Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναυπλιακά Ανάλεκτα’

Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη Βενετική περίοδο (1686-1715) – Αλέξης Μάλλιαρης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015, πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η Σέμνη Καρούζου στο λεπταίσθητα γραμμένο βιβλίο της για το Ναύπλιο, στο κεφάλαιο για τη δεύτερη βενετοκρατία σημειώνει: «Όταν, ύστερα από εκατό πενήντα χρόνια, ξαναπήραν οι Βενετσιάνοι το Ανάπλι βρήκαν την πόλη ερειπιασμένη, όμως τα κάστρα απείραχτα από τα περασμένα χρόνια, ενώ πάνω στις πύλες τους φοβέριζαν ακόμη ανάγλυφα «del gran leon le paventate insegne». Θα τους φάνηκαν μόνο τα κάστρα πολύ παλαιικά και παράξενα και τα λιοντάρια του Αγίου Μάρκου κάπως παραμυθένια. Ο κόσμος είχε στο μεταξύ τόσο αλλάξει! Και κυρίως για την ίδια τη Βενετιά». [1]

Ασφαλώς οι Βενετοί εισερχόμενοι ως νικητές στα 1686 στο «δικό τους» παλιό Ναύπλιο αντίκρισαν μιαν απολιθωμένη venezianità αλλοτινών εποχών, παράδοξη στα μάτια αυτών των ανθρώπων του τέλους του 17ου αι., καθηλωμένη στην οχυρωματική μορφή του ύστερου μεσαίωνα και της πρώιμης αναγέννησης, επικαλυμμένη δε με γενναία δόση ανατολίτικης οθωμανικής επένδυσης. Η μορφή των βενετικών πόλεων, και δη των οχυρώσεων είχε πια καθ’ ολοκληρίαν μεταβληθεί. Μαζί με αυτά και το σύμβολο του Αγίου Μάρ­κου, ο λέων, δεν είχε πια τη μορφή του λιονταρόγατου που έβλεπαν τώρα οι Βενετοί πάνω στα παλαιικά βενετικά τείχη του Ναυπλίου.

Η μορφή της πόλης συγκροτήθηκε ουσιαστικά κατά την περίοδο της πρώ­της βενετοκρατίας: η βυζαντινή και φραγκική πόλη, όταν παραλήφθηκε από τους Βενετούς στα τέλη του 14ου αι., περιοριζόταν στα υψώματα της Ακρο­ναυπλίας, χώρο αρχαιότατης κατοίκησης, και ελάχιστα εκτός αυτού· πιο κάτω, εδάφη υδατόμικτα κι η θάλασσα έφθανε πολύ κοντά. Σταδιακά, η ανάγκη εξεύρεσης χώρου και η βενετική επινοητικότητα, εφαρμόζουσα οικείες της πρακτικές απομάκρυνσης της θάλασσας και επιχωμάτωσης, δημιούργησαν το χαμηλό πλάτωμα, όπου και σήμερα επικάθεται η παλαιά πόλη και το οποίο εν συνεχεία περικυκλώθηκε τειχιζόμενο. Η τεχνική επιχωμάτωσης χρησιμοποι­ούσε πασσάλους, όπως και στην πόλη της Βενετίας: χαρακτηριστικό το αίτημα του Βενετού διοικητή Bartolomeo Minio στα 1479 προς τη μητρόπολη να του αποστείλουν πρωτομάστορα έμπειρο στην πήξη πασσάλων στα ύδατα, αφού στο Ναύπλιο δεν βρισκόταν γνώστης του πράγματος: «uno protomastro murer che bisogna far la fondamenta con palli in aqua […] in questa terra non se ne trova algun maestro che sapia far tal fondamenta come se fa a Venetia». [2]

Η παρούσα εργασία βασίζεται και εστιάζεται κυρίως στην εξέταση τριών τοπογραφικών σχεδίων, μεγάλων διαστάσεων, των πρώτων χρόνων της δεύ­τερης βενετικής κυριαρχίας, που συμπίπτουν με τα έτη διοικήσεως του πολύ γνωστού Βενετού αξιωματούχου Francesco Grimani (1698-1701), ανθρώπου οργανωτικότατου, δραστήριου, φίλεργου, με υψηλό αίσθημα ευθύνης για την αποστολή του έναντι της πατρίδας του, πνεύματος δε οξύτατου. Τα σχέδια φυλάσσονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών Αθήνας, δημοσιεύθηκαν δε εν πρώτοις σε μικρό μέγεθος συνεπτυγ­μένα στο βιβλίο του Kevin Andrews, The Castles of the Morea, 1953. [3]

Τα σχέδια αποτυπώνουν τη μορφή της πόλεως – κατοικημένου χώρου, των φρουρίων της Ακροναυπλίας και των γύρω τειχών κατά τη χρονική συγκυρία της κατάκτησης – παραλαβής της πόλης από τους Βενετούς και τα πρώτα μικρής κλίμακας ενισχυτικά έργα· κυρίως καταγράφουν τις προτεινόμενες επεμβάσεις, μικρής και μεγάλης έκτασης, για τη μελλοντική οριστική και αποτελεσματική οχύρωση και προστασία της πρωτεύουσας της Πελοποννή­σου από εχθρική επιβουλή, δηλαδή από τουρκική επίθεση. Έμφαση δίδεται, όπως είναι αναμενόμενο, στα στρατιωτικά έργα. Κοντά όμως σε αυτά χαράσ­σονται και σημεία του κατοικημένου χώρου, εντός της πόλεως (città, piazza), σημειώνονται και δρόμοι, οικοδομικά τετράγωνα και κτήρια, δημόσια – διοι­κητικά, καθώς και ναοί. Η ποιότητα του σχεδίου προδίδει χέρια ικανότατα και επιδέξια στη σχεδίαση, όπως εξάλλου και το λεπτό, αιθέριο χρώμα της ακουαρέλας· και όσο κι αν η φωτογραφική λήψη απομειώνει τη δυνατότητα εκτίμησης των έργων αυτών, η διά ζώσης μελέτη τους τα προάγει, τα αναδεικνύει πράγματι σε τεχνουργήματα, μνημεία αξιοθέατα.

Τα σχέδια συνιστούν έξοχα δείγματα της τόσο γνωστής, πειθαρχημένης βενετικής γραφειοκρατίας και διοίκησης, τεκμήρια συγκροτημένης και ορθο­λογιστικής διοικητικής αντιλήψεως – τουλάχιστον στις προθέσεις· συναριθ­μούνται δε μαζί με ανάλογα των λοιπών πελοποννησιακών πόλεων της ίδιας περιόδου στις πρωιμότερες επιστημονικού τύπου καταγραφές των πόλεων αυτών στους νεώτερους αιώνες, πριν από εκείνες του 19ου αι. της Ανεξαρτησίας, καθώς έχουμε για πρώτη φορά πιστότατη απεικόνιση της δομής των πόλεων αυτών, η οποία φθάνει σε ύψιστο βαθμό τελείωσης στους σωζόμενους κτημα­τογραφικούς χάρτες, αποτυπώσεις και σχεδιαγράμματα των κτηματολογίων.

Στο πρώτο σχέδιο, (Σχέδιο αριθμός 1) το πρωιμότερο, [4] αποτυπώνεται η πόλη και οι οχυρώσεις της όπως παραλήφθηκαν από τους Βενετούς στα 1686. Καταγράφουμε την απόδοση των παλαιών μεσαιωνικών ονομασιών τής τριμερούς διαιρέσεως της Ακροναυπλίας: Castel de Greci, Castel de Franchi, Castel Torro. Δεν θα το ξαναδούμε στα επόμενα. Θα μετονομασθούν εκσυχγρονιζόμενα σε primo, secondo, terzo, quarto recinto (οχυρωμένος περίβολος). Το τοπογραφικό αυτό σχεδιάγραμμα βασίζεται σε εκείνο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης με τίτλο «Carte topografiche e piante di città e fortezze per la guerra di Morea». Το τελευταίο αυτό σχέδιο παρουσιάστηκε από την Ιωάννα Στεριώτου σε τόμο του περιοδικού Θησαυρίσματα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας το 2003. [5]

 

Σχέδιο αριθμός 1. Αποτυπώνεται η πόλη και οι οχυρώσεις της όπως παραλήφθηκαν από τους Βενετούς στα 1686.

 

Το σχέδιο της Μαρκιανής συ­ντάχθηκε, όπως καταγράφεται, από τον μηχανικό Giovanni Bassignani κατ’ εντολήν του Francesco Morosini μάλλον αμέσως μετά τη νίκη, το 1686. Εκείνο της Γενναδείου καταγράφει τον Bortolo Carmoy ως συντάκτη του σχεδίου και αντιγραφέα του πρωτοτύπου του Bassignani. Δεν διαθέτει το πλούσιο και αναλυτικό υπόμνημα του Bassignani ούτε τη δεύτερη ζώνη με την άποψη όλης της χερσονήσου του Ναυπλίου. Το νέο στοιχείο εδώ είναι η επίστεψη του σχεδίου με το οικόσημο του Francesco Grimani. Το σχέδιο έχει διαστά­σεις 70×46,5 εκ. και είναι φτιαγμένο με πένα σε ακουαρέλα. Η χρήση διαφο­ρετικού χρώματος δεν επεξηγείται στο σχέδιο· ισχύει προφανώς ό,τι και στο πρωτότυπο της Μαρκιανής: γαλάζιο για τη θάλασσα, ερυθρό για τις οχυρώ­σεις, ανοιχτόχρωμο ερυθρό εσωτερικώς για τη χάραξη οικιστικών συγκρο­τημάτων κατά μήκος των τειχών καθώς και για τον σχεδιασμό κτηρίων, και κίτρινο για τις διευθετήσεις, κατόπιν πρωτοβουλίας του Francesco Morosini.

Το δεύτερο σχέδιο, [6] (Σχέδιο αριθμός 2) διαστάσεων 103×53 εκ., ανώνυμο, χωρίς εμφανή στοιχεία χρονολόγησης, εκτός από την καταγραφή των υπαρχουσών οχυρωματι­κών δομών, προσφέρει και κάτι νέο: προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση και εξασφάλιση της πόλεως. Αναλυτικότερα, παρατηρούμε σχεδιασμένες πυκνές προτάσεις για την ενίσχυση του πάσχοντος ευάλωτου ανατολικού μετώπου: η διάνοιξη της τάφρου επεκτείνεται νοτιότερα, ώστε να αποκόψει τρόπον τινά ολόκληρη τη χερσόνησο επί της οποίας βρίσκεται η πόλη, την επίπεδη έκταση που οδηγεί στην είσοδο της πόλης κατά μήκος του βράχου του Παλαμηδιού, στον λαιμό δηλαδή σύνδεσης της χερσονήσου με την ξηρά, προτείνεται η δημιουργία χαμηλών τάφρων, ώστε να ελέγχεται και να εμποδίζεται η πρόσβαση, κάποια πρωταρχικά και στοιχειώδη έργα πάνω στο Παλαμήδι και οι αντίστοιχες κλίμακες ανάβασης, ευρείας έκτασης επιχωματώσεις ακριβώς έξω από τα θαλάσσια βορεινά τείχη, εκβάθυνση του λιμένος, ώστε να είναι δυνατή η προσάραξη των πλοίων και δημιουργία προμαχώνα στην βορειοανατολι­κή πλευρά των τειχών (πρόκειται για τον μεταγενέστερο προμαχώνα Dolfin).

 

Σχέδιο αριθμός 2. Ανώνυμο, χωρίς εμφανή στοιχεία χρονολόγησης, εκτός από την καταγραφή των υπαρχουσών οχυρωματι¬κών δομών, προσφέρει και κάτι νέο: προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση και εξασφάλιση της πόλεως.

 

Δοθέντος ότι το σχέδιο δεν απεικονίζει τα δύο βασικά έργα ενίσχυσης των ανατολικών τειχών, δηλαδή τον προμνημονευθέντα προμαχώνα Dolfin (διε­τέλεσε provveditor general da mar, 1700-1705) στη βορειοανατολική πλευρά (1704) [σήμερα καθηρημένο] και τον προμαχώνα Grimani στη νοτιοανατολι­κή πλευρά του Κάστρο del Torro (1706) [υφιστάμενο και σήμερα], συνάγουμε ότι σχεδιάστηκε τουλάχιστον πριν από το 1704 και κατά πάσα πιθανότητα στα χρόνια της διοίκησης του οργανωτικού Francesco Grimani (1698-1701). Με το σχέδιο αυτό βρισκόμαστε σε μια χρονική φάση μεταγενέστερη εκείνης του πρώτου σχεδίου και εντός του θερμού κλίματος προτάσεων, σκέψεων, προβληματισμού και έντονης διάσκεψης των βενετικών αρχών για την άκρως αναγκαία ενισχυτική επέμβαση στον οχυρωματικό οργανισμό της πόλης του Ναυπλίου, ώστε αυτή να κατασταθεί δυσάλωτη.

Το τρίτο σχέδιο, [7] (Σχέδιο αριθμός 3) διαστάσεων 71×41 εκ., πληρέστερο και μεταγενέστερο των δύο πρώτων, αποτυπώνει οχυρωματικές θέσεις και έργα συντελεσμένα (με αρχικά ερυθρό χρώμα), και προτείνει επιπλέον έργα (με πράσινο χρώμα) εντός και εκτός της πόλεως καθώς επίσης και πάνω στο Παλαμήδι. Πλην των στρατιωτικών θέσεων και των οχυρωματικών τόπων, καταγράφει τα κτήρια της βενετικής διοίκησης και δύο ναούς ρωμαιοκαθολικής λατρείας. Το πράγμα είναι όλως ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι μας προσφέρει τη χωρική παράταξη της έδρας των βενετικών αρχών του Ναυπλίου και σύνολης της Πελοποννήσου. Παρατηρούμε ότι τα κτήρια των αρχών με διάταξη μορφής τόξου απλώνονται από ανατολάς προς δυσμάς, κατά μήκος των βορείων τειχών της θάλασσας [σήμερα εξαλειμμένα]. Εκκινούν ανατολικά από το ύψος του ναού του Αγί­ου Αντωνίου και φθάνουν δυτικά ώς τη νεότευκτη Δεξαμενή: D= Palazzo di S.E. Capitan General (μέγαρο του αρχιστρατήγου του στόλου), E= Palazzo di S.E. Provveditor General del Regno (μέγαρο του γενικού προνοητή της Πελο­ποννήσου), F= Palazzo del E.mo Rettore (μέγαρο του ρέκτορα), G= Palazzo del E.mo Provveditor (μέγαρο του προνοητή Ναυπλίου), H= Publici Magazini (Δημόσιες Αποθήκες), N= La nuova Cisterna (Η νέα δεξαμενή ύδατος). Ομι­λητικές σημάνσεις για εμάς σήμερα που μελετούμε το θέμα: οι πολιτικές, στρα­τιωτικές και εκκλησιαστικές αρχές των κυριάρχων Βενετών βρίσκονται συγκε­ντρωμένες, ασφαλισμένες στα τείχη, από τα οποία ουσιαστικά αγκαλιάζονται, σε εγγύτητα με το υγρό στοιχείο της θάλασσας, σχηματίζοντας μια νοητώς ανοιχτή προς τη θάλασσα πλατεία με διοικητικώς και εκκλησιαστικώς σεσημα­σμένα κτήρια, οικείο φαινόμενο από τη μακρινή μητρόπολη στην Αδριατική. Στο σχέδιο απουσιάζει η γνωστή μας Armeria (Οπλοστάσιο), αντιδιαμετρικά έναντι του ναού του Αγίου Αντωνίου, καθώς πρόκειται για μεταγενέστερο του παρόντος σχεδίου κτήριο. Η ανέγερση του κτηρίου αυτού στα χρόνια του αρ­χιστρατήγου του στόλου Agostino Sagredo (1712-1714) πύκνωσε περαιτέρω τον ήδη συμπαγή πυρήνα των βενετικών κτηρίων στον συγκεκριμένο χώρο.

 

Σχέδιο αριθμός 3. Πληρέστερο και μεταγενέστερο των δύο πρώτων, αποτυπώνει οχυρωματικές θέσεις και έργα συντελεσμένα (με αρχικά ερυθρό χρώμα), και προτείνει επιπλέον έργα (με πράσινο χρώμα) εντός και εκτός της πόλεως καθώς επίσης και πάνω στο Παλαμήδι.

 

Εντός του κεντρικού αστικού ιστού της πόλεως και στο πλέον επίκαιρο σημείο ανεγέρθη το 1713 με μέριμνα του αρχιστρατήγου του στόλου Agostino Sagredo το επιβλητικό κτήριο του Οπλοστασίου – Οπλαποθήκης του Στόλου (Armeria Classis): Promtuarium classis ad urbis utilitatem et ornamentum Augustinus Sagredo provisor classis maris magnifice edivicavit, μνημονεύει η λατινική επιγραφή πάνω από τη μεσαία αψίδα του προστώου. [8] Η θεραπεία πρακτικών αναγκών με τη λειτουργία ενός ευμεγέθους κτηρίου απόθεσης και διαφύλαξης του οπλισμού, κτηρίου δηλαδή χρηστικότατου για την πόλη και την άμυνά της (promtuarium classis ad urbis utilitatem) αποσκοπεί και στη διακόσμησή της, και μάλιστα κατά τρόπο μεγαλοπρεπή (ornamentum, magnifice edificavit). Ο συγκερασμός λειτουργικότητας και αισθητικής στα κτήρια συνιστά βεβαίως πολιτισμικό στοιχείο, πάγιο στη βενετική έκφραση, και πράξη με βαθύτατες ρίζες στο παρελθόν, κυρίως στις αναγεννησιακές αντιλήψεις, στην έννοια πολεοδομικής οργάνωσης, λειτουργίας και λειτουργικότητας του χώρου με την πολυεπίπεδη σήμανση των κτηρίων. Η ανέγερση της Armeria δημιουργεί αμέσως το δυτικό μέτωπο με το οποίο οριστικοποιείται εφάπαξ και κλείεται διά παντός το δυτικό μέτωπο της μεγάλης πλατείας, το οποίο κατά συνέπεια σχηματοποιείται. Ο ίδιος αξιωματούχος αναδεικνύεται σε μεί­ζονος σημασίας πρόσωπο για το πολεοδομικό σώμα του Ναυπλίου ετούτη την περίοδο, καθώς συνδέεται με σημαντικά έργα που διασώζονται μέχρι σήμερα στον τόπο (η κλίμακα ανάβασης και η Πύλη Sagredo στην Ακροναυπλία, η Armeria, επί του Παλαμηδίου και στον προμαχώνα Sagredo το Φρουραρχείο, ο στρατώνας και ο ναΐσκος του Αγίου Γεράρδου [μτγν. του Αγίου Ανδρέου] και, τέλος, ο ναός του Αγίου Νικολάου κοντά στη θάλασσα «extra muros»), συνοδευόμενα πάντοτε με εκθειαστικές μνείες στις επιτείχιες λατινικές επι­γραφές (a fundamentis erexit, fieri curavit, monti arcem imposuit, magnifice edificavit, construendam praecepit adivit). [9]

Το όνομα του Francesco Grimani συνδέθηκε με έργα οχυρώσεως στην Ακροναυπλία την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος υπηρέτησε ως γενικός προνοητής θαλάσσης, αρχιστράτηγος δηλαδή του στόλου, με έδρα το Ναύπλιο (1706-1708)· αναφερόμαστε κυρίως στον προμαχώνα Grimani στο νοτιοανα­τολικό άκρο των τειχών του Castel Torro, όπου η επικίνδυνα ευάλωτη πλευρά με τον πεπαλαιωμένο κυκλικό πύργο διορθώθηκε και εκσυγχρονίστηκε και σε έτερες, δευτερευούσης σημασίας ενισχυτικές επεμβάσεις-διορθώσεις, με σκοπό την επαύξηση της οχυρωματικής ικανότητας της πόλεως (1706).

Ο Κεφαλονίτης λόγιος αρχιμανδρίτης – ιεροκήρυκας και εν συνεχεία επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης, πολύ γνωστός στο Ναύπλιο από τη συχνή παρουσία του ως ιεροκήρυκα στον ναό της Παναγίας και αλλού, επι­φορτισμένος από το σώμα του Αστικού Συμβουλίου Ναυπλίου να κατευοδώ­σει τον Grimani απερχόμενο προς τη Βενετία μετά το πέρας της θητείας του, στον εγκωμιαστικό του λόγο, πλην των άλλων κολακευτικών, όπως απαιτούσε το πράγμα, μνημονεύει και τη συνεισφορά του αξιωματούχου στην οχυρωματική ενίσχυση των τειχών και σε άλλα οικοδομικά έργα εντός της πόλεως, ιδι­αιτέρως δε στο κτήριο του Συμβουλίου.

Παραθέτω το κείμενο σε μετάφραση, όχι πάντοτε πολύ ακριβή, από το ιταλικό πρωτότυπο του εκδότη, στα νεώτερα χρόνια, των λόγων του Μηνιάτη, εφημερίου του ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας, αρχιμανδρίτη Ανθίμου Μαζαράκη (1848):

«Δεν δύναται να εννοήση οποίος είναι αυτός ο ζήλος σου, όστις δεν επαρίθμησε τα βήματά σου, δεν παρετήρησε τους ιδρώτας σου, δεν εισχώρησεν εις την ανησυχίαν σου εν καιρώ της κατασκευής τούτων των τειχών, τα οποία παρασταίνουν το μεγαλείον των ιδεών σου, εξασφαλίζουν τας νίκας μας, κλείνουν τας δια­βάσεις εις τας εχθρικάς προσπαθείας. Ανηγέρθησαν εις τοσούτον ύψος εντός ολίγου καιρού, με εργασίαν ολίγων χειρών και τόσων ολίγων εξόδων, διότι το εκτελείν εν ολίγω και δι’ ολίγου πράγματα μεγάλα είναι θαυμάσιον μυστι­κόν της υπέρ άνθρωπον ενεργητικότητός σου […]. Ημείς θέλομεν φέρει εγχα­ραγμένον το αθάνατο όνομά σου εις τας καρδίας μας, αίτινες θέλουν είσθαι μνημεία ευγενέστερα και των επιγραφών, εις τας οποίας είναι εγγεγραμμένον ως κόσμημα της αιθούσης του Συμβουλίου μας και του Καταστήματος (sala del nostro Consiglio e Fontigo), των ανεγερθεισών υπό της σης προνοήσεως, και ευγενέστερα των μαρμάρων των εκτός των οχυρωμάτων (e de’ sassi dell’ eterne fortificazioni) των όντων αιώνιοι θρίαμβοι δόξης διά σε, άσυλα ασφα­λείας των υπηκόων σου. Η Ναυπλία, το αντικείμενο των ερώτων σου και της σπουδαιότητός σου, ήτις εις την οχύρωσίν της έλαβεν εκ των χειρών σου τοι­αύτα νέα θέλγητρα κάλλους και ισχύος, ώστε μόλις γνωρίζεται υπό των ιδίων της πολιτών, θέλει είσθαι το θέατρον αιωνίων επαίνων των αρετών σου».[10]

Στο χωρίο, πλην των άλλων, εξαίρεται η συνεισφορά του Grimani στην ανέγερση του κτηρίου, εντός του οποίου – και πιο ειδικώς εντός της κεκοσμημένης με επιγραφές αίθουσας – συνερχόταν το σώμα του Αστικού Συμβουλίου της πόλεως καθώς και του Καταστήματος -Αποθήκης. Το κτήριο δε του Συμ­βουλίου η τοπική παράδοση το ταυτίζει με το λεγόμενο Διοικητήριο, ευρισκό­μενο όπισθεν του Βουλευτικού, υψηλότερα δηλαδή από την Armeria.

Αξίζει να προσεγγίσουμε, έστω και ακροθιγώς, το ζήτημα του πολιτικού νοήματος και μηνύματος που εκπέμπεται από την όψη και τη λειτουργία των οχυρωματικών έργων. Αναμφιβόλως, επί παραδείγματι, ο αναγιγνώσκων τη λατινική αναθηματική επιγραφή επί της μαρμάρινης πλάκας παραπλεύρως της Πύλης της Ξηράς, όπου μνημονεύεται ο εκπορθητής Morosini, τροφοδοτείται με σαφή στοιχεία πολιτικής ιδεολογίας. Η επιγραφή είναι πολύ ομιλητική ως προς τη βενετική ερμηνεία της κατάληψης ή πιο σωστά της επανακατάληψης του Ναυπλίου: ο Francesco Morosini με την ανδραγαθία του στις πολεμικές συγκρούσεις εναντίον των Τούρκων, «Hoc regnum patriae restituit», «απέδωσε στην πατρίδα τούτο το βασίλειο». Η έννοια του λατινικού ρήματος restituere είναι αυτή ακριβώς: αποδίδω, αποκαθιστώ στην εξ αρχής κατάσταση, παλινορθώνω. Σαφέστατη και ρητή διατύπωση-διακήρυξη της κατάκτησης του Ναυπλίου και σύνολης της Πελοποννήσου, ενός τόπου επί του οποίου οι Βενετοί δεν έπαυσαν ποτέ να εκτρέφουν στην πολιτική τους συνείδηση θεμελιωμένα απαράγραπτα δικαιώματα κατοχής.

Επανερχόμενοι στο προκείμενο θέμα μελέτης, παρατηρούμε πως και τα τρία τοπογραφικά σχεδιαγράμματα καταγράφουν μόνο τους βενετικού ενδιαφέροντος τόπους, σημεία και κτήρια. Είναι σχέδια πρωτίστως στρατιωτικά. Ενδιαφέρει κυρίως (και είναι αναμενόμενο) η αποτύπωση των οχυρώσεων, ώστε να ληφθούν μέτρα για περαιτέρω ενίσχυση, ιδιαιτέρως των αδύναμων σημείων. Ως προς τα λοιπά, ο κατοικημένος χώρος της πόλης, οι συνοικίες και οι κάτοικοι ή απουσιάζουν ή η παρουσία τους αποδίδεται αδρομερώς με τη χάραξη βασικών οδών, οι οποίες συνδέουν και πάλι τις στρατιωτικές πύλες των τειχών της πόλεως (Porta di Terra Ferma, Porta della Marina) ή της Ακρο­ναυπλίας (Porta della Fortezza). Μόνον εσωτερικώς, κατά μήκος των τειχών, στα δύο πρώτα σχέδια σχεδιάζεται η οικιστική χάραξη και οι απολήξεις στε­νών συνοικιακών οδών ή κενών μεταξύ των κτηρίων.

Παραμένοντας στο εσωτερικό της πόλεως, αναφορικά με τους ναούς, και στα τρία σχέδια καταγράφονται μόνο οι ναοί ρωμαιοκαθολικής λατρείας (στα δύο πρώτα σχέδια σημειώνεται και ένδειξη σταυρού σε αυτούς): ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας (Sant’ Antonio di Padova) στο κέντρο της πό­λεως (πρώην μουσουλμανικό τέμενος, όπως δηλώνεται ρητώς) με απλή ορθογωνική κάτοψη καλυμμένη με τρούλο, στη δυτική πλευρά κιονοστήρικτο προστώο καλυμμένο με τρεις τρουλίσκους· πρόκειται για υπερυψωμένο κτήριο, στο οποίο οδηγούσε κλίμακα, όπως δηλώνεται στο τρίτο σχέδιο, και βάση μιναρέ στη νότια πλευρά.

Επίσης, η Παναγία του Καρμήλου (Madonna del Carmine) στα βόρεια τείχη της πόλεως προς τη θάλασσα. Στα δύο πρώ­τα σχέδια σημειώνεται διά σταυρού και άλλος ένας ναός στην Ακροναυπλία, στο Castel dei Greci, στο ρωμέικο Κάστρο, μάλλον πρώην μουσουλμανικό τέμενος (στο σχέδιο δηλώνεται παραπλεύρως του κτηρίου η ύπαρξη εξωτερι­κού μικρού προσκολλημένου κτίσματος, προφανώς η βάση του μιναρέ). Επιπλέον, στα δύο πρώτα σχέδια αποτυπώνεται χωρίς καμία περαιτέρω σήμανση η ύπαρξη κτηρίου, και μάλιστα ευμεγέθους, προς την κατεύθυνση της Πύλης της Ξηράς, αρκετά κοντά της. Θα πρέπει να ταυτιστεί με τον σημερινό ναό του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος λειτουργούσε ως μουσουλμανικό τέμενος κατά την προηγούμενη περίοδο, όπως δηλώνει και η ύπαρξη εξωτερικού μικρού κτίσματος προσκολλημένου στη νότια πλευρά του κτηρίου. Στο τρίτο σχέδιο απουσιάζει εντελώς. Το κτήριο αυτό, στο σχέδιο της Μαρκιανής χαρακτηρί­ζεται ως «moschea serve per munitioni», δηλαδή «μουσουλμανικό τέμενος προς αποθήκευση πολεμοφοδίων». Στα παρόντα σχέδια δεν κατονομάζεται. Πιθανότατα λίγο αργότερα μετασκευάσθηκε στον λατινικό ναό του Αγίου Δομηνίκου (San Domenico), αποδoθέντα στους Δομηνικανούς.

Οι τελευταίοι, αρχικά τέσσερις στον αριθμό, έφθασαν στην Πελοπόννησο το 1686 και εγκαταστάθηκαν με παρέμβαση του Morosini στην Ακροναυπλία· [11] υποθέτουμε στο προμνημονευθέν τέμενος στο ρωμέικο Κάστρο και πιθανότητα λίγο μεταγενέστερα κατέβηκαν στην πόλη, στο κτήριο του σημερινού ναού του Αγίου Γεωργίου. Ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδο­βας, το πρώην μεγάλο τέμενος της πόλεως, παραχωρήθηκε από τον Morosini σε Φραγκισκανούς μοναχούς, αφού ανήκε πλέον στο βενετικό δημόσιο ως πρώην οθωμανικό κτήριο.

Σε αυτό το κτήριο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του προϊσταμένου του ναού, του Φραγκισκανού Giovanni Mattio Vodari, ο οποίος δηλώνει ότι παρείχε υπηρεσίες και στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, εψάλη ευ­χαριστήρια επινίκια δοξολογία, Te Deum, παρουσία του Morosini, αμέσως μετά την κατάληψη της πόλεως, κατά την πάγια βενετική πρακτική. [12] Ο Άγιος Αντώνιος εν συνεχεία ανυψώθηκε σε καθεδρικό ναό των Λατίνων και απο­δόθηκε από τις βενετικές αρχές στον πρώτο Λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου, τον Leonardo Balsarini, ως έδρα του, ενώ ως κατοικία του χρησίμευε η μονή των Δομηνικανών, όπως βεβαιώνει σε αναφορά του ο F. Grimani το 1699. [13] Ο ίδιος, μάλιστα, καταγράφει και το εξής αξιοπρόσεκτο, ότι δηλαδή είχε εκπλαγεί από την ευσέβεια που έδειχναν οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλεως έναντι του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας. [14]  Καθόσον ο λόγος περί λατινικών μοναχικών ταγμάτων και περαιτέρω περί εκκλησιαστικού και εκπαιδευτικού συγχρωτισμού Βενετών και ελληνικού πληθυσμού, αξίζει να αναφερθεί ότι στα 1707 απεφασίσθη να επιτραπεί η είσοδος Ιησουιτών στη βενετική Πελοπόννησο, με σκοπό την ίδρυση δύο κολλεγίων, ένα στο Ναύπλιο και ένα στη Μεθώνη, για την εκπαίδευση, όπως καταγράφεται, «παιδιών Λατίνων και Ελλήνων». [15] Λίγο πιο πριν, στα 1703, όπως σημειώνουν σε αναφορά τους οι σύνδικοι εξεταστές, και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κήρυξε με μεγάλη επιτυχία στον λατινικό ναό του Αγίου Αντωνίου Ναυπλίου ο εκ Τήνου Ιησουίτης Padre Foresti. Οι σύνδικοι κρίνουν ότι οι Ιησουίτες ιε­ροκήρυκες μπορούν να προσφέρουν πολύτιμο καρποφόρο έργο, ειδικά «στην εκπαίδευση των ορθοδόξων νέων». [16] Ακόμα ενωρίτερα, στα 1691, ο γενικός διοικητής Πελοποννήσου Antonio Zeno, σε αναφορά του στη βενετική Σύ­γκλητο, γράφει ότι τα κηρύγματα του Padre Mauritio Capuccino da Bassan παρακολούθησαν και πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί. [17]

Με την ευκαιρία της μελέτης των σχεδίων προβαίνουμε και σε κάποιες διαπιστώσεις για άλλου είδους αποτυπώσεις της πόλεως, αναφορικά με τον βαθμό πιστότητας και αληθοφάνειας των απεικονιζομένων: στον πανοραμι­κό πίνακα από το χειρόγραφο ημερολόγιο κατάκτησης της Πελοποννήσου της Βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας,[18] (Σχέδιο αριθμός 4) το οποίο απεικονίζει τον κανονιοβολισμό του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τα βενετικά στρα­τεύματα του Morosini, καταγράφουμε ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία πιστό­τητας και ρεαλισμού στην απεικόνιση: στα εικονιζόμενα μουσουλμανικά τε­μένη της πόλεως το πρόσκτισμα του μιναρέ εμφανίζεται πράγματι όπισθεν των κτηρίων, στη νότια δηλαδή πλευρά τους, όπως ακριβώς το αποτυπώνουν και τα δύο σχέδια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Επιπλέον, η Πύλη της Ξηράς απεικονίζεται όντως νοτίως του μεσαιωνικού πολυώροφου με κατακόρυφους πύργους προστασίας της πάνω στην ευθεία γραμμή της cortina (μεταπρομα­χώνιο), η οποία ετούτη την περίοδο θα σχηματίσει πλέον αμβλεία γωνία. Ένα ακόμα στοιχείο πιστότητας θα διαπιστώσουμε στην υπερκείμενη Ακροναυ­πλία: όπως αμέσως διακρίνουμε, το φράγκικο Κάστρο δείχνει να βρίσκεται σε μεγαλύτερο βάθος και να καταλαμβάνει έτσι μικρότερη έκταση από ό,τι το ρωμέικο, αφού πράγματι στο πρώτο η γεωφυσική διαμόρφωση με την κρη­μνώδη κατωφέρεια επέβαλε την απόσυρση των τειχών προς το εσωτερικό του βράχου, όπως σταθερά δηλώνεται και στα τοπογραφικά σχέδια. Εντός του Κάστρου del Torro σημειωτέα η παρουσία στη στέγη κατοικίας ευμεγέθους καμινάδας βενετικού τύπου, δηλαδή μορφής αντεστραμμένης πυραμίδας.

 

Σχέδιο αριθμός 4. Πανοραμι¬κός πίνακας από το χειρόγραφο ημερολόγιο κατάκτησης της Πελοποννήσου της Βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας.

 

Τα προαναφερθέντα συνηγορούν στη διαπίστωση ότι οι πανοραμικές αυτές εικόνες των πελοποννησιακών πόλεων, οι οποίες συνοδεύουν την εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων, ουδόλως είναι αυθαίρετες ή φανταστικές απεικονίσεις που διατηρούσαν μόνον κάποια πολύ χονδρικά στοιχεία πραγ­ματισμού ή αντέγραφαν δουλικώς παλαιότερα σχηματοποιημένα πρότυπα· πολύ περισσότερο πρόκειται περί μελετημένων σχεδίων με επί τόπου παρατήρηση, για τα οποία προφανώς και θα χρησιμοποιήθηκε εκ παραλλήλου και βοηθητικώς, όπως είναι αναμενόμενο, και η γνωστή στην ευρωπαϊκή εκδοτική παραγωγή παλαιότερη και τυποποιημένη απεικόνιση των πόλεων αυτών (εκκινώντας από τις χαλκογραφίες του Camocio και εξής).

Η χαρτογραφική παραγωγή για το Ναύπλιο είναι οπωσδήποτε ευρεία, με δεδομένη τη σημασία της πόλεως στο υπερπόντιο κράτος της Βενετίας (Stato da Mar), εκπορεύθηκε δε από την εναγώνια μέριμνα των Βενετών για την ενδυνάμωση του οχυρωματικού μηχανισμού της. Μια διαδικασία μακρά μέσα στον χρόνο, επίπονη, οδυνηρή, αιμάσσουσα για τους ανθρώπους που βιαίως και ανηλεώς εργάστηκαν για να ανεγερθούν τα οχυρώματα· κατέλιπε δε δυσε­ξίτηλα ίχνη πάνω στο ναυπλιακό τοπίο διαμορφώνοντας καθοριστικά το πρό­σωπο αυτής της γοητευτικής πλέον για εμάς σήμερα πελοποννησιακής πόλεως.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1979, σ. 41.

[2] Για το Ναύπλιο του 15ου αι. βλ. Diana Wright, «Late-fifteenth-century Nauplion. Topography, walls and boundaries», Θησαυρίσματα 30 (2000), σ. 163-187.

[3] Οι μελετητές μπορούν να χρησιμοποιούν πλέον την τελευταία επανέκδοση του έργου: Kevin Andrews, Castles of the Morea, revised edition with a Foreword by Glenn R. Bugh, The American School of Classical Studies at Athens, Princeton ‒ New Jersey 2006, σ. 90-105, σχέδια XXI, XXII και XXIII.

[4] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 1.

[5] Ιωάννα Στεριώτου, «Ο Πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283.

[6] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 2.

[7] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 3.

[8] Βλ. Καρούζου, ό.π., σ. 47, καθώς και Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, επανέκδοση, Αθήνα 1950, σ. 126.

[9] Όλες οι επιγραφές στο Λαμπρυνίδης, ό.π., σ. 122-130.

[10] Ηλία Μηνιάτη, Διδαχαί και Λόγοι εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν και  εις άλλας Κυριακάς του ενιαυτού και επισήμους εορτάς, επανέκδοση, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 497-498.

[11] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Provveditori da Terra e da Mar (στο εξής P.T.M.), busta 849, dispacci Sindici Cattasticatori, αναφορά αριθμός 25, Καρύταινα, 24 Φεβρουαρίου 1690, συνημμένη αίτηση των Δομηνικανών μοναχών προς τους συνδίκους καταστιχωτές.

[12] Στο ίδιο, συνημμένη επιστολή του Φραγκισκανού G. Mattio Vodari προς τους συνδίκους καταστιχωτές.

[13] A.S.V., P.T.M., b. 849, dispacci Francesco Grimani, αναφορά αριθμός 61, Άργος, 12 Αυγούστου 1699, φ. 1r.

[14] Στο ίδιο, φ. 2v.

[15] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 42, filza 106, φ. 20r.

[16] A.S.V., P.T.M., b. 869, dispacci Sindici Inquisitori, αναφορά αριθμός 19, Μονεμβασία, 13 Οκτωβρίου 1703, φ. 2r.

[17] A.S.V., P.T.M., b. 844, dispacci Antonio Zeno, αναφορά αριθμός 23, Ναύπλιο, 16 Απριλίου 1691.

[18] Με την Αρμάδα στο Μοριά, 1684-1687. Ανέκδοτο ημερολόγιο με σχέδια, εισαγωγή – επιμέλεια Ευτυχία Δ. Λιάτα, μεταγραφή κειμένου Κ. Γ. Τσικνάκης, Κέντρο Νεοελληνι­κών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, αρ. 66, Αθήνα 1998. Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 4.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

H Napoli Di Romania των Stradioti (15ος-16ος Αι.): Πως ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα – Κατερίνα Β. Κορρέ, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

«Το παρελθόν, είναι αυτή η μάζα μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλ­λων σκοτεινών […]. Αλλά αυτή η μάζα δεν αποτελεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη», έγραψε ο Braudel, o κατεξοχήν ιστορικός της μακράς διάρ­κειας. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν και συνιστούν την ιστορία, περνά μέσα από ερμηνευτικές ατραπούς, στις οποίες οι κάθε είδους διανοητικοί καταναγκασμοί είναι δύσκολο – αν όχι ακα­τόρθωτο – να αποφευχθούν. Ένα τέτοιο δύσκολο παρελθόν είναι το παρελθόν των μισθοφορικών ομάδων του 15ου-16ου αι., που είναι γνωστές ως stradioti. Θα μοιραστώ μαζί σας τη δική μου συγκομιδή, βάσει των αρχειακών πάντα τεκμηρίων, στην οποία κατέληξα μετά από τη μεγάλη ή μικρή διανοητική περιπέτεια που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς – και κυρίως γιατί – είναι δυνατό να υιοθετεί κανείς μια πατρίδα.

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

Η στενή σύνδεση του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τις τύχες του Δεσποτάτου του Μοριά αντανακλάται και στην ονομασία των stradioti, που, αντίθετα από ό,τι έχει υποστηριχθεί ως προς την ετυμολογία της (ότι προέρχεται από τη λέξη strada), αποτελεί προφανές γλωσσικό δάνειο της ελληνικής (στρατιώτης) στη βενετική. Ο θεσμός των μισθοφόρων στρατιωτών του είδους που οι stradioti αναδείχθηκαν αργότερα, σχετίζεται με τις πολιτικές εποικισμού των τελευταίων δεσποτών του Μοριά και κατ’ επέκταση των βυζαντινών αυτοκρατόρων των τελευταίων δύο αιώνων: στην usanza greca αναζητούν οι βενετικές πηγές το πρότυπο δημιουργίας αυτών των πολεμικών σωμάτων ατάκτων. Η βυζαντινή στρατεία, η υποχρέωση δηλαδή για πολεμική υπηρε­σία – που εντοπίζεται στις βυζαντινές, νομικές κυρίως, πηγές –, αποσκοπούσε εξαρχής στη δημιουργία στρατευμένων, πολεμιστών δηλαδή σε εφεδρεία. Οι πολεμιστές αυτοί προέρχονταν πρωτίστως από ντόπιους. Ιδίως όμως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, στρατολογούνταν και άλλες εθνοτικές ομάδες που ενδεχομένως ήταν σε θέση να απειλήσουν την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, αν δεν ενσωματώνονταν με κάποιο τρόπο στη βυζαντινή στρατιωτική μηχα­νή. Η προβληματική των στρατιωτικών προνοιών συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με τις εν λόγω πραγματικότητες.

Οι σημαντικότερες κινήσεις εγκατάστασης πληθυσμών, που προέρχονταν από τη σημερινή γεωγραφική περιοχή της νότιας Αλβανίας (το παλιό Θέμα Δυρραχίου), στο Δεσποτάτο πρέπει να έγιναν από τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό γύρω στο 1340 και από τον Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο μεταξύ 1395 και 1396. Τα κριτήρια ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά. Ενώ για την πρώτη περίπτωση ο αριθμός των εποίκων δεν είναι γνωστός, στη δεύ­τερη εικάζεται ότι πάνω από 10.000 άνθρωποι με τα κοπάδια τους πέρασαν μέσω Ισθμού στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε ακαλλιέργητες εκτά­σεις του Δεσποτάτου και αποτέλεσαν τους – αρχικά τουλάχιστον – «προθύ­μους και αγαθούς στρατιώτας» του. Αρκετοί όμως εξ αυτών κατέληξαν και σε ιδιωτικές γαίες των δυνατών, αποτελώντας, σε πολλές περιπτώσεις, τους ιδιωτικούς τους στρατούς.

Το πρώτο κύμα των εποικισμών για το βενετικό Ναύπλιο έγινε στα μέσα του 15ου αι. και οι έποικοι προερχόταν από τις περιοχές του Δεσποτάτου. Επρόκειτο για δυσαρεστημένους Αλβανούς μετανάστες που ανήκαν στη φάρα των Μπούα, επειδή στα πράγματα του Δεσποτάτου είχαν προκριθεί οι άσπον­δοι εχθροί τους, οι Μπόχαλη. Ο Μπούας Κούκης ήταν από τους πρώτους που προσφέρθηκαν, το 1423-1425, να έλθει στην υπηρεσία των Βενετών από την Αρκαδία, όντας σε ρήξη με τον Θεόδωρο Παλαιολόγο. Οι άνδρες του, μαζί με τις οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Καθώς οι εμφύλιοι πόλεμοι για την εξουσία του Δεσποτάτου εντείνονταν, το κύμα των αποσκιρτήσεων προς τις ασφαλέστερες βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, ενώπιον της τουρκικής μάλιστα απειλής, γινόταν μεγαλύτερο.

Η πλειονότητα εκείνων των ανθρώπων, που περιπλανούνταν στην κεντρι­κή και νοτιοανατολική Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, περιοχή που είχε αποψιλωθεί πληθυσμιακά μετά από τη μεγάλη τουρκική επίθεση του 1397. Το 1451 η βενετική διοίκηση είχε προσκαλέσει επισήμως όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν εκεί, με συγκεκριμένα ανταλλάγματα: 40 στρέμματα γης, 4 στρέμματα αμπέλια για κάθε οικογένεια, μαζί με οικοδομικό υλικό για να ξαναφτιαχτούν οι κατεστραμμένες οικίες ή να χτιστούν νέες. Ανάμεσα στους άλλους, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν και 115 ελληνικές οικογένειες από τον Μοριά.

 

Λεπτομέρεια της εικόνας της Δέησης (1546) που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία. Απεικονίζεται ο στρατιώτης Ιωάννης Μάνεσης. Τη γνωστή εικόνα της Δέησης, αφιέρωσαν τα αδέλφια stradioti Ιωάννης και Γεώργιος Μάνεσης, οι γιοι του Κομίνη, ελληνοαλβανικής καταγωγής, στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, ανήμερα της εορτής του προστάτη των στρατιωτών αγίου Γεωργίου (21 Απριλίου 1546). Στο βάθος της αφιερωματικής παράστασης εικονίζεται ένα χαρακτηριστικό τοπίο, το οποίο όμως έχει διαφύγει της προσοχής στη βιβλιογραφία. Πρόκειται ασφαλώς για το Ναύπλιο, όπως θα φαινόταν από την πλευρά της ακτής, εκεί από όπου περνά η σημερινή λεωφόρος Ναυπλίου – Νέας Κίου: διακρίνεται καθαρά το Μπούρτζι και οι τρεις πύργοι της πόλης, πίσω από τη φιγούρα του στρατιώτη στην αριστερή γωνία.

 

Η εικόνα της Δέησης με του αφιερωτές Ιωάννη και Γεώργιο Μάνεση. Πιθανότατα έργο του Κρητικού ζωγράφου Στρελίτζα Μπαθά.

 

Το δεύτερο κύμα εποικισμών προς το Ναύπλιο, στα τέλη του 15ου αι., αφο­ρούσε – εκτός από παλιούς – και σε νέους μετανάστες. Στους παλιούς συγκαταλέγονταν ομάδες Αλβανών που είχαν από δεκαετίες εγκατασταθεί στη Μάνη, στην περιφέρεια της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και πολυάριθμων Ελλήνων προσφύγων που αναζητούσαν ένα χριστιανικό καταφύγιο μπροστά στην οθωμανική προέλαση. Ο Μανουήλ Μπόχαλης, που ήταν στην πρώτη γραμμή της άμυνας του Δεσποτάτου και συγγένευε με τους Παλαιολόγους, εντάχθηκε με τους άνδρες του στις μισθοφορικές δυνάμεις του Ναυπλίου το 1461.

Στην Αργοναυπλία εγκαθίσταντο όμως και άλλες ομάδες, προερχόμενες από τον δυτικό βορρά, οι οποίες έφταναν μέσω της Αιτωλοακαρνανίας στον Ισθμό. Προς τα τέλη όμως του 15ου αι., η πορεία ολοένα και δυσκόλευε και οι ομάδες απορροφούνταν λιγότερο από τις βενετικές κτήσεις. Έτσι, η κίνηση προς τον νότο σταδιακά ανακόπηκε. Η Βενετία ήταν πολύ επιφυλακτική με αυτή την κατηγορία εποίκων, που δεν είχαν δηλαδή προηγούμενη εμπειρία ελληνικών διοικήσεων. Προτιμούσε φανερά τους εξελληνισμένους Αλβανούς του Δε­σποτάτου, που είχαν αποδεδειγμένα συνεργατικές συμπεριφορές, θεωρώντας ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί περισσότερο. Αυτούς αποκαλούσε συχνά στα έγγραφα albanesi greci, δηλαδή Ελληνοαλβανούς, τοποθετώντας τους δί­πλα στους greci, στους Έλληνες μισθοφόρους της, ντόπιους και μετοίκους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: H Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου – αρχές 18ου αι.) – Αγγελική Πανοπούλου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Ύστερα από μακροχρόνια οθωμανική κατοχή, η Πελοπόννησος καταλήφθηκε από τους Βενετούς με τρεις διαδοχικές εκστρατείες του αρχιστράτηγου Francesco Morosini για διάστημα περίπου 30 ετών. Παρότι βραχύχρονη, πρόκειται για σημαντική εποχή, καθώς οι Βενετοί προσπάθησαν να οργανώσουν τη διοίκηση, να αυξήσουν τους οικονομικούς δείκτες, να ανασυγκροτήσουν τους ήδη υπάρχοντες κοινωνικούς θεσμούς και να εισαγάγουν νέους. Η νέα διακυβέρνηση υπαγορεύτηκε από τα πολιτικoοικονομικά αιτήματα της Βενετίας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, ενώ εμφανής ήταν ο ρόλος του οθωμανικού παρελθόντος. Το Regno di Morea, λίγο χρονικό διάστημα μετά την κατάλη­ψή του, διαιρέθηκε σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες (provincie): της Ρω­μανίας (Romania), της Μεσσηνίας (Messenia), της Αχαΐας (Achaia) και της Λακωνίας (Laconia). Τις διοικητικές περιφέρειες συγκροτούσαν μικρότερες διοικητικές ενότητες, τα διαμερίσματα (territorii), που σε ολόκληρη την Πελοπόννησο έφθαναν τα 24. Η διοικητική περιφέρεια της Ρωμανίας, ειδικότε­ρα, είχε διαιρεθεί σε πέντε διαμερίσματα (territorii): του Ναυπλίου (Napoli di Romania), της Κορίνθου (Corinto), της Τρίπολης (Tripolizza), του Άργους (Argos) και του Αγίου Πέτρου της Τσακωνιάς (San Pietro di Zacugna).

Εκτός από τα παραπάνω διαμερίσματα, η επαρχία της Ρωμανίας περιλάμβανε δύο υποδιαιρέσεις (giurisdizioni): του Θερμησίου (σημ. Ερμιονίδα) και του Πόρου (εκτεινόταν στον παράκτιο χώρο μεταξύ Σοφικού και ακρωτήριου Σκύλαιου, περιλαμβάνοντας και τα Μέθανα).

 

Οι ανεμόμυλοι του Ναυπλίου: J. Peeters, Description…, ca. 1690 (Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών / The Nauplion of the Foreign Travellers, Εμπο¬ρική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007, σ. 60, αρ. 27).

 

Χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι ανάλογος διαχωρισμός δεν υφίστατο σε άλλα διαμερίσματα της Πελοποννήσου. Η υποδιαίρεση του Πόρου (Porto Porro ή Cato Nacagé) ήταν εξαρτημένη από το διαμέρισμα της Κορίνθου, ενώ εκείνη του Θερμησίου (Τermis) ανήκε στο υπό μελέτη διαμέρισμα του Ναυπλίου. Έχει ήδη καταδειχθεί ότι η συγκεκριμένη διοικητική κατάτμηση της αργολικής χερσονήσου αντέγραφε την προηγηθείσα οθωμανική διαίρεση, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ονομασία της υποδιαίρεσης του Πόρου ως Cato Nacagé στα βενετικά έγ­γραφα. Μια δεύτερη ασάφεια παρατηρείται ανάμεσα στα διαμερίσματα του Άργους και του Ναυπλίου, καθώς κατά την απογραφή του 1700 τα χωριά που βρίσκονταν στην περιοχή απέναντι από το Ναύπλιο, στο Κιβέρι, είχαν ενταχθεί στο διαμέρισμα του Ναυπλίου, ενώ στο κτηματολόγιο του Άργους του 1700 και σε απογραφή του 1704 καταγράφονται σε εκείνο του Άργους, συνιστώντας εξαίρεση στην εδαφική συνέχεια που είχαν καθιερώσει οι Βενε­τοί στη διοικητική οργάνωση. Είναι γνωστό ότι το τμήμα αυτό του Κιβερίου (σημ. Μύλοι) αποτελούσε εξάρτημα του Ναυπλίου την εποχή της πρώτης βε­νετοκρατίας και θα δεχθούμε με ασφάλεια και την ερμηνεία του Β. Πανα­γιωτόπουλου ότι στην πλούσια σε πηγές περιοχή υπήρχε σημαντικός αριθμός αλευρόμυλων, απαραίτητων για τον επισιτισμό του Ναυπλίου, καθώς και τη διαπίστωσή του ότι η θάλασσα στην περίπτωση αυτή μάλλον ένωνε τις δύο πλευρές του κόλπου παρά τις χώριζε.

Εάν η διοικητική οριοθέτηση του τεριτορίου του Ναυπλίου ήταν το αποτέλεσμα των γεωγραφικών καταναγκασμών, των ιστορικών πραγματικοτήτων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από τον 13ο αι. και ύστερα, και των οικονομικών δεδομένων, οι κλιματικές συνθήκες και η γεωμορφολογία του δεν υπόκεινται σε αυστηρές περιοδολογήσεις. Όμως επιδρούσαν καθοριστικά στους δείκτες της αγροτικής παραγωγής και περισσότερο στους τρόπους εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου τής εν λόγω περιοχής. Οι Βενετοί από την αρχή της κατάκτησης διέκριναν την αγροτική-κτηνοτροφική μορφή της οικονομίας του τόπου και σχεδίαζαν την πολιτική τους με κριτήριο την εξασφάλιση αφε­νός της επάρκειας και αφετέρου της τόνωσης του εξωτερικού τους εμπορίου. Επεδίωξαν έτσι συστηματικά την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και την εντατικότερη εκμετάλλευση κάθε πλουτοπαραγωγικού πόρου.

Τα φυσικογεωγραφικά χαρακτηριστικά έκαναν το κλίμα του τεριτορίου ήπιο, εύκρατο και γλυκό, και στο εσωτερικό του ψυχρό. Αν και δεν εντοπίστηκαν μαρτυρίες, από τα εδαφικά και άλλα χαρακτηριστικά συνάγεται ότι στο νοτιοανατολικό τμήμα του τεριτορίου ήταν ξηρότερο σε σύγκριση με την υπόλοιπη Πελοπόννησο. O Marin Michiel στην Έκθεση που συνέταξε το 1689 ως γενικός προνοητής, ύστερα από την περιήγησή του σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, με τίτλο «Descrizione delle strade, fiumi, siti et altro del Regno di Morea da me veduti e transitati», έγραφε ότι ο αέρας του Ναυπλίου ήταν ανθυγιεινός το καλοκαίρι εξαιτίας του έλους που περιέβαλλε το λιμάνι και επειδή βρισκόταν κάτω από το φρούριο, το οποίο δεν άφηνε την ελεύθερη διέλευση του αέρα. Την ίδια γνώμη είχε και ο γιατρός Αlessandro Pini, ο οποίος σχολιάζοντας το 1703 στην «Περιγραφή» του το κλίμα ορισμένων πόλεων σημείωνε ότι στο Ναύπλιο η σύσταση της ατμόσφαιρας ήταν ανθυγιεινή, με αποτέλεσμα να εκδηλώνονται συχνά ασθένειες, έχοντας πιθανόν στο μυαλό του τον λοιμό που ενέσκηψε στη διάρκεια του πολέμου.

Για τις κλιματολο­γικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της Ερμιονίδας, ειδικότερα, καλή πηγή αποτελούν οι επιστολές των υπεύθυνων των αλυκών του Θερ­μησίου. Όπως αναφέρεται στα συγκεκριμένα έγγραφα, σφοδρή κακοκαιρία σημειώθηκε το φθινόπωρο του 1699, κυρίως κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, dal principio di questa luna, που έβρεχε επί 12 ημέρες συνέχεια και έπνεαν δυνατοί άνεμοι da sirocco. Σφοδροί άνεμοι φυσούσαν και στα τέλη του Ιουνίου του επόμενου έτους. Σύμφωνα με άλλες πηγές, ακραία καιρικά φαινόμενα παρατηρήθηκαν το 1705, όταν τον Ιούλιο, εξαιτίας της παρατεταμένης ξηρασίας, καταστράφηκε η παραγωγή στα χωριά των τεριτορίων Ναυπλίου και Άργους, όπως περιέγραφαν οι κάτοικοι: τη ζημία ἀπου εσταθη της παρον χρονεας απο την αβροχηὰ. Στο δεύτερο, μάλιστα, η ξηρασία συνοδεύτηκε και από την επιδρομή ακρίδων (cavalete). Την ανομβρία ακλούθησαν πολλές βροχές το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, διάρκειας τριών ημερών και δύο νυχτών, που είχαν ως αποτέλεσμα την υπερχείλιση των χειμάρρων πέρα από το σύνηθες και την παράσυρση κάθε είδους ζώων στη θάλασσα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Το territorio του Ναυπλίου – Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου-αρχές 18ου αι.)

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)


 

Ο ένατος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων περιλαμβάνει τα πρακτικά του συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο, το 2015, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 300 χρόνων από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους, το τέλος της βενετοκρατίας και γενικότερα της παρουσίας δυτικών κυριάρχων στην Πελοπόννησο.

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά(επ. επιμ.) Ευτυχία Λιάτα. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2016), έκδ. Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ι. Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2017.

 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Περιεχόμενα τόμου

 

  • Ευτυχία Δ. Λιάτα, Από την πρώτη στη δεύτερη βενετοκρατία: επισημάνσεις, σ. 29-40.
  • Μαρίνα Κουμανούδη, Επαμφοτερισμοί της Κυριάρχου στο Κράτος της Θάλασσας. Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540),  σ. 41-82.
  • Αγγελική Τζαβάρα, Αρχειακές μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου (14ος-15ος αι.), σ. 83-100.
  • Κατερίνα Β. Κορρέ, Η Napoli di Romania των stradioti (15ος-16ος αι.): πώς ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα, σ. 101-118.
  • Χρήστος Τσενές, Οι Greghesche του 16ου αι., σ. 119-122.
  • Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715), σ. 125-144.
  • Χρύσα Μαλτέζου, Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας, σ. 145-154.
  • Κώστας Τσικνάκης, Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573), σ. 155-175.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Λόγιοι και χρονογράφοι, σ. 179-210.
  • Σωτήρης Κουτμάνης, Ναυπλιώτες στη Βενετία (16ος ‒ αρχές 18ου αι.). Η κοινότητα της διασποράς ως τοπική ιστορία, σ. 211-219.
  • Σπύρος Θ. Τακτικός, Η υπηρεσία της Δημόσιας Σιταποθήκης στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 223-236.
  • Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακοί θεσμοί στο βενετικό Ναύπλιο, σ. 237-256.
  • Αλέξης Μάλλιαρης, Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715), σ. 257-267.
  • Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, Εκκλησιαστικά του Ναυπλίου. Η Λατινική Αρχιεπισκοπή, σ. 271-286.
  • Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Στοιχεία της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, σ. 287-298.
  • Ιωάννα Στεριώτου, Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος-18ος αι.), σ. 301-312.
  • Αφροδίτη Κούρια, Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα, σ. 313-326.
  • Δημήτριος Χ. Γεωργόπουλος, Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688), σ. 327-330.
  • Αναστασία Βασιλείου, Κεραμική ιταλικών εργαστηρίων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, σ. 331-348.
  • Αγγελική Πανοπούλου, Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 351-370.
  • Μαρία Βελιώτη, Ανταποκρίσεις των Γάλλων Προξένων περί Ναυπλίου (1692-1715)», σ. 371-384.

 

Μπορείτε να διαβάσετε την έκδοση σε μορφή pdf: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Το Θέατρο στο Ναύπλιο την Οθωνική περίοδο – Κείμενα και παραστάσεις. Βαρβάρα Γεωργοπούλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Η έλλειψη αυτοτελούς μονογραφίας για τη θεατρική δραστηριότητα στην πόλη του Ναυπλίου – η οποία εξ αιτίας της ιδιαίτερης ιστορικής σημασία του χώρου θα παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον – εντάσσεται στη γενικότερη έλλειψη μελετών για τη θεατρική μας ιστορία στον τομέα των τοπικών ιστο­ριών. Η σημαντικότερη πηγή μέχρι πρόσφατα υπήρξε η Ιστορία του Νικ. Λάσκαρη, η οποία αφορά μόνο τα χρόνια 1826-1834. Για την κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα της πόλης του Ναυπλίου την εποχή του Καποδίστρια έχουμε τη μελέτη της Αλέκας Μπουτζουβή – Μπανιά, ενώ μέχρι το 1836 αναφέρεται η εστιασμένη στο θέατρο σχετικά πρόσφατη μελέτη της Άννας Ταμπάκη. Στην παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε σύντομα στα σημαντικότερα γεγονότα, τα οποία είναι γνωστά από τις προαναφερθείσες πηγές, και στη συνέχεια θα εστιάσουμε σε λιγότερο γνωστά στοιχεία σχετικά με τη δραματουργία και τη θεατρική πράξη της εποχής που κυρίως μας ενδιαφέρει, δηλαδή της τριακονταετίας 1833-1862.

Η θεατρική ιστορία του Ναυπλίου, αν και υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, δεν διαθέτει σημαντικές παραστάσεις, τις οποίες, αντίθετα, συναντάμε σε άλλα επαρχιακά κέντρα, και ειδικότερα στη Σύρο. Ωστόσο, με ποικίλους τρόπους το Ναύπλιο συνδέεται ζωηρά με το θέατρο και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του ήδη από τα πρώτα βήματα της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, εκεί συντελείται η έκδοση σημαντικών έργων, τα οποία – το καθένα για ξεχωριστούς λόγους – συνέβαλαν στη διαμόρφωση της θεατρικής μας ιστορίας. Επίσης, το Ναύπλιο επιλέγεται ως δραματικός χώρος ιστορικών δραμάτων, κυρίως λόγω του γεγονότος που σφράγισε τη νεότερη ιστορία μας, της δολοφονίας του πρώτου Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Στο Ναύπλιο γράφτηκε ένα από τα πρώτα και δυνατότερα θεωρητικά κείμενα σχετικά με τον ρόλο του θεάτρου – δεδομένου ότι προέρχεται από λαϊκή πένα απηχώντας το πνεύμα του Μακρυγιάννη. Δύο μόνο χρόνια μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης, το 1823, ένας από τους πρωτεργάτες της και «πολιτάρχης του Αναπλιού», ο Νικηταράς, εγκωμιάζοντας τα αγαθά της παιδείας και της υγείας και τονίζοντας την ανάγκη ύπαρξής τους στο επαναστατημένο έθνος, σε σχετικό έγγραφο προς τον τότε Υπουργό των Εσωτερικών Παπαφλέσσα προτείνει την ίδρυση θεάτρου, σχολείου και νοσοκομείου. Συγκεκριμένα, προτείνει να μετατραπεί σε θέατρο «το τζαμί του Αγάπασα». Η φιλόδοξη και άκρως πρωτοποριακή ιδέα του Νικηταρά πραγματοποιήθηκε εξήντα χρόνια αργότερα. Το 1895 το παλαιό τζαμί και πρώην Αλληλοδιδα­κτικό σχολείο στην Πλατεία Συντάγματος λειτούργησε ως Δημοτικό θέατρο.

Αλλά και στον τομέα της δραματουργίας το Ναύπλιο διεκδικεί δάφνες πρωτοπορίας, αφενός στην ελληνική γυναικεία δραματουργία και αφετέρου στον κύκλο των θεατρικών έργων με θεματολογία σχετική με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η Ευανθία Καΐρη είναι η αφοσιωμένη αδελφή του θεολόγου, φιλόσοφου και παιδαγωγού Θεόφιλου Καΐρη, στον οποίο και οφείλει τη μόρφωσή της αλλά και την πρώτη της γνωριμία με το θέατρο μέσα από τα έργα του γαλλικού κλασικισμού. Τα έργα αυτά θα στείλει, κατόπιν δικής της έκκλησης στη «φιλόμουσον Ευανθίαν» ο Αδαμ. Κοραής. Ενώ ακόμη διαρκεί ο ελληνικός Αγώνας και η έκβασή του είναι αβέβαιη, «εν βρασμώ ψυχής», φορτισμένη συναισθηματικά από τα δεινά του Αγώνα, μεταξύ των οποίων και το προσωπικό πλήγμα του τραυματισμού του αδελφού της, «η χαριτωμένη Ευανθία», κατά την έκφραση Γάλλου φιλέλληνα, μετουσιώνει καλλιτεχνικά – χρησιμοποιώντας τα δραστικά όπλα της δραματικής τέχνης – την Έξοδο του Μεσολογγίου. Το έργο της εγκαινιάζει την πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή με επίκεντρο το συγκλονιστικό γεγονός. Τρεις μόνο μήνες μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, τον Ιούνιο του 1826, εκδίδεται «εν Ναυ­πλίω, εν τη τυπογραφία της Διοικήσεως» το τρίπρακτο έργο Νικήρατος, «ελ­ληνίδος τινός», αφιερωμένο στις Ελληνίδες που θυσιάσθηκαν στον Αγώνα, με πρόλογο απευθυνόμενο «Προς τας Ελληνίδας». Ένα χρόνο αργότερα, το 1827, ο Αλέξανδρος Σούτσος θα αποκαλύψει την ταυτότητα της ηρωίδας αξιολογώντας το έργο και κατατάσσοντας τη συγγραφέα του στον «χορό των μουσών». Το έργο, το οποίο έχει αναλυθεί διεξοδικά από σημαντικούς μελετητές του θεάτρου μας, όπως τον Β. Πούχνερ και την Άννα Ταμπάκη, γνώρισε και αξιόλογη σκηνική σταδιοδρομία, αφού είχε την τύχη να παρασταθεί λίγο μετά τη συγγραφή του από ερασιτεχνικό θίασο και στη συνέχεια από επαγγελματικούς θιάσους. Το δράμα καταξιώνει τη συγγραφέα του και την τοποθετεί στις πρώτες Ελληνίδες εκπροσώπους της γυναικείας γραφής, και ειδικότερα της θεατρικής, εγκαινιάζοντας, παράλληλα, τον κύκλο της επαναστατικής δραματουργίας του 1821.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια, η βελτίωση της πολιτικής αστάθειας είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη κοσμικής κίνησης στο Ναύπλιο με τη διοργάνωση εσπερίδων και συναναστροφών, στις οποίες πρωτοστατούσαν Φανα­ριώτες και λόγιοι και οι οποίες και έγιναν οι πυρήνες της θεατρικής δραστηρι­ότητας.

Ο Φαναριώτης ποιητής και πεζογράφος Παναγιώτης Σούτσος (1806-1868). Χαρακτικό.

Ειδικότερα στο φιλολογικό σαλόνι του λόγιου γιατρού Ταλιαπιέτρα ο γαλλοτραφής Αλέξανδρος Σούτσος διάβασε την κωμωδία του Ο άσωτος, την οποία και εξέδωσε το 1830 στο Ναύπλιο που αποτελούσε και τον δραματικό της χώρο. Η κωμωδία, ωστόσο, έφερε ζωηρή τη σφραγίδα των γαλλικών κωμωδιών του Μολιέρου και οι χαρακτήρες που παρουσίαζε, δεν είχαν καμία σχέση με τη ναυπλιακή κοινωνία της εποχής. Τον Σούτσο μιμήθηκε ο νεαρός δικαστικός Γεώργιος Πραντούνας, ο οποίος μετά την επιτυχημένη ανάγνωση της τραγω­δίας του Αι Ελευθερωμέναι Αθήναι στο προαναφερθέν φιλολογικό σαλόνι, την εξέδωσε την ίδια χρονιά, το 1830, κατά προτροπήν του Ταλιαπέτρα.

Πρόκειται για πεντάπρακτη τραγωδία σε πεζό λόγο με έμμετρα χορικά στην πέμπτη πράξη και έμμετρο επίλογο. Αναφέρεται στην απελευθέρωση των Αθηνών από τους Γότθους στα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα. Στόχος του συγγραφέα είναι η εξύμνηση του πατριωτικού ιδανικού, το οποίο ο ίδιος είχε πιστά υπηρετήσει και καλλιεργήσει κατά το διάστημα των παραστάσεων της Οδησσού. Συνδυάζει, όχι πάντοτε επιτυχημένα, τις επιταγές του κλασικισμού και του ρομαντισμού και όντας εμπλουτισμένο με γεγονότα της εποχής του τονίζει την ανάγκη εθνι­κής ομόνοιας και πολιτικής σταθερότητας. Ένα χρόνο αργότερα, ο Παναγιώ­της Σούτσος δημοσίευσε μαζί με τις πρώτες λυρικές του συνθέσεις το πρώτο του δραματικό έργο, τον Οδοιπόρο, αποσπάσματα του οποίου είχε επανειλημμένα διαβάσει στο φιλολογικό του σαλόνι. Κεντρικό μοτίβο του έργου, όπως και άλλων έργων του ρομαντισμού, είναι ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, ο οποίος βασίζεται σε προσωπική εμπειρία του ίδιου του συγγραφέα με την όμορφη Ραλλού, κόρη του ηγεμόνα Σούτσου. Το έργο, αν και παρουσιάστηκε πολύ νωρίς, ήδη το 1836 στην Αθήνα, στη συνέχεια πέρασε σε σκηνική αφάνεια. Αντίθετα, είχε πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα εκδοτική ιστορία (γνώρισε 35 εκδόσεις) και μεμονωμένοι στίχοι του παρέμειναν θρυλικοί και τροφοδότησαν τους καθημερινούς έρωτες, την ερωτική ποίηση αλλά και το μελόδραμα.

Ραγκαβής – Ρίζος Αλέξανδρος (1809-1892). Ξυλογραφία: Δημοσιεύεται στο «Εθνικόν Ημερολόγιον …», Αθήνα, 1889.

Η δολοφονία του Καποδίστρια τον Σεπτέμβριο του 1831 σταμάτησε αιφνίδια την πολιτιστική κίνηση της πόλης, η οποία αναζωπυρώθηκε με την εκλογή και στη συνέχεια την άφιξη του Όθωνα το 1833. Το 1832 χάθηκε η ευκαιρία της πρώτης ολοκληρωμένης θεατρικής παράστασης στο Ναύπλιο στο σπίτι του Δημ. Καλλέργη, και μάλιστα με πρωτότυπη ελληνική κωμωδία. Την ιδέα είχε ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ο οποίος δεν πτοήθηκε από την άρνηση των κυριών να λάβουν μέρος στην παράσταση και εντός τριών ημε­ρών έγραψε τη μονόπρακτη κωμωδία Γάμος άνευ νύμφης. Τελικά όμως, πάλι λόγω γυναικείας υπαιτιότητας – και συγκεκριμένα για να μην παρεξηγηθούν δύο κυρίες, επειδή υπήρχε φόβος να ταυτιστούν με πρόσωπα της κωμωδίας – ματαιώθηκε η παράσταση. Το έργο παραστάθηκε στην Αθήνα το 1843 με τον ίδιο τίτλο και στη συνέχεια με τον τίτλο Ο γάμος της Αρχοντούλας το συμπεριέλαβε ο Ραγκαβής στα Άπαντά του. Στο Ναύπλιο, επειδή αποφασίστηκε από τους συμμετέχοντες να μην ειπωθεί τίποτα από σκηνής προς αποφυγήν κάθε παρεξηγήσεως εκ μέρους του ακροατηρίου, προτιμήθηκε η παντομίμα και ο ίδιος ο Ραγκαβής ανέλαβε τον γυναικείο ρόλο. Η απόδοση του ρόλου από άνδρα καθώς και ο κινησιακός κώδικας που επιλέχτηκε στη θέση του λόγου, αν και υπαγορεύτηκαν από εξωτερικούς παράγοντες, ωστόσο αποτελούν ιδιάζουσες απόπειρες οι οποίες, απηχώντας πανάρχαιες μορφές θεάτρου, εγγράφονται στις κατακτήσεις της πρωτοπορίας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Θέατρο στο Ναύπλιο την Οθωνική περίοδο – Κείμενα και παραστάσεις

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα I, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1992.


 

[…] Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η ύπαρξη στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου στοιχείων, που σχετίζονται με τη μετακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1843, από το νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε ενταφιαστεί, στην πλατεία του Πλατάνου (σημερινή πλατεία Συντάγματος). Τα οστά τοποθετήθηκαν στην κρύπτη του μνημείου, που κατασκευάστηκε γι’ αυτό το σκοπό. Το μνημείο μεταφέρθηκε το έτος 1951 στην πλατεία Τριών Ναυάρχων…

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από το «Τριανόν».

 

[…] Σε μελέτη των Κ. Σωτηριάδου – Θ. Παπαπετρόπουλου επιχειρείται να διαλευκανθεί το πρόβλημα της υγείας και η αιτία του πρόωρου θανάτου του Δ. Υψηλάντη.

Το 1932 ο Άγγλος νευρολόγος Caughey εξέτασε σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου μια γυναίκα 54 χρονών, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο μυοτονικής δυστροφίας, μιας σχετικά σπάνιας κληρονομικής αρρώστιας των μυών και των ενδοκρινών αδένων. Τέσσερα ακόμη αδέλφια της (από τα επτά) έπασχαν από την ίδια πάθηση. Η άρρωστη διηγήθηκε στον Δρ. Cau­ghey ότι ο πατέρας της, που είχε την ίδια αρρώστια, έζησε και εργάσθηκε στο Λονδίνο, ο παππούς της ήταν καθηγητής των Ελληνικών σε ένα Πανεπιστήμιο του Βορρά και η προγιαγιά της ήταν αδελφή των αδελφών Υψηλάντη. Ο Δρ. Caughey δημοσιεύει το γεγονός σε μονογραφία σχετική με την πάθηση αυτή, που εξέδωσε στο Λονδίνο μαζί με τον Έλληνα νευρογενετιστή Μυριανθόπουλο το 1963. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού διατυπώνεται η υπόθεση ότι και ο Δημήτριος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Υψηλάντη έπασχαν από μυοτονική δυστροφία.

Οι μαρτυρίες και οι περιγραφές ανθρώπων που γνώρισαν το Δ. Υψηλάντη μας δίνουν ανάλογη εικόνα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.

Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μειονεκτική σε τέτοιο βαθμό που δημιουργούσε ένα στενόχωρο συναίσθημα αμηχανίας σε όσους τον πλησίαζαν. Ήταν μικρόσωμος, δύσμορφος, με εύθραυστα μέλη. Το ανέκφραστο πρόσω­πό του απωθούσε όλους όσους τον πλησίαζαν για πρώτη φορά. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και φωνή αδύνατη, ένρινη και δυσαρθρική. «Μιλούσε με ένα τόνο ένρινο σαν καπουκίνος», γράφει χαρακτηριστικά ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann. Ήταν περίπου 28 χρονών όταν ήρθε στην Ελλάδα, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτερος.

Η όψη του ήταν υπναλέα και κοιμόταν πάνω από δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι μυς του προσώπου και των άκρων του ήταν τόσο ατροφικοί που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε με σκελετό. Οι κινήσεις του ήταν αδέξιες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η πάθησή του παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση με περιόδους έξαρσης, πράγμα που τον είχε υποχρεώσει να διατηρεί μόνιμα στο επιτελείο του γιατρό.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών.

Η αρρώστια εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και οδηγεί στο θάνατο, συνήθως από αναπνευστικές λοιμώξεις, πριν από το 40ο έτος της ηλικίας. Τη μυοτονική δυστροφία περιέγραψε το 1909 ο Γερμανός Steinert· δεν ήταν επομένως γνωστή η νόσος την εποχή που ζούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η ασθένεια κληρονομείται με τον επικρατητικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Παραβάλλοντας τα στοιχεία που απορρέουν από τα ιστορικά κείμενα για την πάθηση του Δ. Υψηλάντη με τα συμπτώματα της μυοτονικής δυστροφίας διαπιστώνονται σαφείς ομοιότητες.

Εδώ αξίζει να αναφερθούν και οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν τον άρρωστο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους αδελφούς τους Νικόλαο και Γεώργιο. Οι γνωματεύσεις αυτές, που δόθηκαν στις αρχές της Αυστροουγγαρίας από διάσημους γιατρούς της εποχής, δεν οδηγούν από μόνες τους σε καμμία διάγνωση. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της πάθησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι καθαρά συμπτωματική (διάγνωση δηλαδή που παραθέτει απλώς τα συμπτώματα χωρίς να μπορεί να τα υπαγάγει σε μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα) και αφήνει μέχρι τέλους αναπάντητα ερωτήματα, παρά τη νεκροψία που έγινε μετά το θάνατό του…

 Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του Δημητρίου Υψηλάντη, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, που δίνει ο William Rathborne Greg: «Η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ παράξενη. Όταν τον γνώρισα, την άνοιξη του 1832, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τριανταπέντε χρονών και όμως έμοιαζε με εξηντάρη. Aνάστημα κοντό, κεφάλι τελείως φαλακρό σαν σκελετού, μέλη εύθραυστα και καχεκτικά, σε βαθμό που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε στο τελευταίο στάδιο φυματίωσης. Έβηχε συνεχώς και η φωνή του ήταν αδύνατη και έντονα δυσαρθρική. Θα έλεγε κανείς ότι βλέπει έναν αναστημένο σκελετό από τους τριακόσιους πεσόντες στις Θερμοπύλες»…

 Η ιατρική της εποχής εκείνης δεν μας δίνει τη διάγνωση, αποκλείει όμως πολλές γνωστές τότε χρόνιες λοιμώδεις καχεκτικές παθήσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν σαν διάγνωση της ασθένειας των αδελφών Υψηλάντη. Η πριγκιπική οικογένεια έζησε στη Ρωσία και στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή περιοχές με καλό επίπεδο ιατρικής για την εποχή τους. Εάν επρόκειτο για κάποια γνωστή τότε αρρώστια θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί, αφού στον Αλέξανδρο Υψηλάντη έγινε και μεταθανάτια νεκροτομική μελέτη. Η παρουσία μιας χρόνιας αρρώστιας σε τρία αδέλφια και ίσως τέσσερα (μεταξύ οκτώ) εύλογα στρέφει τη διάγνωση σε νόσο κληρονομική. Οι κλινικές ομοιότητες αυτής της χρόνιας εξελικτικής πάθησης με τη μυοτονική δυστροφία, τουλάχιστον στον αδελφό Δημήτριο, και η αναμφισβήτητη διαπίστωση μυοτονικής δυστροφίας σε απογόνους της οικογένειας στο Λονδίνο. 100 χρόνια αργότερα, ισχυροποιούν την υπόθεση ότι η πάθηση των αδελφών Υψηλάντη ήταν μυοτονική δυστροφία.

Από αυτή, λοιπόν, τη νόσο εικάζεται ότι πέθανε στις 5 Αυγούστου 1832 ο Δ. Υψηλάντης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »