια σου, με χαρά σου,

και τα πεθερικά σου!

 

Της φορούσανε το νυφικό. Παλιά, είχανε ζακέτα μεσάτη, μπεζ, όλο καστίσματα κι είχανε άσπρα κάτω τα μανίκια και άσπρα στο στήθος κι από μέσα άσπρο όρθιο γιακά. Κι είχανε το τσεμπέρι το νυφικό, άσπρο. Άλλες είχανε πέπλο, αλλά πιο πολύ είχανε τσεμπέρι. Ήταν χρυσοκεντημένο. Κεντημένο με χρυσοκλωστή πίσω απ’ τ’ αυ­τιά και πίσω απ’ το κεφάλι, που ένωναν οι δύο μύτες του τσεμπεριού με άλλη καρφίτσα-χεράκι. Και μπροστά πέντε καρφίτσες και κά­τω τη μάρκα, δηλαδή καρφίτσα με τ’ όνομα αυτής που το φόραγε. Κι ήσανε χρυσά και φορούσανε και σταυρό χρυσό. Κι εκείνα πο ‘χανε πίσω από τ’ αυτιά, χρυσά ήσανε. Αυτά τα είχε πάει ο αρραβωνιαστικός στον αρραβώνα, δώρο στη νύφη μαζί με το νυφικό, δηλαδή το σα­κάκι και τη φούστα τη φαρδιά και το τσεμπέρι το νυφικό. Στις νύφες κάνανε δώρο και πολλά δαχτυλίδια. Αν είχε πολλά αδέρφια ο γα­μπρός, ο καθένας έκανε δώρο στη νύφη από ένα δαχτυλίδι. Γι’ αυτό φορούσανε πολλά δαχτυλίδια παλιά, και στα τέσσερα δάχτυλα και στα δύο χέρια. Γιατί αυτά τα φορούσαν και μετά τον γάμο. Και το τσεμπέρι το χρυσό το είχανε για καλό και το φορούσανε στις γιορτές. Κι όταν παγαίνανε στην εκκλησία, ήτανε όλες με τα τσεμπέρια τα χρυσά.

Άμα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη το χρυσό τσεμπέρι, έπρεπε η νύφη να φοράει τσεμπέρι πάντοτε. Γιατί, στα πιο νέα χρόνια, ο γα­μπρός πήγαινε στη νύφη καμιά φορά, αντί για τσεμπέρι, καπέλο και γάντια. Και τότε η νύφη, θα έπρεπε να φοράει πάντα καπέλο, όχι τσεμπέρι. Αλλά αυτό το κάνανε μερικοί πλούσιοι. Οι πιο πολλοί, στέλνανε τσεμπέρι. Και τη ντύνανε τη νύφη κοπέλες γειτόνισσες κι ήταν ένα παιδί (=αγόρι) που της φόραγε τα παπούτσια. Κι έπρεπε να έχει και τους δυο γονιούς του.

 

Ο γαμπρός φορούσε φουφούλα, γελέκο, φέσι, ζωνάρι στη μέση και μπότες από δέρμα. Η νύφη έκανε δώρο στον γαμπρό παντόφλες κεντητές, πουκάμισα, κάλτσες και πετσέτα. Όταν γινότανε ο γάμος, παίρνανε τον γαμπρό και τον κουμπάρο από το σπίτι με τα όργανα. Μπροστά πηγαίνανε οι οργανοπαίχτες. Λαούτα, βιολιά, σαντούρια. Πίσω πήγαινε ο δίσκος με τις λαμπάδες, την κουλούρα και τα κουφέτα, με το ποτήρι και τις μποτίλιες με το κρασί. Τα όργανα τα παίρνανε απ’ τον κουμπάρο. Μετά περνούσανε και παίρνανε το γαμπρό. Μετά πηγαίνανε στης νύφης και γινότανε η στέψη. Μόλις φτάνανε εκεί, ο γαμπρός καθότανε έξω. Ο πατέρας του γαμπρού έμπαινε μέσα. Η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς της κι έκλαιγε. Καθότανε στην καρέκλα κι ο πεθερός της της έδινε μια λίρα και της την έβαζε μέσα στο παπούτσι και τη σήκωνε απ’ την καρέκλα. Κι εκείνη του φίλαγε το χέρι του πεθερού. Κι όταν τη σήκων’ απ’ την καρέκλα, είχανε ένα ποτήρι μ’ αλατόνερο κι ο πατέρας της τη ράντι­ζε μ’ αυτό κι έλεγε: «νερό κι αλάτι ό,τι είπαμε». Κι έπειτα η μάνα της, τη ράντιζε κι εκείνη. Κι η νύφη έκανε μετάνοιες και φίλαγε το χέρι του πατέρα και της μάνας της. Κι ο πεθερός της την πήγαινε έξω, που την περίμενε ο γαμπρός. Και ο γαμπρός σταύρωνε την πόρτα με τη λίρα που έδωσε στη νύφη ο πεθερός της που τη σήκων’ απ’ την καρέ­κλα. Κι άμα η στέψη γινότανε στην εκκλησία, πήγαιναν μπροστά ο κου­μπάρος με τον γαμπρό κι η νύφη από πίσω με τους δικούς της. Μετά την παίρνανε οι συγγενείς του γαμπρού, όταν γινότανε η στέψη.

Άμα γινότανε η στέψη στο σπίτι της νύφης, μπαίνανε μέσα, και η μάνα της νύφης έδινε από μια κουταλιά γλυκό στον γαμπρό και στη νύφη. Τον κουμπάρο τον… γελούσε. Πήγαινε να του δώσει γλυκό, του τό ‘παιρνε, πήγαινε του δώσει, του τό ‘παιρνε, την τρίτη φορά, τό ‘βαζε αυτή στο στόμα. Και πιάνανε τα γέλια.

Μετά τη στέψη, πηγαίνανε το ζευγάρι στο σπίτι του. Κι η μάνα του γαμπρού τους έπιανε και τους δύο μαζί μ’ ένα άσπρο μαντίλι και τους πήγαινε και τους έβαζε στον καναπέ. Κι εκεί χωρίζανε οι συγγενείς. Οι συγγενείς της νύφης πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και τρώ­γανε. Και του γαμπρού, μένανε στο σπίτι του γαμπρού και χορεύανε όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Και μετά παίρνουν τον κουμπάρο και τον πηγαίνουν στο σπίτι του. Και μετά μένουν οι συμπεθέροι και χορεύ­ουν όσο θέλουν. Το ζευγάρι έμενε σπίτι του, δεν το παίρνανε. Οι συ­μπεθέροι χορεύανε με τη σειρά τον γαμπρό και τη νύφη στο καινούργιο σπίτι και μετά φεύγανε και τους αφήνανε. Βγαίνανε σε τρεις μέρες, γιατί δεν έκανε να βγουν πιο νωρίς, γιατί φυλάγανε το στεφάνι. Το γλέντι δεν κρατούσε πολύ, μια μέρα, δύο το πολύ. Και γάμοι γινόντουσαν απόκριες, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν έκανε.

Η στέψη γινότανε πάντα στο χωριό της νύφης. Άμα ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, ερχότανε μ’ ένα άλογο. Έριχνε κι ένα μπετενί κόκκινο με φούντες στο σαμάρι, γιατ’ ήτανε, βλέπεις, γαμπρός. Κι όλοι οι συγγενείς του, πάνω σε ζώα.

Τα στέφανα και τότες τα φτιάνανε από συρματάκι, ντυμένο με άσπρο και κάτι λουλουδάκια. Είχανε δύο λαμπάδες άσπρες που τις κρατούσανε ένα κορίτσι κι ένα παιδί (=αγόρι). Ο παπάς έριχνε στο ποτήρι κουμανταρία κι έδινε στον γαμπρό τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές στη νύφη και μετά του κου­μπάρου· κι έπειτα αυτός το ‘δινε πίσω, στους συγγενείς, κι όποιος προλάβαινε, το ‘παιρνε κι έπινε. Και το ψωμί το μοιράζανε. Κι όταν γυρίζανε γύρω γύρω, τους ραίνανε με κουφέτες, με ρύζι, με δεκάρες. Και το ποτήρι με το κρασί, όποιος προλάβαινε, το ‘κλεβε και το πή­γαινε σπίτι του. Τα κουφέτα του δίσκου τα μοιράζανε και τα βάζανε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έβλεπαν όνειρο οι ανύπαντρες, και λέγανε «αυτόν θα πάρω».

Μετά τη στέψη, η νύφη πήγαινε μπροστά, μαζί με τους συγγενείς του γαμπρού, και πίσω οι συγγενείς της νύφης. Όταν μπαίνανε σπίτι η νύφη κι ο γαμπρός, δίνανε μια κότα. Της δένανε κι ένα φιόγκο στον λαιμό και λέγανε στους γονείς της νύφης: «Η την κότα ή την Κατίνα», ας πούμε, «ή την κότα ή την Κατίνα»· σαν ν’ άξιζε η κοπέλα μια κότα. Και την παίρνανε την κότα οι γονείς του κοριτσιού και την τρώγανε την άλλη μέρα. Σπάζανε και ρόδι στην πόρτα κι έμπαινε η νύφη με το δεξί πόδι. Στο γλέντι, έπαιρνε ο πατέρας του γαμπρού το γαμπρό και τη νύ­φη και τους χόρευε. Κι έπειτα τους χορεύανε όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, και της νύφης οι συμπεθέροι. Κι ύστερα χορεύανε τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος καθότανε δίπλα στον γαμπρό, τρώγανε και μετά τραγουδούσανε και χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους, και στο τέλος πια, αν κανένας ήθελε, χόρευε και ζεϊμπέκικο.

Το ζευγάρι, όπως είπαμε, έβγαινε μετά το γάμο, ύστερα από τρεις ημέρες. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, η μάνα της νύφης έκανε το πρώτο τραπέζι στο ζευγάρι. Και πήγαιναν οι αδερφές της, τ’ αδέρφια του γαμπρού. Και τους έφτιανε και παστίτσιο και ψητό και μακαρό­νια και πουπέκι (=γαλακτομπούρεκο) ενώ στον γάμο δε φτιάνανε γλυκά, δεν τρώγανε, δεν χορεύανε· αλλά κανά τραγούδι, ε, το λέγανε:

 

πουλιά, και παγώνια και κανερίνια μου,

μην την εξυπνάτε την πάπια χήνα μου.

Είσαι ένας ήλιος, φεγγάρι λαμπερό.

Θάμπωσες το φως μου και δεν μπορώ να ιδώ.

 

Μετά οι νιόπαντροι βγαίνανε μαζί κανονικά πηγαίνανε στην εκκλησία και αρχίζανε τις επισκέψεις σ’ όσους είχανε πάει στο γάμο. Την Κυριακή γινότανε αυτό. Κι η νύφη έκανε δώρο στην οικογένεια του γαμπρού παντόφλες κεντητές στο τελάρο. Στον πεθερό, την πεθερά, στα κουνιάδια. Στα χρόνια μου, δεν είχα ακούσει να κοιτάζουν τα σεντόνια· Χρι­στός και Παναγία! Βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) τα κοιτάζανε και κάνανε σημαία και τραγουδάγανε. Κι άμα η νύφη δεν ήτανε εντάξει, τη διώχνανε. Εγώ όμως δεν είχα ακούσει τέτοιο πράμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά τον γάμο, πήγαινε το ζευγάρι η μάνα του γαμπρού στην εκκλησία, κι έβαζε τη νύφη στη θέση που καθότανε η ίδια. Αν δεν ζούσε, τους πήγαινε κάποιος άλλος από το σόι όμως του γαμπρού πάλι. Για ένα χρόνο μετά τον γάμο, δεν έπρεπε να πάνε σ’ άλλο γάμο ή κηδεία.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Ε’ τάξης Δημοτικού.

 

Πηγή

  •  Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Read Full Post »