Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

 

Read Full Post »

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Αερόπη


 

Κόρη του βασιλιά Κατρέα  και εγγονή του  Μίνωα, γυναίκα του Ατρέα, που έγινε βασιλέας των Μυκηνών κάτω από ιδιότυπες συνθήκες. Διωγμένος από τον πατέρα του Πέλοπα απ’ την Πίσα, γιατί με τον αδελφό του Θυέστη είχαν σκοτώσει τον από άλλη μάννα αδελφό τους Χρύσιππο, είχε καταφύγει στην αυλή του ανιψιού του Ευρυσθέα.

Τότε όμως αυτός βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ηρακλείδες, που τους υποστήριζαν οι Αθηναίοι, και δεν γύρισε πίσω, γιατί στην Αττική τον σκότωσε ο Ιόλαος (γιος του Ιφικλέα, οδηγός του άρματος του Ηρακλή, πιστός του σύντροφος στους άθλους του και στις μάχες του, όπως τον βλέπουμε στην Ησιόδεια αφήγηση της πάλης του με τον Κύκνο, βλ. Πινδ. Ίσθμ. 1,16 και επομ. Σχολ. Ασπίς 77 κέξ.).

Τότε ο λαός των Μυκηνών, όρισε βασιλέα του τον Ατρέα βάζοντας τέρμα στη δυναστεία των Περσίδων. Από τούτη τη στιγμή αρχίζει και η περιπέτεια του οίκου των Ατρειδών. Την αρχή την κάνει η Αερόπη που γίνεται ερωμένη του κουνιάδου της Θυέστη κι’ αποφασίζει μ’ αυτόν να αφαιρέσει την βασιλεία απ’ τον Ατρέα. Και να πως:

Ο Ατρέας είχε ένα χρυσόμαλλο αρνί, δώρο του Ερμή, που μ’ αυτό τον τρόπο εκδικείτο το θάνατο του γιου του Μυρτίλου, που τον είχε σκοτώσει ο Πέλοπας. Κι είχε πει πως όποιος ήταν κάτοχος του αρνιού θα ήταν και κάτοχος του θρόνου. Από δω κι’ η διχόνοια των γιών του Πέλοπα.

Ο Θυέστης με την βοήθεια της Αερόπης έκλεψε το αρνί και διακήρυξε πως αυτός ήταν ο νόμιμος κάτοχος του θρόνου. Ο Δίας για να τον ξεσκεπάσει έκανε τον ήλιο να παλινδρομήσει. Ο Ατρέας αποκαλύπτοντας την διπλή προδοσία έριξε την Αερόπη στη θάλασσα κι’ έδιωξε τον Θυέστη.

Αργότερα, δήθεν για συμφιλίωση τον κάλεσε πίσω και του έκανε τραπέζι προσφέροντας του μαγειρεμένα τα ίδια του τα παιδιά, τον Τάνταλο και τον Πλησθένη. Μετά του αποκάλυψε το αποτρόπαιο έγκλημα. Τότε ο ήλιος – από δέος προς το φριχτό τούτο περιστατικό – άλλαξε πορεία κι’ η γη σκοτείνιασε κι’ ο Θυέστης έφυγε καταρώμενος την γενιά του Ταντάλου, που οι περιπέτειες των μελών της ενέπνευσαν στους τραγικούς τις (Αισχύλο,* Σοφοκλή, Ευριπίδη) παθητικές τραγωδίες. 

 

 Υποσημείωση


 

* Ο Αισχύλος από την μακριά και αιματοβαμμένη ιστορία του οίκου των Τανταλιδών, επιλέγει εκείνα τα σημεία που αναφέρονται στους απογόνους του Πέλοπα.

Ο Πέλοπας είχε δυο παιδιά, τον Ατρέα και τον Θυέστη. Ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και πήρε γυναίκα του την Αερόπη. Η Αερόπη όμως αγάπησε τον Θυέστη και συνωμότησε μαζί του ενάντια στον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας κατάλαβε τη συνωμοσία, έδιωξε από τις Μυκήνες τον Θυέστη, τον οποίο ακολούθησε και η Αερόπη παίρνοντας μαζί της και τον μικρό της γιο, τον Πλεισθένη, που μεγάλωσε στην εξορία, χωρίς να μάθει ότι πατέρας του ήταν ο Ατρέας.

Ο Θυέστης, μετά από καιρό στην εξορία, αποφασίζει να σκοτώσει τον Ατρέα, και για τον σκοπό αυτό στέλνει στις Μυκήνες τον μεγαλωμένο πια Πλεισθένη. Όμως εκεί, αντί να σκοτώσει ο Πλεισθένης τον Ατρέα, σκοτώνεται ο ίδιος από τον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας μαθαίνει ότι αυτός που σκότωσε ήταν δικός του γιος και ότι τον είχε στείλει εναντίον του ο Θυέστης, αποφάσισε να εκδικηθεί με φοβερό τρόπο.

Με πρόφαση ότι επιθυμεί τη συμφιλίωση, καλεί τον Θυέστη από την εξορία, σκοτώνει τα δύο δίδυμα παιδιά του, τον προσκαλεί σε δείπνο και του προσφέρει για φαγητό, το ψημένο κρέας των παιδιών του.

Όταν ο Θυέστης κατάλαβε, εκφέρει «βαρείαν αράν», εναντίον του γένους του Πλεισθένη, δηλαδή εναντίον του οίκου του Ατρέα και των απογόνων του. Γιοι του Ατρέα είναι ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος, και γιος του Θυέστη ο Αίγισθος.

Πολύ αργότερα, με αφορμή την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη, γίνεται η εκστρατεία των Ελλήνων στην Τροία, με επικεφαλείς τους γιους του Ατρέα. Όταν συγκεντρώθηκε ο στόλος των Ελλήνων στην Αυλίδα, η θεά Αρτεμις, στέλνει αντίθετους ανέμους εμποδίζοντας τον απόπλου των πλοίων. Με υπόδειξη του μάντη Κάλχα, ο Αγαμέμνων θυσιάζει την κόρη του Ιφιγένεια προκειμένου να εξιλεωθεί απέναντι στην Άρτεμη της οποίας είχε σκοτώσει το ελάφι.

   

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Ορέστεια του Αισχύλου, Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

 

 

Read Full Post »

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)


  

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Γεννήθηκε στο Άργος το 1917 και πέθανε στην Αθήνα το 1998. Καταγόταν από πολύ παλιά οικογένεια που ήταν ενεργή από τον 18ο  αιώνα. Προσπάππος του και ομώνυμός του, αποτελεί μέλος της τριμελούς δημογεροντίας της πόλης (με τον Αλμπανόπουλο και τον Μοθωνιό) στα τελευταία χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα του Καποδίστρια. Κάνει σπουδές Νομικής και περνά από το 1945 στον εισαγγελικό κλάδο (κατέληξε εισαγγελέας Εφετών).

Συνέγραψε το «Άργος δια μέσου των αιώνων» ( Α΄ έκδοση 1948, Θεσσαλονίκη, Β΄ έκδοση 1968, Πύργος και η Γ΄ έκδοση 1996, Αθήνα ). Το έργο αυτό αποτελεί συλλογή πληθώρας ιστορικών στοιχείων για την πορεία του Άργους ανά τους αιώνες, με συνθετικά κεφάλαια για ορισμένες περιόδους, και στηρίζεται σε δημοσιευμένες μελέτες και μονογραφίες, αλλά και σε πληροφορίες περί Άργους από αρχαία κείμενα.

Ο Ζεγκίνης  δημοσίευσε και  δύο  αυτοτελείς  νομικές  μελέτες,  « Το έγκλημα και η γυναίκα» ( 1951) και « Η δίκη του Γ. Τερτσέτη» ( 1960), ενώ νομικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε νομικά περιοδικά και ιστορικές επιφυλλίδες του στον τοπικό τύπο.

  

Πηγή


  • Ανέκδοτο δοκίμιο του Βασίλη Δωροβίνη « Νεότεροι Αργείοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες».

 

 

Read Full Post »

Λυσιάνασσα


 

Γνωστή κι’ ως  Λυσίππη ή Λυσιμάχη. Κόρη του Πολύβου και της Μερόπης, γυναίκα του Ταλαού – γιου του Βίαντα- βασιλέα του Άργους. Είναι η μητέρα του περίφημου Άδραστου, που κληρονόμησε τον πάππο του Πόλυβο κι’ έγινε μετά βασιλέας του Άργους*.

  

Υποσημείωση

* Αφορμή στάθηκε η δολοφονία του Πρώνακτα, γιου του Ταλαού, απ’ τον Αμφιάραο και τους Αναξαγορίδες και η εκδίωξη του Άδραστου – αδελφού του δολοφονηθέντος – απ’ το Άργος. Ο Άδραστος βρίσκει καταφύγιο στον παππού του Πόλυβο που τον κάνει διάδοχό του. Από κει επιστρέφει στο Άργος με δύναμη, αλλά ο πόλεμος αποφεύγεται.  

Ο Αμφιάραος συμφιλιώνεται με τον Άδραστο και παντρεύεται την αδελφή του Αδράστου, Εριφύλη.

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

 

Read Full Post »

Εριφύλη



 

ὦ γλῶσσ᾽, ἐν οἷσιν ἀνδράσιν τιμὴν ἔχεις, ὅπου λόγοι σθένουσι τῶν ἔργων πλέον

ὅπου δὲ μὴ τἄριστ᾽ ἐλευθέρως λέγειν ἔξεστι, νικᾷ δ᾽ ἐν πόλει τὰ χείρονα,

ἁμαρτίαι σφάλλουσι τὴν σωτηρίαν γήρᾳ προσῆκον σῷζε τὴν εὐφημίαν

ἀρετῆς βέβαιαι δ᾽ εἰσὶν αἱ κτήσεις μόνης ἀνδρῶν γὰρ ἐσθλῶν στέρνον οὐ μαλάσσεται

πῶς οὖν μάχωμαι θνητὸς ὢν θείᾳ τύχῃ; ὅπου τὸ δεινόν, ἐλπίς οὐδὲν ὠφελεῖ.

ἄπελθε· κινεῖς ὕπνον ἰατρὸν νόσου

                                                                                          

ΕΡΙΦΥΛΗ _ _· καὶ γὰρ Ἀργείους ὁρῶ

 

( Από την τραγωδία του Σοφοκλή Εριφύλη, από την οποία έχουν διασωθεί ελάχιστα αποσπάσματα). 

 

 

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το περιδέραιο της Αρμονίας.

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το περιδέραιο της Αρμονίας.

Κόρη του Ταλαού, βασιλιά του Άργους  και της Λυσιάνασσας και αδελφή του Άδραστου. Έγινε γυναίκα του Αμφιάραου και έκλεισε την διαμάχη του με τον αδελφό της για την κατοχή του θρόνου του Άργους. Έγινε αφορμή να σκοτωθεί ο άντρας της στον πόλεμο των «Επτά επί Θήβας». Πηγή της παράδοσης η «Θηβαΐς»*. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ένα βράδυ φιλονίκησε ο Πολυνείκης των Θηβών μ’ έναν άλλο φυγάδα, τον Καλυδώνιο Τυδέα, μπροστά στ’ ανάκτορα του Άδραστου. Ο Άδραστος τους χώρισε, αλλά βλέποντας στις ασπίδες τους παραστάσεις κάπρου και λέοντα θυμήθηκε τον χρησμό που έλεγε πως έπρεπε να παντρέψει τις κόρες του μ’ έναν κάπρο κι’ ένα λιοντάρι κι’ έκανε τους φυγάδες γαμπρούς του με την υπόσχεση να τους βοηθήσει να γυρίσουν στην Θήβα. Ο Αμφιάραος εναντιώθηκε σε αυτή την απόφαση από την πρώτη στιγμή και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία, καθώς ως γνώστης της μαντικής ήξερε ότι από όσους θα έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία εκείνη, μόνο ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός, αλλά ο Πολυνείκης δωροδόκησε μ’ ένα χρυσό περιδέραιο** την Εριφύλη κι’ αυτή έπεισε τον άντρα της να πολεμήσει. Έτσι χάρη σ’ ένα κόσμημα ο Αμφιάραος σκοτώθηκε.

Απ’ τον πόλεμο γλύτωσε, χάρη στο θεογέννητο άλογό του, μόνον ο Άδραστος. Λένε πως οι Θηβαίοι επέστρεψαν τους νεκρούς είτε γιατί πιέσθηκαν απ’ τον Άδραστο είτε γιατί εξαναγκάσθηκαν απ’ τους συμμάχους τους Αθηναίους. Την πρώτη εκδοχή υποστηρίζουν οι Τραγικοί. Δεν αποκλείεται όμως να έμειναν οι νεκροί – σύμφωνα με τα ομηρικά θέσμια- βορά των θηρίων.

Ο Άδραστος πήρε μέρος και στην εκστρατεία των «Επιγόνων» αλλά μετά το θάνατο του γιού του Αιγιαλέα, αποτραβήχτηκε στα Μέγαρα, όπου και πέθανε από μελαγχολία.

Η Εριφύλη, λένε, σκοτώθηκε απ’ τον γιό της Αλκμέωνα.*** Ο Παυσανίας είδε κοντά στο ιερό του Αμφιάραου και στ’ ανάκτορα του Άδραστου στο Άργος, τον τάφο της και τον πέπλο της στο ναό της Δωτούς στα Γάβαλα.

Η δωροδοκία της στάθηκε προσφιλές θέμα της τέχνης. Στη Λάρνακα του Κύψελου, που βρίσκονταν στην Ολυμπία παριστάνονταν να κρατάει το μοιραίο περιδέραιο και τα παιδιά της Ευρυδίκη, Δημώνασσα και Αλκμέωνα, την ώρα που ξεπροβόδιζε τον Αμφιάραο.

Όσο για το περιδέραιο – σ’ αυτό και στο στέμμα της Αριάδνης οι μελετητές της μυθολογίας είδαν συμβολική εικόνα του ουράνιου τόξου – πέρασε στα χέρια πολλών. Επειδή όμως έφερνε όλεθρο στον κάτοχό του αφιερώθηκε, τελικά, στον Δελφικό ναό της Προναίας Αθηνάς.

Αργότερα, ο τύραννος των Φωκέων Φάϋλος (πέθανε στα 351 π.χ.) που λεηλάτησε τους θησαυρούς των Δελφών, το χάρισε στην ερωμένη του. Αυτή το φόρεσε για λίγο, γιατί ο νεώτερος γιός του, που τρελάθηκε, έβαλε φωτιά στο σπίτι και μαζί μ’ άλλους θησαυρούς κάηκε κι’ αυτό.

 

Υποσημειώσεις  


  

* Έπος θηβαϊκού μυθικού κύκλου.

** Το περιδέραιο αυτό είχε δοθεί στην Αρμονία (την κόρη του Άρη και της Αφροδίτης ή του Δία και της Ηλέκτρας) την ημέρα των γάμων της με τον Κάδμο, είτε απ’ τον Κάδμο είτε από τους Θεούς που παραβρέθηκαν σ’ αυτούς. Ο γάμος αυτός είχε υμνηθεί απ’ τους ποιητές, ειδικά απ’ τον Θέογνι (15-18), Πινδ. αποσπ. ( Bergk, Ελλην. Λυρ. σ. 287 έκδ. γ’).

*** Γνωρίζοντας τα πάντα ο Αμφιάραος ως μάντης, άφησε φεύγοντας για τον μοιραίο πόλεμο σκληρή εντολή στα παιδιά του: όταν μεγαλώσουν να σκοτώσουν τη μητέρα τους γιατί τον είχε στείλει σε βέβαιο θάνατο επειδή είχε θαμπωθεί από ύποπτα δώρα. Αυτή την εντολή δεν την εκτέλεσαν αμέσως τα παιδιά τους. Πέρασαν δέκα χρόνια από την εποχή της πανωλεθρίας των «Επτά». Οι Επίγονοι των Επτά ήθελαν να εκδικηθούν τον θάνατο των πατέρων τους. Το Μαντείο των Δελφών τους είπε ότι μόνο αν είχαν αρχηγό τον Αλκμέωνα, τον γιο της Εριφύλης, θα νικούσαν. Τότε ο Θέρσανδρος, ο γιος του Πολυνείκη, δωροδόκησε και πάλι την Εριφύλη με τον πέπλο της Αρμονίας, οπότε η Εριφύλη έπεισε τον Αλκμέωνα να βοηθήσει τους άλλους Επιγόνους. Ωστόσο, ο Αλκμέων, παρότι πέτυχε η εκστρατεία, όταν επέστρεψε, σκότωσε την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Ο Απολλόδωρος (Γ 7, 2 και 5) γράφει ότι ο Αλκμέωνας και ο Αμφίλοχος μαζί σκότωσαν τη μητέρα τους μετά από σχετική εντολή του θεού Απόλλωνα. Το περιδέραιο και τον πέπλο της Αρμονίας, ο Αλκμέων τα αφιέρωσε στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, ( Μύθος του Αλκμέωνα ).

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Εικαστικό Φθινόπωρο 2009


Έκθεση ζωγραφικής Μαρκέλλας Καπογιάννη

Πρόσκληση

Στον καθιερωμένο πλέον χώρο του θεάτρου ΤΡΙΑΝΟΝ στο Ναύπλιο, η Μαρκέλλα Καπογιάννη εγκαινιάζει την έκθεσή της, την Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου στις 8.00 το βράδυ.

 

Έκθεση ζωγραφικής Μαρκέλλας Καπογιάννη

 

Η έκθεση περιλαμβάνει 56 έργα τα οποία πραγματεύονται ως κύριο θέμα τη Φύση. Τοπία και εικόνες της φύσης, αποδίδονται όχι ρεαλιστικά αλλά με αφαιρετική και  ρομαντική διάθεση, χρησιμοποιώντας ως κύριο μέσο έκφρασης την απλότητα των γραμμών και το παιχνίδι των χρωμάτων. Τα έργα βασίζονται σε μια ποικιλία τεχνικών και υλικών με κυριότερα από αυτά το κάρβουνο, το παστέλ, το λάδι και τη γάζα και  έχουν φιλοτεχνηθεί πάνω σε ξύλο, καμβά και χαρτί.

Αρκαδικής καταγωγής η Μαρκέλλα Καπογιάννη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο. Πηγή έμπνευσης της ζωγράφου αποτελεί η ονειρική προσέγγιση της φύσης.  Τα χρώματα, το φως και τις σκιές, τα αντιλαμβάνεται ως παράθυρα της ψυχής, την οποία προσπαθεί να αποτυπώσει  μέσα από τις αφαιρετικές εικόνες της.

 Έχοντας παρακολουθήσει περιορισμένα μαθήματα και σεμινάρια ζωγραφικής, η Μαρκέλλα Καπογιάννη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτοδίδακτη δημιουργός. Οι σπουδές της στην παιδαγωγική και στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ωστόσο, έχουν διευρύνει σημαντικά τους  δρόμους της εικαστικής έμπνευσής της.

Η είσοδος είναι ελεύθερη και η πρόσκληση απευθύνεται σε όλους τους φίλους των εικαστικών.

        

Διάρκεια έκθεσης : 7 – 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ώρες  λειτουργίας : 11.00 – 14.00 & 19.00 – 23.00

 

Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.


 

Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.

Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.

 

 Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία, πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.

Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.

  

Πηγή


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)


 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.

Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).

Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.

Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).

Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.

Αργότερα,  «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ  Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).

Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).

Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).

Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.

Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).

  

Υποσημειώσεις


 

* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».

** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή  της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.

*** Ζάιλερ Φραντς  (Seiler Franz).  Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.

**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.

  

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).

  

Πηγή


  •  Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »