Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)


 Διακοσμητικός και πολύ λεπτομερής χάρτης του Μοριά του 1690.

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)

Coronelli Maria Vincenzo : Peloponneso, hoggidi Morea (Venice 1690)

  

Το 1683 οι Βενετοί εισέβαλαν στο Μοριά αποσπώντας τον έλεγχο της χερσονήσου από τους Τούρκους.

Ο χάρτης αυτός εκδόθηκε στον εορτασμό των παραπάνω γεγονότων από τον Coronelli, κοσμογράφο της Δημοκρατίας της Βενετίας και αφιερώθηκε από τον  Marcello Sacchetti, πρεσβευτή των Knights Hospitallers  ( Ιππότες Ιωαννίτες ) στον Πάπα  Innocent XI.

Ωστόσο η κατοχή των Βενετών ήταν σχετικά μικρή. Ο Μοριάς βαθμιαία χάθηκε πάλι μεταξύ 1715-1739. Ο Coronelli ήταν ένας από τους καλύτερους Ιταλούς  κατασκευαστές χαρτών της εποχής του.

Read Full Post »

Coronelli Maria Vincenzo (16 Αυγούστου 1650 – 9 Δεκεμβρίου 1718)


 

Ιερωμένος, κοσμογράφος, πρόεδρος της υδροδυναμικής, με εκατόν σαράντα εκδόσεις, ο Coronelli ήταν υπεύθυνος, ως το 1707, για την παραγωγή, από το πολυπληθές εργαστήριό του, πλούσιων χαρτογραφικών εκδόσεων που επηρέασαν την εξέλιξη των έντυπων γεωγραφικών εκδόσεων. Τα σχέδιά του συνοδεύουν έκτοτε πάμπολλες επανεκδόσεις ή μεταφράσεις των έργων του, είτε εικονογραφούν μεταγενέστερα ταξιδιωτικά χρονικά, ιστορικά συγγράμματα και γεωγραφικά έργα.

Ιδρυτής της Γεωγραφικής Ακαδημίας των Αργοναυτών στη Βενετία, ανέλαβε να απεικονίσει τις νικηφόρες μάχες των συμπατριωτών του κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο (1684-87).

Στην  Ελλάδα έρχεται  την ίδια  εποχή και επισκέπτεται πολλές περιοχές μεταξύ αυτών και την Αργολίδα, όπου και κάνει καταγραφή  περιοχών της σε σχέδια και χάρτες.  Το 1688 εκδίδει  στην Βενετία το βιβλίο, « Memorie Istoriografiche deRegni della Morea, Negroponte e Littorali fina Salonichi Accresciute in questa seconda edizione», στο οποίο αφιερώνει αρκετές σελίδες στο Άργοςκαι τοΝαύπλιο.

 

Βιογραφία


  

Vincenzo Coronelli

Vincenzo Coronelli

Ο Vincenzo Coronelli γεννήθηκε  στη Βενετία στις 15 Αυγούστου 1650 και ήταν το πέμπτο παιδί ενός Βενετού ράφτη που λεγόταν Μaffio Coronelli. Στα δέκα του χρόνια, ο νεαρός Vincenzo εστάλη στην πόλη της Ravenna και μαθήτευσε δίπλα σ’ ένα ξυλογράφο. Το 1663 τον αποδέχτηκαν στο Μοναστικό Τάγμα των Φραγκισκανών, και έγινε δόκιμος μοναχός το 1665. Στην ηλικία των 16 εξέδωσε την πρώτη από τις 140 διαφορετικές δουλειές του. Το 1671 μπήκε στο μοναστικό τάγμα της Santa Maria Gloriosa dei Frari στη Βενετία και το 1672 ο Coronelli εστάλη στο Κολέγιο του Saint Apostoli στη Ρώμη όπου έκανε το διδακτορικό του στη Θεολογία το 1674. Υπερείχε επίσης στη μελέτη της Αστρονομίας και στην Ευκλείδεια Γεωμετρία. Λίγο πριν το 1678 ο Coronelli άρχισε να δουλεύει ως Γεωγράφος και ήταν επιφορτισμένος να δημιουργήσει ένα σετ από γήινες και ουράνιες σφαίρες για τον Ranuccio II Farnese, Δούκα της Πάρμα. Κάθε μια από τις κατασκευασμένες σφαίρες ήταν πέντε πόδια σε διάμετρο και τόσο εντυπωσίασαν το Δούκα, που έκανε τον Coronelli  Θεολόγο του. Η φήμη του Coronelli σαν θεολόγου μεγάλωνε και το 1699 διορίστηκε Γενικός Πατέρας ( Father General) στο Τάγμα των Φραγκισκανών.

 

Σφαίρες για το Λουδοβίκο XIV 


 

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

Vincenzo Coronelli, terrestrial globe Ø 110 cm. Vienna, Österreichische Nationalbibliothek.

O Καρδινάλιος Cesar dEstrees, φίλος και σύμβουλος του Λουδοβίκου XIV και πρεσβευτής στη Ρώμη, έδειξε στο Δούκα της Πάρμα τις σφαίρες και κάλεσε τον Coronelli στο Παρίσι το 1681 να κατασκευάσει ένα ζευγάρι σφαίρες για το Most Christian King. O Coronelli μετακόμισε στη Γαλλική πρωτεύουσα το 1681, όπου έζησε για 2 χρόνια. Κάθε σφαίρα αποτελούνταν από άξονες με κυρτό ξύλινο σκελετό περίπου δέκα πόδια ύψος και τέσσερες ίντσες πλάτος στον ισημερινό. Το ξύλο ήταν επικαλυμμένο με στρώση από ασβεστοκονίαμα περίπου 1 ίντσα πάχος και καλυμμένο με στρώση από σκληρό μη επεξεργασμένο ύφασμα (υλικό). Αυτό μετά περιτυλίγεται σε στρώμα ¼ της ίντσας δύο πολύ λεπτών (φίνων, κομψών) υφασμάτων το οποίο εξασφαλίζει υποστήριξη για τις ζωγραφισμένες πληροφορίες των σφαιρών. Αυτές οι σφαίρες είναι 384 cm στη διάμετρο και ζυγίζουν περίπου 2 τόνους, βρίσκονται εκτεθειμένες στην Εθνική Βιβλιοθήκη Francois Mitterramd στο Παρίσι.

  

Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

 

 
Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

  

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco Morοsini.  Αυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχέδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

  

Μετέπειτα Ζωή


 

Λόγω της φήμης του δούλεψε σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες τα χρόνια που ακολούθησαν, και επέστρεψε μόνιμα  στη Βενετία το 1705. Στη Βενετία άρχισε το δικό του κοσμογραφικό σχέδιο και εξέδωσε τους τόμους του Atlante Veneto. Στην πατρίδα του ίδρυσε την πρώτη γεωγραφική κοινωνία, την Accademia Cosmografica degli Argonauti. Κατείχε τη θέση του Κοσμογράφου της Δημοκρατίας της Βενετίας. Οι τελευταίοι έξι τόμοι από τη Biblioteca SarcoProfana εκδόθηκαν από τον Coronelli. Ήταν ένα είδος εγκυκλοπαίδειας όπου οι καταχωρήσεις ήταν αλφαβητικά.

Ο Coronelli πέθανε στην ηλικία των 68 ετών στη Βενετία έχοντας δημιουργήσει εκατοντάδες χάρτες στη ζωή του. Ανθεκτικές σφαίρες του Coronelli είναι σήμερα εγκατεστημένες σε διάφορες συλλογές. Ζεύγη από τις πιο φημισμένες πλατιές (110cm διάμετρο) σφαίρες είναι για παράδειγμα στη Biblioteca Marciana στην Βενετία, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας και στο Clobe Museum (Μουσείο της Υδρογείου) στη Βιέννη, στη βιβλιοθήκη του Stift Melk, όπως επίσης στα Trier, Πράγα, Παρίσι, Λονδίνο, Ουάσιγκτον. Το Ransom Center στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Austin έχει ζεύγος σφαιρών του Coronelli μια γήινη και μια ουράνια σφαίρα. Το 1952 ιδρύθηκε στη Βιέννη το,  The International Coronelli Society for the Study of Globes, και πήρε το όνομα του Coronelli προς τιμή του.

 

Επιλεγμένοι χάρτες

1690-91 Atlante Veneto

1696-97 Isolario dell’ Atlante Veneto

1692 Corso geografico universale

1695 Re-issued

1693 Epitome Cosmografica

1693 Libro dei Globi

1701 Re-issued

1695 World Map

1696 Pacific Ocean

 

Μερική Βιβλιογραφία

 

Morea, Negroponte & Adiacenze (1688).

Atlante Veneto (1691 – 1696).

Ritratti de celebri Personaggi (1697).

Lo Specchio del Mare (1698).

Singolarità di Venezia (1708-1709).

Roma antico-moderna (1716).

Η μετάφραση από τα Αγγλικά έγινε από την  Άνσα Καραχάλιου, ενώ τα Ιταλικά κείμενα απέδωσε στα Ελληνικά ο Δημήτρης Αργυράκης.

   

Πηγές


  • Accademia Cosmografica degli Argonauti.
  • The International Coronelli Society for the Study of Globes.
  • National Maritime Museum, Greenwich, London.
  • Epitome cosmografica. 

  

Read Full Post »

Καλλέργης Δ. Εμμανουήλ  (1835-1909)


 

  Σπανίως η τύχη εξύφανε τόσον γλυκύπικρον δράμα δια την ζωήν ενός θνητού. Ο Εμμανουήλ Καλλέργης, αφ’ ου ανεπτύχθη και εμορφώθη λαμπρώς και κατέστη έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα, τότε ακριβώς εχάθη. Ο κακός δαίμων εφθόνησε τον τρισόλβιον θνητόν, όπως εφθόνησαν οι θεοί τον Βελεροφόντην, θελήσαντα ν’ αναβή μετά του Πηγάσου εις τον Όλυμπον, και τον μεν πτερωτόν ίππον του ανήρπασαν και κατέταξαν εις τους αστερισμούς, αυτόν δε κατέρριψαν εις την γην δια να διέλθη πλάνητα και οικτρόν τον υπόλοιπον βίον.

 Δ.Κ. Βαρδουνιώτης.

(Μη μας κακίσετε για την ορθογραφία. Η λογική του διαδικτύου μας υποχρεώνει να αποδίδουμε έτσι ορισμένα κείμενα).

Στις 17 Απρίλη του 1835 ο στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία, φέρνουν στον κόσμο ένα πανέμορφο αγόρι. Τον Εμμανουήλ.

Ο στρατηγός Δημήτριος Καλλέργης πανευτυχής διανύει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του. Αγαπητός από όλους τους Έλληνες για την προσφορά του στον ιερό αγώνα, απολαμβάνει την ικανοποίηση ότι η πατρίδα αναγνώρισε τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκε για την ελευθερία της. Αργότερα, όταν ο Εμμανουήλ θα γίνει 8 χρονών, ο στρατηγός θα πρωταγωνιστήσει μαζί με τον Μακρυγιάννη και άλλους αξιωματικούς στον αγώνα για την απόκτηση Συντάγματος. Ο Όθωνας που αρχικά αντιδρούσε, αναγκάστηκε να ενδώσει και να δεχτεί να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της Σύνταγμα. Ένας ακόμη λόγος για να τον αγαπήσει και να τον δεχτεί ως μεγάλο πατριώτη και αγωνιστή ο Ελληνικός λαός. Αργότερα, διορίζεται υπουργός των Στρατιωτικών, Πρεσβευτής κ.λ.π.

Η Μητέρα του Σοφία, ήταν κόρη του μεγάλου προύχοντα της Κορινθίας Θεοχάρη ή Θεοχαράκη Ρέντη, που υπήρξε α΄και εξ απορρήτων Γραμματέας και ομογάλακτος* του Τούρκου διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλ Μπέη. Παρά την θερμή φιλία του με τον Μπέη της Κορίνθου και την προσφορά των υπηρεσιών του, όταν η πατρίδα τον χρειάστηκε ανταποκρίθηκε άμεσα και χωρίς δεύτερη σκέψη. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία από τον Αντώνιο Πελοπίδα. Το 1820 η Φιλική Εταιρία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισαν   « Γενικόν Επίτροπον των πραγμάτων» της « Πελοποννησιακής Εφορείας». Το 1821 και ενώ έχει ξεσπάσει η επανάσταση εκλέχτηκε δυο φορές Γερουσιαστής της « Πελοποννησιακής Γερουσίας» και συμμετείχε στην Α΄Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος, την 1η Δεκεμβρίου 1821. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κορίνθου όταν ο Κεχαγιάμπεης αναχώρησε και συνεργάστηκε για την δημιουργία αρτοποιείων στις Κεγχρεές και στα Εξαμίλια για τις ανάγκες του στρατού. Τον ίδιο χρόνο έδρασε και στα Τρίκορφα συνεργαζόμενος με τους Α. Υψηλάντη, Π.Π. Γερμανό, Ασημ. Ζαΐμη, Παν. Νοταρά κ.α. Τελικά, θυσιάζοντας τα πάντα στον αγώνα, πέθανε πάμπτωχος το 1825 στα Τρίκαλα Κορινθίας σε ηλικία μόλις 42 χρόνων.

* Πατέρας του Θεοχάρη, ήταν ο προύχοντας Χρήστος Ρέντης ο οποίος συνδεόταν με βαθειά φιλία με τον πατέρα του Κιαμήλ, Νουρή Μπέη. Ήταν τόση η φιλία των δύο ανδρών, ώστε από κοινού αποφάσισαν και ανέθεσαν τον θηλασμό των γιών τους στην ίδια τροφό.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.

Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι.

Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

 

Εμμανουήλ Καλλέργης


 

 Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης έχει υπέροχα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία 17 ετών και ενώ ακόμη είναι μαθητής του Γυμνασίου Ναυπλίου, ο πατέρας του τον στέλνει στο Παρίσι. Γίνεται δεκτός με αγάπη και ιδιαίτερη χαρά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετά αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον Γ΄που είναι στενός φίλος του πατέρα του. Ο νεαρός Εμμανουήλ, εύσωμος, ευθυτενής, ωραιότατος και ιδιαίτερα ευφυής, εγγράφεται στην περίφημη και αριστοκρατική στρατιωτική σχολή του Αγίου Κύρου. Είναι αρχές του 1853. Σε έξι μήνες γνωρίζει και μιλάει την Γαλλική γλώσσα ως μητρική. Παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής με προσοχή και επιμέλεια και το 1855 ολοκληρώνει τις σπουδές του με άριστα. Με την φροντίδα του αυτοκράτορα, εισάγεται στη σχολή των Γενικών Επιτελών, στην οποία φοιτά για δυο χρόνια. Τελειώνοντας τις σπουδές του κατατάσσεται για δυο χρόνια στα περίφημα Ιππικά συντάγματα των Ουσσάρων και των Δραγώνων. Το 1859, μετά από 7 χρόνια σπουδών, είναι πλέον έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα. Φτάνει στην Ελλάδα, δίνει εξετάσεις στον στρατό, αριστεύει και κατατάσσεται στο Πυροβολικό ως Ανθυπολοχαγός. Είναι η 11η Δεκεμβρίου 1859.

 Δυστυχώς, δεν έμεινεν εν τη πατρίδι, όπου ανέμενεν αυτόν λαμπρόν μέλλον ως εκ της οικογενειακής περιωπής και της εξόχου προσωπικής μορφώσεως και αξίας του. Χαιρέκακος και φθονερά ειμαρμένη ώθει αυτόν προς την Γαλλίαν, προς ην τω ενέπνευσεν απαρηγόρητον νοσταλγίαν, δια να τον χάση δια παντός η Ελλάς, ήτις τότε έμελλε να δρέψη τους καρπούς των σπουδών του, συνάμα δε να καταστρέψη και αυτόν δια παντός.  

                                                                                                                        Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Ο Εμμανουήλ, δεν θέλει να παραμείνει στην Ελλάδα. Επιθυμεί να επιστρέψει στο Παρίσι. Προσπαθεί και καταφέρνει να τοποθετηθεί στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Παρίσι ως στρατιωτικός ακόλουθος. Μάλιστα, εκείνη την εποχή Πρέσβης είναι ο πατέρας του.(1859).

Τον Δεκέμβριο του 1860, προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού και μετατίθεται στο σώμα των Γενικών Επιτελών. Από τις αρχές του χρόνου όμως η ζωή του Εμμανουήλ, κυλά σαν όνειρο. Νεαρός, 25 χρόνων, κομψότατος και πολύ ωραίος, πνευματώδης και λεπτός στους τρόπους, δεξιοτέχνης κιθαρίστας και δεινός χορευτής, γιος στρατηγού και πρεσβευτή, ευνοούμενος του αυτοκράτορα, αγαπητός και αποδεκτός από τους αριστοκράτες της Γαλλίας, περνά μια ζωή πολυτελή, γεμάτη ατέλειωτες διασκεδάσεις.

Μάλιστα, η αυτοκράτειρα Ευγενία προτιμά να χορεύει μαζί του, στους ατέλειωτους χορούς του παλατιού. Δείχνει απροκάλυπτα την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφει για τον ωραίο Έλληνα. Κι αυτός δεν μένει ασυγκίνητος. Την άνοιξη του 1861, ο Εμμανουήλ ερωτεύεται παράφορα την αυτοκράτειρα. Η συμπεριφορά του, ανεξέλεγκτη πλέον,  δημιουργεί πρόβλημα στην αυλή. Όλοι στο παλάτι φοβούνται το σκάνδαλο που μπορεί να ξεσπάσει.

Ο Γραμματέας του αυτοκράτορα αναγκάζεται να ειδοποιήσει τον πατέρα του και πρεσβευτή – που ήταν σε άδεια στην Ελλάδα- για την προκλητική και χωρίς όρια διαγωγή του γιού του. Ο στρατηγός Καλλέργης φροντίζει αμέσως να επιστρέψει ο Εμμανουήλ στην Ελλάδα και παράλληλα παρακαλεί τον Υπουργό των Στρατιωτικών Δημήτριο Βότσαρη, να τον ανακαλέσει από την θέση του στο Παρίσι. Στις 2 Ιουνίου του 1861, ο Εμμανουήλ Καλλέργης επιστρέφει στην Ελλάδα και τοποθετείται στην διάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών.

Ο αθεράπευτος έρωτας του για την αυτοκράτειρα της Γαλλίας τον παρέσυρε σε καταστάσεις δυσάρεστες και οδυνηρές. Το Αρχηγείο – κατανοώντας την ψυχική του αδυναμία- φρόντισε να τον μεταθέσει διαδοχικά στη Διλοχία των Σκαπανέων, στη Σχολή Ευελπίδων, στα Στρατηγεία ανατολικής και δυτικής Ελλάδας κ.α.

Ο θάνατος του πατέρα του το 1867, επιβαρύνει περισσότερο την υγεία του. Έρχεται στο Ναύπλιο, όπου παραμένει μέχρι το 1869. Το 1869 η μητέρα του Σοφία τον φέρνει στο Άργος, στο οποίο θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωή του.

Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να βελτιώσει τα πράγματα. Είναι πάντα περίλυπος και δυστυχής. Το 1869 τίθεται σε διαθεσιμότητα. Το 1872 σε αργία. Το 1878 προάγεται σε Ταγματάρχη των Γενικών Επιτελών. Το 1886, η ασθένειά του κρίνεται ανίατη και αποστρατεύεται. Μετά απ’ αυτά, ο Εμμανουήλ πάσχει πλέον από βαριά μελαγχολία που με τον χρόνο και τα γεγονότα, επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο και μετατρέπεται σε μανία καταδίωξης. Έχει συχνές κρίσεις που τον εξουθενώνουν.

Ο χρόνος δεν λειτουργεί ευεργετικά για τον- πάλαι ποτέ- λαμπρό αξιωματικό. Ζει μια ζωή μονότονη και άχαρη. Η μόνη παρηγοριά του είναι η κιθάρα του. Όσο κι αν τον κατέβαλε η ασθένειά του, ο χαρακτήρας του παρέμεινε αναλλοίωτος. Μέχρι το τέλος υπήρξε πνευματώδης, ευγενικός με τους ανθρώπους, προσηνής κι ευχάριστος. Οι παρέες της πόλης επεδίωκαν πάντα την συντροφιά του. Κι αυτός τους αποζημίωνε με την κιθάρα του και το τραγούδι του. Μολονότι τα οικονομικά του ήταν σε άθλια κατάσταση, ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από κανένα. Πάντοτε αξιοπρεπής, περιφρονούσε τις απολαύσεις και τις πολυτέλειες, ξεπερνώντας τις στερήσεις με αξιοθαύμαστη υπομονή και στωικότητα.

Τεσσαράκοντα όλα έτη διήλθε πάσχων τας φρένας. Ουδέποτε ελησμόνησε την ευγένειαν της συμπεριφοράς του, την αξιοπρέπειαν του και την υπερηφάνειαν της καταγωγής του. Πάντοτε εστερείτο χρημάτων, διότι ήτο εις άκρον φιλάνθρωπος και ελευθέριος, ως εκ της νόσου του δε, ουδέποτε εμερίμνησε περί της ιδίας του  συντηρήσεως και των αναγκών του. Οι εν Αθήναις κάλλιστοι ανεψιοί του κ.κ. Δημ. Και Ιω. Καλλέργαι εφρόντιζον πάντοτε περί αυτού φιλοστόργως και αφειδώς. Αλλ’ αυτός δια της ελευθεριότητος του κατώρθωνε να ήνε πάντοτε απένταρος! Τα θυλάκια του ήσαν πίθος των Δαναίδων. 

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Αυτή είναι η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη. Μια ιστορία ζωής, έρωτα, πάθους, τρέλας, θανάτου. Ο Εμμανουήλ αγάπησε τόσο, ώστε να αγνοήσει την κοινωνία, να αδιαφορήσει για όσα άλλοι μάχονται, να περιφρονήσει τα πλούτη και την δόξα, επιλέγοντας να ζήσει στον δικό του κόσμο, τον κόσμο του ρομαντισμού, της θυσίας, της αιματηρής αγάπης.

Έζησε στο πατρικό του σπίτι. Το μέγαρο Καλλέργη που κτίστηκε επί Καποδίστρια. Στον μεγάλο και περιποιημένο κήπο του, περνούσε πολλές ώρες απομόνωσης και στοχασμών. Μισή ώρα πριν πεθάνει τραγουδούσε ένα χαρούμενο, ελαφρύ τραγουδάκι. Την Λουλούκα.

Τον ακριβέστερον όμως και μελαγχολικώτερον χαρακτηρισμόν και επίλογον της όλης ζωής του έδωκεν αυτός ο ίδιος εις μία φράσιν. Συνομιλών προ τινος καιρού μετά του ανεψιού του κ. Δημ. Καλλέργη τω είπεν˙” Είμην πρώτος εις το Παρίσι και τελευταίος εις το Άργος”.                                             

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

 

Πηγές


  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων.Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Read Full Post »

Κόκκινος επιτάφιος 


 

epitafiosΣυγγραφέας: Παΐδούση – Παπαντωνίου Γιόνα Μικέ

Εκδότης: Βιβλιόραμα

ISBN: 960-8087-74-0

Έτος έκδοσης: 2008

 
Στο βιβλίο της λαογράφου Γιόνας Μικέ Παϊδούση ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα  της Κατοχής στα χωριά της Ερμιονίδας στη βόρειο ανατολική Πελοπόννησο. Καμβά της διήγησης αποτελεί η σταδιακή ανάπτυξη της ΕΠΟΝ στις περιοχές εκείνες, οι ελπίδες και οι αντιδράσεις που γέννησε το εαμικό κίνημα, η ένταξη σε αυτό μελών οικογενειών από υψηλά κοινωνικά στρώματα, η στάση των τοπικών κοινωνιών.

Εκτός από την παρουσίαση της πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των αντιστασιακών οργανώσεων, βασικό στοιχείο του βιβλίου είναι η δραματική σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας κατά την περίοδο του πολέμου, η παρουσία και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή και η αλλαγή των ανθρωπίνων σχέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ταξίδι της συγγραφέα στην Αθήνα και την άφιξή της στις σκληρές ημέρες της δεκεμβριανής σύγκρουσης του 1944. Στοιχείο παρόν με τρόπο άμεσο και έμμεσο σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο θάνατος του αδελφού της, η έλλειψη του πατέρα, η στάση της μάνας, η μάχη για τη διατήρηση της δικής της αξιοπρέπειας και της οικογένειάς της.

«Έχουν ξεκληριστεί οικογένειες. Βλέπει κανείς και θλίβεται κείνα τα παιδάκια με τα αδύνατα ποδαράκια και χεράκια, με τις φουσκωμένες κοιλίτσες από τον ερεθισμένο σπλήνα. Και το τελευταίο που θα σκεφτούν είναι ο γιατρός – και τούτο όταν είναι πια αργά. Τούτα τα πλάσματα δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα από μαγειρεμένο φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μετρημένο, είναι όλο κι όλο για να χορτάσουν την πείνα τους. Το αβγό μόνο που το βλέπουν, γιατί τα στέλνουν οι μανάδες τους στον μπακάλη, να το δώσουν, για να πάρουν λίγο ρύζι. Με συγχωρείτε, σύντροφε Παπά, δεν μπορώ να συνεχίσω.»

Έσπασε η καρδιά μου. Με πήραν τα κλάματα. Ο σύντροφος μου έσφιξε το χέρι με κατανόηση.
«Καλά, και συ με ποιους δουλεύεις;» ρώτησε.

«Είναι πολύ δύσκολο. Για καλή τύχη υπάρχουν μερικοί νέοι, με γράμματα του δημοτικού, αλλά με ανοιχτό μυαλό. Αυτοί αποκτήσανε γρήγορα συνείδηση του αγώνα. Αυτοί φέρανε τις αδελφές τους στην ΕΠΟΝ και τις μανάδες τους στην Εθνική Αλληλεγγύη.»
«Φαντάζομαι την Αντίδραση που αντιμετωπίζεις».

«Η Αντίδραση είναι οργανωμένη. Μα δεν είναι μόνο αυτό, και κάνουν ακόμη τους Βασιλικούς με το μισό τσαρούχι… Αντιμετωπίζω επικρίσεις, ακόμη και απειλές. Τα σχόλια σε βάρος μου αφθονούν. Ήρθαν στιγμές που βρέθηκα σε αμηχανία. Μα σαν αντίκρισα αυτές τις μορφές, τις σκαμμένες από το μόχθο και τη στέρηση, σαν αντίκριζα τα χλωμά προσωπάκια των παιδιών με τα φθινοπωρινά μάτια, έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Φτάνει να σας πω, για να πάρετε μια ιδέα της ατμόσφαιρας που μέσα της ζω και δουλεύω, πως μια συγγένισσά μου με σταμάτησε στο δρόμο και οργισμένη μου είπε να ντρέπομαι που είμαι παλιοκόριτσο, που προσβάλλω τέτοιο σόι, που πάω με τους αντάρτες για να παντρευτώ χωρίς προίκα, αφού έχω προίκα, και πως θέλω να φέρω τους κομμουνιστές για να κλείσουν την εκκλησία. Μα σαν έρθει ο βασιλιάς, θα με βάλει να του φιλήσω τα πόδια. Οι άντρες είναι λιγότερο εκδηλωτικοί. Κάνουν πως δε με βλέπουν. Με προσπερνούν χωρίς να χαιρετήσουν. Μόνο ένας, προσπερνώντας με στο δρόμο, έλεγε μέσα από τα δόντια του, με τρόπο που να τ’ ακούσω: «Κρίμα τα γράμματα που έμαθες, κόρη του γιατρού».»

Read Full Post »

Η διάλυση του στρατού του εικοσιένα*


  

Πες πώς βρεθήκαμε πάνω σε καράβι. Λογάριασε ακόμα πώς ξέσπασε μαύρος σίφουνας. Πανιά και ξάρτια τα ξέσκισε και τα σάρωσε ο αγέρας, οι αντένες σπάσαν και σωριάστηκαν τ’ άλμπουρα. Αντικρύσαμε βουνό το κύμα νάρχεται να μας καταπιεί, αρπάζοντας από την Κουβέρτα τους συντρόφους μας. Μέρες και νύχτες παλέψαμε να γλυτώσουμε από του Χάρου τα δόντια.

Ξάνοιξε τέλος κάπως η αντάρα και καταφέραμε να μπάσουμε το πλεούμενο σ’ έναν απάνεμο κόρφο. Δεν προφτάσαμε όμως να πούμε «σωθήκαμε» και να, βλέπουμε να μας περιτριγυρίζουν κουρσάροι, να πατάν το καράβι μας και να μας πετάνε έξω σ’ έρημη στεριά, νηστικούς, γυμνούς, με την ψυχή στο στόμα.

 

Έ, παρόμοιο δράμα ζήσαν τότες κι’ οι αγωνιστές του Εικοσιένα. Εκεί στον κάμπο του Άργους, βρίσκονταν συναγμένα, περιμένοντας τον ερχομό του βασιληά, πάνω από πέντε χιλιάδες παλικάρια, ό,τι σχεδόν απόμεινε από τ’ ασκέρι της λευτεριάς. Στο μακρόχρονο αγώνα τους ενάντια σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τα βάθη της Ανατολής ως τις Ηράκλειες Στήλες και από τον Προύθο ίσαμε την έρημο της Αφρικής, είχαν χάσει το κάθε τι – σπίτια, γυναίκες, παιδιά. Από τα μόνα που στέκονταν πλούσιοι είταν η ψείρα κι’ η δόξα. Γυμνοί και πεινασμένοι περίμεναν, τώρα με τον ερχομό των Ευρωπαίων, κάτι ν’ απολάψουνε κι’ αυτοί. Να χορτάσουνε, ας πούμε, ψωμί.

Οι μέρες πέρναγαν κι’ όσο που ο βαυαρέζικος στρατός χαιρόταν όλα τ’ αγαθά και καμάρωνες τη φαντασία του τέζα στους δρόμους τ’ Αναπλιού να ξερνοβολάει μεθυσμένη, οι αγωνιστές καρτέραγαν να δουν – κι’ άντε σήμερα κι’ άντε αύριο – ποια πρόβλεψη θα κάνουν και γι’ αυτούς.

Πραγματικά, η ώρα της αμοιβής δεν άργησε νάρθει. Έπειτα από σαράντα μέρες που πάτησαν οι σωτήρες στον τόπο μας, στις 2 του Μάρτη 1833, δημοσίεψαν το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων».

Στέλνανε δηλαδή σε ανάθεμα εκείνους που λευτέρωσαν από αιώνες σκλαβιάς τούτη την πατρίδα. «Οι αντιβασιλιάδες» γράφουν οι Bower και Bolitho «είχαν τη ίδια γνώμη γι’ αυτούς, που είχε κι’ ο κόμις ντ’ Αρτουά για την παλιά φρουρά του Ναπολέοντα: Δεν μας χρειάζονται πια γενναίοι»! Κι’ η αλήθεια είναι πως σε τίποτα πια δε μας χρησίμευαν, μια και περιδιάβαζε καμαρωτός στην Ελλάδα ο στρατός των πραιτωριανών, που όπως παραδέχεται ένας τίμιος βαυαρός, ο υπολοχαγός τότε Χριστόφορος Νέζερ, «κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του Γερμανικού λαού».

 

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

 

Αστροπελέκι νάπεφτε σε πεντακάθαρο ουρανό δε θα ξάφνιαζε έτσι τους αγωνιστές του Εικοσιένα. Απόμειναν γράφει ο Κασομούλης, «άπνοοι και άφωνοι ως φλομωμένοι ιχθύες. Απελπίσθηκαν, μη δυνάμενοι ούτε εμπρός ούτε πίσω να κινηθούν ένεκα της τρομεράς δυστυχίας των».

Άλλοι κλαίγοντας  σά μικρά παιδιά, σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκαν κλέφτες στα βουνά κι’ από τότες φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι’ άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν κυνηγημένοι από τους Βαυαρούς να πάνε στην Τουρκιά να βρούν ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αυτό στάθηκε τ’ άδοξο τέλος του πιο δοξασμένου στρατού μας.

Τούτο το καλό που μας κάνανε οι Βαυαροί φτάνει, για να τους αναθεματίζουμε στους αιώνες των αιώνων.

«Ουδαμώς δ’ ήτο αβάσιμος η κατηγορία», γράφει ο Κυριακίδης, «η γενικώς αποδιδομένη τω Όθωνι τότε ότι δυσπίστως προς τους Έλληνας είχε τους ξένους προτιμών αντί να στηρίξη τον θρόνον αυτού επί της αγάπης και μόνον ταύτης του Ελληνικού λαού, αντί να περικυκλωθή υπό των Ελλήνων, αντί να δημιουργήση στρατόν εθνικόν και εις αυτόν να αναθέση την διαφύλαξιν του θρόνου και την υπεράσπισιν της τιμής της Πατρίδος, προυτίμα πάντοτε τους Βαυαρούς, εις αυτούς τα πάντα ενεπιστεύθη και έξ αυτών απετέλεσε τον στρατόν της Ελλάδος».**

Ο Αλέξανδρος Σούτσος με τούτους εδώ τους στίχους χτυπάει τον Όθωνα για τούτο το ανοσιούργημα των αντιβασιλιάδων:

 Ο μιαρός! Διέλυσε τον εθνικόν στρατόν μας.

Ο μιαρός! Κατέστρεψε τον κάθε πρόμαχό μας.

Εγκληματίαι και μωροί, φαντάσθηκαν οι ξένοι

πως η ξενοκρατία των παντοτινή θα μένη.

Ειν’ ικανοί, εκήρυττον, να έχωσιν εκείνοι

το Κράτος ως ασφάλειαν, τους Έλληνας ως κτήνη.

Κάμποσοι από κείνους τους δύστυχους παρουσιάστηκαν στον Όθωνα κι αφού ακούμπησαν στα πόδια του τρεις παντιέρες που οχτώ χρόνια ανέμιζαν οδηγώντας τα παλικάρια στη μάχη, του φανέρωσαν τα δίκια τους. Ο Όθωνας έγραψε στον πατέρα του, τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ρωτώντας τον αν η απόφασις της αντιβασιλείας να σκορπίσει το στρατό του Εικοσιένα στεκόταν σωστή ή όχι. Κι’ ο μεγάλος φιλέλληνας που τόσους στίχους σκάρωσε για την Ελλάδα, του αποκρίθηκε πως είταν σωστή. «Εύγε του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως!» γράφει, ο Μακρυγιάννης. «Μπρός εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Διά τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς – ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι»!

 Δημήτρης Φωτιάδης

 

Υποσημειώσεις


 * Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το ανέκδοτο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την εποχή του Όθωνα και αναφέρεται στη διάλυση του στρατού του Εικοσιένα, στην πεδιάδα του Άργους, από τους Βαυαρούς το 1833.

 ** Κυριακίδης, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού», τ. Α΄, σ. 291.

 

 Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.   

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο –  Buchon, J. A. C.


 

 Το 1840 – 1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Ας δούμε τι γράφει για το Ναύπλιο εκείνης της εποχής.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πόλη ομοιόμορφα και καλά κτισμένη ανάμεσα στους πρόποδες του οχυρωμένου βουνού, που φέρει ακόμα το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναύπλιου και τη θάλασσα.  Έχει την όψη μιας από της δυτικές μας πόλεις, με τα καλά και τα κακά της, την τάξη, αλλά και ενίοτε την ταλαιπωρία . Οι δρόμοι της είναι στενοί και αρκετά καλά πλακοστρωμένοι. Τα σπίτια της, έχουν το ύψος που πρέπει. Οι δύο πλατείες της είναι δεντροφυτεμένες. Τα μεγάλα καταστήματα, που είχαν χτίσει παλιά οι Βενετοί στους πρόποδες του κάστρου, και το κυβερνείο, που είχε χτίσει ο Καποδίστριας την εποχή που κατοικούσε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα αν όχι τα πιο κομψά κτίσματα των μεγάλων πόλεών μας, και για τελευταία και ολοκληρωτική απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκουμε εδώ, ό, τι υπάρχει μόνο στην Αθήνα με πρόσφορο τρόπο, στην Πάτρα με ικανοποιητικό τρόπο, και στην Κόρινθο περιορισμένα: ένα πανδοχείο δηλαδή, ίσως η πιο χρήσιμη των ευρωπαϊκών εισαγωγών στην ανατολή, ένα πανδοχείο, δηλαδή ένα άσυλο όπου κάθε άνθρωπος, αναγκασμένος από τις δουλειές του, τα γούστα του ή τα πάθη του, να ταξιδεύει σ΄ όλο τον κόσμο, μπορεί να ελπίσει ότι θα βρει στοιχεία που του θυμίζουν τις οικιακές του ανέσεις: φως, φωτιά, ένα τραπέζι, καρέκλες, τα απαραίτητα για να   καθαρίσει και να δροσίσει το κουρασμένο του κορμί, ένα κρεβάτι για να ξεκουραστεί, ένα γεύμα για ν΄ ανακτήσει δυνάμεις, και πάνω απ΄ όλα, ένα αναπαυτήριο όπου, μόνος με τον εαυτό του, μπορεί ν΄ αναλογιστεί τι είδε και μύρισε, να σκεφτεί τους απόντες φίλους του χωρίς να φοβάται μήπως προσβάλει τους οικοδεσπότες του, και να συζητήσει μαζί τους μέσω της τρυφερής οικειότητας της ανταλλαγής αλληλογραφίας.

Εμείς, οι μπαφιασμένοι άντρες της Δύσης, απολαμβάνουμε όλα αυτά τα αγαθά, χωρίς να φανταζόμαστε το πόσο αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος καλά στην υγεία του χαίρει άκρας υγείας, όπως ένας άνθρωπος σβέλτος απολαμβάνει την λειτουργία των άκρων του, χωρίς να σκέφτεται σε όλους τους συνδυασμούς κινήσεων που χρειάζονται για να επιτευχτεί η ισορροπία και για να τεθεί σε κίνηση η ανθρώπινη μηχανή.  Δεν εκτιμούμε την αξία αυτών των θησαυρών παρά μόνο όταν τους στερηθούμε για λίγο· και δυστυχώς, λίγο να ταξιδέψεις στην Ανατολή, πάντα είμαστε καταδικασμένοι να στερηθούμε τα πάντα, πλην την καθαρότητα του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ηλίου, τη γοητεία των νυχτών, τη μεγαλοπρέπεια της φύσης.

Το Ναύπλιο ήταν, μέχρι το τέλος του 1834, η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης του νέου Ελληνικού κράτους.  Αυτή η προσωρινή κατάκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτεύουσας ήταν αρκετή για ν΄ αλλάξει έναν πληθυσμό τόσο ικανό στον πιο εκλεκτικό πολιτισμό όπως είναι ο ελληνικός πληθυσμός.  Οι γυναίκες υιοθέτησαν τις συνήθειες της Γαλλίας· πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψό τρόπο, και μερικές δεν θα πέρναγαν απαρατήρητες ακόμα και στις πιο λαμπρές μας δεξιώσεις, όχι μόνο χάρις αυτού του είδους ομορφιάς έντονης και αγνής που έλαβαν από την προγιαγιά τους Ελένη, αλλά λόγω της άνεσης και της τελειότητας των τρόπων τους, που μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ σε σχέση με τις γυναίκες της Γαλλίας.  Πέρασα στο Ναύπλιο κάποιες βραδιές με κουβεντούλες όπου θα μπορούσα να αισθανθώ ότι βρίσκομαι ακόμα στους δρόμους του Ανζού, του Βιλ-Λεβέκ και του Αστόργκ. Μαζί μ΄ αυτά τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, πρέπει να δέχεσαι και τα κάποια μειονεκτήματά του.  Το Ναύπλιο είναι οχυρό.

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Έχει τα πρανή του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη στρατιωτική του μονάδα, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του που κλείνουν και τα παραγγέλματά του.  Στη δύση του ηλίου, οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίδονται στον ταγματάρχη·  τόσο το χειρότερο για σας αν  μείνατε παραπάνω χρόνο για να θαυμάσετε τα παλαιά ομηρικά τείχη  της καλά οχυρωμένης Τίρυνθας, τον τόπο όπου είναι το Άργος, και τα μεγαλοπρεπή ερείπια της παλαιάς πόλης των Μυκηνών, της καλοκτισμένης πόλης των Μυκηνών, της πόλης των Μυκηνών με τους φαρδιούς δρόμους, της πόλης των Μυκηνών που αγάπησε η Ήρα. Ο ήλιος έπεσε, δεν πρόκειται να μπείτε στο Ναύπλιο πια· και θ΄ αναγκαστείτε να ξεπληρώσετε τις απολαύσεις  της ημερήσιας σας εκδρομής πηγαίνοντας να βρείτε στέγη σε κάποιο βρώμικο χάνι ή καραβανσεράι του προαστίου της Πρόνοιας, εκτός κι αν προτιμάτε, όπως το έκανα πολλές φορές όταν ταξίδευα, να κοιμηθείτε υπαίθρια στα γόνιμα χωράφια του Αργολικού κάμπου.   Παρά λίγο αυτό να πάθω και εγώ στο Ναύπλιο· ευτυχώς όμως είχα μια εξαιρετική άμαξα, και προβλέποντας κάποια καθυστέρηση, είχα προνοήσει να ενημερώσω τον Στρατηγό Αλμέϊδα, στρατηγό του Ναυπλίου, ο οποίος μου είχε κάνει τη χάρη να χαλαρώσει κάπως για μένα το σύνηθες παράγγελμα.  Οι απολαύσεις του χανιού της Πρόνοιας δεν είχαν καμία γοητεία για μένα σε σύγκριση με τη δελεαστική προοπτική ενός πανδοχείου.  Εξάλλου, η εκδρομή στην Τίρυνθα, στο Άργος και στις Μυκήνες, αξίζει να κινδυνέψεις να κοιμηθείς πολλά βράδια στην ύπαιθρο· πρόκειται για μια συνήθεια που αργά ή γρήγορα θα αποκτήσεις στην Ελλάδα.

Τα αρχαία χρόνια το Ναύπλιο ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης του Άργους, με τον ίδιο τρόπο που ο Πειραιάς ήταν το λιμάνι της μεγάλης πόλης της Αθήνας.  Η πρώτη μου σκέψη ήταν λοιπόν να πάω πρώτα απ΄ όλα να επισκεφθώ την Τίρυνθα, το Άργος και τις Μυκήνες μαζί.  Ένας αμαξιτός δρόμος φθάνει από το Ναύπλιο ως τους πρόποδες των λόφων όπου ήταν κτισμένη η πόλη των Μυκηνών, περνώντας από την Τίρυνθα και το Άργος.  Οι άμαξες πολιτογραφούνται  στο Ναύπλιο.  Μου έστειλαν μία και πήρα το δρόμο. 

Ζήτησα να κάνει μια μικρή στάση μέσα στην πόλη για να επισκεφτώ την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος όπου είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, τον οποίο είχα γνωρίσει και συμπαθήσει· και λίγο έξω από την πόλη, έξω από το προάστιο Πρόνοια, πήγα επίσης και επισκέφτηκα το βράχο πάνω στο οποίο οι  Βαυαροί  βάζουν να σκαλίσουν, σε μίμηση του Λιονταριού της Λουσέρνας αφιερωμένο στη μνήμη των Ελβετών πεσόντων στη Γαλλία στις 10 Αυγούστου, ένα ξαπλωμένο λιοντάρι για να τιμήσει τους Βαυαρούς που πέθαναν υπηρετώντας την Ελλάδα.  Αυτό το μνημείο, που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, δεν έχει προχωρήσει πολύ.  Λίγα μέτρα από εκεί βρίσκεται η πειραματική φάρμα που άρχισε την εποχή του Καποδίστρια και που έχει πολύ παραμεληθεί σήμερα.

[…] Επέστρεψα στο Ναύπλιο γοητευμένος από την εκδρομή μου στο κράτος του βασιλιά Αγαμέμνονα, και άρχισα να διασχίζω στην πόλη για να μελετήσω, τη μια μετά την άλλη, τα σημάδια των διαφόρων αρχαιοτήτων που είναι συγκεντρωμένες εκεί.  Δεν βρήκα πια ίχνος του φημισμένου σιντριβανιού στα νερά του οποίου η Ήρα έβρισκε ξανά κάθε χρόνο την παρθενιά της.  Επίσης δεν βρίσκουμε και πολλά απομεινάρια του μεσαίωνα.  Μόνο το 1247, υπό την αιγίδα του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, οι Γάλλοι πρίγκιπες του Μοριά κατάφεραν ν΄ αρπάξουν την πόλη του Ναυπλίου με την βοήθεια των Βενετών συμμάχων τους, που απέκλειαν την τοποθεσία αυτή από θαλάσσης, ενώ ο πρίγκιπας  Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν την περικύκλωνε από στεριά.  Δύο κάστρα προστάτευαν τότε την πόλη: το κάστρο του Παλαμηδιού, τοποθετημένο πάνω από το βουνό που δεσπόζει στο Ναύπλιο, και ένα δεύτερο κάστρο μέσα στην ίδια την πόλη, πάνω στο βράχο, που παρακολουθεί την είσοδο του λιμανιού.  Οι Γάλλοι κατέκτησαν το πρώτο, που πήρε την ονομασία Φράγκικο, και άφησαν στους Έλληνες το άλλο, που ονομάστηκε ρωμαϊκό κάστρο.  Αυτό το τελευταίο έχει κτιστεί στην τοποθεσία ενός αρχαίου ελληνικού κάστρου.  Βρίσκουμε μέσα στον τοίχο, σε αρκετά μεγάλο ύψος, τις μεγάλες τετράπλευρες πέτρινες βάσεις που αποτελούν και το πιστοποιητικό της προέλευσής τους.  Ανεβαίνουμε στο Παλαμήδι από έναν δρόμο μακρύ αλλά ευκολοδιάβατο, από τη μεριά της εξοχής, ή από γρήγορα σκαλιά, από τη μεριά της πόλης.  Τα σκαλιά κατασκευάστηκαν ξανά προσφάτως από τους φυλακισμένους που κρατούνται στο κάστρο.

Κατά τη διάρκεια όλου του δέκατου τρίτου αιώνα και των πρώτων χρόνων του δέκατου τέταρτου αιώνα, το Ναύπλιο και το Άργος έμειναν στα χέρια των Βιλ-Χαρντουέν·  αλλά μετά το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, πρίγκιπα της Αχαΐας και σύζυγο της Μαρίας ντε Αινώ, εγγονής του Γκιγιόμ ντε Βιλ-Χαρντουέν, η αναρχία εξαπλώθηκε σ΄ όλο το Μοριά, και ο καθένας προσπάθησε να σφετεριστεί τις φεουδαρχίες που του ήταν πιο αρεστές.  Τέσσερα χρόνια περίπου πριν το θάνατο του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, ο πιο ισχυρός εκ των φεουδαρχών του, ο Γκοτιέ ντε Μπριέν, Δούκας της Αθήνας, είχε υποκύψει το 1310 στη μάχη κατά των Καταλανών· ο γιος του, που ονομαζόταν Γκοτιέ όπως και εκείνος, προσπάθησε το 1336, να κατακτήσει ξανά το δουκάτο της οικογένειάς του, αλλά μάταια, και θέλησε αργότερα ν΄ αποζημιωθεί αρπάζοντας τη φεουδαρχία της Φλωρεντίας. Πέθανε στο Πουατιέ χωρίς να  έχει αφήσει διάδοχο.

Η Ισαβέλλα, η αδερφή του, άφησε αντιθέτως έξι παιδιά με το σύζυγό της Γκοτιέ ντ΄Ανγκιέν.  Ο ένας πήρε τον τίτλο του Δούκα της Αθήνας, ένας άλλος πήγε και κατέκτησε την κομητεία του Λέτσε στην Ιταλία· ο τελευταίος, ονόματι Γκι ντ΄ Ανγκιέν, πήγε να βρει την τύχη του στην Ελλάδα, και κατάφερε να εγκατασταθεί στη φεουδαρχία του Ναυπλίου και του Άργους.  Ο Γκι ντ΄ Ανγκιέν απέκτησε μόνο μια κόρη, τη Μαρία, που άφησε, όπως το είπα πιο πάνω, ως κληρονόμο των δυο αυτών ισχυρών φεουδαρχιών.  Η Μαρία παντρεύτηκε έναν ευγενή βενετό, τον Πέτρο Κορνάρο, που πέθανε πριν προλάβει ν΄ αποκτήσει παιδιά.  Οι βενετοί εποφθαλμιούσαν εδώ και καιρό το Ναύπλιο. 

Το έτος 1388, την 2α  Σεπτεμβρίου, για να αποτρέψουν, δήθεν, τα φεουδαρχία να πέσουν στα χέρια είτε των Τούρκων, είτε των Ελλήνων, οι οποίοι τα εποφθαλμιούσαν, σε βάρος της Μαρίας ντ΄ Ανγκιέν, της τα αγόρασαν με αντίτιμο ένα ετήσιο εισόδημα ύψους πεντακοσίων χρυσών δουκάτων.  Από τη μεριά της, η Μαρία ντ΄ Ανγκιέν υποσχέθηκε να μην παντρευτεί ξανά, τόσο με ευγενή βενετό όσο με οποιονδήποτε άλλον.  Αλλά ο Νέριο Ατσιαγιουόλι, άρχοντας της Κορινθίας, αντιστάθηκε με επιτυχία στην κατάκτηση από του Βενετούς, και πήρε το Άργος και το Ναύπλιο στα χέρια του.  Αφού χρίστηκε Δούκας της Αθήνας το 1394, συνέταξε την διαθήκη του στο τέλος εκείνης της χρονιάς· βρίσκουμε σ΄ αυτή κάποιους όρους που αφορούν το Άργος και το Ναύπλιο:

  « Θέλουμε, λέει, ο χρυσός σταυρός διακοσμημένος με  σμαράγδια και άλλες πολύτιμες πέτρες, να δοθεί, για τη σωτηρία της ψυχής μας, στον Επίσκοπο του Άργους.

 Θέλουμε να δοθούν στον Αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους τα διακόσια πενήντα χρυσά δουκάτα που παρακρατήσαμε από τα έσοδα της εκκλησίας της Αθήνας τη χρονιά που ο εν λόγω Επίσκοπος ήταν βικάριος της εκκλησίας της Αθήνας.

 Θέλουμε και διατάζουμε στο Νάπολι ντι Ρομάνια να κατασκευαστεί ένα νοσοκομείο για τους φτωχούς, και κληροδοτούμε σ΄ αυτό το νοσοκομείο όλα τα κινητά και ακίνητα του Άργους για την κατασκευή του εν λόγω νοσοκομείου· εκτός από 100 … το χρόνο που θα πρέπει να δοθούν στην εκκλησία του Άργους ώστε να γίνεται κάθε Δευτέρα μια νεκρώσιμη ακολουθία (ρέκβιεμ) για την ψυχή μας.

 Θέλουμε αυτό το νοσοκομείο να κατασκευαστεί και να διοικείται από τους κληρονόμους μας, από τους αξιωματικούς του Άργους και του Ναυπλίου και από τον αιδεσιμότατο Επίσκοπο του Άργους, και ό, τι από τα τρία τέταρτα αυτών των διοικητών θα αποφασίζουν να γίνεται.

 Θέλουμε ο εν λόγω Επίσκοπος του Άργους να πάρει τη διοίκηση του μοναστηρίου μας με τις μοναχές του Ναυπλίου και να μπορεί να τοποθετεί και να μεταθέτει την ηγουμένη και τις άλλες επικεφαλείς αυτού του μοναστηριού, όπως καλύτερα θα του φαίνεται · όμως οτιδήποτε θα πρέπει να πληρώσει το εν λόγω μοναστήρι θα το πληρώνει στο εν λόγω νοσοκομείο και όχι σε άλλα.»

Κατά τη διάρκεια που ο Νέριο Ατσιαγιουόλι ήταν, το 1394, κρατούμενος των Γασκώνων και Καταλανών της Αθήνας, ένας εκ των γαμπρών του, ο Κάρολος Τόκκο, κόμης της Κεφαλονιάς και δεσπότης της Άρτας, άρπαξε αυτά τα δυο φεουδαρχία που απαιτούσαν μάταια οι Βενετοί. Η Βενετία ωστόσο κατέκτησε το Ναύπλιο στα πρώτα χρόνια του δέκατου πέμπτου αιώνα, αλλά το έχασε μετά τη μάχη του 1538. Ο Μοροσίνι την κατέκτησε ξανά μαζί με όλη τη Μορέα το 1586.  Οι Βενετοί την έχασαν πάλι τον Ιούλιο του 1714.

Κατά τη διάρκεια της κατάκτησή τους, κατασκεύασαν πάνω σ΄ ένα βράχο μεμονωμένο ανάμεσα στα νερά, απέναντι από το λιμάνι του Ναυπλίου, ένα τρίτο κάστρο, με σκοπό την προστασία της πόλης, με την οποία συνδεόταν μ΄ έναν λιμενοβραχίονα και του έδωσαν το όνομα, φρούριο του Περάσματος.  Πάνω σ΄ αυτό το βράχο και σ΄ ό, τι είχε απομείνει από αυτό το κάστρο έκτισαν οι Τούρκοι το κάστρο Μπούρτζι για την είσπραξη των διοδίων.  Βλέπουμε ακόμα, στο σημείο της θάλασσας με το μικρότερο βάθος, απομεινάρια των πιλοτών που συνέδεαν παλιά αυτό το κάστρο με την πόλη.  Πάνω στην πύλη της πόλης που βρίσκεται πλησιέστερα του κάστρου, υψώνεται επίσης το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, σκαλισμένο πάνω σ΄ ένα θυρεό και δίπλα του, βρίσκονται δύο οικόσημα βενετικών οικογενειών, με το σκούφο του δουκάτου ως έμβλημα.

Διαβάζουμε ακόμα την ακόλουθη επιγραφή:

 

POST URBES ARCESQUE EXPUGNATAS VALIDEQUE MUNITAS

POST SEXIES FUGATOS HOSTES, HOC REGNUM PATRIAE RESTITUIT

FRANCISCUS MAURECENUS C. SUPus  ARMus MODERATOR,

ET ALEXANDER BONO, MAXIME TRIREMIS GUBERNATOR,

HOC AETERNITATIS MONUMENTUM POSUIT.

A. D. MDCLXXXVII.

 

Πάνω σε κομμάτια από τα τείχη που οδηγούσαν από εκεί προς το Παλαμήδι, βλέπουμε άλλα οικόσημα σκαλισμένα στο μάρμαρο με το φράγκικο έμβλημα.  Άλλα δυο μνημεία της τελευταίας εποχής της βενετικής κατοχής στέκονται ακόμα.  Το ένα είναι ένα μεγάλο και όμορφο κτίριο που χρησιμοποιείται σήμερα ως στρατώνας και είναι τοποθετημένο στο κάτω μέρος του παλιού Ελληνικού κάστρου·  περιείχε παλαιά όλα τα γραφεία και μαγαζιά της βενέτικης κυβερνήσεως. 

Το άλλο είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,  που είναι καθόλα βενετική ως προς την αρχιτεκτονική και τις διακοσμήσεις.  Οι καμάρες των θόλων είναι επικαλυμμένες με τοιχογραφίες στον ιταλικό ρυθμό του τέλους του δέκατου έβδομου αιώνα, και μερικές από αυτές τις τοιχογραφίες είναι αρκετά μέτριες.  Στην είσοδο πάνω από το κλίτος, σε ένα φαρδύ κομμάτι τοίχου που δεσπόζει ανάμεσα στις δυο στήλες, βρίσκεται μια κόπια αρκετά καλή, επίσης τοιχογραφία, του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Στο μεγάλο θόλο του κέντρου είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός· στις τέσσερες γωνίες είναι οι τέσσερεις ευαγγελιστές με τα ζώα που χρησιμοποιούν ως έμβλημά τους, όλο αυτό ζωγραφισμένο με τρόπο αρκετά ευρύ και όχι με τα κλισέ που χρησιμοποιούσαν για πολλούς αιώνες οι Έλληνες ζωγράφοι για τους πίνακες των εκκλησιών τους.  Οι ζωγραφιές των θόλων είναι μυστικιστικές.  Αφθονούν εκεί τα φτερά των χερουβείμ και τους βλέπουμε μαζεμένους γύρω από το μυστικό κηροπήγιο.

Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που γκρεμίστηκε την εποχή του Καποδίστρια για ν΄ ανοίξει ο μεγάλος δρόμος, βρισκόταν η ακόλουθη επιγραφή:

 

FRANCISCO GRIMANO

SUPREMO CLASSIS MODERATORI,

QUI URBEM EXTRA MUXIMENTIS FIRMAVIT,

INTUS HAC CONSILII EDE EXORNAVIT,

ANNONA PROVIDIT,

LECIBUS ORDINAVIT,

NAUPLIA VOVET.

ANNO DOMINI MDCCVIII.

 

Από το Ναύπλιο, θα έκανα μια εκδρομή με άλογο στο λιμάνι του Τολού, όπου οι Ενετοί είχαν εγκαταστήσει το οπλοστάσιο τους και την αποθήκη κατασκευής τους. Πολλά από τα πολεμικά τους πλοία βυθίστηκαν από τους Τούρκους όταν ξαναπήραν το Μοριά στα χέρια τους το 1715. Δεν είχε παραμείνει σ’ αυτό τον τόπο κανένα ίχνος αρχαίας κατασκευής, εκτός εάν υπάρχουν τα ερείπια ενός Ελληνικού παλατιού στο βουνό μπροστά στο λιμάνι του Τολού. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρείχε καλλιεργήσιμα εδάφη σε κάποιους μετανάστες από την Κρήτη, δίνοντας τους κάποια χρήματα για να κτίσουν και κάποια σιτηρά για να σπείρουν.

Πενήντα οικογένειες έχουν εγκατασταθεί εκεί και τα σπίτια τους περιβάλλονται απ’ όλες τις πλευρές από ωραία δέντρα λεμονιάς δημιουργώντας ένα μικρό χωριό τοποθετημένο στην άκρη της θάλασσας. Τη στιγμή που το επισκέφτηκα δεν κατοικούνταν πλέον, παρά μόνο από γυναίκες. Όλοι οι άνδρες είχαν φύγει κρυφά για να πολεμήσουν στην Κρήτη.

Έμεινα κατά τη διάρκεια των στιγμών της μεγάλης ζέστης καθισμένος κάτω από τις λεμονιές, απολαμβάνοντας το φρέσκο αέρα της θάλασσας, και γυρνούσα στο Ναύπλιο πριν το δειλινό διότι ο Κυβερνήτης Almeide φρόντιζε να κλείνουν οι πόρτες στις 8 το βράδυ, όπως μέσα σε μια πόλη η οποία οχυρώνεται για τις επιθέσεις των εχθρών. Στρατιωτική προφύλαξη άχρηστη και δυσάρεστη για όλους τους κατοίκους και για μικρό αριθμό ξένων που φτάνουν εκεί.

  

Μετάφραση από τα γαλλικά: Κυπαρισσία Ηλιοπούλου

  

Πηγή

  •  Buchon, J. A. C. (Jean Alexandre C.), « La Grece continentale et la Moree 1840-1841», Paris, 1843.

 

 

Read Full Post »

Θέα Επιδαύρου – Βασίλη Καββαθά

 


 

Κι έτσι πορεύτηκα, μ’ ένα λάβαρο αυτοσχέδιο…

 

Εξώφυλλο: Η Κατίνα Παξινού στο θέατρο της Επιδαύρου, Ιούνιος 1955.

Εξώφυλλο: Η Κατίνα Παξινού στο θέατρο της Επιδαύρου, Ιούνιος 1955.

Ύστερα από την πολύχρονη πορεία του στο χώρο της δημοσιογραφίας, και όχι μόνο, ο Βασίλης Καββαθάς «γυρίζει» στην λατρεμένη πατρώα γη, (πότε αλήθεια έφυγε;) φορτωμένος με γνώσεις εμπειρίες κι αναμνήσεις. Πολλές αναμνήσεις. Τελικά, αλλοίμονο σ’ αυτόν που κάποια στιγμή διαπιστώνει, γυρίζοντας προς τα πίσω, ότι δεν έχει αναμνήσεις. Ότι το ταξίδι που διάλεξε να κάνει ήταν ένα ταξίδι στο κενό, στο τίποτα. Ο Βασίλης Καββαθάς όμως, μας δηλώνει στο τελευταίο του πόνημα ΘΕΑ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ Βίος Επιδαύριος, ανεόρταστος* που αφιερώνει στην αδελφή του Αγγελική, ότι:

«Γύρισα στην δική μου Ιθάκη – αφού έκανα το ταξίδι, είδα (οίδα) όσα η Οδύσσεια προδιαγράφει- όλα τα τέρατα, τα συνάντησα- και την Σκύλα και την Χάρυβδη και τους Κύκλωπες…Με την βοήθεια του Ερμή, μάλιστα, που μου προμήθευσε το Μώλυ- κατάφερα να συμβιώσω με την Κίρκη, που ως γνωστόν είχε κάνει όλους τους συντρόφους μου γουρούνια …… Με λίγα λόγια είπα “ τέρμα οι περιπλανήσεις”, εγκατέλειψα τα κάθε λογής, “χοιροστάσια”, κι ήρθα κι άραξα οριστικά σ’ ένα τόπο όπου, κατά τον ελληνοκεντρικό Γκαίτε, “μπορώ να σκεφτώ μέχρι εξαντλήσεως” ».

Ιούνιος 1959. Τότε που  τα επιβατικά σκάφη «Νεράιδα» και «Αίγινα» φέρνανε τους «προσκυνητές», τα μέλη της Περιηγητικής Λέσχης.

Ιούνιος 1959. Τότε που τα επιβατικά σκάφη «Νεράιδα» και «Αίγινα» φέρνανε τους «προσκυνητές», τα μέλη της Περιηγητικής Λέσχης.

Εμείς θα συμπληρώναμε. Και να αναπολήσεις. Να θυμηθείς – καθισμένος στις «πέτρες» που εσύ κι ο πατέρας σου κάποτε κουβαλήσατε – την μυρωδιά του μελανιού στα τυπογραφεία, το κράμα των ανθρώπων που βιαστικά ανάμεσά τους πέρασες – συνήθως χτυπώντας τους στον ώμο – για να προλάβεις ένα ρεπορτάζ, την θεϊκή ικανοποίηση της τελευταίας πινελιάς στον πίνακα που μόλις τέλειωσες, την απαλή αίσθηση στα δάχτυλα όταν καθάριζες τα πινέλα σου, την πίεση στον δείκτη όταν πάταγες το κάθετο κουμπί της μηχανής για ν’ ακούσεις το μαγικό κλίκ, κλείνοντας σ’ ένα τετραγωνάκι τον κόσμο ολόκληρο.

Οι θεατές καθ’ οδόν για το θέατρο.

Οι θεατές καθ’ οδόν για το θέατρο.

Ο Καββαθάς σ’ αυτό το « άλμπουμ», φύλλα τέχνης τα λέει, συνταιριάζει την εικόνα με το κείμενο – λεζάντα το γράφει- κι επιχειρεί να μας ξεναγήσει στην Αρχαία Επίδαυρο όπου « εκεί είδε το πρώτον φως του ήλιου».

Στην ουσία, χρησιμοποιώντας τις φωτογραφίες και τα μικρά κείμενα ως άλλοθι, μας προσκαλεί να συνοδοιπορήσουμε – ξυπόλυτοι, σαν την μαντιλοφορούσα με την ρόκα-  στην ψυχή του. Μας εξομολογείται. Κι ύστερα από 34 σελίδες μας ομολογεί. «Τούτο εστί το αίμα μου».

Γιώργος Μούτσιος, Μάνος Χατζιδάκης, Νανά Μούσχουρη.

Γιώργος Μούτσιος, Μάνος Χατζιδάκης, Νανά Μούσχουρη.

Δεν είναι εύκολο να γράψεις για το καινούργιο βιβλίο του Καββαθά. Δεν είναι εύκολο να συμπεριλάβεις όσα εκείνος έγραψε, σε μια σελίδα. Ούτε να επιλέξεις μπορείς. Γράφοντας για ένα, παραλείπεις ένα άλλο, ίσως πιο σημαντικό.

Κλείνουμε με ότι εκείνος έγραψε στην 41η σελίδα του βιβλίου του.

Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε:

« Μία παιδική ανάμνηση αρκεί για να σωθείτε…»

 Εγώ λέω:  Μια παιδική ανάμνηση αρκεί για να σας σημαδέψει, να σας …

καταστρέψει ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή σας …

 

*Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που κατά τον Δάντη « έζησαν θεληματικά εις την λύπην». Εξ ου και το πόνημά μου: « Δεν αντέχω να σας βλέπω τόσο πολύ-μα τόσο πολύ-ευτυχισμένους!».

 

 

Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

 

 

Το Βιβλίο τυπώθηκε σε 300 αντίτυπα εκ των οποίων τα 100 αριθμημένα, σε συλλεκτική μορφή, για λογαριασμό του Συγγραφέα Βασίλη Καββαθά από τις εκδόσεις « ΠΑΡΑΛΟΣ» τον Ιούνιο του 2009. Μπορείτε να το προμηθευτείτε τηλεφωνώντας στις Εκδόσεις Πάραλος 210-3827314 ή στο 27510- 61315.

  

«Τίγκα» το θέατρο τον Ιούλιο του 1956.

«Τίγκα» το θέατρο τον Ιούλιο του 1956.

 

Παρουσίαση:

Τσάγκος Αναστάσιος

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Κολίνος – Κωνσταντίνος (1810-1848)


 

Το 1810, στη Ζάκυνθο όπου ζούσαν, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η γυναίκα του Αικατερίνη Καρούσου, αποκτούν το τρίτο τους παιδί, τον Κωνσταντίνο. Ήταν η δύσκολη εποχή που οι σκληροί διωγμοί των Τούρκων  ανάγκασαν τον Γέρο του Μοριά να μεταφέρει την οικογένειά του στην Ζάκυνθο. Εδώ, ο Κωνσταντίνος μαθαίνει τα πρώτα γράμματα από την φιλόξενη οικογένεια Ρώμα που φροντίζει και υποστηρίζει όλες εκείνες τις οικογένειες των αγωνιστών που καταδιωγμένοι ζητούν άσυλο και προστασία στα Επτάνησα.

Την προσωνυμία Κολίνος, του την κληροδότησαν κάποιοι αριστοκρατικοί κύκλοι του νησιού που συνήθως μιλούσαν Ιταλικά. Προφανώς, προέρχεται από την συγκοπή της γνωστής λέξης πικολίνο. ( Μικρό).

Ο Κολίνος είναι προκομμένο και ευγενικό παιδί. Ανατρέφεται και μορφώνεται από τους προστάτες του με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα. Το 1823 όμως αφήνει την Ζάκυνθο και ακολουθεί την οικογένειά του στην Πελοπόννησο.

Όταν το 1824 δολοφονείται  ο μεγάλος αδελφός του Πάνος,* μετά από εντολή του Πατέρα του, αναλαμβάνει την αρχηγία του στρατιωτικού σώματος, που διοικούσε μέχρι τότε ο Πάνος. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών.  Το 1825, όταν ο εχθρός καίει την Πελοπόννησο, ο Κολίνος διακρίνεται για τις αρετές και τις ικανότητές του, ως Φρούραρχος της Τριπολιτσάς. Μετά την άλωση κι ενώ η οικογένεια του Κολοκοτρώνη αποτραβιέται στα ορεινότερα του Μοριά, ο Κολίνος κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό του Φαβιέρου και σε λίγο,  προάγεται σε αξιωματικό του ιππικού.

Το 1826 πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου για τρία χρόνια αφιερώνεται στη μελέτη της Ελληνικής, Ιταλικής και Γαλλικής γραμματολογίας. Μετά ταξιδεύει στο Παρίσι και σπουδάζει  νομικά, για τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα είναι και υπασπιστής το βασιλιά Λουδοβίκου Φίλιππου.

Το  1836 ξαναγυρίζει στο Μοριά. Το  1836 διορίζεται ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το  1838 Γραμματέας του Συμβουλίου Επικρατείας. Το  1839 εκλέγεται Πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου της Γορτυνίας.

Το 1843 παντρεύεται την Ραλλού Καρατζά, εγγονή από την Μητέρα της, του  Υψηλάντη και αποκτά 4 παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Την ίδια χρονιά εκλέγεται πληρεξούσιος Γορτυνίας και τον άλλο χρόνο βουλευτής, όπου ψηφίζεται αντιπρόεδρος της Βουλής. Το 1847 διορίζεται Υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ εξακολουθεί να εκλέγεται βουλευτής. Το 1848 διορίζεται Υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1848, σε ηλικία 38 μόλις ετών, απεβίωσε.

  

Υποσημείωση


 * Δολοφονήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1824 στο χωριό Θάνα της Τρίπολης από τους κυβερνητικούς και το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνολογικό Μουσείο. Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

 

Πηγή

  •    Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους  και Νικόλαος ο Μυστικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 5η Μαΐου 1964 υπό του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, Γραμματέως  της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Σήμερον και πάλιν η χάρις του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, του θαυματουργού, πάντας ημάς συνήγαγεν εις τον σεπτόν τούτον χώρον «του υμνήσαι και φαιδρώς πανηγυρίσαι τον φρουρόν και προστάτην Αργείων, Αργολίδος πάσης τον αντιλήπτορα» της Βασιλίδος των πόλεων τον ευκλεή γόνον, των Ιεραρχών την καλλονήν, της Ορθοδοξίας τον απροσμάχητον – τον υπέρμαχον, των Ορθοδόξων το στήριγμα, της Εκκλησίας τον φωστήρα, των οσίων το εγκαλλώπισμα, της Οικουμένης  πάσης το μέγα κειμήλιον.

Εκ προοιμίου ευχαριστώ και συγχαίρω το έντιμον Διοικητικόν Συμβούλιον του έξοχου φιλολογικού Συλλόγου της πόλεως μας « ο Δαναός». Ευχαριστώ δια την ευγενή τούτου πρόσκλησιν, όπως κατά την εύσημον ταύτην ώραν της κυρίας εορτής Αυτού, καταλάβω το βήμα τούτο, συγχαίρω δε δια το παντοίον ευεργετικόν έργον αυτού, εν οίς και το της προβολής της προσωπικότητος του Προστάτου Αγίου της πόλεως μας, ύφ’ ου την σκέπην από της συστάσεως του, έχει τεθή ο Σύλλογος.

Εισερχόμενος ευθύς εις το θέμα μου, το οποίον φέρει τον τίτλον « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και Νικόλαος ο Μυστικός — Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», δια του οποίου θέλει επιδιωχθή να αποκαλυφθή μία επί πλέον πτυχή εκ της όλης ζωής του Αγίου μας και μάλιστα πτυχή λίαν σημαντική, ζητώ εξ αρχής συγγνώμην εάν δεν θα περιορισθώ απολύτως εις το θέμα  τούτο, προκειμένου νέα στοιχεία, λίαν ενδιαφέροντα ελθόντα εις φως έπ’ έσχατων, περί της ζωής του Αγίου, να τεθώσιν ύπ’ όψιν υμών, πράγμα το όποιον γνωρίζω πόσον θα ικανοποιήση και υμάς τους δικαίως τιμώντας τον Προστάτην ημών.

Τούτων έλαβον γνώσιν, υπό του Αγίου ασφαλώς οδηγούμενος, ως Εξής:

Ο Πολιούχος ημών, ως γνωρίζουν οι ασχοληθέντες με τον βίον αυτού, μετέσχε μιας τοπικής Συνόδου, εις Κωνσταντινούπολιν υπό τον Πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν το 920  μ.Χ. 

Περί της Συνόδου ταύτης και των λαβόντων χώραν κατ’ αυτήν παρεκλήθην παρά του Διοικητικού  Συμβουλίου του Συλλόγου, όπως γίνη λόγος κατά την σημερινήν εορτήν. Εν τη προσπάθεια μου λοιπόν προς ανεύρεσιν στοιχείων περί της συνόδου ταύτης, πληροφορηθείς σχετικώς, επικοινώνησα μετά του αιδ. Ιερέως Γρηγ. Νόβακ, ιδιαίτερα ασχολουμένου με την προσωπικότητα του Αγίου ημών.

Ούτος ανήκει εις το Τάγμα των Ασσομψιονιστών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλος δε του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών εδρεύοντος εις Παρισίους, ασχολείται ειδικώς με την Βυζαντινήν αγιολογίαν, δι’ ο και η ενασχόλησίς του με τον Άγιον Πέτρον, άγιον της Βυζαντινής εποχής. 

Η επαφή μου μετά του διασήμου τούτου Βυζαντινοαγιολόγου απέβλεπεν εις διαλεύκανσιν ωρισμένων σημείων περί της αναφερθείσης I. Συνόδου. Κατ’  αυτήν  όμως  εβεβαιώθην  ότι  κατέχει το όλον θέμα « Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους», όσον ουδείς έτερος μέχρι σήμερον.

Περιήλθεν ούτος άχρι τούδε πολλάς βιβλιοθήκας και εμελέτησεν πολλούς κώδικας εν τη επιδιώξει ευρέσεως στοιχείων  περί των αγίων της Βυζαντινής Εποχής και προκειμένου περί του Αγίου ημών ανεύρε νέα στοιχεία όντως σημαντικά.  

Προτού όμως ομιλήσω περί τούτων, πρέπει να υπομνήσω ότι τα όσα μέχρι τούδε εγνωρίζαμεν περί του Πολιούχου ημών, τα οποία και περιλαμβάνονται εις την εξαιρετικήν σχετικήν μελέτην του αειμνήστου Χρήστου Παπαοικονόμου, προήρχοντο εκ των εξής πηγών:

 1.    Εκ της παλαιάς ασματικής φυλλάδας, ην εύρων εν χειρογράφω, σεσαθρωμένην εξέδωκε τύποις το 1727 ο Αργείος Γεώργιος Μάρκος, ο Ζωγράφος επανεξέδωκε δε μετά προσθηκών και βελτιώσεων ο αείμνηστος Μητροπολίτης Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας το 1870 εν Αθήναις.

 2.    Εκ του ευρεθέντος Κώδικος εις το Βατικανόν το 1893 υπό του υποβιβλιοφύλακος της Βιβλιοθήκης GIUSEPPE COZZA – LUZI εις ον περιείχετο εγκώμιον προς τον Άγιον.

 3.    Εκ της πραγματείας, ην επί τη βάσει του ανευρεθέντος ως άνω κώδικος και άλλως στοιχείων αποσταλλέντων αυτώ εξ Άργους, εξέδωκεν ο Διευθυντής του εν Ρώμη Ελληνικού Κολλεγίου το 1899 Ρ. ENRICO RICKENBACH, υπό τον τίτλον «STORIA E SCRITI DI S, PIETRO D’ ARGO.

 4.    Εκ κωδίκων ανερευθέντων εν Μεσσήνη της Ιταλίας και το Βατικανόν, εις ους περιέχονται οι τέσσαρες λόγοι του Αγίου, δύο εις την Αγίαν Άνναν,  εις τους Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν και εις τον Άγιον Αθανάσιον, Επίσκοπον Μεθώνης.

Ταύτα πάντα συνέλεξεν, ως γνωστόν ο αείμνηστος ιδρυτής του Συλλόγου, ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμου έκδούς το 1908 μετά συντόμου ιστορίας της εκκλησίας Άργους το περισπούδαστον βιβλίον του «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός».

Ότι λοιπόν εγνωρίζαμεν μέχρι τούδε  περί του Αγίου μας, προήρχετο εκ των πηγών αυτών. Ήδη ο εν λόγω Βυζαντινοαγιολόγος κληρικός, μετά από πολυετείς συνεχείς έρευνας πληροφορεί, ότι, υπάρχουν αι άλλοι κώδικες  αναφερόμενοι εις τον Άγιον Πέτρον, και ότι τους κώδικας (αυτούς εμελέτησεν ο ίδιος λαβών μάλιστα και φωτογραφίας των σχετικών σελίδων των κωδίκων.  Εις την πρώτην συνάντησιν, την οποίαν  είχομεν  μετά του εν λόγω κληρικού, ήκουσα παρ’ αυτού  τας  σημαντικάς ταύτας, δια τον Άγιον μας ανακοινώσεις του, εζήτησα δε, όπως έχη την καλωσύνην και εις νεωτέραν επαφήν μας έχη τας φωτογραφίας των κειμένων, των κωδίκων δηλαδή, ώστε να λάβω ιδίαν πείραν των νέων στοιχείων δια να υπάρξω και κατηγορηματικός εις ότι σήμερον θα έλεγον.

Και ο π. Νόβακ μου ικανοποίησε το αίτημα. Ούτω λοιπόν, αγαπητοί μου, εκτός των όσων περί του Αγίου μας εγνωρίζαμεν, ήδη λαμβάνομεν γνώσιν ότι :

 1.    Εις την Αμβροσιανήν βιβλιοθήκην του Μιλάνου φυλάσσεται κώδιξ του ΙΔ’ αιώνος, εντός του οποίου είναι καταγεγραμμένον το εγκώμιον προς τον Άγιον, το οποίον περιέχεται και εις τον μνημονευθέντα ανωτέρω κώδικα του Βατικανού, το οποίον εγκώμιον έχει περιληφθή και εις την μελέτην  του Παπαοικονόμου ανεπίγραφον. Εις τον κώδικα τούτον και συγκεκριμένως   εις   τον   χώρον προ του εν λόγω εγκωμίου  έχει καταχωρισθή επίγραμμα του μαθητού και διαδόχου του Αγίου εις τον θρόνον του Άργους, επισκόπου Ιωάννου, το οποίον συνέταξε επί τη καταθέσει, υπ’ αυτού, Ιεράς εικόνος, του Αγίου εις Ιερόν ναόν.

Εκ του επιγράμματος τούτου σαφώς πληροφορούμεθα ότι διάδοχος του Αγίου Πέτρου εις τον θρόνον του Άργους δεν εγένετο ως άχρι τούδε επιστεύετο ο Επίσκοπος Κωνσταντίνος καθ’ όσον υπήρξεν ούτος προκάτοχος αυτού.

 2.    Επίσης πληροφορούμεθα ότι εις τον κώδικα υπ’ αρ. 278, φυλασσόμενον εν τη Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, αντιγραφής 14ου αιώνος από του  φύλλου  286 περιέχεται  το αυτό, γνωστόν, προς τον Άγιον εγκώμιον με τον τίτλον «Θεοδώρου  ελαχίστου  Μητροπολίτου Νικαίας»,   εις τον εν Αγίοις  Πατέρα   ημών και θαυματουργόν Πέτρον επίσκοπον Άργους».

 3.    Ομοίως ότι εις κώδικα υπ’ αριθ. 2734, φυλασσόμενον εν τη αυτή Εθν. Βιβλιοθήκη, αντιγραφής ομοίως του 14ου αιώνος, από του φύλλου 238 Α – 247 Β περιέχεται λόγος του Αγίου εις τον  Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, άγνωστος μέχρι τούδε.

 4.    Ομοίως ότι εις κώδικα, του Βου αιώνος φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Μεγίστης  Λαύρας — Αγ. Όρους  περιέχεται ο αυτός ως άνω λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 5.    Τέλος ότι εις κώδικα φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Αγ. Ιωάννου του θεολόγου – υψηλού   Λέσβου περιέχονται δύο ομιλίαι  του   Αγίου Πέτρου, μία εις την Μεγαλομάρτυρα  Βαρβάραν,   ανεπίγραφον και σημείωσιν εις  το άνω μέρος του φύλλου του χειρογράφου Πέτρ. — Αργ. και μίαν  εις  τα  Εισόδια της Θεοτόκου.

Μετά τας ανωτέρω πληροφορίας και καίτοι  ο  π. Νόβακ, ως  και  ανωτέρω μοι επέδειξεν  εν  φωτοτυπία όλας τας σελίδας των χειρογράφων των ανωτέρω κειμένων, ησθάνθην  εσωτερικήν ανάγκην  να  επισκεφθώ  την   Εθνικήν Βιβλιοθήκην και να ίδω, ιδίοις όμμασι,  τα χειρόγραφα.  Εις  το τμήμα χειρογράφων της Εθν. Βιβλιοθήκης υπηρετεί  ο  εξαίρετος και σεβαστός  κ.   Ανδρέας Αθανασόπουλος, ο κατάλληλος άνθρωπος δια την θέσιν, την οποίαν κατέχει,  πλούτος   γνώσεων, όστις με διηυκόλυνε τα μέγιστα   εις  την  επιδίωξίν μου, ειπών μοι μάλιστα ότι ανεζήτει αρμόδιον, δια να ανακοινώση τα όσα περί του Αγίου, εκ των εν τη βιβλιοθήκη χειρογράφων προσφέρονται.

Εΐδα τους δύο κώδικας, τον μεν με το προς τον Άγιον εγκώμιον, τον δε με την ομιλίαν εις τον θείον Εύαγγελισμόν. Εφωτογράφησα ευθύς τας πρώτας σελίδας εκατέρου τούτων, των ενδιαφερόντων ημάς κειμένων και ήδη ενώπιον ημών πρόκεινται τα τεκμήρια. Οι δύο ούτοι κώδικες, ως ο κ. Αθανασόπουλος πληροφορεί, προέρχονται ο μεν μετά του εγκωμίου εκ της Ι. Μονής Δουσίκου – Τρικάλλων Θεσσαλίας, ο δε μετά τας ομιλίας εις τον Ευαγγελισμόν εκ Καστοριάς.

Εκ των ανευρεθέντων τούτων κωδίκων και εξ άλλων στοιχείων, ως επιστολαί του Μητροπολίτου Νικαίας Θεοδώρου προς διάφορα πρόσωπα, η προσωπικότης του Αγίου μας, γίνεται περισσότερον γνωστή εις τα έξης σημεία:

 Ο ακαθόριστος άχρι τούδε χρόνος γεννήσεως και θανάτου του καθορίζονται. Και είναι πλέον βέβαιον ότι εγεννή0η το 852, εξεδήμησεν δε εις Κύριον το 922 η το 921.

 Καθορίζεται ότι εγκωμιαστής του Αγίου είναι ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, όστις υπήρξε μαθητής αυτού, ευεργετηθείς τα μάλα παρ’ αυτού και χειροτονηθείς υπό του ιδίου εις πρεσβύτερον. Τόσω το προς τον Άγιον εγκώμιον όσω και επιστολαί του Θεοδώρου καθιστούν το πράγμα λίαν σαφές. Τούτο διασαφηνίζει πλέον την άχρι τούδε ασάφειαν ότι «ενδεχομένως», εγκωμιαστής του Αγίου υπήρξεν ο Επίσκοπος Άργους Κωνσταντίνος.

Καθορίζεται ότι εις την σειράν των 33 Επισκόπων Άργους, την εις το χειρόγραφον του Σακελλίωνος υπάρχουσαν, ο Άγιος Πέτρος είναι  ο τέταρτος  της  σειράς  και ουχί  ό   πρώτος.   Άρα  ο Κωνσταντίνος υπήρξε προκάτοχος και ουχί  διάδοχος του Αγίου.  Διάδοχος του Αγίου  υπήρξεν   ο  Ιωάννης.   

Καθορίζεται ότι το υπό του COZZA -LUZΙ ευρεθέν χειρόγραφον είναι του ΙΙου αιώνος, πράγμα το οποίον  μας οδηγεί ότι το πρωτότυπον δέον να αναχθή εις  τα  τέλη  του 10ου αιώνος, δηλαδή ολίγον μετά τον θάνατον του Αγίου.  Σημειώ ότι ο αείμνηστος Ν. Βέης εις μελέτην του, δέχεται ως χρόνον συγγραφής του προς τον Άγιον εγκωμίου   το  927, ήτοι πέντε έτη μετά τον θάνατόν του. Τα ήδη γνωστά στοιχεία συνηγορούν απολύτως  υπέρ   της   γνώμης ταύτης.  

 Έρχονται πλέον εις φως τρεις λόγοι του Αγίου, εκτός των άχρι τούδε γνωστών τεσσάρων.

Εκ της μεγάλης διαδόσεως των λόγων του Αγίου — έφ’ όσον ευρίσκονται   τόσα χειρόγραφα  με λόγους αυτού — τεκμαίρεται ότι πάσης εκτιμήσεως έχαιρεν  ο Άγιος και ως Άγιος και ως ρήτωρ παρά συμπάσης της εκκλησίας.

 Τέλος τα νέα αυτά ευρήματα μας δημιουργούν  την  βάσιμον ελπίδα ότι και άλλα χειρόγραφα θα έλθουν εις φως και νέα στοιχεία   και  νέοι  λόγοι του  Αγίου μας  θέλουσιν αποκαλυφθή,   δι’ ων  η αγία του προσωπικότης θέλει εντονώτερον προβληθή εις δόξαν Χριστού και της Αγίας μας εκκλησίας,   τιμήν δε   και  του Άργους, το οποίον  ηυλογήθη  δια τοιούτου   Επισκόπου  και Αγίου.

Ευχαριστίας, κατόπιν των ανωτέρω, καθομολογώ προς τον αιδ. π. Νόβακ, δι’ όσα με επληροφόρησεν και συγχαρητήρια δι’ όσα συμβάλλει προς προβολήν της προσωπικότητος του Αγίου μας. Ομοίως ευχαριστώ και τον κ. Ανδρέαν Αθανασόπουλον, δι’ όσα με διευκόλυνε κατά  την ερευνάν μου.

 Και ήδη εις το θέμα μας, περί Αγίου Πέτρου και Νικολάου Μυστικού.

 Εξ αρχής υποβάλλεται το ερώτημα, τις η σχέσις μεταξύ των δύο τούτων Μεγάλων Ιεραρχών; Απαντητικώς πληροφορούμεν, ότι, αμφότεροι εγεννήθησαν εις την αυτήν πόλιν, την Κωνσταντινούπολιν, και το αυτό έτος, το 852 μ. Χ. και ότι ανετράφησαν εν τη ιδία πόλει. Τη βασιλίδι των πόλεων. Το γεγονός τούτο μας παρέχει την άδειαν να δεχώμεθα, ότι από της μικράς των ηλικίας, οι δύο ούτοι άνδρες θα είχον γνωρισθή και ενδεχομένως εμαθήτευσαν εις τα αυτά σχολεία. Είναι εξ άλλου δεδομένον, ότι θείος έρως κατεπλημμύριζε τας καρδίας αμφοτέρων και ιεροί και Άγιοι πόθοι εις το να υπηρετήσουν την Αγίαν μας εκκλησίαν, κατεκυρίευον της όλης ζωής  και των δύο.

Ήτο δυνατόν λοιπόν, την αυτήν πόλιν οικούντες, συνομίληκοι όντες και υπό των ιδίων ιδανικών κατεχόμενοι, να έμενον ούτοι άγνωστοι μεταξύ των;

Ιστορικώς ότι εν προκειμένω γνωρίζομεν είναι, ότι, όταν, ενηλικιώθησαν, ο μεν Νικόλαος εισήλθεν εις την Αυτοκρατορικήν αυλήν και εγένετο Μυστικός Σύμβουλος Λέοντος του Σοφού, εξ ου και Μυστικός απεκλήθη, παρ’ ου και επαξίως ανεβιβάσθη το 898 εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ο δε ημέτερος Πέτρος μετά των γονέων του και των αδελφών του Παύλου, Διονυσίου, Πλάτωνος και της μοναδικής αδελφής του, εστράφηςαν προς την έρημον, εκλέξαντες την εν σώματι αγγελικήν πολιτείαν.

Εν σημείον εις το προς τον Άγιον, γνωστόν εγκώμιον μαρτυρεί την επιθυμίαν του  Νικολάου,   όπως ίδη τον Πέτρον ανερχόμενον εις το του Επισκόπου αξίωμα. Ιδού το σχετικόν κείμενον «τούτων απάντων» λέγει «πειθόμενος ο τότε Αρχιερεύς, Νικόλαος… ανήρ λόγιος και αυτός ουδ’ ήττον κατ’ αρετήν επαινούμενος… τον άνδρα της αρετής και λογιότητος αγασθείς, εβούλετο και δια σπουδής, ότι πλείστης είχεν αρχιερωσύνης τιμήσαι και τοις πρώτοις τον θρόνον εχκαθιδρύσαι». Δια των λόγων τούτων του εγκωμιαστού πληροφορούμεθα ότι μανθάνων ο Αρχιερεύς Νικόλαος, τα όσα περί της αγιότητος του Μοναχού Πέτρου διεδίδοντο ο οποίος, Νικόλαος, ήτο όπως και ο Πέτρος, ανήρ Λόγιος, χωρίς να επαινήται ολιγώτερον και δια την αρετήν του, και εκτιμήσας πρεπόντως τον άνδρα της αρετής και της λογιότητος, ήθελε και μάλιστα εβιάζετο να τιμήση τούτον δια της… Αρχιερωσύνης, εγκαθιστών Αυτόν Αρχιερέα, ενός των μεγαλυτέρων θρόνων της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Αυτά   πληροφορεί ο εγκωμιαστής. Αλλά  και την άρνησιν του Αγίου εις αποδοχήν της τιμής δεν αποσιωπά. ‘Ητο ακριβώς τότε, όπου την Αυτοκρατορίαν συνετάρασσε το γνωστόν θέμα του τετάρτου γάμου Λέοντος του Σοφού μετά  της Ζωής της Καρβανοψίνης, μεθ’ ης είχεν αποκτήσει εξώγαμον τέκνον, τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητον, ως η εκκλησιαστική ιστορία πληροφορεί. Ο Πατριάρχης Νικόλαος συγγενής και μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, υπό του πνεύματος εκείνου εμφορούμενος «τω Κυρίω δουλεύειν και μή   τοις   ανθρώποις   αρέσκειν βουλόμενος», όπου κατεπατείτο το θείον θέλημα, αφώρισε τον Λέοντα αφού δις  ηρνήθη εις αυτόν την επικοινωνίαν και αυτήν την εις τον Ιερόν Ναόν είσοδον, τον δε τελέσαντα τον παράνομον και αντικανονικόν τούτον γάμον, ιερέα θωμάν αφώρισε.

Τότε ακριβώς ο Νικόλαος εκάλει εις προαγωγήν τον ημέτερον Άγιον. Άλλ’ ούτος, ως ο εγκωμιαστής του σημειοί, το έπικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», δηλαδή φοβούμενος ότι θα έθετε την ψυχήν του εις κίνδυνον, αναλαμβάνων τας ευθύνας της αρχιερωσύνης, «και την ησυχίαν φιλών, προς δε και τοις τότε τελουμένοις απαρεσκόμενος», αγαπών δε την ησυχίαν και αποστρεφόμενος τα όσα εις την αυτοκρατορικήν αυλήν ελάμβανον χώραν, «ανένδοτος ην».

Και ο μεν Πέτρος ησύχαζε, καταφυγών εις Ι. Μονήν εις Κόρινθον, ο  δε Νικόλαος στερρώς  εχόμενος των όρκων του εισήρχετο εις περίοδον διωγμού και δοκιμασιών. Ούτως, ως πληροφορούμεθα εκ της εκκλησιαστικής  Ιστορίας,  ο Λέων ο Σοφός, ως εκ της στάσεως του Νικολάου, επεζήτησε   τήν συνδρομήν του   Επισκόπου   Ρώμης Σεργίου του Γ  όστις ατοπώτατα απέστειλεν   εις Κων)λιν εκπροσώπους του, οίτινες το 906  συνεκρότησαν εκείσε,   μόνοι  Σύνοδον, εν η τον μεν γάμον του Λέοντος ανεγνώρισαν ως κανονικόν, τον δε Νικόλαον καθήρεσαν   αναδείξαντες Πατριάρχην   Ευθύμιον τινα, ηγούμενον της Μονής ψαμαθίας.   Ο   Νικόλαος εις ουδεμίαν επικοινωνίαν ελθών μετά των εκπροσώπων  της  Ρώμης διέγραψεν εκ των  δίπτυχων της  Ορθοδόξου Εκκλησίας το  όνομα αυτού.   Αποθανόντος όμως το 912 μ. Χ. του  Λέοντος,   την  Αυτοκρατορίαν ανέλαβεν ο αδελφός αυτού Αλέξανδρος, ανηλίκου όντος του υιού του Κων)νου Πορφυρογέννητου. Ο Αλέξανδρος ευθύς ανεκάλεσεν εις τον θρόνον τον Νικόλαον, καθαιρεθέντος του Ευθυμίου και εγκλεισθέντος εις Μονήν. Επανελθών ο Νικόλαος και πάλιν στρέφει τα βλέμματα προς  τον εν Κορίνθω πλέον  Μοναχόν Πέτρον, ίνα καταστήση τούτον Αρχιερέα. Και ήδη επέτυχε τούτο κατόπιν της επιμονής τών  Αργείων και Ναυπλιέων και ο Πέτρος μετά πάντως το 912 ανεδείχθη αποφάσεις, εις τον τόμον τούτον, επαναλέγω, αναφέρεται ότι  της Συνόδου μετέσχον «αρχιερείς και ιερείς Επίσκοπος Άργους, αφού ήδη έδωκεν εαυτόν τύπον και υπογραμμόν του πως οι άξιοι δέον να φθάνουν εις τους Επισκοπικούς θρόνους.

 Εν τω μεταξύ και επειδή τη 919 ο Κων)νος ενηλικιώθη, πράγμα όπερ εδημιούργει πολλαπλά προβλήματα δια την Αυτοκρατορίαν, και επειδή η δημιουργηθείσα ρίξις μεταξύ των εκκλησιών Ρώμης και Κων)λεως απήρεσκεν εις τον ειρηνικόν κατά τα άλλα Πατριάρχην Νικόλαον, απεφάσισεν ούτος την σύγκλησιν εις Κων)λιν Ι. Συνόδου το 920. Ο Νικόλαος Μαλαξός — Πρωτοπαπάς Ναυπλίου πληροφορεί ότι  της Συνόδου ταύτης μετέσχε και ο ημέτερος, παρασχεθώσι πληροφορίαι σχετικώς με την εν λόγω Σύνοδον.

Εις τον τόμον της Συνόδου ταύτης, τόμον δε λέγοντες εννοούμεν το κείμενον το περιλαμβάνον τα κύρια θέματα, τα συζητηθέντα εν τη Συνόδω  και τας επ’ αυτών ληφθείσας, όσοι μη εαυτοίς αρέσκειν ηγάπησαν» δηλαδή Αρχιερείς και Ιερείς, οι οποίοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά εις το να υπηρετούν αληθώς τον Θεόν και την Εκκλησίαν. Και εκάλεσεν ο Νικόλαος μεταξύ των πρώτων τον Επίσκοπον Άργους Πέτρον, ευρισκόμενον εις την κορυφήν «των μη εαυτοίς αρέσκειν» αγαπησάντων. Είχεν εν ανάγκην τοιούτων Ιεραρχών! Η εκ της τετραγαμίας προηγηθείσα εις τη Αύτοκρατορίαν ταραχή και η φυγαδευθείσα ειρήνη μεταξύ των Εκκλησιών Ρώμης Κων)πόλεως ήσαν θέματα μέγιστα και έπρεπε να μελετηθούν παρ’ αγίων και νουνεχών Αρχιερέων, οίτινες να δώσουν την κατά θεόν συμφέρουσαν λύσιν.

 Και ο  Πέτρος αποδεχθείς την πρόσκλησιν μετέβη εις Βυζάντιον, ίνα προσφέρη υπέρ της Εκκλησίας του ότι εις περίπτωσιν εκείνην ήτο ενδεδειγμένον. Ηρνείτο να ακούση άλλοτε τον Νικόλαον δια να γίνη Αρχιερεύς, ουχί διότι την παρακοήν ηγάπα, αλλά διότι της Αρχιερωσύνης το ύψος καλώς υπελόγιζεν. Ήδη όμως, όπου η Εκκλησία εκληδωνίζετο, ήδη, όπου η Αυτοκρατορία έσωθεν και έξωθεν προσεβάλλετο, ήτο αδύνατον να μείνη ασυγκίνητος ο Πέτρος, ο τίμιος Ιεράρχης Πέτρος. Ούτος σπεύδει και δίδει το παρών εις Κων)λιν, ότε και αναδεικνύεται δεξιός βραχίων και κραταίωμα του σώφρονος Πατριάρχου Νικολάου. Εκ της νέας αυτής συναντήσεως των δύο Ιεραρχών δύο σημαντικά στοιχεία κατέχομεν, το εν, το κοινόν όνειρον το οποίον αμφότερους συνεκίνησεν περί της Αγιότητας του οσίου Θεοδοσίου, του εν τη ομωνύμω Ι. Μονή της Αργολίδος, ασκουμένου εν τη αγιότητι, το οποίον αναφέρει εις τον βίον του οσίου ο αυτός Ν. Μαλαξός, και το οποίον, ως γνωστόν συντομίας χάριν παραλείπω και το έτερον ο τόμος, ο ενωτικός τόμος, ως αποκαλείται όστις συνετάγη υπό των μετασχόντων της I. Συνόδου, όστις αποτελεί, ως οίκοθεν νοείται, το αποστάλαγμα των όσων εν αυτή συνεζητήθησαν και απεφασίσθησαν.

Και είναι πράγματι δηλωτικός ο τόμος ούτος του κυριαρχήσαντος πνεύματος κατά την εν λόγω Σύνοδον, πνεύματος καθ’ ο οι μετάσχοντες αυτής υπερεμάχησαν και κατά των αυθαιρεσιών της Εκκλησίας της Ρώμης και κατά του εμφανισθέντος ηθικού εγκλήματος, της νομιμοποιήσεως δηλαδή του τετάρτου γάμου.

Εκ του τόμου τούτου μεταφέρομεν ενταύθα ολίγα τινά διά να εκτιμήσωμεν το κείμενον εκείνο, το οποίον αι Άγιαι χείρες του Πολιούχου ημών υπέγραψαν, δια να αισθανθώμεν την συγκίνησιν, την οποίαν και εκείνος ησθάνετο, όταν υπερεμάχει δια τινών, του δόγματος και της ηθικής, ήτοι της μη έπικρατήσεως των καινοτομιών της παλαιάς Ρώμης προς διασφάλισιν του  γνησίου ορθοδόξου δόγματος, και της μη αναγνωρίσεως της αρχής ότι το μυστήριον του γάμου είναι δυνατόν να ευλογή και αυτήν την τετραγαμίαν προς περιφρούρησιν της χριστιανικής ηθικής και του ιερού μυστηρίου εις α σημεία η αγία Εκκλησία απ’ αιώνων, κα-θώρισε. Ο τόμος ούτος εις δύο θέματα αναφέρεται, πρώτον εις την δημιουργηθείσαν ρίξιν μεταξύ των Εκκλησιών Κων)λεως και Ρώμης, των οποίων Εκκλησιών επιδιώκεται ήδη η επανασύνδεσις των σχέσεων, και δεύτερον εις το εγκληματικόν από απόψεως Χριστιανικής της αναγνωρίσεως της τετραγαμίας, Εξ αυτού σταχυολογούμεν ολίγα στοιχεία, απλουστεύοντες το κείμενον, οπου τούτο επιβάλλεται προς πληρεστέραν ενημέρωσιν ημών. Ιδού τα σημαντικώτερα τμήματα του ενωτικού τόμου:

 «Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και θεός εις τους Μαθητάς και Αποστόλους τους και εις όσους μετ’ εκείνων έγιναν άξιοι της κληρονομιάς του εξαίρετον    κληρονομίαν   αφήκε τήν  ειρήνην… «Και  εις τήν  συνέχειαν……   ‘Αλλ’ επειδή ούτως έχει το της ειρήνης θέμα, εξ αρχής και μέχρι τώρα, δεν εξέλιπε η επαναστατική κακία του πονηρού να διαταράσση το πλήρωμα της Εκκλησίας  ενώ ο αίτιος της ειρήνης και διδάσκαλος Χριστός ο θεός ημών… πάντοτε τα σκάνδαλα επιστρέφων κατά της κεφαλής τού πονηρού, την   ειρήνην  εις την Εκκλησίαν του διαφυλάσσει ανόθευτον… Και τώρα ότε συνέβη να ταραχθή η Εκκλησία εκ της γνωστής αφορμής του γάμου… της εσφαλμένης αφορμής αποδοκιμαζομένης, (επιβάλλεται) προς την αρχικήν κανονικήν τάξιν να αποκατασταθούν εκείνα, τα οποία ένεκα ταύτης εις εχθρότητα   διετέθησαν.

 Δια τούτο συναθροισθέντες από κοινού Αρχιερείς και ιερείς, όσοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά προετίμησαν την ειρήνην της Εκκλησίας από τας επαναστάσεις, κατενοήσαμεν εν συνειδήσει, επειδή εκ των εκ του γάμου εκείνου αφορμήν εδημιουργήθησαν τα σκάνδαλα, να καθαρισθούν ταύτα και διασφαλισθή (η πίστις ) ώστε μηδαμώς πλέον δια της εξελίξεως των σκανδάλων και των εκ τούτων αφορμών να ταράσσεται η Εκκλησία, ούτε ο βίος εκείνων, οι οποίοι θα ήθελον να ζήσουν κατά τον τρόπον αυτόν (τον σκανδαλώδη) να γίνεται κατάκριτος και αποδοκιμαστέος. Και λοιπόν αποφαινόμεθα κοινή γνώμη και κρίσει, από του παρόντος έτους, το οποίον είναι εξακιχιλιοστόν τετρακοσιοστόν εικοστόν όγδοον (έδώ εννοείται, από κτίσεως   κόσμου, δηλαδή 920 μ.Χ. τέταρτος γάμος από ουδένα να τολμηθή,   αλλά να είναι ούτος εξ ολοκλήρου απόβλητος ».

«Εν συνεχεία ο   τόμος   ασχολείται και με τον  τρίτον γάμον, τον οποίον αποκαλεί «ρύπασμα», δι’ ο και επιτάσσει, μετά το τοιούτον   γάμον «μέχρι πενταετίας αμέτοχος να μένη της θείας κοινωνίας και να μην  περικόπτεται ο χρόνος ούτος» δια  τους τολμητίας της ρυπαρότητος.  Και   συνεχίζει «όχι μόνον αλλά  και  τον δεύτερον και  τον  πρώτον γάμον, δεν αφίνομεν ανασφαλίστους, αλλά  και δια τούτους ορίζομεν  να  συνάπτωνται ούτως, ώστε να μη υπάρχη καμμία πονηρά αιτία ή    από απαγωγήν  η από προηγηθείσαν λαθραίαν φθοράν, αλλά  με  καθαρότητα εκ τοιούτων μολυσμάτων και πορνικής ακαθαρσίας» και  εις  αντιθετον περίπτωσιν κανονίζει τους ούτως εις τον γάμον φθάσαντας να υπόκεινται τον «επί της  πορνείας»  Ι. Κανόνα μεθ’ ο   εις την  θείαν Κοινωνίαν να  φθάνουν».

Και το ιερόν κείμενον περατούται δια της εξής συγκινητικής άμα και χαρακτηριστικής του πνεύματος   τών  συνταξάντων αυτήν προσευχής,   ην παραθέτομεν ως  έχει «τούτω ούτως διωρισμένων προς  ασφάλειαν της αγίας Εκκλησίας, του  αμέτοχον είναι  το ευσεβές των  Χριστιανών πλήρωμα των   εξ αθέμιτων   γάμων   ρύπων δεόμεθα της Σης αγαθότητος, Χριστέ ο θεός ημών, έτι και  δια παντός   παν σκάνδαλον, πάσαν διαμερισμού αιτίαν, της  σής εξελαύνειν   Εκκλησίας και  συντηρείν αύτη  την  ειρηναίαν  κατάστασιν,    πρεσβείαις της Δεσποίνης ημών και αχράντου πατρός, των  πανίερων σου μαθητών και  Αποστόλων δι’ ων εν πάση τη οικουμένη την σην καταφύσεις ειρήνην, και πάντων εις αιώνος ευαρεστούμενος τοις αγίοις. Αμήν».

Ταύτα, εν πάσει συντομία τα πληροφοριακά στοιχεία περί του δεσμού μεταξύ του Αγίου Πέτρου  και του  του Νικολάου  Μυστικού.

 Και  ήδη κλείοντες την σύντομον  ταύτην ομιλίαν ας εκτιμήσωμεν το παν αγαθόν πρόξενος εγγένετο ο δεσμός ούτος και για αυτούς προσωπικώς και δια την  Εκκλησίαν γενικότερον εκτιμώντες, ότι εκ του δεσμού τούτου μέσω του Νικολάου και δια της επιμονής αυτού  προσφέρεται εις  την Εκκλησίαν θεσπέσιος Ιεράρχης, « ο σοφός και προστάτης Αργείων, Πέτρος ο ένδοξος της συνδρομής δε του ιδίου προς  τον Νικόλαο η Εκκλησία σώζεται εκείνων απειλησάντων αυτήν.

Κλίνοντες την κεφαλήν προ της ιεράς μορφής του, ας δοξάσωμεν  τον Θεόν όστις  εχάρισεν εις ημών τοιούτου αγίου την προστασίαν, λέγοντες δόξα τω δωρησαμένω Σε ημών πρέσβυν ακοίμητον».

 

  

(Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσης ομιλίας, η απόδοση του κειμένου δεν μπορεί να είναι ορθογραφικά ορθή, αφού ο ομιλητής Πανοσιολογιώτατος  Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και μετέπειτα  Μητροπολίτης Αργολίδας Χρυσόστομος Β΄ έγραφε στην καθαρεύουσα κι εμείς επιχειρήσαμε να την αποδώσουμε πιστά μεν, αλλά στο μονοτονικό).


Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »