Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Γκραβούρες.  Άποψη της Καλαμάτας (Kalamata) – Χαλκογραφία του A. Lasor, 1713

Άποψη της Καλαμάτας, του κάστρου της και του Μεσσηνιακού κόλπου σε χαλκογραφία του A. Lasor, 1713. Σύμφωνα με τις ανασκαφές η πόλη κατέχει την θέση των αρχαίων Φαρών, η οποία ήταν μια από τις επτά πόλεις που υποσχέθηκε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα και σ’ αυτή φιλοξενήθηκε και ο Τηλέμαχος όταν αναζητούσε τον πατέρα του.

  

Άποψη της Καλαμάτας (Kalamata) - Χαλκογραφία του A. Lasor, 1713

 

Στους προχωρημένους μεσαιωνικούς χρόνους, μέσα στο κάστρο, κτίσθηκε ένα εκκλησάκι όπου φυλασσόταν η εικόνα της Παναγιάς της Καλαμάτας που έδωσε κατά μια άποψη, και το όνομά της στην πόλη. Κατά την Φραγκοκρατία, ο Γοδεφρείδος Βελεαρδουίνος οχύρωσε την αρχαία ακρόπολη της πόλης και το κάστρο που βλέπουμε σήμερα, το οποίο ενίσχυσε ακόμα περισσότερο ο Γουλιέλμος Β’ στα μέσα του 13ου αι. έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει εκεί. Το 1865 οι Βενετοί το κατεδάφισαν αλλά αργότερα το ξαναέχτισαν. Πάνω από την εξωτερική πύλη σώζεται εντοιχισμένο ανάγλυφο με το λιοντάρι του Άγιου Μάρκου.

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα  (Monastery of Megaspelion). Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα (Monastery of Megaspelion), Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη του φυσικού περιβάλλοντος των Καλαβρύτων και της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Η μονή της οποίας κτήτορες αναφέρονται οι μοναχοί Συμεών και Θεόδωρος εκ Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη μέσα σε σπήλαιο των Αροάνιων Ορέων (Χελμού) και χρονολογείται από το 362 μ.X. όταν ανεγέρθη ο ναΐσκος της Αγίας Ευφροσύνης στη θέση όπου η ομώνυμος βοσκοπούλα ανακάλυψε την εικόνα της Θεομήτορος.

Η μονή ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1285 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και εκ νέου το 1641. Ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 παρέμεινε αδούλωτη με υπερασπιστές τους Πετμεζαίους. Καταστράφηκε πολλές φορές από πυρκαγιές και το 1943 λεηλατήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εικόνα της Θεομήτορος διασώζεται έως σήμερα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η απεικόνιση είναι λιθογραφία χρωματισμένη με την τεχνική «aqua tinte» από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece» London 1834.

Read Full Post »

Αρκαδική πύληΑρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

Άποψη της Αρκαδικής πύλης στην Αρχαία Μεσσήνη, της πεδιάδας της Στενύκλαρου στη μέση, και στο βάθος του Μεσσηνιακού κόλπου. Η Μεσσήνη κτίσθηκε στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη από τον Επαμεινώνδα, γύρω στο 370 π.χ., αφού συγκέντρωσε εκεί τους επί αιώνες σκορπισμένους Μεσσηνίους. Η πόλη οχυρώθηκε με την τελευταία λέξη της οχυρωματικής τεχνικής για να αντέχει στις Σπαρτιάτικες επιδρομές. Το τείχος της είχε μήκος 9 χμ. και πάχος σχεδόν3 μέτρακαι έφερε κατά διαστήματα διώροφους ισχυρούς πύργους και επάλξεις. Από τα τείχη αυτά σώζονται εκτεταμένα τμήματα, κυρίως δεξιά και αριστερά από τις δυο πλευρές της Αρκαδικής πύλης.

 

Αρκαδική πύλη - Αρχαία Μεσσήνη (Messene) λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg - (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), 1834.

 

Τα τείχη είναι κτισμένα από ντόπιο ασβεστόλιθο και κατά διαστήματα είχαν πύλες ενισχυμένες με ισχυρούς πύργους που έπαιρναν το όνομά τους από την κατεύθυνση που ακολουθούσαν οι δρόμοι. Σήμερα σώζονται 4 πύλες με κυριότερη την Αρκαδική η οποία είναι ακόμα σε χρήση. Η πύλη αυτή είναι διπλή με δυο εισόδους, τις οποίες χωρίζει κυκλική αυλή, όπου πρέπει να ήταν τοποθετημένα αγάλματα θεών, προστατών της πόλης, μέσα σε κόγχες. Μέσα στην μεγάλη έκταση, σχήματος τετράγωνου που περικλείεται από τα τείχη, αποκαλύφθηκαν σημαντικά μνημεία, δείγματα αρχιτεκτονικής του 4ου π.χ. αι., σε αρκετά καλή κατάσταση που θεωρούνται ότι θα προσδώσουν σταδιακά στον χώρο την αίγλη της Ολυμπίας.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γκραβούρες – Μονεμβασιά (Monemvasia) – P. Bacouet,  19ος αιώνας  

Άποψη της μεσαιωνικής, Βυζαντινής και Βενετσιάνικης καστροπολιτείας σκαρφαλωμένης στο βράχο σε χαλκογραφία του P. Bacouet του 19ου αιώνα. Μια γέφυρα με 12 κάμαρες την ενώνει σήμερα με την απέναντι στεριά. Οι Έλληνες της Λακωνίας για να αντιμετωπίσουν τις Σλαβικές επιδρομές την οχύρωσαν και τη χρησιμοποίησαν σα λιμάνι και καταφύγιο.

 

Μονεμβασιά (Monemvasia) - P. Bacouet, 19ος αιώνας

 

Το 1147 απέκρουσε τις επιθέσεις των Νορμανδών και το 1249 την κατέλαβε μετά από πολιορκία 3 χρόνων, ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος για να την επιστρέψει στο Βυζάντιο το 1263. Για 4 χρόνια (1460-4) πέρασε στην εξουσία του Πάπα, μετά στους Βενετούς (1464-1550 και 1690-1715) και τέλος στους Τούρκους έως το 1823, όποτε και περιήλθε στους Έλληνες. Τα τείχη της αν και ερειπωμένα διατηρούν μέχρι σήμερα το μεγαλείο τους. Ήταν διπλά σε σχήμα  αναποδογυρισμένου Π και κατέληγαν σε δυο πύλες: την μεγάλη, που η επένδυσή της από σιδερένιες πλάκες είναι διάτρητες από σφαίρες, ορατές και σήμερα, και την επάνω πύλη. Μέσα στην πόλη ο χρόνος έχει σταματήσει στον μεσαίωνα με τα στενά και λιθόστρωτα δρομάκια, τα αρχοντικά, τις 40 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σφηνωμένες στα σπίτια, τις αψίδες και τα οικόσημα του Άγιου Μάρκου, κατάλοιπα των Βενετών.

 

Read Full Post »

Γκραβούρες

ΓύθειοΜαραθονήσι (GytheionMarathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832

Άποψη του κόλπου του Γυθείου με το νησάκι Κράνη στο βάθος, σε λιθογραφία του Jean Baptiste Bory de Saint Vincent, 1832. Κατοικημένο από την προϊστορική περίοδο το Γύθειο αποτελούσε εμπορικό σταθμό των Φοινίκων που εκμεταλλεύονταν τα κοχύλια της πορφύρας που αφθονούσαν στις Λακωνικές παραλίες. Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες οχύρωσαν το λιμάνι το οποίο υπό τους Ρωμαίους έγινε σπουδαίο εξαγωγικό κέντρο της περιοχής και σημαντική πόλη του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Η σύγχρονη παραλιακή πόλη, με νησιώτικο χρώμα, είναι εμπορικό λιμάνι με πολλά διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά κτίρια.

Γύθειο – Μαραθονήσι (Gytheion – Marathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ως την Επανάσταση του 1821 ήταν γνωστή με το όνομα Μαραθονήσι. Το νησάκι Κράνη (Μαραθονήσι) απέναντι από το Γύθειο, ενώθηκε με την ξηρά το 1898. Εδώ σύμφωνα με τον Όμηρο, πέρασε μια νύχτα ο Πάρις με την ωραία Ελένη πλέοντας προς την Τροία. Τον μεσαίωνα ονομάσθηκε Μαραθονήσι απ’ όπου και ο Λακωνικός κόλπος ονομάζετο από τους θαλασσοπόρους Golfo di Marathonisi, διότι το νησί ήταν κατάφυτο από μάραθα πριν ενωθεί με την ξηρά. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίσθηκε εκεί ο πύργος του Τζάννετ-μπέη της  Μάνης.

Διαβάστε ακόμη:

Επιστημονική Αποστολή του Μορέως 1829

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Ναυαρίνο (Navarino) – Ο. Dapper, 1688

Άποψη του κόλπου του Ναυαρίνου και του Νιόκαστρου σε χαλκογραφία του Ο. Dapper, 1688. Το Νιόκαστρο, το νεώτερο δηλαδή κάστρο του Ναυαρίνου, κτίσθηκε στα νότια του λιμανιού από τους Τούρκους το 1513, μετά την ήττα τους στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, για να μπορούν να ελέγχουν το νότιο πέρασμα στον κόλπο, αφού με τεχνητή επίχωση μετέτρεψαν σε αβαθές το βόρειο πέρασμα, έτσι ώστε να μη μπορούν να περάσουν από εκεί πλοία στον κόλπο. Αναστυλώθηκε από τον Μαιζών το 1829 και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Ο οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την πλαγιά του Αγίου Νικολάου, είναι προσιτός από την πλευρά του λιμανιού και από τον δρόμο προς την Μεθώνη, όπου βρίσκεται και το τουρκικό υδραγω­γείο.

Ναυαρίνο (Navarino) - Ο. Dapper, 1688

Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι το τείχος στην Ν.Δ. πλευρά, που ήταν και προσιτή από την θάλασσα. Στο ψηλότερο σημείο της τειχισμένης περιοχής βρίσκεται η εξαγωνική ακρόπολη, με ιδιαίτερα οχυ­ρωμένες τις 6 γωνίες της με προπύργια και με ψηλούς, στενούς θαλάμους στην κάθε πλευρά, που στην οροφή τους στηρίζεται η πλακόστρωτη ταράτσα για το πυροβολικό, ενισχυμένη ολόγυρα στο παρα­πέτο με πολυάριθμες καλοχτισμένες επάλξεις. Στην δυτική πλευρά του κάστρου υπάρχει ένα μικρό οχυρό, που και αυτό κτίσθηκε από τους Τούρκους, όπως και τα ερειπωμένα σπίτια και οι υπόγειες υδατοδεξαμενές. Η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κτίσθηκε από τους Φράγκους σα ναός γοτθικού ρυθμού, για να μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί.

Read Full Post »

«Νέος Ερμής ο Λόγιος», τεύχος 2 (Μάιος – Αύγουστος 2011)


 

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού νέος Ερμής ο Λόγιος.

Το κύριο αφιέρωμα του περιοδικού αναφέρεται στην εξάντληση της δυτικής ηγεμονίας, τους μετασχηματισμούς του παγκόσμιου συστήματος και την Ελλάδα. Ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο για τις ρίζες της οικονομικής κρίσης και ακολουθούν κείμενα του Τζιοβάνι Αρίγκι (Δύση και Ανατολή: κράτη, αγορές και καπιταλισμός), του Πέρυ Άντερσον (Η Βραζιλία του Λούλα), του Γιώργου Καραμπελιά (Η οικονομική κρίση και ο «καημός της ρωμιοσύνης»), του Κώστα Μελά (Γενική επισκόπηση δανεισμού και δημοσίου χρέους της Ελλάδος (1821-2010) και των Παύλου Καρανικόλα και Νίκου Μαρτίνου (Η ελληνική γεωργία μπροστά στην κρίση: προβλήματα και προοπτικές).

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος

 

Το δεύτερο αφιέρωμα περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τον οθωμανισμό. Η Ιωάννα Τσιβάκου γράφει για την θέσμιση του ιδεώδους του έθνους, ο Χαράλαμπος Μηνάογλου αναφέρεται στο τρίσημο Αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – Νεώτερος Ελληνισμός πριν τον Παπαρρηγόπουλο, ο Γιώργος Παναγόπουλος παρουσιάζει τις σχέσεις Χριστιανισμού και Ισλάμ στο ύστερο Βυζάντιο και ο Τάσος Χατζηαναστασίου γράφει για τον οθωμανισμό και τα Βαλκάνια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το δεύτερο τεύχος περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Μιχάλη Μερακλή (η αγέραστη νεότητα) για το αρχαίο ελληνικό θέατρο και τις νεώτερες αντιστοιχίες του, του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου για τον Γάλλο πρόξενο Auguste de Jassaud, του Σπύρου Κουτρούλη για τις θρησκευτικές και αξιακές προϋποθέσεις του Αμερικανισμού, καθώς και μία εκτενή μελέτη του Γιάννη Ταχόπουλου για την αυτονομία και την ετερονομία στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Τάκη Φωτόπουλου.

 Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Κάρολος Ντίκενς του Τζόρτζ Όργουελ και Χάιντεγγερ του Τζόρτζ Στάινερ), μία παρουσίαση των εκδόσεων Έρασμος και μία βιβλιοκριτική στο Επιστήμη και πολιτική της ισχύος του Χανς Μόργκενταου από τον Σπύρο Κουτρούλη καθώς και μία παρουσίαση του βιβλίου Δια τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού του Γιάννη Παπακώστα, από τον Δημήτρη Μαυρίδη. Το τεύχος κλείνει με ένα σχόλιο του Σάββα Παύλου για τις ονοματοδοσίες εντύπων, την νεοελληνική μυθολογία και τον Ερμή τον Λόγιο.

Read Full Post »

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πύρρος – Βασιλιάς της Ηπείρου (319-272 π.Χ.)


  

Πύρρος της Ηπείρου

Βασιλιάς της Ηπείρου, γιος του Αιακίδου και της Φθίας. Ανήλθε στο θρόνο της Ηπείρου αρχικά σε ηλικία 12 ετών, με τη βοήθεια του Δημητρίου, ο οποίος όμως τον έστειλε ως όμηρο στην Αίγυπτο το 298 π.Χ. Το επόμενο έτος ο Πτολεμαίος τον έστειλε πάλι στην Ήπειρο ως συμβασιλέα του εξαδέλφου του Νεοπτολέμου, τον οποίο και φόνευσε το 296 π.Χ. στη διάρκεια ενός δείπνου. Βοήθησε το Βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο εναντίον του αδελφού του Αντιπάτρου και έλαβε ως αντάλλαγμα μακεδονικές επαρχίες και την Ακαρνανία.

Παντρεύτηκε τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλέους. Ήρθε σε διαμάχη με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και από το 288 μέχρι το 284 π.Χ. ήταν Βασιλιάς και της Μακεδονίας. Τότε ηττήθηκε από τον Λυσίμαχο και περιορίστηκε στην Ήπειρο.

Φιλοδόξησε να μιμηθεί τον Μέγα Αλέξανδρο και να επεκτείνει το κράτος του προς Δυσμάς. Επικεφαλής στρατού 30 χιλιάδων μπήκε στην Ιταλία περί το 280 π.Χ. Έπειτα από πολεμικές περιπέτειες πέντε ετών και μεγάλες νίκες εναντίον των Ρωμαίων, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ήπειρο περί το 275 π.Χ., μετά την ήττα στο Βενεβέντο. Ανέλαβε και πάλι εκστρατεία εναντίον του Αντιγόνου στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο. Πολιορκώντας τη Σπάρτη πληροφορήθηκε την έλευση του Αντιγόνου, έσπευσε στο Άργος, έπεσε σε ενέδρα των Σπαρτιατών και τέλος σκοτώθηκε σε οδομαχίες στο Άργος – όπως λένε από πτώση κεραμιδιού.

Ο Πύρρος είχε μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες – θεωρείται από τους πιο σημαντικούς στρατηγούς στην παγκόσμια ιστορία – ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και σφράγισε τις τελευταίες μεγάλες στιγμές του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η βασιλεία του Πύρρου, εξαιρετικά πολυκύμαντη λό­γω της εκρηκτικής του προσωπικότητας, υπήρξε η σημαντικότερη περίοδος στην ιστορία της αρχαίας Ηπείρου. Το κράτος του, η συμμαχία των Ηπειρωτών υπό την κυριαρχία των Μολοσσών βασιλέων, τότε όχι μόνον απέκτησε τη μεγαλύτερή του έκταση, αλλά έγινε μια από τις πρωτεύουσες δυνάμεις του κόσμου που αναδύθηκε από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, του ελληνιστικού.

 

Η ζωή και η δράση του

 

Ο Πύρρος γεννήθηκε το 319, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου που ήταν εξάδελφός του, αφού ο πατέρας του Πύρρου, Αιακίδης, και η μητέρα του Αλεξάνδρου  Ολυμπιάδα ήταν πρώτα εξαδέλφια. Ο Αιακίδης, βασιλέας των Μολοσσών, και η γυναίκα του, Φθία, από επιφανή οικογένεια της Θεσσαλίας, είχαν επίσης δυο κόρες, τη Δηιδάμεια και την Τρωάδα.

Η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με τη ζωή του Πύρρου: μόλις δυο χρόνων φυγαδεύεται από την Ήπειρο λόγω της καθαίρεσης του πατέρα του από τους υπηκόους του (στο βασίλειο των Μολοσ­σών, με τους ιδιότυπους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, οι βασιλείς δεν ήταν ανεξέλεγκτοι)· δώδεκα χρόνων ανακτά το θρόνο· καθαιρείται ύστερα από πέντε χρόνια κατά την απουσία του· καταφεύγει, τέλος, στον άνδρα της αδελφής της Δηιδάμειας, Δημήτριο Πολιορκητή, γιο του Αντιγόνου Μονοφθάλμου, του σημαντικότερου τότε διαδόχου.

Στην αποφασιστική για τους διαδόχους μάχη της Ιψού (301) ο νεαρός Πύρρος πολέμησε γενναιότατα στο πλευρό του γαμπρού του. Παρά την αρνητική για τους Αντιγονίδες έκβαση της μάχης, ο Πύρρος δεν εγκατέλειψε τον ανήσυχο Δημήτριο. Τον ακολούθησε στην Ελλάδα και διαφύλαξε τις πόλεις που του εμπιστεύθηκε. Πιστεύεται ότι ο Πύρρος τότε ήλθε σε επαφή με τη διοίκηση πόλεων-κρατών με θεσμούς διαφορετικούς από εκείνους του βασιλείου των Μολοσσών, του οποίου η δομή στηριζόταν στα φύλα ή έθνη. Μετά το θάνατο της Δηιδάμειας ο Δημήτριος τον στέλνει όμηρο στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου (299).

A portrait of Pyrrhus of Epirus, king of Epirus, Macedon, and the Greek tribe the Molossians.

Στην αυλή της Αλεξάνδρειας ο Πύρ­ρος κέρδισε την εκτίμηση του Πτολεμαίου για την ανδρεία του, τα πνευματικά και ηθικά χαρίσματά του, πήρε την Αντιγόνη, κόρη της βασίλισσας Βερενίκης, ως σύζυγο και, τέλος, είχε την πολύπλευρη υποστήριξη του Πτολεμαίου, χάρη στην οποία επανέρχεται στην Ήπειρο, αρχικά ως συμβασιλέας (297) και σύντομα μόνος. Το 297 θεωρείται η πραγματική αρχή της βασιλείας του. Εφαρμόζοντας την πολυγαμία για πολιτικούς λόγους, όπως οι περισσότεροι βασιλείς, αρχίζοντας από τον ίδιο τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, παντρεύεται, μετά το θάνατο της Αντιγόνης που του έδωσε ένα γιο, τον Πτολεμαίο, πρώτα τη Λάνασσα, κόρη του βασιλέα των Συρακουσών Αγαθοκλή, που του δίνει προίκα την πόλη της Κέρκυρας και ένα γιο, τον Αλέξανδρο, και έπειτα δυο κόρες γειτόνων βαρβάρων βασιλέων. Από τη μια θα γεννηθεί ο Έλενος.

Επωφελούμενος της έριδας για τη διαδοχή στο θρόνο της Μακεδονίας επεμβαίνει και χωρίς πόλεμο κατορθώνει ταχύτατα να αυξήσει σημαντικά την έκταση του κράτους του προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις (295). Τότε αποκτήθηκε και η φημισμένη κορινθιακή αποικία Αμβρακία, την οποία ο Πύρρος κόσμησε με πολλά ακόμη καλλιτεχνήματα και την έκανε τη λαμπρή πρωτεύουσα των Μολοσσών μέχρι την πτώση της βασιλείας του. Μαζί, λοιπόν, με την Κέρκυρα αυτήν ακριβώς την εποχή το βασίλειο του Πύρρου περιλαμβάνει τις δυο μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις του Ιονίου. Την ίδια εποχή (294) ο Δημήτριος Πολιορκητής γίνεται κύριος της Μακεδονίας. Η γειτνίαση των δυο φιλόδοξων και αρειμά­νιων ηγεμόνων δεν άργησε να πάρει τη φυσική της τροπή, δεδομένου μάλιστα ότι ο θάνατος της Δηιδά­μειας, αρκετά χρόνια πριν, είχε ακυρώσει τις μεταξύ τους συγγενικές σχέσεις.

Η σύγκρουση μεταξύ του Πύρρου και του Δημητρίου είχε ποικίλες εκβάσεις· θα αναφερθούν οι σημαντικότερες. Η Λάνασσα, η Συρακούσια γυναίκα του Πύρρου, τον εγκαταλείπει και παντρεύεται τον Δημήτριο, στον οποίο δίνει και την προίκα της, την Κέρκυρα, όπου εγκαθίσταται αμέσως μακεδονική φρουρά. Έτσι, ο Πύρρος έχει τώρα τον αντίπαλο εκτός από τα ανατολικά και στα δυτικά του. Λίγο μετά, στον εναντίον του Δημητρίου συνασπισμό, μαζί με τον Πτολεμαίο και τον Λυσίμαχο της Θράκης μετέχει και ο Πύρρος.

Ο Πύρρος εκδιώκει τον Δημήτριο από το μεγαλύτερο σχεδόν μέρος των κτήσεών του και στέφεται βασιλέας της Μακεδονίας (288). Σε λίγο αποσπά και τη Θεσσαλία. Είναι τώρα ο Πύρρος κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους του ελλαδικού χώρου. Όχι, όμως, για πολύ. θα «φροντίσει» γι’ αυτό ο σύμμαχός του Λυ­σίμαχος, χρησιμοποιώντας το στρατό και την προπαγάνδα. Έτσι ο Πύρρος αναγκάζεται να αποσυρθεί με το στρατό του στην Ήπειρο χάνοντας τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία (285). Το εφήμερο των κατακτήσεων ή των σχέσεων του Πύρρου με τους άλλους ηγεμόνες ξεπερνούσε ίσως και αυτή την πραγματικότητα της εποχής του. Σε λίγα χρόνια (281), με ισχυρό στρατό και ελέφαντες, ο Πύρρος ξεκινά για τη μεγάλη περιπέτεια στη Δύση.

Μετά την επιστροφή του από την εξάχρονη εκστρατεία στην Ιταλία και τη Σικελία (φθινόπωρο 275) ο Πύρρος έφερε μαζί του στράτευμα, που για να το διατηρήσει και να το θρέψει καταφεύγει στη συνήθη πρακτική, τον πόλεμο. Στρέφεται έτσι κατά του βασιλέα της Μακεδονίας Αντιγόνου Γο­νατά (γιου του Δημητρίου Πολιορκητή), ο οποίος και θα είναι ο αντίπαλος του βασιλέα των Μολοσ­σών μέχρι το τέλος της ζωής του. Παρά τις μέτριες στρατιωτικές δυνάμεις και μέσα σε λίγες εβδομάδες κατορθώνει να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας όχι μόνο με νίκες, αλλά και χάρη στην εκτίμηση που ανέκαθεν είχαν προς αυτόν το γενναίο πολεμιστή και εξάδελφο του Αλέξανδρου αρκετοί εξέχοντες Μακεδόνες.

Αυτή όμως η κατάκτηση αμαυρώθηκε από τη σύληση των λαμπρών βασιλικών τάφων στις Αιγές από τους Γαλάτες μισθοφόρους του Πύρρου, ο οποίος ίσως από επιπολαιότητα, ίσως από ολιγωρία δεν μπόρεσε τότε να τους συγκρατήσει, «όθεν ήκουσε κακώς υπό των Μακεδόνων». Και αυτή, ωστόσο, η κατάκτηση ήταν εφήμερη.

Παράσταση από την Κάτω Ιταλία με πολεμικούς ελέφαντες – ανάμνηση από την εκστρατεία του Πύρρου. Μουσείο Βίλας Τζούλια, Ρώμη.

Λίγα χρόνια μετά (άνοιξη 272) αρχίζει τη θυελλώδη εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, όπου έμελλε να χάσει πρώτα το μεγαλύτερο γιο του Πτολεμαίο και έπειτα την ίδια του τη ζωή στο Άργος. Αποδεχόμενος πρόσκληση ενός ευγενούς Σπαρτιάτη εκστρατεύει στη Λακεδαίμονα. Στην αρχή προσπαθεί να αποκρύψει τους πραγματικούς σκοπούς του λέγοντας ότι έρχεται να απελευθερώσει τις πόλεις από τον Αντίγονο και τους Μακεδόνες και ότι σκέπτεται μάλιστα να στείλει στη Σπάρτη τα μικρότερα παιδιά του για να εκπαιδευθούν σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα. Στην επίθεση κατά της ατείχιστης πόλης αποδείχθηκε ακόμη μια φορά ο ηρωισμός των ανδρών και των γυναικών της (ακόμη και παρθένες πήραν μέρος στην απόκρουση του εχθρού και των ελεφάντων του), αλλά και οι πολεμικές ικανότητες του ίδιου του Πύρρου και του νεαρού Πτολεμαίου.

Τότε εμφανίστηκε στον Πύρρο μια νέα πρόσκληση για βοήθεια από την αντιμακεδονική μερίδα του Άργους. Ως συνήθως ο Πύρρος ανταποκρίνεται. Καθ’ οδόν προς το Άργος πέφτει σε ενέδρα του βασιλέα της Σπάρτης, κατά την οποία σκοτώνεται ο Πτολεμαίος πολεμώντας γενναία. Ο Πύρρος, ωθούμενος από τον πόνο του, ξεπέρασε τον εαυτό του: αφού πολέμησε αρχικά έφιππος, συνέχισε να αγωνίζεται πεζός προσφέροντας τη σφαγή, γράφει ο Πλούταρχος, ως προσφορά και επιτάφιο αγώνα στο νεκρό γιο του.

Ούτε, όμως, και το Άργος, κοντά στο οποίο είχε ήδη στρατοπεδεύσει ο Αντίγονος Γονατάς, μπόρεσε να καταλάβει ο Πύρρος. Ένα μέρος του στρατού με τον ίδιο επικεφαλής μπόρεσε να καταλάβει την αγορά της πόλης εισβάλλοντας νύχτα από μια πύλη του τείχους που του άνοιξαν οι Αργείοι αντιφρονούντες. Η σύγχυση επήλθε όταν ύστερα από δυσκολίες οι ελέφαντες πέρασαν τη χαμηλή πύλη και βρέθηκαν στους στενούς δρόμους του Άργους, όπου βέβαια εγκλωβίστηκαν. Μέσα στο πανδαιμόνιο, το οποίο επέτεινε η αντεπίθεση των αντιπάλων, η εντολή του Πύρρου για υποχώρηση εκτελέστηκε αντίθετα.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Πλουτάρχου, μια Αργεία, φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της που αντιμετώπιζε τον Πύρρο, εκσφενδονίζει εναντίον του ένα κεραμίδι χωρίς, όμως, να του επιφέρει το θάνατο. Αυτόν το θεόρατο πολεμιστή πεσμένο στο έδαφος αναγνώρισε και αποκεφάλισε τελικά ένας στρατιώτης του Αντιγόνου με δέος και τρεμάμενα χέρια. Δακρυσμένος ο Αντίγονος κόσμησε το πτώμα του αντιπάλου του, το έκαψε και παρέδωσε τη στάχτη στο νεότερο γιο του Πύρρου, Έλενο, που ακολουθούσε τον πατέρα του, για να τη φέρει στην Ήπειρο.

 

Ο Πύρρος ως άτομο

 

Οι σύγχρονοι του Πύρρου τον παρομοίαζαν στην ανδρεία και την πολεμική τέχνη με τον Αλέξανδρο και τον Αχιλλέα. Ο Αννίβας θεωρούσε «των στρατηγών πρώτον μεν εμπειρία και δεινότητι Πύρρον, Σκιπίωνα δε δεύτερον, εαυτόν δε τρίτον». Λέγεται ότι ενώ οι άλλοι βασιλείς του καιρού του έμοιαζαν στον Αλέξανδρο στα πορφυρά ρούχα, στους σωματοφύλακες («δορυφόρους»), στη στάση του κεφαλιού και στη σκληρή γλώσσα, μόνον ο Πύρρος τον θύμιζε στα όπλα, στα κατορθώματα, καθώς επίσης στην «όψιν», στην ταχύτητα και στις κινήσεις. Μιλώντας για τις πολεμικές αρετές του Πύρρου εννοούμε την ανδρεία του στις μάχες αλλά και στις στρατηγικές και τακτικές του ικανότητες, τις οποίες ο ίδιος ο βασιλέας περιγράφει στα «Υπομνήματα» που εκπόνησε. Οι νίκες του συχνά συνεπάγονταν πολλές απώλειες, σύμφωνα με την παροιμιώδη έκφραση «πύρρειος νίκη».

Όπως ο Αλέξανδρος, έτσι και ο Πύρρος είναι ποτισμένος με τον Όμηρο και τα κατορθώματα του Αχιλλέα, στον οποίο είχαν φροντίσει να αναγάγουν την καταγωγή τους οι Μολοσσοί βασιλείς. Όπως ο Αχιλλέας και άλλοι ομηρικοί ήρωες, επιζητεί μονομαχία με τον αντίπαλο αρχηγό για την τελική λύση της διαφοράς, μονομαχία την έκβαση της οποίας γράφει η απαράμιλλη πολεμική του τέχνη. Παρ’ όλο τον πόνο του πριν από την εισβολή στο Άργος προκαλεί σε μονομαχία τον Αντίγονο Γονατά, ο οποίος του απαντά αρνούμενος ότι αυτός εξαρτά τη στρατηγία του από τις περιστάσεις μάλλον παρά από τα όπλα, ενώ στον Πύρρο, αν δεν ευκαιρεί να ζει, έχουν α­νοιχθεί πολλοί δρόμοι προς το θάνατο. Αναγνωρισμένη, λοιπόν, και θαυμαστή από το πανελλήνιο η πολεμική ιδιοφυΐα του Πύρρου, δεν ήταν δυνατό να αφήσει ασυγκίνητους τους συμπατριώτες του.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πλούταρχο, επιστρέφοντας στην Ήπειρο έπειτα από κάποια λαμπρή νίκη οι Ηπειρώτες τον ονόμασαν «Αετόν» και αυτός τους απαντούσε ότι οι φτερούγες του είναι τα όπλα τους. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της προσωπικότητας του Πύρρου, σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές, είναι πως ό,τι κέρδιζε με τα κατορθώματά του το έχανε από τη ροπή του σε νέες ελπίδες και στο πάθος να αποκτήσει αυτό που δεν είχε. Τούτο είχε αποτέλεσμα να μη σταθεροποιεί και οργανώνει όσα κατά καιρούς κατακτούσε. Η έννοια της ελπίδας, γράφει ένας σύγχρονος μελετητής του Πύρρου, επανέρχεται σαν λαϊτμοτίβ στη ζωή του. Επίσης φαίνεται ότι ο αρειμάνιος αυτός βασιλέας αντιμετώπιζε με χιούμορ κάποιους που τον κακολογούσαν. Οι ιδέες του για το διάδοχό του φαίνονται σκληρές, αλλά όχι πρωτότυπες: δήλωσε ότι θα αφήσει τη βασιλεία σε όποιον από τους γιους του έχει το κοφτερότερο μαχαίρι. Εξάλλου, η μη προσήλωσή του στις δεισιδαιμονίες και στις ερμηνείες των οιωνών, αν κριθεί από τα αποτελέσματα, είχε επακόλουθο θανάτους προσφιλών του και ήττες.

 

Ο Πύρρος ως βασιλέας

 

Για να αποτιμηθεί η θέση του στην Ιστορία της Ηπείρου και της Ελλάδας θα πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι με τις κατακτήσεις του ο Πύρρος είναι ο δημιουργός της μεγάλης Ηπείρου, που περιελάμβανε τη δυτική Ελλάδα και έφθανε πολύ βορειότερα της Επιδάμνου (Δυρραχίου). Έως τότε η Ήπειρος διαδραμάτιζε γενικά παραπληρωματικό (ή συμπληρωματικό, δεν έχει σημασία) ρόλο στην ελληνική Ιστορία. Οι αρχαίοι συγγραφείς, που έχουν διασωθεί και αποτελούν τις κύριες πηγές μας, την ανέφεραν εφόσον εμπλεκόταν στις δραστηριότητες της Αθήνας, της Μακεδονίας ή όποιας άλλης μεγάλης δύναμης. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και περιοχές είτε στην Ελλάδα είτε στη Μ. Ασία είτε αλλού: η Ιστορία τους μας είναι γνωστή εφόσον αυτή συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την Ιστορία των πρωταγωνιστριών δυνάμεων.

Σήμερα δεν περιοριζόμαστε πλέον στις αποσπασματικές και όχι πάντα ασφαλείς μαρτυρίες των ιστορικών, αφού η κάθε πόλη ή περιοχή έχει να επιδείξει τη δική της ιστορική συγγραφή χάρη στον πλούτο και το πλήθος των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών της που προσφέρουν αυτούσια άρα βέβαιη ιστορική πληροφόρηση.

Έτσι και όλη η Ήπειρος χάρη στις χιλιάδες των επιγραφών της μας έχει ήδη αποκαλύψει ή πρόκειται να μας αποκαλύψει πολλές πτυχές του δημόσιου και ιδιωτικού της βίου. Ο Πύρρος με τη δράση του στην Ελλάδα και τη Δύση ήταν ο πρώτος βασιλέας που οδήγησε την πατρίδα του να πρωταγωνιστήσει στην ελληνική Ιστορία, όταν η Μακεδονία ήταν αδύναμη και υπέφερε από εσωτερικά προβλήματα, ενώ για την Αθήνα ή τη Σπάρτη δεν μπορούσε τότε να γίνει λόγος. Υπήρχαν δηλαδή τότε οι κατάλληλες συνθήκες: και η ρωμαλέα προσωπικότητα και το ιστορικό κενό. Ήταν ο Πύρρος και ικανός πολιτικός; Το θέμα έχει επανειλημμένα απασχολήσει την έρευνα χωρίς να υπάρχει ομοφωνία. Αρκετοί πάντως δέχονται ότι παρ’ όλη την πολυπραγμοσύνη του οι ενέργειές του τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Δύση δεν φαίνεται να στερούνται σχεδιασμών και οραμάτων. Ο θρύλος που τύλιξε ήδη από την αρχαιότητα πολλές πλευρές της προσωπικότητας του Πύρρου (του αποδόθηκαν ακόμα και θεραπευτικές και μαγικές ιδιότητες) συνετέλεσε να έχουμε αρκετά φιλολογικά κείμενα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τα αναμφισβήτητα τεκμήρια, δηλαδή τις επιγραφές και άλλα ευρήματα. Έτσι, το κεφάλαιο «Πύρρος» παραμένει, όπως και τόσα άλλα, ανοιχτό.

 

 Βάσα Κοντορίνη

 Καθηγήτρια Επιγραφικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Πύρρος: στα χνάρια του Μεγαλέξανδρου », τεύχος 37, 29 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »

Ηραία


 

Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα – Ηραία τα εν Άργει

 

Ήρα. Ρωμαϊκό αντίγραφο 450 – 400 π.Χ. Museo Archeologico Nazionale, Naples.

Οι Πανελλήνιοι αλλά και οι κατά τόπους καθιερωμένοι αθλητικοί αγώνες των αρχαίων Ελλήνων, δημιούργημα του ελεύθερου ελληνικού πνεύματος αλλά και του ηρωικού τρόπου αντίληψης της ζωής,  ήσαν στενά συνδεδεμένοι με την έντονα φυσιοκρατική αρχαία θρησκεία τις αναγεννητικές δυνάμεις της φύσης, τα κατορθώματα των θεών κατά των Γιγάντων αλλά και τη λατρεία των ηρώων, τα κατορθώματα των οποίων ύμνησαν και τα έκαναν τραγούδι ο Όμηρος και οι ένθεοι ποιητές.

Στο Άργος, την εύφορη Ιναχία χώρα, τη «φιλτάτη» πόλη της Ήρας, οι αθλητικοί αγώνες ήταν συνδεδεμένοι με τη λατρεία της μεγάλης «Πότνιας» θεάς της φύσης, της Ήρας, η λατρεία της οποίας μαζί με του Δία, αναφέρεται στις μυκηναϊκές πινακίδες Γραμμικής Β’ γραφής της Πύλου και της Θήβας. Η λατρεία της προελληνικής αυτής θεότητας με τα πολλά έκθετα έχει βαθιές ρίζες στην Αργεία χώρα και αποτελεί την προσωποποίη­ση των αειφόρων, αναγεννητικών φυ­σικών δυνάμεων της Πλουτοδότρας φύσης, η οποία κάθε χρόνο με τις ζωογόνες της δυνάμεις σκορπίζει τη θεϊκή ευλογία πάνω στη Μητέρα Γη, με την οργιώδη βλάστηση, την ανθοφο­ρία της Άνοιξης και την καρποφορία με τον πλούσιο αμητό.

Την Άνοιξη, όταν η φύση έβρισκε «τη γλυκιά και την καλή της ώρα» τελούνταν θρησκευτικές τελετουργίες προς τιμήν της μεγάλης Πότνιας (παντοδύναμης) Θεάς, κατά τις οποίες ελάμβανε χώρα η Επιφάνεια της θεότητας, όπως θριαμβευτικά εικονίζεται στο μεγαλύτερο χρυσό, μυκηναϊκό δαχτυλίδι της Τίρυνθας, η Summa Theologica, τα άγια των αγίων της μυκηναϊκής θρησκείας, όπου εικονίζεται η Θεά της φύσης, καθισμένη σε θρόνο και με το δε­ξιό ανυψωμένο χέρι κρατάει το ποτήριο της «Θείας Κοινωνίας», ενώ προ­σέρχονται σε πομπή τα ιερά της πα­ντοδύναμα ζώα, σύμβολα των φυσικών δυνάμεων, ανθρωποειδείς λεοντοδαίμονες που βαστάζουν τις τελε­τουργικές πρόχους προσφορών (χάλ­κινα αγγεία-κανάτες) έτοιμοι να προ­σφέρουν τη «θεία Ευχαριστία» στη μεγάλη πότνια θεά της φύσης.

 

Το μεγάλο χρυσό δακτυλίδι της Τίρυνθας (16ος – 15ος αι. π.Χ.). Η θεά της φύσης, καθιστή σε θρόνο, κρατάει το ποτήριο της «θείας κοινωνίας». Οι λεοντοδαίμονες σε πομπή κρατούν πρόχους, τελετουργικά αγγεία προσφορών.

 

Σύμφωνα με την παράδοση ο Ίναχος και οι συνδικαστές του Κηφισσός και Αστερίωνας αποφάσισαν η χώρα να ανήκει στην Ήρα και όχι στον Ποσειδώνα, και η «Ζευξιδία και Ζυγιά» Ήρα δίδαξε τους κατοίκους του Άργους πως να ζεύξουν τα ιερά της ζώα, τις λευκές αγελάδες, και να μάθουν να καλλιεργούν τη γη, για να ανθοφορεί και να καρπίζει το σιτάρι, και για τον λόγο αυτό λατρευό­ταν την άνοιξη στο Άργος κυρίως ως Ήρα Άνθεια, με τελετουργικούς χορούς γυναικών που κρατούσαν κλαδιά στα χέρια.

  

Στο Ηραίο του Άργους

 

Ως σύζυγος του Δία στην κορυφή της πυραμίδας του Δωδεκαθέου η Ήρα εκ­προσωπούσε και προστάτευε τη θεϊκή και ανθρώπινη τάξη, προστάτρια του γάμου και της οικογένειας, κρατούσε σταθερά «τας κλείδας του γάμου» και ήταν αυστηρή, αμείλικτη τιμωρός στους επίορκους, όπως συνέβη με την ιέρειά της την Ιώ, που συνευρέθηκε με τον Δία, την οποία καταδίωξε μέχρι τέλους και τη μεταμόρφωσε σε δαμάλα. Αλλά η Ήρα είχε λάβει μέρος στη Γιγαντομαχία και ήταν και πολεμική θεά. Στο ιερό της ήταν αφιερωμένο το ακαταμάχητο όπλο, η ιερή ασπίδα του Δαναού, μετά τον θάνατο του οποίου ο Λυγκεύς την έδωσε στο γιο του και βασιλιά του Άργους  Άβαντα, ο οποίος με το ιερό αυτό όπλο, το παλλάδιο της Ήρας, ήταν αήττητος, ενώ σύμφωνα με τον μύθο οι γιοι του Άβαντα Προίτος και Ακρίσιος πολέμησαν μεταξύ τους για πρώτη φορά με ξύλινες ασπίδες.

 

Χάλκινη Υδρία, 470- 460 π.Χ., έπαθλο στους αγώνες των Ηραίων του Άργους. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

 

Η ασπίδα, το ιερό σύμβολο, παλλά­διο της Ήρας, δινόταν ως έπαθλο, ανά­μεσα σε άλλα βραβεία, στους νικητές των αγώνων, που ελάμβαναν χώρα στο Ηραίο του Άργους, το μεγαλύτερο θρησκευτικό κέντρο της Αργολίδας των ιστορικών χρόνων, που αναπτύ­χθηκε όταν οι Αργείοι κυριάρχησαν δυναμικά επί των άλλων πόλεων και κωμών της Αργολίδας και γύρω από το ιερό, στο οποίο μεταφέρθηκε και το πανάρχαιο ξύλινο άγαλμα (ξόανο) της Ήρας από την Τίρυνθα, δημιούργησαν μια θρησκευτική και πολιτική αμφι­κτιονία καθοριστικής σημασίας για την πολιτική ενοποίηση της Αργείας χώρας.

Το ιερό εγκαθιδρύθηκε στο μέ­σον και στα βόρεια του αργολικού πε­δίου, στην ευρύτερη περιοχή των Μυ­κηνών, στην πανάρχαια Πρόσυμνα, πάνω σε ήρεμο λόφο, σε παλαιό χώρο λατρείας και κάτω από το βουνό της Εύβοιας (=βουνό με τις όμορφες αγελάδες, τα ιερά ζώα της Ήρας) από όπου ο προσκυνητής και επισκέπτης βιώνει τη θεϊκή γαλήνη του απαράμιλλου κάλλους φυσικού τοπίου που περιστοιχίζεται κυκλικά από τις θεϊκές κορυφογραμμές των βουνών και απλώ­νεται ήρεμα γύρω από το μητρικό της Αργολίδας κόλπο.

Στον μοναδικό αυτόν ιερό χώρο με τα πρωτοφανή αρχιτεκτονήματα της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, που απέχει σαράντα πέντε στάδια, οκτώ χιλιόμετρα, βορειοανατολικά από το Άργος, ελάμβαναν χώρα θρησκευτικές τελετουργίες της μεγάλης θεάς του Άργους, της Ήρας και αγώνες με πανελλήνια ακτινοβολία, οι οποίοι στη διαχρονική τους εξέλιξη ονομάζονταν Ηραία, Εκατόμβοια και η εξ Άργους ασπίς.

Οι αγώνες αυτοί συνδέ­ονταν επίσης με την ηρωική λατρεία των ένδοξων ηρώων του Άργους που έλαβαν πρωταρχικά μέρος στον Τρωι­κό πόλεμο και τα κατορθώματά τους εξυμνούν τα ομηρικά έπη, αλλά και των αριστοκρατικών γενών, όπως σαφώς προκύπτει από τον μεγάλο, ταφικό, πιθοειδή αμφορέα της ύστερης γεωμετρικής εποχής που απεικονίζει πα­ράσταση πάλης, προφανώς σε επιτάφιους αγώνες.

 

Η ιερή πομπή

 

Στην εορτή της Ήρας, η ιερή πομπή ξεκινούσε από το Άργος. Προπορεύο­νταν οι νέοι που βρίσκονταν στην ακ­μή της ήβης με την ιερή χάλκινη ή χρυσή ασπίδα, το ιερό σύμβολο, παλλάδιο της θεάς, που την είχαν κατεβά­σει (καθαιρέσει) από τον ιερό οχυρό τόπο της Λάρισας του Άργους, που έφερε και το όνομα Ασπίδα. Την ασπί­δα κρατούσε ο πιο άξιος από τους νέους και ήταν μεγάλη τιμητική διάκρι­ση μεταξύ των νέων η θρησκευτική αυτή επιλογή.

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

Από τη διαδικασία αυτή προέρχεται η αρχαία αργείτικη παροι­μία: «Άξιος ει της ασπίδος» (=είσαι άξιος να σηκώσεις την ασπίδα, δηλ. εί­σαι ο πρώτος!). Στη συνέχεια ακολου­θούσε η ιέρεια της Ήρας πάνω στο άρ­μα που το έσυραν δυο λευκές αγελάδες, τα ιερά ζώα της Ήρας, τα εκατό βόδια για την πάνδημη θυσία, οι αρχές της πόλης και το πλήθος των προ­σκυνητών που συμμετείχε σε κοινό συμπόσιο, (τη δημόσια θοίνη) μετά τη θυσία.

Η ιερή αυτή πομπή είχε συνδεθεί στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δυο παλληκαριών – αθλητών της ιέρειας Κυδίππης, οι οποίοι επειδή οι αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της Θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δυο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέ­ντε στάδια, οκτώ χιλιόμετρα, ως το Ηραίο. Μετά τον ιερό αυτό άθλο, όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότη­τα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο. Οι Αργείοι τίμησαν τα δυο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς και ανάγλυφη παράσταση, απεικόνι­ση του άθλου με το άρμα στην Αγορά του Άργους.

Τα Ηραία τελούνταν ήδη από τη γεωμετρική – αρχαϊκή εποχή, ήταν αρχι­κά τριετηρική εορτή και στη συνέχεια πεντετηρική (κάθε πενταετία) και εορτάζονταν στο τέλος Ιουνίου – αρχές Ιουλίου. Την παλιότερη γραπτή μαρ­τυρία για τους αγώνες αποτελεί το επιτύμβιο επίγραμμα του τέλους 6ου – αρχές 5ου π.Χ αι. του «αεθλοφόρου» (h)Υσεμάτα, οποίος έπεσε στη μάχη (εν πολέμω ήβαν ολέσαντα)  και έλαβε την ύψιστη τιμή να ταφεί δίπλα στον ιππόδρομο (πέλας ιπποδρόμιο).

 

Οι αγώνες

 

Στα Ηραία ετελούντο αγώνες δρόμου, σταδίου, οπλίτη, δόλιχου, το πένταθλο (δρόμος, άλμα, ακόντιο, δίσκος και πάλη), μουσικοί και δραματικοί αγώνες, αρματοδρομίες και ιππικοί αγώνες. Οι αθλητές ελάμβαναν ως βραβείο στε­φάνι μυρτιάς και χάλκινα έπαθλα (βραβεία) ασπίδες, τρίποδες, λέβητες και υδρίες. Από τα χάλκινα βραβεία τα Ηραία ονομάζονταν ποιητικά και «χάλκεος αγών». Τα παλιότερα χάλκινα έπαθλα, που έχουν σωθεί ως κτερίσματα τάφων των αθλητών ή των απογόνων τους, χρονολογούνται στα 470 – 430 π.Χ. και φέρουν την επιγραφή: «Παρ(h)Ηρας (εμί των) αέθλων», όπως οι χάλκινες υδρίες στα Μουσεία της Νέας Υόρκης, της Άγκυρας και της Κοπεγχάγης, ο λέβης από τάφο της Αθηνάς στο Βρε­τανικό Μουσείο και ο μοναδικά ακέραιος, χάλκινος τρίποδας που βρέθηκε από τον Μανόλη Ανδρόνικο στο τάφο του Φιλίππου του Β’ στη Βεργίνα (δηλ. τις αρχαίες Αιγές, την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, το όνομα της οποίας κατά ανεξήγητο(!) τρόπο έχει (θαφτεί) εξαφανιστεί από τον σύγχρονο χάρτη της πατρίδας μας) και χρονολογείται στο β’ μισό του 5ου π.Χ. αι.

Ο ενεπίγραφος αυτός τρίποδας – έπαθλο (τρα­νταχτή απόδειξη της αυτονόητης ελληνικότητας των Μακεδόνων) αποτε­λεί προγονικό βραβείο της βασιλικής οικογένειας των Μακεδόνων που κα­ταγόταν από το Άργος, το βασιλικό γέvος των Τημενιδών, και έλαβε προφανώς μέρος στους αγώνες των Ηραίων του Άργους όπως και στους  Ολυμπιακούς Αγώνες, προφανώς στα χρόνια του βασιλιά Περδίκκα του Β’ (454- 413 πΧ). Το έπαθλο – κειμήλιο αυτό εκα­τό χρόνια περίπου αργότερα τοποθε­τήθηκε (ως τιμητικό κτέρισμα στον ασύλητο βασιλικό τάφο των Αιγών(Βεργίνας) που αποδίδεται στον Φίλιπ­πο το Β’. Δυστυχώς οι αρχαιολογικές συγκυρίες δεν μας έχουν χαρίσει ακό­μη το κατ’ εξοχήν έπαθλο των Ηραίων του Άργους, μια χάλκινη ασπίδα, ενώ εικονίζεται σε παραστάσεις μνημείων.

Ο αργείτικης καταγωγής βασιλιάς της Σαλαμίνας της Κύπρου Νικοκρέων (322-310 π.Χ.) τιμήθηκε με χάλκινο ανδριάντα στο Άργος για τον κυπριακό χαλκό που έστειλε για τα χάλκινα βραβεία των Ηραίων του Άργους. Τα Ηραία του Άργους στον 4ο – 3ο αιώνα ονομάζονται Εκατόμβοια από τη θυσία των εκατό βοδιών για την πάνδη­μη συμμετοχή των προσκυνητών στις εορτές της Ήρας. Παρά το ότι τα Ηραία του Άργους δεν ήταν καθιερω­μένα επίσημα ως πανελλήνιοι αγώνες είχαν λόγω της μυθικής, ηρωικής και επικής παράδοσης πανελλήνια ακτινοβολία. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής στα 303 π.Χ. κήρυξε τους αγώνες στα Ηραία, ενώ οι Ατταλίδες της Περγά­μου νίκησαν πολλές φορές σε αρματοδρομίες.

Από τα μέσα περίπου του 3ου αι. π.Χ. τα Ηραία εορτάζοντο στο Άργος μαζί με τα Νέμεα (την τέλεση των οποίων οι Αργείοι είχαν μεταφέ­ρει στο Άργος) και ονομάζοντο: «Ηραία τα εν Άργει». Στα Ηραία τα εν Άργει και τα Νέμεα συμμετείχε στα 209 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Ε’ με δυο αγωνίσματα. Οι αγώνες των Ηραίων και Νεμέων στο Άργος ετελούντο τους μήνες Ιούνιο – Ιούλιο στο στάδιο που αναφέρει ο Παυσανίας, τη θέση του οποίου ταυτίσαμε ΒΔ του Προφήτη Ηλία (λόφου της Δειράδος). (Σήμερα δυστυχώς κατά μήκος της βόρειας πλευράς του σταδίου που έτρε­χαν οι αθλητές διέρχονται πάνω σε ασφαλτόδρομο τα τροχοφόρα! «Αιδώς Αργείοι!»).

Έvας ακόμη δρόμος (=στίβος αρχαίου σταδίου) του 1ου αι. π.Χ. έχει βρεθεί στην αγορά του Άργους, όπου εγυμνάζοντο οι νέοι του Άργους και οι αθλητές. Από τον 1ο αι. μ.Χ. και εξής τα Ηραία του Άργους αναφέρονται ως: «Η εξ Άργους ασπίς» από τη χάλκινη ασπί­δα – έπαθλο των νικητών που είχε ιδι­αίτερα θρησκευτικό ιερό νόημα για το Άργος, στην ακρόπολη του οποίου (στη Λάρισα) υπήρχε ιερός οχυρός χώρος με το όνομα Ασπίδα. Από την έρευνα λανθασμένα έχει συσχετισθεί στο παρελθόν αλλά και στο παρόν το καθιερωμένο αγώνισμα του εφίππου ακοντισμού της ασπίδας των Παναθη­ναίων με τους αγώνες στα Ηραία του Άργους, την εξ Άργους ασπίδα.

 

Ονόματα πρωταθλητών

 

Στεφάνια ελιάς και αργιοσέλινου σε τμήμα βάσης που έφερε άγαλμα αθλητή, δρομέα, ο οποίος νίκησε στην Ολυμπία, στα Ηραία και σε άλλους αγώνες, 3ος αι. π.Χ. Το όνομα του δεν διασώθηκε. Μουσείο Άργους.

Πολλοί σπουδαίοι αθλητές στους πα­νελλήνιους αγώνες, από την ηπειρωτι­κή Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, συμμε­τείχαν και στα Ηραία του Άργους, όπως ο Ολυμπιονίκης πυγμάχος Διαγόρας o Ρόδιος τον οποίο γνώρισε «ο εν Άργει χαλκός». O Πίνδαρος με τους επινίκους ύμνους έκανε αθάνατες τις νίκες των αθλητών, ενώ οι μεγάλοι γλύπτες και χαλκοπλάστες με πρώτο τον αργείο Πολύκλειτο με τον Δορυ­φόρο, αποθέωσαν το κάλλος του αθλητικού σώματος. Εδώ θεωρούμε απα­ραίτητο να αναφέρουμε τους Αργείους αθλητές που νίκησαν στα Ηραία και διασώθηκαν τα ονόματά τους:

Ο παλαιστής Θεαίος Αργείος, που νίκησε και στα Νέμεα και o Πίνδαρος του έγραψε επίνικο (Νεμεόνικος Χ).

Ο παλαιστής Πρατέας Αισχύλου (4os αι. π.Χ.) που νίκησε σε πολλούς αγώνες και στα Ηραία, του οποίου εί­χε στηθεί χάλκινο άγαλμα στο Άργος.

O παλαιστής Αισχύλου Πρατέα, γιος του προηγούμενου.

Ένας άλλος δρομέας αργείος, ολυμπιονίκης και πολυνίκης σε πλήθος αγώνων, νίκησε στα Ηραία δυο φορές στον δίαυλο και δυο στον οπλίτη δρό­μο αλλά το όνομά του μας είναι άγνωστο (τέλος 3ου αι. π.Χ). Δυστυχώς ένα πλήθος ξακουστών αθλητών το αφάνι­σε o χρόνος αλλά o αγώνας τους είναι παράδειγμα προς μίμηση και παρακα­ταθήκη για τους μεταγενέστερους.

Εδώ κρίνουμε απαραίτητο να αναφέρουμε επίσης και τρεις ξακουσμένους Αργείους δρομείς:

Ο σταδιοδρόμος Λάδας ξακουστός για τη μεγάλη του ταχύτητα στον οποίο οι Αργείοι είχαν στήσει τον χάλκινο ανδριάντα στον ναό του Λυκείου Απόλλωνα.

Το δολιχοδρόμο Αγέα, ο οποίος στην 113η Ολυμπιάδα, το 328 π.Χ. αφού νίκησε στην Ολυμπία στον δόλιχο (αγώνα δρόμου αντοχής) αυθημερόν διέτρεξε τη μεγάλη απόσταση από Ολυμπία στο Άργος (140 χιλιόμετρα περίπου) και ανήγγειλε ο ίδιος τη νίκη του.

Ο δολιχοδρόμος Δρύμος τον 4ο π.Χ. αιώνα διέτρεξε αυθημερόν την απόσταση από την Ολυμπία ως το ιερό του Ασκληπιού της Επιδαύρου όπου ανήγγειλε την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων.

 

Ακόμη παρούσα

 

Επιτύμβια στήλη του Κορίνθιου Λεύκιου Κορνήλιου, όπου νίκησε στους αγώνες των Ηραίων τον 2ο αι. μ.Χ. δύο φορές. Μουσείο Ισθμίας.

Οι Αργείοι πιστοί στους πανάρχαιους θρησκευτικούς και πολιτικούς θεσμούς της πατρίδας τους συνέχισαν τους αγώνες ως τον ύστερο 4ο μ.Χ. αιώνα και σύμφωνα με επιστολή που αποδίδεται στον Ιουλιανό, την ανεξι­θρησκία του οποίου πολέμησαν με πάθος οι εκπρόσωποι της νέας θρησκείας, οι Αργείοι απηλλάγησαν από συ­νεισφορά για την τέλεση των Ισθμίων διότι «οι Αργείοι την των Νεμέων συγκροτούσιν πανήγυριν».

Με την κατάρ­γηση των Ολυμπιακών και λοιπών αγώνων από τον Θεοδόσιο τον Α’ το 393 μ.Χ., οι πανηγύρεις στις θρησκευτικές εορτές στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή συνεχίζονταν με τον αρχαίο λατρευτικό τρόπο με χορούς και τραγούδια αλλά και αγωνίσματα, όπως στην εορτή του Αϊ Γιώργη και στα κλέφτικα λημέρια, παρά τις απαγορεύσεις και τους εξορκισμούς των εκπροσώπων της νέας θρησκείας, κατά των πιστών και κατά της «ειδωλολατρίας», με αποτέλεσμα το εθνικό μας όνομα Έλλην στη βυζαντινή εποχή να χάσει το νόημά του και να σημαίνει ειδωλολάτρης, δεν έφεραν αποτέλεσμα.

Έπειτα από χίλια χρόνια περίπου ο φιλόσοφος του Μυστρά, ο σοφός Πλήθων ο Γεμιστός αποκατέστησε το όνομά μας,  την ταυτότητά μας διακηρύσσοντας ότι: «Έλληνες εσμέν το γένος».

Ο τρόπος λατρείας στη θεότητα δεν επι­βάλλεται άνωθεν με δογματικές επιταγές, αλλά από την ιδιοσυγκρασία και τη θρησκευτική ευαισθησία του κάθε λα­ού που διαμορφώνεται αβίαστα μέσα στο φυσικό περιβάλλον που κινείται και αναπνέει. Και σήμερα στην Αγία Παρασκευή της Μυτιλήνης και στην εορτή – της Παναγίας τον δεκαπενταύ­γουστο στην Ίμβρο και αλλού, οι Έλληνες θυσιάζουν τον ταύρο για την κοινή συμμετοχή των πιστών στην εορτή, όπως γινόταν από τα αρχαία χρόνια στην εορτή της Ήρας και ακολουθούν τραγούδια και χοροί. Κανένας εκπρόσωπος της  εκκλησίας φυσικά δεν τολ­μάει σήμερα να καταδικάσει τον πα­νάρχαιο αυτό τρόπο λατρείας και έθιμο ως ειδωλολατρία.

Σήμερα στον κάμπο της Αργολίδας το ιερό της Ήρας το δια­δέχθηκαν οι πολυάριθμοι ναοί της Παναγίας και τα πανηγύρια συνεχίζονται ως αδιάσπαστη συνέχεια των αρχαίων εορτών και πανηγύρεων, με το ίδιο μά­λιστα όνομα με χορούς και τραγούδια. Είναι άκρως συγκινητικό ότι και σή­μερα ακόμη η μεγάλη θεά του Άργους, η Ήρα, που κρατούσε τα κλειδιά του γάμου, κατά τις τελετές του γάμου εί­ναι παρούσα. Λίγο πριν την τελετή η μητέρα του γαμπρού, σύμφωνα με το έθιμο βάζει στην τσέπη του γαμπρού ένα κλειδί (!) ενώ από το στενό περιβάλλον του ζευγαριού την ώρα της τελετής κλειδώνουν με κλειδί μια κλει­δαριά, για να μην διαλυθεί ο γάμος.

Τελικά όσες πόρτες και να έκλεισε ο χριστιανισμός στην αρχαία θρησκεία αυτή μπήκε από το παράθυρο (!) με αποθέωση τη μαγευτική τελετή του Επιταφίου της Μεγάλης Παρασκευής, διότι η αρχαία θρησκεία εκπροσωπούσε τις φυσικές δυνάμεις που είναι πάντοτε παρούσες. Ο αρχαίος τρόπος λατρείας της θεότητας, με χορούς, τραγούδια, και αγώνες κατά περίπτωση, αποτελεί τρανή απόδειξη του ελληνικού τρόπου αντίληψης για τη ζωή, με βασικές αξίες, την ελευθερία (θρησκευτική και πολιτική), τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τους αγώνες με την ευγενή άμιλλα των αθλητών μακριά από τη σύγχρονη διαστρεβλωμένη αντίληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του πρωταθλητισμού και των αναβολικών.

 Χρήστος  Πιτερός

Αρχαιολόγος

 

 

Βιβλιογραφία


  •  Ρ. Amandry «Sur les Concours Argìens» B.C.H. Suppenphtum, VI, 1980.
  •  X. Πιτερός, «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους». Πρακτ. Β’ Τοπ. Συν. Αργο­λικών Σπουδών 1981.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Επτά Ημέρες, «Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα», Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »