Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Θρησκεία’

Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Όταν λέμε «Ιστορικότητα του Ιησού», εννοούμε από τη μιά πλευρά τη μελέτη της ιστορικής πραγματικότητας προσώπων και γεγονότων, και από την άλλη την ανάλυση των διαθέσιμων ιστορικών στοιχείων για την εξακρίβωση ότι: (α). ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως ιστορική μορφή και (β). κάποια από τα μεγάλα ορόσημα της ζωής του, όπως αυτά περιγράφονται στα Ευαγγέλια, μπορούν να επιβεβαιωθούν ως ιστορικά γεγονότα.

Σήμερα, οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές της αρχαιότητας συμφωνούν ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε. Για τη γενική πορεία της ζωής του Ιησού δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες. Υπάρχουν όμως ως προς την ιστορικότητα συγκεκριμένων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται στις βιβλικές αναφορές για τον Ιησού. Τη συνολική αποδοχή συγκεντρώνουν μονάχα δύο γεγονότα: (α). ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη Βαπτιστή και (β). ότι σταυρώθηκε με διαταγή του Ρωμαίου Επάρχου Πόντιου Πιλάτου.

Ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής κάποιο σημαίνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά ένας ηγέτης μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικούσαν σε μία από τις μικρότερες και ασήμαντες επαρχίες και λόγω της ταπείνωσής του δε συγκέντρωσε πάνω του όσο ζούσε «δημοσιότητα». Όμως, την ιστορικότητα του Ιησού δεν την αμφισβητούν ούτε οι άθεοι.

Οι όποιες αμφιβολίες υπήρξαν ή υπάρχουν περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού εμφανίστηκαν μετά τον 17ο αιώνα μ.Χ. Η αναζήτηση για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού ξεκινά διακόσια χρόνια πριν, όταν στα τέλη του 18ου αιώνα μερικοί Ευρωπαίοι διαφωτιστές και διανοούμενοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη φιλολογική και ιστορική κριτική στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Επομένως, εάν ο Ιησούς δεν υπήρξε σαν ιστορική προσωπικότητα, τότε τί συνέβη και το θυμήθηκαν μερικοί μετά από 17 αιώνες?

Κοιτίδα των αμφιβολιών αυτών και της αμφισβήτησης για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού φαίνεται ότι ήταν οι λιγοστές αναφορές – πληροφορίες ή ιστορικές πηγές που υπάρχουν περί του Ιησού. Θα δούμε στη συνέχεια ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και καταρρίπτεται επιστημονικά και ιστορικά. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλά ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έχουν σαφώς λιγότερες πηγές, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Σωκράτης που δεν άφησε ο ίδιος γραπτά έργα αλλά οι μαθητές του, ο Πυθαγόρας κ.α., και παρά ταύτα είναι εκτός αμφισβήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το 70 μ.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ και το μεγαλύτερο μέρος του Ισραήλ γενικότερα. Είναι πιθανόν πολλά από τα ιστορικά στοιχεία της ύπαρξης του Ιησού να καταστράφηκαν και επιπλέον πολλοί αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού θα πρέπει να σκοτώθηκαν, με συνέπεια ο αριθμός των επιζώντων που θα μπορούσαν να ομολογήσουν για τον Ιησού να περιορίστηκε σημαντικά.

 

Χριστός Παντοκράτωρ. Εγκαυστική εικόνα από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα, Μονή της Αγίας Αικατερίνης, Σινά.

 

Ιστορικές πηγές – Στοιχεία

 

Υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων υπέρ της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού Χριστού, τόσο στην κοσμική όσο και στην εκκλησιαστική ιστορία. Η Καινή Διαθήκη είναι η κύρια πηγή των αποδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού, αφού περιλαμβάνει εκατοντάδες αναφορές για το πρόσωπο του.

Όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία, έχουμε γραπτά κείμενα που συγγράφτηκαν εντός 200 χρόνων από τότε που έλαβαν χώρα τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τη ζωή, τη δράση και το έργο του Ιησού Χριστού στην Ιουδαία και τη Γαλιλαία, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα στοιχεία, όπως π.χ. οι περισσότερες από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου που συγγράφτηκαν από τον ίδιο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. (λιγότερο από 40 χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού), τα τέσσερα ευαγγέλια των Μάρκου, Ματθαίου, Ιωάννη και Λουκά κ.α.

Ιστορικά όμως στοιχεία εντοπίζονται και σε διάφορα αρχαία συγγράμματα, τα οποία αποτελούν ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης ενός άνδρα στο Ισραήλ με την επωνυμία «Ιησούς» κατά τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Οι πηγές αυτές είναι οι εξής:

 

Πρώτη πηγή: Κορνήλιος Τάκιτος (Ρωμαίος ιστορικός, β΄ μισό του 1ου μ.Χ. – α΄ μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα)

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (56; – 120;) Από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στα δύο μεγάλα του έργα «Annales» (Χρονικά) και «Historiae», εξετάζει την ιστορία της Ρώμης από τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) μέχρι τον θάνατο του Δομιτιανού (96 μ.Χ.).

Θεωρείται ένας από τους πιο αξιόπιστους ιστορικούς του αρχαίου κόσμου. Στο έργο του «Χρονικά» (Annales) αναφέρει για τους προληπτικούς «Χριστιανούς», που έλαβαν το όνομά τους από τον Christus (λατινική ονομασία του Χριστού), ο οποίος υπέφερε από τον Πόντιο Πιλάτο κατά τη βασιλεία του Τιβέριου (14 μ.Χ. – 37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος έγραφε, όπως αναφέρει, έχοντας ως πηγή τα Ρωμαϊκά αρχεία, τα οποία όμως δεν σώζονται. Αναφέρει και τις ιδιαίτερες τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων το 64 μ.Χ. στους Χριστιανούς, οι οποίοι όπως προσθέτει ήταν πολυάριθμοι, λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς – πυρπόλησης της Ρώμης.

Ειδικότερα, γράφει ότι: «ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλεν εις ιδιαιτέρας τιμωρίας εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ωνόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος εθανατώθη επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Επίτροπος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία ανεφάνη πάλιν όχι μόνον εις την Ιουδαίαν, την εστίαν αυτού του κακού, αλλά και εις την Πόλιν (Ρώμην), όπου από παντού μαζεύονται και ακούονται όλα τα κακά και τα αισχρά (Annales, XV, 44)».

Από τη μαρτυρία αυτή του Κορνήλιου Τάκιτου προκύπτουν τα εξής στοιχεία: (α). Δίνεται συγκεκριμένος χρόνος και τόπος δράσεως, δηλαδή «επί Τιβερίου βασιλέως και διοικητού της Ιουδαίας Ποντίου Πιλάτου», (β). πιστοποιείται η ύπαρξη του Ιησού Χριστού και μιλάει για τον θάνατό του ως «κακοποιού» από τον Πιλάτο και (γ). μιλά για τον Ιησού με απλότητα χωρίς να φαίνεται ότι αμφισβητεί την ύπαρξή του.

Ο Κορνήλιος Τάκιτος, παρόλο που ήταν αντίθετος στον Χριστιανισμό, δεν αμφισβητεί ούτε ότι υπήρξε ο Χριστός ούτε ότι ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε παρά τους διωγμούς που υπέστη. Εάν είχε την οποιαδήποτε αμφιβολία, με κάποιο τρόπο θα κατάγραφε αυτήν στο έργο του.

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος. Αυστρία, Βιέννη, Κτήριο Αυστριακού Κοινοβουλίου.

 

Δεύτερη πηγή: Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος (Gaius Suetonius Tranquillus, Ρωμαίος ιστορικός, 67/77 – 141/168  μ.Χ.)

 

Ο Σουητώνιος, σύγχρονος του Τάκιτου, ήταν ένας σπουδαίος ιστορικός και αρχιγραμματέας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ανδριανού (76μ.Χ. – 138 μ.Χ.). Στο κυριότερο έργο του «Βίοι Καισάρων» (Vitae XII Caesarum) καταγράφει και τον βίο του αυτοκράτορα Κλαύδιου που βασίλεψε από το 41 μ.Χ έως το 54 μ.Χ., όπου αναφέρει στο κεφάλαιο XXV, 4 για το διάταγμα του αυτοκράτορα Κλαυδίου με το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώμης εξορίζονταν απ’ αυτήν: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit». Δηλαδή: «Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει του Χριστού εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμη τους  εξόρισε».

 

Γάιος Σουητώνιος Τράγκυλλος (περ. 69/75 – περ. 130). Λατίνος ιστορικός και λόγιος.

 

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια αναγκαία επεξήγηση προς αποφυγή παρερμηνειών και παρεξηγήσεων. Ο Χριστιανισμός είχε γίνει δεκτός πρώτα στις Ιουδαϊκές κοινότητες. Από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Ιουδαίοι. Επομένως, υπήρχαν Ιουδαίοι χριστιανοί από τη μία και Ιουδαίοι πιστοί στο γράμμα του Μωσαϊκού νόμου από την άλλη. Είναι πιθανόν να σημειώθηκαν θερμά επεισόδια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, λόγω των δογματικών τους διαφορών, γι’ αυτό και εξορίστηκαν όλοι από τη Ρώμη. Για τη Ρώμη δεν υπήρχε κάποιος διαχωρισμός ή διάκριση σε Ιουδαίους και Χριστιανούς, αντίθετα χαρακτηρίζονταν όλοι ως Ιουδαίοι.

Το ερώτημα είναι πώς προέκυψε η εξορία αυτή από τη Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης κατηγορήθηκαν από ειδωλολάτρες και εβραίους για τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Ρώμης που ήταν πλούσια και αξιόλογη, όπως της Αλεξάνδρειας. Η ίδια όμως η ιδεολογία ή το φρόνημα των πρωτοχριστιανών ήταν αντίθετη με τέτοιου είδους πράξεις.

Η απάντηση στο ερώτημα έγκειται στο γεγονός ότι η Ρώμη αντιδρούσε έντονα απέναντι σε μια θρησκεία που αμφισβητούσε την θεϊκότητα του αυτοκράτορά της και κατ’ επέκταση την εξουσία του, κυρίως με διωγμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις, μαρτυρικά βασανιστήρια. Η Ρώμη είδε τους Χριστιανούς ως απειλή. Οι Χριστιανοί απειλούσαν τη Ρώμη μέσω της «Αποκάλυψης» και επιπλέον δεν δέχονταν να κάνουν θυσίες στους θεούς και δεν λάτρευαν την εικόνα του αυτοκράτορα.

Με βάση αυτά, ο Σουητώνιος στο Βίο του Κλαύδιου μιλάει για Χριστιανούς και δεν εννοεί τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είχε θανατωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Πώς είναι δυνατόν ένας νεκρός να  «υποκινεί φασαρίες και θορύβους»?

Η μαρτυρία αυτή του Σουητώνιου για το διάταγμα του Κλαυδίου διασταυρώνεται ως ιστορικό γεγονός με τις «Πράξεις των Αποστόλων», αφού όταν ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Κόρινθο βρήκε εκεί τους Ιουδαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα που είχαν εξοριστεί από τη Ρώμη: «Μετά δέ ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από τής Ρώμης, προήλθεν αυτοίς» (Πράξ. ιη’, 1-2).

Ο Σουητώνιος αναφέρεται και αυτός στις ειδικές τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων τους Χριστιανούς της εποχής εκείνης.

 

Τρίτη πηγή: Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιόσεφ μπεν Μαθιά (Ιουδαίος ιστορικός, 38 μ.Χ. – 100 μ.Χ.)

 

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι ο γνωστότερος Εβραίος λόγιος, ιστορικός και συγγραφέας. Ήταν Φαρισαίος και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τις οικογένειες των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα. Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί ευνοϊκά υπέρ του Χριστού.

Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», όπου έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Ιουδαίων, αναφέρεται στον Ιάκωβο, «τον αδερφό του Ιησού, που ονομάστηκε Χριστός». Γράφει ειδικότερα ότι: «ο αρχιερέας Άνανος καθίζει συνέδριο κριτών και παραγαγών εις αυτόν τον αδελφόν Ιησού τον λεγόμενον Χριστόν (Ιάκωβος το όνομα αυτού) και τινας εταίρους, ως παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωσε λευθησομένους (για να λιθοβοληθούν)».

Σε άλλο απόσπασμα του έργου του (XVIII 3,3) γράφει: «Γίγνεται δε κατά τούτον τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ, ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη. Ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή ταληθή δεχομένων. Και πολλούς δέ και του Ελληνικού επηγάγετο, ο Χριστός ούτος ήν και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών, παρ’ ημίν, σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου,ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες, εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μύρια θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων».

Με βάση το απόσπασμα αυτό, ο Ιώσηπος μαρτυρεί ότι την εποχή της ηγεμονίας του Πιλάτου εμφανίστηκε ο Ιησούς που ήταν άνδρας σοφός αν μπορεί να τον πει κανείς άνθρωπο!! Ο άνθρωπος αυτός έκανε παράδοξα έργα, δίδασκε στους ανθρώπους την αλήθεια και προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους και Εθνικούς. Ακόμη, μας πληροφορεί για τον τρόπο θανάτωσης του Ιησού, στον σταυρό. Τέλος, μας μαρτυρεί την ανάσταση του Κυρίου τρεις ημέρες μετά την Ταφή του.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια σημαντικότατη μαρτυρία ιστορικού και μάλιστα Εβραίου, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει την ιστορικότητα του Ιησού. Μήπως τελικά ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε βαθμό που ήταν πλέον αδύνατο κάποιος ιστορικός να αποσιωπήσει τα γεγονότα?

 

Τέταρτη πηγή: Σέξτος Ιούλιος ο Αφρικανός & Θάλλος

 

Ο Σέξτος Ιούλιος υπήρξε ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Είχε εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Αναφέρει στο έργο του τον ιστορικό Θάλλο (1ος μ.Χ. αιώνα) που έγραψε την Ιστορία της Συρίας και μια αντιπαράθεσή τους σχετικά με την έκκλειψη του ηλίου που ακολούθησε τη Σταύρωση του Χριστού.

Για το γεγονός της ολικής εκκλείψεως του ηλίου ιδιαίτερα σημαντική είναι η φράση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ο Διονύσιος πριν γίνει χριστιανός και πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ήταν δικαστής, μέλος του Αρείου Πάγου. Κατά το Συναξάριο, την ημέρα της σταύρωσης του Χριστού βρισκόταν στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με τον φιλόσοφο  Απολλοφάνη. Μόλις είδε τον σκοταδισμό του ηλίου, ανεφώνησε ότι «ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει».

 

Πέμπτη πηγή: Πλίνιος Καικίλιος Σεκούνδος ή Πλίνιος ο Νεότερος (61 μ.Χ.-113 μ.Χ.)

 

Σύγχρονος του Τάκιτου και του Σουητώνιου. Ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος, ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος.  Το 110 μ.Χ. στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας ως Legatus Caesaris (πρέσβης του Καίσαρα). Το 112 μ.Χ. ο Πλίνιος έγραψε σε επιστολή του προς τον Τραϊανό : «Το μίασμα της δεισιδαιμονίας των Χριστιανών εκτείνεται όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στους αγρούς και στα χωριά». Επιπρόσθετα αναφέρει (Επιστολή Χ,96) ότι «Οι Χριστιανοί συνηθίζουν να συνέρχονται μια τακτή ημέρα πριν την ανατολή του ήλιου, και να αναπέμπουν ύμνους στον Χριστό, σαν να μιλούν σε Θεό». Η τακτή αυτή ημέρα ήταν και είναι η Κυριακή.

Στη συνέχεια ανέκρινε προσωπικά πολλούς Χριστιανούς και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την πίστη τους. Ο ίδιος ήθελε να προστατέψει την ειδωλολατρική θρησκεία και γι’ αυτό επικοινώνησε με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να εμποδίσουν την εξάπλωση της νέας θρησκείας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλίνιος δέχεται ότι ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο. Εάν είχε την υποψία ότι ήταν μυθικό πρόσωπο, τότε θα υποστήριζε ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν σε έναν μύθο. Αναφέρεται στον Χριστό και όχι «σε κάποιον Χριστό», και ενοχλείται γιατί τον υμνούν «σαν Θεό».

 

Έκτη πηγή: Ταλμούδ (το ιερό βιβλίο των Εβραίων)

 

Το Ταλμούδ αποτελείται από τα βιβλία της Mishnah  και της Gemara. Η Mishnah (ο προφορικός νόμος) είναι η παράδοση των πρεσβυτέρων, ενώ η Gemara είναι σχόλια των Ραβίνων πάνω σε ότι περιέχει η Mishnah. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων μιλούν με βεβαιότητα για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού χωρίς όμως να παραδέχονται την θεότητά του. Προσπαθούν, όπως είναι φυσικό, να τον υποτιμήσουν. Έτσι γράφεται ότι «κατά την εσπέρα του Εβραϊκού Πάσχα κρέμασαν τον Ιησού από την Ναζαρέτ». Τονίζουν μάλιστα ότι ο Ιησούς ήταν καρπός πορνείας και έκανε θεραπείες που βασίζονταν σε μαγεία.

Στο ταλμούδ γίνεται λόγος περί των θαυμαστών ιάσεων επί ονόματος Ιησού Χριστού, τις οποίες πραγματοποίησε ο Ιάκωβος, τον οποίο γνώριζε ο ραβίνος Ελιέζερ (90 – 110 μ.Χ.). Γίνεται επίσης αναφορά στη σταύρωσή Του, μόνο που για χώρο της σταύρωσης αναφέρει την Λύδδη που βρίσκεται στα ΝΔ της Παλαιστίνης.

 

Έβδομη πηγή: J. Klausner (Εβραίος καθηγητής)

 

Αναφέρει ότι «ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν προδότης του Ισραήλ, ο οποίος ασκούσε μαγεία, περιφρονούσε τους λόγους της σοφίας, οδήγησε το λαό στην πλάνη και έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταλύσει τον Μωσαϊκό νόμο αλλά να τον συμπληρώσει. Κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα σαν αιρετικός και πλάνος του λαού. Οι μαθητές του έκαναν τα ίδια έργα στο όνομά του».

 

Όγδοη πηγή: Mara BarSerapion (Ασσύριος Στωϊκός φιλόσοφος)

 

Ο φιλόσοφος αυτός έζησε στη Ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας κατά τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ. περίπου και είναι γνωστός μόνο από ένα γράμμα του που έγραψε στα Συριακά προς το γιό του Σεραπίωνα. Στο γράμμα αυτό (73 μ.Χ.) συγκρίνει τους θανάτους του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Ιησού, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο Ιησούς ήταν ένας σοφός και ευσεβής άνδρας, ο οποίος θεωρούνταν από πολλούς Βασιλιάς του Ισραήλ, θανατώθηκε από τους Ιουδαίους και συνέχισε να ζει μέσω της διδασκαλίας των οπαδών Του.

Σε άλλο σημείο του γράμματος γράφει ότι: «οι Ιουδαίοι καταστραφέντες εκ της χώρας αυτών, διωχθέντες ζώσιν εν τη διασπορά, ο σοφός βασιλεύς όμως δεν απέθανε χάρις εις τους νόμους που έδωσε. Ένεκα της καταδίκης του σοφού βασιλέως αφαιρέθη από τους Ιουδαίους το Βασίλειον».

Ο μοναδικός «σοφός βασιλεύς» που καταδικάστηκε, πριν το 73 μ.Χ. όπου και γράφτηκε το εν λόγω γράμμα, ήταν ο Ιησούς Χριστός.

 

Ένατη πηγή: Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (2ος αιώνας μ.Χ.)

 

Ήταν Έλληνας ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Αναγνωρίζει ότι ο Χριστός λατρευόταν από τους Χριστιανούς, εισήγαγε νέες διδασκαλίες και σταυρώθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον, αναφέρει ότι οι διδασκαλίες του Ιησού περιλαμβάνουν την αδελφότητα των πιστών, τη σημασία της μεταστροφής και την αναγκαιότητα της άρνησης άλλων θεών.

 

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ.Χ.) Ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Γύρω στα σαράντα του χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, βιοποριζόμενος από τη σοφιστική, και ασχολήθηκε παράλληλα με τον σατιρικό διάλογο και την επικούρεια φιλοσοφία.

 

Δέκατη πηγή: Η περιγραφή του Ιησού Χριστού από τον διοικητή της Ιουδαίας Πούλβιο Λέντουλο

 

Πρόκειται για ένα γράμμα που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη των Λαζαριστών της Ρώμης, το οποίο έγραψε ο Πούλβιος Λέντουλος, διοικητής της Ιουδαίας, πριν από τον Πόντιο Πιλάτο και το έστειλε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Τιβέριο και στο οποίο περιγράφεται η μορφή του Ιησού Χριστού. Το πρωτότυπο είναι γραμμένο στα λατινικά και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Cesarini στην Ρώμη.

 

«…Ήκουσα, ω Καίσαρ, ότι επιθυμείς να μάθης ότι σοί γράφω νυν περί ανθρώπου τινός λίαν εναρέτου καλουμένου ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ών ο λαός θεωρεί Προφήτην και οι μαθηταί του Θεόν, λέγοντες ότι είναι Υιός Θεού, πλάστου των ουρανών και της γης και παντός ό,τι εν αύτη ευρίσκεται και υπάρχει.

Τη αληθεία, ω Καίσαρ, ακούονται καθ’ εκάστην θαυμάσια πράγματα περί του Χριστού αυτού. Ανεγείρει νεκρούς και ιατρεύει ασθενείς δια μιας μόνης λέξεως. Είναι ανήρ αναστήματος μετρίου, καλός την όψιν και μεγαλοπρέπειαν περιβεβλημένος, ιδίως κατά το πρόσωπον, ώστε όσοι Τον ατενίζουν αναγκάζονται να Τον αγαπούν και να Τον φοβώνται.

Έχει την κόμην χρώματος καρύου ώριμου εξικνουμένην μέχρι των ώτων Του, εκείθεν δε μέχρι των ωμοπλατών Του καταντά γαιόχρους αλλά μάλλον στιλπνή, διχάζεται δ’ αυτή εν τω μέσω άνωθεν κατά το σύστημα των Ναζαρηνών. Το μέτωπόν Του είναι λείο και γαλήνιον, το πρόσωπόν Του άνευ ρυτίδος ή κηλίδος, η ρίς και τα χείλη Του κανονικώτατα. Το γένειόν Του είναι πυκνόν και του αυτού χρώματος της κόμης, δεν είναι δε μακρόν και διχάζεται εν τω μέσω. Το βλέμμα Του είναι σοβαρόν και εμποιούν φόβον, έχει δε δύναμιν ακτίνος ηλιακής.

Ουδείς δύναται να Τον παρατηρήση ατενώς. Όταν επιτιμά, φοβίζει. Όταν δε πράττη τούτο, κλαίει. Είναι αξιαγάπητος και χαριείς μετά σοβαρότητος. Λέγουσιν ότι ουδέπωτε ώφθη γελών, αλλά πλειστάκις κλαίων. Έχει ωραίας τας χείρας και τους βραχίονας. Εν τη συνομιλία ευαρέστει τους πάντας. Δυσκόλως όμως φαίνεται, όταν δε φανή που, είναι μετριόφρων και το ωραιότερον παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος ως την Μητέρα Του, ήτις έστιν η ωραιοτέρα γυνή, ήτις ποτέ εθεάθη εις τα μέρη ταύτα.

Εάν όμως η Ση μεγαλειότης, ω Καίσαρ, ποθή να ιδή Αυτόν ως μοι έγραφες άλλοτε, πληροφόρησόν με, διότι θα σοί Τον στείλω πάραυτα. Πάντες εν Ιερουσαλήμ θαυμάζουσιν την σοφίαν Του, και τι ουδέποτε εσπούδασε τι, και όμως είναι κάτοχος πάσης επιστήμης. Περιπατεί ανυπόδητος και ασκεπής την κεφαλήν. Πολλοί βλέποντες Αυτόν γελώσιν, αλλ’ όταν ευρίσκονται προ Αυτού τρέμουσιν και θαυμάζουσιν αυτόν.

Λέγουσιν ότι ουδέποτε άνθρωπος ως αυτός ενεφανίσθη εις τα μέρη ταύτα. Τη αληθεία ως μοι λέγουσιν οι Εβραίοι, ουδέποτε εδόθησαν συμβουλαί, ουδέποτε εκηρύχθη διδασκαλία ως η ιδική Του, πολλοί δε των Ιουδαίων θεωρούσιν αυτόν Θεόν. Άλλοι πάλιν μοι λέγουν ότι είναι εχθρός της Σης Μεγαλειότητος, ω Καίσαρ. Πολλαχώς με παρενοχλούσιν οι μοχθηροί αυτοί Εβραίοι. Λέγεται ότι αυτός ουδέποτε δυσαρέστησε τινά, αλλ’ ότι μάλλον εποίησε το αγαθόν. Όλοι όσοι εγνώρισαν Αυτόν λέγουσιν ότι ευεργετήθηκαν παρ’ Αυτού. Όμως εις την σην Μεγαλειότητα, ω Καίσαρ, εις την πρός σε υπακοήν, ειμί πρόθυμος. Ό,τι διατάξεις θέλει εκτελεσθή ».

Εν Ιερουσαλήμ Ινδικτίωνος ζ΄, Σελήνης ια΄

Της Σης Μεγαλειότητος πιστότατος και ευπειθέστατος

ΠΟΥΒΛΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Κυβερνήτης της Ιουδαίας

 

Μετάφραση

 

«….Μεγαλειότατε Καίσαρα,

Άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που σου γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος και ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο Λαός θεωρούσε προφήτη, οι μαθητές Του όμως Τον θεωρούσαν Θεό κι έλεγαν ότι είναι Υιός του Θεού, Δημιουργός του ουρανού και της γης και όλων, και ότι βρίσκεται παντού. Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτό. Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους, με μια Του λέξη.

Είναι άνδρας, μετρίου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός, ιδιαίτερα το πρόσωπό Του, ώστε όσοι Τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό. Τα μαλλιά Του είναι μέχρι τα αφτιά Του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων. Το μέτωπό Του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπό Του χωρίς σημάδια και ρυτίδες.

Η μύτη και τα χείλη Του είναι κανονικότατα. Τα γένια Του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση. Το βλέμμα Του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνατου ήλιου. Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να Τον ατενίσει και όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει… Τα χέρια και τα μπράτσα Του είναι όμορφα. Όταν συνομιλεί, τους ικανοποιεί όλους. Δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων και έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος, όπως και η μητέρα Του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά.

Εάν όμως η Μεγαλειότητά σου Καίσαρα θέλει να Τον δεί, όπως μου είχες γράψει, πές το μου για να σου τον στείλω αμέσως. Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάθε επιστήμη. Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής. Πολλοί σαν Τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά Του τρέμουν και Τον θαυμάζουν. Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.

Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε διδασκαλία σαν τη δική Του, πολλοί δέ από τους Ιουδαίους Τον θεωρούν Θεό. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός του Καίσαρα. Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό. Όλοι όσοι Τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητά σου και ότι με διατάξεις θα το κάνω ».

Ιερουσαλήμ

Ινδικτίωνος 7, σελήνης 11

ΠΟΥΛΒΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Διοικητής της Ιουδαίας

Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που μας μαρτυρούν την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτές είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν βρεθεί.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα

 

E. L. Sukenik

Eleazar Lipa Sukenik (1889 – 1953) Ισραηλινός αρχαιολόγος και καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

Καθηγητής του εβραϊκού πανεπιστημίου, ο οποίος το 1945 ανακάλυψε σε ανασκαφή κοντά στην Ιερουσαλήμ δύο τάφους, οι οποίοι περιείχαν από μια σκαλιστή επιγραφή. Τις επιγραφές αυτές αργότερα τις ονόμασε «το αρχαιότερο έγγραφο του Χριστιανισμού». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι επιγραφές αυτές χαράχθηκαν περίπου το 50 μ.Χ. και είναι αρχαιότατες, δηλαδή 15 χρόνια μόνο από το θάνατο του Ιησού.

Η πρώτη επιγραφή περιλάμβανε μια προσευχή προς τον Ιησού Χριστό για βοήθεια, ενώ η δεύτερη επιγραφή ήταν μια ικεσία που απευθύνονταν πάλι στον Ιησού και ζητούσε την ανάσταση εκ νεκρών.

Πάπυροι Οξυρρύγχου

 

Οι πάπυροι αυτοί αποδεικνύουν την ιστορικότητα του Ιησού. Πρόκειται για μια συλλογή παπύρων οι οποίοι γράφτηκαν μέχρι το 140 μ.Χ. Ορισμένοι από αυτούς τους παπύρους αναφέρουν λόγια του Ιησού που θυμίζουν κατά πολύ το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

 

Τίμιος Σταυρός

 

Η ανακάλυψή του αποτελεί το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της υπάρξεως του Κυρίου μας. Είναι γνωστό, ότι για να ανακόψει τις επισκέψεις των χριστιανών ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός, έκτισε πάνω στον Γολγοθά το ναό της Αφροδίτης. Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη γκρέμισε τον ναό και άρχισαν εργασίες για να βρεθεί το Τίμιο ξύλο. Τελικά βρέθηκαν και οι τρείς σταυροί, του Ιησού Χριστού και των δύο ληστών. Για να καταλάβουν ποιός ήταν ο σταυρός του Ιησού, έφεραν και τους τρείς σε μια ετοιμοθάνατη άρρωστη γυναίκα. Μόλις αυτή ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό έγινε αμέσως καλά.

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί κειμήλιο της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά και αδιάσειστο στοιχείο που αποδεικνύει όχι μόνο την ιστορική ύπαρξη του Ιησού αλλά και το ότι η χριστιανική πίστη είναι ζωντανή, αφού η Σταύρωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του Χριστιανισμού.

 

Η επιγραφή Ι. Ν. Β. Ι

 

Την 1η Φεβρουαρίου 1492 σημειώθηκε στη Ρώμη μια συγκλονιστική ανακάλυψη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για την αποκατάσταση μιας τοιχογραφίας, βρέθηκε πίσω από αυτήν μια πέτρινη πλάκα με χαραγμένη την επιγραφή «TITULUS CRUCIS». Οι εργάτες κατά την αφαίρεση της πλάκας αυτής, ανακάλυψαν μία κόγχη εντός της οποίας υπήρχε ένα μολύβδινο κιβώτιο που είχε σφραγισθεί από τον Αρχιεπίσκοπο της Μπολόνια καρδινάλιο Γεράρδο, τον μετέπειτα Πάπα Φωτεινό Β΄ (1144-1145). Μέσα σε αυτό υπήρχε ένα τεμάχιο της εγχάρακτης πινακίδας από το Σταυρό του Ιησού. Το τεμάχιο ήταν από ξύλο καρυδιάς και είχε χαραγμένη σε τρείς σειρές μια επιγραφή. Στη δεύτερη σειρά έγραφε «ΝΑΖΑΡΕΝΟΥΣ Β(ΑΣΙΛΕΥΣ)» και στη τρίτη σειρά «ΝΑΖΑRINUS RΕ(Χ)».

Σύμφωνα με τον Ρουφίνο και τον Θεοδώρητο Κύρου, η αυτοκράτειρα Ελένη, αφού βρήκε το Σταυρό του Χριστού, αφαίρεσε δύο κομμάτια. Το πρώτο το έστειλε στο γιο της στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο το πήρε μαζί της στη βασιλική της κατοικία στη Ρώμη. Το ότι δεν γίνεται ξεχωριστή αναφορά για την αφαίρεση του επίμαχου τεμαχίου από την επιγραφή του Σταυρού, αυτό συνέβη κατά πάσα πιθανότητα, επειδή Σταυρός και επιγραφή θεωρούνταν ως ένα πράγμα. Μετά το θάνατό της, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα μ.Χ., η μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού της μετετράπη σε χριστιανικό ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Ιερουσαλήμ». Μάλιστα, ο επίσκοπος Μεδιολάνων (374-397 μ.Χ.) Αμβρόσιος αναφέρει την ύπαρξη του επίμαχου τεμαχίου στη Ρώμη.

Στην εκκλησία αυτή και πιο συγκεκριμένα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, τοποθετήθηκε το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού. Οι ιερείς του ναού έκρυψαν το κομμάτι αυτό το 455 μ.Χ., φοβούμενοι πιθανή καταστροφή του από επιδρομές των Βησιγότθων. Το ίδιο τεμάχιο ξανακρύφτηκε, αυτή τη φορά για άγνωστο λόγο, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, από τον καρδινάλιο Γεράρδο και ανακαλύφθηκε κατά τύχη το 1492.

Από το 1520 έως το 1930, η επιγραφή παρέμεινε στο ναό του Αγίου Σταυρού (πρώην Ιερουσαλήμ). Το 1930 κτίστηκε δίπλα σ’ αυτόν ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της Αγίας Ελένης, και από τότε έως σήμερα η επιγραφή φυλάσσεται εκεί.

 

Βιβλία  με αναφορές στη σταύρωση του Χριστού

 

Νέα δεδομένα για τα τελευταία χρόνια του Χριστού πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας μετά από ανακάλυψη 70 μεταλλικών εγχειριδίων με κρυπτογραφημένο υλικό για τη Σταύρωση Του, τα οποία βρέθηκαν σε σπηλιά της Ιορδανίας και αναμένεται ότι θα φέρουν στο φως άγνωστες πτυχές των πρώιμων χρόνων του Χριστιανισμού.

Το μέγεθος των σελίδων είναι παρόμοιο με πιστωτικής κάρτας και υπάρχουν χαραγμένες εικόνες και σύμβολα, που αναφέρονται στο Μεσσία και ειδικότερα στη Σταύρωση και την Ανάσταση Του. Τα εγχειρίδια είναι δεμένα με μεταλλικό σύρμα, ενώ κάποια από αυτά είναι σφραγισμένα.

Ο Βρετανός καθηγητής Αρχαιολογίας και Ιστορίας των Θρησκειών Ντέιβιντ Έλινγκτον ισχυρίζεται ότι «ίσως είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία του Χριστιανισμού», ενώ ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ, Φίλιπ Ντέιβις, υποστηρίζει ότι «ανάμεσα στα περιεχόμενα διακρίνονται εικόνες που δείχνουν τα τείχη μιας πόλης, ένα σταυρό και ένα τάφο. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι πρόκειται για τα Ιεροσόλυμα και τη Σταύρωση του Χριστού».

Για να λυθεί το μυστήριο γύρω από το περιεχόμενο των εγχειριδίων χρειάζεται πρώτα να τα δώσει πίσω ένας Ισραηλινός, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι δικά του και της οικογένειάς του εδώ και εκατό χρόνια. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι αποκαλύψεις από τα βιβλία αυτά θα ξεπεράσουν αυτές των 900 χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας που βρέθηκαν το 1947.

 

Το πρώτο πορτραίτο που φτιάχτηκε με τον Ιησού Χριστό

 

Ερευνητές έφεραν στο φως και ένα πορτραίτο το οποίο απεικονίζει μια φιγούρα ιδιαίτερα γνωστή που παραπέμπει σε έναν γενειοφόρο νέο άνδρα με μακριά, σγουρά μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά, αν και όντας θαμμένο για περίπου 2.000 χρόνια σε ένα σπήλαιο κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στο ιδιότυπο αυτό πορτραίτο εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος και τα σημάδια που έχει αφήσει στο μεταλλικό φύλλο το ακάνθινο στεφάνι στο μέτωπο του άνδρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το πορτραίτο αυτό είναι αποτυπωμένο επάνω σε ένα από τα συνολικά εβδομήντα λεπτά μεταλλικά φύλλα-κώδικες που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και ήδη κάποιοι ερευνητές πιθανολογούν πως ίσως να πρόκειται για το παλαιότερο πορτρέτο του Ιησού Χριστού δηλαδή μια εικόνα που φιλοτέχνησε κάποιος σύγχρονος του που τον ήξερε!

Το μέγεθος του κώδικα είναι μικρότερο από μια πιστωτική κάρτα, ενώ εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως είναι σφραγισμένος από όλες τις πλευρές κι έχει μία τρισδιάστατη απεικόνιση του ανθρώπινου κεφαλιού τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος του. Τέλος, εύκολα διακρίνει κανείς επάνω στον κώδικα και το δακτυλικό αποτύπωμα του άγνωστου δημιουργού του (βλέπε εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 4 Απριλίου 2011).

 

Επίλογος

 

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται επιστημονικά και ιστορικά η ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι απλά ο ιστορικός ιδρυτής ενός θρησκευτικού κινήματος, αλλά κάποιος που το πρόσωπο και το έργο του υπήρξαν αντικείμενο φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης.

Ως ιστορικό πρόσωπο, δηλαδή ως πρόσωπο υπαρκτό, εξετάζεται ως ένα ανθρώπινο ον που έζησε σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Καταδικάστηκε από τις ρωμαϊκές αρχές στην Ιουδαία με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο, επειδή είχε ισχυριστεί πώς ήταν «Βασιλέας των Ιουδαίων», τίτλος που ουσιαστικά είχε πολιτικό περιεχόμενο.

Να σημειωθεί ότι την εποχή που έζησε ο Χριστός, η πολιτική εξουσία ασκούνταν από τον Ηρώδη Αντίπα (Γαλιλαία, Περαία), τον Πόντιο Πιλάτο (Ιουδαία, Σαμάρεια, Ιδουμαία) και τον Ιωσήφ Καϊάφα (αρχιερέας της Ιερουσαλήμ).

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο Ιησούς Χριστός καταδικάστηκε επειδή διεκδικούσε δύο τίτλους (Μεσσίας και Υιός του Θεού). Το θέμα όμως των τίτλων αποτελούσε πρόφαση. Η άμεση αιτία της θανάτωσης του Ιησού ήταν η απειλή εναντίον του Ναού (Εβραϊκό ιερατείο).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη (Ευαγγέλια κατά Μάρκον, κατά Ματθαίον, κατά Ιωάννη, κατά Λουκά).
  • Πράξεις των αποστόλων (ιη, 2).
  • Πλίνιος ο νεότερος, Επιστολή προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό Ανδριανό (Epist. X, XCVI).
  • Φλάβιος Ιώσηπος, Ιουδαϊκή αρχαιολογία, Άπαντα, τ. 14: Βιβλία ΙΖ, ΙΗ και  τ. 15: Βιβλία ΙΘ, Κ), Κάκτος, Αθήνα 1998.
  • The Complete Works of Takitus, New York, 1942.
  • Τάκιτος, Χρονικά, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμος Β΄, βιβλίο XV (38,44),  2012.
  • Γάιος Σουητώνιος, Οι βίοι των Καισάρων: Περί επιφανών ανδρών, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.
  • Klausner, Jesus of Nazareth: His Life, Times and Teaching.
  • Εθνική Βρετανική Βιβλιοθήκη, αριθ. χειρογράφου BL Add. 14658 [ το χειρόγραφο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης συλλογής περγαμηνών με κωδ. 14425, 14741 και βρέθηκε στο Συριακό μοναστήρι της Αιγύπτου].
  • Ε.Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, εκδ. Φιλίστωρ.
  • Αρχιμ. Λεωνίδας Διαμαντόπουλος, Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, ΕΚΔ. «Ο Σωτήρ», 1979.
  • F.F. Bruce, Η Ιστορικότητα του Ιησού Χριστού.
  • Κωνσταντίνος  Σ. Χατζηελευθερίου, Που βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, περιοδικό απαγορευμένη ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.apologitis.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.pentapostagma.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://pneymatiko.wordpress.com/

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το περιβάλλον της δράσης του Ιησού – (Η Ιουδαία και η Γαλιλαία τον 1ο αιώνα μ.Χ.) – Δρ. Νίκος Παύλου, Θεολόγος – Ιστορικός


 

Η Παλαιστίνη του πρώτου μισού του 1ου αι. μ.Χ. είναι η περιοχή που άκουσε τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφορμές για το κήρυγμά Του ήταν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες που χαρακτήριζαν αυτή τη γωνία του μεσογειακού κόσμου. Η γνωριμία με την ιστορία της βοηθάει σημαντικά στην προσέγγιση της προσωπικότητας του Χριστού. Κυρίως οι ιδιαιτερότητες που παρουσίαζε η Γαλιλαία και η Ιουδαία – οι κατεξοχήν τόποι της δράσης του Ιησού – τον 1ο αιώνα, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί η «συνάντηση» με αυτές βοηθάει στην πληρέστερη «ανακάλυψη» του Υιού του Ανθρώπου.

  1. Αρχέλαος και ρωμαίοι επίτροποι

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι γνωστό πως κυριότερη πηγή της ιστορίας της Ιουδαίας τον 1ο αι. π. Χ. – όπως άλλωστε και της υπόλοιπης Παλαιστίνης – είναι ο Φλάβιος Ιώσηπος. Ο στρατηγός με την αμφιλεγόμενη δράση δίνει στα έργα του αρκετές πληροφορίες για την περιοχή, με μία δόση υπερβολής είναι αλήθεια, και βοηθάει έτσι στην καλύτερη κατανόηση του πλαισίου της δράσης του Χριστού στην Ιουδαία. Κυρίως δύο έργα του ο «Ιουδαϊκός πόλεμος» και η «Ιουδαϊκή αρχαιολογία» είναι πολύτιμες πηγές για την ιστορία της και δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο η ρωμαϊκή διοίκηση ασκούσε την εξουσία της στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, είτε μέσω των γηγενών φίλων της είτε μέσω των επιτρόπων που η ίδια έστελνε.

Όπως η υπόλοιπη Παλαιστίνη έτσι και η Ιουδαία, στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. ανήκε στο πελατειακό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι μέρος της επικράτειας των «ανεξάρτητων» Ηρωδών, οι οποίοι φυσικά όχι μόνο δεν διανοούνταν να έχουν δική τους πολιτική αλλά έπρεπε να έχουν τη συγκατάθεση της Ρώμης για τις πράξεις τους και να είναι αρεστοί στον αυτοκράτορα ώστε να διατηρούν την εξουσία στην περιοχή.

Πιο αναλυτικά το 63 π.Χ. οι Ρωμαίοι εισέρχονται στην Ιερουσαλήμ και ο στρατηγός Πομπήιος βεβηλώνει τα Άγια των Αγίων του Ναού. Το πρόσχημα αυτής της εισβολής ήταν το κάλεσμα που τους απηύθυνε ο διεκδικητής της εξουσίας στη περιοχή Υρκανός Β΄ για να τον βοηθήσουν στον αγώνα του εναντίον του άλλου διεκδικητή, του αδελφού του Αριστόβουλου Β΄. Αυτοί με τη δύναμη των όπλων τους, διορίζουν τον Υρκανό εθνάρχη και αρχιερέα, ενώ το ιουδαϊκό κρατίδιο που είχε ιδρυθεί από τους Ασμοναίους βασιλιάδες γίνεται ρωμαϊκή κτίση που υπάγεται στον έπαρχο της Συρίας. Ουσιαστικά όμως η ρωμαϊκή κυριαρχία αρχίζει μετά την οριστική ήττα του Αριστόβουλου και του γιου του Αντίγονου από τις ρωμαϊκές λεγεώνες.

Αυτή την ταραγμένη εποχή αναδύεται το άστρο του Ιδουμαίου Αντίπατρου ή Αντίπα. Γίνεται «επιμελητής» των Ιουδαίων και του Υρκανού, βοηθάει τον Καίσαρα και αυτός για ανταμοιβή του απονέμει τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη και του εθνάρχη, ενώ ο γιος του Ηρώδης γίνεται στρατηγός της Γαλιλαίας. Αργότερα με τη βοήθεια των ρωμαίων ο Ηρώδης – πρόκειται για τον γνωστό, στην εποχή του οποίου γεννήθηκε ο Χριστός – γίνεται ο ισχυρός άντρας της περιοχής, ιδρύει την τοπική δυναστεία των Ηρωδών και ο αυτοκράτορας του απονέμει τον τίτλο Rex socius et amicus populi Romani. Φαίνεται να διατηρούσε καλές σχέσεις με το κέντρο της εξουσίας και έτσι του συγχωρούνταν οι παρεκτροπές και οι βιαιότητές που απηχούνται και στα ευαγγελικά κείμενα. Γνωστή ήταν η μεγαλομανία του και τα πολλά κτίσματα που δημιουργούσε με αποκορύφωμα το Ναό των Ιεροσολύμων, που ήταν το κέντρο του ιουδαϊσμού στα χρόνια του Ιησού, αν και μέχρι την καταστροφή του στην επανάσταση του 60 μ.Χ. παρέμεινε ημιτελής. Χαρακτηριστική ήταν και η προσπάθειά του να οικειοποιηθεί μεσσιανικούς τίτλους για τον εαυτό του και τους διαδόχους του. Μάλιστα υπήρχε και ολόκληρη παράταξη, οι Ηρωδιανοί, που προπαγάνδιζαν, σύμφωνα με μία άποψη, αυτή τη θέση. Τα ευαγγέλια τους παρουσιάζουν να έρχονται σε σύγκρουση με τον Ιησού και να επιθυμούν, σε συνεργασία με τους Φαρισαίους να επιδιώκουν την παράδοση Του στους ρωμαίους.

Ηρώδης Α΄, βασιλιάς της Ιουδαίας από το 37 π.Χ. μέχρι το έτος 4 π.Χ.

Μετά το θάνατό του Ηρώδη ανοίγεται η τελευταία διαθήκη που είχε συντάξει, σύμφωνα με την οποία φανερώνεται η επιθυμία του να πάρει τη μερίδα του λέοντος από την επικράτειά του ο γιος του Αρχέλαος ο οποίος έτσι «βασιλεύς…απεδείκνυτο» ( Ιουδ. Πόλ. Ι 668).

Γίνεται δεκτή η διαθήκη από το στρατό και ο ρωμαιοθρεμένος Αρχέλαος φροντίζει για τη μεγαλοπρεπή ταφή του πατέρα του. Για να μπορέσει όμως να ασκήσει την εξουσία και να μη μείνει η διαθήκη κενός λόγος θα έπρεπε αυτή να επικυρωθεί από τη Ρώμη, η οποία έτσι θα έδειχνε πως τον θεωρεί άνθρωπό της στην Παλαιστίνη που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της.

Πάντως δεν αποδέχεται την εξουσία όταν στρατιώτες του προσφέρουν το στέμμα στην Ιεριχώ. Είναι φανερό πως θα ήταν κίνηση χωρίς αντίκρισμα αν δεν είχε τη συγκατάθεση της αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα παρουσιάζονται και άλλοι διεκδικητές του κράτους του Ηρώδη και μεταξύ αυτών ο αδελφός του Αρχέλαου Αντίπας, που αισθάνεται παραγκωνισμένος. Φεύγει λοιπόν ο νόμιμος κληρονόμος γρήγορα για τη Ρώμη, εκεί πέφτει στα γόνατα του Αυγούστου και έτσι χορηγείται σ’ αυτόν η πολυπόθητη συγκατάθεση για την άσκηση της εξουσίας, όχι όμως όπως αυτός περίμενε. Του δίνεται λοιπόν μόνο το μισό βασίλειο, ο τίτλος του εθνάρχη και η υπόσχεση πως θα ονομαστεί βασιλιάς, αν βέβαια ικανοποιούσε τους ρωμαίους πάτρωνές του. Το υπόλοιπο πελατειακό κρατίδιο παραχωρείται στον Φίλιππο και τον Ηρώδη Αντίπα. Συγκεκριμένα οι Ρωμαίοι δίνουν στον Αρχέλαο (4 π.Χ. – 6 μ.Χ), προσδοκώντας να γίνει ο άνθρωπός τους, την Ιδουμαία, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια, ο Φίλιππος παραλαμβάνει τη Βαταναία, την Τραχωνίτιδα και την Πανειάδα και ο Αντίπας την Περαία και τη Γαλιλαία με τον τίτλο του τετράρχη.

Ηρώδης Αρχέλαος. εθνάρχης της Ιουδαίας της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας (4 π.Χ.-6). Γιος του Ηρώδη του Μεγάλου.

Ο Αρχέλαος δε φαίνεται να διαφέρει στη βιαιότητα του χαρακτήρα από τον πατέρα του, πράγμα που απηχείται και στο Ματθ. 2,22.Ταυτόχρονα προκαλεί το θρησκευτικό αίσθημα του λαού νυμφευόμενος τη γυναίκα του αδελφού του, διώκοντας ταυτόχρονα τη νόμιμη σύζυγό του. Εναντίον του δυσφορούν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και οι Σαμαρείτες και εξαιτίας της συμπεριφοράς του καταφεύγουν στον Οκταβιανό. Αυτός βλέποντας να διαψεύδονται οι προσδοκίες του, πως δηλ. ο Αρχέλαος ήταν κατάλληλος για άνθρωπός του στην Παλαιστίνη, τον εξορίζει στη «Βιέννα , πόλιν της Γαλλίας» (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ 111), μετά από εννιά χρόνια παραμονής του στην εξουσία ενώ δημεύει και την περιουσία του.

Η αυτοκρατορία αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει άλλος ικανός αντικαταστάτης του Αρχέλαου που θα μπορούσε να γίνει ο «πελάτης» της – ο όρος με τη σημασία που είχε την ρωμαϊκή εποχή- στην Ιουδαία. Αναλαμβάνει λοιπόν η ίδια χωρίς ντόπιους μεσολαβητές την διοίκηση. Άλλωστε αυτό φαίνεται να ήταν τώρα στα σχέδιά της: μετά την επιβολή της Pax Romana, της ήταν άχρηστοι ηγεμονίσκοι που τελικά μόνο ενοχλητικοί ήταν, εφόσον με τη συμπεριφορά τους δεν ήταν ανεκτοί από τον ντόπιο πληθυσμό και δημιουργούσαν προβλήματα στην κεντρική εξουσία.

Η Ιουδαία λοιπόν μεταβάλλεται σε επαρχία του ρωμαϊκού κράτους. Στο εξής θα κυβερνάται από ρωμαίους επιτρόπους που θα υπάγονται στον ανθύπατο της Συρίας.

Πρώτος ρωμαίος έπαρχος διορίζεται ο Coponius (6-9). Μαζί μ’ αυτόν έρχεται στην Ιουδαία ο γνωστός από το ευαγγέλιο του Λουκά Publius Sulpicius Quirinius, που έχει διοριστεί έπαρχος της Συρίας (ο πλήρης τίτλος που του απονέμεται είναι δικαιοδότης του έθνους, απεσταλμένος και τιμητής των ουσιών) με ειδική αποστολή: να εκτιμήσει, δηλ. να κάνει εκκαθάριση της περιουσίας του Αρχέλαου η οποία πλέον αποτελεί κτήμα του ρωμαϊκού κράτους και να απογράψει τον ιουδαϊκό λαό.

Δε φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον των επιτρόπων για την Ιουδαία. Προτιμούν για διαμονή τους την παραλιακή Καισάρεια, όπου διαμένουν σε κτίσμα του Ηρώδη, ενώ την Ιερουσαλήμ την επισκέπτονται μόνο στη γιορτή του Πάσχα προσπαθώντας να επιβάλλουν την τάξη ανάμεσα στους χιλιάδες ιουδαίους που επισκέπτονταν την ιερή πόλη.

Όμως αυτό δεν πρέπει να ήταν και τόσο εύκολο μιας και οι άνδρες των ρωμαϊκών φρουρών ήταν ολιγάριθμοι στην περιοχή. Η φρουρά της πόλης διέμενε στο φρούριο Αντωνία, που ήταν δίπλα στο ναό. Οι στρατιώτες απέφευγαν την επαφή με τους ιουδαίους και περνούσαν τον καιρό τους στο στρατόπεδο γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνη ήταν μία συνάντηση με άτομα που θα μπορούσαν να αποδειχτούν Ζηλωτές ή Σικάριοι.

Όμως και στην υπόλοιπη Ιουδαία δεν υπήρχαν πολλοί Ρωμαίοι ικανοί να αποτρέψουν από μόνοι τους εξέγερση του ντόπιου πληθυσμού. Σε τέτοια περίπτωση, όπως είναι γνωστό, κινούνταν εναντίον των επαναστατών τα στρατεύματα της Συρίας και επανέφεραν το προηγούμενο status quo.

Αυτή η λειψανδρία που διέκρινε τις ρωμαϊκές φρουρές της Ιουδαίας την εποχή του Ιησού δημιουργούσε μία ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της που δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για καταπίεση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, από τα όργανα της αυτοκρατορίας. Περισσότερα προβλήματα φαίνεται πως δημιουργούσε στη θεοκρατική ιουδαϊκή κοινωνία το χάσμα – κατεξοχήν πνευματικό – που δημιουργούνταν μεταξύ των υποβαθμισμένων θρησκευτικά στρωμάτων (τελώνες, am- haarez [1]) και των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων των ιερών του ιουδαϊσμού (Φαρισαίοι κ. α.) παρά μεταξύ Ιουδαίων και Ρωμαίων.

Σ΄αυτό το σημείο είναι απαραίτητη μία διευκρίνιση: Αν γίνουν δεκτά τα παραπάνω, τότε για ποιους λόγους σημειώνονται οι εξεγέρσεις εναντίον του κατακτητή; Η απάντηση, νομίζουμε, πρέπει να αναζητηθεί στην ιδεολογία των ανώτερων, κυρίως τάξεων του πληθυσμού που χαρακτηρίζονταν από την προσήλωσή της στην θεοκρατία. Οι παρατάξεις με εθνικοθρησκευτικό προσανατολισμό (Φαρισαίοι , κ. α.) θεωρούσαν βλασφημία την κατάληψη της ιερής γης από τους Ρωμαίους και την καταβολή φόρου σ’ αυτούς. Ήταν αδύνατο, αυτοί οι πιστοί του αληθινού Θεού να αποδέχονταν τους «θνητούς δεσπότας» (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ, 118), όπως υπογραμμίζει ο Ιώσηπος. Έτσι βασική θέση τους είναι η εκδίωξή τους. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο φόρος αποτελούσε αιτία εξέγερσης, και μάλιστα από τις πλέον βασικές, και όχι μόνο αφορμή. Πάντως οι κινήσεις τους δε φαίνεται να είχαν την καθολική επιδοκιμασία του πληθυσμού. Είναι γνωστό πως οι Ζηλωτές – οι κατεξοχήν εξεγερμένοι εναντίον της αυτοκρατορίας – αποτελούσαν τη ριζοσπαστική πτέρυγα του Φαρισαϊσμού. Πως λοιπόν θα συμπαρατάσσονταν μαζί τους, για παράδειγμα, οι am- haarez , που είχαν γνωρίσει την περιφρόνηση τους και υφίσταντο την πνευματική τους τρομοκρατία;

Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να μιλήσει για την εξής μορφή διακυβέρνησης της Ιουδαίας τα χρόνια του Χριστού μετά την ανάληψη της εξουσίας απευθείας, χωρίς πλέον προσχήματα από τη Ρώμη: Ανώτατη αρχή ήταν οι ρωμαίοι επίτροποι, που πράγματι είχαν σημαντικές αρμοδιότητες, όπως για παράδειγμα το jus gladii, δηλ. το δικαίωμα της επιβολής της θανατικής ποινής. Δε φαίνεται όμως να το χρησιμοποιούσαν συχνά γιατί ενδιαφέρονταν ν’ αποφύγουν την ένταση με τον ντόπιο πληθυσμό. Και οι Ιουδαίοι μπορούσαν πάντα να στείλουν αντιπροσωπείες στη Ρώμη διαμαρτυρόμενοι για τυχόν αυθαιρεσίες τους, αν και ο έπαρχος φρόντιζε να έχει καλυμμένα τα νώτα του κρατώντας ομήρους.

Δεν θα ήταν όμως υπερβολή αν τονίζονταν πως με την ανοχή της αυτοκρατορίας η περιοχή είχε μία ιδιότυπη μορφή – ας ονομαστεί έτσι – τοπικής αυτοδιοίκησης. Συγκεκριμένα όπως πληροφορεί ο Ιώσηπος στο τρίτο βιβλίο του Ιουδαϊκού πολέμου (στ 54- 58) η Ιουδαία ήταν χωρισμένη σε έντεκα κληρουχίες ή τοπαρχίες, της Ιερουσαλήμ, Γόφνας, Ακράβετας, Θάμνας, Λύδδας, Εμμαούς, Πέλλας, Ιδουμαίας, Ενγαδδαί, Ηρώδειου και Ιεριχώς. Σ’ αυτό το σύστημα προστέθηκαν η Ιάμνεια και η Ιόππη. Εδώ επικεφαλής με πραγματικές εξουσίες ήταν επιφανείς Ιουδαίοι (ιερείς κλπ). Ταυτόχρονα δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η δύναμη που είχε το συλλογικό όργανο του Ιουδαϊσμού, το Μεγάλο Συνέδριο που συγκέντρωνε νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες καθώς και ο αρχιερέας.

Τα παραπάνω βέβαια σε καμία περίπτωση δεν έχουν σκοπό να υποβαθμίσουν το εύρος της ρωμαϊκής δύναμης και την αποφασιστικότητα που είχε για να επιβάλλει τις αποφάσεις της κάθε στιγμή. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα που έδρευαν στη Συρία δεν είχαν ενδοιασμούς να εισβάλλουν στην Παλαιστίνη και να δείξουν ποιος είναι ο πραγματικός κυρίαρχος. Όμως για την αυτοκρατορία προείχε η διατήρηση εντός της επικράτειάς τους της «ειρήνης» που είχε επιβάλλει με την δύναμη των όπλων της καθώς και η γραμμή της να μην ανοίγει εσωτερικά μέτωπα, τη στιγμή που ακολουθούσε ιμπεριαλιστική πολιτική και ήθελε να επεκτείνει τις κτήσεις της ενώ θα έπρεπε ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει και τους εισβολείς στα βόρεια κυρίως σύνορά της. Δεν ήταν λοιπόν για το συμφέρον της να φανερώνει τον αυταρχισμό της σε περιοχές που θεωρούνταν θρησκευτικά ιδιόρρυθμες, όπως η Ιουδαία.

Ο Κωπώνιος, λοιπόν, μέλος της τάξης των ιππέων, γίνεται ο πρώτος ρωμαίος έπαρχος της Ιουδαίας (6-9 μ.Χ.). Δύο φαίνεται να είναι τα σημαντικά γεγονότα της επιτροπείας του: η προσπάθεια του Ιούδα του Γαλιλαίου να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του κατά της αυτοκρατορίας και η μόλυνση του Ναού από Σαμαρείτες κατά τη γιορτή του Πάσχα.

Είναι γνωστοί οι λόγοι της εξέγερσης του Ιούδα και των Ζηλωτών: Τους ήταν αδύνατο, όπως τονίστηκε και παραπάνω, να δεχτούν τη φορολογία που επέβαλλαν οι κατακτητές και έτσι να θεωρούν ανθρώπους ως κυρίαρχους της άγιας γης, η οποία, όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ανήκε μόνο στο Θεό και επομένως μόνο σ’ Αυτόν, δηλ. στο Ναό Του θα έπρεπε να αποδίδεται ο φόρος. Ταυτόχρονα και η απογραφή που είχε διατάξει ο Κυρήνιος, συνδεόμενη και αυτή άμεσα με το ζήτημα του φόρου, δημιουργούσε προϋποθέσεις ώστε όλο και περισσότεροι Ιουδαίοι να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών.

Η μόλυνση του Ναού από τους Σαμαρείτες οφείλονταν στο βαθύ μίσος που χώριζε τις δύο περιοχές, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια. Στη διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα, μόλις άνοιξαν οι πυλώνες του ιερού, άνδρες Σαμαρείτες που είχαν εισχωρήσει κρυφά στην Ιερουσαλήμ, έριξαν κόκαλα στις στοές του Ναού και έτσι μίαναν και αυτόν και τη σημαντικότερη γιορτή του Ιουδαϊσμού.

Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα άξια να μνημονευτούν, ήταν η διακυβέρνηση της Ιουδαίας από τους υπόλοιπους επιτρόπους μέχρι τον Πόντιο Πιλάτο. Ούτε όμως και οι ίδιοι φαίνεται να έκαναν κάτι σημαντικό, ώστε να αξίζουν μία ιδιαίτερη αναφορά, εκτός βεβαίως της μνείας του ονόματός τους. Με την παντελή απουσία τους από το ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής επιβεβαιώνουν αυτό που τονίστηκε προηγουμένως: η μη ανάμειξη της Ρώμης στα εσωτερικά του Ιουδαϊσμού, εκτός αν επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό που διακύβευε τα συμφέροντά της, όπως για παράδειγμα η απόφαση κάποιου να αυτοανακηρυχτεί βασιλιάς και συνεπώς αντίπαλός της.

Αυτοί οι επίτροποι ήταν οι Μάρκος Αμβίβουλος (Marcus Ambibulus ή Ambivius, 9- 12 μ.Χ.), Άννιος Ρούφος (Annius Rufus, 12- 15 μ.Χ.), Ουαλέριος Γράτος (Valerius Gratus, 15- 26 μ.Χ.).

 

Ο επίτροπος της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος

 

Πόντιος Πιλάτος (Pontius Pilate), πέμπτος επίτροπος της Ιουδαίας, υπηρέτησε υπό τον αυτοκράτορα Τιβέριο. Περισσότερο γνωστός επειδή το όνομά του συνδέθηκε με την δίκη και την σταύρωση του Ιησού Χριστού.

Στα χρόνια 26-36 μ.Χ. η Iουδαία γνωρίζει τη διακυβέρνηση του Ποντίου Πιλάτου. Μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα [2] η οποία γνώρισε ακόμη και την αγιοποίηση από την Αιθιοπική εκκλησία. Πάντως οι πράξεις του στην Ιουδαία δε δικαιολογούν αυτή την ενέργεια. Αντίθετα οι πληροφορίες που περιέχονται γι αυτόν στα έργα του Ιώσηπου και του Φίλωνα δείχνουν έναν άνθρωπο που δε διστάζει να θυσιάσει ακόμη και ανθρώπινες ζωές προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα καθώς και αυτά της εξουσίας που ήταν άνθρωπός της, ενώ αφήνουν και υπαινιγμούς για οικειοποίηση από μέρους του χρημάτων που δεν του ανήκαν.

Φαίνεται λοιπόν να είναι απόλυτα πιστός στην αρχή που τον έχει στείλει στην Ιουδαία χωρίς, όμως να διευκρινίζεται αν η αφοσίωσή του είναι ειλικρινής ή προέρχεται από ιδιοτέλεια και φόβο. Μάλιστα, όπως είναι γνωστό, παρακάμπτονται οι αντιστάσεις του και οδηγεί τον Ιησού στο σταυρό μόνο όταν απειλείται ότι θα καταγγελθεί στη Ρώμη ότι ελευθερώνει κάποιον που ισχυρίζονταν, σύμφωνα με τις καταγγελίες των Ιουδαίων, πως ήταν βασιλιάς και συνεπώς υποκινούσε σε επανάσταση το λαό της Παλαιστίνης. Δηλαδή η συμπεριφορά του υπαγορεύεται από τις πιθανές ευθύνες που θα επέρριπτε ο Τιβέριος σ’ αυτόν και από τις συνέπειες που θα δέχονταν αυτός για την απόφασή του.

Τα έργα του Πιλάτου στην Ιουδαία προκαλούσαν αρκετές φορές το θρησκευτικό αίσθημα του λαού. Προσπάθησε να κάνει αισθητή την παρουσία της ρωμαϊκής ισχύος, ανακατεύθηκε σε ιουδαϊκές θρησκευτικές υποθέσεις διαβλέποντας πως έκρυβαν σπέρματα εξέγερσης.

Πιο συγκεκριμένα μεταφέρει νύχτα στην Ιερουσαλήμ εικόνες του αυτοκράτορα, τις σημαίες, σύμβολα της εξουσίας. Αυτό προκαλεί μεγάλη ταραχή την άλλη ημέρα ανάμεσα στους ιουδαίους. Συγκεντρώνονται όλοι, γιατί ο νόμος απαγορεύει τα «δίκηλα» στην ιερή πόλη. Πηγαίνουν στην Καισάρεια και τον ικετεύουν να βγάλει τις εικόνες, σεβόμενος τις πάτριες αρχές. Ο Πιλάτος αρνείται και τότε αυτοί καθισμένοι γύρω από τον οίκο του περιμένουν πέντε ημέρες και πέντε νύχτες.

Στρατιώτες τους περικυκλώνουν και ο επίτροπος απειλεί πως θα τους σκοτώσει αν δεν αποδεχτούν τις εικόνες του Καίσαρα. Μάλιστα οι στρατιώτες για να κάνουν πιο πειστικά τα λόγια του βγάζουν τα ξίφη τους. Οι ιουδαίοι όμως, όλοι μαζί, γυμνώνουν τους αυχένες τους και φωνάζουν πως προτιμούν να χάσουν το κεφάλι τους παρά να παραβούν το νόμο. Τότε ο επίτροπος θαύμασε την προσκόλλησή τους στις πάτριες παραδόσεις και διατάζει να βγάλουν τα αυτοκρατορικά σύμβολα από την Ιερουσαλήμ και να τα φέρουν στην Καισάρεια. Εξαιτίας αυτού οι κατοπινοί ηγεμόνες δεν τόλμησαν στο εξής να κάνουν κάτι παρόμοιο.

Υπεύθυνος και άλλης όμως αναταραχής γίνεται ο Πιλάτος: Συγκεκριμένα θέλει να κατασκευάσει υδραγωγείο στα Ιεροσόλυμα μεταφέροντας ύδατα από ένα σημείο που απείχε από την πόλη 400 στάδια. Για το σκοπό αυτό θέλει να πάρει χρήματα από το ταμείο του Ναού, τον κορβωνά. Ξεσηκώνονται τότε οι ιουδαίοι και αρχίζουν να φωνάζουν εκδηλώνοντας έτσι τη δυσαρέσκειά τους για την προσπάθεια αφαίμαξης χρημάτων από το ιερό. Τότε αυτός τοποθετεί ανάμεσά τους ένοπλους στρατιώτες με πολιτική περιβολή, οι οποίοι αρχίζουν να χτυπούν το πλήθος με ξύλα, αφού προηγουμένως αυτός δίνει το σύνθημα από το βήμα του πραιτορίου. Πολλοί ιουδαίοι πληγώνονται και άλλοι χάνουν και τη ζωή τους αφού καταπατήθηκαν από τους πανικόβλητους συμπατριώτες τους. Οι υπόλοιποι βλέποντας τη συμφορά υποχωρούν.

Ο Πιλάτος όμως φανερώνει και πάλι το στυγνό πρόσωπο της εξουσίας του: Ψευδομεσσίας προσκαλεί το λαό να τον ακολουθήσει στο όρος Γαριζείν ισχυριζόμενος πως θα αποκαλύψει ιερά σκεύη που είχε κρύψει εκεί ο Μωϋσής. Πράγματι ανταποκρίνονται στο κάλεσμά του και με όπλα αρκετοί συγκεντρώνονται σε μία κωμόπολη ονόματι Τιραναθά. Ο Πιλάτος που υποψιάζεται – μάλλον όχι άδικα- εξέγερση φτάνει με τους στρατιώτες του και διαλύει βίαια τους συγκεντρωμένους σκοτώνοντας ταυτόχρονα τους επικεφαλής.

Με όλα τα παραπάνω συγκεντρώνει στο πρόσωπό του πολλές αντιπάθειες. Τον κατηγορούν και ανακαλείται στη Ρώμη. Έτσι τελειώνει μετά από δέκα χρόνια η επιτροπεία του σ’ αυτή την ταραγμένη γωνιά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Χαρακτηριστική για τον Πιλάτο είναι η παρατήρηση του Φίλωνα στο έργο του «Πρεσβεία προς Γάϊον»: «την φύσιν ακαμπής και μετά του αυθάδους αμείλικτος» (ΧΧΧVΙΙΙ 301) δηλ. αλύγιστος, μίγμα ισχυρογνωμοσύνης και σκληρότητας. Βέβαια σ’ ένα έργο σαν αυτό του ιουδαίου φιλοσόφου που είχε σκοπό να κολακέψει τους αυτοκράτορες είναι φυσικό να υπερτονίζονται τα ελαττώματα των υφισταμένων τους, εκτελεστικών οργάνων, ώστε αυτοί να αποποιηθούν οποιαδήποτε ευθύνη για τις μελανές σελίδες της διακυβέρνησής τους. Πάντως η παραπάνω κρίση φαίνεται να είναι σωστή αν ληφθούν υπόψη τα γραφόμενα για τις ημέρες του στην Παλαιστίνη.

Πρωταγωνιστικός φαίνεται να είναι ο ρόλος του Πιλάτου στη δίκη του Ιησού. Βέβαια το συμπέρασμα που βγαίνει από τις σχετικές διηγήσεις είναι πως κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη σταύρωση είναι οι Ιουδαίοι. Οι ρωμαίοι και ο επίτροπος φαίνονται να οδηγούνται από τις εξελίξεις και από την πίεση που ασκούν για καταδικαστική απόφαση οι άνθρωποι που καθοδηγούνται από τους θεωρούμενους εκπροσώπους του Θεού. Ουσιαστικά οι αφηγήσεις του Πάθους τονίζουν πως διεξάγεται ένας αγώνας ερήμην των κατακτητών που παραμένουν οι θεατές των δρώμενων μη μπορώντας να αρθρώσουν λόγο που να μπορεί να ανατρέψει μία προκαθορισμένη πορεία.

 

«Ιδού ο άνθρωπος», ο Πόντιος Πιλάτος παρουσιάζοντας τον Ιησού στον οργισμένο λαό της Ιερουσαλήμ, έργο του Αντόνιο Κισέρι.

 

Η στάση του Πιλάτου όταν ο Ιησούς οδηγείται ενώπιον του είναι από αδιάφορη μέχρι και συγκαταβατική – φιλική θα έλεγε κανείς – για το πρόσωπο του Κυρίου. Αν και δείχνει να έχει πειστεί για την αθωότητα του Χριστού δεν είναι όμως διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της απελευθέρωσής Του γιατί δε φαίνεται να τον ενδιαφέρει η λάμψη της αλήθειας (πρβλ. το ερώτημά του «τι εστίν αλήθεια;» Ιωαν. 18, 38) αλλά η υποταγή της στο προσωπικό του συμφέρον, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε να κάνει με τη διάσωση της εξουσίας του η οποία κινδύνευε από τους ιουδαίους που απειλούσαν πως θα τον κατήγγειλαν στη Ρώμη αν ελευθέρωνε κάποιον που διακήρυττε πως είναι βασιλιάς δηλαδή αντίπαλος του Καίσαρα και της αυτοκρατορίας.

 

Γαλιλαία και Ηρώδης Αντίπας

 

Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του Ιησού, όπως διηγούνται κυρίως τα συνοπτικά ευαγγέλια, τοποθετείται στην Γαλιλαία. Σ’ αυτή την εύφορη και πολυάνθρωπη, όπως μαρτυρεί ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πόλ. ΙΙΙ 42), περιοχή, διδάσκει με το κήρυγμα, τις παραβολές και τα θαύματα για τη Βασιλεία του Θεού.

Ηγέτης της Γαλιλαίας από το 4 π.Χ. ως το 39 μ. Χ είναι ο Ηρώδης Αντίπας. Η περιοχή του είχε δοθεί σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα του Ηρώδη, και φυσικά με τη συγκατάθεση των Ρωμαίων. Ταυτόχρονα με την ίδια διαθήκη του δίδεται και η περιοχή της Περαίας και εισόδημα διακοσίων ταλάντων ( Ιώσηπος, Ιουδ. Πολ. ΙΙ 95).

Από τα ευαγγέλια γνωστός είναι κυρίως ο ρόλος που έπαιξε στη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιωάννη του Βαπτιστή καθώς και η αφορμή για τα παραπάνω. (Ματθ. 14, 1 –12 και τα παράλληλα Μκ. 6, 14 –29, Λκ. 9, 7 – 9). Ωστόσο ο Ιώσηπος παρουσιάζει έναν διαφορετικό λόγο σύλληψης του Προδρόμου. Συγκεκριμένα θεωρεί πως ο Αντίπας τον φοβήθηκε γιατί προέτρεπε το λαό σε στάση εναντίον του. Πάντως εξαιτίας του γάμου του Αντίπα με την Ηρωδιάδα ο πατέρας της πρώτης του γυναίκας βασιλιάς της Πετραίας Αρέτας του κηρύσσει τον πόλεμο.

Εμφανίζεται στο ευαγγέλιο του Λουκά ζητώντας να γνωρίσει τον Ιησού (9,9), ενώ στην αφήγηση των γεγονότων του Πάθους από τον τρίτο ευαγγελιστή, ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο οποίος μάλιστα του υποβάλλει πολλές ερωτήσεις (23, 6 – 12).

Γνωστός είναι ακόμη ο χαρακτηρισμός του Κυρίου γι’ αυτόν («αλώπηξ» Λκ. 13, 12: είπατε τη αλώπεκι ταύτη). Ο χαρακτηρισμός φανερώνει σύμφωνα με τον καθηγητή Σ. Αγουρίδη [3] «το ταπεινό και χαμηλό επίπεδο του χαρακτήρα του, γιατί στην ιουδαϊκή γραμματεία το λιοντάρι είναι το αντίθετο της αλεπούς».

Τον Ηρώδη Αντίπα η Ρώμη τον αναγορεύει τετράρχη (ο τίτλος δίνονταν σε ηγεμονίσκους που κυβερνούσαν μικρές περιοχές υπό την κηδεμονία της αυτοκρατορίας) ο Μάρκος όμως του αποδίδει τον τίτλο του βασιλιά (6,14). Αν και είχε καλές σχέσεις με τα όργανα της αυτοκρατορίας φρόντιζε ταυτόχρονα να μην ερεθίζει τα θρησκευτικά αισθήματα των υπηκόων του. Έτσι ποτέ δεν έκοψε νόμισμα με τα ρωμαϊκά εμβλήματα,  ενώ από το ευαγγέλιο του Ματθαίου (17, 24) είναι γνωστό πως εισπράκτορες του φόρου για το Ναό περιόδευαν τη Γαλιλαία για να τον εισπράξουν.

Πιστός στην παράδοση των Ηρωδών ιδρύει στη Γαλιλαία την πόλη Τιβεριάδα και αναγκάζει πολλούς Γαλιλαίους με παροχές ή απειλές να την κατοικήσουν. Αυτοί την απέφευγαν γιατί στην περιοχή υπήρχε παλαιότερα νεκροταφείο. Παράλληλα στην Περαία ιδρύει την Ιουλία.

Η φιλοδοξία της Ηρωδιάδας σήμανε το τέλος της εξουσίας του. Τον έπεισε να ζητήσει από τη Ρώμη τον τίτλο του βασιλιά. Ο Καλιγούλας τότε του αφαιρεί την εξουσία και τον εξορίζει στο Λούγδουνο της Γαλλίας.

Τα πάντα λοιπόν στην Παλαιστίνη το πρώτο μισό του 1ου αι μ.Χ. στην Παλαιστίνη, εξαρτώνταν από την θέληση των Ρωμαίων. Οι τοπικοί ηγεμονίσκοι, οι «πελάτες της» στην περιοχή, προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του αυτοκράτορα, ενώ οι επίτροποι της Ιουδαίας και της Σαμάρειας, υπάλληλοι της κοσμοκράτειρας, δεν έδειξαν τίποτα σπουδαίο ώστε να αξίζουν περισσότερο σχολιασμό από την ιστορία. Τα ονόματά τους και η δράση τους μνημονεύονται μόνο και μόνο γιατί συνδέθηκαν με το έργο του Κυρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Am – Haarez δηλ. άνθρωποι της γης. Επρόκειτο για ανάμεικτους πληθυσμούς από Σαμαρείτες, Αραμαίους, Φιλισταίους, Μεσοποτάμιους που αδιαφορούσαν για την τήρηση του Νόμου και ήταν προσκολλημένοι σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Βλέπε και Ντ. Ροπς, 1988, σελ.178, Χρ. Βούλγαρη: «Εσκυλμένοι και ερριμένοι». Παρακμή και κατάπτωσις του Ιουδαϊσμού κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Στην Επιστ. Επετηρίδα Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών, τόμος ΚΔ, εν Αθήναις 1979 –80, σελ.533 –34.

[2] Χαρακτηριστική είναι και η προσπάθεια της πρώτης εκκλησίας, όπως τουλάχιστο αντικατοπτρίζεται στα ευαγγελικά κείμενα, να αποσείσουν κάθε ευθύνη από τον Πιλάτο και τις ρωμαϊκές αρχές γενικότερα, για τη σταύρωση του Ιησού. Αποκλειστικά υπεύθυνες θεωρούνται οι ιουδαϊκές αρχές.

[3] Σ. Αγουρίδη 1980, σελ. 271.

 

Πηγές 


  • Καινή Διαθήκη, Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική δημοτική μετάφραση των καθηγητών Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Β. Στογιάννου, Αθήνα 1985.
  • Ιώσηπος: «Ιουδαϊκός Πόλεμος», εκδ. Loeb, 1989 (6η έκδοση).
  • Ιώσηπος: «Iουδαϊκή Αρχαιολογία» (κυρίως το βιβλίο ΧVIII) εκδ. Loeb, 1996 (5η έκδοση
  • Φίλων: Πρεσβεία προς Γάϊον, εκδ. Loeb, 1962.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


  • Αγουρίδη Σ., «Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης», Θεσσαλονίκη 1980.
  • Γαλίτη Γ., «Ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη», 1991 (4η έκδοση).
  • Ροπς Ντ., «Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Χριστού», μετ. Έλλης Αγγέλου, Αθήνα 1988.
  • Σάντερς Ε. Π., «Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού», μετάφραση Γιώργος Βλάχος, Αθήνα 1988.

 

Δρ. Νίκος Παύλου, Θεολόγος – Ιστορικός 

* Η παραπάνω εργασία πρωτοδημοσιεύτηκε στη φιλόξενη σελίδα του «ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΠΛΟΥ» στην ενότητα «Άρθεα». Στην παρούσα μορφή της έχουν γίνει μικροδιορθώσεις.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Χρονολογία της Γέννησης του Ιησού


 

Ο ερχομός του Χριστού στη γη προφητεύθηκε στην Παλαιά Διαθήκη από τον Βαλαάμ (Αριθμοί 24:17), τον Ησαΐα (Ησαΐας 9:6), κ.ά. Επί εποχής του Κικέρωνα (106-43 π.Χ.), υπήρχαν διάφορες σιβυλλικές προφητείες για την αναμονή ενός αθάνατου Βασιλέως και αγνού Άνακτα. Το Μαντείο των Δελφών έδωσε – είκοσι περίπου χρόνια στον Καίσαρα, ότι μετά από αυτόν θα βασιλέψει ένα Εβραιόπουλο. Πολλοί συγγραφείς, ανάμεσά τους ο Βιργίλιος, ο Σουίδας και ο Τάκιτος, αναφέρθηκαν στις φήμες περί άφιξης ενός νέου Βασιλιά, ενώ και οι τρεις Μάγοι αναφέρθηκαν στο Βασιλιά των Ιουδαίων (Ματθαίος 2:2).

 Επίσης, ορισμένα κείμενα της κινεζικής γραμματείας (6ος – 1ος αιώνας π.Χ.) φαίνεται να παραπέμπουν στην έλευση του Ιησού, όπως και κάποια σύγχρονά τους κείμενα στην ινδική και θιβετική γραμματεία (Βουδιστικά και Ινδουιστικά) και σε άλλες παραδόσεις. Οι Πέρσες, επίσης, ανέμεναν ένα Σωτήρα που θα γεννιόταν από παρθένο και τη γέννησή Του θα ανήγγελλε ένας μοναδικός αστέρας.

Η Θεία Γέννηση δεν είναι προσδιορισμένη χρονολογικά, παρά μόνο μπορεί να καθοριστεί με υπολογισμούς, με βάση τα παρακείμενα ιστορικά γεγονότα. Διαπιστώνουμε ότι ο Χριστός δεν γεννήθηκε το έτος 0, για δύο βασικούς λόγους:

  1. Η σημερινή μέθοδος χρονολόγησης (π.Χ. και μ.Χ.) δεν άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως [1] παρά μετά το 10ο αιώνα μ.Χ. και βασίζεται σε εισήγηση του Σκύθη μοναχού Διονύσιου του Μικρού: ο Αββάς Διονύσιος συνέταξε το 525 μ.Χ. τους πασχάλιους πίνακες και – με σκοπό να τερματιστεί η χρονολόγηση με βάση τη βασιλεία του Διοκλητιανού (διώκτη των Χριστιανών) – ταύτισε το τέλος του διοκλητιανού έτους 247 με την αρχή του 532 μ.Χ.

Άγιος Μπιντ (Βέδας) ο επιστήμων. Ένας από τους «άγνωστους» Αγίους της Εκκλησίας μας, ειδικά στον ελληνορθόδοξο κόσμο. Θεωρείται ως ο σπουδαιότερος Αγγλοσάξονας επιστήμονας. Εισήγαγε στον δυτικό κόσμο την μέθοδο της χρονολόγησης σε π.Χ. και μ.Χ.

Ο Διονύσιος θεώρησε, λανθασμένα, ως έτος γέννησης του Χριστού το έτος 754 από κτίσεως Ρώμης [2], το οποίο και ονόμασε primo anno Domini (πρώτο έτος Κυρίου). Ο Άγγλος μοναχός Βέδας ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε το σύστημα χρονολόγησης μ.Χ. στην εκκλησιαστική ιστορία που συνέταξε το 731, εφευρίσκοντας και το σύστημα π.Χ. για τα χρόνια πριν από τη γέννηση του Ιησού.

  1. Η έννοια του μηδενός δεν υπήρχε ανέκαθεν στην Ευρώπη, παρά μόνο εισήχθη στην Ισπανία, αρχικά, τον 11ο αιώνα και στην υπόλοιπη ήπειρο μέσα στο 12ο αιώνα από την Ινδία, μέσω των Αράβων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, απλά δεν υπάρχει έτος 0, αφού ούτε ο Διονύσιος, αλλά ούτε και ο Βέδας δεν είχαν στη διάθεσή τους τον αριθμό αυτό! Έτσι και οι δεκαετίες, οι αιώνες και οι χιλιετίες ξεκινούν με τα έτη που λήγουν σε 1 και όχι σε 0 (π.χ. 2001).

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Τα Ευαγγέλια μας πληροφορούν ότι ο Χριστός γεννήθηκε επί εποχής Ηρώδη (Ματθαίος 2:1 και Λουκάς 1:5), ο οποίος απέθανε όταν ο Ιησούς ήταν ακόμη παιδί (Ματθαίος 2:14-15). Σύμφωνα με τον ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο, ο Ηρώδης ήταν για έξι μήνες βαριά άρρωστος, γύρω στα 70, και πέθανε μετά από μια έκλειψη σελήνης πριν το εβραϊκό Πάσχα. Ο Ηρώδης, όμως, πέθανε το έτος 750 από κτίσεως Ρώμης (4 π.Χ.) και, σε συνδυασμό με τη διαταγή του για θανάτωση των 14.000 νηπίων κάτω των 2 ετών (Ματθαίος 2:16-18), σημαίνει ότι ο Χριστός θα έπρεπε να γεννήθηκε μεταξύ των ετών 747 ή 748 από κτίσεως Ρώμης (δηλαδή το 7 ή 6 π.Χ.), αφού όταν Τον συνάντησαν οι τρεις Μάγοι ήταν παιδίον και όχι βρέφος (Ματθαίος 2:11). Σεληνιακές εκλείψεις τότε έγιναν στις 15 Σεπτεμβρίου και 23 Μαρτίου 5 π.Χ. (Πεσάχ: 22 Απριλίου), στις 13 Μαρτίου 4 π.Χ. (Πεσάχ: 12 Απριλίου) και 9/10 Ιανουαρίου 1 π.Χ. (το εβραϊκό Πάσχα εορτάστηκε στις 8 Απριλίου). Η πρώτη έκλειψη θα πρέπει να αποκλειστεί, αφού ο Ηρώδης, αν και ασθενούσε, ζούσε στο χειμερινό παλάτι του στην Ιεριχώ, όπως και οι δύο επόμενες, αφενός μεν επειδή το 4 π.Χ. η έκλειψη δεν ήταν εύκολα παρατηρήσιμη από την Παλαιστίνη (και, συνεπώς, το φεγγάρι δεν θα ήταν κοκκινωπό), αφετέρου δε διότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της έκλειψης και του εορτασμού του Πάσχα ήταν πολύ μικρός για τις προετοιμασίες που αναφέρει ο Ιώσηπος.

Επιπλέον, η πληροφορία ότι διατάχθηκε η διενέργεια απογραφής από τον Αύγουστο Καίσαρα (Λουκάς 2:1-2) φαίνεται να συμφωνεί με τα ιστορικά γεγονότα, αφού τότε προκηρύχθηκαν τρεις μεγάλες απογραφές πληθυσμού: το 28 π.Χ., το 8 π.Χ. και το 14 μ.Χ. Εντούτοις, η απογραφή του 8 π.Χ. δεν ήταν αυτή που ανάγκασε τον Ιωσήφ και τη Μαρία να ταξιδέψουν: ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την αργοπορία της γνωστοποίησης των διαφόρων ανακοινώσεων την εποχή εκείνη, η απογραφή που αναφέρει το Ευαγγέλιο δεν θα ήταν αυτή του 8 π.Χ. αλλά η υπογραφή του όρκου πίστεως στον Αύγουστο Καίσαρα, επ’ ευκαιρία του αργυρού Ιωβηλαίου της βασιλείας του, στις 5 Φεβρουαρίου 2 π.Χ. Η υπογραφή του όρκου πίστεως, όπως μας αναφέρει ο Ιώσηπος, ήταν υποχρεωτική για όλους τους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υπηκόους και μη, οι οποίοι θα έπρεπε να μεταβούν στον τόπο καταγωγής τους [3].

Το πιο πάνω εδάφιο αναφέρει μια αντιφατική πληροφορία, ότι δηλαδή η απογραφή ήταν η πρώτη που έγινε επί θητείας του ηγεμόνα της Συρίας Κυρηνίου, σύμφωνα με τον Ιώσηπο, ο ύπατος Κυρήνιος έγινε λεγάτος της Συρίας το 6 μ.Χ.: μια μερίδα μελετητών θεωρεί ότι ο Λουκάς λανθάνεται, ενώ άλλοι θεωρούν ότι ο Ευαγγελιστής αναφέρεται σε απογραφή που έγινε ΠΡΙΝ την κυβερνεία του Κυρηνίου. Μια επιγραφή που ανακαλύφθηκε το 1828 στη Ρώμη αναφέρει ότι ο Κυρήνιος υπήρξε κυβερνήτης της Συρίας και το 12-8 π.Χ., επομένως ίσως η απογραφή διατάχθηκε προς το τέλος της ηγεμονίας του και, κατά τον ιστορικό Τερτυλλιανό, εκτελέστηκε καθυστερημένα από το διάδοχό του Σατουρνίνο, παραμένοντας ωστόσο συνδεδεμένη με το όνομα του Κυρήνιου.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, 1630. Λάδι σε καμβα, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Pieter van Lint (Πίτερ φαν Λιντ, 1609-1690).

 

Όσον αφορά την εποχή της Θείας Γέννησης, ο Ιησούς θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στην άνοιξη (ίσως και το θέρος ή το φθινόπωρο), αφού οι ποιμένες ζούσαν τότε έξω στην ύπαιθρο (Λουκάς 2:8). Το θείο Βρέφος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει στο δυνατό ψύχος του Δεκεμβρίου στη βυθισμένη στις βροχές και την παγωνιά ύπαιθρο και οι ποιμένες δεν θα βρίσκονταν με τα πρόβατά τους έξω στην εξοχή. Η άνοιξη, μάλιστα κατά την περίοδο του Πεσάχ, είναι η πιθανότερη εκδοχή, ταιριάζοντας χρονικά με την επίσκεψη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ στο Ζαχαρία (Λουκάς 1:5-13) και εξηγώντας το γεμάτο με κόσμο πανδοχείο (Λουκάς 2:7) και το γεγονός ότι, όπως όλοι οι ευσεβείς Εβραίοι, ο Ιωσήφ έπρεπε να πάει στα Ιεροσόλυμα για το Πεσάχ, έστω και αν η Μαριάμ ήταν ετοιμόγεννη. Επιπλέον, ήταν λογικότερο να επισκεφθεί την κοντινή Βηθλεέμ για να καταγραφεί, για να γλυτώσει ένα ειδικό ταξίδι από τη Ναζαρέτ.

Περαιτέρω, στο Δανιήλ 9:25 προφητεύεται ότι 483 χρόνια μετά το διάταγμα για την αποκατάσταση και ανοικοδόμηση των Ιεροσολύμων θα εμφανιστεί ο Μεσσίας (ο χρισμένος) στην ανθρώπινη ιστορία. Σύμφωνα με μια σχολή σκέψης, όταν ο Ιησούς λέει – αμέσως μετά τη βάπτισή Του (Ματθαίος 3:13-17, Μάρκος 1:9-11 και 3:1, Λουκάς 3:2123 και Ιωάννης 1:29-34) – πως έτσι πληρώθηκε η προφητεία (Μάρκος 1:15), αναφέρεται σε αυτή την προφητεία. Δεδομένου ότι η ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ θεωρείται πως έγινε το 457 π.Χ., ο Χριστός θα πρέπει να βαπτίστηκε το 27 μ.Χ., επομένως θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 3-2 π.Χ., καθώς ξεκίνησε να διδάσκει όταν έγινε 30 ετών (Λουκάς 3:23). Κήρυττε δε και διακονούσε για 3 ½ χρόνια μετά τη βάπτισή Του (Ιωάννης 2:13 και 23, 4:35, 6:4 και 11:55).

Ωστόσο, ο Άγιος Ιωάννης ξεκίνησε να κηρύττει γύρω στο 28 μ.Χ. (Λουκάς 3:1-2), σε ηλικία 30 ετών, σύμφωνα με τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου. Γνωρίζοντας δε ότι ο Χριστός ήταν μικρότερος του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή κατά έξι μήνες, θα μπορούσε η Βάπτισή του Θεανθρώπου στον Ιορδάνη ποταμό να έγινε μεταξύ 28-29 μ.Χ., ενώ η επίσκεψή Του στο Ναό της Ιερουσαλήμ κατά το 46ο έτος της κατασκευής του (Ιωάννης 2:20) φαίνεται να έγινε μεταξύ 27-29 μ.Χ., καταλήγουμε δε πάλιν στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 2 π.Χ.

Σύμφωνα με τη ιουδαιοχριστιανική παράδοση, τα γενέθλια δεν αποτελούν εορτασμό, μάλιστα, η Εκκλησία εορτάζει μόνο τρία γενέθλια: α) του Ιησού Χριστού, β) της Παναγίας και Υπεραγίας Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου) και γ) του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου (24 Ιουνίου), ο οποίος θεωρείται ο μεγαλύτερος προφήτης και ο βαπτιστής του Χριστού.

Ωριγένης Αδαμάντιος, απεικόνιση σε Γαλλικό βιβλίο του 16ου αιώνα.

Το 245 μ.Χ. ο Ωριγένης στην Αλεξάνδρεια γράφοντας για το Λευιτικόν 12:1-8 – σχολιάζει ότι η Αγία Γραφή αναφέρει μόνο αμαρτωλούς να γιορτάζουν τα γενέθλιά τους, όπως το Φαραώ, ο οποίος κρέμασε τον αρχισιτοποιό (αρχιμάγειρά) του (Γένεση 40:20-22), και τον Ηρώδη, ο οποίος ζήτησε την κεφαλή του Ιωάννη του Βαπτιστή επί πίνακι (σε δίσκο) από τη Σαλώμη (Μάρκος 6:21-27). Επιπλέον, η Αγία Γραφή αναφέρει Άγιους να καταριούνται την ημέρα της γέννησής τους, όπως τον Ιερεμία (Ιερεμίας 20:14-15) και τον Ιώβ (Ιώβ 3:1- 16). Ωστόσο, δεν μοιράζονταν όλοι την άποψη του Ωριγένη, ιδιαίτερα, αφού ο Ιησούς δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, αλλά Θεάνθρωπος.

Τα Χριστούγεννα φαίνεται πως άρχισαν να εορτάζονται το 134 μ.Χ., με απόφαση του Πάπα Τελεσφόρου. Καθώς η νέα θρησκεία έπρεπε να κτίσει πάνω σε υφιστάμενες δομές, σε μια εποχή που η ειδωλολατρία επικρατούσε και οι διωγμοί των Χριστιανών ήσαν συχνοί, έτσι η εορτή ήταν κινητή είτε γιορταζόταν στις 6 Ιανουαρίου (εορτή του θεού Ήλιου στην Ανατολή), είτε στις 22 Δεκεμβρίου (Μπρουμάλια, χειμερινό ηλιοστάσιο).

Φαίνεται πως τα Χριστούγεννα καθιερώθηκαν ως ξεχωριστή εορτή στη Ρώμη επί Πάπα Ιουλίου Α’ (336-352) στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα εορτής του Ανίκητου Ήλιου στη Δύση. Αυτό τεκμαίρεται και από το ημερολόγιο του Φιλόκαλου, που συντάχθηκε το 354 μ.Χ.

Στην Ανατολή ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου εισήχθη αργότερα: στην Κωνσταντινούπολη καθιερώθηκε το 397 από τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, ως εδραίωση της Ορθοδοξίας μετά το θάνατο του Αυτοκράτορα Ουάλη τον προηγούμενο χρόνο, υποστηρικτή του Αρείου.

Στην Αντιόχεια καθιερώθηκε μεταξύ 386-388, επίσης από τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, ενώ στην Αλεξάνδρεια μόλις το 430. Σύμφωνα με το κήρυγμα που εκφώνησε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην Αντιόχεια γύρω στο 386, η σύλληψη του Ιησού (Λουκάς 1:26) είχε ανακοινωθεί κατά τη διάρκεια του έκτου μήνα της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ (Λουκάς: 1:10-13), τον οποίο υπολόγισε – με βάση τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Ζαχαρίας κατά την Ημέρα του Εξιλασμού (Yom Kippur) – περί τον έβδομο μήνα του εβραϊκού ημερολογίου (Λευιτικόν 16:29 και Βασιλείς Α8:2), δηλαδή τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου.

Οι σχισματικοί Δονατιστές της Καρχηδόνας γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου ήδη από το 311 και αρνούνταν να γιορτάσουν τα Θεοφάνια (τα οποία θεωρούσαν καινοτομία), ενώ σε μερικές περιοχές της Δύσης τα Χριστούγεννα συνέχισαν να συνεορτάζονται με τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου μέχρι και μετά το 380. Θα πρέπει, εδώ, να σημειωθεί ότι ο συνεορτασμός των δύο εορτών είχε ως αποτέλεσμα να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στη βάφτιση, αντί στη ενσάρκωση του Χριστού. Να αναφέρουμε εδώ ότι η προσκύνηση των Μάγων [4] εορτάζεται στις Δυτικές Εκκλησίες στις 6 Ιανουαρίου και στις Ανατολικές στις 25 Δεκεμβρίου.

Η ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου επικράτησε αφού συνέπιπτε με τις μεγάλες ειδωλολατρικές εορτές Σατουρνάλια (προς τιμήν του Θεού Κρόνου) και Μπρουμάλια (χειμερινό ηλιοστάσιο), τη γιορτή του Ανίκητου Ήλιου, τη γέννηση του θεού Μίθρα και την εβραϊκή γιορτή των Φώτων (Χανουκά) και ικανοποιούσε δε τόσο τη Δύση όσο και την Ανατολή. Επί Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου (306-337), οι Χριστιανοί συγγραφείς (όπως ο Άγιος Αμβρόσιος) αφομοίωσαν αυτή την εορτή ως τα γενέθλια του Ιησού, συσχετίζοντάς Τον με τον ήλιο δικαιοσύνης (Μαλαχίας 4:2) και το φως του κόσμου (Ιωάννης 8:12).

Στο πεντάτομο έργο του Κατά Αιρέσεων (π. 180) ο Άγιος Ειρηναίος ταύτισε τη σύλληψη του Χριστού με την 25η Μαρτίου και τη σύνδεσε με τη γέννησή Του εννέα μήνες μετά, στις 25 Δεκεμβρίου. Ο σύγχρονος του θεολόγος Ιππόλυτος της Ρώμης, αν και γνώριζε την 25η Δεκεμβρίου, προτιμούσε τη 2α Απριλίου, ενώ ο Άγιος Επιφάνιος της Σαλαμίνας (310-403) θεωρούσε ότι η σύλληψη του Ιησού έγινε στις 20 Ιουνίου και ανέφερε μια παλαιά απόκρυφη παράδοση ότι η εγκυμοσύνη της Παναγίας κράτησε 10 μήνες.

Ο Άγιος Πολύκαρπος (†167) θεωρούσε ότι ο Χριστός μάλλον γεννήθηκε και βαπτίστηκε ημέρα Τετάρτη, αφού ο Ήλιος δημιουργήθηκε την τέταρτη ημέρα από το Θεό, προσδιόριζε δε την Τετάρτη αυτή γύρω στις 25 Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας.

Επιπλέον, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου συσχετίστηκε με την εαρινή ισημερία (εκεί κατέληξε και ο μεγάλος εκκλησιαστικός συγγραφέας Σέξτος Ιούλιος ο Αφρικανός το 221), ενώ το θερινό ηλιοστάσιο και η φθινοπωρινή ισημερία συσχετίστηκαν με τη γέννηση και τη σύλληψη του Αγίου Ιωάννη, αντίστοιχα. Έτσι, η Χριστιανική Εκκλησία κατάφερε να αντικαταστήσει τις ειδωλολατρικές εορτές με χριστιανικές, συμπέρασμα στο οποίο, ανασκοπώντας, κατέληξαν και στοχαστές, όπως ο Άγγλος φυσικομαθηματικός Isaac Newton (1642- 1726), ο Γερμανός θεολόγος και ανατολιστής Paul Ernst Jablonski (1693-1757) και ο Γάλλος φιλόλογος και ιστορικός Louis Duchesne (1843-1922).

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, θεολόγος, τέλη του 2ου και αρχές 3ου αιώνα.

Ωστόσο, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, γύρω στο 200 μ.Χ., κάνοντας αναφορά στην ημερομηνία γέννησης του Χριστού, αναφέρει διάφορες γνωστές ημερομηνίες (19/20 Απριλίου, 20 Μαΐου), συσχετίζοντας μάλιστα τη Θεία Γέννηση με το Θείο Πάθος (21 Μαρτίου ή 21 Απριλίου), όχι όμως τις 25 Δεκεμβρίου, συσχετισμό της Θείας Γέννησης με το Θείο Πάθος κάνουν ο Νεύτωνας και ο Louis Duchesne.

Μερικοί θεωρούσαν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στην ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, επομένως και ο Ιησούς θα έπρεπε να είχε συλληφθεί εκείνη την ημερομηνία. Ο Duchesne παραθέτει, επίσης, το γεγονός ότι ο ιστορικός Ερμείας Σωζόμενος (400-450) ανέφερε ότι οι αιρετικοί Μοντανιστές της Φρυγίας (2ος αιώνας) γιόρταζαν το Πάσχα την Κυριακή κοντά στις 6 Απριλίου και έτσι θεωρούσαν ότι η σύλληψη του Χριστού έγινε στις 6 Απριλίου και η γέννησή Του στις 6 Ιανουαρίου, πιθανή προέλευση του εορτασμού στις 6 Ιανουαρίου. Ο διαχωρισμός της εορτής της Γέννησης του Χριστού τοποθετείται στο πλαίσιο των χριστολογικών ερίδων της εποχής κατά την οποία συνέβη.

Αν και η ξεχωριστή από τα Θεοφάνια εορτή δεν επικράτησε αμέσως σε όλη την χριστιανική επικράτεια, η έναρξή της στη Ρώμη λίγο μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο (325) και η τελική καθολική αποδοχή της μετά την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (431) φαίνεται να δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Η 25η Δεκεμβρίου κηρύχθηκε δημόσια αργία το 529 από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό: απαγορεύθηκε η εργασία και τα δημόσια έργα. Έως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των ιεραποστόλων στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, όλα τα έθνη της Ευρώπης γιόρταζαν τα Χριστούγεννα.

Ο συνεορτασμός των Χριστουγέννων με τις ειδωλολατρικές εορτές του Χειμώνα είχε ως αποτέλεσμα την οικειοποίηση από τους Χριστιανούς προϋπαρχόντων εθίμων, όπως η ανταλλαγή δώρων, τα γλέντια και τα χαρτοπαίγνια (από τα Σατουρνάλια), η χρήση πρασινάδων και φώτων και η αγαθοεργία (από το ρωμαϊκό νέο έτος).

Ωστόσο, υπάρχει άλλη μια παράμετρος, που περιπλέκει τα πράγματα: το άστρο της Βηθλεέμ (Ματθαίος 2:2 και 9), για το οποίο υπάρχουν διάφορες θεωρίες:

  1. Μετεωρίτης: Καθημερινά, εκατομμύρια μάζες «βομβαρδίζουν» τη Γη μας, σπανίως όμως είναι ορατές με γυμνό μάτι, η δε διάρκειά τους δεν ξεπερνά τα λίγα δευτερόλεπτα και σίγουρα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Οι διάττοντες Δρακοντίδες ήταν ορατές το 3 π.Χ.
  2.  Υπερκαινοφανής αστέρας: Η αιφνίδια εμφάνιση καινούργιων αστεριών στο στερέωμα, τόσο λαμπρών που να γίνονται αντιληπτοί και διά γυμνού οφθαλμού, δεν συμβαίνει συχνά. Ένας τέτοιος αστέρας εμφανίστηκε το Μάρτιο του 5 π.Χ., σύμφωνα με Κινέζους και Κορεάτες αστρονόμους, στον κοντινό γαλαξία της Ανδρομέδας (αστερισμός του Αιγόκερου), ενώ τον Οκτώβριο του 1604 ένα σουπερνόβα στον αστερισμό του Οφιούχου παρατηρήθηκε από τον Γερμανό αστρονόμο Johannes Kepler.
  3. Κομήτης: Οι κομήτες είναι τεράστια πετρώματα που περιβάλλονται με πάγο, που, όταν προσεγγίζουν τον Ήλιο, εξατμίζεται και φαίνονται σαν κόμη (ουρά), εξού και το όνομά τους. Ωστόσο, οι κομήτες τότε συνδέονταν με κακούς οιωνούς, επομένως θα ήταν απίθανο οι τρεις Μάγοι να έρθουν γι’ αυτόν από την Ανατολή με δώρα. Πάντως, το 12 π.Χ. ο κομήτης του Χάλεϋ ήταν ορατός από τη Γη, ενώ το 5 π.Χ. Κινέζοι αστρονόμοι παρατήρησαν έναν κομήτη.
  4. Σύνοδος πλανητών: Λόγω της διαφορετικής ταχύτητας του κάθε πλανήτη του πλανητικού μας συστήματος, σπάνια έρχονται στην ίδια τροχιά. Αυτό το σπάνιο φαινόμενο συνέβηκε τρεις φορές το 7 π.Χ. με τους πλανήτες Δία και Κρόνο στον αστερισμό των Ιχθύων (που συσχετίζονται με το εβραϊκό έθνος) και μία φορά το 6 π.Χ. με τους Δία, Κρόνο και Άρη (και πάλιν στους Ιχθύες). Η συζυγία του 7 π.Χ. παρατηρήθηκε από Βαβυλώνιους αστρολόγους. Μεταξύ 3-2 π.Χ., ωστόσο, συνέβηκε μια άνευ προηγουμένου σειρά από συζυγίες:Κρόνος και Ερμής, Κρόνος και Αφροδίτη (αμφότερες στον αστερισμό του Καρκίνου), Δίας και Αφροδίτη (ο πατέρας των Θεών και η μητέρα της γονιμότητας) στον αστερισμό του Λέοντα σύμβολο Βασιλέων), Ερμής, Δίας και Αφροδίτη (δύο φορές), Δίας και Βασιλίσκος (τρεις φορές) και Ερμής και Άρης (όλα στο Λέοντα). Άλλοι «υποψήφιοι» είναι ο πλανήτης Ουρανός, που πέρασε κοντά από τον Κρόνο το 9 π.Χ. και την Αφροδίτη το 6 π.Χ., καθώς επίσης και ο πλανήτης Δίας, που φάνηκε να παραμένει ακίνητος στον ουρανό το 2 π.Χ.
  5. Θεωρία του Κέπλερ: το 1614, ο αστρονόμος Johannes Kepler και η υπόλοιπη ανθρωπότητα είδε τον Άρη να πλησιάζει τον Κρόνο και το Δία και υπολόγισε ότι ο Χριστός γεννήθηκε το 6 π.Χ., όταν συνέβηκε ένα παρόμοιο «τρίγωνο» (Δίας, Κρόνος και Άρης).
  6. Υπερφυσική θεωρία: ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (345-407) υποστηρίζει ότι ήταν ένα καθαρά υπερφυσικό φαινόμενο, ενώ ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430) αναφέρει ότι δεν ήταν ένα συνηθισμένο, αλλά ένα θαυμαστό άστρο που ανέτειλε για πρώτη και τελευταία φορά, για το γεγονός της ενανθρώπισης του Θεανθρώπου.

 

Η προσκύνηση των Μάγων, 1624. Έργο του Ολλανδού ζωγράφου, Abraham Bloemaert (1564- 1651), Centraal Museum (Ουτρέχτη, Ολλανδία).

 

Το αστέρι της Βηθλεέμ δεν εμφανίζεται στα άλλα τρία Ευαγγέλια, ωστόσο αναφέρεται στις προφητείες (Αριθμοί 24:17). Το ίδιο συμβαίνει με την επίσκεψη των Μάγων, η οποία αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας 60:1-7 και Ψαλμοί 72:10). Επιπλέον, στα Ευαγγέλια συχνά ο Ιησούς αναφέρεται ως Ναζωραίος ή Ναζαρηνός (δηλαδή από τη Ναζαρέτ, χώρο καταγωγής της μητέρας του), αλλού ότι γεννήθηκε στη Βηθλεέμ (Ματθαίος 2:1), ενώ στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη αναφέρεται ότι ο Χριστός προερχόταν από τη Γαλιλαία (Ιωάννης 7:41 και 52). Σύμφωνα με μια θεωρία, ο Ιησούς γεννήθηκε στη Ναζαρέτ και η τοποθέτηση της Θείας Γέννησης στη Βηθλεέμ αντικατοπτρίζει την επιθυμία των Ευαγγελιστών για πλήρωση της προφητείας (Μιχαίας 2:2-5).

Την εποχή εκείνη η Ναζαρέτ ανήκε διοικητικά στην επαρχία της Γαλιλαίας, ενώ η Βηθλεέμ και η Ιερουσαλήμ στην επαρχία της Ιουδαίας.

Αν και όλοι οι Χριστιανοί γιορτάζουν τα Χριστούγεννα, αυτό δεν συμβαίνει την ίδια ημέρα για όλα τα δόγματα. Οι Ρωμαιοκαθολικοί και Ανατολικοί Καθολικοί, οι Αγγλικανοί και οι Προτεστάντες εορτάζουν τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου και τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου, όπως και οι Ανατολικοί Ορθόδοξοι που ακολουθούν το αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας, Αυτοκέφαλες Εκκλησίες Κύπρου, Ελλάδας, Πολωνίας, Αλβανίας και Αυτόνομες Εκκλησίες Τσεχίας & Σλοβακίας, Φινλανδίας και Εσθονίας, καθώς και η Ορθόδοξη Εκκλησία Αμερικής). Επίσης, στις 25 Δεκεμβρίου/6 Ιανουαρίου εορτάζουν τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνια, αντίστοιχα, δύο Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες (Συριακή ή Ιακωβιτική και Ινδική Εκκλησία στο Μαλαμπάρ), καθώς και οι Νεστοριανοί (Ασσυριακή ή Χαλδαϊκή Εκκλησία).

Οι Ανατολικοί Ορθόδοξοι που ακολουθούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο (Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας και Γεωργίας, Αρχιεπισκοπή Όρους Σινά και Άγιον Όρος), εορτάζουν τα Χριστούγεννα στις 7 Ιανουαρίου και τα Θεοφάνια στις 19 Ιανουαρίου (Γρηγοριανές ημερομηνίες που αντιστοιχούν στις Ιουλιανές 25 Δεκεμβρίου και 6 Ιανουαρίου, αντίστοιχα), όπως και οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες.

Τις ίδιες ημερομηνίες (7/19 Ιανουαρίου) εορτάζουν και μερικές από τις Παλαιές Ανατολικές Εκκλησίες (Αιθιοπική, Ερυθραίας, Κοπτική). Εξαίρεση αποτελεί η Αρμενική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία για λόγους παράδοσης συνεχίζει το συνεορτασμό των Χριστουγέννων μαζί με τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου.

Ο συνεορτασμός αυτός δεν έχει ημερολογιακή βάση, αλλά αποτελεί αδιάσπαστη συνέχεια της παλαιάς χριστιανικής παράδοσης. Εξάλλου, οι Αρμενορθόδοξοι ακολουθούν το νέο (Γρηγοριανό) ημερολόγιο, εκτός από το Αρμενικό Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, το οποίο συνεχίζει να ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο και συνεορτάζει τα Χριστούγεννα με τα Θεοφάνια στις 19 Ιανουαρίου, ημερομηνία που στο ιουλιανό ημερολόγιο αντιστοιχεί με την 6η Ιανουαρίου.

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι σίγουρο πως ο Χριστός θα πρέπει γεννήθηκε μεταξύ 7 και 2 π.Χ. και ότι το σύστημα χρονολόγησης που χρησιμοποιούμε είναι λανθασμένο! Σε τελική ανάλυση, όμως, δεν έχει τόση σημασία το τι συνέβη στον ουρανό εκείνη τη νύχτα, ούτε και πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Ιησούς, γιατί εκείνο το βράδυ στη μικρή πόλη της Βηθλεέμ συνέβηκε το μεγαλύτερο θαύμα των αιώνων, η γέννηση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Ίσως, ακόμη, το γεγονός ότι η ημερομηνία γέννησης του Μεσσία περιβάλλεται από μυστήριο να προσθέτει στο νόημα της ουσίας της Θείας Γέννησης…

 

Υποσημειώσεις


[1] Παρά το γεγονός ότι ο Καρλομάγνος (†814) και οι διάδοχοί του υποστήριζαν τη χρήση του συστήματος χρονολόγησης μ.Χ., οι Πάπες και οι ρωμαιοκαθολικές χώρες δεν άρχισαν να χρησιμοποιούν το σύστημα παρά μόνο μετά τον 11ο αιώνα. Το 1422 η Πορτογαλία έγινε η τελευταία δυτική χώρα που υιοθέτησε το σύστημα αυτό. Η Ρωσία το υιοθέτησε το 1700 και

μέσα στο 19ο και 20ο αιώνα οι υπόλοιπες χώρες.

[2] Η κτίση της Ρώμης τοποθετείται στις 21 Απριλίου 753 π.Χ. Έτσι, το έτος 754 από κτίσεως της πόλης (ab urbe condita) αντιστοιχεί με το έτος 1 μ.Χ. (αφού δεν υπάρχει έτος 0). Ο Διονύσιος υπολόγισε τη γέννηση του Ιησού λανθασμένα, μάλλον κατά 3-4 χρόνια.

[3] Την εποχή εκείνη ήταν σύνηθες οι Ρωμαίοι υπήκοοι να επαναδιαβεβαιώνουν την υπηκοότητά τους κάθε πέντε χρόνια και να ανανεώνουν τα προνόμια που είχαν. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για την εβραϊκή κοινότητα, πόσο μάλλον για τη Μαρία και των Ιωσήφ που αμφότεροι έλκυαν την καταγωγή τους από το Βασιλιά Δαβίδ. Αν η απογραφή διατάχθηκε το 8 ή 7 π.Χ., σημαίνει ότι η επαναδιαβεβαίωση θα έγινε το 3 ή 2 π.Χ.

[4] Τα δώρα που έφεραν στο Θείο Βρέφος οι τρεις Μάγοι, ο Πέρσης γέροντας Μελχιώρ, ο νεαρός Ινδός Γασπάρ και ο μελαμψός Άραβας Βαλτάσαρ, ήσαν συμβολικά: χρυσό για το Βασιλιά, λιβάνι για το Θεό και σμύρνα (μύρο) για τον άνθρωπο που θα πέθαινε.

 

Αλέξανδρος – Μιχαήλ Χατζηλύρας

Ερευνητής, Μελετητής, Συγγραφέας

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας (Κύπρος) το 2015.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το αστέρι της Βηθλεέμ – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος, Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

 

«Ἡ Γέννησίς Σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν,

ἀνέτειλε τῷ κόσμω τό Φῶς τό τῆς γνώσεως·

ἐν αὐτῇ γάρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες,

ὑπό ἀστέρος ἐδιδάσκοντο,

Σέ προσκυνεῖν τόν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης,

καί Σέ γινώσκειν ἐξ ὕψους Ἀνατολήν.

Κύριε δόξα σοι».

(Απολλυτίκιον εορτής Χριστουγέννων)

                               

 

Εισαγωγή

 

Τα Χριστούγεννα είναι για εμάς τους Ορθόδοξους Χριστιανούς μία μεγάλη Δεσποτική εορτή κατά την οποία εορτάζεται η «κατά σάρκα Γέννησις του Σωτήρος και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η εορτή αυτή, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, είναι η «Μητρόπολις πασών των εορτών». Για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα καθιερώθηκαν ως αργία με τον Ιουστινιάνειο Κώδικα κατά τα έτη 529/534 μ.Χ. Συνεκδοχικώς, Χριστούγεννα έχει επικρατήσει να ονομάζεται όλο το εορταστικό δεκαπενθήμερο που ξεκινά από την παραμονή των Χριστουγέννων στις 24 Δεκεμβρίου και τελειώνει την εορτή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στις 7 Ιανουαρίου.

Πλησιάζοντας προς την εορτή των Χριστουγέννων κορυφώνονται όμως και οι προετοιμασίες μας, κυρίως αυτές που έχουν να κάνουν με τη τήρηση των ηθών, εθίμων, παραδόσεων, όπως είναι τα κάλαντα, ο παραδοσιακός στολισμός της φάτνης, το αστέρι επί της φάτνης κ.α.

Σύμφωνα με διάφορους επιστημονικούς υπολογισμούς, ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο από την Παρθένο Μαρία σ’ ένα σπήλαιο της Βηθλεέμ μεταξύ των ετών 7 και 4 π.Χ. Την εποχή εκείνη βασίλευε στην Ιουδαία ο Ηρώδης ο Μέγας, στην Συρία ηγεμόνευε ο Κυρήνιος και αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος, ο οποίος είχε διατάξει να διενεργηθεί απογραφή πληθυσμού των υπηκόων του. Γι’ αυτό και ο Ιωσήφ πήρε την ετοιμογέννητη Μαρία και μετέβησαν από τη Ναζαρέτ που διέμεναν, στη Βηθλεέμ.

Μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού, ένας άγγελος εμφανίσθηκε στους ποιμένες της περιοχής αναγγέλλοντας το χαρμόσυνο γεγονός της Γεννήσεως, ενώ πλήθος αγγέλων έψαλλαν το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Ταυτόχρονα, άστρο φωτεινό εξ Ανατολής οδήγησε σοφούς μάγους από τη Βαβυλώνα στη Βηθλεέμ προσφέροντάς στον νεογέννητο Χριστό πολύτιμα δώρα.

Το γεγονός αυτό της έλευσης και προσκύνησης των σοφών μάγων περιγράφει μόνο  ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (κεφάλαιο Β΄, 1 – 23). Ειδικότερα, οι σοφοί μάγοι εμφανίστηκαν στην Ιερουσαλήμ και ζητούσαν πληροφορίες για τον νέο βασιλιά που είχε γεννηθεί. Ρωτούσαν «που εστίν ο τεχθείς Βασιλεύς των Ιουδαίων?». Ο Ηρώδης ταραγμένος, και μαζί με αυτόν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, τους κάλεσε σε ακρόαση και ενημερώθηκε από αυτούς για το μεγάλο τους ταξίδι που είχαν ξεκινήσει περίπου δύο χρόνια νωρίτερα.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα των σοφών αυτών, είχε εμφανιστεί στον ουρανό ένα αστέρι με ασυνήθιστη λάμψη και ερμήνευσαν το γεγονός ως προμήνυμα της γέννησης κάποιου πανίσχυρου νέου βασιλιά. Έτσι ξεκίνησαν αμέσως από την χώρα τους για να τον προσκυνήσουν. Το αστέρι τους έδειχνε τον δρόμο και εκείνοι το ακολούθησαν. Μόλις όμως έφθασαν στην Ιερουσαλήμ το αστέρι χάθηκε.

Ο Ηρώδης συγκέντρωσε τότε τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού, ζητώντας πληροφορίες για τον τόπο γέννησης του Χριστού. Αυτοί του απάντησαν στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, διότι έτσι είχε προφητευθεί από τον προφήτη Μιχαία. Τότε ο Ηρώδης έστειλε τους μάγους στη Βηθλεέμ να βρουν το παιδίον και όταν το έβρισκαν να τον ενημέρωναν για να πήγαινε και αυτός στη Βηθλεέμ να το προσκυνήσει.

Μόλις οι μάγοι βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα και πορεύονταν προς τη Βηθλεέμ «ιδού ο αστήρ όν είδον εν τη Ανατολή προήγεν αυτούς, έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον». Αφού μπήκαν στην οικία είδαν το παιδίον με τη μητέρα του Μαρία και προσκύνησαν με ευλάβεια αυτό προσφέροντας στη συνέχεια τα δώρα τους. Έπειτα ανεχώρησαν για την πατρίδα τους από άλλο δρόμο, δίχως να ξαναεπιστρέψουν στον Ηρώδη.

Όταν οι σοφοί μάγοι ανεχώρησαν, άγγελος Κυρίου φάνηκε σε όνειρο στον Ιωσήφ και του είπε να καταφύγει στην Αίγυπτο μαζί με το παιδί και την μητέρα του. Ακολούθησε η σφαγή των νηπίων από δύο ετών και κάτω στη Βηθλεέμ. Στην Αίγυπτο η Αγία οικογένεια παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του Ηρώδη.

 

«Το αστέρι της Βηθλεέμ (1879-80)», πίνακας του αμερικάνου ζωγράφου, Elihu Vedder (1836-1923), λάδι σε καμβά. Milwaukee Art Museum (Μουσείο Τέχνης Μιλγουόκι».

 

Οι σοφοί μάγοι και η προσκύνηση τους

 

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος δεν μας παρέχει λεπτομέρειες ούτε για τον αριθμό τους ούτε όμως και για την ταυτότητα αυτών. Με βάση όμως την πληροφορία ότι αυτοί ήρθαν από την Ανατολή συμπεραίνουμε ότι έρχονταν από την Περσία (Χαλδαία, Βαβυλώνα), αφού ανατολικά της Παλαιστίνης δεν υπήρχαν άλλες χώρες στις οποίες να υπήρχε παράδοση για μάγους με κάποια θετική σημασία της λέξης.

Στην Περσία πάντως, μάγοι ονομάζονταν οι σοφοί που ασχολούνταν με τις φυσικές επιστήμες, την αστρονομία που τότε ονομαζόταν αστρολογία, την ιατρική, αλλά και με θρησκευτικά ζητήματα ή με απόκρυφες γνώσεις (μαντεία, ερμηνεία φυσικών φαινομένων, ονειροκριτική) και κατείχαν θέση βασιλικών συμβούλων, ακολουθώντας ακόμη και το στρατό στις διάφορες εκστρατείες. Κατά τον Ηρόδοτο, οι μάγοι ήταν ιερείς στην Περσία που ασχολούνταν με τον αποκρυφισμό και ιδιαίτερα με την αστρολογία. Κατά τον Κέπλερ οι τρείς μάγοι ήταν Χαλδαίοι δηλαδή κατάγονταν από εκεί που γεννήθηκε η αστρολογία. Άλλοι πάλι αναφέρουν ότι οι μάγοι ήρθαν από την Αίγυπτο.

Σε κάθε περίπτωση οι σοφοί αυτοί μάγοι είναι βιβλικά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης. Ότι ήταν τρείς μας πληροφορεί εξωβιβλική παράδοση, η οποία προέρχεται από το απόκρυφο αρμενικό ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού (συριακό πρωτότυπο που μεταφράστηκε στα Αρμενικά κατά τον 11ο αιώνα). Σύμφωνα με την ίδια παράδοση τα ονόματα αυτών ήταν Μελχιώρ, Βαλτάσαρ και Γασπάρ.

Οι τρείς αυτοί σοφοί μάγοι ήταν μαθητές του μάντη Βαλαάμ. Ο Βαλαάμ έζησε στα χρόνια του Μωϋσή, κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. Είχε αναφέρει στους μαθητές του ότι θα γεννηθεί από τη φυλή του Ιούδα ο μέγας Βασιλιάς και τους είχε προαναγγείλει να κοιτάξουν τον ουρανό μέχρι να δουν ένα καινούριο άστρο. Όταν το δουν να τρέξουν να το ακολουθήσουν και εκείνο θα τους οδηγήσει στον τόπο που θα γεννηθεί ο Χριστός. Τον προφητικό αυτό λόγο του Βαλαάμ τον διαφύλαξαν οι μαθητές του μεταδίδοντάς τον στους επόμενους μαθητές. Η προφητεία αυτή περί του λαμπρού άστρου και της Γέννησης του Χριστού εκπληρώθηκε 1300 χρόνια αργότερα, όταν οι τρείς σοφοί μάγοι είδαν εκείνο τον εξαίσιο αστέρα, τον ακολούθησαν, βρήκαν τον νεογέννητο Χριστό και τον προσκύνησαν.

Το γεγονός αυτό ψάλλεται και σε τροπάριο της εορτής των Χριστουγέννων «Του μάντεως πάλαι Βαλαάμ, των λόγων μυητάς σοφούς, αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ εκ του Ιακώβ, ανατείλας Δέσποτα, Εθνών απαρχήν εισαγομένους. Εδέξω δε προφανώς, δώρα σοι δεκτά προσκομίζοντας».

 Είναι ξεκάθαρο  ότι οι σοφοί αυτοί Μάγοι γνώριζαν το πότε γεννήθηκε ο Μεσσίας. Έτσι εξηγείται βεβαίως και η ερώτησή τους προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ «που εστί ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων? Είδομεν γάρ αυτού τον αστέρα». Η προσκύνησή τους όμως συνοδεύτηκε και από την προσκόμιση δώρων. Ο Μελχιώρ πρόσφερε χρυσό, ο Γασπάρ το λιβάνι και ο Βαλτάσαρ την αρωματική σμύρνα. Σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας τα δώρα αυτά συμβολίζουν αντίστοιχα την βασιλική ιδιότητα, την θεία καταγωγή και τον πρόωρο θάνατο και την ταφή του Κυρίου.

 

Η λατρεία των μάγων, 1560; Έργο του Ολλανδού ζωγράφου Πίτερ Αίρτσεν (Pieter Aertsen, (1507 ή1508-1575). Rijksmuseum, Άμστερνταμ.Ο Ιησούς κάθεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Κρατάει το χέρι του σαν να ευλογεί. Πριν από αυτόν γονατίζει ο Μελχίωρ προσφέροντας δώρο χρυσού. Πίσω από την Παναγία, με κόκκινο ρούχο είναι ο σύζυγός της Ιωσήφ.

 

Χαρακτηριστικά του αστέρος της Βηθλεέμ (επιστημονική και θεολογική ερμηνεία)

 

Για το άστρο της Βηθλεέμ δεν υπάρχουν πολλές αναφορές. Η μοναδική αναφορά γι’ αυτό βρίσκεται στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (κεφ. Β΄). Σε κάθε περίπτωση θα ήταν κάτι το ασυνήθιστο, αφού τράβηξε την προσοχή των μάγων, οι οποίοι στη συνέχεια το ακολούθησαν δίχως να γνωρίζουν σε ποιόν τόπο θα κατέληγαν. Επιπλέον, πρέπει να είχε μεγάλη χρονική διάρκεια, αφού όπως πληροφορούμαστε σχετικώς οι ίδιοι οι μάγοι ξεκίνησαν το ταξίδι τους από την Περσία (Χαλδαία) μέχρι τη Βηθλεέμ, το οποίο διήρκεσε δύο χρόνια.

Το άστρο όμως δεν έγινε ορατό ή αντιληπτό από όλους. Φαίνεται ότι οι μάγοι ήταν οι μόνοι που το είχαν δει ή αυτοί που το είχαν μελετήσει και που γνώριζαν κάτι γι’ αυτό. Ο Ηρώδης δεν γνώριζε κάτι για το άστρο, ούτε οι ποιμένες το είχαν προσέξει ούτε όμως και οι Ρωμαίοι στρατιώτες. Επομένως, το άστρο αυτό ίσως να μην ήταν άστρο με τη σημασία που έχει η λέξη σήμερα. Το άστρο που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ως «αστέρα» ίσως και να μην ήταν ένα πραγματικό άστρο, αλλά ένα οποιοδήποτε ουράνιο σώμα ή φαινόμενο.

Όπως θα δούμε παρακάτω κατά καιρούς διάφοροι επιστήμονες και μελετητές έδωσαν ποικίλες ερμηνείες, τις οποίες όμως η σύγχρονη αστρονομία δεν θεωρεί πειστικές. Από την άλλη πολλοί πατέρες, άγιοι και θεολόγοι της Εκκλησίας τοποθετήθηκαν αναλόγως επί της ερμηνείας του φαινομένου του άστρου. Κοινή πάντως διαπίστωση όλων τους είναι ότι η ερμηνεία του αστέρα της Βηθλεέμ άπτεται του χρονικού προσδιορισμού της ίδιας της Γέννησης του Ιησού Χριστού.

 

Επιστημονική προσέγγιση

 

Διπλή ή τριπλή Σύνοδος Πλανητών

Η πρώτη ερμηνεία δόθηκε από τον αστρονόμο Κέπλερ. Ο Johannes Kepler (1571 – 1630) υποστήριξε ότι το άστρο της Βηθλεέμ δεν ήταν ένας συνηθισμένος κομήτης ή ένα απλό άστρο, αλλά με έναν ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο κινούνταν στο κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας για να οδηγήσει τους μάγους από την Χαλδαία στη Βηθλεέμ. Για τον Κέπλερ το αστέρι της Βηθλεέμ ήταν μια σύνοδος πλανητών. Πράγματι το έτος 7 π.Χ. πραγματοποιήθηκε μια τριπλή ή μεγάλη συζυγία από τους πλανήτες Δία και Κρόνο (ευθυγράμμιση πλανητών).

Προς την ίδια κατεύθυνση που χάραξε ο Κέπλερ ο Αμερικανός αστρονόμος Ρ. Σίννοτ, βασιζόμενος στους προγενέστερούς του Αμερικανούς αστρονόμους Τζ. Στόκγουελ (1892) και Τζ. Σουΐφτ (1893), και αφού μελέτησε τις πλανητικές συνόδους που συνέβησαν από το 12 π.Χ. έως το 6 π.Χ., υποστήριξε το έτος 1968 ότι το έτος 3 π.Χ. και 2 π.Χ. συνέβησαν δύο σύνοδοι των πλανητών Αφροδίτης και Δία αντίστοιχα και πιθανόν αυτές να σχετίζονται με το άστρο της Βηθλεέμ.

Η υπόθεση ότι το «άστρο» της Βηθλεέμ σχετίζεται με την τριπλή σύνοδο Δία και Κρόνου υποστηρίχτηκε από αρκετούς αστρονόμους. Την άποψη αυτή υπεστήριξαν ο Ρ. Νιούτον το έτος 1972, ο Ι. Έλλιοτ το έτος 1978 και ο αστρονόμος Ρ. Μπίντερ το έτος 1996, ο οποίος υπολόγισε μέσω ενός ειδικού λογισμικού  σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ότι την 3η Δεκεμβρίου του έτους 7 π.Χ. συνέβη η εν λόγω τριπλή σύνοδος. Η άποψη πάντως αυτή ενισχύεται και από την ανακάλυψη αστρονομικών αρχείων το έτος 1925, στην αρχαία πόλη Σαϊπάρ, στα οποία είναι καταγεγραμμένο το εν λόγω αστρονομικό φαινόμενο το έτος 7 π.Χ.

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα όσα υποστηρίζει προς την ίδια πάντοτε κατεύθυνση της θεωρίας της Μεγάλης Συνόδου των Πλανητών η επίκουρος καθηγήτρια Μ. Παπαθανασίου, μαθήτρια του καθηγητού Πανεπιστημίου Κ. Χασάπη. Αναφέρει σχετικά ότι:

«…Εις την Μ. Σύνοδον του έτους 6 π.Χ. ηγετικός πλανήτης ήταν ο Κρόνος ο οποίος ανέκαθεν θεωρούνταν ότι συνδεόταν με τον χώρο της Ιουδαίας, το δε φαινόμενο έλαβε χώρα στον Οίκο των Ιχθύων ο οποίος επίσης συνδέεται με την Ιουδαία… Εκείνο το έτος το 7 π.Χ. έλαβε χώρα και ένα από τα σπανιότερα αστρονομικά φαινόμενα…Έγινε η τριπλή σύνοδος των πλανητών Δία και Κρόνου… Αλλά μία σύνοδος απλή των πλανητών Δία και Κρόνου προεικόνιζε τη γέννηση μεγάλου ανδρός και μάλιστα βασιλιά, οπότε η τριπλή σύνοδος Δία και Κρόνου θα σήμαινε βεβαίως ότι εκείνος ο οποίος θα γεννιόνταν θα ήταν πράγματι Θεάνθρωπος, θα ήταν Εκείνος στον οποίο το θείο στοιχείο (Κρόνος) θα είχε συνενωθεί με το ανθρώπινο (Ζεύς) δια της τριπλής συνόδου».

 

Συνεχίζοντας η κα Παπαθανασίου εξηγεί:

 

«Επειδή ο Κρόνος θεωρούνταν ως η αρχή της συνθέσεως, της ενοποιήσεως και ως η δύναμη της εκδήλωσης του Θείου Λόγου και ο Ζεύς ως ο πάσης φύσεως άρχων, ο εκπρόσωπος της Δικαιοσύνης έχων όλας τας καλάς ιδιότητας των άλλων πλανητών ήταν δηλαδή ζωοποιός όπως ο Ήλιος, ισχυρός όπως ο Άρης, ευφυής όπως ο Ερμής, καλός όπως η Αφροδίτη και συνθετικός όπως ο Κρόνος, γι’ αυτό και δίνονταν βαρύτητα στο φαινόμενο της τριπλής συνόδου στον οίκο των Ιχθύων ο οποίος συνδέονταν με την Ιουδαία… Στις 13 Απριλίου του έτους 6 π.Χ. εισήλθε στον οίκο των Ιχθύων και η Σελήνη. Η Σελήνη που εκπροσωπεί την φύση, την μητέρα γεννήτρια των ζώσων μορφών, με την είσοδό της στους Ιχθύς έδειχνε την υποταγή της φύσεως σε Εκείνον ο οποίος ερχόταν ως Μεσσίας, Εξουσιαστής και Άρχων. Δια της ταχείας κινήσεώς της όμως προκάλεσε πληθώρα φαινομένων, τα οποία ήταν διάφοροι σύνοδοι και τριγωνικές όψεις με τους Κρόνο, Ήλιο, Δία και Αφροδίτη και έδειχναν ότι η ανθρωπότητα προσχωρεί στο θείο κήρυγμα. Κατά την προτελευταία ημέρα της Μεγάλης Συνόδου, την 17η Απριλίου, η Σελήνη ήλθε σε σύνοδο με τον Ήλιο στον οίκο του Κριού με αποτέλεσμα την μερική έκλειψη του Ηλίου, η οποία σήμαινε την κατάθλιψη του Βασιλέως από τον κόσμο, σήμαινε δηλ. την Σταύρωσή Του. Γι’ αυτό και οι Μάγοι πρόσφεραν την πένθιμη σμύρνα στον Ιησού. Η τελευταία έξοδος του Δία από τον οίκο του Κριού στις 6 Μαρτίου του 5 π.Χ. φανέρωνε τον χρόνο ενσαρκώσεως του Μεγάλου Βασιλέως.

Οι Μάγοι γνώριζαν επομένως τον χρόνο της ενσαρκώσεως (γεννήσεως). Γνώριζαν ότι συνελήφθη την 6η Μαρτίου 5 π.Χ. και ότι έπρεπε να γεννηθεί την 6η Δεκεμβρίου 5 π.Χ…»

 

Κομήτης

Η θεωρία ότι το αστέρι της Βηθλεέμ ήταν ένας κομήτης υποστηρίχθηκε αρχικώς από τους πατέρες της Εκκλησίας Ωριγένη και Ευσέβιο της Καισαρείας. Ακολούθησε ο Γερμανός αστρονόμος Stenzel, οι Αμερικανοί Don Geomans και Richardson, ο Άγγλος αστρονόμος Colin Humphreys του Cambridge.

Βολίδες ή Διάττοντες αστέρες

Ως άποψη δεν έχει υποστηριχθεί από κανέναν αστρονόμο, αφού το αστέρι της Βηθλεέμ είχε μεγάλη χρονική διάρκεια (τουλάχιστον δύο έτη).

Καινοφανής ή υπερκαινοφανής αστέρας (σούπερ νόβα)

Οι υπερκαινοφανείς (Σούπερ Νόβα) αστέρες ανήκουν σε μία κατηγορία αστεριών, των οποίων το μέγεθος και η λαμπρότητα μεταβάλλεται απότομα. Συνήθως είναι αόρατοι με μικρά τηλεσκόπια. Λάμπουν ξαφνικά σε ένα σημείο του ουρανού και μετά με γρήγορο ρυθμό χάνουν την λαμπρότητά τους. Η διαφορά μεταξύ των καινοφανών και υπερκαινοφανών αστέρων είναι ότι στους δεύτερους, η προαναφερθείσα διαδικασία είναι πολύ πιο ταχεία και έντονη.

Την θεωρία αυτή υποστηρίζουν οι Έλληνες αστρονόμοι Δ. Κωστάκης και Στ. Πλακίδης, ο διαπρεπής Άγγλος Edward Walter Maunder, οι Άγγλοι Parkinson και Stephenson, James Mullaney κ.α. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Άγγλο αστρονόμο Ντέιβιντ Κλάρκ την άνοιξη του έτους 5 π.Χ. είχε συμβεί μια έκρηξη σούπερ νόβα στον αστερισμό του Αιγόκερω.

Ούτε όμως και η ερμηνεία αυτή μπορεί να σταθεί. Κι αυτό διότι όπως γράφουν οι καθηγητές αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Σ. Θεοδοσίου και Μ. Δανέζης:

 

«Από αστρονομική άποψη ένας υπερκαινοφανής θα ήταν το τέλειο άστρο της Βηθλεέμ, αφού βέβαια σχετιζόταν με την εμφάνιση ενός πραγματικά νέου άστρου για τις συνθήκες παρατήρησης της εποχής. Μία τέτοια κοσμική καταστροφή είναι πάρα πολύ θεαματική και εύκολα αντιληπτή για τους ειδικούς αστρονόμους. Ένας πραγματικά λαμπρός αστέρας, ορατός ακόμη και με το φως της μέρας, θα ήταν η καλύτερη εξήγηση για την φύση του άστρου της Βηθλεέμ. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι τα υπολείμματα του υπερκαινοφανούς παραμένουν στο χώρο έκρηξης σαν νεφέλωμα για εκατοντάδες χρόνια. Γι’ αυτό το λόγο, οι αστρονόμοι μπορούν να ανατρέξουν στο παρελθόν και να υπολογίσουν τον χρόνο της αρχικής έκρηξης. Δυστυχώς όμως τίποτε δεν φθάνει ως την εποχή της γέννησης του Χριστού. Δηλαδή, κατά την περίοδο της γέννησης και τις επίγειας δράσης του Σωτήρα Χριστού, δεν υπάρχει κάποια ιστορική ή αστρονομική μαρτυρία εμφάνισης ενός υπερκαινοφανούς αστέρα».

 

Διπλή έκκλειψη του πλανήτη Δία

Ο αμερικανός αστρονόμος Μάϊκ Μόλναρ ισχυρίστηκε πρόσφατα ότι αφού μελέτησε τους συμβολισμούς στα ρωμαϊκά νομίσματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αστέρι ήταν στην πραγματικότητα μια διπλή έκκλειψη του πλανήτη Δία. Υποστηρίζει μάλιστα ότι την απόδειξη για την θεωρία του αυτή την εντόπισε στο βιβλίο Mathesis, που γράφτηκε από κάποιον Ρωμαίο αστρολόγο τον Φίρμικους Ματέρνους.

 

Θεολογική προσέγγιση

 

Η φύση του αστέρα αυτού που οδήγησε τους Μάγους απασχόλησε όχι μονάχα την αστρονομία, αλλά και τη θεολογία. Την Εκκλησία όμως το ζήτημα του άστρου της Βηθλεέμ ουδέποτε την απασχόλησε επιστημονικά, αλλά θεωρήθηκε αυτό εξαρχής ως κάτι νέο και ασυνήθιστο, το οποίο παρουσιάστηκε για έναν ορισμένο και ύψιστο σκοπό. Αρκετοί ήταν οι πατέρες της Εκκλησίας που τοποθετήθηκαν επί του θέματος.

  • Ο Ωριγένης θεωρεί «το άστρο καινούργιο που δεν μοιάζει σε κανέναν από τα συνηθισμένα άστρα ούτε τα απλανή ούτε αυτά που βρίσκονται στις κατώτερες σφαίρες» (Κατά Κέλσου, Α΄, LVIII, 15, σελ. 112, τομ. Β΄).
  • Ο Ευσέβιος Καισαρείας σημειώνει ότι ήταν «ξένος και όχι συνηθισμένος αστέρας, ούτε ένας από τους πολλούς και γνώριμους… αλλά από όλους πιό καινούργιος» (Ευαγγελική απόδειξη, Θ΄,Ι΄,15 & αποσπάσματα τ. 28, σελ. 105).
  • Ο Άγ. Γρηγόριος ο θεολόγος υποστηρίζει ότι «Ας σωπάσει για την μεγάλη δόξα του Θεού ο άγγελος αστέρας ο οποίος οδήγησε τους μάγους από την Ανατολή στην πόλη, όπου ο Χριστός, γιός ανθρώπου αλλά άφθαρτος στον χρόνο έλαμψε. Γιατί δεν ήταν κάποιος από αυτούς για τους οποίους μίλησαν οι αστρολόγοι, αλλά ξένος που δεν είχε προηγουμένως εμφανιστεί» (P.G 38, 463).
  • O Αγ. Καισάριος, αδελφός του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, αναφέρει ότι «… ο θείος ευαγγελιστής Ματθαίος…τοποθετεί ως αστέρι τον άγγελο τον οδηγό της προσκύνησης…δεν ήταν αστέρι, αλλά νοερή και λογική δύναμις υπήρχε στον οδηγό των Μάγων…φαίνονταν μεν ως αστέρι, εννοούνταν δε ως άγγελος» (P.G 38, 973 – 976).
  • Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει περί αστέρος τα εξής σημαντικά «…Αν μάθουμε, τι ήταν το άστρο, και τι είδους, και εάν ήταν ένα από τα πολλά (άστρα), ή διαφορετικό από τα άλλα, και εάν ήταν κατά φύση άστρο ή στην εμφάνιση μόνο, εύκολα, και όλα τα άλλα θα γνωρίσουμε… Ότι, το άστρο αυτό δεν ήταν ένα από τα πολλά, μάλλον ούτε καν άστρο, καθώς φαίνεται σε μένα, αλλά κάποια δύναμη αόρατος η οποία μετασχηματίσθηκε σ’ αυτή την όψη, πρώτον φανερώνεται από την πορεία του. Γιατί δεν υπάρχει, κανένα άστρο που να βαδίζει τέτοιο δρόμο. Αλλά, και αν στον ήλιο αναφερθείς, και αν στην σελήνη, και αν σ’ όλα τα άστρα, τα βλέπουμε από την ανατολή προς την δύση να προχωρούν. Αλλά, αυτό από το βορρά προς το νότο προχωρούσε. Γιατί, έτσι βρίσκεται η Παλαιστίνη, σε σχέση με την Περσία…δεν φαίνεται την νύκτα, αλλά, μέσα στην μέρα, ενώ λάμπει ο ήλιος, το οποίο, δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό από ένα άστρο, ούτε βέβαια από τη σελήνη. Επειδή, αυτή που υπερέχει από όλα, μόλις φανεί η ηλιακή ακτίνα, να κρύβεται αμέσως και να εξαφανίζεται. Αυτό, με την υπερβολή της δικής του λαμπρότητας, νίκησε τις ηλιακές ακτίνες, επειδή φανερώθηκε φωτεινότερο από εκείνες, και έλαμψε με τόσο φως περισσότερο…στον δρόμο, έως την Παλαιστίνη φαινόταν να οδηγεί. Όταν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κρύφτηκε. Έπειτα, πάλι, όταν άφησαν τον Ηρώδη, αφού τον δίδαξαν, γιατί ήλθαν, και επρόκειτο να απέλθουν, το άστρο δείχνει τον εαυτό του…δεν είναι κίνηση άστρου, αλλά (κίνηση) κάποιας λογικότατης δυνάμεως. Επειδή, δεν είχε δική του πορεία, αλλά, όταν έπρεπε αυτοί (οι μάγοι) να βαδίσουν, βάδιζε. Όταν, έπρεπε να σταθούν, στεκόταν, οικονομώντας τα πάντα προς το πρέπον…δεν έδειχνε τον τόπο μένοντας πάνω. Ούτε ήταν δυνατόν (στους μάγους) έτσι να μάθουν. Αλλά, το κάνει κατεβαίνοντας κάτω. Διότι είναι σαφές, ότι ένα τόσο μικρό τόπο, και όσο είναι φυσικό να κατέχει μια καλύβα, μάλλον όσο είναι φυσικό, να κατέχει το σώμα ενός μικρού παιδιού, δεν μπορεί το άστρο να το γνωρίζει. Επειδή, είναι άπειρο το ύψος και δεν αρκούσε, ένα τόσο στενό τόπο να χαρακτηρίσει και να γνωρίσει σε αυτούς αυτόν που ήθελαν να δουν. Και αυτό, μπορεί να το διαπιστώσει ο καθένας με τη σελήνη η οποία, αν και είναι τόσο ανώτερη από τα άστρα, σε όλους τους κατοίκους της οικουμένης, που είναι διασκορπισμένοι σε τόσο πλάτος γης, φαίνεται ότι είναι κοντά σε όλους. Πώς, λοιπόν, το άστρο, πες μου, τόπο τόσο στενό φάτνης και καλύβας έδειχνε, αν δεν άφηνε εκείνο το υψηλό και κατέβαινε κάτω και στεκόταν πάνω από την ίδια την κεφαλή του παιδιού; Το οποίο, λοιπόν, και ο ευαγγελιστής  υπαινισσόμενος έλεγε: «Να, το άστρο, προηγείτο από αυτούς, μέχρι που ήλθε και στάθηκε επάνω εκεί που ήταν το παιδίον»… τούτο το άστρο δεν είναι ένα από τα πολλά άστρα, ούτε αποδεικνύει τον εαυτόν του κατά την ακολουθία της έξω δημιουργίας;… Επειδή λοιπόν (τους μάγους) οδήγησε και χειραγώγησε (σ.σ. εννοεί τον Θεό) και προς την φάτνη έστησε, όχι με άστρο, αλλά με άγγελον λοιπόν μ’ αυτούς συζητά…» (P.G. 37, 64 – 66).
  • O Άγ. Ιερομάρτυς Θεόδοτος, επίσκοπος Αγκύρας (5ος μ.Χ αι) ονομάζει το άστρο «δύναμη αγγελική που οδηγεί τους βαρβάρους προς την ευσέβεια» (P.G 77, 364).
  • Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός, λόγιος, θεολόγος και συγγραφέας (11ος μ.Χ αι) γράφει για το άστρο ότι «στην όψη μόνο ήταν αστέρας…όχι στη φύση».
  • Ο Όσιος Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος και Βουλγαρίας (τέλη 11ου αι – αρχές 12ος μ.Χ αι) θεωρεί ότι «θεία δυναμή και αγγελική εις τύπο άστρου φαίνονταν» (P.G 23, 161).
  • Ο Άγ. Ιερομάρτυς Ιγνάτιος ο θεοφόρος, επίσκοπος Αντιοχείας και μαθητής του Αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννη, θεωρεί ότι το αστέρι της Βηθλεέμ είναι ένα υπερβατικό γεγονός και αποδέχεται  ότι αυτό επιβεβαιώνει τη θεία καταγωγή του Ιησού.

Υπάρχουν όμως και δύο σημαντικές εξωβιβλικές αναφορές περί του άστρου της Βηθλεέμ, τις οποίες θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μην συμπεριλάβω και αναφέρω. Η πρώτη είναι το αραβικό απόκρυφο Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού που δείχνει ότι ένας Άγγελος πήρε την μορφή του άστρου και οδήγησε τους Μάγους. Η αναφορά είναι η εξής: «Eademque hora apparuit illis angelus in forma stellae illius quae antea dux itineris ipsis fuerat» (μτφρ Και εκείνη την ώρα εμφανίστηκε σ’ αυτούς άγγελος με την μορφή εκείνου του αστεριού που νωρίτερα είχε γίνει σε αυτούς οδηγός). Η δεύτερη αναφορά περιλαμβάνεται στο απόκρυφο Συριακό χειρόγραφο και λέει ότι «άγγελος στάλθηκε στην Περσία. Αυτός φάνηκε με τη μορφή λαμπρού αστέρα και φώτισε όλη τη γη της Περσίας…και ακολούθως οδήγησε τους βασιλείς της Περσίας στα Ιεροσόλυμα».

 

Συμπεράσματα

 

Όπως όλα τα σύμβολα της εορτής των Χριστουγέννων, έτσι και το Αστέρι της Γεννήσεως έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό στις δύσκολες ημέρες που διανύουμε. Συμβολίζει την ελπίδα και τα υψηλά ιδανικά, την ελπίδα για καλή τύχη, την ελπίδα για κοινωνική καταξίωση, την ελπίδα για τη λύτρωση, την ανάταση σε προσωπικό, τοπικό αλλά και εθνικό επίπεδο.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

  • Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Υπόμνημα στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, περί του αστέρος της Βηθλεέμ.
  • Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Καινή Διαθήκη, Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφάλαιο Β΄, 1 – 23.
  • Γ. Π. Πατρώνος, Η ιστορική πορεία του Ιησού: Από την φάτνη ως τον κενό τάφο, εκδόσεις Δόμος, 1997.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος books.google.gr / Collectio Vaticana.
  • Διονύσιος Π. Σιμόπουλος, Το αστέρι των Μάγων, άρθρο στο περιοδικό ΓΕΩ της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, 30 Δεκεμβρίου 2000.
  • Διονύσιος Π. Σιμόπουλος, Το αστέρι των Χριστουγέννων, Ίδρυμα Ευγενίδου, νέο ψηφιακό πλανητάριο, οδηγός παράστασης, Αθήνα, 2006.
  • Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος, Απόκρυφα χριστιανικά κείμενα: απόκρυφα ευαγγέλια, τόμος Α΄, εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, 2001.
  • Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης, πηγαί της χριστιανικής αρχαιολογίας, Θεσσαλονίκη, 1975.
  • Κωνσταντίνος Δ. Καλοκύρης, Από τον κύκλο των μεγάλων εορτών. Το δέντρο των Χριστουγέννων, η φάτνη και ο αστέρας, University Studio Press, 2005.
  • Κωνσταντίνος Σ. Χασάπης, Ο αστήρ της Βηθλεέμ: Αστρονομικός προσδιορισμός του χρόνου της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού, εκδόσεις Καραβία Α., 1970.
  • Στράτος Θεοδοσίου – Μάνος Δανέζης, Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ – Αστρονομία – Ιστορία – Φιλοσοφία, εκδόσεις Δίαυλος, 2000.
  • Φώτης Κόντογλου, Οι τρείς μάγοι. Πώς τους επροφήτευσε ο μάντης Βαλαάμ 1300 χρόνια πριν από τη Γέννηση του Χριστού, διαδικτυακός ιστότοπος users.uoa.gr

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Ταλαντίου (Αραχναίο Αργολίδας)


 

Το Αραχναίο είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά της Αργολίδας – όπως μετονομάστηκε το Χέλι. Βρίσκεται αποκομμένο από όλο τον άλλο νομό. Ριζωμένο ανάμεσα στην οροσειρά της Τραπεζώνας (1137 μ.) προς Β, και του όρους Αραχναίου (1199 μ.) προς Ν, και σε απόσταση 30 χλμ. από το Ναύπλιο, δεν έχει επικοινωνία ούτε οπτική με άλλο χωριό. Ο ασφαλτωμένος δρόμος έχει δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του άλλοτε, με τη ζωή του κέντρου και το σήμερα.

Πριν ακόμη μας αποκαλύψουν το χωριό οι στροφές που κατηφορίζουν, διακρίνεται το πρώτο μήνυμα του Αραχναίου: η Νέα Μονή Ταλαντίου. Διαγράφεται καθαρά στην ξερή γύμνια του τοπίου, δυτικά του χωριού και σ’ απόσταση μιας ώρας με τα πόδια. Ένα μονοπάτι ξεκινάει ψηλά από το εικονοστάσι, πριν από το Αραχναίο. Κι’ ένα άλλο, μέσα από το χωριό. Φέρνουν και τα δυο στη Νέα Μονή Ταλαντίου.

Το χωριό, ξανοιγμένο οριζόντια πάνω στην πλαγιά Μπρίνια, έχει στα νοτιοανατολικά του πρόπυλο την Παλιά Μονή Ταλαντίου – ερειπωμένη πια – σε μια απόσταση 100 μ. από τα πρώτα του σπίτια. Λιγνά κοκκινοχώματα και γκρίζες ξερολιθιές περιβάλλουν τη Μονή και το Αραχναίο. Βουνίσιο, βασανισμένο χωριό – οι Γερμανοί του είχαν κάψει στην Κατοχή τα σπίτια. Κτηνοτροφικό, με 1200 ανθρώπους περίπου, είναι διπλοκατοικία άλλων χωριών: της Δήμαινας, της Μιδέας, του Λιγουριού. Καλοχτισμένα πλατύστομα πηγάδια παντού, δείχνουν ακόμη και μέσα στο χωριό τις περίσσιες ανάγκες του για νερό. Με φημισμένους σε παλιά χρόνια τσελιγκάδες και ηρωικούς ληστές όπως οι Δρουγκαΐοι και ο Λύγκος ο Χελιώτης – ληστής προστάτης των φτωχών – κυριάρχησε το χωριό στα άγρια μονοπάτια του όρους Αραχναίου, που ήταν ως την Ενετοκρατία δασωμένο. Από τους αμέρευτους εκείνους καιρούς, έμεινε ηχώ το τραγούδι τούτο:

Θε μου και τί να γίνηκαν οι δόλιοι οι Ντρουγκαΐοι

Ούτε σε γάμο φάνηκαν ούτε σε πανηγύρι,

Ούτε στο δόλιο Πηλιαρό πούχαν τον Ποτισώνα…[1]

 

Παλιά Μονή Ταλαντίου [2]

 

Νοτιοανατολικά του χωριού και αριστερά του δρόμου που οδηγεί προς το Πηλιαρό απέναντι από το ρέμα και σε απόσταση από αυτό λίγες δεκάδες μέτρα, υπάρχει ένας αρχαίος διπλός Βυζαντινός Ναός που οι Χελιώτες το ονομάζουν «Μετόχι» και αποτελείται από δύο χωριστούς Ναούς που εφάπτονται μεταξύ τους και είναι διαφορετικού μεγέθους.

Το Μετόχι κατά την παράδοση ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου η οποία εγκαταλείφθηκε από τους Μοναχούς λίγο μετά το 1761 μ.Χ. Η εγκατάλειψη έγινε επειδή μεταξύ των Καλόγηρων της Μονής και των κατοίκων του Χελιού υπήρχαν προστριβές, γύρω από τις μακροχρόνιες διεκδικήσεις διαφόρων κτημάτων κοντά στη Μονή και έτσι αναγκάστηκαν οι Καλόγεροι να αναζητήσουν άλλο μέρος και να κτίσουν τη Νέα Μονή Ταλαντίου. Το Μοναστήρι αυτό όπως και εκείνο που κτίσθηκε αργότερα είναι αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Από το μοναστήρι σώζεται το καθολικό και ένα μικρότερο παρεκκλήσι προσκολλημένο στα νοτιοανατολικά του. Τα δύο κτίσματα επικοινωνούν εσωτερικά με μικρό άνοιγμα. Το καθολικό θα ήταν αφιερωμένο στους Ταξιάρχες, την Παναγία και τον άγιο Βλάσιο, ενώ το παρεκκλήσι στην αγία Μαρίνα. Το καθολικό θα πρέπει να ανεγέρθηκε, βάσει των μορφολογικών του στοιχείων, στον 14ο-15ο αι., ενώ το παρεκκλήσι ίσως ιδρύθηκε λίγο αργότερα. Φωτογραφία και λεζάντα από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Η αρχαία εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται σήμερα ασφαλισμένη και ήσυχη, στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό. όπου οι Χελιώτες την λατρεύουν κυριολεκτικά και είναι διατεθειμένοι και πόλεμο ακόμα να κάνουν για να την κρατήσουν στο χωριό. Έχουν γίνει στο παρελθόν πολλές απόπειρες για να μεταφερθεί σε άλλα Μοναστήρια της περιοχής, στη Μονή Καρακαλά και στη Μονή των Ταξιαρχών μα πάντοτε συνάντησε την αντίδραση των Χελιωτών οι οποίοι τελικά την κράτησαν στο χωριό.

Επίσης απόπειρες πολλές έχουν γίνει για την κλοπή αυτής από διαφόρους αρχαιοκάπηλους, μα πάντοτε έχουν οδηγηθεί σε αποτυχία και σήμερα η εικόνα βρίσκεται ασφαλισμένη μέσα σε ένα σιδερένιο κουτί που ολόκληρο είναι γερά στερεωμένο σε μια κολώνα της Εκκλησίας. Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα αυτή βρέθηκε θαμμένη μέσα σε ένα χωράφι εκεί που κτίσθηκε η πρώτη Μονή και ότι όταν αργότερα έγινε η μεταφορά της Μονής στη νέα θέση η εικόνα αυτή άλλαζε θέση κάθε λίγο από την παλαιά στη νέα Μονή και αντίστροφα.

Η ερειπωμένη σήμερα. παλαιά Μονή Ταλαντίου (Μετόχι) δεν ξεχωρίζει καθόλου από το φυσικό της περιβάλλον. Πέτρινη και γκριζόθωρη μοιάζει να είναι ένα με τα πρώτα χωράφια μαζί με τους σωρούς από πέτρες, που αντικρίζουμε όταν πλησιάζουμε στο χωριό.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Φωτογραφία από το Αρχείο της Μαρίας Μπιμπή, 30-4-2016.

 

Το κτιριακό συγκρότημα του Μοναστηριού είναι σήμερα σωρός από πέτρες σαν γκρεμισμένες ξερολιθιές που σιγά-σιγά λιγοστεύουν και αυτές.

Το Καθολικό, δηλαδή ο κύριος Ναός της Μονής που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως έχει προαναφερθεί, είναι χτισμένος με απλή λιθοδομή χωρίς τίποτα το ξεχωριστό. Είναι Ναός Σταυρεπίστεγος με τετράγωνο Τρούλο, μεγάλο σε σχέση με τις διαστάσεις του Ναού του οποίου είναι 10,30 μ. η μεγάλη του πλευρά μαζί με το Ιερό και το Νάρθηκα και 4 μ. η μικρότερη του πλευρά. Ο Τρούλος δεν στηρίζεται στο κέντρο του Σταυρού, αλλά υψώνεται πάνω από το δυτικό σκέλος. Έτσι υπάρχει οπτικά μια ισορροπία όγκων ανάμεσα στο Καθολικό και στο συνεχιζόμενο παρεκκλήσι του.

Το Καθολικό έχει φωτιστικά ανοίγματα τις τέσσερις θυρίδες του Τρούλου, τη θυρίδα του Ιερού του Ναού στην Ανατολική πλευρά και την κύρια και μοναδική πόρτα προς τη δύση. Πάνω από την κεντρική πόρτα σχηματίζεται, ένα τόξο που περιβάλλει ένα ανακουφιστικό κενό. Το τόξο αυτό περιβάλλεται από ένα κέραμο πλαστικό διάκοσμο και οδοντωτή ταινία που συνεχίζονται δεξιά και αριστερά από την πόρτα και διατρέχουν όλη την πρόσοψη, ένα δε κομμάτι της είναι συμπληρωμένο με τούβλα σύγχρονα από επισκευή που έχει γίνει πρόσφατα. Ένα μικρό φωτιστικό άνοιγμα υπάρχει ακόμα στο βόρειο τύμπανο του Σταυρού. Στο ίδιο τύμπανο καθώς και το αντίστοιχο του στο νότιο, εσωτερικά, σχηματίζονται τυφλές αψίδες αϊτό μία στο καθένα. Στο εσωτερικό του Νάρθηκα και σε ύψος 1,50 μ. περίπου και στη νότια πλευρά υπάρχει η παρακάτω επιγραφή:

 

ΜΝΗΣΤΗΤΙ ΚΥΡΙΕ

ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ

ΤΟΥ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ

ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ

ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

ΣΙΚΟΥΛΑ

 

Οπωσδήποτε ο Ηγούμενος αυτός Σίκουλας είναι πριν από το 1761 που έγινε η μεταφορά της Μονής γιατί από το 1751 και μετά είναι γνωστοί όλοι οι ηγουμενεύσαντες στη Μονή.

Ολόκληρη η εσωτερική επιφάνεια του Ναού είναι αγιογραφημένη και αρκετές αγιογραφίες σώζονται καλά διατηρημένες, όπως ο εκφραστικός Άγιος Φανούριος και η άρτια σύνθεση της Παναγίας με τους Αποστόλους. Ο Παντοκράτορας είναι σχεδόν καταστραμμένος.

Όλες οι Αγιογραφίες είναι έργα καλού τεχνίτη της Κρητικής σχολής και διακρίνονται για το ευλύγιστο σχέδιο και την πλαστική αβρότητα μοιάζουν να έχουν συγγένεια στην Τεχνική με τις Αγιογραφίες της Μονής Σωτήρος Kαραθώνας και είναι και αυτές πιθανόν του 16ου αιώνα.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Τοιχογραφία. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Το δάπεδο φαίνεται να ήταν πλακόστρωτο από τα ελάχιστα τμήματα που έχουν σωθεί. Το τέμπλο είναι πέτρινο και υπάρχει μόνο μία πόρτα. Σε κανένα σημείο του Ναού δεν υπάρχει επιγραφή που να δείχνει πότε χτίστηκε ο Ναός. Από την τοιχοποιία όμως και ειδικά από το διάκοσμο, βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχει κτιστεί μέσα στους βυζαντινούς χρόνους, πριν δηλαδή ακόμα από την Τουρκοκρατία.

 

Παλαιά Μονή Ταλαντίου. Παντοκράτωρ. Με την εικόνα του Παντοκράτορα Ιησού αγιογραφείται ο κεντρικός θόλος (τρούλος) όλων των βυζαντινών ναών. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στη νότια πλευρά του Ναού είναι προσκολλημένο το παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, έτσι τουλάχιστον από την παράδοση το ξέρουν οι κάτοικοι του Αραχναίου (Xελιού) γιατί κανένα σημείο του, δεν φανερώνει σε ποιόν Άγιο είναι αφιερωμένο το παρεκκλήσι αυτό. Το μικροσκοπικό αυτό Ναΐδριο είναι επίσης σταυρεπίστεγο με διασταυρούμενες καμάρες εσωτερικά και μία μοναδική πόρτα εισόδου στο δυτικό μέρος που το ανώφλι της είναι μονολιθικό. Τρούλος δεν σώζεται καθόλου, όπως δεν σώζεται και τίποτα από την αγιογράφηση της εκτός από κάποια ίχνη εικόνας Αγίας με τα γράμματα Α.Κ. που πιθανόν να σημαίνουν Αγία Κυριακή.

Και οι δύο Ναοί σαν σταυρεπίστεγοι πρέπει να ανήκουν στον 12ο μ.Χ. αιώνα, ίσως όμως ο μεγάλος τετραγωνικός και άκομψος Τρούλος να είναι μεταγενέστερος.

Εγκαταλειμμένη από τους Μοναχούς η πρώτη αυτή Μονή Ταλαντίου από το 1761, αφανίστηκε χρόνο με το χρόνο. Σκόρπιοι σωροί οι πέτρες της Μονής βρίσκονται στη πρώτη ζήτηση των κατοίκων του χωριού και ίσως σήμερα να μην υπάρχουν ούτε αυτές. Έχουν μείνει μόνο τα δύο εκκλησάκια από τη Μονή και αυτά χορταριασμένα παντού, εγκαταλειμμένα, για πολλά χρόνια χρησίμευαν για να σταλίζουν πρόβατα το καλοκαίρι και για το λόγο αυτό η καταστροφή στο εσωτερικό ήταν ραγδαία στην εποχή του μεσοπολέμου μέχρι το 1940.

Μετά τον πόλεμο ο Ιερέας του χωριού προσπάθησε να περισώσει ότι υπήρχε από τους δύο αυτούς Ναούς. Καθάρισε την κοπριά που υπήρχε μέσα και κατασκεύασε μια σιδερένια πόρτα στο μεγάλο Ναό, μα και πάλι η εγκατάλειψη ακολούθησε στο Ναό.

Από πρόσφατη επίσκεψη που έκανα εκεί, διαπίστωσα πως η σιδερένια πόρτα είναι σήμερα καταστραμμένη, βγαλμένη από τη θέση της και πεταμένη έξω. Μου έκανε δε εντύπωση πραγματικά η αδιαφορία του σημερινού Ιερέα να μη νοιάζεται καθόλου, τουλάχιστον να ξανά τοποθετήσει την πόρτα στη θέση της για να μη γίνει και πάλι σταλείο για τα ζώα η ιστορική αυτή Εκκλησία. Η μόνη αναλαμπή στον Ιστορικό αυτό Ναό είναι το αναμμένο καντήλι που φωτίζει των Αγίων τα πρόσωπα, που και αυτά όμως χλομιάζουν και φθείρονται λίγο-λίγο από την εγκληματική αδιαφορία και εγκατάλειψη.

Γύρω από  τα  δυο  εκκλησάκια  η  περιοχή  είναι  καλλιεργήσιμη  και κατάσπαρτη από κεραμικά, απομεινάρια των κελιών του Μοναστηριού, και του οικισμού που πιθανόν να υπήρχε εκεί γύρω από το Μοναστήρι.

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου (περιγραφή)

 

Η Νέα Μονή Ταλαντίου βρίσκεται δυτικά του Αραχναίου και άπεχει από το χωριό περίπου μια ώρα πεζοπορία. Με το χωριό επικοινωνεί με ένα μονοπάτι που ξεκινάει από αυτό, ακολουθεί για ένα διάστημα την πλαγιά του βουνού, λίγο πάνω από την κοίτη του χειμάρρου που κατευθύνεται προς τον Αμαριανό και παράλληλα προς αυτό και έπειτα κατεβαίνει και ακολουθεί την κοίτη αυτού, φθάνει στο Μοναστήρι και συνεχίζει έπειτα προς τον Αμαριανό. Η πορεία από το χωριό στο Μοναστήρι είναι δύσκολη το χειμώνα και κουραστική το καλοκαίρι.

Εκτός από το μονοπάτι αυτό, υπήρχε και άλλο μονοπάτι που ξεκινούσε από το εικονοστάσι που υπάρχει στον αμαξιτό δρόμο, Άργους – Αραχναίου ακριβώς εκεί που τελειώνουν οι στροφές της σκάλας και αρχίζει δρόμος οριζόντιος και σε μια πορεία λιγότερο από μια ώρα μπορεί να βρεθεί κανείς στο Μοναστήρι. Δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι αυτό υπάρχει ένα τοπίο στυφό που με μεγάλη τσιγκουνιά έχει δοθεί σε αυτό το χώμα το οποίο μόλις και μετά βίας σκεπάζει τα πετροχώοαφα που υπάρχουν στις πλαγιές.

Η βλάστηση είναι χαμηλή και περιορισμένη σε μικρά πουρνάρια (πατουλιές) κα σφάκες, χωρίς να μπορεί να σχηματίζει καθόλου σκιά για να ξεκουραστεί ο πεζοπόρος που πάει για το Μοναστήρι και στεγνώνει το μάτι του τις καλοκαιρινές ημέρες και που τα ττετροριζώματα του πυρακτωμένου τοπίου του ξεραίνουν το λαρύγγι του.

Σήμερα υπάρχει και ένας αμαξιτός δρόμος, ασφαλτοστρωμένος, που αρχίζει από το Πρόι-Λάζεριτ και ακολουθώντας την πλαγιά που εκτείνεται προς το Πρόι-Λάζεριτ κατεβαίνει και καταλήγει στο Μοναστήρι.

Από κάποια απόσταση η νέα Μονή Ταλαντίου μοιάζει σαν ένας ζωντανός – οργανισμός, έτσι όπως εκτείνεται από τη δύση προς την ανατολή, σαν να υπάρχουν μέσα κάτοικοι έτοιμοι να υποδεχθούν τον επισκέπτη. Όταν όμως πλησιάσει κανένας σε αυτή νοιώθει πραγματικά την μοναξιά, σαν να απομακρύνεται μέσα στο χρόνο χωρίς ελπίδα όσο πλησιάζει προς τη σιωπή της, σαν εκείνα τα καράβια στην τελευταία τους καταδικασμένη πορεία εγκαταλειμμένα από τους Ναυτικούς τους.

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Το καθολικό της βρίσκεται στο κέντρο του αύλειου χώρου και είναι σταυρεπίστεγο κτίσμα με ημικυκλική αψίδα στο ιερό. Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο του Δήμου Ναυπλιέων.

 

Οι σημερινοί κάτοικοι του Μοναστηριού είναι μία μόνο Μοναχή [2002] κλειδαμπαρωμένη μέσα στο κελί της, που για να ανοίξει την πόρτα του Μοναστηριού χρειάζεται ολόκληρη διαδικασία. Εδώ θα κάνω μια περιγραφή της Μονής όπως τη θυμάμαι πριν από σαράντα πέντε χρόνια.

Η νέα αυτή Μονή είχε την κλασική μορφή του παραλληλογράμμου που το όριζαν και στις τέσσερις πλευρές συνεχόμενα διώροφα κτίρια και στην εσωτερική αυλή βρίσκεται ο Ιερός Ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση. Eορτάζει στις 15 Αυγούστου. Την πληροφορία σημειώνει  η Ντιάνα Αντωνακάτου και ο Τάκης Μαύρος στο βιβλίο τους, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 54, Αθήνα, 1976, και μας την επιβεβαίωσαν σήμερα 11 Σεπτεμβρίου 2018, οι μοναχές τη Μονής Καρακαλά].

Ερειπωμένη πια η νέα μονή στο μεγαλύτερο μέρος της, διατηρεί ωστόσο τη συγκρότηση, τη μνήμη της λειτουργίας και το καθολικό της. Από την τοξωτή πόρτα που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά από το διαβατικό της, μια στοά τρία περίπου μέτρα, ο επισκέπτης μπαίνει και προχωρεί στο αίθριο, αφήνοντας αριστερά του, διώροφο κτίριο που στον επάνω όροφο το πρώτο κελί ευρύχωρο και περιποιημένο, ήταν το Ηγουμενείο που αποτελείτο από κοιτώνα και ένα μεγάλο γραφείο, το γραφείο του Ηγουμένου, συνέχεια δε ήσαν αρκετά κελιά τα οποία χρησιμοποιούντο σαν κοιτώνες των Μοναχών.

Μπροστά από τα κελιά υπήρχε ένα μακρόστενο ξύλινο μπαλκόνι από το οποίο επικοινωνούσαν ο Ηγούμενος και οι Μοναχοί που έμεναν στα κελιά αυτά. Εκεί που τελείωνε το Μπαλκόνι ξεκινούσε μια ξύλινη σκάλα 10-15 σκαλοπάτια και κατέληγε σε ένα άλλο μπαλκόνι που αντιστοιχούσε στο δεύτερο όροφο της δυτικής πλευράς της Μονής από το εσωτερικό αυτής.

Ανεβαίνοντας κανείς από τη μεγάλη αυτή σκάλα ακριβώς απέναντι υπήρχε μεγάλο κελί που περιελάμβανε κοιτώνα και μεγάλη σάλα και που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο από τον Επίσκοπο της Αργολίδας όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Ένας διάδρομος αριστερά οδηγούσε εξωτερικά σε ένα ξύλινο επίσης μπαλκόνι που στηριζόταν σε τέσσερις πέτρινες κολώνες, χώρος που χρησιμοποιείτο και αυτός αποκλειστικά από τον Μητροπολίτη και τη συνοδεία του όταν επισκεπτόταν τη Μονή. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχε κελί που χρησιμοποιούσε ο ακόλουθος του Μητροπολίτη, Ιεροδιάκονος. Συνέχεια από τη σάλα του Μητροπολίτου υπήρχαν κελιά, μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα κατάλληλα διαρρυθμισμένα για τη φιλοξενία υψηλών προσώπων.

Στο ημιυπόγειο της αριστερής πλευράς και στο εσωτερικό υπήρχαν διάφορες αποθήκες και στο τέρμα της αριστερής πλευράς μεγάλο δωμάτιο ισόγειο μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα εργαλεία του μελισσοκομείου και τα μεγάλα σκεύη αποθήκευσης του μελιού που προοριζόταν για το εμπόριο.

Εξωτερικά του νοτίου τμήματος και στο ισόγειο υπήρχαν χώροι για τα μεγάλα ζώα, άλογα, μουλάρια, αγελάδες, βόδια καματερά που χρησιμοποιούσε το Μοναστήρι.

Στο ισόγειο της δυτικής πλευράς μετά την αποθήκη του μελιού, υπήρχε μια δεύτερη μεγάλη πόρτα του Μοναστηριού και αμέσως μετά μια δεύτερη αποθήκη του μελισσοκομείου και εκεί μέσα γινόταν και διανομή μεγάλης ποσότητας μελιού στους κατοίκους του Χελιού. Συνέχεια υπήρχε μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα που χρησιμοποιείτο από τους μοναχούς και το υπόλοιπο βοηθητικό προσωπικό που απασχολούσε η Μονή.

Στο δεξιό μέρος όπως μπαίναμε στη Μονή υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο που κάλυπτε όλη τη δυτική πλευρά με κελιά μοναχών στο επάνω μέρος και στο ισόγειο υπήρχε αίθουσα ζυμωτηρίου, φούρνοι, αποθήκες τροφίμων κλ.π. και στη βόρεια πλευρά υπήρχε πάλι διώροφο κτίριο με συνεχόμενα κελιά στο επάνω μέρος και κάτω διάφοροι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες για κυψέλες, κ.λπ. Τέλος κάτω από τα χαγιάτια της Νότιας πλευράς βρισκόταν μία στέρνα για νερό που άλλοτε δρόσιζε τους καλόγερους, σήμερα όμως είναι ξερή και βρώμικη.

Σήμερα από όλο αυτό το συγκρότημα υπάρχουν, η θολωτή είσοδος στην ανατολή και ένα κομμάτι από την παλαιά μονή που κάλυπτε τη νότια πλευρά με ερειπωμένα τα κελιά για τα οποία έχει αρχίσει η συντήρηση τους και η επισκευή τους. Έχει γίνει αλλαγή της σκεπής, έχουν γίνει εσωτερικά επιχρίσματα και συνεχίζεται η συντήρηση και η αντικατάσταση όπου πρέπει των φθαρμένων πατωμάτων και των κουφωμάτων.

Το δυτικό κομμάτι της νότιας πλευράς, μεγαλοπρεπές άλλοτε Δεσποτικό με το μεγάλο εξωτερικό μπαλκόνι έχει κατεδαφιστεί και το μόνο απομεινάρι είναι οι πέτρινες κολώνες που στήριζαν το εξωτερικό χαγιάτι.

Η βόρεια πλευρά επίσης κατεδαφισμένη ολόκληρη και στη θέση της υπάρχει ένα καινούργιο σύγχρονο κτίσμα όπου και διαμένει η μοναδική Μονάχη που σήμερα βρίσκεται στο μοναστήρι.

Η σημερινή Μοναχή έχει περιφράξει τα υπάρχοντα εκεί σήμερα κτίσματα και ένα κομμάτι του εξωτερικού χώρου με δικτυωτό συρματόπλεγμα, και έχει μόνο μία πόρτα στο ανατολικό μέρος όπου διατηρείται και σήμερα η πρόσβαση προς το Μοναστήρι.

Το Καθολικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Στο κέντρο της εσωτερικής αυλής είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, [Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο Ναός είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σε όλα  τα παλιά επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως Κοίμηση], το Καθολικό της Μονής. Ο καινούργιος Ναός της Μονής είναι μονόκλιτος και σταυρεπίστεγος, διατηρείται καλά εξωτερικά είναι κτισμένος επί τουρκοκρατίας, αν και ο αρχαιότερος τύπος του σταυρεπίστεγου εφαρμόστηκε από τον δωδέκατο αιώνα. Πιστεύεται λοιπόν πως ο Ναός της Νέας Μονής Ταλαντίου να είναι αρχαιότερος από την ίδρυση εκεί της Μονής το 1761 πιθανότατα του 15ου αιώνα, όπως χρονολογείται από τους ειδικούς.

Στρώμα από αμμοκονία καλύπτει τη λιθοδομή του Ναού. Η είσοδος γίνεται από μια μικρή πόρτα στη δυτική πλευρά. Πάνω από την πόρτα υψώνεται δίλοβο, δικληνές κωδωνοστάσιο που τα δυο του τόξα στηρίζονται στη μέση επάνω σε στρογγυλό μικρό κίονα με ιωνικό κιονόκρανο. Μια μικρή καμπάνα κρέμεται στο βορινό τόξο.

Δεξιά και αριστερά από την κύρια είσοδο υπάρχουν πεζούλια που στερεώνουν την πρόσοψη του Ναού και αναπαύουν τον επισκέπτη. Οι πλευρές του ναού έχουν μήκος 8.20 μ. και το πλάτος 3.25 μ. Το εσωτερικό της στέγης διαμορφώνεται από δύο καμάρες, η μία που αναπτύσσεται κατά μήκος διακόπτεται στο μέσον περίπου του Ναού από την εγκάρσια καμάρα που είναι μικρότερη και σε ψηλότερο επίπεδο και που αναπτύσσεται κάθετα προς την πρώτη. Οι δυο καμάρες διαγραφούν το σχήμα του Σταυρού και από αυτό δε και η ονομασία του ναού «Σταυρεπίστεγος» και ο τύπος αυτός των ναών συναντάται συχνότατα στην Ελλάδα. Εκεί που διασταυρώνονται οι δύο καμάρες υψώνεται ο τρούλος του Ιερού Ναού.

Εκτός από το άνοιγμα της κύριας εισόδου του Ναού υπάρχει ακόμα και από ένα στρογγυλό παράθυρο στο βόρειο και νότιο τύμπανο του σταυρού έχει ακόμα και δύο ανοίγματα στη νότια πλευρά του.

Εσωτερικά ο Ναός είναι αγιογραφημένος. Διαφαίνεται επίσης ότι υπήρχαν και παλαιότερα στρώματα αγιογραφήσεων που είναι επικαλυμμένα με νεώτερα στρώματα. Αριστερά από την πύλη του και κάτω από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, διακρίνεται άλλη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην άκρη της οποίας υπάρχει δυσανάγνωστη επιμήκης επιγραφή. Οι Αγιογραφίες της μεγάλης καμάρας έχουν καταστραφεί από την υγρασία. Άλλες εικόνες, όπως αυτές που είναι δεξιά και αριστερά της εισόδου έχουν δεχθεί νεώτερες διορθώσεις.

 

Ιστορικό της Νέας Μονής Ταλαντίου

 

Από γραπτά κείμενα φαίνεται πως η μεταφορά της Μονής Ταλαντίου από το Μετόχι στη νέα της θέση έγινε το 1761 μ.Χ. Συμφώνα με μελέτη του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ιερός Σύνδεσμος» στις 15 Σεπτεμβρίου 1915, το 1761 ο τότε εξουσιαστής του χωριού Χέλι Κιουσούκ  Μεχμέτ Αγάς, με αίτηση του Ηγουμένου της Μονής Ταλαντίου Δανιήλ παραχώρησε σαν ιδιοκτησία της Μονής εκτεταμένη περιοχή ακαλλιέργητο, με σκοπό να καταβληθεί σε αυτόν το δέκατο από τα εισοδήματα αυτού [3]. Το έγγραφο της παραχωρήσεως που σωζόταν μέχρι το έτος 1915, οπότε συντάχθηκε η μελέτη του αειμνήστου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, καθόριζε τα όρια της περιοχής που παραχωρήθηκε ως εξής:

«Εις το σύνορο του Μοναστηριού Ταλάντιον το οποίον βρίσκεται στο χωριό Χέλι, το υποκείμενο στην Επαρχία Κορίνθου, ευρίσκετε γη δρυμώδης αγεώργητος και εγκαταλελειμμένη, περιοριζόμενη εξ ενός μέρους από το σύνορο του χωρίου Λιμία, το χωράφιον του Παπά, εκ του άλλου από το λοξό ρεύμα, εκ του άλλου από πλησίον τρία ρεύματα, εκ του άλλου από τον δρυμόν Κίρλα εκ του άλλου από τον δρυμόν το λεγόμενον δεξιά πλευρά, εκ του άλλου από το λεγόμενον Μουσταφά-τζίκ και εκ του εσχάτου από τη Σκάλα Χέλι. Αυτήν λοιπόν την γην ο Καλόγηρος Παπαδανιήλ, εζήτησε να ανοίξει με την αξίνην και να την γεωργήσει.


Διό και ο υποφαινόμενος έχων υπό την εξουσίαν μου δια το ενεστώς χιλιοστόν εβδομηκοστόν έβδομον (Μουσουλμανικό έτος όπου αντιστοιχεί προς το 1761 μ.Χ. της χριστιανικής χρονολογίας) το ρηθέν χωρίον αφού κατά τον βασιλικό Κανούνιον έλαβαν το δικαίωμα της γης έδωσε στον ειρημένο Καλόγηρο το παρόν τοπίο, ώστε αφού αυτός καθορίσει την ρηθείσα εν όσω γεωργεί και σπείρει αυτήν και πληρώνει ετησίως εις τους κατά καιρόν κυρίους της γης τα νόμιμα δέκατα, θέλει κατέχει και νέμεσθαι αυτή το Μοναστήριον και χωρίς να εμποδίζεται υπουδενός».

Από το κείμενο αυτό μαθαίνει κανείς τα όρια της νέα Μονής με τα τοπωνύμια που υπάρχουν και σήμερα. Αναφέρεται στα όρια κάποιο χωριό Λιμία που σήμερα τέτοιο χωριό δεν υπάρχει. Πιθανότατα να πρόκειται για το σημερινό χωριό Λίμνες που τα σύνορα του με το Χέλι είναι η κορυφή Μάλια-Γκιόναβε όπου εκεί επάνω υπάρχει και η τοποθεσία, Χωράφι Παπά.

Το παραπάνω έγγραφο μεταφράστηκε από το σωζόμενο μέχρι τουλάχιστον το 1915 τούρκικο πρωτότυπο σε δύο μεταφράσεις από τις οποίες ακριβέστερη είναι αυτή που έγινε στην καθέδρα της Αθήνας στις 22 Σεπτεμβρίου 1837 και η οποία επικυρώθηκε από το Βασιλικό διερμηνέα Λουκά Αργυρόπουλο.

Στο  μοναστήρι σωζόταν μέχρι τότε που διαλύθηκε αντίγραφο μετάφρασης που έγινε στις 26 Μαρτίου 1838, από τον Χρήστο Παπαδόπουλο, συμβολαιογράφο του Ναυπλίου. Το πρωτότυπο έγγραφο φέρει τις υπογραφές του Κιουσούκ Μεχμέτ Αγά, τεσσάρων ακόμα Μουσουλμάνων και ενός Έλληνα του Γιάννη Μακρή από το Χέλι που υπογράφει σαν μάρτυρας.

Το έτος 1761 πρέπει να θεωρείται η απαρχή της μετακίνησης της Μονής από την παλαιά θέση Μετόχι στο χώρο που σήμερα βρίσκεται αυτή και ότι το καινούργιο Μοναστήρι άρχισε να κτίζεται από τον ηγούμενο Δανιήλ μέσα στο κτήμα που παραχωρήθηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αμέσως μετά την παραχώρηση δηλαδή στον ίδιο χρόνο 1761.

Το 1782 κατατάγηκε δόκιμος μοναχός ο Χελιώτης Γρηγόριος Κουκινιώτης, δώδεκα ετών τότε ο οποίος μαζί με τον Δανιήλ δούλεψαν για το Μοναστήρι, εκχερσώνοντας εκτάσεις με τα ξινάρια και δημιούργησαν έτσι εκτάσεις καλλιεργήσιμες που καθημερινά αυξάνονταν σε έκταση.

Το 1798 έγινε ηγούμενος ο Γρηγόριος σε ηλικία 23 ετών, ο οποίος έμεινε στη θέση αυτή 54 ολόκληρα χρόνια, παραιτήθηκε δε το 1852 λόγω γήρατος και μετά από δύο χρόνια πέθανε το 1854 σε ηλικία 84 ετών.

Το 1850 σε δημοπρασία αγόρασε ο Γρηγόριος, με τη μεσολάβηση του Στρατηγού Φωτομάρα μεγάλο τουρκικό κτήμα για λογαριασμό του Μοναστηριού. Η αγορά αυτή αμφισβητήθηκε από τα παιδιά του Φωτομάρα, αλλά μετά από δέκα χρόνια δικαστικού αγώνα δικαιώθηκε η Μονή Ταλαντίου από τον Άρειο Πάγο. Ο ίδιος ηγούμενος αγόρασε για το Μοναστήρι και το κτήμα άνω Αμαριανός. Ο ίδιος επίσης ανακαίνισε το βόρειο μέρος της Μονής όπου υπήρχε πλάκα εντοιχισμένη διαστάσεων 0.40μ Χ. 0,40μ με την επιγραφή:

 

ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΕΙ

ΕΠΙ ΤΩΝ 46 ΕΤΩΝ

ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

ΣΕΡΑΦΕΙΜ – ΜΑΚΑΡΙΟΥ

1841

 

Μετά τον Γρηγόριο Ηγούμενος έγινε ο Ανανίας  Μπουχιούνης από 1852 μέχρι το 1857 οπότε αντικαταστάθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Καραβασιλόπουλο με απόφαση του τότε Επισκόπου Αργολίδας Γεράσιμου.

Το γεγονός όμως αυτό εξερέθισε τους καλόγερους οπότε ο Χρύσανθος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει το Μοναστήρι και Ηγούμενος έγινε το 1862 ο Κωνσταντίνος Τζαμίλας, στη θητεία του οποίου το Μοναστήρι έφθασε σε παρακμή μέχρι του σημείου οι καλόγεροι να ζητιανεύουν για να ζήσουν.

Το 1866 διορίστηκε Ηγούμενος ο Δανιήλ Χρήστου, ανιψιός από τη μητέρα του Ηγουμένου Γρηγορίου Κουκινιώτη ο οποίος ηγουμένευσε μέχρι το 1899 οπότε πέθανε. Η ηγουμενία του διακόπηκε από το 1870 μέχρι το 1875 που ηγουμένευσε πάλι ο Ανανίας Μπουχιούνης. Επί Δανιήλ Χρήστου το 1880 ανακαινίσθηκε το νότιο τμήμα της Μονής.

Τον Δανιήλ Χρήστου τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Δωρόθεος Χρήστου το 1899, ο οποίος είχε καταταγεί μοναχός το 1895. Επί Δωροθέου Χρήστου έγινε εξωραϊσμός και διακόσμηση του Ιερού Ναού, αύξησε τα δωμάτια για τους μοναχούς, ίδρυσε μελισσοκομείο στο Μοναστήρι και έκτισε καινούργια πτέρυγα, το Δεσποτικό όπου υπήρχε μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή:

 

ΑΝΗΓΕΡΘΕΙ ΕΠΙ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΣ

ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ

ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΠΟΝΗ

ΚΑΙ ΑΝΘΙΜΟΥ ΣΤΑΤΕΡΑ

ΕΝ ΕΤΗ 1909

 

Μεγάλες ποσότητες μελί από το δικό του μελισσοκομείο μοίραζε στους κατοίκους του Χελιού. Είχε γίνει παράδοση επί ηγουμενίας Δωροθέου Χρήστου, την εποχή του τρύγου των κυψελών που γινόταν συνήθως Αύγουστο μήνα, μετά της Παναγίας, εκατοντάδες παιδιά από το χωριό κατέβαιναν στο Μοναστήρι με τα μικρά τους δοχεία πάσης φύσεως από κατσαρολάκια, βάζα κύπελλα, κανατάκια κ.λπ. και ο ηγούμενος Δωρόθεος κάνοντας ειδική τελετή κάθε μέρα που πήγαιναν παιδάκια, μοίραζε μεγάλες ποσότητες από μέλι σε όλα τα παιδιά, τα οποία στη συνέχεια έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στο χωριό χαρούμενα γιατί έφερναν μαζί τους το πολύτιμο μέλι από το Μοναστήρι. Μεγάλη ήταν και η συμβολή στην ανάπτυξη της Μονής του Ιερομόναχου Γερασίμου Μπόνη που είχε την καταγωγή του από την Αλέα Αργολίδας.

Στις 26 Αυγούστου 1933 πέθανε ο Ηγούμενος Δωρόθεος Χρήστου και από τότε το Μοναστήρι βαδίζει προς την παρακμή. Ο Δωρόθεος Χρήστου έλαχε να είναι ο τελευταίος Ηγούμενος της Μονής Ταλαντίου που τουλάχιστον για 172 χρόνια γνώρισε δόξες ιδιαίτερα επί της ηγουμενίας του.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν στο μοναστήρι αυτό τρεις μόνο καλόγεροι ο Παρθένιος, ο Νικόδημος και ο Δανιήλ που ήσαν όλοι τελείως ακατάλληλοι για το αξίωμα του ηγουμένου γιατί και οι τρεις τους ήσαν τελείως αγράμματοι και διανοητικά καθυστερημένοι, αφού ούτε τα χρήματα που κυκλοφορούσαν τότε γνώριζαν εκτός από τα κέρματα.

Το Μοναστήρι από τότε συγχωνεύεται με τη μονή του Καρακαλά και αμέσως άρχισε η μεταφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων αυτής στο Καρακαλά, αρχής γενομένης από τα μελίσσια εκτός εκείνων των ελαχίστων που ανήκαν στους καλόγερους που όμως επειδή ήσαν τελείως ανίκανοι δεν μπόρεσαν να τα διατηρήσουν και σε μικρό χρονικό διάστημα τα έχασαν όλα.

Στη συνέχεα άρχισε η μεταφορά και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ ο εξοπλισμός του μελισσοκομείου εκποιήθηκε από τον ηγούμενο του Καρακαλά και περιήλθε στα χέρια των Χελιωτών. Δεν έμεινε τίποτα στο Μοναστήρι εκτός από τους τρεις καλόγερους και το Ηγουμενείο κλειδωμένο όπου μέσα σε αυτό υπήρχαν τα προσωπικά είδη του Δωροθέου, μια αξιόλογη βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής.

Η αποδυνάμωση της Μονής Ταλαντίου και της Μονής Καρακαλά είχε αρχίσει από το 1932, οπότε πολλά από τα κτήματα τους απαλλοτριώθηκαν και μοιράστηκαν σε εκατοντάδες ακτήμονες από τα χωριά της περιοχής. Τα κυριότερα από τα κτήματα αυτά ήσαν ο Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και ο Καρακαλάς της αντίστοιχης Μονής, όπου από την αποκατάσταση των ακτημόνων δημιουργήθηκαν αργότερα και οι δύο οικισμοί του Αμαριανού και του Μετοχιού, που σήμερα έχει γίνει κοινότητα, ο Άγιος Δημήτριος.

Μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές στην κυριότητα της μονής Ταλαντίου είχαν παραμείνει δύο περίπου χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης και μη έκτασης γύρω από αυτήν. Το 1938 με δημοπρασία πουλήθηκε η έκταση αυτή αντί ενός εκατομμυρίου τριών χιλιάδων δραχμών σε κατοίκους του Χελιού και στο Μοναστήρι παρέμεινε μια έκταση γύρω από αυτό, περίπου πενήντα στρεμμάτων, τα οποία σήμερα καλλιεργούν και βόσκουν τσοπάνηδες από το Χέλι που καταβάλλουν κάποιο μίσθωμα στο Μοναστήρι και το οποίο αναπροσαρμόζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Μέχρι το 1940 ζούσαν στο Μοναστήρι οι τρεις καλόγεροι, οι οποίοι βρισκόντουσαν σε αθλία κατάσταση και συντηρούντο από μικρή βοήθεια σε τρόφιμα που έπαιρναν από τη Μονή Καρακαλά και από τα βοηθήματα των κατοίκων του Χελιού, αφού το Μοναστήρι δεν είχε πλέον εισοδήματα. Οι Καλόγεροι αυτοί πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον πρώτα ο Νικόδημος, έπειτα ο Δανιήλ και τελευταίος ο Παρθένιος στις αρχές του 1943.

Από το 1942 είχε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι ένας Αρχιμανδρίτης, ο Παπανικόλας, καθηγητής της Θεολογίας ο οποίος δίδασκε σε Σχολείο της Σμύρνης και κατά την μικρασιατική καταστροφή είχε πιαστεί από τους Τούρκους αιχμάλωτος και είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, του είχαν βγάλει οι Τούρκοι το ένα μάτι, του είχαν ξεριζώσει όλα τα νύχια των χεριών και των ποδιών και του είχαν σπάσει τη λεκάνη και έτσι ένα σαράβαλο και με ακράτεια ούρων τον είχαν αφήσει ελεύθερο και σε αυτήν την άθλια κατάσταση βρέθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια της Κατοχής ξέπεσε στη Μητρόπολη της Αργολίδας και ο Μητροπολίτης τον έστειλε στη Μονή Ταλαντίου, όπου εγκαταστάθηκε και για ένα μικρό διάστημα έμενε με τον μοναδικό τότε καλόγερο Παρθένιο.

Εκεί ζούσε με τη σύνταξη του και με τα χρήματα που έπαιρνε από την ενοικίαση της γύρω περιοχής. Τα χρήματα όμως αυτά εκείνη την εποχή λόγω της αλματώδους ανόδου του πληθωρισμού εξανεμίζονταν αμέσως και για το λόγο αυτό, συντηρείτο κυρίως από βοηθήματα που έπαιρνε από τους Χελιώτες σε τρόφιμα.

Στην εποχή εκείνη που στο Μοναστήρι βρισκόταν ο Παπανικόλας, άνοιξε και το κελί του Ηγουμένου Δωροθέου που μέσα είχε, όπως έχει αναφερθεί, μια αξιόλογη Βιβλιοθήκη και ολόκληρο το αρχείο της Μονής και που δυστυχώς ολόκληρος αυτός ο πνευματικός πλούτος λεηλατήθηκε από τον Παπανικόλα, όχι για να σφετερισθεί τα ανεκτίμητα βιβλία και έγγραφα, αλλά για να γίνουν όλα αυτά προσανάμματα στη φωτιά που καθημερινά συντηρούσε ο Παπανικόλας και ακόμα σπάνια βιβλία χρησιμοποιήθηκαν για τσιγαρόχαρτο από τον ίδιο, ο οποίος κατασκεύαζε τσιγάρα με ολόκληρο φύλλο βιβλίου και καπνό που προμηθευόταν από το χωριό.

Αυτό ήταν δυστυχώς το τέλος της αξιόλογης βιβλιοθήκης της Μονής και του ιστορικού αρχείου αυτής, από έναν άνθρωπο, σπουδαγμένο βέβαια αλλά που λόγω της καταστάσεως στην οποίαν βρισκόταν δεν λειτουργούσε καθόλου η λογική. Τέλος μετά από λίγα χρόνια πέθανε και αυτός, αφού πρώτα πέθανε και η ιστορία της Μονής.

Από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δεληγιαννόπουλο καταβλήθηκαν προσπάθειες για να ξαναζωντανέψει το Μοναστήρι με μοναχές, αλλά όλες οι απόπειρες απέτυχαν, αφού μοναχές που εγκαταστάθηκαν εκεί, έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα εγκατέλειψαν τη Μονή και ξαναγύρισαν στα Μοναστήρια από οπού προερχόντουσαν και η Μονή Ταλαντίου ερήμωνε και πάλι.

Υπήρχε στο μοναστήρι μία μοναχή Χελιώτισα την καταγωγή η οποία ήρθε από τη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και εγκαταστάθηκε εκεί. Είχε  τύχει μεγάλης συμπαράστασης από τους Χελιώτες, φρόντιζε το μοναστήρι να παραμένει ανοικτό και πολύ συχνά τελούνταν και λειτουργίες από τον Ιερέα του χωριού. Η Μοναχή αυτή αν και μόνη της, ήταν αρκετά δραστήρια και με πρωτοβουλία δική της και με εισφορές των πιστών είχε κτιστεί μια καινούργια πτέρυγα και επισκευαζόταν μία ακόμα από τις παλαιές πτέρυγες που έχουν διασωθεί.

Το Μοναστήρι έχει τηλεφωνική επικοινωνία και ο βατός αμαξιτός δρόμος που το ενώνει με την κεντρική οδική αρτηρία Χελίου – Άργους – Ναυπλίου, εξυπηρετεί τους πιστούς που θέλουν να επισκεφθούν το μοναστήρι και να προσευχηθούν.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Σήμερα γίνονται προσπάθειες ανακαίνισης της μονής. Οι μοναχές της Μονής Καρακαλά φροντίζουν για τη διατήρηση της επισκεψιμότητας του χώρου. Κατά την τελευταία ανακαίνιση διαμόρφωσαν μια χαμηλή αποθήκη της εισόδου σε ημιυπόγειο παρεκκλήσι με χαμηλή τοξωτή στέγη, αφιερωμένο στον Τίμιο  Πρόδρομο και την Αγία Ευγενία. Η αγιογράφηση είναι καινούργια και καλύπτει όλους τους τοίχους, έγινε με δωρεές των Χελιωτών. Τα θυρανοίξια τέλεσε ο βοηθός επίσκοπος της μητροπόλεως Αργολίδας,  ο Επιδαύρου Καλλίνικος, (σήμερα 2017 Μητροπολίτης Άρτης)].

 

Νέα Μονή Ταλαντίου. Εδώ το Καθολικό και τα νότια κελιά μετά την αναπαλαίωση, 2015. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο, «Μικρή Πατρίδα – Μεγάλη Αγάπη», Ιστορία, Πολιτισμός και Λαϊκός Βίος Αραχναίου Ναυπλίου Αργολίδας (πρώην Χέλι).

 

 Από έγγραφα της Ιεράς Συνόδου προκύπτει ότι:

το 1850 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 6

το 1855 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9 (οι 5) δόκιμοι

το 1860 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 9

το 1881 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 8

το 1912 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 7

το 1932 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 4

το 1938 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 3

το 1942 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

το 1990 οι Μοναχοί της Μονής ήσαν 1

Οι ηγουμενεύσαντες από την εποχή της μετακίνησης της Μονής στη νέα θέση το 1761 μέχρι και το τέλος του 1933 είναι οι παρακάτω:

1. Δανιήλ 1761-1798

2. Γρηγόριος Κουκινιώτης 1798-1852

3. Ανανίας Μπουχιούνης α’ 1852-1858

4. Χρύσανθος Καραβασιλόπουλος 1858-1862

5. Κωνσταντίνος Τζαμίλας 1862-1855

6. Δανιήλ Χρήστου α’ 1866-1870

7. Ανανίας Μπουχιούνης β’ 1870-1875

8. Δανιήλ Χρήστου β’ 1875-1899

9. Δωρόθεος Χρήστου 1899-1933


Μερικές πληροφορίες από ιστορικά έγγραφα για τη Μονή Ταλαντίου

 

Από τα ιστορικά έγγραφα που υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μπορούμε να πάρουμε σήμερα αρκετά ιστορικά στοιχεία για τη Μονή Ταλαντίου αφού το δικό της πλούσιο Αρχείο καταστράφηκε. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικά από αυτά.

1) Το 1822 η Πελοποννησιακή Γερουσία έλαβε από την «Ιερά Μονή την κατά το Χέλι κείμενην» δάνειο χίλια γρόσια για τρία χρόνια προς οκτώ τις εκατό.

Τριπολιτζά Μαρτίου 1822.

2) Το 1833 27 Δεκεμβρίου στο Νόμο της Αντιβασιλείας «Περί συστάσεως Δήμων» αναφέρεται ότι η Μονή Ταλαντίου είχε 39 κατοίκους, χωρίς όμως να γίνεται διάκριση πόσοι από αυτούς ήσαν Μοναχοί και πόσοι Λαϊκοί (υπηρετικό προσωπικό).

3) Το 1834 21 Ιουλίου καταγράφεται το «Ταλάντη» σαν Μοναστήρι διατηρούμενο από το εισπραττόμενο του Εκκλησιαστικού Δευτεροδεκάτου για δύο χρόνια που είναι 460 δραχμές.

4) Με Αριθμό πρωτοκόλλου 6093/20-10-1834 υπάρχει καταγγελία του Κατοίκων του Χελιού:

α) Γιώργη Δημητρόπουλου

β) Γιάννη Αγιώργη

γ) Γιάννη Νατσούλη και

δ) Ανασάσιο Μπουχιούνη

προς την Ιερά σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος, ότι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος Κουκινιώτης οσάκις του εζητήθη να γνωρίσει εις την αρμοδία υπηρεσία τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής, ούτος απέκρυπτε την αλήθεια και δήλωνε ελάχιστα και αυτοί καταγράφουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Μονής είναι: Γιδοπρόβατα χίλια, αγελάδες εκατόν δέκα, καματερά βόδια είκοσι τέσσερα, μουλάρια τρία, φορτηγά άλογα δύο, μελίσσια οκτακόσια, χωράφια στρέμματα πέντε χιλιάδες, αμπέλια στρέμματα δέκα πέντε, ελαιορίζες οκτακόσιες και μύλοι χειμερινοί δύο. Και ότι ακόμη δεν μαρτύρησε και τα εισοδήματα που είχε, σιτάρι κουβέλια εκατόν είκοσι, από μελίσσια έξι χιλιάδες γρόσια κ.λπ.

5) Με αριθμό Πρωτοκόλλου 184/341/5-7-1835 Αναφορά Νομάρχη Αργολίδος προς την εκπ/κήν κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματεία Επικρατείας διαβιβάζει αναφοράν Ηγουμένου Μονής Κοίμησης της Θεοτόκου και συνηγορεί όπως γίνει δεκτό το αίτημα αυτού για τη χορήγηση άδειας πώλησης των κάτωθι ζώων:

  • 3 βόες ανικάνους για Γεωργίαν
  • 30 αιγοπρόβατα γηραιά
  • 4 άλογα ομοίως γηραιά
  • 4 γελάδια ομοίως γηραιά και
  • 40 Μελίσσια μικρά,

που προς το παρόν είναι άκαρπα, για να καλύψουν οικονομικές ανάγκες της Μονής.

6) Με το 9976/14-10-1836 πρωτόκολλων γίνεται καταγραφή των πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού της Μονής Ταλαντίου, ονομαζόμενου Ανανία Τζούρη. 2 τάλιρα το ένα Ελληνικό και το άλλο Γαλλικό, 2 υποκάμισα, 1 ζευγάρι παπούτσια καινούρια, 2 γελάδες, 1 κάπα τράγινη παλαιά, 2 γίδια, 1 τενεκές με ταμπάκο 100 δράμια, 4 προβατοψάλιδα και 3 κουτάλια ξύλινα.

7) Ομοίως με 3400/1-4-1837 πρωτόκολλο γίνεται καταγραφή πραγμάτων του αποβιώσαντος μοναχού Αρσενίου Βαρδάκα, 50 μελίσσια, 1 κασέλα, 1 τουφέκι, 1 πιστόλα, 1 βελέντζα, 2 τσεκούρια, 1 πλάνη, 2 μπουκάλια, 1 πριόνι 300 δράμια ατσάλι και 27,90 δραχμές.

8) Αριθμ. Πρωί. 181 προς Την επί των Εκκλησιαστικών κ.λπ. Βασιλικήν Γραμματείαν Επικρατείας.

«Οι υποσημειούμενοι ηγούμενος και σύμβουλοι της κατά την Αργολίδα Μονής Ταλαντίου απειράκις και επανειλημμένως αναφέρθημεν και προς την Νομαρχία και προς την Διοίκηση Αργολίδας περί της Βασιλικής χορηγίας δια τον τρίτον εν τη Μονή μας αόμματο, ουδ’ απαντήσεως ηξιώθημεν.

Το Μοναστήριόν μας Βασ. Γραμματεία είναι το δυστυχέστερο όλων των κατά την Αργολίδα Μοναστηριών. Γαίας δια σίτο δεν έχει, ελαιώνα δεν έχει, αμπέλια δεν έχει, ζώα δεν έχει, τα πάντα εν γένει στερούμεθα, μόλις δύναται να προσπορίζεται τα προς το ζην απολύτως αναγκαία δια των ιδρωτών και των καθημερινών ακαμάτων κόπων των μοναχών. Προς τοις άλλοις δε έχοντες και ικανό χρέος και καταζητούμενοι παρά των δανειστών μας αμηχανούμεν τι πρώτον να προφθάσομε επί των τοσούτων αναγκών μας. Εις τοιαύτην δυστυχία ευρισκόμενοι είμεθα επιφορτισμένοι να διατρέφωμεν και ενδύουμε και τρεις αόμματους και τοσούτον ανικάνους ώστε και το ύδωρ αυτό έχουσι χρείαν άλλον να τους το προσφέρει.

Παρηγορήθημεν κατά το ότι η Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας μας εκοινοποίησε δια της από 21-6-1834 έτους την υπ’ αριθμ. 2011 διαταγή σας ότι η Α. Μ. ο τρισέβαστος Βασιλεύς μας ευηρεστήθη να αποφασίσει δι έκαστον των εν τη Μονή διατρεφομένων τριών αόμματων να προσφέρει ανά εκατό δραχμάς εις έκαστον κατ’ έτος, καθότι εκ των δι’ έκαστον αποφασισθεισών εκατόν τούτων δραχμών, ηλπίζομεν ότι θέλουσι προσβλέπεσθαι και τα προς ενδυμασίαν εκάστου αυτών, αλλά κατά δυστυχίαν αφότου απεφασίσθει η προς τους τρεις τούτους αόμματους Βασιλική χορηγία, έκτοτε δια μόνον τους δύο ελαμβάνομεν τας αποφασισθείσας δραχμάς εκατό δι’ έκαστον, δια δε τον τρίτον δεν ελάβομεν εισέτι ουδέν λεπτόν, μολονότι ανεφέρθημεν περί τούτου πολλάκις.

Ένεκα τούτων όλων απεφασίσαμεν ήδη να αναφέρωμεν και προς την Βασιλικήν Γραμματείαν ταύτην τα παράπονα μας ως προς την έλλειψιν της δια τον τρίτον τούτων αόμματον Χρίστον Νικολάου χορηγίας και να παρακαλέσωμεν αυτήν να ευαρεστηθεί και διατάξει να μας αποσταλεί και η δι’ αυτά ταύτα Βασιλική χορηγία των παρελθόντων 4 ετών δια να δυνηθώμεν δι’ αυτής να απαιτούμεν και τα προς ενδυμασίαν αυτών.

Επαναλαμβάνομεν Βασιλική Γραμματεία ότι η Μονή μας είναι δυστυχεστάτη και υστερούμεθα και αυτά τα προς το ζην αναγκαία και όμως και το διπλοδέκατον πληρώνομαι και αόμματους τρεις, έχομεν και την χορηγίαν δί αυτούς σώαν δεν λαννβάνομεν. Όθεν παρακαλούμε θερμώς την Βασιλικήν ταύτην να μη μας παραβλέψει, αλλά να ευαρεστηθεί να διατάξει την απόδοση της Βασιλικής Χορηγίας και δια τον τρίτον αόμματο προς αναψυχλην της δυστυχισμένης Μονής μας ως προς την πρόβλεψη της περιθάλψεως του αόμματου τούτου.

Μένομεν Ευπειθέστατοι

Εν τη Μονή Ταλαντίου 18 Απριλίου 1838

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

Σε απάντηση της αναφοράς αυτής εστάλη το με αριθμ. 3484 χρηματικό ένταλμα από δραχμές 100 για μόνο το έτος 1837 και εντέλλεται η διοίκηση Αργολίδας όπως του λοιπού πληρώνει τακτικά τα εντάλματα των επομένων ετών.

9) το 1839 η Μονή απευθύνεται στο Δήμαρχο Αραχναίου «Με την υπαριθμ. 1072 κλήση της Δημαρχίας, λάβαμε ως το υπ’ αριθμ. 2898 χρηματικό ένταλμα δια τους τρεις αόμματους [4], δια το έτος 1838. Ταύτα προς απάντηση της Δημαρχίας ταύτης».

Εν Μονή Ταλάντη τη 5 Φεβρουαρίου 1339

Ο Ηγούμενος

Γρηγόριος Κουκινιώτης

Οι Σύμβουλοι

Σεραφείμ Παπανίκας

Μακάριος Γκότζης

10) Από 25-5-1839 μέχρι 30-11-1339 εγένετο ανά την επικράτεια έρανος για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και αναγράφονται προσφορές …. Ηγούμενος Ιεράς Μονής Ταλαντίου Γρηγόριος δραχμές 60. Πρεσβύτερος Χελίου Νάτζουλης δρχ. 8…

11) Το 1854/14 Αυγούστου σε κατάσταση της Ιεράς Συνόδου προς το Υπουργείο, η Μονή καταγράφεται «Κοίμησης της Θεοτόκου Μήδειας» και χαρακτηρίζεται «Οργανισμένη».

12) Το 1892 Με Βασιλικό Διάταγμα συγχωνεύονται στη Νέα Μονή Ταλαντίου η Μονή Αγνούντας και η Μονή Ταξιαρχών αλλά οι Μοναχοί λίγο-λίγο την εγκαταλείπουν.

13) Το 1933 μετά τον θάνατο του τελευταίου ηγουμένου Δωροθέου Χρήστου η Μονή Ταλαντίου υπάγεται στη Μονή Καρακαλά [5]. Πέρα από τα στοιχεία αυτά στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχουν και ένα πλήθος άλλων εγγράφων τα οποία αφού συγκεντρωθούν όλα σε φωτοαντίγραφα των προτύπων χειρογράφων θα δημοσιευθούν σε ιδιαίτερο τεύχος.

 

Σημειώσεις Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Η εισαγωγή προέρχεται από το βιβλίο: Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 52, Αθήνα, 1976.

[2] Δεν γνωρίζουμε από που και πως πήρε την ονομασία της η Κοίμηση Θεοτόκου Ταλαντίου (στο Αραχναίο). Σα μια βοηθητική υπόθεση αναφέρουμε ότι υπήρχε Επισκοπή Ταλαντίου. Δεν είναι απίθανο οι ιδρυτές της Παλιάς Μονής Ταλαντίου της Αργολίδας να είχαν από εκεί προέλευση ή κάποια σχέση. Ο Κ. Ν. Σάθας στα Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας (τομ. Γ, σ. 556) έχει: Επαρχία Ταλαντίου και Διαυλίας (Αγ. Δουκά). Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

[3] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, « Η εκκλησία Άργους & Ναυπλίας», τεύχος Β’, σελ. 97, έκδοσις Χριστιανικής Εστίας Άργους, 1961.

[4] Φαίνεται ότι τα μοναστήρια είχαν μια υποχρέωση να περιποιούνται τυφλούς. Υπάρχει έγγραφο πού σ’ αυτό ζητούνται πληροφορίες για την κατάσταση «των έν τοΐς μοναστηρίοις τυφλών») (Γ.Α.Κ., Γενικά Μοναστηριακά, Φακ. 212, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας 1833-1859, έγγραφα 28).

[5] Τά χρόνια του εμφύλιου πολέμου, 1946-50, τα κελλιά της χρησίμεψαν πολλές φορές καταφύγιο στούς καταδιωκόμενους. Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια – Πελοπόννησος», τόμος 1ος,  σελ. 56, Αθήνα, 1976.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πρoστατευμένο: Συμβολαί εις την Ιστορία της Εκκλησίας Αργολίδος – Τεύχος Δ’. Αναστασίου Τσακόπουλου, Έκδοσις «Χρονικών του Μοριά», Αθήναι, 1955. Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η Εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδος του 920 μ.Χ.  (ο Άγιος Πέτρος Άργους Σύνεδρον Μέλος της), Eπισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου Κορομπόκη


 

Περί της, εις την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον του 920 μ.Χ., συμμετοχής του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, πληροφορούμεθα τόσο από τον Grumel στις καταχωρήσεις των Πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου [1], όσο και  από τον οιονεί διάδοχο του Αγίου Πέτρου, Μεγάλο Πρωτοπαπά Ναυπλίου, περί τον 16ο αιώνα μ.Χ., ιερέα Νικόλαο Μαλαξό. Ο χαρακτηρισμός ενός Πρεσβυτέρου ως «οιονεί» διαδόχου ενός Επισκόπου δικαιολογείται από την ιστορική απαίτηση της εποχής. Συγκεκριμένα, το Ναύπλιο τελούσε τότε υπό Ενετική Κατοχή. Επειδή οι Ενετοί συνήθιζαν να αποδίδουν τον τίτλο της κατακτηθείσης εκκλησιαστικής Επαρχίας σε ρωμαιοκαθολικό Επίσκοπο, αδυνάτου ή και απαγορευομένης της υπάρξεως και του ορθοδόξου Επισκόπου του τόπου, οι πρόκριτοι Ορθόδοξοι (κληρικοί και λαϊκοί) επέλεγαν έναν εκ των πρεσβυτέρων και τον απέστελλαν προς τον πλησιόχωρο Ορθόδοξο Ιεράρχη, ο οποίος δρούσε ως Προστάτης της ακεφάλου ορθοδόξου εκκλησιαστικής Επαρχίας. Ο Νικόλαος Μαλαξός εξελέγη το 1538 μ.Χ. και υπήρξε ο τελευταίος Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, την επικύρωσιν δε της εκλογής του ενήργησε ο Αρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας [2]. Από τον Μητροπολίτη ο προβληθείς Πρωτοπαπάς ελάμβανε κατευθύνσεις και σε αυτόν ανεφέρετο. Ο ρόλος του Πρωτοπαπά ήταν σημαντικός, δεδομένου ότι ενεργούσε όλα τα διοικητικά, πνευματικά και λειτουργικά (πλην χειροτονίας) καθήκοντα  ενός Επισκόπου. Τούτο το γεγονός, ως και η γεωγραφική απόσταση από τον φορέα της Επισκοπικής εξουσίας, είχε καταστήσει τους Πρωτοπαπάδες πανίσχυρους.

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ο Πρωτοπαπάς Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός, βιογράφησε για πρώτη φορά τον σύγχρονο του Αγίου Πέτρου Άργους, Όσιο Θεοδόσιο τον Νέο και Ιαματικό. Σε αυτή την βιογραφία, η οποία εξεδόθη το πρώτον εν Βενετία κατά το έτος 1803 στο «Νέον Εκλόγιον» από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, πληροφορούμεθα ότι μετά από διαβολές μικρόψυχων ανθρώπων εναντίον του Οσίου Θεοδοσίου, ο Άγιος Πέτρος θέλησε, ως επιχώριος Ιεράρχης, να λάβει τα αναγκαία διοικητικά μέτρα. Τότε «έλαβε γράμματα Πατριαρχικά από την Κωνσταντινούπολη, όπου τον επροσκαλούσαν να υπάγη το ογλιγορώτερον εκεί, διά τι είχαν να κάμουν Σύνοδον» [3]. Ο Άγιος Πέτρος, ως Συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και ο γνωρίζων τις αρετές του και μάλιστα παλαιότερα προτείνας σε αυτόν, χωρίς όμως ο Άγιος Πέτρος να δεχθή, την διαποίμανση της Μητροπόλεως Κορίνθου, Οικουμενικός Πατριάρχης Νικόλαος Α’  o Μυστικός, ενυπνιάσθησαν ταυτόχρονα τον Όσιο Θεοδόσιο. Μετά την εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστροφή στην επαρχία του, ο Άγιος Πέτρος συνηντήθη με τον Όσιο Θεοδόσιο στο Ασκητήριο του δευτέρου, οπότε πλέον «κατενόησαν αλλήλους εν παροξυσμώ αγάπης» (Εβρ. ι , 24).

Ας μελετήσουμε όμως δι’ ολίγον τις ιστορικές συνθήκες της εν Κωνσταντινουπόλει περί το 920 μ.Χ. Συνόδου, εις την οποία μετέσχε ο Επίσκοπος Άργους Άγιος Πέτρος. Ο αυτοκράτωρ Λέων ΣΤ’  o Σοφός, μετά από τους θανάτους των τριών συζύγων του, χωρίς διάδοχο, απεφάσισε να συνάψει τέταρτο γάμο, προκειμένου να νομιμοποιήσει τον εκ της παλλακίδος του Ζωής Καρβονοψίνης αποκτηθέντα έκθεσμο υιό, μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο. Στην αξίωση αυτή εναντιώθηκε ο Πατριάρχης Νικόλαος Α’  ο Μυστικός, ο οποίος ως λαϊκός είχε υπηρετήσει στην αυτοκρατορική αυλή ως αυτοκρατορικός σύμβουλος «εξ απορρήτων», εξ ου και η προσωνυμία «Μυστικός». Ο Πατριάρχης εβάπτισε τον εξώγαμο υιό Κωνσταντίνο στην Αγία Σοφία κατά την Θεία Λειτουργία των Θεοφανείων το 906, αξιώνοντας όμως την απομάκρυνση από το «Ιερό Παλάτι» της παλλακίδος Ζωής, υπόσχεση την οποία έδωσε, αλλά δεν ετήρησε ο Λέων. Αντιθέτως, τρεις ημέρες μετά το βάπτισμα του υιού της Κωνσταντίνου, η Ζωή «εν τοις βασιλείοις εισήγετο βασιλικώς δορυφορουμένη» [4]. Ο Λέων παρέκαμψε τον αντιδρώντα Πατριάρχη και υπεχρέωσε τον Πρωθιερέα του Παλατίου πρεσβύτερο Θωμά, να τελέσει τον τέταρτο γάμο του και έστεψε, απόντος του Πατριάρχου, ιδίαις χερσί την Ζωή Αυτοκράτειρα. Η αντίδραση του Πατριάρχη Νικολάου ήταν άμεση. Απέκοψε τους νεονύμφους της εκκλησιαστικής κοινωνίας (αφορισμός) και καθήρεσε τον πρεσβύτερο Θωμά.

Ο αυτοκράτωρ Λέων δεν έμεινε άπραγος. Απευθύνθηκε προς τον Πάπα Σέργιο Γ’, μέσω του αυτοκρατορικού διπλωμάτου Λέοντος Χοιροσφάκτου προς τους Πατριάρχες της Ανατολής. Έτσι το 907, σε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, οι παπικοί αντιπρόσωποι (καρδινάλιος Ιωάννης και επίσκοπος Νικόλαος) και οι εκπρόσωποι των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απήλλαξαν τους βασιλείς από τον πατριαρχικό αφορισμό και ανεγνώρισαν την εγκυρότητα του τετάρτου γάμου του Λέοντος. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας είτε απέστειλε επιστολή συμφωνίας είτε οι εκπρόσωποί του έφθασαν καθυστερημένοι και υπέγραψαν αργότερα τις Συνοδικές αποφάσεις. Παρά τις ευνοϊκές για τον Λέοντα Συνοδικές αποφάσεις, δεν εισήχθη με πολιτειακό διάταγμα και στην Ανατολή το λατινικό έθιμο του μη υπολογισμού των βαθμών γάμου. Ο Πατριάρχης Νικόλαος υποχρεώθηκε σε παραίτηση και εξορίσθηκε. Στη θέση του Νικολάου του Μυστικού προεβλήθη ο πνευματικός του αυτοκράτορος, ηγούμενος της Μονής Ψαμαθίας, Ευθύμιος.

Δύο κυρίως λόγοι εξηγούν την, από μέρους του Πάπα Σεργίου Γ’, δικαίωση των περί αναγνωρίσεως του τετάρτου γάμου αυτοκρατορικών απαιτήσεων. Από κανονολογικής – εκκλησιαστικής πλευράς ουδεμία δέσμευση αισθανόταν ο Ρώμης, δεδομένου ότι η Δυτική Εκκλησία δεν εγνώριζε βαθμούς γάμου ως κωλύματα για επόμενη γαμήλια σύζευξη του επιζώντος. Ο γάμος για την Εκκλησία της Ρώμης, ακόμη και σήμερα, είναι απόλυτα αδιάλυτος. Έτσι, αφ’ ενός μεν αποκλείεται διαδοχική πολυγαμία κατόπιν διαζυγίου, αφ’ ετέρου δε, αν ο γάμος λυθεί δι’ ακυρώσεως ή όπως στην περίπτωση του Λέοντος του ΣΤ’, διά θανάτου του ενός συζύγου, τότε θεωρείται ανύπαρκτος ο γαμικός δεσμός και έτσι η επομένη γαμήλια σύζευξη επιτρέπεται απεριόριστα, χωρίς να προσμετρείται ως βαθμός γάμου.

Τον 10ο αιώνα η Εκκλησία της Ρώμης δεν είχε ούτε συγκροτημένη ειδική Ακολουθία για τον γάμο. Συγκροτημένη Ακολουθία Γάμου στην Εκκλησία της Ρώμης ενεφανίσθη τον 11ο αιώνα, τον δε 12ο η Ακολουθία του Γάμου ενετάχθη εξ ολοκλήρου στην Θεία Λειτουργία, πρακτική εφαρμοζομένη μέχρι σήμερα για τους γάμους με πιστούς της ιδίας Εκκλησίας ή για γάμους με πιστούς άλλης χριστιανικής Εκκλησίας, της οποίας όμως οι Ρωμαιοκαθολικοί αναγνωρίζουν τα μυστήρια. Όσον αφορά στην τελετουργική πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχουμε από τα τέλη ήδη του 8ου αιώνος μία σύντομη, αλλά πλήρη Ακολουθία του Αρραβώνος και του Γάμου, καταγεγραμμένη στον Ελληνικό βαρβερινό κώδικα 336 της Βατικάνειας βιβλιοθήκης.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι επί Ιουστινιανού εσημειώθη το πρώτο βήμα προς την, από μέρους της Πολιτείας, αναγνώριση της ιερολόγησης του Γάμου διά του  αχωρίστου συνδυασμού του πολιτικού γάμου και της ιερολογίας. Το έτος δε 893 διά της Νεαράς (δηλαδή διά της διατάξεως) 89 του  αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, εκηρύχθη ο υπό της Εκκλησίας ευλογούμενος γάμος, ως μόνος νόμιμος. Για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η τελετουργία του εκκλησιαστικού Γάμου έλαβε Συνοδικώς την απόλυτη αποκλειστικότητά της το 1563, κατά την 24η συνεδρία της Συνόδου του Τριδέντου, όπου διεκηρύχθη ότι η εγκυρότης του Γάμου διασφαλίζεται του λοιπού από την παρουσία κληρικού και δύο μαρτύρων-παρανύμφων. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απορρίπτει εντελώς τον Πολιτικό Γάμο, όχι μόνον για λόγους θεολογικούς, αλλά και για λόγους ιδεολογικούς, δεδομένου ότι η απαίτηση της Πολιτείας να αναγνωρισθεί εγκυρότητα Γάμου μετά από τελετή ενώπιον φορέως Δημοτικής Αρχής στο Δημαρχείο, είναι αποτέλεσμα των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη και δημιούργημα του Μεγάλου Ναπολέοντος (Ναπολεόντειος Νομικός Κώδικας). Αντιθέτως, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ επολέμησε τον Πολιτικό Γάμο και εξαπέλυσε απειλές εναντίον αυτού,  όπως η μη κήδευση των τελεσάντων αυτόν, εν τούτοις αναγνωρίζει εν τοις πράγμασι  αυτόν ως Γάμον, αφού δεν τελεί Εκκλησιαστικό Γάμο, αποδεχομένη έτσι τριγαμία, μετά από τρεις προηγουμένους Πολιτικούς Γάμους, όπως σαφώς διαλαμβάνει η από 19-5-1982 υπ’ αριθμόν 2320 Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου διαβάζουμε: «Δεν παραλείπομεν να επιστήσωμεν την προσοχήν Υμών επί τελεσθέντος πολιτικού Γάμου και μη λυθέντος δια θανάτου ή διαζυγίου, όστις προσμετρείται ως νόμιμος προηγούμενος Γάμος, προς αποφυγήν ποινικών συνεπειών διά τε τους Επισκόπους και τους ιερολογούντας το Μυστήριον Κληρικούς».

Τέλος, δεν είναι άσκοπο να πούμε ότι κατά την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία και πράξη, ο τελετουργός Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος είναι ο τελών το Μυστήριον του Γάμου, διά της υπ’ αυτού διδομένης και δι’ αυτού καταπεμπομένης θείας ευλογίας (παθητική πράξη). Κατά την Ρωμαιοκαθολική όμως δογματική διδασκαλία και πράξη, το ζεύγος είναι το τελούν το μυστήριον, διά της επισήμου ενώπιον της Εκκλησίας διαβεβαιώσεως της αγάπης των και της προθέσεως για κοινή πορεία ζωής. Η επίδοση των δακτυλίων είναι υπόθεσις του ζεύγους (ενεργητική πράξη). Η παρουσία του τελετουργού περιορίζεται στην επευλόγηση της πράξεως. Η κρατούσα αυτή τάξη, έτυχε διαφοροποίησεων, δια της αναθεωρήσεως του τυπικού του Γάμου το έτος 1990 από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Η νυμφική ευλογία προβάλλεται πλέον εμφαντικώτερα, διδομένη διά της εκτάσεως των χειρών του κληρικού πάνω από τις κεφαλές των συζύγων. Η τέλεση δε του Γάμου άνευ Ευχαριστίας ανατίθεται πλέον και σε διακόνους, επιβεβαιουμένου πανηγυρικώς του δευτερεύοντος ρόλου του τελετουργού στο Μυστήριο.

Άλλος λόγος, που εξηγεί την αναγνώριση από μέρους του Πάπα, του τέταρτου γάμου του Λέοντος, είναι το γεγονός ότι ο Ρώμης εθεώρησε πως είχε χρυσή ευκαιρία για την ανάμειξή του στα πράγματα της Ανατολής. Μην λησμονούμε πως ήταν νωπή στη μνήμη της Δύσεως η καθαίρεση του Πάπα Νικολάου Α’ από την, επί Ιερού Φωτίου, Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 867, για αντικανονική επέμβαση στην Βουλγαρία, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι ιεραπόστολοι της Κωνσταντινουπόλεως, και εισήχθησαν εκεί τα ρωμαϊκά έθιμα και το Filioque. Επιπροσθέτως, η αποστροφή των Παπών της εποχής εκείνης προς το πρόσωπο του Ιερού Φωτίου, ο οποίος πιθανότατα υπήρξε διδάσκαλος του, εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Άργους [5], ασφαλώς δεν καθιστούσε συμπαθή στα μάτια τους και τον ανεψιό του Ιερού Φωτίου, δηλαδή τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό.

Στην εποχή εκείνη του Αγίου Πέτρου Άργους, οι επιδρομές του Βουλγάρων σε Ελλαδικές επαρχίες συνιστούσαν μείζον πρόβλημα. Τόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημα, ώστε στο εγκώμιόν του εις τους Αγίους ενδόξους και θαυματουργούς Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν, ακόμη και ο Άγιος Πέτρος Άργους παρακαλεί τους εγκωμιαζομένους Αγίους: «μη επί πλέον αίρεσθαι την Σκυθικήν οφρύν… εάσητε καθ’ ημών». Δηλαδή, να μην αφήσετε άλλο πλέον να φέρονται εναντίον μας με αυθάδεια οι Βούλγαροι. Η πολιτική, λοιπόν, επιθυμία να εξομαλυνθούν οι σχέσεις του Βουλγάρου ηγεμόνος Συμεών με την αυτοκρατορία, ανάγκασε τον ασθενή και ετοιμοθάνατο Λέοντα να επαναφέρει τον Νικόλαο στον πατριαρχικό θρόνο το έτος 912, αναθέτοντάς του τους λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς με τους Βουλγάρους, δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν συμμαθητής και επιστήθιος φίλος του πατριάρχη Νικολάου. Τα πολιτικά και διπλωματικά ζητήματα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του Νικολάου και μόλις το 920 μπόρεσε να ασχοληθεί και πάλι με το εκκρεμές θέμα της τετραγαμίας του νεκρού πλέον Λέοντος ΣΤ’. Έτσι, συνεκάλεσε Σύνοδο το 920 στην Κωνσταντινούπολη (ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν απλή συνοδική συνέλευση), όπου ανεγνωρίσθη «κατ’ οικονομίαν» ο τέταρτος γάμος του Λέοντος και απεφασίσθη ότι «από του παρόντος έτους… τέταρτον γάμον μηδενί τολμάσθαι, αλλ’ είναι απόβλητον παντελώς» [6]. Επίσης, αναθεματίσθησαν τόσον οι «συκοφαντούντες την αγίαν εκκλησίαν, ότι τετραγαμίαν εδέξατο, χάριν της ευδοκία Θεού γεγενημένης οικονομίας», όσον και οι «εν καταφρονήσει τιθέμενοι τους ιερούς και θείους κανόνας των ιερών πατέρων, οι και την αγίαν εκκλησίαν υπερείδουσι και όλην την χριστιανικήν πολιτείαν κοσμούντες, προς θείαν οδηγούσιν ευσέβειαν» [7]. Η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 920 επιβεβαίωσε με αυτόν τον τρόπο την αντικανονικότητα της πολυγαμίας, που ήδη είχε ρυθμιστεί, τόσο με τον 3ο Κανόνα της εν Νεοκαισαρεία περί το 315 Συνόδου, όσο και με τον 4ο και με τον 5ο Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, όπου σαφώς ακόμη και οι τρίτου βαθμού γάμοι χαρακτηρίζονται «ρυπάσματα της Εκκλησίας… της ανειμένης (δηλαδή, της αχαλίνωτης) πορνείας όμως αιρετώτερα» [8]. Σημειωθήτω ότι οι προαναφερθέντες ιεροί Κανόνες επεκυρώθησαν διά του 2ου Κανόνος της εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 691 Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Η Σύνοδος του 920, μέλος της οποίας υπήρξε ο Άγιος Πέτρος Άργους, συνέταξε και υπέγραψε και τον περίφημο «Τόμον Ενώσεως», της ειρηνεύσεως δηλαδή των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως επί του θέματος τούτου, της διαστάσεως αποδοθείσης «εις την του πονηρού στασιώδη κακίαν, την το ιερόν της Εκκλησίας διαταράττουσα πλήρωμα», όπως διαβάζουμε στην Συλλογή Συνοδικών Αποφάσεων Mansi [9]. Τον «Τόμον Ενώσεως» υπέγραψαν στα πλαίσια ειδικής Συνοδικής συνεδρίας το επόμενο έτος, 921, λόγω καθυστερημένης αφίξεως και οι αντιπρόσωποι του Πάπα Ιωάννου Ι’.

 

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

 

 Η πιθανή μαθητεία του εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους παρά τους πόδας του ιερού Φωτίου, η συγγενική σχέση του Πατριάρχη Νικολάου του Μυστικού προς τον ιερόν Φώτιον, το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Νικόλαος είχε παλαιότερα προτείνει τον Άγιον Πέτρον για τη Μητρόπολη Κορίνθου, την οποία αρνουμένου του Πέτρου ανέλαβε ο αυτάδελφός του Παύλος, καθώς και η εκ μέρους του Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού, εκλεκτική συμπερίληψη του Αγίου Πέτρου μεταξύ των Επισκόπων των κληθέντων να μετάσχουν στην εν θέματι Σύνοδον, η οποία δεν ήταν η συνήθης για την Κωνσταντινούπολη ενδημούσα αλλά διευρυμένη, όλα αυτά μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι ο εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος Άγιος Πέτρος Άργους συνεδέετο πνευματικά με τον Πατριάρχη Νικόλαο ως ανήκοντες αμφότεροι στην τάξη των Φωτιανών.

Έτσι, με τη Σύνοδο του 920 εις την οποία μετέσχε ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ως Σύνεδρο Μέλος αυτής, εθεραπεύθη προς στιγμήν το τραύμα του σχίσματος της Εκκλησίας. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση ικανοποιήσεως του Πατριάρχη Νικολάου Α’ του Μυστικού για την υιοθέτηση και από τους παπικούς αντιπροσώπους των συνοδικώς πλέον θεμελιωμένων θέσεων της Ανατολικής Εκκλησίας, όταν γράφει σε επιστολή του: «χάριτι Θεού τα ενταύθα καταλαβόντες (οι αντιπρόσωποι), ει τι σκάνδαλον εκ του τετάρτου γάμου εν τη Εκκλησία συμβέβηκε, τούτο μετά της ημών ταπεινώσεως τω αναθέματι παραδεδώκασι και πάντα όσα εδείτο θεραπείας έτυχε της οφειλομένης ιάσεως, και λοιπόν κοινή τοις αχράντοις υπηρετήσαμεν μυστηρίοις και της κοινωνίας αυτών μετέσχομεν και του αγιασμού και γέγονε λοιπόν η Ρωμαίων και η Κωνσταντινουπολιτών Εκκλησία μιας συμπνοίας και ομονοίας» [10].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] V. Grumel, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople τομ. Ι. Les actes des patriarches τευχ. ΙΙ –ΙΙΙ. Les regestes de 715 a 1206. Deuxieme edition revue et corrigee par J. Darrouzes, Παρίσι 1989², αρ 714 (666).

[2] Τάσου Γριτσοπούλου, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, εν Πελοποννησιακά, τομ. ΙΖ , σελ. 96-97.

[3] Νέον Εκλόγιον, σελ. 185.

[4] Νικολάου Μυστικού, Επιστολή 32, P.G. 111, 197.

[5] Κων. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους βίος και λόγοι, Εν Αθήναις 1976, σελ. 106

[6] Τόμος Ενώσεως, J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τ. 17Α.

[7] Συνοδικές αποφάσεις, Mansi, τ. 17Α.

[8] ν’  Κανών του Μ. Βασιλείου.

[9] ένθ. ανωτέρω.

[10] P.G. 111, 180.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κυρίου Χρήστου Ι. Δρούγκα με θέμα:

«Ο Παπά-Ευθύμ, η Ανακήρυξη «Τουρκορθόδοξης εκκλησιάς» και οι συνέπειες αυτής».

 

Πρόλογος    

 

Η Τουρκία, από την εποχή της διακυβέρνησής της από τον Μουσταφά Κεμάλ, κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» προκειμένου να ενταχθούν σ’ αυτήν οι πληθυσμοί της κεντρικής κυρίως Μ. Ασίας (Καππαδοκίας), οι οποίοι, ήσαν Ρωμηοί αλλά μιλούσαν την Τουρκική γλώσσα και ήσαν γνωστοί ως Καραμανλήδες. Όμως, όλες αυτές οι προσπάθειες των Κεμαλιστών, απέβησαν άκαρπες.

Στις ημέρες μας αναζωπυρώνονται οι κινήσεις γύρω από αυτή την πολιτική της Τουρκίας, που δεν έπαυσε να υπάρχει. Οι μηχανισμοί της γειτονικής χώρας πραγματοποίησαν στην πόλη Νίγδη – στις 3 Ιουνίου 2014 – επιστημονικό συνέδριο, με παράλληλη έκθεση φωτογραφιών, προκειμένου να αναγνωρισθούν, από επιστημονικής πλευράς, οι ισχυρισμοί των Τούρκων επιστημόνων περί των Καραμανλήδων ως τούρκικου φύλλου, (Συνέδριο στην Καππαδοκία για τους ορθόδοξους τούρκους !!) – εφημερίδα «Ανατολή», τεύχος Ιουνίου 2014.

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης

Η προσπάθεια αυτή για την κατασκευή «Κοινότητας Ορθοδόξων Τούρκων» και της υιοθέτησης των Καραμανλήδων της Καππαδοκίας ως Τούρκων δεν είναι κάτι το νέο στην πολιτική της γειτονικής μας χώρας. Τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει και άλλες φορές κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε. Η σοβαρότερη είναι εκείνη που έγινε κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα με τις «ευλογίες» του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος βρήκε πρόθυμο σύμμαχο στην επιδίωξή του για τη δημιουργία μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» τον Έλληνα ιερέα – Πόντιο την καταγωγή που υπηρετούσε σε ενορία της Καππαδοκίας – Ευθύμιο Καραχισαρίδη, που έμεινε γνωστός ως «παπά-Ευθύμ».

Το σαθρό αυτό κατασκεύασμα των μηχανισμών της Κεμαλικής κυβέρνησης προσπάθησε να λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για την άλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την διάλυση του ιστού του Γένους των Ρωμηών. Όμως το σύνολο – πλήν ολίγων – των τουρκόφωνων Καππαδοκών είχαν και εξακολουθούν να έχουν – Ρωμαίικη συνείδηση και δεν ακολούθησαν τον παπά – Ευθύμ στην τυχοδιωκτική του πολιτική με την ανακήρυξη « Αυτοκέφαλου Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Έτσι το κατασκεύασμα αυτό της συνεργασίας Κεμαλικής κυβέρνησης και εξωμότη Ευθυμίου Καραχισαρίδη, αφού δημιούργησε πολλές πληγές στο σώμα της Μ.τ.Χ. Εκκλησίας, δεν κατόρθωσε να σταθεί όρθιο και κατέρρευσε.

Σήμερα κάποιοι κύκλοι της Τουρκίας επανέρχονται και προσπαθούν να «βαπτίσουν» τους Ρωμηούς Καππαδόκες σε … «Ορθόδοξους Τούρκους»!! Είναι μία κίνηση η οποία δεν πρόκειται να αποδώσει καρπούς, επειδή οι Καραμανλήδες έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα της Ρωμαίικης καταγωγής των. Απόδειξη τούτου είναι η στάση των κατά την περίοδο της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1924. Τότε, όλοι οι Καππαδόκες έκλεισαν τ’ αυτιά στους ήχους των σειρήνων του «παπά-Ευθύμ», που τους καλούσαν να προσχωρήσουν στο «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο», ώστε να παραμείνουν στις πατρογονικές εστίες των. Προτίμησαν να ακολουθήσουν το δρόμο της σκληρής προσφυγιάς στην Ελλάδα από την άρνηση της Ρωμαίικης συνείδησής των και της παραμονής των στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η προσπάθεια της Κεμαλικής κυβέρνησης να ιδρύσει το προαναφερόμενο «Πατριαρχείο», καθώς και οι συνέπειες αυτού του γεγονότος, έχουν μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον. Πρέπει να μελετηθούν – ιδιαίτερα σήμερα – που οι διάφοροι μηχανισμοί στους κόλπους της Τουρκικής Δημοκρατίας καταβάλλουν προσπάθειες, ανάλογες με εκείνες της Κεμαλικής κυβέρνησης κατά την δεκαετία του 1920 και μετέπειτα.

 

Εισαγωγή

 

Σεβγκί Ερενερόλ

Σεβγκί Ερενερόλ

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και οι συνέπειες αυτού είναι σχεδόν άγνωστες στο μεγαλύτερο μέρος του Γένους των Ρωμηών. Οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνον για «τις εκκλησίες του παπά – Ευθύμ στο Γαλατά» και, τα τελευταία χρόνια, για την εγγονή του παπα – Ευθύμ, Σεβγκί Ερενερόλ από την «υπόθεση Ergenecon».   Όπως είναι γνωστόν η Σεβγκί Ερενερόλ, μαζί με Στρατηγούς έ.ά του Στρατού, Αστυνομίας και Χωροφυλακής, Πανεπιστημιακούς, δικηγόρους, τον αρχηγό της νεολαίας των Γκρίζων Λύκων κ.ά, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για συνωμοσία κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας. Κέντρο της συνωμοσίας ήταν ένας από τούς Ναούς που κατακρατούν οι απόγονοι του παπά- Ευθύμ στο Γαλατά, αυτός της Παναγίας της Καφατιανής. Οι απόγονοι του παπά – Ευθύμ κατακρατούν, μέχρι και σήμερα, τους τρείς Ναούς του Γαλατά που απέσπασαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με τα κτίσματα και τα εξαρτήματα αυτών. Για την παράνομη και άδικη αυτή κατακράτηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει προσφύγει στα Δικαστήρια της Τουρκίας και αναμένει την κρίση των.

Για πληρέστερη κατανόηση των όσων συνέβησαν στην Μ. Ασία πριν από εκατό περίπου χρόνια, της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του πρωταγωνιστού της άσχημης αυτής περιπέτειας, που βίωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Μ. Ασίας, είναι απαραίτητη η καταχώρηση δύο αποσπασμάτων από το βιβλίο του Μητροπολίτου Μύρων Δρος Χρυσοστόμου Καλαϊτζή «Ο ΔΙΑΒΟΗΤΟΣ ΠΑΠΑ-ΕΥΘΥΜ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΝ, 2013», όπου ο παπά – Ευθύμ σκιαγραφείται αριστοτεχνικά. Προηγουμένως ο συγγραφέας έχει διαχωρίσει τους ανθρώπους που «γράφουν ιστορία» σε εκείνους που είναι «καλοί και αγαθοί» και οι οποίοι, προσφέροντας υπηρεσίες στο Γένος, δόξασαν την καταγωγή τους και στους άλλους, οι οποίοι αποτελούν εξαίρεση – ευτυχώς λίγοι – και δεν φέρθηκαν καλά, σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής.

«[…] Ένας τέτοιος, αινιγματικός τύπος, «ανικανοποίητος» κατά τα κοινώς παραδεχούμενα, ήταν και ο υπό εξέταση, διαβόητος στην κυριολεξία της λέξης, παπά – Ευθύμ, που το πάθος του για την προϊσταμένη του αρχή τον οδήγησε σε πολλά και διάφορα άτοπα, απαρνηθείς και μη υπακούσας συνείδηση και καταγωγή, προσκόμισε μύρια όσα κακά στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία τώρα και ένα ολόκληρο, περίπου, αιώνα υφίσταται μεγάλα δεινά! Το να χαρακτηρίσουμε τον υπό εξέταση ως «προδότη» είναι λίγο και πολύ σχετικό, γιατί είναι κάτι περισσότερο από αυτό, μόνο που δεν υπάρχει στη γλώσσα μας κατάλληλη λέξη για να χαρακτηρισθεί».

«[…] Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι ο παπά – Ευθύμ ήταν ένας μεγάλος χρηματοθήρας! Δεν είχε ούτε πιστεύω ούτε ιδανικά. Ήταν ένας μεγάλος αγύρτης…. Το μάτι του ήταν στα χρήματα του Πατριαρχείου και σ’ αυτά απέβλεπαν και οι καταληψίες και οι καταλήψεις των Πατριαρχείων, αλλά και των Ναών του Γαλατά, απ’ όπου αντλούσε τα προς το ζείν και βύζαινε το αίμα της Ρωμιοσύνης, όπως η βδέλλα το αίμα των ζωντανών !…».

 

Ιστορικη αναδρομή των γεγονότων

 

Την περίοδο του πολέμου στη Μ. Ασία το 1919-1922 οι Τούρκοι εθνικιστές με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ ίδρυσαν στην Καππαδοκία μία «Ανεξάρτητη Τουρκορθόδοξη Εκκλησία». Επιδίωξή τους ήταν να διασπάσουν την Ορθόδοξη Κοινότητα, στην οποία υπήρχαν και Χριστιανοί Τουρκικής καταγωγής, με απώτερο σκοπό να την αποσπάσουν από την ελληνική επιρροή. Της «εκκλησίας» αυτής ηγήθηκε ο παπά – Ευθύμ (papa Eftim), κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης ή Καραχισαρίογλου και αργότερα Ζεκί Ερενερόλ, ο οποίος γεννήθηκε στο Αγκτάγκ Μαντέν (Σαμπίν Καραχισάρ) του Πόντου.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919.  Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παπα-Ευθύμ Καραχισαρίδης. Φωτογραφία του 1919. Ο Παπα-Ευθύμ (κατά κόσμον Παύλος Καραχισαρίδης) πρωτοστάτησε στην προσπάθεια δημιουργίας αυτοκέφαλης τουρκορθόδοξης Εκκλησίας, σε σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – το οποίο μετά το 1919 είχε ταχθεί πλέον καθαρά στο πλευρό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Συνεργάστηκε στενά με τους κεμαλικούς και κατάφερε να σώσει αρκετά μέλη της κοινότητάς του από διωγμούς κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό φαίνεται ότι τον βοήθησε να πετύχει κάποια λαϊκή στήριξη για το εγχείρημά του, το οποίο πάντως με το τέλος του πολέμου δεν είχε πολλή τύχη.

Ο Παύλος Καραχισαρίδης κατά τα έτη 1911-12 παρακολούθησε μαθήματα στην Εμπορική Σχολή της Άγκυρας. Μετά τις σπουδές του άνοιξε δικό του σαγματοποιείο, το οποίο έκλεισε με την οικονομική κρίση που ξέσπασε παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εργάσθηκε ως υπάλληλος σε μεγάλη εταιρία παραγωγής υφασμάτων. Από το γάμο του με τη Μαρία Καλφόγλου απέκτησε τρείς κόρες και δύο γιούς. Το 1914 , για να μην επιστρατευθεί, κατέφυγε στην πατρίδα του, τον Πόντο και αργότερα πήγε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί, ζήτησε από τον Μητροπολίτη Νικόλαο Β’ (Σακκόπουλο) να χειροτονηθεί ιερέας. Πράγματι, χειροτονήθηκε ιερέας με το όνομα Ευθύμιος τον μήνα Μάρτιο 1918 και διορίσθηκε στην ενορία Κέσκιν, πόλη κοντά στην Άγκυρα, στη θέση του ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλου, ο οποίος ασθένησε και ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.

Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918, που υπογράφηκε μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο παπά – Ευθύμ συμμετείχε στον Ελληνικό Σύλλογο της πόλης Κέσκιν.

Την εποχή εκείνη το Κεμαλικό Εθνικιστικό Κίνημα αναπτυσσόταν ραγδαία. Ο παπά – Ευθύμ κατάλαβε ότι θα είχε όφελος να προσεγγίσει ανθρώπους του Κεμαλικού Κινήματος. Έτσι, συνδέεται με τον βουλευτή Ανδριανούπολης Μεχμέτ Σερέφ και μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η συγκέντρωση 1300 τουρκικών λιρών από τους προύχοντες της Κοινότητας. Το ποσό αυτό παρέδωσε στον έμπιστο του Κεμάλ Μουσταφά, τον Αλή Φουάτ.

Η επιστροφή στο Κέσκιν του π. Παναγιώτη Παπαδόπουλου και η διεκδίκηση της θέσης του αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός για την περαιτέρω πορεία του παπά – Ευθύμ. Η Κοινότητα διχάσθηκε και το θέμα έφθασε, για την επίλυσή του, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δικαίωσε τον ιερέα Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Χολωμένος ο παπά – Ευθύμ από την απόφαση κατηγόρησε το Φανάρι και διέκοψε τη σχέση του με το Πατριαρχείο. Δεν έμεινε όμως στο γεγονός της διακοπής των σχέσεών του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εξανάγκασε τους Καππαδόκες, μεταξύ των οποίων είχε μεγάλη επιρροή, να εκλέξουν Κεμαλικό βουλευτή στις εκλογές που έγιναν, τον Ρεζά , ο οποίος ήταν από το Κέσκιν.

Επειδή όμως ο παπά – Ευθύμ έβλεπε ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, προσέτρεξε στην εκζήτηση βοήθειας από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ. Έτσι, πήγε στην Άγκυρα και τον συνάντησε. Η συνάντηση αυτή με τον Κεμάλ γίνεται η απαρχή της συνεργασίας των, καθ’ όσον οι πρωτοβουλίες του «σαϊτάν-παπά», διαβολόπαπα, όπως τον αποκαλούσε ο Κεμάλ, τον ενδιέφεραν πολύ.

Η πρώτη αναφορά για την ίδρυση Αυτοκέφαλης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας συναντάται το 1921 σε Κεμαλική εφημερίδα στην Άγκυρα. Πράγματι, την άνοιξη του 1921 άρχισαν οι πρώτες κινήσεις για την ίδρυση «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας». Οι Κεμαλικοί σχεδίασαν τη σύγκλιση Εθνοσυνέλευσης Τ/Ορθοδόξων. Σ’ αυτήν ο παπά – Ευθύμ δεν έλαβε μέρος, λόγω μειωμένων προσόντων από πλευράς εκπαίδευσης, αλλά υποστηρίχθηκε σθεναρά από το Κεμαλικό Κίνημα και ιδιαίτερα από τον φίλο του Μεχμέτ Σερέφ. Υποστήριξη όμως είχε και από δυτικούς παράγοντες με επικεφαλής τον Φρανκλίν Μπουγιόν, μεσολαβητή της Γαλλίας στην Άγκυρα.

Την εποχή εκείνη εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο Μελέτιος ο Δ’ (Μεταξάκης), φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο Δημ. Μαυρόπουλος, Διευθυντής της Εφημερίδας των Αθηνών «Η Φωνή της Εκκλησίας», στο βιβλίο του «Πατριαρχικαί Σελίδες», Εν Αθήναις 1960, σχολιάζοντας την εκλογή του Μελετίου σημειώνει: «[…] Η Κυβέρνησις της Άγκύρας εν τω προσώπω του εκλεγέντος Μελετίου αντιμετώπισε την εκλογήν όχι ως εκλογή Θρησκευτικού Αρχηγού αλλά ως φανατικού οργάνου μιάς πολιτικής μερίδος [1], εις την οποίαν και απέδιδε την κυρίως υπαιτιότητα της επιδιωχθείσης καταλύσεως του Τουρκικού Κράτους. Ο Μουσταφά Κεμάλ εν ενί λόγω την εκλογήν ταύτην εθεώρησεν ως πρόκλησιν». Και συνεχίζει ο Δ. Μαυρόπουλος με την άποψιν «συνετών και αντικειμενικώς κρινόντων» οι οποίοι πίστευαν ότι «εάν εν Κωνσταντινουπόλει επεκράτουν μετριοπαθέστεραι και νηφαλιώτεραι σκέψεις μεταξύ των Ταγών της Εκκλησίας και των εκεί Βενιζελικών παραγόντων, εξελέγετο δε Οικουμενικός Πατριάρχης είς εκ των Ιεραρχών του Θρόνου, ως λ.χ. […] ή τέλος είς εκ των τότε Συνοδικών Μητροπολιτών, ασφαλώς η θέσις των εν Μ. Ασία ομογενών θα ήτο πολύ διάφορος, επαρκώς βελτιουμένη, οι δε πλείστοι των Κωνσταντινουπολιτών δεν θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν εκ της πόλεως του Βύζαντος. […]».

Η απάντηση της Κεμαλικής Κυβερνήσεως εις «την πρόκλησιν» της εκλογής του Μελετίου ήταν άμεση. Με κρυπτογραφική διαταγή της Άγκυρας προς τους Νομάρχες της Τουρκίας, απαγορεύθηκε στους ζώντες στην Μ. Ασία Επισκόπους, ιερείς και εν γένει κληρικούς να μνημονεύουν το νέο Οικουμενικό Πατριάρχη στις εκκλησίες των. Απείθεια στην διαταγή αυτή θα θεωρείτο ως εσχάτη προδοσία με ανάλογες κυρώσεις.

Η μυστική αυτή διαταγή της Κεμαλικής Κυβέρνησης έδωσε αφορμή στον παπά – Ευθύμ, ο οποίος διέμενε στην Άγκυρα, να εκδηλώνει, αναφανδόν πλέον και με τρόπο θορυβώδη, αισθήματα πίστεως και αφοσιώσεως προς το καθεστώς του Κεμάλ.

Το Νοέμβριο 1921, με εγκύκλιό του γραμμένη στα τουρκικά, δήλωνε «Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθοδόξων Χριστιανών» και έδινε εντολή στους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις στο τέλος των Λειτουργιών υπέρ της μακροημερεύσεως του Κεμάλ και της Κυβερνήσεως καθώς και υπέρ της επικρατήσεως του Εθνικού Όρκου (Μισάκ-ι-μιλλή). Αμέσως κάλεσε τις χριστιανικές Κοινότητες της Μ. Ασίας να στείλουν αντιπροσώπους στην Καισάρεια για την συγκρότηση «Ορθοδόξου Συμβουλίου». Πολλά χωριά ευθυγραμμίσθηκαν μαζί του, εκτός αυτών που ήσαν στα κατεχόμενα από τον Ελληνικό Στρατό εδάφη. Την 1η Μαΐου του έτους αυτού πάνω από 2.700 τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Σαφράμπολης, δυτικά του Πόντου, με επικεφαλής 10 προκρίτους και τον ιερέα Γερμανό, ζήτησαν την ίδρυση «Αυτοκέφαλου Τουρκικού Πατριαρχείου». Μεταξύ των πιστών που έσπευσαν ήταν τουρκόφωνοι του Πόντου, γνωστοί ως Μπαφραλήδες, αρκετοί Λαζοί Χριστιανοί και πολλοί τουρκόφωνοι Χριστιανοί της Καππαδοκίας και του Ικονίου, γνωστοί ως Καραμανλήδες.

Για να έχει ο παπά – Ευθύμ την υποστήριξη των Κεμαλικών, προχώρησε σε μία σειρά «καλών χειρονομιών» προς το Κίνημα: α) διέψευσε τα εγκλήματά τους κατά των Χριστιανών, β) ζήτησε από τους ιερείς να αναπέμπονται δεήσεις για τον Μουσταφά Κεμάλ και γ) συγκέντρωνε χρήματα κατά τις περιοδείες του στην Καππαδοκία για την οικονομική ενίσχυση του Κινήματος των Κεμαλικών. Κατά την επιστροφή του στην Άγκυρα σύστησε «Γραφείο διεκπεραίωσης θεμάτων της μειονότητας». Από εκεί άρχισε η διαβόητη δράση του: α) έκλεισε 68 Ορθόδοξα Εκπαιδευτήρια, β) απαγόρευσε στους ιερείς να φέρουν άμφια εκτός του Ναού, γ) απαίτησε να μιλούν – όλοι – την τουρκική γλώσσα και να έχουν τουρκική υπηκοότητα και άλλα. Ακόμα προχώρησε στην έκδοση εντύπου με τον τίτλο: «Φωνή της Τουρκορθοδοξίας» και την Άνοιξη του 1922 συνεκάλεσε «Προσωρινή Επιτροπή» στην Καισάρεια. Εκεί, διόρισε α ν τ ι κ α ν ο ν ι κ ά ως Μητροπολίτη Καισαρείας τον, μέχρι τότε, Επίσκοπο Πατάρων Μελέτιο (Χρηστίδη) στη θέση του Μητροπολίτη Νικολάου Β’ (Σακκόπουλου), ο οποίος κατέφυγε στο Φανάρι.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Το τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο.

Έτσι ο παπά – Ευθύμ απέκτησε την εμπιστοσύνη των Κεμαλικών, οι οποίοι με ικανοποίηση ενέκριναν αμέσως την ίδρυση της «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» . Σε ένδειξη δε της ικανοποίησής των αποφυλάκισαν 30 Καππαδόκες και επέτρεψαν την επιστροφή στα χωριά των 1.300 εξορίστων. Το «Συμβούλιον των Καππαδόκων», το οποίο συνήλθε το Καλοκαίρι 1922, διόρισε τον παπά – Ευθύμ Μέγα Οικονόμο με αρμοδιότητες διαμεσολαβητή μεταξύ Άγκυρας και Ορθοδόξων της Καππαδοκίας. Ο Μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος (Λαζαρίδης) διαφώνησε με όλες αυτές τις ενέργειες και τα πονηρά σχέδια του παπά – Ευθύμ. Οι Τούρκοι πίεζαν αφόρητα για την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου και για να αποφευχθεί οριστική ρήξη των Καππαδόκων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακηρύχθηκε, «Αυτοκέφαλο Πατριαρχείο» με επικεφαλής τον Προκόπιο. Απομονωμένος ο παπά – Ευθύμ από τους άλλους Καππαδόκες Ιεράρχες επέστρεψε στην Άγκυρα.

Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου στην Μ. Ασία, ο παπά – Ευθύμ, κατά τις επαφές του με τουρκόφωνους Χριστιανούς, τους διαβεβαίωνε ότι, μέσα στους κόλπους της  «Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών έκανε πολλές προσπάθειες να πείσει την Τουρκική Κυβέρνηση να εξαιρέσει από την ανταλλαγή τους τουρκόφωνους Ορθοδόξους από τους Ελληνορθοδόξους. Μάταια, όμως. Ο ίδιος δεν διώχθηκε, ως ανταλλάξιμος, κάτι που συνιστούσε αναγνώριση της προσήλωσής του στον τουρκικό εθνικισμό και της προστασίας που του παρείχε ο ίδιος ο Κεμάλ Μουσταφά.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Καππαδοκία με την αποδοχή, από μέρους του Προκοπίου, του τίτλου του «Πατριάρχου» και η ενδοτική στάση του Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη – τον οποίο δεν ήθελε το Κεμαλικό Καθεστώς λόγω του φιλικού δεσμού του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο – κατά την Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 14.1.1923, όπου εκδηλώθηκε η πρόθεση του Πατριάρχου Μελετίου να ενδώσει στην δύσκολη κατάσταση της Ανατολής, δημιούργησε αναταράξεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να αναγκασθεί ο Πατριάρχης Μελέτιος να φύγει «με αναρρωτική άδεια» στις 10.7.1923 στο Άγιο Όρος, απ’ όπου στις 20.9.1923 έστειλε την παραίτησή Του από τον Οικουμενικό Θρόνο.

Κατά τη Συνεδρία της Αγίας και Ιεράς Συνόδου στις 2.10.1923, εις την οποία συζητιόταν το θέμα της αποδοχής ή όχι της παραίτησης του Πατριάρχου Μελετίου, γίνεται επέμβαση / έφοδος του παπά – Ευθύμ και των συνοδών του στο Φανάρι. Κατά την επέμβαση, όχι μόνον ασχημονούν και παραφέρονται, αλλά και επιμένουν να λάβουν μέρος στη Συνεδρία της Συνόδου. Η Σύνοδος προχώρησε στον ορισμό του Μητροπολίτου Καισαρείας Νικολάου ως Τοποτηρητού του Θρόνου. Αυτό, όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τους «παπαευθυμικούς» , επειδή ο Τοποτηρητής ήταν ανεπιθύμητος στην Κυβέρνηση, αλλά υποδείκνυαν και αξίωναν την τοποθέτηση άλλου προσώπου στη θέση Του! Ταυτοχρόνως απαιτούσαν να απομακρυνθούν από τη Σύνοδο οι συμμετέχοντες Μητροπολίτες από περιοχές εκτός επικράτειας του Τουρκικού Κράτους.

Σε μία προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης και αποχώρησης, το δυνατόν ταχύτερο, των «παπαευθυμικών» από το Φανάρι η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε τον διορισμό του παπά – Ευθύμ ως «Αποκρισιαρίου» [2] του Πατριαρχείου στην Άγκυρα, τίτλο τον οποίο ουδέποτε ανεγνώρισαν οι Τούρκοι. Με την επιστροφή του στην Άγκυρα άρχισε τις παλινωδίες του, δηλαδή άλλοτε να υποστηρίζει το Πατριαρχείο και άλλοτε να το υβρίζει.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1923, με την ευκαιρία των διεργασιών για την ανάδειξη νέου Πατριάρχου, ο παπά – Ευθύμ έρχεται με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη και στις 7.12.1923, ξαφνικά, καταλαμβάνει πραξικοπηματικά το Πατριαρχείο. Αιτία η εκλογή του Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Γρηγορίου ως Πατριάρχου. Για το νέο Πατριάρχη δήλωσε ότι «δεν πρέπει να αναγνωρισθεί» ως «Έλλην προπαγανδιστής» και ότι με την εκλογή του Γρηγορίου «το Πατριαρχείο μετετράπη εις Ελληνικό Ίδρυμα». Η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα», 6.12.1923, χαρακτηρίζει με σκληρά λόγια την ενέργεια αυτή του παπα- Ευθύμ:

«Άνθρωπος του σκότους, όφις και γέννημα εχίδνης, κατά την ωραίαν του Θεανθρώπου φράσιν, εν τω σκότει γεννηθείς και εν αυτώ δρών […] εις νέον προέβη εν τω σκότει χθές , ασεβές και αυθάδες τόλμημα, και μετέτρεψε τον οίκον του Θεού, λευϊτης αυτός – ώ της ειρωνείας ! – είς οίκον αισχύνης, βδέλυγμα ερημώσεως εστώς εν τόπω αγίω».

Η εφημερίδα «ΒΑΚΙΤ» (Άγκυρα) στις 10.12.1923 πληροφορούσε ότι ο παπά – Ευθύμ απέστειλε στην Κυβέρνηση το εξής τηλεγράφημα: «Ο εκλεγείς νέος Πατριάρχης Γρηγόριος είναι προδότης της πατρίδος και εχθρός της Δημοκρατίας. Διατάξτε να λάβω υπό την επιτήρησίν μου το Πατριαρχείον» !! Η Άγκυρα, βεβαίως, δεν απάντησε, αλλά προσπαθούσε να παρεμποδίσει με την Αστυνομία περαιτέρω γεγονότα στο Φανάρι.

Στις δηλώσεις του ο παπά – Ευθύμ έλεγε ξεκάθαρα ότι στην Ανατολή θα επέστρεφε μόνον όταν θα εκλεγόταν Πατριάρχης επιθυμητός από την Κυβέρνηση και φοβέριζε ότι θα παρέμενε «με το ζόρι και με το καλό» στα Πατριαρχεία!! Φοβέριζε και επαναλάμβανε «…ή εγώ θα επιτύχω και θα τους αποδιώξω όλους ή εκείνοι θα με καθαιρέσουν».

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια των καταλήψεων πολλοί κληρικοί και λαϊκοί κτυπήθηκαν και εκδιώχθηκαν, εκτοξεύθηκαν ύβρεις και οι βιαιοπραγίες της συμμορίας του έφθασαν μέχρι του να κλειδώσουν σε γραφείο του Πατριαρχείου τον Μέγα Πρωτοσύγκελλο, Μητροπολίτη Αίνου.

Τελικά η Τουρκική Κυβέρνηση ικανοποίησε τις επικλήσεις του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου και απομάκρυνε τους καταληψίες από το Πατριαρχείο.

Ο αρθρογράφος της εφημερίδος «Ημερήσια Νέα», 8.12.1923, αρ.φ.114, αφηγείται το γεγονός της αποχώρησης του παπά – Ευθύμ, ως να ήτο παρών εκείνη τη στιγμή: «Ο Ευτύμ κάτωχρος, πελιδνός, τρέμων κατέρχεται την κλίμακα ενώ όπισθέν του ακούει την προπεμπτήριον αράν ¨στο διάβολο να πάς¨. […] Καλύπτει το πρόσωπον δια των μακρών του χειρών και ολισθαίνει, γέννημα του σκότους αυτός, εν τω σκότει χάνεται […]».

Προχωρώντας προς την έξοδο μυκτήριζε τους Ρωμιούς της Πόλης και έλεγε ότι θα τον γυρέψουν, όπως οι Έλληνες τον Βενιζέλο.

Λόγω των γεγονότων αυτών βρήκε την ευκαιρία να κάνει δηλώσεις δεξιά και αριστερά. Δύο μικρά αποσπάσματα από αυτές κάνουν φανερή την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο παπα-Ευθύμ και την απώλεια του ελέγχου των λόγων του:

«…Έπειτα εσκέφθην ότι, όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή, η ζωή και το άτομό μου θα χρειασθεί δια την βελτίωσιν της θέσεως του Πατριαρχείου…»

«…Οι Ρωμηοί της Κωνσταντινουπόλεως δεν εξετίμησαν τας υπηρεσίας μου. Αλλά θα μετανοήσουν και θα με ζητήσουν μίαν ημέραν … όπως οι Έλληνες εζήτησαν τον Βενιζέλον! Ένεκα της πολιτικής των ταύτης, μέχρι τούδε, εζημιώθησαν οι Ρωμηοί της Ανατολής. Τώρα ήλθεν η σειρά εις τους Ρωμηούς της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε θα τρέχουν να εύρουν βοήθειαν όχι μόνον από τον παπά – Ευθύμ αλλά και από το φείδι [sic] ακόμα, αλλά θα είναι αργά !!» (εφημ. «Ημερήσια Νέα» 11.12.1923, αρ.φ.116)

Ο παπά – Ευθύμ δεν έμεινε ήσυχος αφού δεν χώνεψε την αποβολή του από το Πατριαρχείο. Πήγε και κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας Βασήφ Μπέη μήνυση κατά του Πατριάρχου και του Πατριαρχείου, με την ελπίδα ότι θα επιτύχει δίωξη κατά του Φαναρίου. Δεν έμεινε όμως σ’ αυτό. Επειδή, όπως υποψιάζεται η εφημερίδα «Ημερήσια Νέα» (13.2.1924), ο παπα-Ευθύμ ήθελε να έχει μια «γωνιά – απόστημα» απ’ όπου θα μπορούσε να εκδράμει και να δημιουργεί επεισόδια, ήλθε σε συνεννόηση με τον κοινοτικό παράγοντα του Γαλατά Δ. Δαμιανίδη για τη ληστεία των κοινοτικών εισοδημάτων «δίδοντες ψιχία και τα κόκκαλα εις τους περί αυτούς συμπαραστάτας». Ακολούθησαν παραιτήσεις και απομακρύνσεις προσώπων από τις ενορίες και τα συμβούλια της Κοινότητας Γαλατά, έλεγχοι λογαριασμών, παράδοση σε πενταμελή επιτροπή, διορισμός Διαιτητικής Επιτροπής και πολλές άλλες τραγελαφικές ενέργειες !

Τα επικίνδυνα και ολέθρια για την Εκκλησία έκτροπα, στα οποία προστέθηκε η διαίρεση των πιστών και των κοινοτικών παραγόντων σε φίλους και μη των «παπευθυμικών», ήλθαν στην Σύνοδο του Πατριαρχείου. Αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνση του Ιερατικώς Προϊσταμένου της Εφορίας της Κοινότητος Γαλατά Αρχιμ. Γενναδίου Ζησιάδη, ως «ουχί συνετώς πολιτευθέντα εν τη προκειμένη περιπτώσει».

Τα γεγονότα που συνέβησαν ήταν πολλά και επικρατούσε αστάθεια. Το ποτήρι της «υπόθεσης παπά – Ευθύμ» φαίνεται ότι ξεχείλισε και η Εκκλησία, πλέον, ανέλαβε να λύσει το περίπλοκο αυτό πρόβλημα, το οποίο ταλάνιζε τη Διοίκησή της και το πλήρωμά της. Έτσι, με εισήγηση του Μητροπολίτη Νέοκαισαρείας Αγαθαγγέλου και βάσει του 55ου Αποστολικού Κανόνα ο παπά – Ευθύμ έπρεπε να καθαιρεθεί γιατί την 7η Δεκεμβρίου 1923, έξω από την Μεγάλη Αρχιδιακονία του Πατριαρχείου εξύβρισε και αποκάλεσε «ευτελείς» αλτσακλάρ τους Μητροπολίτες Νικαίας, Προύσης, Αίνου, Σηλυβρίας και Ροδοπόλεως και τους έδιωξε, σέρνοντάς τους από τα ενδύματα, έξω από την αίθουσα της Μ. Αρχιδιακονίας . (Συνεδρία 22.12.1923).

Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου ήταν καταπέλτης για τον «ταραξία» παπά – Ευθύμ: Καθαίρεση, βάσει των Ιερών Κανόνων, υποβάθμιση και κατάταξη στην τάξη των λαϊκών «μη δυναμένου του λοιπού νομίμως και κανονικώς να φέρη το διακριτικόν ένδυμα του κληρικού της καθ΄ημάς Εκλησίας». (Συνεδρία 19.2.1924)

Ο Ευθύμιος, πλέον, Καραχισαρίδης φοβέριζε τους πάντες και δήλωνε: «…Εν πάση περιπτώσει, εκείνοι δεν θα δυνηθούν να κόψουν τα γένεια μου, αλλ’ εγώ θα τους κάμω, προσεχώς, να εξαλείψουν την κατ’ εμού απόφασιν. Θα κόψω εγώ με τα χέρια μου τα γένεια όλων και θα τους διώξω από το Πατριαρχείον». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ.φ.177).

Η διανοητική του κατάσταση και η ισορροπία του νου του είχαν διαταραχθεί και τούτο γίνεται κατανοητό από τις παρακάτω δηλώσεις του σε εφημερίδες της εποχής : « […] Το Πατριαρχείον και εγώ είμεθα εχθροί ως το πύρ και η πυρίτις. Ο Γρηγόριος φοβηθείς από την δύναμίν μου, την οποίαν προσλαμβάνω συγκεντρών πέριξ εμού τους Ρωμηούς, με καθήρεσε»   (εφημερίς «ΤΑΧΒΙΤ») και « […] Ο σκοπός μου είναι να παραδώσω το Πατριαρχείον εις τιμίας και ακηλιδώτους χείρας. Ινσαλάχ, θα επιτύχω τούτο !! Είμαι γενικός πληρεξούσιος, όχι μόνον του Γαλατά, αλλά και της πλειονοψηφίας των Ρωμηών. Συνεπώς θα κάμω χρήσιν, του επί του Πατριαρχείου δικαιώματός μου…». («Ημερήσια Νέα» 21.2.1924, αρ. φ.177).

Κατά την Συνεδρία της Ι. Συνόδου της 6ης. 3. 1924 ο Πατριάρχης ανακοινώνει ότι ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης συνεχίζει να ασεβεί προς την Εκκλησία, ν’ απευθύνει με το ταχυδρομείο απειλητικές επιστολές προς τον Πατριάρχη και τους Συνοδικούς Αρχιερείς, στις οποίες απροκάλυπτα μιλά για επικείμενη και πάλι επιδρομή κατά του Πατριαρχείου. Αυτά αναγκάζουν την Εκκλησία να στείλει νέο τ α κ ρ ί ρ ι [3] με το οποίο κατήγγειλε και πάλι το γεγονός και να ζητήσει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των.

Ο «ταραξίας» Ευθύμιος δεν σταμάτησε εδώ. Προσέφυγε στα δικαστήρια και ζήτησε αποζημιώσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο αμυνόμενο άρχισε έναν άνισο αγώνα φθοράς. Στις 12.2.1924 ο Ευθύμιος με την ομάδα του καταλαμβάνει τον Ι. Ναό της Παναγίας Καφατιανής στο Γαλατά και μεταφέρει εκεί την έδρα του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου». Η Αστυνομία αποφεύγει να λάβει θέση διότι Διαταγή της Νομαρχίας αναφέρει: «…Εν τούτοις επειδή τα θρησκευτικά ζητήματα ανήκουσιν εις τους ιδίους, εντέλεσθε όπως, ανακοινώσητε κατηγορηματικώς εις το Ρωμαϊκόν Πατριαρχείον να μη δοθή τόπος εις δημιουργίαν επεισοδίου διαταράττοντος την δημοσίαν τάξιν και μας πληροφορήσητε επειγόντως περί του αποτελέσματος».

Στο μεταξύ ο Ευθύμιος, διαθέτοντας και ιερατείο γύρω του, τον Αρχιμανδρίτη Πανάρετον Τράνταν και τον Διάκονο Κλεώπα Κεσίσογλου, τόλμησε να προχωρήσει σε ανίερη πράξη, «να αυτοχειροτονηθεί» σε Επίσκοπο και προχώρησε σε νέα κατάληψη Ι. Ναού, του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρέμεινε με «σταυρωμένα τα χέρια». Καθήρεσε τους προαναφερομένους κληρικούς (Συνεδρία 1ης Απριλίου 1926) και στη Συνεδρία της 3ης Απριλίου 1926 αποφάσισε να αποστείλει εγκύκλιο προς τον Ιερό Κλήρο και το Ορθόδοξο πλήρωμα της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Επαρχιών «περί του ζητήματος Ευθυμίου Καραχισαρίδη και των συνεπειών της κοινωνίας μετ’ αυτού».

Είναι χαρακτηριστικά δύο αποσπάσματα από την απόφαση της Ι. Συνόδου:

  1. «…Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά! Ο αποστάτης ούτος της Εκκλησίας, αφικόμενος ενταύθα εξ Ανατολής, μυρία όσα απετόλμησε κατά της πνευματικώς εκθρεψάσης και γαλουχησάσης αυτόν Μητρός Εκκλησίας […] αναφέρομεν δε μόνον ότι η Εκκλησία, υπεραμυνομένη των εαυτής δικαιωμάτων […] υπέβαλλεν αυτόν εις την εκκλησιαστικήν ποινήν της καθαιρέσεως, ως παραβάτην των Ιερών Κανόνων..…»
  2. «…συνιστώμεν και προτρεπόμεθα πάντας υμάς πνευματικώς και πατρικώς ίνα ακλινώς εμμείνητε εν τη Θεοπαραδότω πίστη και τη πατρώα ευσεβεία, μηδεμίαν προς τους υπό της Εκκλησίας καθαιρεθέντας έχοντες θρησκευτικήν κοινωνίαν…».

Ο «κακο – Ευθύμης», όπως τον αποκαλεί στο βιβλίο του ο Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, συνέχισε τις προκλήσεις του με τις «χειροτονίες» των Παναγιώτη Ν. Σταύρου εις ψευδοϊερέα και Γεωργίου Ναΐδη εις ψευδοδιάκονο, τους οποίους η Εκκλησία αφού επέδειξαν μετάνοια, συγχώρησε και δέχθηκε στους κόλπους Της. Οι περιπέτειες, όμως, συνεχίσθηκαν και δέχθηκε ισχυρή δοκιμασία το δικαίωμά της να διαχειρίζεται τα θρησκευτικά ζητήματα όταν προσπάθησε να απαγορεύσει την ταφή του καθηρημένου Πανάρετου Τράντα. Η άρνησή Της βρήκε αντίθετο τον «κακο – Ευθύμη» (χαρακτηρισμός του Μητροπολίτου Μύρων), ο οποίος προσέφυγε στην Αστυνομία και, παρά τις έγγραφες διαμαρτυρίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τις αρμόδιες Αρχές, πέτυχε την, διά της βίας, διάρηξη της Πύλης του Κοινοτικού Κοιμητηρίου Βαλουκλή και την ταφή του νεκρού. Κατά τη διάρκεια της τελετής ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης έφερε Επιτραχήλιον και διάβασε τις νεκρώσιμες ευχές.

Στη συνέχεια τοποθέτησε σταυρό με την επιγραφή «Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τράντας, εκ των ιερέων της Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας Σταμπούλ. Γέννηση 1874 – Θάνατος 1931». Οι προκλήσεις του , όμως, συνεχίσθηκαν και με τα συχνά «Τρισάγια» στον τάφο του Π. Τράντα και την – με αίτησή του – υπόδειξη της Αστυνομίας προς τον υπεύθυνο του Κοιμητηρίου όπως η πύλη αυτού να είναι μόνιμα ανοικτή. Όλα αυτά με τη συμπαράσταση του Μουαβίνη (βαθμούχου αστυνόμου) της περιοχής και του Αρχηγού της Χωροφυλακής.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας ’30 έγινε μία προσπάθεια ανανέωσης του «Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου» με «εισαγωγή» ποιμνίου. Ένας από τους πατέρες του Τουρκικού Εθνικισμού, ο Αμπντουλάχ Σουπχί, όταν έγινε πρέσβης στο Βουκουρέστι το 1931, προσπάθησε να πείσει τους τουρκόφωνους ορθοδόξους της Βεσσαραβίας, τους Γκαγκαούζους, να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Ο γιός του Ευθύμιου Τουργκούτ (Γεώργιος) Ερενερόλ ισχυρίσθηκε αργότερα, ότι ο Σουπχί είχε υποσχεθεί στον πατέρα του να φέρει ένα ποίμνιο 250.000 ατόμων από τους Γκαγκαούζους. Η έναρξη όμως του Πολέμου απέτρεψε την υλοποίηση αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου και η πλειονότητα των 70 φοιτητών που μετανάστευσαν στην Τουρκία το 1935 ασπάσθηκε το Ισλάμ. (Βλ. Baydar M. «Hamdullah Suphi Tannover ve Anilari» – Istanbul 1998 , σελ.157 – 161) και Balcigil O. «Fener Patrikhanesine karsi bir Ortodoks» – Hurgun, 14 – 19 Οκτωβρίου 1985).

Το έτος 1932 η Εκκλησία παράλαβε, σε άθλια κατάσταση, από τον Ευθύμιο Καραχισαρίδη τον Ι. Ναό του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά, αλλά όχι και τα προσοδοφόρα εξαρτήματα και κτίσματα αυτού. Για την απόκτησή των άνοιξε νέος κύκλος δικαστικών προσφυγών με όλες τις συνέπειες και τις φθορές τις οποίες συνεπάγονται αυτές.

Κατά τη δεκαετία του 1930, και μετά την ελληνοτουρκική προσέγγιση, ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης χάνει σιγά-σιγά την ελευθερία δράσης που είχε αμέσως μετά τη «Μικρασιατική Καταστροφή». Κατά τη δεκαετία αυτή συνεχίζει τη δράση του και πρωτοστατεί στην ίδρυση του «Κοσμικού Οργανισμού των Χριστιανών Τούρκων». Ο Οργανισμός αυτός ιδρύθηκε το 1935 από Αρμένιους και Ρωμηούς , κυρίως «Ευθυμικούς», με σκοπό τον εκτουρκισμό και την πλήρη ενσωμάτωση των μειονοτικών Κοινοτήτων στην Τουρκική κοινωνία.

Το 1949, μετά την εκλογή και άφιξη του Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο Ευθύμ στέλνει στο νέο Πατριάρχη συγχαρητήριο μήνυμα και ανακοινώνει ότι θα τον αναγνωρίζει ως εκκλησιαστική αρχή.

Μέσα στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν εντωμεταξύ και, μέσα στο πλαίσιο των βελτιωμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Ευθύμ έχασε κάθε ελπίδα για διεκδικήσει οτιδήποτε σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Με την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, λόγω του Κυπριακού, ήλθε πάλι στο προσκήνιο ο Ευθύμ και ξεκίνησε μία εθνικιστική καμπάνια που είχε στόχο το Πατριαρχείο και την κοινότητα των Ρωμηών και η οποία κατέληξε στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955, τα γνωστά ως «Σεπτεμβριανά». Σε αυτή τη συγκυρία ο Ευθύμ στηρίζεται και πάλι από τον τύπο και τις εθνικιστικές οργανώσεις, οι οποίες τον παρουσιάζουν …εμπειρογνώμονα στα εκκλησιαστικά ζητήματα!

Η μετά τα «Σεπτεμβριανά» νέα βελτίωση των σχέσεων Ελλάδος – Τουρκίας περιθωριοποίησαν τους «Ευθυμικούς» και την «Εκκλησία» τους. Τον Αύγουστο 1959, στην Έκθεση που ετοίμασαν οι διπλωμάτες Δημ. Μπίτσιος και Ζεκί Κουνεράλπ για τα προβλήματα των μειονοτήτων των δύο χωρών, καταλήγουν ότι θα έπρεπε ο Ευθύμ να εγκαταλείψει και τον τελευταίο Ναό που κατέχει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο να του παρέχει ένα μισθό διά βίου.

Η υγεία του Ευθύμ είχε κλονισθεί, πλέον. Έτσι, αναγκάσθηκε να παραδώσει τη διαδοχή στον γιό του Τουργκούτ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Β’». Ο Ευθύμιος Καραχισαρίδης πέθανε το έτος 1968. Το Πατριαρχείο αρνήθηκε, στην αρχή, να γίνει η ταφή του στο Κοιμητήριο Μεταμορφώσεως του Σωτήρος της Πόλης (Σισλί) . Έπειτα όμως από πολλές πιέσεις των Αρχών, το Πατριαρχείο δέχθηκε να γίνει αυτή.

Εν τω μεταξύ, μετά την αναβίωση του Κυπριακού το 1963, μία νέα επίθεση εκδηλώθηκε από τους «Ευθυμικούς» το 1965, όταν κατέλαβαν δύο Ναούς της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως στο Γαλατά, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων και τον Άγιο Νικόλαο.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Ο πατριάρχης Ευτύμ ΙV, κατά κόσμον Pasa Umit Erenerol, εγγονός του ιδρυτή του πατριαρχείου Ευθύμιου Ι.

Το έτος 1991, μετά τον θάνατο του Τουργκούτ, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Σελτζούκ με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Γ’». Ο τελευταίος πέθανε το 2002 και τότε ο «πατριαρχικός θρόνος» της «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» περιήλθε στον γιό του Pasa Umit Erenerol με τον τίτλο «Πατριάρχης Ευθύμ Δ’». Ο τελευταίος διαμένει στην Αμερική και τα διοικητικά καθήκοντα έχει αναλάβει η αδελφή του, κόρη του Σελτζούκ, γνωστή από την υπόθεση ERGENECON, Σεβγκί Ερενερόλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Ο τάφος του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί με τα λόγια του Κεμάλ.

Από όλα αυτά προκύπτει ότι, η «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» καταλήγει να είναι, ουσιαστικά, οικογενειακή υπόθεση ιδιοποίησης, ξένης προς αυτήν, περιουσίας. Εκείνο που είναι πασιφανές είναι η τήρηση – «εις το ακέραιον» – των οδηγιών του Μουσταφά Κεμάλ για την «δια βίου» προστασία του Ευθύμ και της οικογένειάς του. Η εκτίμηση που είχε ο Μουσταφά Κεμάλ προς τον Baba Eftim είναι διατυπωμένη σε μία φράση του, η οποία αποτελεί και το επίγραμμα στο τάφο του Ευθύμιου Καραχισαρίδη στο Κοιμητήριο του Σισλί : «Baba Eftim bu memlekete bir ordu kadar hizmet etmistir = Ο παπά-Ευθύμ έχει προσφέρει στη χώρα μας όσο ένας στρατός».

 

Επίλογος

 

Το μεγάλο αυτό ζήτημα, το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», για πολλές δεκαετίες έμεινε στο περιθώριο της Ιστορίας και απασχολούσε σποραδικά τον Τύπο με τα γεγονότα της ζωής της οικογένειας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη. Η έρευνα γύρω από αυτό το ζήτημα άρχισε με την επανεμφάνιση του προαναφερομένου κατά την δεκαετία ’60, όταν αρχίζουν οι ελληνοτουρκικές προστριβές με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο. Σήμερα σημαντικοί ερευνητές, λόγω του ενδιαφέροντος που προκαλεί και στη σύγχρονη εποχή, μελετούν σε βάθος την υπόθεση αυτή που δημιούργησε πολλά προβλήματα, για σειρά ετών, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το «ζήτημα παπά – Ευθύμ», η απόπειρα δηλαδή δημιουργίας μιάς «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» μέσα στα όρια της επικράτειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ταλαιπώρησε και εξακολουθεί να ταλαιπωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ευχή όλων είναι να δικαιωθεί η Μητέρα Εκκλησία με την επιστροφή των τριών Ιερών Ναών της Κοινότητας Γαλατά, τους οποίους κατακρατούν τα απομεινάρια της ανταρσίας του Ευθύμιου Καραχισαρίδη και να κλείσει οριστικά η μελανή αυτή σελίδα στη σύγχρονη εκκλησιαστική ιστορία της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Κλείνοντας αυτό το χρονικό για το «ζήτημα παπά – Ευθύμ» και την απόπειρα του πρωταγωνιστή του να ιδρύσει «Τουρκορθόδοξη Εκκλησία» στην Τουρκία, καταφεύγουμε σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μητροπολίτη Μύρων κ. Χρυσοστόμου, με το οποίο ο συγγραφεύς δίνει την εικόνα της τραγικής θέσης του Πατριαρχείου – διαχρονικά – μέσα στο Τουρκικό Κράτος :

«… Έτσι λοιπόν έχουν ή μάλλον είχαν τα πράγματα του Πατριαρχείου μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και σε σένα αναγνώστη απομένει να βάλεις το χέρι στην καρδιά σου και να διερωτηθείς εάν είναι ή όχι Εσταυρωμένη Εκκλησία».

 

Υποσημειώσεις


[1] εννοεί: τους Βενιζελικούς.

[2] Εκπρόσωπος της Εκκλησίας στις κοσμικές αρχές.

[3] takrir:υπόμνημα

 

Πηγές


 

  • Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου (Καλαϊτζή): «Ο διαβόητος παπά – Ευθύμ και τα κατ΄αυτόν», εκδ. Ι. Μητροπόλεως Μύρων και εκδ. «ΙΣΤΟΣ», Πόλη 2013.
  • Δημ. Μαυροπούλου : «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ – Το Οικουμενικον Πατριαρχείον από 1878-1949», Εν Αθήναις, 1960.
  • Αλεξ. Αλεξανδρή: « Η απόπειρα δημιουργίας Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας στην Καππαδοκία, 1921-1923», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμ.4ος 1983, σελ.159 – 199.
  •  Φώτη Μπελίνσοϊ: «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο» 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη.

 

Χρήστος Ι. Δρούγκας

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Η ζωή μετά θάνατον»


 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥΣτα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  22 Νοεμβρίου 2015, και  ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει ο κ. Γεώργιος Παπαντωνίου, Συνταξιούχος Καθηγητής, Θεολόγος με θέμα: «Η ζωή μετά θάνατον».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Γεώργιος Παπαντωνίου


 

Γεννήθηκε στο Kεφαλόβρυσο Αργολίδος. O πατέρας του Ιερέας υπηρετούσε εκεί και μετέπειτα στο Κουτσοπόδι Άργους. Τελείωσε το Γυμνάσιο Άργους και εν συνεχεία φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υπηρέτησε ως Έφεδρος στην περιοχή Καστοριάς και με την απόλυσή του εργάστηκε ως Ιδιωτικός Εκπαιδευτικός σε Εκπαιδευτήρια Αθηνών- Γαλλικά Σχολεία και σε νυκτερινές Σχολές εργαζομένων παιδιών. Κύριο έργο του υπήρξε η εκπαίδευση και το Κυριακάτικο κήρυγμα, καθώς και ομιλίες διάφορες με πνευματικό περιεχόμενο.

Έχει συγγράψει δύο βιβλία με θέματα Δογματικής, «Το αναγνωστάρι της πίστης μας» με το περιεχόμενο της Ορθόδοξης πίστης μας συνοπτικά, και «Το Αγιασματάρι της Εκκλησίας», όπου γίνεται λόγος για τη λατρεία και τα μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ως συνταξιούχος συνεχίζει το πνευματικό έργο στην Εκκλησία, πρόσφατα μάλιστα έχοντας την ευθύνη λειτουργίας των Φιλικών Κύκλων Μελέτης της Αγίας Γραφής, στην Αθήνα, κυρίως, και αλλού.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »