Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)


  

Ενεργή φιλέλληνας, αιώνια ερωτευμένη με τον Καποδίστρια η Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών στη Ρωσική Αυλή, υπήρξε το πιο καίριο στήριγμα του Κυβερνήτη μα και χιλιάδων Ελλήνων που έφταναν κατατρεγμένοι στα ρωσικά εδάφη.

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

Αριστοκρατικής καταγωγής Ελληνίδα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, κόρη του ευγενούς Σκαρλάτου Στούρτζα και της κόρης του πρίγκιπα της Μολδαβίας Κωνσταντίνου Μουρούζη, Σουλτάνας. Ο πατέρας της εγκαταστάθηκε στην Πετρούπολη και τοποθετήθηκε σύμβουλος στην αυλή του τσάρου Αλέξανδρου, ενώ η Ρωξάνδρα με εξαιρετικές σπουδές διαμόρφωσε μια ιδιαίτερα ευγενική και στοχαστική προσωπικότητα που εντυπωσίασε τους αριστοκρατικούς κύκλους της Πετρούπολης και την οδήγησε στην τσαρική αυλή όπου έγινε κυρία επί των τιμών.

 «Αφηνόμουν ελεύθερη να εκφράζω τις ιδέες μου με το αυθορμητισμό που με χαρακτηρίζει, ο δε Αυτοκράτωρ χωρίς να κρύβει την έκπληξή του για την ειλικρίνειά μου, μου απαντούσε με μίαν εμπιστοσύνη την οποίαν σπανίως επεδείκνυε. Θυμούμαι, ακόμη, μεταξύ άλλων εξ ίσου παραδόξων πραγμάτων, ότι του είπα το εξής: Εφ’ όσον μου παραχωρεί τόση εγκαρδιότητα, Μεγαλειότατε, αισθάνομαι ότι σας οφείλω μιαν ομολογία. Αφορά κάποιες πεποιθήσεις μου οι οποίες δεν εναρμονίζονται απολύτως με την κοινωνική θέση την οποίαν κατέχω. Στο βάθος της ψυχής μου είμαι δημοκρατικών φρονημάτων. Απεχθάνομαι τις διάφορες Αυλές και ουδέποτε απέδωσα αξία σε όλες αυτές τις διακρίσεις της τάξεως και της καταγωγής, οι οποίες μου παγώνουν την ψυχή και με κάνουν να πλήττω θανάσιμα. Μη τυχόν όμως προδώσετε το μυστικό μου σε αυτήν εδώ την χώρα, γιατί αυτό θα το πληρώσω ακριβά».

Εκεί η Ρωξάνδρα γνωρίστηκε με τον κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος διορίστηκε υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας. Ο έρωτας της Ρωξάνδρας Στούρτζα με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν φλογερός και άφησε εποχή. Ωστόσο ήταν ένας έρωτας ανεκπλήρωτος, καθώς ο Καποδίστριας έφυγε για την Ευρώπη αρχικά και μετά για την Ελλάδα ως Κυβερνήτης.

«Έβλεπα τον Καποδίστρια όλες τις ημέρες στο σπίτι μας, στη Βιέννη, στα δείπνα που οργάνωνε η μητέρα μου. Ανάμεσα στους άλλους προσκαλεσμένους μας. Έπειτα από τα τόσα γράμματα που μου είχε στείλει από την Ελβετία, όπου μου φανέρωνε το ενδιαφέρον του για μένα, με τόσες τρυφερές εκφράσεις, ότι θα του ήμουν απαραίτητη για την ευτυχία της ζωής του, ότι δεν έβλεπε την ώρα να με συναντήσει για να μου ειπεί προφορικά, «διά ζώσης», όσα δεν μπορούσε να μου γράψει, περίμενα με αγωνία αυτή την ώρα. Εκείνος, όμως, πάντοτε αφάνταστα μελαγχολικός, μου μιλούσε με ανεξήγητη ψυχρότητα όσο ποτέ. Και όταν εγώ του απαντούσα με γλυκύτητα ή με τη σιωπή της λύπης, εκείνος γινόταν πιο απόμακρος… Η αγωνία μου είχε γίνει αβάσταχτη…».

Η Ρωξάνδρα παντρεύτηκε τον κόμη Εντλινγκ, αδελφό της τσαρίνας Ελισάβετ, και αφιερώθηκε στο σημαντικό φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό της έργο, προσφορά στη μόρφωση των νέων Ελλήνων.

Ήταν μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας για την ενίσχυση της εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων και βοήθησε προσωπικά όλους τους Έλληνες φοιτητές της δυτικής Ευρώπης. Στα χρόνια της Επανάστασης βοήθησε αποφασιστικά στο ζήτημα της περίθαλψης των Ελλήνων προσφύγων της Οδησσού, ενώ προσπάθησε να ενισχύσει τον αγώνα στην Ελλάδα μέσω των υψηλών επαφών της στην Ευρώπη. Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 1844.

  

Πηγές


  • Ελένης Ε. Κούκκου « Ιωάννης Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη». Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.
  • Στούρτζα Ρωξάνδρα, «Απομνημονεύματα», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2006.

 

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

Τεκτονισμός (Συμβολή στην επανάσταση του΄21)


 

Παγκόσμια φιλοσοφική, προοδευτική και φιλανθρωπική μυστική εταιρία, η οποία είχε ρίζες στα μυστήρια της αρχαιότητας και εμφανίσθηκε υπό τη σημερινή μορφή και ονομασία κατά τον 17ο αιώνα, οπότε και αντικατέστησε τις αδελφότητες των τεχνικών οικοδομών.  

  Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτων με Τεκτονικό Περίζωμα.

Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτων με Τεκτονικό Περίζωμα.

Ο τεκτονισμός έχει ως έμβλημα την τριλογία «Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφότητα» και εργάσθηκε αδιαλείπτως για την απελευθέρωση των καταδυναστευμένων λαών. Στη συμβολή του οφείλεται η Βορειοαμερικανική ανεξαρτησία, η Γαλλική Επανάσταση, η Ιταλική Ένωση, η Ένωση της Επτανήσου κ.λ.π. Τέλος στον τεκτονισμό οφείλεται η ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, της οποίας οι ιδρυτές υπήρξαν ανώτεροι τιτλούχοι του τάγματος. Από την ίδρυσή του ο τεκτονισμός περιέλαβε στους κόλπους του τις μεγαλύτερες πολιτικές, επιστημονικές, φιλολογικές και στρατιωτικές φυσιογνωμίες.

Το 1786 τέθηκε υπό την αιγίδα του Αυτοκράτορα της Πρωσίας Φρειδερίκου του Μεγάλου, ο οποίος και συνέταξε τα Μεγάλα Συντάγματα που διέπουν το τάγμα και ισχύουν έως σήμερα. Στην Αγγλία αρχηγός του τάγματος είναι ο εκάστοτε διάδοχος του θρόνου, στη Δανία ο βασιλιάς, κ.λ.π. Στην Αμερική σχεδόν όλοι οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας, από τον Ουάσιγκτων και έπειτα, υπήρξαν τέκτονες.

 

Ελληνική Επανάσταση


 

Διονύσιος Ρώμας

Διονύσιος Ρώμας

Η συμβολή του τεκτονισμού στην Ελληνική Επανάσταση αρχίζει έναν αιώνα πριν την έκρηξή της. Οι Στοές της Δύσης, διαφωτισμένες από τους Έλληνες λογίους, που μεταλαμπάδευσαν,  μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, έγιναν κέντρα αμιγούς φιλελληνισμού. Με την άφιξη του 19ου αιώνα, το κίνημα για την απελευθέρωση της Ελλάδας απέκτησε τη μεγαλύτερη ένταση. Ήδη ο Ρήγας Φεραίος, εμπνευσμένος από τον τεκτονισμό, είχε συστήσει στη Βιέννη μυστική εταιρία αδελφοποίησης των λαών που βρίσκονταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, με σκοπό την αλληλοβοήθεια ενάντια στον κοινό τύραννο. Με αυτό το σκοπό είχε ιδρυθεί στις χώρες της Αδριατικής όμοια μυστική εταιρία κατά των τυράννων, παραφυάδα του τεκτονισμού με το όνομα BuonoCoudzinos. Υπό την επίδραση του Ρήγα συστάθηκε επίσης στη Σερβία παρεμφερής εταιρία. Το 1812 ιδρύεται από τον τέκτονα Αλ. Μαυροκορδάτο στη Μόσχα η μυστική εταιρία του «Φοίνικα» και στο Παρίσι η εταιρία της «Αθηνάς» και της «Φιλαθηναϊκής Ακαδημίας». Το 1813 αυτές τις εταιρίες διαδέχονται η «Ελληνογαλλική Εταιρία» και η «Εταιρία των Φιλομούσων», υπό την αιγίδα του τέκτονα Ιωάννη Καποδίστρια. Κατά το έτος αυτό ο Διονύσιος Ρώμας ιδρύει στην Κέρκυρα την πρώτη «Εθνική Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος», στη δε Ζάκυνθο και Λευκάδα δύο ανεξάρτητες στοές, οι οποίες είχαν κύριο σκοπό την προετοιμασία των Ελλήνων για τον αγώνα της ανεξαρτησίας .*

Μετά από λίγο, περνώντας από τη Λευκάδα, ο έμπορος από την Οδησσό Εμμανουήλ Ξάνθος, μυείται στην εκεί Στοά. Λίγο αργότερα μυείται στη Στοά της Ζακύνθου ο μετέπειτα αρχιστράτηγος της ελληνικής επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το 1811 πραγματοποιείται στο Παρίσι, μετά από υπόδειξη του Ναπολέοντα Γ’, η ίδρυση αμιγώς τεκτονικής μυστικής εταιρίας για την απελευθέρωση της Ελλάδας, υπό τον κόμη Σουαζέλ Γκουφφιέ και τους Χατζή Μόσχο και Ζαλίκη. Ο Ζαλίκης συμβολικώς ονομάσθηκε «Ξενοδόχος», το δε κατάστημά του «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Στην εταιρία αυτή μυήθηκαν εκτός των Ελλήνων και άπειροι φιλέλληνες τέκτονες. Κυριότερος από τους πρεσβευτές της εταιρίας αυτής ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος κατά την επιστροφή του στη Μόσχα μύησε και τον Νικόλαο Σκουφά. Μετά την πτώση του Ναπολέοντα η εταιρία αυτή μεταφέρθηκε στη Μόσχα, τα δε μέλη της στο Παρίσι ίδρυσαν το «Φιλελληνικό των Παρισίων Κομιτάτον». Ήδη στις παραδουνάβιες χώρες και στην ίδια τη Ρωσία ο τεκτονισμός είχε εξαπλωθεί, πολλοί δε εξέχοντες Έλληνες πολιτικοί και έμποροι, ανάμεσά τους και ο Καποδίστριας, η οικογένεια Υψηλάντη κ.α. ήταν μέλη διαφόρων στοών.

Το 1814 ο Εμμανουήλ Ξάνθος, που επέστρεψε από τη Λευκάδα στην Οδησσό, συνδέθηκε με τους Τσακάλωφ και Σκουφά και υπέδειξε την ίδρυση της «Φιλικής Εταιρίας» που οργανώθηκε με βάση τις αρχές του τεκτονισμού. Η εταιρία αυτή συστάθηκε την 25η Οκτωβρίου 1814, οι πρώτοι δε που μυήθηκαν στους ανώτερους βαθμούς ήταν τέκτονες.**

Η άμεση επιτυχία της Φιλικής Εταιρίας οφείλεται σε χαρακτηριστικό γεγονός το οποίο συνέβη κατά τη λήξη του συνεδρίου της Βιέννης, όταν ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον Μέττερνιχ να ασχοληθεί το συνέδριο με τη βελτίωση της τύχης των δύστυχων Ελλήνων. Αυτός τότε του απάντησε πως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ελληνικού έθνους. «Από τη στιγμή εκείνη…», γράφει στα απομνημονεύματά του ο Νικόλαος Υψηλάντης, «…στα βλέμματα των Ελλήνων διαγραφόταν η σταθερότητα μια μεγάλης απόφασης∙ και ενώ προβληματιζόταν για να βρουν τα μέσα ώστε να εκτελέσουν αυτή τη σκέψη, η οποία τους είχε απορροφήσει ολοκληρωτικά, ενστερνίσθηκαν τα ιερά μυστήρια της αδελφότητας (του τεκτονισμού) που τους ενέπνεε την απελευθέρωσή τους». Τέλος, η αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας ανατέθηκε στον τέκτονα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η απελευθερωτική δράση των τεκτονικών Στοών των Επτανήσων, των οποίων μέλος υπήρξε και ο Διονύσιος Σολωμός, εξακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης και μετά από αυτήν, με την προσάρτηση των νήσων στην Ελλάδα, στην οποία πρωτοστάτησαν.

 

Απελευθερωτικοί αγώνες

 


  

Η πρώτη*** «Μεγάλη Ανατολή» στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα ιδρύθηκε το 1867, το δε «Ύπατο Συμβούλιο» το 1872 με πρώτο αρχηγό και ιδρυτή τον Δημ. Ροδοκανάκη, ο οποίος εκλήθη  γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό από την Αγγλία. Έκτοτε συνεχίζεται η εθνική εργασία του τεκτονισμού στην Ελλάδα, με ενεργή συμμετοχή σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες, της Κρήτης, Μακεδονίας, Ηπείρου, Κύπρου, κ.λ.π. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, η προσπάθεια του ελληνικού τεκτονισμού για τη βελτίωση της τύχης των αιχμαλώτων αφ’ ενός και την αποκατάσταση των προσφύγων αφ’ ετέρου υπήρξε ζωηρή και καρποφόρα. Πραγματοποιήθηκαν απ’ ευθείας συνεννοήσεις με τις τεκτονικές δυνάμεις της Τουρκίας, που είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση πολλών αιχμαλώτων και απευθύνθηκε έκκληση προς όλες τις τεκτονικές δυνάμεις του κόσμου.**** Ο τεκτονισμός υποκίνησε τον ζήλο των αμερικανικών οργανώσεων που είχαν καταφθάσει αποτελούμενες από διαπρεπείς τέκτονες αντιπροσώπους (Μοργκεντάου κ.λ.π.), τους δέχθηκε στις Στοές του επικαλούμενος τα τεκτονικά τους αισθήματα και με απ’ ευθείς συνεννοήσεις πέτυχε να συγκεντρώσει σημαντικά χρηματικά βοηθήματα για τους πρόσφυγες. Σήμερα (δηλαδή το 1930), στην Αθήνα και τον Πειραιά λειτουργούν, εξαρτώμενες από τη «Μεγ. Ανατολή της Ελλάδος», γύρω στις είκοσι  τεκτονικές στοές, πάνω από τριάντα δε στην επαρχία και κάποιες στο εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτος, Κύπρος), μετέχουν δε σε αυτές και πολλοί πολιτικοί, στρατιωτικοί (στρατηγοί, ναύαρχοι, ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί) και ανώτεροι κληρικοί.*****  

 

Υποσημειώσεις

 


 

* Υπήρξε δε από τότε τέτοια εθνική δράση από τις δύο αυτές στοές που ανάγκασε τον τότε Άγγλο αρμοστή της Κέρκυρας Μαίτλαντ να διατάξει τον έπαρχο Ζακύνθου Ρώσση να συλλάβει αυτούς που συνωμοτούσαν κατά της ακεραιότητας της Τουρκίας και να κατασχέσει τα αρχεία των στοών. Όταν η αστυνομία πολιόρκησε τη στοά της Ζακύνθου, ο μεγάλος δάσκαλος Διονύσιος Ρώμας διεμήνυσε στον έπαρχο Ρώσση, που ήταν ένας απλός τέκτονας μαθητής τότε, ότι τον καθιστά υπεύθυνο απέναντι στην παγκόσμια αδελφότητα, ακόμα και αν ένας μόνο τεκτονικός φάκελος ερχόταν σε χέρια μη τεκτόνων. Ο Ρώσσης πτοήθηκε και διέταξε τη λύση της πολιορκίας. Με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν τα έγγραφα, τα οποία θα πρόδιδαν την επανάσταση που προετοιμαζόταν.

** Ο Νικόλαος Υψηλάντης στα απομνημονεύματά του (σελ. 67-80) αφηγείται συγκινητικά επεισόδια για τον ξάδελφό του Κωνστ. Μάνο και τον Γ. Καντακουζηνό, οι οποίοι λόγω του πόθου τους να μυηθούν στους ανώτερους βαθμούς της Φιλικής Εταιρίας, ικέτευσαν να μυηθούν προηγουμένως στον τεκτονισμό. Ο Νικόλαος Υψηλάντης, αδελφός του Αλεξάνδρου, του Δημητρίου και του Γεωργίου, πολέμησε στο πλευρό του Αλεξάνδρου Κ. Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία ως αρχηγός του Ιερού Λόχου και φυλακίστηκε μαζί του στην Αυστρία, στο φρούριο Μούνκουτς.

***  Τεκτονική Στοά Ναυπλίου,  λειτούργησε κανονικά το 1826.

**** Όλοι οι τέκτονες στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποίησαν το πρωί της δεύτερης Κυριακής του Μαΐου 1923 επιβλητική τελετή στον Παρθενώνα και ενέκριναν το παρακάτω ψήφισμα: «Οι Έλληνες τέκτονες, οι οποίοι  συνήλθαμε στην Αθήνα, στον Παρθενώνα της Ακρόπολης, διαμαρτυρόμαστε κατά των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούν να τυραννούν και να σφαγιάζουν αθώους στον Καύκασο, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία και Συρία, με σκοπό την εξόντωση των μη τουρκικών πληθυσμών. Ως κοσμοπολίτες ανθρωπιστές, κάνουμε έκκληση στις τεκτονικές δυνάμεις της υδρογείου και τους πολιτισμένους λαούς, επικαλούμενοι τα ευγενικά τους αισθήματα για τη σωτηρία των στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων, Ελλήνων, Αρμενίων και άλλων δύστυχων, των οποίων ο αναμενόμενος θάνατος είναι βέβαιος. Ζητούμε τον φιλάνθρωπο οβολό τους για τη συντήρηση των προσφύγων, των οποίων τα απαραίτητα για επιβίωση είναι ανεπαρκή».

***** Ο τεκτονισμός, ο οποίος βρισκόταν σε διάσταση με τον Καθολικισμό για καθαρά ιστορικούς λόγους, έχει αντιθέτως άριστες σχέσεις με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Προτεσταντισμό. Ο εθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος και πάρα πολλοί άλλοι ιεράρχες και ανώτεροι κληρικοί είναι τέκτονες.

 

Πηγή

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 6ος, Αθήνα, 1930. 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Μεταξάς Π. Ανδρέας (1790–1860)


 

 Αγωνιστής του 1821, διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός, (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 16 Φεβρουαρίου 1844).

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Κεφαλλονίτης αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι ήταν γιος του Πέτρου Μεταξά, της ιστορικής οικογένειας των Μεταξάδων.* Έφερε τον τίτλο του Κόμη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, μαζί με τον αδερφό του Αναστάσιο και τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο, πέρασε στην Πελοπόννησο με δύναμη 400 ανδρών από την Κεφαλονιά.** Στις 25 Μαΐου του 1822 με ομόφωνη απόφαση εγκρίθηκε πράξη του Εκτελεστικού με την οποία ο Ανδρέας Μεταξάς, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει μέχρι τότε προς την πατρίδα, πολιτογραφήθηκε Έλληνας κάτοικος Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα εκλέχθηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους, ενώ χρημάτισε και υπουργός Αστυνομίας.

Το 1827 ο Ανδρέας Μεταξάς πρωτοστάτησε για την εκλογή του Καποδίστρια στη θέση του κυβερνήτη και υπήρξε μέλος του Γενικού Φροντιστηρίου, από το 1828 έως το 1831. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια αντιτάχθηκε στην εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, αλλά παρ’ όλα αυτά κρατήθηκε μακριά από τις διασπαστικές τάσεις του Κωλέττη. Παρά ταύτα διετέλεσε όμως μέλος της προσωρινής κυβέρνησης μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Το 1833 συνελήφθη – ως ύποπτος για τις φιλελεύθερες αρχές του – μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και φυλακίστηκε στη Σύρο, απ’ όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Μασσαλία.

Το 1839, μετά την ανάκληση της δίωξής του, επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας και κατόπιν υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου το 1841.

Μετά τον θάνατο του Κολοκοτρώνη, ο Ανδρέας Μεταξάς έγινε αρχηγός του Ρωσικού Κόμματος και μαζί με τον Ανδρέα Λόντο τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη, πρωτοστάτησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Μετά την επικράτηση του κινήματος, σχημάτισε κυβέρνηση και ήταν ο πρώτος που πήρε τον τίτλο του πρωθυπουργού. Στη συνέχεια χρημάτισε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, για να παραιτηθεί το 1845, ύστερα από απόπειρα του τελευταίου για ανατροπή του Συντάγματος.

Το 1850 και ενώ ο Όθωνας είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τη Ρωσία, ο Μεταξάς εκλέχθηκε γερουσιαστής και Βουλευτής. Το 1850 προάχθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου όπου και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Μεγαλόσταυρο  και αργότερα διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 56) παραιτήθηκε από τη θέση του και οργάνωσε ένοπλα τμήματα, προκειμένου να συμμετάσχουν στην εξέγερση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Μετά την καταστολή της τελευταίας, ο Ανδρέας Μεταξάς αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, παρά την πρόταση του Όθωνα να αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία. 

Ο Ανδρέας Μεταξάς διετέλεσε επίσης και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας καθώς και πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Σε όλο τον βίο του υπήρξε γενναίος, ειλικρινής και φιλόπατρις με ακέραιο χαρακτήρα. Πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1860.

 

Υποσημειώσεις


* Με το όνομα Μεταξάς  φέρεται μεγάλη ιστορική βυζαντινή οικογένεια της οποίας πρώτη ιστορική αναφορά έγινε το 1081. Αρχηγός της οικογένειας στη πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μάρκος Αντώνιος Μεταξάς ο οποίος συμπολεμιστής του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου διασωθείς την αποφράδα ημέρα κατέφυγε με τους δύο αδελφούς του στη Χίο, μετά στη Κρήτη, όπου παρέμεινε λίγο καιρό και στη συνέχεια στη Κεφαλονιά όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη περιοχή Φραντζάτα που έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Μεταξάτα. Από τη πολυμελή αυτή οικογένεια πολλά μέλη διακρίθηκαν στο στρατό, στο κλήρο, καθώς και στα γράμματα και τις επιστήμες.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

** Η καταστροφή των Λαλαίων (13-6-1821). Το Λάλα είναι κωμόπολη του νομού Ηλείας, χτισμένο πάνω σε οροπέδιο συνεχόμενο με το όρος Φολόη, σε υψόμετρο 620 μέτρων. Είχε χτιστεί από Τουρκαλβανούς, που είχαν αναλάβει την είσπραξη των φόρων της Πελοποννήσου. Αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί επιφανείς Τούρκοι και ασκούσαν επιρροή σε όλη την Ηλεία.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ήσαν οι περίφημοι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι, γενναίοι πολεμιστές, και οι περισσότεροι πλούσιοι από αρπαγές και λεηλασίες που έκαναν. Καύχημά τους ήταν ότι δεν είχαν νικηθεί ποτέ σε μάχη. Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ενώ οι άλλοι Τούρκοι της Πελοποννήσου φοβήθηκαν και κλείστηκαν στα φρούρια, οι Λαλαίοι έμειναν στο χωριό τους και ενεργούσαν επιδρομές, κατά τις οποίες λεηλατούσαν τα πάντα. Γι’ αυτό, το συνέδριο των προκρίτων, που συνήλθε στο Αίγιο, αποφάσισε να σταλεί εκεί εκστρατευτικό σώμα, για να εξουδετερώσει τον κίνδυνο. Άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνονται: Ηλείοι, με αρχηγούς το Σισίνη και το Βιλαέτη. Καλαβρυτινοί, με τους Φωτήλα και Λεχουρίτη. Τριφύλιοι (από την επ. Ολυμπίας) με το Χριστόπουλο. Γορτύνιοι, με τους Πλαπουταίους. Ζακυνθινοί και Κεφαλλήνες, με τους Ανδρέα και Κώστα Μεταξά και Ανδρέα Πανά. Όλοι αυτοί, 2.500 περίπου, με δύο κανόνια που είχαν οι Κεφαλλήνες, συγκεντρώθηκαν και στρατοπέδευσαν στη θέση Πούσι, μια ώρα μακριά από το Λάλα. Οι πολεμιστές Λαλαίοι ήταν περίπου 1.000.

Στις πρώτες μικροσυμπλοκές που έγιναν νικήθηκαν οι Ολύμπιοι και οι Γορτύνιοι και υποχώρησαν. Σημειώθηκε τότε λιποψυχία στο στρατόπεδο και άρχισαν και λιποταξίες. Τότε ρίχτηκε η ιδέα να λυθεί η πολιορκία. Την κατάσταση έσωσε ο Ανδρέας Μεταξάς και οι άλλοι αρχηγοί των Επτανησίων, που δήλωσαν ότι, και αν ακόμη όλοι οι άλλοι έφευγαν, αυτοί θα έμεναν στις θέσεις τους και θα πολεμούσαν.

Στο μεταξύ και οι Λαλαίοι καταλάβαιναν ότι ήταν δύσκολη η θέση τους και ζήτησαν βοήθεια από το Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Εκείνος έστειλε 500 Τούρκους και όλοι μαζί επιτέθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων στις 13 Ιουνίου 1821. Ακολούθησε σφοδρότατη μάχη, στην αρχή της οποίας νικούσαν οι Τούρκοι, αλλά στη συνέχεια έπαθαν μεγάλη φθορά από τα δύο κανόνια των Επτανησίων και υποχώρησαν. Ξαναγύρισαν πάλι στο χωριό καταντροπιασμένοι, γιατί πρώτη φορά δε νικούσαν σε μάχη. Δεν έμειναν όμως ούτε στιγμή στο χωριό οι Λαλαίοι. Καταλάβαιναν ότι η θέση τους θα γινόταν όλο και πιο δύσκολη με τον καιρό και την ίδια νύχτα το εγκατέλειψαν και έφυγαν με τα γυναικόπαιδα για την Πάτρα.  Φεύγοντας  έκαψαν το χωριό, αλλά αργότερα οι Έλληνες το ξανάχτισαν. Η νίκη στο Λάλα, εκτός του ότι απάλλαξε την περιοχή από τους τρομερούς Λαλαίους Τουρκαλβανούς, αναπτέρωσε και το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων της Πελοποννήσου.  

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Peter Von Hess, «1821 η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.
  • K. N. Σάθας, «Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821)», Aθήνα 1868.
  • Μακρής Γεράσιμος, «Η μάχη του Λάλα»», ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣ,  επανέκδοση της «Μονογραφίας της εν Λάλα μάχης», πρώτη έκδοση, 1921.

 

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δ. Εμμανουήλ  (1835-1909)


 

  Σπανίως η τύχη εξύφανε τόσον γλυκύπικρον δράμα δια την ζωήν ενός θνητού. Ο Εμμανουήλ Καλλέργης, αφ’ ου ανεπτύχθη και εμορφώθη λαμπρώς και κατέστη έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα, τότε ακριβώς εχάθη. Ο κακός δαίμων εφθόνησε τον τρισόλβιον θνητόν, όπως εφθόνησαν οι θεοί τον Βελεροφόντην, θελήσαντα ν’ αναβή μετά του Πηγάσου εις τον Όλυμπον, και τον μεν πτερωτόν ίππον του ανήρπασαν και κατέταξαν εις τους αστερισμούς, αυτόν δε κατέρριψαν εις την γην δια να διέλθη πλάνητα και οικτρόν τον υπόλοιπον βίον.

 Δ.Κ. Βαρδουνιώτης.

(Μη μας κακίσετε για την ορθογραφία. Η λογική του διαδικτύου μας υποχρεώνει να αποδίδουμε έτσι ορισμένα κείμενα).

Στις 17 Απρίλη του 1835 ο στρατηγός Καλλέργης και η σύζυγός του Σοφία, φέρνουν στον κόσμο ένα πανέμορφο αγόρι. Τον Εμμανουήλ.

Ο στρατηγός Δημήτριος Καλλέργης πανευτυχής διανύει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του. Αγαπητός από όλους τους Έλληνες για την προσφορά του στον ιερό αγώνα, απολαμβάνει την ικανοποίηση ότι η πατρίδα αναγνώρισε τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκε για την ελευθερία της. Αργότερα, όταν ο Εμμανουήλ θα γίνει 8 χρονών, ο στρατηγός θα πρωταγωνιστήσει μαζί με τον Μακρυγιάννη και άλλους αξιωματικούς στον αγώνα για την απόκτηση Συντάγματος. Ο Όθωνας που αρχικά αντιδρούσε, αναγκάστηκε να ενδώσει και να δεχτεί να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της Σύνταγμα. Ένας ακόμη λόγος για να τον αγαπήσει και να τον δεχτεί ως μεγάλο πατριώτη και αγωνιστή ο Ελληνικός λαός. Αργότερα, διορίζεται υπουργός των Στρατιωτικών, Πρεσβευτής κ.λ.π.

Η Μητέρα του Σοφία, ήταν κόρη του μεγάλου προύχοντα της Κορινθίας Θεοχάρη ή Θεοχαράκη Ρέντη, που υπήρξε α΄και εξ απορρήτων Γραμματέας και ομογάλακτος* του Τούρκου διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλ Μπέη. Παρά την θερμή φιλία του με τον Μπέη της Κορίνθου και την προσφορά των υπηρεσιών του, όταν η πατρίδα τον χρειάστηκε ανταποκρίθηκε άμεσα και χωρίς δεύτερη σκέψη. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία από τον Αντώνιο Πελοπίδα. Το 1820 η Φιλική Εταιρία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον διόρισαν   « Γενικόν Επίτροπον των πραγμάτων» της « Πελοποννησιακής Εφορείας». Το 1821 και ενώ έχει ξεσπάσει η επανάσταση εκλέχτηκε δυο φορές Γερουσιαστής της « Πελοποννησιακής Γερουσίας» και συμμετείχε στην Α΄Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Άργος, την 1η Δεκεμβρίου 1821. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κορίνθου όταν ο Κεχαγιάμπεης αναχώρησε και συνεργάστηκε για την δημιουργία αρτοποιείων στις Κεγχρεές και στα Εξαμίλια για τις ανάγκες του στρατού. Τον ίδιο χρόνο έδρασε και στα Τρίκορφα συνεργαζόμενος με τους Α. Υψηλάντη, Π.Π. Γερμανό, Ασημ. Ζαΐμη, Παν. Νοταρά κ.α. Τελικά, θυσιάζοντας τα πάντα στον αγώνα, πέθανε πάμπτωχος το 1825 στα Τρίκαλα Κορινθίας σε ηλικία μόλις 42 χρόνων.

* Πατέρας του Θεοχάρη, ήταν ο προύχοντας Χρήστος Ρέντης ο οποίος συνδεόταν με βαθειά φιλία με τον πατέρα του Κιαμήλ, Νουρή Μπέη. Ήταν τόση η φιλία των δύο ανδρών, ώστε από κοινού αποφάσισαν και ανέθεσαν τον θηλασμό των γιών τους στην ίδια τροφό.

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη.

Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

Για την καρδιά λοιπόν της ωραίας Σοφίας, ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντεραστών. Το 1826, κάηκε δυο φορές το Σοφικό και το πανέμορφο δάσος των πεύκων της Σολυγείας, η Ζάχολη, η Καστανιά, η Λαύκα και άλλες περιοχές ενώ σκοτώθηκαν περίπου 2000 Κορίνθιοι.

Νικητής από τον ολέθριο εμφύλιο και άδικο πόλεμο, βγήκε ο Ιωάννης Νοταράς. Μνηστεύθηκε την Σοφία αλλά δεν πρόλαβε να κάνει το γάμο. Σκοτώθηκε στο Φάληρο, μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στην φονική μάχη του Φαλήρου.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον φίλο του αρραβωνιαστικού της στρατηγό Δημήτριο Καλλέργη και έζησε μαζί του αρμονική και ευτυχισμένη ζωή. Παρακολούθησε όλη την πολιτική ιστορία της ελεύθερης πλέον Ελλάδας μέχρι τον θάνατο του στρατηγού το 1868.

 

Εμμανουήλ Καλλέργης


 

 Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Εμμανουήλ Καλλέργης μαθητής στην στρατιωτική σχολή Saint-Cyr. Φωτογραφία από το Περιοδικό, « Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης έχει υπέροχα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία 17 ετών και ενώ ακόμη είναι μαθητής του Γυμνασίου Ναυπλίου, ο πατέρας του τον στέλνει στο Παρίσι. Γίνεται δεκτός με αγάπη και ιδιαίτερη χαρά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετά αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον Γ΄που είναι στενός φίλος του πατέρα του. Ο νεαρός Εμμανουήλ, εύσωμος, ευθυτενής, ωραιότατος και ιδιαίτερα ευφυής, εγγράφεται στην περίφημη και αριστοκρατική στρατιωτική σχολή του Αγίου Κύρου. Είναι αρχές του 1853. Σε έξι μήνες γνωρίζει και μιλάει την Γαλλική γλώσσα ως μητρική. Παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής με προσοχή και επιμέλεια και το 1855 ολοκληρώνει τις σπουδές του με άριστα. Με την φροντίδα του αυτοκράτορα, εισάγεται στη σχολή των Γενικών Επιτελών, στην οποία φοιτά για δυο χρόνια. Τελειώνοντας τις σπουδές του κατατάσσεται για δυο χρόνια στα περίφημα Ιππικά συντάγματα των Ουσσάρων και των Δραγώνων. Το 1859, μετά από 7 χρόνια σπουδών, είναι πλέον έτοιμος να υπηρετήσει την πατρίδα. Φτάνει στην Ελλάδα, δίνει εξετάσεις στον στρατό, αριστεύει και κατατάσσεται στο Πυροβολικό ως Ανθυπολοχαγός. Είναι η 11η Δεκεμβρίου 1859.

 Δυστυχώς, δεν έμεινεν εν τη πατρίδι, όπου ανέμενεν αυτόν λαμπρόν μέλλον ως εκ της οικογενειακής περιωπής και της εξόχου προσωπικής μορφώσεως και αξίας του. Χαιρέκακος και φθονερά ειμαρμένη ώθει αυτόν προς την Γαλλίαν, προς ην τω ενέπνευσεν απαρηγόρητον νοσταλγίαν, δια να τον χάση δια παντός η Ελλάς, ήτις τότε έμελλε να δρέψη τους καρπούς των σπουδών του, συνάμα δε να καταστρέψη και αυτόν δια παντός.  

                                                                                                                        Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Ο Εμμανουήλ, δεν θέλει να παραμείνει στην Ελλάδα. Επιθυμεί να επιστρέψει στο Παρίσι. Προσπαθεί και καταφέρνει να τοποθετηθεί στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Παρίσι ως στρατιωτικός ακόλουθος. Μάλιστα, εκείνη την εποχή Πρέσβης είναι ο πατέρας του.(1859).

Τον Δεκέμβριο του 1860, προάγεται στον βαθμό του Υπολοχαγού και μετατίθεται στο σώμα των Γενικών Επιτελών. Από τις αρχές του χρόνου όμως η ζωή του Εμμανουήλ, κυλά σαν όνειρο. Νεαρός, 25 χρόνων, κομψότατος και πολύ ωραίος, πνευματώδης και λεπτός στους τρόπους, δεξιοτέχνης κιθαρίστας και δεινός χορευτής, γιος στρατηγού και πρεσβευτή, ευνοούμενος του αυτοκράτορα, αγαπητός και αποδεκτός από τους αριστοκράτες της Γαλλίας, περνά μια ζωή πολυτελή, γεμάτη ατέλειωτες διασκεδάσεις.

Μάλιστα, η αυτοκράτειρα Ευγενία προτιμά να χορεύει μαζί του, στους ατέλειωτους χορούς του παλατιού. Δείχνει απροκάλυπτα την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφει για τον ωραίο Έλληνα. Κι αυτός δεν μένει ασυγκίνητος. Την άνοιξη του 1861, ο Εμμανουήλ ερωτεύεται παράφορα την αυτοκράτειρα. Η συμπεριφορά του, ανεξέλεγκτη πλέον,  δημιουργεί πρόβλημα στην αυλή. Όλοι στο παλάτι φοβούνται το σκάνδαλο που μπορεί να ξεσπάσει.

Ο Γραμματέας του αυτοκράτορα αναγκάζεται να ειδοποιήσει τον πατέρα του και πρεσβευτή – που ήταν σε άδεια στην Ελλάδα- για την προκλητική και χωρίς όρια διαγωγή του γιού του. Ο στρατηγός Καλλέργης φροντίζει αμέσως να επιστρέψει ο Εμμανουήλ στην Ελλάδα και παράλληλα παρακαλεί τον Υπουργό των Στρατιωτικών Δημήτριο Βότσαρη, να τον ανακαλέσει από την θέση του στο Παρίσι. Στις 2 Ιουνίου του 1861, ο Εμμανουήλ Καλλέργης επιστρέφει στην Ελλάδα και τοποθετείται στην διάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών.

Ο αθεράπευτος έρωτας του για την αυτοκράτειρα της Γαλλίας τον παρέσυρε σε καταστάσεις δυσάρεστες και οδυνηρές. Το Αρχηγείο – κατανοώντας την ψυχική του αδυναμία- φρόντισε να τον μεταθέσει διαδοχικά στη Διλοχία των Σκαπανέων, στη Σχολή Ευελπίδων, στα Στρατηγεία ανατολικής και δυτικής Ελλάδας κ.α.

Ο θάνατος του πατέρα του το 1867, επιβαρύνει περισσότερο την υγεία του. Έρχεται στο Ναύπλιο, όπου παραμένει μέχρι το 1869. Το 1869 η μητέρα του Σοφία τον φέρνει στο Άργος, στο οποίο θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωή του.

Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να βελτιώσει τα πράγματα. Είναι πάντα περίλυπος και δυστυχής. Το 1869 τίθεται σε διαθεσιμότητα. Το 1872 σε αργία. Το 1878 προάγεται σε Ταγματάρχη των Γενικών Επιτελών. Το 1886, η ασθένειά του κρίνεται ανίατη και αποστρατεύεται. Μετά απ’ αυτά, ο Εμμανουήλ πάσχει πλέον από βαριά μελαγχολία που με τον χρόνο και τα γεγονότα, επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο και μετατρέπεται σε μανία καταδίωξης. Έχει συχνές κρίσεις που τον εξουθενώνουν.

Ο χρόνος δεν λειτουργεί ευεργετικά για τον- πάλαι ποτέ- λαμπρό αξιωματικό. Ζει μια ζωή μονότονη και άχαρη. Η μόνη παρηγοριά του είναι η κιθάρα του. Όσο κι αν τον κατέβαλε η ασθένειά του, ο χαρακτήρας του παρέμεινε αναλλοίωτος. Μέχρι το τέλος υπήρξε πνευματώδης, ευγενικός με τους ανθρώπους, προσηνής κι ευχάριστος. Οι παρέες της πόλης επεδίωκαν πάντα την συντροφιά του. Κι αυτός τους αποζημίωνε με την κιθάρα του και το τραγούδι του. Μολονότι τα οικονομικά του ήταν σε άθλια κατάσταση, ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από κανένα. Πάντοτε αξιοπρεπής, περιφρονούσε τις απολαύσεις και τις πολυτέλειες, ξεπερνώντας τις στερήσεις με αξιοθαύμαστη υπομονή και στωικότητα.

Τεσσαράκοντα όλα έτη διήλθε πάσχων τας φρένας. Ουδέποτε ελησμόνησε την ευγένειαν της συμπεριφοράς του, την αξιοπρέπειαν του και την υπερηφάνειαν της καταγωγής του. Πάντοτε εστερείτο χρημάτων, διότι ήτο εις άκρον φιλάνθρωπος και ελευθέριος, ως εκ της νόσου του δε, ουδέποτε εμερίμνησε περί της ιδίας του  συντηρήσεως και των αναγκών του. Οι εν Αθήναις κάλλιστοι ανεψιοί του κ.κ. Δημ. Και Ιω. Καλλέργαι εφρόντιζον πάντοτε περί αυτού φιλοστόργως και αφειδώς. Αλλ’ αυτός δια της ελευθεριότητος του κατώρθωνε να ήνε πάντοτε απένταρος! Τα θυλάκια του ήσαν πίθος των Δαναίδων. 

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

Αυτή είναι η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη. Μια ιστορία ζωής, έρωτα, πάθους, τρέλας, θανάτου. Ο Εμμανουήλ αγάπησε τόσο, ώστε να αγνοήσει την κοινωνία, να αδιαφορήσει για όσα άλλοι μάχονται, να περιφρονήσει τα πλούτη και την δόξα, επιλέγοντας να ζήσει στον δικό του κόσμο, τον κόσμο του ρομαντισμού, της θυσίας, της αιματηρής αγάπης.

Έζησε στο πατρικό του σπίτι. Το μέγαρο Καλλέργη που κτίστηκε επί Καποδίστρια. Στον μεγάλο και περιποιημένο κήπο του, περνούσε πολλές ώρες απομόνωσης και στοχασμών. Μισή ώρα πριν πεθάνει τραγουδούσε ένα χαρούμενο, ελαφρύ τραγουδάκι. Την Λουλούκα.

Τον ακριβέστερον όμως και μελαγχολικώτερον χαρακτηρισμόν και επίλογον της όλης ζωής του έδωκεν αυτός ο ίδιος εις μία φράσιν. Συνομιλών προ τινος καιρού μετά του ανεψιού του κ. Δημ. Καλλέργη τω είπεν˙” Είμην πρώτος εις το Παρίσι και τελευταίος εις το Άργος”.                                             

Δ.Κ.Βαρδουνιώτης.

 

Πηγές


  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων.Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων (1828-1832)


 

   Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

                                                                 

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών σχολείων

 

Αρμόδιες για τα διδακτικά βιβλία και το εποπτικό υλικό των αλληλοδιδακτικών σχολείων, σύμφωνα με το 46 διάταγμα, ήσαν η Α’ και Γ’ Επιτροπή. Και τα τέσσερα μέλη της Α’ Επιτροπής ήσαν αρχιερείς: Ο Αιγίνης Γεράσιμος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Ρεθύμνης Ιωαννίκιος και ο Κυρήνης Παρθένιος. Σ’ αυτήν ανατέθηκε η σύνταξη θρησκευτικών σχολικών βιβλίων (Ευχολογίου, Σύνοψης και Κατήχησης), με βάση το σχέδιο που είχε εκπονήσει ένας άλλος αξιόλογος εκκλησιαστικός άνδρας και λόγιος της εποχής, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός.

Στην Γ΄ ή «Επί της Προπαιδείας Επιτροπήν», αποτελούμενη από τον Henri Auguste Dutróne, τον Ιωάννη Κοκκώνη και το Νεόφυτο Νικητόπουλο, συμμετείχε ο πρόεδρος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας Ανδρέας Μουστοξύδης. Σ’ αυτήν ανατέθηκε το σημαντικό έργο «των βιβλίων και των αντικείμενων, όσων η Κυβέρνησις έχει χρείαν διά να οργανίση ακολούθως τα αναγκαία εις την Επικράτειαν αλληλοδιδακτικά σχολεία». Όφειλε επίσης να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να εφοδιαστούν τα αλληλοδιδακτικά εκπαιδευτήρια με ομοιόμορφους πίνακες. Στις αρμοδιότητες της ήταν και η εποπτεία των μεταφράσεων ξένων βιβλίων που εκπονούσαν ο Κοκκινάκης, ο Ρωσσέτος και ο Σκαρλάτος. Στη συνεδρίαση της 8 Δεκεμβρίου 1829 ο Ιωάννης Κοκκώνης έθεσε θέμα για τα βιβλία όλων των μαθημάτων που έπρεπε να εισαχθούν στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρότεινε μάλιστα ότι τα «εις αυτά χρειαζόμενα είναι πίνακες αναγνώσεως και αριθμητικής, υποδείγματα γραφής, απάνθισμα Ιερού Ευαγγελίου, Κα­τηχήσεως μικράς και των τριπλών καθηκόντων του άνθρωπου, περί ιστορίας της πα­λαιάς γραφής και της Ελλάδος». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επί της Προπαιδείας Επιτροπή, παρά τις επανειλημμένες συσκέψεις της, δεν είχε κατορθώσει μέχρι τον Ιούνιο του 1830 να αποστείλει τις θέσεις της στην κυβέρνηση. Η απόφαση της για τα βιβλία και το εποπτικό υλικό των σχολείων δε διασώθηκε· έμμεσα όμως πληρο­φορούμεθα τις θέσεις της από τον «Κατάλογον τών στελλομένων βιβλίων εις τα κατά την Έπικράτειαν Αλληλοδιδακτικά Σχολεία».

Από τα πρώτα βοηθήματα που εκδόθηκαν και αποκτούσαν οι διδάσκαλοι για την οργάνωση των αλληλοδιδακτικών σχολείων ήταν το «Εγχειρίδιον διά τ’ Αλληλοδιδακτικά Σχολεία ή Οδηγός τής Αλληλοδιδακτικής μεθόδου» του Sarazin, που μετέφρασε ο Ιωάννης Κοκκώνης.

Στα βασικά βιβλία για τη διδασκαλία των αλληλοδιδακτικών μαθημάτων συγκαταλέγονται:

«Νέα διαθήκη εις το απλούν, Νέα διαθήκη εις το Ελληνικόν, Περιλήψεις τον Ιερού Ευαγγελίου, Χριστιανικής διδασκαλίας Α’, Β΄ και Γ΄ τμήμα, Οδηγός της Γραμμικής Ιχνογραφίας, Σοφίας απάνθισμα, εκ του Κομμητά (Παλαιά Γεωγραφία, Νέα Γεωγραφία, Αλφαβητάριον, Εκλογάριον, Ονομαστικόν, Χρηστοήθεια, Αριθμητική, Επιτομή Παλαιάς Ιστορίας και Εκκλησιαστική Ιστορία».

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στα σχολεία αποστέλλονταν επίσης και τα ακόλουθα βιβλία για εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών: «Ιστορία τής Ελλάδος, Ιστορία τής Ρώμης, Βίος του προφήτου Δανιήλ, Βίος τον πατριάρχου Ιωσήφ, Ιστορία Μωϋσέως, Βοηθός τέκνον, Περίληψις Παλαιάς Διαθήκης, Προσευχητάριον, Μικρός Φιλόσοφος, Μικρή Άννα, Αναγνώστης, Χριστιανικαί Θεωρίαι, Παιδαγωγία, Αποθήκη των παίδων». Οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν αναγκαστικά στον εφοδιασμό των αλληλοδιδακτικών σχολείων με βιβλία προγενέστερων κυρίως εκδόσεων, όπως της δεκαεξάτομης παιδαγωγικής σειράς του Στεφάνου Κομητά, καθώς και βιβλίων τυπωμένων στη Μάλτα από το τυπογραφείο των Αμερικανών ιεραποστόλων. Τα βιβλία φυλάσσονταν σε βιβλιοθήκη του σχολείου. Αποκλειστικά για τη χρήση των διδασκάλων ήσαν η Παλαιά και η Νέα Διαθήκη, ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και τα συγγράμματα διδασκαλίας της γραμμικής ιχνογραφίας, της γραμματικής και της κατήχησης. Τα βιβλία αποτελούσαν περιουσία του σχολείου και παραδίδονταν στους διδασκάλους· σε περίπτωση παραίτησης τους τα επέστρεφαν «σωστά και ακέραια». Μόνο τα «βιβλίδια» δίνονταν στους μαθητές, για να τα χρησιμοποιήσουν την ώρα του μαθήματος· εκτός του σχολείου όμως «δεν εκβάλλωνται ποτέ». Για την κατ’ οίκο μελέτη τους προμηθεύονταν τα βιβλία από το εμπόριο. Προβλέπεται επίσης από τον Οδηγό να δίδονται στους πτωχούς, επιμελείς και φρόνιμους μαθητές ως βραβεία «βιβλίδια» από τη σχολική βιβλιοθήκη, πάντοτε όμως με τη συναίνεση των διδασκάλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η βράβευση τους με «βιβλίδια», όπως Ιερές Συνόψεις, γινόταν από την κυβέρνηση.

  

Διδακτικά Βιβλία Ελληνικών σχολείων

 

Ο Κυβερνήτης φρόντισε επίσης για τη συγγραφή βιβλίων των τυπικών ή ελληνικών σχολείων. Με το υπ’ αριθ. 46 διάταγμα της 18 Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε επιτροπή από τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωσταντά και τους διδασκάλους Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Βενθύλο. Έργο τους ήταν να παρουσιάσουν στην κυβέρνηση «Γραμματικήν και Ανθολογίαν των Εγκυκλίων μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσης».

Η επιτροπή σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 17 Νοεμβρίου 1829 ολοκλήρωσε τον κατάλογο με τα απολύτως αναγκαία βιβλία τα οποία η κυβέρνηση έπρεπε να προμηθευθεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία, αξίας 600 ταλλήρων. Παράλληλα ετοίμασε «σχέδιον» με βιβλία για τη χρήση των σπουδαστών «της προπα­τορικής σοφίας».

Το ενδιαφέρον της επιτροπής επικεντρώθηκε στην έκδοση «Ανθολογίας» με κείμενα από τη θύραθεν γραμματεία. Τα ανθολογημένα κείμενα πεζογράφων και ποιητών έπρεπε να εκδίδονται σταδιακά κατά τομίδια και θα ανέρχονταν σε δεκαεννέα. Κρίθηκε μάλιστα σκόπιμο να συνοδεύονται με σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και με επαρκείς γραμματικές και ετυμολογικές σημειώσεις για την καλύτερη κατανόηση τους. Η επιτροπή πρότεινε επίσης την έκδοση μιας σειράς συμπληρωματικών έργων που θα διευκόλυναν την αρχαιομάθεια των σπουδαστών, των εξής: «Λεξικόν σύντομον, μονότομον τής παλαιάς γλώσσης (οίον το του Schmidt). Γραμματικήν της ελληνικής γλώσ­σης (τεχνολογικόν – συντακτικόν). Συναγωγή των πρωτοτύπων λέξεων της Ελληνικής. Νέα Διαθήκη μετά σημειώσεων γραμματικών και άλλων. Μετρικήν. Ρητορικήν. Ποιητικήν. Φιλοσοφίαν. Ιστορίαν της Φιλοσοφίας. Εγκυκλοπαιδείαν και Μεθολογίαν της φιλολογίας. Ιστορίαν της Παιδαγωγίας, και κυρίως Παιδαγωγίαν. Διαιτητικήν.»

Από τον αριθμό και την ποικιλία προτεινομένων βιβλίων φαίνεται ο μονοδιάστατος εκπαιδευτικός προσανατολισμός των ελληνικών σχολείων προς την κλασική μόρφωση. Η ύλη και η δομή των αρχαίων συγγραμμάτων ήταν αποτέλεομα εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης άξιων εκπαιδευτικών. Η επιτροπή, λαμ­βάνοντας προφανώς υπόψη την οικονομική αδυναμία του δημόσιου ταμείου, πρότεινε τη σταδιακή έκδοση τους σε τομίδια από τα «απλούστερα εις τα δυσκολότερα», έτσι ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των μαθητών ανάλογα με την πρόοδο τους. Γεγονός είναι ότι υπήρχε η βούληση για την έκδοση αξιόλογης «Ανθολογίας» αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Η κυβέρνηση πάντως μερίμνησε και εφοδίασε τα ελληνικά σχολεία, δημόσια και ιδιαίτερα, με αξιόλογα έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, αλλά και θετικών επιστημών τα βιβλία είχαν εκδοθεί στο σύνολο τους σχεδόν στο εξωτερικό πριν ή κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όπως προκύπτει από τον «Κατάλογον των στελλομένων βιβλίων εις τά κατά τήν Έπικράτειαν Ελληνικά Σχολεία», τα εξής:

 «Λυκούργου κατά Αεωκράτους λό­γος, Απολλοδώρου κ.λ. Μυθολ. βιβλιοθήκη, Ευτροπίου επιτομή Ρωμαϊκής Ιστορίας, Αρριανού τά σωζόμενα, Οι δέκα ρήτορες, Θουκυδίδης, Τα αρέακοντα τοις φιλοσόφοις, Γενουησίου Μεταφυσική, Τακουεντίου Γεωμετρία, περί Συστήματος τού παντός, Αισχύνου Σωκρατικού διάλογοι, Αρριανού εις Έπίκτητον διατριβαί, Περί συγγενείας της Σλαβονορρωοσικής και Ελληνικής γλώσσης, Συλλογή παλαιών γεωγράφων, Σειρά μαθηματικών Καρανδηνού, Υγιεινά παραγγέλματα Καραθεοδωρή, Άτακτα Κοραή, Γεω­γραφία Ν. Θεοτόκη, Μαθηματική φυσική Κούμα, Επιτομή παλαιάς Ιστορίας Σιλλη-βέργου, Τό Δίκαιον τών Εθνών Βάτελλ, Εισαγωγή εις των Γραμματικήν, Σύλλεκτα έκ των Θουκυδίδου, Ηροδότου Ιστοριών, Επιτάφιοι λόγοι των παλαιών, Κριτικός επιστάσεις επί των παρεκβολών Νεοφύτου, Σχόλια εις το δ΄ του Γαζή, Πολυαίνου Στρα­τηγήματα, περί εκφωνήσεως των Ελληνικών στοιχείων, Ηθική Ν. Βάμβα, Συντακτικόν Σκαλιόρα, Ομήρου Ιλιάς, Όμηρου Οδύσσεια, Ιστορία Π. και Ν. Γραφής Γαλαγάνη».

Φτωχή πρέπει να ήταν η βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης ελληνικής σχολής Άργους, του Παναγιώτη Κορδία. Ο Τοποτηρητής Αργούς, Ιωάννης Βρατσάνος, σημειώνει ότι «υστερείται όλα τα αναγκαία».

Η Γραμματεία Παιδείας διέθεσε στις αρχές Αυγούστου του 1832 στην ελληνική σχολή (έλληνικόν παιδευτήριον) Ναυπλίου εβδομήντα πέντε τόμους βιβλίων (τριάντα οκτώ τίτλοι) για τον εμπλουτισμό της σχολικής βιβλιοθήκης  καλούσε μάλιστα τους εφόρους της σχολής να τα παραλάβουν εγκαίρως από τις αποθήκες του Ναυπλίου.

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 Σημείωση Επιμελητή


 

Παραθέτουμε ορισμένους τίτλους και μια σύντομη περιγραφή  από τα βιβλία του Σ. Κομμητά για να γίνει πιο κατανοητό το τη διδασκόταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία. 

  • Γεωγραφία Παλαιά, Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής, οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας, Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Ελληνικά συλλεγέντα μετ΄ εκλογής εκ των Ελλήνων αρίστων Συγγραφέων. Οις προσετέθησαν και αναγκαίαι υποσημειώσεις, και Λεξικά, ονοματικόν τε και λεκτικόν, εις τε των δυσχερεών σαφήνειαν, και των Λέξεων εξήγησιν. Τόμος Α’.: Περιέχων εκ διαφόρων συγγραφέων διάφορα, οίον αστεία, μύθους, διηγήματα, διαλόγους, και τα τοιαύατ, χρήσιμα διά τους πρωτοπείρους. – Τόμος Β’.: Περιέχων εκ των Λουκιανού διαλόγων ε’, εκ των Πλάτωνος γ’, τον Πίνακα του Κέβητος, και εκ της Κύρου Παιδείας του Ξενοφώντος. – Τόμος Γ’.: Περιέχων εκ των παλαιών αρίστων ρητόρων λόγους τινάς κατ’ εκλογήν, και εκ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Βασιλείου του μεγάλου.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, τ. 1. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  • Μυθολογία, περιέχουσα, την Ιστορία των Θεών, την ιεροπραξίαν την προς αυτούς, και την ιστορίαν των Ηρωικών αιώνων.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1827.

  •  Αναγνωστικά. Ονομαστικόν. περιέχον όσα συμβάλλουσιν ου μόνον εις έτι ευχερεστέραν ανάγνωσιν εν επιγνώσει, αλλά και εις γνώσιν πραγμάτων οικιακών τε και φυσικών.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, ….Εν Πέστη … 1827.

  •  Αναγνωστικά. Εκλογάριον, περιέχον όσα συμβάλλουσιν εις ευχερή ανάγνωσιν εν επιγνώσει΄ οίον Αστεία, Μύθους, Ιστορίδια ηθικά, και των ενδοξοτέρων Ελλήνων τους βίους εν επιτομή.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Εκκλησιαστική Ιστορία, περιέχουσα, τα αναγκαιότατα συμβεβηκότα εις την ιεράν Εκκλησίαν΄ οίον ΄ το κήρυγμα της πίστεως, τους διωγμούς, τας αιρέσεις. τας συνόδους, και τλ.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Ελληνικά. Γραμματική, περιέχουσα τους Τύπους, τους αναγκαίους κανόνας της Τεχνολογίας, της Ετυμολογίας, της Συντάξεως, και της Συνθέσεως’ και Περί Ανωμάλων Ρημάτων.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών… Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1828.

 

Να τονίσουμε ότι ορισμένα από τα παραπάνω βιβλία είναι αυτά που διδάσκονταν στο Αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους την εποχή που εξετάζουμε – άψογα διατηρημένα –  και ανήκουν στη συλλογή του Γιώργου Γιαννούση

Read Full Post »

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου

 

Οι Κρήτες πρόσφυγες του συνοικισμού Πρόνοιας Ναυπλίου, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ενδιαφέρθηκαν νωρίς για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Στα αλληλοδιδακτικά σχολεία του Ναυπλίου διαπιστώνουμε τη φοίτηση Κρητών από το πρώτο έτος της διακυβέρνησης του Καποδίστρια. Το έντονο ενδιαφέρον για την παιδεία τους ώθησε στη σύσταση παρθεναγωγείου αποκλειστικά για τα κορίτσια τους. Η προσπάθεια αυτή χρονολογείται από τις αρχές Μαΐου 1831, όταν ο Κυβερνήτης αποδέχθηκε το αίτημα τους για σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων στην Πρόνοια. Ενδιαφέρθηκε μάλιστα προσωπικά για την εκπαίδευση της συμπολίτισσας τους Μαρίας Λιμπρίτη στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, προκειμένου να διδάξει σ’ αυτό.

Η ίδρυση του σχολείου επιτυγχάνεται ένα χρόνο περίπου αργότερα από τον Αυγου­στίνο Καποδίστρια. Λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του «να εκτέλεσθή ο σκοπός του αειμνήστου Κυβερνήτου» και τις άμεσες και σαφείς εντολές του προς το Διοικητή Ναυπλίας στις 7 Μαρτίου 1832, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η έναρξη λειτουργίας του δεν καθυστέρησε.

Αν δεχθούμε την άποψη της Ελένης Μπελιά – Ελένη Μπελιά, Δ/ντρια Κέντρ. Ερ. Ιστ. Νεωτ. Ελληνισμού Ακαδ. Αθηνών –  για πιθανή λειτουργία στην περιοχή δύο σχολείων αποκλειστικά για Κρήτες μαθητές, το Μάιο του 1831, μεταξύ των οποίων το ένα στην Πρόνοια με δάσκαλο τον Δημήτριο Βλαστό, τότε της Μαρίας Λιμπρίτη είναι ίσως το τρίτο. Η παρουσία των σχολείων αυτών δείχνει έμπρακτα το διακαή ζήλο των Κρητών για την εκπαίδευση των παιδιών τους, «αρρένων και θηλέων», έξω από το χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η σχολή λειτούργησε για μικρό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται·  λόγω της αναρχίας που ακολούθησε η σχολή έκλεισε και επαναλειτούργησε κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

  

Διδακτικό προσωπικό


Δασκάλα στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας διορίστηκε η Μαρία Λιμπρίτη, χήρα, κρητικής καταγωγής. Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, μετά από υπόδειξη των προσφύγων συμπατριωτών της, μερίμνησε για τις σπουδές της, αποστέλλοντας την ως υπότροφο στην Αίγινα «διά να διδαχθή την Αλληλοδιδακτικήν, και να διδάξη τά κοράσια των».

Το Φεβρουάριο του 1832 η Μαρία Λιμπρίτη σε αίτηση της προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ανέφερε: «Καταταχθείσα εις τον υποτρόφων κατάλογον εδιδάχθην την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον, καθώς τα ανά χείρας μου εσώκλειστα διαλαμβάνουν ήδη δε θέλουσα να μεταδώσω την έπιστήμην ταύτην εις την ομοεθνή μοι Νεολαΐαν, υστερουμένην τα μέσα, προστρέχω εις το φιλάνθρωπον και ενεργετικόν ώμμα της Υ.Ε…»

Από τα παραπάνω συμπεραίνομε ότι μετά από οκτάμηνη παραμονή και μαθητεία της στην Αίγινα, επέστρεψε στο Ναύπλιο, κάτοχος πλέον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και καθ’ όλα έτοιμη να ασκήσει τα διδακτικά της καθήκοντα. Ένα μήνα αργότερα, το Μάρτιο του 1832, η Μαρία Λιμπρίτη ως δασκάλα στο αρτισύστατο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας. Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας δίδαξε ως ιδιαίτερη δασκάλα. Ο μισθός της καθορίστηκε σε 15 φοίνικες με διαταγή του Αυγουστίνου Καποδίστρια.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

              Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη

 

Τρεις μήνες περίπου μετά την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο παρουσιάζονται ευοίωνες προοπτικές για την πορεία της γυναικείας εκπαίδευσης στην Αργολίδα, με την ίδρυση σχολής θηλέων στην έδρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η δασκάλα Ελένη Δανέζη προχωρεί με συντονισμένες ενέργειες στη σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Ναύπλιο. Με αναφορά στις 17 Απριλίου 1828 γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία της Επικράτειας τις προθέσεις της και παράλληλα υποβάλλει «Όργανισμόν της γυναικείας αλληλοδιδακτικής σχολής, καθώς και τον κατάλογον των συνδρο­μητών αυτής…». Με πρωτοβουλία επομένως της «διδασκάλου» Ελένης Δανέζη και την οικονομική ενίσχυση οκτώ αρχικά κατοίκων της πόλης, οι οποίοι συγκέντρωσαν ποσό 800 γροσιών, ιδρύθηκε η πρώτη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Η ίδια εκφράζει την αισιοδοξία ότι οι συνδρομητές «εντός ολίγου θέλει πολλαπλασιασθή». Πράγματι, το έτος 1832 ο κατάλογος των συνδρομητών παρουσιάζεται αρκετά διευρυμένος με είκοσι έξι «ευπειθείς πολίτας» του Ναυπλίου, οι οποίοι αποβλέπουν «εις την συγκρότησιν Σχολείου κατά τε την ευμάθειαν και καλλωπισμόν της Κορασιακής Νεολαίας». 

Παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της σχολής, η κυβέρνηση έρχεται αρωγός σ’ αυτή την εκπαιδευτική προσπάθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων της. Η λειτουργία της σχολής άρχισε αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, και με μικρά διαστήματα παύσεων υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζομε. Η λειτουργία της συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Καινοτομία για τα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής αποτελεί ο «Οργανισμός της Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου. Τέθηκε σε ισχύ από την έναρξη λειτουργίας της και αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο σοβαρής υποδομής και υπεύθυνης αντιμετώπισης της εκπαίδευσης των κοριτσιών απ’ όλους τους ιδρυτικούς της παράγοντες. Είναι συνοπτικός και καθορίζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της. Στον οργανισμό αυτό γίνεται λόγος για το σκοπό, τη μέθοδο, τα μαθήματα, τους μαθητές (ηλικία, φύλο, οικονομικές υποχρεώσεις), τους διδασκάλους, τους εφόρους και τα εισοδήματα που απαιτούνταν για τη συντήρηση της.

Ο οργανισμός φέρει ημερομηνία 17 Απριλίου 1828, αποτελείται από έντεκα άρθρα και υπογράφεται από τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Στο Α’ άρθρο αναφέρεται: «Σκοπούμενον του καταστήματος τούτου είναι ή εκπαίδευσης των Κορασιών». Η σαφήνεια με την οποία τίθεται ο σκοπός της σχολής δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν παρεκκλί­σεις. Αξίζει να μνημονευθεί ότι με το άρθρο Δ’ λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια για τις οικονομικά ασθενείς τάξεις, οι οποίες απαλλάσσονται από την καταβολή διδάκτρων.

Δε γνωρίζομε κατά πόσο εφαρμόστηκε αυτή η επαγγελία. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η οικονομική αδυναμία των ελληνικών οικογενειών δε δημιουργεί φραγμούς στην εκπαίδευση των κοριτσιών τους. Η αλληλοδιδακτική σχολή της Ελένης Δανέζη είναι η πρώτη γυναικεία σχολή της περιόδου αυτής, της οποίας η λειτουργία διέπεται από επίσημο «Οργανισμόν».

 

Στέγαση ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας σχολής» Ναυπλίου


 

Η σχολή δεν αντιμετώπισε άμεσα προβλήματα στέγασης κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της. Τον Ιούλιο του 1830, κατά τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, «το σχολείον των παρθένων (Ναυπλίου) περιθάλπεται παρά της Σ. Κυβερνήσεως με μόνον το δημόσιον κατάστημα». Η κυβέρνηση παραχώρησε εθνική οικία για τη στέγαση της. Η απουσία εξάλλου από τον οργανισμό της σχολής σχετικού άρθρου, μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το θέμα αυτό είχε διευθετηθεί έγκαιρα. Το οίκημα όμως δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, διότι «είναι στενόχωρον και εις θέσιν μη αρμοδίαν διά παρθένους». Η ακαταλληλότητα του και η παντελής έλλειψη σχολικών «επίπλων» επιδεινώνουν την κατάσταση. Δε διέθετε ούτε «θρανία ουδέ γραφεία». Συμπεραίνουμε ότι η γραφή γινόταν «επί των γονάτων».

Το Μάιο του 1832, είκοσι έξι πολίτες του Ναυπλίου, προφανώς γονείς των μαθητριών, αναφέρουν στον Κυβερνήτη ότι το σχολείο «διαμένει ήδη έν άεργεία» εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλου οικήματος. Η δυσλειτουργία της κυβέρνησης ώθησε τους γονείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να επιλέξουν νέο κατάστημα, «το παρά τη πηγή γειτνιάζον εθνικό οίκημα τής πάλαι Αστυνομίας, εν τω όποίω έγεγόνασι αί εδραίαι έργασίαι». Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν απέδωσε, διότι το επισκευασθέν αυτό οίκημα, ως εθνικό, δημοπρατήθηκε και κατακυρώθηκε στον Ρόδιο. Την ίδια τύχη είχε και η υπ’ αριθ. 638 εθνική οικία, στην οποία λειτουργούσε το «σχολείο κορασίδων» μέχρι τον Απρίλιο του 1832, «οτε κατασχεθέντος και τούτου του οικήματος παρά του Στρατηγού Γαρδικιώτου, έμειναν χωρίς οίκημα και αι εργασίαι διεκόπησαν». Κάτω από τα δεδομένα αυτά οι γονείς ζητούν επίμονα από την κυβέρνηση το οίκημα «από το όποιον προ ολίγου από τον Ρόδιον εξώσθηοαν», επειδή το θεωρούσαν ως το πλέον κατάλληλο για σχολείο «διδασκομένων Νεανίδων».

Τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέθεσε η κυβέρνηση στο διοικητή Ναυπλίας, ο οποίος αποφάνθηκε ότι παράνομα ο Ρόδιος ιδιοποιείται την εθνική οικία, διότι δε διαθέτει «πωλητήριον», και κατά συνέπεια «ή έκποίησις αύτη μένει ατελεύτητος». Με το πόρισμα του συμφωνεί η Γραμματεία Παιδείας. Εισηγείται μάλιστα στη Διοικητική Επιτροπή την παραχώρηση της εθνικής οικίας για τη στέγαση της «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου, με το σκεπτικό «ότι ό σκοπός διά τον όποιον ζητούν οι πολίται το οίκημα τούτο, αποβλέπει την εκπαίδευσιν των νεανίδων, πράγμα τόσον ουσιώδες και σύμφωνον με όσα ή Σ. Διοίκησις διέταξεν ήδη προς την πρόοδον της παιδείας».

Τελικά μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε: «το εθνικόν οίκημα το παρά την πηγήν και την εκκλησίαν του αγίου Σπυρίδωνος, προσδιορισθέν, κατ αρχάς διά σχολείον των Κορασιών προσδιορίζεται και ήδη, διά να χρησιμοποιηθή προς τον σκοπόν τούτον». Ο σχολικός χώρος βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τα οριζόμενα από τον Οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η γειτνίαση του τόσο με την πηγή και ιδιαίτερα με το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος αποτέλεσε ίσως βασικό κριτήριο επιλογής του συγκεκριμένου κτιρίου από τους γονείς των μαθητριών. Η διάθεση του δεν πρέπει να διήρκεσε πολύ. Έτσι οι γονείς των μαθητριών επανέρχονται με αναφορά τους, τον Απρίλιο του 1833, προς την Αντιβασιλεία, χωρίς να βρουν ανταπόκριση. Η λειτουργία της συνεχίστηκε σε ιδιωτικό χώρο « εις βάρος των γονέων των στελλόντων εις  αυτό τα κοράσια των».

 

 Διδακτικό προσωπικό


 Δασκάλες ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου

Με το Ε’ άρθρο του οργανισμού της σχολής καθορίζεται το διδακτικό προσωπικό της και τα καθήκοντα του: «Η σχολή έχει μίαν διδάσκαλον και μίαν υποδιδάσκαλον. Η υποδιδάσκαλος εις τα γράμματα είναι διδάσκαλος εις τας γυναικείας τέχνας». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διδακτικές υποχρεώσεις της «υποδιδασκάλου» προβλέπο­νται από τον οργανισμό με σαφήνεια και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της «διδασκά­λου».

Στον κατάλογο των διδασκομένων κορασιών «εν τη ιδιαιτέρα σχολή του Ναυπλί­ου», της 29 Νοεμβρίου 1829, γίνεται λόγος μόνο για τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, η «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου «σχολαρχεΐται» τον Ιούλιο του 1830 από την Ελένη Δανέζη και την ανιψιά της Αργυρή, οι οποίες κατάγονταν από τα Χανιά Κρήτης. Συμπληρωματικά στοιχεία παρέχει ο επιθεωρητής των διδακτικών καταστημάτων Πελοποννήσου Ιωάν­νης Κοκκώνης, το Δεκέμβριο του 1830: «Η κυρία Ελένη Δανέζη μετά της ανεψιάς της Αργυρούλας Χαραλάμπους έχουσι σχολείο εις Ναύπλιον […] και αι δύο αύται κυρίαι εμαθήτευσαν την μέθοδον εις τα Κύθηρα, όπου εδίδαξαν 3 έτη και γράφουσι και εκφράζονται όποσουν καλώς εις  την γλώσσάν μας. Η νεάνις Αργυρούλα εσπούδασεν ολίγα ελληνικά».

Η Ελένη Δανέζη και η ανιψιά της Αργυρούλα Χαραλάμπους, διευθύντρια και υποδι­δάσκαλα αντίστοιχα, διέθεταν κάποια ουσιαστικά διδακτικά προσόντα. Αλληλοδιδασκάλες και οι δύο διδάχθηκαν τη μέθοδο στα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα στα Κύθηρα, όπου στη συνέχεια απέκτησαν τριετή διδακτική εμπειρία. Οι επιδράσεις που δέχθηκαν από το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε εκεί είναι εμφανείς στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Οι διδακτικές τους ικανότητες συμπληρώνονται με την ευχέρεια στο γραπτό και προφορικό λόγο, απαραίτητα προσόντα για τις αλληλοδιδασκάλες που διευθύνουν σχολεία. Η Αργυρούλα Χαραλάμπους, εκτός από την σπουδή των ελληνικών, διέθετε και τις απαραίτητες για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία των θηλέων γνώσεις ραπτικής, προσαρμοσμένες μάλιστα στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Η Ελένη Δανέζη συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας. Το έτος 1834 έλαβε από την εξεταστική επιτροπή των δημοδιδασκάλων πτυχίο δημοδιδασκάλισσας γ΄ τάξης με το χαρακτηρισμό «καλή».

 

 Μισθοδοσία διδασκαλισσών


Τα αλληλοδιδακτικά παρθεναγωγεία που λειτούργησαν στην Αργολίδα, με εξαίρεση τη σχολή θηλέων της Πρόνοιας, ήσαν ιδιαίτερα έτσι η μισθοδοσία του διδακτικού τους προσωπικού στηρίζεται στα δίδακτρα των μαθητών και στις συνεισφορές των πολιτών.

Η ρύθμιση των αποδοχών του διδακτικού προσωπικού της αλληλοδιδακτικής «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου ανήκει σύμφωνα με τον οργανισμό της στα χρέη των εφόρων, οι οποίοι υποχρεούνται «να συμφωνούσι και να πληρώνουσι τον προσδιοριζόμενον μισθόν εις τας διδασκάλους». Η μισθοδοσία επομένως της Ελένης Δανέζη και της Αργυρούλας Χαραλάμπους ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας τους με τους σχολικούς εφόρους.

Στα κύρια εισοδήματα της σχολής περιλαμβάνονταν οι συνεισφορές «των φιλόμου­σων» και «ή διά την διδασκαλίαν κατά μήνα πληρωμή των ευκατάστατων κορασιών». Για τα δίδακτρα των μαθητριών ο οργανισμός προβλέπει: «Τα κοράσια των ευκαταστάτων πληρώνουσι εκαστον ανά γρόσια πέντε τον μήνα. Μόνα των πτωχών διδά­σκονται άμισθί». Αν λάβουμε υπόψη ότι από τα τριάντα τρία κορίτσια που ήσαν έτοιμα να καταταχθούν στη σχολή αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, τα δώδεκα μόνο ήσαν ευκατάστατα, αντιλαμβανόμαστε ότι η μισθοδοσία των διδασκαλισσών προερχόταν κυρίως από τις συνδρομές «των φιλόμουσων πολιτών».

 

Μαθητικό δυναμικό


 

Σχετικά με τον αριθμό των κοριτσιών που επρόκειτο να εγγραφούν στην ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου κατά την έναρξη λειτουργίας της, αξιόπιστη είναι η μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Δανέζη: «Κατά το παρόν είναι έτοιμα να καταταχθώσιν εις  την σχολήν έως τριάκοντα τρία […] Δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν ότι εν διαστήματι, δύο ή τριών μηνών, ό αριθμός θέλει είναι… τετραπλάσιος».

Σκοπός της σχολής, σύμφωνα με τον οργανισμό της, είναι «ή εκπαίδευσις των κορασίων», τα οποία γίνονται δεκτά «από εξ μέχρι δεκαπέντε ετών». Επιφορτισμένοι με την εγγραφή των μαθητριών είναι οι έφοροι, και μόνο κατόπιν «έγγραφου άδειας» τους γίνονται δεκτές στη σχολή. Κατά το Δ’ άρθρο του οργανισμού υποχρεούνται να καταβάλλουν δίδακτρα «τα κοράσια των ευκατάστατων», όχι όμως και των «πτωχών» γονέων τα οποία «διδάσκονται άμισθί».

Ο Διοικητής Νικόλαος Γερακάρης σε έκθεση του, τον Ιούλιο του 1830, αναφέρει ότι η Ελένη Δανέζη «μεταξύ των παρθένων διδάσκει και τίνα αρσενικά βρέφη». Το σύνολο «των μαθητευομένων συνίσταται εις είκοσι πέντε μαθήτριας και δέκα πέντε μαθητάδια». Παραπλήσια εικόνα συναντούμε το Δεκέμβριο του 1830. Σύμφωνα με την έκθεση του Ιωάννη Κοκκώνη εκείνη την περίοδο φοιτούν «25 κο­ράσια καί 20 άγόρια». Παρά τις αισιόδοξες επομένως προβλέψεις της Ελένης Δανέζη για τετραπλασιασμό των μαθητριών της σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν κατόρθωσε τελικά να διπλασιάσει το μαθητικό δυναμικό της σχολής.

Αν και κατά τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της ήταν αμιγής «κορασιών», σταδιακά παρουσιάζει εικόνα μεικτού σχολείου, έτσι ώστε μετά από δύο χρόνια τα ποσοστά των αγοριών έφτασαν να ισοδυναμούν με εκείνα των κοριτσιών.  Διαπι­στώνεται επίσης ότι η ισχύς του οργανισμού της σχολής ατονεί, καθώς η λειτουργία της απομακρύνεται από βασικά άρθρα του που αφορούν στο σκοπό, στην ηλικία και στο φύλο των εκπαιδευομένων. Η εφαρμογή της συνεκπαίδευσης στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου και η μείωση κατά δύο έτη της ηλικίας των μαθητών, απέβλεπαν στην αύξηση του μαθητικού δυναμικού και κατά συνέπεια στη συγκέντρωση περισσοτέρων εσόδων.

 Από τους τόπους καταγωγής των μαθητών αποκτούμε αμυδρή εικόνα της πληθυσμιακής σύνθεσης της πόλε­ως Ναυπλίου. Από τους 47 μαθητευομένους δύο μόνο, η Ελένη Λυμπερίου 11 ετών και ο Αθανάσιος Γεωργίου 12 κατάγονται από το Ναύπλιο, ενώ «οι υπόλοιποι αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών, με έντονη οπωσδήποτε διαφορά πολιτισμικής στάθμης». Συγκεκριμένα οι μαθητευόμενοι προέρχονται από είκοσι τρεις πόλεις και κωμοπόλεις του ελεύθερου και αλύτρωτου ελληνισμού: 17 (ποσοστό 36,17%) κατάγονται από την Πελοπόννησο, εκ των οποίων 6 (12,76%) μόνο από την Αργολίδα και την Κορινθία. Ικανός αριθμός, 15 (31%), προέρχεται από το νησιωτικό και 13 (27,65%) από τον ηπειρωτικό χώρο.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »