Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Anonymous: Imperii Romanigeo Graphica Descriptio Ad Herodiani Historiam


 Imperii Romanigeo Graphica Descriptio Ad Herodiani Historiam [Shows Cyprus]

Padova – 1694

 Imperii Romanigeo Graphica Descriptio Ad Herodiani Historiam

Imperii Romanigeo Graphica Descriptio Ad Herodiani Historiam

 

Σπάνιος χάρτης της Ευρώπης, δείχνει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τα χρόνια του Ηρώδη. Κατασκευάστηκε το 1694 στο τυπογραφικό εκπαιδευτήριο της Πάντοβας.

 

Read Full Post »

Abraham Ortelius:  Argonautica (1598)  


Argonautica. Illustrissimo Principi Carolo Comiti Arenbergio, Baroni Septimontii, Domino Miravartii, Equiti Aurei Velleris, etc. . . .  (Antwerp: 1598).

Abraham Ortelius:  Argonautica (1598)

Abraham Ortelius: Argonautica (1598)

Διακοσμητικός χάρτης της Αρχαίας Ελλάδας και των γειτονικών περιοχών. Αμβέρσα, 1598. 

Read Full Post »

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686


 Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco MorοsiniΑυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχλεδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

 

Read Full Post »

Abraham Oretlius:  Graecia Sophiani, 1584   


Fine old color example of Ortelius’ decorative map of Greece, Turkey and Asia Minor, with neighboring islands, from the Latin edition of Ortelius’ Theatrum. (Antwerp 1584)

 

Abraham Oretlius: Graecia Sophiani 1584

Abraham Oretlius: Graecia Sophiani 1584

 

Ένας έξοχος ιστορικός χάρτης της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Μικράς Ασίας και των γειτονικών νησιών,  από την λατινική έκδοση του Abraham Ortelius, Theatrum Orbis Terrarum .   H λατινική έκδοση βασίζεται στην πρωτότυπη έκδοση του Έλληνα χαρτογράφου της Αναγέννησης που έζησε στην Βενετία, Νικολάου Σοφιανού*  (1500-1560) ο όποιος καταγόταν από την Κέρκυρα.

 

*Ο Νικόλαος Σοφιανός είναι μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες των Ελλήνων λογίων με ευδιάκριτο το αποτύπωμά του στην ιστορία της Αναγέννησης. Είναι ο πρώτος που καινοτόμησε στη χαρτογραφική αποτύπωση του ελληνικού χώρου· ο πρώτος που επιχείρησε να συντάξει Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας· ο πρώτος που μετέφρασε στα Νέα Ελληνικά φιλοσοφικό κείμενο της ελληνικής αρχαιότητας, την αποδιδόμενη στον Πλούταρχο λαϊκοφιλοσοφική πραγματεία «Περί παίδων αγωγής».
Η αναβίωση του παιδαγωγικού στοχασμού των ελληνιστικών χρόνων, που αντικατοπτρίζεται στο έργο αυτό, επιτρέπει να ξαναδούμε τις αναγεννησιακές τάσεις της νεοελληνικής λογιοσύνης, να ξαναπιάσουμε το στημόνι της νεωτερικότητας στις χειμαζόμενες ελληνικές κοινωνίες του βενετοκρατούμενου και του οθωμανοκρατούμενου χώρου και να αναλογιστούμε ξανά τις προωθητικές δυνατότητες της ελληνικής παιδείας.
 

Read Full Post »

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)


 Διακοσμητικός και πολύ λεπτομερής χάρτης του Μοριά του 1690.

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)

  

Το 1683 οι Βενετοί εισέβαλαν στο Μοριά αποσπώντας τον έλεγχο της χερσονήσου από τους Τούρκους.

Ο χάρτης αυτός εκδόθηκε στον εορτασμό των παραπάνω γεγονότων από τον Coronelli, κοσμογράφο της Δημοκρατίας της Βενετίας και αφιερώθηκε από τον  Marcello Sacchetti, πρεσβευτή των Knights Hospitallers  ( Ιππότες Ιωαννίτες ) στον Πάπα  Innocent XI.

Ωστόσο η κατοχή των Βενετών ήταν σχετικά μικρή. Ο Μοριάς βαθμιαία χάθηκε πάλι μεταξύ 1715-1739. Ο Coronelli ήταν ένας από τους καλύτερους Ιταλούς  κατασκευαστές χαρτών της εποχής του.

Read Full Post »

Coronelli Maria Vincenzo (16 Αυγούστου 1650 – 9 Δεκεμβρίου 1718)


 

Ιερωμένος, κοσμογράφος, πρόεδρος της υδροδυναμικής, με εκατόν σαράντα εκδόσεις, ο Coronelli ήταν υπεύθυνος, ως το 1707, για την παραγωγή, από το πολυπληθές εργαστήριό του, πλούσιων χαρτογραφικών εκδόσεων που επηρέασαν την εξέλιξη των έντυπων γεωγραφικών εκδόσεων. Τα σχέδιά του συνοδεύουν έκτοτε πάμπολλες επανεκδόσεις ή μεταφράσεις των έργων του, είτε εικονογραφούν μεταγενέστερα ταξιδιωτικά χρονικά, ιστορικά συγγράμματα και γεωγραφικά έργα.

Ιδρυτής της Γεωγραφικής Ακαδημίας των Αργοναυτών στη Βενετία, ανέλαβε να απεικονίσει τις νικηφόρες μάχες των συμπατριωτών του κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο (1684-87).

Στην  Ελλάδα έρχεται  την ίδια  εποχή και επισκέπτεται πολλές περιοχές μεταξύ αυτών και την Αργολίδα, όπου και κάνει καταγραφή  περιοχών της σε σχέδια και χάρτες.  Το 1688 εκδίδει  στην Βενετία το βιβλίο, « Memorie Istoriografiche deRegni della Morea, Negroponte e Littorali fina Salonichi Accresciute in questa seconda edizione», στο οποίο αφιερώνει αρκετές σελίδες στο Άργοςκαι τοΝαύπλιο.

 

Βιογραφία


  

Vincenzo Coronelli

Vincenzo Coronelli

Ο Vincenzo Coronelli γεννήθηκε  στη Βενετία στις 15 Αυγούστου 1650 και ήταν το πέμπτο παιδί ενός Βενετού ράφτη που λεγόταν Μaffio Coronelli. Στα δέκα του χρόνια, ο νεαρός Vincenzo εστάλη στην πόλη της Ravenna και μαθήτευσε δίπλα σ’ ένα ξυλογράφο. Το 1663 τον αποδέχτηκαν στο Μοναστικό Τάγμα των Φραγκισκανών, και έγινε δόκιμος μοναχός το 1665. Στην ηλικία των 16 εξέδωσε την πρώτη από τις 140 διαφορετικές δουλειές του. Το 1671 μπήκε στο μοναστικό τάγμα της Santa Maria Gloriosa dei Frari στη Βενετία και το 1672 ο Coronelli εστάλη στο Κολέγιο του Saint Apostoli στη Ρώμη όπου έκανε το διδακτορικό του στη Θεολογία το 1674. Υπερείχε επίσης στη μελέτη της Αστρονομίας και στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Λίγο πριν το 1678 ο Coronelli άρχισε να δουλεύει ως Γεωγράφος και ήταν επιφορτισμένος να δημιουργήσει ένα σετ από γήινες και ουράνιες σφαίρες για τον Ranuccio II Farnese, Δούκα της Πάρμα. Κάθε μια από τις κατασκευασμένες σφαίρες ήταν πέντε πόδια σε διάμετρο και τόσο εντυπωσίασαν το Δούκα, που έκανε τον Coronelli  Θεολόγο του. Η φήμη του Coronelli σαν θεολόγου μεγάλωνε και το 1699 διορίστηκε Γενικός Πατέρας ( Father General) στο Τάγμα των Φραγκισκανών.

 

Σφαίρες για το Λουδοβίκο XIV 


 

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

O Καρδινάλιος Cesar dEstrees, φίλος και σύμβουλος του Λουδοβίκου XIV και πρεσβευτής στη Ρώμη, έδειξε στο Δούκα της Πάρμα τις σφαίρες και κάλεσε τον Coronelli στο Παρίσι το 1681 να κατασκευάσει ένα ζευγάρι σφαίρες για το Most Christian King. O Coronelli μετακόμισε στη Γαλλική πρωτεύουσα το 1681, όπου έζησε για 2 χρόνια. Κάθε σφαίρα αποτελούνταν από άξονες με κυρτό ξύλινο σκελετό περίπου δέκα πόδια ύψος και τέσσερες ίντσες πλάτος στον ισημερινό. Το ξύλο ήταν επικαλυμμένο με στρώση από ασβεστοκονίαμα περίπου 1 ίντσα πάχος και καλυμμένο με στρώση από σκληρό μη επεξεργασμένο ύφασμα (υλικό). Αυτό μετά περιτυλίγεται σε στρώμα ¼ της ίντσας δύο πολύ λεπτών (φίνων, κομψών) υφασμάτων το οποίο εξασφαλίζει υποστήριξη για τις ζωγραφισμένες πληροφορίες των σφαιρών. Αυτές οι σφαίρες είναι 384 cm στη διάμετρο και ζυγίζουν περίπου 2 τόνους, βρίσκονται εκτεθειμένες στην Εθνική Βιβλιοθήκη Francois Mitterramd στο Παρίσι.

  

Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

 

 
Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

  

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco Morοsini.  Αυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχέδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

  

Μετέπειτα Ζωή


 

Λόγω της φήμης του δούλεψε σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες τα χρόνια που ακολούθησαν, και επέστρεψε μόνιμα  στη Βενετία το 1705. Στη Βενετία άρχισε το δικό του κοσμογραφικό σχέδιο και εξέδωσε τους τόμους του Atlante Veneto. Στην πατρίδα του ίδρυσε την πρώτη γεωγραφική κοινωνία, την Accademia Cosmografica degli Argonauti. Κατείχε τη θέση του Κοσμογράφου της Δημοκρατίας της Βενετίας. Οι τελευταίοι έξι τόμοι από τη Biblioteca SarcoProfana εκδόθηκαν από τον Coronelli. Ήταν ένα είδος εγκυκλοπαίδειας όπου οι καταχωρήσεις ήταν αλφαβητικά.

Ο Coronelli πέθανε στην ηλικία των 68 ετών στη Βενετία έχοντας δημιουργήσει εκατοντάδες χάρτες στη ζωή του. Ανθεκτικές σφαίρες του Coronelli είναι σήμερα εγκατεστημένες σε διάφορες συλλογές. Ζεύγη από τις πιο φημισμένες πλατιές (110cm διάμετρο) σφαίρες είναι για παράδειγμα στη Biblioteca Marciana στην Βενετία, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας και στο Clobe Museum (Μουσείο της Υδρογείου) στη Βιέννη, στη βιβλιοθήκη του Stift Melk, όπως επίσης στα Trier, Πράγα, Παρίσι, Λονδίνο, Ουάσιγκτον. Το Ransom Center στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Austin έχει ζεύγος σφαιρών του Coronelli μια γήινη και μια ουράνια σφαίρα. Το 1952 ιδρύθηκε στη Βιέννη το,  The International Coronelli Society for the Study of Globes, και πήρε το όνομα του Coronelli προς τιμή του.

 

Επιλεγμένοι χάρτες

1690-91 Atlante Veneto

1696-97 Isolario dell’ Atlante Veneto

1692 Corso geografico universale

1695 Re-issued

1693 Epitome Cosmografica

1693 Libro dei Globi

1701 Re-issued

1695 World Map

1696 Pacific Ocean

 

Μερική Βιβλιογραφία

 

Morea, Negroponte & Adiacenze (1688).

Atlante Veneto (1691 – 1696).

Ritratti de celebri Personaggi (1697).

Lo Specchio del Mare (1698).

Singolarità di Venezia (1708-1709).

Roma antico-moderna (1716).

Η μετάφραση από τα Αγγλικά έγινε από την  Άνσα Καραχάλιου, ενώ τα Ιταλικά κείμενα απέδωσε στα Ελληνικά ο Δημήτρης Αργυράκης.

   

Πηγές


  • Accademia Cosmografica degli Argonauti.
  • The International Coronelli Society for the Study of Globes.
  • National Maritime Museum, Greenwich, London.
  • Epitome cosmografica. 

  

Read Full Post »

Καλλέργης Δ. Εμμανουήλ  (1835-1909)


 

  Σπανίως η τύχη εξύφανε τόσον γλυκύπικρον δράμα δια την ζωήν ενός θνητού. Ο Εμμανουήλ Καλλέργης, αφ’ ου ανεπτύχθη και εμορφώθη λαμπρώς και κατέστη έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα, τότε ακριβώς εχάθη. Ο κακός δαίμων εφθόνησε τον τρισόλβιον θνητόν, όπως εφθόνησαν οι θεοί τον Βελεροφόντην, θελήσαντα ν’ αναβή μετά του Πηγάσου εις τον Όλυμπον, και τον μεν πτερωτόν ίππον του ανήρπασαν και κατέταξαν εις τους αστερισμούς, αυτόν δε κατέρριψαν εις την γην δια να διέλθη πλάνητα και οικτρόν τον υπόλοιπον βίον.

 Δ.Κ. Βαρδουνιώτης.

(Μη μας κακίσετε για την ορθογραφία. Η λογική του διαδικτύου μας υποχρεώνει να αποδίδουμε έτσι ορισμένα κείμενα).

Στις 17 Απρίλη του 1835 ο στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία, φέρνουν στον κόσμο ένα πανέμορφο αγόρι. Τον Εμμανουήλ.

Ο στρατηγός Δημήτριος Καλλέργης πανευτυχής διανύει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του. Αγαπητός από όλους τους Έλληνες για την προσφορά του στον ιερό αγώνα, απολαμβάνει την ικανοποίηση ότι η πατρίδα αναγνώρισε τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκε για την ελευθερία της. Αργότερα, όταν ο Εμμανουήλ θα γίνει 8 χρονών, ο στρατηγός θα πρωταγωνιστήσει μαζί με τον Μακρυγιάννη και άλλους αξιωματικούς στον αγώνα για την απόκτηση Συντάγματος. Ο Όθωνας που αρχικά αντιδρούσε, αναγκάστηκε να ενδώσει και να δεχτεί να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της Σύνταγμα. Ένας ακόμη λόγος για να τον αγαπήσει και να τον δεχτεί ως μεγάλο πατριώτη και αγωνιστή ο Ελληνικός λαός. Αργότερα, διορίζεται υπουργός των Στρατιωτικών, Πρεσβευτής κ.λ.π.

Η Μητέρα του Σοφία, ήταν κόρη του μεγάλου προύχοντα της Κορινθίας Θεοχάρη ή Θεοχαράκη Ρέντη, που υπήρξε α΄και εξ απορρήτων Γραμματέας και ομογάλακτος* του Τούρκου διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλ Μπέη. Παρά την θερμή φιλία του με τον Μπέη της Κορίνθου και την προσφορά των υπηρεσιών του, όταν η πατρίδα τον χρειάστηκε ανταποκρίθηκε άμεσα και χωρίς δεύτερη σκέψη. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία από τον Αντώνιο Πελοπίδα. Το 1820 η Φιλική Εταιρία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισαν   « Γενικόν Επίτροπον των πραγμάτων» της « Πελοποννησιακής Εφορείας». Το 1821 και ενώ έχει ξεσπάσει η επανάσταση εκλέχτηκε δυο φορές Γερουσιαστής της « Πελοποννησιακής Γερουσίας» και συμμετείχε στην Α΄Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος, την 1η Δεκεμβρίου 1821. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κορίνθου όταν ο Κεχαγιάμπεης αναχώρησε και συνεργάστηκε για την δημιουργία αρτοποιείων στις Κεγχρεές και στα Εξαμίλια για τις ανάγκες του στρατού. Τον ίδιο χρόνο έδρασε και στα Τρίκορφα συνεργαζόμενος με τους Α. Υψηλάντη, Π.Π. Γερμανό, Ασημ. Ζαΐμη, Παν. Νοταρά κ.α. Τελικά, θυσιάζοντας τα πάντα στον αγώνα, πέθανε πάμπτωχος το 1825 στα Τρίκαλα Κορινθίας σε ηλικία μόλις 42 χρόνων.

* Πατέρας του Θεοχάρη, ήταν ο προύχοντας Χρήστος Ρέντης ο οποίος συνδεόταν με βαθειά φιλία με τον πατέρα του Κιαμήλ, Νουρή Μπέη. Ήταν τόση η φιλία των δύο ανδρών, ώστε από κοινού αποφάσισαν και ανέθεσαν τον θηλασμό των γιών τους στην ίδια τροφό.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.

Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι.

Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

 

Εμμανουήλ Καλλέργης


 

 Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης έχει υπέροχα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία 17 ετών και ενώ ακόμη είναι μαθητής του Γυμνασίου Ναυπλίου, ο πατέρας του τον στέλνει στο Παρίσι. Γίνεται δεκτός με αγάπη και ιδιαίτερη χαρά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετά αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον Γ΄που είναι στενός φίλος του πατέρα του. Ο νεαρός Εμμανουήλ, εύσωμος, ευθυτενής, ωραιότατος και ιδιαίτερα ευφυής, εγγράφεται στην περίφημη και αριστοκρατική στρατιωτική σχολή του Αγίου Κύρου. Είναι αρχές του 1853. Σε έξι μήνες γνωρίζει και μιλάει την Γαλλική γλώσσα ως μητρική. Παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής με προσοχή και επιμέλεια και το 1855 ολοκληρώνει τις σπουδές του με άριστα. Με την φροντίδα του αυτοκράτορα, εισάγεται στη σχολή των Γενικών Επιτελών, στην οποία φοιτά για δυο χρόνια. Τελειώνοντας τις σπουδές του κατατάσσεται για δυο χρόνια στα περίφημα Ιππικά συντάγματα των Ουσσάρων και των Δραγώνων. Το 1859, μετά από 7 χρόνια σπουδών, είναι πλέον έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα. Φτάνει στην Ελλάδα, δίνει εξετάσεις στον στρατό, αριστεύει και κατατάσσεται στο Πυροβολικό ως Ανθυπολοχαγός. Είναι η 11η Δεκεμβρίου 1859.

 Δυστυχώς, δεν έμεινεν εν τη πατρίδι, όπου ανέμενεν αυτόν λαμπρόν μέλλον ως εκ της οικογενειακής περιωπής και της εξόχου προσωπικής μορφώσεως και αξίας του. Χαιρέκακος και φθονερά ειμαρμένη ώθει αυτόν προς την Γαλλίαν, προς ην τω ενέπνευσεν απαρηγόρητον νοσταλγίαν, δια να τον χάση δια παντός η Ελλάς, ήτις τότε έμελλε να δρέψη τους καρπούς των σπουδών του, συνάμα δε να καταστρέψη και αυτόν δια παντός.  

                                                                                                                        Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Ο Εμμανουήλ, δεν θέλει να παραμείνει στην Ελλάδα. Επιθυμεί να επιστρέψει στο Παρίσι. Προσπαθεί και καταφέρνει να τοποθετηθεί στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Παρίσι ως στρατιωτικός ακόλουθος. Μάλιστα, εκείνη την εποχή Πρέσβης είναι ο πατέρας του.(1859).

Τον Δεκέμβριο του 1860, προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού και μετατίθεται στο σώμα των Γενικών Επιτελών. Από τις αρχές του χρόνου όμως η ζωή του Εμμανουήλ, κυλά σαν όνειρο. Νεαρός, 25 χρόνων, κομψότατος και πολύ ωραίος, πνευματώδης και λεπτός στους τρόπους, δεξιοτέχνης κιθαρίστας και δεινός χορευτής, γιος στρατηγού και πρεσβευτή, ευνοούμενος του αυτοκράτορα, αγαπητός και αποδεκτός από τους αριστοκράτες της Γαλλίας, περνά μια ζωή πολυτελή, γεμάτη ατέλειωτες διασκεδάσεις.

Μάλιστα, η αυτοκράτειρα Ευγενία προτιμά να χορεύει μαζί του, στους ατέλειωτους χορούς του παλατιού. Δείχνει απροκάλυπτα την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφει για τον ωραίο Έλληνα. Κι αυτός δεν μένει ασυγκίνητος. Την άνοιξη του 1861, ο Εμμανουήλ ερωτεύεται παράφορα την αυτοκράτειρα. Η συμπεριφορά του, ανεξέλεγκτη πλέον,  δημιουργεί πρόβλημα στην αυλή. Όλοι στο παλάτι φοβούνται το σκάνδαλο που μπορεί να ξεσπάσει.

Ο Γραμματέας του αυτοκράτορα αναγκάζεται να ειδοποιήσει τον πατέρα του και πρεσβευτή – που ήταν σε άδεια στην Ελλάδα- για την προκλητική και χωρίς όρια διαγωγή του γιού του. Ο στρατηγός Καλλέργης φροντίζει αμέσως να επιστρέψει ο Εμμανουήλ στην Ελλάδα και παράλληλα παρακαλεί τον Υπουργό των Στρατιωτικών Δημήτριο Βότσαρη, να τον ανακαλέσει από την θέση του στο Παρίσι. Στις 2 Ιουνίου του 1861, ο Εμμανουήλ Καλλέργης επιστρέφει στην Ελλάδα και τοποθετείται στην διάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών.

Ο αθεράπευτος έρωτας του για την αυτοκράτειρα της Γαλλίας τον παρέσυρε σε καταστάσεις δυσάρεστες και οδυνηρές. Το Αρχηγείο – κατανοώντας την ψυχική του αδυναμία- φρόντισε να τον μεταθέσει διαδοχικά στη Διλοχία των Σκαπανέων, στη Σχολή Ευελπίδων, στα Στρατηγεία ανατολικής και δυτικής Ελλάδας κ.α.

Ο θάνατος του πατέρα του το 1867, επιβαρύνει περισσότερο την υγεία του. Έρχεται στο Ναύπλιο, όπου παραμένει μέχρι το 1869. Το 1869 η μητέρα του Σοφία τον φέρνει στο Άργος, στο οποίο θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωή του.

Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να βελτιώσει τα πράγματα. Είναι πάντα περίλυπος και δυστυχής. Το 1869 τίθεται σε διαθεσιμότητα. Το 1872 σε αργία. Το 1878 προάγεται σε Ταγματάρχη των Γενικών Επιτελών. Το 1886, η ασθένειά του κρίνεται ανίατη και αποστρατεύεται. Μετά απ’ αυτά, ο Εμμανουήλ πάσχει πλέον από βαριά μελαγχολία που με τον χρόνο και τα γεγονότα, επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο και μετατρέπεται σε μανία καταδίωξης. Έχει συχνές κρίσεις που τον εξουθενώνουν.

Ο χρόνος δεν λειτουργεί ευεργετικά για τον- πάλαι ποτέ- λαμπρό αξιωματικό. Ζει μια ζωή μονότονη και άχαρη. Η μόνη παρηγοριά του είναι η κιθάρα του. Όσο κι αν τον κατέβαλε η ασθένειά του, ο χαρακτήρας του παρέμεινε αναλλοίωτος. Μέχρι το τέλος υπήρξε πνευματώδης, ευγενικός με τους ανθρώπους, προσηνής κι ευχάριστος. Οι παρέες της πόλης επεδίωκαν πάντα την συντροφιά του. Κι αυτός τους αποζημίωνε με την κιθάρα του και το τραγούδι του. Μολονότι τα οικονομικά του ήταν σε άθλια κατάσταση, ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από κανένα. Πάντοτε αξιοπρεπής, περιφρονούσε τις απολαύσεις και τις πολυτέλειες, ξεπερνώντας τις στερήσεις με αξιοθαύμαστη υπομονή και στωικότητα.

Τεσσαράκοντα όλα έτη διήλθε πάσχων τας φρένας. Ουδέποτε ελησμόνησε την ευγένειαν της συμπεριφοράς του, την αξιοπρέπειαν του και την υπερηφάνειαν της καταγωγής του. Πάντοτε εστερείτο χρημάτων, διότι ήτο εις άκρον φιλάνθρωπος και ελευθέριος, ως εκ της νόσου του δε, ουδέποτε εμερίμνησε περί της ιδίας του  συντηρήσεως και των αναγκών του. Οι εν Αθήναις κάλλιστοι ανεψιοί του κ.κ. Δημ. Και Ιω. Καλλέργαι εφρόντιζον πάντοτε περί αυτού φιλοστόργως και αφειδώς. Αλλ’ αυτός δια της ελευθεριότητος του κατώρθωνε να ήνε πάντοτε απένταρος! Τα θυλάκια του ήσαν πίθος των Δαναίδων. 

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Αυτή είναι η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη. Μια ιστορία ζωής, έρωτα, πάθους, τρέλας, θανάτου. Ο Εμμανουήλ αγάπησε τόσο, ώστε να αγνοήσει την κοινωνία, να αδιαφορήσει για όσα άλλοι μάχονται, να περιφρονήσει τα πλούτη και την δόξα, επιλέγοντας να ζήσει στον δικό του κόσμο, τον κόσμο του ρομαντισμού, της θυσίας, της αιματηρής αγάπης.

Έζησε στο πατρικό του σπίτι. Το μέγαρο Καλλέργη που κτίστηκε επί Καποδίστρια. Στον μεγάλο και περιποιημένο κήπο του, περνούσε πολλές ώρες απομόνωσης και στοχασμών. Μισή ώρα πριν πεθάνει τραγουδούσε ένα χαρούμενο, ελαφρύ τραγουδάκι. Την Λουλούκα.

Τον ακριβέστερον όμως και μελαγχολικώτερον χαρακτηρισμόν και επίλογον της όλης ζωής του έδωκεν αυτός ο ίδιος εις μία φράσιν. Συνομιλών προ τινος καιρού μετά του ανεψιού του κ. Δημ. Καλλέργη τω είπεν˙” Είμην πρώτος εις το Παρίσι και τελευταίος εις το Άργος”.                                             

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

 

Πηγές


  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων.Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Read Full Post »

Κόκκινος επιτάφιος 


 

epitafiosΣυγγραφέας: Παΐδούση – Παπαντωνίου Γιόνα Μικέ

Εκδότης: Βιβλιόραμα

ISBN: 960-8087-74-0

Έτος έκδοσης: 2008

 
Στο βιβλίο της λαογράφου Γιόνας Μικέ Παϊδούση ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα  της Κατοχής στα χωριά της Ερμιονίδας στη βόρειο ανατολική Πελοπόννησο. Καμβά της διήγησης αποτελεί η σταδιακή ανάπτυξη της ΕΠΟΝ στις περιοχές εκείνες, οι ελπίδες και οι αντιδράσεις που γέννησε το εαμικό κίνημα, η ένταξη σε αυτό μελών οικογενειών από υψηλά κοινωνικά στρώματα, η στάση των τοπικών κοινωνιών.

Εκτός από την παρουσίαση της πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των αντιστασιακών οργανώσεων, βασικό στοιχείο του βιβλίου είναι η δραματική σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας κατά την περίοδο του πολέμου, η παρουσία και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή και η αλλαγή των ανθρωπίνων σχέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ταξίδι της συγγραφέα στην Αθήνα και την άφιξή της στις σκληρές ημέρες της δεκεμβριανής σύγκρουσης του 1944. Στοιχείο παρόν με τρόπο άμεσο και έμμεσο σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο θάνατος του αδελφού της, η έλλειψη του πατέρα, η στάση της μάνας, η μάχη για τη διατήρηση της δικής της αξιοπρέπειας και της οικογένειάς της.

«Έχουν ξεκληριστεί οικογένειες. Βλέπει κανείς και θλίβεται κείνα τα παιδάκια με τα αδύνατα ποδαράκια και χεράκια, με τις φουσκωμένες κοιλίτσες από τον ερεθισμένο σπλήνα. Και το τελευταίο που θα σκεφτούν είναι ο γιατρός – και τούτο όταν είναι πια αργά. Τούτα τα πλάσματα δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα από μαγειρεμένο φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μετρημένο, είναι όλο κι όλο για να χορτάσουν την πείνα τους. Το αβγό μόνο που το βλέπουν, γιατί τα στέλνουν οι μανάδες τους στον μπακάλη, να το δώσουν, για να πάρουν λίγο ρύζι. Με συγχωρείτε, σύντροφε Παπά, δεν μπορώ να συνεχίσω.»

Έσπασε η καρδιά μου. Με πήραν τα κλάματα. Ο σύντροφος μου έσφιξε το χέρι με κατανόηση.
«Καλά, και συ με ποιους δουλεύεις;» ρώτησε.

«Είναι πολύ δύσκολο. Για καλή τύχη υπάρχουν μερικοί νέοι, με γράμματα του δημοτικού, αλλά με ανοιχτό μυαλό. Αυτοί αποκτήσανε γρήγορα συνείδηση του αγώνα. Αυτοί φέρανε τις αδελφές τους στην ΕΠΟΝ και τις μανάδες τους στην Εθνική Αλληλεγγύη.»
«Φαντάζομαι την Αντίδραση που αντιμετωπίζεις».

«Η Αντίδραση είναι οργανωμένη. Μα δεν είναι μόνο αυτό, και κάνουν ακόμη τους Βασιλικούς με το μισό τσαρούχι… Αντιμετωπίζω επικρίσεις, ακόμη και απειλές. Τα σχόλια σε βάρος μου αφθονούν. Ήρθαν στιγμές που βρέθηκα σε αμηχανία. Μα σαν αντίκρισα αυτές τις μορφές, τις σκαμμένες από το μόχθο και τη στέρηση, σαν αντίκριζα τα χλωμά προσωπάκια των παιδιών με τα φθινοπωρινά μάτια, έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Φτάνει να σας πω, για να πάρετε μια ιδέα της ατμόσφαιρας που μέσα της ζω και δουλεύω, πως μια συγγένισσά μου με σταμάτησε στο δρόμο και οργισμένη μου είπε να ντρέπομαι που είμαι παλιοκόριτσο, που προσβάλλω τέτοιο σόι, που πάω με τους αντάρτες για να παντρευτώ χωρίς προίκα, αφού έχω προίκα, και πως θέλω να φέρω τους κομμουνιστές για να κλείσουν την εκκλησία. Μα σαν έρθει ο βασιλιάς, θα με βάλει να του φιλήσω τα πόδια. Οι άντρες είναι λιγότερο εκδηλωτικοί. Κάνουν πως δε με βλέπουν. Με προσπερνούν χωρίς να χαιρετήσουν. Μόνο ένας, προσπερνώντας με στο δρόμο, έλεγε μέσα από τα δόντια του, με τρόπο που να τ’ ακούσω: «Κρίμα τα γράμματα που έμαθες, κόρη του γιατρού».»

Read Full Post »

Η διάλυση του στρατού του εικοσιένα*


  

Πες πώς βρεθήκαμε πάνω σε καράβι. Λογάριασε ακόμα πώς ξέσπασε μαύρος σίφουνας. Πανιά και ξάρτια τα ξέσκισε και τα σάρωσε ο αγέρας, οι αντένες σπάσαν και σωριάστηκαν τ’ άλμπουρα. Αντικρύσαμε βουνό το κύμα νάρχεται να μας καταπιεί, αρπάζοντας από την Κουβέρτα τους συντρόφους μας. Μέρες και νύχτες παλέψαμε να γλυτώσουμε από του Χάρου τα δόντια.

Ξάνοιξε τέλος κάπως η αντάρα και καταφέραμε να μπάσουμε το πλεούμενο σ’ έναν απάνεμο κόρφο. Δεν προφτάσαμε όμως να πούμε «σωθήκαμε» και να, βλέπουμε να μας περιτριγυρίζουν κουρσάροι, να πατάν το καράβι μας και να μας πετάνε έξω σ’ έρημη στεριά, νηστικούς, γυμνούς, με την ψυχή στο στόμα.

 

Έ, παρόμοιο δράμα ζήσαν τότες κι’ οι αγωνιστές του Εικοσιένα. Εκεί στον κάμπο του Άργους, βρίσκονταν συναγμένα, περιμένοντας τον ερχομό του βασιληά, πάνω από πέντε χιλιάδες παλικάρια, ό,τι σχεδόν απόμεινε από τ’ ασκέρι της λευτεριάς. Στο μακρόχρονο αγώνα τους ενάντια σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τα βάθη της Ανατολής ως τις Ηράκλειες Στήλες και από τον Προύθο ίσαμε την έρημο της Αφρικής, είχαν χάσει το κάθε τι – σπίτια, γυναίκες, παιδιά. Από τα μόνα που στέκονταν πλούσιοι είταν η ψείρα κι’ η δόξα. Γυμνοί και πεινασμένοι περίμεναν, τώρα με τον ερχομό των Ευρωπαίων, κάτι ν’ απολάψουνε κι’ αυτοί. Να χορτάσουνε, ας πούμε, ψωμί.

Οι μέρες πέρναγαν κι’ όσο που ο βαυαρέζικος στρατός χαιρόταν όλα τ’ αγαθά και καμάρωνες τη φαντασία του τέζα στους δρόμους τ’ Αναπλιού να ξερνοβολάει μεθυσμένη, οι αγωνιστές καρτέραγαν να δουν – κι’ άντε σήμερα κι’ άντε αύριο – ποια πρόβλεψη θα κάνουν και γι’ αυτούς.

Πραγματικά, η ώρα της αμοιβής δεν άργησε νάρθει. Έπειτα από σαράντα μέρες που πάτησαν οι σωτήρες στον τόπο μας, στις 2 του Μάρτη 1833, δημοσίεψαν το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων».

Στέλνανε δηλαδή σε ανάθεμα εκείνους που λευτέρωσαν από αιώνες σκλαβιάς τούτη την πατρίδα. «Οι αντιβασιλιάδες» γράφουν οι Bower και Bolitho «είχαν τη ίδια γνώμη γι’ αυτούς, που είχε κι’ ο κόμις ντ’ Αρτουά για την παλιά φρουρά του Ναπολέοντα: Δεν μας χρειάζονται πια γενναίοι»! Κι’ η αλήθεια είναι πως σε τίποτα πια δε μας χρησίμευαν, μια και περιδιάβαζε καμαρωτός στην Ελλάδα ο στρατός των πραιτωριανών, που όπως παραδέχεται ένας τίμιος βαυαρός, ο υπολοχαγός τότε Χριστόφορος Νέζερ, «κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του Γερμανικού λαού».

 

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

 

Αστροπελέκι νάπεφτε σε πεντακάθαρο ουρανό δε θα ξάφνιαζε έτσι τους αγωνιστές του Εικοσιένα. Απόμειναν γράφει ο Κασομούλης, «άπνοοι και άφωνοι ως φλομωμένοι ιχθύες. Απελπίσθηκαν, μη δυνάμενοι ούτε εμπρός ούτε πίσω να κινηθούν ένεκα της τρομεράς δυστυχίας των».

Άλλοι κλαίγοντας  σά μικρά παιδιά, σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκαν κλέφτες στα βουνά κι’ από τότες φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι’ άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν κυνηγημένοι από τους Βαυαρούς να πάνε στην Τουρκιά να βρούν ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αυτό στάθηκε τ’ άδοξο τέλος του πιο δοξασμένου στρατού μας.

Τούτο το καλό που μας κάνανε οι Βαυαροί φτάνει, για να τους αναθεματίζουμε στους αιώνες των αιώνων.

«Ουδαμώς δ’ ήτο αβάσιμος η κατηγορία», γράφει ο Κυριακίδης, «η γενικώς αποδιδομένη τω Όθωνι τότε ότι δυσπίστως προς τους Έλληνας είχε τους ξένους προτιμών αντί να στηρίξη τον θρόνον αυτού επί της αγάπης και μόνον ταύτης του Ελληνικού λαού, αντί να περικυκλωθή υπό των Ελλήνων, αντί να δημιουργήση στρατόν εθνικόν και εις αυτόν να αναθέση την διαφύλαξιν του θρόνου και την υπεράσπισιν της τιμής της Πατρίδος, προυτίμα πάντοτε τους Βαυαρούς, εις αυτούς τα πάντα ενεπιστεύθη και έξ αυτών απετέλεσε τον στρατόν της Ελλάδος».**

Ο Αλέξανδρος Σούτσος με τούτους εδώ τους στίχους χτυπάει τον Όθωνα για τούτο το ανοσιούργημα των αντιβασιλιάδων:

 Ο μιαρός! Διέλυσε τον εθνικόν στρατόν μας.

Ο μιαρός! Κατέστρεψε τον κάθε πρόμαχό μας.

Εγκληματίαι και μωροί, φαντάσθηκαν οι ξένοι

πως η ξενοκρατία των παντοτινή θα μένη.

Ειν’ ικανοί, εκήρυττον, να έχωσιν εκείνοι

το Κράτος ως ασφάλειαν, τους Έλληνας ως κτήνη.

Κάμποσοι από κείνους τους δύστυχους παρουσιάστηκαν στον Όθωνα κι αφού ακούμπησαν στα πόδια του τρεις παντιέρες που οχτώ χρόνια ανέμιζαν οδηγώντας τα παλικάρια στη μάχη, του φανέρωσαν τα δίκια τους. Ο Όθωνας έγραψε στον πατέρα του, τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ρωτώντας τον αν η απόφασις της αντιβασιλείας να σκορπίσει το στρατό του Εικοσιένα στεκόταν σωστή ή όχι. Κι’ ο μεγάλος φιλέλληνας που τόσους στίχους σκάρωσε για την Ελλάδα, του αποκρίθηκε πως είταν σωστή. «Εύγε του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως!» γράφει, ο Μακρυγιάννης. «Μπρός εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Διά τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς – ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι»!

 Δημήτρης Φωτιάδης

 

Υποσημειώσεις


 * Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το ανέκδοτο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την εποχή του Όθωνα και αναφέρεται στη διάλυση του στρατού του Εικοσιένα, στην πεδιάδα του Άργους, από τους Βαυαρούς το 1833.

 ** Κυριακίδης, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού», τ. Α΄, σ. 291.

 

 Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.   

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο –  Buchon, J. A. C.


 

 Το 1840 – 1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Ας δούμε τι γράφει για το Ναύπλιο εκείνης της εποχής.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πόλη ομοιόμορφα και καλά κτισμένη ανάμεσα στους πρόποδες του οχυρωμένου βουνού, που φέρει ακόμα το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναύπλιου και τη θάλασσα.  Έχει την όψη μιας από της δυτικές μας πόλεις, με τα καλά και τα κακά της, την τάξη, αλλά και ενίοτε την ταλαιπωρία . Οι δρόμοι της είναι στενοί και αρκετά καλά πλακοστρωμένοι. Τα σπίτια της, έχουν το ύψος που πρέπει. Οι δύο πλατείες της είναι δεντροφυτεμένες. Τα μεγάλα καταστήματα, που είχαν χτίσει παλιά οι Βενετοί στους πρόποδες του κάστρου, και το κυβερνείο, που είχε χτίσει ο Καποδίστριας την εποχή που κατοικούσε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα αν όχι τα πιο κομψά κτίσματα των μεγάλων πόλεών μας, και για τελευταία και ολοκληρωτική απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκουμε εδώ, ό, τι υπάρχει μόνο στην Αθήνα με πρόσφορο τρόπο, στην Πάτρα με ικανοποιητικό τρόπο, και στην Κόρινθο περιορισμένα: ένα πανδοχείο δηλαδή, ίσως η πιο χρήσιμη των ευρωπαϊκών εισαγωγών στην ανατολή, ένα πανδοχείο, δηλαδή ένα άσυλο όπου κάθε άνθρωπος, αναγκασμένος από τις δουλειές του, τα γούστα του ή τα πάθη του, να ταξιδεύει σ΄ όλο τον κόσμο, μπορεί να ελπίσει ότι θα βρει στοιχεία που του θυμίζουν τις οικιακές του ανέσεις: φως, φωτιά, ένα τραπέζι, καρέκλες, τα απαραίτητα για να   καθαρίσει και να δροσίσει το κουρασμένο του κορμί, ένα κρεβάτι για να ξεκουραστεί, ένα γεύμα για ν΄ ανακτήσει δυνάμεις, και πάνω απ΄ όλα, ένα αναπαυτήριο όπου, μόνος με τον εαυτό του, μπορεί ν΄ αναλογιστεί τι είδε και μύρισε, να σκεφτεί τους απόντες φίλους του χωρίς να φοβάται μήπως προσβάλει τους οικοδεσπότες του, και να συζητήσει μαζί τους μέσω της τρυφερής οικειότητας της ανταλλαγής αλληλογραφίας.

Εμείς, οι μπαφιασμένοι άντρες της Δύσης, απολαμβάνουμε όλα αυτά τα αγαθά, χωρίς να φανταζόμαστε το πόσο αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος καλά στην υγεία του χαίρει άκρας υγείας, όπως ένας άνθρωπος σβέλτος απολαμβάνει την λειτουργία των άκρων του, χωρίς να σκέφτεται σε όλους τους συνδυασμούς κινήσεων που χρειάζονται για να επιτευχτεί η ισορροπία και για να τεθεί σε κίνηση η ανθρώπινη μηχανή.  Δεν εκτιμούμε την αξία αυτών των θησαυρών παρά μόνο όταν τους στερηθούμε για λίγο· και δυστυχώς, λίγο να ταξιδέψεις στην Ανατολή, πάντα είμαστε καταδικασμένοι να στερηθούμε τα πάντα, πλην την καθαρότητα του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ηλίου, τη γοητεία των νυχτών, τη μεγαλοπρέπεια της φύσης.

Το Ναύπλιο ήταν, μέχρι το τέλος του 1834, η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης του νέου Ελληνικού κράτους.  Αυτή η προσωρινή κατάκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτεύουσας ήταν αρκετή για ν΄ αλλάξει έναν πληθυσμό τόσο ικανό στον πιο εκλεκτικό πολιτισμό όπως είναι ο ελληνικός πληθυσμός.  Οι γυναίκες υιοθέτησαν τις συνήθειες της Γαλλίας· πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψό τρόπο, και μερικές δεν θα πέρναγαν απαρατήρητες ακόμα και στις πιο λαμπρές μας δεξιώσεις, όχι μόνο χάρις αυτού του είδους ομορφιάς έντονης και αγνής που έλαβαν από την προγιαγιά τους Ελένη, αλλά λόγω της άνεσης και της τελειότητας των τρόπων τους, που μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ σε σχέση με τις γυναίκες της Γαλλίας.  Πέρασα στο Ναύπλιο κάποιες βραδιές με κουβεντούλες όπου θα μπορούσα να αισθανθώ ότι βρίσκομαι ακόμα στους δρόμους του Ανζού, του Βιλ-Λεβέκ και του Αστόργκ. Μαζί μ΄ αυτά τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, πρέπει να δέχεσαι και τα κάποια μειονεκτήματά του.  Το Ναύπλιο είναι οχυρό.

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Έχει τα πρανή του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη στρατιωτική του μονάδα, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του που κλείνουν και τα παραγγέλματά του.  Στη δύση του ηλίου, οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίδονται στον ταγματάρχη·  τόσο το χειρότερο για σας αν  μείνατε παραπάνω χρόνο για να θαυμάσετε τα παλαιά ομηρικά τείχη  της καλά οχυρωμένης Τίρυνθας, τον τόπο όπου είναι το Άργος, και τα μεγαλοπρεπή ερείπια της παλαιάς πόλης των Μυκηνών, της καλοκτισμένης πόλης των Μυκηνών, της πόλης των Μυκηνών με τους φαρδιούς δρόμους, της πόλης των Μυκηνών που αγάπησε η Ήρα. Ο ήλιος έπεσε, δεν πρόκειται να μπείτε στο Ναύπλιο πια· και θ΄ αναγκαστείτε να ξεπληρώσετε τις απολαύσεις  της ημερήσιας σας εκδρομής πηγαίνοντας να βρείτε στέγη σε κάποιο βρώμικο χάνι ή καραβανσεράι του προαστίου της Πρόνοιας, εκτός κι αν προτιμάτε, όπως το έκανα πολλές φορές όταν ταξίδευα, να κοιμηθείτε υπαίθρια στα γόνιμα χωράφια του Αργολικού κάμπου.   Παρά λίγο αυτό να πάθω και εγώ στο Ναύπλιο· ευτυχώς όμως είχα μια εξαιρετική άμαξα, και προβλέποντας κάποια καθυστέρηση, είχα προνοήσει να ενημερώσω τον Στρατηγό Αλμέϊδα, στρατηγό του Ναυπλίου, ο οποίος μου είχε κάνει τη χάρη να χαλαρώσει κάπως για μένα το σύνηθες παράγγελμα.  Οι απολαύσεις του χανιού της Πρόνοιας δεν είχαν καμία γοητεία για μένα σε σύγκριση με τη δελεαστική προοπτική ενός πανδοχείου.  Εξάλλου, η εκδρομή στην Τίρυνθα, στο Άργος και στις Μυκήνες, αξίζει να κινδυνέψεις να κοιμηθείς πολλά βράδια στην ύπαιθρο· πρόκειται για μια συνήθεια που αργά ή γρήγορα θα αποκτήσεις στην Ελλάδα.

Τα αρχαία χρόνια το Ναύπλιο ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης του Άργους, με τον ίδιο τρόπο που ο Πειραιάς ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης της Αθήνας.  Η πρώτη μου σκέψη ήταν λοιπόν να πάω πρώτα απ΄ όλα να επισκεφθώ την Τίρυνθα, το Άργος και τις Μυκήνες μαζί.  Ένας αμαξιτός δρόμος φθάνει από το Ναύπλιο ως τους πρόποδες των λόφων όπου ήταν κτισμένη η πόλη των Μυκηνών, περνώντας από την Τίρυνθα και το Άργος.  Οι άμαξες πολιτογραφούνται  στο Ναύπλιο.  Μου έστειλαν μία και πήρα το δρόμο. 

Ζήτησα να κάνει μια μικρή στάση μέσα στην πόλη για να επισκεφτώ την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος όπου είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, τον οποίο είχα γνωρίσει και συμπαθήσει· και λίγο έξω από την πόλη, έξω από το προάστιο Πρόνοια, πήγα επίσης και επισκέφτηκα το βράχο πάνω στο οποίο οι  Βαυαροί  βάζουν να σκαλίσουν, σε μίμηση του Λιονταριού της Λουσέρνας αφιερωμένο στη μνήμη των Ελβετών πεσόντων στη Γαλλία στις 10 Αυγούστου, ένα ξαπλωμένο λιοντάρι για να τιμήσει τους Βαυαρούς που πέθαναν υπηρετώντας την Ελλάδα.  Αυτό το μνημείο, που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, δεν έχει προχωρήσει πολύ.  Λίγα μέτρα από εκεί βρίσκεται η πειραματική φάρμα που άρχισε την εποχή του Καποδίστρια και που έχει πολύ παραμεληθεί σήμερα.

[…] Επέστρεψα στο Ναύπλιο γοητευμένος από την εκδρομή μου στο κράτος του βασιλιά Αγαμέμνονα, και άρχισα να διασχίζω στην πόλη για να μελετήσω, τη μια μετά την άλλη, τα σημάδια των διαφόρων αρχαιοτήτων που είναι συγκεντρωμένες εκεί.  Δεν βρήκα πια ίχνος του φημισμένου σιντριβανιού στα νερά του οποίου η Ήρα έβρισκε ξανά κάθε χρόνο την παρθενιά της.  Επίσης δεν βρίσκουμε και πολλά απομεινάρια του μεσαίωνα.  Μόνο το 1247, υπό την αιγίδα του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, οι Γάλλοι πρίγκιπες του Μοριά κατάφεραν ν΄ αρπάξουν την πόλη του Ναυπλίου με την βοήθεια των Βενετών συμμάχων τους, που απέκλειαν την τοποθεσία αυτή από θαλάσσης, ενώ ο πρίγκιπας  Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν την περικύκλωνε από στεριά.  Δύο κάστρα προστάτευαν τότε την πόλη: το κάστρο του Παλαμηδιού, τοποθετημένο πάνω από το βουνό που δεσπόζει στο Ναύπλιο, και ένα δεύτερο κάστρο μέσα στην ίδια την πόλη, πάνω στο βράχο, που παρακολουθεί την είσοδο του λιμανιού.  Οι Γάλλοι κατέκτησαν το πρώτο, που πήρε την ονομασία Φράγκικο, και άφησαν στους Έλληνες το άλλο, που ονομάστηκε ρωμαϊκό κάστρο.  Αυτό το τελευταίο έχει κτιστεί στην τοποθεσία ενός αρχαίου ελληνικού κάστρου.  Βρίσκουμε μέσα στον τοίχο, σε αρκετά μεγάλο ύψος, τις μεγάλες τετράπλευρες πέτρινες βάσεις που αποτελούν και το πιστοποιητικό της προέλευσής τους.  Ανεβαίνουμε στο Παλαμήδι από έναν δρόμο μακρύ αλλά ευκολοδιάβατο, από τη μεριά της εξοχής, ή από γρήγορα σκαλιά, από τη μεριά της πόλης.  Τα σκαλιά κατασκευάστηκαν ξανά προσφάτως από τους φυλακισμένους που κρατούνται στο κάστρο.

Κατά τη διάρκεια όλου του δέκατου τρίτου αιώνα και των πρώτων χρόνων του δέκατου τέταρτου αιώνα, το Ναύπλιο και το Άργος έμειναν στα χέρια των Βιλ-Χαρντουέν·  αλλά μετά το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, πρίγκιπα της Αχαΐας και σύζυγο της Μαρίας ντε Αινώ, εγγονής του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, η αναρχία εξαπλώθηκε σ΄ όλο το Μοριά, και ο καθένας προσπάθησε να σφετεριστεί τις φεουδαρχίες που του ήταν πιο αρεστές.  Τέσσερα χρόνια περίπου πριν το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, ο πιο ισχυρός εκ των φεουδαρχών του, ο Γκοτιέ ντε Μπριέν, Δούκας της Αθήνας, είχε υποκύψει το 1310 στη μάχη κατά των Καταλανών· ο γιος του, που ονομαζόταν Γκοτιέ όπως και εκείνος, προσπάθησε το 1336, να κατακτήσει ξανά το δουκάτο της οικογένειάς του, αλλά μάταια, και θέλησε αργότερα ν΄ αποζημιωθεί αρπάζοντας τη φεουδαρχία της Φλωρεντίας. Πέθανε στο Πουατιέ χωρίς να  έχει αφήσει διάδοχο.

Η Ισαβέλλα, η αδερφή του, άφησε αντιθέτως έξι παιδιά με το σύζυγό της Γκοτιέ ντ΄Ανγκιέν.  Ο ένας πήρε τον τίτλο του Δούκα της Αθήνας, ένας άλλος πήγε και κατέκτησε την κομητεία του Λέτσε στην Ιταλία· ο τελευταίος, ονόματι Γκι ντ΄ Ανγκιέν, πήγε να βρει την τύχη του στην Ελλάδα, και κατάφερε να εγκατασταθεί στη φεουδαρχία του Ναυπλίου και του Άργους.  Ο Γκι ντ΄ Ανγκιέν απέκτησε μόνο μια κόρη, τη Μαρία, που άφησε, όπως το είπα πιο πάνω, ως κληρονόμο των δυο αυτών ισχυρών φεουδαρχιών.  Η Μαρία παντρεύτηκε έναν ευγενή βενετό, τον Πέτρο Κορνάρο, που πέθανε πριν προλάβει ν΄ αποκτήσει παιδιά.  Οι βενετοί εποφθαλμιούσαν εδώ και καιρό το Ναύπλιο. 

Το έτος 1388, την 2α  Σεπτεμβρίου, για να αποτρέψουν, δήθεν, τα φεουδαρχία να πέσουν στα χέρια είτε των Τούρκων, είτε των Ελλήνων, οι οποίοι τα εποφθαλμιούσαν, σε βάρος της Μαρίας ντ΄ Ανγκιέν, της τα αγόρασαν με αντίτιμο ένα ετήσιο εισόδημα ύψους πεντακοσίων χρυσών δουκάτων.  Από τη μεριά της, η Μαρία ντ΄ Ανγκιέν υποσχέθηκε να μην παντρευτεί ξανά, τόσο με ευγενή βενετό όσο με οποιονδήποτε άλλον.  Αλλά ο Νέριο Ατσιαγιουόλι, άρχοντας της Κορινθίας, αντιστάθηκε με επιτυχία στην κατάκτηση από του Βενετούς, και πήρε το Άργος και το Ναύπλιο στα χέρια του.  Αφού χρίστηκε Δούκας της Αθήνας το 1394, συνέταξε την διαθήκη του στο τέλος εκείνης της χρονιάς· βρίσκουμε σ΄ αυτή κάποιους όρους που αφορούν το Άργος και το Ναύπλιο:

  « Θέλουμε, λέει, ο χρυσός σταυρός διακοσμημένος με  σμαράγδια και άλλες πολύτιμες πέτρες, να δοθεί, για τη σωτηρία της ψυχής μας, στον Επίσκοπο του Άργους.

 Θέλουμε να δοθούν στον Αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους τα διακόσια πενήντα χρυσά δουκάτα που παρακρατήσαμε από τα έσοδα της εκκλησίας της Αθήνας τη χρονιά που ο εν λόγω Επίσκοπος ήταν βικάριος της εκκλησίας της Αθήνας.

 Θέλουμε και διατάζουμε στο Νάπολι ντι Ρομάνια να κατασκευαστεί ένα νοσοκομείο για τους φτωχούς, και κληροδοτούμε σ΄ αυτό το νοσοκομείο όλα τα κινητά και ακίνητα του Άργους για την κατασκευή του εν λόγω νοσοκομείου· εκτός από 100 … το χρόνο που θα πρέπει να δοθούν στην εκκλησία του Άργους ώστε να γίνεται κάθε Δευτέρα μια νεκρώσιμη ακολουθία (ρέκβιεμ) για την ψυχή μας.

 Θέλουμε αυτό το νοσοκομείο να κατασκευαστεί και να διοικείται από τους κληρονόμους μας, από τους αξιωματικούς του Άργους και του Ναυπλίου και από τον αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους, και ό, τι από τα τρία τέταρτα αυτών των διοικητών θα αποφασίζουν να γίνεται.

 Θέλουμε ο εν λόγω Επίσκοπος του Άργους να πάρει τη διοίκηση του μοναστηρίου μας με τις μοναχές του Ναυπλίου και να μπορεί να τοποθετεί και να μεταθέτει την ηγουμένη και τις άλλες επικεφαλείς αυτού του μοναστηριού, όπως καλύτερα θα του φαίνεται · όμως οτιδήποτε θα πρέπει να πληρώσει το εν λόγω μοναστήρι θα το πληρώνει στο εν λόγω νοσοκομείο και όχι σε άλλα.»

Κατά τη διάρκεια που ο Νέριο Ατσιαγιουόλι ήταν, το 1394, κρατούμενος των Γασκώνων και Καταλανών της Αθήνας, ένας εκ των γαμπρών του, ο Κάρολος Τόκκο, κόμης της Κεφαλονιάς και δεσπότης της Άρτας, άρπαξε αυτά τα δυο φεουδαρχία που απαιτούσαν μάταια οι Βενετοί. Η Βενετία ωστόσο κατέκτησε το Ναύπλιο στα πρώτα χρόνια του δέκατου πέμπτου αιώνα, αλλά το έχασε μετά τη μάχη του 1538. Ο Μοροσίνι την κατέκτησε ξανά μαζί με όλη τη Μορέα το 1586.  Οι Βενετοί την έχασαν πάλι τον Ιούλιο του 1714.

Κατά τη διάρκεια της κατάκτησή τους, κατασκεύασαν πάνω σ΄ ένα βράχο μεμονωμένο ανάμεσα στα νερά, απέναντι από το λιμάνι του Ναυπλίου, ένα τρίτο κάστρο, με σκοπό την προστασία της πόλης, με την οποία συνδεόταν μ΄ έναν λιμενοβραχίονα και του έδωσαν το όνομα, φρούριο του Περάσματος.  Πάνω σ΄ αυτό το βράχο και σ΄ ό, τι είχε απομείνει από αυτό το κάστρο έκτισαν οι Τούρκοι το κάστρο Μπούρτζι για την είσπραξη των διοδίων.  Βλέπουμε ακόμα, στο σημείο της θάλασσας με το μικρότερο βάθος, απομεινάρια των πιλοτών που συνέδεαν παλιά αυτό το κάστρο με την πόλη.  Πάνω στην πύλη της πόλης που βρίσκεται πλησιέστερα του κάστρου, υψώνεται επίσης το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, σκαλισμένο πάνω σ΄ ένα θυρεό και δίπλα του, βρίσκονται δύο οικόσημα βενετικών οικογενειών, με το σκούφο του δουκάτου ως έμβλημα.

Διαβάζουμε ακόμα την ακόλουθη επιγραφή:

 

POST URBES ARCESQUE EXPUGNATAS VALIDEQUE MUNITAS

POST SEXIES FUGATOS HOSTES, HOC REGNUM PATRIAE RESTITUIT

FRANCISCUS MAURECENUS C. SUPus  ARMus MODERATOR,

ET ALEXANDER BONO, MAXIME TRIREMIS GUBERNATOR,

HOC AETERNITATIS MONUMENTUM POSUIT.

A. D. MDCLXXXVII.

 

Πάνω σε κομμάτια από τα τείχη που οδηγούσαν από εκεί προς το Παλαμήδι, βλέπουμε άλλα οικόσημα σκαλισμένα στο μάρμαρο με το φράγκικο έμβλημα.  Άλλα δυο μνημεία της τελευταίας εποχής της βενετικής κατοχής στέκονται ακόμα.  Το ένα είναι ένα μεγάλο και όμορφο κτίριο που χρησιμοποιείται σήμερα ως στρατώνας και είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος του παλιού Ελληνικού κάστρου·  περιείχε παλαιά όλα τα γραφεία και μαγαζιά της βενέτικης κυβερνήσεως. 

Το άλλο είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,  που είναι καθόλα βενετική ως προς την αρχιτεκτονική και τις διακοσμήσεις.  Οι καμάρες των θόλων είναι επικαλυμμένες με τοιχογραφίες στον ιταλικό ρυθμό του τέλους του δέκατου έβδομου αιώνα, και μερικές από αυτές τις τοιχογραφίες είναι αρκετά μέτριες.  Στην είσοδο πάνω από το κλίτος, σε ένα φαρδύ κομμάτι τοίχου που δεσπόζει ανάμεσα στις δυο στήλες, βρίσκεται μια κόπια αρκετά καλή, επίσης τοιχογραφία, του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Στο μεγάλο θόλο του κέντρου είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός· στις τέσσερες γωνίες είναι οι τέσσερεις ευαγγελιστές με τα ζώα που χρησιμοποιούν ως έμβλημά τους, όλο αυτό ζωγραφισμένο με τρόπο αρκετά ευρύ και όχι με τα κλισέ που χρησιμοποιούσαν για πολλούς αιώνες οι Έλληνες ζωγράφοι για τους πίνακες των εκκλησιών τους.  Οι ζωγραφιές των θόλων είναι μυστικιστικές.  Αφθονούν εκεί τα φτερά των χερουβείμ και τους βλέπουμε μαζεμένους γύρω από το μυστικό κηροπήγιο.

Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που γκρεμίστηκε την εποχή του Καποδίστρια για ν΄ ανοίξει ο μεγάλος δρόμος, βρισκόταν η ακόλουθη επιγραφή:

 

FRANCISCO GRIMANO

SUPREMO CLASSIS MODERATORI,

QUI URBEM EXTRA MUXIMENTIS FIRMAVIT,

INTUS HAC CONSILII EDE EXORNAVIT,

ANNONA PROVIDIT,

LECIBUS ORDINAVIT,

NAUPLIA VOVET.

ANNO DOMINI MDCCVIII.

 

Από το Ναύπλιο, θα έκανα μια εκδρομή με άλογο στο λιμάνι του Τολού, όπου οι Ενετοί είχαν εγκαταστήσει το οπλοστάσιο τους και την αποθήκη κατασκευής τους. Πολλά από τα πολεμικά τους πλοία βυθίστηκαν από τους Τούρκους όταν ξαναπήραν το Μοριά στα χέρια τους το 1715. Δεν είχε παραμείνει σ’ αυτό τον τόπο κανένα ίχνος αρχαίας κατασκευής, εκτός εάν υπάρχουν τα ερείπια ενός Ελληνικού παλατιού στο βουνό μπροστά στο λιμάνι του Τολού. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρείχε καλλιεργήσιμα εδάφη σε κάποιους μετανάστες από την Κρήτη, δίνοντας τους κάποια χρήματα για να κτίσουν και κάποια σιτηρά για να σπείρουν.

Πενήντα οικογένειες έχουν εγκατασταθεί εκεί και τα σπίτια τους περιβάλλονται απ’ όλες τις πλευρές από ωραία δέντρα λεμονιάς δημιουργώντας ένα μικρό χωριό τοποθετημένο στην άκρη της θάλασσας. Τη στιγμή που το επισκέφτηκα δεν κατοικούνταν πλέον, παρά μόνο από γυναίκες. Όλοι οι άνδρες είχαν φύγει κρυφά για να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Έμεινα κατά τη διάρκεια των στιγμών της μεγάλης ζέστης καθισμένος κάτω από τις λεμονιές, απολαμβάνοντας το φρέσκο αέρα της θάλασσας, και γυρνούσα στο Ναύπλιο πριν το δειλινό διότι ο Κυβερνήτης Almeide φρόντιζε να κλείνουν οι πόρτες στις 8 το βράδυ, όπως μέσα σε μια πόλη η οποία οχυρώνεται για τις επιθέσεις των εχθρών. Στρατιωτική προφύλαξη άχρηστη και δυσάρεστη για όλους τους κατοίκους και για μικρό αριθμό ξένων που φτάνουν εκεί.

  

Μετάφραση από τα γαλλικά: Κυπαρισσία Ηλιοπούλου

  

Πηγή

  •  Buchon, J. A. C. (Jean Alexandre C.), « La Grece continentale et la Moree 1840-1841», Paris, 1843.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »