Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελεύθερο Βήμα’

Κριτική βιβλίου – Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243. 


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» κριτική της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κιτσίκη με τίτλο:

Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο κ. Κιτσίκης*, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής ιστορίας των διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας, διατείνεται ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε όχι μόνον η πολιτιστική αλλά και η πολιτική έκφραση του ελληνισμού»· γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο με σκοπό ν’ αποδείξει ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία όχι μόνον δεν υπήρξε μια περίοδος “400 χρόνων σκλαβιάς” για τον ελληνισμό αλλά, αντιθέτως, ένα λαμπρότατο (!) οικοδόμημα της παγκόσμιας ιστορίας» (σ. 19).

Στην προσπάθειά του υποπίπτει σε πολλές αντιφάσεις και αλλοπρόσαλλη επιχειρηματολογία. Π.χ. τα προνόμια που ο Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε στην ορθόδοξη εκκλησία πώς έθεταν «τις βάσεις τής από κοινού ελληνοτουρκικής κυριαρχίας», τη στιγμή που επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η οθωμανική (δηλ. ένα μείγμα από αραβικά, περσικά και τουρκικά), επίσημη θρησκεία η μουσουλμανική και κυρίαρχος λαός ο τουρκικός (σσ. 39-40); Πόσο προστατευτική σημασία περιέκλειε η λ. ραγιάς (= κοπάδι) για τους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας (σ. 31) οι οποίοι ήταν υπόδουλοι και ανελεύθεροι; Εάν μάλιστα ήθελαν ν’ ανέλθουν σε ανώτερα αξιώματα ή στην ανώτερη κοινωνική τάξη έπρεπε οπωσδήποτε να εξισλαμιστούν (βλ. περίπτωση Εβρενού και βυζαντινής πριγκίπισσας, σ. 55, 101). Πόσο «οικειοθελώς» γίνονταν οι εξισλαμισμοί (σ. 192), όταν αυτοί αποτελούσαν τον μόνο τρόπο για μια αξιοπρεπή ανθρώπινη επιβίωση; Πώς η αυτοκρατορία των Οσμανιδών «υπήρξε αυτοκρατορία των Ρωμηών» (σ. 65), τη στιγμή που οι Ρωμιοί είχαν χάσει την πρώτη θέση και είχαν υποταχθεί, προσπαθώντας να επιβιώσουν ως «δεύτερος λαός» (σ. 105); Ποια ισότιμη συνύπαρξη μεταξύ Οθωμανών δυναστών και Ελλήνων υποδούλων ήταν δυνατή; Ένα αποδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκτέλεση του Μιχαήλ Καντακουζηνού από τον οθωμανό αυτοκράτορα Μουράτ Γ΄, επειδή ο Μουράτ «ανησυχούσε να βλέπει τον Μιχαήλ τόσο ισχυρό» (σ. 110). Τι περιθώρια βελτίωσης βιοτικού επιπέδου επέτρεπαν στους ραγιάδες οι οθωμανοί δυνάστες, όταν αδιάλειπτη επιδίωξή τους ήταν να παραμένει ο καθένας στην τάξη του προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική αρμονία (σ. 87); Πώς μπορούσαν να επικοινωνούν απρόσκοπτα και να συμβιώνουν αρμονικά δύο λαοί με μεγάλες διαφορές στο επίπεδο του πολιτισμού; Όταν το 1280 ο Οσμάν Α΄, ένας φύλαρχος με κύριο μέλημα να εξασφαλίζει στους συντρόφους του καλά λιβάδια για βοσκή και πλούσια λάφυρα, ίδρυε τη νομαδική τουρκομάνικη ηγεμονία (σ. 66, 68), οι Έλληνες είχαν ήδη πίσω τους έναν λαμπρό πολιτισμό 28 περίπου αιώνων. Ποια ελληνοτουρκική ομοσπονδία ήταν δυνατόν να επιθυμεί ο Ατατούρκ, τη στιγμή που δεν αντιμετώπιζε τους Έλληνες εξ ίσου με τους Τούρκους; Απόδειξη ότι δεν αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο της τουρκικής γλώσσας με το ελληνικό αλλά με το λατινικό, επειδή φοβόταν (όπως οι προγενέστεροί του οθωμανοί σουλτάνοι) τον κίνδυνο αφομοίωσης των Τούρκων από τους Έλληνες. Ο Ατατούρκ δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχθεί τα ελληνικά, γλώσσα «συνδεδεμένη με μια θρησκεία διαφορετική απ’ αυτή των Τούρκων» (σσ. 66-67).

 Σε «ενδιάμεσες περιοχές» (σ. 150 κ.ε.) και «ειδικές θάλασσες» (σ. 204) μπορεί κανείς ν’ αναγάγει πολλές περιοχές του πλανήτη γη. Δεν βλέπω όμως να γίνεται λόγος «για γαλλογερμανική ομοσπονδία» ή «αγγλογαλλική συνομοσπονδιακή κυβέρνηση» και «κράτος της Μάγχης», όπως ο συγγραφέας προπαγανδίζει το «κράτος του Αιγαίου». «Κράτος Αιγαίου» δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία ούτε είναι δυνατόν ένα τέτοιο κατασκεύασμα να καταστεί βιώσιμο, καθώς οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούν λαούς με διαφορετική κουλτούρα, γλώσσα, θρησκεία που δεν τους επιτρέπουν να βαδίσουν έναν κοινό δρόμο. Όταν υπάρχουν μεγάλα προβλήματα συμπόρευσης μεταξύ των δύο Τουρκιών (δυτικά και ανατολικά της Άγκυρας χωρίς καμιά βαθιά συγγένεια μεταξύ τους, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στη σ. 200), τότε πώς είναι δυνατόν να συμβιώσουν αρμονικά σε μία συνομοσπονδία λαοί τόσο διαφορετικοί όπως οι Έλληνες και οι Τούρκοι;

Μια ακόμη παρατήρηση: η αλλοίωση πηγών με αυθαίρετο κόψιμο – ράψιμο των τμημάτων τους, δεν χαρακτηρίζει σοβαρή και αξιόπιστη ιστορική προσέγγιση. Έτσι, ο συγγραφέας θέτει ως μότο του βιβλίου ένα δικό του κατασκεύασμα αναμιγνύοντας φράσεις του Ρήγα Φεραίου, οι οποίες αν ιδωθούν απείραχτες και στο σύνολο του κειμένου τους αναδίδουν ένα διαφορετικό μήνυμα. Παραθέτω τα δύο κείμενα προκειμένου να κρίνει ο αναγνώστης:

Α. κείμενο Κιτσίκη (σ. 9) «Η Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρξε “το πλέον ωραιότερον βασίλειον του κόσμου, οπού εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς”» (Ρήγας Φεραίος, σχέδιο συντάγματος, 1797), Β. κείμενο Ρήγα (σ. 159) «Στοχαζόμενοι ότι ο τύραννος ονομαζόμενος σουλτάνος κατέπεσεν ολοτελώς εις τας βρωμεράς θηλυμανείς ορέξεις του…και το πλέον ωραιότερον βασίλειον του Κόσμου, όπου εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς, κατήντησεν εις μίαν βδεληράν αναρχίαν, τόσον ώστε κανένας… δεν είναι σίγουρος μήτε δια την ζωήν του, μήτε δια την τιμήν του, μήτε δια τα υποστατικά του…κηρύττεται…».

Ποια «κοινή οθωμανική πατρίδα» είχαν προδώσει οι Έλληνες σύμφωνα με την κατηγορία που τους προσήπταν οι Τούρκοι τον 19ο αι. (σ. 153), όταν αυτή η «πατρίδα» τούς φερόταν με τον στυγερό τρόπο που περιγράφει παραπάνω ο Ρήγας; Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στις φρικτές σφαγές της Χίου ή των Ποντίων; Έτσι, δεν ισχύει η ρομαντική άποψή του (σ. 182) ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούσαν δύο λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας «που είχαν επωφεληθεί το περισσότερο (!) απ’ αυτήν».

Κοντολογίς, οι δύο λαοί πρέπει σήμερα να μάθουν να συνυπάρχουν σε πνεύμα ειρήνης, αρμονίας, σεβασμού και συνεργασίας, ζώντας καθένας στον δικό του γεωγραφικό χώρο όπως αυτός έχει οροθετηθεί από διεθνείς συνθήκες. Όποιος πολίτης επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να εγκατασταθεί στη χώρα του άλλου (χωρίς όμως να σπέρνει ζιζάνια), ας έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει. Μια συνομοσπονδία – αχταρμάς θα επιφέρει επικίνδυνη νόθευση της αξιόλογης κουλτούρας των δύο λαών με σοβαρές αλλοιώσεις των πολιτισμικών τους ιδιαιτεροτήτων. Προσωπικά, θα τιμώ πάντοτε όσους πραγματικά αγωνίστηκαν το ’21 για να κερδίσουν την ελευθερία και αυτοδιάθεσή τους, δύο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Θ’ αντικρίζω με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τους ανώνυμους τυφλούς και χωλούς αγωνιστές που έχουν αποτυπώσει σε πίνακές τους οι σπουδαίοι ζωγράφοι Θεόδωρος Βρυζάκης (Oανάπηρος του αγώνα, 1850) και Διονύσιος Τσόκος (Μικρός οδηγεί τυφλό αγωνιστή, 1849), επειδή αυτοί οι αγωνιστές προτίμησαν να σακατευθούν για να ζήσουν ελεύθεροι το υπόλοιπο της ζωής τους και να εξασφαλίσουν την ελευθερία στις επόμενες γενιές των Ελλήνων (βλ. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου).

 

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Ν. Κιτσίκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935, γιος του πρύτανη του Πολυτεχνείου και πολιτικού της αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη (Ναύπλιο, 14 Αυγούστου 1887, Αθήνα, 26 Ιουλίου 1978) και της ελασίτισας και ελληνίδας φεμινίστριας Μπεάτας Κιτσίκη, το γένος Πετυχάκη.

Εγκατέλειψε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το 1947, καταφεύγοντας στη Γαλλία, όπου σπούδασε σε γαλλικό γυμνάσιο, λύκειο και στη Σορβόννη. Εκεί υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή, το 1962, με τίτλο «Προπαγάνδα και πιέσεις στη διεθνή πολιτική» (στα … διαβάστε περισσότερα γαλλικά, εκδόσεις PUF). Από το 1960 έως το 1970 εργάστηκε ως εντεταλμένος ερευνών σε ανώτατα επιστημονικά κέντρα (Institut des Hautes Etudes Internationales, Γενεύη, CERI/FNSP και CNRS, Παρίσι), και αναδείχθηκε από τους γνωστότερους τουρκολόγους.

Ασπαζόμενος τον μαοϊσμό, μετά από επανειλημμένα ταξίδια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ήδη από το 1958, έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία και, εξαιτίας της, εξεδιώχθη από το γαλλικό πανεπιστήμιο. Κατέφυγε στον Καναδά, όπου το 1970 εξελέγη τακτικός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα και το 1974 εισήγαγε τις κινεζικές σπουδές. Το 1999 εξελέγη τακτικό μέλος της Καναδικής Ακαδημίας.

Στην Ελλάδα υπήρξε εντεταλμένος ερευνών στο ΕΚΚΕ. Στην Τουρκία υπήρξε εντεταλμένος καθηγητής στα πανεπιστήμια Μπογάζιτσι (Κωνσταντινούπολη) και Μπιλκέντ (Άγκυρα). Διετέλεσε σύμβουλος του προέδρου Τουργκούτ Οζάλ και υπήρξε στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου, κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι. Είναι κάτοχος τριών υπηκοοτήτων (ελληνικής, γαλλικής, καναδικής), κάτι που ικανοποιεί τον πανελληνισμό του: θεωρεί ότι ο Έλληνας είναι και πρέπει να είναι πλανητικός. Εκτός από τα βιβλία, διαδίδει τις ιδέες του και μέσω του περιοδικού γεωπολιτικής «Ενιάμεση Περιοχή».

Πηγή: Βιβλιονέτ: Υπηρεσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Read Full Post »

«Η αειφορική διάσταση και η μετασχηματιστική δυναμική της προφορικής παράδοσης σε μια διαθεματική προσέγγιση από την αρχαιότητα έως σήμερα, μέσα στη σχολική τάξη»


  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση της Δρ. Χαράς Κοσεγιάν, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων- λογοτέχνις, με θέμα:

 «Η αειφορική διάσταση και η μετασχηματιστική δυναμική της προφορικής παράδοσης σε μια διαθεματική προσέγγιση από την αρχαιότητα έως σήμερα, μέσα στη σχολική τάξη».

 

Η αειφορική αντίληψη στον πολιτισμό στρέφεται στην παρατήρηση της διαχρονικότητας της σκέψης, αλλά και στο δυναμικό μετασχηματισμό της προτείνοντας τη λειτουργική ένταξη της στο παρόν και στο μέλλον.

Άγαλμα του Ομήρου έξω από την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου. Στη λεωφόρο Λούντβιχ, αγάλματα του Ιπποκράτη, του Αριστοτέλη, του Ομήρου και του Θουκυδίδη κοσμούν την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου.

Άγαλμα του Ομήρου έξω από την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου. Στη λεωφόρο Λούντβιχ, αγάλματα του Ιπποκράτη, του Αριστοτέλη, του Ομήρου και του Θουκυδίδη κοσμούν την Κρατική Βιβλιοθήκη του Μονάχου.

Σκοπός της εισήγησης είναι να αναδείξει τη βιωσιμότητα στοιχείων στην ποίηση και τη λογοτεχνία από τον Όμηρο έως τη συγχρονική δημοτική ποίηση, προτείνοντας τον τρόπο της δημιουργικής αξιοποίησής τους μέσα στη σχολική τάξη.

Επιθυμούμε να αντιληφθούν οι μαθητές ότι η συλλογική μνήμη διατήρησε αλλά και μετασχημάτισε τις επικές ποιητικές μορφές, το ύφος, τους αρχαίους μύθους, και τους παρέδωσε από στόμα σε στόμα στις επόμενες γενιές σε μια διαδικασία που διατηρήθηκε αναλλοίωτη ανά τους αιώνες, φτάνοντας να τους παραδώσει έως τις μέρες μας, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την ομορφιά, αλλά και την ουσία ενός πολιτισμού: λόγος για τον «πολιτισμικό συγκρητισμό», την αφομοίωση, δηλαδή, φαινομενικά ετερόκλητων στοιχείων στο ίδιο σύστημα και την παρουσίαση τους ως πρωτόφαντο ή ομοιογενές δημιούργημα. Οι ρίζες όμως και οι κλώνοι κινούνται προς πολλές και ετερόκλητες κατευθύνσεις στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Χαράς Κοσεγιάν πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αειφορική διάσταση και η μετασχηματιστική δυναμική της προφορικής παράδοσης…

Read Full Post »

Η ανάγκη εκπαίδευσης της οικογένειας του νεαρού Παραβάτη στο Πλαίσιο Δομών Πρόληψης και Προαγωγής της Υγείας: Η περίπτωση των Σχολών Γονέων


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Βασιλικής Ιωαννίδη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα:

«Η ανάγκη εκπαίδευσης της οικογένειας του νεαρού Παραβάτη στο Πλαίσιο Δομών Πρόληψης και Προαγωγής της Υγείας: Η περίπτωση των Σχολών Γονέων

 Στο παρόν άρθρο αναπτύσσεται το θέμα της «επιστημονικής παρέμβασης», όσον αφορά στη στήριξη και την εκπαίδευση των ανήλικων παραβατών και των οικογενειών τους με τη βοήθεια κατάλληλου και εξειδικευμένου προσωπικού, μέσα από τη δημιουργία «ειδικών» δομών σε επίπεδο «πρόληψης, προαγωγής της υγείας, εκπαίδευσης, επικοινωνίας, συμβουλευτικής, επαγγελματικής κατάρτισης, ψυχαγωγίας και στέγασης». Η ύπαρξη ενός τέτοιου παράλληλου εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού πλαισίου θα αποσκοπεί στην οργάνωση μιας προληπτικής πολιτικής, βασισμένης στην εκπλήρωση εκπαιδευτικών, μορφωτικών και θεραπευτικών αναγκών ατόμων με «δυσλειτουργικές» οικογένειες, μέσω της ανάδειξης σωστά οργανωμένων ενδοοικογενειακών σχέσεων.

Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με την οργάνωση και τη λειτουργία «Σχολών Γονέων». Οι στόχοι μιας τέτοιας στρατηγικής θα αφορούν: α) στην ενίσχυση της λειτουργίας της οικογένειας του ανήλικου παραβάτη, β) στην οικοδόμηση καλύτερων οικογενειακών σχέσεων μέσα από την ενδυνάμωση του γονεϊκού ρόλου, και γ) στην παροχή συνεχιζόμενων υπηρεσιών για να προληφθεί η επανάληψη του προβλήματος. Η καταπολέμηση συμπτωμάτων προ-παραβατικής ή παραβατικής συμπεριφοράς μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ανάπτυξη δομών πρόληψης και προαγωγής της υγείας, ώστε να επιτύχουμε την αξιοποίηση του ενεργητικού δυναμικού του ανηλίκου και της οικογένειάς του κατά ωφέλιμο κοινωνικά τρόπο.

 

Το μη έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον για το σωφρονιστικό ζήτημα και οι μειωμένες οικονομικές παροχές υπήρξαν οι δύο βασικοί λόγοι για τη στασιμότητα της βελτίωσης του σωφρονιστικού συστήματος. Χαρακτηριστικοί δείκτες για την ανάλυση της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα μας είναι τα ποσοστά των εγκλειομένων στα Καταστήματα κράτησης, η ελλιπής υλικοτεχνική υποδομή, η ανεπαρκής στελέχωση, καθώς και η ίδια η εκπαίδευση του προσωπικού. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να αναφερθούν «σημεία ευαισθησίας» σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, όσον αφορά στις σύγχρονες νομοθετικές ρυθμίσεις. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν πορίσματα εμπειρικών ερευνών σχετικά με την αποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού συστήματος(1).

Συγκεκριμένα, το παρόν άρθρο στηρίζεται σε μία ευρύτερη εμπειρική έρευνα, η οποία διεξήχθη στα τρία Ιδρύματα Αγωγής ανηλίκων της χώρας μας, κατά το έτος 1997(2). Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ένας από τους πρωταρχικούς παράγοντες αποτυχίας στη διαδικασία της κοινωνικής επανένταξης των ανήλικων παραβατών είναι η έλλειψη παράλληλης με αυτούς στήριξης και εκπαίδευσης της οικογένειάς τους. Αυτός, ακριβώς, ο παράγοντας στάθηκε το αφετηριακό σημείο του προβληματισμού μου για την αναζήτηση μιας νέας προσέγγισης, όσον αφορά στην ανάπτυξη της κοινωνικής υπευθυνότητας και συμμετοχής τόσο του ανήλικου παραβάτη όσο και της οικογένειάς του.

Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος της οικογένειας για την εξέλιξη του ανηλίκου, και ιδιαίτερα του ανηλίκου με παραβατική συμπεριφορά, μπορεί να συνοψιστεί στα εξής βασικά σημεία:

  • Ο ρόλος της οικογένειας (3) στην κοινωνική ένταξη των ανηλίκων είναι πρωταρχικής σημασίας.
  • Ένας από τους κυρίαρχους λόγους που δεν επιτυγχάνεται η κοινωνική (επαν)ένταξη των ανηλίκων που εξέρχονται από τα Ιδρύματα Αγωγής είναι η επάνοδός τους στο ίδιο νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον (4).

Η εξέλιξη, ιδιαίτερα, του παράγοντα της σχέσης του ανήλικου παραβάτη με την οικογένειά του περικλείει μία ολόκληρη προβληματική, πλευρές της οποίας βρίσκουμε στις ακόλουθες επισημάνσεις:

  1. Η κοινωνική προσαρμογή του ανθρώπου αποτελεί συνισταμένη, συνιστώσες της οποίας μπορούν να χαρακτηριστούν τόσο ο εσωτερικός δυναμισμός του ατόμου όσο και το αποτέλεσμα των επιδράσεων που ασκούνται στο άτομο από το εξωτερικό περιβάλλον, στο οποίο ζει (5).
  2. Η προώθηση μιας δυναμικής πολιτικής για τη διαμόρφωση της σχέσης «ανηλίκου και οικογένειας» είναι περισσότερο επιβεβλημένη για νεαρά άτομα με δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής (6) στα διάφορα επίπεδα επανένταξης: το οικογενειακό, το επαγγελματικό, το εργασιακό και το ευρύτερα κοινωνικό.
  3. Η προστασία και η διαφύλαξη, ωστόσο, της σχέσης του «ανήλικου παραβάτη και της οικογένειάς του» απαιτεί μία ευρεία σύνθεση στρατηγικών ενημέρωσης, σε επίπεδο μείωσης παραγόντων επικινδυνότητας, μέσα από τη διεξαγωγή προγραμμάτων βασισμένων στην πρόληψη.

Γενικά, κάνοντας λόγο για στρατηγικές πρόληψης εννοούμε ένα ευρύ πλάνο προγραμμάτων μέσα από συντονισμό ενεργειών σε πολλαπλά επίπεδα, όπως η οικογένεια, το σχολείο, διάφοροι κοινωνικοί φορείς και η κρατική παρέμβαση. Όμως, τέτοιου είδους υποστηρικτικές δραστηριότητες θα πρέπει να έχουν ως άξονες αναφοράς: 

  • τη συνειδητοποίηση του κοινού για δραστηριότητες πρωτογενούς πρόληψης,
  • την ενθάρρυνση και τη δημιουργία ευκαιριών στους νέους,
  • την παρέμβαση υπηρεσιών της τοπικής αυτοδιοίκησης,
  • τη βελτίωση των εκπαιδευτικών σχεδιασμών.

Πεποίθησή μας είναι ότι η αγωγή με σκοπό την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας μπορεί να επιτευχθεί με αγωγική διαδικασία, όπου η κοινωνική ένταξη του ατόμου θα επιτυγχάνεται με ενέργειες μέσα στο σχολικό αλλά και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Η άποψή μας αυτή ενισχύεται από τη γενικότερη θέση ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μπορούν να είναι μέτρα ειδικής πολιτικής για τους νέους, μέτρα κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, μέτρα οικογενειακής πολιτικής, καθώς και μέτρα νομοθετικού και οργανωτικού περιεχομένου (7).

Έτσι, εκτιμούμε ότι οι παραπάνω δραστηριότητες, για να υπάρξουν και να συνυπάρξουν, προαπαιτούν ένα πολυδύναμο σύστημα-πλέγμα υποστηρικτικών υπηρεσιών, το οποίο θα χαρακτηρίζεται: 

  1. από την εκπαίδευση για την υγεία μέσα στην κοινότητα με βασικές συνιστώσες την υπευθυνότητα και τη συμμετοχή των ίδιων των μελών της κοινωνίας στη διαδικασία μάθησης για τη βελτίωση της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής υγείας τους (8),
  2. από τη δημιουργία ενός θεραπευτικού περιβάλλοντος, του οποίου η φιλοσοφία θα επικεντρώνεται στον κοινωνικό επαναπροσδιορισμό και την κοινωνική ένταξη του ατόμου, με τους γονείς ως συντρόφους στη θεραπευτική διαδικασία, και
  3.  από συνεχιζόμενη παρακολούθηση των ατόμων που οδηγούνται στις εν λόγω υπηρεσίες.

Κύριος σκοπός ενός τέτοιου συστήματος θα είναι η παρέμβαση στη στήριξη και την εκπαίδευση της οικογένειας του ανήλικου παραβάτη και της οικογένειάς του, όπου ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίδεται σε θέματα διαμόρφωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας και παράλληλης διαμόρφωσης ενός ευνοϊκού οικογενειακού κλίματος. Βασική συνιστώσα, όπως προαναφέραμε, ενός τέτοιου πλαισίου για την παράλληλη εκπαίδευση ανηλίκου και οικογένειας, πιστεύουμε πως θα πρέπει να αποτελέσει και η Εκπαίδευση για την Υγεία. Η εκπαίδευση για την υγεία συνιστά διαδικασία που προϋποθέτει κινητοποίηση του πληθυσμού για την προστασία της υγείας του, σωματικής και ψυχικής, σύνολο δραστηριοτήτων που θα ενθαρρύνουν τον πληθυσμό να θέλει να είναι υγιής και να γνωρίζει πώς θα παραμείνει υγιής, καθώς και μια συνολικότερη κοινωνικο-οικολογική αντίληψη που θα σέβεται την αλληλεπίδραση βιολογικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων.

Κάτι τέτοιο σημαίνει ενεργοποίηση της υπευθυνότητας του πολίτη μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες, ευπλαστότητα προγραμμάτων και ευκαιρίες δράσης σε διεπιστημονική βάση (9). Επιπλέον, η σύγχρονη πολιτική της Εκπαίδευσης για την Υγεία δίδει έμφαση στους τομείς της πρόληψης, προαγωγής και ανάπτυξης μιας κοινωνικής αντίληψης για την Υγεία. Ιδιαίτερα, η Προαγωγή της Υγείας νοείται ως διαδικασία που δίδει τη δυνατότητα στα άτομα να ελέγχουν και βελτιώνουν την υγεία τους. Το ίδιο το άτομο, δηλαδή, εκπαιδεύεται, ώστε να αναλάβει συνειδητά την ευθύνη για την ποιότητα της ζωής του (10).

Επιπλέον, στο πλαίσιο μιας κρατικής μέριμνας για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας*, θεωρούμε άκρως αναγκαία την εκπαίδευση των ανήλικων παραβατών και των οικογενειών τους, με τη βοήθεια κατάλληλου και εξειδικευμένου προσωπικού, μέσα από τη δημιουργία «ειδικών» δομών σε επίπεδο πρόληψης, προαγωγής της υγείας, εκπαίδευσης, επικοινωνίας, συμβουλευτικής, επαγγελματικής κατάρτισης, ψυχαγωγίας και στέγασης. Ιδιαίτερα, η οργάνωση και η λειτουργία Σχολών Γονέων σε τέτοιες δομές θεωρούμε ότι μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση επιτυχίας για: 

  • την ενίσχυση της λειτουργίας της οικογένειας του ανήλικου παραβάτη, 
  • την οικοδόμηση καλύτερων οικογενειακών σχέσεων μέσα από την ενδυνάμωση του γονεϊκού ρόλου, και 
  • την παροχή συνεχιζόμενων υπηρεσιών για να προληφθεί η επανάληψη του προβλήματος.

Συνεπώς, η ύπαρξη ενός παράλληλου εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού πλαισίου θα αποσκοπεί στην οργάνωση μιας προληπτικής πολιτικής, βασισμένης στην εκπλήρωση εκπαιδευτικών και θεραπευτικών αναγκών ατόμων με «δυσλειτουργικές» οικογένειες, μέσω της ανάδειξης σωστά οργανωμένων ενδοοικογενειακών σχέσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να επιτύχουμε την πρόληψη τέλεσης αξιόποινων πράξεων από νεαρά άτομα και την κοινωνική αποκατάσταση ατόμων που έχουν τελέσει αξιόποινη πράξη μέσα σε ένα υγιές οικογενειακό κλίμα.

Συνολικά, η δημιουργία ενός τέτοιου εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού πλαισίου υπαγορεύεται από την ανάγκη: 

• μιας γενικής καθοδήγησης και επιμόρφωσης των γονέων σε γενικά και ειδικά θέματα οικογενειακής ζωής, ψυχικής υγιεινής και ενδοοικογενειακών σχέσεων, καθώς και

• ευαισθητοποίησης και συνεχούς ενημέρωσης αυτών από ειδικούς επιστήμονες, όσον αφορά στη σχέση τους με τον εαυτό τους, το έτερο των συζύγων, τα παιδιά τους, με το σχολείο και το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον.

Κύρια λειτουργία της συμβουλευτικής και της ψυχολογικής υποστήριξης θα είναι η αντιμετώπιση των προσωπικών και των οικογενειακών προβλημάτων. Τέτοιου είδους προβλήματα είναι αυτά που απορρέουν από τη μεταβατικότητα της εκάστοτε ηλικιακής φάσης, ζητήματα σχετικά με τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, προβλήματα που απορρέουν από ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, θέματα σχετικά με τη διδακτική διαδικασία και τη μαθησιακή πορεία των παιδιών καθώς και τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου τους (11).

Ωστόσο, η δημιουργία τέτοιων νομοθετικών ρυθμίσεων, θεσμικών αλλαγών και τεχνικών επέμβασης από την πλευρά της Πολιτείας θα πρέπει να καθορίζεται από το σκεπτικό της κοινωνικής ένταξης του ανήλικου παραβάτη μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής του ταυτότητας (12). Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μέσα από τη συμμετοχή του σε κοινωνικές δραστηριότητες αποκατάστασης, όπως προγράμματα κοινωφελούς εργασίας (13), προκειμένου να επιτευχθεί η απεξάρτησή του από αρνητικές συνήθειες και πράξεις.

Κατακολουθίαν, οι Σχολές Γονέων (14) μπορούν:  

  • να αξιοποιήσουν την υπάρχουσα επιστημονική γνώση παρέχοντας, έτσι, παράλληλη στήριξη και εκπαίδευση στον ανήλικο παραβάτη και στην οικογένεια του,
  • να συνδέσουν τη γνώση με τις κοινωνικές ανάγκες δίδοντας, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, έμφαση στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα νεανικής παραβατικότητας,
  • να συμβάλουν σε ένα αποτελεσματικότερο καθεστώς από το υπάρχον,
  • να διατυπώσουν νέες προτάσεις που θα προκύπτουν από την εμπειρία τους.

Συνολικά, θέλουμε να επιμείνουμε στην ανάγκη της θεσμοθέτησης και της αναγνώρισης σταθερών θεσμών προετοιμασίας, εκπαίδευσης, συμβουλευτικής και στήριξης των νεαρών παραβατών και των οικογενειών τους. Πιστεύουμε ότι το εφαρμοζόμενο ιδρυματικό και εξω-ιδρυματικό σύστημα περίθαλψης των νέων με παραβατική συμπεριφορά έχει ανάγκη από τη δημιουργία ενός ανοικτού -ή μη- πλαισίου εκπαιδευτικής παρέμβασης. Η αναγνώριση της αξίας που έχει μία επιστημονική παρέμβαση για την παράλληλη στήριξη και εκπαίδευση του νεαρού παραβάτη και της οικογένειάς του είναι προφανής. Πεποίθησή μας είναι ότι ένα τέτοιο εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό πλαίσιο μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην αποτροπή μιας περαιτέρω ποινικής εμπλοκής του ανήλικου παραβάτη, εφόσον πραγματώνεται τόσο στο επίπεδο των προσωπικών του αναγκών όσο και στο επίπεδο της διαμόρφωσης της κοινωνικής οντότητας της οικογένειάς του.

Συνεπώς, η καταπολέμηση συμπτωμάτων προ-παραβατικής ή παραβατικής συμπεριφοράς μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ανάπτυξη δομών πρόληψης και προαγωγής της υγείας, ώστε να επιτύχουμε την αξιοποίηση του ενεργητικού δυναμικού του ανηλίκου και της οικογένειάς του κατά ωφέλιμο κοινωνικά τρόπο. Η έμφαση στην εκπαίδευση και στην προαγωγή της υγείας του ανήλικου παραβάτη και της οικογένειάς του, μέσα από Κέντρα, Προγράμματα και Υπηρεσίες επικοινωνίας με ειδικευμένη μεθοδολογική προσέγγιση, καθώς και μέσω της καλύτερης ειδίκευσης των νέων επαγγελματιών σε τεχνικές προσέγγισης, υποστήριξης και επικοινωνίας, μπορεί να θέσει τους νεαρούς παραβάτες υπόχρεους κοινωνικής συμμετοχής και συσχέτισης (15).

Όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την επιτυχία αυτών των προσεγγίσεων χωρίς την κατάλληλη συναισθηματική υποστήριξη του ανηλίκου και τη δημιουργία υγιούς αυτοσυναισθήματος, με άξονες την αυτογνωσία, την αυτοεκτίμηση και την αυτοσυνειδησία, με σκοπό τη συναισθηματική, την ψυχική και την κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου. Η παραπάνω συμβουλευτική και διδακτική παρέμβαση ενέχει και το στοιχείο, παιδευτικό και θεραπευτικό, της αγάπης. Αυτό, ακριβώς, το στοιχείο συντείνει στη βίωση του συναισθήματος της αγάπης από το παιδί και αποτελεί υπέρβαση, μέσω της λύτρωσης του νέου, πέρα από επιστημονική παρέμβαση και ορθολογική μεσολάβηση και προσπάθεια (16).

 

Υποσημειώσεις


 

*Το παρόν άρθρο σε μια πρώιμη μορφή αποτέλεσε εισήγηση κατά τη διεξαγωγή των εργασιών Πανελληνίου Πανεπιστημιακού Συνεδρίου με θέμα: “Σχολές Γονέων: Επιστημονική παρέμβαση στη στήριξη και εκπαίδευση της οικογένειας. Εμπειρίες-προοπτικές”, Aula Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 8-10 Οκτωβρίου 1999.

1 Βλ. Έ. Π. Λαμπροπούλου, «Η “αντιμετώπιση” του σωφρονιστικού προβλήματος από την ελληνική σωφρονιστική πολιτική: More of the same or the same is different?», Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τχ. 5-10 (Δεκ. 1990-1992), σ. 118.

2 Βλ. σχετικά Β. Ιωαννίδη-Ψυχογυιού, Ο θεσμός των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2001, σ. 217 κ. εξ.

3 Bλ. αναφορικά Οικογένεια. Παιδική προστασία. Κοινωνική πολιτική, Επιμέλεια έκδοσης: Ε. Αγάθωνος-Γεωργοπούλου, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Αθήνα 1993.

4 Βλ. Β. Ιωαννίδη-Ψυχογυιού, ό.π., σ. 256 κ. εξ.

5 Βλ. Εμ. Ανδριανάκη, «Κοινωνική προσαρμογή των εγκληματούντων ανηλίκων με την αποθυματοποίηση», στο Συμπόσιο: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), Επιμελήτρια έκδοσης: Μπεζέ Λουκία, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σ. 231.

6 Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιδέα της διοργάνωσης του πρώτου, στην Ελλάδα, επιστημονικού συμποσίου με θέμα: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων. Επανεκπαίδευση-Ένταξη, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Aθήνα, 14-16 Οκτωβρίου 1988, «απαντούσε αρχικά στην ανάγκη να γίνει, δημόσια και με τρόπο συστηματοποιημένο, λόγος για όλους αυτούς τους νέους που δεν έχουν από μόνοι τους λόγο…». Βλ. Συμπόσιο: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), ό.π., σ. 23.

7 Ι. Φραντζεσκάκη, Αντικοινωνική συμπεριφορά των νέων. Χουλιγκανισμός, Αναρχισμός, Τρομοκρατία, Ναρκωτικά και λοιπές σύγχρονες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σ. 138 κ. εξ.

8 Γ. Κυριόπουλου, «Μεθοδολογία της εκπαίδευσης για την υγεία στην Κοινότητα», στο Ανθολόγιο: Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Αγωγής Υγείας. Στόχοι – Περιεχόμενο – Μέθοδοι, Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, Υπουργείο Νέας Γενιάς και Αθλητισμού, χ.χ., σ. 185.

9 Ό.π., σ. 185.

10 Ό.π., σ. 189.

* Από τα τρία Ιδρύματα Αγωγής ανηλίκων – Κορυδαλλού, Παπάγου και Βόλου- της χώρας μας, η λειτουργία του Ιδρύματος Αγωγής αρρένων Κορυδαλλού και του Ιδρύματος Αγωγής θηλέων Παπάγου διακόπηκε, ενώ συνεχίζεται κανονικά η λειτουργία του Ιδρύματος Αγωγής αρρένων Βόλου. Σκοπός της παραπάνω διακοπής αποτελεί, μέχρι και σήμερα, η νομοθετική τροποποίηση, η δημιουργία νέας υλικο-τεχνικής υποδομής και η συνολική θέσπιση νέου προληπτικού πλαισίου, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις σύνθετες κοινωνικές ανάγκες για ανηλίκους που έχουν αναπτύξει προ-παραβατική ή παραβατική συμπεριφορά.

11 Βλ. σχετικά Ι. Ν. Παρασκευόπουλου, Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη έως την ενηλικίωση, τόμ. 3ος: Σχολική ηλικία ,τόμ. 4ος: Εφηβική ηλικία, Αθήνα 1985.

12 Βλ. αναφορικά Β. Σ. Ιωαννίδη, «Αγωγή Υγείας και νεανική παραβατικότητα. Η αγωγή και η προαγωγή της υγείας ως μέσα πρόληψης της νεανικής παραβατικότητας», Παρουσία, ΙΓ΄-ΙΔ΄ (1998-2000), σ. 400.

13 Για την παροχή κοινωφελούς εργασίας, βλ. Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σ. 140 κ. εξ.

14 Bλ. Λ. Δελλασούδα, «Σχολές Γονέων. Σκοπιμότητα, Χρησιμότητα, Προϋποθέσεις», εφ. Διαπαιδαγώγηση, Νοέμβ. 1998, σ. 6-7.

15 Γ. Μόσχου, «“Ο κύκλος των απορριμμένων ποιητών και των μετέωρων στοιχημάτων”. Οι νέοι παραβάτες του νόμου απέναντι στα στοιχεία της οργανωμένης κοινωνίας», στο Ανθολόγιο: Εγκληματίες και Θύματα στο Κατώφλι του 20ου Αιώνα, Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα 2000, σ. 382.

16 Γ. Σ. Κρουσταλάκη, Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες στην οικογένεια και το σχολείο. Ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση, Αθήνα, χ.χ., σ. 440-446.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Ανδριανάκη, Εμ. «Κοινωνική προσαρμογή των εγκληματούντων ανηλίκων με την αποθυματοποίηση», στο Συμπόσιο: Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), Επιμελήτρια έκδοσης: Μπεζέ Λουκία, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990.
  • Δελλασούδα, Λ. «Σχολές Γονέων. Σκοπιμότητα, Χρησιμότητα, Προϋποθέσεις», εφ. Διαπαιδαγώγηση, Νοέμβ. 1998, σσ. 6-7.
  • Ιωαννίδη, Β. Σ. «Αγωγή Υγείας και νεανική παραβατικότητα. Η αγωγή και η προαγωγή της υγείας ως μέσα πρόληψης της νεανικής παραβατικότητας», Παρουσία, τόμ. ΙΓ΄-ΙΔ΄ (1998-2000), σσ. 397-406.
  • Ιωαννίδη-Ψυχογυιού, Β. Ο θεσμός των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2001.
  • Κρουσταλάκη, Γ. Σ. Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες στην οικογένεια και το σχολείο. Ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση, Αθήνα, χ.χ.
  • Κυριόπουλου, Γ. «Μεθοδολογία της εκπαίδευσης για την υγεία στην Κοινότητα», στο Ανθολόγιο: Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Αγωγής Υγείας. Στόχοι – Περιεχόμενο – Μέθοδοι, Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, Υπουργείο Νέας Γενιάς και Αθλητισμού, χ.χ., σσ. 198-203.
  • Λαμπροπούλου, Έ. Π. «Η “αντιμετώπιση” του σωφρονιστικού προβλήματος από την ελληνική σωφρονιστική πολιτική: More of the same or the same is different?», Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τχ. 5-10 (Δεκ. 1990-1992), σσ. 117-139.
  • Μόσχου, Γ. «“Ο κύκλος των απορριμμένων ποιητών και των μετέωρων στοιχημάτων”. Οι νέοι παραβάτες του νόμου απέναντι στα στοιχεία της οργανωμένης κοινωνίας», στο Ανθολόγιο: Εγκληματίες και Θύματα στο Κατώφλι του 20ου Αιώνα, Αφιέρωμα στη μνήμη Ηλία Δασκαλάκη, Αθήνα 2000.
  • Οικογένεια. Παιδική προστασία. Κοινωνική πολιτική, Επιμέλεια έκδοσης: Ε. Αγάθωνος-Γεωργοπούλου, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Αθήνα 1993.
  • Παρασκευόπουλου, Ι. Ν. Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη έως την ενηλικίωση, τόμ. 3ος: Σχολική ηλικία ,τόμ. 4ος: Εφηβική ηλικία, Αθήνα 1985.
  • Σπινέλλη, Κ. Δ. Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992.
  • Φραντζεσκάκη, Ι. Αντικοινωνική συμπεριφορά των νέων. Χουλιγκανισμός, Αναρχισμός, Τρομοκρατία, Ναρκωτικά και λοιπές σύγχρονες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1987.

Βασιλική Ιωαννίδη,

Δρ Παιδαγωγικής 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ,

2002- 2003, τόμ. ΛΔ΄, σσ. 123-130

 

Read Full Post »

Η ιστορική θεμελίωση της αναμορφωτικής/ ιδρυματικής αγωγής ανηλίκων στη χώρα μας. Μια σύντομη παρουσίαση ένος (επαν)εκπαιδευτικού θεσμού και σύγχρονες παιδαγωγικές προοπτικές


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» δοκίμιο της Δρ. Βασιλικής Ιωαννίδη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα:

«Η ιστορική θεμελίωση της αναμορφωτικής/ ιδρυματικής αγωγής ανηλίκων στη χώρα μας.

Μια σύντομη παρουσίαση ένος (επαν)εκπαιδευτικού θεσμού και σύγχρονες παιδαγωγικές προοπτικές*».

 * Το παρόν αποτελεί επεξεργασμένο και εμπλουτισμένο δοκίμιο, το οποίο βασίζεται σε βιβλιογραφική έρευνα στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής από το Ι.Κ.Υ., με θέμα: «Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ/ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΑΓΩΓΗΣ. Παιδαγωγική θεμελίωση και πράξη». Αθήνα-Κομοτηνή: νομικές εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001. [Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, 1999. Σπουδαστήριο Παιδαγωγικής].

 

Είναι κοινός τόπος ότι η ιστορία της σωφρονιστικής πολιτικής αποτελεί παγκοσμίως ευρύτατο πεδίο αλλαγών μέσα από πολιτισμικές εκφάνσεις, ιδεολογικούς προσανατολισμούς, κοινωνικούς μετασχηματισμούς, πολιτειακές επιλογές, επιστημονικές προσεγγίσεις και μεταθεωρητικούς προβληματισμούς. Αφενός μία από τις πολλές αλλαγές  στο πλαίσιο των σωφρονιστικών συστημάτων, σε επίπεδο τόσο θεωρητικών συλλήψεων όσο και πρακτικών εφαρμογών, είναι και αυτή που σε συνδυασμό με την πολιτιστική εξέλιξη των κρατών, αποτυπώθηκε σε διεθνείς οργανισμούς, με σκοπό την υιοθέτηση συγκεκριμένων αρχών και κατευθυντηρίων από τα κράτη-μέλη. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών (1934), έπειτα τους κανόνες του ΟΗΕ (1957) και αργότερα τους κανόνες Συμβουλίου της Ευρώπης (1973) που αντικαταστάθηκαν από τους νεώτερους σωφρονιστικούς κανόνες (1987) [1]. Αφετέρου μία σύντομη ιστορική επισκόπηση της ίδιας της σωφρονιστικής πολιτικής καταδεικνύει θεωρητικά ερείσματα, τα οποία αποτέλεσαν την ιδεολογική της βάση, όπως το τιμωρητικό πρότυπο, το προνοιακό ή θεραπευτικό πρότυπο και το δικαιϊκό πρότυπο [2].

Συνολικά, οι επιρροές των παραπάνω ιδεολογικών ρευμάτων σχετίζονται άμεσα με το βαθμό της κοινωνικής και πολιτισμικής περιθωριοποίησης του ανηλίκου σε διαχρονική ιστορικά βάση και τη διαδικασία ετικετικοποίησής του ως παραβάτη του νόμου[3]. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να διερευνήσουμε την ιστορική θεμελίωση της αναμορφωτικής / ιδρυματικής αγωγής ανηλίκων στη χώρα μας και δη ως παρεμβατικού μηχανισμού (επαν)εκπαίδευσης παιδιών και εφήβων μέσα από σωφρονιστικές διαδικασίες.

Φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου του Xose Tarrio Gonzales, «Τρέξε άνθρωπε τρέξε - Ημερολόγιο από τις φυλακές FIES». Έκδοση του Ταμείου αλληλεγγύης και οικονομικής υποστήριξης των φυλακισμένων αγωνιστών, Αθήνα, 2011. Επιλογή φώτο: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου του Xose Tarrio Gonzales, «Τρέξε άνθρωπε τρέξε – Ημερολόγιο από τις φυλακές FIES». Έκδοση του Ταμείου αλληλεγγύης και οικονομικής υποστήριξης των φυλακισμένων αγωνιστών, Αθήνα, 2011. Επιλογή φώτο: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Συγκεκριμένα, το τιμωρητικό πρότυπο, είναι αυτό που απεικονίζει το πνεύμα του περασμένου αιώνα και σπέρματά του βρίσκουμε μέχρι τις αρχές του αιώνα μας. Εκπροσωπείται από την Κλασσική Σχολή Ποινικού Δικαίου. Σύμφωνα με την παραπάνω σχολή, έγκλημα είναι κάθε πράξη που απαγορεύει ο ποινικός νόμος και η εγκληματική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα ατομικών χαρακτηριστικών, τα οποία και δικαιολογούν την ύπαρξη της εγκληματικής πράξης. Η ποινή είναι ανάλογη με την εγκληματική πράξη, αποτελεί έκφραση ηθικής αποδοκιμασίας του δράστη και ανταπόδοσης του κακού προκειμένου να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη [4]. Έτσι, στο συγκεκριμένο πρότυπο η ποινή αποτελεί τρόπο εξιλέωσης του κρατούμενου για το έγκλημά του απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους. Έχει τιμωρητικό και εξιλαστικό χαρακτήρα και επιτυγχάνεται με τον περιορισμό του κρατουμένου στη φυλακή, η οποία εκπροσωπεί την εξουσία και επιβάλλει την τάξη. Οι φύλακες είναι οι αυταρχικοί εκπρόσωποι της εξουσίας. Η εργασία αποτελεί μέρος της ποινής, γι’ αυτό και ο χαρακτήρας της κρίνεται άσκοπος και ανιαρός. Οι δυνατότητες για εκπαίδευση και κοινωνικο-πολιτική δραστηριότητα είναι μηδαμινές [5]. Ο τιμωρητικός χαρακτήρας της ποινής επιτυγχάνεται με: α) την εκπαίδευση και τη διδαχή κάποιας τέχνης, β) την ηθική και τη θρησκευτική αγωγή, και γ) την πειθαρχία και την υποταγή στους νόμους [6].

Στη συνέχεια, το πνεύμα του προνοιακού προτύπου κυριάρχησε κατά τα έτη 1900-1960 [7]. Η «προνοιακή» αντίληψη ενισχύθηκε από τους απανωτούς πολέμους στις αρχές του αιώνα, που είχαν ως αποτέλεσμα τα εκατοντάδες ορφανά, άπορα και εγκαταλελειμμένα ανήλικα. Πάντως, στην καθιέρωσή του συντέλεσαν οι ιδέες της Νέας Κοινωνικής Άμυνας και του Συνόλου Στοιχειωδών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων του ΟΗΕ (1955). Στο συγκεκριμένο πρότυπο η ποινή δεν είναι ανταπόδοση του κακού, αλλά στοχεύει στην άμυνα του κοινωνικού συνόλου. Ειδικότερα, η ποινή και η στέρηση της ελευθερίας αποσκοπούν στην ηθική βελτίωση της προσωπικότητας του κρατουμένου και την κοινωνική «επαναπροσαρμογή» του. Η προνοιακή/ θεραπευτική προσέγγιση συνέβαλε στην εξατομίκευση της μεταχείρισης [8] του κρατουμένου και μετέθεσε το βάρος από την πράξη στην προσωπικότητα, από το έγκλημα στον εγκληματία. Η αντεγκληματική πολιτική ορίστηκε με γνώμονα τη μεταβολή της δομής της προσωπικότητας του εγκληματία στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες [9].

Στο προνοιακό πρότυπο παρουσιάζει ενδιαφέρον η παρέμβαση της Πολιτείας, όσον αφορά στην εμπλοκή του ατόμου στις (ημι)ποινικές διαδικασίες και την εισαγωγή του σε ιδρύματα [10]. Ωστόσο, παρέχεται στοιχειώδης γραμματική και επαγγελματική εκπαίδευση και η αγωγή είναι ηθικοκοινωνικής κατεύθυνσης. Η εργασία θεωρείται ωφέλιμη και παραγωγική. Η επικοινωνία του κρατουμένου με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον είναι θεμιτή. Το σωφρονιστικό προσωπικό είναι υποχρεωμένο να σέβεται την αξιοπρέπεια του κρατουμένου. Υπάρχει και εδώ αυταρχικότητα, αλλά εκφράζεται με πιο ήπιο τρόπο. Ο κρατούμενος θεωρείται άτομο κοινωνικά δυσπροσάρμοστο, γι’ αυτό και η μεταχείρισή του έχει πατερναλιστικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στη διάπλαση ενός ατόμου πειθαρχημένου [11]. Συμπερασματικά, το πρότυπο προνοίας αποβλέπει στην αναζήτηση ενός αποτελεσματικού τρόπου “μεταχείρισης” του ατόμου, και δη και του ανηλίκου, με βάση τη διερεύνηση των αναγκών του και με σκοπό να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο κατά παραγωγικό τρόπο. Πρόκειται δηλαδή για ένα μοντέλο, κατά το οποίο η απονομή της κοινωνικής δικαιοσύνης στηρίζεται σε κοινωνικο-προνοιακές μεθόδους του κρατικού φορέα, στο οποίο συμμετέχουν επιστήμονες από διάφορους τομείς της ανθρώπινης συμπεριφοράς [12].

Ενώ στο προνοιακό πρότυπο σκοπός είναι η ηθική βελτίωση του κρατουμένου και η κοινωνική του αναπροσαρμογή, στο δικαιϊκό το κέντρο βάρους εντοπίζεται: α) στο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κρατουμένου, β) στην εκούσια υποβολή του σε προγράμματα αγωγής, και γ) στην ελαχιστοποίηση της παραμονής του στα καταστήματα κράτησης. Σύμφωνοι με το πνεύμα αυτό είναι οι Ευρωπαϊκοί Σωφρονιστικοί Κανόνες του 1973 και του 1987. Στο παρόν πρότυπο γίνεται λόγος για την αγωγή του κρατουμένου και την κοινωνική του επανένταξη. Ιδιαίτερα για τους ανήλικους παραβάτες κύριο ρόλο παίζει η διαπαιδαγώγησή τους. Ωστόσο, στη διαπαιδαγώγηση αυτή σημαντική είναι η προσωπική συμμετοχή του ανηλίκου, με παράλληλο όμως σεβασμό από την πλευρά της Πολιτείας προς την αξία και τα δικαιώματά του ως ελεύθερης προσωπικότητας [13]. Η εργασία, η αγωγή και η εκπαίδευση παύουν να είναι ηθοπλαστικού και αναμορφωτικού χαρακτήρα και αποκτούν νέα διάσταση προσδίδοντας νέα προοπτική, ως μέσα στην επαγγελματική αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη του κρατούμενου. Η επικοινωνία με το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον επιβάλλεται σε μια προσπάθεια ενός ανοίγματος της φυλακής, ενός κλειστού-ιδρυματικού καταστήματος, προς τον έξω κόσμο [14]. Συμπερασματικά, το δικαιϊκό πρότυπο ή αλλιώς πρότυπο δικαιοσύνης είναι ένα μοντέλο απονομής δικαιοσύνης, το οποίο διέπεται «από ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες που εγγυώνται μια δίκαιη διαδικασία» [15].

Η Κ. Δ. Σπινέλλη συμπληρώνει και το «πρότυπο συμμετοχής», το οποίο αποτελεί εναλλακτική λύση και αποβλέπει στη μεγιστοποίηση της συμμετοχής όλων των πολιτών και στην ελαχιστοποίηση αυτής του κρατικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συγκρούσεων [16].

 

«Η επίσημος Ελληνική δήλωσις προσχωρήσεως εις την Διακήρυξιν της Γενεύης της οποίας το πρωτότυπον ευρίσκεται εις τα Γραφεία της εκεί Διεθνούς Ενώσεως για την Προστασία του Παιδιού». Πηγή, περ. «Το Παιδί Π.Ι.Κ.Π.Α.», αρ. φύλ. 52, Μάρτιος 1939, σελ. 11.

«Η επίσημος Ελληνική δήλωσις προσχωρήσεως εις την Διακήρυξιν της Γενεύης της οποίας το πρωτότυπον ευρίσκεται εις τα Γραφεία της εκεί Διεθνούς Ενώσεως για την Προστασία του Παιδιού». Πηγή, περ. «Το Παιδί Π.Ι.Κ.Π.Α.», αρ. φύλ. 52, Μάρτιος 1939, σελ. 11.

 

Σήμερα, το σωφρονιστικό σύστημα έχει αναδιαρθρωθεί παραμερίζοντας τις κατασταλτικές πρακτικές της παραδοσιακής Σωφρονιστικής, μέσα από την υιοθέτηση ψυχοπαιδαγωγικών πρακτικών και την εφαρμογή ψυχοδιαγνωστικών, κλινικών και θεραπευτικών μεθόδων στο πλαίσιο της σωφρονιστικής εκπαίδευσης (correctional education). Επιπλέον, είναι εμφανής στη διεθνή βιβλιογραφία η μελέτη του φαινομένου της νεανικής παραβατικότητας μέσα από την οπτική της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης [17], κλάδου της επονομαζόμενης Ειδικής ή Θεραπευτικής Παιδαγωγικής. Παιδιά και έφηβοι με αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά και, γενικά, νεαρά άτομα που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα ή ηθικό παράπτωμα, παρουσιάζοντας έτσι παρεκκλίνουσα συμπεριφορά απέναντι στις κοινωνικές νόρμες, αποτελούν σύγχρονο αντικείμενο έρευνας και παιδαγωγικής αντιμετώπισης εκ μέρους της Ειδικής Αγωγής. Υπό τη διάσταση αυτή εξετάζονται ως «υποκείμενα της Εποπτευόμενης Αγωγής» (Education surveillée) [18].

Ταυτόχρονα, στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται λόγος για νέες στρατηγικές παρέμβασης, και μάλιστα πρώιμης, οι οποίες στηρίζονται σε εκπαιδευτικά προγράμματα, που με τη σειρά τους προάγουν την υγεία, περιφρουρούν την ασφάλεια, διασφαλίζουν την πρόληψη, θέτουν ως προϋπόθεση τη συμμετοχική εκπαίδευση και συνδέουν το σχολικό περιβάλλον με την υπόλοιπη κοινότητα[19].

Τέλος, υπό την ιστορική εξέλιξη των παραπάνω ιδεολογικών επιρροών, η ιδρυματική μεταχείριση των ανηλίκων στη χώρα μας ξεκινά θεσμικά στις αρχές του αιώνα μας με τη μορφή ασύλων [20]. Η σύνταξη των νόμων 1681/1919, 1682/1919 και 2018/1920 γίνεται από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η αλητεία και η επαιτεία τιμωρούνται από το νόμο και λαμβάνονται μέτρα προστασίας ιδιαίτερα για τους ανηλίκους.

Ιδιαίτερα, η ίδρυση και η οργάνωση των Αναμορφωτικών Καταστημάτων/ Ιδρυμάτων Αγωγής πραγματώνεται στον αιώνα μας. Ο Έλληνας νομοθέτης θεσμοθέτησε την ίδρυση και τη λειτουργία των Αναμορφωτικών Καταστημάτων [21] με το π. δ. 2.12.1926 και κυρίως με τον α. ν. 2724/1940. Αρχικά συναντάμε τις έννοιες ίδρυμα ή άσυλον [22]. Από τα μέσα της τρίτης δεκαετίας [23] και ύστερα συναντάμε τα Αναμορφωτικά Καταστήματα ως επίσημο θεσμό του κράτους. Ωστόσο, μέχρι το 1940 λειτουργούν περισσότερο ως «άσυλα αλητοπαίδων». Με τον α. ν. 2724/1940 αρχίζουν να λειτουργούν ως Αναμορφωτικά Καταστήματα [24]. Τα Αναμορφωτικά Καταστήματα αργότερα μετονομάστηκαν σε Ιδρύματα Αγωγής (π.δ. 602/19.8.1976). Η λειτουργία των Ιδρυμάτων Αγωγής ανηλίκων Κορυδαλλού (αρρένων) και Παπάγου (θηλέων) έπαψε με το π. δ. 180/10.7.1997, ενώ συνεχίστηκε η λειτουργία του Ιδρύματος Αγωγής ανηλίκων αρρένων Βόλου.

Συγκεκριμένα, τα Ιδρύματα Αγωγής [25] υπάγονται στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ειδικότερα των Υπηρεσιών του Τμήματος Συνθηκών Λειτουργίας Ιδρυμάτων Αγωγής Ανηλίκων και Σωφρονιστικών Καταστημάτων, το οποίο μεριμνά για την ίδρυση, την κατάργηση, την οργάνωση και τη λειτουργία των Ιδρυμάτων Αγωγής. Σκοπός τους είναι η άσκηση αγωγής και η απόκτηση επαρκών επαγγελματικών εφοδίων προς επίτευξη της επαγγελματικής αποκατάστασης [26] και της κοινωνικής (επαν)ένταξης των ανηλίκων, οι οποίοι έχουν δώσει αποδείξεις ηθικής παρεκτροπής ή έχουν υποπέσει σε αξιόποινες πράξεις. Γενικά, η παροχή επαγγελματικής κατάρτισης στη χώρα μας υπήρξε χαμηλή και οι δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης ελάχιστες έως μηδαμινές.

Ο Δικαστής Ανηλίκων καταφεύγει στον εγκλεισμό του ανηλίκου σε Ίδρυμα, όταν έχουν εξαντληθεί τα άλλα αναμορφωτικά μέτρα, όπως η επίπληξη, η ανάθεση της επιμέλειάς του στους γονείς, τους επιτρόπους, τους κηδεμόνες του, σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων, και όταν οι συνθήκες ζωής του ανηλίκου είναι τέτοιες που επιβάλλουν την ιδρυματική μεταχείριση, π.χ. οικονομική ανέχεια, επικίνδυνες φιλίες κ.λπ.

Σήμερα, η διαδικασία της αποϊδρυματοποίησης, δηλαδή η αποφυγή των παραδοσιακών τρόπων μεταχείρισης ανηλίκων σε κλειστά ιδρύματα, ενισχύεται κυρίως στο εξωτερικό και ελάχιστα στη χώρα μας με θεσμούς, όπως ο θεσμός της «διαμεσολάβησης» για τη διευθέτηση της σύγκρουσης μεταξύ δράστη και θύματος, ο θεσμός της «εργασίας για την κοινότητα», ή «κοινωφελούς εργασίας» και «ενδιάμεσης θεραπείας», η ταχεία απόλυση με όρους ή με δοκιμαστική άδεια και η χρησιμοποίηση ημιελεύθερης διαβίωσης είτε κατά τη διάρκεια της ημέρας για εκπαιδευτικούς σκοπούς είτε κατά τη διάρκεια της νύκτας για εργαζόμενους κρατούμενους [27].       

Καταλήγοντας, η παραμονή σε ένα ίδρυμα, εφόσον κρίνεται αναγκαία από τους φορείς κοινωνικού ελέγχου, μπορεί να οδηγήσει στη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης μόνο, εάν ο τρόπος λειτουργίας των ιδρυμάτων αυτών είναι προσανατολισμένος προς στόχους αγωγής, εκπαίδευσης και ένταξης, γεγονός που θα διατρανώσει την πεποίθησή του ίδιου του νεαρού ατόμου στη διαδικασία μιας επιτυχημένης μαθητείας στους κοινωνικούς κανόνες. Σε κάθε περίπτωση, η αγωγή τόσο από τη σκοπιά της πρόληψης όσο και από τη σκοπιά της θεραπείας μπορεί να λειτουργήσει ως βασική παράμετρος στη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης προσωπικότητας με κοινωνική προοπτική, συναισθηματική σταθερότητα, πνευματική ανάπτυξη και προσωπική ευεξία. Η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου είναι δυνατή, σε ένα πλαίσιο διορθωτικής παρέμβασης για την τροποποίηση της συμπεριφοράς βάσει εκπαιδευτικών στόχων και ψυχοπαιδαγωγικών εφαρμογών. Συνεπώς, η πρωτογενής πρόληψη, όπως αυτή διαμορφώνεται από το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον έχει θεμελιώδη σημασία στην κοινωνική συμμετοχή και τη σχολική  συμπερίληψη του νεαρού ατόμου και σαφώς όχι η δευτερογενής πρόληψη, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την παρέμβαση κατασταλτικών μηχανισμών και φορέων της ποινικής δικαιοσύνης, π.χ. εγκλεισμός σε σωφρονιστικά καταστήματα κ.λπ.

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την αξία που έχει ένα διδακτικό και μαθησιακό γεγονός ως εμπειρία και μίμηση εκπαιδευτικού και κοινωνικού προτύπου, εφόσον η διδασκαλία στη θεωρία και την πράξη εμφορείται από τις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Αυτό το παιδαγωγικό περιβάλλον διαμορφώνει καθοριστικά μια Παιδαγωγική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[28], το πνεύμα της οποίας πρέπει να συνοδεύει την όποια παιδαγωγική και διδακτική προσέγγιση, όπου και εάν αυτές λαμβάνουν χώρα, ακόμη και σε ένα ιδρυματικό πλαίσιο.

 

Βασιλική Ιωαννίδη,

Δρ Παιδαγωγικής 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σ. Α. Αλεξιάδη, Σωφρονιστική, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 47.

[2] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική Νομοθεσία, ελληνική-διεθνής, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1995, σελ. 78-79.

[3] Πρβλ. H. S. Becker, Οι περιθωριοποιημένοι, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000/ Κ. Δ. Σπινέλλη, «Ανήλικοι εγκληματίες ή νεαροί παραβάτες; Το πρόβλημα υπό το πρίσμα της “θεωρίας της ετικέττας”», Ποινικά Χρονικά, 26, 1976, σ. 785-800.

[4] Π. Σαββουλίδη, «Αντεγκληματική Πολιτική. Κοινωνικός Έλεγχος ανηλίκων». Στο Β΄ Πανελλήνιο Συμπόσιο Επιμελητών Δικαστηρίων Ανηλίκων, Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Βέροιας, Βέροια-Παναγία Σουμελά, 4-6 Σεπτεμβρίου 1992, σελ. 83.

[5] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική…, ό.π., σελ. 79-80.

[6] Ν. Ε. Κουράκη, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, Α΄, Θεωρία και πρακτική της ποινικής καταστολής, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1991, σελ. 54-55.

[7] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σελ. 241.

[8] Ν. Ε. Κουράκη, Ποινική Καταστολή, (συνεργασία-επιμέλεια: N. K. Kουλούρης), εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σελ. 232 κ. εξ. και 241.

[9] Π. Σαββουλίδη, «Αντεγκληματική…», ό.π., σελ. 83-84.

[10] Ν. Ε. Κουράκη, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, Α΄, ό.π., σελ. 56.

[11] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική…,  ό.π., σελ. 80-84.

[12] Κ. Δ. Σπινέλλη, «Πρότυπο Πρόνοιας, Πρότυπο Δικαιοσύνης και οι Κανόνες του Πεκίνου». Στο συμπόσιο: Μπεζέ Λουκία (επιμελήτρια έκδοσης), Πρόληψη και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Επανεκπαίδευση-Ένταξη), εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1990, σελ. 173-174.

[13] Ν. Ε. Κουράκη, «Δίκαιο ανηλίκων και δικαιώματα του ανθρώπου. Παλαιότερες και νεότερες τάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό». Στο 42ο Διεθνές Σεμινάριο της Διεθνούς Εταιρείας Εγκληματολογίας, Δρ. Λ.-Α. Σισιλιάνος (επιμελητής έκδοσης), Η στέρηση της ελευθερίας στο ποινικό σύστημα και τα δικαιώματα του ανθρώπου, Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του ανθρώπου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1991, σελ. 399-401.

[14] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ν. Ε. Κουράκη, Σωφρονιστική…, ό.π., σελ. 84-87.

[15] Κ. Δ. Σπινέλλη, «Πρότυπο Πρόνοιας…», ό.π., σελ. 174.

[16] Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό…, ό.π., σελ. 243.

[17] S. Kirk, Η εκπαίδευσις των αποκλινόντων παιδιών, μετάφρ. Κ. Ι. Τσιμπούκη, Αθήναι 1973.

[18] Γ. Σ. Κρουσταλάκη, Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες στην οικογένεια και το σχολείο. Ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση, Αθήνα, χ.χ., σελ. 28 κ.εξ. και 13.

[19] Βλ. M. Shaw, Promoting Safety in Schools: International Experience and Action, International Centre for the Prevention of Crime, 2004/ M. Shaw, Investing in Youth: International Approaches to Preventing Crime and Victimization, International Centre for the Prevention of Crime. 2004/ M. Shaw, Police, Schools and Crime Prevention: A preliminary review of current practices, International Centre for the Prevention of Crime, 2004/ Β. Algozzine, Ρ. Kay, Preventing Problems Behaviors. A Handbook of Successful Prevention Strategies. Council for Exceptional Children. Corwin Press, Inc., 2002.

[20] H. Korsten, Αναμορφωτήρια, Μ.Π.Ε., τ. 1ος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα-Ηerder, Αθήναι 1967, σελ. 214.

[21] Βλ. Α. Τρωιάνου-Λουλά, Η ποινική νομοθεσία των ανηλίκων. Κείμενα-Βιβλιογραφία-Νομολογία-Σχόλια, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 1995, σελ. 207 κ.εξ. και 413 κ. εξ./ Συλλογή Νομοθεσίας Ανηλίκων, Υπουργείον Δικαιοσύνης, Γενική Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως, Διεύθυνσις Εκτελέσεως Ποινών, Τμήμα Ανηλίκων, Εν Αθήναις εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1968/ Ραπτάρχη, Κώδικας Διαρκούς Νομοθεσίας και Κ. Σιφναίου, Πανδέκται Νέων Νόμων και Διαταγμάτων. Επίσης, βλ. πληροφοριακά Εκτέλεσις Ποινών και Μεταποινικά Θέματα, Συλλογή Νομοθεσίας υπό Ιωάννου Θεοδωράκη, ελεγχθείσα υπό Ανδρέου Χριστοδούλου, Υπουργείον Δικαιοσύνης, Εθνικόν Τυπογραφείον 1960/ Προσωπικόν Φυλακών και Αναμορφωτικών Καταστημάτων Ανηλίκων, Συλλογή Νομοθεσίας μετά υπομνήματος υπό Αγγέλου Μ. Σπινέλλη, ελεγχθείσα και συνοδευομένη υπό υπομνήματος Σπυρίδωνος Δήμητρα, Υπουργείον Δικαιοσύνης, Εθνικόν Τυπογραφείον, 1959.

[22] Σχετικοί είναι οι νόμοι 1681/1919, 1682/1919 και 2018/1920.

[23] Βλ. αναλυτικά Δ. Π. Στασινού, Η ειδική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Αντιλήψεις, θεσμοί και πρακτικές. Κράτος και ιδιωτική πρωτοβουλία (1906-1989), εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1991, σελ. 77-82.

[24] Δ. Χριστοφίδη, «Τα αναμορφωτικά καταστήματα εις την Ελλάδα», Ακτίνες, 15, 1952, σελ. 18.

[25] Βλ. Κ. Δ. Σπινέλλη, Ελληνικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών και Θυμάτων. Ένας κλάδος υπό διαμόρφωση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σελ. 118 κ.εξ.

[26] Βλ. Νεανική Παραβατικότητα και επαγγελματική ένταξη. Συγκριτική μελέτη για τις αναπτυσσόμενες πολιτικές στην Ελλάδα και στη Βρετανία, «Άρσις», Εταιρεία Κοινωνικής Υποστήριξης Νέων, Αθήνα 1995, σελ. 16.

[27] Κ. Δ. Σπινέλλη, Α. Τρωιάνου, Δίκαιο Ανηλίκων. Ποινικές ρυθμίσεις και εγκληματολογικές προεκτάσεις, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Β΄ έκδοση αναθεωρημένη, Αθήνα-Κομοτηνή 1992, σελ. 138, 140 και 144-145.

[28] Πρβλ. V. Lenhart, Παιδαγωγική των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2006.

 

Read Full Post »

Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα»

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίζονται με τα γιορτινά τους και τα παιδιά, άλλα μοναχικά, άλλα σε παρέες, κρατώντας κουδουνιστά τρίγωνα ή μπαγλαμαδάκια, κιθάρες, ακορντεόν, λύρες ή φυσαρμόνικες, ξεχύνονται στους δρόμους, για ν’αναγγείλουν πόρτα-πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια, που ψάλλονται εθιμικά την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (του Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνα της Μεγάλης Παρασκευής, που έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και τραγουδούσαν σαν σε χορωδία. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι, η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

 

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Η ρίζα του εθίμου

 

Τα κάλαντα είναι αρχαϊκὸ ελληνικὸ και ρωμαϊκό έθιμο, ενώ η λέξη κάλαντα έχει λατινική προέλευση. Η ρίζα τους φαίνεται ότι ξεκινάει απὸ τοὺς «αγερμούς» της αρχαίας Ελλάδας. Οι αγερμοὶ (απὸ τὸ ρήμα ἀγείρω = αθροίζω, μαζεύω) αρχικά ήταν έρανοι για την οικονομικὴ στήριξη ενός πολιτικού ή ζητιανιὰ των φτωχών στα αρχοντικὰ των πλουσίων ή στους ναοὺς που πανηγύριζαν ή θρησκευτική ζητιανιά σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων για τους ναούς και τα μοναστήρια των θηλυκών κυρίως θεοτήτων, όπως της Ρέας, Ειλειθυίας, Κυβέλης, Αρτέμιδος, Ήρας και άλλων.

Κάποια στιγμή πέρασαν από τους θρησκευτικούς στους παιδικούς αγερμούς, σε πράγματα δηλαδή που μάζευαν κάποια παιδιά, τα οποία ανακοίνωναν τις ημερολογιακές αλλαγές. Όπως είναι λογικό, στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν ακριβή ημερολόγια. Το αρχαιότερο ημερολόγιο το έγραψε κατά τον Δ΄ π.Χ. αιώνα ο μαθηματικός και αστρονόμος Εύδοξος ο Κνίδιος, σύγχρονος του Αριστοτέλη, γι΄ αυτὸ και λεγόταν «Ευδόξου Τέχνη». Απὸ την προϊστορικὴ εποχή ο άνθρωπος είχε παρατηρήσει τα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, που το χωρίζουν σε τέσσερα τέταρτα (εποχές), δηλαδή τις δύο ισημερίες, εαρινή στις 20 Μαρτίου και φθινοπωρινή στις 22 Σεπτεμβρίου, και τα δύο ηλιοστάσια, το χειμερινή στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς, και το θερινὸ στις 21 Ιουνίου με τη μεγαλύτερη ημέρα της χρονιάς. Τις αλλαγές αυτές τις διαπίστωναν παρατηρώντας το βορειότερο και το νοτιώτερο σημείο της ανατολής και της δύσης του Ηλίου στις οροσειρές του ορίζοντα.

Τις ακριβείς ημερολογιακές αλλαγές του έτους ή και του μηνός τις ανακοίνωναν εκείνοι που ασχολούνταν με τα ημερολόγια και ο απλός λαός τις μάθαινε από μικρά παιδιά, μικροὺς ἀγγελιοφόρους, που μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με αγγελτήρια και ευχετήρια τραγουδάκια και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχε νόμισμα, τα φιλοδωρήματα ήταν ξηροὶ ή λιασμένοι καρποί, αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα ή τρόφιμα, αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασὶ στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι και διάφορα άλλα καλούδια απὸ το κελλάρι του κάθε σπιτιού. Αργότερα ήταν και νομίσματα μικρής αξίας, όπως οι οβολοὶ.

Τα παιδιά της προϊστορικής εποχής έλεγαν το μήνυμα και τις ευχές κάθε πρωτομηνιά (νεομηνία), όπως μνημονεύει ο συντάκτης του ψευδηροδότειου Βίου του Ομήρου, που γράφει ότι δήθεν ο φτωχὸς και τυφλός Όμηρος παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτὸν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων, δηλαδή ο Όμηρος «περνώντας το χειμώνα στη Σάμο κάθε πρώτη του μηνός περνούσε από αρχοντικό σε αρχοντικό, και έπαιρνε κάτι, αφού τραγουδούσε τα λόγια αυτά, τα οποία ονομάζουν ειρεσιώνη. Και τον οδηγούσαν κάθε φορά παιδιά από την περιοχή αυτή, που τραγουδούσαν κι αυτά μαζί του». Ο χαρακτηρισμός των τραγουδιών αυτών ως «ειρεσιώνη» δείχνει την εξέλιξη των αγερμών στο πέρασμα των χρόνων και την ταύτισή τους με την ειρεσιώνη των αρχαίων Ελλήνων.

 

Στα χρόνια της «ειρεσιώνης»

 

Ειρεσιώνη

Ειρεσιώνη

Πίσω από τα κάλαντα, λοιπόν, κρύβεται και το αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλί) ήταν ένα κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί, πάνω στις οποίες κρεμούσαν τους καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π.), που τους προσέφεραν στα διάφορα σπίτια. Συμβόλιζε την ευφορία και τη γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη, στα Θαργήλια (27 Απριλίου – 26 Μαΐου),  με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς να ευνοήσουν την καρποφορία, και μια το φθινόπωρο, στα Πυανέψια, την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιόνος (Ιανουαρίου), για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την συγκομιδή των καρπών. 

Στην αρχαία Ελλάδα, πολλούς αιώνες πριν τη γέννηση του Χριστού, «παίδες αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) ξεχύνονταν στους δρόμους δύο φορές το χρόνο με «ειρεσιώνες» στα χέρια, τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι ευχόμενα πλούτο, χαρά και ειρήνη και έπαιρναν ως φιλοδώρημα καρπούς κάθε λογής από το νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού. Το έθιμο της ειρεσιώνης ήταν έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που έφευγε και παράκληση να συνεχιστεί η γονιμότητα και η ευφορία και το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπως κρεμάμε σήμερα τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Εκεί θα έμενε μέχρι το επόμενο έτος, όποτε θα καίγονταν σε τελεστική φωτιά, όπως καίμε στις μέρες μας τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια στις φωτιές του Αη-Γιάννη. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από τη θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):

 

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,

συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…

Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί

κατά καρδόπου έρποι μάζα…

 Δηλαδή:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,

γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.

Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,

και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία

και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.

Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι

στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

 

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

 Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη

ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα

να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη

και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Επομένως τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί,  ειρεσιώνες κ.α. ήταν κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά μόνο σε όψιμα χρόνια.

 

Από τις calendae στα κάλαντα

 

Μέχρι να φτάσουμε από τις αρχαίες ειρεσιώνες στα σημερινά κάλαντα μεσολάβησε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για τη σημερινή διαμόρφωση των καλάντων, η οποία τους χάρισε και το όνομα που έχουν σήμερα.

Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια κάθε μήνας διαρκούσε όσο μία περίοδος περιφοράς της σελήνης γύρω από τη γη (σεληνιακοί μήνες). Στην αρχή κάθε σεληνιακού μήνα οι ρωμαίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν τις λεγόμενες «calendae» καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae), που μεταφράζεται «νουμηνίες» (νέος + μήνας). Η λέξη calendae προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Το ρήμα calo είναι συγγενικό με το δικό μας ρήμα «καλώ». Από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier και το δικό μας καλεντάρι ( το calendarium των Ρωμαίων ήταν κατάλογος  χρεών μαζί με τόκους και φόρους, που πληρώνονταν την πρώτη κάθε μήνα).

Η πιο εντυπωσιακή από όλες τις γιορτές των ρωμαϊκών νουμηνιών ήταν οι Καλένδες του μήνα Ιανού, δηλαδή του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες, πέρα από το γλέντι και την ανταλλαγή των δώρων, οι άρχοντες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους σε μια πανηγυρική τελετή. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομά τους τα κάλαντα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως ταυτίστηκαν με την 1η Ιανουαρίου και επομένως με την πρωτοχρονιά (Κάλαντα = πρωτοχρονιά). Σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια, που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά όλη την περίοδο των Χριστουγέννων. Ετυμολογικά τουλάχιστον από ‘κει κρατούν τα «κάλαντα».

Από τις καλένδες προέρχεται, εκτός από τα κάλαντα, και η παροιμιακή φράση «παραπέμπω στις (ελληνικές) καλένδες», που τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και σημαίνει κάτι που διαρκώς αναβάλλεται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ. Γιατί δεν υπήρχαν ελληνικές καλένδες, ενώ ρωμαϊκές υπήρχαν. Για το ρωμαίο της εποχής του Αυγούστου η υπόσχεση «θα σε πληρώσω στις καλένδες» ήταν εντελώς κυριολεκτική, ισοδύναμη με τη δική μας «θα σε πληρώσω την πρώτη του μηνός». Η έκφραση όμως «θα σε πληρώσω στις ελληνικές καλένδες» (ad calendas graecas) έδειχνε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και ήταν ισοδύναμη με τις δικές μας φράσεις «θα σε πληρώσω στις 30 του Φλεβάρη» ή «το μήνα που δεν έχει Σάββατο».

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα πήραν τη σημερινή τους μορφή στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Τότε οι χριστιανοί ήθελαν να εξοβελίσουν από τη ζωή τους κάθε τι που θύμιζε το ρωμαϊκό κόσμο, απ’ τον οποίον καταδιώχθηκαν άγρια. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα με διαφορετική νόημα λέξεις που σχετίζονταν με τελετουργίες ειδωλολατρικών ρωμαϊκών εορτών και επέλεγαν να γιορτάζουν τις δικές τους γιορτές σε ημερομηνίες αντιστοίχων ειδωλολατρικών. Επειδή όμως οι προχριστιανικές τελετουργίες είχαν διεισδύσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων, η χριστιανική εκκλησία έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, λοιπόν, διατήρησε τα περισσότερα λαοφιλή αρχαία έθιμα, αλλά  με άλλη μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Η λαϊκή παράδοση  από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς και έδωσε στον «Αϊ Βασίλη», που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του 379 μ.Χ., όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν στις 30 Δεκεμβρίου την αναγέννηση του Διονύσου, ο οποίος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη και σκοτώθηκε από τους τιτάνες. Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή είχε ταυτιστεί με τη γιορτή του Ήλιου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες ο Ήλιος είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου, που γεννιόταν κατά τη χειμερινή τροπή του ήλιου, μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν το Μάρτιο, την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από τη μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα μέχρι να εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Ισημερία το Μάρτιο. Τότε «αλλάζει ο χρόνος», ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης της φύσης.

Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»: 

 

[…] «Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»[…]

 

Στη βυζαντινή περίοδο

 

Βυζαντινά Κάλαντα

Βυζαντινά Κάλαντα

Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και δεν υποχώρησε, παρά τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των πατέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. Και πολλοί Πατριάρχες το απαγόρευαν στους πιστούς, ενώ ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Τζέτζης, που έζησε τον 12ο αιώνα, αποκαλούσε τους καλαντιστές κάθε πρωτομηνιάς «μηναγύρτες»:

 Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι

και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων,

………………………………

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τους παρουσιάζει μάλιστα ως γάλλους (= κίναιδους) ιερείς, οι οποίοι έβαζαν πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι το είδωλο της θεάς  Ρέας και περιερχόμενοι στις κώμες τραγουδούσαν τα αρχίμηνα χτυπώντας και τύμπανα (=ντέφια) και ζητιανεύοντας (προσαιτούντες) όσπρια και σιτηρά υπέρ του μοναστηριού τους. Και οι οπαδοί της λατρείας ασπάζονταν το είδωλο και τους έδιναν ένα πιάτο απ᾽ αυτά που ζητούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και οι καλόγεροι, που ζητιάνευαν για τα μοναστήρια τους με λείψανα και εικονίσματα αγίων πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι  και μάζευαν παρόμοια προϊόντα ή χρήματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας στη Βυζαντινή περίοδο δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν από το 13ο αιώνα και απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Ωστόσο τα Κάλαντα ή Κάλενδοι, όπως ονομάζονταν στο Βυζάντιο, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν απλά τραγούδια. Ήταν λαμπρή γιορτή. Μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν διάφορα εγκωμιαστικά ή και σατιρικά τραγούδια παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από κάθε νοικοκύρη.  Κρατούσαν ραβδιά ή φανάρια ή ομοιώματα πλοίων στολισμένα και συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου.

 

Τα κάλαντα στη νεοελληνική παράδοση

 

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα. Ομάδες παιδιών ή και ώριμων ανδρών περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν στα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή. Από την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας μάλιστα καθιερώθηκε το έθιμο της απαγγελίας των καλάντων από τους άνδρες της ανακτορικής φρουράς ενώπιον των Βασιλέων, όπως συνέβαινε και σε άλλους Ευρωπαϊκούς Βασιλικούς Οίκους, όπου είχαν καθιερωθεί παρόμοιες εθιμικές ευχητικές εκδηλώσεις. Έτσι μέχρι σήμερα συνεχίζεται το έθιμο να λέγονται τα κάλαντα όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και σε πρόσωπα πολιτικά από ομάδες, συλλόγους, χορωδίες κλπ.

Τα κάλαντα, που ακούμε σήμερα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, είναι πολλά και ποικίλα, πανέμορφα και γεμάτα παραλλαγές, αυτοσχεδιασμούς και αποχρώσεις και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Είναι τραγούδια με στίχους, που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά σε κάθε νοικοκύρη, που επισκέπτονται ή συναντούν οι καλαντάρηδες, και στα μέλη της οικογένειάς του,  την «κυρά» (= σύζυγο), το γιο ή τη θυγατέρα.

Παρόλο όμως που διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια «τυπική» δομή: το πρώτο μέρος τους αναφέρεται στην εορτή, το δεύτερο εγκωμιάζει το σπίτι στο οποίο ψάλλονται και καθένα από τα μέλη της οικογένειας, και το τρίτο παραινεί τους οικοδεσπότες σε φιλοδώρημα προς τους καλαντιστές. Ξεκινούν δηλαδή με χαιρετισμό και στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Το τραγούδι κλείνει με ευχαριστίες για το φιλοδώρημα ή με αποδοκιμασία και σκωπτικά σχόλια για τον οικοδεσπότη, που θα αρνηθεί να «φιλέψει» τους τραγουδιστές.

Πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως τους διαμόρφωσαν σε κάλαντα κατά τη Βυζαντινή περίοδο σημαντικοί λόγιοι, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο, όπως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς Εις αυτό το Νέο Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω με την πρέπουσα αυτή…, που τραγουδάνε στην Κάλυμνο, ή τα βυζαντινά κάλαντα των Φώτων από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον, Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος….

Την παράδοση συνέχισε ο απλός λαός, που δημιούργησε στιχουργικά αριστουργήματα με το ανεπιτήδευτο, αλλά γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων της Θράκης Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη… ή τα κάλαντα Πρωτοχρονιάς των Φούρνων Ικαρίας Άγιος Βασίλης έρχεται ‘πο πίσ’ απ’ το Καμάρι, βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα κυνάρι…

 Πέρα μάλιστα από τα καθαρά «λόγια» κάλαντα (π.χ. «Καλήν ημέραν άρχοντες…») ή τα «λαϊκότερα» («Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..»), υπάρχουν τα «λαϊκά» κάλαντα, που είναι αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, ανάλογα με τις ιδιότητες και τις ανάγκες τους (π.χ. «Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…»).

Πολλές φορές όμως παρατηρούμε ότι η αναφορά στον άγιο ή στην εορτή ανακατεύεται με ευχές των καλαντιστών στα μέλη της οικογένειας και μάλιστα στα ανύπαντρα παλικάρια και κορίτσια για έναν καλό έρωτα ή γάμο. Μερικές φορές μάλιστα είναι και άμεση ερωτική πρόταση, γιατί τα κάλαντα ήταν κάποτε και ευκαιρία καντάδας καμουφλαρισμένης ανάμεσα στους στίχους των εγκωμίων του αγίου της ημέρας. Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σημερινά κάλαντα της πρωτοχρονιάς που, αν κάποιος τα ακούσει προσεκτικά, δε βγάζει σαφές νόημα από τα λεγόμενά τους, γιατί συνδέονται με μια ρομαντική ιστορία, που μας πάει πίσω στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη βυζαντινή εποχή οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές, όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. Ένα φτωχό παλικάρι, λοιπόν, εκείνη την εποχή είχε ερωτευθεί σφοδρά μια κόρη αυτοκρατορικής οικογένειας, ψηλή, όμορφη και γλυκιά, που κυκλοφορούσε φορώντας ένα από τα συνηθισμένα ψηλά καπέλα της εποχής. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να της εκφράσει τον έρωτά του, σκέφτηκε να πάει την Πρωτοχρονιά να τις πει τις ευχές του για το νέο έτος, αλλά να τροποποιήσει το ποιηματάκι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους άλλους.

Σε κάθε στίχο από τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς παρενέβαλλε και ένα στιχάκι δικό του, το οποίο θα απευθυνόταν στην κοπέλα, όπως διαπιστώνουμε, αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενό τους [σε αγκύλες οι ενδιάμεσοι στίχοι, που απευθύνονται στην καλή του].

 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

[ψιλή μου δεντρολιβανιά]

Κι αρχή καλός μας χρόνος

[εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος]

Άγιος Βασίλης έρχεται

[και δε μας καταδέχεται]

από την Καισαρεία

[συ σ’ αρχόντισσα κυρία]

Βαστάει πένα και χαρτί

[Ζαχαροκάντυο ζυμωτή]

Χαρτί χαρτί και καλαμάρι

[δες και με το παλικάρι]

 

Όπως διαπιστώνουμε, την αποκαλεί ψηλή σαν δεντρολιβανιά, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο Θόλος (θόλος εκκλησίας), επειδή φορούσε ψηλό καπέλο με τούλι στην κορυφή, της λέει ότι δεν τον καταδέχεται, γιατί είναι αρχόντισσα κυρία, την αποκαλεί ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα, και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά (δες και με το παλικάρι!). Αυτό το βυζαντινό τραγουδάκι έμεινε ως τις μέρες μας ως παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά η ιστορία ξεχάστηκε στα βάθη των αιώνων. Έτσι λοιπόν μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες τα παιδιά το τραγουδάνε κάθε Πρωτοχρονιά παίρνοντας τον μποναμά τους.

 

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

 

Η τάση αυτή της ανάμειξης των λόγιων βυζαντινών στίχων με θρησκευτικό περιεχόμενο και των αυτοσχέδιων λαϊκών στιχουργημάτων απλών ανθρώπων επιβεβαιώνει τη σύνδεση των καλάντων με τους ιστορικούς προγόνους τους, τους αγερμούς, την ειρεσιώνη και τις καλένδες. Έχουμε δηλαδή μια σύνθεση των παλιών στιχουργημάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και των εκκλησιαστικών ύμνων, που έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Εξηγεί επίσης και τη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένα τα κάλαντα, αφού η έκφρασή τους ακολούθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την καθαρεύουσα, που δηλώνει την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους, στην απλή δημοτική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται επομένως για τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά και από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, που πολλές φορές οι στίχοι τους συναγωνίζονται και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων και φανερώνουν την ποιητική ψυχή του λαού μας.

Ο λόγος που το έθιμο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι γιατί πρώτα – πρώτα θεωρείται μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Για τα παιδιά όμως που τα τραγουδούν κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα είτε σε προϊόντα. Η ανταμοιβή για τις ευχές, το «φίλεμα», στο παρελθόν ήταν σε είδος: γλυκά, ξηροί καρποί, αυγά, στάρι, λάδι, κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Αργότερα καθιερώθηκε να δίνονται χρήματα. Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα, χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους εκπληκτικής ομορφιάς και γεμάτους από ωραίες εικόνες. Πολλές φορές, όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τα παιδιά συνέχιζαν να λένε με πολύ δυνατή φωνή έξω από το σπίτι δίστιχα σκωπτικά, ειρωνικά και περιπαιχτικά,  που έχουν τη ρίζα τους στο έθιμο της αρχαίας “ειρεσιώνης,” όπως:

 Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.

Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν…

Εσέ Κυρά η ομορφιά, γρήγορα να σ’ αφήσει…

Την κόρη σου την όμορφη βάλτηνε στο ζεμπίλι

και κράτησέ την αψηλά να μη τη φαν’ οι ψύλλοι…

 

Κύριος σκοπός των καλαντιστών ωστόσο ήταν και είναι πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισπράττουν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, αλλά έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος ακολουθεί η μοιρασιά. Αυτή η μοιρασιά, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας είναι η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών. Εξίσου σημαντική είναι και η επικοινωνία, όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι γνώριμοι και δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και παλαιότερα έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί, κάτι  που προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους, όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Έθιμο σχετικό με τα κάλαντα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και οι μεταμφιέσεις. Σκοπός τους είναι ο εξευμενισμός κάποιων υπερφυσικών δυνάμεων, που πίστευαν κυρίως οι παλιοί ότι καθόριζαν τις μοίρες των ανθρώπων. Οι μεταμφιεσμένοι, που συνήθως παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων ή αγροίκων πολεμιστών ή άλλων προσώπων, όπως γαμπρός, νύφη, αράπης, γιατρός, καπετάνιος, «αλής», «καλικάντζαρος» κ.α. περιφέρονται ανά ομάδες συνοδεύοντας τους νεαρούς καλαντιστές και τραγουδώντας μαζί τους. Οι πιο γνωστές ομάδες μεταμφιεσμένων με δέρματα ζώων είναι τα «ρογκάτσια» ή «ρογκατσάρια» (ρογκάτσια=προβιές) της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, οι «Μπαμπαλιάρηδες» της Θράκης (μπάμπαλο=κουρέλι), οι «Μωμόγεροι» του Πόντου κ.α. Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα, για να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν ως προσφορά «μελιτόεσσες», μικρές μελόπιτες, που πιθανότατα είναι οι πρόγονοι των «μελομακάρονων».

Χαρακτηριστικό στοιχείο μεταμφίεσης είναι και το ραβδί που χρησιμοποιούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι καλαντιστές, απόρροια κι αυτό της «ειρεσιώνης» ή και των ράβδων των ποιμένων της Βίβλου. Πέραν όμως απ’ το συμβολισμό τους τα ραβδιά αυτά χρησίμευαν στα παιδιά και ως αμυντικό όπλο για τα σκυλιά, που θα έβρισκαν στο δρόμο τους…

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007.
  • Βρετάκου Φίλιππου, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των», Αθήνα, 1980.
  • Θεοδοσίου Σ. – Δανέζη Μ., «Ο κύκλος του χρόνου, αστρονομία και μυστηριακές Λατρείες», εκδ. Δίαυλος.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • Liddell/Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας,
  • Λουκάτου Δ., «Χριστουγεννιάτικα και των εορτών»
  • Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.
  • Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλ., «Λαογραφικά Θράκης Α΄», 1979.
  • Περιοδικό «Τερπνή», Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα,  μελέτη , φ. 42 – 44 (2001 – 02).
  • Πολίτη Ν., «Παραδόσεις Α&Β», Αθήνα 1994.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το ελληνικό περίπτερο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

 «Το ελληνικό περίπτερο»

 

Το περίπτερο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της νεοελληνικής κοινωνίας και μια ελληνική πατέντα. Είναι αυτό που μας λείπει όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, αφού σ’ αυτό μπορούμε εύκολα και ανά πάσα στιγμή να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε. Περίπτερο ονομάζεται το μικρό κτίσμα, το οποίο χρησιμεύει είτε απλώς για επίδειξη προϊόντων (περίπτερο σε εκθέσεις) ή ως μικροκατάστημα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του πεζοδρομίου. Στην Ελλάδα τα περίπτερα βρίσκονται συνήθως σε πλατείες ή σε δρόμους των πόλεων και των μεγάλων χωριών σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας ως ανεξάρτητα κτίσματα, συνήθως από ξύλο.

Φαινόμενο καθαρά ελληνικό, παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας, το περίπτερο αποτυπώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία και τις τάσεις  κάθε εποχής, ενώ η ιστορία του αποτελεί ένα κομμάτι της καθημερινότητας των Ελλήνων για περισσότερο από έναν αιώνα. Πότε και πώς ξεκίνησαν όμως; Από πού πήραν το όνομά τους; Πώς φτάσαμε από τα ξύλινα κιόσκια, όπου «γεμίζονταν στυλό διαρκείας» και πωλούνταν περιοδικά, στα σημερινά υπερσύγχρονα περίπτερα με τις κάμερες ασφαλείας, που δέχονται και πιστωτικές κάρτες;

Η λέξη «περίπτερο» είναι σε χρήση από την αρχαιότητα ως επιθετικός προσδιορισμός. Συγκεκριμένα, «περίπτερος ναός» ονομάζεται ο ναός που περιβάλλεται από κίονες σε όλες τις πλευρές του. Η διεθνής ονομασία του περιπτέρου είναι κιόσκι και προέρχεται από την τουρκική λέξη köşk. Τα περίπτερα  με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα εμφανίστηκαν μετά το 1821, αμέσως μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, πρώτα στο Ναύπλιο και έπειτα στην Αθήνα, ως μικρά καπνοπωλεία. Σιγά – σιγά τα προϊόντα που πωλούσαν πλήθαιναν και έβαλαν στις προθήκες τους μικροαντικείμενα και  το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το «Ίρις» με τιμή 25 λεπτά.

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

Συστηματικά τα περίπτερα φτιάχτηκαν μετά τον πόλεμο  του 1897 της Ελλάδας με την Τουρκία σε αστικά κέντρα της περιφέρειας. Στην Αθήνα το πρώτο περίπτερο στήθηκε στην οδό Πανεπιστημίου το φθινόπωρο του 1911. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα τα περίπτερα, δείγματα «μικροαρχιτεκτονικής», στάθηκαν δίπλα μας καλύπτοντας συνήθειες και ανάγκες της καθημερινότητας σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και όλης της Ελλάδας. Έναν και πλέον αιώνα από την εμφάνιση του πρώτου περίπτερου στην Ελλάδα, πολλά έχουν αλλάξει στην εμφάνιση και στο εμπόρευμα των περιπτέρων, αλλά ένα πράγμα έχει μείνει ίδιο: Η αίσθηση πως ό,τι κι αν χρειαστούμε, από τσιγάρα μέχρι γαριδάκια και από ποτά μέχρι υπεύθυνες δηλώσεις, θα το βρούμε σε ένα από τα δεκάδες περίπτερα που διαθέτει κάθε πόλη, κάθε ελληνική γειτονιά.

Οι λόγοι για την καθιέρωση και τη διάδοση των περιπτέρων  ήταν τρείς:  Καταρχήν η ανάγκη αποκατάστασης των αναπήρων και των τραυματιών των πολέμων. Από το 1889 ξεκίνησε η χορήγηση αδειών σε τραυματίες πολέμου και ο αριθμός των περιπτέρων μεγάλωσε κατά πολύ. Ορόσημο για την εξάπλωσή τους αποτέλεσαν ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Τότε η Ελλάδα γέμισε με ανάπηρους και τραυματίες πολέμου και η πολιτεία αναζητούσε έναν τρόπο για να τους συνδράμει. Καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να τους δώσει κανονικές συντάξεις αναπηρίας, η Πολιτεία προσέφερε στους ανάπηρους Πολέμου ως «προίκα» από ένα περίπτερο στον καθένα.

Ο δεύτερος λόγος ήταν για να μπορέσει το κράτος να ελέγξει  το καπνικό εμπόριο  και να το εντάξει σε ένα δίκτυο, ώστε να εξασφαλίσει έσοδα από τη φορολογία. Μέχρι τότε τσιγάρα χύμα και καπνό πουλούσαν  πλανόδιοι μικροπωλητές και ελάχιστα καπνοπωλεία, με αποτέλεσμα να χάνονται έσοδα για το κράτος. Το κράτος έδωσε στα περίπτερα το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων  και δημιούργησε με ελάχιστο κόστος ένα φοροεισπρακτικό μηχανισμό, που του απέδωσε πολύ υψηλά έσοδα. Παράλληλα η  νομοθετική αυτή ρύθμιση είχε και κοινωνικό χαρακτήρα, πέραν του κρατικού ελέγχου, αφού χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν απασχόληση και έχτισαν τις ζωές τους είτε ως δικαιούχοι είτε ως ενοικιαστές είτε ως προμηθευτές αυτών των μικρών επιχειρήσεων.

Ο τρίτος λόγος ήταν η εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών. Σε μια εποχή που το εμπόριο δεν είχε αναπτυχθεί, πολυκαταστήματα δεν υπήρχαν και τα σημεία πώλησης ήταν λίγα, οι καταναλωτές μπορούσαν να βρουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. Ένα μικρό, πρόχειρα κατασκευασμένο, ξύλινο κουβούκλιο με ελάχιστα προϊόντα προσπαθούσε να καλύψει τις ελάχιστες οικονομικές ανάγκες της εποχής. Το περίπτερο της γειτονιάς όμως ενώ ξεκίνησε δειλά- δειλά ως ένας μικρός εσωτερικός χώρος με ελάχιστα είδη, όπως τσιγάρα και μερικά ψιλικά, καρφίτσες, μπαχαρικά, καραμέλες, τσίχλες κ.α. , με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα με τα προϊόντα να αυξάνονται συνεχώς, όπως προστάζουν οι ανάγκες κάθε μεγαλούπολης, κυρίως όταν η αγορά κλείνει το βράδυ. Όλο και περισσότερα προϊόντα βρίσκονται στα ράφια ή στα ψυγεία του και το περίπτερο εδραιώθηκε στις συνήθειες του νεοέλληνα.

 

Περίπτερο, Αθήνα

Περίπτερο, Αθήνα

 

Το 1914 εντοπίζεται η πρώτη νομοθετική διάταξη, που αναφέρεται στην κατοχύρωση των περιπτέρων στους ελληνικούς δρόμους. Στην αρχή δημιουργήθηκε το λεγόμενο κιόσκι, μικρός επαγγελματικός χώρος χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα πάρκα, στις στάσεις των λεωφορείων, στα ΚΤΕΛ. Η  κατασκευή αυτή ήταν διαστάσεων 0,70Χ0,70μ. και αποτελούνταν από τέσσερα μεταλλικά κολονάκια και μία βάση, για να τοποθετούνται οι εφημερίδες. Στο επάνω μέρος του περιπτέρου ένα πανί το προστάτευε από τον ήλιο. Ασφάλεια δεν υπήρχε και με ένα απλό κατσαβίδι όποιος ήθελε άνοιγε το περίπτερο και έκλεβε.

Ο γνωστός χρονογράφος και ποιητής των αρχών του 20ου αιώνα Σωτήρης Σκίπης σε άρθρο του στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ στις 20 Οκτωβρίου 1919 γράφει για τα πρώτα περίπτερα που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα: Άξιος συγχαρητηρίων έγινε ο κ. Δήμαρχος ο οποίος αποφάσισε την ανέγερσιν πολλών περιπτέρων εις τας Αθήνας, τα οποία θα εκχωρήσει εις τους τραυματίας του πολέμου ή εις μέλη οικογενειών φονευθέντων πολεμιστών. Δεν φαντάζεται κανείς πόσα καλά θα προκύψουν αμέσως – αμέσως εκ της ανεγέρσεως των περιπτέρων. Τα περίπτερα θα είναι ένας στολισμός της πόλεως, θα εξυπηρετηθούν δι’ αυτών και θα εύρουν πόρον ζωής πλείστοι ανάπηροι των δύο πολέμων. Θα εξαπλωθεί δια του μέσου τούτου το ελληνικόν έντυπον, είτε εφημερίς, είτε περιοδικόν, είτε φυλλάδιον, είτε βιβλίο. Και θα γίνουν αιτία όπως οι μεγάλαι επαρχιακαί μας πόλεις θα κουνηθούν λιγάκι και θα μιμηθούν λιγάκι των πρωτεύουσαν. Μια άκρως γλαφυρή αναπαράσταση του ρόλου του περιπτέρου στην Ελλάδα των επόμενων 100 χρόνων.

Αργότερα αλλάζει η σχετική νομοθεσία και η δομή των περιπτέρων, όπως και η όψη τους, και γίνονται όλα ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα, με ίδιες διαστάσεις για όλη την Ελλάδα (1.30 Χ 1.50 μ.), με εξωτερικά ρολά ασφαλείας και ψυγεία για αναψυκτικά, ενώ με νομοθετική ρύθμιση του 1980 (ν.1080/1980) η τοπική αυτοδιοίκηση μπορούσε να παραχωρεί κοινόχρηστο χώρο στους εκμεταλλευτές περιπτέρων.

Το 2006 έδωσαν άλλους 20 πόντους και οι διαστάσεις του περιπτέρου γίνονται 1,50 με 1,70 με το εμβαδόν του κουβουκλίου να είναι 2,55 τμ.  Από εκεί και πέρα κάθε δήμος έχει διαφορετική πολιτική και δίνει διαφορετικής έκτασης κοινόχρηστο χώρο για κάθε περίπτερο. Ο δήμος της Αθήνας επιτρέπει στα περίπτερα να καλύψουν με ρολά χώρο  4,25 τετραγωνικών και επιπλέον χώρο μέχρι τα 6,35, για να βάλουν δύο ψυγεία. Μιλάμε για νόμιμη επιπλέον έκταση που παραχωρείται με την πληρωμή του τέλους κατάληψης κοινοχρήστου χώρου, ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρίσκεται το περίπτερο. Σιγά- σιγά οι ανάγκες εξυπηρέτησης των καταναλωτών πολλαπλασιάστηκαν, ήταν αδύνατο να χωρέσουν στις διαστάσεις ενός περιπτέρου αυτών των διαστάσεων και οι περιπτερούχοι αναγκάζονται να βγάζουν τα είδη τους και έξω από το νόμιμο χώρο του περιπτέρου και φυσικά πληρώνουν τσουχτερά πρόστιμα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Περίπτερο, Αθήνα, αρχές του 20ου αιώνα.

Σε πρώτη φάση άδεια περιπτέρου δικαιούνταν οι ανάπηροι πολέμου. Το Σεπτέμβρη του 1922 νόμος του Υπουργείου Περιθάλψεως ορίζει ότι τα ήδη ανεγερθέντα περίπτερα, αλλά και αυτά που πρόκειται να αναγερθούν στο μέλλον, θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην «Πανελλήνιον  Ένωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921». Η Ένωση θα είναι ο μοναδικός επίσημος φορέας διαχείρισης των περιπτέρων με προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Συγκοινωνιών, το οποίο θα καθορίζει το σχήμα και το μέγεθος των περιπτέρων που αναμένεται να ανεγερθούν. Η παραχώρηση περιπτέρου σύμφωνα με το νόμο αυτό είναι προσωπική και μόνο υπόθεση και δεν επιτρέπεται να πωληθεί, να μεταβιβαστεί, να μπει σε καθεστώς υποθήκης και να υπομισθωθεί. Επιτρέπεται επίσης συνεταιρισμός μεταξύ δύο μόνο εταίρων με την άδεια του Υπουργού Συγκοινωνιών. Σε περίπτωση θανάτου του κατόχου, η χρήση και εκμετάλλευση του περιπτέρου μεταβιβάζεται αυτόματα στη γυναίκα και τα παιδιά του αναπήρου-τραυματία για μια πενταετία και αργότερα περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ένωσης. Τα χρήματα που θα εισπραχθούν από την αδειοδότηση των περιπτέρων θα διατεθούν, σύμφωνα με το νόμο,  υπέρ της δημιουργίας ειδικού Ταμείου προικοδοτήσεως θυγατέρων και τραυματιών πολέμου.

Με νομοθετικές διατάξεις του 1943 και του 1944 μπήκαν και άλλες κατηγορίες δικαιούχων αναπήρων, όπως οι ανάπηροι πολέμου άμαχου πληθυσμού, τα θύματα πολέμου και τα θύματα ειρηνικής περιόδου. Αργότερα η ευεργετική αυτή παροχή της πολιτείας επεκτάθηκε, ενώ με το νόμο 1044/1971 δημιουργήθηκαν κανόνες στην αδειοδότηση των δικαιούχων και άρχισαν να αναγνωρίζονται και να αποκτούν δικαιώματα οι ενοικιαστές περιπτέρων ως τάξη επαγγελματιών.  Μετά το 1980 στους δικαιούχους περιπτέρων εντάχθηκαν και οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, οι ανάπηροι του Δημοκρατικού Στρατού και του άμαχου πληθυσμού δηλ. πολιτικοί ανάπηροι που τραυματίστηκαν από νάρκες, βόμβες κ.λ.π. και ακρωτηριάστηκαν, καθώς και οπλίτες σε όλα τα σώματα ασφαλείας, όπως αστυνομία, λιμενικό, πυροσβεστική και οπλίτες στρατού, φαντάροι δηλαδή που έπαθαν σε ώρα υπηρεσίας ατύχημα. Από το 2007 άδεια περιπτέρου δίνεται και σε βετεράνους του πολέμου στην Κύπρο, όπως και σε άτομα με σοβαρή αναπηρία (ΑΜΕΑ).

Ο νόμος, τέλος,  4046/2012 προβλέπει ότι οι υφιστάμενες άδειες περιπτέρων διατηρούνται σε ισχύ και δε μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται, ενώ από την 1η Ιανουαρίου του 2014 οι δικαιούχοι τους υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο, που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου. Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις οι θέσεις των περιπτέρων θα καθορίζονται εφεξής με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου κάθε πόλης και μόνο το 30% των περιπτέρων θα παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των υπόλοιπων θέσεων των περιπτέρων θα γίνεται με δημοπρασία, ενώ ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των θέσεων δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τα 10 έτη. Επιπλέον απαγορεύει την αναμίσθωση, υπεκμίσθωση και την περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους, μια πρακτική δεκαετιών, που επέτρεπε την υπενοικίαση περιπτέρων σε τρίτους.

 

Τι μπορεί να πουλήσει ένα περίπτερο;

 

Τεκμηριωμένες πληροφορίες για τα προϊόντα που πουλούσε το περίπτερο μέχρι τις αρχές του Μεσοπολέμου και τα τέλη της δεκαετίας του 1940 δεν υπάρχουν. Το μόνο σίγουρο είναι πως στο περίπτερο υπήρχαν οι εφημερίδες, τα χύμα τσιγάρα και κάποια υποτυπώδη ζαχαρώδη προϊόντα. Νομικά, το διάταγμα που υπάρχει μιλάει για «ψιλικά» και για «προϊόντα ευτελούς αξίας». Τα περίπτερα πάντα εμπορεύονταν  πράγματα πρώτης ανάγκης, που απεικονίζουν τις καταναλωτικές συνήθειες και το επίπεδο διαβίωσης κάθε εποχής. Οι «περιπτεριούχοι» ή «περιπτεράδες» πωλούν μια μεγάλη ποικιλία αντικειμένων με βασικά τα τσιγάρα, τις εφημερίδες και τα περιοδικά. Γενικά οι νόμοι ορίζουν ότι τα περίπτερα πρέπει να εξυπηρετούν τις τοπικές ανάγκες. Αυτά που βρίσκονται δίπλα σε νεκροταφεία ας πούμε μπορούν να πουλάνε λιβάνι. Για αυτό και τα περίπτερα σε τουριστικές περιοχές πουλάνε αγαλματάκια, ενώ περίπτερα σε εμπορικούς δρόμους πουλάνε ανδρικές ζώνες, γυαλιά ηλίου, μέχρι και…  τσεκούρια.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Η γαλλοτουρκικής καταγωγής ηθοποιός Υβόν Σανσόν, πρωταγωνίστρια με τον Δημήτρη Χορν στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Μια ζωή την έχουμε», ψωνίζει σε περίπτερο της εποχής του 1958.

Το προϊόν που στήριξε το περίπτερο για αρκετές δεκαετίες δεν ήταν άλλο από τα τσιγάρα. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους τα περίπτερα διέθεταν χύμα τσιγάρα. Ο καθένας που ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο πήγαινε στο περίπτερο, άφηνε μερικές δραχμούλες και αγόραζε όσα τσιγάρα του επέτρεπε το βαλάντιό του. Σήμερα, από τα χύμα και με δελτίο τσιγάρα, έχουμε πάνω από 370 διαφορετικά brands καπνοβιομηχανικών προϊόντων μαζί με τους καπνούς για στρίψιμο και πλήθος άλλων αξεσουάρ για το κάπνισμα.

Οι εφημερίδες, που τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν το μοναδικό μέσω ενημέρωσης σε μια Ελλάδα που συνεχώς συνταρασσόταν από πολεμικές συγκρούσεις, αποτελούν το δεύτερο προϊόν. Οι καθημερινές εξελίξεις γίνονταν γνωστές μέσα από τις εκδόσεις των εφημερίδων, οι οποίες πολύ γρήγορα έγιναν μέρος της γκάμας των περιπτέρων. Σε πολλές περιπτώσεις για γεγονότα ιστορικής σημασίας, οι εφημερίδες τυπώνονταν τρεις και τέσσερις φορές, για να ενημερώσουν τους Έλληνες και η ανάρτηση των εφημερίδων στις προθήκες των περιπτέρων αποτελούσε ένα σημαντικό γεγονός για την καθημερινότητα των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων σε εποχές κρίσιμες για την πορεία και την ανάπτυξη της Ελλάδας. Μετά την πτώση της χούντας το 1973 αρχίζει η έκρηξη στον Τύπο, κυκλοφορούν πάρα πολλοί τίτλοι εφημερίδων και τα κυκλοφοριακά ρεκόρ καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα και ο ξένος Τύπος ανθεί, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπου οι ξένες εφημερίδες ήταν και η μόνη αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης.

Το περίπτερο της γειτονιάς όμως είχε κρεμασμένα με μανταλάκια και τα περιοδικά. Από το περίπτερο αγόραζαν το «ΡΟΜΑΝΤΣΟ» και το «ΦΑΝΤΑΖΙΟ», το Μικρό Ήρωα και το Μικρό Σερίφη, κι ακόμα το Πάνθεον, το Ντομινό, τη Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Εκεί και τα αγαπημένα κόμιξ των παιδιών, «Μπλέκ», «Όμπραξ» και «Μικρός Καουμπόϋ». Αργότερα και τα περιοδικά κοινωνικού κουτσομπολιού, που έκαναν γνωστούς στη γειτονιά τους φλογερούς έρωτες, τα πάθη και τις «δυστυχίες» των αστέρων της τηλεόρασης και του κινηματογράφου εκείνης της εποχής. Και τα τελευταία χρόνια περιοδικά με κείμενα και εικόνες ερωτικού περιεχομένου, σταυρόλεξα και Sudoku, βιβλία και άλλα έντυπα.

Από το 1940 στα περίπτερα άρχισαν να πωλούνται ζαχαρώδη και αναψυκτικά, τσίχλες και σοκολάτες. Δίπλα στα περίπτερα τοποθετούνται τα πρώτα ξύλινα ψυγεία με πάγο για χυμούς, αεριούχα ποτά και εμφιαλωμένο νερό. Οι παλιότεροι θυμούνται τις λεμονάδες και τις γκαζόζες της εταιρίας ΗΒΗ, που έδωσαν μια νότα δροσιάς και ξεκούρασης, τις πρώτες σοκολάτες γάλακτος της εταιρίας «ΙΟΝ Παυλίδης», που δημιούργησαν μια νέα εικόνα για το  περίπτερο, τις γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, το γλυφιτζούρι κοκοράκι, τις καραμέλες γάλακτος τυλιγμένες σε χρυσό χαρτί, το αυθεντικό παστέλι και το κάτασπρο μαντολάτο.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Περίπτερο, Αγρίνιο, δεκαετία 60-70.

Τα επόμενα χρόνια το περίπτερο αποκτά σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και  διευρύνει την γκάμα των προϊόντων του και τις διαστάσεις του χώρου που καταλαμβάνει. Τα εμπορεύματα αυξάνονται με έμφαση στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής σε μια περίοδο που τα super market δεν έχουν κάνει ακόμα τη δυναμική τους εμφάνιση. Είναι η εποχή που προστέθηκαν στα περίπτερα και τα πρώτα ανδρικά αξεσουάρ, τα ιστορικά ξυραφάκια «Astor», που έμπαιναν στις παλιές ξυριστικές μηχανές, οι τσατσάρες, τα σαπούνια, οι οδοντόκρεμες KOLYNOS, τα βερνίκια και οι ασπιρίνες ή το Αλγκόν για τους πονοκεφάλους! Ένας μικρόκοσμος αγαθών και αντικειμένων πρώτης ανάγκης, που μετατρέπει το περίπτερο σε ένα μεγάλο – μικρό μαγαζί. Δειλά – δειλά αρχίζουν τα πρώτα περίπτερα να διευρύνουν τα ωράρια λειτουργίας τους, κάποια από αυτά αρχίζουν να διανυκτερεύουν και να διαφοροποιούνται μεταξύ τους και σε σχέση με τα προϊόντα στα οποία επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους. Υπάρχουν περίπτερα που εστιάζουν στον Τύπο, άλλα στα καπνικά και στα ζαχαρώδη και άλλα στα είδη ψιλικών.

Η δύναμη των περιπτέρων απογειώθηκε με την είσοδο σ΄ αυτά της λεγόμενης κρύας αγοράς, δηλαδή των παγωτών, που πουλάνε τα θερμά καλοκαίρια με τους καύσωνες. Τα ψυγεία των εταιριών ΕΒΓΑ, ΔΕΛΤΑ, ALGIDA, AΓΝΟ κ.α. κάνουν την εμφάνισή τους στα περίπτερα και κορυφώνουν την εξέλιξη και την ευημερία τους. Από τα ψυγεία πάγου με τις γκαζόζες, βρίσκουμε πλέον στα περίπτερα σύγχρονα ψυγεία με κάθε είδος αναψυκτικών, ισοτονικών ποτών, φυσικών και παστεριωμένων χυμών, παγωτών και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης - Νίκος Ρίζος.

Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη μια ελληνική ταινία του 1957. Στη φώτο, Νίκος Σταυρίδης – Νίκος Ρίζος.

Η έλευση των τηλεφώνων στην Ελλάδα δίνει μεγάλη ώθηση στα περίπτερα, που προσφέρουν μεγάλη εξυπηρέτηση για τους καταναλωτές της εποχής με τα τηλέφωνα για το κοινό. Οι δεκαετίες του ’50 και του ‘60 είναι οι δεκαετίες της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης και πλήθος ανθρώπων από την επαρχία συρρέουν στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Για τηλέφωνο στο σπίτι ούτε κουβέντα. Έτσι τα περίπτερα με τις τηλεφωνικές συσκευές τους και τα τηλέφωνα με μετρητές και αργότερα με κερματοδέκτες γίνονται ο κύριος τρόπος επικοινωνίας με συγγενείς και φίλους στους τόπους καταγωγής. Στο περίπτερο ήλθε το πρώτο τηλέφωνο στο χωριό, που καλυτέρεψε τη ζωή μας. Στο περίπτερο τα τηλεφωνήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, με το θλιβερό άγγελμα του θανάτου κάποιου αγαπημένου προσώπου στην Αυστραλία, με τα τηλεφωνικά αποτελέσματα της αγαπημένης μας ομάδας. Τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας, τα κινητά τηλέφωνα πυροδότησαν μεγάλες πωλήσεις και μεγάλους τζίρους από τις κάρτες κινητής τηλεφωνίας και πλήθος άλλων τηλεφωνικών προϊόντων, όπως τηλεκάρτες και κάρτες προ-πληρωμής τηλεφωνικού χρόνου, που αγόραζαν οι μετανάστες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιστορικής εξέλιξης του περιπτέρου από μικρό κιόσκι σε μικρό πολυκατάστημα αποτελεί ένα διαφορετικό και πρωτοποριακό περίπτερο της Αθήνας. Το 1934 ο Γιάννης Γεωργακάς ίδρυσε με έναν συνεταίρο το πρώτο περίπτερο με το όνομα Μινιόν, που λειτούργησε αρχικά στην οδό Σταδίου και μετά στην Αιόλου 104. Την εποχή του Μεσοπολέμου, που τα περίπτερα αρκούνταν στην πώληση των δύο βασικών προϊόντων (καπνός και εφημερίδες), εκείνος κλείνει τις δύο πλαϊνές πτέρυγες του περιπτέρου του και τις μετατρέπει σε βιτρίνες, όπου εκθέτει διάφορα είδη όπως στυλό, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, σουγιάδες, ψαλίδια και άλλα, αιφνιδιάζοντας το κοινό. Το εγχείρημα του έμελλε να γίνει ο προπομπός του θρυλικού πολυκαταστήματος Μινιόν της οδού Πατησίων, που άρχισε να λειτουργεί το 1945 και εξελίχθηκε σταδιακά σε μεγάλο πολυκατάστημα, το πρώτο που έβαλε ηλεκτρικές σκάλες και ταμεία με μαγνητική ανάγνωση, με 120.000 είδη, 1.000 άτομα προσωπικό και 6 ορόφους. Ο έκτος όροφος μάλιστα άνοιγε μόνο κάθε Χριστούγεννα και πρωτολανσάρισε τον Άγιο Βασίλη, που ερχόταν με άρμα στο Μινιόν σε μια πρωτοποριακή  μορφή διαφήμισης του καταστήματος. Η προσπάθεια αυτή αντιμετωπίστηκε με αγάπη από τον κόσμο, βόλεψε τις αγοραστικές του συνήθειες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία των σύγχρονων πολυκαταστημάτων στην Ελλάδα. Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980, στη μέση της εορταστικής περιόδου, ένας εμπρησμός από αγνώστους, που δε βρέθηκαν ποτέ, κατέστρεψε το πολυκατάστημα. Από τη φωτιά διασώθηκε μόνο ο σκελετός του κτηρίου, που αποκαταστάθηκε και το κατάστημα επαναλειτούργησε, αλλά το 1983 η επιχείρηση κρατικοποιήθηκε και τελικά χρεοκόπησε και έκλεισε οριστικά το 1998.

 

Μινιόν

Μινιόν

 

Σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν πάνω από 18.000 περίπτερα με τζίρο που ξεπερνά τα 5 δισ. Ευρώ. Από αυτά 5.000-6.000 βρίσκονται σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ στις επαρχιακές πόλεις αντιστοιχεί περίπου 1 περίπτερο για κάθε 1.000 κατοίκους, αν υπολογίσουμε ότι στο Άργος των 30.000 κατοίκων υπάρχουν 30 περίπτερα. Το μεικτό κέρδος τους υπολογίζεται στο 9-10% και τα ετήσια μεικτά κέρδη των ελληνικών περιπτέρων αγγίζουν συνολικά τα 500 εκατ. ευρώ. Τα είδη που πουλάνε τα περίπτερα μετά τη δεκαετία του 80 είναι πολλά και οι κωδικοί των προϊόντων τους (έντυπα, ζαχαρώδη προϊόντα, αναψυκτικά, νερά, γάλατα  γιαούρτι, χυμοί, παγωτά κλπ) ξεπερνούν τις 2.500! Σήμερα στα περίπτερα μπορεί να βρει κανείς κάθε είδους σνακς και ζαχαρώδη, μπισκότα και σοκολάτες, ενώ οι εταιρίες τσιγάρων διαθέτουν περισσότερες από 300 μάρκες. Ο χώρος του περιπτέρου είναι πλέον πάρα πολύ μικρός, γι αυτό και επεκτάθηκαν στα πεζοδρόμια, εμπλούτισαν τις προθήκες τους, άλλαξαν τα ωράρια και τους όρους εργασίας. Πολλά από αυτά θυμίζουν μίνι μάρκετ. Κι όμως, οι δικοί του προάγγελοι ήταν τα μικρά καπνοπωλεία, που εμφανίστηκαν αμέσως μετά το 1821 στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα. Και, παρά τις αλλαγές, με δεδομένο ότι ο θεσμός των περιπτέρων ξεπέρασε τα 100 χρόνια ζωής και συνεχίζει να εξελίσσεται, δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από το πιο επιτυχημένα κοινωνικά κι επιχειρηματικά εγχειρήματα του ελληνικού κράτους.

Το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε, και ελπίζουμε να μην αλλάξει ποτέ, είναι ο ρόλος του περιπτέρου και του περιπτερά στην καθημερινότητά μας. Ο περιπτεράς της γειτονιάς είναι «ο άνθρωπός μας», εκείνος που μας περιμένει ανοικτός μέχρι αργά και τις Κυριακές, ο άνθρωπος που ξέρει το όνομά μας, τα τσιγάρα που καπνίζουμε ή τη μάρκα σοκολάτας που προτιμάμε, εκείνος που θα μας πει την  πρώτη καλημέρα και την τελευταία φιλική καληνύχτα. Ο άνθρωπος που ξέρει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, που θα δώσει πληροφορίες στον ξένο και τον  περαστικό, ο πιστός σύντροφος των απανταχού ξενύχτηδων.  Αυτός είναι ο περιπτεράς μας! Και με βροχή και με κρύο και πρωί και νύχτα, ο περιπτεράς είναι  πάντοτε στις επάλξεις για να μας εξυπηρετήσει. Μια δύσκολη δουλειά με ατελείωτα ωράρια και μεγάλους κινδύνους από κλοπές και ληστείες. Αρκεί να σημειώσουμε ότι σήμερα, το 2013, τα περίπτερα δεν έχουν ύδρευση, μια βρύση για να πλένουν οι περιπτεράδες  τα χέρια τους και κάνουν την ανάγκη τους σε … μπουκάλια, όταν τα γειτονικά μαγαζιά δεν τους επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα τους, γιατί συνήθως είναι … στα μαχαίρια, επειδή τους κρύβουν τη θέα ή τους κόβουν την πελατεία. Υπάρχουν βέβαια και πολλά περίπτερα σήμερα, που έχουν κλιματισμό και έναν ωφέλιμο χώρο, που επιτρέπει κάποιες ανέσεις σε σχέση με το παρελθόν.

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Περίπτερο στην Ιαπωνία

Μπορεί, βέβαια, το ελληνικό φαινόμενο των περιπτέρων να αποτελεί παγκόσμια πατέντα, αλλά υπάρχουν και χώρες, όπως Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ουγγαρία και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που έχουν τα δικά τους περίπτερα. Οι Έλληνες είχαν την ιδέα, οι ξένοι τα εκσυγχρόνισαν και στο εξωτερικό όχι μόνο υπάρχουν περίπτερα, αλλά ορισμένα από αυτά αποτελούν και έργα τέχνης!

Περίπτερο στην Γερμανία

Περίπτερο στην Γερμανία

Μπορεί η ιδέα των επιχειρήσεων αυτού του είδους να είναι ελληνική, ωστόσο οι Ευρωπαίοι πάτησαν πάνω σε αυτή και την ανέπτυξαν, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν εξαιρετικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν στο κοινό, αλλά και βοηθούν τους ίδιους τους περιπτεράδες να εργάζονται ως άνθρωποι. Από το Βερολίνο μέχρι την Πίζα και από το Κάιρο μέχρι την Ιαπωνία, τα περίπτερα είναι αρκετά και εντυπωσιακά. Περίπτερα που να πουλούν μόνο έντυπα και τσιγάρα έχουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία.

Το περίπτερο και ο ρόλος του περιπτερά πρέπει να μείνει ζωντανός, γιατί το μέγεθος της προσφοράς του είναι μεγάλο. Από το 1911 που λειτούργησε το πρώτο περίπτερο στην Πανεπιστημίου μέχρι σήμερα, το ελληνικό περίπτερο έχει διανύσει 102 χρόνια ζωντανής ιστορίας άρρηκτα συνδεδεμένης με τις χαρές μας, τις λύπες μας, τις αναμνήσεις μας, τη ζωή μας. Είναι μέρος της ιστορικής μνήμης του λαού και κομμάτι της μνήμης του καθενός από εμάς. Είναι  η παιδικότητά μας, η εφηβεία και η ωριμότητά μας. Μετά από ιστορία εκατό και πλέον χρόνων το περίπτερο φαίνεται ότι, όπως και όλη η χώρα, θα περάσει και αυτό σε μια νέα εποχή. Ευχή και προσδοκία όλων είναι και μετά από 100 χρόνια να τιμάμε άλλον έναν αιώνα ζωής και εξέλιξης των περιπτέρων στην Ελλάδα.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κάππος  Κ. Θανάσης, «Τα περίπτερα της Αθήνας», Εκδ. Αλήθεια 2010.
  • Κιούσης Γιώργος, Στης τρόικας τον καιρό στενάζουν και τα περίπτερα, εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
  • Μανιάτης Δημ., Τα περίπτερα της Αθήνας, εφημερίδα Τα Νέα, 11-1-2011
  • Μπασκόζος  Γιάννης, Από τους αναπήρους πολέμου στις επιχειρήσεις τοτ σήμερα,  εφημερίδα Το Βήμα.
  • Πετρόπουλος Ηλίας, «La kiosque grec» , Παρίσι, 1976.
  • Πλακόπουλος Γιάννης, «Ένας Αιώνας κι Ένας Χρόνος Περίπτερο», επετειακό λεύκωμα.
  • Σελλά Όλγα, Περίπτερα, τα πρώτα μικρά «πολυκαταστήματα» της Αθήνας,  εφημερίδα  Καθημερινή.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Η επιστροφή των «Μαρμάρων»


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

Η επιστροφή των «Μαρμάρων»

 

Κατά καιρούς ακούγονται απόψεις από Έλληνες μορφωμένους για τη μη επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στον τόπο όπου αυτά δημιουργήθηκαν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αν επιστρέψουν τα «μάρμαρα» στην Αθήνα θα κλειστούν σ’ ένα μουσείο όπου θα τα βλέπουν πολύ λιγότεροι επισκέπτες απ’ ό,τι στο Βρετανικό,  ενώ εκεί που τώρα βρίσκονται έρχονται συνεχώς να τα θαυμάσουν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο. Προφανώς, οι υποστηρικτές της ανωτέρω άποψης δεν έχουν επισκεφθεί το νέο Μουσείο Ακρόπολης όπου (εκτός από τα εκθέματα) ό,τι καλύτερο βιώνει ο επισκέπτης είναι η απρόσκοπτη επικοινωνία με τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Φωτογραφία: Andrew Dunn, 5 December 2004.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.
Φωτογραφία: Andrew Dunn, 5 December 2004.

Συγκεκριμένα, τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν παρουσιάζονται ξεκομμένα από το περιβάλλον ούτε είναι φυλακισμένα μέσα σε τσιμεντένιους τοίχους. Η τεράστια τζαμαρία (από πάνω έως κάτω και γύρω-γύρω) προσφέρει ένα μοναδικό σε τέρψη θέαμα: να παρατηρεί κανείς τα γλυπτά και ταυτόχρονα να βλέπει τον Ιερό Βράχο, τον εξωραϊσμένο πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τη συνοικία Μακρυγιάννη. Ας πληροφορηθούν ακόμη ότι το νέο Μουσείο Ακρόπολης είναι πυκνά επισκέψιμο όλες τις εποχές του χρόνου. Αν εξακολουθούν να μη πείθονται με τα παραπάνω, τότε ας απαντήσουν στο εξής ερώτημα: αφού (όπως λένε) στο Βρετανικό μουσείο θαυμάζουν τα «μάρμαρα» περισσότεροι άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, τότε γιατί δεν τους στέλνουμε και τους υπόλοιπους αρχαιολογικούς θησαυρούς μας αδειάζοντας τα μουσεία της χώρας; Ας στείλουμε λοιπόν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε με την παράκληση να τα φυλάνε και να τα παρουσιάζουν σ’ όλη την ανθρωπότητα, ενώ εμείς θα τους οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη!

Άλλοι περισπούδαστοι προσπαθούν με λεπτολόγα νομικίστικα επιχειρήματα να θολώσουν περισσότερο την υπόθεση, προτρέποντάς μας ν’ αναγνωρίσουμε στο Βρετανικό Μουσείο την κυριότητα των αρπαγμένων γλυπτών με την ελπίδα ότι ίσως έτσι αυτό θα συγκατανεύσει σε μια μόνιμη έκθεσή τους στην Αθήνα.

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ή είναι αφελείς ή τους έχουμε δώσει το δικαίωμα να μας θεωρούν αφελείς. Είναι δυνατόν το Βρετανικό Μουσείο να επιτρέψει (μ’ όποια διεύθυνση του τύχει και μ’ όποια αγγλική κυβέρνηση) τον παντοτινό δανεισμό των «ελγινείων» στην Αθήνα; Ας θυμηθούμε ότι στις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου οι βρετανικές αρχές κατοχής εξαπάτησαν τους Κυπρίους προκειμένου να στρατολογήσουν περισσότερους εθελοντές με το σύνθημα «Κύπριοι εντασσόμενοι στον αγγλικό στρατό, πολεμάτε για την Ελλάδα και για τη δική σας ελευθερία»! Όμως μετά το τέλος του πολέμου το Υπουργείο Αποικιών και οι Αρχηγοί των Επιτελείων τους απέρριπταν κάθε συζήτηση για Ένωση, ενώ ο Τσώρτσιλ πεισματικά ενέμενε στη διατήρηση πλήρους βρετανικής κυριαρχίας στη Μεγαλόνησο.

Για να επιστρέψω στο θέμα, όταν τα γλυπτά διερπάγησαν από τον Έλγιν με τον γνωστό αναίσχυντο τρόπο, όταν ο Παρθενώνας λεηλατήθηκε βιαιότατα, οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι και δεν μπορούσαν να προστατεύσουν την πολιτιστική κληρονομιά τους. Τώρα γίναμε έθνος ελεύθερο, φτιάξαμε ένα κατάλληλο μουσείο και τα διεκδικούμε δικαίως.

Όταν τα αγόρασε η Αγγλία, στη Βουλή των Κοινοτήτων αμφισβητήθηκε έντονα η νομιμότητα της απόκτησής τους. Το βρετανικό κοινοβούλιο δεν είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ όπου εξαγνίζεται η αγορά παράνομου εμπορεύματος. Ούτε το Βρετανικό Μουσείο ως άλλος Πόντιος Πιλάτος μπορεί να νίπτει τας χείρας του και να ισχυρίζεται ότι δικαίως κατέχει το παράνομο εμπόρευμα. Το καλύτερο είναι ν’ αρθεί πάνω από τις φοβίες και τις αναστολές του, να δείξει επιτέλους ήθος και γενναιοψυχία και να επιτρέψει την επιστροφή των αρπαγμένων γλυπτών στον τόπο τους. Ειδάλλως, θα φέρει μονίμως τη στάμπα ενός άδικου και ανήθικου Μουσείου.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η ιστορία των μαθητικών παρελάσεων


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Η ιστορία των μαθητικών παρελάσεων»

 

Γίγαντες του Πότσδαμ

Γίγαντες του Πότσδαμ

Στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν ήταν υπό διαμόρφωση τα εθνικά κράτη, ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος ίδρυσε ένα τάγμα παρελάσεων, στο οποίο γίνονταν δεκτοί άνδρες με ελάχιστο ύψος ένα μέτρο και ογδόντα εκατοστά. Οι «Γίγαντες του Πότσδαμ», όπως έμειναν στην Ιστορία, ήταν στην πραγματικότητα ένα τάγμα, το οποίο εξυπηρετούσε την ανάγκη του στρατοκράτη μονάρχη να βλέπει ένστολους να παρελαύνουν με τις φανταχτερές ενδυμασίες τους εντός των ανακτόρων. Η επινόηση αυτή του Φρειδερίκου της Πρωσίας αποθεώθηκε το 19ο αιώνα στη Γερμανία και στις αρχές του 20ου αιώνα καθιερώθηκε και σε άλλα κράτη με τη συμμετοχή στρατιωτικών ή και μαθητικών τμημάτων.

Στην Ελλάδα παρελάσεις με τη συμμετοχή μαθητών πραγματοποιούνται σποραδικά από τα τέλη του 19ο αιώνα ως μέρος των εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899 μαθαίνουμε ότι κατά την «εθνική εορτή» όλοι οι μεγάλοι δρόμοι της Αθήνας ήταν σημαιοστολισμένοι, ενώ στρατιωτικά σώματα μετά τη δοξολογία πραγματοποίησαν παρέλαση στην οδό Σταδίου, «με τη μουσική επικεφαλής». Κατά τον αρθρογράφο «Ιδιαιτέραν αίσθησιν έκαμεν η πρώτην φοράν εφέτος γενομένη παρέλασις των μαθητών των νομαρχιακών σχολείων Αττικής κατά τετράδες βαινόντων με την ελληνικήν σημαίαν εμπρός».

 

Εφημερίδα «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899.

Εφημερίδα «Εμπρός» της 26η Μαρτίου 1899.

 

Από τις αρχές του 20ου αιώνα από την εφημερίδα «Εμπρός» μαθαίνουμε ότι κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1914, οι μαθητές στο Άργος και τη Λάρισα συμμετείχαν σε λαμπαδηφορία, ενώ στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της νύχτας «εγένετο λαμπρά παρέλασις προ των Ανακτόρων και δια των κεντρικοτέρων οδών, των στρατιωτικών λαμπαδηφορούντων, των δε μαθητών του Γυμνασίου μετά ανηρτημένων ενετικών φανών τη συνοδεία της μουσικής  έψαλλον το εμβατήριο »Ήπειρος»».

Στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1924 τα σχολεία εμφανίζονται παραταγμένα και είναι έτοιμα να παρελάσουν μαζί με το στρατό, αλλά από τους εορτασμούς «απουσίαζε» ο Βασιλιάς, μιας και η μέρα εκείνη συνέπεσε με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Τα επόμενα χρόνια αναφέρονται μόνο πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών που πλαισιώνουν τη στρατιωτική παρέλαση. Το 1932 στην Αθήνα τα σχολεία συμμετέχουν μαζί με τους προσκόπους, τη «φρουρά της πόλης» και τις «εθνικιστικές οργανώσεις» σε παρέλαση ενώπιον επισήμων στον Άγνωστο Στρατιώτη. Η παρουσία, επομένως, μαθητών στις παρελάσεις μέχρι το 1936 δεν έχει επίσημο και πανελλαδικό χαρακτήρα. Οργανώνεται με πρωτοβουλία τοπικών ή σχολικών φορέων.

 

Παρέλαση στο Άργος

Παρέλαση στο Άργος

 

Η κατάσταση αυτή άλλαξε το 1936, όταν την 25η Μάρτιου μπροστά από το διορισμένο πρωθυπουργό Μεταξά και το Βασιλιά «Πρώτον παρήλασαν τα σχολεία, αι οργανώσεις, οι τροχιοδρομικοί, αντιπροσωπεία χωρικών Μακεδόνων με τας εθνικάς των ενδυμασίας, οι παλαιοί πολεμισταί και ακολούθησε το στράτευμα», όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «’Εθνος».

Μεταξάς

Μεταξάς

Όταν λίγους μήνες αργότερα ο Μεταξάς θα επιβάλει δικτατορία, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της στρατιωτικής συνείδησης της νεολαίας και θα χρησιμοποιήσει τις παρελάσεις ως όργανα για την επίτευξη των σκοπών του. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά οι παρελάσεις πραγματοποιούνται την 25η Μαρτίου, στην επέτειο της επιβολής της 4ης Αυγούστου και σε άλλες τοπικές «εθνικές εορτές». Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του μετά από την παρέλαση της 25 Μαρτίου του 1938, στην οποία πήραν μέρος υποχρεωτικά 50.000 νέοι και παιδιά της περιοχής πρωτευούσης: Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! Χθες στο πεδίον του Άρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Έργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνας και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Αι φάλαγγες της ΕΟΝ ατέλειωτοι! Όλοι ντυμένοι!  Ήταν η εποχή που οι μαθητικές παρελάσεις εντάσσονται επίσημα στο πρόγραμμα των εορτασμών των εθνικών επετείων. Γυμναστικές επιδείξεις, παρελάσεις και λαμπαδηφορίες έδιναν έμφαση στο στρατιωτικό πνεύμα και στην πειθαρχία των νέων.

Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μαθητικές παρελάσεις καταργήθηκαν στο σύνολο των δυτικών κρατών της Ευρώπης.  Στην Ελλάδα ωστόσο, οι μαθητικές παρελάσεις που επέβαλε ο Μεταξάς συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας. Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης δεν αμφισβήτησαν την αναγκαιότητα των υποχρεωτικών μαθητικών παρελάσεων, αλλά προσπάθησαν να απαλύνουν τις ακρότητες του στρατιωτικού καθεστώτος και να προσαρμόσουν τον καταναγκασμό στα “δημοκρατικά ήθη”. Ούτε η Αριστερά ζήτησε τότε να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις. Απαίτησε μόνο να συμπεριληφθούν στους παρελαύνοντες και τα σωματεία των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης.

 

Καποδιστριακό Άργος.  Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

 

Για μία και μόνο φορά έθεσε θέμα κατάργησης των μαθητικών παρελάσεων ως αναχρονιστικού θεσμού το Φεβρουάριο του 1984 η φιλοκυβερνητική εφημερίδα “Ειδήσεις”, που έγραψε: Άξια για κάθε έπαινο η πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας να θέσει τέρμα στις παρελάσεις των μαθητών. Το ολοκληρωτικής νοοτροπίας έθιμο της στρατιωτικοποίησης  των νέων, ακόμα και των εξάχρονων παιδιών, με τη «ζύγιση» και τη «στοίχιση», με την «κεφαλή δεξιά», με την απόδοση τιμών στον υπουργό, στο νομάρχη ή στο δεσπότη, δεν συναντάται στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Όχι πάντως στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Γιατί καλλιεργεί στη νέα γενιά ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας, τέτοια που ελάχιστα συμβάλλει στη διαμόρφωση ελεύθερων κι ανεξάρτητων συνειδήσεων. Την ίδια μέρα, όμως, ο τότε υπουργός Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης έσπευσε να διαψεύσει την είδηση, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι ούτε απόφαση ούτε παρόμοια σκέψη υπήρχε.

Παρέλαση στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, δεκαετία 1930.

Παρέλαση στην πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους, δεκαετία 1930.

Τα τελευταία χρόνια ακούγονται φωνές από πολλούς που διαφωνούν και θεωρούν ότι η παρέλαση επισκιάζει τον παιδευτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει για το σχολείο ο εορτασμός των εθνικών επετείων. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της Άλκης Ζέη: «Οι μαθητικές παρελάσεις, που κληρονομήσαμε από το Μεταξά, δεν έχουν νόημα. Πουθενά αλλού δεν γίνονται. Τη 14η Ιουλίου οι Γάλλοι πολίτες βγαίνουν και χορεύουν στους δρόμους. Πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους γιορτής, πιο ζωντανούς. Όμως εμείς φανατιζόμαστε. Φοβόμαστε μη χάσουμε τη σημαία μας…».

Κανένας υπουργός όμως δεν αμφισβήτησε τη σχέση των μαθητικών παρελάσεων με τη διαδικασία της εκπαίδευσης. Οι μαθητικές παρελάσεις θεωρούνται γενικά  ως εκδηλώσεις, που τιμούν τους αγώνες των προγόνων και παρουσιάζουν τους νέους ως συνεχιστές του ένδοξου παρελθόντος.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 Βιβλιογραφία


  • Εφημερίδες: Έθνος, Ειδήσεις, Ελευθεροτυπία, Εμπρός.
  • Λιναρδάτος Σπύρος, «4η Αυγούστου», Θεμέλιο, Αθήνα 1998.
  • Μαχαιρά Ελένη, «Η Νεολαία της 4η Αυγούστου», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1987.
  • Μεταξάς Ιωάννης, «Λόγοι και σκέψεις», Ίκαρος, Αθήνα 1969.
  • Ρούσσος Γεώργιος, «Νεότερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», 1826-1974, Αθήνα, 1975.

Read Full Post »

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα» – Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα:

Μια συμμαχική «Γκουερνίκα»

Ο βομβαρδισμός της πόλης του Άργους στις 14 Οκτωβρίου1943

 

Βομβαρδισμός

Βομβαρδισμός

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 70 χρόνια από τις εκατόμβες που προκάλεσε στον πληθυσμό της γενέτειράς μου Άργους ο βομβαρδισμός, από αγγλοαμερικανικό σμήνος, μέσα στην πόλη. Έχοντας συμπληρώσει τη συλλογή πρωτογενούς και  ανέκδοτου υλικού για το Άργος κατά την Κατοχή και την Απελευθέρωση, εντόπισα κάποια άγνωστα στοιχεία, συνέλεξα  άλλα που ήταν σκόρπια και φθάνω σε μία σύνθεση – ανάλυση των πηγών. Ένα από τα κεφάλαια προς σύνταξη είναι και τα γεγονότα του βομβαρδισμού, αλλά και του άλλου που προηγήθηκε, τον Απρίλιο 1941, από τη γερμανική Λούφταβάφε. Υποτίθεται ότι στόχος και των δύο ήταν το αεροδρόμιο του Άργους, τρία χιλιόμετρα βορειότερα της πόλης, που την εποχή εκείνη ήταν το νοτιότερο αεροδρόμιο της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η ανάπτυξη των θεμάτων γίνεται με την οπτική κυρίως μιας ιστορίας του πληθυσμού και των νοοτροπιών και μία από τις βασικές πηγές είναι του ιστοριοδίφη Τάσου Τσακόπουλου. Πρόκειται για κείμενα που ανακάλυψα προ ετών και τα οποία, μετά την έκδοση του όλου υλικού, θα παραδώσω, όπως έκαμα και με το υπόλοιπο αρχείο Τσακόπουλου, στα κρατικά αρχεία του Ναυπλίου. Πρέπει να σημειώσω την πλήρη έλλειψη φωτογραφικού υλικού για τα συμβάντα: από την ελληνική πλευρά, δεν έχει εντοπιστεί ούτε μια φωτογραφία, ενώ δεν έχουμε εντοπίσει φωτογραφίες γερμανικής προέλευσης.

 

Τα γεγονότα

 

Το αεροδρόμιο του Άργους υπήρξε ο κύριος στόχος αεροπορικών επιθέσεων των Γερμανών και, μετά, των συμμάχων. Εκεί είχε μεταφερθεί και η Σχολή Ικάρων πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Τον Απρίλιο 1941 καταστράφηκε  σχεδόν όλο το αγγλικό σμήνος, επί του εδάφους, πράγμα που έχει αφηγηθεί ο Ρ. Νταλ. Ταυτόχρονα, οι Γερμανοί χτύπησαν και το μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, στο λόφο της Λάρισας, όπου τελείτο ιερουργία, και προκάλεσαν τα περισσότερα θύματα αμάχων ενώ έριξαν και 2-3 βόμβες μέσα στην πόλη. Πρόσφατος υπολογισμός των θυμάτων δίνει  αριθμό 31 νεκρών.

Μετά τις πρώτες νίκες συμμάχων στην Αφρική, άρχισαν και οι αεροπορικές επιθέσεις τους κατά του αεροδρομίου του Άργους. Για τις μετά από κάθε επίθεση επισκευές, είχαν καταρτισθεί κατάλογοι συνεργατών των ναζί, με ονόματα κατοίκων της πόλης, προς αναγκαστική αγγαρεία.  Πρωτοστάτησε σε αυτό μετέπειτα πολιτικός παράγοντας, με το προσωνύμιο «Φον μπότας»   ή «Φερμπότεν», που άρχισε να πλουτίζει ακριβώς τότε. Ονόματα έμπαιναν και μπορούσαν να «βγουν» έναντι 2 χρυσών λιρών.

Η αεροπορική επιδρομή τη 14.10.43 είχε προετοιμαστεί με ακρίβεια. Την παραμονή το βράδυ, μάλιστα, αναγνωριστικά συμμαχικά αεροπλάνα καταύγασαν την πόλη με δεκάδες τροχιοδεικτικά που έριξαν, με πολύ μικρά αλεξίπτωτα, ώστε να διευκολυνθεί η φωτογράφιση των χώρων. Το φύλλο πορείας του βομβαρδιστικού σμήνους είχε και αυτό επακριβέστατους στόχους, μεταξύ των οποίων και η υπόδειξη «ARGOS», δίχως άλλη αναφορά. Το έχω στην κατοχή μου από αμερικανό αεροπόρο, που συμμετείχε στο σμήνος και τον εντόπισα προ ετών.

Ο βομβαρδισμός έγινε μεταξύ 9-10 το πρωί, της Πέμπτης, 14 Οκτωβρίου, όταν πολλοί άνθρωποι ήταν στους δρόμους. Επιβεβαιώθηκε η πληροφορία του Τσακόπουλου για την Πέμπτη, ενώ άλλοι έδιναν ως ημέρα το Σάββατο. Στην πόλη δημιουργήθηκε πραγματικό μακελειό, διότι οι βόμβες που ρίχθηκαν ήταν προσωπικού, με αποτέλεσμα τα θραύσματά τους κυριολεκτικά να θερίζουν τα κάτω άκρα των ατόμων κοντά στο σημείο επίκρουσης και να κτυπούν καίρια όσους ήταν μακρύτερα. Ο μέχρι σήμερα βεβαιωμένος αριθμός νεκρών ανέρχεται στους 98, με άγνωστο τον πραγματικό αριθμό και εντελώς άγνωστο το αριθμό των τραυματιών, ενώ αναφέρονται, μη εξακριβωμένα, και 75 νεκροί Γερμανοί. Στην πόλη δεν υπήρχε παρά μία και μόνη χειρουργική κλινική, με ένα και μόνο χειρουργό, τον Κώστα Κεραμίδα. Σε νοσοκομείο του Άργους, στρατιωτικό, είχε μετατραπεί για τα στρατεύματα Κατοχής το κτίριο του συλλόγου «Δαναός».

 

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο  αντιαεροπορικό καταφύγιο.

Το κτίριο της κλινικής Κεραμίδα, όπως είναι και σήμερα. Στο ισόγειο, από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν το γραφείο, το εξεταστήριο, το χειρουργείο και στο βάθος οι θάλαμοι ασθενών. Κάτω από το ισόγειο αντιαεροπορικό καταφύγιο.

 

Πολύτιμη είναι μαρτυρία του γνωστού καθηγητή παιδοχειρουργικής Δημήτρη Κεραμίδα, γιού του Κώστα, που τότε ήταν οκτώ ετών. Περιγράφει με αδρές γραμμές την ανατριχιαστική εικόνα που είδε με τα μάτια του: δεκάδες αιμόφυρτα σώματα να μεταφέρονται ιδίως με πόρτες (τα φορεία είχαν εξαντληθεί) στην αυλή της χειρουργικής κλινικής, που έπλεε στο αίμα, δεκάδες να ακρωτηριάζονται, ώστε να σωθούν από την ακατάσχετη αιμορραγία, κιβώτια με ανθρώπινα μέλη να στοιβάζονται στην αποθήκη πριν από τον ενταφιασμό τους. Ήταν αδύνατο να κρατηθεί ημερολόγιο  εισερχομένων-εξερχομένων από την κλινική, όπως τελικά έγινε αδύνατη η πλήρης ενημέρωση των ληξιαρχικών καταγραφών (πολλοί από τα θύματα ήταν από τα γύρω χωριά και πιθανώς και από το Ναύπλιο). Σημειώνουμε ότι ο πληθυσμός της πόλης ήταν τότε περίπου 10.000 κάτοικοι.

 

Ερμηνείες και εξηγήσεις

 

Έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες για τα γεγονότα. Μία από αυτές κάνει λόγο για γερμανική φάλαγγα που, από τον νότο της πόλης, την διέσχιζε με κατεύθυνση την Κόρινθο (η επικοινωνία προς και από το κέντρο της Πελοποννήσου γινόταν τότε υποχρεωτικά μέσα από την πόλη του Άργους).

Η υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι ότι ή το συμμαχικό σμήνος την εντόπισε και…έβαλλε εναντίον της, ή  ότι από τα άρματα της φάλαγγας και από γερμανικά αντιαεροπορικά, στις στέγες κάποιων σπιτιών  της πόλης, ρίχτηκαν αμυντικές βολές, που προκάλεσαν την αντίδραση του σμήνους. Γεγονός είναι ότι οι εγκατεστημένες σειρήνες σε ψηλά κτίρια στην πόλη δεν ήχησαν, ενώ κατά μια μαρτυρία το σμήνος εμφανίστηκε ξαφνικά από δυτικά, πίσω από τον λόφο της Λάρισας.

Το ερώτημα παραμένει: γιατί στο φύλλο πορείας υπήρχε η υπόδειξη «Άργος» και όχι «αεροδρόμιο Άργους», που ήταν άλλωστε και το μοναδικό για την κεντρική και νότια Πελοπόννησο; Αν εξυπονοείτο το αεροδρόμιο, πως και γιατί το σμήνος δεν κατευθύνθηκε κατευθείαν προς αυτό, όπως όλες τις άλλες φορές; Άλλωστε εδώ δημοσιεύουμε φωτογραφία βομβαρδισμού του αεροδρομίου, που προέρχεται από αμερικανικό αεροπλάνο, λήφθηκε λίγες βδομάδες πριν τις 14 Οκτωβρίου και κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο. Ο χώρος, λοιπόν, ήταν  πολύ γνωστός και επιθέσεις εναντίον του έγιναν και μετά το γεγονός. Γνωστοποίησα στον αμερικανό  πιλότο το αποτέλεσμα της επιδρομής και ζήτησα περισσότερες πληροφορίες. Εκείνος σιώπησε οριστικά…

 

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους

Αεροφωτογραφία μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου. Επάνω αριστερά η πόλη του Άργους

 

Στην πόλη η ιστορική μνήμη αναζωπυρώθηκε το έτος 2003, επί δημαρχίας Δ. Πλατή, οπότε έγινε και η πρώτη έρευνα για τα θύματα, και εντοπίστηκαν 66 νεκροί. Τον επόμενο χρόνο ο αριθμός έφθασε τους 91, ενώ επί δημαρχίας Β. Μπούρη, οπότε η έρευνα συνεχίστηκε, ο αριθμός έφθασε τους 98.

Συνθέσαμε αυτή την πολύ σύντομη αφήγηση, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 70 ετών, έχοντας διαπιστώσει ότι τα γεγονότα αυτά λανθάνουν στις μέχρι σήμερα γενικές ή ειδικότερες προσεγγίσεις των συμβάντων εκείνης της εποχής.  Με την ελπίδα ότι, ίσως έτσι, δοθεί έναυσμα για άλλες έρευνες, ιδίως σε γερμανικά αρχεία, που ίσως ρίξουν περισσότερο φως σε αυτή την «Γκουερνίκα» του Άργους.

 

Τα καταγεγραμμένα θύματα του βομβαρδισμού (Πηγή: Εφημερίδα «Τα Αργολικά»).

 

Αδρακτάς Κ., Αδρακτά Αν., Αθανασόπουλος Δ., Αθηνιού Σ. (μητέρα), Αθηνιού Ε. (κόρη), Ανέστης Π., Ανέστης Α., Ανδριανοπούλου Αγ., Αντωνακόπουλος Γ., Βαρβάτης Π., Βούλγαρης Γ., Κ. Βομβ., Γεώργας Αν., Γεωργόπουλος Δ., Γεωργαντά Φ., Γιαννάτος Β., Γιαννάκος Θεμ., Γκαργκάσουλα Α., Γκουμάκης Θ., Γυφτοπούλου Πην., Δανιήλ Π., Δήμας Δ., Ηλιόπουλος Αθ., Θεωνάς Ν., Καλαντζής Αν., Καλαντζής Αντ., Καλαντζής Β., Καλαντζής ., Καλαντζής Θ., Καραμαλίκης Ευ., Καράμπελας Ευ. Καραλής Δ., Καρατζάς Αθ., Καρούτας Αθ., Κατσαρός Κ., Κιντής Αθ., Κλεισιάρη Γ., Κλειώσης Ευ., Κοροβέσης Ι., Κουρέτσου Γ., Κούρου Π., Κράντος Π., Κρητικού Κ., Κυριακοπούλου Χρ., Κωνσταντόπουλος Π., Κωτσαντής Γ., Κωτσαντής Θ., Λαδάς Δ., Λάμπρου Ι., Λιάπης Γ., Λιτσαρδάκης Α., Μαραγκός Σπ., Μαραγκού Ε, Μαρούσης Κ., Μαρίνης Κ., Μαρλαγκούτσος Ι., Μαρλαγκούτσου Κ., Μαρούτσος Ι., Μητρόπαπα Μ., Μητροσύλης Γ., Μπολώσης Κ., Μπράτσος Κ., Νικολόπουλος Δ.., Πάγκας Π., Πάγκα Κ., Παγώνης Μ., Παΐσης Δ., Πανόπουλος Γ., Παντελόπουλος Π., Παπαδάτος Ι., Παπαϊωάννου Π., Πινάτση Α., Ράπτης Π., Πίπιλας Αθ., Σέρφα Ελ., Σκίκος Κ., Σκλήρης Β., Σμυρλής Δ., Σπυράκη Ελ., Σπυρόπουλος Π., Σταύρου Κ., Στέκας Γ., Στεφανή Ελ., Σχοινά Γ., Τάτσης Δ., Τόλιας Ν., Τόμπρας Θ.., Τσεκές Γ., Τσεκές Θ., Τρισπαγώνα Γ., Τσίγγας Ι., Τσιμπρής Γ., Χαλέπας Α., Χαντζής Θ., Χατζηιωάννου Δαν., Χαμπίμπης Β., Χρυσικού Αικ., Ψωμά Ν.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 12 Οκτωβρίου, 2013.

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »