Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Χωροφυλακή και Αστυνομία – Ιστορία και Εξέλιξη, 1821-1940 – Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος – Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Χωρίς αμφιβολία, το παραβατικό φαινόμενο της ληστείας κυριάρχησε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως περίπου τη δεκαετία του 1930, επηρεάζοντας καθοριστικά την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου βίου.[1] Παράλληλα, η πολιτική και η οικονομική αστάθεια, η οποία έπληξε τον ελληνικό πληθυσμό καθ’ όλον τον 19ο αιώνα και ο παραγκωνισμός των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 ενίσχυσαν τη δημιουργία επαναστατικών ληστανταρτικών ομάδων στις ορεινές, κυρίως, περιοχές.[2] Ομοίως, το αγροτικό ζήτημα, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντική αιτία δυσαρέσκειας για τον αγροτοποιμενικό πληθυσμό με αποτέλεσμα τη δημιουργία εργασιακών και οικονομικών, γενικότερα, προβλημάτων.[3]

Σε αυτό, λοιπόν, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, πρωταρχικό μέλημα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την εποχή του Καποδίστρια ήταν η διαμόρφωση των στοιχειωδών μηχανισμών ελέγχου και καταστολής. Άλλωστε, η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού δεχόταν μια διαρκή αμφισβήτηση, καθώς ομάδες ένοπλων «παραπονούμενων» πολιτών, κυρίως στην αγροτική ενδοχώρα, πραγματοποιούσαν ληστείες ή κάποιες φορές και γενικευμένες τοπικές εξεγέρσεις.[4] Συνεπώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι κυβερνήσεις ανέπτυξαν μια διαρκή κατασταλτική πολιτική, η οποία εκδηλώθηκε με τη χρησιμοποίηση διωκτικών αρχών, δηλαδή τη δράση του στρατού, των μεταβατικών αποσπασμάτων, της Οροφυλακής, της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής.[5]

Προσεγγίζοντας αυτά τα σώματα ασφαλείας και ανιχνεύοντας τις στοχεύσεις τους, η απαρχή οργάνωσης της Αστυνομίας εντοπίζεται αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 με κύριο στόχο την τήρηση της έννομης τάξης και της ασφάλειας. Επισημαίνεται ότι από τη στιγμή αυτή και εξής εξελίσσεται η διαδοχική και σταθερή συγκρότηση ή ενίοτε και ο μετασχηματισμός των συγκεκριμένων σωμάτων, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, διακρίνοντας από πλευράς κράτους την αποφασιστική θέληση για εδραίωση των διωκτικών αρχών.

Προσωπογραφία του Αναστασίου Τσαμαδού, ελαιογραφία σε μουσαμά του Διονυσίου Τσόκου, 1860. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Έτσι, τον Μάιο του 1821 η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέθεσε στους τοπικούς εφόρους των επαρχιών της αστυνομικά καθήκοντα και τους παραχώρησε το δικαίωμα της εκδίκασης και της τιμωρίας πταισματικών ποινικών παραβάσεων. Ταυτόχρονα, ο Άρειος Πάγος, τον Νοέμβριο του 1821 εγκατέστησε σε όλες τις επαρχίες της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας τους «προεστώτες» με καθήκοντα ευρείας αστυνομικής εξουσίας, ενώ ανάλογες αρμοδιότητες, την ίδια περίοδο, δόθηκαν και από τον οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στους εφόρους των επαρχιών.[6] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει, κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης και η σύσταση της Αστυνομίας της Ύδρας, μετά από πρωτοβουλία των καραβοκύρηδων του νησιού και ανάλογη εισήγηση του Αναστάσιου Τσαμαδού. Το συγκεκριμένο αστυνομικό σώμα, πέραν των γενικών καθηκόντων ασφάλειας, διέθετε και τομέα αντικατασκοπείας, το οποίο στόχευε στην παρακολούθηση των ξένων που έφθαναν στο νησί.[7]

Ακολούθως, η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, σύστησε ειδικό Υπουργείο, το Μινιστέριο της Αστυνομίας με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης και της ασφάλειας του επαναστατημένου ή απελεύθερου τόπου και κατ’ αναλογία διόρισε σε κάθε επαρχία ειδικό υπάλληλο για την εμπέδωση της δημόσιας τάξης, τον λεγόμενο «αστυνόμο».[8] (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Τα νεύρα και οι μυς του έθνους»: ο ρόλος του στρατού στο νεοελληνικό κράτος, οι προθέσεις και οι αντιφάσεις (1828-1940) – Δημήτρης Μαλέσης, Διδάσκων, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων


 

«Εγώ εις τον Κυβερνήτη είχα μίαν συμπάθεια,

ότι έλπιζα να μετανοήση και ναρθή εις τον καλόν δρόμον».

Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Β΄ (Πέλλα, χ.χ), 31.

 

Η κρίση του Μακρυγιάννη για τον Καποδίστρια συνοψίζει την απογοήτευσή του για τον Kυβερνήτη. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα ερώτημα: ποιος ήταν ο «καλός ο δρόμος»; Διότι σε αυτό το θεμελιώδες και διαχρονικά επαναλαμβανόμενο ερώτημα που αφορά στη συγκρότηση και λειτουργία του ελληνικού κράτους, οι απαντήσεις δύσκολα θα συμπέσουν. Κι αυτό συνιστά τη μήτρα του προβλήματος, το οποίο παρακολουθεί την πορεία του ελληνικού κράτους επί δεκαετίες, προκαλώντας αντιγνωμίες αλλά και ρήξεις. Ρόλο κομβικής σημασίας σε αυτήν την πορεία δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε στον στρατιωτικό μηχανισμό. Όχι ότι λειτουργεί αυτόνομα και δεν αλληλοσυνδέεται με τις ποικίλες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνιστώσες. Κάθε άλλο. Καθορίζει αλλά και επηρεάζεται, σε μια αέναη και αδιάρρηκτη σχέση, από τα άλλα θεσμικά πλαίσια. Πρόθεσή μας, ωστόσο, είναι να εντοπίσουμε και να παρουσιάσουμε αδρομερώς εκείνα που συνιστούν την ιδιαίτερη λειτουργία του στρατού ως καθοριστικής σημασίας θεσμού, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Πρώτιστη μέριμνα του Καποδίστρια υπήρξε η συγκρότηση στρατεύματος, προκειμένου να αντιμετωπίσει δύο θεμελιώδη ζητήματα: την επιβολή της εξουσίας του έναντι των φυγόκεντρων τάσεων του ισχυρού προυχοντικού τοπικισμού και την επίτευξη ίδρυσης ανεξάρτητου κράτους, με τα μεγαλύτερα δυνατά σύνορα, τη στιγμή που στα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια διεξάγονταν πυρετώδεις διαπραγματεύσεις για επίλυση του ζητήματος. Να σημειωθεί ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν και η χάραξη των συνόρων στη Στερεά ήταν ένα ζητούμενο άμεσα εξαρτώμενο από τις δυνατότητες που θα είχε ο ελληνικός στρατός να απωθήσει προς τα βόρεια τον τουρκικό. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η διατροφή των Ελλήνων στρατιωτών στο μικρασιατικό μέτωπο (1919-1922) – Παναγιώτης Αγιάνογλου


 

Εισαγωγή

 

«Σήμερα πάλι δεν μας έδωσαν συσσίτιο∙ η πείνα έχει γίνει εφιάλτης. Ένας Τούρκος αιχμάλωτος ο Ουσεΐν, ας είναι καλά ο άνθρωπος, μου έδωσε μερικά ψίχουλα από την τσέπη του. Παρόλο που ήταν γεμάτα τρίχες και χώμα μου φάνηκαν νοστιμότατα».[1]

Η εκατοστή επέτειος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνέπεσε με μια «στροφή» στην ιστοριογραφία του και στη μελέτη πτυχών του που δεν είχαν μελετηθεί. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η καθημερινή εμπειρία των στρατιωτών στο μέτωπο και η μάχη τους με ανάγκες της καθημερινότητας, όπως η διατροφή.[2]

Ενώ η ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπό το πρίσμα των στρατηγών και των πολιτικών γεγο­νότων είναι γνωστή, η εμπειρία των στρατιωτών παραμένει σχετικά ανεξερεύνητη. Η εργασία αυτή, επηρεασμένη από τη διεθνή ιστορι­ογραφία του Α’ Π.Π. και από το κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας, αποπειράται να παρουσιάσει την ιστορία «από τα κάτω», θέτοντας στο επίκεντρο τους στρατιώτες.[3]

Μέσα κυρίως από τα ημερολόγια, τις αναμνήσεις και την αλληλογραφία των Ελλήνων στρατιωτών που συμμετείχαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία, επιχειρείται να απαντηθούν μια σειρά από ερωτήματα, όπως για το αν διαδραματί­ζει η τροφή των στρατιωτών εν καιρώ πολέμου κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του ηθικού τους· για το ποιες ήταν οι πηγές τροφοδο­σίας των στρατιωτών· για το τι παρείχε το στρατιωτικό συσσίτιο· αν αυτό που παρείχε ήταν αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες των στρατιωτών σε τροφή· τι έτρωγαν οι στρατιώτες κατά τη διάρκεια των ατελείωτων πορειών τους· ποια ήταν η θέση των αξιωματικών απέναντι στο πλιάτσικο καθώς και τι περιελάμβανε αυτό; Εξετάζε­ται ακόμη το ζήτημα της δίψας, ο μεγαλύτερος ίσως σκόπελος που οι στρατιώτες έπρεπε να ξεπεράσουν κατά τη διάρκεια των πορειών τους. Ενώ, τέλος, παρουσιάζονται τα προβλήματα επισιτισμού που αντιμετώπιζε η Στρατιά στα διάφορα στάδια της Εκστρατείας.

 

V Μεραρχία. Διανομή συσσιτίου. Συλλογή Μικρασιατικής Εκστρατείας / Αρχείο ΕΡΤ.

 

Η επάρκεια ή η έλλειψη τροφής έχει μεγάλη σημασία σε έναν πόλεμο μακράς διάρκειας. Η Erica Janik σε ένα άρθρο της με τίτλο «Η τροφή θα νικήσει τον πόλεμο» εξετάζει τη μεγάλη σημασία που δόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στη διατήρηση τροφίμων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συνδρομή που είχε η συντήρηση φα­γητού στην τελική νίκη των Συμμάχων.[4] Δεν εξετάζεται, όμως, αν υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ του ηθικού των στρατιωτών και της τροφής τους. Διαδραματίζει, άραγε, η τροφή των στρατιωτών εν καιρώ πολέμου κάποιον ρόλο στη διαμόρφωση του ηθικού τους; Μέσα από τα ημερολόγια και τις αναμνήσεις των Ελλήνων στρα­τιωτών που συμμετείχαν στη μικρασιατική εκστρατεία διαφαίνεται η σύνδεση τροφής και διάθεσης. Βλέπουμε, συνεπώς, τους στρατι­ώτες να χαίρονται όταν η τροφή είναι αρκετή και ποιοτική και να δυσανασχετούν στην αντίθετη περίπτωση. Έτσι και ο στρατιώτης Χρήστος Καραγιάννης φαίνεται πως απολάμβανε τις στιγμές καλού φαγητού: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προετοιμάζοντας την Επανάσταση: Η Προσέγγιση του Ι. Καποδίστρια και η Πρόσληψη αυτής από τον Ν. Σπηλιάδη, 1816-1820 – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η έρευνα της προ-επαναστατικής περιόδου 1815-1821 εξακολουθεί να διατυπώνει πλήθος ανοικτών ζητημάτων σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που δημιουργούν μια ουσιώδη πρόκληση στο παραδοσιακό ιστορικό αφήγημα της προετοιμασίας και έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Σημαντικά εμπόδια στην προώθηση της έρευνας αποτέλεσαν η απουσία πρόσβασης σε βασικές πηγές, κυρίως σε αρχεία του εξωτερικού, αλλά παράλληλα και η ερμηνευτική περιχαράκωση σ’ ένα αναγωγικό πλαίσιο νεωτερικότητας και σε διαφόρων προελεύσεων ιδεολογήματα. Με την έμφαση στην τεκμηρίωση των συμβάντων, η κατάσταση αυτή τις τελευταίες δύο δεκαετίες διερεύνησης φαίνεται να μεταβάλλεται, όχι μόνο λόγω της πρόσβασης σε νέες πηγές και του επανελέγχου παλαιοτέρων πηγών, αλλά επίσης γιατί η ενίσχυση της διεπιστημονικής έρευνας αναδεικνύει νέα τεκμήρια και συσχετίσεις δεδομένων στην μελέτη της προ-επαναστατικής περιόδου, τόσο της διεθνούς όσο και εσωτερικής πτυχής του ελληνικού ζητήματος.[i]

Νικόλαος Σπηλιάδης

Η εξέταση της περιόδου 1815-1821 του ελληνικού ζητήματος, ακριβώς στην διεθνή και εσωτερική πτυχή, συνδέεται αναπόδραστα με τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα θεμελιώδη ερευνητικά αντικείμενα: τον Ιωάννη Καποδίστρια, την Εταιρεία των Φίλων και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η σημασία και των τριών αντικειμένων στις προ-επαναστατικές διεργασίες είναι πλήρως τεκμηριωμένη, άσχετα εάν έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ερμηνείες για την συμμετοχή τους στα ιστορικά συμβάντα της περιόδου. Η παρούσα δημοσίευση έχει αναφορά στην εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος εστιάζοντας σ’ ορισμένες διαστάσεις του πληροφοριακού περιβάλλοντος των προ-επαναστατικών ζυμώσεων και συγκεκριμένα πως αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μεταξύ δύο συνιστωσών, αφενός του Ι. Καποδίστρια και των απόψεων του και, αφετέρου, των προσλήψεων των καποδιστριακών απόψεων από τον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Η εσωτερική πτυχή του ελληνικού ζητήματος χαρακτηρίζεται από μια περίοδο μετάβασης στις αντιλήψεις του επαναστατικού υποκειμένου, οι οποίες εκδηλώνονται παράλληλα, είτε στο πλαίσιο της υπερεθνικής χριστιανικής ορθοδοξίας, είτε στο πλαίσιο της εθνικής χειραφέτησης των υπόδουλων λαών. Από ελληνική σκοπιά, η μετάβαση αυτή προσδιορίζεται με την μετακίνηση από την αντίληψη ότι το απελευθερωτικό κίνημα «εξαρτάται από την αντι-οθωμανική πρωτοβουλία μιας Μ. Δύναμης και μπορεί μόνο να στηριχθεί και αποτελέσει εξάρτημα ενός τέτοιου εγχειρήματος» στην αντίληψη ότι η ελληνική χειραφέτηση «θα προέλθει από την επαναστατική πρωτοβουλία των Ελλήνων, θα στηριχτεί στις “Δικές μας Δυνάμεις” και θα διεκδικήσει διεθνή αναγνώριση». Πρόκειται για μια μετάβαση που ξεκίνησε με τον Λάμπρο Κατσώνη και ολοκληρώθηκε με την επιτυχή δράση των Φιλικών που προκάλεσε την έναρξη της ελληνικής επανάστασης.[ii] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μια διερεύνηση της πολιτικής των Αλβανών κατά τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1825) – H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)


 

Εισαγωγή

 

Ένα θέμα που εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα στα έγγραφα του οθωμανικού κράτους κατά τη διάρκεια του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας είναι οι αποτυχημένες προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να κινητοποιήσει τους Αλβανούς πολέμαρχους/προύχοντες για να πολεμήσουν στις μάχες της ενάντια στους Έλληνες επαναστάτες.[1]

Η πληθώρα των εγγράφων οφείλεται στο γεγονός ότι το οθωμανικό κράτος δεν είχε στρατό στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να τον συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Θυμίζοντας έντονα τις συνθήκες που διέπουν τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην «αγορά βίας»,[2] της οποίας οι σημαντικότεροι προμηθευτές ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι. Μέχρι την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων το 1825, με την οποία συνδέεται το τελικό χρονολογικό όριο αυτής εδώ της μελέτης, το οθωμανικό κράτος βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεός τους προκειμένου να καταστείλει την ελληνική εξέγερση.

Οι περισσότεροι ερευνητές της περιόδου τείνουν να υποτιμούν τον ρόλο του αλβανικού στοιχείου και έτσι αποτελεί άγνωστη πτυχή στην ιστοριογραφία του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[3] Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί αντιμετωπίζονται ως Τούρκοι – ονομάζονται Τουρκαλβανοί ή παραβλέπεται εντελώς η αλβανική τους ταυτότητα – ενώ ταυτόχρονα οι χριστιανοί Αλβανοί χαρακτηρίζονται ως Έλληνες, με αποτέλεσμα τα γεγονότα να παρουσιάζονται απλουστευτικά, ως ανταγωνισμός που αφορά φαινομενικά μόνο δύο αντίπαλες πλευρές. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στο πεδίο της μάχης, ο πόλεμος για την ελληνική ανεξαρτησία ήταν ένας αγώνας εξουσίας ανάμεσα σε ένα πλήθος παικτών με αδιάκοπη αναδιάταξη των συμφερόντων και αναδιανομή της εξουσίας.

Οι αιτίες για τις οποίες οι οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετώπισαν τόσο αντίξοες συνθήκες και οι Αλβανοί έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία έχουν τις ρίζες τους στην προηγούμενη δεκαετία, η οποία αποτελεί μια από τις λιγότερο μελετημένες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας.

 

Η δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση: αποαγιανοποίηση

  

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812 και τα αναθεωρημένα, μη επιθετικά αυτοκρατορικά σχέδια της Ρωσίας για τη μεταναπολεόντεια παγκόσμια τάξη δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες που επέτρεψαν να εμφανιστεί στην Υψηλή Πύλη μια φατρία η οποία επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα και να εξουδετερώσει τους επαρχιακούς προύχοντες (αγιάνηδες). Χωρίς τη βοήθεια των αγιάνηδων η οθωμανική κεντρική διοίκηση δεν μπορούσε να συγκεντρώσει στρατό ή φόρους, κάτι που ξεκίνησε από την περίοδο του ρωσοοθωμανικού πολέμου του 1768-1774. Φαίνεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μετασχηματιστεί εκ των πραγμάτων σε μια συνομοσπονδία που αποτελούνταν από την οθωμανική κεντρική διοίκηση και από τους επαρχιακούς προύχοντες ήδη από το 1798, όταν η Υψηλή Πύλη απέτυχε να καταπνίξει την ανταρσία του Οσμάν Πασβάνογλου, του αγιάνη του Βιδινίου [πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη], παρά την οκτάμηνη πολιορκία και τον στρατό των ογδόντα χιλιάδων στρατιωτών που έστειλε εναντίον του, ενώ τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να του παραχωρήσει τον τίτλο του πασά.

 

Οσμάν Πασβάνογλου (Pazvantoğlu, Osman, 1758-1807). Τούρκος τοπάρχης του Βιδινίου της Βουλγαρίας, σημαντική προσωπικότητα στο χώρο των Βαλκανίων στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Καταγόταν από καθολική οικογένεια της Βοσνίας, η οποία όμως είχε προσχωρήσει στο μωαμεθανισμό. Απεικονίζεται πολυτελώς ενδεδυμένος και με εντυπωσιακό καλυμμα κεφαλής διακοσμημένο με φτερά.

 

Μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε ότι το Senedi İttifak του 1808 – η οθωμανική Magna Carta κατά τη γνώμη πολλών ιστορικών, που τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια ενός ακόμη πολέμου με τη Ρωσία (το διάστημα 1806-1812) – σχεδιάστηκε με σκοπό να δώσει νομικό υπόβαθρο σε αυτήν τη συνομοσπονδία, υποδεικνύοντας σε κάθε παράγοντα της οθωμανικής πολιτικής ποια θέση όφειλε να έχει.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας και «υπόθεση Γαλάτη»: Ένα Μη-Απρόοπτο Συμβάν[i] – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η «υπόθεση Γαλάτη» είναι ένα από τα πιο περίπλοκα ζητήματα της προεπαναστατικής προετοιμασίας, της Εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του Ιωάννη Καποδίστρια. Η αλληλουχία των γεγονότων τεκμηριώνει ότι η «υπόθεση Γαλάτη» συνιστά μια συγκεκαλυμένη επιχείρηση, την οποία de facto φέρει σε πέρας ο ίδιος ο Καποδίστριας. Ο Γαλάτης έρχεται στη Ρωσία με προορισμό τον Καποδίστρια, αλλά ο Σκουφάς τον καθοδηγεί να ζητήσει πρόσβαση κατευθείαν στην Αυτοκρατορική Αυλή. Η παρέμβαση Καποδίστρια και μόνο στον Αλέξανδρο Α’ δίνει υπόσταση στην υπόθεση να εξελιχθεί και φέρνει τον Γαλάτη στην Αγ. Πετρούπολη, αφού λάβει νέες οδηγίες από τους Εταιριστές της Μόσχας. Με την συνάντηση Καποδίστρια-Γαλάτη ολοκληρώνεται η αποστολή Γαλάτη, ωστόσο συγκεκριμένες επιπλοκές δημιουργούν μια ανεπιθύμητη κατάσταση πραγμάτων θέτοντας στον κίνδυνο διεθνούς διαρροής το εγχείρημα.

Η «υπόθεση Γαλάτη» ήταν εξαρχής ένα πολιτικό εγχείρημα με αντικειμενικό σκοπό να προκαλέσει την αναγνώριση και στήριξη του Αλέξανδρου Α’ μέσω του Καποδίστρια στην εταιρική δράση. Ο Αλέξανδρος διέκρινε ορισμένες δυνατότητες ενίσχυσης της ρωσικής επιρροής αλλά αποφάσισε αφενός να κρατήσει αποστάσεις από μια θεωρούμενη «ακίνδυνη» Εταιρία και αφετέρου αυτή να επιτηρείται διακριτικά, ώστε να μην δημιουργηθούν επιπλοκές λόγω υπέρβασης του πλαισίου της ρωσικής ανατολικής πολιτικής. Ο Γαλάτης απελαύνεται στο Βουκουρέστι και τίθεται υπό επιτήρηση του ρωσικού προξενείου μέχρι να βρεθεί τρόπος να επιστρέψει στην πατρίδα του. Θα έχει, ωστόσο, περιθωριακή συμμετοχή στην «Υπόθεση Καραγεώργη» που διεκπεραιώνει ανεπιτυχώς το ρωσικό προξενικό δίκτυο στις Ηγεμονίες υπό των Γεωργίου Λεβέντη και Γεωργάκη Ολύμπιο με προκάλυμμα την Εταιρεία. Επρόκειτο για μια χαρακτηριστική εναρμόνιση ρωσικών και εταιρικών επιδιώξεων καθώς και της δράσης του καποδιστριακού «μηχανισμού».

 

Η «Υπόθεση Γαλάτη» αποτελεί ένα από τα πλέον περίπλοκα ζητήματα της προ-επαναστατικής προετοιμασίας, της εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια. Το πέρασμα του Γαλάτη στην ιστορία είναι αιφνίδιο και επεισοδιακό. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα για την προηγούμενη δράση του[ii], ενώ για αυτήν καθαυτή την εμπλοκή του στα συμβάντα υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις.

Νικόλαος Σκουφάς

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Σπηλιάδη, στις αρχές του 1816, ο Νικόλαος Σκουφάς «κατέρχεται απόστολος» της Φιλικής Εταιρείας από την Μόσχα στην Οδησσό και μερικούς μήνες αργότερα εισέρχεται στην υγειονομική καραντίνα να συναντήσει τον Νικόλαο Γαλάτη,[iii] απόστολο – κατά δήλωση του ιδίου, μιας «άλλης» Εταιρείας[iv], ο οποίος έρχεται στην Ρωσία επιζητώντας συνάντηση με τον Καποδίστρια[v]. Πρόκειται, επομένως, για μια εξαιρετική περίσταση, με την οποία θα ακολουθήσει μια εξίσου εξαιρετική αλληλουχία γεγονότων.

Αυτή η ακολουθία γεγονότων υποδηλώνει προηγούμενες ενέργειες και εκφράζει συγκεκριμένες επιδιώξεις, που όλα μαζί συνθέτουν την αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη», την οποία διαχειρίζεται ο Ιωάννης Καποδίστριας, νέος υπουργός Εξωτερικών του Αλέξανδρου Α’.

Η ανακοίνωση αυτή θα εστιάσει στην παρακολούθηση ορισμένων μόνο διαστάσεων της ακολουθίας γεγονότων, αναδεικνύοντας παραλειπόμενες από την έρευνα διαστάσεις και συσχετίσεις, που ρίχνουν περισσότερο φως στην αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικές και κειμενικές απεικονίσεις στα απομνημονεύματα του Εμμανουήλ Ξάνθου – Παναγιώτης Ν. Ξηντάρας


 

Πρόλογος (με τη σύγκριση των δύο νησιών)

 

Εμμανουήλ Ξάνθος – Μετάλλιο. Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

1772 μ.Χ., Ψαρά και Πάτμος, δύο μικρονήσια στον ίδιο περίπου μεσημβρινό. Με τα κοινά γνωρίσματά τους και με τις διαφορές τους. Το πρώτο έγινε ονομαστό το 1824, εξαιτίας της καταστροφής του από τους Τούρκους και, ακολούθως, από το επίγραμμα του Σολωμού. Το δεύτερο μνημειώθηκε, ως ιερό νησί, με τη συγγραφή της Αποκάλυψης από τον ευαγγελιστή Ιωάννη.

Στα Ψαρά γεννήθηκε και μεγάλωσε ο θαλασσομάχος και μπουρλοτιέρης με τα βαρβακίσια, τα βλοσυρά δηλαδή μάτια, ο Ιωάννης Βαρβάκης (1745/1750–1825), που οι Τούρκοι έτρεμαν ακούγοντας το όνομά του. Φτωχόπαιδο ναυτόπουλο, που εξελίχθηκε σε ατρόμητο θεριό της θάλασσας· κι αργότερα, σε μέγιστο επιχειρηματία της Ρωσίας, που δόξασε και τίμησε και τις δυο του πατρίδες, ως εθνικός ευεργέτης[1].

Στα 1772–27χρονος ο Ιωάννης, καθώς όργωνε την αιγαιοπελαγίσια θάλασσα, με το τρίτο καράβι του, το «βρίκιον»[2] – γεννιόταν στην Πάτμο ένα άλλο παιδόπουλο, ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1851)· που, στα είκοσί του, πήρε των ομματιών του να ξενιτευτεί, για να ζήσει καλύτερα. Σμύρνη, Τεργέστη αρχικά, στην Οδησσό αργότερα (1810)[3] και σε πολλές πολλές άλλες πόλεις στη συνέχεια. Πρωταγωνίστησε στη Φιλική Εταιρία, αλλά έμεινε ξεθωριασμένη η δράση του, στο περιθώριο θα ’λεγα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Θεατρική παράσταση – «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος» της Σοφίας Καψούρου


 

Η βραβευμένη με το Διεθνές Βραβείο Θεάτρου της  Ανατολίας, Σοφία Καψούρου παρουσιάζει την Κυριακή 21 Ιουλίου 2024, στον προαύλιο χώρο της Εθνικής Πινακοθήκης Παράρτημα Ναυπλίου, το θεατρικό μονόλογό της «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος».

Στην Πανσέληνο του Ιουλίου, κάτω από το φως του φεγγαριού, οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν μία μοναδική θεατρική εμπειρία.  Ένα ταξίδι στον χρόνο, όπου το σήμερα θα συνομιλήσει με τα χρόνια του αγώνα του ’21 και η πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους θα ζωντανέψει ξανά μέσα από τη ζωή της Ζωής Διαμάντως Διμισκή, μητέρας του αρχιστράτηγου Γεώργιου Καραϊσκάκη. Ένα αντιπολεμικό έργο σε καιρό πολέμου. Ένα έργο ύμνος στη γυναίκα και την ελευθερία της.

 

Καραϊσκάκενα, o Θρύλος

 

Ο αντισυμβατικός και σαρωτικός μονόλογος της Σοφίας Καψούρου «Καραϊσκάκενα, o Θρύλος» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά, με την ίδια στον ρόλο της Καραϊσκάκενας, εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Γυναικών  Θεατρικών Συγγραφέων των Τουρκικών Κρατικών Θεάτρων τον Νοέμβριο του 2023 και παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στην εμβληματική σκηνή Üsküdar Tekel Stage του Εθνικού Θεάτρου της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη, αποτελώντας μία σημαντική και ιστορική στιγμή για τις δύο γειτονικές χώρες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης – Αναζητώντας τα ίχνη του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου. Παρουσίαση, κριτική μελέτη και συμπληρωματική έρευνα σε άγνωστο χειρόγραφο του Αργείου ιστορικού». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.


 

Ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο προστίθεται στη βιβλιοθήκη της τοπικής μας ιστορίας. Πρόκειται για το βιβλίο, των Γεωργίου  Η. Κόνδη και Γεωργίου Α. Γιαννούση, που φέρει τον τίτλο «Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης – Αναζητώντας τα ίχνη του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου. Παρουσίαση, κριτική μελέτη και συμπληρωματική έρευνα σε άγνωστο χειρόγραφο του Αργείου ιστορικού». Μια ακόμη έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Διακόσιες και πλέον χειρόγραφες σημειώσεις από τις οποίες ένα καθαρογραμμένο δεκαπεντασέλιδο κείμενο που αποτελούσε την πρώτη προσπάθεια του Αργείου ιστορικού Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη να ερευνήσει τη ζωή του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου, αποτελούν το υλικό της έρευνας από το οποίο προέκυψε η παρούσα έκδοση…

 

Η μελέτη ενός χειρογράφου και των συνοδευτικών πρόχειρων χειρόγραφων σημειώσεών του, αποτελεί μια πραγματική πρόκληση για κάθε ερευνητή. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια στιγμή κατά την οποία η τύχη του χαμογελάει, φανερώνοντάς του μια εμβρυακή αδημοσίευτη έρευνα ενός σημαντικού για τις αρχές του 19ου αιώνα νομικού και ιστορικού όπως ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης. Το ερώτημα που τίθεται τότε στον ερευνητή είναι αν έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την χειρόγραφη εμβρυακή έρευνα και να παραδώσει στο αναγνωστικό κοινό μια νέα, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένη έρευνα σεβόμενος την αρχική θεματολογία.

 

Αναζητώντας τα ίχνη του Κιαμήλ-μπέη…

 

Το ερώτημα αυτό τέθηκε και με την ευκαιρία της διάσωσης του συγκεκριμένου φακέλου καθώς θα έπρεπε να γίνει μια μεθοδική καταγραφή και θεματική αρχειοθέτηση των χειρογράφων της αρχικής έρευνας. Διακόσιες (200) και πλέον χειρόγραφες σημειώσεις από τις οποίες ένα καθαρογραμμένο δεκαπεντασέλιδο κείμενο που αποτελούσε την πρώτη προσπάθεια του Αργείου ιστορικού Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη να ερευνήσει τη ζωή του Κιαμήλ-μπέη της Κορίνθου, αποτελούν το υλικό της έρευνας που μας δόθηκε η ευκαιρία να συνεχίσουμε και να ολοκληρώσουμε. Ο Αργείος ιστορικός είχε ήδη ασχοληθεί με την ιστορία της Κορίνθου εμπλουτίζοντας την ελληνική ιστοριογραφία της εποχής του με το κείμενο «Αφνειός Κόρινθος» (1896, Βιβλιοθήκη του «Ερμού»-Μ. Σαλίβερος). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικογένεια Περούκα


 

Ο καζάς του Άργους

 

Η Πελοπόννησος, μετά την ανακατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1715, αποτέλεσε ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια, επαρχία ανωτάτου βαθμού: σαν­τζάκι ή πασαλίκι.[1] Τα σαντζάκια υποδιαιρούνταν σε βιλαέτια ή καζάδες, ονο­μασίες που αναλογούσαν σε διοικητική και δικαστική αντίστοιχα διάκριση.[2]

Η διαίρεση της Πελοποννήσου σε καζάδες είχε γίνει κατά την πρώτη Τουρκο­κρατία και η Βενετική διοίκηση[3], που τη διαδέχθηκε το 1685, τους διατήρησε με πολύ μικρές αλλαγές μετονομάζοντας τους σε territori. Όταν επανέκτησαν οι Οθωμανοί την περιοχή, επανέφεραν τις δικές τους ονομασίες αλλά υιοθέ­τησαν και αλλαγές, που εν τω μεταξύ είχαν συντελεσθεί.

Από τους καζάδες της Β. Α. Πελοποννήσου[4] κυρίως θα μας απασχολήσει αυτός του Άργους, έδρα της ισχυρής προυχοντικής οικογένειας Περούκα, το αρχείο της οποίας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της περιοχής.[5] Η έρευνά μας θα επεκταθεί και στους κα­ζάδες Ναυπλίου,[6] Κορίνθου, Καλαβρύτων, Βοστίτσας, Τριπολιτσάς και Πά­τρας, στο βαθμό που συνδέονταν με τις δραστηριότητες της οικογένειας.

Ο καζάς Άργους οριζόταν στα ανατολικά από τον καζά Ναυπλίου,[7] στα δυτικά από τον καζά της Τριπολιτσάς, προς το βορρά από τον καζά της Κο­ρίνθου και στο νότο από τον καζά του Αγίου Πέτρου.[8]

Το Άργος, έδρα προεστών, διοικητικό και οικονομικό κέντρο του ομώνυμου βι­λαετιού, περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα έγγραφα του Αρχείου, που μελετήθη­καν, τα χωριά[9]: Κουτσοπόδι, Καπαρέλι (και Περέλι), Μπουγιάτι, Τάτζι, Νιοχώρι, Πάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Καργιά, Κουρτάκι, Βρούστι, Κουρ­τέτζι, Σχινοχώρι, Σκαφιδάκι, Μπουγιές, Μέρμπακα.[10]

 

Καζάς Άργους (με βάση τα έγγραφά μας)

 

Κάτω χωριά – Πέντε χωριά

 

Στον καζά Άργους επίσης – όπως προκύπτει από έγγραφο[11] σχετικό με φορο­λογικές υποχρεώσεις (κρασιάτικα) – ανήκει μια ομάδα χωριών, που αναφέρον­ται με την επωνυμία «Κάτω Χωριά» και είναι τα ακόλουθα: Γεράκι,[12] Κοσμάς, Παλαιοχώρι, Άγιος Βασίλης, Πλατανάκι, Άλβαινα, Ντουμενά [Δουμενά], Χαλ­κιάνικα. Από αυτά διαχωρίζονται τα: Γεράκι, Κοσμάς, Παλαιοχώρι, Άγιος Βασί­λης, Πλατανάκι και παίρνουν την ονομασία «Πέντε Χωριά» και μ’ αυτή τη μορφή τούς καταμερίζουν τις υποχρεώσεις τους για το «δόσιμο» σιταριού.[13] (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »