Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Κλέοβις και Βίτων (580 π.Χ.)


 

Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήσαν αδελφοί και άξιοι αθλητές από το Άργος. Μητέρα τους ήταν η Κυδίππη, ιέρεια της θεάς Ήρας, προστάτιδας του Άργους. Έμειναν στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δύο παλληκαριών – αθλητών, οι οποίοι επειδή οι λευκές αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν να έρθουν από του αγρούς, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δύο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέντε στάδια – οχτώ χιλιόμετρα – από το Άργος στο ιερό της θεάς, στο Ηραίο.         

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

Όλοι καλοτύχιζαν την μήτερα που είχε τέτοιους γιους, τόσο άξιους, ρωμαλέους και δυνατούς,  η Κυδίππη τότε, υπερήφανη για την γενναία πράξη των παιδιών της, προσευχήθηκε στη θεά να χαρίσει στους νέους ό,τι πιο καλό και άριστο μπορεί να προσδοκά ο άνθρωπος στη ζωή του. Μετά από αυτή την ευχή της ιέρειας, οι τρεις τους προσέφεραν τη θυσία, έφαγαν και κοιμήθηκαν μέσα στο ιερό.

 

Κλέοβις και Βίτων, Nicolas Loir, 1649.

 

Η θεά Ήρα άκουσε τις προσευχές της σεβαστής και ταπεινής μητέρας και χάρισε στους γιους της το πολυτιμότερο δώρο, τον αιώνιο ύπνο. Όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας, δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότητα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των αρχαίων Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο.    

       

 31. [1] ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία, ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι, δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὃ δ᾽ εἶπε «Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν, καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν, καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν, οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν, ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν.  [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο, διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην, αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν, οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί.  [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν, κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων.» 

 

Το πάνω τμήμα του αγάλματος του Βίτονα κατά τη διάρκεια της ανακάλυψής του. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Φωτ: Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Οι Αργείοι τίμησαν τα δύο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς. Οι κούροι αυτοί ήταν αφιέρωμα των Αργείων στον Απόλλωνα και, σύμφωνα με την επιγραφή,  κατασκευάσθηκαν από τον Αργείο γλύπτη (Πολυ)μήδη. Αποτελούν τυπικό δείγμα της αρχαϊκής γλυπτικής και, ειδικότερα, των αργείτικων εργαστηρίων του 6ου αι. π.Χ. Επίσης σε αργείτικα νομίσματα απεικονίζεται η Κυδίππη επί άρματος, το οποίο σύρουν δύο νέοι. 

Κλέοβις και Βίτων, Museo Nazionale Romano, Ρώμη, Ιταλία.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κοντά στο άγαλμα του Μειλίχιου Δία στην Αγορά του Άργους, υπήρχε λίθινο ανάγλυφο, το οποίο παρίστανε τον Κλέοβη και τον Βίτωνα να σύρουν την άμαξα προς το Ηραίο, με την μητέρα τους καθισμένη επάνω. Αξίζει να σημειωθεί και η μαρτυρία του Παυσανία (ΙΙ 19, 5), σύμφωνα με την οποία είδε εικόνα στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, στο Άργος, όπου παρουσιαζόταν ο Βίτωνας να φέρει στους ώμους ταύρο, τον οποίο μετέφερε από το Άργος στη Νεμέα, με σκοπό να τον θυσιάσει στο Δία.

Σήμερα ο Κλέοβις και ο Βίτων κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών.

   

Πηγές


  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Ηραία τα εν Άργει», Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.
  • Μάρκελλος Μιτσός, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις 1952.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Αθήνα, ³1996. 
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Read Full Post »

Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία


 

Δευκαλίων και Πύρρα, Giovanni Maria Bottalla, Λάδι σε μουσαμά, περίπου 1635. Acervo do Museu Nacional de Belas Artes, Rio de Janeiro, Brasil.

Κάθε τόπος έχει να παρουσιάσει τη δική του «γένεση«, όπως αυτή διαμορφώνε­ται σε συνάρτηση με το άμεσο φυσικό περιβάλλον. Στην ελληνική μυθολογία (Κακριδής, 1986) αναφέρονται τρεις σημαντικοί κατακλυσμοί, οι οποίοι επιπλέον υποδηλώνουν ευρεία γεωγραφική έκταση, του Ωγύγου (Αττική-Βοιωτία), του Δευ­καλίωνα (Θεσσαλία) και του Δαρδάνου (Μακεδονία). Στις παραλλαγές των τοπι­κών μύθων επίσης εμφανίζεται ο κατακλυσμός του Ίναχου στην περιοχή της Αργολίδας. Άμεσος απόγονος του Ίναχου αναφέρεται ο Φορωνέας και κυρίως ως ο πρώ­τος άνθρωπος και βασιλιάς στη γη μετά τον κατακλυσμό του Ίναχου. Ο Φορω­νέας είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη δημιουργία πολιτισμού, καθώς μυθολογείται ότι έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους και δίδαξε τη χρήση της (Κακριδής, 1986). Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα του Προμηθέα.

Σημαντικό στοιχείο στο μύθο του Φορωνέα στην Αργολίδα είναι η εκδίωξη των μυθικών πυρομεταλλουργών Τελχίνων και η οικειοποίηση της τεχνικής τους. Η δραστηριότητα των μυθικών Τελχίνων αναφέρεται στη Λήμνο, τη Ρόδο, την Κέα και σε άλλους μύθους (Αττική). Οι Τελχίνοι ταυτίζονται με τα προελληνικά φύλα των Κάρων ή Κήρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη της πυροτεχνολογίας εντοπίζεται ήδη στη Λήμνο, στην Πολιόχνη, από το 3100 έως το 2600 π.Χ., ενώ η καταστροφή και η εγκατάλειψη της Πολιόχνης (το 2300 έως 2200 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα την εξά­πλωση των κατοίκων της σε πολλές πρωτοελλαδικές III και πρωτοκυκλαδικές III θέσεις της ανατολικής ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών (Ντούμας, 1997).

 

1. Περί μυθολογικών κατακλυσμών

 

Ο μύθος του Φορωνέα εμπεριέχει στον πυ­ρήνα του όχι μόνο την πολιτισμική ανά­πτυξη αλλά και την κοινωνική, σε συν­δυασμό με τη δημιουργία τοπικής πατρολογίας. Η πριν από τον Φορωνέα εποχή – σύμφωνα με τη μυθική γενεαλογία -, και σύγχρονη με αυτήν του Ίναχου, χαρακτηρίζεται από αρμονία και κοινή γλώσσα. Την αρμονική συνύπαρξη και επι­κοινωνία των ανθρώπων τη συναντάμε πάλι στους ιουδαϊκούς μύθους (Γένεση 11,9). Σε αντίθεση με αυτόν τον κόσμο έρχεται η εποχή του Φορωνέα, όταν η μεγάλη πληθυσμια­κή αύξηση επιβάλλει τον διασκορπισμό των αν­θρώπων σε διαφορετικούς συνοικισμούς και δυ­σχεραίνει την αρμονική επικοινωνία, ενώ ανα­πτύσσονται ταυτοχρόνως οι τοπικοί διάλεκτοι -πολυγλωσσία. Ο μύθος της Βαβέλ (Γένεση 11. 9) επίσης αναφέρεται με την επισήμανση της «πολυγλωσσίας» σε ένα τέτοιο αναπόφευκτο κοινωνικό-πολιτιστικό γεγονός.

Η Παλαιά Διαθήκη καθώς και η σουμεριακή παράδοση δημιούργησαν τη γενεαλογία και πατρολογία τους, βασιζόμενες σε μύθους και πραγματικά γεγονότα. Ο «Κατακλυσμός» στάθηκε η αφορμή και η αφετηρία. Ο Νώε όπως και ο Ίναχος υπήρξαν οι γεννήτορες της ανθρωπότη­τας, όπως ο εκάστοτε λαός κάθε φορά φαντα­ζόταν. Οι απόγονοί τους -Αβραάμ, Φορωνέας αντίστοιχα- προήγαγαν τον πολιτισμό και την κοινωνία των λαών τους. Το φαινόμενο ενός ή και περισσοτέρων κα­τακλυσμών φαίνεται ότι αποτελεί «κοινόν τόπο» στις παραδόσεις των διαφόρων λαών.

 

Η Κιβωτός του Νώε, έργο του Französischer Meister, περ. 1675. Μουσείο Καλών Τεχνών Βουδαπέστης.

 

Λόγου χάριν, οι επιτόπιες εμπειρίες μεγάλης κατα­στροφής στη Μεσοποταμία πριν από το 2000 π.Χ. αποκρυστάλλωσαν αυτές τις δραστικές γεωλογικές/κλιματικές ανακατατάξεις που πρωτοαναφέρονται περί το 2000 π.Χ. στο Έπος της Δημιουργίας – όπου τον κύριο ρόλο στην οργά­νωση του σύμπαντος έχει ο Μαρντούκ-, στο Έπος του Γκιλγκαμές. με τον σχετικό βαβυλω­νιακό κατακλυσμό κατά την 3η χιλιετία π.Χ., και στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεση 6, 1-9, 29) ως ο ιουδαϊκός «Κατακλυσμός του Νώε» (New Larousse Encyclopedia of Mythology. 1968).

Τα τοπικά κλιματικά και γεωλογικά φαινόμε­να, συνοδευόμενα από καταστροφές, ουσιαστι­κά αποτελούν τον πυρήνα της θεογονίας και ανθρωπογονίας των λαών. Οι κατακλυσμοί επομένως των μύθων αντανακλούν ένα τοπικό γεωλο­γικό ή κλιματικό γεγονός με σοβαρές συνέπειες στην ευρύτερη εκάστοτε περιοχή. Με αυτό το σκεπτικό ο «μύθος«, εντασσόμενος στην ευρύ­τερη περιβαλλοντική πραγματικότητα, παύει να υπηρετεί αποκλειστικά το φανταστικό.

Τα ιστορικά γεγονότα κάλλιστα μπορούν να «μυθολογούνται» και, ακόμα περισσότερο, με τα αρχαιο­λογικά δεδομένα να επιβεβαιώνουν τους θρύ­λους. Στην ελληνική εκδοχή με τις ποικίλες τοπι­κές παραδόσεις και παραλλαγές πιθανώς εντο­πίζονται τα ίχνη της ιστορικής πορείας των προ­ελληνικών (Πελασγοί, Λέλεγες, Κάρες, Τυρρηνοί, Φοίνικες-Καδμείοι, Αίμονες, Άονες, Έκτηνες, Καύκωνες, Κυλικράνες, Τέμμικες, Ύαντες κ.ά.) και των πρωτο-ελληνικών και ελληνικών φύλων (Δαναοί, Άβαντες, Αθαμάνες, Αίθανες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί, Αρκάδες (;). Αρκτάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραίοι, Δόλοπες, Δωριείς, Έλληνες, Επείοι, Θεσπρωτοί, Θεσσαλοί, Ίωνες, Κεφαλλήνες, Κουρήτες, Λαπίθες, Λοκροί, Μακεδόνες, Μαγνήτες, Μινύες, Μολοσσοί, Μυρμιδόνες, Περ(ρ)αιβοί, Πίερες, Φθίοι, Φλεγύες, Φωκείς) προς τους χώρους της τελικής εγκατάστασής τους (Ήπειρος, Θεσσαλία, Λοκρίδα, Φωκίδα, Αρκαδία) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’). Στην παρούσα εργασία γίνεται μια πρώτη προσπάθεια «σποσυμβολοποίησης» του μυθολογούμενου κατακλυσμού του Ίναχου στην Αργολίδα.

 

2. Ο μυθολογούμενος αργολικός κατακλυσμός

 

Ο αργολικός μύθος στηρίζει τις απαρχές του στο γεγονός ενός κατακλυσμού που ακο­λουθείται από τη δημιουργία του αργολικού πο­λιτισμού και του περίπλοκου γενεαλογικού δέν­δρου. Γενάρχης των Αργείων θεωρείται ο Ίναχος, ο οποίος πρώτος συγκεντρώνει και οργανώνει τους διασκορπισμένους πληθυσμούς στην Αργολίδα αμέσως μετά τον κατακλυσμό. Στον Ίναχο αποδίδεται η αποστράγγιση του αργολι­κού κάμπου από τα λιμνάζοντα νερά και η χάραξη κοίτης ποταμού. Οι άνθρωποι μετά τον κατακλυσμό και πριν από τον Ίναχο ζούσαν στα ψηλά βουνά. Ο Ίνα­χος παρουσιάζεται ως γιος του Ωκεανού και ως σύζυγος μιας Ωκεανίδας. Οι απόγονοί του – δεύτερης γενιάς ο Φορωνέας και ενδέκατης γε­νιάς ο Δαναός- συνδέονται με τη δημιουργία και την εξέλιξη του αργολικού πολιτισμού.

Παρεμφερής είναι ο αττικός και ο βοιωτικός μύθος – φυσική καταστροφή, ανάδυση από το υγρό στοιχείο, ανασυγκρότηση των πληθυσμών και πολιτισμική ενεργοποίηση από έναν «χαρισματικό» ηγέτη -, που θέλει τον Ώγυγο (Κακριδής, 1986, σσ. 60-62) γενάρχη και πρώτο βασιλιά της Αττικής και της Θήβας, στα χρόνια του οποίου ανάγεται επίσης ο κατακλυσμός. Οι περισσότεροι ελληνικοί μύθοι έχουν στον πυρή­να τους το γεγονός του κατακλυσμού και ανάγουν τους πρώτους κατοίκους και τον γεννήτο­ρά τους αμέσως μετά. (Κακριδής, 1986, σσ. 56-62.) Η περιοχή της Αργολίδας, πλούσια σε μύ­θους και αρχαιολογικά ευρήματα, παρέχει τη δυνατότητα να ταυτιστούν τα μυθολογούμενα γεγονότα με συγκεκριμένα γεωλογικά και κλιμα­τικά φαινόμενα.

 

3. Τα γεω-αρχαιολογικά στοιχεία στην Αργολίδα

 

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (Π.Ε.Χ.) η αργολική πεδιάδα υπέστη σημαντι­κές διαφοροποιήσεις, αμέσως μετά το μέγιστο της θαλάσσιας επίκλυσης (προσχώρηση της θάλασσας στην ξηρά: transgression). Η μετά-πλειοκαινική στάθμη της θάλασσας έπαψε να ανυψώνεται στις αρχές της Εποχής του Χαλκού, όταν μια περιοχή προς το μέρος της ξηράς, μέχρι 4,7 χιλιόμετρα από τη σημερινή ακτογραμμή, είχε καλυφθεί από τα νερά. Ένα φυσικό παράκτιο φράγμα και μια λίμνη γλυκού νερού σχηματίστηκε στη δυτική ακτή της πεδιά­δας (όρια της λίμνης: Λέρνα-Μαγούλα κοντά στο Κεφαλάρι και συνεχίζεται στο Ελληνικό-Νέα Κίος). Ως φυσική συνέχεια, με τις πρώτες πλημμύ­ρες και την υπερχείλιση του ποταμού Ίναχου, οι γύρω πεδιάδες παρουσίασαν πλούσιες αλλουβιακές αποθέσεις, δηλαδή ποτάμια ιζήματα. Σε όλους τους πυρήνες γεωτρήσεων (Zangger, 1993) το πρωτοελλαδικό (ΠΕ) στρώμα καλυπτό­ταν από 1-3 μέτρα αλλουβιακού ιζήματος. Η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα σε κάρβουνο από τον νεολιθικό/πρωτοελλαδικό ορίζοντα έδωσε 2564 ±220 για την αλλουβιακή απόθεση (Zangger, 1993. σ. 52).

 

"Ο Κατακλυσμός", έργο του Μηχαήλ Άγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα, 1508-1512.

 

Την ίδια περίοδο ΝΛ/ΠΕ, συναφές φαινόμε­νο ιζηματογένεσης από πλημμύρες εντοπίζεται στην Αττική, στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου – έναρξη 3200 π.Χ., τέλος 2600 π.Χ. (Paepe et al., 1984, 1985). Τόσο στην Αργολίδα όσο και στην Αττική το φαινόμενο της επίκλυ­σης και των πλημμυρών ήταν αρκετά έντονο ώστε να αποκρυσταλλωθεί στον κατακλυσμό του Ίναχου και του Ωγύγου. Αμέσως μετά την ύφεση της επίκλυσης, η υψηλή απόθεση των ιζημάτων στη διαβρωνόμενη αργολική ακτή προκάλεσε μια πρώιμη από­συρση της θάλασσας –regression-, όπως κυρίως εντοπίζεται στην περιοχή της Τίρυνθας. Η κατάσταση της πεδιάδας έκτοτε παρέμεινε στα­θερή και πλούσια σε αλλουβιακές αποθέσεις. Οι αποθέσεις αυτές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού κατέστησαν την αρ­γολική πεδιάδα εύφορη και οπωσδήποτε κατοι­κήσιμη, εφόσον τα νερά αποσύρθηκαν.

Στην Αττική παρατηρήθηκαν ποτάμιες επι­στρώσεις επί των εδαφών 2, 3, 4, που αντιστοι­χούν στις ΝΛ περί το 6300-6000 π.Χ., ΠΕ περί το 2700 π.Χ., ΜΕ περί το 1850 π.Χ, φάσεις (Paepe et al., 1984). Είναι επομένως πιθανόν το ΠΕ έδα­φος 3 της Αττικής και το χρονολογούμενο περί το 2564+220 π.Χ. της Αργολίδας να ανταποκρί­νονται στη «μετακατακλυσμιαία» φάση που θρυ­λείται στους μύθους. Συγκεκριμένα, ένα κομμάτι κάρβουνο προ­ερχόμενο από τον ορίζοντα α της διατομής 3 (πυρήνας ΑΡ 10: 3,4 μ.) ΝΝΛ/ΠΕ στρώματος χρονολογήθηκε με ραδιοάνθροκα στα 2564 ± 220. Ο ορίζοντας ΝΝΛ/ΠΕ περιείχε πληθώρα ρι­ζών και φυτικών υπολειμμάτων μαζί με όστρακα χαρακτηριστικά της κεραμικής αυτής της περιό­δου.

Επίσης έδωσε πλούσιο περιεχόμενο φωσφατικών ουσιών ώστε η χρονολόγηση του κάρβουνου να δίνει τη μέγιστη ηλικία για την εναπό­θεση του ΝΝΛ/ΠΕ αλλουβιακού στρώματος και για την ακμή της θαλάσσιας επίκλυσης, δηλ. το στρώμα αυτό εναποτέθηκε περίπου πριν από το 2500 π.Χ.

Στο διάστημα μεταξύ του 6000 με 2600 π.Χ. σημειώνεται σταδιακή αύξηση του πληθυσμού και κυρίως κατά τη χαλκολιθική περίοδο και ΠΕ II ανάπτυξη της γεωργικής καλλιέργειας και μό­νιμη εγκατάσταση. Έτσι: στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού εντοπίζονται 206 θέσεις κατοίκησης στη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια έναντι των 136 της Νεολιθικής 172 στην Πελοπόννησο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  έναντι των 81 της ΝΛ περιόδου (Συριόπουλος, 1994). Η εγκατάσταση αυτή εντοπίζεται κυρίως στις πιο γόνιμες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας.

Η οικιστική και πολιτισμική ανάπτυξη στην Αργολίδα υπονοείται στη μυθολογούμενη δραστηριότητα του Ίναχου. Η πεδιάδα έγινε κατοι­κήσιμη αφού την αποστράγγισε και χάραξε κοί­τη ποταμού. Στο σημείο αυτό ίσως εντοπίζεται η φυσική απόσυρση των υδάτων και κάποια τε­χνητή αποστραγγιστική δραστηριότητα εκμε­ταλλευόμενη την κοίτη του ποταμού Ίναχου, δυ­τικά της Τίρυνθας, όπου η πρώιμη απόσυρση και επανάληψη του φαινομένου κατά την Υστεροελλαδική II Β/Γ (πλημμύρα, υδροφράχτης και κανάλι, Zangger, 1993). Επιπλέον, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού σχηματίστηκε το προαναφερθέν φυσικό παράκτιο φράγμα και η λίμνη με όρια την Λέρνα-Κεφαλάρι-Νέα Κίο. Οι πηγές της Λέρνας και του Κεφαλαρίου αργότερα και μέχρι σήμερα τροφοδοτούν τον ποταμό Ερασίνο του ΝΔ τμή­ματος της Αργοναυπλιακής πεδιάδας.

Πριν από τον Ίναχο οι άνθρωποι ήταν δια­σκορπισμένοι στα βουνά (σύμφωνα με το μύθο), καθώς η αργολική πεδιάδα ήταν πλημυρισμένη κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Στη Λέρνα, ενώ η κατοίκησή της ανάγεται σε δυο οικιστικές φάσεις, Λέρνα I και Λέρνα IΙ κατά τη Νεολιθική Εποχή, στην ύστερη φάση της Νεολιθικής η χρήση της θέσης διακόπτεται ως την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Το κενό εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, οπότε και οι μεγάλες πλημμύρες. Από τα μέσα περίπου της τρίτης χιλιετίας εμφανίζονται σημαντικές εγκαταστάσεις στο ζωτικό χώρο της πεδιάδας, όπως το μνημειώδες BG κτήριο ή η «Οικία των Κεράμων» στη Λέρνα III και η Θόλος -Rundbau – της Τίρυνθας, ή εξ ολοκλήρου νέοι οικισμοί (Συριόπουλος, 1994, ΝΛ περίοδος, θέσεις: 397-407, ΠΕ περίοδος, θέ­σεις: 467-489).

Η θρυλούμενη συγκέντρωση των πληθυ­σμών επί Ινάχου τοποθετείται λογικά σ’ αυτή τη φάση που η αργολική πεδιάδα είναι εκμεταλ­λεύσιμη, δηλ. μετά τις πλημμύρες (περί το 2564±220, ήτοι 2800 έως 2350 π.Χ.). Εδώ θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε: τον Ίναχο στην πρώιμη φάση και τον Φορωνέα έως και τον Δαναό στις μετέπειτα φάσεις μιας χρονικής πε­ριόδου περί τα 360 έτη (11 γενιές χ 33 έτη ανά γενιά). Δηλαδή, αυτό το χρονικό διάστημα μπο­ρεί να ενταχθεί στο χρονικό περιθώριο των 450 ετών (2800-2350), που ορίζει το σφάλμα της μεθόδου χρονολόγησης των στρωμάτων.

Η Λέρνα μοιάζει να κτίστηκε και να οχυρώ­θηκε με σκοπό να εκμεταλλευθεί και να ελέγξει την πλούσια γεωργική παραγωγή, όπως άλλω­στε μαρτυρούν το πλήθος των αποθηκευτικών δοχείων και τα πήλινα σφραγίσματα. Η Τίρυνθα επίσης βρίσκεται σε ιδιαίτερα εύφορη περιοχή, και πιθανώς το ιδιόμορφο ΠΕ II οικοδόμημα -Rundbau- λειτουργούσε ως σιταποθήκη, αν όχι ως κάτι άλλο, ανάλογα με αυτές του ΠΕ II Ορχομενού(;) ή των Κυκλάδων, ή ακόμη της Αιγύπτου (Vermeule, 1972). Ο «συγκεντρωτικός» χαρακτήρας των παραπάνω εγκαταστάσεων και η περίπτωση ύπαρξης ενός κοινού αργολικού εργαστηρίου σφραγίδων (σφραγίσματα από Λέρνα, Τίρυνθα, Ζυγουριές (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Κονσόλα 1984) υποδηλώνει την ανάγκη οργάνωσης που θα επέβαλλε η εκτεταμένη δραστηριότητα των κατοίκων της ΠΕ περιόδου.

Ο ποταμός Ίναχος

Ο μύθος του Ίναχου αφορά ουσιαστικά στη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων οικισμών γύρω από ένα ποτάμι ή λίμνη που καθορίζει τη ζωή και τις δραστηριότητές τους. Αποτελεί το τυπικό «μοντέλο» της γένεσης ενός πολιτισμού ανάλογου με της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, που επίσης στηρίχθηκε σε τοπικά γε­ωλογικά ή κλιματικά φαινόμενα. Τέτοια περιβαλλοντικά φαινόμενα μεταφρά­ζονται π,χ. σαν έντονες πλημμύρες (υγρό κλί­μα), περίοδοι ξηρασίας, έντονα φαινόμενα κα­τολισθήσεων από αυξημένες και έντονες σεισμι­κές δραστηριότητες, κ,ά. Σε τέτοιες περιόδους αστάθειας κάθε κοινωνική υποβόσκουσα «κίνη­ση» βρίσκει πρόσφορο έδαφος για αναταραχή που συντείνει στην ολοκλήρωση καταστροφών, και αντίστροφα.

Αυτά πάντως ακολουθούν ένα είδος οφιοειδούς (ζιγκ-ζαγκ) καμπύλης γραμμής, με μέση χρονική διάρκεια εντόνων-ηπίων φαινομένων υγρού-ξηρού κλίματος 80-120, 200-250, 500-700, και περίπου 1000 χρόνων, αλλά και μεγα­λύτερων περιόδων. Τέτοιοι κλιματικοί κύκλοι έχουν εντοπισθεί σε γεωαρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα (και αλλού) και σε προσεγγιστικούς κλιματικούς δείκτες, όπως η μεταβολή του εύρους των δενδροδακτυλίων, ο άνθρακας-14 στην ατμόσφαι­ρα, το εύρος ιλύος λιμνών, το γεωμαγνητικό πε­δίο και η ηλιακή δραστηριότητα (Liritzis, 1982, Liritzis et al„ 1985, Schove, 1983). Αυτοί οι επα­ναλαμβανόμενοι κλιματικοί «κύκλοι» επικάθονται αλλήλων και σχηματίζουν ένα δίκτυο περιοδι­κών όρων που δίνουν την εντύπωση απρόβλε­πτης «χαοτικής» μεταβολής.

Παρ’ όλα αυτά, προσεκτική ανάλυση των κλιματικών, γεωλογικών και ηλιακών παραμέ­τρων δείχνει την ύπαρξη τέτοιων κλιματικών κύ­κλων, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μας, ήταν το βα­σικό αίτιο (των κοινωνικο-οικονομικών λόγων συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικών) της μη-γραμμικής αυξομείωσης (ακμή-παρακμή) αρχαίων πολιτισμών, κατά το υπόδειγμα: καταστροφή – ανάδυση –ανασυγκρότηση – πολιτισμική ενεργοποίηση-βαθμιαία/ξαφνική παρακμή (καταστροφή). Η πορεία της «πολιτισμικής καμπύλης» φαί­νεται να ακολουθεί κανόνες προβλεψιμότητας αναμεμειγμένους με υπολείμματα αταξίας. Έτσι θα μπορούσαν πιθανά να ερμηνευτούν ως ομα­λά ή ανώμαλα μετατοπιζόμενοι πολιτισμικοί πό­λοι έλξης (ή κοιτίδες ή ομφαλοί εξέλιξης) (νησί­δες στη θεωρία του Χάους) πολιτισμικών δραστηριοτήτων, ως «παράξενοι ελκυστές», στη θε­ωρίας του Χάους.

 

4. «Πολυδίψιον Άργος»

 

Στο μύθο του Ίναχου εκφράζεται η τοπική κοσμογονία άμεσα συνδεδεμένη με το υγρό στοιχείο. Η έννοια του κατακλυσμού εμπεριέχει στοιχείο τοπικών καταστροφών αλλά ενσωματώνει και τις αρχέγονες χθόνιες λατρείες σχετι­κές με τη σπορά, την αρχή νέου χρόνου, τον ετήσιο κύκλο εργασιών. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας που αναφέρεται σε μια άλλη φυλε­τική κοιτίδα, τη Θεσσαλία. Η εξέλιξη του αργολικού μύθου συμβαδίζει με την εξέλιξη των κλιματικών αλλαγών και των γεωλογικών διαφοροποιήσεων στον κάμπο.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Σύμφωνα με το μύθο, ο Ίναχος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μετά την αποστράγγιση του αργολικού κάμπου, κλήθηκε να κρίνει τη διαφο­ρά μεταξύ Ποσειδώνα και Ήρας για την εξουσία στο Άργος. Ψηφίζοντας ευνοϊκά για την Ήρα, ο Ποσειδώνας τιμώρησε τον Ίναχο – ο οποίος στην πορεία του μύθου εξελίχθηκε σε ποτάμια θεότητα δίνοντας το όνομά του σε τοπικό ποτα­μό – με το να τον ξηράνει και να έχει νερό μόνο το χειμώνα, δηλ. ο ποταμός Ίναχος έγινε πια χείμαρρος.

Η ξηρασία της περιόδου αυτής διασώζεται άλλωστε στην αρχαιότερη παράδοση (Όμηρος, Ησίοδος) που χαρακτηρίζει το Άργος, την ευρύ­τερη μάλλον περιοχή, ως πολυδίψιο, δηλ. άνυδρο, με πρόβλημα ξηρασίας. Το πρόβλημα αντι­μετωπίζεται από τους απογόνους του Ίναχου, τον Δαναό και τις κόρες του. Ο μύθος συγκεκριμένα αναφέρει: Ο Δανα­ός, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ξηρασία του Άργους, στέλνει την κόρη του Αμυμώνη να βρει νερό. Σύμφωνα με την πρώτη παραλλαγή, η Αμυμώνη ανακάλυψε μια πηγή, αλλά μόλις την πλησίασε, η πηγή εξαφανίστηκε μέσα στη γη.

Σε μια άλλη παραλλαγή, η κοπέλα, αναζητώ­ντας νερό στο δάσος, δέχθηκε επίθεση από σάτυρο. Τότε ζήτησε τη βοήθεια του Ποσειδώνα, ο οποίος τον κυνήγησε και ρίχνοντας την τρίαινά του αστόχησε, χτυπώντας, αντί για το σάτυρο, ένα βράχο. Από το βράχο τότε ανέβλυσε μια πη­γή. Τέλος, μια τρίτη παραλλαγή του μύθου ανα­φέρει ότι ο ίδιος ο θεός οδήγησε την Αμυμώνη ώστε να βρει την πηγή της Λέρνας (Κακριδής, 1986). Είναι αξιοσημείωτο ότι η πηγή και στις τρεις περιπτώσεις του μύθου φαίνεται να αναβλύζει από υπόγεια φρεάτια και να είναι άμεσα συνδε­δεμένη με το γεωλογικό υπόστρωμα. Η παρου­σία δε του Ποσειδώνα ενισχύει αυτή τη διαπί­στωση, καθώς ο θεός αυτός αποτελεί τη θεο­ποίηση των γεωλογικών και τεκτονικών φαινομέ­νων που επίσης σχετίζονται με τη συμπεριφορά των υδάτων. Έτσι ο Δαναός κατάφερε να υδρο­δοτήσει την περιοχή που ήταν άνυδρη.

 

5. Η παλαιογεωγραφία και υδρογεωλογία της Αργολίδας

 

Μετά την απόσυρση της θάλασσας και την υψηλή ιζηματογένεση το εσωτερικό της πεδιά­δας παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό, ενώ η ακτο­γραμμή παρουσίαζε συνεχείς αλλαγές. Πάντως το υψηλό ποσοστό αλλουβιακών αποθέσεων στα μέσα της 3ης χιλιετίας συνεπάγεται την ύπαρξη ποταμού, όχι χειμάρρου. Λόγω των με­γάλων πλημμύρων, η περιοχή δεν θα αντιμετώ­πιζε φαινόμενα ξηρασίας-ερημοποίησης. Παρόμοια φαινόμενα πλημμύρων παρατη­ρούνται επίσης στην Αττική (Paepe et al., 1984). όπως αναφέραμε παραπάνω (κεφ. 3). Οι μέγι­στες πλημμύρες αντιστοιχούν στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου. Δηλαδή άρχισαν περί το 3200 π.Χ. και έληξαν περίπου το 2600 π.Χ. (πα­ρόμοια φαινόμενα πλημμύρων επαναλαμβάνο­νται στο 700 π.Χ. και περί το 300 μ.Χ.).

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι έντονες πλημμύ­ρες συνοδεύονται από υψηλό ρυθμό ιζηματογένεσης με ποτάμιες κροκαλοπαγείς επιστρώσεις (αλλουβιακά ιζήματα), με αποτέλεσμα το μεγά­λο πάχος ιζημάτων να υπερκαλύπτει τους οικι­σμούς. Είναι σύνηθες φαινόμενο μετά από τέ­τοιες διαστρωματώσεις να αναπτύσσονται στρώματα εδαφών (soil-beds). Εφ’ όσον όμως σταθεροποιήθηκε η κατά­σταση του Αργολικού κάμπου, το κλίμα της Αργολίδας ακολούθησε τους επαναλαμβανόμε­νους κύκλους ξηρασίας-υγρασίας των 900-1000 ετών που εντοπίζονται στην Αττική, με την οποία υπάρχει συνάφεια. Το επόμενο στρώμα του κύ­κλου ξηρασίας στην Αττική, και κατά συνέπεια στην Αργολίδα, είναι στο χαμηλότερο ΜΕ στρώ­μα περί το 1900 π.Χ.- μια περίοδος πολιτισμι­κής ύφεσης, όπως προέκυψε από την αρχαιολο­γική έρευνα (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Συριόπουλος, 1994).

Μεταξύ του 3000 και του 700 π.Χ. υπάρχουν τέσσερα εδάφη (Sub-Boreal, temperate/dry, warm-wet to dry-wet) που υποδηλώνουν κλιματι­κές εναλλαγές. Είναι αυτές οι γεωλογικές μετα­βατικές φάσεις που ίσως οριοθετούν τις αντί­στοιχες αρχαιολογικές πολιτισμικές φάσεις. Κάποιες πλέον καταστροφικές μεταβατικές φά­σεις κατεγράφησαν στην παράδοση της Αργολίδας ως «Ο κατακλυσμός του Ίναχου«.

 

"Ο Κατακλυσμός", του Γκουστάβ Ντορέ. Βασισμένο στην ιστορία της κιβωτού του Νώε, απεικονίζει ανθρώπους που προσπαθούν απελπισμένα να σώσουν τα παιδιά τους. Gustave Doré (1832-1883).

 

Η γεωφυσική κατάσταση και το κλίμα της Αργολίδας ευνοούν το σχηματισμό χειμάρρων. Το κλίμα της είναι μεσογειακό με θερμά καλοκαίρια και χαμηλό ποσοστό βροχοπτώσεων (περί τα500 χιλιοστά ετησίως). Η περιοχή της αργολικής πεδιάδας υποφέρει από την ξηρασία καθώς τα όρη που την περιβάλλουν κρατούν την υγρασία των ανέμων.

Η Αργολίδα δεν έχει ποταμούς, ο Ίναχος και ο παραπόταμος του Χάραδρος ή Ξεριάς είναι ορμητικοί χείμαρροι. Το καλοκαίρι γίνονται ξηροπόταμοι, αφού τα λί­γα νερά τους απορροφώνται από το έδαφος στο βόρειο τμήμα του διψασμένου κάμπου (Κούβαρης, 1964). Επομένως, τουλάχιστον από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  η Αργολίδα παρουσιάζει αυτή την κατά­σταση, και τα προβλήματά της διασώζονται στους μύθους.

Στη σημερινή εποχή (δεκαετία του ’60 και μετά) η ανάγκη υδροδότησης της περιοχής ήταν επιτακτική. Η λύση του προβλή­ματος μοιάζει να είναι η πολυυδρότερη δυτική πλευρά της πεδιάδας, όπου ο ποταμός Ερασίνος – η πηγή Κεφαλάρι – και οι πηγές των Μύλων ή Λέρνας.

Η πηγή του Κεφαλαριού είναι καρστική με ανάβλυση υδάτων υψηλής στάθ­μης, και τροφοδοτεί τον Ερασίνο. Οι πηγές Κεφαλαρίου και Λέρνας προέρχονται από το κλειστό αρκαδικό οροπέδιο, από το οποίο δια­φεύγουν με υπόγειους οχετούς κάτω από τα αργολιδοαρκαδικά όρη. Για τα ύδατα του Ερασίνου και της Λέρνας, έγινε το 1964 μελέτη να διοχετευθούν στην πεδιάδα για να εμπλουτι­στούν τα υδροφόρα στρώματα. Η μελέτη υδροδότησης του 1964 δεν απέχει πολύ από τη μυθολογούμενη προσπάθεια του Δαναού να εκμεταλλευθεί την πηγή της Λέρνας ή και του Κεφαλαρίου.

Ο Δαναός εκμεταλλεύ­θηκε μια πηγή, της οποίας τα νερά ανέβλυζαν προφανώς από υπόγειους οχετούς, όπως αφή­νει να εννοηθεί η πλοκή του μύθου. Άρα την πε­ρίοδο του Δαναού:

α) ο Ίναχος ήταν χείμαρρος και δεν επαρκούσε να καλύψει τις ανάγκες της πεδιάδας,

β) η Λέρνα και το Κεφαλάρι ήταν πη­γές και όχι μια μεγάλη λίμνη η οποία υφίστατο ως τις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  (βλ. 3ο κεφάλαιο), και

γ) υφίσταται εγγειοβελτιωτική δραστηριότητα.

Τα παραπάνω στοιχεία τοποθετούν την περίοδο του Δαναού στην προχωρημένη Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, και σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στην περίοδο μεταξύ 2850 με 2300 π.Χ. Ο Ίνα­χος και η Ιώ τότε θα πρέπει να αναχθούν στην ΠΕ Ι/ΙΙ (2900-2800 π.Χ.) περίοδο, που έτσι ακο­λουθούν με λογική συνέπεια τις χρονολογίες των άλλων απογόνων τους -Έπαφος και Λι­βύη -, οι οποίοι, σύμφωνα με σχετική ανάλυση (Λυριτζής, 1998), θα πρέπει να έζησαν γύρω στο 2800-2700 π.Χ. Κατ’ αντιπαράθεση, άλλοι μελε­τητές τοποθετούν την Ιώ γύρω στον 18ο αιώνα π.Χ., ερμηνεύοντας την παρουσία αυτής και των απογόνων της με ανάλογα ρεύματα μετακινήσε­ων εκείνη την εποχή, αλλά και με την παράθεση των ιστορούμενων του Ηροδότου (ΙΙ.43, VΊ.53-54) (Καρνέζης, 1986). Να σημειωθεί ότι για την Ιώ υπάρχουν πολλές μυθικές παραλλαγές.

 

6. Λέρνα και Τίρυνθα

 

Η νεολιθική κατοίκηση της Λέρνας διακό­πτεται μέχρι την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Η διακοπή αυτή συμπίπτει α) με τη θαλάσσια επίκλυση και β) με την εναπόθεση υψηλού πάχους, 1-3 μέτρα, αλλουβιακών απο­θέσεων, που λογικά έκανε αδύνατη την κατοίκη­ση της περιοχής. Κατά την ΠΕ II η Λέρνα διαθέτει οχυρωματι­κό σύτημα και μνημειώδεις κατασκευές, ενώ βρίσκεται πάνω στο νότιο όριο της μεγάλης λί­μνης που σχηματίστηκε στο δυτικό άκρο της πε­διάδας. Καθ’ όλη την ΠΕ II ο οικισμός ανθεί, και αιτία της ανάπτυξης θα απετέλεσε το αγροτικό πλεόνασμα. Ο οικισμός καταστρέφεται βίαια στα τέλη της ΠΕ II και η νέα Λέρνα της ΠΕ III δεν ανανεώνει τις κατασκευές της ΠΕ II Λέρνας, ενώ ακολουθεί την τυπική πορεία ανάπτυξης ενός ΜΕ οικισμού.

Στην αλλαγή ίσως συνέβαλε κάποια νέα διαμόρφωση της ακτογραμμής, που αλλοίωσε το περιβάλλον της εγγύς λίμνης μετα­τρέποντάς το σταδιακά σε έλος. Οι πηγές των Μύλων και βορειότερα του Κεφαλαρίου απέμει­ναν πιθανώς μετά την εξέλιξη αυτή για να υδρο­δοτήσουν την πεδιάδα.

Ο ΠΕ II οικισμός της Τίρυνθας ήταν παρά­λιος, με παραλία μεγάλης κλίσης, η οποία, αποτελώντας περιβάλλον απόθεσης ιζημάτων, υφί­στατο συνεχείς αλλαγές κατά την Πρωτοελλαδι­κή περίοδο. Η ανάπτυξη του οικισμού φαίνεται ότι δεν συνεχίσθηκε στις επόμενες περιόδους (βλ. κεφ. 5) μέχρι την YE III, οπότε τα πρώτα τείχη. Σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα είναι αυτά της ΠΕ II, όταν η περιοχή γύρω από την Τίρυνθα ήταν ιδιαίτερα εύφορη. Από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  δεν σημειώθηκαν αξιόλογες μεταβο­λές μέχρι την YE III Β, όταν ο χείμαρρος Μάνεσης προκάλεσε καταστροφική πλημμύρα (Zangger, 1993).

Ο μύθος του Δαναού προφανώς έχει την εξήγησή του στις αρδευτικές ανάγκες του κά­μπου και στις συνεχείς προσπάθειες των αν­θρώπων να τις ικανοποιήσουν. Μετά την ταρα­χώδη και συντηρητική ΜΕ περίοδο, η μετάβαση από την ΜΕ στην ΥΕ αφήνει μεγαλύτερα περι­θώρια πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια αυτά πιθανώς ανάγεται η επαναδραστηριοποίηση των κατοίκων της αργολικής πεδιάδας, καθώς αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνεται πλούτος στα χέρια των ανθρώπων την περίοδο των Λακκοειδών και των πρώτων Θολωτών τάφων (Vermeule, 1972).

 

7. Συμπέρασμα

 

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει:

1) Οι μυθολογούμενοι κατακλυσμοί αναφέ­ρονται σε γεωλογικά και κλιματικά φαινόμενα.

2) Στον τοπικό μύθο της Αργολίδας ο κατα­κλυσμός του Ίναχου αποδίδεται στη σημαντική καταστροφική πλημμύρα που εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Σημειωτέον ότι το όνομα Ίναχος εμπεριέχει το στοιχείο αχ-, το οποίο απαντάται σε πολλά ονόματα ποταμών (Αχελώος, Αχάμας, Αχάτης, Αχέλης, κ.ά.) και ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw- «νερό». Εξελικτικά το προελληνικά ιν­δοευρωπαϊκό υπόστρωμα μετέτρεψε το -k σε -κ- και μια τουλάχιστον γλώσσα ή διάλεκτος του ιδίου υποστρώματος μετέτρεψε το -κ- σε -χ-(Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σσ. 360-361). Ο μυθικός ήρωας Ίναχος βρίσκεται μάλιστα σε άμεση συνάρτηση με το υγρό στοιχείο, καθώς α) πατέρας του είναι ο Ωκεανός, β) γυναίκα του η Ωκεανίδα Μελία και γ) στην εξέλιξη του μύθου προάγεται σε ποτάμια θεότητα.

3) Τα μυθολογούμενα περί Ίναχου (γενάρ­χης, ποτάμια θεότητα), Δαναού και Αμυμώνης αποδόθηκαν σε συγκεκριμένα κλιματικά και παλαιογεωγραφικά φαινόμενα.

4) Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Δαναός ήταν 11ης γενεάς απόγονος του Ίναχου -μια γενιά περίπου 33 χρόνια-, η δραστηριότητά του το­ποθετείται στη χρονική περίοδο περί το 2500 π.Χ. (αναφερόμενοι πάντα στο αρχαιότερο όριο του χρονολογούμενου με άνθρακα-14 ΠΕ II υπο­στρώματος της Αργολίδας).

5) Με κάθε επιφύλαξη, στηριζόμενοι στη μυθική γενεαλογία, προκύπτει ότι οι 4ης γενιάς απόγονοι του Δαναού, Προίτος και Ακρίσιος, το­ποθετούνται περί το 2400 π.Χ. Ο Προίτος και ο Ακρίσιος ήταν αδέλφια και, σύμφωνα με τον Παυσανία (2, 25, 7-10), μετά από μια φονική αδελφοκτόνο μάχη, στην οποία για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ασπίδες, ανήγειραν «πυραμί­δα» προς τιμή των νεκρών, την οποία εκόσμησαν με τις ασπίδες που είχαν χρησιμοποιηθεί. Η πυραμίδα του χωριού Ελληνικό στο Κεφαλάρι του Άργους έχει πρόσφατα χρονολο­γηθεί (με την πυρηνική μέθοδο οπτικής θερμοφωταύγειας) την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή περί το 2500 π.Χ. (Liritzis et al., 1996, Liritzis, 1994, Theocaris et al., 1996). Ο Καρνέζης (1986, σ. 104) τον Ακρίσιο τον θεωρεί Λαπίθη-Μεσανατολίτη και εκφραστή κά­ποιας ομάδας διαφορετικής από την ομάδα των Λυκίων που εκπροσωπεί ο Προίτος, την εποχή γύρω στο 1400-1350 π.Χ.

6 ) Πίσω από τις ελληνικές μυθικές γενεαλο­γίες ίσως μπορέσουμε ν’ ανιχνεύσουμε πραγματι­κή «πατρολογία«, σε συνάρτηση πάντοτε με τα γεωαρχαιολογικά δεδομένα, και ως ένα βαθμό την ιστορική μυθολογία. Η διάσωση, καταγραφή και κριτική των μύθων δεν έπαυσε ποτέ να είναι γνώση, όπως ακριβώς ήταν και η Ιστορία (οίδα, ίστωρ).

Στην πορεία της εξέλιξης του πνεύματος αλλά και της κοινωνικής δομής του, ο άνθρω­πος δημιούργησε κατηγορίες θεμελιακών μύ­θων, όπως: μύθοι των πόλεων, του κυνηγιού, της καλλιέργειας, της γης και της γονιμικής λα­τρείας, μύθοι πολεμικοί, τελετουργικοί ή θρησκευτικοί, διοίκησης του κόσμου, της θέμιδας, της γνώσης που οδήγησε στη θρησκεία, και απόκρυφοι μύθοι της γνώσης.

Η συμβολή στην ερμηνεία των μύθων, η διακριτική ικανότητα με­τάβασης από τη «γνώση» στη «λογική έκφρα­ση», από το «παραμύθι» στο «πραγματικό γεγο­νός», είναι θέμα πολλών μελετών, που δίνουν κάποια ερμηνεία των «επί μέρους» μύθων από τη δική τους σκοπιά. Τα συμπεράσματα αυτά αποτελούν διατύ­πωση κάποιων λογικών υποθέσεων, που στο­χεύουν στην αποσαφήνιση της πορείας των ελ­ληνικών φύλων, τα οποία ανάγουν τις ρίζες τους και  την καταγωγή τους στην ελληνική μυθολο­γία και προϊστορία.

 

Ιωάννης Λυριτζής

Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών

Μαρία Ραυτοπούλου

Αρχαιολόγος

 

Βιβλιογραφία


  • J. L Caskey (1960) . » The EH period in the Argolid», Hespena, 29, 285.
  • O. Dickinson  (1994). The Aegean Bronze Age.
  • Ρ. Grimal (1991).Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής μυθολογίας. University Studio Press, Θεσσαλονίκη.
  • I. Θ. Κακριδής (1986).Ελληνική Μυθολογία, τόμοι 2 και 3, Εκδοτική Αθηνών.
  • I. Η. Καρνέζης (1986). Μύθος Προέλευση και εξέλιξη. Συμβολή στην ερμηνεία των μύθων  Αθήνα, 126 σελί­δες.
  • Ν. Κόνσολα (1984).  Η πρώιμη αστι­κοποίηση στους ΠΕ οικισμούς,  Αθήν., Κούβαρης (1964) Νέα Γεωγραφία, Άτλας της Ελλάδος.
  • I. Liritzis, P.S. Theocaris, R. Β.Galloway(1997), » Dating of two Hellenic Pyramids by a Novel Application of Thermoluminescence», Journal of Archaeological Science 24, σσ. 399-405.
  • I. Liritzis (1994). «A new dating method by thermoluminescence of carved megalithic stone building», C. R. de I’ Academie des Sciences.Paris», t. 319 serie II, σσ. 603-610. Επίσης του ίδιου (1994): «Archaeometry Dating the past», Ekisτics, 368/369. σσ. 361-366.
  • I. Liritzis and D. Kosmatos (1995), » Solar-climatic cycles in a tree-ring record from Parthenon»,   Journal of Coastal Research special issue No. 17, Ch. 11. σσ. 73-78.
  • I. Liritzis (1982). «200 years cycling in the earth’s  archaeomagnetic  field intensity and in related solar terrestrial phenomena»   Practika Academy of Athens 57, σ. 380.
  • I.Λυριτζής (Ι998). To μυστήριο των ελληνικών πυραμιδοειδών. Μια νέα επιστημονική     προσέγγιση.  Εκδ. Τυποκίνηση, Αθήνα.
  • New Larousse Encyclopedia of Mythology (1968), New edition, Hamlyn publ. group ltd. New York.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’. «Προϊστορία και Ιστορία», Εκδοτική Αθηνών, 1970.
  • R. Paepe, Ε. Van Overloop, Μ. Ε. Hatziotis,  and  J. Thorez  (1984). Desertification  Cycles  in  HistoricalGreece, Progress in Biometeorology vol. 3, σσ. 55-64.
  • R. Paepe, Μ. Ε. Hatziotis, and E. Van Overloop (1995). «Twenty cyclic pulses of drought and humidity during the Holocene», Ch. 9, Journal of Coastal Research, Special Issue No 17: «Holocene Cycles: Climate, Sea Levels and Sedimentation» σσ. 55-61.
  • Ε. Vermeule (1972). Greece in the Bronze age, 5th ed., The University of Chicago Press.
  • Κ. Θ. Συριόπουλος (1994). Η προϊ­στορική κατοίκηση της Ελλάδας και η Γέννεση του Ελληνικού Έθνους,  τ. Α’, Αθήνα.
  • P. Theocaris, I. Lintzis, Sampson Α., Lagios Ε. (1996). «Geophysical Prospection, Archaeological Excavation and Dating in Two Hellenic Pyramids», Surveys m Geophysics 17: σσ. 593 – 618.
  • Χ. Ντούμας (1994). «Meligunis Lipara, vol. VI, L. Β.Brea– M. Cavalier», περιο­δικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τ. 50, σσ. 102-104.
  • D. J. Schove (1983).  «Sunspot cycles». Benchmark Papers in Geology series v. 68.New York, Van Nostrand Reinhold, σ. 268.
  •  Ε. Zangger (1993).Argolis II. The geoarchaeology of,  the Argolid.  Archäologisches Institut Athen Gebr. Mann Verlag,Berlin. 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 69, Δεκέμβριος 1998.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αγεύς (Αργεύς) – 4ος αιώνας π.Χ.


 

Δολιχοδρόμοι

Το Άργος, στην αρχαιότητα ανέδειξε σπουδαίους αθλητές. Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση κατέχουν οι δρομείς. Ένας από τους ξακουσμένους δρομείς του Άργους ήταν ο Αγεύς ή Αργεύς, όπως λάθος έχει επικρατήσει.  Πρόκειται για Αργείο αθλητή δολιχοδρόμο και ολυμπιονίκη. Στο επάγγελμα ήταν ημεροδρόμος, δηλαδή αγγελιοφόρος. Κέρδισε την πρώτη του νίκη στο δόλιχο [1],  το 328 π.Χ., κατά την 113η Ολυμπιάδα. Λέγεται ότι, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ τότε από τη νίκη του, που θέλησε να αναγγείλει ο ίδιος το γεγονός στους Αργείους, αυθημερόν. Στο Άργος, πιθανόν, να συζητούσαν επί πολλές ημέρες το μεγάλο γεγονός  της νίκης του Αγέα. Ίσως, να μην ήξεραν τι να θαυμάσουν πιο πολύ : τη μεγάλη Ολυμπιακή νίκη ή το απίστευτο κατόρθωμα να τρέξει ένας άνθρωπος εξακόσια στάδια, δηλαδή 115 περίπου χιλιόμετρα σε μία ημέρα και να φθάσει αυθημερόν, με τη δύση του ηλίου, από την Αρχαία Ολυμπία στο Άργος.

Τον λαμπρό, διπλό άθλο του Αγέα τον διέδωσε ο Ευσέβιος ο Παμφίλου [2], ο οποίος αναφέρει : «Αγεύς Αργείος δόλιχον, ος εν Άργει την εαυτού νίκην αυθημερόν ανήγγειλεν».

Σε μία άλλη επιγραφή (Ι.Β V2,550), βρίσκουμε πάλι το όνομα «Αγεύς», με τη διευκρίνιση «Αγεύς Αριστοκλέο(ς)». Ειδικοί μελετητές, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, τον Αργείο αθλητή Αγέα, ο οποίος νίκησε στα Λύκαια[3], της Αρκαδίας, το έτος 308/7 π.Χ., στο αγώνισμα του δόλιχου.

Παράσταση δόλιχου δρόμου. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθούμε στο σχετικό πρόβλημα της μεταλλαγής του κανονικού ονόματος του αθλητή. Ειδικότερα, στην Πατρολογία Migne, όπου αναφέρονται τα κείμενα του Ευσέβιου, με τη σχετική αναφορά στον Αργείο αθλητή, προφανώς από τυπογραφικό λάθος ο Αγεύς αναφέρεται ως «Αργεύς». Έκτοτε το λάθος διαιωνίστηκε από κατοπινούς μελετητές που προσέφυγαν στην Πατρολόγια Migne. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την επικράτηση της λανθασμένης αναγραφής και στη ίδια του την πατρίδα.

Αναμφισβήτητα, ο Αργείος δρομέας με το κατόρθωμά του αποτελεί πλέον πρότυπο πνευματικής δημιουργίας και έμπνευσης. Για να γίνουμε πιο σαφείς, ο Αγεύς έχει εμπνεύσει την κα Αλεξίου να του αφιερώσει το εξής ποίημα :

 

Αγεύς ο Αργείος

Με ευχές που έβγαιναν από τα φυλλοκάρδια τους

και πετούσαν – ελπιδοφόρα ολόλευκα πουλιά – στον ουρανό

σε ξεπροβόδισαν οι φίλοι σου και οι συναγωνιστές σου, Αγέα·

να γυρίσεις νικητής από την ιερή γη της Ολυμπίας.

 

Τα νικητήρια θα ’ρθω να γιορτάσουμε μαζί·

μόλις ο ήλιος γυρίσει την πλάτη του στην πόλη,

να με περιμένετε· εγώ θα αναγγείλω την νίκη μου.

 

Βέβαια κανείς δεν σε πίστεψε,

χάριν αστειότητος θεώρησαν πως είπες τα λόγια τούτα.

 

Πλήρης αισιοδοξίας, για την άριστη φυσικής σου κατάσταση,

αναχώρησες για την Ολυμπία· μ’ ένα και μόνο σκοπό :

στου Ολυμπίου Διός τους ιερούς αγώνες νικητής να στεφανωθείς.

 

Και σαν έφτασε η ώρα του ευγενικού αγώνα

ωσάν κέλλης ίππος, τινάζοντας περήφανα την χαίτη του,

όρμησες στο στάδιο μαζί με τους ωκύποδους δολιχοδρόμους·

κι αφού δέκα φορές περιέτρεξες τον στίβο της Ολυμπίας,

κυνηγώντας την γοργόφτερη Νίκη που τον κότινο κρατούσε,

εν μέσω ιαχών και ζητωκραυγών, πρώτος πέρασες το τέρμα·

αφήνοντας αρκετά πίσω τους ανταγωνιστές σου.

 

Η σάλπιγγα σαλπίζει· σιγή στο στάδιο,

Για να ακουστεί του βροντόφωνα κήρυκα η φωνή:

Αγεύς ο Αργείος, νικά δόλιχον! Διαλαλεί.

 

Προσέρχεται ο δρομοκήρυξ αθλητής

σεμνός και στάθηκε μπρος στους Ελλανοδίκες·

λίγα δάκρυα συγκίνησης αυλάκωσαν το ηλιοκαμένο πρόσωπό του

την ώρα που ο σεβάσμιος γέρων τοποθετούσε

τον πολυπόθητο κότινο στο σγουρό του κεφάλι,

ενώ ο πρωινός ήλιος καθρεφτιζόταν στις ιδρωστάλες του.

(Αλεξίου, Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.

Επιπλέον, προς τιμήν της προσωπικότητάς του και της πράξης του, ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων»[4], το 2001 και το 2002 (μετά από 2.329/10 χρόνια) αναβίωσε το γενναίο κατόρθωμά του, πραγματοποίησε δηλαδή, την ίδια διαδρομή (Ολυμπία –Άργος,174 χιλιόμετρα), με μία ομάδα δρομέων.

Τελειώνοντας, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα ονόματα των Αργείων αθλητών που νίκησαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στο βασικό αγώνισμα του σταδίου. Οι αθλητές είναι οι εξής :

1)      Δάνδης Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 77η Ολυμπιάδα (472 π.Χ.).

2)      Ιολαΐδας Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 139η Ολυμπιάδα (224 π.Χ.).

3)      Επαίνετος Αργείος : νίκησε στο στάδιο παίδων την 175η Ολυμπιάδα (80 π.Χ.).

4)      Ανθεστίων Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 182η Ολυμπιάδα (52 π.Χ.).

5)      Σώπατρις Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 187η Ολυμπιάδα (32 π.Χ.).   

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

 Υποσημειώσεις


[1] Ο δόλιχος είναι δρόμος αντοχής και γινόταν μέσα στο στίβο του σταδίου, μετά από το στάδιον και τον δίαυλον. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην 15η Ολυμπιάδα (720π.Χ.), με νικητή τον Άκανθο τον Λακεδαιμόνιο. Είναι ο μακρύτερος δρόμος και η απόσταση ποικίλλει, κατά τις πηγές, από τα 7 έως τα 24 στάδια, ανάλογα με τις κατηγορίες αγώνων (παίδων, αγενείων, ανδρών), με τους στίβους των ιερών στα οποία διεξάγονταν οι αγώνες και ίσως με τις εποχές. Τις περισσότερες φορές όμως ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, δηλαδή 3.550-3.850 μέτρα. Έπειτα, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά τους αρχαίους την καθιέρωση του δολίχου ενέπνευσαν οι επιδόσεις των ημεροδρόμων ή δρομοκηρύκων, με άλλα λόγια των επαγγελματιών αγγελιοφόρων, οι οποίοι μετέφεραν ειδήσεις και παραγγελίες σε μεγάλες αποστάσεις, κυρίως σε περιόδους πολέμου. Σπουδαίοι ημεροδρόμοι υπήρξαν άνδρες από την περιοχή της Αρκαδίας. Τέλος, σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ένας δολιχοδρόμος πρέπει να έχει κάποια χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, πρέπει να έχει δυνατούς ώμους και τράχηλο, όπως ένας πενταθλητής και λεπτά και ελαφριά πόδια, όπως ένας σταδιοδρόμος.   

[2]  Ο Ευσέβιος ο Παμφίλου ήταν επίσκοπος Καισάρειας και θεωρείται ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, το 265 μ.Χ. Δάσκαλός του ήταν ο μάρτυρας του χριστιανισμού Πάμφιλος και από αγάπη στο δάσκαλό του ονομάστηκε Ευσέβιος ο Παμφίλου. Η μαρτυρία του Ευσέβιου για τον Αγέα, είχε γραφεί σε μεταλλική πλάκα και είχε αναρτηθεί στο σημερινό στάδιο του Άργους, πριν από αρκετά χρόνια με παραλλαγμένο το όνομα του αθλητή σε «Αργεύς» αντί Αγεύς. Η επιγραφή αυτή δε σώζεται σήμερα.

[3]  Σύμφωνα με επιγραφή (Syll 3.314) στον Ωρωπό.

[4]  Ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων» Δυτικής Αττικής ιδρύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου το 1997, από 31 αθλητές – δρομείς μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, των Δυτικών συνοικιών της Αθήνας. Σήμερα, αριθμεί 168 ενεργούς αθλητές-τριες σε όλες τις κατηγορίες.

 

Πηγές


 

  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Αργέας ή Αγέας», περ. Ελλέβορος, τχ. 9-10, Άργος, 1992.
  • Μάρκελλος Μιτσού, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις, 1952.
  • Αλεξίου Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα, (Η αθλητική ιστορία του Άργους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας)», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.       
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Κωνσταντίνος Σάμιος, «Μια πρωτότυπη ιστορική ματιά», εφ. Δρομέας, 2001.
  • Θεόδωρος Γ. Αντίκας, «Φειδιππίδης, Φιλιππίδης, Φιλωνίδης: Ημεροδρόμοι και Μαραθωνοδρόμοι», Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον – Σηατλ, Visiting Onassis Professor.

  

Σχετικά θέματα:

Νέμεα ή Νέμεια

Θεαίος ή Θειαίος (5ος αιώνας π.Χ.)

Read Full Post »

Οδυσσέας Ελύτης – Αφιέρωμα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης  «Απόστολος Γκάτσος»


 

Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απόστολος Γκάτσος» οργανώνει μικρό αφιέρωμα στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, με αφορμή την επέτειο 100 χρόνων από τη γέννησή του.                                                           

Ήδη από την ιστοσελίδα της βιβλιοθήκης (www.dbe.gr έχει αναρτηθεί  το χρονολόγιο με στοιχεία από τη ζωή και το έργο του ποιητή και ανανεώνεται  κάθε εβδομάδα η δημοσίευση  ποιημάτων, άρθρων, κριτικών σημειωμάτων και προτάσεων βιβλίων του Οδυσσέα Ελύτη που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη για ανάγνωση.

Οδυσσέας Ελύτης (φωτ.: Γιάννης Mαΐλλης)

Παράλληλα, από την Δευτέρα 4/7/11 έως την Παρασκευή 8/7/11, κατά τις απογευματινές ώρες λειτουργίας της βιβλιοθήκης, θα παρουσιαστεί στο χώρο της η κινητή έκθεση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για τον Οδυσσέα Ελύτη, η οποία την Κυριακή 10/7/11 θα βρίσκεται στο Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης (κτίριο Συγγρού), για την κορύφωση του αφιερώματός μας που θα περιλαμβάνει :

Ομιλία της ποιήτριας Ιουλίτας Ηλιοπούλου.

Τραγούδι, από τα μελοποιημένα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, με την κ. Αγγελική  Πετρά.

Απαγγελίες ποιημάτων από μαθητές.

Με την υποστήριξη του ΥΠΠΟ και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στο πλαίσιο   των επετειακών εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη.

 

Read Full Post »

Λίμνες : Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία


 

Την Κυριακή  26 Ιουνίου 2011 στις  10:30  π.μ. θα διοργανωθεί στο Πνευματικό Κέντρο των Λιμνών Αργολίδας ημερίδα με θέμα: «Λίμνες – Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία».

Στην ημερίδα έχουν προσκληθεί να μιλήσουν Αρχαιολόγοι, Κοινωνικοί Ανθρωπολόγοι, Ιστορικοί, ερευνητές από την Ακαδημία Αθηνών κ.α. Στόχος της ημερίδας είναι να παρουσιαστεί όσο μπορεί πιο τεκμηριωμένη η ιστορία των Λιμνών στο διάβα των αιώνων και να δοθεί το έναυσμα  σε νέους ερευνητές ( ιστορικούς κλπ) να μελετήσουν καλύτερα την περιοχή.

 

Λίμνες: Σταθμοί και ορόσημα σε μια μακραίωνη πορεία

 

Πρόγραμμα ημερίδας

10:30 – 11:00  Προσέλευση

11:00 – 11:10    Χαιρετισμός

Δήμαρχος Άργους – Μυκηνών κ. Καμπόσος Δημήτρης

11:10 – 11:30   Η αρχαιολογική έρευνα στις Λίμνες Αργολίδας

Ελένη Μπαστούνη, Αρχαιολόγος. Φοιτήτρια μεταπτυχιακού προγράμματος Διαχείρισης μνημείων: Αρχαιολογία, πόλη και αρχιτεκτονική, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

11:30 – 11:50   Η κάθοδος των αρβανιτών στην Πελοπόννησο ( 14ος  – 15ος αι.)

Γιάννης Βιταλιώτης, Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας. Κέντρο Έρευνας της   Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών.

11:50 – 12:10   Η Ευρύτερη περιοχή των Λιμνών τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο

Γιώργος Τσεκές, αρχαιολόγος της 25ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων.

12:10 – 12:30   Οι Λίμνες με τα μάτια των Γκερμπεσιωτών : Το χωριό εστιακός πρόγονος και η ενίσχυση της αρβανίτικης ταυτότητας

Αγγελική Αθανασοπούλου, Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Ερευνήτρια στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Κοινωνίας  Ακαδημίας Αθηνών.

12:30 – 12:50   Πολιτική και κοινωνική ζωή στις Λίμνες

Γιάννης Παπαϊωάννου,  Επικοινωνιολόγος Μ.Α.

12:50 – 13:10   Λαογραφικά στοιχεία από τις Λίμνες

  Αναστάσιος Βλάχος,  Δημοτικός Υπάλληλος.

 13:10 – 13:20   Παρουσίαση της παραδοσιακής στολής των Λιμνών

 Από τον Αγροτουριστικό Συνεταιρισμό Γυναικών Λιμνών.

 

Read Full Post »

12ο Παμπελοποννησιακό Οδοντιατρικό Συνέδριο – Ναύπλιο, 24-26 Ιουνίου 2011


 

Αφίσα συνεδρίου

Ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Αργολίδας θέλοντας να ανταποκριθεί στις συνεχείς εξελίξεις στον τομέα των υλικών και των θεραπευτικών μεθόδων, που ασκούνται στην καθημερινή οδοντιατρική πράξη, διοργανώνει σε συνεργασία με το «Οδον­τιατρικό Βήμα» στο Ναύπλιο στις 24-26 Ιουνίου το 12ο Παμπελοποννησιακό οδοντιατρικό συνέδριο στο ξενοδοχείο Αμαλία.

Στο συνέδριο με τίτλο «Οδοντίατρος – επιστήμονας, επαγγελματίας και πολίτης του 2011«, οι οδοντίατροι θα έχουν την δυνατότητα να ενημερωθούν γα όλες τις νέες εξελίξεις στον τομέα των υλι­κών ενώ θα μπορούν με συμμετοχή σε πρακτικά σεμινάρια να εξασκηθούν σε νέ­ες μεθόδους και τεχνικές τις οδοντιατρικής θεραπείας.

Επίσης θα γίνει μια προσπάθεια προσέγ­γισης του ρόλου του σύγχρονου οδοντιά­τρου και σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στην τοπική κοινωνία που ζει και εργάζεται. Προσέγγιση τόσο από την επαγγελματική-θεραπευτική σκοπιά, όσο και από την σκοπιά του πολίτη, του αν­θρώπου που προσφέρει, που καθημερινά ζει και αφουγκράζεται την κοινωνία.

 

Παρουσίαση  του βιβλίου «Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα»

 

Στο συνέδριο την Παρασκευή στις 24/6 στις 20:00 θα γίνει επίσημη παρουσίαση του βιβλίου «Οδοντιατρική και Οδοντία­τροι στην Αργολίδα» του συγγραφέα Γε­ωργίου Η. Κόνδη.

 

Οδοντιατρική και Οδοντίατροι στην Αργολίδα

 

Η παρουσίαση συμπίπτει χρονι­κά και με τους εορ­τασμούς για τα 100 χρόνια της Οδοντιατρικής σχολής Αθηνών. Το βιβλίο αποτελεί την πρώτη προσπάθεια ιστοριο­γραφίας της αργολικής οδοντιατρικής και το εγχείρημα αυτό γίνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε επίπεδο νομού. Μετά την παρουσίαση θα τιμηθούν συντα­ξιούχοι οδοντίατροι από τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Αργολίδας.

 

Read Full Post »

Ασκληπιείο της Επιδαύρου


 

Ασκληπιός

Ασκληπιός, Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.

Ο θεός της ιατρικής και της υγείας στην αρχαία μας μυθολογία και ο πρώτος θνητός θεραπευτής. Ήταν κατά την παράδοση γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, κόρης του Βασιλιά της Θεσσαλίας, Φλεγύα. Κοντά στο σοφό Κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο, ο Ασκληπιός έμαθε την τέχνη της ιατρικής και γνώρισε τις θεραπευτικές ιδιότητες της πλούσιας χλωρίδας του Πηλίου.

Οι πρόγονοί μας φαντάζονταν τον Ασκληπιό σαν ένα γεροδεμένο άντρα με γένια, γεμάτο υγεία, που καθόταν πάνω σε ένα θρόνο. Είχε πολλές θυγατέρες, που τα ονόματά τους συμβολίζουν την υγεία, τη θεραπεία και τα φάρμακα. Το ιερό του ζώο ήταν το φίδι, ενώ σαν σύμβολο του είχε το ραβδί. Του είχαν αφιερώσει ένα ιερό στην Επίδαυρο, αλλά σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν ναοί και Βωμοί, που ονομάζονταν Ασκληπιεία, στα οποία προσέτρεχαν οι άνθρωποι για να θεραπευθούν. Το σημαντικότερο απ’ όλα βρισκόταν στην Κω. Είχαν ιερείς του θεού, κάτι σαν τους τωρινούς πρακτικούς γιατρούς, που έδιναν φάρμακα από βοτάνια, ενώ συνιστούσαν και κατάλληλη δίαιτα. Οι ασθενείς εξαγνίζονταν, πρόσφεραν τα δώρα τους και κατόπιν μεταφέρονταν σε ειδικούς χώρους, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, τη νύχτα ερχόταν ο θεός, μεταμορφωμένος συνήθως σε φίδι ή και σε άλλο ζώο και τους θεράπευε. Ο Ασκληπιός συμβολίζει ουσιαστικά το πέρασμα της φιλοσοφίας και της επιστήμης από την προϊστορία στην ιστορία.  

  

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου

 

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου, από τα πλέον ονομαστά, μαζί με εκείνο της Κω ήταν τα σπουδαιότερα. Τα μνημεία του έχουν ενταχθεί από το 1988 στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η τοποθεσία του είναι μαγευτική. Η φήμη του, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να ονομαστεί οικουμενική. Πολλά άλλα Ασκληπιεία, σπαρμένα σε διάφορες παραμεσόγειες πόλεις, καυχιόνταν ότι ιδρύθηκαν από το ιερό της Επιδαύρου. Όπως σε όλα τα Ασκληπιεία, βασικό ρόλο έπαι­ζε το άφθονο πηγαίο νερό. Η υδροθεραπεία για καθαρμούς (λουτρά και ποσιθεραπεία) ήταν η βάση της θεραπευτικής αγωγής των ιερών του Ασκληπι­ού.

Άποψη του Ιερού από τα ανατολικά - Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Προ της εγκοιμήσεως στο άδυτο ή άβατο ο ασθε­νής λουζόταν στα άφθονα νερά της πηγής (η οποία θεωρούνταν ιερή), νήστευε, παρακολουθούσε αγώ­νες (γυμναστικούς, ποιητικούς, θεατρικούς και εν γένει καλλιτεχνικούς), μπορούσε να διαβάζει στη βιβλιοθήκη του ιδρύματος, συμμετείχε σε καθημερινές σωματικές ασκήσεις και γενικά η ζωή του στον ξενώνα του Ασκληπιείου ήταν δημιουργική κι ευχάριστη και τον απομάκρυνε απ’ τις ψυχοφθόρες μικρές καθημερινές φροντίδες.

Επειδή δε στα Ασκληπιεία δεν γίνονταν δεκτοί οι βαριά ασθενείς, όπως και οι επίτοκες –«ούτε αποθανείν ούτε τεκείν όσιον»- εικάζεται ότι οι νοσηλευόμενοι θα ήταν χρονίως πάσχοντες, κυρίως από νευροψυχικές παθήσεις, δερματικές, αλλά και πνευμονοπαθείς, κυρίως χρόνιοι φυματικοί, οι οποίοι στο ευχάριστο και υγιεινό περιβάλλον του ιερού του Ασκληπιού ασφαλώς και βελτιώνονταν ίσως και πολλοί να θεραπεύονταν.

Μετά την προετοιμασία, σωματική (λουτροθεραπεία, νηστεία, υδροποσία) και ψυχική (προσφορά θυσίας στο θεό, παρακολούθηση ψυχαγωγικών τελετών), ο ασθενής βοηθούντων και των προπαρασκευαστικών φαρμάκων, ήταν έτοιμος για την εγκοίμηση στο άβατο του ναού. Μεγάλο ρόλο έπαιζε η υποβολή των ιερέων – θεραπευτών – μάντεων οι οποίοι με… ψυχοβολές έπειθαν τους ασθενείς ότι θα τους επισκεφθεί «κατ’ όναρ» ο θεός και θα τους ορίσει τον τρόπο της θεραπείας. Όμως δεν ήταν προνόμιο όλων των ασθενών η εγκοίμηση. Μόνο όσοι μπορούσαν να δεχθούν «τη θεϊκή επίσκεψη κατ’ όναρ» προωθούνταν στο άβατο. Αυτοί δηλαδή που είχαν υποστεί την κατάλληλη ψυχική προετοιμασία.

Στην αρχαία Ελλάδα η θρησκεία ήταν στενά συ­νυφασμένη με τη δημόσια ζωή, γι’ αυτό και τα με­γάλα ιερά χρωστούσαν τη φήμη τους και την ακμή τους στην ισχύ και τον πλούτο της πόλης στην ο­ποία ανήκαν. Και οι ενέργειες έπαιρναν το κύρος τους από την εύνοια του προστάτη- θεού της πόλης. Ως εκ τούτου οι ναοί ήταν κέντρα θρησκευτικά και πολιτικά αλληλοεξαρτώμενα. Είναι ελάχιστα τα ιε­ρά που απέκτησαν ιδιαίτερη φήμη ανεξάρτητα από την ισχύ της πόλης στην οποία ανήκαν. Ένα από αυτά είναι και αυτό της Επιδαύρου, η ο­ποία ήταν μια μικρή πόλη ανάμεσα στις δυνατές Κόρινθο-Σπάρτη-Σικυώνα. Τούτο οφείλεται στο ιερατείο του θεού Ασκληπιού, αλλά και στα άφθονα νερά της περιοχής τα οποία βοήθησαν στην εφαρ­μογή της καθαρτικής και ιαματικής λειτουργίας τους στον πάσχοντα άνθρωπο.

Ο χώρος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου απέχει οχτώ χιλιόμετρα από την πόλη της Παλαιάς Επιδαύρου και στο σημείο αυτό υπήρχε από παλιά ιερό. Η εξέλιξή του από ναό του θεού Ασκληπιού σε οργανωμένο ιατρικό κέντρο -το σπουδαιότερο- ό­που έχουμε τη μετάβαση, από τη θεϊκή παρέμβαση στη νόσο και την ίαση, στην επιστημονική ιατρική, μαρτυρείται και από τα εκτεταμένα λείψανα του ιε­ρού της Επιδαύρου. Η αισθητική αξία των αρχιτεκτονημάτων, των αναθημάτων του και η επιστημονική ερμηνεία τους αποδεικνύουν τη μοναδικότητα αυτού του ιερού τεμένους της υγείας και της ιατρικής.

 

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

 

Πριν από σχεδόν ένα αιώνα ο Π. Αραβαντινός έ­γραψε στο σύγγραμμά του «Ασκληπιός και Ασκληπιεία» (1907) τα εξής: «Περί της πολυτίμου ημών ιατρικής ταύτης κλη­ρονομιάς ελάχιστοι δυστυχώς ενδιαφερόμεθα, ενώ ημείς πρωτίστως έδει να επιληφθώμεν απ’ ευθείας μετά φανατικού ζήλου, της ειδικής των ιερών τού­των μνημείων ερεύνης και σπουδής, βοηθούσης και της ιδίας ημών αθανάτου γλώσσης».

Υγεία

Οι ειδικοί σήμερα προσδιορίζουν τις αρχές της λατρείας της ιατρικής στην Επίδαυρο κατά προσέγ­γιση στο 16ο αι. π.Χ. στο ύψωμα του Κυνορτίου, πί­σω από το θέατρο. Όπως αναφέρθηκε, ιδιαίτερο ρό­λο έπαιξε στην ίδρυση, λειτουργία και εξέλιξή του το άφθονο τρεχούμενο νερό, που αναβλύζει ακόμη και σήμερα και διαρρέει τη μικρή κοιλάδα στα ανατολικά.

Η κάθαρση με το νερό, οι θυσίες ζώων προσφο­ράς, η κοινή συνεστίαση ιερέων και ασθενών από τα ιερά σφάγια σε τελετουργικό γεύμα, εξασφάλι­ζαν σωματική υγεία και ψυχική ηρεμία στους πά­σχοντες. Αυτή η πολύ παλιά τελετουργία διατηρήθηκε αναλλοίωτη από την αρχή της παρουσίας εκεί του ιερού μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και αποτελούσε την κεντρική λατρευτική πράξη.

Μετά την πτώση του μυκηναϊκού κόσμου, πάνω στα ερείπια του παλιού ιερού ξαναζωντανεύει γύρω στα 800 π.Χ. η λατρεία του, η οποία όμως τώρα μπαίνει στην προστασία του θεού- οργανωτή των πόλεων, του Απόλλωνα, ο οποίος από παλιά θεωρούνταν ο θεός της ιατρικής, ο οποίος θεράπευε τους θεούς (Παιήων).

Εδώ στο λόφο του Κυνορτίου, ο βασιλιάς της Επιδαύρου, Μάλος, ίδρυσε το ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα, κοντά στο οποίο η εγγονή του Κορωνίς γέννησε τον Ασκλη­πιό, του οποίου πατέρας θεωρήθηκε ο Απόλλων. Από τότε η λατρεία της υγείας και της ιατρικής στην Επίδαυρο γίνεται επίσημη κρατική λειτουργία. Τέτοια ήταν η φήμη του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, ώστε συνέρρεαν ικέτες του θεού (ασθενείς, προσκυνητές) από όλες τις γύρω πόλεις, ακόμη κι από πολύ απομακρυσμένες περιοχές, όπως μαρτυ­ρούν οι ανευρεθείσες πλάκες, οι οποίες κατά τον Αραβαντινό ήταν τα ιστορικά των ασθενών, καθώς και το χαραγμένο επίγραμμα-ευχαριστήριο του ρή­τορα Αισχίνη προς τον Ασκληπιό: «θνητών μεν τέχναις απυρούμενος, εις δε το θείον ελπίδα πάσαν έχων, προλιπών εύπαιδας Αθήνας, ιάθην ελθών, Ασκληπιέ, προς το σον άλσος, έλκος έχων κεφαλής ενιαύσιον, εν τρισί μησίν».

Έλκος λοιπόν του δέρματος της κεφαλής που τα­λαιπωρούσε τον Αισχίνη για ένα χρόνο, θεραπεύτηκε στο Ασκληπιείο σε τρεις μήνες. [Καθαριότητα, ηλιοθεραπεία, ευχάριστη διαμονή και ίσως επιθέ­ματα με διάφορα βότανα υπό μορφή αλοιφών, αναμιγμένα με ζωικές ουσίες (λάδι, κερί, λίπος κ.ά.) καθώς και ορυκτές ύλες ως π.χ. ψευδάργυρο, νι­τρικό άργυρο κ.ά.].

Κατά τον Αραβαντινό, ο μέγας ξενών ή καταγώγιον του Ασκληπιείου αποτελούνταν από τουλάχι­στον 160 δωμάτια στα οποία ίσως φιλοξενούνταν ε­κτός των ασθενών και συνοδοί τους. Λόγω της πληθώρας των επισκεπτών-ασθενών οι παλαιές εγκαταστάσεις στο Κυνόρτιον δεν επαρ­κούσαν και περίπου κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα ιδρύε­ται στην κοιλάδα βορειοδυτικά του παλαιού λα­τρευτικού συγκροτήματος ένα νέο Ασκληπιείο, του οποίου τα λείψανα σήμερα μας δίνουν αμυδρή ιδέα της λειτουργίας του.

Εδώ η ιατρική βασίστηκε στην ανθρώπινη σκέψη και έπαψε να νομίζεται επέμ­βαση του θεϊκού στοιχείου. Η εποχή της μεγάλης ακμής του Ασκληπιείου της Επιδαύρου είναι οι 4ος και 3ος π.Χ. αι. Ο πλούτος που συγκεντρώνεται στο ίδρυμα αυτό της Επιδαύρου συνετέλεσε στην αρχιτεκτονική και λειτουργική ανάπτυξή του ώστε να γίνει το σπου­δαιότερο όλων των ομοίων του.

Η κυκλική θόλος, χώρος μυστηριακός, είναι έρ­γο του 4ου π.Χ. αιώνα όπως και ο δωρικής αρχιτε­κτονικής ναός του Ασκληπιού. Άλλωστε με την κάθοδο των Δωριέων διαδόθηκε η λατρεία του θε­ού και οι ναοί του Ασκληπιού αντικατέστησαν άλ­λους πρωιμότερους, που ήταν αφιερωμένοι σε διά­φορες θεότητες που θεωρούνταν προστάτιδες της υ­γείας, όπως στην Τιτάνη και αλλού.

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

Η θόλος ή θυμέλη θεωρείται το πιο κομψό μετά το Ερεχθείο κτίσμα των κλασικών χρόνων και εί­ναι έργο του Πολυκλείτου. Το σχήμα της προσο­μοιάζει με θολωτό τάφο και οι υπόγειες κυκλικές λαβυρινθώδεις διαδρομές της συμβολίζουν το σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Άλλωστε ο Ύπνος ήταν αδελφός του Άδη. Ίσως ε­κεί να γίνονταν οι εγκοιμήσεις των ασθενών όπου τη νύχια τους επισκεπτόταν ο θεός, δηλαδή οι ιε­ρείς του ναού. Πλησίον του κεντρικού ναού και της θόλου, υ­πήρχαν ιερά και άλλων θεών όπως της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης (η σημασία είναι προφανής), της θέμιδος (δύσκολη η εξήγηση), καθώς επίσης και μεγάλη βιβλιοθήκη για χρήση των ιερέων αλλά και των ασθενών και των συνοδών τους.

Η μελέτη των τότε υπαρχουσών γνώσεων για τη φύση του κόσμου και γενικότερα της ύλης, καθώς και η εμπειρία από τις εφαρμοζόμενες θεραπείες στην εξέλιξη των νόσων δημιούργησαν μια αξιοθαύμαστη ιατρική παιδεία, η οποία ενσωματώθηκε στην προηγούμενη άσκηση της ιαματικής τέχνης που είχε βάση τους καθαρμούς, την εγκοίμηση και την ψυχαγωγία, και έτσι το ίδρυμα κατέκτησε τη φήμη του σπουδαιότερου ιερού του θεού.

Εκτός από τα κτίσματα που αναφέρθηκαν, υπήρ­χαν το εστιατόριο, γνωστό και ως γυμνάσιο, το καταγώγιο ή ξενώνας, ένα μεγάλο κτίσμα στο οποίο φιλοξενούνταν οι ασθενείς πριν από την εγκοίμηση, καθώς και οι συνοδοί τους. Εξέχουσα θέση μεταξύ των κτιρίων του ιδρύμα­τος κατείχε το θέατρο στη νότια πλευρά του συ­γκροτήματος, θεατρικές παραστάσεις, μουσικοί, ποιητικοί και αθλητικοί αγώνες ήταν μέρος της θε­ραπείας των ασθενών. Επίσης οι ασθενείς είχαν ελεύθερη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη.

Ασκληπιός

Ο Μ. Ιούλιος Απελλάς σε επιγραφή που βρέθη­κε στο Ασκληπιείο περιγράφει την κεφαλαλγία που του προκάλεσε η κόπωση των ματιών του, λό­γω της πολυημέρου αναγνώσεως βιβλίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας του στο ιερό ίδρυμα. Οι ναοί του Ασκληπιού ήταν γεμάτοι από αφιε­ρώματα και ανάγλυφα τα οποία παρίσταναν τις διά­φορες βλάβες μερών του σώματος, καθώς επίσης και τις θεραπείες που εφαρμόζονταν (π.χ. εγχύσεις κολλυρίου κ.ά.) και αποτελούσαν «μουσείο τέχνης».

Τις πληροφορίες που έχουμε για τον τρόπο λειτουργίας των ιερών του Ασκληπιού και την άσκηση της ιατρικής υπό των ιερέων και των βοη­θών τους, τις οφείλουμε κατά βάση στις πλάκες που βρέθηκαν στη νοτιοανατολική πλευρά του ξενώνα. οι πλάκες αυτές με την περιγραφή των δια­φόρων ιαμάτων βρέθηκαν κατά τις ανα­σκαφές υπό του αρχαιολόγου Καββαδία και είναι δυο στήλες. Τις στήλες αυτές τις αναφέρει και ο Παυσανίας, ο οποίος μας λέει ότι ήταν περισσότερες και βρίσκονταν μέ­σα στον περίβολο του ναού. «Ταύτας εγγεγραμμένα και ανδρών και γυναι­κών εστίν ονόματα ακεσθέντων υπό του Ασκλη­πιού, προσέτι δε και νόσημα ό,τι έκαστος ενόσησεν, και όπως ιάθη».

Ήταν λοιπόν οι πλάκες αυτές κατάλογοι με τα ονόματα ασθενών, ανδρών και γυναικών, που θεραπεύτηκαν απ’ τον Ασκληπιό, ακόμη και η νόσος α­πό την οποία έπασχαν, καθώς και ο τρόπος θερα­πείας τους.

«…γέγραπται δε φωνή τη Δωρίδι», δηλαδή ή­ταν γραμμένες οι πλάκες στη δωρική διάλεκτο. Η μεν πρώτη στήλη περιλαμβάνει 19 ιάματα, ή δε άλλη 23. Αυτά μπορούν να διακριθούν κατά τον Αραβαντινό στις ακόλουθες κατηγορίες:

α) Τα φανταστικά, τα οποία είχαν σκοπό τη δια­φήμιση του έργου των ιερέων και του προστάτη θε­ού και είναι τελείως εξωπραγματικά, όπως π.χ. τα 7ο, 8ο, 9ο, 14ο, 15ο ιάματα και άλλα.

β) Τα σκοπίμως προβαλλόμενα, ενώ είχαν μικρή συνηθισμένη βαρύτητα, όπως τα ιάματα 1ο, 2ο, 18ο κ.τ.λ.

γ) Τα πραγματικά. Αυτά δηλαδή που με ιατρικές πράξεις (χειρουργική, χρήση φαρμάκων, εφαρμο­γή κινησιοθεραπείας, μαλάξεις κ.τ.λ.) αντιμετωπίζονταν, και ο ασθενής βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων ή είχε υποστεί την εγκοίμηση στο άβατο. Στην κατηγορία αυτή είναι τα ιάματα 3ο, 4ο, 6ο, 12ο, 18ο κ.ά.

δ) Τα εκφοβιστικά. Αυτά αφορούσαν κυρίως τους δύσπιστους και τους ασεβείς, ώστε να μη χαλάσουν τη φήμη του ιερού, όπως τα ιάματα 10ο, 35ο κ.ά.

ε) Τα μαντικά. Αυτά που δεν έχουν σχέση με την ιατρική και τοποθετήθηκαν σκοπίμως υπό των ιε­ρέων για να πείσουν τους απλοϊκούς για την υπε­ράνθρωπη δύναμη του Ασκληπιού, ο οποίος όχι μόνο θεραπεύει αλλά ασκεί και μαντική δύναμη (ίαμα 23ο) βοηθώντας και σε άλλες ανάγκες τους ικέτες του. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα ιάμα­τα 22ο και 23ο.

στ) Τα έχοντα εισπρακτικό χαρακτήρα, όπως το ιάμα 21ο, το οποίο σε μετάφραση έχει ως εξής:

Ο Έρμων από τη Θάσο πήγε στην Επίδαυρο τυ­φλός. Τον εθεράπευσε ο θεός. Επειδή όμως δεν επλήρωσε τα ίατρα ο θεός τον ετύφλωσε ξανά. Όταν δε πάλι ξαναπήγε στο ναό, έφερε την αμοιβή και μετά την εγκοίμηση έγινε καλά.

Αν λοιπόν οι ικέτες του θεού δεν προσέφεραν τα «νενομισμένα ίατρα» υπήρχε κίνδυνος ο θεός να πά­ρει πίσω την εύνοιά του και η νόσος να επιστρέψει. Όλα αυτά ασκούσαν μεγάλη επίδραση στους ικέτες-ασθενείς, οι οποίοι με την κατάλληλη προετοι­μασία από τους ιερείς και τους βοηθούς τους και α­φού είχαν εκπληρώσει το τελετουργικό μέρος της θεραπείας, με τη βοήθεια των κατάλληλων φαρ­μάκων, όσοι ήταν επιδεκτικοί της «εύνοιας» του θε­ού, οδηγούνταν στο άβατο ή άδυτο για την εγκοί­μηση. Εκεί κανείς άλλος εκτός των μυημένων ιερέων δεν είχε την άδεια να εισέλθει. Οι ασθενείς επείθοντο ότι τους επισκέπτεται ο θεός, ο οποίος τους έ­δινε οδηγίες ή και εκτελούσε τις ενδεικνυόμενες επεμβάσεις. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούσαν για την προ­ετοιμασία της εγκοιμήσεως δεν αναφέρονται σε κα­νένα ίαμα και ήταν μυστικό των ιερέων, οι οποίοι και μόνον αυτοί ήταν μυημένοι στη σύνθεση, έν­δειξη, δόση και χρήση τους.

  

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Δρ. Ιστορίας της Ιατρικής, οφθαλμίατρος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αραβαντινός Π.Α., Ασκληπιός και Ασκληπιεία,  Λιψία 1907.
  • Ανδρουτσόπουλος Δ.Γ., Το ιεροθεραπευτήριο του Αμφιάραου εν Ωρωπώ,  Αθήναι 1960.
  • Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΟΕΣΜΕ).
  • Περιφέρεια Πελοποννήσου, Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου,  1999.
  • Καββαδίας Π., Το Ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών,  Αθήναι 1914.
  • Κούζης Αρ., Η ιστορία της Ιατρικής,  Αθήναι 1929.
  • Παπαχατζής Νικ., Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις,  Αθήναι 1976.
  • Πουρναρόπουλος Γ., Ιστορία της Ιατρικής δια μέσου των αιώνων,  Αθήναι 1952.
  • Σπυρόπουλος Σπυρ., Τα Ασκληπιεία της Πελοποννήσου,  Πάτρα 1999.
  • Χαβιάρα-Καραχάλιου Σεβαστή, «Ασκληπιείο Αρχαίας Τιτάνης. Το πρώτο κέντρο Υγείας στον Ελληνικό χώρο;»  (διδακτορική διατριβή) 1984.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Νέμεα ή Νέμεια


 

Νέμεα ή Νέμεια: μία από τις τέσσερις πανελλήνιες γιορτές της αρχαιότητας (Νέμεια, Ίσθμια, Ολύμπια, Πύθια), που διεξάγονταν στην κοιλάδα της Νεμέας [1] προς τιμήν του Νέμειου Διός.

Ο μικρός Οφέλτης πνίγεται από ένα φίδι, ενώ η τροφός του Υψιπύλη και ένας πολεμιστής προσπαθούν να τον σώσουν. Ανάγλυφη παράσταση από σαρκοφάγο, 1ος αι. μ.Χ. (Κόρινθος, Αρχαιολογικό Μουσείο).

Όσον αφορά την ίδρυση των αγώνων, το «Πάριο Χρονικό» τη συνδέει με τους ταφικούς αγώνες προς τιμήν του Οφέλτη [2]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα μ’ ένα χρησμό του μαντείου, ο Οφέλτης δεν έπρεπε να αγγίξει καθόλου στη γη, πριν μάθει να βαδίζει. Όταν οι Επτά Στρατηγοί εκστράτευσαν κατά των Θηβών, πέρασαν από την περιοχή της Νεμέας, όπου και κάθισαν για να ξεκουραστούν, κοντά στην Αδράστεια πηγή. Κοντά σ’ αυτήν βρισκόταν και η τροφός Υψιπύλη [3], έχοντας στην αγκαλιά της το βρέφος. Τότε, οι στρατηγοί ζήτησαν να πιούν νερό και η τροφός, χωρίς να το σκεφτεί, άφησε το νήπιο στο έδαφος, πάνω σε πυκνή χλόη από σέλινο και έτρεξε να τους εξυπηρετήσει. Έτσι, ένα φίδι [4] δάγκωσε το παιδί, το οποίο πέθανε αμέσως. Οι στρατηγοί σκότωσαν το φίδι και έθαψαν το νεκρό σώμα. Επομένως, ο χρησμός επαληθεύτηκε και ο Αμφιάραος, ένας από τους επτά στρατηγούς, ο οποίος είχε και μαντικές ικανότητες, ερμήνευσε το γεγονός του θανάτου ως κακό οιωνό για την αποστολή τους και έδωσε στο νήπιο το όνομα «Αρχέμορος» (που σημαίνει η αρχή μιας κακής μοίρας). Μετά από αυτό, ίδρυσε προς τιμήν του νεαρού βασιλιά και προς παρηγοριά των γονιών του τους αγώνες των Νέμεων.

Σύμφωνα με τον σχολιαστή του Πινδάρου, τα Νέμεα ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή, σε ανάμνηση της νίκης του κατά του λιονταριού της Νεμέας. Ο ίδιος όμως σχολιαστής, σε άλλη πηγή, επιβεβαιώνει ότι ο Ηρακλής επανίδρυσε τα Νέμεα σε ανάμνηση του Οφέλτη ή Αρχέμορου και τα επισημοποίησε αφιερώνοντάς τα στο Δία.

Από την παράδοση μαθαίνουμε ότι στην πρώτη τέλεση των αγώνων πήραν μέρος όλοι οι στρατηγοί (Άδραστος, Ετέοκλος, Τυδέας, Αμφιάραος, Πολυνείκης, Λαοδίκης και ο Παρθενοπαίος), και διακριθήκαν στα αγωνίσματα της ιπποδρομίας, στον αγώνα δρόμου, στην πυγμαχία, στο άλμα, στη δισκοβολία, στον ακοντισμό, στην πάλη και στην τοξοβολία.

Αρχικά, οι αγώνες ήταν τοπικού χαρακτήρα. Κατά τους ιστορικούς όμως χρόνους και κυρίως από το 573 π.Χ. τα Νέμεα ανακηρύχθηκαν επίσημα ως πανελλήνιοι αγώνες, σύμφωνα με το πρότυπο των Ολυμπιακών και η φήμη τους μεγάλωσε. Τελούνταν κάθε δύο χρόνια (τριετηρικοί), τον μήνα Ιούλιο [5].

Κατά τη διάρκεια των αγώνων, μία ιερή εκεχειρία σταματούσε κάθε εχθροπραξία. Όλοι οι Έλληνες, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Αργείοι, Μακεδόνες και Κρήτες, πρώτα αποδέχονταν την κοινή τους καταγωγή, μετά έστελναν αντιπροσώπους και τέλος συγκεντρώνονταν όλοι μαζί.

Η διεύθυνση των αγώνων πέρασε από μία διαδικασία αλλαγών και ταραχών. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή ήταν υπεύθυνοι – ως ιδρυτές- οι κάτοικοι των Κλεωνών, από το 460 π.Χ. η διεύθυνση μετατέθηκε στους Αργείους [6], οι οποίοι μετέφεραν και την έδρα των αγώνων στο Άργος. Από τη στιγμή αυτή, τα Νέμεα άρχισαν να γίνονται ονομαστή και ξακουστή γιορτή.

Γενική άποψη του αρχαίου σταδίου της Νεμέας.

Στη συνέχεια, το 330 π.Χ. οι αγώνες επανήλθαν στη Νεμέα, όταν οι Μακεδόνες βασιλείς, ο Φίλιππος Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος, βοήθησαν οικονομικά στην κατασκευή του νέου Ναού του Δία [7]. Έπειτα, από το 270 π.Χ. έως το 260 π.Χ. οι αγώνες τελούνταν πάλι στο Άργος, μέχρι το 145 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος κατακτητής της Κορίνθου, Μόμμιος, επανέφερε τους αγώνες στη Νεμέα για μισό αιώνα περίπου[8]. Τέλος, οι αγώνες μεταφέρθηκαν μόνιμα στο Άργος μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και η Νεμέα ερημώθηκε.

Υπεύθυνοι των αγώνων ήταν οι δώδεκα ελλανοδίκες, οι οποίοι φορούσαν πένθιμο ένδυμα. Το έπαθλο των αγώνων στην αρχή ήταν ένα στεφάνι ελιάς το οποίο, αργότερα αντικαταστάθηκε από χλωρό σέλινο, ως επικήδειο σύμβολο, ένδειξη του εφήμερου της νίκης και της νεκρικής λατρείας.

Οι αγώνες διεξάγονταν στο στάδιο της Νεμέας, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου  π.Χ. αιώνα, είχε μήκος178 μέτρα και χωρητικότητα 40.000 θεατών.

Μετά την τυπική ιεροτελεστία της θυσίας στο Νέμειο Δία, άρχιζαν τα αγωνίσματα, τα οποία περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες :

Γυμνικά αγωνίσματα :

το στάδιο

ο δίαυλος

ο ίππος

ο δόλιχος οπλίτης

ο δρόμος

η πάλη

η πυγμή

το παγκράτιο

το πένταθλο

Ιππικοί αγώνες :

το τέθριππον

συνωρίς ίππων

κέλης

Σ’ αυτά συμμετείχαν τρεις κατηγορίες αθλητών : οι άνδρες, οι αγένειοι και οι παίδες. Μετά τους ελληνιστικούς χρόνους, στο πρόγραμμα των αγώνων περιλαμβάνονταν και μουσικοί αγώνες, με άλλα λόγια, αγώνες των σαλπιγκτών και των κηρύκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, πολλούς νικητές των Νεμέων έχει υμνήσει ο Πίνδαρος στους Νεμεόνικούς του (π.χ. ο Χρόμιος της Συρακούσας, ο Τιμάσαρχος ο Αιγινίτης, ο Τιρόδικος ο Αχαρνέας, ο Πυθέας ο Αιγινίτης). Επιπλέον, σύμφωνα με το σχολιαστή του Πινδάρου μαθαίνουμε ότι, η γιορτή των Νεμέων διεξαγόταν και σε άλλα μέρη, όπως στα Μέγαρα, στην Αγχίαλο της Θράκης και στην Αίτνα της Σικελίας.

 

Νεμέα (Temple of Nemea), Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Η αρχαιολογική σπουδαιότητα του χώρου αποκαλύφθηκε το 1766 από το Σύλλογο Dilettanti [9]. Έγιναν κάποιες ανασκαφές το 1881 και το 1912, όμως η συστηματική ανασκαφή και η ανεύρεση του αρχαίου σταδίου της Αρχαίας Νεμέας πραγματοποιήθηκε το 1974 από την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή.

Ο Steven G. Miller, καθηγητής του  Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, δουλεύοντας με πολύ ζήλο και αγάπη για τα αρχαιοελληνικά εδάφη ανέδειξε το αρχαίο στάδιο και τα κτήρια της γύρω περιοχής. Το έργο του Miller ολοκληρώθηκε το 1991 και στη συνέχεια ιδρύθηκε και οργανώθηκε η αναβίωση των σύγχρονων «Νέμεων»[10], τα οποία διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1996 οργανώθηκαν τα πρώτα σύγχρονα «Νέμεα», με τη συμμετοχή 500 δρομέων όλων των κατηγοριών. Με τον ίδιο ενθουσιασμό και ευχαρίστηση διεξήχθηκαν και τα υπόλοιπα και με μεγάλη προσμονή περιμένουμε τα τέταρτα κατά σειρά σύγχρονα «Νέμεα», που θα πραγματοποιηθούν το 2012.  

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Νεμέα: κοιλάδα μεταξύ Φλιασίας και Κλεωναίας, στα σύνορα της Κορινθίας  προς    την Αργολίδα (Σταβ. C,377). Κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο ήταν «χώρα της Αργολίδος», όπου κατοικούσαν Δρύοπες.

[2] Οφέλτης: γιος της Νεμέας (κόρη του Δία και της Σεμέλης) και του βασιλιά της περιοχής Λυκούργου. Άλλη πηγή αναφέρει ως μητέρα του την Ευριδίκη (Απολλόδ. Γ’, 6, 4).

[3] Το περιστατικό του Οφέλτη και της Υψιπύλης ήταν αγαπητό στην τέχνη. Ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδία «Υψιπύλη», οι αγγειογράφοι παρίσταναν συχνά τον Οφέλτη με κουλουριασμένο γύρω του το φίδι και έναν από τους ήρωες να αγωνίζεται εναντίον του φιδιού. Τέλος, πολλοί είναι οι τύποι νομισμάτων της Κορίνθου και του Άργους με σχετικές παραστάσεις.

[4] Δράκοντας σύμφωνα με τον Παυσανία (ΙΙ, 15, 3).

[5] Υπάρχουν πηγές που μαρτυρούν την ύπαρξη «χειμερινών» Νέμεων. Συγκεκριμένα, από τα όσα αναφέρει ο Παυσανίας, οι ειδικοί υπέθεσαν πως τα Νέμεα γίνονταν χειμώνα κάθε δεύτερη φορά, για να μη συμπίπτουν με τα Ολύμπια ή πως ο χειμερινός εορτασμός ήταν μία προσπάθεια του Αδριανού να ξαναδώσει ζωή στην παρακμασμένη και έρημη Νεμέα, όταν οι αγώνες τελούνταν μόνιμα στο Άργος. Ο Γ. Θ. Αποστολόπουλος αναφέρει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός (119-137 μ.Χ.), έκανε τα Νέμεα χειμερινά και όρισε να γιορτάζονται στο στάδιο του Άργους όπως και τα Ηραία.

[6] Οι Αργείοι λόγω της μεγάλης στρατιωτικής και πολιτικής δύναμής τους διατήρησαν την αγωνοθεσία των αγώνων και είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν τον ιερέα του Δία και να διοργανώνουν τα χειμερινά Νέμεα, μία νυχτερινή θρησκευτική εκδήλωση.

[7] Από τον Πλούταρχο πληροφορούμαστε το εξής περιστατικό : ο Άρατος ο Σικιώνιος, αρχηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας και μεγάλος εχθρός του Άργους, αποφάσισε, για τους δικούς του πολιτικούς λόγους , να οργανώσει τα Νέμεα στη φυσική τους κοιτίδα αποκλείοντας παράλληλα τους Αργείους. Επιπλέον, έδωσε εντολή στους αθλητές να λάβουν μέρος στους δικούς του αγώνες και όχι στου Άργους. Όμως, οι αθλητές δεν υπάκουσαν και ο Άρατος έδωσε εντολή να συλληφθούν και να πουληθούν ως δούλοι. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως παραβίαση της ιερής εκεχειρίας.   

[8] Όσον αφορά την αγωνοθεσία των αγώνων μαθαίνουμε ότι το 208 π.Χ. οι Αργείοι παραχωρούν την επιστασία των χειμερινών Νεμέων στο Φίλιππο το Δημητρίου , με μοναδικό αγώνισμα τον οπλίτην (Πολύβιος 10, 26). Επίσης, το 196 π.Χ. η αγωνοθεσία περνά στα χέρια των Ρωμαίων, με τον Τίτο Κοΐντιο Φλαμινίνο (2ος π.Χ.), ο οποίος κήρυξε την ελευθερία, την αυτονομία και την  ανεξαρτησία κάθε ελληνικής πόλης, προετοιμάζοντας έτσι μέσω της διάσπασή της την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους. Οι Αργείοι καθιέρωσαν γιορταστικούς αγώνες προς τιμήν του Φλαμινίνου, τα «Τίτεια».

[9] Η κοινωνία των ενθουσιωδών (αγγλ. Society of Dilettante ή Dilettante Society) είναι ιστορικός σύλλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό τον εορτασμό και τη μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Μέλη του είναι συλλέκτες, διανοούμενοι ή και ευγενείς. Ο σύλλογος συναντήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1732, και ιδρύθηκε το 1734 σύμφωνα με την παράδοση των Dining society. Οι δωρεές των μελών του συλλόγου κατέστησαν εφικτή την διοργάνωση αρχαιολογικών αποστολών, καθώς και την επιδότηση καλλιτεχνών του κλασσικών στιλ.

[10] Στους αγώνες συμμετέχουν άνθρωποι από 45 χώρες, ηλικίας από 5 έως 97 ετών. Εκτός από τα αγωνίσματα, δίνονται και παραστάσεις θεάτρου, μουσικής και χορού. Στους αγώνες δεν καταγράφονται ρεκόρ, ούτε απονέμονται μετάλλια. Οι συμμετέχοντες αγωνίζονται ξυπόλυτοι φορώντας ένα λευκό χιτώνα και είναι χωρισμένοι ανά ηλικία και φύλο. Τηρούν κανονικά το εθιμοτυπικό της αρχαιότητας.

Πηγές


 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία», Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων Α.Ε., Τόμος 40ος, Αθήνα, 1986.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια – Παύλος Δρανδάκης, Εκδοτικός Οργανισμός ο «Φοίνιξ», Τόμος ΙΗ’.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Νικ. Δ. Παπαχατζής, «Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσις», Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμος Άργους, Άργος, 1998.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Αθήναι, ³1996.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Read Full Post »

Χαραμής Βασίλειος (1909 – 2011)


 

«Τοσούτου άξιος έκαστος έστιν, όσου αξιά έστι ταύτα, περί ά εσπούδακεν»

(Μάρκου Αυρηλίου, Τα εις εαυτόν Ζ’,γ’)

 

Ο Μαέστρος Β. Χαραμής.

Από το 1934 δυναμική είναι η παρουσία στον μουσικό ορίζοντα του Ναυπλίου, του Βασιλείου Χαραμή. Ο Β. Χαραμής, γιος της μεγάλης οικογενείας της Πρόνοιας, του Κωνσταντίνου Χαρα­μή, αρχιτεχνίτη του Στρατού, γεννήθηκε το έτος 1909. Μετά το Δημοτικό Σχολείο, φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, με σχολάρχη τον Α. Φιλίνη, από την Άρεια. Παράλληλα, σπούδασε κιθά­ρα, έχοντας μουσικοδιδάσκαλο τον Σπύρο Νεοφώτιστο. Στην συνέχεια, ο Β. Χαραμής φοίτησε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, όπου είχε καθηγητές τους σημαντικότερους συνθέτες της λεγόμενης «εθνικής σχολής», της νεότερης μουσικής στην Ελλάδα, όπως τον Μιχάλη Βούρτση, τον Β. Σωζόπουλο, τον Λεωνίδα Ζώρα.

Το 1934 έλαβε το πτυχίο Ωδικής και Ενοργανώσεως, Διευθύνσεως Μπάντας, Αρμονίας και ακόμη Δίπλωμα Φούγκας, με καθηγητή τον Μάριο Βάρβογλη. Έτσι κατηρτισμένος, δόθηκε με ζήλο και αφοσίωση στην διδασκαλία της μουσικής εντός και εκτός του Σχολείου. Τον ίδιο χρόνο, ο Β. Χαραμής διορίσθηκε αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής του Δήμου Ναυπλιέων και συνέστησε ανδρική χορωδία και μαντολινάτα. Το έτος 1935 ίδρυσε στο Ναύπλιο «Μουσικό Σύλλογο» από φιλοπρόοδους συμπολίτες και ίδρυσε ακόμη παράρτημα του Ελληνι­κού Ωδείου Αθηνών, που λειτούργησε έκτοτε υπό την διεύθυνσή του.

Ο Μαέστρος Β. Χαραμής, 1937.

Το Ωδείο Ναυπλίου στεγαζόταν αρχικά στο κτίριο της «Αστικής Σχολής», όπου βρίσκεται σήμερα η βιβλιοθήκη «ο Παλαμήδης», έπειτα, στο «Βουλευτικό», το παλαιό οθωμανικό κτίριο της πλατείας Συντάγματος. Μετά από αυτά, το 1936, ο Δήμος Ναυπλιέων του αναθέτει την ανασυγκρότηση της Δημοτικής Φιλαρμονικής, την οποία διεύθυνε περιστασιακά ο Κ. Διαμάντης, γνωστός αρχιμουσικός του στρατού,  η οποία όμως υπολειτουργούσε και βρισκόταν σε αναζήτηση αρχιμουσικού. Ο Χαραμής τότε συγκέντρωσε  τους μουσικούς, τους έφερε σε κλίμα πειθαρχίας και προσωπικής υπευθυνότητας. Απαίτησε δουλειά και συνέπεια και όταν ο δήμος καθυστέρησε τις οικονομικές υποχρεώσεις του προς τους μουσικούς, ο Χαραμής δε δίστασε να υποβάλλει την παραίτησή του. Τα πράγματα βελτιώθηκαν και τα ζητήματα της Φιλαρμονικής λύθηκαν οριστικά και χωρίς διαλείψεις. Ειδικότερα, στις 10/20 Μαΐου 1940 με Βασιλικό Διάταγμα, αναγνωρίσθηκε η Δημοτική Φιλαρμονική Ναυπλίου «ίδιον νομικόν πρόσωπον», «δημοσυντήρητος», με σκοπό «την ψυχαγωγίαν του κοινού της πόλεως και προαγωγήν του μουσικού αισθήματος των δημοτών Ναυπλίου δια συναυλιών, μουσικών συγκεντρώσεων κ.λπ.» Ο Χαραμής παρέμεινε για εξήντα σχεδόν χρόνια επικεφαλής της Μπάντας.  

 

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ναυπλίου τη δεκαετία του 1950. Στο μέσο όρθιος ο αρχιμουσικός Β. Χαραμής.

 

Παράλληλα, το ίδιο έτος, ο Βασίλειος Χαραμής συνέστησε δύο μεγάλες χορωδίες κοριτσιών και αγοριών αντίστοιχα στα Γυμνάσια Αρρένων και Θήλεων της πόλης και μία μικτή, τη γνωστή με το όνομα «Ναυπλιακή Χορωδία». Η χορωδία αυτή λέγεται και εκκλησιαστική χορωδία του Ιερού Ναού της Παναγίας, όπου έψαλλε κάθε Κυριακή, υπό τη διεύθυνση του Βασ. Χαραμή. Το 1942, λόγω του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την επιστράτευση πολλών μελών της, η Ναυπλιακή Χορωδία ανασυγκροτείτε και αποτελείται πλέον μόνο από γυναικεία μέλη, έτσι,  με τη νέα της μορφή συνεχίζει να ψάλλει στο Ναό της Παναγίας.     

 

Η χορωδία της Παναγίας.

 

Τον Απρίλιο του 1939, ο Β. Χαραμής διορίσθηκε καθηγητής της Ωδικής του Γυμνασίου Ναυπλίου, όπου και παρέμεινε συνεχώς, προαγόμενος «κατ’ απόλυτον έκλογήν» στους ανώτερους βαθμούς του Κλάδου του, μέχρι του Γυμνασιάρχου. Με την τελευταία ιδιότητα διετέλεσε Διευθυντής του Γυ­μνασίου Θηλέων της ίδιας πόλεως μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του. Μεγάλο όμως ήταν το εξωσχολικό μουσικό έργο του Βασ. Χαραμή. Η τοπική του Ναυπλίου εφημερίδα πολιτική, δικαστική και των ειδήσεων «Σύνταγμα», με ιδρυτές τους Σωτήριο και Παναγιώτη Ιω. Ιατρού και διευθυντή τον Στυλ. Ν. Κωστόπουλο, έγραφε την 2 Απριλίου 1939:

«Από της παρελθούσης Δευτέρας ανέλαβε τα καθήκοντά του ως καθηγητού της Ωδικής εις το Γυμνάσιόν μας ο φίλος συμπολίτης αρχιμουσικός κ. Β. Κ. Χαραμής. Είνε περιττόν, νομίζομεν, να εξάρωμεν επί τη ευκαιρία την εν γένει δράσιν του δια την μουσικήν και καλλιτεχνικήν πρόοδον της πόλεώς μας, διότι είναι τόσον γνωστή και πανθομολογουμένη, ως ακριβώς γενική εξεδηλώθη η χαρά δια τον επιτυχή διορισμόν του. Ημείς τω απευθύνομεν τα πλέον εγκάρδια συγχαρητήριά μας, ευχόμενοι όπως και εις το νέον αυτό στάδιον της καλλιτεχνικής ζωής του, εξακολουθήση το αναδημιουργικόν δια την μουσικήν ζωήν μας έργον του».

Το πόσο δικαίωσε την εκτίμηση προς το πρόσωπό του και τις προσδοκίες των συμπατριω­τών του ο νεαρός τότε καθηγητής Βασίλειος Κ. Χαραμής, μαρτυρεί το πολύπλευρο έργο του, από τα πρώτα καθηγητικά του χρόνια μέχρι σήμερα.

 

«Έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται ου γαρ εξ ακανθών συλλέγουσι σύκα, ουδέ εκ βάτου τρυγώσι σταφυλήν ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας αυτού προσφέρει το αγαθόν και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονη­ρού της καρδίας αυτού προσφέρει το πονηρόν εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα αυτού» (Λουκ. στ’, 44-45).

 

Ο Βασίλειος Χαραμής είχε από τα προηγούμενα χρόνια δώσει δείγματα της εργατικότητάς του, μετά όμως το διορισμό του ως επίσημου κρατικού λειτουργού, ανέλαβε με αυξημένο κύ­ρος μεγαλύτερες πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας πρωτίστως, τις τοπικές μουσικές δυνάμεις. Και τούτο ήταν το πρώτο σωστό βήμα, αφού με την παρουσία του κανείς δεν τέθηκε στο περιθώριο. Το αντίθετο, αξιοποιήθηκαν, εξεφράσθησαν όσοι ζητούσαν κάποιον για να τους ενθαρρύνει και τους εμπνεύσει. Έτσι, αβίαστα, τον αναγνώρισαν και τον ακολούθησαν πολλοί ταλαντούχοι, ώστε πρώιμοι να φανούν οι πρώτοι καρποί του καλού του έργου. Στην εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα «Ναυπλιακή Ηχώ» (έτος ΙΒ’, φύλλον 602 της 19ης Δε­κεμβρίου 1937), με διευθυντή και ιδιοκτήτη τον ευπατρίδη Μιχ. Ν. Λάμπρου διαβάζουμε: «Η χορωδία Ναυπλίου, ανασυσταθείσα ήδη προ ολίγων μηνών επί νέων βάσεων και υπό την συστηματικήν διδασκαλίαν του διακεκριμένου καθηγητού κ. Βασ. Χαραμή, δίδει την προ­σεχή Τετάρτην 22 τρέχοντος, εν τη αιθούση του κινηματοθεάτρου «Τριανόν» την πρώτην της Καλλιτεχνικήν Συναυλίαν με εκλεκτά χορωδιακά έργα…». Όσοι φαίνονται στην δημοσιευόμενη εδώ φωτογραφία ήταν μέλη της αναδιοργανωμένης εκείνης ανδρικής χορωδίας.

 

Μέλη της Ναυπλιακής Χορωδίας με τον Μαέστρο Β. Χαραμή το έτος 1935.

 

Στόχος του Βασ. Χαραμή ήταν ό,τι γράφεται με μεγάλη ευαισθησία και με καλλιτεχνικά τυπογραφικά στοιχεία σε ακροτελεύτιο κείμενο, του προγράμματος «Μεγάλης Καλλιτεχνικής Συ­ναυλίας της Χορωδίας Ομίλου Φιλομούσων Ναυπλίου – Πρόνοιας», που δόθηκε το Σάββατο της 8ης Φεβρουαρίου 1937, στην αίθουσα «Τριανόν», «υπό την διεύθυνσιν του καθηγητού της κ. Βασίλη Χαραμή υπέρ του νεοϊδρυθέντος Ωδείου». Στην εκδήλωση αυτή συνέπραξαν «ευγενώς προσφερθέντες οι καθηγηταί τοΰ Ωδείου Δις Πέκου (βιολί), Κος Καραμπέτης (βιολί)». Εκεί διαβάζουμε: «Το Ναύπλιον με τας ωραίας παραδόσεις και με το ευγενές κοινόν δεν πρέπει να στερήται μουσικής κινήσεως». Και σε άλλο πρόγραμμα καλλιτεχνικής εκδηλώσεως διαβάζουμε: «Ενισχύοντας το έργον του Ωδείου, ενισχύετε τον πολιτισμόν μας».

Τα μηνύματα αυτά περνούσαν αβίαστα και πειστικά στην Ναυπλιακή κοινωνία και η μουσική κίνηση κέρδιζε συνε­χώς οπαδούς, συνεργάτες, φίλους και θαυμαστές χορωδούς και μαθητευόμενους, που σύχναζαν στο επιβλητικό κτίριο του «Βουλευτικού», ειδικά παραχωρημένο από τον Δήμο για να στεγάζει το Ωδείο Ναυπλίου.

Τα προηγούμενα χρόνια φιλοξενήθηκε στην «Αστική Σχολή», το σημε­ρινό δηλαδή κτίριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», απ’ όπου και μετακόμισε στο «Βουλευτικό», γιατί η Αστική Σχολή χρησίμευσε κατά τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της ξενικής κατοχής (1941-1944) ως δημόσιο πολυϊατρεΐο του Ναυπλίου. Το «Βουλευτικόν», μετά την στέγαση εδώ των μουσικών δραστηριοτήτων της πόλεως, διαμορφώθηκε με ήπιες επεμβάσεις, υπό την άοκνη παρακο­λούθηση του Β. Χαραμή, ο εσωτερικός του χώρος σε αίθουσα συναυλιών και μουσικών παρα­στάσεων· εφοδιάσθηκε με μεγάλη θεατρική σκηνή, με τα απαραίτητα καθίσματα, με πολλά μου­σικά όργανα και λειτούργησε ως οργανωμένο ωδείο, παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών, υπό την διεύθυνση του Βασιλείου Χαραμή.

Εδώ φοίτησαν αμέτρητοι μαθητές και μαθήτριες, παρακολουθώντας τις σχολές: πιάνου, βιολιού, ακορντεόν κ.λπ., μαθαίνοντας μου­σική, άλλοι ως μέλη τής χορωδίας και άλλοι ως μικροί ηθοποιοί, ανεβάζοντας στην σκηνή ωραία θεατρικά έργα. Στον ίδιο χώρο ακού­στηκαν συναυλίες από μεγάλους συνθέτες και παλιές χορωδίες, προσκεκλημένες γι’ αυτό το σκοπό στο Ναύπλιο.

Μουσικές εκτελέσεις έκανε η Φιλαρμονική Εταιρεία Ναυπλίου με την μπάντα της, υπό την διεύθυνση πάντα του Βασ. Χαραμή, στο Δημοτικό Πάρκο Ναυπλίου και σε άλλους ανοιχτούς χώρους, τους θερινούς κυρίως μήνες, όπως στην Πλατεία Συντάγματος. Τους καλοκαιρινούς μήνες χάριζε αξέχαστες βραδιές στα παραλιακά κέντρα του Νικολάου Μπέλια ή των Αποστολοπούλου – Χαραλάμπους. Εκεί, στο πλατύ και εκτεταμένο κατάστρωμα της παραλίας, επάνω στο χειμέριο κύμα, που ήταν μέχρι το 1868 έξω των τειχών, άκουσαν οι Ναυπλιώτες αμέτρητες συμφωνίες, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την απέραντη θέα, το παραθαλάσσιο βενετσιάνικο φρούριο, το Μπούρτζι, στον εγγύτερο ορίζοντα, το χιλιόχρονο Άργος με τα παραλιακά περί­χωρά του και μακρύτερα, τα αγέρωχα βουνά της Τριπολιτσάς, τον συμπαγή ορεινό όγκο της Κυλλήνης (Τζήρεια), να καταλήγει σε χαμηλότερα βουνά και καταπράσινα υψώματα.

Σημαντική ήταν και η παρουσία του, 1993, στη «Χορωδία Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Λυγουριού», όπου διατέλεσε για πέντε χρόνια δάσκαλος και μαέστρος της. Η λειτουργία της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στον Β. Χαραμή, ο οποίος με την ακάματη δραστηριότητά του προσέφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του στο Λυγουριό.  

Ο Β. Χαραμής τιμήθηκε  με διάφορες διακρίσεις από πολλούς Φορείς και στις 18.12.1993 του απενεμήθη επαξίως σε ειδική τελετή το «Χρυσό κλειδί» της γενέτειράς του, που τόσο ευδόκιμα «δια βίου» υπηρέτησε.

Την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011, το πρωί, ο Βασίλειος Χαραμής απεβίωσε στην οικία του, σε ηλικία 102 ετών. Ο υπεραιωνόβιος μαέστρος σημάδεψε δημιουργικά με το πέρασμά του τα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά δρώμενα του Ναυπλίου. Αποκάλυψε ταλέντα, δημιούργησε χορωδίες, μπάντες, παρουσίασε αμέτρητες συναυλίες. Χάραξε και άνοιξε δρόμους, άναψε φώτα, προσέφερε και καλλιέργησε τον πολιτισμό.   

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »