Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φυλακές’

«Ανάμεσα στις γραμμές»: Φυλακές της Αργολίδας, Σάββατο 16 Ιουνίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Φυλακές της Αργολίδας

Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  θα παρουσιάσουν το Σάββατο 16 Ιουνίου και ώρα 11.00 – 15.00 και 18.00 – 21.00, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, τα πορίσματα ερευνητικής εργασίας που πραγματοποίησαν, μέσω συνεντεύξεων, τα οποία αφορούν το αποτύπωμα που άφησαν στην τοπική κοινωνία, στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό οι ιστορικές φυλακές Παλαμηδίου, Ακροναυπλίας και Λεονάρδου, καθώς και το Μπούρτζι (Γκιλοτίνα- εκτελέσεις). Επίσης, οι έρευνες  μετέρχονται την παρουσία και την εκπαιδευτική δραστηριότητα των δύο σημερινών Καταστημάτων Κράτησης στην Τίρυνθα και στο Ναύπλιο καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους στο χώρο της περιοχής. Την εκδήλωση θα κλείσει ο μουσικός και δημιουργός Νότης Χασάπης.

 

Αναλυτικά το πρόγραμμα:

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018,  11.00-15.00

Χαιρετίζουν την εκδήλωση οι:Αθανάσιος Κατσής, Πρύτανης Πανεπιστημίου Πελοποννήσου – Δημήτρης Κωστούρος, Δήμαρχος Ναυπλίου.

Προλογισμός: Οι φυλακές του Ναυπλίου και το ΠΜΣ «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση». Άλκηστις Κοντογιάννη, Ομότιμη Καθηγήτρια ΠΑ.ΠΕ.

  1. 1818-2018: Διακόσια χρόνια Φυλακές Ναυπλίου και γραμματισμός κρατουμένων. Θεοδώρα  -Ντορέττα Αστέρη.
  2. «28 του Γεναριού»: Τραγούδι αναφερόμενο στις εκτελέσεις. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  3. Φυλακές Παλαμηδίου: Μνήμες και καταγραφές γύρω από την γκιλοτίνα. Χριστίνα Γούση.
  4. «Το Παλαμήδι»: Τραγούδι του Κ. Ρούκουνα. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  5. Η Εκπαίδευση και η πολιτιστική παραγωγή στις φυλακές της Ακροναυπλίας την περίοδο 1937-1943. Νάντια Κατή.
  6.  Η Ακροναυπλία της περιόδου 1946-1966: Μνήμες και καταγραφές. Αδαμαντία Μπεκιάρη και Τσίρου Κωνσταντίνα.
  7. Προβολή του Ντοκιμαντέρ «Μνήμες Φυλακών Ακροναυπλίας» του Νίκου Καβουκίδη

 Σάββατο 16 Ιουνίου 2018,  18.00 – 21.00

  1. Φυλακές του Λεονάρδου και οι δήμιοι του Ναυπλίου. Έλενα Βλαχογιάννη.
  2.  «Το Κάστρο του Παλαμηδιού»: Τραγούδι. Ερμηνεύει ο Θεόδωρος (Τεό) Παπαϊωάννου.
  3. Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας: το σήμερα και το αύριο. Χριστίνα Θεοδωροπούλου.
  4. Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας: Μία  διαδρομή εκπαίδευσης και πολιτισμού. Νεκταρία Αναστασίου.
  5. Καταστήματα Κράτησης Ναυπλίου: Μία «κλειστή πόρτα» με ανοιχτούς ορίζοντες. Αλεξάνδρα Στεργιάννη.
  6. Η Εκπαίδευση στις Φυλακές Ναυπλίου: Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε από το ΠΜΣ του Τμήματος. Φωτεινή Χασάπη και Φλώρου Κωνσταντίνα, ΑΣΠΑΙΤΕ

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πικρός Πέτρος – Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας


 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ. Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές…

 

[Κυριακή, 2 Μαΐου 1926] 

Ένα κομμάτι Μεσαίωνας παραστρατημένο, λησμονημένο μέσα στο σύγχρονό μας «υψηλό πολιτισμό».

Ένα κομμάτι Νύχτα στις παραμονές μιας αυγής.

Τ’ Ανάπλι με τα κάστρα του και με τις φυλακές του.

Τ’ Ανάπλι με τους σκοτεινούς τους θρύλους, τα βαριά τα σίδερα, κανόνια κι αλυσίδες. Με τα λυπητερά τραγούδια τα μακρόσυρτα:

…Αν είσαι μάννα και πονής

έλα στ’ Ανάπλι να με δεις…

…Και με το μαρμαρένιο λεοντάρι τ’ Αγίου Μάρκου.

Pax tibi.

Ας φύγαν τα χρόνια κι ας έχουν διαβή «κερβάνια αιώνες και χάροντες καβάλα…».

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα:

Στου τουρκοβενετσιάνικου

παλιού Αναπλιού τη στράτα

περνά περνά ή παράτα

τ’ αλλοτινού καιρού

– Ανάπλι! Τί δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιχνίδι;

– Σαν πώς μου λες να χαίρουμαι και να βαρώ παιχνίδι οπούμ’  Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο…

Αλήθεια ξακουστό κι αλήθεια παινεμένο Ανάπλι! Μα πώς να χαίρεται, όταν έχη ένα Μπούρτζι, ένα Ίτς Καλέ, ένα Παλαμήδι;

Και μόν’ αυτά; Να! κι οι φυλακές του Λεονάρδου, οι γυναικείες φυλακές, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας, οι αγροτικές φυλακές της Τίρυνθος.

Πώς να βαράη παιχνίδι άλλο εξόν απ’ το παραπονιάρικο «μπαγλαμαδάκι» μέσα στους πνιγερούς αχνούς του χασισιού;

 …Μας έσπασες τον ναργιλέ

κυρ λοχαγέ στον Ίτς Καλέ…

Ωχ, τα μεράκια!… Που μέσα τους κλαίει το μαύρο φτωχολόι -κι όλα τους κι ή χαρά τους, μοιρολόι πικρό κι αργό…

…Έλα στ’ Ανάπλι δυο σκαλιά

να σου φιλήσω την ελιά…

 

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

 

Αυτά και άλλα πολλά αναφέρει στην ερευνά του, το 1926, ο Πέτρος Πικρός για τις φυλακές του Ναυπλίου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Μια έρευνα που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, σε μορφή βιβλίου με τίτλο «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας» από τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη, χάρη στην πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια του Νίκου Βαρβατάκου, επιμελητή και σχολιαστή της έκδοσης.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, διαβάζουμε:

Δημοσιογραφική και λογοτεχνική περιήγηση «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας», γραμμένη από τον πρωτοπόρο διανοούμενο της Αριστεράς του μεσοπολέμου, Πέτρο Πικρό. Κατά την τακτική του των «ζωντανών ρεπορτάζ», βιώνει ο ίδιος την κατάσταση που περιγράφει, συναναστρέφεται με τους κρατουμένους, βλέπει με τα μάτια του την αθλιότητα των καταλυμάτων τους και διαπιστώνει τις απάνθρωπες και μεσαιωνικές συνθήκες διαβίωσής τους.

Ως δημοσιογράφος αποκαλύπτει και ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα του σωφρονιστικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την άμεση λήψη μέτρων από την πολιτεία, ώστε να σταματήσει η τραγική κατάντια των φυλακισμένων. Παράλληλα, το λογοτεχνικό αλλά και επιστημονικό του υπόβαθρο συμπληρώνει το έργο του μαχητικού δημοσιογράφου, εμπλουτίζοντας την έρευνά του με ιστορικές και λαογραφικές αναφορές και προσδίδοντάς της λυρισμό, αμεσότητα και ανθρώπινη ζεστασιά.

Η έρευνα αυτή, που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, αποτελεί ένα δημοσιογραφικό και ταυτόχρονα συγγραφικό σταθμό στην έως τώρα ταραχώδη ιστορική διαδρομή των φυλακών και της ποινής του εγκλεισμού. Συνιστά επίσης ένα ιστορικό ντοκουμέντο, προσφέροντας στο σημερινό αναγνωστικό κοινό μια διεισδυτική ματιά σε μια «σκοτεινή», αθέατη πτυχή της νεοελληνικής κοινωνίας την εποχή του μεσοπολέμου.

Είναι μια δημοσιογραφική-λογοτεχνική καμπάνια του 1926 που διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα, διατηρώντας συγχρόνως μια θαυμαστή επικαιρότητα.

Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας

Εκδοτικός οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη

Ιούλιος 2016 – Σελίδες 308

Επιμέλεια:  Νίκος Βαρβατάκος

Πρόλογος: Γιαλαννης Μπάρτζης

ISBN 9786185161323

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου


   

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου

 Μια παράλληλη ζωή

 «Αντιλαλούν δυο φυλακές

τ΄ Ανάπλι κι ο Ιτς Καλές…».

 

Αντωνιάδης Μπάμπης*

 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές.

Στην Ακροναυπλία τα πρώτα κατάλοιπα οχύρωσης τα συναντάμε στα τέλη του  4ου π.Χ ή αρχές του 3ου π.Χ αιώνα. Πάνω από το τείχος με την πολυγωνική τοιχοδομία θεμελιώνουν οι Βυζαντινοί, αργότερα οι Φράγκοι. Η Ακροναυπλία χωρίζεται τότε σε δύο κάστρα, το Ρωμέικο δυτικά και το Φράγκικο ανατολικά. Η Α και η Β Ενετοκρατία ολοκληρώνουν την οχύρωση του βράχου. Η οχύρωση του Παλαμηδίου  όμως θα εκμηδενίσει την αμυντική σημασία της Ακροναυπλίας. Με την απελευθέρωση, την Καποδιστριακή περίοδο άρχισαν εργασίες επισκευής των υφιστάμενων κτηρίων και κατασκευή στρατιωτικών κτηρίων (νοσοκομείο) στην Ακροναυπλία.

 

Παλαμήδι

 

Στο Κάστρο Παλαμηδίου στεγάστηκαν οι πρώτες φυλακές μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Δεν έχουμε ακριβή ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των φυλακών. Οι φυλακισμένοι στεγάζονται στον προμαχώνα του Μιλτιάδη οι βαρυποινίτες και στον Αγ. Ανδρέα όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι».

1829. Γενική επισκευή κτηρίων στην  Ακροναυπλία που είχαν κτιστεί το 1706 από την Β΄ ενετοκρατία. Κατασκευή στρατιωτικού νοσοκομείου και εκκλησίας στην Ακροναυπλία.

  

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

1830. Σε έκθεση του 1830 για τις φυλακές Παλαμηδίου, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνότητά των»!

1830 – Δεκέμβριος. Απόφαση της Γερουσίας για την βελτίωση των φυλακών διαίρεσή τους  σε τρία διαφορετικά τμήματα. 1. δια τους «χρηματικώς ωφειλέτας» 2. δια τους «εγκαλούμενους δι εγκλήματα» 3. δια «τους καταδίκους». Επίσης ορίζεται ότι «εκάστη φυλακή περιέχει μιαν αίθουσαν εις την οποίαν οι κρατούμενοι οφείλουν να εργάζωνται την τέχνην ή το επιτήδευμά των».  (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 20/12/1830)

1829-1830. Και το Μπούρτζι χρησιμοποιείτε σαν φυλακή, (αποφάσεις δικαστηρίων με ποινή φυλακίσεως «εν τω Βουρτζίο Ναυπλίου».

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

1833 – Μάιος. Η πρώτη θανατική εκτέλεση με τη Γκιλοτίνα (Καρμανιόλα) γίνεται στην Πρόνοια. Εκτέλεση ληστοπειρατού του  Γεωργίου Μητρομαργαρίτου.

1833. Στα τέλη το 1833 ορίζεται η καστρονησίδα Μπούρτζι τόπος παραμονής των δημίων. Δεν επιτρέπεται η έξοδός τους παρά μόνο κατά την διάρκεια των εκτελέσεων. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγο ληστειών. (Ορκίστηκε σαν δήμιος 20/10/1833 με οχταετή θητεία).

1834 – Μάιος. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οδηγείται στις φυλακές  Παλαμηδίου για να  αποφυλακιστεί μετά από 11 μήνες.

1834. Η Ακροναυπλία ορίζεται αυστηρά σαν στρατιωτική βάση και ένα μέρος μόνο χρήσιμο για φυλακές με έκδοση σχετικού ΦΕΚ. Ταυτόχρονα ο Όθωνας διατάσσει  τη γενική επισκευή των κτηρίων.

1835. Ο Μάουρερ επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του. Διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση, «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα».

1835. Το πετρόκτιστο ενετικό κτήριο δυτικά του Παλαμηδίου χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο των φυλακών και οι έχοντες μικρές ποινές δουλεύουν εργαλεία υφαντικής για κατασκευή κλινοσκεπασμάτων και στρατιωτικών κουβερτών. Το κτήριο ονομαζόταν «ποινητήριο» ή «το κατάστημα», επειδή μετά από τις εργασίες ανακατασκευής του το 1899 μετετράπη σε κατάστημα των φυλακών μέχρι το κλείσιμο των φυλακών Παλαμηδίου. Τη δεκαετία του 1950 το κτήριο κατεδαφίστηκε.

 

Το κτήριο στο Παλαμήδι που λεγόταν «το μαγαζάκι».

 

1847. Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. «Είναι, απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κ.κ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

1850. Ο Γάλλος ιππότης Apper, που μελέτησε τις συνθήκες διαβίωσης των φυλάκων εντοπίζει το ρεμπέτικο τραγούδι στα κάτεργα των φυλάκων του Παλαμηδιού.

1868. Ο Ερρίκος Σλήμαν επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου και περιγράφει την τραγική κατάσταση των φυλακισμένων.

1880. Λειτουργούν  στην Ακροναυπλία οι κεντρικές αποθήκες ιματισμού του στρατού (Σαρτορία). Κάθε Δεύτερα έπαιρναν το μπόγο κάτοικοι της πόλης του Ναυπλίου, έραβαν στο σπίτι τα ρούχα, τα παρέδιναν το Σάββατο και έπαιρναν αμοιβή ανά κομμάτι. Οι εργαζόμενοι μπορεί να έφταναν μέχρι τους πεντακόσιους. Το 1883 μεταφέρθηκε η Σαρτορία στον Πειραιά. Το 1890 επανέρχεται στο Ναύπλιο, με πολιτική παρέμβαση του βουλευτή Φαρμακόπουλου, αλλά το Απρίλιο του 1894 μεταφέρεται και πάλι στον Πειραιά. Στις αρχές του 1897 επανιδρύονται στο Ναύπλιο οι αποθήκες ιματισμού του στρατού και εγκαθίστανται στα κτήρια κοντά στα πέντε αδέλφια. Το 1903 εστάλη μια κοπτική μηχανή για να ράβει φουστανέλες ευζώνων. Μετά από λίγους μήνες αφού έληξαν οι εκλογές, μεταφέρθηκε η μηχανή στον Πειραιά και σταμάτησε η λειτουργία των αποθηκών ιματισμού. Η μεταφορά και  η λειτουργία της αποθήκης ιματισμού έχουμε ανάλογα με τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.

 

18 Οκτωβρίου 1890, από «Τα εικονογραφημένα νέα του Λονδίνου» σκίτσο με τον

Άγνωστος συγγραφέας αναφέρει σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1890 σε αγγλικό περιοδικό (Tο δημοσίευμα συνοδεύεται από ενδιαφέροντα σκίτσα, όπου ξεχωρίζει η φυλακή του «Mιλτιάδη») : «Mία από τις κυριότερες δημόσιες φυλακές για καταδίκους Έλληνες εγκληματίες έχει κτιστεί μέσα στα χαλάσματα ενός παλιού βενετικού κάστρου. (…) Mια ανάβαση χιλίων πέτρινων σκαλοπατιών ή ένας περίπατος μέσα από έναν ελικώδη καρόδρομο φέρνει τον επισκέπτη στην πύλη του παλιού κάστρου, όπου ένας από τους φύλακες θα διαταχθεί να τον ξεναγήσει στο χώρο (…) Oι φυλακισμένοι είναι συνωστισμένοι σε ανοιχτές αυλές, οι οποίες περιβάλλονται από κτίρια μέσα στα οποία οι φυλακισμένοι στεγάζονται τη νύχτα. Από τις οροφές των κτιρίων αυτών οι επισκέπτες μπορούν να δουν τη σκηνή κατά κάποιο ανάλογο τρόπο με εκείνον του να κοιτάζεις τις αρκούδες μέσα στο λάκκο. Yπάρχουν δύο τέτοιες αυλές, η μία κοντά στην πύλη, για εγκληματίες που εκτίουν ποινές φυλάκισης μικρότερες των 20 χρόνων, και η άλλη, η «Φυλακή του Mιλτιάδη», η οποία είναι για βαρυποινίτες και για εκείνους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.

Νύχτα και ημέρα οι φυλακισμένοι επικοινωνούν ελεύθερα μεταξύ τους. Δεν φορούν καμιά ομοιόμορφη στολή, ούτε απασχολούνται σε καμία χρήσιμη εργασία. Είναι όμως ελεύθεροι να κατασκευάζουν μικρά αντικείμενα από ξύλο, κόκκαλο και σύρμα, για να περνούν την ώρα τους. Aυτά τα σηκώνουν ψηλά, μέσα σε κουτιά, και τα προσφέρουν σε όποιους επισκέπτες εμφανίζονται με διάθεση να τα αγοράσουν. Tα κέρδη από τις πωλήσεις τα ξοδεύουν είτε στα τυχερά παιχνίδια είτε στην αγορά κάποιων πολυτελών πραγμάτων, όπως φρούτων ή καπνού ή εργαλείων για την κατασκευή των εμπορευμάτων τους. Ένας κατάδικος είχε την επιχειρηματική σκέψη να ανοίξει ένα καφενείο (Aγνώστου συγγραφέως, «Mια ελληνική φυλακή καταδίκων», μτφ.- επιμ. Oικον. Aναστ. Δ. Σαλαπάτα, Δελτίο Iστορικών Mελετών Nαυπλίου , 94 (Mάρτιος 1996) σ. 77).

  

Ακροναυπλία 1884 Νοέμβριος

 

Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών, ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (Νοέμβριος 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

1885. Ίδρυση του 8ου πεζικού συντάγματος στο Ναύπλιο. Στεγάζεται στην Ακροναυπλία.

1885.  Στην Ελλάδα υπάρχουν 24 φυλακές με 5.487 κρατούμενους.

1888. Στον τοπικό τύπο αναφέρεται ο αριθμός των φυλακισμένων στο Ναύπλιο. Βαρυποινίτες στον προμαχώνα Μιλτιάδη 123 με ποινές οι περισσότεροι   ισόβια και ένας σε θάνατο. 153 στον Άγιο Ανδρέα. Στο Βουλευτικό 173 και στις φυλακές Ακροναυπλίας 221 στρατιωτικοί. (εφημ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 6/1888)

Ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος σε ταξίδι του στο Ναύπλιο το 1895 περιγράφει την παρουσία των γυναικών στις φυλακές του Βουλευτικού με τρόπο αποκαλυπτικό.

«Δια να μη μείνει παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα!

Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…

Εννοείται ότι εις τας φυλακάς αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος».

1890. Ορίζεται το Ναύπλιο ως αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων (γκιλοτίνα).  

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

1891. Επίσκεψη στο Ναύπλιο και στις φυλακές του Α. Καρκαβίτσα. Συγκλονίζεται από απάνθρωπη κατάσταση που βλέπει. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονται στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» το 1892.  Αναφορά για παίξιμο μπουζουκιού στις φυλακές. Αναφορά για τατουάζ στο σώμα φυλακισμένου.

1897- Φεβρουάριος Το 8ο σύνταγμα, που στεγάζεται στα κτήρια της Ακροναυπλίας, έχει τετρακόσιους άνδρες και αξιωματικούς.

1897- 28 Απριλίου. Μεταφέρονται  με τρένα 28 κρατούμενοι Τούρκοι αιχμάλωτοι από την Ήπειρο στην Ακροναυπλία. (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897).

1897-3 Μαΐου.  Άλλοι 96 κρατούμενοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν με πλοίο στο Ναύπλιο και οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

1897. Ορίζεται το Ναύπλιο έδρα ταξιαρχίας που στεγάζεται  στην Ακροναυπλία.

1900 -Νοέμβριος.  Κλείνει σαν φυλακή το κτήριο του Βουλευτικού. Από το 1862 μέχρι το 1900 το κτήριο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκε ως χώρος προφυλάκισης. Το Φεβρουάριο του 1903 στο κτήριο στεγάζεται για πρώτη φορά το  Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (Δ. Γεωργόπουλος, Το αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου).

1913. Παύει  να  λειτουργεί η λαιμητόμος η οποία μεταφέρεται στο οπλοστάσιο. (κτήριο που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα είναι το Λύκειο και το Α΄ Δημοτικό σχολειό).

1923-23 Αυγούστου.  Κλείνουν οι φυλακές του Παλαμηδίου και οι κρατούμενοι μεταφέρονται στην Αίγινα και στην Αθήνα.

1925. Ιδρύονται οι Αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1929. Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.

1929. Ψηφίζεται το «ιδιώνυμο», νόμος 4249/25-25-7-29, «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1930Ιούνιος. Κλείσιμο των φυλακών του Λεονάρδου (κτήριο δίπλα από το βουλευτικό) και μεταφορά των κρατουμένων στις αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1930. Γκρεμίζεται το οπλοστάσιο και μπαίνει ο θεμέλιος λίθος για το Γυμνάσιο. Η γκιλοτίνα μεταφέρεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο στην Αθήνα που βρίσκεται μέχρι σήμερα.

1934. Λειτουργεί με ηλεκτρικό  το κτήριο της Ακροναυπλίας.

1934-30 Οκτωβρίου. Ο πρώτος ποινικός κρατούμενος στις φυλακές με καταδίκη για τυμβωρυχία. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

1935-13 Απριλίου. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ακροναυπλία Οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που συμμετείχαν στο λεγόμενο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά  φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Η εκκαθάριση των Βενιζελικών αξιωματικών στο στρατό και την αστυνομία με το λεγόμενο πραξικόπημα Κονδύλη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια σε σχέση με τον εμφύλιο. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

 

19352 Δεκεμβρίου.  Αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

Φυλακές Ακροναυπλίας 1935. Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης.

1935. Η επιτροπή τουρισμού της πόλης του Ναυπλίου μιλάει για ανέγερση μεγάλη τουριστικής μονάδας στο Ιτς Καλέ.

1936. Κατατίθεται η διατριβή του Schaeffer που αφορά τις οχυρώσεις στην Ακροναυπλία. (Γερμανός αρχιτέκτονας που μελέτησε την Ακροναυπλία και σχεδίασε την μετατροπή της καστρονησίδας Μπούρτζι σε ξενοδοχείο).

1936-18 Σεπτεμβρίου. Δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 «περί μέτρων καταπολέμησης του Κουμμουνισμού και των συνεπειών», ακολουθώντας το πνεύμα του Ιδιώνυμου.

1936. Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κουμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση, ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του ΧΙΤΛΕΡ.

1937-3 Φεβρουαρίου. Έναρξη λειτουργίας φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους των πολιτικών με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή.

 

Περιγραφή του κτηρίου της φυλακής της Ακροναυπλίας

 

330 σκαλιά οδηγούν από τα σκαλοπάτια (ο δρόμος πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο) στην φυλακή μέχρι την πύλη του Σαγγρέδου. Περνάμε ένα χώρο σαν τούνελ και φτάνουμε σε ένα επίπεδο, όπου βρίσκονται τα μονώροφα κτήρια της φυλακής. Περνώντας τη σιδερένια πόρτα, βγαίνεις σε ένα μεγάλο ανηφορικό προαύλιο  που περιβάλλεται από μάνδρα. Στο βάθος βρίσκεται το κτήριο των φυλακών.

Όταν πρωτοϊδρύθηκαν οι φυλακές υπήρχε μια ταμπέλα που έγραφε «Κουμμουνιστικαί Φυλακαί Ακροναυπλίας» και έπειτα από διαμαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων ότι δεν είναι φυλακισμένοι αλλά εξόριστοι άλλαξε η πινακίδα και έγινε «Στρατόπεδον συγκεντρώσεως κομμουνιστών Ακροναυπλίας» Η είσοδος του κηρίου ήταν θολωτή και η πόρτα μεγάλη και ξύλινη.

 

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Οι σκάλες ήταν πέτρινες και αργότερα  ξύλινες και έβγαινες σε ένα χολ με εμβαδό 8*10 που συνέδεε τους δύο θαλάμους, διαστάσεων 33μ μήκος, 11 πλάτος και5 μέτραύψος, με επτά παράθυρα στην κάθε πλευρά. Μια σειρά από ξύλινες κολώνες στη μέση κρατούσε το ταβάνι.

Κατά μήκος ήταν καρφωμένα σανιδένια ράφια, που έβαζαν βαλίτσες και κρεμούσαν ρούχα οι έγκλειστοι.  Στα ράφια έβαζαν και τα πιάτα τα τσίγκινα, τα κουταλοπήρουνα, το ψωμί και ότι άλλο φαγώσιμο. Νιπτήρες και τουαλέτες υπήρχαν σε πρόσκτισμα. Σε κάθε θάλαμο διακρίνονταν  τέσσερεις σειρές ράντζα δυο – δυο κολλητά, με μια απόσταση ανάμεσα στις δυάδες 20-24 πόντους. Κάθε θάλαμος «φιλοξενούσε» από 140 έως 150 φυλακισμένους. Οι θάλαμοι δεν διέθεταν  καμία θέρμανση. Η θέα ήταν και αυτή ένα πρόβλημα. «Νεκροταφείο ζωντανών» όπως την χαρακτηρίζει ο Μ. Γλέζος.

 

Εσωτερικά ο θάλαμος των φυλακών.

 

 Οργάνωση των πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της Ακροναυπλίας

 

Δημήτρης Γληνός

Σε κάθε θάλαμο υπήρχε θαλαμάρχης και υποθαλαμάρχης,  τους οποίους πρότειναν οι κρατούμενοι με την σύμφωνη γνώμη της διοίκησης της φυλακής. Από συνελεύσεις θαλάμων εκλεγόταν ένα επταμελές η εννεαμελές γραφείο και ανέθετε σε κάθε μέλος δουλειά. Ταυτόχρονα υπήρχε κομματική επιτροπή η οποία λειτουργούσε ως μια σκιώδης εξουσία. Τα μέλη της  δεν εκλέγονταν αλλά διορίζονταν και ήταν μυστική από του υπόλοιπους κρατούμενους. Σύνθημα Ακροναυπλίας «Άκου βλέπε σώπα».

193725 Μαρτίου. Ο πρώτος θάλαμος είχε 70 πολιτικούς κρατούμενους.

1937- 7 Μαΐου. Εγκαινιάζεται ο τρίτος θάλαμος με εξόριστους από Ανάφη και Φολέγανδρο.

1937- Μάιος. Ο Δ. Γληνός, ο μεγάλος δάσκαλος, στην Ακροναυπλία. Εγκαταστάθηκε στον Β΄ θάλαμο που έμεναν οι διανοούμενοι, προερχόμενος από εξορία σε νησί (έφυγε από την Ακροναυπλία 28-12-38 για Σαντορίνη). Οργανώθηκε προαύλιο μελέτης, που οι κρατούμενοι το ονόμασαν προαύλιο Γληνού. Με πρόταση του Γληνού συγκροτήθηκαν καλλιτεχνικές επιτροπές ανά θάλαμο, για τις ατέλειωτες βραδινές ώρες που οι θάλαμοι ήταν κλειστοί. Οργάνωσε και την πρωινή γυμναστική.

 

Το προαύλιο διαβάσματος ονομαζόμενο «Γληνού».

 

Πολιτιστική ζωή στην Ακροναυπλία

 

Στην Ακροναυπλία οι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν χορωδία, μαντολινάτα, θεατρικές ομάδες και παίχτηκαν τα έργα: «Ο Φιλάργυρος», «ο Αρχοντοχωριάτης», «Ρήγας Φεραίος», «Ο γιατρός Κνοκ», «οι Φοιτητές», «Υπηρέτης δύο αφεντάδων». Γίνονταν αγώνες σκάκι και τάβλι. Γιορτάζονταν με επισημότητα όλες οι γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, 25 Μαρτίου. Η ορχήστρα της φυλακής είχε 12-14 όργανα, 2 βιολιά, 3 μαντολίνα και 6-8 κιθάρες.

1938-11 Φεβρουαρίου. Ο αναγκαστικός νόμος 117 1075/1938, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο νόμο, θέσπισε αυστηρότερες διατάξεις και όρους εγκλεισμού των αριστερών πολιτών.  Πρώτο μέτρο ήταν οι δηλώσεις μετανοίας.

1938- 8 Μαρτίου. Απομόνωσαν στο θάλαμο Ε 35 κρατούμενους. Ανάμεσά τους τα στελέχη, Ιωαννίδης, Πορφυρογέννης, Θέος, Λουλές, Κ. Τσίρκας κ.α., χωρίς καμία επαφή με τους υπόλοιπους κρατούμενους, με δικό τους προαύλιο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι επικοινωνούσαν με σημειώματα τοποθετημένα  σε γυάλινο σωληνάριο κινίνου. Το έβαζαν μέσα στην ζύμη και τα έψηναν μαζί με το ψωμί που είχαν σημαδέψει για να σταλούν στην απομόνωση.

1938-4 Αυγούστου. Το Ναύπλιο γιορτάζει τα δύο χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και οι φωνές και τα τραγούδια  ακούγονται μέχρι την Ακροναυπλία.(περιγραφή  Πορφύρη). Στα τέλη του 1940 εβδομήντα (70) χωροφύλακες φύλαγαν την Ακροναυπλία.

1940. Συζητήσεις μεταξύ τροτσκιστικών ομάδων μέσα στην Ακροναυπλία για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ ΕΟΚΔΕ με ηγέτη τον Π. Πουλιόπουλο και την ΚΔΕΕ που είχε εκπρόσωπο τον Στίνα. Οι εισηγήσεις του Πουλιόπουλου γράφτηκαν με το χέρι του Χ. Αναστασιάδη και ήταν 240 σελίδες. Τα χειρόγραφα αυτού του ιδιότυπου συνέδριου σώζονται στα αρχεία του ΕΛΙΑ και στο Μουσείο Μπενάκη.

 

Καταφύγιο στην Ακροναυπλία

 

Με την έναρξη του πολέμου, μετά από  διαβήματα κρατουμένων κατασκευάστηκε καταφύγιο στην Ακροναυπλία από εργολάβο, με εξόρυξη στο βουνό μήκους20 μέτρων, πλάτους2 μέτρωνκαι ύψους 1.80. Σκεπάστηκε  με ξύλα και χώμα. Στο καταφύγιο έμπαινες από πόρτα του Γ΄ θαλάμου.

 

Η νότια πλευρά του κτηρίου της Ακροναυπλίας που κατασκευάστηκε και το καταφύγιο.

 

 1940- 29 Οκτωβρίου. Υπόμνημα στην κυβέρνηση από τους έγκλειστους στις φυλακές για να σταλούν οι κρατούμενοι στο μέτωπο να πολεμήσουν.

1940- 6 Νοεμβρίου. Δεύτερο υπόμνημα για να πάνε οι κρατούμενοι στο μέτωπο.

1940-13 Νοεμβρίου. Τρίτο υπόμνημα για το μέτωπο χωρίς απάντηση.

 

Ιταλοί αιχμάλωτοι στο Ναύπλιο

 

Το στρατιωτικό νοσοκομείο στην Ακροναυπλία.

1941. Με την έναρξη του πολέμου στο ελληνοαλαβανικό μέτωπο Ιταλοί αιχμάλωτοι μεταφέρονται και στο Ναύπλιο.  Οι τραυματισμένοι Ιταλοί στρατιώτες νοσηλεύονται στο στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Ακροναυπλία. Από 2-1-1941 έως 7-4-1941 οι Ιταλοί φαντάροι που πέθαναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο ήταν δέκα. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ήταν φυλακισμένοι στα κτήρια «Πέντε Αδέλφια».

1941-6 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος.

1941-15 Απριλίου. Τα πρώτα αγγλικά αυτοκίνητα με Άγγλους και Νεοζηλανδούς φτάνουν στο λιμάνι Ναυπλίου για να αποβιβαστούν σε πλοία.

1941-15 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα.

1941-25 Απριλίου. Αποχώρηση Άγγλων και Νεοζηλανδών από το λιμάνι του Ναυπλίου. Εμφάνιση και βομβαρδισμός από τα στούκας του λιμανιού.

1941-26 Απριλίου. Έκρηξη στο λιμάνι από τον βομβαρδισμό των πλοίων που θα χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί κατά την αποχώρηση.  Οι κρατούμενοι παρακολουθούν από ψηλά όλες τις επιχειρήσεις. Μεγάλες ζημιές στα κτήρια των φυλακών και στην πόλη του Ναυπλίου από τις εκρήξεις λόγω της ανατίναξης  πλοίων στο λιμάνι Ναυπλίου και ανοικτά τις Αρβανιτιάς.

1941- 28 Απριλίου. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Ναύπλιο. Οι λιγοστοί χωροφύλακες που είχαν παραμείνει στη θέση τους παραδίδουν τους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς. Οι κρατούμενοι απαιτούν να κατέβει η Γερμανική σημαία από την Ακροναυπλία με το επιχείρημα ότι μπορεί να  θεωρηθεί από τους Άγγλους στρατόπεδο και βομβαρδιστεί. Οι Γερμανοί παρέδωσαν την φύλαξη της Ακροναυπλίας στους Ιταλούς. Με Ιταλική διοίκηση οι έλληνες χωροφύλακες έμειναν στην θέση τους και φύλαγαν τους πολιτικούς κρατούμενους.

1941-Μάιος. Απελευθέρωση 27 κρατουμένων της Ακροναυπλίας με παρέμβαση του βούλγαρου πρεσβευτή με το επιχείρημα ότι ήταν Σλαβομακεδόνες.

1941–1942. Η περίοδος της μεγάλης πείνας. Οι περισσότεροι κάτοικοι αλλά και φυλακισμένοι πέθαιναν  κυρίως από πείνα αλλά και από φυματίωση. Τα συνολικά θύματα από την Γερμανοϊταλική κατοχή, συμπεριλαμβανομένων και των εκτελέσεων και των θανάτων από στην περιοχή του Δήμου Ναυπλίου, ήταν εκατόν ογδόντα (180) άτομα. Από αυτά εκατόν δέκα τρείς (113)  πέθαναν από πείνα και καχεξία. Από αυτούς  τριάντα πέντε (35)  ήταν από τις φυλακές. Από τους πολιτικούς κρατούμενους τρία άτομα και τριάντα δύο (32) από τους ποινικούς κρατούμενους.

 

Η κηδεία του Ακροναυπλιώτη Μάγκου που πέθανε από «εξάντληση συνέπεια υποσιτισμού», 18 Μαΐου 1942, στην φυλακή και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Πήραν άδεια και παραβρέθηκαν συγκρατούμενοι.

 

1942-Μάρτης. Η πρώτη παρουσία  ενίσχυσης από τον Ερυθρό Σταυρό με τρόφιμα για τους κρατούμενους. Μοίρασαν ένα κιλό στο κάθε κρατούμενο  σταφίδα, φιστίκια, φασόλια.  Οι επιστολές των κρατούμενων τους μήνες που είχαν προηγηθεί στις οικογένειές τους περιγράφουν την τραγική τους κατάσταση στις φυλακές. Κάθε επιστολή και ένα «SOS». Η απάντηση τις περισσότερες φορές από τις οικογένειες:«πεινάμε».

19427 Μαΐου. Μεταφέρονται 22 φυματικοί στο σανατόριο Πέτρα Ολύμπου.

1942-Σεπτέμβρης. Αρχίζει η διάλυση της Ακροναυπλίας με μεταφορά κρατουμένων σε στρατόπεδα.

1943. 100 πολίτες του Ναυπλίου έχουν κλειστεί στις φυλακές της Ακροναυπλίας από τους Ιταλούς στο χώρο του στρατιωτικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια της κατοχής το Στρατιωτικό νοσοκομείο έγινε χώρος φυλακής. Σαν νοσοκομείο οι Ιταλοί λειτούργησαν το κτήριο του Α΄ Δημοτικού σχολείου. Οι αντάρτες που συλλαμβάνονται φυλακίζονται στο χώρο του παλαιού νοσοκομείου. 

1943-27 Φεβρουαρίου. Μεταφέρονται στο σανατόριο Σωτηρία οι τελευταίοι φυματικοί κρατούμενοι της Ακροναυπλίας. Αργότερα θα αποδράσουν από το σανατόριο.

 

Τι επακολούθησε…

 

19436 Ιουνίου. 58 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται από τους Ιταλούς στο Κούρνοβο.

1943-12 Δεκεμβρίου. 4 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται  στο Χαϊδάρι.

1944-1 Μαΐου. 160 Ακροναυπλιώτες (από τους 200 που συνολικά εκτελέστηκαν)  εκτελούνται από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.

Η παράδοση των πολιτικών κρατούμενων από τους έλληνες χωροφύλακες στους Γερμανούς είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. Οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν είχαν διαπράξει κανένα ποινικό έγκλημα. Στις φυλακές ήταν για τις ιδέες τους και φυλακίστηκαν  με βάση το ιδιώνυμο του 1929.

 

Συνολικά από τους 625 Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 239.

 

194414 Σεπτεμβρίου. Αποχώρηση Γερμανών από το Ναύπλιο.

1944-5 Οκτωβρίου. Τα στρατεύματα του  ΕΛΑΣ μπαίνουν  στο Ναύπλιο.

1944-29 Οκτωβρίου. Επιτροπή από το ΚΚΕ επισκέπτεται την Ακροναυπλία και βλέπει έγκλειστο το Διοικητή των φυλακών Βαζιτάρη.

1945- 18 Ιανουαρίου. Αποχώρηση ανταρτών από το Ναύπλιο. «Συμφωνία της Πλάκας».

 

12 Φεβρουαρίου 1945 –  Συμφωνία της Βάρκιζας

 

1946. Επαναλειτουργία των φυλακών της Ακροναυπλίας. Η Ακροναυπλία έχει 700 άνδρες και 20 γυναίκες. Οργάνωση της φυλακής με συνεργεία από τσαγκάρηδες, ξυλουργείο ραφείο, καθαριότητα και μαθήματα.  Πολιτισμός: ανέβηκαν τρία θεατρικά  έργα μέσα στην φυλακή. Μάλιστα το θεατρικό έργο, «ο κατά φαντασία ασθενής»,  παρακολούθησαν και προσωπικότητες της πόλης του  Ναυπλίου. Στη φυλακή υπήρχε απαγόρευση εφημερίδων.

 

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

 

Στο τέλος του 1947 οι κρατούμενοι έφτασαν τους 900 και δόθηκε εντολή να αποσυμφορηθούν οι φυλακές. Έγιναν πολλές μεταγωγές πολιτικών κρατουμένων στην Γυάρο. Οι θανατοποινίτες στις φυλακές ξεπέρασαν τους 100. Η Οργάνωση της φυλακής στηριζόταν στην Επιτροπή Ομάδας συμβίωσης και στους θαλαμάρχες. Ήταν μεγάλη στο τέλος 1947 αρχές 1948 η κίνηση σε κρατούμενους. Δεν προλάβαιναν οι φυλακισμένοι να γνωριστούν μεταξύ τους.

1947-Φεβρουάριο. Λειτουργεί ένας Θάλαμος με ποινικούς και οι υπόλοιποι τρεις με πολιτικούς κρατούμενους.

1947-1948-1949. Τριακόσιες υπολογίζονται οι  γυναίκες κρατούμενες που πέρασαν από την Ακροναυπλία. Στεγάζονται σε κτήριο ανατολικά του κεντρικού κτηρίου των φυλακών της Ακροναυπλίας.

1948-19 Φεβρουαρίου. Εκτέλεση έντεκα  κρατουμένων στην μάνδρα της ανατολικής πλευράς του νεκροταφείου Ναυπλίου.  Με πρόσχημα τη  μεταγωγή, τους οδήγησαν σε εκτέλεση. Επειδή ήταν διάχυτος ο φόβος για εκτέλεση οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έβαλαν σκοπούς. Περιγραφή κρατούμενου: Άκουσα το χάραμα ένα μαζικό τραγούδι από πολύ μακριά . Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια Δεν θυμάμαι ακριβώς πιο ήταν. Ήταν  το τραγούδι αυτών που πήγαιναν για εκτέλεση.  

 

Η είσοδος στο κτήριο των φυλακών.

 

1948-22 Ιουνίου. Εκτέλεση άλλων τεσσάρων κρατουμένων της Ακροναυπλίας στο Νεκροταφείο Ναυπλίου.  Στάση των φυλακισμένων για την παύση εκτελέσεων. Στην διάρκεια της διαμαρτυρίας των κρατουμένων εκτελέστηκαν δύο κρατούμενοι με πυροβόλα όπλα μέσα στους θαλάμους.

1948-22 Ιουνίου. Απεργία πείνας για δέκα μέρες από τους κρατούμενους για να μην γίνονται εκτελέσεις, σε συνεργασία και συντονισμό με τις φυλακές Αβέρωφ.

1948-30 Οκτωβρίου. Μεταγωγή εκατό  θανατοποινιτών με πλοίο από την Ακροναυπλία στην Κρήτη. Αποβίβαση στη  Σούδα και  μετάβαση στις φυλακές Χανίων.

1950. Μετά τις εκλογές επιτρέπεται να μπει στην φυλακή φωτογράφος για φωτογραφίες. Μεταφορά 50 κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές που υπήρχαν μόνο δέκα γυναίκες σε ένα θάλαμο.

1950-Αρχές. Φυλακισμένοι αντάρτες από τον Δημοκρατικό στρατό και ποινικοί στο ίδιο χώρο. Σύνολο 600 άτομα.

1960- 10 Ιουνίου. Χαρακτηρισμός της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ σε Τουριστικό δημόσιο κτήμα.

1961- 18 Ιουνίου.  Εγκαίνια της ξενοδοχειακής μονάδας  ΞΕΝΙΑ.

1962-19 Οκτωβρίου. Ανάθεση στον ΕΟΤ της διοικητικής διαχείρισης της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ.

1963- Χριστούγεννα. Άρχισαν να φεύγουν από τις φυλακές οι πολιτικοί κρατούμενοι.

1966-Φεβρουάριος. Έκλεισαν οι Φυλακές της Ακροναυπλίας. Η πόλη του Ναυπλίου διαμαρτύρεται γιατί χάνεται άλλη μια Δημόσια υπηρεσία από την πόλη.

1968-28 Οκτωβρίου. Πρόταση Δεϊλάκη (Αρχαιολόγος στο Μουσείο Ναυπλίου) για Μουσείο Χριστιανικών και Ενετικών Αρχαιοτήτων στο κτήριο των πρώην φυλακών της Ακροναυπλίας.

1970- 16 Μαρτίου. Αρχίζει η κατεδάφιση φυλακών. Η τοπική κοινωνία ζητά την  δημιουργία ξενοδοχείου.

1971-15 Μαρτίου. Η άποψη της Αρχαιολογίας: «Πλην των καθαρώς αρχαιολογικών αντιρρήσεων η ανέγερση ξενοδοχείων επί των μνημείων είναι αντιτουριστική. Διότι, όταν το μνημείο χάσει την οντότητά του, παύει να είναι μνημείο και όταν παύσει να είναι μνημείο παύει να προσελκύει και το επισκέπτη». Εκφράστηκε από τη Φανή Δροσογιάννη Επιμελήτρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

1973. Ο Άγγελος Τερζάκης σε άρθρο του «Οίστρος ακολασίας», στο ΒΗΜΑ παρεμβαίνει για την κατεδάφιση του κτηρίου των φυλακών. «Πόσα ωραία θα μπορούσαν να έχουν γίνει χωρίς να σχετίζονται με την καταστροφή που είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτη. Ευτυχώς η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα αντιστέκεται σιωπηρά με  τραυματισμένη την αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς». 

1973.  Ανοίγουν οι δικαστικές φυλακές Ναυπλίου στην είσοδο της πόλης από το Άργος.

Η ιστορία της «πόλης των φυλακών» συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.   

Τη φυλακή της Ακροναυπλίας, ένα ανθρώπινο μνημείο της Ελληνικής ιστορίας, ενώ έστεκε επιβλητικά πάνω από την πόλη, η πόλη δεν την «έβλεπε». Όποιος ξεφυλλίσει τον τοπικό τύπο από το 1935 έως το 1960 θα δει ελάχιστες αναφορές για την φυλακή που «φιλοξένησε» χιλιάδες ανθρώπους. Η αξιοποίηση, η τουριστική προοπτική ήταν ο στόχος της πόλης. Σπάνια γίνεται αναφορά για τους ανθρώπους που στοιβάζονταν σε άθλιες συνθήκες. Τέλος το κλείσιμο των φυλακών συνοδεύτηκε από το πάγιο (κατά καιρούς) αίτημα της πόλης του Ναυπλίου να μην στερηθεί η πόλη άλλη μια δημόσια υπηρεσία…

Ας επισημάνουμε άλλη μια φορά ότι στην φυλακή της Ακροναυπλίας κατά βάση βρέθηκαν άνθρωποι, όχι επειδή είχαν διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά για τις πολιτικές  τους απόψεις.

 

* Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κάτω από τις φυλακές της Ακροναυπλίας. Δύο πράγματα θυμάμαι έντονα: τον περίεργο ήχο  που έβγαινε από το βουνό και  τη σκοπιά του χωροφύλακα που φύλαγε τους κρατούμενους. Πέρασαν πολλά χρόνια για να  μάθω  από αφηγήσεις ότι ο ήχος δεν ήταν της παιδικής μου φαντασίας, προερχόταν  από τα τσίγκινα πιάτα που κτύπαγαν οι κρατούμενοι στα σίδερα της φυλακής. Ο χωροφύλακας της σκοπιάς  ήταν η  μόνιμη απειλή της μάνας μας, όταν δεν έτρωγα το φαγητό μου. Ο χωροφύλακας  άμεσα  απαντούσε ότι θα κατέβαινε κάτω αν δεν έτρωγα. Και αμέσως άδειαζα το πιάτο μου.

 Ίσως η τραυματική παιδική εμπειρία της απειλής του χωροφύλακα  μου έχει προσθέσει σήμερα παραπανίσια κιλά. …….

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που θέλουν να δουν όλες τις πλευρές της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου.

Βιβλιογραφία


 

  • «Ακροναυπλία», Γ. Μανούσακα, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, 1978.
  • «Αναμνήσεις», Α. Στίνας,  εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1985.
  • «Άστραψε φως η Ακροναυπλία», Β. Μπαρτζιώτα, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1986.
  • «Μια ζωή επαναστάτης», Μ. Ράπτης Πάμπλο, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1985.
  • «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Α. Φλουντζή, εκδόσεις Θεμέλιο, 1979.
  • «Απομνημονεύματα», Β. Κλαδούχος, εκδόσεις ΑΡΓΟΣ, 1995.
  • «Ακροναυπλία», Β. Γιαννόγκωνα, έκδοση 1963.
  • «Κείμενα για τον πολιτισμό την ιστορία και την πολιτική», Κ. Πορφύρης, εκδόσεις ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, 2008.
  • ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ 1940, Τετράδια Ακροναυπλίας, από αρχείο Χ. Αναστασιάδη,  Επιμ. Δ. Λιβιεράτος, Εκδόσεις ΕΝΟΤΗΤΑ, 2006.
  • Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Π. Βόγλης, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2002.
  • «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Μ. Λαμπρινίδη, έκδοση 1975.
  • Οι φυλακές του Ναυπλίου, Α. Καρκαβίτσα,  εκδόσεις ΡΟΕΣ, 2009.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  4/12/2003, Η Ιστορία των φυλακών.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  8/4/2004, Τόποι εκτελέσεων. 
  • ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ V,  2004.
  • Δελτίο του Τοπικού ιστορικού αρχείου Ναυπλίου, τεύχος 77.
  • Ελλέβορος, τεύχος 11.
  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 373, τεύχος 377.
  • Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, τεύχος 82.
  • Τοπικός τύπος
  • ΣΥΝΤΑΓΜΑ 13/2/66.
  • Εφημερίδα Ενημέρωση 1/6/2001.
  • Δημοσίευση, Ναύπλιο Ακροναυπλία της Μ. Καρδαμίτση –Αδάμη.
  • Ημερολόγιο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ 1995  με αφιέρωνα στην Ακροναυπλία.
  • Αρχείο Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών Και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
  • Γενικά Αρχαία του Κράτους,  Ναύπλιο.
  • Αι φυλακαί επί Καποδίστρια, Μ. Τούρτογλου, Επιτηρίς του αρχείου της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, 1954.
  • Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, Μ. Λαμπρινίδη, ημερολόγιο Σκόκου, 1916.

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Δήμιοι και θανατικές εκτελέσεις


 

Το θέμα που πρόκειται να πραγματευθώ είναι ασφαλώς δυσάρεστο και μάλιστα «ιδιαζόντως απεχθές». Προκαλεί, δηλαδή, απέχθεια, αποστροφή, όπως α­κριβώς απαιτούσε παλαιότερα ο νόμος (άρθρο 86 Ποιν. Κώδικα) να είναι, αντίστοιχα, ένα έγκλημα, ώστε να καταδικασθεί ο δράστης του σε θάνατο. Ωστόσο, η προσέγγιση της θεματικής για τις θανατικές εκτελέσεις έχει ίσως και σήμερα τη χρησι­μότητά της.

Χρησιμότητα όχι μόνον από την άπο­ψη ότι προωθείται έτσι η ιστορική έρευνα, αλλά επίσης και από την άποψη ότι ενδυναμώνεται – μέ­σω της απέχθειας – η πεποίθηση του καθενός από εμάς ότι η θανατική ποινή είναι αντίθετη με κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτό είναι σημαντικό να εμπεδωθεί ως αντίληψη, διότι έστω και αν η θανατική ποινή καταργήθηκε στη χώρα μας από ετών (de facto το 1972, de jure το 1993), [1] όμως στη συνείδηση ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού (κυρίως μεταξύ των απαίδευτων και των χαμηλοεισοδηματιών) εξακολουθεί, ίσως, να θεωρείται ακόμη ως ο κυριότερος τρόπος απάντησης της πολιτείας σε ακραίες εγκληματικές ενέργειες. [2]

«Απάνθισμα των Εγκληματικών», η πρώτη ποινική ελληνική κωδικοποίηση (1824)

Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους αλλά ήδη και νωρίτερα, το 1824, οπότε έγινε η ψήφιση της πρώτης ελληνικής ποινικής κωδικοποίησης (πρόκειται για το λεγόμενο «Απάνθισμα των Εγκληματικών»), η θανατική ποινή εντάχθηκε – σχεδόν αυτονόητα – στο νομοθετικό οπλοστάσιο αντιμετώπισης του εγκλήματος, αλλά μόνο για ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα (φόνο από προμελέτη, ληστεία με φόνο, προδοσία κ.λπ.).

Ωστόσο έως το 1830, αρχικά λόγω της εμπόλεμης κατάστασης και έπειτα λόγω της ήπιας στάσης του Καποδίστρια στα θέματα των ποινών, δεν φαίνεται να υπήρξαν πολλές επίσημες θανατικές εκτελέσεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα του δικηγόρου και πολιτικού επιστήμονα Βασίλη Δωροβίνη [3] στην τότε εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος»), όπου δημοσιεύονταν – προς – παραδειγματισμό των πολλών – λεπτομέρειες από τις θανατικές εκτελέσεις, κατά την καποδιστριακή περίοδο 1828 – 1831 εντοπίζονται μόνο τρεις εκθέσεις εκτελέσεων (12.11.1828, 17.11.1830 και 31.12.1830).

Μάλιστα, η μια από τις εκθέσεις αυτές (εκείνη της 17ης 11.1830) αναδημοσιεύθηκε και στο νομικό περιοδικό «Θέμις» του 1891 (σελ. 204 – 206). Από εκεί πληροφορούμαστε αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της εκτέλεσης:

Ο μελλοθάνατος είχε καταδικασθεί για «φονοπειρατία» τριών επιβατών σε πλοίο στο οποίο ο ίδιος ήταν «συντροφοναύτης». Μετά την απόρριψη της αίτησής του για χάρη, εγκλείσθηκε φρουρούμενος στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καλαμάτας. Εκεί πέρασε τη νύχτα του «εξομολογούμενος εις τον ιερέα τα αμαρτήματά του και προσευχόμενος αδιακόπως» έως το πρωί. Κατόπιν, και ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, ο κατάδικος οδηγήθηκε μέσα από την αγορά – εμφανής και εδώ η σημασία του παραδειγματισμού των πολλών! – στο χώρο της παλαιάς Μητρόπολης και των παλαιών μνημάτων, όπου και εκτελέσθηκε, επάνω στον ήδη έτοιμο τάφο του, από τρεις στρατιώτες που τον πυροβόλησαν στο κεφάλι.

Με τουφεκισμό, αλλά από εκτελεστικό απόσπασμα 12 ανδρών και με παρουσία πυκνότατου πλήθους, εκτελέσθηκε τη 10η 10.1831 το μεσημέρι στο φρούριο της Ακροναυπλίας (Ιτς Καλέ) και ο Γιωργάκης Μπεϊζαντές Μαυρομιχάλης, ο ένας δηλαδή από τους φονείς του Κυβερνήτη Καποδίστρια. [4]

Με την έλευση του Όθωνα και την εγκαθίδρυση – αρχικά – της Αντιβασιλείας στην Ελλάδα, το 1833, η θανατική ποινή στην Ελλάδα αποκτά νέο «πρόσωπο», εκτελούμενη πλέον με λαιμητόμο. Σύμφωνα με τον Ποινικό Νό­μο που θεσπίσθηκε το 1834 (άρθρο 5), «ο καταδι­κασθείς εις θάνατον αποκεφαλίζεται δια του λαι­μητόμου», το δε σώμα του «ενταφιάζεται ησύχως και άνευ πομπής δια της Αστυνομίας».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Παράλλη­λα το 1833 έφθασε στο Ναύπλιο με πλοίο από τη Μασσαλία μια λαιμητόμος, η οποία είχε ήδη χρη­σιμοποιηθεί και παλαιότερα στη Γαλλία. Ο κόσμος στην Ελλάδα την ονόμασε «καρμανιόλα», μια ονο­μασία που συνδεόταν στη Γαλλία με το φερώνυμο ρούχο (κάτι σαν αμπέχονο, δηλαδή κοντό πανωφό­ρι) που φορούσαν οι Γάλλοι επαναστάτες («αβράκωτοι»), ιδίως κατά την περίοδο της «τρομοκρα­τίας» (1793-1794), και με το αντίστοιχο τραγούδι («Dansons la Carmagnole!…») που έλεγαν, χο­ρεύοντας, όταν συνόδευαν τους μελλοθανάτους στη λαιμητόμο. [5]

Μαζί με τη λαιμητόμο έφθασαν στο Ναύπλιο και δυο Γάλλοι δήμιοι, γνώστες του τρό­που λειτουργίας της. Όμως ύστερα από δυο χρόνια αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω του αρνητικού τρό­που με τον οποίο έγιναν δεκτοί, τόσο από το λαό που παρακολουθούσε τις εκτελέσεις (αποδοκιμα­σίες, λιθοβολισμοί) όσο και από τους μελλοθανά­τους, οι οποίοι είχαν τότε την τάση να βιαιοπραγούν εναντίον των δημίων τους επάνω στο ικρίωμα.

Υπενθυμίζεται ότι κύρια μορφή σοβαρής εγκλη­ματικότητας εκείνη την εποχή ήταν η ληστεία. Αυ­τή, ωστόσο, συχνά εμφάνιζε ένα φιλολαϊκό / αντι­καθεστωτικό χαρακτήρα και δημιουργούσε έτσι στον πληθυσμό αισθήματα θαυμασμού και συμπά­θειας προς τους ληστές.[6] Τούτο εξηγεί, έως ένα βαθμό, και τις αντιδράσεις του κόσμου εναντίον των δημίων εκείνη την περίοδο. Εξάλλου, από στοι­χεία ενός δυσεύρετου αγγλόφωνου έργου, δημοσιευμένου από τον Φρέντερικ Στρονγκ (Frederick Strong) το 1842 με τίτλο «Η Ελλάδα ως Βασίλειο», προκύπτει ότι από τις 233 κακουργηματικές υποθέ­σεις που εκδίκασαν το 1838 τα ελληνικά Δικαστή­ρια Ενόρκων, οι 115 (49%) αφορούσαν συμμορίες ληστών (brigandage), οι 36 (15%) ληστείες (robbery) και οι 37 (16%) αντίσταση μετά φόνου (sedition and murder).[7]

Με δεδομένο αυτό το ι­διόρρυθμο έως πολεμοχαρές κλίμα κατά της εξου­σίας και των δημίων είναι προφανές ότι πολύ δύ­σκολα μπορούσαν να βρεθούν αντικαταστάτες στη θέση των απερχόμενων Γάλλων δημίων. Γι’ αυτό και η τότε κυβέρνηση αναγκάσθηκε να προσλάβει επειγόντως ένα θανατοποινίτη Αλβανό ληστή, τον Χασάν Αρναούτ, του οποίου η εκτέλεση, σε αντάλ­λαγμα αυτών των «υπηρεσιών», ανεστάλη, όπως και ενός Αλγερινού βοηθού του.

Οι δυο δήμιοι, όπως και όσοι τους διαδέχθηκαν αργότερα, διέμεναν υπό κράτηση στο γνωστό ενετι­κό φρούριο Μπούρτζι (στα τουρκικά σημαίνει «ι­σχυρό»), λίγο έξω από την παραλία του Ναυπλί­ου. [8] Επειδή συνηθιζόταν οι εκτελέσεις να γίνονται, για λόγους – και πάλι – παραδειγματισμού, στον τό­πο όπου είχε διαπραχθεί αντίστοιχα το κάθε έ­γκλημα, οι δήμιοι μαζί με τη λαιμητόμο έπρεπε να μεταφέρονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και να εκπληρώνουν εκεί το έργο τους.

Έτσι, στην Αθήνα του 1854, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο γνω­στός αρχαιολόγος και περιηγητής Εντμόν Αμπού, [9] η καρμανιόλα υψωνόταν στην είσοδο του σπηλαίου των Νυμφών (Αστεροσκοπείο) [στην Αθήνα, αλλά στο Πεδίον του Άρεως, έγινε την 8η 6.1870 και η ε­κτέλεση των πέντε εναπομεινάντων ληστών που καταδικάσθηκαν για την περιβόητη σφαγή στο Δή­λεσι [10]. Εξάλλου, στον Πειραιά του 1870, κατά τη μαρτυρία του επίσης αρχαιολόγου Γκαστόν Νιεσάν, [11] η λαιμητόμος στηνόταν σ’ ένα πλάτωμα λίγο πριν από την πόλη, κοντά στο νεκροταφείο, ενώ στο Λαύριο του 1882 οι εκτελέσεις γίνονταν συνήθως στην πλατεία Θορικού ή, μάλλον, στη θέση «Κυ­πριανός», όπου εντοπίσθηκε και πέτρινη βάση πά­νω στην οποία πιθανόν να τοποθετούνταν η λαιμη­τόμος. [12]

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Όμως σε αρκετές περιπτώσεις, επειδή πολλοί βαρυποινίτες και ιδίως θανατοποινίτες φυλάσ­σονταν στο φρούριο Παλαμήδι του Ναυπλίου και δη στην άθλια «ανθρωπαποθήκη» του Προμαχώνα με το όνομα «Μιλτιάδης», [13] οι ε­κτελέσεις γίνονταν α­ντίστοιχα σε α­πόσταση περίπου200 μ. από την ανατολική πλευρά του φρουρίου, στη θέση «Αλωνάκι», όπου μάλιστα λέ­γεται ότι δεν φύτρωνε τίποτε λόγω του αίματος που χυνόταν.

Έτσι, εκεί εκτελέστηκαν το Μάιο του 1898 οι δυο επίδοξοι δολοφόνοι του βασιλιά Γεωργίου Α’ μετά την ανεπιτυχή ενέργειά τους στη θέση Άγιος Σώστης της σημερινής λεωφόρου Συγγρού, [14] όπως επίσης εκεί τελείωσαν τη ζωή τους το 1911 και 14 μελλοθάνατοι διαφόρων αδικημάτων, για τους ο­ποίους η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου θεώρησε ότι δεν έπρεπε να δοθεί χάρη. [15]

Σημειωτέον ότι στις τε­λευταίες αυτές εκτελέσεις πρωτοστάτησαν ως δήμι­οι οι (πρώην μελλοθάνατοι) Ιωάννης Ζήσης και Κυριάκος Σωτηρόπουλος (βοηθός του), ενώ σε προηγούμενες περιόδους, π.χ. κατά την εκτέλεση του Λαυρίου, το 1882, τέτοια καθήκοντα δημίου εί­χαν ασκήσει ο Δημήτρης Μπεκιάρης και ο Θανά­σης Αλεβιζόπουλος, επίσης πρώην μελλοθάνατοι (τους σκιαγραφεί έξοχα ο Ανδρέας Σκανδάμης σε σχετική μελέτη του).

Την 28η 6. 1846 θεσπίσθηκε με νόμο η δυνατότη­τα να εκτελείται η θανατική ποινή διαζευκτικά εί­τε με λαιμητόμο είτε με τυφεκισμό, προφανώς διό­τι η χρήση της λαιμητόμου παρουσίαζε πολλά πρα­κτικά προβλήματα (ο Αμπού αναφέρει μάλιστα, ίσως με κάποια δόση υπερβολής, ότι «η εφαρμογή της θανατικής ποινής στάθηκε στην Ελλάδα αδύ­νατη ως το 1847»). Μετά το 1913 δεν έγιναν πλέον άλλες εκτελέσεις με λαιμητόμο. Τέλος, με το ν. 3861/1929 καθιερώθηκε νομοθετικά ως τρόπος ε­κτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.

Εκτέλεση στο Παρίσι (Place de la Roquette), 1857.

Μια εκτέλεση μελλοθανάτου αποτελούσε ασφα­λώς ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός στις μικροκοινωνίες της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Μολονότι οι ε­κτελέσεις γίνονταν κατά κανόνα με το πρώτο φως της αυγής, πλήθος περιέργων συνωστίζονταν αυ­τήν την τόσο πρωινή ώρα για να αποθαυμάσουν το θέαμα, που ασφαλώς ξεπερνούσε σε ωμότητα όλα τα σύγχρονα reality shows… Ακόμη και δωμάτια ενοικιάζονταν σε επίκαιρα σημεία, από τα οποία μπορούσε να παρακολουθήσει κάποιος άνετα την εκτέλεση.

Στις εφημερίδες και σε άλλα έντυπα της ε­ποχής σώζονται διάφορες περιγραφές για τις τελευταίες στιγμές καταδίκων μελλοθα­νάτων. Περιγραφές που, χωρίς βεβαίως να φθάνουν το ψυχολογικό βάθος του γνωστού έργου του Ουγκό («Τελευταία ημέρα ενός καταδί­κου», 1829 -βλ. την πρόσφατη μετάφραση του έρ­γου από τις εκδ. «Μεταίχμιο», 2004), δίνουν όμως με ιδιαίτερα συγκινησιακό ύφος αλλά και ρεαλι­σμό την εναργή εικόνα αυτού του αποτρόπαιου θέ(ά)ματος.

Η ζωντανή περιγραφή μιας τέτοιας ε­κτέλεσης στον Πειραιά του 1890 περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν έργο του αρχαιολόγου Γκ. Ντεσάν:

«Ανάμεσα στους δυο βραχίονες της λαιμητό­μου, ο ουρανός ήταν φωτεινός και η Πάρνηθα χαμογελούσε ροδοκόκκινη. Τέλος, το μαχαίρι έ­πεσε. Όταν ξανανέβηκε, με τη βοήθεια μιας τρο­χαλίας που έτριζε, δυο κόκκινες γραμμές έδει­χναν πάνω στο μέταλλο τη θέση των δυο αρτη­ριών… Πήγαν να πάρουν τον δεύτερο καταδικασμένο από το αμάξι του. Ήταν ο Μιχελέτος, ο άγγελος. Ήταν ξανθός και πολύ νέος. Από μακριά τον έ­κανες δεκαπέντε χρόνων. Του έβγαλαν το παλιό κασκέτο που φορούσε στο κεφάλι. Ήθελε να μι­λήσει. Οι δυο βοηθοί τσακώθηκαν. Ο ένας ήθελε να τελειώνουν γρήγορα, ενώ ο άλλος ήταν πιο ε­πιεικής. Ακούστηκε πολύ καθαρά τι έλεγε ο άγ­γελος:

 — Άφησέ με, μάτια μου, να πω δυο λόγια. Στράφηκε προς το πλήθος και αναφώνησε:

— Δεν είχα κακές προθέσεις, αλλά παρασύρθη­κα. Δίκαια με κόβουν. Βλέπετε που με οδήγησε αυτό. Μην κάνετε ό,τι κι εγώ.

 Όταν τον έδεσαν στη σανίδα, ζήτησε να πιει. Του έδωσαν το ποτιστήρι που μάλλον χρησίμευε για να πλένουν τη λαιμητόμο. Ήπιε αργά. Ημέρα είχε προχωρήσει ο ήλιος έβγαινε πίσω από την Πεντέλη, θαμπώνοντας τα μάτια του κατάδι­κου. Όταν η σανίδα κουνήθηκε, ο άγγελος έκανε μια κίνηση τρόμου. Μπροστά στα μάτια του, μέσα στο καλάθι, έβλεπε το ματωμένο κεφάλι του Βλαχοπαναγιώτη. Το μαχαίρι έπεσε το σώμα τραβή­χτηκε απότομα κάνοντας πίσω σπασμωδικά. Ήταν η σειρά του τρίτου, ενός γέρου με γκρίζο μουστάκι, φάτσα θαλασσόλυκου, όπως τόσοι άλ­λοι που είχα γνωρίσει στο Αρχιπέλαγος. Ήταν τόσο κοντός, που έπρεπε να ανασηκώσει το σα­γόνι για να τον δέσουν στη σανίδα. Του έφεραν ένα σκαμνάκι.

Επαναλάμβανε μηχανικά:

— Δεν σκότωσα εγώ τον καπετάνιο! Δεν σκότωσα εγώ τον καπετάνιο! Δεν τον…

Το μαχαίρι διέκοψε τα λόγια του.

Όταν έπλυναν και τη λαιμητόμο, ένα από τα α­μάξια ξεμάκρυνε καλπάζοντας γρήγορα, μέσα σε μια δίνη αλόγων, λοφίων και σπαθιών. Ήταν ο δήμιος που έφευγε. Ο αξιωματικός προσπαθούσε να διατηρήσει την τάξη, αλλά, όπως συνήθως, το πλήθος έριχνε πέτρες στον καταραμένο, φωνάζο­ντας: Ρακά [16]!…».

 

Νέστορας Ε. Κουράκης

Καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ν. Ε. Κουράκη, Ποινική Καταστολή, Αθήνα: A. N. Σάκκουλας, 1997 (με συνεργασία – επιμέλεια Ν. Κ. Κουλούρη), § 287, σελ. 276 και του ιδίου, σχόλια στο ά. 50 Ποιν. Κώδικα άρ. 1 επ., στο συλλογικό έργο «Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα», έκδ. «Δίκαιο και Οικονομία», 2000.

[2] Πρβλ. Ν.Ε. Κουράκη, Προς κατάργηση της θανατικής ποινής, εις: του ιδίου, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, τ. Α’, Αθήνα: A. N. Σάκκουλας, 1991, 188-198: 194 επ.

[3] Βασ. Κ. Δωροβίνη, θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα» 29: 1981, 1459-1462.

[4] Διεξοδική περιγραφή αυτής της εκτέλεσης βλ. π.χ. στα έργα Δημ. Γατόπουλου, Ιωάννης Καποδίστρτας. Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, Αθήναι: Δημητράκος, 1933, σελ. 136 επ., και Τάσου Βουρνά, Η δολοφονία του Καποδίστρια. Το τίμημα της ανεξαρτησίας, σειρά: «Τα φοβερά ντοκουμέντα», Αθήνα: Φυτράκης, 1976, 20 επ.

[5] Για το θέμα αυτό, πέρα από τις πληροφορίες σε εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, βλ. επίσης τα όσα αναφέρονται από τον Α. Σ. Σκανδάμη στη μελέτη του «Οι τελευταίοι Έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι», περ. «Εκλογή», τ. Θ’, Ιούνιος 1953, 104-108:104.

[6] Βλ. ιδίως Ιωάννη Σ. Κολιόπουλου, Περί λύχνων αξίας. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1996, ιδίως σελ. 259-260 και Ν.Ε. Κουράκη, λήμμα «ληστεία» στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος – Λαρούς – Μπρπάνικα», τ. 38 (1989), 272 επ.

[7] Fr. Strong,Greece as a Kingdom or, a Statistical Description of that Country,London: Longman, 1842, σελ. 335 επ. Ενδιαφέρον είναι εδώ να σημειωθεί ότι κατά τnv περίοδο 1866-1874, δηλ. σε διάστημα 9 ετών, είχαν εκτελεσθεί 131 άτομα, άρα περίπου 15 κατ’ έτος: βλ. «Εφημερίς των Φυλακών», Μάιος 1877, σελ. 152.

[8] Για το βίο, την πολιτεία και το τραγικό τέλος αυτών των δημίων (βρέθηκαν δολοφονημένοι) βλ. ιδίως Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη, Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, εις: Κ. Φ. Σκόκου, Εθνικόν Ημερολόγιον, έτος 31: 1916, 144-147.

[9] Ενιμ. Αμπού (Edm. About), Η Ελλάδα του Όθωνος ή «Η σύγχρονη Ελλάδα» 1854 (La Grèce contemporaine, 1855), μτφρ. Α. Σπήλιου, επιμ. Τάσου Βουρνά, Αθήνα: Αφοί Τολίδη, (1975;), 166.

[10] Η εκτέλεση των ληστών περιγράφεται στο από 8.6.1870 φύλλο της εφημ. «Αιών», σελ. 1 -πρβλ. αναδημοσίευση αυτής της περιγραφής στο έργο «Η σφαγή στο Δήλεσι. Αγγλοκρατία και Ληστοκρατία» του Τάσου Βουρνά, σειρά:«Τα φοβερά ντοκουμέντα», Αθήνα: Φυτράκης (1976;), σελ. 84-85 και εν μέρει στο δημοσίευμα του Γ. Α. Λεονταρίτη «Η σφαγή στο Δήλεσι», εφημ. «Η Καθημερινή» της 20ής 10.1996, σελ. 27 (άλλες συνέχειες αυτής της εργασίας δημοσιεύθηκαν στα φύλλα των 8ης, 15ης, 22ας 9.1996 και της 3ης 10.1996).

[11] G. Deschamps, Η Ελλάδα σήμερα, Οδοιπορικό 1880. Ο κόσμος του Χαρίλαου Τρικούπη (La Grèce d’  aujourd’ hui, 1892), μτφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος – σχόλια: Α. Νικολοπούλου, Αθήνα: Τροχαλία, 1992, 188 επ..

[12] Βλ. Άρη Κανατούρη, θανατικές εκτελέσεις στο νεότερο Λαύριο, Λαύριον: Βιβλιοθήκη της Εταιρείας Μελετών Λαυρεωτικής, αριθ. 2, 1986, 171-182, ιδίως σελ. 173 και 180. Για το δήμιο Δ. Μπεκιάρη υπάρχουν αναφορές και στη μελέτη του Β. Δωροβίνη, ανωτ. σημ. 3, σελ. 1462, σημ. 17.

[13] Για την άθλια κατάσταση που επικρατούσε στις φυλακές «Μιλτιάδη» βλ. π.χ. Ν.Ε. Κουράκη, Ποινική Καταστολή, ό.π. (σημ. 1), σελ. 183.

[14] Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες γι’ αυτήν την εκτέλεση παρέχονται από την εφημ. «Σύνταγμα» της 3ης 5.1898, σελ. 1, σε δημοσίευμά της με το χαρακτηριστικό τίτλο «Η καρατόμησις των Βασιλοκτόνων» (το έθεσε στη διάθεσή μου – και τον ευχαριστώ – ο φίλος ιστοριοδίφης κ. Όθων Τσουνάκος).

[15] Αποκαλυπτικές πληροφορίες και σχόλια γι’ αυτές τις εκτελέσεις, αλλά και για τους δήμιους που τις πραγματοποίησαν, υπάρχουν στο γλαφυρό έργο του τότε προέδρου Εφετών Ι. Π. Πειρουνάκου, Αι Φυλακαί μας και η Δικαιοσύνη μας, Αθήναι: τύποις Αγγ. Κλεισιούνη, 1936, ιδίως σελ. 129 επ.

[16] Λέξη άκλιτη, υβριστική. Σημαίνει τον άμυαλο, τον ανόητο. Βλ. και το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. 5 στ. 22: «ος δ’ αν είπη) τω αδελφώ αυτού ρακά, ένοχος έσται τω συνεδρίω» (ΣτΜ).

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τόποι εκτελέσεων», τεύχος 231, 8 Απριλίου 2004.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αρχαίες φυλακές


 

Η ιστορία των φυλακών στον τόπο μας ξεκινάει μετά την κατάλυση της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Η αρχαία ελληνική πόλη, σε αντίθεση με τις ανατολικού (ή δυτικού) τύπου μοναρχίες, δεσποτείες και τα λοιπά θεοκρατικά καθεστώτα, αρνείται την έννοια και την πρακτική του εγκλεισμού στις φυλακές: του «σωφρονισμού» σε αυτές και των βασανιστηρίων, που ακολουθούν τη στέρηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό φυλακές στην αρχαία Αθήνα δεν υπάρχουν (φυλακή ονομάζουν την περιπολία στα τείχη ή σε θαλάσσιες περιοχές, για την άμυνά τους).

Το μικρό δεσμωτήριο εξάλλου της πόλης των Αθηνών (η «φυλακή» του Σωκράτη) χρησιμοποιείται, όπως το σημερινό κρατητήριο, για ώρες ή μέρες: με σκοπό την εφαρμογή της ποινής του θανάτου (με κώνειο) ή για την αποπληρωμή χρέους προς το δημόσιο ταμείο. Ο πολιτισμός των Ελλήνων αρνείται τη φυλακή και γι’ αυτό οι πολίτες δεν φυλακίζονται, θανατώνονται, όταν επιχειρούν να καταλύσουν το πάτριο πολίτευμα (ή όταν βεβηλώνουν τους πάτριους θεούς), ή εξορίζονται, το συνηθέστερο, για διάστημα 10 ετών, όταν κρίνονται επικίνδυνοι για την πόλη. Μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στη Ρώμη αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες φυλακές, που υπάρχουν και στο Βυζάντιο. (Νίκος Βαρδιάμπασης)

 

Στην εποχή μας, η επιβολή ποινής για κάποιο αδίκη­μα είναι σχεδόν συνώνυμη με τη «φυλάκιση», δη­λαδή τη στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό σε κάποιο κρατικό σωφρονιστήριο. Μολονότι η α­νάδειξη της φυλακής ως κατ’ εξοχήν χώρου έκτι­σης της νομοθετημένης τιμωρίας αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στο δυτικό Μεσαίωνα, ωστόσο η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο μιας «τιμωρητικής» πολιτικής δεν είναι ά­γνωστη στην ελληνική αρχαιότητα. Η παραδειγματική και αρχετυπική έκφανση του περιορισμού της ελευθερίας ως τιμωρίας που επι­βάλλεται από τον κρατούντα την – υπέρτατη άλλωστε – εξουσία βρίσκεται στο μύθο του Προμηθέα.

Ο δεσμώτης του Καυκάσου αντιπροσωπεύει τον αρχέτυπο μύθο της θεϊκής τιμωρίας. Ο Προμηθέας σε παράσταση μελανόμορφου λακωνικού κυπέλλου.

Παραβαίνοντας τη θέληση των θεών, ο Προμηθέ­ας δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Για την πράξη του αυτή, που έχει ήδη οριστεί ως κακό, ο Ζευς του επιβάλλει σκληρή τιμωρία: να μείνει αιώνια δε­μένος στον Καύκασο. «Για τούτα τα σφάλματα πληρώνω την ποινή, στον πάσσαλο δεμένος εδώ στο ξάγναντο», αναφωνεί ο Προμηθέας στην ομώ­νυμη τραγωδία. Η μυθολογική σύλληψη αντιλαμ­βάνεται τον περιορισμό ως δεσμά, τα οποία δεν προϋποθέτουν εγκλεισμό, αντίθετα μπορούν να πραγματοποιούνται υπαίθρια. Όμως στον Προμη­θέα Δεσμώτη ο Αισχύλος χρησιμοποιεί την ορο­λογία του ποινικού δικαίου της δικής του εποχής για να περιγράψει τα παθήματα του ήρωά του.

Σε ακόμη ένα περίφημο παράδειγμα από το χώρο του μύθου, ο Κρέοντας φυλακίζει την Αντιγόνη επει­δή παρέβη το νόμο του κράτους του οποίου ο ίδιος είναι εκφραστής. Στον αντίποδα των υπαίθριων δε­σμών του Προμηθέα, στην ψηλότερη βουνοκορφή, πρόκειται εδώ για απόλυτο εγκλεισμό, βαθιά μέσα στη γη, που θα οδηγήσει στο θάνατο. Περίπου την εποχή που γράφτηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης και ίσως λίγα χρόνια πριν από την Αντιγόνη, δηλαδή περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., χρονολογείται η ανέγερση ενός κτιρίου που βρέθηκε στις ανασκαφές κοντά στην αθηναϊκή Αγορά.

Το κτίσμα αυτό, γνωστό ως Πόρος, έχει ταυ­τιστεί ως φυλακή και η μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση το έχει συνδέσει με το μύθο του Προ­μηθέα. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για το δεσμωτήριον του Σωκράτη, όμως η θέση του κτιρίου αυτού στο κεντρικότερο σημείο της αρχαίας πόλης υποδεικνύει πως η χρήση του ήταν ενταγμένη στο δημόσιο βίο. Φαίνεται ότι το κτίριο αυτό αναμορφώθηκε στα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα και άλλη μια φορά στα τέλη του 4ου. Δεν είναι γνωστό αν στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερα από ένα δεσμωτήρια, κάτι που υπαινίσσεται, τουλάχιστον για τα τέλη του 4ου αιώνα, η χρήση της λέξης στον πληθυντικό για πρώτη φορά στην κωμωδία του Μενάνδρου Δύσκολος.

 

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

 

Δεσμωτήρια ή αλλιώς κατ’ ευφημισμόν οική­ματα μαρτυρούνται σε πολλές αρχαιοελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ξενοφώντα, σε μια περίοδο στάσεως το 363 π.χ., μεγάλος αριθμός αριστοκρατικών από όλες τις πόλεις της Αρκαδίας οδηγήθηκαν στην πόλη της Τεγέας όπου φυλακί­στηκαν, μάλιστα πολύ σύντομα δημιουργήθηκε α­διαχώρητο στο δεσμωτήριον και ορισμένοι κρα­τούμενοι μεταφέρθηκαν στο πρυτανείο.

Κατά τη διάρκεια ακόμη μιας στάσεως, στη Θήβα αυτή τη φορά, μαθαίνουμε ότι η μια από τις αντιμαχόμενες μερίδες με τέχνασμα απελευθέρωσε τους κρατού­μενους από τη φυλακή και τους προμήθευσε με ό­πλα, κατορθώνοντας έτσι να αποκτήσει τον έλεγχο της πόλεως. Στην Τεγέα υπήρχε μόνο μια φυλακή, όμως σε έκτακτες περιπτώσεις και άλλα δημόσια κτίρια μπορούσαν προσωρινά να χρησιμοποιηθούν για τη φύλαξη των κρατουμένων. Εξάλλου στον πόλεμο η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή που επέβαλ­λαν οι στρατηγοί μέσα στο πλαίσιο των καθηκό­ντων τους, και ελλείψει φυλακών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κάθε είδους κτίρια, ή ακόμη χαντάκια, λατομεία και λάκκοι. Για τους κρατούμε­νους από τις Συρακούσες οι Αθηναίοι χρησιμοποί­ησαν ένα λατομείο πέτρας στον Πειραιά.

Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη βαρύτητα των αδικημάτων εκείνων τα οποία δίνουν αφορμή να ζητηθούν ή να θεσπι­στούν ειδικά προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, μας πληροφορεί ότι στο Άργος επιβαλλόταν εξαι­ρετική ποινή σε εκείνον που είχε γίνει αφορμή να ψηφιστεί νέος νόμος ή να κτισθεί νέα φυλακή. Στο ίδιο παραδειγματικό – συμβολικό πλαίσιο και πάλι, σύμφωνα με τον Παυσανία οι Κροτωνιάτες τον 5ο αιώνα μετέτρεψαν το σπίτι ενός εγκληματία σε δεσμωτήριον. Στην αττική νομοθεσία, η πρώτη εμφάνιση περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Στον Σόλωνα αποδίδεται ο νόμος που τιμωρούσε τον ένοχο κλοπής με χρη­ματική ποινή και παράλληλα θέσπιζε ως παρεπό­μενη ποινή τον πενθήμερο περιορισμό του ενόχου στην ποδοκάκκη. Πρόκειται για ένα όργανο ξύλι­νο, αφού τον 4ο αιώνα αναφέρεται συνήθως ως ξύλον, στο οποίο προσδενόταν το πόδι με αποτέλε­σμα την ακινητοποίηση του σώματος. Ήταν στη δια­κριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της Ηλιαίας να επιβάλει αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος δεν λάμ­βανε χώρα σε κλειστό χώρο αλλά γινόταν δημό­σια, «ώστε να μπορούν να τον δουν όλοι δεμέ­νο», όπως σχολιάζει ο Δημοσθένης. Αρχικά λοιπόν ο περιορισμός στην ποδοκάκκη είχε προεχό­ντως ατιμωτικό χαρακτήρα, στοχεύοντας ιδίως στη δημόσια διαπόμπευση, στη συνέχεια όμως η χρή­ση του οργάνου αυτού γενικεύθηκε μέσα στη φυ­λακή.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο σωματικός κολα­σμός ταιριάζει στους δούλους, οι οποίοι ευθύνονται για τις παραβάσεις τους με το σώμα τους, σε αντί­θεση με τους ελεύθερους ανθρώπους, στους οποί­ους ο νόμος τις περισσότερες φορές επιβάλλει πρόστιμα. Η συνήθης τιμωρία των δούλων ήταν τα δεσμά, και, όπως πληροφορούμαστε, ένας πρόχει­ρος τόπος εγκλεισμού τους ήταν οι μύλοι. Αυτό το διακριτικό στοιχείο των πολιτών από τους δούλους υπήρξε καθοριστικό για τη θεσμοθέτηση του πε­ριορισμού των πολιτών στη φυλακή, που, τουλάχι­στον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ήταν φει­δωλή.

Εξαίρεση στη δυσκολία του Αθηναίου νο­μοθέτη να αποδεχθεί τη φυλάκιση πολι­τών αποτελούσαν όσοι όφειλαν χρήματα στο δημόσιο. Η οφειλή αυτή μπορούσε να προέρχεται από συμβατική αιτία: τη συλ­λογή των φόρων αναλάμβαναν πολίτες έπειτα από πλειστηριασμό, κατά τον οποίο ο πλειοδότης απο­κτούσε το δικαίωμα να εισπράττει, για ένα έτος συ­νήθως, το συγκεκριμένο φόρο (λιμενικά τέλη, μετοίκιο κ.λπ.) και να αποδίδει στο κράτος το ποσόν που ορίστηκε. Με ανάλογο τρόπο γίνονταν οι μι­σθώσεις των μεταλλείων, καθώς και οι μισθώσεις των κτημάτων που ανήκαν στα ιερά, για διάρκεια δέκα ετών.

Αλλά οι περισσότεροι οφειλέτες που βρίσκο­νταν στη φυλακή ήταν εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν κάποια χρηματική ποι­νή που τους είχε επιβληθεί. Συχνά βλέπουμε, στους δικανικούς λόγους, τον κατηγορούμενο να τονίζει στους δικαστές ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος της ζωής του ως πολίτη και τον ισόβιο εγκλεισμό του στη φυλα­κή. Και πράγματι γνωρίζουμε αρκετούς ένδοξους πολίτες που πέρασαν από τη φυλακή για τέτοια χρέη, ή ακόμη πέθαναν εκεί, όπως ο Μιλτιάδης, άρρωστος ήδη όταν καταδικάστηκε σε πρόστιμο πενήντα ταλάντων, που, αδυνατώντας να το πληρώσει, τελείωσε τη ζωή του στη φυλακή το 489 π.Χ.

Το 353 π.Χ. ο Αθηναίος Τιμοκράτης πρότεινε να ψηφιστεί ένας νόμος που θα έδινε τη δυνατότη­τα στους οφειλέτες του δημοσίου – με εξαίρεση ορισμένες μόνο κατηγορίες, όπως οι εκμισθωτές των φόρων – να μη φυλακίζονται, εφ’ όσον παρείχαν χρηματική εγγύηση. Ο Δημοσθένης με δριμύτητα προσέβαλε το ψήφισμα που εισηγήθηκε ο Τιμοκράτης, ως αντίθετο με τους νόμους, υπενθυμίζο­ντας στο λαϊκό δικαστήριο ότι πρόκειται για «φω­τογραφική» ρύθμιση, που έχει στόχο να απαλλά­ξει κάποιους φίλους του που βρίσκονταν στη φυ­λακή για χρέη προς το δημόσιο. Θυμίζει ακόμη ότι πολλοί γνήσιοι Αθηναίοι έχουν οδηγηθεί στο δεσμωτήριο, φυλακισμένοι είτε για οφειλές είτε έ­πειτα από δικαστική απόφαση, αλλά υπέμειναν τα δεσμά υποτασσόμενοι στους νόμους, και δίνει πα­ραδείγματα πολλών επιφανών ανδρών που πέρα­σαν χρόνια στη φυλακή. Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Τιμοκράτη ότι το ψήφισμα που πρότεινε εισά­γει ρύθμιση ευνοϊκή για τους πλουσίους, οι οποί­οι μπορούν να παράσχουν χρηματική εγγύηση κι έτσι διαφεύγουν τη φυλάκιση, αντίθετα με τους α­πλούς ανθρώπους: όταν ασκούν κάποια εξουσία, ο κατηγορούμενος και το περιβάλλον του, ευχαρίστως φυλακίζουν τους φτωχούς, όταν όμως πρόκει­ται για τους ίδιους, πιστεύουν ότι δεν πρέπει να πάθουν το ίδιο.

Στην Αθήνα αρμόδιοι για την επίβλεψη του δεσμωτηρίου ήταν οι ένδεκα, άρχοντες κληρωτοί με ενιαύσια θητεία. Δική τους δικαιοδοσία ήταν η σύλληψη που προβλεπόταν από το νόμο για ορι­σμένες κατηγορίες αδικούντων. Καθώς η εισαγγε­λική αρχή, που σήμερα ασκεί τη δίωξη για ένα έ­γκλημα, ήταν έννοια ξένη προς το αρχαιοελληνι­κό δίκαιο, κατά το οποίο ο κάθε πολίτης ήταν ε­νεργός, δικαιούμενος ή μάλλον υποχρεωμένος να κινεί τη δίωξη όποιου έβλαπτε την πόλιν, ο εν­διαφερόμενος πολίτης είτε συνελάμβανε ο ίδιος το δράστη και τον παρέδιδε στους ένδεκα (απαγωγή), είτε τους οδηγούσε στον τόπο της σύλληψης (εφήγησις) είτε τέλος υποδείκνυε το δράστη στους άρ­χοντες (ένδειξις), οι οποίοι οδηγούσαν το συλληφθέντα στη φυλακή μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονταν κυρίως ενα­ντίον κακούργων που καταλαμβάνονταν έπ’ αυτο­φώρω ή εξόριστων που επέστρεφαν παράνομα ή α­κόμη εναντίον όσων είχαν καταδικαστεί στην απο­στέρηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στο σώμα των πολιτών, αλλά επιχειρούσαν να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Η προφυλάκιση εφαρμοζόταν εξάλλου ευρύτατα σε υποθέσεις κατηγορουμένων για εγκλήματα κα­τά του πολιτεύματος και κατά των θεμελιωδών αρ­χών της πόλεως. Τα παραδείγματα προέρχονται κυρίως από τα τέλη του 5ου αιώνα και αργότερα, ό­πως στην υπόθεση του έτους 404 π.χ., όταν οι στρατη­γοί, ταξίαρχοι και πολίτες, που κατηγορήθηκαν ότι συνωμοτούσαν με σκοπό την ανατροπή της δημοκρατίας, προφυλακίστηκαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο στρατηγός Θρασύβουλος κατηγορή­θηκε για προδοσία της πόλεως και κατάχρηση χρημάτων που προορίζονταν για εξαγορά αιχμα­λώτων και κρατήθηκε στη φυλακή μέχρι να δικαστεί. Λίγα όμως χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για δωροδοκία και προφυλακίστηκε εκ νέου. Ακόμη μια εφαρμογή της αποστέρησης της ελευθερίας στην αττική νομοθεσία είχε τη μορφή εξασφαλιστικού μέτρου κατά των μελλοθανάτων. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο καταδικασθείς παραδιδόταν στους ένδεκα, που τον οδηγούσαν στο δεσμωτήριο, μέχρι την εκτέλεση. Στις περιστάσεις που οι νόμοι για λόγους θρησκευτικούς ανέστελλαν την εκτέλε­ση, η παραμονή εκεί ήταν πολυήμερη, όπως συνέ­βη με τον Σωκράτη, μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα του ιερού πλοίου. Την ορισμένη για την ε­κτέλεση ημέρα, οδηγούσαν τον κατάδικο έξω από την πόλη, στο δήμιο, ενώ η χορήγηση του κωνείου γινόταν μέσα στη φυλακή.

Από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., πιθανώς ως α­ποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του Εφιάλτη, η φυ­λάκιση μπορούσε να επιβληθεί και ως κύρια ποι­νή για κάποιο αδίκημα, όταν προτεινόταν από τον ένα διάδικο. Έτσι και ο Αριστοτέλης αργότερα α­παριθμεί τις ποινές που προέβλεπε η αττική νομο­θεσία ως εξής: δεσμός, θάνατος, εξορία, αποστέ­ρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, δήμευση της περιουσίας. Δεν σώζεται όμως κανένας νόμος που να επιβάλλει ποινή φυλάκισης για κάποιο αδίκη­μα σε περίπτωση που η ποινή απέρρεε απ’ ευθεί­ας από το νόμο χωρίς να θεσπίζεται η διαδικασία της πρότασης και αντιπρότασης από τους διαδί­κους.

Όσο για τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στις φυλακές, φαίνεται πως κατά κανόνα οι κρα­τούμενοι ήταν δεμένοι στο ξύλον, καθώς ποικίλες πηγές χρησιμοποιούν τη λέξη δεσμώτης ως συνώ­νυμο του να βρίσκεται κάποιος εν δεσμωτηρίω. Εκείνοι που αποφυλακίζονται έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα αναφέρονται ως «ανίκανοι να περπατήσουν σαν τους άλλους ανθρώπους, αλλά ξαναγυρίζουν στην ίδια στάση και στις ίδιες κι­νήσεις που έκαναν δεμένοι», καταδεικνύοντας ό­τι η φυλάκιση και τα δεσμά συνεπάγονταν το ένα το άλλο. Απαγορευόταν όμως να υποβάλλονται οι πολίτες σε βασανιστήρια, είχε μάλιστα εκδοθεί ει­δικό ψήφισμα γι’ αυτό το σκοπό, που η χρονολο­γία του μας είναι άγνωστη.

Ωστόσο η γενική τάση που θεωρούσε το σώμα ενός πολίτη απαραβίαστο, σε περιόδους πολιτικών αναταραχών μπορούσε να αμφισβητηθεί, και έτσι το 409/8 π.χ. η αθηναϊκή βουλή δια βοής αποφάνθηκε να καταργηθεί ο νόμος και να δεθούν στον τροχό οι πολίτες που κατηγορούνταν για την παρωδία των ιερών μυστηρίων, ώ­στε να καταδώσουν και τους υπόλοιπους συνωμό­τες. Ορισμένοι κατόρθωσαν να το αποφύγουν, ορί­ζοντας εγγυητές και τελικά δραπετεύοντας από την πόλη, πολλοί όμως ήταν αυτοί που συνελή­φθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Μεταξύ αυ­τών ήταν και ο ρήτορας Ανδοκίδης, ο οποίος αρ­γότερα θα πει στους συμπολίτες του: «θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο να μιλήσω για τη φυλάκισή μου και για όλα εκείνα που υπέφερα με το σώμα μου τότε».

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη φυλάκιση αρ­γό θάνατο. Για τον πλατωνικό Σωκράτη η αρχή της ζωής στη φυλακή είναι το τέλος της ελεύθερης ζω­ής. Μετά την πρώτη ψηφοφορία που τον έκρινε έ­νοχο, και την πρόταση των κατηγόρων του να επι­βληθεί η θανατική ποινή, ο Σωκράτης καλείται, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, να αντιπροτεί­νει την ποινή που ο ίδιος θεωρεί κατάλληλη για το αδίκημα που διέπραξε: «Ποιο από αυτά που ξέ­ρω καλά πως είναι κακά να αντιπροτείνω, τιμω­ρώντας μ’ αυτό ο ίδιος τον εαυτό μου; Μήπως τη φυλάκιση; Και γιατί δα πρέπει να περάσω τη ζωή μου στο δεσμωτήριο, δούλος του κάθε άρχο­ντα που έρχεται στην εξουσία; Μήπως το πρόστι­μο, που κι αυτό δα επιφέρει τη φυλάκιση μέχρι να το πληρώσω;». Κάποιος θεός θα διατάραξε την κρίση του ανθρώπου εκείνου που πρότεινε για τον εαυτό του την ποινή της φυλάκισης αντί για πρό­στιμο, σχολιάζει ο Λυσίας, ενώ και ο Θουκυδίδης σημειώνει πως οι Αθηναίοι συμφώνησαν τελικά να παραδώσουν τα όπλα τους στους Συρακούσιους, ώ­στε να μην τελειώσουν τη ζωή τους στη φυλακή.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Είναι άγνωστο πότε ανεγέρθηκε η πρώτη φυλακή στην Αθήνα ή σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Πρόκειται όμως για γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβαση από την ιδιωτική κράτηση ενός πολίτη από συμπολίτη του για χρέη, στη θέσπιση της φυλάκισης ως δημόσιας τιμωρίας και, παράλληλα, τη μετάβαση από τη δημόσια διαπόμπευση στον εγκλεισμό. Η θέση που καταλαμβάνει η φυλακή στην αρχαιοελληνική, ιδίως στην αθηναϊκή, κοινωνία είναι η συνισταμένη δυο αντιμαχόμενων εννοιών, που όμως και οι δυο βρίσκονται στον ιδεολογικό πυρήνα της δημοκρατικής πόλεως.

Από τη μια, η απέχθεια των πολιτών για το σωματικό κολασμό και τον περιορισμό, που θεωρούνταν ανάρμοστα με την ιδιότητα του πολίτη, από την άλλη η διαρκής αναζήτηση της ισονομίας, της πραγματικής εξίσωσης των πολιτών, που δεν επιτρέπει στους πλούσιους να πληρώνουν μόνον πρόστιμα ή χρηματικές εγγυήσεις τη στιγμή που οι φτωχοί, αδυνατώντας να πληρώσουν, βρίσκονται κλεισμένοι στο δεσμωτήριο. Η διαπάλη αυτή δεν επηρέασε μόνον τους υπέρμαχους της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού αντανάκλασή της βρίσκεται και στον Πλάτωνα, όταν στους Νόμους προτείνει την αποφυλάκιση όσων οφείλουν πρόστιμα είτε με την πληρωμή είτε όταν έπειθαν τους άρχοντες ή τον αντίδικό τους ότι είχαν περάσει αρκετό χρόνο στη φυλακή.

 

Στέφανος Παύλου

Αν. καθηγητής Νομικής Θράκης

Μαρία Γιούνη

Επ. καθηγήτρια Νομικής Θράκης

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η ιστορία των φυλακών», τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Φυλακές Ναυπλίου

 

Όλα τα κάστρα να χαθούν όλα και να ρημάξουν

Το Παλαμήδι το πικρό θεός να το φυλάξη.

Εκεί ‘ναι οι κατάδικοι όλο βαρυποινίτες.

Μέσα είναι κι ο άνδρας μου στα σίδερα βαλμένος.

Με δυο ζυγίτσες σίδερα στα πόδια και στα χέρια…

Στη φυλακή τον έχουνε στα σκοτεινά μπουντρούμια

 

Της δρος ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΓΕΡΟΥΚΗ  ειδικής επιστήμονος Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

 

Όταν ο Μάουρερ επισκέφτηκε τις φυλακές, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του, διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα» [«Ο Ελληνικός Λαός» (1835), μτφρ. Όλγα Ρομπάκη, 1976, παραγρ. 365].  Οι καλές προθέσεις του I. Γενάτα, υπουργού Δικαιοσύνης του Καποδίστρια, δεν είχαν βοηθήσει ιδιαίτερα στην κατεύθυνση της καλυτέρευσης των συνθηκών κράτησης στις φυλακές- φρούρια του Ναυπλίου. Σε έκθεση του 1830, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνό­τητα των» (Μεν. Τουρτόγλου, «Αι φυλακαί επί Καποδίστρια», Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τεύχος 5, Αθήνα 1954, σ. 157).

Κατά την καποδιστριακή περίοδο, το πρόβλημα της ιατρικής περίθαλψης των κρατουμένων στις φυλακές του Ναυπλίου αντιμετωπιζόταν με εκκλήσεις στη «φιλανθρωπία» των ιατρών, «εκ των ενόντων», για να μην επιβαρυνθεί το Εθνικό Ταμείο…

 «Προς τον Πρόεδρον της επί του Ορφανοτροφείου Επιτροπής

 Επειδή πολλοί των εν τη φυλακή της πόλεως ταύτης ενδεών, ασθενούντες, έχουσι χρείαν επισκέψεως ιατρού, διά να απαλλαγή το πτωχόν εθνικόν Ταμείον από έξοδα (…) θέλετε προσκα­λέσει τον Ιατρόν του Ορφανοτροφείου κον Δελλαπόρτα, να ενδίδη εις τας προσκλήσεις του Δικαστηρίου, (…) το οποίον η Γραμματεία είναι βεβαία ότι θέλει κάμει ευχαρίστως, γνωρίζουσα την φιλεύσπαγχνον ψυχήν του».

Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου.

 «Είναι απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κκ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

Η σύγκριση με τα σύγχρονα και πολιτισμένα Σωφρονιστήρια της Ιονίου Πολιτείας γίνεται αμείλικτη. Μετά την Ένωση, ο Κ.Π. Καλλιγάς απαγγέλλει το 1866 ένα δριμύ «Κατηγορώ» σε ομιλία του που δημοσιεύεται στην «Πανδώρα» (τόμος ΙΖ’, φυλλάδιο 396) :

 «Οστις εξ ημών μάλιστα είχεν την ευκαιρίαν να επισκεφθή τα Σωφρονιστήρια Κερκύρας και Κεφαλληνίας, δεν ηδυνήθη Βεβαίως να μη υποκύψη εις την εντύπωσιν, την οποίαν προκαλεί η αντίθεσης συστήματος μεταχειριζομένου τον άνθρωπον ως ον λογικόν, παραβαλλομένου προς τα ημέτερα καταγώγια, εντός των οποίων ο όμοι­ος ημών ρίπτεται ως ον ουτιδανόν και απόβλητον».

 

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

Η φυλακή των καταδίκων στο Παλαμήδι, ξυλογραφία από αταύτιστο γερμανικό περιοδικό του 19ου αι. ( Αφροδίτη Κουρία, το Ναύπλιο των περιηγητών, σελ. 116)

 

 

 Το φρούριο του Παλαμηδιού χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για τους βαρυποινίτες μέχρι το 1925. Επισκέπτες (1888) διηγούνται με φρίκη ότι «μετά την δύσιν του ηλίου, η φρουρά εξηνάγκαζε τους φυλακισμένους να εισέλθουν εις τας γύρω της αυ­λής ταύτης βαθείας, υγράς, θολωτάς αποθήκας… όπου ο αήρ ως εκ του βάθους των δεν ανενεούτο ποτέ. Εκεί οι φυλακισμένοι… επλάγιαζον φύρδην-μίγδην επάνω εις τας πλάκας, έχοντες διά προσκέφαλα μεγάλους αργούς λίθους, κλειδωμένοι εκεί μέσα δι’ όλην την νύκτα» (Αλ. Οικο­νόμου, «Τρεις Άνθρωποι», τ. Α, Αθήνα, 1950, σελ. 504).

 Ο Μιχαήλ Μητσάκης το 1887 αρθρογραφεί στην «Εστία», περιγράφοντας με δαντικό τόνο τη ζωή στις φυλακές του Παλαμηδιού.

 «Τι τρώγλαι και τι άβυσσοι και τι έρεβος και τι αγωνία!… Ο αναβαίνων (…) επί της κορυφής του, και εκείθεν εμβλέπων εις τα σπλάγχνα του, κά­τω, εις τας εσκαμμένας υπόγειας φύλακας του Μιλτιάδου [μια από τις δυο φυλακές του Παλαμη­διού], καταλαμβάνεται υπό σκοτοδίνης. Νομίζεις ότι βλέπεις τα έγκατα πελωρίου τέρατος… όπερ κατεβρόχθισεν εκατοντάδας όντων, άτινα ανακι­νούνται ανησύχως εντός των απειρομεγέθων στο­μαχικών θυλάκων του. Είναι λοιπόν δυνατόν να ζώσι – δέκα, είκοσι, τριάκοντα έτη!- άνθρωποι ε­κεί μέσα! Είναι όμοιοι ημών λοιπόν τα φασματώδη αυτά νευρόσπαστα, τα τεθαμμένα πεντήκο­ντα μέτρα υπό την επιφάνειαν (…) Ζώσιν (…) εις τα σκαφέντα κάθυγρα δωμάτια των (…) ο εις επί του άλλου, έχοντες ως στρώμα το έδαφος, το χώμα, ως θέρμασιν των βδελυρών σαρκίων των την επαφήν, ως ορίζοντα τον απέναντι τοίχον… Ζώσιν εις τας οπάς ιων(…) αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσουν μόνον ως κατοικίαι ασπαλάκων (…), ζώσιν εις τον Αράπην  [έτσι ονόμαζαν το μπουντρούμι του Παλαμηδιού], το φοβερόν υποχθόνιον σπήλαιον, όπου ουδέποτε εισήλθε φως, όπου κατέρχεσαι δια περιαιρετών κλιμάκων εις τρεις ή τεσσάρας αλλεπάλληλους λάκκους, τον ένα βαθύτερον του άλλου, τον ένα ζοφερώτερον του άλλου, τον ένα απαισιώτερον του άλλου, όπου το φέγγος των λύχνων σβέννυται αυτομάτως εκ της υγρασίας, όπου ασφυκτιάς μετά εν μόλις από της εισόδου σου λεπτόν, οπόθεν εξερχόμε­νος φέρεις τεθαμβωμένους ως να ετυφλώθης αίφ­νης τους οφθαλμούς και θαμβούντα τα ώτα και την κεφαλήν ιλιγγιώσαν…».

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας ταξιδεύει στην Πελοπόννησο και έρχεται σε επαφή με την οικτρή κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. Συγκλονισμένος, γράφει τις εντυπώσεις του, οι οποίες δημοσιεύονται το 1892 στην «Εστία» («Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Αθήνα, εκδ. Ροές, 1998):

 «Πρώτη μου δουλειά, όταν έφθασα στο Ναύπλιο, ήτο να ιδώ το Παλαμήδη (…) ετράβηξα ίσα ‘ς του Μιλτιάδη. Και τι φοβερές φυλακές! (…) είδα διά πρώτην φοράν τους φυλακισμένους… Άλλοι περιπατούν απάνου κάτου, με μικρά μου­διασμένα βήματα, (…) άλλοι καταμόναχοι με χαμηλωμένο το κεφάλι, συλλογισμένοι (…) άλλοι καθισμένοι εις τα πεζούλια επριόνιζαν ξυλάκια, είτ’ έγλυφον κόκκαλα διά την τέχνην τους (…) άλλος έπλεκε καλτσοδέτες και τρεις (…) μισόγυμνοι εσαπούνιζαν τα ασπρόρουχά τους!(…) όλοι εκείνοι ήσαν διά θάνατον, είτε ισοβίως καταδικασμένοι… Εις μιαν γωνιά της αυλής βλέπω την θύρα μανταλωμένη και τρία κεφάλια που κοίταζαν από το στρογγυλό σιδηροφραγμένο παραθύρι. Λιοντάρια μέσα στο κλουβί δεν θα κύτταζαν έτσι.

Εκεί είναι ο Αράπης. Όποιοι κάνουν άτακτα τους βάνουμ’ εκεί… Έχουν κόμματα κι εδώ μέσα. Είναι παρέες παρέες… Χθες εμαχαίρωσαν ένα…

Εις την άλλην άκρη της γέφυρας είναι η Στε­νή… Σκοτάδι… εικοσιπέντε ανθρώπους, ελεεινούς, πατείς με πατώ σε».

Την επόμενη μέρα ο Καρκαβίτσας αποφασίζει να μπει ο ίδιος μέσα στον «Μιλτιάδη», να μιλήσει «με τον Σπανόν και με τον Ντερβίση και με τους άλλους κακούργους» (περιβόητους ληστές του 19ου αιώνα).

«Ο Μιλτιάδης (…) τους σκάφτει σαν επίβουλο σαράκι, τους λύνει έναν έναν τους αρμούς, τους παίρνει ω φως, τα νειάτα, την υγεία (…) εγύριζαν εκεί μέσα με σκοτωμένο χρώμα όλοι, με κόκκινα ματόφυλλα και άσπρα μάτια, με λερά ρούχα, α­νήμποροι και αθάρρετοι (…) επήγα κ’ εγύρισα όλα τα δωμάτια. Παντού η ίδια θλιβερά εντύπωσις (…) Δέκα βήματα δεν ημπορούν να κάνουν εις τον Αράπη (…) κάτω λίμνη νερού που σταλά­ζει χειμώνα καλοκαίρι μέσ’ από τα πλευρά του βράχου (…) Οι κατάδικοι μου έφεραν καφέ (…) εμαζεύθησαν πολλοί (…) Αρχισαν τα παράπονα τους (…) διά το ψωμί που είναι φαρμάκι μοναχό, διά τον επιστάτην που ούτε τους κοιτάζει (…) μπά­ζει μέσα την φρουρά και τους αρχίζει στο ξύλο…

-ποιος παίζει καλλίτερο μπουζούκι;

-να ειπής ένα της φυλακής.

«Εμένα με δικάσανε στα σίδερα να λυώσω

Δε με δίκασαν ξάμηνο, δε με δίκασαν χρόνο,

Μόν με δίκασαν ‘πιζωής στα έρημα μπου­ντρούμια…»».

Ο συγγραφέας περιγράφει και τη δεύτερη φυλακή που στεγάζεται στο φρούριο του Παλαμηδιού, τον «Άγιο Ανδρέα». Εκεί επισκέπτεται και το πρόχειρο νοσοκομείο των κρατουμένων.

«Είναι κτίριο χαμη­λό, στενό και μακρύ (…) πέντε δυστυχισμένοι κατάδικοι ήσαν εκεί μέσα άρρωστοι (…) εκάθοντο οι άμοιροι εκεί σε δυο ψηλές σανίδες καθέ­νας, διπλωμένοι σαν κουβάρι, μέσα εις άπλυτα και μουχλιασμένα σκεπάσματα (…) Αν έχη η σακκούλα τους, θα πάρουν λίγο κρέας, αν δεν έ­χη, πλακώνουν με λιθάρια την κοιλιά τους, όπως κι οι άλλοι (…) τα γιατρικά τα παίρνουν από το στρατιωτικό νοσοκομείον (…) είναι ένας γιατρός διωρισμένος να τους επισκέπτεται αλλά πότε τον βλέπουν; Καν ποτέ! Μόνον με τριάντα δραχμές τον μήνα ποιος ημπορεί να ανεβοκατεβαίνει το Παλαμήδι και μάλιστα αφού πρόκειται διά φυλακισμένους!..». Στον Άγιο Ανδρέα κρατούνται όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι… Είναι κάθε ηλικίας και τάξεως. Βλέπεις είκοσι χρονών παιδί ως εξηνταπέντε χρονών γέροντα. Φορούν κάθε εί­δους φορεσιά και φουστανέλλες και στενά και βράκες (…) φέσια ψηλά του Τούνεζι [Τυνησίας] και φέσια χαμηλά τούρκικα, ημίψηλα ξεθωρια­σμένα και σκούφιες ψαράδικες…».

Εκτός από τον Μιλτιάδη κατ τον Άγιο Ανδρέα στο Παλαμήδη, ο Καρκαβίτσας επισκέφθηκε και τις άλλες φυλακές του Ναυπλίου:

Το Βουλευτικό, που βρισκόταν στην κεντρικό­τερη πλατεία του Ναυπλίου, τον Πλάτανο. Χτίστη­κε επί Τουρκοκρατίας ως λαμπρός «Τεκκές... του τάγματος του Μεβλεβή… καμάρι όλων των τούρ­κων». Μετά την απελευθέρωση, εκεί συνεδρίαζε η Βουλή. Χρησίμευσε ακόμη ως θέατρο, ως δικαστήριο (εκεί καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης) και τέλος ως φυλακή για υποδίκους.

 «Μέσα σε λιθοστρωμένη, βρωμερή, υγρή, ανήλιαστη αυλή, περικλεισμένη από τα ψηλά κτίρια, εζούσαν κι εκινούντο κι εργάζοντο και ανέπνεαν κι επλύνοντο οι κατάδικοι…… Μέσα στη χάβρα του Βουλευτικού, η τοπικιστική ομαδοποίηση των κρατουμένων επέβαλλε να βρίσκο­νται «οι Λάκωνες χωριστά από τους Ρουμελιώτες, οι Ρουμελιώτες χωριστά από τους Θεσσαλούς (…) πέντε, δώδεκα, δεκαπέντα άτομα εκεί, έτοιμοι να ριχθούν σαν τα σκυλιά και να πετσοκοπούν με την άλλη παρέα».

Το Μπούρτζι, τον τρομερό «θαλασσόπυργο», όπου κρατούνταν οι σκληροί κατάδικοι, οι οποίοι είχαν προβιβαστεί σε δήμιους για τις θανατικές εκτελέσεις που διεκπεραίωναν «εις το Οπλοστάσιο, όπου σταίνουν τη φοβερή μηχανή τους».

 Ο Τελώνης, ο Μπεκιάρης, ο Αλεβιζόπουλος, ο Σοφράς, ο Αμοιραδάκης («κι αν έκαμε με το χέρι του είκοσι εννιά εκτελέσεις ώς τώρα, (…) έχει ασκητική φυσιογνωμία (…) και ημπορούσε να διδάξη σε πολλούς την ημερότη»).  Ο τελευταίος διηγείται «τας θανατικός εκτελέσεις του (…) ποιοι από τους θανατωμένους εφάνησαν παλληκάρια και ποιοι δειλοί…

 -Χαίρεσαι όταν πρόκειται να κάμης εκτέλεση;

-Μπα, περικαλιέμαι να μην τύχη, μα σαν τύχη
τι να κάνω; Εγώ είμαι τ’ όργανο…»       

 Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η ιστορία των Φυλακών », σελ. 40-43, τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

Read Full Post »