Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Καλλέργη Οικία

 

  

Κτίστηκε το 1830 από τον πλούσιο και ισχυρό τότε άνδρα Δημ. Καλλέργη για κατοικία. Πρόκειται για διώροφο κτίσμα, αρκετά μεγάλο, με πολλά δωμάτια, επιβλητικό και μεγαλοπρεπές. Βρισκόταν στη δυτική άκρη ενός τεράστιου κήπου, ο οποίος απλωνόταν ανατολικά και νότια και ήταν γεμάτος με οπωροφόρα δένδρα, κυπαρίσσια και λουλούδια. Είχε δεξαμενή νερού, οικήματα για το υπηρετικό προσωπικό και τους φύλακες, στάβλους και στην ανατολική άκρη ένα εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου.

 

Η οικία Καλλέργη εντυπωσίαζε με το μέγεθος και τον εσωτερικό της πλούτο. Ήταν διακοσμημένη, ιδιαίτερα η μεγάλη αίθουσα του πρώτου ορόφου, όπου τώρα φιλοξενούνται ρωμαϊκές αρχαιότητες. Στην αίθουσα αυτή υπήρχε μεγάλος πολυέλαιος και στις τέσσερεις πλευρές της ισάριθμες χρονολογίες· στη βόρεια η 25 Μαρτίου 1821, στην ανατολική η 3 Σεπτεμβρίου 1843, στη νότια η 18 Μαρτίου 1844, ημέρα ορκωμοσίας του βασιλιά Όθωνα στο Σύνταγμα, και στη δυτική η 4 Ιανουαρίου 1833, ημέρα της σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους. Όλα αυτά καλύφθηκαν με ασβέστη.

 

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932. Σήμερα, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους. Στο κτίριο αυτό στεγάζονταν από το 1938 οι Ελληνορώσοι Πρόσφυγες. Δεξιά, ο Δήμαρχος Άργους Κωστής Β. Μπόμπος.

 

Ο Δημ. Καλλέργης θέλησε να παραχωρήσει το σπίτι του στην κυβέρνηση, με αντάλλαγμα κάποια εθνικά κτήματα ίσης αξίας, που θα διέθετε για τους Κρητικούς πρόσφυγες. Γι’ αυτό και το μέγαρο ονομάστηκε «Παλάτιον της Κυβερνήσεως» και «Παλάτιον του Καποδίστρια».

 

Όμως, ο κυβερνήτης δολοφονήθηκε, τα εθνικά κτήματα δεν είχαν δοθεί ακόμα στον Καλλέργη και γι’ αυτό ο τελευταίος, ύστερα από συνεννόηση με τον Αυγουστίνο, πήρε πίσω το σπίτι του. Και είναι βέβαιο ότι το 1833 έμενε σ’ αυτό η γυναίκα του, η πανέμορφη Σοφία, η οποία δεν επέτρεψε στο Γάλλο αξιωματικό Στοφέλ να εγκατασταθεί σ’ αυτό.

 

Μετά το θάνατο του Δημ. Καλλέργη, η γυναίκα του εγκαταστάθηκε μόνιμα στο σπίτι με τα παιδιά της και μετά το θάνατό της (1893) έζησε ο γιος της Εμμανουήλ Καλλέργης, που ήταν άριστος αξιωματικός και ρομαντικός κιθαρωδός. Αυτός ήταν και ο τελευταίος από τους Καλλέργηδες που το κατοίκησαν. Μετά το θάνατό του (1909) το κτίσμα παραδίδεται στη φθορά του χρόνου. Αργότερα κατοικήθηκε προσωρινά από μικρασιάτες πρόσφυγες – μετά το 1922 – και από Ελληνορρώσους το 1939-40 για κάμποσα χρόνια.

 

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη (Δεκαετία 1940;)

 

Στο μεταξύ, οι κληρονόμοι των παραπάνω Καλλέργηδων Ιωάννα Καλλέργη και ο γιος της Λέων είχαν αποφασίσει να το δωρίσουν στο Δήμο, για τη στέγαση μουσείου και θεάτρου. Η δωρεά έγινε τον Απρίλιο 1932, αλλά το οίκημα δεν αξιοποιήθηκε αμέσως. Όταν φτάνουν οι Ελληνορρώσοι, ήταν σε κακά χάλια. Η σκεπή σχεδόν είχε καταρρεύσει. Ακολούθησε ο πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος. Το 1955 ο Δήμος δέχεται να παραχωρήσει το Καλλέργειο στο κράτος για την ίδρυση μουσείου. Για θέατρο δε γίνεται πια λόγος. Την ίδρυση του μουσείου αναλαμβάνει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Ψυχή της όλης προσπάθειας ήταν ο καθηγητής Πωλ Κουρμπέν.

Επίσης, με έξοδα του Γαλλικού κράτους και με σχέδια του ρωσικής καταγωγής αρχιτέκτονα Φομίν κτίζεται η νέα πτέρυγα στον κήπο, ανατολικά του Καλλέργειου. Το μουσείου εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο 1957 και η νέα πτέρυγα τον Ιούνιο 1961.

 

 

Για τους Ελληνορρώσους που διέμεναν στην οικία Καλλέργη, σημερινό μουσείο

 

Αι εν αυτή ένοικοι πρόσφυγες εκ Ρωσσίας γυναίκες είναι συμπαθείς, καθαραί, με σχετικήν καλήν συμπεριφοράν, τα δωμάτια ασβεστωμένα, τα πράγματά των με τάξιν, και το κάθε τι εις την θέσιν του, τα ντιβάνια των περιποιημένα με καθαρά συνδόνια, όλα καθαρά.

Τα δυστυχή αυτά πλάσματα είναι αξιολύπητα, τι τους έγραφε να διαβιούν μέσα εις ένα βρωμερόν, δυσώδες, ρυπαρόν και ακάθαρτον οικοδόμημα;…

Το πάτωμα ξεχαρβαλωμένον, μέρος της σκεπής έχει πέσει… Η βρώμα, η δυσωδία, η ρυπαρότης και ακαθαρσία εις απίστευτον βαθμόν… Τόσον κατηραμένον είναι το σπίτι αυτό, ώστε να καταντήσει εις τοιούτον σημείον;

 

 Αν. Τσακόπουλος, Η οικία Καλλέργη

εφ. «Ασπίς» φ. 497/27-8-1950

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου

 


 

  Το Πολεμικό Μουσείο – Παράρτημα Ναυπλίου εγκαινιάστηκε στα τέλη Νοεμβρίου 1988 και στεγάζεται στο χώρο που επέλεξε ο Ι. Καποδίστριας για φιλοξενήσει την πρώτη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (1828). Αποτελεί Παράρτημα – το πρώτο που ιδρύθηκε στην Ελλάδα – του Πολεμικού Μουσείου της Αθήνας.

 

Μικρή στολή Ευέλπιδος, 1829. Πίσω το κτίριο της πρώτης σχολής Ευελπίδων.

Η αποστολή του Παραρτήματος Ναυπλίου του Πολεμικού Μουσείου είναι η συλλογή, συντήρηση και παρουσίαση των αντικειμένων και των γραπτών μαρτυριών που φωτίζουν τις πτυχές της νεώτερης ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, από τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια μέχρι την απελευθέρωση από τη Γερμανική Κατοχή του 1944 και επίσης, όπως είναι αυτονόητο, λόγω του περιφερειακού χαρακτήρα του, η διάσωση της ιστορικής μνήμης και προώθηση της  τοπικής ιστορίας και του τοπικού πολιτισμού. Προκειμένου να ανταποκριθεί στην ευρύτατη αποστολή του, το Παράρτημα Ναυπλίου του Πολεμικού Μουσείο έχει συγκεντρώσει και στεγάσει ένα σημαντικό μέγεθος μουσειακού υλικού (κανόνια, όλμους, οβούζια, όπλα, εξαρτήματα όπλων, άγκυρες, πολεμικά λάφυρα, ιστορικές φωτογραφίες, ομοιώματα πλοίων και αεροσκαφών, στολές, πίνακες, λαϊκές εικόνες, χαρακτικά, χάρτες, χειρόγραφα, αντικείμενα μικροκαλλιτεχνίας, σημαίες και εμβλήματα καθώς και προσωπικά ενθυμήματα  επώνυμων και ανωνύμων αγωνιστών)  το μεγαλύτερο μέρος από τα οποία προέρχεται από τις αντίστοιχες συλλογές του Πολεμικού Μουσείου.

Μερικά από τα εκθέματα που βρίσκονται στις προσθήκες του παραχωρήθηκαν με προθυμία και ευγένεια από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα. (στρατιωτικές στολές και τοπικές ενδυμασίες), ορισμένα από δημόσιους φορείς της Αργολίδας (Δήμους και Τράπεζες), ενώ εμπλουτίστηκε και με σημαντικές δωρεές και χρησιδάνεια ιδιωτών.

Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου

Τα ενθυμήματα και τα κειμήλια της μόνιμης έκθεσης του Μουσείου είναι εκτεθειμένα σε δυο ορόφους διαρρυθμισμένους, ο πρώτος σε τέσσερις και ο δεύτερος σε δυο αίθουσες, με ικανό αριθμό προθηκών που πλαισιώνουν σειρές από φωτογραφικές μονάδες. Είναι τακτοποιημένα σε ιστορικούς κύκλους, με χρονολογική διαδοχή, διατεταγμένα από δεξιά προς τα αριστερά και συνοδεύονται στο σύνολό τους από επεξηγηματικά κείμενα που αποκαλύπτουν την προέλευση και αναδεικνύουν τη σημασία τους.

Η σχεδίαση και το στήσιμο των προθηκών και των εκθεσιακών μονάδων όπου εκτυλίσσεται η έκθεση, οι οποίες κατασκευάστηκαν με προορισμό να λειτουργήσουν μόνο ως το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο των εκθεμάτων, έχει γίνει με τρόπο προσεγμένο και μεθοδικό χωρίς πρόσθετα μορφολογικά στοιχεία. Η παρουσίαση των μουσειακών αντικειμένων στις αίθουσες είναι γραμμική και λιτή, σχεδόν αυστηρή, αρνούμενη τη χρησιμοποίηση ειδικών διακοσμήσεων και εξεζητημένων πλαισιώσεων, η διευθέτηση των κειμηλίων στις εκθεσιακές μονάδες γίνεται με άνεση χώρου δίχως να «σπρώχνει» το ένα το άλλο.

Τα λειτουργικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη στήριξή τους είναι διακριτικά περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, τα χρώματα τόσο στις βιτρίνες όσο και στους τοίχους , ουδέτερα και απαλά ξεκουράζουν την όραση και τονίζουν τα εκθέματα που περιβάλλουν, η ηχομόνωση των εκθεσιακών χώρων είναι αποτελεσματική ενώ ο φωτισμός τους χωρίς είναι έντονος και ενοχλητικός, καταφέρνει και αποκαλύπτει συνολικά τον κειμηλιακό πλούτο ακόμη και τις λεπτομέρειές του.

Οι παραπάνω αρχιτεκτονικές και μουσειογραφικές επιλογές, σε ένα χώρο όχι απλώς μουσειακό αλλά με έντονο και αναπόσπαστο ιστορικό χαρακτήρα, αναζήτησαν και βρήκαν εκείνα τα στοιχεία που θα δημιουργούσαν μια εκθεσιακή εικόνα η οποία θα έδινε στα μεν εκθέματα τη δυνατότητα να προβάλουν μόνα τους, ανόθευτα, τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και την ξεχωριστή αισθητική και καλλιτεχνική αξία τους, στους δε επισκέπτες την ευκαιρία να τα συναντήσουν και να ερμηνεύσουν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, τις μαρτυρίες και τα μηνύματά τους, σε ένα χώρο απερίσπαστο και ανεπηρέαστο από εξωτερικές, φυσικές ή τεχνικές, επιδράσεις.

Σε ένα περιβάλλον που είναι προφανές ότι αποβλέπει  όχι στην τέρψη του επισκέπτη αλλά στην επικοινωνία, τροφοδώντας με ερεθίσματα τη μνήμη και την κρίση του και αναμοχλεύοντας πολύ συχνά μνήμες από την προσωπική του ιστορία.

  

Έκθεση


 

Στον πρώτο όροφο του Μουσείου εκτίθενται κειμήλια και ενθυμήματα από την ιστορική πορεία της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της περιόδου της Επανάστασης του 1821, του Μακεδονικού Αγώνα (1904 – 1908), των Βαλκανικών Πολέμων (1912 – 13) και από τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ στο δεύτερο όροφο είναι τοποθετημένα  εκθέματα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, 1940 – 41, τη Γερμανική Εισβολή, την Κατοχή και την Απελευθέρωση. Στον όροφο αυτό βρίσκεται, ξεχωριστά από τον υπόλοιπο μουσειακό χώρο, ειδική αίθουσα η οποία, κατάλληλα διαρρυθμισμένη κάθε φορά, προορίζεται  να φιλοξενεί τις περιοδικές εκθέσεις που (συν)διοργανώνει το Παράρτημα Ναυπλίου.

Σήμερα, το Παράρτημα Ναυπλίου του Πολεμικού Μουσείου, είτε ως φύλακας και εκθέτης των κειμηλίων που διαθέτει στη συλλογή του και των ιστορικών ενθυμήσεων που τα συνοδεύουν, είτε μέσα από περιοδικές εκθέσεις που, με επιμονή και συνέπεια, (συν)διοργανώνει, είτε, τέλος, με τη (συν) διοργάνωση εκδηλώσεων που άπτονται του αντικειμένου του (διαλέξεις, συζητήσεις, έχει αντρωθεί και καταξιωθεί στη συνείδηση της τοπικής κοινωνίας της Αργολίδας ως ζωτικός θεσμός υψηλής πνευματικής, αισθητικής και εκπαιδευτικής αποστολής, γι’ αυτό και το έχει αγκαλιάσει με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδιαφέρον.

Το κτίριο της πρώτης Σχολής Ευελπίδων, το οποίο έχει κηρυχθεί Ιστορικό Διατηρητέο  Μνημείο  αποτελεί σήμερα καύχημα μόνο των στρατιωτικών υπηρεσιών που στεγάζονται σε αυτό, αλλά και ολόκληρης της πόλης του Ναυπλίου.

Πληροφορίες: Αμαλίας 22, ΤΚ 211 00, Tηλ./Fax: (+30) 27520-25591

Σωτήριος Δέμης,

Λοχαγός Αεροπορίας Στρατού

 

Πηγή


 

  •  Περιοδικό, «Ματιές στην Αργολίδα», τεύχος 7, Δεκέμβριος 2001.

Read Full Post »

Γεωργική Σχολή Τίρυνθας (1829)

 

Την αναγκαιότητα και τη σημασία της γεωργικής εκπαίδευσης, πρώτος διείδε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας και αποτέλεσε βασικό μέλημα της πολιτικής του από τα πρώτα ακόμη χρόνια ύπαρξης του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Για το λόγο αυτό, προχώρησε στην ίδρυση της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας στο Ναύπλιο το έτος 1829«ο ίδιος μεταβαίνων καθ΄εκάστην» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δ. Ζωγράφος (1888 –  1948) στην «Ιστορία της παρ΄ημίν γεωργικής Εκπαιδεύσεως». Η σχολή αυτή παρείχε στοιχειώδη γεωργική εκπαίδευση, καθόσον ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος έκρινε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για τη δημιουργία ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Με τη μοναδική αίσθηση του μέτρου και τη διορατικότητα που τον διέκρινε, θεωρούσε ότι έπρεπε να προηγηθεί η τεχνική, επαγγελματική και κυρίως η στοιχειώδης εκπαίδευση, η οποία ήταν η αρμόζουσα την περίοδο αυτή εξαιτίας των ειδικών συνθηκών και της γενικότερης ένδειας του νεοσύστατου κράτους. Η λειτουργία της Σχολής στην οποία φοιτούσαν παιδιά φτωχών γεωργών, ανατέθηκε στον Γρηγόριο Παλαιολόγο, γεωπόνο που είχε σπουδάσει στο Παρίσι.

Η λειτουργία της Σχολής αυτής όμως έμελλε να αποτελέσει ένα μόνιμο πρόβλημα για το ελληνικό κράτος αφού, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, παραμελήθηκε και μετά από πολλές απόπειρες που έγιναν για την αναδιοργάνωσή της, καταργήθηκε οριστικά το 1873. Κύριες αιτίες της αποδυνάμωσής της ήταν η έλλειψη πόρων, η κακοδιαχείριση, η γενικότερη οικονομική κατάσταση, αλλά και η ατολμία των κυβερνήσεων να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αποτελέσει το ίδρυμα αυτό το πρότυπο που θα συνδύαζε αποτελεσματικά μια θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση υψηλού επιπέδου.

 

Πηγές

 

Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  

  • Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους. Χρήστος Π. Μπαλόγλου. Ά συνέδριο Αργειακών σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», 2004.  
  •  Πρότυπο Αγροκήπιο και Σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά Χρόνια. Σπύρος Κ. Λουκάτος. Πρακτικά Β’ συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα, 1989.
  • Αγροκήπιο Τίρυνθας – Γεωργική Σχολή (Ίδρυση, σκοπός), Γρηγόριος Παλαιολόγος (Διευθυντής του  Αγροκηπίου Τίρυνθας) . Αθουσάκης Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις Καταγράμμα, Κόρινθος, 2003.

 


Read Full Post »

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ (1828-1831)

Στοχεύοντας στην πνευματική αναγέννηση του απελευθερωμένου από τον τουρκικό ζυγό ελληνικού κράτους ο πρώτος κυβερνήτης του κατέβαλλε προσπάθειες για την εξασφάλιση αρχικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Το 1829 ιδρύει το Ορφανοτροφείο της Αίγινας για τα ορφανά του πολέμου, όπου λειτουργούσαν εκτός από τα αλληλοδιδακτικά σχολεία (σχολεία στα οποία οι μαθητές των ανώτερων τάξεων δίδασκαν τα παιδιά που φοιτούσαν στις κατώτερες ) τρεις κλάσεις ελληνικών μαθημάτων και πολλά “χειροτεχνεία”,πρακτικά εργαστήρια διαφόρων τεχνών για όσους μαθητές δεν είχαν ικανότητες προόδου στα μαθήματα.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική.

Στο Ορφανοτροφείο εντάχθηκε και το Πρότυπο σχολείο, όπου εκπαιδεύονταν δάσκαλοι για τα αλληλοδιδακτικά.

Επιπλέον ιδρύθηκε το Κεντρικό σχολείο “ δια τους έχοντας έφεσιν να αναδεχθώσιν το διδασκαλικόν επάγγελμα” και για όσους νέους θα ήθελαν να ακολουθήσουν ανώτερες σπουδές.

Σχολεία λειτούργησαν και στη Σύρο, στο Ναύπλιο, την Αθήνα και την ΄Ύδρα.

Επίσης λειτούργησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο Ναυπλίου, η Εκκλησιαστική Σχολή του Πόρου, η Αγροτική Σχολή της Τίρυνθας και η Εμπορική Σχολή Σύρου.

 

 

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

 

Ο Καποδίστριας σε συνεργασία με την Επιτροπή για θέματα παιδείας φρόντισαν κατά το δυνατόν για τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό των σχολών και την έκδοση διαταγμάτων για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία τους.

Ο κυβερνήτης είχε διατυπώσει την ανάγκη ιδρύσεως Πανεπιστημίου. ΄Όμως οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη διδακτικού προσωπικού, καθώς και ο πρόωρος θάνατός του δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει τους οραματισμούς του.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

Πολλοί χαρακτηρίζουν το εκπαιδευτικό σύστημα που εισήχθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας ως μίμηση του αντίστοιχου συστήματος που λειτουργούσε εκείνη την εποχή στη Γερμανία. Γι αυτό το λόγο οι δυσκολίες προσαρμογής του στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν αναμενόμενες.

Πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης ήταν το Επτατάξιο Δημοτικό ή του λαού σχολείο.

Ακολουθούσε το Τριτάξιο Ελληνικό σχολείο, στο οποίο μπορούσαν να εισαχθούν με εξετάσεις ακόμα και παιδιά που είχαν ολοκληρώσει τη φοίτησή τους μέχρι την τέταρτη τάξη του Δημοτικού.

Κατόπιν οι απόφοιτοι του Ελληνικού είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν το Τετρατάξιο Γυμνάσιο και τέλος το Πανεπιστήμιο, που λειτούργησε για πρώτη φορά το 1838, με τη φιλοσοφική, τη θεολογική, τη νομική και την ιατρική σχολή.

Βέβαια εκτός από την κρατική πρωτοβουλία, ουσιαστικά συνέβαλαν στη μόρφωση των ελληνοπαίδων οι κοινότητες, πολλοί ιδιώτες και ΄Έλληνες των παροικιών, με την ηθική, υλική και οικονομική ενίσχυσή τους.

 

Πρασινιώ Ψώρα Καθηγήτρια Φιλόλογος.

 

 

Read Full Post »

Το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα – Κεφαλάρι Άργους (1827-1829-1833)


  

Παράξενα θα αντηχήσει στα αυτιά, όσων δεν έτυχε να εντρυφήσουν στην ανάγνωση παλιών βιβλίων, η είδηση ότι όταν η Ελλάδα αγωνιζόταν για την ανοικοδόμηση της και καθώς άρχισε να υποβόσκει το φως της σωτηρίας της, ιδρύθηκε και λειτούργησε σ’ αυτήν χαρτοποιείο. Δυστυχώς οι χρονογράφοι του αγώνα ουδέποτε ανέφεραν το κοινωνικό αυτό γεγονός, αλλά όπως συνηθιζόταν, ασχολούνταν μόνο με την καταγραφή και περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων της επικαιρότητας. Ίσως πάλι η ύπαρξη τέτοιου βιομηχανικού ιδρύματος, να μην προκάλεσε τον θαυμασμό ή την προσοχή των πολιτών. Θα περνούσε λοιπόν απαρατήρητο και ασχολίαστο το γεγονός, αν δεν σωζόταν η αγγελία που εξήγγειλε ο ιδρυτής του χαρτοποιείου το 1829 και σύμφωνα με τον οποίο, ζητούσε βαμβακερά, λινά και μεταξωτά πανιά από τους κατοίκους της περιοχής.

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Πρώτος ιδρυτής και δάσκαλος αυτής της βιομηχανίας υπήρξε ο ιατροδιδάσκαλος Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος. Ο άντρας αυτός, που κατά τη διάρκεια του αγώνα δίδασκε και δημοσίευε παιδαγωγικά, εκκλησιαστικά , ιατρικά, χημικά, βοτανικά γεωγραφικά και μαθηματικά βιβλία, γεννήθηκε το 1777 στην  Κασθεναία της Θεσσαλίας. Συνεχίζοντας μάλιστα τις προκαταρκτικές του σπουδές που έκανε στα σχολεία της Θεσσαλονίκης, στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, ταξίδεψε στην Ιταλία, για να επισκεφτεί διάφορες μεγαλουπόλεις. Εκτός των άλλων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παταυίου (1807)  Ιατρική, Χημεία, Βοτανική,  Φυσική και την χαρτοποιεία, αυξάνοντας τις γνώσεις του ποσοτικά και ποιοτικά, με απώτερο στόχο να τις μεταλαμπαδεύσει στο δύστυχο Γένος. 

 

Στην Ελλάδα τελικά επέστρεψε λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Αρχικά πήγε στην Πάτρα, όπου γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον γιατρό Π. Σοφιανόπουλο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, όπου έμενε στη Μονή του Διονυσίου Πετράκη. Τότε λοιπόν με τις παροτρύνσεις του ηγούμενου Πετράκη και του αρχιερέα Γρηγορίου Λεσβίου και των υπόλοιπων μελών της Φιλόμουσης εταιρείας, ανέλαβε τη διδασκαλία των επιστημών και της φιλοσοφίας στην Αθήνα, ενώ συγχρόνως ασκούσε το ιερό λειτούργημα του γιατρού σε Χριστιανούς και Τούρκους ανιδιοτελώς. Κατά τη διάρκεια του 2ου έτους διδασκαλίας του στην Αθήνα, σύστησε πρώτος  Βοτανικό κήπο, που περιελάμβανε 300 είδη φυτών και ορυκτολογικό μουσείο με 300 είδη ορυκτών, στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφουρνά. Αργότερα ταξίδεψε για την  Κωνσταντινούπολη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και προάγη σε αρχιμανδρίτη απ’ τον πατριάρχη Γρηγόριο. Επανερχόμενος στην Ελλάδα γνώρισε στην Πελοπόννησο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους γιους του, τον Γιατράκο και Παναγιώτη Κρεββατά. Έκτοτε παρακολουθούσε από κοντά τον  απελευθερωτικό αγώνα  διδάσκοντας, εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους, δημοσιεύοντας τους και διανέμοντας τα βιβλία του. Σ ένα από τα βιβλία του, εξέφρασε ανοιχτά το μένος που έτρεφε για το πρόσωπο του Καποδίστρια,  επισημαίνοντας πως ο Πρωθυπουργός δεν τηρεί τη Νηστεία και  του οποίου βιβλίου βέβαια την κυκλοφορία απαγόρευσε και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει σωθεί.

 

Ο δραστήριος αυτός αρχιμανδρίτης λοιπόν, εν όσο βρισκόταν στην Πελοπόννησο, έστησε χαρτοποιείο στον Μυστρά και κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού περίπου, μέχρι που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια, υπό την απειλή της επιδρομής του Ιμπραήμ Πασά στη Λακωνία και κατέφυγε στα Κύθηρα.    

 

Ωστόσο ο Πύρρος δεν αποθαρρύνθηκε απ’ αυτήν του την αποτυχία, δεδομένου ότι η Ελλάδα εκείνο τον καιρό είχε πολλά θέματα να διευθετήσει και να επιλύσει. Αποφάσισε λοιπόν, όντας δραστήριο και ανήσυχο πνεύμα, ο αρχιμανδρίτης να συμπράξει με τον στρατηγό Νικηταρά και με  κοινή καταβολή των 3.000 γροσίων ίδρυσαν νέο χαρτοποιείο σ έναν μύλο του Ερασίνου ποταμού στο Κεφαλάρι Άργους. Τότε μάλιστα ανακοίνωσε και την αγγελία προς αναζήτηση κουρελιών. Τελικά κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού αλλά τα χρήματα εξαντλήθηκαν αμέσως και διακόπηκαν οι περαιτέρω διαδικασίες.

 

Μετά από άκαρπες προσπάθειες ανεύρεσης  κεφαλαίων, ο Πύρρος και ο Νικηταράς αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την αρωγή του Καποδίστρια, αν και ο Πύρρος δεν ήταν θετικά διακείμενος προς τον Κυβερνήτη. Παρά ταύτα διατηρούσε ο αρχιμανδρίτης μια ελπίδα, ότι στο άκουσμα του ονόματος του Νικηταρά ο Καποδίστριας θα ανταποκρινόταν στην έκκληση των δύο για χρηματοδότηση του χαρτοποιείου. Ο Κυβερνήτης όμως, επειδή προέβλεπε την αποτυχία της επιχείρησης και συγχρόνως είχε να  αντιμετωπίσει πολλές δυσχερείς καταστάσεις στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Ελλάδας, αρνήθηκε να απαντήσει. Βέβαια ο Πύρρος με τη σειρά του μετάφρασε την απαξίωση του Πρωθυπουργού σε προσωπική εμπάθεια που θεωρούσε ότι έτρεφε για τον ίδιο, καθώς συνδεόταν  φιλικά με τον Πετρόμπεη, ο οποίος φυσικά δεν συγκαταλεγόταν στους οπαδούς του επίτιμου Κυβερνήτη.

 

Έτσι το χαρτοποιείο διαλύθηκε και ο Νικηταράς μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του ενώ ο Πύρρος συνέχισε απτόητος τις φιλότιμες προσπάθειες του. Πλησίασε λοιπόν μετά από παρότρυνση του Κολιόπουλου και του Νικηταρά, τον τότε υπουργό οικονομικών, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και ζήτησε την συνδρομή του. Αφού πέρασαν τρεις μήνες προσκάλεσε τον Πύρρο και τον ρώτησε ποια δαπάνη απαιτούνταν για την ανασύσταση του χαρτοποιείου και ποια θα ήταν τα πιθανά έξοδα. Ο Πύρρος απάντησε αμέσως ότι 30.000 δραχμές είναι το απαιτούμενο ποσό για να ιδρυθεί το κατάστημα, για τις μηχανές, για την αγορά ενός έτους υλικού και για την μισθοδοσία 40 εργατών. Οι εισπράξεις όμως θα ανέρχονταν στις 500.000 δραχμές, ίσως και περισσότερα. Η απάντηση του υπουργού δυστυχώς περιοριζόταν στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση δεν διέθετε  την πολυτέλεια να χορηγήσει κεφάλαια σε βιομηχανίες.

 

 

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίση 1767.

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίσι 1767.

 

Η αλήθεια ήταν πως ο Μαυροκορδάτος συμπαθούσε και εκτιμούσε τέτοιες κινήσεις σαν αυτή του φιλοπρόοδου Πύρρου. Γνώριζε όμως πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα ποια ήταν η τύχη των βιομηχανιών, που υποστηρίζονταν από δημόσιες δαπάνες και ότι η κατασκευή του χαρτιού δεν ήταν η πρώτη, την οποία έπρεπε να υποστηρίξει η Κυβέρνηση της Ελλάδας, η οποία μόλις συνερχόταν από τον λήθαργο της δουλείας. Η παραπάνω συνέντευξη εξάλλου δεν διατήρησε ήρεμους τόνους, αντίθετα οι δύο συνδιαλεγόμενοι αντάλλαξαν ανάρμοστες εκφράσεις και μετά από αρκετά χρόνια στην αυτοβιογραφία του ο αρχιμανδρίτης, εξέφρασε την οργή που συντηρούσε μέσα του για την μη ικανοποίηση του εύλογου αιτήματος του. Εντωμεταξύ την αρνητική ατμόσφαιρα ήρθε να παροξύνει και η εξέγερση των εμπόρων χαρτιού του Ναυπλίου και του Άργους, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η επικείμενη βιομηχανία έβλαπτε τα συμφέροντα τους.

 

«Και αν η Κυβέρνηση», είπε χαρακτηριστικά στον Μαυροκορδάτο, «δεν μπορεί να στηρίξει τέτοια ωφέλιμα ιδρύματα, πως αξιώνει να ανελιχθεί οικονομικά το κράτος και μάλιστα στον κλάδο της οικονομίας; Αν η Κυβέρνηση ίδρυε τέτοια καταστήματα με πιστούς ανθρώπους, θα επωφελούνταν οι φτωχοί Έλληνες. Χάθηκαν όμως ήδη πολλά εκατομμύρια δραχμές και τίποτα ουσιαστικό δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Ανόητοι Έλληνες, κατηγορεί με πάθος, εξαπατημένοι από τους φθονερούς υπουργούς και τους εμπόρους της Ελλάδας, που δεν επιζητούν την πρόοδο και τη βελτίωση της ζωής του».

 

 

Εφημερίδα "Ίναχος" 1903

Εφημερίδα

 

Κατέκρινε μάλιστα και τον βασιλιά Όθωνα ως εξής: «Οι βασιλιάδες του κόσμου δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως  την δραστηριοποίηση των αδύνατων», ενώ μετά την ίδρυση του σακχαροποιέιου και του υαλοποιείου στον Πειραιά το 1948 σχολίασε ανάλογα: Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ και μούντζωσα αυτή την απαρχαιωμένη οικονομία. Έκτοτε ασχολήθηκε με τις γεωγραφικές του μελέτες και με την άσκηση του επαγγέλματος της ιατρικής μέχρι το τέλος της ζωής του (1853). Δυστυχώς καμιά άλλη πληροφορία δεν σώθηκε σχετικά με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν, ούτε η ποιότητα χαρτιού, ούτε αν το χαρτί ήταν κατάλληλο για εκτύπωση, κοινή γραφή ή και τα δύο.

Στο μουσείο της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας τρία μόνο ιστορικά βιβλία βρέθηκαν, τα οποία αναφέρονταν στη μνήμη του ιατροδιδάσκαλου Πύρρου: α) η χειρόγραφη  εικόνα του, β) το Επισκεπτήριο του πάνω σε απλό χαρτί (10 επί 0,4), όπου ήταν τυπωμένο το όνομά του με κόκκινα γράμματα, γ) η αγγελία με τη συλλογή πανιών, την οποία αναφέραμε παραπάνω. Η έντυπη αγγελία είναι τυπωμένη στο συνηθισμένο για την εποχή χοντρό χαρτί και διαθέτει υδατογραμμές. Δυστυχώς ούτε δείγμα του Αργείτικου χαρτιού βρέθηκε.

 Άξιο λόγου να αναφερθεί είναι και το γεγονός, ότι μετά από μισή  και πλέον εκατονταετηρίδα από τη σύσταση του πρώτου ελληνικού χαρτοποιείου, το οποίο εξέπνευσε πριν γεννηθεί, ιδρύθηκε χαρτοβιομηχανία στο Φάληρο.

 

Read Full Post »

« Newer Posts