Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Γκραβούρες – Ναυαρίνο (Navarino) – Ο. Dapper, 1688

Άποψη του κόλπου του Ναυαρίνου και του Νιόκαστρου σε χαλκογραφία του Ο. Dapper, 1688. Το Νιόκαστρο, το νεώτερο δηλαδή κάστρο του Ναυαρίνου, κτίσθηκε στα νότια του λιμανιού από τους Τούρκους το 1513, μετά την ήττα τους στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, για να μπορούν να ελέγχουν το νότιο πέρασμα στον κόλπο, αφού με τεχνητή επίχωση μετέτρεψαν σε αβαθές το βόρειο πέρασμα, έτσι ώστε να μη μπορούν να περάσουν από εκεί πλοία στον κόλπο. Αναστυλώθηκε από τον Μαιζών το 1829 και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Ο οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την πλαγιά του Αγίου Νικολάου, είναι προσιτός από την πλευρά του λιμανιού και από τον δρόμο προς την Μεθώνη, όπου βρίσκεται και το τουρκικό υδραγω­γείο.

Ναυαρίνο (Navarino) - Ο. Dapper, 1688

Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι το τείχος στην Ν.Δ. πλευρά, που ήταν και προσιτή από την θάλασσα. Στο ψηλότερο σημείο της τειχισμένης περιοχής βρίσκεται η εξαγωνική ακρόπολη, με ιδιαίτερα οχυ­ρωμένες τις 6 γωνίες της με προπύργια και με ψηλούς, στενούς θαλάμους στην κάθε πλευρά, που στην οροφή τους στηρίζεται η πλακόστρωτη ταράτσα για το πυροβολικό, ενισχυμένη ολόγυρα στο παρα­πέτο με πολυάριθμες καλοχτισμένες επάλξεις. Στην δυτική πλευρά του κάστρου υπάρχει ένα μικρό οχυρό, που και αυτό κτίσθηκε από τους Τούρκους, όπως και τα ερειπωμένα σπίτια και οι υπόγειες υδατοδεξαμενές. Η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κτίσθηκε από τους Φράγκους σα ναός γοτθικού ρυθμού, για να μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί.

Read Full Post »

«Νέος Ερμής ο Λόγιος», τεύχος 2 (Μάιος – Αύγουστος 2011)


 

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού νέος Ερμής ο Λόγιος.

Το κύριο αφιέρωμα του περιοδικού αναφέρεται στην εξάντληση της δυτικής ηγεμονίας, τους μετασχηματισμούς του παγκόσμιου συστήματος και την Ελλάδα. Ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο για τις ρίζες της οικονομικής κρίσης και ακολουθούν κείμενα του Τζιοβάνι Αρίγκι (Δύση και Ανατολή: κράτη, αγορές και καπιταλισμός), του Πέρυ Άντερσον (Η Βραζιλία του Λούλα), του Γιώργου Καραμπελιά (Η οικονομική κρίση και ο «καημός της ρωμιοσύνης»), του Κώστα Μελά (Γενική επισκόπηση δανεισμού και δημοσίου χρέους της Ελλάδος (1821-2010) και των Παύλου Καρανικόλα και Νίκου Μαρτίνου (Η ελληνική γεωργία μπροστά στην κρίση: προβλήματα και προοπτικές).

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος

 

Το δεύτερο αφιέρωμα περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τον οθωμανισμό. Η Ιωάννα Τσιβάκου γράφει για την θέσμιση του ιδεώδους του έθνους, ο Χαράλαμπος Μηνάογλου αναφέρεται στο τρίσημο Αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – Νεώτερος Ελληνισμός πριν τον Παπαρρηγόπουλο, ο Γιώργος Παναγόπουλος παρουσιάζει τις σχέσεις Χριστιανισμού και Ισλάμ στο ύστερο Βυζάντιο και ο Τάσος Χατζηαναστασίου γράφει για τον οθωμανισμό και τα Βαλκάνια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το δεύτερο τεύχος περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Μιχάλη Μερακλή (η αγέραστη νεότητα) για το αρχαίο ελληνικό θέατρο και τις νεώτερες αντιστοιχίες του, του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου για τον Γάλλο πρόξενο Auguste de Jassaud, του Σπύρου Κουτρούλη για τις θρησκευτικές και αξιακές προϋποθέσεις του Αμερικανισμού, καθώς και μία εκτενή μελέτη του Γιάννη Ταχόπουλου για την αυτονομία και την ετερονομία στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Τάκη Φωτόπουλου.

 Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Κάρολος Ντίκενς του Τζόρτζ Όργουελ και Χάιντεγγερ του Τζόρτζ Στάινερ), μία παρουσίαση των εκδόσεων Έρασμος και μία βιβλιοκριτική στο Επιστήμη και πολιτική της ισχύος του Χανς Μόργκενταου από τον Σπύρο Κουτρούλη καθώς και μία παρουσίαση του βιβλίου Δια τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού του Γιάννη Παπακώστα, από τον Δημήτρη Μαυρίδη. Το τεύχος κλείνει με ένα σχόλιο του Σάββα Παύλου για τις ονοματοδοσίες εντύπων, την νεοελληνική μυθολογία και τον Ερμή τον Λόγιο.

Read Full Post »

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πύρρος – Βασιλιάς της Ηπείρου (319-272 π.Χ.)


  

Πύρρος της Ηπείρου

Βασιλιάς της Ηπείρου, γιος του Αιακίδου και της Φθίας. Ανήλθε στο θρόνο της Ηπείρου αρχικά σε ηλικία 12 ετών, με τη βοήθεια του Δημητρίου, ο οποίος όμως τον έστειλε ως όμηρο στην Αίγυπτο το 298 π.Χ. Το επόμενο έτος ο Πτολεμαίος τον έστειλε πάλι στην Ήπειρο ως συμβασιλέα του εξαδέλφου του Νεοπτολέμου, τον οποίο και φόνευσε το 296 π.Χ. στη διάρκεια ενός δείπνου. Βοήθησε το Βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο εναντίον του αδελφού του Αντιπάτρου και έλαβε ως αντάλλαγμα μακεδονικές επαρχίες και την Ακαρνανία.

Παντρεύτηκε τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλέους. Ήρθε σε διαμάχη με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και από το 288 μέχρι το 284 π.Χ. ήταν Βασιλιάς και της Μακεδονίας. Τότε ηττήθηκε από τον Λυσίμαχο και περιορίστηκε στην Ήπειρο.

Φιλοδόξησε να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο και να επεκτείνει το κράτος του προς Δυσμάς. Επικεφαλής στρατού 30 χιλιάδων μπήκε στην Ιταλία περί το 280 π.Χ. Έπειτα από πολεμικές περιπέτειες πέντε ετών και μεγάλες νίκες εναντίον των Ρωμαίων, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ήπειρο περί το 275 π.Χ., μετά την ήττα στο Βενεβέντο. Ανέλαβε και πάλι εκστρατεία εναντίον του Αντιγόνου στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο. Πολιορκώντας τη Σπάρτη πληροφορήθηκε την έλευση του Αντιγόνου, έσπευσε στο Άργος, έπεσε σε ενέδρα των Σπαρτιατών και τέλος σκοτώθηκε σε οδομαχίες στο Άργος – όπως λένε από πτώση κεραμιδιού.

Ο Πύρρος είχε μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες – θεωρείται από τους πιο σημαντικούς στρατηγούς στην παγκόσμια ιστορία – ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και σφράγισε τις τελευταίες μεγάλες στιγμές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η βασιλεία του Πύρρου, εξαιρετικά πολυκύμαντη λό­γω της εκρηκτικής του προσωπικότητας, υπήρξε η σημαντικότερη περίοδος στην ιστορία της αρχαίας Ηπείρου. Το κράτος του, η συμμαχία των Ηπειρωτών υπό την κυριαρχία των Μολοσσών βασιλέων, τότε όχι μόνον απέκτησε τη μεγαλύτερή του έκταση, αλλά έγινε μια από τις πρωτεύουσες δυνάμεις του κόσμου που αναδύθηκε από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, του ελληνιστικού.

 

Η ζωή και η δράση του

 

Ο Πύρρος γεννήθηκε το 319, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου που ήταν εξάδελφός του, αφού ο πατέρας του Πύρρου, Αιακίδης, και η μητέρα του Αλεξάνδρου  Ολυμπιάδα ήταν πρώτα εξαδέλφια. Ο Αιακίδης, βασιλέας των Μολοσσών, και η γυναίκα του, Φθία, από επιφανή οικογένεια της Θεσσαλίας, είχαν επίσης δυο κόρες, τη Δηιδάμεια και την Τρωάδα.

Η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με τη ζωή του Πύρρου: μόλις δυο χρόνων φυγαδεύεται από την Ήπειρο λόγω της καθαίρεσης του πατέρα του από τους υπηκόους του (στο βασίλειο των Μολοσ­σών, με τους ιδιότυπους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, οι βασιλείς δεν ήταν ανεξέλεγκτοι)· δώδεκα χρόνων ανακτά το θρόνο· καθαιρείται ύστερα από πέντε χρόνια κατά την απουσία του· καταφεύγει, τέλος, στον άνδρα της αδελφής της Δηιδάμειας, Δημήτριο Πολιορκητή, γιο του Αντιγόνου Μονοφθάλμου, του σημαντικότερου τότε διαδόχου.

Στην αποφασιστική για τους διαδόχους μάχη της Ιψού (301) ο νεαρός Πύρρος πολέμησε γενναιότατα στο πλευρό του γαμπρού του. Παρά την αρνητική για τους Αντιγονίδες έκβαση της μάχης, ο Πύρρος δεν εγκατέλειψε τον ανήσυχο Δημήτριο. Τον ακολούθησε στην Ελλάδα και διαφύλαξε τις πόλεις που του εμπιστεύθηκε. Πιστεύεται ότι ο Πύρρος τότε ήλθε σε επαφή με τη διοίκηση πόλεων-κρατών με θεσμούς διαφορετικούς από εκείνους του βασιλείου των Μολοσσών, του οποίου η δομή στηριζόταν στα φύλα ή έθνη. Μετά το θάνατο της Δηιδάμειας ο Δημήτριος τον στέλνει όμηρο στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου (299).

A portrait of Pyrrhus of Epirus, king of Epirus, Macedon, and the Greek tribe the Molossians.

Στην αυλή της Αλεξάνδρειας ο Πύρ­ρος κέρδισε την εκτίμηση του Πτολεμαίου για την ανδρεία του, τα πνευματικά και ηθικά χαρίσματά του, πήρε την Αντιγόνη, κόρη της βασίλισσας Βερενίκης, ως σύζυγο και, τέλος, είχε την πολύπλευρη υποστήριξη του Πτολεμαίου, χάρη στην οποία επανέρχεται στην Ήπειρο, αρχικά ως συμβασιλέας (297) και σύντομα μόνος. Το 297 θεωρείται η πραγματική αρχή της βασιλείας του. Εφαρμόζοντας την πολυγαμία για πολιτικούς λόγους, όπως οι περισσότεροι βασιλείς, αρχίζοντας από τον ίδιο τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, παντρεύεται, μετά το θάνατο της Αντιγόνης που του έδωσε ένα γιο, τον Πτολεμαίο, πρώτα τη Λάνασσα, κόρη του βασιλέα των Συρακουσών Αγαθοκλή, που του δίνει προίκα την πόλη της Κέρκυρας και ένα γιο, τον Αλέξανδρο, και έπειτα δυο κόρες γειτόνων βαρβάρων βασιλέων. Από τη μια θα γεννηθεί ο Έλενος.

Επωφελούμενος της έριδας για τη διαδοχή στο θρόνο της Μακεδονίας επεμβαίνει και χωρίς πόλεμο κατορθώνει ταχύτατα να αυξήσει σημαντικά την έκταση του κράτους του προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις (295). Τότε αποκτήθηκε και η φημισμένη κορινθιακή αποικία Αμβρακία, την οποία ο Πύρρος κόσμησε με πολλά ακόμη καλλιτεχνήματα και την έκανε τη λαμπρή πρωτεύουσα των Μολοσσών μέχρι την πτώση της βασιλείας του. Μαζί, λοιπόν, με την Κέρκυρα αυτήν ακριβώς την εποχή το βασίλειο του Πύρρου περιλαμβάνει τις δυο μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του Ιονίου. Την ίδια εποχή (294) ο Δημήτριος Πολιορκητής γίνεται κύριος της Μακεδονίας. Η γειτνίαση των δυο φιλόδοξων και αρειμά­νιων ηγεμόνων δεν άργησε να πάρει τη φυσική της τροπή, δεδομένου μάλιστα ότι ο θάνατος της Δηιδά­μειας, αρκετά χρόνια πριν, είχε ακυρώσει τις μεταξύ τους συγγενικές σχέσεις.

Η σύγκρουση μεταξύ του Πύρρου και του Δημητρίου είχε ποικίλες εκβάσεις· θα αναφερθούν οι σημαντικότερες. Η Λάνασσα, η Συρακούσια γυναίκα του Πύρρου, τον εγκαταλείπει και παντρεύεται τον Δημήτριο, στον οποίο δίνει και την προίκα της, την Κέρκυρα, όπου εγκαθίσταται αμέσως μακεδονική φρουρά. Έτσι, ο Πύρρος έχει τώρα τον αντίπαλο εκτός από τα ανατολικά και στα δυτικά του. Λίγο μετά, στον εναντίον του Δημητρίου συνασπισμό, μαζί με τον Πτολεμαίο και τον Λυσίμαχο της Θράκης μετέχει και ο Πύρρος.

Ο Πύρρος εκδιώκει τον Δημήτριο από το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος των κτήσεών του και στέφεται βασιλέας της Μακεδονίας (288). Σε λίγο αποσπά και τη Θεσσαλία. Είναι τώρα ο Πύρρος κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους του ελλαδικού χώρου. Όχι, όμως, για πολύ. θα «φροντίσει» γι’ αυτό ο σύμμαχός του Λυ­σίμαχος, χρησιμοποιώντας το στρατό και την προπαγάνδα. Έτσι ο Πύρρος αναγκάζεται να αποσυρθεί με το στρατό του στην Ήπειρο χάνοντας τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία (285). Το εφήμερο των κατακτήσεων ή των σχέσεων του Πύρρου με τους άλλους ηγεμόνες ξεπερνούσε ίσως και αυτή την πραγματικότητα της εποχής του. Σε λίγα χρόνια (281), με ισχυρό στρατό και ελέφαντες, ο Πύρρος ξεκινά για τη μεγάλη περιπέτεια στη Δύση.

Μετά την επιστροφή του από την εξάχρονη εκστρατεία στην Ιταλία και τη Σικελία (φθινόπωρο 275) ο Πύρρος έφερε μαζί του στράτευμα, που για να το διατηρήσει και να το θρέψει καταφεύγει στη συνήθη πρακτική, τον πόλεμο. Στρέφεται έτσι κατά του βασιλέα της Μακεδονίας Αντιγόνου Γο­νατά (γιου του Δημητρίου Πολιορκητή), ο οποίος και θα είναι ο αντίπαλος του βασιλέα των Μολοσ­σών μέχρι το τέλος της ζωής του. Παρά τις μέτριες στρατιωτικές δυνάμεις και μέσα σε λίγες εβδομάδες κατορθώνει να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας όχι μόνο με νίκες, αλλά και χάρη στην εκτίμηση που ανέκαθεν είχαν προς αυτόν το γενναίο πολεμιστή και εξάδελφο του Αλέξανδρου αρκετοί εξέχοντες Μακεδόνες.

Αυτή όμως η κατάκτηση αμαυρώθηκε από τη σύληση των λαμπρών βασιλικών τάφων στις Αιγές από τους Γαλάτες μισθοφόρους του Πύρρου, ο οποίος ίσως από επιπολαιότητα, ίσως από ολιγωρία δεν μπόρεσε τότε να τους συγκρατήσει, «όθεν ήκουσε κακώς υπό των Μακεδόνων». Και αυτή, ωστόσο, η κατάκτηση ήταν εφήμερη.

Παράσταση από την Κάτω Ιταλία με πολεμικούς ελέφαντες – ανάμνηση από την εκστρατεία του Πύρρου. Μουσείο Βίλας Τζούλια, Ρώμη.

Λίγα χρόνια μετά (άνοιξη 272) αρχίζει τη θυελλώδη εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, όπου έμελλε να χάσει πρώτα το μεγαλύτερο γιο του Πτολεμαίο και έπειτα την ίδια του τη ζωή στο Άργος. Αποδεχόμενος πρόσκληση ενός ευγενούς Σπαρτιάτη εκστρατεύει στη Λακεδαίμονα. Στην αρχή προσπαθεί να αποκρύψει τους πραγματικούς σκοπούς του λέγοντας ότι έρχεται να απελευθερώσει τις πόλεις από τον Αντίγονο και τους Μακεδόνες και ότι σκέπτεται μάλιστα να στείλει στη Σπάρτη τα μικρότερα παιδιά του για να εκπαιδευθούν σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα. Στην επίθεση κατά της ατείχιστης πόλης αποδείχθηκε ακόμη μια φορά ο ηρωισμός των ανδρών και των γυναικών της (ακόμη και παρθένες πήραν μέρος στην απόκρουση του εχθρού και των ελεφάντων του), αλλά και οι πολεμικές ικανότητες του ίδιου του Πύρρου και του νεαρού Πτολεμαίου.

Τότε εμφανίστηκε στον Πύρρο μια νέα πρόσκληση για βοήθεια από την αντιμακεδονική μερίδα του Άργους. Ως συνήθως ο Πύρρος ανταποκρίνεται. Καθ’ οδόν προς το Άργος πέφτει σε ενέδρα του βασιλέα της Σπάρτης, κατά την οποία σκοτώνεται ο Πτολεμαίος πολεμώντας γενναία. Ο Πύρρος, ωθούμενος από τον πόνο του, ξεπέρασε τον εαυτό του: αφού πολέμησε αρχικά έφιππος, συνέχισε να αγωνίζεται πεζός προσφέροντας τη σφαγή, γράφει ο Πλούταρχος, ως προσφορά και επιτάφιο αγώνα στο νεκρό γιο του.

Ούτε, όμως, και το Άργος, κοντά στο οποίο είχε ήδη στρατοπεδεύσει ο Αντίγονος Γονατάς, μπόρεσε να καταλάβει ο Πύρρος. Ένα μέρος του στρατού με τον ίδιο επικεφαλής μπόρεσε να καταλάβει την αγορά της πόλης εισβάλλοντας νύχτα από μια πύλη του τείχους που του άνοιξαν οι Αργείοι αντιφρονούντες. Η σύγχυση επήλθε όταν ύστερα από δυσκολίες οι ελέφαντες πέρασαν τη χαμηλή πύλη και βρέθηκαν στους στενούς δρόμους του Άργους, όπου βέβαια εγκλωβίστηκαν. Μέσα στο πανδαιμόνιο, το οποίο επέτεινε η αντεπίθεση των αντιπάλων, η εντολή του Πύρρου για υποχώρηση εκτελέστηκε αντίθετα.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλουτάρχου, μια Αργεία, φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της που αντιμετώπιζε τον Πύρρο, εκσφενδονίζει εναντίον του ένα κεραμίδι χωρίς, όμως, να του επιφέρει το θάνατο. Αυτόν το θεόρατο πολεμιστή πεσμένο στο έδαφος αναγνώρισε και αποκεφάλισε τελικά ένας στρατιώτης του Αντιγόνου με δέος και τρεμάμενα χέρια. Δακρυσμένος ο Αντίγονος κόσμησε το πτώμα του αντιπάλου του, το έκαψε και παρέδωσε τη στάχτη στο νεότερο γιο του Πύρρου, Έλενο, που ακολουθούσε τον πατέρα του, για να τη φέρει στην Ήπειρο.

 

Ο Πύρρος ως άτομο

 

Οι σύγχρονοι του Πύρρου τον παρομοίαζαν στην ανδρεία και την πολεμική τέχνη με τον Αλέξανδρο και τον Αχιλλέα. Ο Αννίβας θεωρούσε «των στρατηγών πρώτον μεν εμπειρία και δεινότητι Πύρρον, Σκιπίωνα δε δεύτερον, εαυτόν δε τρίτον». Λέγεται ότι ενώ οι άλλοι βασιλείς του καιρού του έμοιαζαν στον Αλέξανδρο στα πορφυρά ρούχα, στους σωματοφύλακες («δορυφόρους»), στη στάση του κεφαλιού και στη σκληρή γλώσσα, μόνον ο Πύρρος τον θύμιζε στα όπλα, στα κατορθώματα, καθώς επίσης στην «όψιν», στην ταχύτητα και στις κινήσεις. Μιλώντας για τις πολεμικές αρετές του Πύρρου εννοούμε την ανδρεία του στις μάχες αλλά και στις στρατηγικές και τακτικές του ικανότητες, τις οποίες ο ίδιος ο βασιλέας περιγράφει στα «Υπομνήματα» που εκπόνησε. Οι νίκες του συχνά συνεπάγονταν πολλές απώλειες, σύμφωνα με την παροιμιώδη έκφραση «πύρρειος νίκη».

Όπως ο Αλέξανδρος, έτσι και ο Πύρρος είναι ποτισμένος με τον Όμηρο και τα κατορθώματα του Αχιλλέα, στον οποίο είχαν φροντίσει να αναγάγουν την καταγωγή τους οι Μολοσσοί βασιλείς. Όπως ο Αχιλλέας και άλλοι ομηρικοί ήρωες, επιζητεί μονομαχία με τον αντίπαλο αρχηγό για την τελική λύση της διαφοράς, μονομαχία την έκβαση της οποίας γράφει η απαράμιλλη πολεμική του τέχνη. Παρ’ όλο τον πόνο του πριν από την εισβολή στο Άργος προκαλεί σε μονομαχία τον Αντίγονο Γονατά, ο οποίος του απαντά αρνούμενος ότι αυτός εξαρτά τη στρατηγία του από τις περιστάσεις μάλλον παρά από τα όπλα, ενώ στον Πύρρο, αν δεν ευκαιρεί να ζει, έχουν α­νοιχθεί πολλοί δρόμοι προς το θάνατο. Αναγνωρισμένη, λοιπόν, και θαυμαστή από το πανελλήνιο η πολεμική ιδιοφυΐα του Πύρρου, δεν ήταν δυνατό να αφήσει ασυγκίνητους τους συμπατριώτες του.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πλούταρχο, επιστρέφοντας στην Ήπειρο έπειτα από κάποια λαμπρή νίκη οι Ηπειρώτες τον ονόμασαν «Αετόν» και αυτός τους απαντούσε ότι οι φτερούγες του είναι τα όπλα τους. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της προσωπικότητας του Πύρρου, σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές, είναι πως ό,τι κέρδιζε με τα κατορθώματά του το έχανε από τη ροπή του σε νέες ελπίδες και στο πάθος να αποκτήσει αυτό που δεν είχε. Τούτο είχε αποτέλεσμα να μη σταθεροποιεί και οργανώνει όσα κατά καιρούς κατακτούσε. Η έννοια της ελπίδας, γράφει ένας σύγχρονος μελετητής του Πύρρου, επανέρχεται σαν λαϊτμοτίβ στη ζωή του. Επίσης φαίνεται ότι ο αρειμάνιος αυτός βασιλέας αντιμετώπιζε με χιούμορ κάποιους που τον κακολογούσαν. Οι ιδέες του για το διάδοχό του φαίνονται σκληρές, αλλά όχι πρωτότυπες: δήλωσε ότι θα αφήσει τη βασιλεία σε όποιον από τους γιους του έχει το κοφτερότερο μαχαίρι. Εξάλλου, η μη προσήλωσή του στις δεισιδαιμονίες και στις ερμηνείες των οιωνών, αν κριθεί από τα αποτελέσματα, είχε επακόλουθο θανάτους προσφιλών του και ήττες.

 

Ο Πύρρος ως βασιλέας

 

Για να αποτιμηθεί η θέση του στην Ιστορία της Ηπείρου και της Ελλάδας θα πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι με τις κατακτήσεις του ο Πύρρος είναι ο δημιουργός της μεγάλης Ηπείρου, που περιελάμβανε τη δυτική Ελλάδα και έφθανε πολύ βορειότερα της Επιδάμνου (Δυρραχίου). Έως τότε η Ήπειρος διαδραμάτιζε γενικά παραπληρωματικό (ή συμπληρωματικό, δεν έχει σημασία) ρόλο στην ελληνική Ιστορία. Οι αρχαίοι συγγραφείς, που έχουν διασωθεί και αποτελούν τις κύριες πηγές μας, την ανέφεραν εφόσον εμπλεκόταν στις δραστηριότητες της Αθήνας, της Μακεδονίας ή όποιας άλλης μεγάλης δύναμης. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και περιοχές είτε στην Ελλάδα είτε στη Μ. Ασία είτε αλλού: η Ιστορία τους μας είναι γνωστή εφόσον αυτή συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την Ιστορία των πρωταγωνιστριών δυνάμεων.

Σήμερα δεν περιοριζόμαστε πλέον στις αποσπασματικές και όχι πάντα ασφαλείς μαρτυρίες των ιστορικών, αφού η κάθε πόλη ή περιοχή έχει να επιδείξει τη δική της ιστορική συγγραφή χάρη στον πλούτο και το πλήθος των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών της που προσφέρουν αυτούσια άρα βέβαιη ιστορική πληροφόρηση.

Έτσι και όλη η Ήπειρος χάρη στις χιλιάδες των επιγραφών της μας έχει ήδη αποκαλύψει ή πρόκειται να μας αποκαλύψει πολλές πτυχές του δημόσιου και ιδιωτικού της βίου. Ο Πύρρος με τη δράση του στην Ελλάδα και τη Δύση ήταν ο πρώτος βασιλέας που οδήγησε την πατρίδα του να πρωταγωνιστήσει στην ελληνική Ιστορία, όταν η Μακεδονία ήταν αδύναμη και υπέφερε από εσωτερικά προβλήματα, ενώ για την Αθήνα ή τη Σπάρτη δεν μπορούσε τότε να γίνει λόγος. Υπήρχαν δηλαδή τότε οι κατάλληλες συνθήκες: και η ρωμαλέα προσωπικότητα και το ιστορικό κενό. Ήταν ο Πύρρος και ικανός πολιτικός; Το θέμα έχει επανειλημμένα απασχολήσει την έρευνα χωρίς να υπάρχει ομοφωνία. Αρκετοί πάντως δέχονται ότι παρ’ όλη την πολυπραγμοσύνη του οι ενέργειές του τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Δύση δεν φαίνεται να στερούνται σχεδιασμών και οραμάτων. Ο θρύλος που τύλιξε ήδη από την αρχαιότητα πολλές πλευρές της προσωπικότητας του Πύρρου (του αποδόθηκαν ακόμα και θεραπευτικές και μαγικές ιδιότητες) συνετέλεσε να έχουμε αρκετά φιλολογικά κείμενα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τα αναμφισβήτητα τεκμήρια, δηλαδή τις επιγραφές και άλλα ευρήματα. Έτσι, το κεφάλαιο «Πύρρος» παραμένει, όπως και τόσα άλλα, ανοιχτό.

 

 Βάσα Κοντορίνη

 Καθηγήτρια Επιγραφικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Πύρρος: στα χνάρια του Μεγαλέξανδρου », τεύχος 37, 29 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »

Ηραία


 

Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα – Ηραία τα εν Άργει

 

Ήρα. Ρωμαϊκό αντίγραφο 450 – 400 π.Χ. Museo Archeologico Nazionale, Naples.

Οι Πανελλήνιοι αλλά και οι κατά τόπους καθιερωμένοι αθλητικοί αγώνες των αρχαίων Ελλήνων, δημιούργημα του ελεύθερου ελληνικού πνεύματος αλλά και του ηρωικού τρόπου αντίληψης της ζωής,  ήσαν στενά συνδεδεμένοι με την έντονα φυσιοκρατική αρχαία θρησκεία τις αναγεννητικές δυνάμεις της φύσης, τα κατορθώματα των θεών κατά των Γιγάντων αλλά και τη λατρεία των ηρώων, τα κατορθώματα των οποίων ύμνησαν και τα έκαναν τραγούδι ο Όμηρος και οι ένθεοι ποιητές.

Στο Άργος, την εύφορη Ιναχία χώρα, τη «φιλτάτη» πόλη της Ήρας, οι αθλητικοί αγώνες ήταν συνδεδεμένοι με τη λατρεία της μεγάλης «Πότνιας» θεάς της φύσης, της Ήρας, η λατρεία της οποίας μαζί με του Δία, αναφέρεται στις μυκηναϊκές πινακίδες Γραμμικής Β’ γραφής της Πύλου και της Θήβας. Η λατρεία της προελληνικής αυτής θεότητας με τα πολλά έκθετα έχει βαθιές ρίζες στην Αργεία χώρα και αποτελεί την προσωποποίη­ση των αειφόρων, αναγεννητικών φυ­σικών δυνάμεων της Πλουτοδότρας φύσης, η οποία κάθε χρόνο με τις ζωογόνες της δυνάμεις σκορπίζει τη θεϊκή ευλογία πάνω στη Μητέρα Γη, με την οργιώδη βλάστηση, την ανθοφο­ρία της Άνοιξης και την καρποφορία με τον πλούσιο αμητό.

Την Άνοιξη, όταν η φύση έβρισκε «τη γλυκιά και την καλή της ώρα» τελούνταν θρησκευτικές τελετουργίες προς τιμήν της μεγάλης Πότνιας (παντοδύναμης) Θεάς, κατά τις οποίες ελάμβανε χώρα η Επιφάνεια της θεότητας, όπως θριαμβευτικά εικονίζεται στο μεγαλύτερο χρυσό, μυκηναϊκό δαχτυλίδι της Τίρυνθας, η Summa Theologica, τα άγια των αγίων της μυκηναϊκής θρησκείας, όπου εικονίζεται η Θεά της φύσης, καθισμένη σε θρόνο και με το δε­ξιό ανυψωμένο χέρι κρατάει το ποτήριο της «Θείας Κοινωνίας», ενώ προ­σέρχονται σε πομπή τα ιερά της πα­ντοδύναμα ζώα, σύμβολα των φυσικών δυνάμεων, ανθρωποειδείς λεοντοδαίμονες που βαστάζουν τις τελε­τουργικές πρόχους προσφορών (χάλ­κινα αγγεία-κανάτες) έτοιμοι να προ­σφέρουν τη «θεία Ευχαριστία» στη μεγάλη πότνια θεά της φύσης.

 

Το μεγάλο χρυσό δακτυλίδι της Τίρυνθας (16ος – 15ος αι. π.Χ.). Η θεά της φύσης, καθιστή σε θρόνο, κρατάει το ποτήριο της «θείας κοινωνίας». Οι λεοντοδαίμονες σε πομπή κρατούν πρόχους, τελετουργικά αγγεία προσφορών.

 

Σύμφωνα με την παράδοση ο Ίναχος και οι συνδικαστές του Κηφισσός και Αστερίωνας αποφάσισαν η χώρα να ανήκει στην Ήρα και όχι στον Ποσειδώνα, και η «Ζευξιδία και Ζυγιά» Ήρα δίδαξε τους κατοίκους του Άργους πως να ζεύξουν τα ιερά της ζώα, τις λευκές αγελάδες, και να μάθουν να καλλιεργούν τη γη, για να ανθοφορεί και να καρπίζει το σιτάρι, και για τον λόγο αυτό λατρευό­ταν την άνοιξη στο Άργος κυρίως ως Ήρα Άνθεια, με τελετουργικούς χορούς γυναικών που κρατούσαν κλαδιά στα χέρια.

  

Στο Ηραίο του Άργους

 

Ως σύζυγος του Δία στην κορυφή της πυραμίδας του Δωδεκαθέου η Ήρα εκ­προσωπούσε και προστάτευε τη θεϊκή και ανθρώπινη τάξη, προστάτρια του γάμου και της οικογένειας, κρατούσε σταθερά «τας κλείδας του γάμου» και ήταν αυστηρή, αμείλικτη τιμωρός στους επίορκους, όπως συνέβη με την ιέρειά της την Ιώ, που συνευρέθηκε με τον Δία, την οποία καταδίωξε μέχρι τέλους και τη μεταμόρφωσε σε δαμάλα. Αλλά η Ήρα είχε λάβει μέρος στη Γιγαντομαχία και ήταν και πολεμική θεά. Στο ιερό της ήταν αφιερωμένο το ακαταμάχητο όπλο, η ιερή ασπίδα του Δαναού, μετά τον θάνατο του οποίου ο Λυγκεύς την έδωσε στο γιο του και βασιλιά του Άργους  Άβαντα, ο οποίος με το ιερό αυτό όπλο, το παλλάδιο της Ήρας, ήταν αήττητος, ενώ σύμφωνα με τον μύθο οι γιοι του Άβαντα Προίτος και Ακρίσιος πολέμησαν μεταξύ τους για πρώτη φορά με ξύλινες ασπίδες.

 

Χάλκινη Υδρία, 470- 460 π.Χ., έπαθλο στους αγώνες των Ηραίων του Άργους. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

 

Η ασπίδα, το ιερό σύμβολο, παλλά­διο της Ήρας, δινόταν ως έπαθλο, ανά­μεσα σε άλλα βραβεία, στους νικητές των αγώνων, που ελάμβαναν χώρα στο Ηραίο του Άργους, το μεγαλύτερο θρησκευτικό κέντρο της Αργολίδας των ιστορικών χρόνων, που αναπτύ­χθηκε όταν οι Αργείοι κυριάρχησαν δυναμικά επί των άλλων πόλεων και κωμών της Αργολίδας και γύρω από το ιερό, στο οποίο μεταφέρθηκε και το πανάρχαιο ξύλινο άγαλμα (ξόανο) της Ήρας από την Τίρυνθα, δημιούργησαν μια θρησκευτική και πολιτική αμφι­κτιονία καθοριστικής σημασίας για την πολιτική ενοποίηση της Αργείας χώρας.

Το ιερό εγκαθιδρύθηκε στο μέ­σον και στα βόρεια του αργολικού πε­δίου, στην ευρύτερη περιοχή των Μυ­κηνών, στην πανάρχαια Πρόσυμνα, πάνω σε ήρεμο λόφο, σε παλαιό χώρο λατρείας και κάτω από το βουνό της Εύβοιας (=βουνό με τις όμορφες αγελάδες, τα ιερά ζώα της Ήρας) από όπου ο προσκυνητής και επισκέπτης βιώνει τη θεϊκή γαλήνη του απαράμιλλου κάλλους φυσικού τοπίου που περιστοιχίζεται κυκλικά από τις θεϊκές κορυφογραμμές των βουνών και απλώ­νεται ήρεμα γύρω από το μητρικό της Αργολίδας κόλπο.

Στον μοναδικό αυτόν ιερό χώρο με τα πρωτοφανή αρχιτεκτονήματα της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, που απέχει σαράντα πέντε στάδια, οκτώ χιλιόμετρα, βορειοανατολικά από το Άργος, ελάμβαναν χώρα θρησκευτικές τελετουργίες της μεγάλης θεάς του Άργους, της Ήρας και αγώνες με πανελλήνια ακτινοβολία, οι οποίοι στη διαχρονική τους εξέλιξη ονομάζονταν Ηραία, Εκατόμβοια και η εξ Άργους ασπίς.

Οι αγώνες αυτοί συνδέ­ονταν επίσης με την ηρωική λατρεία των ένδοξων ηρώων του Άργους που έλαβαν πρωταρχικά μέρος στον Τρωι­κό πόλεμο και τα κατορθώματά τους εξυμνούν τα ομηρικά έπη, αλλά και των αριστοκρατικών γενών, όπως σαφώς προκύπτει από τον μεγάλο, ταφικό, πιθοειδή αμφορέα της ύστερης γεωμετρικής εποχής που απεικονίζει πα­ράσταση πάλης, προφανώς σε επιτάφιους αγώνες.

 

Η ιερή πομπή

 

Στην εορτή της Ήρας, η ιερή πομπή ξεκινούσε από το Άργος. Προπορεύο­νταν οι νέοι που βρίσκονταν στην ακ­μή της ήβης με την ιερή χάλκινη ή χρυσή ασπίδα, το ιερό σύμβολο, παλλάδιο της θεάς, που την είχαν κατεβά­σει (καθαιρέσει) από τον ιερό οχυρό τόπο της Λάρισας του Άργους, που έφερε και το όνομα Ασπίδα. Την ασπί­δα κρατούσε ο πιο άξιος από τους νέους και ήταν μεγάλη τιμητική διάκρι­ση μεταξύ των νέων η θρησκευτική αυτή επιλογή.

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

Από τη διαδικασία αυτή προέρχεται η αρχαία αργείτικη παροι­μία: «Άξιος ει της ασπίδος» (=είσαι άξιος να σηκώσεις την ασπίδα, δηλ. εί­σαι ο πρώτος!). Στη συνέχεια ακολου­θούσε η ιέρεια της Ήρας πάνω στο άρ­μα που το έσυραν δυο λευκές αγελάδες, τα ιερά ζώα της Ήρας, τα εκατό βόδια για την πάνδημη θυσία, οι αρχές της πόλης και το πλήθος των προ­σκυνητών που συμμετείχε σε κοινό συμπόσιο, (τη δημόσια θοίνη) μετά τη θυσία.

Η ιερή αυτή πομπή είχε συνδεθεί στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δυο παλληκαριών – αθλητών της ιέρειας Κυδίππης, οι οποίοι επειδή οι αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της Θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δυο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέ­ντε στάδια, οκτώ χιλιόμετρα, ως το Ηραίο. Μετά τον ιερό αυτό άθλο, όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότη­τα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο. Οι Αργείοι τίμησαν τα δυο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς και ανάγλυφη παράσταση, απεικόνι­ση του άθλου με το άρμα στην Αγορά του Άργους.

Τα Ηραία τελούνταν ήδη από τη γεωμετρική – αρχαϊκή εποχή, ήταν αρχι­κά τριετηρική εορτή και στη συνέχεια πεντετηρική (κάθε πενταετία) και εορτάζονταν στο τέλος Ιουνίου – αρχές Ιουλίου. Την παλιότερη γραπτή μαρ­τυρία για τους αγώνες αποτελεί το επιτύμβιο επίγραμμα του τέλους 6ου – αρχές 5ου π.Χ αι. του «αεθλοφόρου» (h)Υσεμάτα, οποίος έπεσε στη μάχη (εν πολέμω ήβαν ολέσαντα)  και έλαβε την ύψιστη τιμή να ταφεί δίπλα στον ιππόδρομο (πέλας ιπποδρόμιο).

 

Οι αγώνες

 

Στα Ηραία ετελούντο αγώνες δρόμου, σταδίου, οπλίτη, δόλιχου, το πένταθλο (δρόμος, άλμα, ακόντιο, δίσκος και πάλη), μουσικοί και δραματικοί αγώνες, αρματοδρομίες και ιππικοί αγώνες. Οι αθλητές ελάμβαναν ως βραβείο στε­φάνι μυρτιάς και χάλκινα έπαθλα (βραβεία) ασπίδες, τρίποδες, λέβητες και υδρίες. Από τα χάλκινα βραβεία τα Ηραία ονομάζονταν ποιητικά και «χάλκεος αγών». Τα παλιότερα χάλκινα έπαθλα, που έχουν σωθεί ως κτερίσματα τάφων των αθλητών ή των απογόνων τους, χρονολογούνται στα 470 – 430 π.Χ. και φέρουν την επιγραφή: «Παρ(h)Ηρας (εμί των) αέθλων», όπως οι χάλκινες υδρίες στα Μουσεία της Νέας Υόρκης, της Άγκυρας και της Κοπεγχάγης, ο λέβης από τάφο της Αθηνάς στο Βρε­τανικό Μουσείο και ο μοναδικά ακέραιος, χάλκινος τρίποδας που βρέθηκε από τον Μανόλη Ανδρόνικο στο τάφο του Φιλίππου του Β’ στη Βεργίνα (δηλ. τις αρχαίες Αιγές, την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, το όνομα της οποίας κατά ανεξήγητο(!) τρόπο έχει (θαφτεί) εξαφανιστεί από τον σύγχρονο χάρτη της πατρίδας μας) και χρονολογείται στο β’ μισό του 5ου π.Χ. αι.

Ο ενεπίγραφος αυτός τρίποδας – έπαθλο (τρα­νταχτή απόδειξη της αυτονόητης ελληνικότητας των Μακεδόνων) αποτε­λεί προγονικό βραβείο της βασιλικής οικογένειας των Μακεδόνων που κα­ταγόταν από το Άργος, το βασιλικό γέvος των Τημενιδών, και έλαβε προφανώς μέρος στους αγώνες των Ηραίων του Άργους όπως και στους  Ολυμπιακούς Αγώνες, προφανώς στα χρόνια του βασιλιά Περδίκκα του Β’ (454- 413 πΧ). Το έπαθλο – κειμήλιο αυτό εκα­τό χρόνια περίπου αργότερα τοποθε­τήθηκε (ως τιμητικό κτέρισμα στον ασύλητο βασιλικό τάφο των Αιγών(Βεργίνας) που αποδίδεται στον Φίλιπ­πο το Β’. Δυστυχώς οι αρχαιολογικές συγκυρίες δεν μας έχουν χαρίσει ακό­μη το κατ’ εξοχήν έπαθλο των Ηραίων του Άργους, μια χάλκινη ασπίδα, ενώ εικονίζεται σε παραστάσεις μνημείων.

Ο αργείτικης καταγωγής βασιλιάς της Σαλαμίνας της Κύπρου Νικοκρέων (322-310 π.Χ.) τιμήθηκε με χάλκινο ανδριάντα στο Άργος για τον κυπριακό χαλκό που έστειλε για τα χάλκινα βραβεία των Ηραίων του Άργους. Τα Ηραία του Άργους στον 4ο – 3ο αιώνα ονομάζονται Εκατόμβοια από τη θυσία των εκατό βοδιών για την πάνδη­μη συμμετοχή των προσκυνητών στις εορτές της Ήρας. Παρά το ότι τα Ηραία του Άργους δεν ήταν καθιερω­μένα επίσημα ως πανελλήνιοι αγώνες είχαν λόγω της μυθικής, ηρωικής και επικής παράδοσης πανελλήνια ακτινοβολία. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής στα 303 π.Χ. κήρυξε τους αγώνες στα Ηραία, ενώ οι Ατταλίδες της Περγά­μου νίκησαν πολλές φορές σε αρματοδρομίες.

Από τα μέσα περίπου του 3ου αι. π.Χ. τα Ηραία εορτάζοντο στο Άργος μαζί με τα Νέμεα (την τέλεση των οποίων οι Αργείοι είχαν μεταφέ­ρει στο Άργος) και ονομάζοντο: «Ηραία τα εν Άργει». Στα Ηραία τα εν Άργει και τα Νέμεα συμμετείχε στα 209 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Ε’ με δυο αγωνίσματα. Οι αγώνες των Ηραίων και Νεμέων στο Άργος ετελούντο τους μήνες Ιούνιο – Ιούλιο στο στάδιο που αναφέρει ο Παυσανίας, τη θέση του οποίου ταυτίσαμε ΒΔ του Προφήτη Ηλία (λόφου της Δειράδος). (Σήμερα δυστυχώς κατά μήκος της βόρειας πλευράς του σταδίου που έτρε­χαν οι αθλητές διέρχονται πάνω σε ασφαλτόδρομο τα τροχοφόρα! «Αιδώς Αργείοι!»).

Έvας ακόμη δρόμος (=στίβος αρχαίου σταδίου) του 1ου αι. π.Χ. έχει βρεθεί στην αγορά του Άργους, όπου εγυμνάζοντο οι νέοι του Άργους και οι αθλητές. Από τον 1ο αι. μ.Χ. και εξής τα Ηραία του Άργους αναφέρονται ως: «Η εξ Άργους ασπίς» από τη χάλκινη ασπί­δα – έπαθλο των νικητών που είχε ιδι­αίτερα θρησκευτικό ιερό νόημα για το Άργος, στην ακρόπολη του οποίου (στη Λάρισα) υπήρχε ιερός οχυρός χώρος με το όνομα Ασπίδα. Από την έρευνα λανθασμένα έχει συσχετισθεί στο παρελθόν αλλά και στο παρόν το καθιερωμένο αγώνισμα του εφίππου ακοντισμού της ασπίδας των Παναθη­ναίων με τους αγώνες στα Ηραία του Άργους, την εξ Άργους ασπίδα.

 

Ονόματα πρωταθλητών

 

Στεφάνια ελιάς και αργιοσέλινου σε τμήμα βάσης που έφερε άγαλμα αθλητή, δρομέα, ο οποίος νίκησε στην Ολυμπία, στα Ηραία και σε άλλους αγώνες, 3ος αι. π.Χ. Το όνομα του δεν διασώθηκε. Μουσείο Άργους.

Πολλοί σπουδαίοι αθλητές στους πα­νελλήνιους αγώνες, από την ηπειρωτι­κή Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, συμμε­τείχαν και στα Ηραία του Άργους, όπως ο Ολυμπιονίκης πυγμάχος Διαγόρας o Ρόδιος τον οποίο γνώρισε «ο εν Άργει χαλκός». O Πίνδαρος με τους επινίκους ύμνους έκανε αθάνατες τις νίκες των αθλητών, ενώ οι μεγάλοι γλύπτες και χαλκοπλάστες με πρώτο τον αργείο Πολύκλειτο με τον Δορυ­φόρο, αποθέωσαν το κάλλος του αθλητικού σώματος. Εδώ θεωρούμε απα­ραίτητο να αναφέρουμε τους Αργείους αθλητές που νίκησαν στα Ηραία και διασώθηκαν τα ονόματά τους:

Ο παλαιστής Θεαίος Αργείος, που νίκησε και στα Νέμεα και o Πίνδαρος του έγραψε επίνικο (Νεμεόνικος Χ).

Ο παλαιστής Πρατέας Αισχύλου (4os αι. π.Χ.) που νίκησε σε πολλούς αγώνες και στα Ηραία, του οποίου εί­χε στηθεί χάλκινο άγαλμα στο Άργος.

O παλαιστής Αισχύλου Πρατέα, γιος του προηγούμενου.

Ένας άλλος δρομέας αργείος, ολυμπιονίκης και πολυνίκης σε πλήθος αγώνων, νίκησε στα Ηραία δυο φορές στον δίαυλο και δυο στον οπλίτη δρό­μο αλλά το όνομά του μας είναι άγνωστο (τέλος 3ου αι. π.Χ). Δυστυχώς ένα πλήθος ξακουστών αθλητών το αφάνι­σε o χρόνος αλλά o αγώνας τους είναι παράδειγμα προς μίμηση και παρακα­ταθήκη για τους μεταγενέστερους.

Εδώ κρίνουμε απαραίτητο να αναφέρουμε επίσης και τρεις ξακουσμένους Αργείους δρομείς:

Ο σταδιοδρόμος Λάδας ξακουστός για τη μεγάλη του ταχύτητα στον οποίο οι Αργείοι είχαν στήσει τον χάλκινο ανδριάντα στον ναό του Λυκείου Απόλλωνα.

Το δολιχοδρόμο Αγέα, ο οποίος στην 113η Ολυμπιάδα, το 328 π.Χ. αφού νίκησε στην Ολυμπία στον δόλιχο (αγώνα δρόμου αντοχής) αυθημερόν διέτρεξε τη μεγάλη απόσταση από Ολυμπία στο Άργος (140 χιλιόμετρα περίπου) και ανήγγειλε ο ίδιος τη νίκη του.

Ο δολιχοδρόμος Δρύμος τον 4ο π.Χ. αιώνα διέτρεξε αυθημερόν την απόσταση από την Ολυμπία ως το ιερό του Ασκληπιού της Επιδαύρου όπου ανήγγειλε την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων.

 

Ακόμη παρούσα

 

Επιτύμβια στήλη του Κορίνθιου Λεύκιου Κορνήλιου, όπου νίκησε στους αγώνες των Ηραίων τον 2ο αι. μ.Χ. δύο φορές. Μουσείο Ισθμίας.

Οι Αργείοι πιστοί στους πανάρχαιους θρησκευτικούς και πολιτικούς θεσμούς της πατρίδας τους συνέχισαν τους αγώνες ως τον ύστερο 4ο μ.Χ. αιώνα και σύμφωνα με επιστολή που αποδίδεται στον Ιουλιανό, την ανεξι­θρησκία του οποίου πολέμησαν με πάθος οι εκπρόσωποι της νέας θρησκείας, οι Αργείοι απηλλάγησαν από συ­νεισφορά για την τέλεση των Ισθμίων διότι «οι Αργείοι την των Νεμέων συγκροτούσιν πανήγυριν».

Με την κατάρ­γηση των Ολυμπιακών και λοιπών αγώνων από τον Θεοδόσιο τον Α’ το 393 μ.Χ., οι πανηγύρεις στις θρησκευτικές εορτές στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή συνεχίζονταν με τον αρχαίο λατρευτικό τρόπο με χορούς και τραγούδια αλλά και αγωνίσματα, όπως στην εορτή του Αϊ Γιώργη και στα κλέφτικα λημέρια, παρά τις απαγορεύσεις και τους εξορκισμούς των εκπροσώπων της νέας θρησκείας, κατά των πιστών και κατά της «ειδωλολατρίας», με αποτέλεσμα το εθνικό μας όνομα Έλλην στη βυζαντινή εποχή να χάσει το νόημά του και να σημαίνει ειδωλολάτρης, δεν έφεραν αποτέλεσμα.

Έπειτα από χίλια χρόνια περίπου ο φιλόσοφος του Μυστρά, ο σοφός Πλήθων ο Γεμιστός αποκατέστησε το όνομά μας,  την ταυτότητά μας διακηρύσσοντας ότι: «Έλληνες εσμέν το γένος».

Ο τρόπος λατρείας στη θεότητα δεν επι­βάλλεται άνωθεν με δογματικές επιταγές, αλλά από την ιδιοσυγκρασία και τη θρησκευτική ευαισθησία του κάθε λα­ού που διαμορφώνεται αβίαστα μέσα στο φυσικό περιβάλλον που κινείται και αναπνέει. Και σήμερα στην Αγία Παρασκευή της Μυτιλήνης και στην εορτή – της Παναγίας τον δεκαπενταύ­γουστο στην Ίμβρο και αλλού, οι Έλληνες θυσιάζουν τον ταύρο για την κοινή συμμετοχή των πιστών στην εορτή, όπως γινόταν από τα αρχαία χρόνια στην εορτή της Ήρας και ακολουθούν τραγούδια και χοροί. Κανένας εκπρόσωπος της  εκκλησίας φυσικά δεν τολ­μάει σήμερα να καταδικάσει τον πα­νάρχαιο αυτό τρόπο λατρείας και έθιμο ως ειδωλολατρία.

Σήμερα στον κάμπο της Αργολίδας το ιερό της Ήρας το δια­δέχθηκαν οι πολυάριθμοι ναοί της Παναγίας και τα πανηγύρια συνεχίζονται ως αδιάσπαστη συνέχεια των αρχαίων εορτών και πανηγύρεων, με το ίδιο μά­λιστα όνομα με χορούς και τραγούδια. Είναι άκρως συγκινητικό ότι και σή­μερα ακόμη η μεγάλη θεά του Άργους, η Ήρα, που κρατούσε τα κλειδιά του γάμου, κατά τις τελετές του γάμου εί­ναι παρούσα. Λίγο πριν την τελετή η μητέρα του γαμπρού, σύμφωνα με το έθιμο βάζει στην τσέπη του γαμπρού ένα κλειδί (!) ενώ από το στενό περιβάλλον του ζευγαριού την ώρα της τελετής κλειδώνουν με κλειδί μια κλει­δαριά, για να μην διαλυθεί ο γάμος.

Τελικά όσες πόρτες και να έκλεισε ο χριστιανισμός στην αρχαία θρησκεία αυτή μπήκε από το παράθυρο (!) με αποθέωση τη μαγευτική τελετή του Επιταφίου της Μεγάλης Παρασκευής, διότι η αρχαία θρησκεία εκπροσωπούσε τις φυσικές δυνάμεις που είναι πάντοτε παρούσες. Ο αρχαίος τρόπος λατρείας της θεότητας, με χορούς, τραγούδια, και αγώνες κατά περίπτωση, αποτελεί τρανή απόδειξη του ελληνικού τρόπου αντίληψης για τη ζωή, με βασικές αξίες, την ελευθερία (θρησκευτική και πολιτική), τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τους αγώνες με την ευγενή άμιλλα των αθλητών μακριά από τη σύγχρονη διαστρεβλωμένη αντίληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του πρωταθλητισμού και των αναβολικών.

 Χρήστος  Πιτερός

Αρχαιολόγος

 

 

Βιβλιογραφία


  •  Ρ. Amandry «Sur les Concours Argìens» B.C.H. Suppenphtum, VI, 1980.
  •  X. Πιτερός, «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους». Πρακτ. Β’ Τοπ. Συν. Αργο­λικών Σπουδών 1981.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Επτά Ημέρες, «Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα», Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Άργος (Βασιλιάς του Άργους)


 

Ο Άργος ήταν ο τέταρτος κατά σειρά μυθικός βασιλιάς του Άργους, στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να αποκλείουμε και τις άλλες εκδοχές, οφείλεται η ονομασία της πόλεως [1], η οποία φέρει από εκείνους τους χρόνους μέχρι σήμερα το ίδιο πολυθρύλητο όνομα.

Κατά τον Ακουσίλαο [2], ήταν γιος  του Δία και της Νιόβης [3], της πρώτης θνητής γυναίκας με την οποία συνευρέθηκε ο Δίας. Ήταν εγγονός του Φορωνέα εκ θηλυγονίας και ανιψιός του Άπι [4], τον οποίο και διαδέχτηκε στη βασιλεία του Άργους [5]. Ο Άργος παντρεύτηκε την Ευάνδη, κόρη του Στρυμόνα και της Νεαίρας [6] (σύμφωνα με άλλη εκδοχή τη Πειθώ), και απέκτησαν πέντε παιδιά : τον Έκβασο, τον Κρίασο, τον Πείρασο (ή Πείρανθο ή Πείραντα, ή Πειρήνα), τον Επίδαυρο και τον Λίκυμνο, (κατά άλλους την Τίρυνθα).

Ο Άργος παρουσιάζεται και ως επώνυμος ήρωας του Άργους εξαιτίας των κατορθωμάτων του. Ειδικότερα, λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που δίδαξε την καλλιέργεια των δημητριακών, του σίτου και εξασφάλισε σπόρους από τη Λιβύη. Θέλοντας οι Αργείοι να τον τιμήσουν για τις πράξεις του αφιέρωσαν το άλσος γύρω από την πόλη και ανήγειραν γι’ αυτόν τύμβον, δηλαδή ταφικό μνημείο.  

Επιπλέον, ο Άργος εξετέλεσε και πολλούς άθλους, όπως το φόνο του Αρκαδικού Ταύρου, το φόνο της Εχίδνας, η οποία ήταν κόρη του Φόρκυος και της Κητούς (σύμφωνα με άλλη εκδοχή ήταν κόρη του Τάρταρου και της Γης), και το μισό σώμα της ήταν παρθένο με αστραφτερά μάτια, ενώ το άλλο μισό ήταν φίδι καλυπτόμενο από ακανθώδεις φωλίδες, αυτή κατασπάραζε τους περαστικούς. Αυτή την πέτυχε στον ύπνο και την ξέκανε. Τέλος, δάμασε το Σάτυρο, ο οποίος αφαιρούσε τα βοσκήματα των Αρκάδων και εκδικήθηκε για το φόνο του Άπιδος, σκοτώνοντας τους υπεύθυνους.

Υπάρχει και μία δεύτερη εκδοχή όπου οι συγκεκριμένοι άθλοι αποδίδονται στον Άργο τον Πανόπτη, ο οποίος ήταν εγγονός του Έκβασου, γιος του Αγήνορα. Λέγεται ότι, ο Άργος ο Πανόπτης είχε σε όλο του το σώμα μάτια (ή σε όλο του το κεφάλι), τα οποία άνοιγαν κατά την ανατολή των άστρων και έκλειναν κατά τη δύση. Ήταν ισχυρός, είχε πάρα πολλή δύναμη και πιστεύεται ότι ο Πανόπτης ελευθέρωσε τη Πελοπόννησο από τα τέρατα και τα άγρια ζώα.

Για την εκδοχή αυτή στην Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», σελ. 167, τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986, διαβάζουμε: Το να είναι ο Πανόπτης Άργος άλλος από τον βασιλιά Άργο δεν είναι πιθανόν αν σκεφτούμε το εξής: η εκδίκηση για το φόνο του Άπη, του άκληρου βασιλιά, ταιριάζει στο γιο της αδερφής του, που γίνεται και διάδοχός του και όχι σε έναν ήρωα τέταρτης γενιάς. Ακόμη, όλα αυτά τα ανδραγαθήματα αρμόζουν σε έναν ήρωα και όχι σε ένα τέρας. Από αυτά η εξόντωση του ταύρου της Αρκαδίας είναι ίσως  το πρότυπο για την εξόντωση του ταύρου του Μαραθώνα από τον Θησέα, ενώ ο τρόπος που ο Άργος  σκοτώνει την Έχιδνα, μας θυμίζει τον άθλο του Περσέα με τη Μέδουσα.

Από τον Άργο κατάγεται η φυλή Αργαδείς. Τον βασιλιά Άργο τον διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του Έκβασος.       

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Από αυτή την πόλη ο Όμηρος ονομάζει όλους τους Έλληνες Αργείους, διότι για τον επικό ποιητή, Άργος σημαίνει ό,τι ακριβώς και Ελλάς.

[2] Ο Ακουσίλαος ήταν ιστορικός, μυθογράφος και φιλόσοφος του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος έγραψε το έργο «Γενεαλογίες», από το οποίο έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα.

DIOG. I, 41-42 (7 Weise). Ἔνιοι προστιθέασιν ᾿Ακουσίλαον Κάβα ἢ Σκάβρα ᾿Αργεῖον. (42) ῞Ερμιππος δ᾿ ἐν τῶι Περὶ τῶν σοφῶν (fr. 8; FHG III, 37) ἑπτακαίδεκά φησιν, ὧν τοὺς ἑπτὰ ἄλλους ἄλλως αἱρεῖσθαι· εἶναι δὲ Σόλωνα, Θαλῆν, Πιττακόν, Βίαντα, Χίλωνα, (Μύσωνα), Κλεόβουλον, Περίανδρον, ᾿Ανάχαρσιν, ᾿Ακουσίλαον, ᾿Επιμενίδην (68 A), Λεώφαντον, Φερεκύδην (7 A2a) ᾿Αριστόδημον, Πυθαγόραν, Λᾶσον Χαρμαντίδου ἢ Σισυμβρίνου, ἢ ὡς ᾿Αριστόξενος Χαβρίνου, ῾Ερμιονέα, ᾿Αναξαγόραν.

SUID. s.v. ᾿Ακουσίλαος· Κάβα υἱὸς ᾿Αργεῖος, ἀπὸ Κερκάδος πόλεως οὔσης Αὐλίδος πλησίον, ἱστορικὸς πρεσβύτατος. Ἔγραψε δὲ Γενεαλογίας ἐκ δέλτων χαλκῶν, ἃς λόγος εὑρεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ ὀρύξαντά τινα τόπον τῆς οἰκίας αὐτοῦ.

[3] Νιόβη: ήταν κόρη του Φορωνέα και της Λαοδίκης. Πρόκειται για την πρώτη θνητή που αγάπησε ο Δίας. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος, ο οποίος έδωσε το όνομά του στην πόλη.

[4] Ο Άπιος πέθανε χωρίς απογόνους. Οι ομοιότητες στο όνομα και οι προσθήκες στο μύθο της Ιώς έκαναν να ταυτιστεί ο Άπις του Άργους με τον Άπη της Αιγύπτου. Μετέπειτα δημιουργήθηκε μύθος για μετάβαση του Άπη από το Άργος στην Αίγυπτο.

[5] Ο Παυσανίας δεν αναφέρει τη βασιλεία του Άπιου μεταξύ του Φορωνέα και του Άργου, μνημονεύεται όμως από άλλους συγγραφείς. Συγκεκριμένα γράφει : «Άργος δε Φορωνέως θυγατριδούς (Νιόβης) βασιλεύσας μετά Φορωνέα αφ’ αυτού την χώραν» (Παυσ. Β, ΧVΖ, 1).

[6] Απολλοδ. Β΄ 3.

 

Πηγές


  • Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», υπ. Ιωάννης Κακριδής,  τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986.
  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων, μετά προσθηκών και βελτιώσεων», Αθήναι, ³1996.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ασκληπιεία


 

       Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα – Ασκληπιεία Επιδαύρου

 

Ανάγλυφο του Ασκληπιού από την Επίδαυρο, 4ος αιώνας π.χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Στην ιερή και πετρώδη Επίδαυρο βρίσκεται το ιερό του Ασκληπι­ού, χώρος λατρείας του ήρωα – ιατρού, θεραπευτή και σωτήρα, επήκοου και αλεξίπονου, που ανακούφιζε τους ανθρώπους από τον πόνο. Εικο­νίζεται στα αγάλματα όρθιος ή καθιστός, με ιμάτιο, να στηρίζεται στη δε­ξιά πλευρά με τη ράβδο (παλιό όπλο της θεότητας) γύρω από την οποία τυλίγεται το ιερό του σύμβολο, το φίδι, που είναι καθιερωμένο πλέον σύμβο­λο της ιατρικής. Η αρχική κοιτίδα της λατρείας του Ασκληπιού ξεκίνησε από την αρχαία Τρίκκη (Τρίκαλα) της Θεσσαλίας και είναι πολύ παλιά, ενώ οι δυο γιοι του, οι θεραπευτές γιατροί Μαχάων και Ποδαλείριος λέγεται ότι είχαν ακολουθήσει τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο.

Από την αρχαϊκή εποχή, η λατρεία του Ασκληπιού διαδόθηκε ευρύτατα στον αρχαιοελληνικό κόσμο και στην Επίδαυρο, όπου αρχικά λατρεύτηκε στο ιερό του πατέρα του, Απόλλωνα Μαλεάτα, στον λόφο του Κυνόρτιου όρους, ανατολικά του γνωστού σ’ εμάς σήμερα ιερού του Ασκληπιού. Από την ύστερη αρχαϊκή- πρώιμη κλασική εποχή, η λατρεία του Ασκληπιού ξαπλώθηκε στην ευρύχωρη κοιλάδα, που περιβάλλεται από τις θεϊκές βουνοκορφές, του Κυνόρτιου, του Κόρυφου, του Τίτθιου όρους (θεόκαυστα), χώρου ανατροφής του, ενώ στο βάθος ξεπροβάλλει αγέρωχη η θεϊκή πανύ­ψηλη κορυφή του Αραχναίου, όπου υπήρχε βωμός του Υέτιου Δία (θεού της βροχής) και της Ήρας.

Η αλματώδης εξάπλωση της λατρείας του ήρωα- θεραπευτή ιατρού με το μειλί­χιο πρόσωπο, συνέβαλε στο να συρρέ­ουν στο ιερό του πλήθη για να θερα­πευτούν, με αποτέλεσμα- σύμφωνα με μυθολογική παράδοση- να τον κε­ραυνοβολήσει ο Δίας και να τον σκο­τώσει, διότι ανέτρεψε την καθιερωμέ­νη ανθρώπινη τάξη. Αυτό είχε ως φυ­σικό αποτέλεσμα τον 4ο π.Χ. αι., ο ήρωας Ασκληπιός να λατρεύεται πλέ­ον ως θεός, μαζί με την Υγεία, την Ηπιόνη, τον Μαχάονα, την Πανάκεια και τον Τελέσφορο.

Η οικονομική ευρωστία του ιερού από τις προσφορές του πλήθους των προσκυνητών, συνέβαλε επίσης στην πλήρη αναμόρφωση του ιερού, στη βάση ενός μεγάλου οικοδομικού προγράμματος με σπουδαία μνημεία, τον ναό του Ασκληπιού με το χρυσελεφά­ντινο άγαλμα που εικονίζεται στα νο­μίσματα της Επιδαύρου, τον ναό της Άρτεμης.

Ανασκαφές στην Επίδαυρο σε επιστολικό δελτάριο, 1909.

Μεταξύ τους υπήρχε το Άβατον, όπου γίνονταν οι εγκοιμήσεις των ασθενών, το καταγώγιο (ο μεγαλύτερος ξενώνας του αρχαίου κόσμου) και η Θόλος ή Θυμέλη, το σημαντικότερο  μαρμάρινο κυκλικό κτίριο της αρχαιό­τητας όπου τελούσαν τη χθόνια λα­τρεία. Εκεί βρισκόταν και ο τάφος του ήρωα Ασκληπιού καθώς και το μονα­δικό αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, έργα του Αργείου αρχιτέκτονα Πολύ­κλειτου του νεότερου, το αρχαίο στά­διο, το γυμνάσιο, τα λουτρά, οι στοές και άλλα σημαντικά κτίρια και λατρείες. (Η Θόλος έχει μερικώς αναστηλω­θεί στο Μουσείο της Επιδαύρου μαζί με άλλα αρχαία κτίρια από τον Π. Καβ­βαδία, η οποία, όμως, διαλύθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα της και έπειτα από γνωμο­δότηση του ΚΑΣ πριν από μια δεκαετία, η αί­θουσα δεν είναι πλέον επισκέψιμη).

Ο ιερός αυτός χώρος σύμφωνα με τις επιγραφές ονομαζόταν «Ιερόν του Απόλλωνα Μαλεάτου και του Ασκληπι­ού», «άλσος», συνήθως, «Ιερόν Ασκλη­πιού» και «Ιερόν», αυτό το οποίο μέχρι πρόσφατα ονομαζόταν με τη συνεχή προφορική παράδοση από τους κατοί­κους της περιοχής ως «Γερό»(=Ιερό), αλλά ποτέ δεν ονομαζόταν Ασκληπι­είο. Ο Ασκληπιός στο μεγάλο αυτό ιε­ρό συλλατρευόταν με τον Απόλλωνα Μαλεάτα. Το ιερό αυτό ήταν η Μητρό­πολη από την οποία ιδρύθηκαν όλα τα ασκληπιεία του αρχαίου κόσμου, με την καθιερωμένη μεταφορά του ιερού φιδιού, τα οποία υπολογίζονται περισ­σότερα από εκατόν πενήντα, μεταξύ των οποίων των Αθηνών, της Περγά­μου, της Ρώμης κ.λπ.

 

Αγώνες, αθλητές και …. πρόστιμα

 

Οι αγώνες που τελούνταν στο ιερό του Ασκληπιού ήδη από τις αρχές του 5ου π.Χ. αι., ονομάζονταν Ασκληπιεία και σχετιζόταν προφανώς με την ηρω­ική λατρεία του Ασκληπιού. Τα Ασκλη­πιεία εορτάζονταν κάθε τέσσερα χρό­νια, εννέα ημέρες μετά τα Ίσθμια, την περίοδο του θέρους (Ιούνιο- Ιούλιο). Στη ρωμαϊκή εποχή ονομάζονταν με­γάλα Ασκληπιεία για λόγους διάκρισης από άλλη ετήσια εορτή, τα Απολλώνεια, που είχε καθιερωθεί κατά την ίδια εποχή. Αψευδή μάρτυρα των αγώνων του 5ου π.Χ. αι., αποτελεί το χάλκινο αγαλματίδιο νέου αθλητή- νικητή, προφανώς στους αγώνες των ασκλη­πιείων από το γειτο­νικό Λιγουριό, στο Μουσείο του Βερο­λίνου, που χρονολο­γείται στα 450 π.Χ. και αποτελεί χαρα­κτηριστικό δείγμα της πρωτοπόρος  αργειακής, πολυκλείτειας πλαστικής.

Χάλκινο αγαλματίδιο αθλητή – νικητή που κρατάει τη σφαίρα, από το Λιγουριό, 450 π.Χ. Μουσείο Βερολίνου.

Το αγαλματίδιο απεικονίζει νέο αθλητή που πατάει στέρεα στο έδαφος με κινούμενο σώ­μα. Με το αριστερό χέρι ο αθλητής κρατάει τη σφαίρα με την οποίαν οι νέοι, όπως και στην εποχή μας, έπαι­ζαν διάφορα παιχνίδια και αγωνίζο­νταν σε αθλήματα, ενώ με το δεξιό χέ­ρι κρατούσε την καμπύλη ράβδο στο άκρο (κέρας) με την οποία παιζόταν και ένα παιχνίδι- άθλημα ανάλογο με το σημερινό χόκεϊ. Αλλά η τέλεση των αγώνων, ραψωδιών και μουσικής κα­τά τον 5ο π.Χ. αι., πιστοποιείται και από τον διάλογο του Πλάτωνα, «Ίων» που γράφτηκε στις αρχές του 4ου π.Χ. αι., όπου ο Σωκράτης συνομιλεί με τον Αθηναίο ραψωδό Ίωνα που έχει επιστρέψει από τα Ασκληπιεία της Επιδαύρου και είχε πάρει το πρώτο βραβείο.

Στα Ασκληπιεία ετελούντο γυμνικοί αγώνες δρόμου, στάδιο, δίαυλος, ίππιος (δρόμος τεσσάρων σταδίων), οπλίτης δρόμος, αλλά και άλμα, δί­σκος, ακόντιο, πυγμή και παγκράτιο. Επίσης, ιππικοί αγώνες, αρματοδρο­μίες και τέλος μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες. Η εορτή άρχιζε με πομπή που ξεκι­νούσε από την πόλη της Επιδαύρου, που την αποτελούσαν οι εκλεγμένοι πολίτες κατά φυλές, στεφανωμένοι με στεφάνια ελιάς προς τιμήν του Απόλ­λωνα και στεφάνια ελιάς προς τιμήν του Ασκληπιού, οι άρχοντες, οι ιερείς, οι θεωροί απεσταλμένοι από διάφορες πόλεις του αρχαίου κόσμου. Μόλις έφταναν στο ιερό του Ασκληπιού τελείτο η θυσία στον Ασκληπιό και τον Απόλλωνα, και ακολουθούσε το συ­μπόσιο, η συμμετοχή των πιστών στην εορτή. Την επομένη άρχιζαν οι αγώνες.

Το στάδιο που κατασκευάστηκε ήδη από τις αρχές του 4ου αι., μέσα σε κοίτη χειμάρρου μήκους 181, 18 μ., ήταν κατασκευασμένο από «γης χώ­μα» όπως αναφέρει ο Παυσανίας, διατηρείται σε καλή κατάσταση και είχε ίδιο μήκος με το νεότερο στάδιο της Ίσθμιας. Κατά την ελληνιστική εποχή κατασκευάστηκαν στο στάδιο και λί­θινα ενεπίγραφα έδρανα που φέρουν επιγραφές των δωρητών. Στο μέσον της βόρειας πλευράς υπάρχει υπόγεια κτιστή καμαρωτή δίοδος η «Κρύπτη», για την είσοδο των αθλητών, του αγωνοθέτη, των Ελλανοδικών, των κηρύ­κων και των Αρχών της πόλης.

Πριν από την κατασκευή του σταδίου αυ­τού, τον 5ο αι. π.Χ. οι αγώνες φαίνεται ότι γίνονταν από μιαν άλλη θέση, χω­ρίς πλήρη διαμόρφωση. Στην ανατολική πλευρά του Σταδί­ου, εκτός από τη λίθινη αφετηρία, τη βαλβίδα, σώζονται αποσπασματικά και πέντε ιωνικοί ημικίονες ελληνιστι­κής εποχής, από τον μηχανισμό της ταυτόχρονης εκκίνησης των αθλητών, της ύσπληγος, που μελέτησε διεξοδι­κά και αποκατέστησε σε πρόσφατη μελέτη ο καθηγητής Πάνος Βαλαβάνης. Σύμφωνα με την επιγραφή, ο ερ­γολάβος (εργώνας) Φίλων ο Κορίνθιος είχε αναλάβει κατά την ελληνιστική εποχή την κατασκευή της ύσπληγος του σταδίου, αλλά λόγω μη τήρησης των συμφωνηθέντων καταδικάστηκε από τον αγωνοθέτη Τρίτυλλο και τους Ελλανοδίκες σε πεντακόσιες αλεξαν­δρινές δραχμές.

 

Αθλητές και… πρόστιμα

 

Το Στάδιο μετά την αποκατάσταση του στίβου και της νότιας πλευράς του (2005). Φωτογραφία: Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου.

Οι ιππικοί αγώνες και οι αρματοδρο­μίες ετελούντο στον ιππόδρομο, όπως προκύπτει από επιγραφή των αρχών του 4ου π.Χ. αι., δυστυχώς χαμένη σή­μερα, με την αναγραφή: «Όρος Ιππο­δρόμους». Ο ιππόδρομος, χωρίς ιδιαί­τερες διαμορφώσεις, βρισκόταν στα ΝΔ του ιερού, το πιθανότερο κατά μή­κος της κοίτης του χειμάρρου. Ο Πίν­δαρος στους επινίκιους αναφέρεται σε αθλητές που νίκησαν σε πανελλή­νιους αγώνες και στην Επίδαυρο, όπως ο Παγκρατιστής Κλέανδρος Αι­γινήτης, που νίκησε σε νεαρή ηλικία «Εν Επιδαύρω» (Ισμιόνικος Η, 75). Και ο Θεμίστιος Αιγινήτης που νίκησε δι­πλή νίκη στην πυγμή και το παγκρά­τιο στην Επίδαυρο (Νεμεονίκιο Ε, 50).

Ο Επιδαύριος Σωκράτης Σωκράτους τον 2ο αιώνα π. Χ., νίκησε σε πολλούς αγώνες δρόμου και στον ίππιο αγώνα (δρόμο ημιαντοχής τεσσάρων στα­δίων) στα Ασκληπιεία· προς τιμήν του οι Επιδαύριοι έστησαν ανδριάντα στο ιερό του Ασκληπιού. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι αθλητές Ταυρίδης Τελεσίου Σολεύς σταδιοδρόμος, ο Φίλιστος Καλλισθένους Αργείος στο πένταθλο και ο παγκρατιστής Σίμακος Φιλακτίωνας Ηπειρώτης, καταδικάστηκαν τον 2ο αι. π. Χ., σε χίλιους στατήτες έκαστος «δια το φθείρειν τον αγώνα», ενώ κα­τά τον 2ον αιώνα μ, Χ. ο κωμωδός Διό­νυσος Διονυσίου Ρόδιος, καταδικάστηκε με πρόστιμο τεσσάρων μνων.

Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου εκτός από τους δραματικούς αγώνες διδάσκονταν προφανώς και οι τραγω­δίες των μεγάλων τραγικών ποιητών, του Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη για να διδάξουν και ψυχαγωγήσουν τα πλή­θη των προσκυνητών που συνέρρεαν στην Επίδαυρο ως την ύστερη αρχαι­ότητα.

 

Ασκληπιός και Χριστός

 

Η λατρεία του Ασκληπιού συνεχίστη­κε στο ιερό του και μετά την κατάργη­ση της αρχαίας θρησκείας με τα γνω­στά αυτοκρατορικά διδάγματα και τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του πληθυσμού. Στον ιερό αυτό χώρο συνυ­πήρξαν αρμονικά για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι τον 5ο μ. Χ. αι., η λα­τρεία του σωτήρα Ασκληπιού με το μειλίχιο πρόσωπο και η νέα θρησκεία του σωτήρα Χριστού. Ο ευεργέτης, επήκοος και αλεξίπονος ιατρός και θεός Ασκληπιός, ανακούφιζε την ανθρωπότητα από τον πόνο. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να αφανιστεί τόσο άδικα από τις καρδιές των ανθρώπων, με άνωθεν δογματι­κές επιταγές και ταυτίστηκε με τον Χριστό, στον οποίο δάνεισε τη γλυκιά και μειλίχια ανθρώπινη μορφή του με την οποία απεικονίστηκε ο Χριστός στα πρώτα βήματα της νέας θρησκεί­ας, και λατρεύτηκε προφανώς με τον τρόπο λατρείας του Ασκληπιού που διατηρείται προφανώς και σήμερα στο χριστιανικά τυπικό.

Ο αρχαίος τρόπος λατρείας και αντίληψης για τη θεότητα διατηρήθηκε ως την εποχή μας. Και σήμερα είναι αδιανόητο στον Έλληνα να πάει σε θρησκευτική πανή­γυρη χωρίς να τραγουδήσει και να χο­ρέψει, όσο κι αν καταδικάζεται ως αμαρτία (!) από τους εκπροσώπους της εκκλησίας. Στην ιερή Επίδαυρο μετά την απο­κάλυψη των σημαντικών μνημείων από τον Π. Καββαδία, μεταξύ των οποίων η Θόλος και το θέατρο, (το κο­χύλι της Επιδαύρου με την ακουστική του), συρρέουν και σήμερα πλήθη επι­σκεπτών. Στην Επίδαυρο μπορεί να μην γίνονται αθλητικοί αγώνες, όμως, κάθε καλοκαίρι γίνονται οι «δραματικοί αγώνες» των Επιδαυρίων, που αναβίωσε το 1938 ο πρωτοπόρος νεοέλληνας εργάτης του Διονύσου, ο Δημήτρης Ροντήρης, με την περίφημη «Ηλέκτρα» του.

 

Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Π. Καββαδία, «Το ιερόν του Ασκλη­πιού εν Επιδαύρω», 1900.
  • D. Rommano, «The Stadia of Che Peloponnesos», 1981.
  • P. Valavanis, HYSPLEX, «The starting Mechanism in ancient Stadia». Classical Studies , 36, 1999.

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Επτά Ημέρες, «Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα», Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αρχαία Ιατρική


 

 «Ιητρική δε πάντα πάλαι υπάρχει…»

Ιπποκράτης, Περί αρχαίης ιητρικής

  

Υγεία

Η ιατρική των αρχαίων Ελλήνων μπορεί αδρά να διακριθεί στην πριν και τη μετά τον Ιπποκράτη πε­ρίοδο. Η πρώτη, που καλείται αρχαία ιατρική α­κόμη και από τον ίδιο τον Ιπποκράτη, είναι «ανοι­χτή» ως προς το απώτερο όριό της, ενώ το εγγύς χρονικό της όριο φθάνει ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Εί­ναι φυσικό για την περίοδο αυτή να σπανίζουν οι άμεσες πηγές πληροφοριών. Έτσι τις γνώσεις και τις πληροφορίες για την περίοδο αυτή προσποριζόμαστε από πηγές έμμεσες: ερείπια ναών, επιγρα­φές, αναθήματα, μη ιατρικά συγγράμματα κ.λπ. [1] Κι ακόμη από μύθους παλαιότερων εποχών που έχουν καταγραφεί από αρχαίους συγγραφείς, είτε ως στοι­χείο της τότε παράδοσης είτε ως πίστη των ανθρώ­πων της εποχής τους.

Έμμεσες λ.χ. είναι οι πηγές για την ιατρική του αιγαιακού χώρου και ιδιαιτέρως της Κρήτης κατά τη μεσομινωική (2000-1700 π.Χ.), ακόμη και την υστερομινωική περίοδο (1700-1100 π.Χ.). Όπως συ­νάγεται από τα έμμεσα στοιχεία, υπήρχαν γνώσεις υγιεινής, καθώς έχουν βρεθεί κλειστά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης. Από διάφορα α­γαλματίδια συμπεραίνεται η ύπαρξη ιαματικών θεοτήτων, ορισμένες α­πό τις οποίες κρατούν στα χέρια όφεις (θυμίζουμε και τον όφι που συ­νόδευε αλλά και συμβόλιζε, εν μέρει, τον Ασκληπιό).

Διέθεταν επίσης και βοτανολογικές γνώσεις. Είναι καλά γνωστή η γυναικεία θεότητα που είναι στεφανωμένη με κωδίες της μήκωνος της υπνοφόρου, της παπαρούνας από την οποία βγαίνει το όπιο. Εκχύλισμα ή αφέ­ψημα κωδιών ήταν σε ευρεία χρήση από τα πανάρ­χαια χρόνια ως τα μέσα, σχεδόν, του 20ού αιώνα, τό­σο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Υπάρχουν ενδείξεις για τη χρήση και άλλων φαρμακευτικών φυτών, όπως συμπεραίνεται από παραστάσεις σε δακτυλίδια ή από αναφορές σε πα­πύρους. Όσο για τα νοσήματα που επιπόλαζαν στους μινωικούς Κρήτες, γίνονται υποθέσεις με βάση απεικονίσεις σε αφιερώματα προς τις ιαματι­κές θεότητες από ανθρώπους που είχαν θεραπευ­θεί. [2] Σε μινωικό ιερό στην περιοχή Πετσοφά, ανά­μεσα στα άλλα ευρήματα ανακαλύφθηκαν και πή­λινα αφιερώματα που παριστάνουν ανθρώπινα μέ­λη. [3] Τα αφιερώματα αυτά υπενθυμίζουν τα ανάλο­γα μεταγενέστερα αναθήματα των Ασκληπιείων, καθώς και τα σύγχρονα τάματα σε ναούς και εικό­νες που θεωρούνται θαυματουργές.

Ιπποκράτης

Για την προφύ­λαξη από διάφορους κινδύνους και νοσήματα, ε­κτός από τα όποια φυσικά μέσα, υπήρχαν και αντι­κείμενα με «μαγικές» δυνάμεις. Ο Πουρναρόπουλος [4] αναφέρεται σε περίαπτο που βρέθηκε στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, διαστάσεως περίπου 1 εκατοστομέτρου, που παρίστανε ανθρώπινη καρδιά. Πάνω σ’ αυτήν ήταν αριστοτεχνικά χαραγμένα δυο φίδια (όφεις), ένας σκορπιός, μια αράχνη και ένα χέρι. θεωρείται δε ότι το φυλακτό αυτό προφύλασσε από τη βασκανία, το τσίμπημα αράχνης και σκορπιού και από το δάγκωμα φιδιού. Είναι πιθανό ότι τα μυ­θολογικά    στοιχεία που   διαθέτουμε για την απώτερη εποχή αποτελούν το διαστρεβλωμένο απόηχο ή τη μακρινή ανάμνηση ιστορικών γεγονότων.

Από τα αναφερόμενα λ.χ. στον Κένταυρο Χείρωνα, δεν είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε τη διπλή σωματική του υπόσταση, θα αρκούσε να κατανοηθεί ως μέλος μιας φυλής ή μιας ομάδας που μετακινείται έφιπ­πη. Είναι όμως εύκολο να θεωρηθεί ως ένας άρι­στος γνώστης της πλούσιας χλωρίδας της περιοχής του, με δυνατότητα να εφαρμόζει, να συστήνει και να διδάσκει τη θεραπευτική δύναμη των φυτών.

Στο σκοτάδι του μύθου κινείται και ο ιατρομάντης Μελάμπους από το Άργος, που η παράδοση τον θέλει να έχει θεραπεύσει από τη μανία (ή άλλο ψυχοδιεγερτικό σύνδρομο) τις κόρες του βασιλιά Προίτου και άλλες Αργείες γυναίκες. Αναφέρεται επίσης ως θεραπευτής του Αλκάθου, βασιλιά των Μεγάρων, και του αργοναύτη Ιφίκλου, τον οποίο γιάτρεψε α­πό ανικανότητα. [5]

Ο Μελάμπους, που ορισμένοι πι­θανολογούν ότι έζησε δυο αιώνες πριν από τον Ασκληπιό, αποτελούσε το γενάρχη και άλλων ιατρομάντεων όπως ο Αμφιάραος που λατρευόταν στον Ωρωπό. Το ιερό του Αμφιάραου (Αμφιαράειο) μας παρέχει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες γε­νικά για τη δόμηση και τη λειτουργία ανάλογων θε­ραπευτικών κέντρων της αρχαιότητας. [6]

Ο θεραπευ­τής Αντικυρεύς, από την Αντίκυρα, θεωρείται ότι εισήγαγε στη θεραπευτική τον ελλέβορο, με τον ο­ποίο θεράπευσε και τον ήρωα Ηρακλή από τη μα­νία από την οποία είχε προσβληθεί. [7] Τέτοια ονόμα­τα, με ευρύτερη ή πιο περιορισμένη προβολή, ανα­φέρονται κι άλλα στη μυθολογική παράδοση της πριν από τον Ασκληπιό ιατρικής.

 «Ει και προ του Ιπποκράτους ιατροί τε και ιατρι­κά συγγράμματα υπήρχον ως βέβαιοι ο Σωκράτης, εν τούτοις ελάχιστα γνωρίζομεν περί της ιατρικής των χρόνων εκείνων, διότι ταύτα πάντα απωλέσθησαν. Την έλλειψιν ταύτην αναπληρούμεν εκ των εμμέσων πηγών, των ομηρικών μεν επών δια την α’ χιλιετηρίδα προ Χριστού, των συγγραμμάτων δε των αρχαίων ιστορικών, λυρικών και δραματικών κ.τ.λ. συγγραφέων δια την μετά ταύτα περίοδον μέ­χρι των ιπποκρατικών χρόνων», γράφει ο Κούζης στα 1929.

Η αναζήτηση των ιατρικών πληροφοριών στα ομηρικά έπη αποτέλεσε θέμα προσφιλές σε γιατρούς, ιστορικούς και φιλολόγους και η υπάρ­χουσα βιβλιογραφία, ελληνική και διεθνής, είναι πολύ πλούσια. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι στα δυο ομηρικά έπη ανευρίσκονται γνώσεις αναφερόμενες στην ανατομία, την υγιεινή, την παθολογία, την ψυχιατρική, τη νευρολογία, τη μαιευτική, τη θεραπευτική, τη φαρμακολογία κ.λπ. [8] Ακόμη υπάρ­χουν πληροφορίες και γνώσεις αναφερόμενες στην καθημερινή ζωή, τη διατροφή, τις συνθήκες ατομι­κής και ομαδικής διαβίωσης, τους λοιμούς, τις νε­κρικές τελετές. Σημαντικός είναι και ο γλωσσικός πλούτος που εκφράζει όργανα και λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, παθήσεις, θεραπείες και άλ­λα, ενώ επισημαίνεται πλήθος λέξεων που εξακο­λουθούν να δίνουν ως σήμερα όρους της ιατρικής και της βιολογίας. [9] Συχνές είναι οι αναφορές σε φυτά με θεραπευτι­κό ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ορισμένα με δράση αιμοστατική, επουλωτική, παυσίπονη. Βότανα για εξωτερική τοποθέτηση ή για εσωτερική λήψη. Άλλα που διώχνουν τη θλίψη κι άλλα που προκα­λούν παραισθήσεις. Φαρμακευτικά φυτά ορισμένα των οποίων είναι ίσως ακόμη σε χρήση κι άλλα που υπάρχουν μόνο μέσα σε μύθους και θρύλους.

Εκτός από τους γιατρούς, τα βότανα γνωρίζουν και άλλοι που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη θεραπευτική. Αναφέρονται ακόμη και κάποιες γυναίκες που έχουν γνώση των βοτάνων. Η θεά Ήβη, η μάγισσα Κίρκη και από τις θνητές η Αγαμήδη, κόρη του Αυγείου, η Τρωάδα Πολυδάμνα που τα δίδαξε και στη σύζυγο του Μενέλαου, Ελένη, η δούλη του Νέστορα, Εκαμήδη.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των ιατρικών πληρο­φοριών των ομηρικών επών αναφέρεται στις πολε­μικές κακώσεις. Υπάρχει ήδη από το 1879 η κλασι­κή μελέτη του Φρέλιχ (Frohlich) που υπομονετικά καταμέτρησε 147 διαφορετικά είδη τραυμάτων, σε ποικίλα μέρη του σώματος και με διάφορα όπλα της εποχής. Ο ίδιος υπολόγισε τη συχνότητα εντοπίσε­ων στα διάφορα μέρη του σώματος, τη θνησιμότητα και άλλες παραμέτρους. Εκτός από τα ίδια τα τραύ­ματα στα ομηρικά έπη γίνονται αναφορές για τρό­πους απομάκρυνσης των τραυματιών από το πεδίο της μάχης, για την περιποίηση των τραυμάτων, για τη χρήση αναλγητικών και αιμοστατικών κ.λπ.[10]

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στις θεραπευτικές γνώσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα είχαν χαθεί αν δεν διασώ­ζονταν μέσα στα μνημειώδη έπη του Ομήρου. Παράλληλα προς την ιατρική των Ασκληπιεί­ων, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και ως τα όρια της ιπποκρατικής ιατρικής, έχουμε την α­νάπτυξη βιοϊατρικών κοσμοθεωριών, αλλά και θε­ραπευτικής κάποτε πράξης, από διαφόρους φιλο­σόφους, περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς.

Ανά­μεσα σ’ εκείνους που ανέπτυξαν θεωρητικές προ­σεγγίσεις των Βιολογικών προβλημάτων είναι ο Θαλής ο Μιλήσιος (7ος αι. π.Χ.) και ο μαθητής του Αναξιμένης (7ος-6ος αι. π.Χ.), ο Ιππων από το Ρήγιο (6ος αι. π.Χ.) και ο Κρητικός Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος αι. π.Χ.). Σημαντική ροπή έδωσαν στην ιατρική σκέψη ο Πυθαγόρας (6ος-5ος αι. π.Χ.) και οι μαθητές και οπαδοί του, οι λε­γόμενοι Πυθαγόρειοι, όπως ο Φιλόλαος (5ος αι. π.Χ.) και ο Αλκμέων ο Κροτωνιάτης (5ος αι. π.Χ.) που είναι ίσως ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανατομική και τη φυσιολογία. Κι ακόμη ενδιαφέ­ρον έχουν οι γνώσεις και οι θεωρίες του Ξενοφάνη από τον Κολοφώνα (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Παρ­μενίδη (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Ηράκλειτου (6ος-5ος αι. π.Χ) και του Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.).

Ο τελευταίος, τον οποίο ο Γαληνός αποκαλεί εντριβέστατον περί την ιατρικήν τε και την φιλοσοφίαν, έγραψε ειδικό βιβλίο για την προφύλαξη από διάφορες νόσους. Αναλόγως του τόπου που α­ναπτύχθηκαν οι αντιλήψεις αυτές, συνήθως γύρω από κάποια κυρίαρχη προσωπικότητα, οι ειδικοί διακρίνουν τη σχολή της Κυρήνης, του Κρότωνος, της Ρόδου, της Ελέας, της Κνίδου και τέλος τη σχολή της Κω, από την οποία προέρχεται και ο ασκληπιάδης Ιπποκράτης, ο θεμελιωτής της επι­στημονικής ιατρικής.[11]

 

Η ιατρική των Ασκληπιείων

 

Ασκληπιός

Στα επιμέρους άρθρα για τα διάφορα φημισμένα Ασκληπιεία γίνεται και η περιγραφή της χωροτα­ξικής τους τοποθέτησης, αλλά και η οικοδομική σύσταση των αρχαίων θεραπευτηρίων. θα αναφερ­θούμε βραχύτατα στη σύνθεση του προσωπικού, γιατί και από αυτή διαφαίνεται η πολλαπλότητα των θεραπευτικών μέσων και των θεραπευτικών ρόλων.

Πρωτεύοντα ρόλο είχαν βεβαίως οι ιερείς- ιατροί και μεταξύ αυτών ο πρωθιερεύς, που εφάρ­μοζε το κύριο μέρος της θεραπείας και δίδασκε την τέχνη στους μυημένους. Τον συνόδευαν οι πυρφό­ροι, που αντιστοιχούσαν ιερατικά σε διακόνους. Οι ιερομνήμονες κατέγραφαν τις θεραπείες κατά περίπτωση ασθενείας, ενώ οι θεράποντες ασκούσαν διάφορες θεραπευτικές πράξεις. Την ευταξία του θεραπευτηρίου τηρούσαν κυρίως γυναίκες, οι νακόροι (νεωκόροι) ή ζακόροι.

Στις υπηρεσίες των ιερέων-ιατρών και των Ασκληπιείων γενικότερα, υπήρχαν επίσης «ιερά» φίδια και «ιεροί» σκύλοι, εκπαιδευ­μένοι για συγκεκριμένη συμμετοχή στις θεραπευτικές διαδικασίες (γλείψιμο πληγών, πάσχοντος μέλους κ.λπ.). Υπήρχε, δηλαδή, μια μικτή θρησκευτική και ιατρική διοργάνωση, κατά κανόνα πολυάνθρωπη, ώστε να καλύπτει τη μεγάλη προσέλευση πιστών και τις ανάγκες διαμονής τους, διατροφής, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.

Οι παθήσεις για τις οποίες οι πιστοί προσέρχονταν στα Ασκληπιεία δεν ήταν βαριές σωματικές παθήσεις. Αλλιώς δεν θα άντεχαν το ταξίδι ως το ναό ούτε τις εκεί εφαρμοζόμενες θεραπείες. Έπασχαν συνήθως από νοσήματα ψυχικά ή ψυχονευ­ρωτικά, από οφθαλμικές παθήσεις, από δερματο­πάθειες, από ρευματικά νοσήματα, από ελαφρά χειρουργικά νοσήματα, από στομαχικές ή εντερι­κές διαταραχές.

Στο ναό προσέφευγαν επίσης γυ­ναίκες με προβλήματα γονιμότητας, αλλά όχι για τοκετούς. Οι εφαρμοζόμενες θεραπείες ήταν ποικίλες και εξαρτιόνταν όχι μόνο από τη φύση του νοσήματος, αλλά και από το χαρακτήρα και την προσωπικότη­τα του αρρώστου. Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο των Ασκληπιείων περιλαμβάνονταν:

α) Η θεραπευτική δύναμη της πίστης.

β) Η ψυχική ευφροσύνη από την παραμονή σε ευχάριστο περιβάλλον.

γ) Η χρήση λουτρών καθαριότητας ή / και θερα­πευτικών ή / και θαλάσσιων.

δ) Η κατάλληλη διαιτητική φροντίδα.

ε) Η χρήση διαφόρων παρασκευασμάτων από βό­τανα για τοπική ή συστηματική χρήση (εκχυλί­σματα, αφεψήματα, επιθέματα, υπόθετα, αλοιφές, κολλύρια κ.λπ.)

στ) Χειρουργικές μικροεπεμβάσεις σε εξωτερι­κές βλάβες (συλλογές ποικίλων χειρουργικών εργαλείων έχουν βρεθεί σε διάφορα Ασκληπιεία).

ζ) Χειροπρακτικές τεχνικές, μαλάξεις, κινησιο­θεραπεία κ.λπ.

η) Χρησιμοποίηση ζώων για εφαρμογή της «διά του λείχειν θεραπείας» (γλείψιμο εξέλκωσης ή πάσχουσας περιοχής).

θ) Η χρήση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, όπως η υποβοήθηση ή η πρόκληση ύπνου σε ειδικό χώ­ρο (εγκοίμησις), συχνά με τη χρήση κατάλληλων φυτικών παρασκευασμάτων. Τα όνειρα κατά τη διάρκεια του ύπνου στον ειδικό χώρο του Ασκλη­πιείου ερμηνεύονταν προς την κατεύθυνση της ε­πιδιωκόμενης θεραπείας. Επίσης κατά τη διάρκεια της εγκοίμησης μπορούσε να δοθούν συμβουλές, να γίνουν μικροεπεμβάσεις ή άλλων τύπων θερα­πευτικές ενέργειες.

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

Για την επίτευξη θεραπείας γίνονταν, γενικά, συνδυασμοί των διαφόρων μεθόδων. Μετά τις κα­θαρτήριες και ψυχοστηρικτικές τελετές εισερχό­ταν ο ασθενής στον προσδιορισμένο χώρο. Όταν ήταν αναγκαίο, γινόταν μεταφορά του αρρώστου με φορείο. Ακολουθούσε η χορήγηση κατασταλτικών υπνωτικών παρασκευασμάτων και η εφαρμο­γή της θεραπείας. Η εγκοίμηση δεν είχε εφαρμογή στο σύνολο των αρρώστων, αλλά μόνο σ’ εκείνους που είχαν μεγα­λύτερη πίστη και σεβασμό προς τα δρώμενα, ήταν δε ευκολότερα υποβολιμαίοι. Αρκετοί ασθενείς δεν κρίνονταν κατάλληλοι για εγκοίμηση και αντιμε­τωπίζονταν με άλλα μέσα.

Θυμίζουμε και την απομυθοποιητική των «δρωμένων» στα Ασκληπιεία σάτιρα του Αριστοφάνη, ο οποίος στον «Πλούτο» βάζει το δούλο του Χρεμύλου Καρίωνα να διακω­μωδεί τη νυχτερινή επίσκεψη του πρωθιερέα με την εντυπωσιακή ακολουθία του, ανάμεσα στους κατακείμενους προσκυνητές- ασθενείς. [12]Για τα θεραπευόμενα νοσήματα, τους ασθενείς και για τις εφαρμοζόμενες θεραπείες παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες από τα ιάματα, τις εγγραφές των περιστατικών σε πλάκες που υπήρχαν σε ειδικές θέσεις στα Ασκληπιεία. Ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας βρήκε στο Ασκληπιείο Επιδαύρου δυο από τις στήλες, οι οποίες χρονολογούνται από τον 4ο αι. π.Χ. και οι οποίες περιγράφουν 43 περιπτώ­σεις θεραπευθέντων. [13]

Η μεγάλη προσέλευση ασθενών στα Ασκληπι­εία, η αυξανόμενη με τα χρόνια εμπειρία, η καταγραφή των περιστατικών, συνέβαλαν στην πρό­σκτηση σημαντικών ιατρικών γνώσεων. Όμως η ια­τρική των Ασκληπιείων παρέμεινε ουσιαστικά κα­θηλωμένη από τη θρησκευτική φύση της. Όλα έ­πρεπε να αποδοθούν στο θεό, η θεραπεία ή η θε­ραπευτική αστοχία έπρεπε να περιβληθεί με διδακτικό χαρακτήρα, η γνώση δεν περνούσε από κρι­τική και η αμφισβήτηση ήταν απαγορευμένη. Ενδεικτικό είναι αυτό που γράφει ο Κοραής για τον Αλέξανδρο, πρωθιερέα του Ασκληπιείου του Πόντου: «…οσάκις ήθελε να ιερουργήσει τας τελετάς του Ασκληπιού, επρόστασσε με φωνήν κήρυκος να εκβαίνωσιν από τον ναόν οι άθεοι, οι επικούρειοι και οι χριστιανοί. Τους αθέους και τους ε­πικούρειους […] εφοβείτο ο πλάνος ως ολότελα ά­πιστους εις τας τερατουργίας του, και τους χριστια­νούς ως διδαγμένους […] να διακρίνωσι τα ψευδή από τ’ αληθινά θαύματα».[14]  Κι όμως, η αμφισβήτηση ήρθε από μέσα από τους ασκληπιάδες.

Πάλι κατά τον Κο­ραή, «ο μέγιστος αυτών εχθρός έμελλε να γεννηθεί από του Ασκληπιού τους απο­γόνους, και τα θανασιμώτερα κατά των ιε­ρέων βέλη έμελλαν να τοξευθώσιν από αυτό σχε­δόν το ιερόν του θεού των».[15]

Ο Ιπποκράτης, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες, την εχθρότητα και την πολεμική που δέχτηκε από το ιερατείο, έ­μελλε να οργανώσει την ιατρική εμπειρία με φιλο­σοφικό γνώμονα και να την ανεβάσει στην τάξη των επιστημών.

 

Γεράσιμος Α. Ρηγάτος

Επ. καθηγητής  Ιατρικής – Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


[1] Κούζης Αρ. Π., Ιστορία της ιατρικής. Τύποις «Πυρσού». Αθήναι 1929.

[2] Σακελλαράκης I.A., Μουσείο Ηρακλείου. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982.

[3] Μαρινάτος Σπ., Η ιατρική κατά την αρχαίαν εποχήν. Αθήναι 1932.

[4] Πουρναρόπουλος Γ., Εισαγωγή εις τον Ιπποκράτη. Αθήναι 1967.

[5] Τσουκαντάς Γ., Η επίδρασις της διονυσιακής λατρείας στις Προιτίδες και ο Μελάμπους, (Αναδημοσίευση), Κασταλία, τεύχος 123-124, Ιαν. – Ιούν. 1996, σελ. 40-45.

[6] Πετράκος Β., Το Αμφιαράειο του Ωρωπού. Εκδ. Κλειώ, Αθήνα 1992.

[7] Ρηγάτος Γ., Τα βότανα στον πολιτισμό των Ελλήνων. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001.

[8] Μαμαλάκης Μ., Συμβολή στην ιατρική των ραψωδιών του Ομήρου. Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1977.

[9] Ρηγάτος Γ., Ομηρικές λέξεις στη σύγχρονη ιατρική. Κάκτος, Αθήνα 1996.

[10] Ρηγάτος Γ., Οι πολεμικές κακώσεις στην Ιλιάδα. [Εισαγωγικό κεφάλαιο στο βιβλίο] Ομήρου Ιλιάδα. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001, σελ. κε’- υγ’.

[11] Κούζης Αρ. Π., ό.π., Πουρναρόπουλος Γ., ό.π.

[12] Αριστοφάνης, Πλούτος. Εις: Aristophanis Comoedias. Edidit. Th. Berg. Vol. III. In Aedibus Teubueri, Lipsiai 1882, σελ. 227-326.

[13] Καββαδίας Π., To ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία ασθενών. Αθήναι 1900.

[14] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα. Εις: Ιπποκράτους το περί αέρων, υδάτων, τόπων κ.λπ. Εκ της τυπογραφίας Εβεράρτου. Εν Παρισίοις 1816. Βλέπε και: Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Τόμος Β’, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988.

[15] Ο.π.

 

 Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κλέοβις και Βίτων (580 π.Χ.)


 

Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήσαν αδελφοί και άξιοι αθλητές από το Άργος. Μητέρα τους ήταν η Κυδίππη, ιέρεια της θεάς Ήρας, προστάτιδας του Άργους. Έμειναν στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δύο παλληκαριών – αθλητών, οι οποίοι επειδή οι λευκές αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν να έρθουν από του αγρούς, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δύο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέντε στάδια – οχτώ χιλιόμετρα – από το Άργος στο ιερό της θεάς, στο Ηραίο.         

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

Όλοι καλοτύχιζαν την μήτερα που είχε τέτοιους γιους, τόσο άξιους, ρωμαλέους και δυνατούς,  η Κυδίππη τότε, υπερήφανη για την γενναία πράξη των παιδιών της, προσευχήθηκε στη θεά να χαρίσει στους νέους ό,τι πιο καλό και άριστο μπορεί να προσδοκά ο άνθρωπος στη ζωή του. Μετά από αυτή την ευχή της ιέρειας, οι τρεις τους προσέφεραν τη θυσία, έφαγαν και κοιμήθηκαν μέσα στο ιερό.

 

Κλέοβις και Βίτων, Nicolas Loir, 1649.

 

Η θεά Ήρα άκουσε τις προσευχές της σεβαστής και ταπεινής μητέρας και χάρισε στους γιους της το πολυτιμότερο δώρο, τον αιώνιο ύπνο. Όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας, δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότητα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των αρχαίων Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο.    

       

 31. [1] ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία, ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι, δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὃ δ᾽ εἶπε «Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν, καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν, καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν, οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν, ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν.  [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο, διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην, αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν, οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί.  [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν, κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων.» 

 

Το πάνω τμήμα του αγάλματος του Βίτονα κατά τη διάρκεια της ανακάλυψής του. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Φωτ: Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Οι Αργείοι τίμησαν τα δύο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς. Οι κούροι αυτοί ήταν αφιέρωμα των Αργείων στον Απόλλωνα και, σύμφωνα με την επιγραφή,  κατασκευάσθηκαν από τον Αργείο γλύπτη (Πολυ)μήδη. Αποτελούν τυπικό δείγμα της αρχαϊκής γλυπτικής και, ειδικότερα, των αργείτικων εργαστηρίων του 6ου αι. π.Χ. Επίσης σε αργείτικα νομίσματα απεικονίζεται η Κυδίππη επί άρματος, το οποίο σύρουν δύο νέοι. 

Κλέοβις και Βίτων, Museo Nazionale Romano, Ρώμη, Ιταλία.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κοντά στο άγαλμα του Μειλίχιου Δία στην Αγορά του Άργους, υπήρχε λίθινο ανάγλυφο, το οποίο παρίστανε τον Κλέοβη και τον Βίτωνα να σύρουν την άμαξα προς το Ηραίο, με την μητέρα τους καθισμένη επάνω. Αξίζει να σημειωθεί και η μαρτυρία του Παυσανία (ΙΙ 19, 5), σύμφωνα με την οποία είδε εικόνα στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, στο Άργος, όπου παρουσιαζόταν ο Βίτωνας να φέρει στους ώμους ταύρο, τον οποίο μετέφερε από το Άργος στη Νεμέα, με σκοπό να τον θυσιάσει στο Δία.

Σήμερα ο Κλέοβις και ο Βίτων κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών.

   

Πηγές


  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Ηραία τα εν Άργει», Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.
  • Μάρκελλος Μιτσός, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις 1952.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Αθήνα, ³1996. 
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Read Full Post »

Σοφοκλής  (496 ή 495  π.Χ.- 406 π.Χ.)


 

 Αίας, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης και Οιδίπους επί Κολωνώ είναι οι επτά διασωθείσες τραγωδίες του μεγάλου Αθηναίου ποιητή της κλασικής περιόδου. Γεννημένος το 496 ή 495 π.Χ., ο Σοφοκλής, σύγχρονος του Αισχύλου και του Ευριπίδη (λίγο νεότερος από τον πρώτο, λίγο μεγαλύτερος από τον δεύτερο), πέθανε σε βαθύ γήρας (περίπου 90 ετών) και υπήρξε, σύμφωνα με τις λίγες πηγές που μαρτυρούν τη ζωή του, ένας άνθρωπος από εύπορη οικογένεια, ευσεβής και αφοσιωμένος στην αθηναϊκή πολιτεία και τους θεσμούς της, με εξαιρετικά καλλιτεχνικά χαρίσματα. Μαζί με τον Περικλή, ως στρατηγοί, διεξήγαγαν το Σαμιακό πόλεμο και μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχθηκε ως ένας από τους 10 προβούλους της πόλης. Συνολικά ο Σοφοκλής έγραψε 123 έργα και η τύχη -καλή μαζί του- δεν τον άφησε να δει την παράδοση της Αθήνας στους Σπαρτιάτες το 404 π.Χ.

 

Η ζωή και το έργο του

 

Σοφοκλής. Pushkin Museum of Fine Arts, Μόσχα.

Συμφωνά με το Πάριο Χρονικό (Marm. Par. A 56 και 64), ο διάσημος τραγωδιογράφος από τον Ίππιο Κολωνό της Αττικής γεννήθηκε το 496/495 π.Χ. και ήταν γιος του Σοφίλλου, κατά πάσα πιθανότητα εύπορου Αθηναίου και μάλιστα ιδιοκτήτη πολυάριθμων δούλων. Μολονότι κάποιες αρχαίες μαρτυρίες και ανεκδοτικές πληροφορίες προσδί­δουν ιδιαίτερη έμφαση στη μη αριστοκρατική κα­ταγωγή του, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι η ευυπόληπτη οικογένειά του είχε όντως αριστοκρατικές καταβολές, γεγονός που ενισχύεται από πο­λυάριθμες βιογραφικές αναφορές σε μια εξαιρετικά επιμελημένη μόρφωση αλλά και σε διάφορες τιμητικές διακρίσεις, που απονεμήθηκαν στον τραγικό ποιητή ήδη από σχετικώς νεαρή ηλικία.

Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι ο Σοφοκλής αξιώθη­κε να έχει ως εκπαιδευτή του στην τέχνη της μου­σικής τον περιώνυμο μουσικό Λάμπρο˙ επίσης, ως έφηβος, μετά τη θριαμβευτική επικράτηση των Ελλήνων επί των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ορίστηκε από την αθηναϊκή πολιτεία κορυφαίος του χορού των συνομηλίκων του που ανέπεμψαν στον επινίκιο παιάνα γύρω από το καθιερωμένο τρόπαιο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Σοφοκλής – ένας άνδρας που ήδη από τα νεανικά του χρόνια η ψυχή του καταυγάστηκε από τη λάμ­ψη των ελληνικών πολεμικών άθλων εναντίον των Περσών εισβολέων και ακολούθως τιμήθηκε από τους συμπολίτες του όσο ελάχιστοι άλλοι για το φυ­σικό κάλλος του, τον προσηνή χαρακτήρα του, το φρόνιμο ήθος του και την απαράβλητη ποιητική δύναμή του- παρουσιάζεται κατ’ επανάληψη από τους αρχαίους βιογράφους του ως κατ’ εξοχήν «φιλαθηναιότατος» πολίτης και ποιητής.

Αναφέρεται μάλιστα ότι ο δραματογράφος αυτός από τον αργή­τα Κολωνόν δεν εγκατέλειψε ουδ’ επ’ ελάχιστον την πολυφίλητη πόλη του για να φιλοξενηθεί στην αυλή κάποιου πανίσχυρου ηγεμόνα, όπως αντίθετα έπραξαν οι ευκλεείς ομότεχνοί του Αισχύλος και Ευριπίδης. Πέρα από τις αλλεπάλληλες νίκες, που επάξια κατήγαγε στους δραματικούς αγώνες λόγω του απαράμιλλου ποιητικού ταλέντου του, ο ί­διος ανήλθε στη διάρκεια της ζωής του σε υψηλά πολιτικά και θρησκευτικά αξιώματα.

Η λιγότερο γνωστή αυτή πτυχή της ζωής του βρέθηκε αρκετά πρόσφατα στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος εν όψει μιας αξιοπρόσεκτης όσο και ενδια­φέρουσας στροφής της θεατρικής κριτικής προς μια διεξοδικότερη ανάλυση και εμβριθέστερη μελέτη της «πολιτικής διάστασης» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη νέα θε­ώρηση, η ενεργός παρουσία και η έκθυμη συμμετοχή ενός δημιουργού στο πολιτικό γίγνεσθαι της πατρίδας του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, εάν λά­βουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι εν προκειμένω η τραγωδία λειτουργεί σαν ένα είδος παραμορφωτικού κατόπτρου, μέσα στο οποίο ανακλάται με τρόπο πολύμορφο και πολυδύναμο η αθηναϊκή πολιτική και κοινωνική ζωή του 5ου αι. π.Χ.  Η προειρημένη ακραιφνώς κοινωνιολογική προσέγγιση της αττικής τραγωδίας, που εδράζεται σε μεγάλο βαθμό πάνω σε σύγχρονες θεωρίες σχε­τικά με την αισθητική της πρόσληψης ενός λογοτεχνικού έργου μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμε­να και υποδηλούμενά του, δεν πρέπει σε καμιά πε­ρίπτωση να συγχέεται με προγενέστερες, εν πολ­λοίς μονοδιάστατες και απλουστευτικές, θα λέγαμε, απόπειρες ανίχνευσης μέσα στο τραγικό corpus ε­νός αυστηρά προκαθορισμένου πολιτικού υποστρώ­ματος, ή έστω, κατ’ άλλους, μιας άγονης και ίσως αυτάρεσκης εθνικής απόχρωσης.

Πράγματι, ο Σο­φοκλής, ιδίως σε προχωρημένη ηλικία, ενώ πλέον διαφαίνεται ευκρινώς στον ορίζοντα η επικείμενη ήττα και συντριβή της Αθήνας από τη Σπάρτη προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, αποφεύ­γει να παρασύρεται σε μεγαλόστομες εξάρσεις πατριωτικής περιπάθειας.

 

Σοφοκλής, αντίγραφο ανδριάντα του 4ου αιώνα, ο λεγόμενος Σοφοκλής του Λατερανού, Μουσείο Βατικανού.

 

Στη διάρκεια του πολύχρο­νου βίου του υπηρέτησε την πολυαγαπημένη πόλη του από την περίβλεπτη θέση του Ελληνοταμία το 443/442 π.Χ.· εξελέγη στρατηγός τουλάχιστον δυο φορές και μάλιστα ευτύχησε να είναι συστράτηγος του Περικλή, ίσως ακόμη του Θουκυδίδη του γιου του Μελησία και επίσης του Νικία, του μοιραίου στρατηγού της σικελικής εκστρατείας, κατά τη διάρ­κεια της μακρόχρονης και πολυαίμακτης πολιορ­κίας της Σάμου από τον αθηναϊκό στόλο (440-439 π.Χ.) και πιθανώς είτε στον πόλεμο των Αθηναίων ενάντια  στους  σαμιακής  καταγωγής  Αναιίτες (428/427 π.Χ.) είχε αργότερα κατά την περίοδο της εύθραυστης Νικίειας ειρήνης (421-415 π.Χ.).

Ανάμεσα στα πολιτικά αξιώματά του μπορεί επίσης να προσμετρηθούν οι πολυάριθμες «πρεσβείες», στις οποίες έλαβε μέρος ως λαοπρόβλητος εκπρόσωπος της πατρίδας του προς άλλες πόλεις της Ελλάδας, και η αμφιλεγόμενη, καθ’ ότι όχι πλήρως αποδε­δειγμένη, συμμετοχή του ως Προβούλου στο ολι­γαρχικό κίνημα των Τετρακοσίων, το οποίο, ως γνωστόν, οδήγησε στην προσωρινή ανατροπή της Αθηναϊκής δημοκρατίας (411 π.Χ.).

Από όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται προ­φανές ότι ο Σοφοκλής εκδήλωσε αδιάπτω­το ενδιαφέρον απέναντι στις ραγδαίες πο­λιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. για ένα χρονικό διάστημα λίγο μεγαλύτερο των τριάντα ετών (443-411 π.Χ.)· ειδικότερα, η έντονη πολιτική δράση του συνοδεύεται και από την ολόψυχη συμμετοχή του στις ζωηρές θεολογικές αναζητήσεις της εποχής ε­κείνης.

Ενδεικτικό της ειλικρινούς ευλάβειας και ανυπόκριτης ευσέβειας του Αθηναίου δραματουργού είναι η άρρηκτη διασύνδεσή του με τις λατρείες του επιδαύριου θεού Ασκληπιού και του ήρωα Άλωνα – πιθανότατα δε ο ίδιος μετά το θάνατό του αφηρωίζεται και λατρεύεται στην Αττική με την επωνυμία Δεξιών. Αναμφίλεκτα, η ειλικρινής αγάπη του για το γενέθλιο τόπο του και ο πηγαίος θαυμασμός του για τα ανυπέρβλητα επιτεύγματα του αθηναϊκού πνεύματος και πολιτισμού διαπερνούν το δραματικό έργο του· ωστόσο, η νηφαλιότητα, η μετριοπάθεια, το απροκατάληπτο πολιτικό του αισθητήριο και η πλήρης επίγνωση της τραγικής πλευράς της ανθρώπινης ύπαρξης δεν αφήνουν περιθώρια για «διανοητικά πυροτεχνήματα», που συχνά λειτουργούν απλώς ως ευπρόσδεκτα αντιστηρίγματα στεί­ρων τοπικιστικών εξάρσεων και άγονων συγκινη­σιακών υπερβολών.

Σοφοκλής, από δημοσίευση του περιοδικού, Life.

Παράλληλα προς τους α­κραιφνώς πολιτειακούς θεσμούς του αθηναϊκού κράτους, όπως η εκκλησία του δήμου και τα δικα­στήρια, η αρχαία ελληνική τραγωδία αντανακλά και αποκρυσταλλώνει το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Αθήνας των κλασικών χρόνων μέσα από μια δυσδιόρατη αλλά όμως ενδελεχή κριτική διεργασία, που συμπαραβάλλει με τρόπο εύρυθμο και εύτακτο την πολυστρώματη μυθολογική παρά­δοση με τρέχουσες ιδεολογικές ζυμώσεις.

Σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, ο Σοφο­κλής συνέγραψε 123 δραματικά έργα και πήρε δε­καοχτώ φορές το πρώτο βραβείο στους θεατρικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων. Για να περιορι­στούμε στα ακέραια έργα του, τα οποία η χειρόγρα­φη παράδοση διέσωσε σε ορισμένες περιπτώσεις ό­χι χωρίς την ευνοϊκή παρέμβαση ολωσδιόλου τυ­χαίων παραγόντων, ο Αίας – ένα μεγαλόπνοο έργο της ποιητικής κατά τα φαινόμενα ωριμότητας του Αθηναίου τραγωδού παρουσιάζει ανάγλυφα την α­συμβίβαστη αξιοπρέπεια και το δυσπρόσιτο μεγα­λείο του ομώνυμου ήρωα μέσα στην ξέφρενη δίνη των ανθρώπινων παθών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Εν αντιθέσει προς τον ηρωικό παλμό του ασυμβίβαστου Αίαντα και την ηλεκτρισμένη πολεμική ατμόσφαιρα του τρωικού πεδίου, στην Ηλέ­κτρα (420-410 π.Χ.) με την ομώνυμη ηρωίδα του «ασίγαστου μίσους» ο Σοφοκλής τοποθετεί τη δρά­ση στην Ελλάδα και μεταφέρει τον απόηχο της α­δυσώπητης σύγκρουσης Ελλήνων και Τρώων μέσα στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο μιας πολύπαθης οι­κογένειας, όπου θύτης και θύμα ανταγωνίζονται ε­πί σκηνής και ενίοτε εκτός σκηνής με εναλλασσό­μενη πειστική ευγλωττία.

Το ανώτερο όλων σε τρα­γικότητα έργο Οιδίπους Τύραννος (430-420 π.Χ.) θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους κριτικούς ως το αποκορύφωμα της θεατρικής τέχνης του Σοφο­κλή· ιδίως στο δράμα αυτό μέσα από μια σειρά μοι­ραίων και συνταρακτικών αναγνωρίσεων ο τραγι­κός εστεμμένος της Θήβας τελικά συνειδητοποιεί τη θεϊκή πλεκτάνη, μέσα στην οποία σπαρταρούσε παγιδευμένος ανεπίγνωστα σε όλη τη διάρκεια του δράματος.

Μολονότι ο σοφόκλειος ήρωας διεκδικεί ακατά­παυστα ένα έστω γλίσχρο μερίδιο στην καθολική ευτυχία, ο ίδιος συνάμα με ανυποχώρητο πείσμα και αταλάντευτο φρόνημα επιλέγει αυτό ακριβώς που αναπόφευκτα θα τον εκμηδενίσει· ωστόσο, ό­πως στην περίπτωση της αγέρωχης και αποφασι­στικής Αντιγόνης στο φερώνυμο έργο (450-440 π.Χ.), η ασύνετη τόλμη εν τέλει μεταλλάσσεται σε αξιοθαύμαστη γενναιοψυχία, ενώ η συγκλονιστι­κή πτώση του τυραννικού Κρέοντα προκαλεί μιαν απροσδόκητη αναψύχωση του δημοκρατικού φρονήματος. Θα έλεγε κανείς ότι το αντιστασιακό πα­ράδειγμα της απτόητης Αντιγόνης καθιστά εντο­νότερη για τον αθηναϊκό δήμο την ανάγκη συνε­χούς επαγρύπνησης για τη διασφάλιση ενός ηθι­κά ωριμότερου πολιτικού βίου.

Με παρόμοιο τρό­πο στις Τραχίνιες (450-440 π.Χ.) το εξατομικευ­μένο πάθος αναλύεται υπό το πρίσμα μιας θλιβε­ρής ερωτικής ιστορίας, όπου η άνευ όρων παραδο­χή του παραλόγου στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί μιαν ανακουφιστική προοπτική εν όψει μιας φρι­κιαστικής διαδοχής επάλληλων αναπόδραστα α­λύτρωτων θανάτων.

Η θεατρική δραστηριότητα του Σοφοκλή φαίνεται ότι δεν κάμφθηκε από το βαθύ γήρας· αντίθετα ο ποιητής συνέθεσε δυο αριστουργήματα στη δύση της καλλιτε­χνικής σταδιοδρομίας του. Ο Φιλοκτή­της (409 π.Χ.) είναι μια τραγωδία επικού μεγαλεί­ου, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας – το alter ego του αυτοκτονικού Αίαντα- παραμένει ανυποχώρη­τος στο φιλέκδικο πείσμα του, άκαμπτος και αλύ­γιστος μέσα στην αφόρητη ερημιά του· ωστόσο, στο τέλος δεν εξουθενώνεται από τη δυναμική ε­νός ανέφικτου ηρωικού ιδανικού, αλλά επιδει­κνύει μια ήρεμη αξιοπρέπεια μπροστά στην ακαταγώνιστη θεϊκή βούληση, ακροβατώντας έτσι στις παρυφές μιας ρεαλιστικότερης θεώρησης της ανθρώπινης ειμαρμένης.

Το κύκνειο άσμα του Αθηναίου τραγικού και επάξιο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης ποιητικής πορείας είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ (406 π.Χ.), που παραστάθηκε στο θέ­ατρο του Διονύσου με αναμενόμενη θριαμβική ε­πιτυχία μετά το θάνατό του (406/405 π.Χ.). Κατ’ αναλογία προς το προηγούμενο έργο, τον Φιλοκτή­τη, το τελευταίο αυτό σωζόμενο σοφόκλειο δράμα μέσα από πολύπτυχες διακειμενικές συσχετίσεις και αντιπαραβολές ανασκοπεί την ιστορία του Οιδίποδα και επιχειρεί να στήσει γέφυρα επικοινω­νίας με τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγό­νη, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό ανυποψίαστο στοχαστικό βάθος στα δρώμενα.

Τα αφηγηματικά νήματα, που συναρθρώνουν τα τρία αυτόνομα δρά­ματα σε μια δυνάμει θηβαϊκή τριλογία, δεν οδηγούν σε άγονη επανάληψη και άχαρη αναδίπλω­ση των παρελθοντικών γεγονότων, όπως θα περί­μενε κανείς, αλλά όλως διαφορετικά οι απροσδόκητες συμφιλιωτικές απολήξεις των prima facie άσπονδων αντιπαραθέσεων στην Αθήνα εγκαρδιώνουν τους θεατές, ενώ ο επικήδειος ενθουσια­σμός της εξόδιας σκηνής προετοιμάζει με δραμα­τουργικό οίστρο και ειρωνική διάθεση την επόμε­νη μυθολογική εμπλοκή στη μακρινή όσο και μοιραία πόλη των Καδμείων.

θα μπορούσε να λεχθεί λοιπόν ότι ο Σοφοκλής, πέρα από ενεργός πολίτης και άγρυπνος στοχα­στής, υπήρξε πρωτίστως ένας γνήσιος άνθρωπος του θεάτρου, ο οποίος μέσα στην έξαρση της ποι­ητικής δημιουργίας δεν έπαψε να αναζητεί πρα­κτικές λύσεις για να αναπτύξει και να τελειοποι­ήσει την τέχνη του· ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αθηναίος τραγωδιογράφος ει­σήγαγε στο αττικό δράμα ή τουλάχιστον προώθη­σε, μεταξύ πολλών άλλων αλλαγών, κυρίως τρεις σημαντικότατες καινοτομίες:

α) την αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις,

β) την αύξηση των με­λών του Χορού από δώδεκα σε δεκαπέντε, και

γ) κατά το αισχύλειο πρότυπο την περαιτέρω απο­σύνδεση της ιστορικομυθικής ενότητας των τετρα­λογιών, δηλαδή τη συμμετοχή κάθε φορά των ποι­ητών στους θεατρικούς αγώνες με τέσσερα αυτόνο­μα δράματα.

 

Ηλέκτρα, 1936. Αρχείο: ΚΜΕΕΘ-ΚΜ

 

Κατά την άποψη έγκριτων σύγχρονων μελετη­τών, που ανάμεσα στα άλλα διερευνούν τις λανθά­νουσες αφηγηματικές δομές των δραματικών έργων με απώτερο σκοπό να διερμηνεύσουν τις δαιδαλώ­δεις θεατρικές κατασκευές της αρχαίας δραματουρ­γίας, οι προαναφερθέντες νεοτερισμοί παρέχουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον ποιητή για να ιεραρχήσει τους διηγητικούς τρόπους του, προ­κρίνοντας κατά περίπτωση το λειτουργικότερο και δραστικότερο.

Η αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις, καθώς επίσης η συμμετρικότερη παράταξη  του Χορού σε δυο ημιχόρια των εφτά μελών με την ταυτόχρονη ανάδυση του κορυφαίου σε ρόλο τέταρτου υποκριτή, διευκολύνουν συν τοις άλλοις διαδοχικές αλλαγές στην οπτική γωνία και στο χρόνο ε­ποπτείας των συμβάντων. Επιπροσθέτως, η σταδιακή αποδυνάμωση της μυθικής αλληλουχίας ως ε­πί το πλείστον συμβάλλει στην αδιάσπαστη παρου­σίαση των κεντρικών γεγονότων και στη ραγδαία επιτάχυνση του σκηνικού ρυθμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο φιλόσοφος Πολέμων, που έζησε και έδρασε κατά τη διάρκεια του 3ου αι­ώνα π.Χ., απέδωσε στον Σοφοκλή τον εύστοχο χαρακτηρισμό «τραγικός Όμηρος», ενώ παράλληλα αποκάλεσε τον πατριάρχη της ελληνικής λογοτε­χνίας «επικό Σοφοκλή» (TrGF, τόμ. 4ος, TIIb 115). Πράγματι, η θαυμάσια εναρμόνιση μιας υπερτέλειας διαγραφής των χαρακτήρων, που ερεί­δεται κυρίως σε εδραίους αφηγηματικούς αρμούς, με μια εξόχως στοχαστική θέαση της ανθρώπινης μοίρας, που καθαιρεί το παραστάσιμο υλικό από απρόσφορες ίσως ιδεοληπτικές προσμίξεις, δι­καιολογεί απολύτως τη διαχρονική αξία και το α­νυπέρβλητο σφρίγος της σοφόκλειας δραματουρ­γίας.

  

Ανδρέας Μαρκαντωνάτος

Λέκτορας Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας,

Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών

 

Βιβλιογραφία


 

  • M. W. Blundell, Helping Friends and Harming Enemies: A Study in Sophocles and Greek Ethics, Κέμπριτζ 1989.
  • C. M. Bowra, Sophoclean Tragedy, Οξφόρδη 1944.
  • F. Budelmann, The Language of Sophocles: Communality, Communication and Involvement,
    Κέμπριτζ 2000.
  • R. G. A. Buxton, Sophocles [Greece & Rome New Surveys in the Classics No. 16], Οξφόρδη 1984.
  • V. Ehrenberg, Sophocles and Pericles, Οξφόρδη 1954.
  • H. Flashar, Sophokles: Dichter im demokratischen Athen, Μόναχο 2000.
  • G. M. Kirkwood, A Study of Sophoclean Drama,  Ithaca και London 19942.
  • B. M. W. Knox, The Heroic Temper: Studies in Sophoclean Tragedy, Μπέρκλεϊ και Λος Άντζελες 1964.
    M. R. Lefkowitz, The Lives of the Greek Poets, Λονδίνο 1981, σελ. 75-87.
  • A. Lesky, Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, τόμος Α’. Από τη γέννηση του είδους ως τον Σοφοκλή, μτφρ. Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Αθήνα 1987, σελ. 281- 456.
  • Η. Lloyd-Jones, Sophocles Volume I  [Loeb Classical Library No. 20], Κέμπριτζ, Μασ. και Λονδίνο 1994, σελ. 1-24.
  • A. Machin, Cohérence et continuité dans le théâtre de Sophocle, Κεμπέκ 1981.
  • A. Markantonatos, Tragic Narrative. A Narratological Study of Sophocles’ Oedipus at Colonus, Βερολίνο και Νέα Υόρκη, του ιδίου, Sophocles: Oedipus at Colonus [Duckworth Companions to Greek and Roman Tragedy], Λονδίνο 2004, κεφ. 1.
  • Γ. Μαρκαντωνάτος, Εισαγωγή στην Αττική Τραγωδία, Αθήνα 1991, σελ. 137-152.
  • Κ. Reinhardt, Sophocles, μτφρ. Η. Harvey και D. Harvey, Οξφόρδη 1979.
  • W. C. Scott, Musical Design in Sophoclean Theater, Ανόβερο και Λονδίνο 1996.
  • D. Seale, Vision and Stagecraft in Sophocles, Λονδίνο και Καμπέρα 1982.
  • C. Segal, Tragedy and Civilization: An Interpretation of  Sophocles, Κέμπριτζ, Μασ. 1981, του ιδίου, Sophocles’ Tragic World: Divinity, Nature, Society, Κέμπριτζ, Μασ. 1995.
  • T.B.L. Webster, An Introduction to Sophocles, Οξφόρδη 19692.
  • C. H. Whitman, Sophocles: A Study in Heroic Humanism, Κέμπριτζ, Μασ. 1951.
  • T. Von Wilamowitz-Moellendorfï, Die dramatische Technik des Sophokles, Βερολίνο 1917.
  • R. P. Winnington-Ingram, Sophocles: An Interpretation, Κέμπριτζ 1980.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Σοφοκλής», τεύχος 255, 30 Σεπτεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »