Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Θρησκεία’

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης (Ερμιόνη Αργολίδας)


 

Η Aγία Ερμιόνη*

 

Στις 4 Σεπτεμβρίου στην Ερμιόνη Αρολίδας γιορτάζει το λευκό, λιτό εκκλησάκι στον λόφο των Μύλων, που είναι αφιερωμένο στην παρθενομάρτυρα Αγία Ερμιόνη.

Η Αγία Ερμιόνη η Ανάργυρος και Ιαματική

Η Αγία Ερμιόνη η Ανάργυρος και Ιαματική

Η Αγία Ερμιόνη γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης τον πρώτο αιώνα μ.Χ. κι ήταν μία από τις τέσσερες κόρες του Αποστόλου και Διακόνου Φιλίππου. Είχε την τύχη να γεννηθεί μέσα σε χριστιανικό σπίτι και οι γονείς της, τη δίδαξαν με θέρμη τη χριστιανική διδασκαλία. Γνώρισε από κοντά τους Αποστόλους κι αισθάνθηκε την ανάγκη, να τους βοηθήσει στο ιεραποστολικό τους έργο.

Είχε την ευλογία να έχει το προορατικό χάρισμα κι έγινε γιατρός, που θεράπευε τους αρρώστους με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να παίρνει χρήματα. Η προσωνυμία της είναι «Το ρόδο της Εφέσου», γιατί στην Έφεσο δίδασκε, θεράπευε και βοηθούσε τον συνάνθρωπο. Εκεί η Αγία Ερμιόνη ίδρυσε, οργάνωσε και λειτούργησε με τις τρεις αδελφές της το «Ευτυχίας Πανδοχείον», που περιελάμβανε πτωχοκομείο, πανδοχείο, ιατρείο και γηροκομείο, μια όαση για κάθε πονεμένο και άρρωστο.

Η Αγία έζησε τότε που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Τραϊανός. Αυτός περνώντας από την Έφεσο, όταν πήγε να πολεμήσει τους Πέρσες, πληροφορήθηκε ότι εκεί ζούσε μια γερόντισσα χριστιανή, που είχε προορατικό χάρισμα. Την κάλεσε κοντά του και της ζήτησε πρώτα με κολακείες και μετά με απειλές να αρνηθεί την πίστη της στον Χριστό. Επειδή αρνήθηκε να υποκύψει, και προφήτευσε ότι αν και θα νικήσει τους Πέρσες, θα πάρει τον θρόνο του ο γαμπρός του ο Αδριανός, ο Τραϊανός διέταξε τους δημίους, να την μαστιγώσουν. Βλέποντας, ωστόσο, την αταραξία της Αγίας, την άφησε ελεύθερη.

Όταν στο θρόνο ανέβηκε ο Αδριανός και πληροφορήθηκε το μεγάλο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό έργο της και την απόφασή της να μην απαρνηθεί τον Χριστιανισμό, διέταξε να την υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια, από τα οποία η Αγία επεβίωσε, αναγκάζοντας τελικά τον Αδριανό να την αφήσει ελεύθερη.

Η Αγία Ερμιόνη κοιμήθηκε ειρηνικά το 117 μ.Χ. Μετά την εκδημία Της, οι Χριστιανοί της Εφέσου ενταφίασαν το λείψανό Της με τιμές. Ο τάφος Της ανέβλυζε μύρο και ήταν πηγή θαυμάτων.

 

Ελένη Δάκη- Καλαμαρά

 

Ο ιερός ναός της Αγίας Ερμιόνης**


 

 

Στο δυτικό άκρο της Ερμιόνης, ακριβώς στη μέση του λόφου Πρωνός, όπως λεγόταν στην αρχαιότητα ο λόφος των Μύλων, σε ένα όμορφο τοπίο με απεριόριστη θέα, ανάμεσα σε συστάδα πεύκων, δεσπόζει ολόλευκη η μικρή εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης. Κτίστηκε με δαπάνη του συμπολίτη μας μακαριστού Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμονα Μπαρδάκου, και με θέλησή του αποτελεί ιδιοκτησία και μετόχι της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία Βιλίων, του οποίου επίσης είναι ιδρυτής και κτήτορας, όπου μοναχή και αργότερα ηγουμένη ήταν εκεί η αδελφή του Μακρίνα.

Σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολιτών μας, που τον γνώριζαν καλά, ο φωτισμένος Ιεράρχης, έτρεφε απεριόριστη αγάπη προς τη γενέτειρά του Ερμιόνη και παρά τη σημαντική ιερατική διαδρομή του μακριά από αυτήν, ποτέ δεν έπαυσε να την επισκέπτεται και να έχει πνευματική επαφή με τους συμπολίτες του. Διακαής πόθος του πάντοτε, ήταν η ανέγερση εκκλησίας αφιερωμένης στην Αγία Ερμιόνη, «Eις Δόξαν Θεού και Τιμήν Αγίας Ερμιόνης», όπως αναγράφει η μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο του ναού, ως «αντίδωρο» της ευγνωμοσύνης του στο τόπο, που γεννήθηκε.

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης

Ιερός Ναός Αγίας Ερμιόνης

Κατάλληλο χώρο γι’ αυτό θεωρούσε το λόφο των Μύλων. Λόγω ησυχίας και έλλειψης υγρασίας πληρούσε τα κριτήρια, για να υλοποιήσει και το δεύτερο μελλοντικό μεγάλο στόχο του, τη δημιουργία ενός γηροκομείου δίπλα στην εκκλησία, για να στεγάσει τους ηλικιωμένους της Ερμιόνης. Το οικόπεδο 2000 τ.μ. στους Μύλους, που είχε στη κατοχή του, ήταν κοντά σε σπίτια και δεν ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Ωστόσο μετά από άοκνες προσπάθειες και κατάλληλες ενέργειες προς την Κοινότητα Ερμιόνης, επί Προεδρίας Μόδεστου Καρακατσάνη, με ομόφωνη απόφαση του Κ.Σ. ο σεβ. Παντελεήμων κατόρθωσε να ανταλλάξει αυτό με άλλο κοινοτικό χώρο δυτικότερα, δίπλα στην τότε δεξαμενή νερού της Ερμιόνης. Η Νομαρχία συμφώνησε και μετά από 2 χρόνια η παραχώρηση πήρε τη μορφή συμβολαίου. Λέγεται, ότι κατά την αρχαιότητα στο ίδιο σημείο υπήρχε ναός προς τιμή της Θεάς Ήρας.

Την εργολαβία της ανέγερσης του ναού, ανέλαβε ο Πάνος Παπαμιχαήλ (Πήτ), αδελφός του αείμνηστου αεροπόρου Μιχάλη Παπαμιχαήλ. Πολλοί συμπολίτες μας, όπως ο Νότης Παπαφράγκος, ο Νίκος Αραπάκης, ο Αργύρης Μέξης και άλλοι, που ως νέοι τότε εργάστηκαν για το κτίσιμο της Αγίας Ερμιόνης, θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία τα χρόνια αυτά. Νοιώθουν περήφανοι για τη συμμετοχή τους και τονίζουν τη καθημερινή παρουσία, φροντίδα και πατρική αγάπη του Αρχιαμανδρίτη τότε Παντελεήμονα για το εργατικό προσωπικό και την αγωνία του για την αποπεράτωση του έργου.

Ο αγιασμός για τη τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου, όπως φαίνεται σε μαρμάρινη πλάκα δεξιά της εισόδου έγινε στις 4 Σεπτεμβρίου 1966. Το έργο μετά από τρία χρόνια ολοκληρώθηκε και ένας νέος τόπος λατρείας και αγάπης, ένας ιερός χώρος, ο «οίκος» της Αγίας Ερμιόνης είναι γεγονός.

Στην τελετή για τα θυρανοίξια – εγκαίνια του ναού, το Σεπτέμβριο του 1969, πλήθος πιστών της Ερμιόνης ανηφόρησαν προς τους Μύλους, για να θαυμάσουν το ολόλευκο νέο εκκλησάκι, που φάνταζε εντυπωσιακό, για να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας Ερμιόνης, να ζητήσουν τη χάρη και την ευλογία της και βέβαια να συγχαρούν και να ευχαριστήσουν τον κτήτορα για τη μεγάλη προσφορά του στο τόπο. Σε μια πανηγυρική και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που έγινε χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών Αιγίνης και Ερμιονίδας κ.κ. Ιερόθεου και με τη συμμετοχή του Αρχιμανδρίτη Αγαθάγγελου, προϊσταμένου της ενορίας του Αγίου Λουκά Πατησίων, συνοδοιπόρου του Μητροπολίτη μας και των ιερέων της περιοχής, ο κτήτορας με φανερή τη χαρά και τη συγκίνησή του, βλέποντας το όνειρό του να πραγματοποιείται, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο και το Κ.Σ. της Κοινότητας Ερμιόνης, για την παραχώρηση – ανταλλαγή του οικοπέδου και αποκάλυψε επίσημα πια, ότι μελλοντικός του στόχος ήταν η ανέγερση Ιδρύματος Ευγηρίας νότια της εκκλησίας.

Ήταν μια πολύ σημαντική ημέρα για αυτόν, για τις αρχές του τόπου, αλλά και για τους πιστούς συμπολίτες μας, ιδιαίτερα εκείνους της περιοχής των Μύλων. Όλοι είχαν τη πεποίθηση, ότι αυτός ο ναός που έβλεπαν μπροστά τους, αν και ήταν μικρός, θα σηματοδοτούσε αιώνια τη σύνδεση της Αγίας Ερμιόνης με το όνομα της πόλης μας.

Το 1968, μετά από προτροπή του π. Παντελεήμονα και πρόταση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου Ερμιόνης, εκδόθηκε το 830/21-11-68 Β.Δ. (ΦΕΚ 289/1068) σύμφωνα με το οποίο, η 4η Σεπτεμβρίου, γιορτή της Αγίας Ερμιόνης, καθορίστηκε ως επίσημη τοπική αργία.

Την ίδια χρονιά, ο Εμποροεπαγγελματικός Σύλλογος της Ερμιόνης ανακήρυξε την Αγία Ερμιόνη ως προστάτιδα των εμπόρων και επαγγελματιών της πόλης και κάθε χρόνο τιμούσε τη μνήμη της με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Όλα τα καταστήματα παρέμειναν κλειστά, κανένας επαγγελματίας δεν εργαζόταν και σύσσωμο το Δ.Σ. και τα μέλη του παρευρίσκονταν στον πανηγυρικό εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, όπου τελούσαν και αρτοκλασία.

Μετά από 22 χρόνια (1990), οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι Η. Δρούζας, Α. Λεμπέσης, Σ. Κούστας, Κ. Κωστελένος και Π. Μαυρομιχάλη, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη ιστορία του Ι. Ν. των Ταξιαρχών, αλλά και τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, υπέβαλαν αίτημα στο Κ.Σ. για τροποποίηση του Β.Δ. και τον καθορισμό της 8ης Νοεμβρίου ως επίσημης τοπικής αργίας. Το Κ.Σ. με Πρόεδρο τον Γ. Καρακατσάνη, αφού πήρε την έγκριση των τοπικών φορέων, τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Υδρας, Σπετσών, Αιγίνης και Ερμιονίδος κκ. Ιερόθεου, αλλά και τη συγκατάθεση του Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας κ.κ Παντελεήμονα, έκανε τις απαραίτητες ενέργειες και στις 7-7- 1995 το Υπουργείο Εσωτερικών με τροποποίηση του σχετικού Νόμου καταργούσε το Β.Δ. και καθιέρωνε ως επίσημη αργία της Ερμιόνης την 8η Νοεμβρίου, εορτή των Ταξιαρχών. Το γεγονός αυτό, συνέπεσε με την ανακήρυξη της Κοινότητος Ερμιόνης σε Δήμο και στις 8 Νοεμβρίου 1995 στο Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, γιορτάστηκε για πρώτη φορά πανηγυρικά και με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Μπαρδάκος

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Μπαρδάκος

Στις 13 Ιουλίου 1974, ο Παντελεήμων εκλέγεται Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας και αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο ύψιστο λειτούργημά του, ως Ποιμενάρχης μιας ακριτικής Μητροπόλης. Οι πολλαπλές του απασχολήσεις δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει το όραμά του δηλαδή την ανέγερση του Γηροκομείου. Ποτέ όμως αυτός δεν έλειψε από τον εορτασμό της Αγίας Ερμιόνης και κάθε χρόνο 3 και 4 Σεπτεμβρίου χοροστατούσε στο πανηγυρικό Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, μέχρι την 1η Ιουλίου 1995 που κοιμήθηκε. Τα οστά του βρίσκονται σε μαρμάρινο οστεοφυλάκιο στην Ι.Μ. Προφήτη Ηλία Βιλίων.

Εξετάζοντας την αρχιτεκτονική της εκκλησίας παρατηρούμε ότι το σχέδιο της πλησιάζει τη μορφολογία της νησιώτικης εκκλησίας. Είναι μια καμαροσκέπαστη εκκλησία στον τύπο της μονόχωρης Βασιλικής με τρεις εισόδους, μια δυτικά και δύο νότια, με τη μικρότερη να είναι η είσοδος στο Ιερό Βήμα, το οποίο είναι ευδιάκριτο από τη μοναδική κόγχη του, πίσω από την Αγία Τράπεζα. Το καμπαναριό είναι σχετικά ψηλό για τις διαστάσεις της εκκλησίας, μονόλοβο, με μια μικρή καμάρα στη βάση του, χαρακτηριστικό των νησιώτικων καμπαναριών, κυρίως των νησιών του Αργοσαρωνικού και ιδιαίτερα της Ύδρας και των Σπετσών.

Σήμερα, σχεδόν 50 χρόνια μετά, το εκκλησάκι της Αγίας Ερμιόνης, ένα από τα στολίδια της πόλης μας, απλό, καλοδιατηρημένο, νοικοκυρεμένο και πάντα καθαρό εξωτερικά και εσωτερικά, με την καθημερινή σχεδόν φροντίδα της Γιάννας και του Δέδε Κοντόπουλου, στέκει εκεί ψηλά ως πνευματικός φάρος, εκπέμποντας την αγάπη της Αγίας Ερμιόνης ως πέπλο προστασίας πάνω από τη πόλη μας, φωτίζοντας τα βήματα των πιστών.

Αν βρεθείς εκεί, η ομορφιά του τοπίου θα σε αναγκάσει, να σταθείς για λίγο, να αισθανθείς την ιερότητα και την απλότητα της Αγίας Ερμιόνης, να πάρεις την ευλογία της, να νοιώσεις μια απέραντη γαλήνη και να απομακρυνθείς για λίγο από τη ζάλη των καθημερινών εγκόσμιων προβλημάτων. Θα καθίσεις τότε ήρεμος στο παγκάκι, θα απολαύσεις το τοπίο και θα αγναντέψεις την υπέροχη θέα. Βόρεια απλώνεται ο κάμπος της Ερμιόνης με τα περιβόλια και τις ελιές. Νότια ο όρμος Κάπαρι, η Μαγ(κ)ούλα, το Ποδάρι, τα Ευκάλυπτα και πιο πέρα το Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Ανατολικά, μπροστά σου απλώνεται το λιμάνι της Ερμιόνης και το Μπίστι, το Κρόθι με τον Άγιο Γεράσιμο και το Μύλο και στο βάθος η Ύδρα και τα Τσελεβίνια. Οι ανθισμένοι θάμνοι, η μυρωδιά του θυμαριού, το κελάηδημα των πουλιών και το αεράκι που, φυσάει σχεδόν μόνιμα, θα σε αναζωογονήσει. Δεν θα θέλεις να φύγεις! Αν

προχωρήσεις προς τα δυτικά, στα πενήντα μέτρα θα δεις την όμορφη πετρόκτιστη εκκλησία του Αγίου Νικοδήμου και σε πέντε λεπτά ένας πανέμορφος χωμάτινος δρόμος ανάμεσα σε πεύκα θα σε βγάλει στην καινούρια δεξαμενή νερού της Ερμιόνης.

Στις 4 Σεπτεμβρίου, η Αγία Ερμιόνη γιορτάζει. Την παραμονή γίνεται πανηγυρικός εσπερινός με αρτοκλασία και ανήμερα Θεία Λειτουργία. Πολλοί πιστοί συμπολίτες μας κάθε ηλικίας, ανηφορίζουν στους Μυλους με ευλάβεια, να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας, να πάρουν τη χάρη της και να ζητήσουν να θεραπεύσει τις ασθένειές τους, αφού η Αγία Ερμιόνη ήταν και θαυματουργή Ανάργυρη Γιατρός.

Θα μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία, που μου διηγήθηκε η μοναχή Ν. της Ιεράς Μονής Προφήτη Ηλία Βιλίων, σε επίσκεψή μου εκεί, που είχε ακούσει από τον μακαριστό Παντελεήμονα και χαρακτήρισε ως θαύμα:

«Μια γυναίκα έπασχε από ανίατη ασθένεια. Οι γιατροί είχαν εξαντλήσει τις δυνατότητες της επιστήμης και η ίδια είχε εναποθέσει πλέον τις ελπίδες της στο Θεό. Ένα βράδυ είδε στον ύπνο της την Αγία Ερμιόνη, σε μια άσπρη εκκλησία, η οποία της ζήτησε να την επισκεφθεί εκεί, στο «σπίτι» της και ως γιατρός θα την θεραπεύσει. Η πίστη και η ελπίδα της φούντωσαν και αμέσως άρχισε να ψάχνει μέρη που βρίσκονται εκκλησίες της Αγίας Ερμιόνης, για να την επισκεφθεί και να ζητήσει τη χάρη της. Όταν έμαθε ότι στην Ερμιόνη Αργολίδος υπάρχει εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης, πήρε το καράβι, έφτασε στο λιμάνι, ρώτησε πού είναι η Αγία Ερμιόνη και ανηφόρησε γρήγορα για τους Μύλους. Μόλις έφτασε εκεί, με δέος αντίκρισε την ίδια ακριβώς εκκλησία, που είχε δει στο όνειρό της, κάτασπρη ανάμεσα στα πεύκα, στον ίδιο λόφο, στην ίδια τοποθεσία, στο ίδιο εξωτερικό περιβάλλον. Αυτή τότε συγκινημένη γονάτισε, έκλαψε, προσκύνησε ευλαβικά, ζήτησε τη χάρη της Αγίας και προσευχήθηκε ζητώντας να τη θεραπεύσει. Η Ανάργυρη γιατρός Αγία Ερμιόνη τη δέχθηκε στο σπίτι της και τη γιάτρεψε».

Ο Βασίλης Μέξης, επίσης μου διηγήθηκε μια παρόμοια περίπτωση: «Ένα απόγευμα, που καθόμασταν στο παγκάκι, μας πλησίασε μια άγνωστη κυρία, που συστήθηκε ως καθηγήτρια και μας ρώτησε αν είναι ανοικτή η εκκλησία, για να προσευχηθεί. Στη συζήτηση που είχαμε μαζί της, μας είπε ότι είχε δει στον ύπνο της την Αγία Ερμιόνη, έξω από ένα εκκλησάκι, η οποία της ζήτησε να έλθει στο «σπίτι» της να προσκυνήσει και να πάρει τη χάρη της. Η κυρία που ήταν από την Εύβοια, έψαξε, βρήκε ότι στην Ερμιόνη υπάρχει εκκλησία της Αγίας. Ήλθε και με έκπληξή της, είδε ότι ήταν μπροστά στο ίδιο εκκλησάκι, αυτό ακριβώς που είχε δει στο ύπνο της».

Όσοι κατοικούμε στους Μύλους ή στη περιοχή της Αγίας Ερμιόνης όπως συνηθίζουμε να λέμε τα τελευταία χρόνια, νιώθουμε τυχεροί και ευγνώμονες, που υπάρχει στη γειτονιά μας η εκκλησία της Αγίας Ερμιόνης. Θεωρούμε ότι μας προστατεύει και μαζί με όλους τους συμπολίτες μας, ευχαριστούμε τον Μακαριστό Μητροπολίτη Παντελεήμονα για την ανέγερση αυτού του ναού, που συμβολίζει την αιώνια σύνδεση της Αγίας Ερμιόνης με την πόλη μας.

 

Γεώργιος Ν. Φασιλής

 

Πηγές


 

  • Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία- Βίλια Αττικής.
  • «Το Φιλώτι και το ιστορικό εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας Φιλωτίτισσας», Ιωάννη Ησαία.
  • «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Ιωάννη Μάλλωση.
  • Αρχείο Δημοτικής Κοινότητας Ερμιόνης.
  • Μαρτυρίες Ερμιονιτών.

 

* Ελένη Δάκη- Καλαμαρά

** Γεώργιος Ν. Φασιλής

  «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου πίσω από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο (παλαιό Οπλοστάσιο κατά την Β’ Ενετική κυριαρχία 1686-1715), είναι κτίσμα μεταβυζαντινό του 15ου αιώνα (αρχές 16ου;), για το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει σύγχρονή του γραπτή μαρτυρία.

 

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Ο Ιερός Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

 

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου - Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου – Άποψη εσωτερικού χώρου και τέμπλου. (Φωτογραφία από τον ιστότοπο, Εικονική περιήγηση στο Ναύπλιο).

Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική χωρίς τρούλο, ξυλόστεγη, με έξι κολώνες (συν δύο επάνω από τον δυτικό τοίχο, σύνολο οκτώ κολώνες) στο εσωτερικό της, που επιστέφονται από γύψινα, κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα. Ο νάρθηκας του ναού ανήκει χρονικά πιθανότατα στα τελευταία χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας, την εποχή της ανακαίνισής του, 1708-1714. Το δυτικής τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτο τέμπλο φιλοτεχνήθηκε το 1870. Το παλαιό κωδωνοστάσιο ανεγέρθηκε, όπως αναγράφεται στη σχετική επιγραφή, το 1907.

Είναι τρισυπόστατος ναός, ο οποίος τιμάται στη μνήμη: Γενεσίου της Θεοτόκου, του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (Βόρειο κλίτος) και του Αγίου Δημητρίου (νότιο κλίτος). Μερικές εικόνες (άγιος Νικόλαος, Απότομη Κεφαλής του Προδρόμου και οσία Ματρόνα Χιοπολίτισσα) ιστορήθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821 και λίγα χρόνια αργότερα.

Κατά την εποχή της Β’ ενετοκρατίας ήταν ο κύριος ορθόδοξος ναός, δεδομένου ότι ο Άγιος Γεώργιος ανήκε στους καθολικούς, ενώ στην Αγία Σοφία μόλις το 1780 πρωτοδόθηκε άδεια από τους Τούρκους να τον λειτουργήσουν οι Ναυπλιώτες. Στην απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας το 1696 απογράφονται στην περιοχή – ενορία του ναού – 12 οικογένειες συνολικού αριθμού ατόμων 46, όλες ξένων εποίκων.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η ελιά του Μηνιάτη στην πλατεία της Παναγίτσας. Δημοσιεύεται στο: Σέμνη Καρούζου, «Το Ναύπλιο», εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.

Η Παναγία του Ναυπλίου είναι συνδεδεμένη με το μαρτύριο του Νεομάρτυρα Αναστασίου, που κατά την παράδοση οι Τούρκοι βασάνισαν την πρώτη Φεβρουαρίου του 1655 στην ελιά που υπάρχει ακόμα στη βορινή πλευρά του ναού. Στην πλατεία της Παναγίας έχει στηθεί προσκυνητάρι. Στον περίβολο της ιστορικής ελιάς στα βόρεια του ναού, αλλά και από τον άμβωνα του ναού κήρυττε, σύμφωνα με την παράδοση, ο μεγάλος κεφαλλονίτης εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης μεταξύ των ετών 1708 και 1714. Πίσω από την αψίδα του ιερού βρίσκονται τα μνήματα του ιερέως του ναού Παναγιώτη Καμαριώτη (1785-1853) και της μητέρας του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλλέτη.  

 

Πηγή


  • Ευάγγελος Μαστέλλος, «Ο Ιερός Ναός Γενεσίου Θεοτόκου στο Ναύπλιο…», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VI (2007).  

 

Read Full Post »

Μηνιάτης Ηλίας, Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων (1669-1714)


 

  

Ηλίας Μηνιάτης, χαλκογραφία από το βιβλίο του «Διδαχαί», Βενετία, Γλυκής, 1772.

Ηλίας Μηνιάτης, χαλκογραφία από το βιβλίο του «Διδαχαί», Βενετία, Γλυκής, 1772.

Διαπρεπής λόγιος, κληρικός και εξαιρετικός ρήτορας με ιδιαίτερους δεσμούς με το Ναύπλιο. Ο Ηλίας Μηνιάτης (Ληξούρι, 1669- Πάτρα, 1 Αυγούστου 1714), γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας, γονείς του ήταν ο πρωθιερέας της πόλης και λόγιος Φραγκίσκος Μηνιάτης και η Μορεζίνα Περιστιάνου. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του, πού ήταν πρωτοπαπάς στο Ληξούρι. Το 1681 ο πατέρας του τον πήγε στη Βενετία και τον έγραψε στο Φλαγγινιανὸ Φροντιστήριο, όπου επί οκτώ έτη σπούδασε αρχαία ελληνική φιλολογία μαθηματικά, λατινικά και φιλοσοφία.

Εκεί φοίτησε κάτω από την προστασία του Μελετίου Τυπάλδου, ιεροκήρυκα και δασκάλου της Ελληνικής κοινότητας της Βενετίας. Όταν ο Μελέτιος Τυπάλδος έγινε μητροπολίτης Φιλαδέλφειας, ο Μηνιάτης έγινε γραμματέας του και την ίδια χρονιά έγινε διάκονος και ιεροκήρυκας στην ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας. Παράλληλα δίδαξε στη Φλαγγίνειο Σχολή.

Το 1690 πήγε στα Ιόνια Νησιά και δίδαξε στην Κεφαλληνία, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Το 1699 στάλθηκε στην Κωνσταντι­νούπολη ως σύμβουλος της πρεσβείας της Βενετίας και έγινε καθηγητής της Πατριαρχικής Σχολής και ιεροκήρυκας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από την Πόλη έφυγε για την Πελοπόννησο, όπου κήρυξε τον Λόγο του Θεού στο Ναύπλιο και στο Άργος.

Στο Ναύπλιο (1708) δίδαξε, επί χρόνια, στο ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου και στον περίβολό του, κάτω από μία ελιά, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα (κάτω από την ίδια ελιά είχε μαρτυρήσει, πριν από 60 περίπου χρόνια, ο πολιούχος του Ναυπλίου Άγιος Αναστάσιος).

Αργότερα του πρότειναν να αναλάβει την επισκοπή Χριστιανουπόλεως, της σημερινής Κυπαρισσίας, αλλά από μετριοφροσύνη δεν το αποδέχθηκε. Τελικά αναγκάστηκε να δεχθεί την επισκοπή Κερνίκης (ή Κερνίτζης ή Κερνίτσης) Καλαβρύτων, και το 1711 αναγορεύτηκε αρχιερέας. Εκεί εργάστηκε με ζήλο και αυταπάρνηση για να βοηθήσει το ποίμνιό του, με αποτέλεσμα να αρρωστήσει και να πεθάνει στην Πάτρα την 1η Αυγούστου 1714, σε ηλικία μόλις 45 ετών. Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Κεφαλληνία και τάφηκε στο ναό του Αγίου Ιωάννου στο Ληξούρι.

Το κατεξοχήν έργο του Μηνιάτη ήταν το κήρυγμα, και μάλιστα σε απλή γλώσσα, όπως είχε καθιερωθεί κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, έτσι ώστε η διδασκαλία να είναι κατανοητή στον λαό. Ο Μηνιάτης επηρεάστηκε από την μαθητεία του στην Ιταλία και ακολούθησε στο έργο του την παράδοση της περίτεχνης ρητορικής επεξεργασίας του λόγου.

Τα έργα του Ηλία Μηνιάτη τυπώθηκαν μετά το θάνατό του. Το 1716 εξεδόθη στην Βενετία το έργο του με τίτλο «Διδαχαί εις την αγίαν και μεγάλην Τεσσαρακοστήν και εις τας Κυριακάς του ενιαυτού και επισήμους εορτάς μετά τινων πανηγυρικών λόγων» με επιμέλεια του πατέρα του· ακολούθησαν 23 εκδόσεις των Διδαχών μέχρι το 1900, γεγονός που αποδεικνύει την δημοτικότητα του έργου του στο αναγνωστικό κοινό. Το 1718 με την επιμέλεια του πατέρα του εκδόθηκε η «Πέτρα σκανδάλου», έργο ιστορικό-δογματικό, που αναφέρεται στο σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Το έργο αυτό κίνησε το διεθνές ενδιαφέρον της εποχής εκείνης και μεταφράστηκε στα λατινικά (1752), στα αραβικά (1721) και στα ρωσικά (1754), συζητήθηκε επίσης και σχολιάστηκε πολύ.

Την διατριβή αυτή συνέγραψε ο μακαριστός συγγραφέας παρακινηθείς από κάποιον άρχοντα (άγνωστο σ’ εμάς), όπως αναφέρεται σε επιστολή του πατέρα του, παπα-Φραγκίσκου Μηνιάτη, «θείω ζήλω κινηθείς παρά τινος ορθοδοξοτάτου αυθέντου προσταχθείς» και όπως καταγράφει και ο ίδιος στο πρώτο μέρος της διατριβής αυτής «Εζήτησαν παρ ἐμοῦ, άρχων ενδοξώτατε και ευσεβέστατε να μάθουν καταλιπώς τι είναι εκείνο όπου χωρίζει τας δύο Εκκλησίας».

Έτσι, στο μεν Α´ Βιβλίο (μέρος) της διατριβής αυτής αναφέρονται τα αίτια και γεγονότα του Σχίσματος των Δυτικών από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στο Β´ Βιβλίο, ανασκευάζονται βάσει της Αγίας Γραφής, Ιερών Κανόνων και Αγιοπατερικών συγγραμμάτων οι πέντε βασικές διαφορές που χωρίζουν τους Παπικούς από την Ορθοδοξία.

 

Πηγές


 

  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ηλία Μηνιάτη, «Πέτρα Σκανδάλου», Ιερά Μητρόπολις Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Εκδόσεις «Βιβλίο και Εικόνα», 2009.

Read Full Post »

Συναξάρια και νεομάρτυρες (15ος -19ος αιώνας): Ποιοτικές και ποσοτικές διαπιστώσεις – Νίκος Τόμπρος, Ιστορικός, Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2008


 

 

Νεομάρτυς Αγγελής ο Αργείος

Νεομάρτυς Αγγελής ο Αργείος

Μη γένοιτο, Κύριέ μου, να σε αρνηθώ ποτέ· εγώ χριστιανός εγεννήθηκα και χρι­στιανός θέλω να αποθάνω· και ούτε τα πλούτη σας θέλω, ούτε Τούρκος γίνομαι, αλλά πιστεύω εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν και Δεσπότην. Χάρη στα ανωτέρω λόγια ο Ιωάννης ο εν Ασπροκάστρω ανακηρύχθηκε σε νεομάρτυρα. Τον ίδιο ομολογιακό δρόμο υπέρ της του Χριστού πίστεως επορεύθησαν στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, αρκετοί ορθόδοξοι κάνοντας το μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας να αυξηθεί σημαντικά. Αυτές οι δημόσιες αρνήσεις αποτυπώθηκαν σε ένα πλήθος αγιολογικών κειμένων (συναξάρια ή μαρτυρολόγια, βίοι, ασματικές ακολου­θίες, κανόνες) που δημιούργησαν και εξέδωσαν εκκλησιαστικοί κύκλοι – οι οποίοι σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο – από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα και τα οποία διαδόθηκαν στο χριστεπώνυμο πλήρωμα κυρίως μέσω του εκκλησιασμού του. Πρόκειται για κείμενα όπου παρουσίαζαν το βίο και το μαρτύριο ατόμων τα οποία στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τη θρησκεία τους και να προβάλλουν την εις Χριστόν αγάπην θανατώθηκαν από τους αλλόθρησκους κατακτη­τές βίαια.

Οι πηγές αυτές ενδιαφέρουν τους μελετητές από φιλολογική και ιστορική σκοπιά, καθώς δίνουν απαντήσεις σε ερωτήματα τόσο για τη δομή των συναξαρίων, τις επιρροές τους, τα αίτια που τα δημιούργησαν, τους συντάκτες τους, τη σκοπιμότητα ύπαρξης των νεομαρτύρων, όσο και για ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα των ατό­μων αυτών επί οθωμανικής κυριαρχίας. Επιπρόσθετα τα κείμενα βοηθούν – στο μέτρο του δυνατού – τους ερευνητές να διεισδύσουν στον καθημερινό βίο των ορθοδόξων υπηκόων της Πύλης και στην ιδεολογία που διαμόρφωσαν την εν λόγω περίοδο. Η εξεταζόμενη λοιπόν ενότητα αφορά τους νεομάρτυρες και πλαίσιό της είναι η Οθω­μανική Αυτοκρατορία από το 1453 έως και το 1867.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Συναξάρια και νεομάρτυρες (15ος -19ος αιώνας)

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Νέα Έκδοση | Λυρικό Ημερολόγιο – Πάνος Λιαλιάτσης


 

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση ανακοινώνει την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Λυρικό Ημερολόγιο» του εκπαιδευτικού – λογοτέχνη Πάνου Λιαλιάτση. Παραδίδεται στον κόσμο ένας καλαίσθητος τόμος με τα άπαντα του ποιητή. Η έκδοση των ποιητικών απάντων ενός δημιουργού, δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να εντρυφήσει στο σύνολο του έργου του και στις κατά καιρούς πτυχώσεις του ποιητικού του οίστρου. Εμείς, στην Αργολική Βιβλιοθήκη, μόλις έφτασαν τα πρώτα βιβλία, αισθανθήκαμε την οσμή του νωπού ακόμη μελανιού σμιγμένη με την ευωδία του θυμιάματος και των αρωμάτων που η ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση αναδύει.

 

Λυρικό Ημερολόγιο

Λυρικό Ημερολόγιο

 

Στην τιμητική βραδιά που οργανώθηκε στο Βουλευτικό Ναυπλίου, σε μια κατάμεστη αίθουσα, μίλησαν για τον ποιητή ο Δρ Κοινωνιολογίας κ. Γιώργος Κόνδης και η Καθηγήτρια – Λογοτέχνις κα Κατερίνα ΠαπαδριανούΘα πρέπει να αναφέρουμε ότι η εισαγωγή στο βιβλίο είναι του Καθηγητή νέων ελληνικών στο Εθνικό Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού στο Παρίσι, Henri Tonnet.

Εδώ, παραθέτουμε ολόκληρη την εισαγωγή του Henri Tonnet και αποσπάσματα από τις ομιλίες των δύο διαπρεπών επιστημόνων.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

 

Με τον τόμο που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των ποιημάτων, στο «Βραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης». Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή – μερικές φορές κρυστάλλινη – ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες». Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη. 

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Το πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Ελευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής» (βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Μερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία – και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής – στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα – πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Αλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Ακόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Αγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση -την ψευδαίσθηση;- μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π. Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Ελένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς».

 

Μεταξύ άλλων ο Δρ. Κοινωνιολογίας κος Γιώργος Κόνδης είπε:

 

Δύσκολο, πολύ δύσκολο, να παρουσιάσει κανείς τη ζωή και το έργο ενός ανθρώπου όπως του Πάνου Λιαλιάτση διατηρώντας μια ισορροπία ανάμεσα στην προσωπικότητα, το έργο και τη συμβολική της παρουσίας ενός ανθρώπου που αναζητά το αίτιο της ύπαρξής του στον αναχωρητισμό και ταυτόχρονα στην εγκοσμιότητα. Μόνο ως άσκηση πνευματική μπορεί κανείς να διανοηθεί μια τέτοια παρουσίαση και να ξεπεράσει το φόβο της απλουστευτικής καταγραφής μιας πορείας ζωής. Τον ευχαριστώ λοιπόν γιατί θέλησε χωρίς να δέχεται τον παραμικρό αντίλογο, να κάνω αυτή τη δύσκολη άσκηση υποδεικνύοντάς μου μάλιστα αρκετές φορές πως η παρουσίαση θα πρέπει να είναι απέριττη, σοβαρή, χωρίς ακρότητες.

Θα ξεκινήσω λοιπόν από αυτήν ακριβώς τη σπάνια αρετή του Δασκάλου με Δ κεφαλαίο. Την δημιουργική πορεία ζωής, όπου οι ανησυχίες, οι αναζητήσεις, τα συναισθήματα και οι στοχασμοί, αποτελούν μέρος μιας ήρεμης, αθόρυβης αν θέλετε στάσης, ενός αναχωρητισμού που επιτρέπει την κατάκτηση της αυτογνωσίας, του επίπονου διαλογισμού για το περιεχόμενο και τον σκοπό της ίδιας της ύπαρξης. Κι έπειτα, θα πρέπει να υπάρξει επιστροφή στα εγκόσμια. Στον βιοπορισμό. Στην οικογένεια. Στην εργασία. Στη βουή της πόλης. Το ίδιο ήρεμα και αθόρυβα. Αποδίδοντας το αποτέλεσμα της ψυχικής και διανοητικής διεργασίας που μόλις είχε περατώσει, στον κόσμο, στους γύρω του, στους μαθητές του. Γράφει ποιήματα, μεταφράζει λογοτεχνικά έργα, ασκείται στην ιστορία της λογοτεχνίας χαρίζοντας στον τόπο ένα εξαιρετικό έργο, την Αργολική Λογοτεχνία, αρθρογραφεί παρουσιάζοντας ένα μέρος της προσωπικής του πορείας, των δικών του αναζητήσεων και στάσεων ζωής…

Αυτή λοιπόν η πορεία ζωής, κατά την ταπεινή μου γνώμη, συνιστά κοινωνικό παράδειγμα. Και ο συμβολισμός του είναι τόσο πιο δυνατός όσο πιο θορυβώδης και επίπλαστη παρουσιάζεται και εξελίσσεται η περιρέουσα πραγματικότητα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης προέρχεται από την σπάνια εκείνη φύτρα ανθρώπων που έχουν ταχθεί να υπενθυμίζουν τις απαράβατες αρχές και τους όρους του εν κοινωνία βίου. Την ευγένεια, το ήθος, την εργατικότητα, την χρηστή προσωπικότητα ως αποτέλεσμα του αγαθού της παιδείας, την απόδοση στην κοινωνία των αποτελεσμάτων ενός έργου που του είχε ανατεθεί. Είναι ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν, ιδιαίτερα σήμερα, τον αξιοπρεπή από τον αυλοκόλακα, τον πεπαιδευμένο από τον απαίδευτο και τον ημιμαθή, τον σκεπτόμενο Πολίτη από τον πιθηκισμό της μάζας, την κριτική σκέψη από τον μηρυκασμό…

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

 

Ο Πάνος Λιαλιάτσης είναι από τους ανθρώπους που αντιστέκονται στη γενικευμένη πλέον αγένεια μιας κοινωνίας που έμαθε να καταναλώνει χωρίς όρια και να εξισώνει χωρίς ηθικές αναστολές. Και γι’ αυτό το έργο του έχει ιδιαίτερη αξία. Είναι έργο ζωής. Έργο που διαμορφώνεται σε μια πορεία ζωής.

Η κλίση του για τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση αρχίζει από τα εφηβικά του χρόνια κα εντείνεται στη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων. Όμως, είναι ο επαγγελματικός στίβος που θα κάνει πραγματικότητα το όνειρό του να βρεθεί σε μαθητική τάξη διδάσκοντας και θα αναδείξει τις αρετές ενός πραγματικού Δασκάλου. «Γεννήθηκα ξημερώνοντας των Τριών Ιεραρχών» εξομολογείται και το επαναλαμβάνω μπροστά σας σαν για να πω πως ορισμένα πράγματα του βίου έχουν προ…καθοριστεί!

Περνά από το Δημοτικό Σχολείο Ασίνης και το Γυμνάσιο Ναυπλίου μέχρι το 1955 και στη συνέχεια εισάγεται στη Θεολογική Σχολή Αθηνών όπου φοιτά με υποτροφία του ΙΚΥ και παρακολουθεί ταυτόχρονα τη Φιλοσοφική Σχολή. Το 1963 -64 βρίσκεται στο Παρίσι με την υποτροφία της Καθολικής Εκκλησίας Oeuvred’Orient. Επιστρέφοντας την άνοιξη του 1964 η θέση του Επιμελητή ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου τον περιμένει. Αποκτά μια πρόσθετη επαγγελματική εμπειρία αλλά και γνώσεις σε νέα επιστημονικά αντικείμενα όπως τα νομικά και η εγκληματολογία.

Έτσι, μετά από βιοποριστική περιήγηση 10 ετών, φτάνει στο 1972 για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του να διδάξει και να αναζωπυρώσει τη φλόγα που καίει μέσα του για την Εκπαίδευση.

Ο Πάνος Λιαλιάτσης θα δώσει ένα σοβαρό αγώνα για να ξεφύγουν εκπαιδευτικοί και μαθητές από την λογική μιας επαγγελματικής εκπαιδευτικής βαθμίδας που βρίσκεται σε κατώτερη θέση, υποβαθμισμένη δηλαδή, σε σχέση με την αντίστοιχη του γενικού λυκείου. Ολόκληρη η παρουσία του και η εκπαιδευτική του δραστηριότητα προσανατολίζονται στο να δημιουργήσουν ακριβώς μια αντίθετη εικόνα και να τονώσουν το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι εκδρομές, οι σχολικές εορτές, οι ώρες οι αφιερωμένες στη λογοτεχνία και την ποίηση, δημιουργούν ένα σημαντικό ανάχωμα στην σκέψη «παιδιών ενός κατώτερου θεού».

Αλλά ο αγώνας του εκπαιδευτικού Λιαλιάτση στην επαγγελματική εκπαίδευση δεν αποτελεί τυχαία παρόρμηση ή έστω χαρούμενο ξέσπασμα από την αναπάντεχη πραγματοποίηση του ονείρου να δει εαυτόν διδάσκοντα. Είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς και γόνιμης διαδικασίας αυτογνωσίας και αυτοκαθορισμού στο σύνολο και ιδιαίτερα απέναντι στους νέους. Ήδη σε καιρούς περίεργους ο Πάνος Λιαλιάτσης τολμά να εκφράσει άποψη για τη σεξουαλικότητα των νέων και μάλιστα σε χριστιανικό περιοδικό με τόση και τέτοια καθαρότητα λόγου που προκαλεί έκπληξη αν αναλογισθεί κανείς τη χρονική περίοδο! Στη «Σύναξη» Νο 6 δημοσιεύει απάντηση στις αιτιάσεις ενός κ. Νέλλα :

«Αγαπητέ κύριε Νέλλα,

Το αφιέρωμα της «Σύναξης» στο ανθρώπινο σώμα ήταν πράγματι «ωραίο», γιατί έλειπε από τις σελίδες του το ανθρώπινο σώμα! Έλειπε δηλαδή ο έρωτας, η λειτουργική του, η συμβολική του, τούτη η materialgravis, η ξορκισμένη πραγματικότητα των θεολόγων ή, καλύτερα, των θρησκευομένων. Αφού ξεφύγαμε έτσι αυτή τη βασική λειτουργία του σώματος, καταφέραμε να το αποπνευματώσουμε και να το ωραιοποιήσουμε. Για άλλη μια φορά, η ορθόδοξη προβληματική απέφυγε τούτο το αγκάθι, που ματώνει ανέκαθεν το σώμα των θεολόγων. (…)

Πάντως οι νέοι μας σήμερα μεγαλώνουν ερήμην της Εκκλησίας. Έχουν τη γνώμη πως ξεμπέρδεψαν πια μ’ αυτήν και είναι ολότελα ελεύθεροι. Έτσι αρχίζει η δυστυχία τους: νέοι φανατισμοί, μίση, δουλείες, πάθη. Τούτη τη φορά δεν φτάνουν στο προγονικό τους «μέτρο». Τους προκαλεί η σιγή των χριστιανών για τα πεδία του σώματός τους που οι νέοι καταφάσκουν και γι’ αυτό κραυγάζουν. Αν τους είχαμε μιλήσει για την ερωτική ομιλία, που εικονίζει την καθολική δημιουργική λειτουργία και είναι προάγγελος της Αγάπης, όπου συναιρείται το εγώ και τα συ των σωμάτων μας στο εμείς του ποιητικού μυστηρίου, δε θα έφευγαν, ίσως, από την Εκκλησία. Θα έμεναν να φτιάξουν ζωντανά σπιτικά, σωστά παιδιά, λυτρωτική τέχνη και κατοικήσιμες πόλεις. Αλλά ποιος υπεύθυνος θα τους μιλήσει σ’αυτή τη γλώσσα;»

Ο Πάνος Λιαλιάτσης δεν σταμάτησε μόνο στη συγγραφή. Δεν περιορίστηκε απλά στη μνημόνευση. Συμμετείχε ενεργά στην πολιτισμική παραγωγή του τόπου και συνέβαλε στη διαμόρφωση και εξέλιξη δυο εξαιρετικών χώρων πνευματικής και επιστημονικής έκφρασης για το Ναύπλιο και την Αργολίδα: την Βιβλιοθήκη του «Παλαμήδη» και τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα». Και οι δυο χώροι αποτελούν ακόμα και σήμερα ζωντανούς οργανισμούς γενικότερης πολιτισμικής ανάπτυξης και έκφρασης.

Στη Γαλλία ο Πάνος Λιαλιάτσης θα έρθει με μεγαλύτερη ευκολία σε επαφή με τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής και τις σημαντικές φιλοσοφικές σκέψεις και αναζητήσεις. Ο Danieloux θα τον επηρεάσει σοβαρά ώστε να βιώσει ένα δυνατό δίλλημα ως προς τις πνευματικές του αναζητήσεις ανάμεσα στη λογοτεχνία ή την πατρολογία. Η φιλοσοφική Σχολή αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον αγαπημένο του χώρο για τον προσανατολισμό των φιλοσοφικών του αναζητήσεων.   Ανάμεσα στα πολλά έργα που θα μεταφράσει δυο είναι τα πιο σημαντικά και ταυτόχρονα ενδεικτικά των πνευματικών του αναζητήσεών. «Ο Ιησούς της Ναζαρέτ όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» του καθηγητή και Δημάρχου του Στρασβούργου Etienne Trocquet και «Η Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας» του Ηenri Τonnet που θα μεταφράσει μαζί με την καθηγήτρια της Γαλλικής γλώσσας Μαρίνα Καραμάνου.

Μπορεί το έργο του Πάνου Λιαλιάτση να χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να καταγράψει τη ζωή ως ένα διαρκές θαύμα στο δοκίμιο, όμως η μεγάλη του αγάπη για την ποίηση θα προσδώσει στην προσπάθεια αυτή ένα ξεχωριστό βηματισμό. Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια όταν πρωτοδημοσιεύει ποιήματα στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» αλλά και σε άλλες εφημερίδες της Αργολίδας· ως φοιτητής στη φιλολογική «Βραδυνή» που διευθύνει στη δεκαετία του 60 ο Μπάμπης Κλάρας και αργότερα στην Καθημερινή, τη Νέα Εστία, την Εποπτεία, τη Σύναξη και σε πολλά άλλα λογοτεχνικά βήματα, ο Πάνος Λιαλιάτσης θα δημιουργήσει έναν βαθύ πνευματικό δεσμό με την Ποίηση, με το χώρο δηλαδή που του επιτρέπει και σήμερα ακόμα να βιώνει τον αναχωρητισμό και να χαίρεται την εγκοσμιότητα.

 

Τέλος, η κα Κατερίνα Παπαδριανού, στην εισήγησή της μίλησε για τον ερωτικό Πάνο Λιαλιάτση, προσεγγίζοντας το θέμα της με ιδιαίτερη λεπτότητα και ευαισθησία.

 

Ο ποιητής Πάνος Λιαλιάτσης στην πλειοψηφία των ποιημάτων του είναι τρυφερός και ερωτικός. Ο Έρωτας στον οποίο αναφέρομαι αφορά στο τετράπτυχο Αγάπη-Ασίνη- Ανάπλι- Αγιόρος. Και οι τέσσερις λέξεις αρχίζουν από Α. Σύμπτωση; Ίσως.   Έρωτας για τον Κύριο, την Ορθοδοξία, τη Ζωή, τη Γυναίκα, τον Έρωτα για την Υπέρβαση και την Τελειότητα, τον Πλατωνικό έρωτα.

Παλικάρι είκοσι ετών ήρθε εξαίφνης τη νύχτα η αρρώστια να σου κλέψει το μισό φως της ημέρας και να κομίσει την ασχήμια στην όψη σου.Τότε πάλεψε με τον πόνο και τη θλίψη και τελικά συμβιβάστηκε με τον εαυτό του ανοίγοντας διάλογο με το έσω φως. Έτσι τον βρήκε και τον φίλησε ο θεός καταμεσίς στον κήπο των άστρων και από τότε γυρίζει τρελός στις στέρνες κυνηγώντας τα κοιμισμένα κουνούπια που φράζουν τον ουρανό και ύστερα άρχισε να σαλεύει τα πάντα που τον αφορούσαν και τον άγγιζαν και έγινε ο ποιητής σαλός. Ταράζει και ταράζεται. Ερωτεύτηκε την Ποίηση, την ποίηση στην οποία και βρήκε γιατρειά.

Μα εκεί που ο ποιητής φαίνεται να παλεύει πολύ, να αγωνίζεται σκληρά είναι στην προσπάθεια να ακουμπήσει, να πλησιάσει το Θεό. Ορέγεται να γευτεί τον ουράνιο παράδεισο και τεντώνει τα χέρια και το κορμί για το άπιαστο, την άλλη ύλη, την πνευματική. Και μετά από μεγάλο αγώνα και εκεί που ήλπιζε να βρει τη λύτρωση, αναδιπλώνεται και γυρνάει πάλι στη γη και στη σκληρή πραγματικότητα, φοβισμένος, αδύναμος, συντριμμένος από την απότομη πτώση κάνοντας αυστηρή κριτική στον εαυτό του…

Ο ποιητής στο ποίημα « Ο ΦΡΑΧΤΗΣ» που είναι της σχολής του Γιώργου Σεφέρη εκφράζεται με στίχους που εξιδανικεύουν τον Έρωτα   «της άλλης όχθης, όπου εκεί ακούς τη μουσική του Θεού και αφουγκράζεσαι την αναπνοή των αγγέλων». Θέλει ν’ ανέβει στα ύψη, κάνει πρόβες και δοκιμές, γυμνάζεται δυνατά για να ξεπεράσει τα εμπόδια για να πηδήξει το «ΦΡΑΧΤΗ» και να βρεθεί στον άλλο κόσμο, αυτόν που ονειρεύεται. Βλέπει όμως πως δεν μπορεί να τα καταφέρει όσο κι αν προσπαθεί όσο κι αν ματώνει και ύστερα απογοητεύεται και προσγειώνεται με κρότο. Πώς να πηδήξει το «Φράχτη», πώς να ξεπεράσει τα εμπόδια για να περάσει στην αντίπερα όχθη; Εδώ μοιάζει με τον Καβάφη γιατί μόνιμα έχει τη βάσανο που δεν τον αφήνει ήσυχο, υπάρχει ένας κόσμος που είναι όπως τον έχει φανταστεί ο ιδεατός, ο όμορφος, ο ερωτικός, ο αγνός και αμόλυντος αλλά η ζωή είναι αλλιώς και τον προσγειώνει ανώμαλα μέσα στην καθημερινότητα και τη ρουτίνα αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τα άπιαστα όνειρα και τα ιδανικά και να ζήσει στα καθημερινά, τα δύσκολα και τα ανούσια. Ίπταται, αιωρείται ανάμεσα σε αυτό που θέλει και αυτό που πρέπει, έτσι απολογείται:

«Τι πληγή μετά την πρώτη μαγεία

να ξυπνήσεις σε μια μικρή πολιτεία

με την ομορφιά περιφραγμένη

και τα όνειρα αραδιασμένα σε ευθείες!»

Στο τέλος γέρνει με τους αδύναμους και καλοτυχίζει όλους όσους δεν διάβηκαν το φράχτη και έμειναν δεμένοι στις ρίζες τους, μακαρίζοντας όμως τους τολμηρούς οδοιπόρους. Εδώ, γιατί ο ποιητής άλλαξε γνώμη, τι συνέβη, γιατί δεν τόλμησε να πηδήξει το φράχτη και να περάσει στην αντίπερα όχθη; Μόνο ο ποιητής το γνωρίζει. Τέλος, απροσδόκητα σαν να θέλει να δικαιολογηθεί βγάζει το συμπέρασμα πως:

«Η απόσταση γεννά την Εδέμ…»

Και μετά γίνεται αυστηρός τιμωρός του «αδύναμου εαυτού του» λέγοντας πικρόχολα:

«πως ο θεός δε συμπαθεί τους βιαστικούς αγίους

και τους ειρωνεύεται κάποτε γκρεμίζοντάς τους

στο πρώτο σκαλί-λένε και πιο χαμηλά».

Αν θελήσει κάποιος να επιλέξει από τα ποιήματα του Πάνου Λιαλιάτση για να κάνει μια παρουσίαση των ποιημάτων του, πολύ γρήγορα θα αντιληφθεί πως είναι δύσκολο να διαλέξει. Είναι όλα ένα κι ένα, καλοδουλεμένα, προσεγμένα με απλά και καθαρά ελληνικά αφού ο ποιητής είναι ένας τέλειος γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και της γλώσσας του Ευαγγελίου. Δεν είναι φλύαρος είναι φειδωλός, κατανοητός, λαγαρός και ήρεμος. Η ανάγνωσή τους δεν σε αγχώνει παρά σε ηρεμεί και σε λυτρώνει, αφού βρίσκεις πολλούς στίχους του, να σε αγγίζουν και να σε αφορούν. Σου κάνει καλό θαρρώ, στην ψυχή σου. Ναι η ποίηση του Πάνου Λιαλιάτση είναι ψυχοθεραπευτική!

  

Πάνος Λιαλιάτσης

«Λυρικό Ημερολόγιο»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Άργος, Μάρτιος, 2014.

192 σελίδες

ISBN 978-960-9650-10-6

Τα Αρωγά Μέλη της βιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν τη νέα αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Read Full Post »

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου Αργολίδας


 

 

Λίγο πιο πάνω από τη Χούνη και πολύ ψηλότερα – κοντά στην κορυφογραμμή της χαράδρας- μπορεί να αγναντέψει κανείς ένα μικρό ερημοκλήσι – ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς – που είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της. Ανήκει στο Βρούστι και είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Αγίας Ιερουσαλήμ ή της Υπαπαντής.

 

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου

 

Η ιστορία του χάνεται στα χρόνια και πρέπει να  χτίστηκε πριν από το 1700 μ.Χ. από σκηνίτες κτηνοτρόφους της ευρύτερης περιοχής. Οι ντόπιοι ονομάζουν το εκκλησάκι και την περιοχή «Άγια Ρουσαλή» και κάποτε το γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια δυο φορές το χρόνο, στις 2 Φεβρουαρίου και στις 2 Ιουλίου, οπότε συνέρεαν στη χάρη της, πέρα από τους Βρουστιώτες, και το σύνολο των κατοίκων των κοντινών οικισμών της Καρυάς: η Χούνη, τα Σπαναίικα, η Αγριλίτσα, το Γαλάτι, το Κοτρώνι, η Στραβή ράχη κ.λπ.

Παρόμοια εκκλησάκια και τοπωνύμια με μικρές παραλλαγές βρίσκουμε σε λίγες περιοχές της Ελλάδας. Συγκεκριμένα  μικρό εξωκλήσι «Αγιαρσαλή»  μέσα σε σπηλιά με απόκρημνα βράχια βρίσκεται στο χωριό Βελίτσα στην Τιθορέα Λοκρίδας. Από τα βράχια της σπηλιάς αυτής στάζει νερό, που συρρέει σε μια μεγάλη πελεκημένη βαθουλωτή πέτρα. Ίδια τοπωνύμια  «Αγιαρσαλή» υπάρχουν  στην Αμφίκλεια, στη Λιβαδειά, κοντά στη Δαύλεια, όπου είναι και μοναστήρι, στην Υπάτη Φθιώτιδας  και στη νήσο Κέα (Τζια). Τοπωνύμιο «Αϊρσαλή» βρίσκουμε στο χωριό Ξυλικοί Φθιώτιδας , ενώ «Αρσαλή» ονομάζουν  ναΐσκο  στο βουνό Κνημίς πάνω από τα Καμμένα Βούρλα.

Το ξωκλήσι της Αγιαρσαλής στη Τιθορέα.

Το ξωκλήσι της Αγιαρσαλής στη Τιθορέα.

Τοπωνύμιο  «Αγία Ρουσαλή» απαντά στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλληνία , «Αϊρουσαλή»  ή  «Αρουσαλή» στην  Πελοπόννησο, «Αροσαλή» και  «Γερσαλή» στη Ρόδο , «Aρσαλιά» στη Βλάτση Μακεδονίας  και στο χωριό Άγιος Γεώργιος Γρεβενών, ενώ ερημοκλήσι της Αγίας Ιερουσαλήμ υπάρχει στη Στυλίδα και ναός της «Αγίας Ιερουσαλήμ» στη Βέροια, όπου μαρτύρησε η Αγία Ιερουσαλήμ και τα τρία παιδιά της, όταν αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος (276-282 μ.Χ.).  Στην Κρήτη, τέλος, στις ανατολικές κλιτύες του Ψηλορείτη καταγράφεται το 1894 «Μονή Ιερουσαλήμ».

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων από τις παραπάνω θέσεις είναι ότι βρίσκονται σε απόμερες και δυσπρόσιτες σπηλιές, στις οποίες τρέχει λίγο ή πολύ νερό, που οι παλαιότεροι το θεωρούσαν θαυματουργό «Αγιονέρι», γιατί  πίστευαν, ότι θεραπεύει τις αρρώστιες. Ίσως γι αυτό ταυτίστηκε  η γιορτή της Αγίας Ιερουσαλήμ σε κάποιες περιοχές με τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής.  Είναι πολύ πιθανό μάλιστα στη συλλαβή « -ρου-» να λανθάνει παρήχηση της ροής των νερών.

Όλα αυτά τα τοπωνύμια και τα αντίστοιχα εκκλησάκια είναι πιθανό να οφείλονται και να είναι αφιερωμένα στην Αγία Ιερουσαλήμ και στα τρία παιδιά της, Σέκενδο, Σεκένδικο και Κήγορο ή Κέγουρο, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ. Η γυναίκα αυτή μετά το θάνατο του συζύγου της πήρε τη μεγάλη απόφαση να  ταξιδέψει παντού και να κηρύξει το λόγο του Θεού.  Ξεκίνησε με τα παιδιά της από την Αλεξάνδρεια κηρύττοντας  από πόλη σε πόλη κατά της ειδωλολατρίας και έφτασε στη Ρώμη, την πρωτεύουσα του τότε Ρωμαϊκού κράτους. Στη συνέχεια ήρθε στα μέρη μας, πέρασε από την Αθήνα, τη Βοιωτία, τη Θεσσαλία και κατέληξε στη Βέρροια, όπου έγινε μοναχή και ανέπτυξε ιεραποστολική δράση οδηγώντας πολλούς ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη.

Την περίοδο εκείνη έγινε Αυτοκράτορας ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος και διέταξε το διωγμό των Χριστιανών.  Έτσι την κατήγγειλαν στον δούκα της Θεσσαλονίκης Κινδιανό, ο οποίος πήγε αυτοπροσώπως στη Βέροια για να την ανακρίνει και βλέποντας τη σταθερότητά της διέταξε να βασανιστεί. Εκτέλεσαν τα παιδιά της με βασανιστικό τρόπο, αφού ο ένας σύρθηκε πίσω από άλογα, ο δεύτερος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου και ο τρίτος υποχρεώθηκε να φορέσει πυρωμένη περικεφαλαία. Τέλος αποκεφάλισαν και την αγία μητέρα τους ανάμεσα στα έτη 276-282. Η κάρα της σώζεται στον προσκυνηματικό Ι. Ν. Αγ. Αντωνίου, Πολιούχου της Βέροιας, και εορτάζεται πανηγυρικά στις 4 Σεπτεμβρίου. Η διάδοση του τοπωνυμίου της Αγίας Ιερουσαλήμ  οφείλεται πιθανότατα στη λατρεία των  πιστών της, ιδιαίτερα στους τόπους απ’ όπου πέρασε και δίδαξε, καθώς προχωρούσε προς τη Βέρροια, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα η ίδια και τα παιδιά της.

Μια  δεύτερη εκδοχή συνδέει τα τοπωνύμια και τις εκκλησίες αυτές με την ιερή πόλη της Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή πολλοί  ελληνορθόδοξοι μοναχοί ή απλοί πιστοί είχαν μετοικήσει από  την περιοχή των Ιεροσολύμων της Παλαιστίνης  σε περιοχές του ελλαδικού χώρου, για να αποφύγουν τις διώξεις των Σαρακηνών ή των Εικονομάχων τον 8ο μ.Χ. αι. αλλά και  των Σταυροφόρων το 13ο αιώνα μ.Χ. Η επικάλυψη του ονόματος της μάρτυρος Ιερουσαλήμ από το ομόηχο όνομα της πόλης Ιερουσαλήμ οφείλεται κυρίως στο ότι ο λαός άκουγε το όνομα της άγιας πόλης πάρα πολύ συχνά από τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους ψάλτες . Έτσι σε κάποιες περιοχές φαίνεται ότι λησμονήθηκε σταδιακά η μνήμη της Αγίας Ιερουσαλήμ  και η λατρεία της υποκαταστάθηκε από τη λατρεία της Παναγίας, που τόσο άμεσα συνδέονταν με την  πόλη της Ιερουσαλήμ.

Γιατί όμως η Αγία Ιερουσαλήμ είναι η αγία των σπηλαίων και των βράχων; Γενικότερα η ταπείνωση και η λιτότητα των τοιχωμάτων ενός σπηλαίου συνδέεται από την πρώτη στιγμή με το χριστιανισμό. Μια ταπεινή σπηλιά στη Βηθλεέμ διάλεξε ο Θεάνθρωπος για την ενανθρώπισή του, αφού  σύμφωνα με το βυζαντινό υμνωδό «εν τω σπηλαίω τίκτεται». Σ’  ένα σπήλαιο της Πάτμου γράφτηκε η αποκάλυψη του Ιωάννη.  Μέσα σε σπηλιές φώλιασαν μοναχοί, βρήκαν καταφύγιο εικόνες και χτίστηκαν ξωκλήσια. Σε όλη την ελληνική επικράτεια αντικρίζουμε εκατοντάδες εκκλησάκια, αλλά και ολόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα σκαμμένα ή σκαρφαλωμένα σε βράχους. Άλλα απλές σπηλιές και άλλα περίτεχνες κατασκευές με αγιογραφίες ζωγραφισμένες ή λαξεμένες επάνω σε λείες επιφάνειες βράχων. Στις μέρες μας εκατοντάδες μοναστήρια, ασκηταριά και εκκλησίες βρίσκονται φωλιασμένες σε κάποιον βράχο της πατρίδας μας και αντιμετωπίζονται με σεβασμό από τους πιστούς κάθε περιοχής.

Υπάρχει όμως και μια ειδικότερη ερμηνεία. Στα Μεσαιωνικά χρόνια υπήρχαν πολλά ιεραποστολικά ταξίδια Μοναχών του Αγίου Τάφου στους Ελλαδικούς τόπους, όπου εργάζονταν για τη στερέωση της πίστης, έκαναν εράνους για συνδρομή των αγίων τόπων και έκτιζαν εκκλησάκια και Μονές. Αυτοί που μετοικούσαν έπαιρναν μαζί τους εικόνες και άλλα ιερά κειμήλια και μόναζαν σε δυσπρόσιτες σπηλιές. Ο ερχομός μοναχών από τους Αγίους Τόπους ήταν η αφορμή  για την επικράτηση της ονομασίας Ιερουσαλήμ σε κάποιες  περιοχές.

  

H Αγία Ρουσαλή Βρουστίου

 

Ίσως μια από αυτές να είναι η σπηλιά και το εξωκλήσι της  Αγιαρουσαλής πάνω από τη Χούνη. Φαίνεται πως στη σπηλιά αυτή του Βρουστίου πάνω από τη Χούνη κατέφυγε κάποιος μοναχός από τα Ιεροσόλυμα και με τη βοήθεια των ντόπιων βοσκών, που είχαν τα κοπάδια τους στα στανοτόπια της περιοχής, ερείπια των οποίων σώζονται και σήμερα ανατολικά από το εκκλησάκι, έχτισε το εξωκλήσι κάτω από το βράχο και διαμόρφωσε τη σπηλιά σε ασκηταριό εξασφαλίζοντας και το νερό, που έσταξε από το βράχο. Το ξωκλήσι πήρε το όνομά του από  τους Αγίους Τόπους και την πόλη της Ιερουσαλήμ, απ’ όπου προερχόταν ο ένας ή πολλοί μοναχοί που το έχτισαν και δεν έχει σχέση με την αγία Ιερουσαλήμ, η οποία άλλωστε σύμφωνα με την παράδοση και τις υπάρχουσες μαρτυρίες δε φαίνεται να πέρασε ποτέ από αυτά τα μέρη και δεν υπάρχει στην περιοχή αυτή ούτε εικόνα ούτε προφορική παράδοση σχετική με την Αγία Ιερουσαλήμ.

Το  «αξιοπερίεργο» γεγονός  ερημοκλήσια  και μοναστήρια  με  το όνομα της Αγίας Ιερουσσαλήμ να είναι αφιερωμένα σε άλλους αγίους και να μη γιορτάζουν στις 4 Σεπτεμβρίου, που εορτάζει κανονικά η Αγία Ιερουσαλήμ, το συναντάμε και σε άλλες  περιοχές, όπου  η γιορτή της Αγίας Ιερουσαλήμ υποκαταστάθηκε από τη γιορτή της Παναγίας ή από τη γιορτή τοπικών Αγίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Βέροιας, όπου  υπήρχε ναός της Αγίας Ιερουσαλήμ που κάηκε το 1772 μ.Χ. και «…υποκατεστάθη από την πανήγυριν του Αγίου Αντωνίου». Στην Κεφαλληνία επίσης  το Μοναστήρι της Παναγίας Ιερουσαλήμ  το διαδέχτηκε μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου – προστάτη της Κεφαλονιάς-, ο οποίος βρήκε ερειπωμένο μοναστήρι της Παναγίας Ιερουσαλήμ και, αφού το ανοικοδόμησε, το ονόμασε Νέα Ιερουσαλήμ.  Σε πολλές περιπτώσεις  μάλιστα,  όπου υπάρχει εικόνα της Παναγίας, υπάρχει συνήθως και παράδοση ότι η Παναγία έφυγε από την Αγία πόλη Ιερουσαλήμ της Παλαιστίνης και κυνηγημένη κατέφυγε στη συγκεκριμένη σπηλιά.

Η Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου αφιερώθηκε στην Υπαπαντή του Κυρίου, όπως φαίνεται και από τη δεύτερη εικόνα αριστερά της αγίας πύλης μέσα στο εκκλησάκι και γιορτάζει κάθε χρόνο στις 2 Φεβρουαρίου, που είναι η γιορτή της Υπαπαντής.  Υπαπαντή σημαίνει  «προϋπάντηση»(υπό + απαντώ) και είναι η μέρα, που η Παναγία πήγε το Χριστό στην εκκλησία, 40 μέρες μετά τη γέννησή Του και βγήκε ο γέροντας Συμεών να προϋπαντήσει την Παναγία και το Βρέφος. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό κατά το και να προσφέρουν την καθιερωμένη θυσία, που κατά την παράδοση ήταν ένα ζευγάρι τρυγόνια ή περιστέρια.

 

Η Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου

Η Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου

 

Κάποτε όμως γιόρταζε και στις 2 Ιουλίου την κατάθεση της Αγίας Εσθήτας της Παναγίας. Τον Ιούλιο μάλιστα, που ευνοούσαν οι καιρικές συνθήκες, μέχρι τη δεκαετία του 1970 έφθαναν στην Αγια-Ρουσαλή οι κάτοικοι του Βρουστίου και των γύρω οικισμών, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πεζοί ή με τα ζώα τους από την παραμονή της γιορτής εφοδιασμένοι με κουβέρτες και φαγητά. Παρακολουθούσαν τον εσπερινό, έτρωγαν τα φαγητά τους, έστρωναν τις κουβέρτες και «για το καλό», για να έχουν δηλαδή την ευλογία της Αγίας, κοιμόντουσαν μέσα στη σπηλιά. Την άλλη μέρα παρακολουθούσαν τη λειτουργία, γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς και μετά το μεσημέρι επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Ο μοναδικός δρόμος για να φτάσει κανείς στην Αγια-Ρουσαλή του Βρουστίου είναι ένας χωματόδρομος βατός και με αγροτικά κυρίως αυτοκίνητα, που ξεκινάει από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το Βρούστι, τη «στροφή του Ζαφείρη» λίγο πριν φτάσουμε στο χωριό, και οδηγεί ανατολικά.  Μετά από 2 περίπου χιλιόμετρα ευθείας σχετικά πορείας φτάνουμε στην τοποθεσία «Διάσελο» και αν συνεχίσουμε ευθεία θα περάσουμε από τις «Ράχες», ένα οροπέδιο με θέα προς το βόρειο τμήμα του αργολικού κάμπου, και κατηφορίζοντας ευθεία θα φτάσουμε στα Σταθαίικα και αριστερά  στο εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου με τις πηγές «Κλίμα», από όπου υδρεύονταν παλαιότερα τα Σταθαίικα, και συνέχεια στην Αγία Μαρίνα και το Σχοινοχώρι.

Από το Διάσελο όμως μπορούμε να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί δεξιά προς την περιοχή «Ψηλή Γκορτσιά» και σε απόσταση 1, 7 περίπου χιλιομέτρων θα φτάσουμε σε μια νέα διασταύρωση.  Ο δρόμος αριστερά οδηγεί σ’ ένα μεγάλο πάρκο με φωτοβολταϊκά, που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια. Ο δρόμος δεξιά κατηφορίζει και μετά από μερικές στροφές καταλήγει μετά από 1,3  ακόμα χιλιόμετρα κάτω από τη σπηλιά της Αγια-Ρουσαλής. Στα τελευταία 300 περίπου μέτρα ο δρόμος είναι πολύ κατηφορικός και δύσβατος και μόνο με αγροτικό αυτοκίνητο μπορούμε να τον διαβούμε με ασφάλεια, ειδικά στη φάση της επιστροφής, παρά τη βελτίωση που έκανε τα τελευταία χρόνια ο πολιτιστικός σύλλογος του Βρουστίου «Η Πλατάνα».

 

Η είσοδος

Η είσοδος

 

Παλαιότερα κάποιοι προσκυνητές ανέβαιναν πεζοί και από τη Χούνη μέσα από ένα ανηφορικό και δύσβατο μονοπάτι, που σήμερα είναι πολύ δύσκολο να το βρει και να το περάσει κάποιος. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η Αγια-Ρουσαλή είναι ορατή από το δρόμο Άργους – Καρυάς, αφού στέκεται επιβλητική πάνω από τον οικισμό της Χούνης και μπορεί να την παρατηρήσει κανείς καλά από ένα πρατήριο καυσίμων, που βρίσκεται αριστερά του δρόμου στο ύψος της Χούνης.

Φτάνοντας κάτω από τη σπηλιά αντικρίζουμε ένα ψηλό πέτρινο τείχος, που κλείνει την είσοδό της και τη μετατρέπει σε οχυρό. Η τεράστια σπηλιά σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι, που είναι χτισμένο μέσα στη σπηλιά, και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Αν κοιτάξουμε κάτω προς τη Χούνη, πριν μπούμε στο εσωτερικό του οχυρού, διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε στην κορυφή ενός απότομου γκρεμού, που τρομάζει και προκαλεί ίλιγγο σε όσους δεν έχουν παρόμοιες εμπειρίες.

Η είσοδος στη σπηλιά – οχυρό γίνεται από μια παμπάλαια  δρύινη πόρτα με χαραγμένα πάνω της τα σημάδια του χρόνου. Πάνω από την πόρτα και λίγο ανατολικότερα μια μικρή καμπάνα κρέμεται στερεωμένη στην κορυφή του πέτρινου τείχους με την αλυσίδα της να καταλήγει στην αρχή της τσιμεντένιας σκάλας, που οδηγεί στην είσοδο. Αν στρέψουμε τα μάτια μας προς το νότο από το πλατύσκαλο, πριν περάσουμε την είσοδο, θα διακρίνουμε στο βάθος πεντακάθαρα τον αργολικό κόλπο με τη Νέα Κίο στη μια πλευρά του και το Ναύπλιο απέναντι στο βάθος. Όταν ο ορίζοντας είναι καθαρός, θαρρεί κανείς ότι θα φανούν και οι Σπέτσες στο βάθος της εκπληκτικής εικόνας, που έχει μπροστά του.

Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει μια στέρνα με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι. Επειδή όμως τα ζωντανά τους καλοκαιρινούς μήνες στάλιζαν κιόλας μέσα στη δροσιά της σπηλιάς και άφηναν τις κοπριές τους, δημιουργήθηκε μια ανοιχτή τετράγωνη τσιμεντένια δεξαμενή – λινός έξω από το τείχος, όπου διοχέτευαν οι τσοπαναραίοι το νερό της στέρνας, για να ποτίσουν τα ζώα τους.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο

 

Στη νοτιοδυτική πλευρά του εσωτερικού της σπηλιάς είναι χτισμένο με πέτρα το μικρό εκκλησάκι της Υπαπαντής, που καλύπτεται ολόκληρο από το βράχο της σπηλιάς. Τα κεραμίδια στη στέγη του χρησιμεύουν για την προστασία από τις σταλαγματιές νερού, που στάζουν από το βράχο ιδιαίτερη τη χειμερινή περίοδο. Στο εσωτερικό του μικρού ναΐσκου διακρίνουμε την παραδοσιακή διαρρύθμιση με δυο κανονικά μανουάλια κι ένα χαμηλότερο, το ξύλινο στασίδι για τους ψάλτες και την κλασική εικονογραφία των ορθόδοξων ναών με τον Ιησού Χριστό και την Παναγία αριστερά και δεξιά της ωραίας πύλης και την εικόνα της Υπαπαντής δίπλα από την εικόνα της Παναγίας.

 

Το πέτρινο τείχος κλείνει την σπηλιά στις δύο πλευρές. Σε όλη την εσωτερική του επιφάνεια διακρίνονται μια σειρά από πολεμίστρες.

Το πέτρινο τείχος κλείνει την σπηλιά στις δύο πλευρές. Σε όλη την εσωτερική του επιφάνεια διακρίνονται μια σειρά από πολεμίστρες.

 

Το πέτρινο τείχος που κλείνει την σπηλιά στις δύο πλευρές του ακουμπάει στην οροφή της σπηλιάς, ενώ στο κεντρικό του τμήμα έχουν καταρρεύσει τα υψηλότερα τμήματά του. Σε όλη την εσωτερική του επιφάνεια διακρίνονται μια σειρά από πολεμίστρες με το άνοιγμά τους να βλέπει προς τη Χούνη.  Ολόκληρη η σπηλιά αυτή με την εκκλησία στο εσωτερικό της αποτελεί φυσικό κάστρο και οχυρό εκ της θέσεώς της στην κορυφή της απόκρημνης πλαγιάς. Σύμφωνα με την παράδοση στα Ορλωφικά την περίοδο του 1770 η σπηλιά της χρησίμεψε ως καταφύγιο των κυνηγημένων από τους Τούρκους Αργείων, ενώ στη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 αποτέλεσε άντρο και ορμητήριο του καπετάν Δαγρέ κατά του Ιμπραήμ.

Ο εορτασμός της Αγια-Ρουσαλής στις 2  Φεβρουαρίου έχει αναβιώσει τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία του δραστήριου Πολιτιστικού και Εξωραϊστικού Συλλόγου Βρουστίου «Η ΠΛΑΤΑΝΑ», ο οποίος κατάφερε να συντηρήσει την εκκλησία, να βελτιώσει το δρόμο, που οδηγεί στο ερημοκλήσι, και να διαμορφώσει ένα χώρο παρκαρίσματος κάτω  από την εκκλησία, που κάνει πιο εύκολη και ασφαλή την πρόσβαση με αυτοκίνητο.

 

Πηγές


 

  • Βασιλόπουλος Δ. Χαρ., «Η Αγία Ιερουσαλήμ», Εκδόσεις Ορθόδοξος Τύπος, Αθήναι 1980.
  • Βελέντζας Θανάσης, «To  τοπωνύμιο  “Αγιαρσαλή”», ηλεκτρονική εφημερίδα e-tithorea.gr

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Βασιλόπιτα: Ένα Ελληνικό Έθιμο


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Βασιλόπιτα: Ένα Ελληνικό Έθιμο»

 

Η βασιλόπιτα είναι ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που τηρείται σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά σπίτια και κυρίως στα ελληνικά. Κανένα από τα ετήσια έθιμα δεν τηρείται τόσο απαράβατα από τους Νεοέλληνες, όπου κι αν βρίσκονται στα πέρατα του κόσμου, και δεν έχει τόσο βαθιές ρίζες στο χρόνο, όσο η βασιλόπιτα της πρωτοχρονιάς. Γιατί ανέκαθεν με το κρυμμένο «φλουρί» της συμβολίζει την εύνοια της τύχης, που θα φανερώσει τον τυχερό του χρόνου.

Πού όμως πρέπει να αναζητήσουμε τη ρίζα του ωραίου εθίμου της πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας; Ο ελληνικός λαός είναι φορέας και δημιουργός ενός θαυμαστού πολιτισμού, ο οποίος έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν, αλλά και στο χριστιανικό Βυζάντιο. Γι’ αυτό και όλα τα έθιμά μας έχουν την αρχαιοελληνική, αλλά και τη χριστιανική ερμηνεία τους.

Βασιλόπιτα

Βασιλόπιτα

Οι Λαογράφοι αναζητούν τη ρίζα του εθίμου στην αρχαιοελληνική παράδοση. Από τα πανάρχαια χρόνια σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης, από τότε που έμαθαν να κατασκευάζουν αλεύρι οι άνθρωποι, αφιέρωναν στα πνεύματα της βλάστησης μικρά ψωμάκια ως εξιλαστήρια ή ευχαριστήρια προσφορά. Οι Αρχαίοι Έλληνες προσέφεραν στους θεούς σε κάθε μεγάλη καμπή του χρόνου ή της ζωής τους «εορταστικούς άρτους». Κάθε Αθηναίος στρατιώτης, πριν ξεκινήσει για τον πόλεμο, αφιέρωνε στον Άρη, το θεό του πολέμου, τρία ψωμάκια. Ένα για να πάει καλά, ένα για να νικήσει και το τρίτο για να γυρίσει γερός και αρτιμελής. Οι κυνηγοί, για να έχουν πλούσιο κυνήγι αφιέρωναν παρόμοια ψωμάκια στη θεά Άρτεμη, την προστάτιδα του κυνηγιού.  Οι θεριστάδες της γης αφιέρωναν αρτίδια στη θεά Δήμητρα, που τα ονόμαζαν «θαλύσια αρτίδια» στη γιορτή της συγκομιδής και απλώς «άρτους» ή «πλακούντες» στη γιορτή των Θεσμοφορίων.

Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων. Στα Σατουρνάλια, γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο και τον θεωρούσαν θεό της γονιμότητας, καθιέρωσαν  τυπικές θυσίες και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων, υπαίθριες αγορές και τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους. Στη γιορτή αυτή αντιστρέφονταν οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες και οι δούλοι δεν τιμωρούνταν, αν χλεύαζαν τους κυρίους τους. Αυτό οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό και ο Χριστιανισμός θεώρησε τη λέξη «σατουρνάλια» ταυτόσημη με τα «όργια». Ανάμεσα στα έθιμα της γιορτής ήταν  και η συνήθεια να ζυμώνουν πλακούντες, που στη συνέχεια τους έτρωγαν, για να πάρουν δύναμη. Οι πλακούντες ήταν οι μακρινοί πρόγονοι των πιτών και των κέικ. Η ζύμη τους ήταν παρόμοια με τη ζύμη των ψωμιών, αλλά ήταν εμπλουτισμένη με γάλα, λίπος, μυρωδικά, μπαχαρικά κ.α.

Οι Ρωμαίοι είναι οι πρώτοι που καθιέρωσαν στους πλακούντες εκείνους το μεταλλικό νόμισμα για υγεία και καλοχρονιά. Πρόσθεταν μάλιστα και μικρό κομμάτι πάπυρο, που αν τύχαινε σε δούλο του σπιτιού, του χάριζαν την ελευθερία. Οι Φράγκοι τα επόμενα χρόνια παρέλαβαν από τους ρωμαίους το έθιμο και πρόσθεσαν την ανακήρυξη ως «Βασιλιά της βραδιάς» εκείνου, που θα έβρισκε το τυχερό κομμάτι με το νόμισμα. Σύμφωνα με άλλο έθιμο έβαζαν στην πίτα φασόλι αντί νομίσματος και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά».

Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση συνέδεσε αυτό το έθιμο με την ανάμνηση ενός γεγονότος, που συνέβη στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία, όπου επίσκοπος ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισάρειας και ζούσε βοηθώντας κάθε φτωχό και ανήμπορο. Υπάρχουν μάλιστα δύο παραδόσεις για το έθιμο αυτό.

Η πρώτη λέει ότι ο ίδιος ο Άγιος Βασίλειος σκέφτηκε το τέχνασμα αυτό, θέλοντας να προσφέρει χαρά χωρίς να ακούει ούτε ένα ευχαριστώ. Ήθελε να βλέπει τα πρόσωπα των ανθρώπων να φωτίζονται από χαρά. Τι έκανε λοιπόν; Έπαιρνε λίρες, τις έβαζε μέσα στις πίτες και τις μοίραζε στους φτωχούς. Έπειτα καθώς έτρωγαν τις πίτες, έβρισκαν το δώρο του Αγίου Βασιλείου και περνούσαν όμορφα τις γιορτές. Έτσι διατηρήθηκε η παράδοση να βάζουμε και εμείς φλουρί για να τιμήσουμε τον Άγιο Βασίλειο και προς τιμήν του ονομάσαμε την πίτα, βασιλόπιτα.

Η δεύτερη παράδοση έχει να κάνει με μία ιστορία που συνέβη στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου, τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην πόλη Καισάρεια. Κάποια χρονιά έπεσε μεγάλη σιτοδεία στη χώρα,  η γη δεν κάρπισε και ο κόσμος πεινούσε. Ο σκληρός όμως Έπαρχος Ελβίνιος ζητούσε οπωσδήποτε το φόρο της «δεκάτης» και απειλούσε με επιδρομή και λεηλασία την Καισάρεια. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε από τους πλούσιους της πόλης και κάθε νοικοκύρη να προσφέρει ένα χρυσαφικό, για να τα παραδώσουν ως «λύτρα» στον Έπαρχο και να σώσουν την πόλη και τη ζωή τους. Έτσι μαζεύτηκε ένας ολόκληρος θησαυρός. Ο Άγιος  πήγε και συνάντησε το σκληρό Έπαρχο, του εξιστόρησε το δράμα των ανθρώπων και του είπε ότι ως νομοταγείς πολίτες ήταν πρόθυμοι να εξοφλήσουν τους φόρους στερούμενοι χρυσά κειμήλια και αγαπημένα τους κοσμήματα. Με τη γλύκα του λόγου του μαλάκωσε την ψυχή του Έπαρχου και καταλάγιασε τόσο το θυμό του, ώστε αποφάσισε να χαρίσει τους φόρους και παρακάλεσε τον Ποιμενάρχη να επιστρέψει τον θησαυρό στο ποίμνιό του.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Μέγας Βασίλειος προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό τα χρυσαφικά που είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως, που ο στρατηγός άνοιξε το σεντούκι και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά, έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους στρατιώτες του  και σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Κατά την παράδοση ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος με πλήθος Αγγέλων, που απομάκρυνε το στρατό του Έπαρχου και απάλλαξε την πόλη από την καταστροφή.

Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας, αλλά ο Μέγας Βασίλειος βρέθηκε σε δύσκολη θέση!  Έπρεπε να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και να πάρει ο καθένας το δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, αφού δεν ήξερε τι ανήκε στον καθένα. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε με μια ωραία ιδέα. Επειδή ο κόσμος πεινούσε, έδωσε εντολή και ετοιμάστηκαν τόσοι εορτάσιμοι άρτοι, όσες και οι οικογένειες, που είχαν προσφέρει τιμαλφή. Σε κάθε  άρτο τοποθετήθηκε και από ένα χρυσό αντικείμενο και άφησε στη χάρη του Θεού να καθορίσει τί θα τύχαινε στον καθένα. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό και έβρισκε μέσα το χρυσαφικό της! Από τότε η βασιλόπιτα με το «φλουρί», για τον τυχερό του χρόνου, καθιερώθηκε σαν έθιμο, που εορτάζεται την πρώτη μέρα του χρόνου στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου.

Τους ωραιότερους πλακούντες ζυμωμένους με μαγιά, αβγά, ελαφρό λίπος και ζάχαρη, λένε οι Λαογράφοι, τους παρασκεύαζαν οι Βυζαντινοί. Τους ονόμαζαν «πίτες», έβαζαν μέσα φλουρί κωνσταντινάτο και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά. Αυτές τις πίτες τις συνέδεσαν με το θρύλο του Αγίου Βασιλείου και τις καθιέρωσαν ως αναπόσπαστο άρτυμα και έθιμο της πρωτοχρονιάς. Έτσι η βασιλόπιτα ξεκίνησε σαν αρχαιοελληνική λατρευτική ιερή συνήθεια, πέρασε μέσω των Ρωμαίων στο Βυζάντιο, όπου ενδύθηκε το χριστιανικό μανδύα, δέθηκε με τη γιορτή ενός από τους πιο προσφιλείς Αγίους της ελληνικής ορθοδοξίας, του Αγίου Βασιλείου, που τιμάται η μνήμη του την πρώτη Ιανουαρίου, και έφτασε στις μέρες μας ως το χαρακτηριστικότερο έθιμο της ελληνικής πρωτοχρονιάς.

Φλουρί Κωνσταντινάτο

Φλουρί Κωνσταντινάτο

Το έθιμο της βασιλόπιτας λοιπόν, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να μας θυμίζει την αγάπη και την καλοσύνη του Αγίου Βασιλείου. Στις μέρες μας βάζουμε μέσα στην πίτα ένα κέρμα, το φλουρί, πιστεύοντας ότι σε όποιον πέσει, αυτός θα είναι ο τυχερός και ευνομούμενος του νέου έτους! Οι συνταγές ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή, όπως βέβαια και το γούρι καλής τύχης, που μπαίνει στα τοπικά πρωτοχρονιάτικα ψωμιά, τις πίτες και τα κέικ. Σήμερα, το φλουρί- είτε πραγματικό νόμισμα είτε ψεύτικο- είναι αυτό που παίρνουν οι περισσότεροι από εμάς, όταν πετύχουν το τυχερό κομμάτι. Αλλά στο παρελθόν το γούρι μπορεί να ήταν ένα άσπρο κουμπί ή ένα κομμάτι κόκκινη κλωστή, ιδίως αν η οικογένεια ήταν φτωχή. Σε ορισμένες περιοχές έβαζαν βελανίδια και κομμάτια καλαμποκιού ή ακόμα και μικρά κλαδάκια από κάποια δέντρα.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι στο παρελθόν, κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη, όταν έρχονταν ο καιρός να μοιράσει ο πατέρας της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας το βιός του στους γιους, άφηνε στη χάρη του Αι-Βασίλη να κρίνει το τι έπρεπε να πάρει ο καθένας. Έτσι στη μεγάλη βασιλόπιτα τα «σημάδια» δεν έμπαιναν για ευχή, αλλά για «τάξιμο». Και τα κομμάτια της πίτας τη χρονιά εκείνη τα ονόμαζαν «φιλιά». Σε όποιου γιου το «φιλί» έπεφτε το νόμισμα, θα έπαιρνε το σπίτι. Σε όποιου το φασόλι, το ποτιστικό χωράφι. Το στάρι ,το ξερικό χωράφι. Η κληματόβεργα, το αμπέλι. Το άχυρο τα ζωντανά κ.λ.π.

Αλλά και η κοπή της βασιλόπιτας στο παρελθόν γίνονταν με αληθινή ιεροπρέπεια. Πρώτα ο νοικοκύρης την έστεφε τρεις φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Έπειτα έκανε με κλειδί, με μαχαίρι ή με πιρούνι τρεις φορές το σημείο του σταυρού, για να κόβεται η κακογλωσσιά, να κλειδώνονται τα κακά στόματα ή να αποτρέπεται το κακό μάτι, και την ώρα ακριβώς που άλλαζε ο χρόνος, άρχιζε να ονοματίζει τα κομμάτια, με καθιερωμένη πάντα σειρά. Πρώτο ήταν του Αι-Βασίλη. Έπειτα του Χριστού και της Παναγίας, του σπιτιού και στη σειρά όλων των μελών της οικογένειας, κατά ηλικία, αρχίζοντας από τους μεγαλύτερους και καταλήγοντας στα παιδιά. Κομμάτι έκοβε και για τους φτωχούς. Και όταν τελείωνε το εορταστικό δείπνο η οικογένεια, ο νοικοκύρης κατέβαινε στο στάβλο, να ταΐσει την πίτα τους στα ζωντανά, ενώ την επαύριον θρυμμάτιζε και σκορπούσε ένα κομμάτι στα κτήματα και στα αμπέλια.

Η Βασιλόπιτα κατά το ελληνικό έθιμο κόβεται και σήμερα σε οικογενειακή συγκέντρωση αμέσως με τον ερχομό του νέου έτους κυρίως μετά από το φαγοπότι της βραδιάς και ακολουθεί χαρτοπαιξία «για το καλό του καινούργιου χρόνου». Έτσι στις 12.00 ακριβώς τα μεσάνυχτα με την αλλαγή του έτους σβήνουν τα φώτα και μετά από ένα λεπτό ξανανάβουν και εύχονται όλοι «χρόνια πολλά» και «ευτυχισμένο το νέο έτος». Τότε η νοικοκυρά του σπιτιού φέρνει τη Βασιλόπιτα στο τραπέζι και ο νοικοκύρης, αφού τη σταυρώσει με το μαχαίρι τρεις φορές, αρχίζει να την κόβει σε τριγωνικά κομμάτια, που τα  προσφέρει σε κάθε παριστάμενο μέλος της οικογένειας, φίλους και συγγενείς με πρώτο το κομμάτι του Χριστού, της Παναγίας και του Άι Βασίλη και κατόπιν του σπιτιού, του σπιτονοικοκύρη, της σπιτονοικοκυράς και των υπόλοιπων παρισταμένων κατά τάξη συγγένειας και ηλικία με τελευταίο το κομμάτι του φτωχού, χωρίς βέβαια να λησμονούνται και τα πρόσωπα της οικογένειας, που για διάφορους λόγους δεν παρίστανται. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να κοπεί κομμάτι «για την εταιρεία», «για το μαγαζί» κ.λ.π..

Το κόψιμο της Βασιλόπιτας γίνεται και τις άλλες μέρες του «Δωδεκαήμερου» των εορτών. Ο Νεοέλληνας ως μέλος μιας οικογένειας, ενός Συλλόγου ή μιας κοινωνίας οργανωμένων ατόμων, δεν εννοεί αλλαγή του χρόνου, χωρίς την κοπή της βασιλόπιτας. Υπουργεία, γραφεία και σύλλογοι μπορεί να κόβουν βασιλόπιτες μέχρι και το Φεβρουάριο.

Σήμερα βέβαια σε πολλές περιπτώσεις την έχουμε προσαρμόσει στα γαστρονομικά αστικά δεδομένα της καταναλωτικής κοινωνίας και την έχουμε μετατρέψει σε ένα ευωδιαστό  αρτογλύκισμα πολυτελείας – τσουρέκι κατά προτίμηση – για το οποίο τη λύση δίνει το ζαχαροπλαστείο. Υπάρχουν όμως ακόμα άξιες Ελληνίδες νοικοκυρές, που με θρησκευτική ευλάβεια επιμένουν να την παρασκευάζουν με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι όπως τον έμαθαν από τη μάνα τους, με συνταγή που και εκείνη είχε διδαχθεί από τη δική της μάνα, συνεχίζοντας παράδοση αιώνων. Οι εξαιρετικές ιδιότητες, που αποδίδονταν κάποτε στη βασιλόπιτα, συνετέλεσαν, ώστε η ετοιμασία της να γίνεται με συμβολική τελετουργία και να συνοδεύεται συχνά από πράξεις αναλογικής μαγείας. Γιατί στη συλλογική συνείδηση του λαού μας η βασιλόπιτα ήταν κάποτε πρωτοχρονιάτικο σύμβολο με εξαιρετικές ιδιότητες, καθοριστικές για την τύχη των ανθρώπων, των ζωντανών και των άλλων περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής οικογένειας. Γι’ αυτό και ο τρόπος παρασκευής της ακόμα  εξασφάλιζε την καλοχρονιά. Και τέτοιες δοξασίες δύσκολα ξεριζώνονται από την ψυχή του λαού.

  

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η ιστορική πορεία του Ιησού – Από τη φάτνη ως τον κενό τάφο


 

 

Η ιστορική πορεία του Ιησού

Η ιστορική πορεία του Ιησού

Στο πρώτο αυτό μέρος της «Ιστορίας της Καινής Διαθήκης» επισημαίνονται εξ υπαρχής δύο βασικά στοιχεία, που συνιστούν και το δομικό υλικό του βιβλίου αυτού: α) η ιστορική έκθεση και β) η θεολογική επεξεργασία των γεγονότων της ιστορικής πορείας του Ιησού Χριστού.

Ύστερα από δύο αιώνες επίμονης και επίπονης θεολογικής δουλειάς στο βιβλικό χώρο, η έρευνα θα πρέπει να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα, πως είναι αδύνατο και αδιανόητο να πραγματοποιείται οποιαδήποτε έκθεση και καταγραφή της βιβλικής ιστορίας χωρίς την προβολή και της αντίστοιχης θεολογικής επεξεργασίας, που γίνεται με συνέπεια κατ’ αρχήν μέσα στα κείμενα της Καινής Διαθήκης από τους ίδιους τους ιερούς συγγραφείς της.

Η Αγία Γραφή, με την ιερά ιστορία της και τα γεγονότα της θείας Οικονομίας, θεωρείται σήμερα πως αποτελεί το «λόγο» του Θεού, τον απευθυνόμενο προς τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα γενικότερα. Ο «λόγος» αυτός του Θεού φανερώθηκε και αποκαλύφθηκε μέσα στον κόσμο μας, έγινε «λόγος» ορατός, αισθητός και αντιληπτός, έγινε «γεγονός» και «ιστορία» μέσα στη ζωή του ανθρώπου.

Η θεία Αποκάλυψη είναι, ασφαλώς, ο λόγος του Θεού προς τον άνθρωπο. Αλλά στο γεγονός της σάρκωσης και ενανθρώπησης του Λόγου έχει και ο άνθρωπος το δικό του «λόγο», μέσα στην ιερά αυτή ιστορία. Η θεολογία υπό μια άποψη μπορεί να θεωρηθεί και να κατανοηθεί ως ο «λόγος» του ανθρώπου για τον Θεό και τη θεία αποκάλυψη […]

 

Η ιστορική πορεία του Ιησού
Από τη φάτνη ως τον κενό τάφο

Γεώργιος Π. Πατρώνος

Δόμος, 1997
577 σελ.
ISBN 960-7217-36-5, ISBN-13 978-960-7217-36-3

 

Read Full Post »

Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα»

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίζονται με τα γιορτινά τους και τα παιδιά, άλλα μοναχικά, άλλα σε παρέες, κρατώντας κουδουνιστά τρίγωνα ή μπαγλαμαδάκια, κιθάρες, ακορντεόν, λύρες ή φυσαρμόνικες, ξεχύνονται στους δρόμους, για ν’αναγγείλουν πόρτα-πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια, που ψάλλονται εθιμικά την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (του Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνα της Μεγάλης Παρασκευής, που έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και τραγουδούσαν σαν σε χορωδία. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι, η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

 

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Η ρίζα του εθίμου

 

Τα κάλαντα είναι αρχαϊκὸ ελληνικὸ και ρωμαϊκό έθιμο, ενώ η λέξη κάλαντα έχει λατινική προέλευση. Η ρίζα τους φαίνεται ότι ξεκινάει απὸ τοὺς «αγερμούς» της αρχαίας Ελλάδας. Οι αγερμοὶ (απὸ τὸ ρήμα ἀγείρω = αθροίζω, μαζεύω) αρχικά ήταν έρανοι για την οικονομικὴ στήριξη ενός πολιτικού ή ζητιανιὰ των φτωχών στα αρχοντικὰ των πλουσίων ή στους ναοὺς που πανηγύριζαν ή θρησκευτική ζητιανιά σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων για τους ναούς και τα μοναστήρια των θηλυκών κυρίως θεοτήτων, όπως της Ρέας, Ειλειθυίας, Κυβέλης, Αρτέμιδος, Ήρας και άλλων.

Κάποια στιγμή πέρασαν από τους θρησκευτικούς στους παιδικούς αγερμούς, σε πράγματα δηλαδή που μάζευαν κάποια παιδιά, τα οποία ανακοίνωναν τις ημερολογιακές αλλαγές. Όπως είναι λογικό, στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν ακριβή ημερολόγια. Το αρχαιότερο ημερολόγιο το έγραψε κατά τον Δ΄ π.Χ. αιώνα ο μαθηματικός και αστρονόμος Εύδοξος ο Κνίδιος, σύγχρονος του Αριστοτέλη, γι΄ αυτὸ και λεγόταν «Ευδόξου Τέχνη». Απὸ την προϊστορικὴ εποχή ο άνθρωπος είχε παρατηρήσει τα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, που το χωρίζουν σε τέσσερα τέταρτα (εποχές), δηλαδή τις δύο ισημερίες, εαρινή στις 20 Μαρτίου και φθινοπωρινή στις 22 Σεπτεμβρίου, και τα δύο ηλιοστάσια, το χειμερινή στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς, και το θερινὸ στις 21 Ιουνίου με τη μεγαλύτερη ημέρα της χρονιάς. Τις αλλαγές αυτές τις διαπίστωναν παρατηρώντας το βορειότερο και το νοτιώτερο σημείο της ανατολής και της δύσης του Ηλίου στις οροσειρές του ορίζοντα.

Τις ακριβείς ημερολογιακές αλλαγές του έτους ή και του μηνός τις ανακοίνωναν εκείνοι που ασχολούνταν με τα ημερολόγια και ο απλός λαός τις μάθαινε από μικρά παιδιά, μικροὺς ἀγγελιοφόρους, που μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με αγγελτήρια και ευχετήρια τραγουδάκια και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχε νόμισμα, τα φιλοδωρήματα ήταν ξηροὶ ή λιασμένοι καρποί, αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα ή τρόφιμα, αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασὶ στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι και διάφορα άλλα καλούδια απὸ το κελλάρι του κάθε σπιτιού. Αργότερα ήταν και νομίσματα μικρής αξίας, όπως οι οβολοὶ.

Τα παιδιά της προϊστορικής εποχής έλεγαν το μήνυμα και τις ευχές κάθε πρωτομηνιά (νεομηνία), όπως μνημονεύει ο συντάκτης του ψευδηροδότειου Βίου του Ομήρου, που γράφει ότι δήθεν ο φτωχὸς και τυφλός Όμηρος παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτὸν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων, δηλαδή ο Όμηρος «περνώντας το χειμώνα στη Σάμο κάθε πρώτη του μηνός περνούσε από αρχοντικό σε αρχοντικό, και έπαιρνε κάτι, αφού τραγουδούσε τα λόγια αυτά, τα οποία ονομάζουν ειρεσιώνη. Και τον οδηγούσαν κάθε φορά παιδιά από την περιοχή αυτή, που τραγουδούσαν κι αυτά μαζί του». Ο χαρακτηρισμός των τραγουδιών αυτών ως «ειρεσιώνη» δείχνει την εξέλιξη των αγερμών στο πέρασμα των χρόνων και την ταύτισή τους με την ειρεσιώνη των αρχαίων Ελλήνων.

 

Στα χρόνια της «ειρεσιώνης»

 

Ειρεσιώνη

Ειρεσιώνη

Πίσω από τα κάλαντα, λοιπόν, κρύβεται και το αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλί) ήταν ένα κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί, πάνω στις οποίες κρεμούσαν τους καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π.), που τους προσέφεραν στα διάφορα σπίτια. Συμβόλιζε την ευφορία και τη γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη, στα Θαργήλια (27 Απριλίου – 26 Μαΐου),  με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς να ευνοήσουν την καρποφορία, και μια το φθινόπωρο, στα Πυανέψια, την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιόνος (Ιανουαρίου), για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την συγκομιδή των καρπών. 

Στην αρχαία Ελλάδα, πολλούς αιώνες πριν τη γέννηση του Χριστού, «παίδες αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) ξεχύνονταν στους δρόμους δύο φορές το χρόνο με «ειρεσιώνες» στα χέρια, τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι ευχόμενα πλούτο, χαρά και ειρήνη και έπαιρναν ως φιλοδώρημα καρπούς κάθε λογής από το νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού. Το έθιμο της ειρεσιώνης ήταν έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που έφευγε και παράκληση να συνεχιστεί η γονιμότητα και η ευφορία και το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπως κρεμάμε σήμερα τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Εκεί θα έμενε μέχρι το επόμενο έτος, όποτε θα καίγονταν σε τελεστική φωτιά, όπως καίμε στις μέρες μας τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια στις φωτιές του Αη-Γιάννη. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από τη θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):

 

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,

συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…

Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί

κατά καρδόπου έρποι μάζα…

 Δηλαδή:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,

γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.

Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,

και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία

και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.

Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι

στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

 

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

 Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη

ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα

να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη

και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Επομένως τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί,  ειρεσιώνες κ.α. ήταν κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά μόνο σε όψιμα χρόνια.

 

Από τις calendae στα κάλαντα

 

Μέχρι να φτάσουμε από τις αρχαίες ειρεσιώνες στα σημερινά κάλαντα μεσολάβησε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για τη σημερινή διαμόρφωση των καλάντων, η οποία τους χάρισε και το όνομα που έχουν σήμερα.

Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια κάθε μήνας διαρκούσε όσο μία περίοδος περιφοράς της σελήνης γύρω από τη γη (σεληνιακοί μήνες). Στην αρχή κάθε σεληνιακού μήνα οι ρωμαίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν τις λεγόμενες «calendae» καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae), που μεταφράζεται «νουμηνίες» (νέος + μήνας). Η λέξη calendae προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Το ρήμα calo είναι συγγενικό με το δικό μας ρήμα «καλώ». Από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier και το δικό μας καλεντάρι ( το calendarium των Ρωμαίων ήταν κατάλογος  χρεών μαζί με τόκους και φόρους, που πληρώνονταν την πρώτη κάθε μήνα).

Η πιο εντυπωσιακή από όλες τις γιορτές των ρωμαϊκών νουμηνιών ήταν οι Καλένδες του μήνα Ιανού, δηλαδή του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες, πέρα από το γλέντι και την ανταλλαγή των δώρων, οι άρχοντες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους σε μια πανηγυρική τελετή. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομά τους τα κάλαντα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως ταυτίστηκαν με την 1η Ιανουαρίου και επομένως με την πρωτοχρονιά (Κάλαντα = πρωτοχρονιά). Σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια, που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά όλη την περίοδο των Χριστουγέννων. Ετυμολογικά τουλάχιστον από ‘κει κρατούν τα «κάλαντα».

Από τις καλένδες προέρχεται, εκτός από τα κάλαντα, και η παροιμιακή φράση «παραπέμπω στις (ελληνικές) καλένδες», που τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και σημαίνει κάτι που διαρκώς αναβάλλεται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ. Γιατί δεν υπήρχαν ελληνικές καλένδες, ενώ ρωμαϊκές υπήρχαν. Για το ρωμαίο της εποχής του Αυγούστου η υπόσχεση «θα σε πληρώσω στις καλένδες» ήταν εντελώς κυριολεκτική, ισοδύναμη με τη δική μας «θα σε πληρώσω την πρώτη του μηνός». Η έκφραση όμως «θα σε πληρώσω στις ελληνικές καλένδες» (ad calendas graecas) έδειχνε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και ήταν ισοδύναμη με τις δικές μας φράσεις «θα σε πληρώσω στις 30 του Φλεβάρη» ή «το μήνα που δεν έχει Σάββατο».

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα πήραν τη σημερινή τους μορφή στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Τότε οι χριστιανοί ήθελαν να εξοβελίσουν από τη ζωή τους κάθε τι που θύμιζε το ρωμαϊκό κόσμο, απ’ τον οποίον καταδιώχθηκαν άγρια. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα με διαφορετική νόημα λέξεις που σχετίζονταν με τελετουργίες ειδωλολατρικών ρωμαϊκών εορτών και επέλεγαν να γιορτάζουν τις δικές τους γιορτές σε ημερομηνίες αντιστοίχων ειδωλολατρικών. Επειδή όμως οι προχριστιανικές τελετουργίες είχαν διεισδύσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων, η χριστιανική εκκλησία έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, λοιπόν, διατήρησε τα περισσότερα λαοφιλή αρχαία έθιμα, αλλά  με άλλη μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Η λαϊκή παράδοση  από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς και έδωσε στον «Αϊ Βασίλη», που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του 379 μ.Χ., όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν στις 30 Δεκεμβρίου την αναγέννηση του Διονύσου, ο οποίος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη και σκοτώθηκε από τους τιτάνες. Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή είχε ταυτιστεί με τη γιορτή του Ήλιου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες ο Ήλιος είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου, που γεννιόταν κατά τη χειμερινή τροπή του ήλιου, μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν το Μάρτιο, την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από τη μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα μέχρι να εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Ισημερία το Μάρτιο. Τότε «αλλάζει ο χρόνος», ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης της φύσης.

Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»: 

 

[…] «Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»[…]

 

Στη βυζαντινή περίοδο

 

Βυζαντινά Κάλαντα

Βυζαντινά Κάλαντα

Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και δεν υποχώρησε, παρά τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των πατέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. Και πολλοί Πατριάρχες το απαγόρευαν στους πιστούς, ενώ ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Τζέτζης, που έζησε τον 12ο αιώνα, αποκαλούσε τους καλαντιστές κάθε πρωτομηνιάς «μηναγύρτες»:

 Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι

και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων,

………………………………

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τους παρουσιάζει μάλιστα ως γάλλους (= κίναιδους) ιερείς, οι οποίοι έβαζαν πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι το είδωλο της θεάς  Ρέας και περιερχόμενοι στις κώμες τραγουδούσαν τα αρχίμηνα χτυπώντας και τύμπανα (=ντέφια) και ζητιανεύοντας (προσαιτούντες) όσπρια και σιτηρά υπέρ του μοναστηριού τους. Και οι οπαδοί της λατρείας ασπάζονταν το είδωλο και τους έδιναν ένα πιάτο απ᾽ αυτά που ζητούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και οι καλόγεροι, που ζητιάνευαν για τα μοναστήρια τους με λείψανα και εικονίσματα αγίων πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι  και μάζευαν παρόμοια προϊόντα ή χρήματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας στη Βυζαντινή περίοδο δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν από το 13ο αιώνα και απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Ωστόσο τα Κάλαντα ή Κάλενδοι, όπως ονομάζονταν στο Βυζάντιο, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν απλά τραγούδια. Ήταν λαμπρή γιορτή. Μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν διάφορα εγκωμιαστικά ή και σατιρικά τραγούδια παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από κάθε νοικοκύρη.  Κρατούσαν ραβδιά ή φανάρια ή ομοιώματα πλοίων στολισμένα και συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου.

 

Τα κάλαντα στη νεοελληνική παράδοση

 

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα. Ομάδες παιδιών ή και ώριμων ανδρών περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν στα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή. Από την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας μάλιστα καθιερώθηκε το έθιμο της απαγγελίας των καλάντων από τους άνδρες της ανακτορικής φρουράς ενώπιον των Βασιλέων, όπως συνέβαινε και σε άλλους Ευρωπαϊκούς Βασιλικούς Οίκους, όπου είχαν καθιερωθεί παρόμοιες εθιμικές ευχητικές εκδηλώσεις. Έτσι μέχρι σήμερα συνεχίζεται το έθιμο να λέγονται τα κάλαντα όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και σε πρόσωπα πολιτικά από ομάδες, συλλόγους, χορωδίες κλπ.

Τα κάλαντα, που ακούμε σήμερα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, είναι πολλά και ποικίλα, πανέμορφα και γεμάτα παραλλαγές, αυτοσχεδιασμούς και αποχρώσεις και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Είναι τραγούδια με στίχους, που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά σε κάθε νοικοκύρη, που επισκέπτονται ή συναντούν οι καλαντάρηδες, και στα μέλη της οικογένειάς του,  την «κυρά» (= σύζυγο), το γιο ή τη θυγατέρα.

Παρόλο όμως που διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια «τυπική» δομή: το πρώτο μέρος τους αναφέρεται στην εορτή, το δεύτερο εγκωμιάζει το σπίτι στο οποίο ψάλλονται και καθένα από τα μέλη της οικογένειας, και το τρίτο παραινεί τους οικοδεσπότες σε φιλοδώρημα προς τους καλαντιστές. Ξεκινούν δηλαδή με χαιρετισμό και στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Το τραγούδι κλείνει με ευχαριστίες για το φιλοδώρημα ή με αποδοκιμασία και σκωπτικά σχόλια για τον οικοδεσπότη, που θα αρνηθεί να «φιλέψει» τους τραγουδιστές.

Πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως τους διαμόρφωσαν σε κάλαντα κατά τη Βυζαντινή περίοδο σημαντικοί λόγιοι, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο, όπως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς Εις αυτό το Νέο Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω με την πρέπουσα αυτή…, που τραγουδάνε στην Κάλυμνο, ή τα βυζαντινά κάλαντα των Φώτων από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον, Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος….

Την παράδοση συνέχισε ο απλός λαός, που δημιούργησε στιχουργικά αριστουργήματα με το ανεπιτήδευτο, αλλά γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων της Θράκης Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη… ή τα κάλαντα Πρωτοχρονιάς των Φούρνων Ικαρίας Άγιος Βασίλης έρχεται ‘πο πίσ’ απ’ το Καμάρι, βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα κυνάρι…

 Πέρα μάλιστα από τα καθαρά «λόγια» κάλαντα (π.χ. «Καλήν ημέραν άρχοντες…») ή τα «λαϊκότερα» («Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..»), υπάρχουν τα «λαϊκά» κάλαντα, που είναι αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, ανάλογα με τις ιδιότητες και τις ανάγκες τους (π.χ. «Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…»).

Πολλές φορές όμως παρατηρούμε ότι η αναφορά στον άγιο ή στην εορτή ανακατεύεται με ευχές των καλαντιστών στα μέλη της οικογένειας και μάλιστα στα ανύπαντρα παλικάρια και κορίτσια για έναν καλό έρωτα ή γάμο. Μερικές φορές μάλιστα είναι και άμεση ερωτική πρόταση, γιατί τα κάλαντα ήταν κάποτε και ευκαιρία καντάδας καμουφλαρισμένης ανάμεσα στους στίχους των εγκωμίων του αγίου της ημέρας. Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σημερινά κάλαντα της πρωτοχρονιάς που, αν κάποιος τα ακούσει προσεκτικά, δε βγάζει σαφές νόημα από τα λεγόμενά τους, γιατί συνδέονται με μια ρομαντική ιστορία, που μας πάει πίσω στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη βυζαντινή εποχή οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές, όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. Ένα φτωχό παλικάρι, λοιπόν, εκείνη την εποχή είχε ερωτευθεί σφοδρά μια κόρη αυτοκρατορικής οικογένειας, ψηλή, όμορφη και γλυκιά, που κυκλοφορούσε φορώντας ένα από τα συνηθισμένα ψηλά καπέλα της εποχής. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να της εκφράσει τον έρωτά του, σκέφτηκε να πάει την Πρωτοχρονιά να τις πει τις ευχές του για το νέο έτος, αλλά να τροποποιήσει το ποιηματάκι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους άλλους.

Σε κάθε στίχο από τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς παρενέβαλλε και ένα στιχάκι δικό του, το οποίο θα απευθυνόταν στην κοπέλα, όπως διαπιστώνουμε, αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενό τους [σε αγκύλες οι ενδιάμεσοι στίχοι, που απευθύνονται στην καλή του].

 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

[ψιλή μου δεντρολιβανιά]

Κι αρχή καλός μας χρόνος

[εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος]

Άγιος Βασίλης έρχεται

[και δε μας καταδέχεται]

από την Καισαρεία

[συ σ’ αρχόντισσα κυρία]

Βαστάει πένα και χαρτί

[Ζαχαροκάντυο ζυμωτή]

Χαρτί χαρτί και καλαμάρι

[δες και με το παλικάρι]

 

Όπως διαπιστώνουμε, την αποκαλεί ψηλή σαν δεντρολιβανιά, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο Θόλος (θόλος εκκλησίας), επειδή φορούσε ψηλό καπέλο με τούλι στην κορυφή, της λέει ότι δεν τον καταδέχεται, γιατί είναι αρχόντισσα κυρία, την αποκαλεί ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα, και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά (δες και με το παλικάρι!). Αυτό το βυζαντινό τραγουδάκι έμεινε ως τις μέρες μας ως παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά η ιστορία ξεχάστηκε στα βάθη των αιώνων. Έτσι λοιπόν μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες τα παιδιά το τραγουδάνε κάθε Πρωτοχρονιά παίρνοντας τον μποναμά τους.

 

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

 

Η τάση αυτή της ανάμειξης των λόγιων βυζαντινών στίχων με θρησκευτικό περιεχόμενο και των αυτοσχέδιων λαϊκών στιχουργημάτων απλών ανθρώπων επιβεβαιώνει τη σύνδεση των καλάντων με τους ιστορικούς προγόνους τους, τους αγερμούς, την ειρεσιώνη και τις καλένδες. Έχουμε δηλαδή μια σύνθεση των παλιών στιχουργημάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και των εκκλησιαστικών ύμνων, που έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Εξηγεί επίσης και τη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένα τα κάλαντα, αφού η έκφρασή τους ακολούθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την καθαρεύουσα, που δηλώνει την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους, στην απλή δημοτική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται επομένως για τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά και από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, που πολλές φορές οι στίχοι τους συναγωνίζονται και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων και φανερώνουν την ποιητική ψυχή του λαού μας.

Ο λόγος που το έθιμο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι γιατί πρώτα – πρώτα θεωρείται μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Για τα παιδιά όμως που τα τραγουδούν κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα είτε σε προϊόντα. Η ανταμοιβή για τις ευχές, το «φίλεμα», στο παρελθόν ήταν σε είδος: γλυκά, ξηροί καρποί, αυγά, στάρι, λάδι, κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Αργότερα καθιερώθηκε να δίνονται χρήματα. Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα, χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους εκπληκτικής ομορφιάς και γεμάτους από ωραίες εικόνες. Πολλές φορές, όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τα παιδιά συνέχιζαν να λένε με πολύ δυνατή φωνή έξω από το σπίτι δίστιχα σκωπτικά, ειρωνικά και περιπαιχτικά,  που έχουν τη ρίζα τους στο έθιμο της αρχαίας “ειρεσιώνης,” όπως:

 Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.

Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν…

Εσέ Κυρά η ομορφιά, γρήγορα να σ’ αφήσει…

Την κόρη σου την όμορφη βάλτηνε στο ζεμπίλι

και κράτησέ την αψηλά να μη τη φαν’ οι ψύλλοι…

 

Κύριος σκοπός των καλαντιστών ωστόσο ήταν και είναι πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισπράττουν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, αλλά έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος ακολουθεί η μοιρασιά. Αυτή η μοιρασιά, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας είναι η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών. Εξίσου σημαντική είναι και η επικοινωνία, όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι γνώριμοι και δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και παλαιότερα έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί, κάτι  που προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους, όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Έθιμο σχετικό με τα κάλαντα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και οι μεταμφιέσεις. Σκοπός τους είναι ο εξευμενισμός κάποιων υπερφυσικών δυνάμεων, που πίστευαν κυρίως οι παλιοί ότι καθόριζαν τις μοίρες των ανθρώπων. Οι μεταμφιεσμένοι, που συνήθως παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων ή αγροίκων πολεμιστών ή άλλων προσώπων, όπως γαμπρός, νύφη, αράπης, γιατρός, καπετάνιος, «αλής», «καλικάντζαρος» κ.α. περιφέρονται ανά ομάδες συνοδεύοντας τους νεαρούς καλαντιστές και τραγουδώντας μαζί τους. Οι πιο γνωστές ομάδες μεταμφιεσμένων με δέρματα ζώων είναι τα «ρογκάτσια» ή «ρογκατσάρια» (ρογκάτσια=προβιές) της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, οι «Μπαμπαλιάρηδες» της Θράκης (μπάμπαλο=κουρέλι), οι «Μωμόγεροι» του Πόντου κ.α. Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα, για να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν ως προσφορά «μελιτόεσσες», μικρές μελόπιτες, που πιθανότατα είναι οι πρόγονοι των «μελομακάρονων».

Χαρακτηριστικό στοιχείο μεταμφίεσης είναι και το ραβδί που χρησιμοποιούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι καλαντιστές, απόρροια κι αυτό της «ειρεσιώνης» ή και των ράβδων των ποιμένων της Βίβλου. Πέραν όμως απ’ το συμβολισμό τους τα ραβδιά αυτά χρησίμευαν στα παιδιά και ως αμυντικό όπλο για τα σκυλιά, που θα έβρισκαν στο δρόμο τους…

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007.
  • Βρετάκου Φίλιππου, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των», Αθήνα, 1980.
  • Θεοδοσίου Σ. – Δανέζη Μ., «Ο κύκλος του χρόνου, αστρονομία και μυστηριακές Λατρείες», εκδ. Δίαυλος.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • Liddell/Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας,
  • Λουκάτου Δ., «Χριστουγεννιάτικα και των εορτών»
  • Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.
  • Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλ., «Λαογραφικά Θράκης Α΄», 1979.
  • Περιοδικό «Τερπνή», Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα,  μελέτη , φ. 42 – 44 (2001 – 02).
  • Πολίτη Ν., «Παραδόσεις Α&Β», Αθήνα 1994.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος


  

Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος

Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος Αντωνόπουλος, γεννήθηκε στο Μαρούσι το 1952. Κατάγεται εκ πατρός από το Μάνεσι Καλαβρύτων. Είναι πτυχιούχος της Ανωτέρας Ιερατικής Σχολής Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μετά την στρατιωτική του θητεία εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος στην Κέρκυρα το 1976 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Πολύκαρπο. Το 1977 εγκαταβίωσε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σαγματά. Το 1983 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας και νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο. Διακόνησε την Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας ως ιεροκήρυκας και υπεύθυνος του τομέα νεότητας. Το 1991 μετά την παραίτηση για λόγους ασθενείας του μακαριστού καθηγουμένου Αρχιμανδρίτη Νικοδήμου Μπανταλούκα, εξελέγη ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σαγματά.

Στις 18 Νοεμβρίου 2013, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον εξέλεξε Μητροπολίτη Αργολίδος. Στις 20 Νοεμβρίου 2013, πραγματοποιήθηκε στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, στην Αθήνα, με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια και σύμφωνα με όσα ορίζει η Εκκλησία, η χειροτονία του νέου Μητροπολίτη, από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο.

 

Ψήφω και δοκιμασία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών των συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Θεία Χάρις η πάντοτε τα  ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα προχειρίζεται Νεκτάριον, τον θεοφιλέστατον πρεσβύτερον εις Μητροπολίτην της θεοσώστου Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

Μετά την τελετή της χειροτονίας, στην προσφώνησή του ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Νεκτάριος, μεταξύ άλλων είπε: Χειροτονούμαι σήμερα επίσκοπος, παραμένοντας διάκονος. Ενδύομαι την αρχιερατική στολή, «λεντίω ζωνύμενος». Κοιτάζω προς τα πίσω, ατενίζω την ιστορική πορεία της Εκκλησίας, ανακαλύπτω μιαν αλυσίδα με αμέτρητους κρίκους. Ο ένας κρίκος συνδέεται με τον άλλο. Και αυτή η αλυσίδα περνά μέσα από τους αγίους, τους πατέρες, τους οσίους, τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τους αποστόλους και φτάνει μέχρι τον Χριστό…Προστίθεμαι στην αλυσίδα των αγίων αρχιερέων, που διακόνησαν τη Μητρόπολη Αργολίδος: Μετά τον Ιωάννη που καταδαπάνησε τον εαυτό του στην εξομολόγηση, τους ευλαβεστάτους δυο Χρυσοστόμους και τον μακάριο και πολυαγαπητό μου Ιάκωβο, θα είμαι ο ελάχιστος εν τοις αδελφοίς μου. Όχι από τεπεινολογία, αλλά από ρεαλιστική αποτίμηση των δεδομένων μου…

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Νεκτάριος  είναι ένας φωτισμένος και ιδιαίτερα μορφωμένος κληρικός με σημαντικό συγγραφικό έργο. Έχει συγγράψει πολλά βιβλία, ποιμαντικού κυρίως περιεχομένου, ενώ φανερή είναι και η παρουσία του στα κοινωνικά δίκτυα.

Μερικά από τα βιβλία του είναι:

  • «Επιστροφή: Μετάνοια και ξομολόγηση: Επιστροφή στο Θεό και στην Εκκλησιά», Αθήνα, Ακρίτας, 1994.  
  • «Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης 1891-1967», Αθήνα, Ακρίτας, 1998.
  • «Επιστροφή – Μετάνοια και εξομολόγηση: Επιστροφή στον Θεό και στην εκκλησία του», Αθήνα, Ακρίτας, 1999.
  • «Αρχιεπίσκοπος Λουκάς – Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βόινο Γιασενέτσκι, ένας άγιος ποιμένας και γιατρός χειρουργός (1877-1961), Αθήνα, Ακρίτας, 1999.
  • «Ρώσοι νεομάρτυρες και ομολογητές: (1917-1922), Αθήνα, Ακρίτας, 2000.
  • «Return: Repentance and confession return to God and to His Church», Αθήνα, Ακρίτας, 2000.
  • «Ταξιδεύοντας στη χώρα του Δνείπερου: Ουκρανία – Κριμαία», Αθήνα, Ακρίτας, 2002.
  • « Ο στάρετς Σεραφείμ της Βύριτσα 1866- 1949», Αθήνα, Ακρίτας, 2003.
  • «Η Οσία Δοσιθέα του Κιέβου: Η  έγκλειστη ασκήτρια (1721-1776)», Αθήνα, Ακρίτας, 2005.
  • «Υπεύθυνοι για όλα», Αθήνα, Ακρίτας, 2007. 
  • «Ταχύς εις βοήθειαν… Τα θαύματα του Αγίου Λουκά σήμερα», Αθήνα, Ακρίτας, 2011.

Έχει επιμεληθεί:

  • «Μιά χούφτα στάχτη», Αθήνα, Ακρίτας, 2002. 
  • «Ρωσία – Φινλανδία: Ταξιδιωτικό χρονικό». Αθήνα, Ακρίτας, 2004.
  • «Μοναχός Νικόλαος της Όπτινα: Ὁ κατά κόσμον Γιουσούφ Ἀμπντούλ Ὀγκλί (1820-1893)», Αθήνα, Ακρίτας, 2005.
  • «Εχθρός του λαού – Η σταυρική πορεία του Αγίου Νεομάρτυρα π. Παύλου Ανσίμωφ (1891-1937)», Δομή – Αρχονταρίκι, 2009.
  • «Ο Άγιος Γουρίας (Καρπόβ)-Αρχιεπίσκοπος Ταυρίδας (Κριμαίας), 1814-1882: Βίος και διδασκαλία», Δομή – Αρχονταρίκι, 2011.

Ο νέος Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος θα ενθρονιστεί στον αρχιερατικό θρόνο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, την Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και την Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό του Σημειοφόρου και Θαυματουργού Αγίου Πέτρου Άργους.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, εύχεται στον νέο Ποιμενάρχη της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Μέγας Ποιμήν να του προσφέρει ευφορία Ψυχής και δύναμη πραγμάτωσης του θεάρεστου και πολύτιμου έργου που αναλαμβάνει.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »