Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση’

Η διάλυση του στρατού του εικοσιένα*


  

Πες πώς βρεθήκαμε πάνω σε καράβι. Λογάριασε ακόμα πώς ξέσπασε μαύρος σίφουνας. Πανιά και ξάρτια τα ξέσκισε και τα σάρωσε ο αγέρας, οι αντένες σπάσαν και σωριάστηκαν τ’ άλμπουρα. Αντικρύσαμε βουνό το κύμα νάρχεται να μας καταπιεί, αρπάζοντας από την Κουβέρτα τους συντρόφους μας. Μέρες και νύχτες παλέψαμε να γλυτώσουμε από του Χάρου τα δόντια.

Ξάνοιξε τέλος κάπως η αντάρα και καταφέραμε να μπάσουμε το πλεούμενο σ’ έναν απάνεμο κόρφο. Δεν προφτάσαμε όμως να πούμε «σωθήκαμε» και να, βλέπουμε να μας περιτριγυρίζουν κουρσάροι, να πατάν το καράβι μας και να μας πετάνε έξω σ’ έρημη στεριά, νηστικούς, γυμνούς, με την ψυχή στο στόμα.

 

Έ, παρόμοιο δράμα ζήσαν τότες κι’ οι αγωνιστές του Εικοσιένα. Εκεί στον κάμπο του Άργους, βρίσκονταν συναγμένα, περιμένοντας τον ερχομό του βασιληά, πάνω από πέντε χιλιάδες παλικάρια, ό,τι σχεδόν απόμεινε από τ’ ασκέρι της λευτεριάς. Στο μακρόχρονο αγώνα τους ενάντια σε μια αυτοκρατορία που απλωνόταν από τα βάθη της Ανατολής ως τις Ηράκλειες Στήλες και από τον Προύθο ίσαμε την έρημο της Αφρικής, είχαν χάσει το κάθε τι – σπίτια, γυναίκες, παιδιά. Από τα μόνα που στέκονταν πλούσιοι είταν η ψείρα κι’ η δόξα. Γυμνοί και πεινασμένοι περίμεναν, τώρα με τον ερχομό των Ευρωπαίων, κάτι ν’ απολάψουνε κι’ αυτοί. Να χορτάσουνε, ας πούμε, ψωμί.

Οι μέρες πέρναγαν κι’ όσο που ο βαυαρέζικος στρατός χαιρόταν όλα τ’ αγαθά και καμάρωνες τη φαντασία του τέζα στους δρόμους τ’ Αναπλιού να ξερνοβολάει μεθυσμένη, οι αγωνιστές καρτέραγαν να δουν – κι’ άντε σήμερα κι’ άντε αύριο – ποια πρόβλεψη θα κάνουν και γι’ αυτούς.

Πραγματικά, η ώρα της αμοιβής δεν άργησε νάρθει. Έπειτα από σαράντα μέρες που πάτησαν οι σωτήρες στον τόπο μας, στις 2 του Μάρτη 1833, δημοσίεψαν το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων».

Στέλνανε δηλαδή σε ανάθεμα εκείνους που λευτέρωσαν από αιώνες σκλαβιάς τούτη την πατρίδα. «Οι αντιβασιλιάδες» γράφουν οι Bower και Bolitho «είχαν τη ίδια γνώμη γι’ αυτούς, που είχε κι’ ο κόμις ντ’ Αρτουά για την παλιά φρουρά του Ναπολέοντα: Δεν μας χρειάζονται πια γενναίοι»! Κι’ η αλήθεια είναι πως σε τίποτα πια δε μας χρησίμευαν, μια και περιδιάβαζε καμαρωτός στην Ελλάδα ο στρατός των πραιτωριανών, που όπως παραδέχεται ένας τίμιος βαυαρός, ο υπολοχαγός τότε Χριστόφορος Νέζερ, «κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών εκ του συρφετού του Γερμανικού λαού».

 

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

Έλληνες μετά από άτυχο εγχείρημα. Λιθογραφία του Decaisne ( Bibl. Nat., Paris ).

 

Αστροπελέκι νάπεφτε σε πεντακάθαρο ουρανό δε θα ξάφνιαζε έτσι τους αγωνιστές του Εικοσιένα. Απόμειναν γράφει ο Κασομούλης, «άπνοοι και άφωνοι ως φλομωμένοι ιχθύες. Απελπίσθηκαν, μη δυνάμενοι ούτε εμπρός ούτε πίσω να κινηθούν ένεκα της τρομεράς δυστυχίας των».

Άλλοι κλαίγοντας  σά μικρά παιδιά, σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκαν κλέφτες στα βουνά κι’ από τότες φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι’ άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν κυνηγημένοι από τους Βαυαρούς να πάνε στην Τουρκιά να βρούν ένα κομμάτι ψωμί να φάνε. Αυτό στάθηκε τ’ άδοξο τέλος του πιο δοξασμένου στρατού μας.

Τούτο το καλό που μας κάνανε οι Βαυαροί φτάνει, για να τους αναθεματίζουμε στους αιώνες των αιώνων.

«Ουδαμώς δ’ ήτο αβάσιμος η κατηγορία», γράφει ο Κυριακίδης, «η γενικώς αποδιδομένη τω Όθωνι τότε ότι δυσπίστως προς τους Έλληνας είχε τους ξένους προτιμών αντί να στηρίξη τον θρόνον αυτού επί της αγάπης και μόνον ταύτης του Ελληνικού λαού, αντί να περικυκλωθή υπό των Ελλήνων, αντί να δημιουργήση στρατόν εθνικόν και εις αυτόν να αναθέση την διαφύλαξιν του θρόνου και την υπεράσπισιν της τιμής της Πατρίδος, προυτίμα πάντοτε τους Βαυαρούς, εις αυτούς τα πάντα ενεπιστεύθη και έξ αυτών απετέλεσε τον στρατόν της Ελλάδος».**

Ο Αλέξανδρος Σούτσος με τούτους εδώ τους στίχους χτυπάει τον Όθωνα για τούτο το ανοσιούργημα των αντιβασιλιάδων:

 Ο μιαρός! Διέλυσε τον εθνικόν στρατόν μας.

Ο μιαρός! Κατέστρεψε τον κάθε πρόμαχό μας.

Εγκληματίαι και μωροί, φαντάσθηκαν οι ξένοι

πως η ξενοκρατία των παντοτινή θα μένη.

Ειν’ ικανοί, εκήρυττον, να έχωσιν εκείνοι

το Κράτος ως ασφάλειαν, τους Έλληνας ως κτήνη.

Κάμποσοι από κείνους τους δύστυχους παρουσιάστηκαν στον Όθωνα κι αφού ακούμπησαν στα πόδια του τρεις παντιέρες που οχτώ χρόνια ανέμιζαν οδηγώντας τα παλικάρια στη μάχη, του φανέρωσαν τα δίκια τους. Ο Όθωνας έγραψε στον πατέρα του, τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ρωτώντας τον αν η απόφασις της αντιβασιλείας να σκορπίσει το στρατό του Εικοσιένα στεκόταν σωστή ή όχι. Κι’ ο μεγάλος φιλέλληνας που τόσους στίχους σκάρωσε για την Ελλάδα, του αποκρίθηκε πως είταν σωστή. «Εύγε του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως!» γράφει, ο Μακρυγιάννης. «Μπρός εις το νιτερέσιον σου ούτε παιδί σου συλλογίστης, ούτε αθώον έθνος ματοκυλημένο. Διά τούτο όλοι οι τοιούτοι βασιλείς – ο τίτλος τους πρέπει να είναι «αθώων ανθρώπων τύραννοι»!

 Δημήτρης Φωτιάδης

 

Υποσημειώσεις


 * Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το ανέκδοτο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη για την εποχή του Όθωνα και αναφέρεται στη διάλυση του στρατού του Εικοσιένα, στην πεδιάδα του Άργους, από τους Βαυαρούς το 1833.

 ** Κυριακίδης, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού», τ. Α΄, σ. 291.

 

 Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.   

 

 

Read Full Post »

Μπούα Θεόδωρος


 

Θεόδωρος Μπούα ήταν γιος του Πέτρου Μπούα, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών της Άρτας του Αγγελοκάστρου και του Μυστρά. Καταγόταν από μεγάλη στρατιωτική οικογένεια τον Οίκο Μπούα του Βυζαντίου και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας. Το έτος γεννήσεως του δεν είναι γνωστό. Για πρώτη φορά γίνεται μνεία στο όνομα του το 1480 όταν προσέτρεξε σε ενίσχυση του Κροκόδειλου Κλαδά επικεφαλής 60 στρατιωτών που ήταν αποκλεισμένος στην Μάνη.

Κατά την κάθοδό του, αφού συγκρούστηκε στο Άργος με τους Τούρκους* αιχμαλώτισε 33 από αυτούς. Οι Τούρκοι με δύναμη συνολικά 2.500 ανδρών και έχοντας επικεφαλή τον διοικητή της Πελοποννήσου Σουλεϊμάν Πασά προσέγγισαν το Οίτυλο, από όπου θα επιχειρούσαν προώθηση στο εσωτερικό της Μάνης. Στην αρχή σημείωσαν κάποιες επιτυχίες όπως την εκπόρθηση του πύργου του Τριγοφύλου όπου συνέλαβαν 19 Έλληνες, κυρίευσαν το Οίτυλο, το Μεγαλοχώρι και τον Παπαφίγγο.

Η μάχη έλαβε χώρα κοντά στο Οίτυλο στις 19 Ιανουαρίου του 1481 στην οποία νικήθηκαν οι Τούρκοι και αποσύρθηκαν προσωρινά από την Σπάρτη, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 700 νεκρούς. Η οργή του Οθωμανού Σουλτάνου υπήρξε μεγάλη και διέταξε να εκτελεστούν και οι 19 συλληφθέντες Έλληνες από το πύργο του Τριγγοφύλου. Οι παραπάνω πολεμικές επιχειρήσεις προσέλαβαν διάρκεια και ο έμπειρος πολέμαρχος Θεόδωρος Μπούας έχοντας μαζί του τον επίσης εμπειρότατο Κροκόδειλο Κλαδά αμύνθηκαν με επιτυχία στην Τουρκική εισβολή επί μήνες, την στιγμή που οι περισσότεροι των Ελλήνων είχαν παραδώσει τα όπλα και δεν πρόβαλαν αξιοσημείωτη αντίσταση.

Κατόπιν νέων τουρκικών ενισχύσεων οι εισβολείς υπερέβαιναν τους 8.000 άνδρες. Έτσι στις 4 Απριλίου του 1481 οι Τούρκοι κατέλαβαν την δίοδο του Μαυροβουνίου ο Θεόδωρος Μπούας και ο Κροκόδειλος Κλαδάς αντιστάθηκαν στα ενδότερα επιλέγοντας ως τοποθεσία την οχυρή θέση της Καστανιάς. Σε μια περίπτωση από το Τουρκικό ένοπλο εκστρατευτικό σώμα περισσότεροι από 1.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν όταν οι Μπούας και Κλαδάς επιτέθηκαν μετωπικά και τους εγκλώβισαν εντός στενωπού. Η Μάνη είχε κατακλυστεί από τους Τούρκους και ο Θεόδωρος Μπούας με τον γιό του Μερκούριο Μπούα και τον συμπολεμιστή του Κλαδά και τους λοιπούς συστρατιώτες του μεταφέρθηκαν με 3 (τρείς) γαλέρες του Βασιλέα της Νεαπόλεως Φερδινάνδου στην Ιταλική Χερσόνησο. Από αυτό το σημείο αρχίζει η δράση του γιου του Μερκούριου Μπούα. Ο Θεόδωρος Μπούας πέθανε στην Βόρειο Ήπειρο το 1492 κατά την εισβολή του Σουλτάνου Βαγιαζήτ όταν στάλθηκε εκεί από τον Βασιλέα Φερδινάνδο της Νεαπόλεως να οργανώσει την αντίσταση κατά των Τούρκων με το Κροκόδειλο Κλαδά

 

Υποσημείωση


* Μετά την κατάληψη του ελληνικού χώρου από τους Οθωμανούς δημιουργήθηκαν  ένοπλα μισθοφορικά σώματα, τα οποία παρείχαν σχετικές υπηρεσίες στα Φεουδαρχικά Βασίλεια της Ευρώπης. Αναφέρονται σχετικά τα ένοπλα σώματα των: Κροκόδειλου Κλαδά, Θεόδωρου Μπούα, Δημήτριου Παλαιολόγου, Πέτρου Ράλλη στην Πελοπόννησο και του Πέτρου Μπούα στην Αργολίδα. Όταν κάθε έννοια αγώνα αποδεικνυόταν μάταιη, τότε έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς και τίθονταν υπό τις εντολές και διαταγές κάποιου κράτους, το οποίο ουσιαστικά ήταν και ο προστάτης του σώματος καθόλη την παρουσία του στην Ελληνική χερσόνησο.

 

Βιβλιογραφία

  • Παντελής Καρύκας «Ελληνικές Επαναστάσεις» και «Ελληνες Μισθοφόροι».
  • Μουσείο Ελληνικής παροικίας Βενετίας-Ιταλία (Αρχείο Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας).

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Βικιπαίδειας.

Read Full Post »

Τόμπρας Κωνσταντίνος – Ο πρώτος Έλληνας τυπογράφος στην Επανάσταση του 1821

 

Στις 8 Ιουνίου 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) αποβιβάστηκε   στην Ύδρα, απεσταλμένος του αδελφού του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ως υπεύθυνος για την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων κατά των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Είχε φέρει μαζί του  όπλα και πολεμικό υλικό κι ένα πλήρες  μικρό τυπογραφικό πιεστήριο , το οποίο είχε πάρει από την Τεργέστη, όπου πέρασε πριν έρθει στην Ύδρα. Ο Ειρηνίδης (Ομιλία περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης …, Μετατύπωσης εκ της «Μερίμνης, σελ.31) περιγράφει τούτο ως εξής :   

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

«Το πιεστήριον ήτο ξύλινον με δύο σιδηράς πλάκας , ων η άνω είχε το ήμισυ μέγεθος της κάτω , διο και το πάτημα ήτο διπλούν εις την τύπωσιν εκάστου φύλλου χάρτου. Εχώρει δε η κάτω πλαξ οκτώ σελίδας εις 8ον» και «τα στοιχεία του τυπογραφείου του Υψηλάντου ήσαν των 12 στιγμών, προμηθευμένα εκ Βενετίας ή Λειψίας. Όλα τα φωνήεντα (και τα κεφαλαία) ήσαν χαρακτά, ήτοι είχον χωριστά τα πνεύματα και τους τόνους, οίτινες προσαρμοζόμενοι εις τα χαρακτά λεγόμενα απετέλουν τον κορμόν αυτών ισοπαχή με τα άτονα, διο και αι γραμματοθήκαι, ελλειπόντων των τονουμένων, ήσαν μικραί και επομένως ευμετακόμιστοι».  

 Δυστυχώς όμως κανένας Έλληνας τυπογράφος δεν υπήρχε  ώστε να λειτουργήσει το τόσο απαραίτητο για τις ανάγκες της προετοιμασίας του αγώνα τυπογραφείο. Αναζητώντας επειγόντως τυπογράφο , ο Δ. Υψηλάντης πληροφορήθηκε από τον Υδραίο Ναύαρχο Γιακουμάκη (Ιάκωβος) Τομπάζη ή Τουμπάζη (1792-1829 ) ότι στα Ψαρά σώθηκε  και  ευρίσκετο ο Τυπογράφος Κωνσταντίνος Τόμπρας . Αμέσως έδωσε διαταγή στον Τομπάζη να φύγει με πλοίο και να φέρει στον Κ. Τόμπρα στην Πελοπόννησο όπως και έγινε. Ο Κ. Τόμπρας με τον Αναστάσιο Νικολαίδη ήρθαν στην Υδρα .

Ο Κωνσταντίνος Τόμπρας ήταν από τις Κυδωνίες (σημερινό Αϊβαλί )  της Μικράς Ασίας. Ήταν σπουδαστής στην Ακαδημία των Κυδωνιών όταν επισκέφτηκε τις Κυδωνίες ο μεγάλος Γάλλος τυπογράφος  Αμβρόσιος Διδότος (DIDOT) . Ο σχολάρχης της Ακαδημίας των Κυδωνιών Γρηγόριος Σαράφης οι Καθηγητές και μερικοί πλούσιοι πατριώτες Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία του Διδότου στην πόλη τους και αποφάσισαν να ιδρύσουν Τυπογραφείο. Έτσι με δαπάνες της πλούσιας οικογένειας Σαλτέλλη στάλθηκε  στο Παρίσι  το 1817, ο Κωνσταντίνος Τόμπρας για να μάθει στο τυπογραφείο του Διδότου την τυπογραφική Τέχνη, ώστε  να την εισαγάγει στην πατρίδα του και να λειτουργήσει η τυπογραφία στις Κυδωνίες. Πράγματι ο Κ. Τόμπρας έμαθε στο Παρίσι από τον Διδότο (DIDOT) την τυπογραφική τέχνη και την κατασκευή τυπογραφικών στοιχείων. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βιέννη όπου διδάχθηκε την αλληλοδιδακτική μέθοδο (Παιδαγωγικά). Έτσι το 1819 γύρισε στην πατρίδα του έχοντας μαζί του τυπογραφικά μηχανήματα, με Ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία και με δαπάνες των υιών του προύχοντα Χατζή Παρασκευά  Σαλτέλλη έστησε στις Κυδωνίες το πρώτο Ελληνικό τυπογραφείο, σε ένα κτήριο στην αυλή της εκκλησίας της λεγόμενης « Ορφανή Παναγιά».

Το τυπογραφείο λειτούργησε μέχρι την καταστροφή της πόλης  από τους Τούρκους ( 3 Ιουνίου 1821), έχοντας σαν βασικό συνεργάτη του τον συμπατριώτη του Κώστα Δημίδη. Ο ίδιος σώθηκε την τελευταία στιγμή από την μανία των Τούρκων και διέφυγε στα Ψαρά μαζί με τους ανιψιούς του Ιωάννη Τόμπρα και Αναστάσιο Νικολαϊδη που του είχε βοηθούς και μαθητές στην τέχνη του. Δυστυχώς όμως δεν έσωσε από την καταστροφή το τυπογραφείο.

Στα δύο αυτά χρόνια όμως έκανε σπουδαίο έργο. Στο τυπογραφείο του τυπώθηκαν 7 βιβλία διαφόρου περιεχομένου, όπως η δίτομη ελληνική γραμματική του Γρηγόρη Σαράφη και «Αι συμβουλαί προς την θυγατέρα μου» του J. N. Bouilly σε μετάφραση Ευανθίας Καϊρη. Το πρώτο κείμενο που τύπωσε ήταν ποίημα του Δημ. Κων. Μπαρμπάγου του Κυδωνέως , αφιερωμένο στο δάσκαλο του Αμβρόσιο Διδότο ( H ελεύθερη Ελλάδα τίμησε τον Διδότο και ένας κεντρικός δρόμος στα Εξάρχεια στην Αθήνα φέρει το όνομά του). Τα βιβλία που έβγαλε ο Κώστας Τόμπρας δείχνουν τεχνική αρτιότητα που φανερώνει την άριστη γνώση της τέχνης του. Τα τυπογραφικά στοιχεία του Κώστα Τόμπρα είναι τα μόνα εφάμιλλα των ευρωπαϊκών. Ο Κώστας Τόμπρας  έγινε διάσημος όχι μόνο για τις τυπογραφικές του ικανότητες, αλλά και για τη γενική του μόρφωση και γνώση που τον κατέστησαν αντικείμενο θετικών σχολίων από μεγάλους  Έλληνες της εποχής του.

Ο Τυπάλδος σε επιστολή του προς τον Εμμ. Σαλτέλλη (του χορηγού των σπουδών του Κ. Τόμπρα και χρηματοδότη του τυπογραφείου του), του γράφει :

 «…Δεν ευρίσκω αξιότερον έπαινον δια την αρετήν σου. Η τοιαύτη πράξις (να γίνει χορηγός) δεικνύει πόσον ωφελήθεις από την σοφίαν των διδασκάλων των Κυδωνιών. Η εκλογή του τυπογράφου( Κ. Τόμπρας) φανερώνει και νουν και ορθή κρίσιν…» «…Πρώτος και μόνος (Ο Κώστας Τόμπρας ) φέρει την τυπογραφία στην πατρίδα …».

Σε γράμμα του Αδαμάντιου Κοραή σε Χιώτες συμπατριώτες του να βιαστούν να φτιάξουν τυπογραφείο στη Χίο, διαβάζουμε :

 

« …Αγαθή τύχη …καλόν ότι μέλλεις να κηρύξεις την τυπογραφία της πατρίδος . Είπε τους επιτρόπους να γράψωσι προς τους εκεί να τυπώσωσι χωρίς αναβολήν  μικρόν τι, ο,τι κι αν ήναι μέρος ή τεμάχιον συγγραφέως τινός χρήσιμον εις το Γυμνάσιον …τούτο σε λέγω, διότι προς το τέλος του παρόντος μηνός αναχωρεί εδώ(από το Παρίσι) ο Γραικός τυπογράφος των Κυδωνιών (Κ. Τομπρας) οπλισμένος με χαρακτήρες και το ευτυχέστερον με την τέχνη όχι μόνο να το συνθέτει, αλλά και να τους εξαναχύνει όταν τριφθώσι…»

  (Ζήλιες και ανταγωνισμοί πριν την επανάσταση!! Βιάζεται ο Κοραής να τυπώσουν κάτι οι συμπατριώτες του Χιώτες , πριν τους προλάβουν οι Κυδωνιάτες πρώτοι. Οι Κυδωνιάτες με τον Κ. Τόμπρα όμως πήραν τα πρωτεία και τη δόξα.)

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

 

 

Όταν ο Κ. Τόμπρας έφτασε στην Ύδρα ο Δημήτρης  Υψηλάντης είχε φύγει και ήταν στα Βέρβαινα, όπου ήταν το στρατηγείο του. Μαζί του κουβαλούσε συσκευασμένο σε κιβώτια και φορτωμένο σε μουλάρια το τυπογραφείο που είχε μεταφέρει από την Τεργέστη, προκαλώντας την περιέργεια των αγωνιστών για το μυστήριο που έκρυβαν τα κιβώτια.
Εκεί τον συνάντησε ο Κ. Τόμπρας και αποφάσισαν να στηθεί στην Καλαμάτα το τυπογραφείο το πρώτο σε  Ελληνικό έδαφος. Εκεί με τυπογράφο τον Κώστα Τόμπρα και Διευθυντή Σύνταξης το Θεόκλητο Φαρμακίδη (1784-1860), τυπώθηκε η πρώτη ελληνική εφημερίδα «Ελληνική Σάλπιξ», την 1η Αυγούστου 1821.

Όταν οι Έλληνες πήραν την Τριπολιτσά, ο Κ. Τόμπρας πήρε διαταγή να πάρει το τυπογραφείο  και να το πάει σε αυτήν. Η κατάσταση όμως εκεί ήταν τόσο ρευστή και επικίνδυνη, που αποφάσισαν ότι το τυπογραφείο έπρεπε να φύγει και να εγκατασταθεί στο Άργος. Στο Άργος μάταια προσπάθησε ο Τόμπρας να λειτουργήσει το τυπογραφείο. Ένοπλα σώματα ατάκτων δημιουργούσαν προβλήματα στην πόλη του Άργους και εμπόδιζαν το στήσιμο και την ομαλή απρόσκοπτη λειτουργία του τυπογραφείου. Επιπλέον στο Άργος ο Κ. Τόμπρας αρρώστησε βαριά.  Έτσι μετά την παράδοση της Κορίνθου στον Κολοκοτρώνη και τον Υψηλάντη τον Γενάρη του 1822, με απόφασή της η Α΄Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου (οι εργασίες της ξεκίνησαν στον Αι Γιάννη του Άργους )  μεταφέρθηκε η έδρα  της Κεντρικής Διοίκησης στην Κόρινθο και μαζί με αυτήν και το τυπογραφείο που το εγκατέστησαν στο σπίτι του Θεοχαράκη, όπου έφτασε ένα δεύτερο  μικρό τυπογραφείο, που είχαν παραγγείλει στην Ευρώπη. Δυστυχώς όμως η υγεία του Τόμπρα , δεν του επέτρεπε να εργασθεί  και έτσι  είχαμε τώρα στην Ελλάδα δύο τυπογραφεία και κανένα τυπογράφο!! Τελικά ο βοηθός και ανιψιός του Τόμπρα Αναστ. Νικολαϊδης μαζί με τον ιστορικό συγγραφέα Ιωάννη Φιλήμωνα, κατόρθωσαν να λειτουργήσουν το τυπογραφείο , έως ότου έγινε καλά ο Τόμπρας και ανέλαβε ξανά τη διεύθυνσή του. Εκεί τυπώθηκαν σημαντικές για το Έθνος εκδόσεις:

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πρώτο Σύνταγμα ή «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Τα πρώτα δημόσια έγγραφα, όπως προκηρύξεις και διαταγές της Κυβέρνησης, ο Οργανισμός των Ελληνικών Επαρχειών, των Ελληνικών Δικαστηρίων, η Διακήρυξη που όριζε τα εθνικά χρώματα και τις ελληνικές σημαίες των «κατά γήν και κατά θάλασσαν δυνάμεων». Εκεί ακόμα τυπώθηκε κι ένας χάρτης χαλκογραφημένος πάνω σε λεπτό μεταξωτό πανί. Όμως το πρώτο αυτό Εθνικό τυπογραφείο ελληνικό έδαφος που γνώρισε τόσες περιπέτειες και μετακινήσεις ( Ύδρα- Βέρβαινα – Καλαμάτα – Άργος – Κόρινθος) δεν υπήρξε για πολύ. Τον Ιούλιο του 1822 περνώντας ο Δράμαλης από την Κόρινθο για το Άργος, το κατάστρεψε. Ο Κώστας Τόμπρας ήταν στο Άργος και σώθηκε μαζί με τα τυπογραφικά στοιχεία. Στα μετέπειτα χρόνια μέχρι τη δημιουργία του επίσημου Ελληνικού Κράτους, ο Κώστας Τόμπρας είναι ο τυπογράφος της Κεντρικής  Διοίκησης σε διάφορα τυπογραφεία της, κύρια με έδρα το Ναύπλιο. Το 1828 ιδρύει στο Ναύπλιο μαζί με τον Κώστα Δημίδη, το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο στην Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση την Ελλάδας από τους Τούρκους και τη μεταφορά της Πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα , ο Κώστας Τόμπρας εργάστηκε σε διάφορα τυπογραφεία της χώρας, έχοντας δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια αρκετούς μαθητές ικανούς πλέον να συνεχίσουν το έργο του. Ένα έργο που ξεκίνησε και σφράγισε την Ιστορία της  σύγχρονης Ελληνικής  τυπογραφίας. 

Γεώργιος Γιαννούσης.

 

  

Βιβλιογραφία  

Ν. Ε. ΣΚΙΑΔΑΣ, « ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ»,ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG, ΑΘΗΝΑ 1976.

Κ. ΣΠΑΝΟΣ, «ΣΑΛΠΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1975.

ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ «ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ 1939/1989».

 

 

 

 

Read Full Post »

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)


 

Η καπετάνισσα του Εικοσιένα Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έργο του Adam Friedel. Λιθογραφία. Σχέδιο εκ του φυσικού, Λονδίνο, 1824.

Η θρυλική καπετάνισσα της Επανάστασης, κόρη του πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως από την Ύδρα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν η μητέρα της είχε μεταβεί, για να συναντήσει τον φυλακισμένο σύζυγό της. Το 1788 παντρεύτηκε τον Δημ. Γιάννουζα από τις Σπέτσες και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά. Χάθηκε όμως, πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη, με τον οποίο απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.  

Με το όνομα του δεύτερου άνδρα της έμεινε στην ιστορία. Επειδή ο άνδρας της Μπούμπουλης ήταν ρωσόφιλος, κινδύνευσε μετά τον θάνατό του να χάσει η Μπουμπουλίνα την περιουσία της. Κατέφυγε τότε στο Ρώσο πρέσβη Στρογγάνοφ στην Πόλη, συνάντησε τη σουλτάνα Βαλιδέ και κατόρθωσε να γλιτώσει την περιουσία της από τη δήμευση.

Ήταν δραστήρια και πολύ δυναμική γυναίκα. Μπόρεσε και μεγάλωσε την περιουσία του άνδρα της κι έχτισε άλλα τρία πλοία, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Αγαμέμνων» για το μέγεθός του και την ομορφιά του. Είχε 18 κανόνια και ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέχει κάθε είδους κακουχία. Ίσως να ήταν, επίσης, η μοναδική γυναίκα που γνώριζε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ήταν πανέτοιμη.

Διέθεσε τα καράβια της και τον πλούτο της για τον αγώνα. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε άσπρο άλογο, έφτασε στο Άργος και έδωσε θάρρος στους μαχητές. Ντυμένη ανδρικά και ζωσμένη τ’ άρματα, έμοιαζε με ηρωίδα των παραμυθιών. Ήταν ψηλή, επιβλητική, με υψηλό φρόνημα, με θερμό πατριωτισμό. Τους έδωσε πολεμοφόδια, τους ψύχωσε και η πολιορκία ξανάρχισε. Αργότερα τη συναντάμε στην πολιορκία της Μονεμβασιάς και μετά στην Τρίπολη με τους στεριανούς. Εκεί ήταν, όταν έπεσε η Τρίπολη, πλάι στον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Ύστερα επέστρεψε πάλι στην πολιορκία τ’ Αναπλιού.

Όταν οι Έλληνες πήραν τ’ Ανάπλι (30-11-1822), έμεινε εκεί, ζώντας με τη μικρή περιουσία που της είχε μείνει. Πάντρεψε την κόρη της Ελένη με τον Πάνο, το γιο του Θ. Κολοκοτρώνη, που ήταν τότε φρούραρχος Ναυπλίου. Άρχισε μετά ο εμφύλιος. Ο Πάνος παρέδωσε την πόλη στο νέο εκτελεστικό με εντολή του πατέρα του, για να αμβλυνθούν τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις. Η Μπουμπουλίνα τέθηκε υπό διωγμόν. Οι Κουντουριωταίοι την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τ’ Ανάπλι και να εγκατασταθεί στις Σπέτσες. Από πείσμα ξαναγύρισε. Και τότε ο Γ. Κουντουριώτης έστειλε τον αστυνόμο στο σπίτι του Νικηταρά, όπου έμενε, και την έδιωξε πάλι.

Έκτοτε έμενε στις Σπέτσες πικραμένη. Τόσο είχε μοχθήσει και είχε αγωνιστεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου κι όμως της απαγόρευαν να μένει εκεί. Από τις Σπέτσες παρακολουθούσε τα θλιβερά γεγονότα του εμφυλίου. Ο γαμπρός της Πάνος σκοτώθηκε (13 Νοεμβρίου 1824) έξω από την Τρίπολη. Ο συμπέθερός της Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε στην Ύδρα. Ο γιος της Γιάννης Γιάννουζας* είχε σκοτωθεί στη μάχη του Ξεριά Άργους, πολεμώντας εναντίον του Κεχαγιάμπεη.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του  Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την  πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων. Επί γενεές απόγονοι της Μπουμπουλίνας υπηρέτησαν πιστά την πατρίδα μέσα από τις τάξεις του Πολεμικού ναυτικού. Έντεκα κατευθείαν απόγονοί της υπήρξαν ανώτεροι αξιωματικοί. Δύο από αυτούς αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του υποναυάρχου και άλλοι δύο με το βαθμό του ναυάρχου. Τρεις από αυτούς ασχολήθηκαν αργότερα με την πολιτική και υπηρέτησαν ως βουλευτές και υπουργοί. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της ηρωίδας. Ο τίτλος της ήταν Μπουμπουλίνα και την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.

 

Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας


Το Αρχοντικό της Μπουμπουλίνας κτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα από Μαυριτανό αρχιτέκτονα. Το περίγραμμα του κτιρίου αν το κοιτάξουμε από ψηλά είναι σχήματος Π. Το σχήμα αυτό για την αρχιτεκτονική των Σπετσών εκείνης της εποχής, υποδείκνυε την σπουδαιότητα του ιδιοκτήτη. Οι περισσότεροι προύχοντες του νησιού είχαν σπίτια σχήματος Π.

Η σκαλιστή πιστόλα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Το Αρχοντικό έχει ισόγειο και δύο ορόφους. Εξωτερική πέτρινη σκάλα συνδέει τη μπροστινή εσωτερική αυλή με τον πρώτο όροφο. Μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή – Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

 

Ο ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας Ανάργυρος Χατζή- Αναργύρου γράφει:


 

«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.  

Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»

 

*Η προέλαση των Τούρκων στο Άργος και ο θάνατος του Γιάννη Γιάννουζα


 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο οθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς βρισκόταν στην Ήπειρο, στην εκστρατεία κατά του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Όταν όμως πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ελλήνων, έστειλε, στις αρχές Απριλίου, τον κεχαγιά του, Μουσταφά μπέη με 3.500 άνδρες για να καταπνίξουν την εξέγερση στην Πελοπόννησο.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα, «η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν».

Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι εμπειροπόλεμοι αυτοί Αλβανοί προήλασαν ταχύτατα στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, έκαψαν τη Βοστίτσα και διέλυσαν την πολιορκία του Ακροκορίνθου. Αμέσως μετά επιτέθηκαν στο Άργος και αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο πληθυσμό. Επακολούθησαν σφαγές και αιχμαλωσίες μαχητών και αμάχων.

Στις 24 Απριλίου, στην προσπάθεια του να αναχαιτίσει τον στρατό του Μουσταφά, ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών αποδεκατίστηκε σε μία μάχη στο πέρασμα του χειμάρρου Ξηριά, στα περίχωρα της πόλης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας.

Το συγκεκριμένο περιστατικό μνημονεύει ως «αληθή φρικτό πόλεμο» ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, αυτόπτης μάρτυς και πρωτόπειρος αγωνιστής της ένοπλης ομάδας που είχε σταλεί από τον Κολοκοτρώνη για να υποστηρίξει όσους μάχονταν στην περιοχή. Μετά την ήττα των Ελλήνων, οι πολεμιστές του Κεχαγιάμπεη μπήκαν στο Άργος, θανάτωσαν αμάχους, λεηλάτησαν περιουσίες. Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στους Μύλους βρήκαν προστασία στη μικρή ελληνική δύναμη που στρατοπέδευε εκεί, υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Μαυρομιχάλη, την Μπουμπουλίνα και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αναφέρεται ότι αρκετές οικογένειες μεταφέρθηκαν με διάφορα πλοιάρια στις Σπέτσες.

Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την προσωρινή διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν σχεδόν ανενόχλητα προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασαν στις 6 Μαΐου 1821. Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός  Tairbout de Marigny γράφει  ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει  τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του.

 «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του. Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…)  Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων  Τούρκων και τα φύλαξε  ως κειμήλια».

Μαυροφορεμένη, με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι τη γνώρισε τότε και ο Kosterus, ένας γερμανός αξιωματικός στρατιωτικός που ταξίδεψε το 1821 από τη Μασσαλία για τον Μοριά· «μ’ όλο που πολλά από όσα γράφονται γι’ αυτή είναι υπερβολικά, πρόκειται για πραγματική πατριώτισσα», γράφει στο χρονικό του.

Μετά τον θάνατο του γιου της, η Μπουμπουλίνα επανήλθε με περισσότερο πείσμα στην πολιορκία του Ναυπλίου με τον «Αγαμέμνονα» που τώρα κυβερνούσε ο Αντώνιος Παργιανός. Παρέμεινε εκεί τουλάχιστον ως τον Αύγουστο του 1822. ( Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», σελ. 51-52)

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.
  • Ευδοκία Ολυμπίου, «Γυναίκες του Αγώνα», Ιστορική Βιβλιοθήκη, «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», Εκδόσεις «Τα Νέα», Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμα:


 

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη

ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Σφαγή των Αργείων από τους Γάλλους (4 Ιανουαρίου 1833)


 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια επικρατούσε απόλυτη αναρχία. Η Κυβέρνηση υπό τους Κωλέττη, Ζαΐμη και Μεταξά (Διοικητική Επιτροπή) αντιμετώπιζε βαριές κατηγορίες για ανικανότητα διοίκησης  και έλλειψη χρημάτων. Αντιμέτωπη ήταν η Στρατιωτική Επιτροπή υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Στο Άργος υπήρχε τρίτο κόμμα ( Επιτροπή)  υπό τους Κριεζώτη, Τσώκρη και Στράτο.

Η Κυβέρνηση Ναυπλίου θέλοντας να εκμηδενίσει την Στρατιωτική Επιτροπή του Άργους, έπεισε τον Γάλλο Στρατηγό Κορβέ, να στείλει στο Άργος τέσσερις λόχους (800 άνδρες) δήθεν για να προστατευθεί  το Άργος από την αναρχία. Παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες του Τσώκρη και των υπολοίπων, στις 2 Ιανουαρίου 1833 ο Νώδ επικεφαλής των Γάλλων ήλθε στο Άργος και κατέλαβε τους Στρατώνες. Την επόμενη έφτασε και ο συνταγματάρχης Στοφέλ με στρατό και πυροβόλα. Οι Αργείοι διαμαρτυρήθηκαν και δυσανασχέτησαν για την αναίτια κατοχή. Ο Στοφέλ, κατέλαβε αυθαίρετα την οικία του Καλλέργη – που απουσίαζε- και την οποία υπερασπίστηκε ανεπιτυχώς ο υπολοχαγός Σπ. Καλλισγούρος. Ο Στοφέλ συνέλαβε τον Καλλισγούρο και το επόμενο πρωί τον τουφέκισε στον κήπο του κτιρίου.

Στις 4 Ιανουαρίου, ένας μεθυσμένος στρατιώτης του Κριεζώτη, ξεκίνησε το μεγάλο κακό. Αυτός μαζί με άλλους έπινε σε ταβέρνα της Γούβας. Κάποιοι Γάλλοι μπήκαν στην ταβέρνα για να πιούν. Ο μεθυσμένος στρατιώτης προκάλεσε τους Γάλλους και μετά από καυγά, οι ξένοι μόλις που πρόλαβαν να φτάσουν στους στρατώνες, λιθοβολούμενοι. Ενώ εξιστορούσαν τα γεγονότα στο Διοικητή τους, ξαφνικά άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες του Αγίου Ιωάννου επειδή είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία εκλογής Δημογερόντων ή κατ΄ άλλους η Επιτροπή για την υποδοχή του Όθωνα.

Ο Γάλλος Διοικητής νόμισε ότι οι Αργείοι επαναστάτησαν. Ήταν μία το μεσημέρι της 4ης Ιανουαρίου 1833. Τύμπανα και σάλπιγγες σήμαναν το απαίσιο σύνθημα. Ο Γαλλικός στρατός διέπραξε το τραγικότερο ανοσιούργημα της νεώτερης ιστορίας. Κατέλαβε τους δρόμους και τις πλατείες. Σκότωνε αδιακρίτως άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και με τις λόγχες εκτελούσαν  φιλήσυχους, άοπλους και αθώους πολίτες. Μέχρι το ηλιοβασίλεμα κράτησε το κακό. Ο Νώδ, απαγόρευσε να ταφούν οι νεκροί από τους συγγενείς τους, κάθε νεκρώσιμη ακολουθία και Εκκλησιαστική πομπή. Τα πτώματα ετάφησαν ομαδικά σε δύο τεράστιους τάφρους. Ο ένας ανοίχτηκε στην πλατεία και ο άλλος στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Τότε, ο Αρχιερέας – τοποτηρητής Άνθιμος Κομνηνός, πρώην Ηλιουπόλεως, άνδρας επιβλητικός, θαρραλέος και μεγαλοπρεπής,  βλέποντας να παρατείνεται η σφαγή, φόρεσε την μεγάλη Αρχιερατική στολή, έδεσε στην ράβδο του λευκό μαντήλι και ακολουθούμενος  από τον Διάκονο του – εν μέσω αλαλαγμών και θρήνων – επισκέφθηκε τον Νώδ, στους στρατώνες, επικαλούμενος την δικαιοσύνη και την φιλανθρωπία. Ο Γάλλος Διοικητής σεβόμενος τον Σεβάσμιο Ποιμενάρχη και εκτιμώντας την παρρησία του, διέταξε γενική αποχώρηση. Η νύκτα βρήκε το Άργος να σιωπά και να θρηνεί.    

 

Πηγή


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

 

 Διαβάστε ακόμη:

To ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνογαλλικής σύγκρουσης στο Άργος, το 1833

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

 

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ζωγράφος Λεωνίδας (†1902)


 

Ο Λεωνίδας Ζωγράφος ήταν αρχίατρος του ελληνικού στρατού και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι, απ’ όπου επανήλθε το 1852. Ήταν αντιοθωνικός και τάχθηκε με το μέρος της Ναυπλιακής επανάστασης του 1862 κατά του Όθωνα. Γι’ αυτό και εξορίστηκε για μικρό διάστημα στην Αίγινα. Κατόπιν εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους για τη Β΄ Εθνοσυνέλευση Αθηνών (1862). Αναδείχτηκε τρεις φορές βουλευτής στην επαρχία Άργους [1]  αρχικά με το κόμμα του Δημητρίου Βούλγαρη και κατόπιν με εκείνο του Θεόδωρου Δηλιγιάννη.

Στις εκλογές του 1885 ήταν και πάλι υποψήφιος με το κόμμα του Δηλιγιάννη [2], αλλά δεν εκλέχτηκε. Μετά την αποτυχία του επανήλθε στην υπηρεσία του στο στρατό ως αρχίατρος [3] και έκτοτε απέσχε της πολιτικής. Προσπάθησε μάλιστα να αναδείξει τον ανιψιό του Μιλτιάδη Ζωγράφο, δικηγόρο, αλλά απέτυχε [4].

Ο Λεωνίδας Ζωγράφος διακρινόταν για τις φιλελεύθερες αρχές του, τη μαχητικότητά του και τον ακέραιο χαρακτήρα του. Δε δίστασε κάποιες φορές να αντιδράσει δυναμικά στις πολιτικές βιαιότητες της εποχής του, θύμα των οποίων υπήρξε και ο ίδιος το 1872, γιατί δεν εκλέχτηκε τότε λόγω της μεγάλης βίας και νοθείας. [5]

Άλλη μία φορά αντέδρασε επίσης δυναμικά, όταν κατά τις δημοτικές εκλογές του 1883 παρατηρήθηκαν σοβαρά έκτροπα στο Ναύπλιο σε βάρος του Επαμεινώνδα Κωτσονόπουλου και της παράταξής του.[6] Ζήτησε τότε από το βασιλιά με τηλεγράφημά του να παρέμβει, για να σώσει τους Ναυπλιείς.[7] Αποτέλεσμα ήταν να διαρρεύσει το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος και να κατηγορηθεί «επί δυσφημίσει της κυβερνήσεως και εξυβρίσει των εν Ναυπλίω αρχών εξ επαγγέλματος». Η δίκη αρχικά αναβλήθηκε και κατόπιν παραπέμφθηκε στις καλένδες.

Ο Λ. Ζωγράφος τιμήθηκε με τον αργυρούν Σταυρόν του Σωτήρος (εφ. «Άργος», φ. 10/8-8-1885). Πέθανε στην Αθήνα το 1902 (εφ. «Μυκήναι», φ. 46/3-3-1902).

  

Υποσημειώσεις


[1] Για πρώτη φορά το 1868 (εφ. «Αργολίς», 145/17-2-1972).

[2] Εφ. «Δαναός», φ. 57/21-3-1885.

[3] Εφ. «Άργος», φ. 11/17-8-1885.

[4] «Δυστυχώς περί του κυρίου τούτου, ως πολιτικού, ουδείς σοβαρός δύναται να γίνη λόγος» σημειώνει το «Άργος», φ. 58/25-8-1888.

[5] Βλ. κλητήριο θέσπισμα Λ. Ζωγράφου κατά Δημάρχου Υσιών Κ. Παραβάντη και άλλων, «Αργ. Ιστ. Αρχείον, 1771-1878», α/α 550/30-4-1872.

[6] Για τον δήμαρχο Επαμ. Κωτσονόπουλο βλ. Οδωνυμικά Ναυπλίου.

[7] «Ικετεύω Υμ. Μεγαλειότητα μεριμνήσαι περί ασφαλείας ζωής τιμής Ναυπλιέων, κυβερνήσεως αδιαφορούσης» κατέληγε το τηλεγράφημα («Δαναός», φ. 12/21-7-1883).

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Read Full Post »

« Newer Posts