Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαογραφία’

Η λαογραφία του γάμου και της οικογενειακής ζωής στο Άργος του 19ου αιώνα


 

Η σημασία του προγεννητικού σταδίου της ζωής κατά την επιστήμη – Ενότητα της Επιστήμης και της Παράδοσης

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - The Motherland (1883).

Όταν η παγκόσμια έρευνα πρωτοπόρων ερευνητικών κέντρων απ’ όλον τον κόσμο ερεύνησε και διακήρυξε την κεφαλαιώδη σημασία της προγεννητικής περιόδου της ζωής για την υγεία, ψυχική ισορροπία, και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού – μελλοντικού ενηλίκου πολίτη, τότε γεννήθηκε παγκοσμίως η ανάγκη διεύρυνσης της αγωγής υγείας – πρόληψης, διεύρυνσης επίσης της παιδαγωγικής επιστήμης με την προγεννητική αγωγή του παιδιού, μία αγωγή που οι γονείς πρέπει να προσφέρουν στο παιδί τους, πριν από την γέννησή του (από τη σύλληψη έως τη γέννηση) ώστε να του εξασφαλίσουν μέλλον θετικό υγείας, ισορροπίας, νοημοσύνης και ειρηνικής διάθεσης.

Έχει πράγματι αποδειχθεί ότι το πρώτο ζυγωτό κύτταρο, που δημιουργείται με την ένωση των δυο γενετικών κυττάρων (του ανδρικού και του γυναικείου), έχει ξεχωριστή συνειδητότητα και ψυχοπνευματική οντότητα: αισθάνεται τις εντυπώσεις που προέρχονται από την μητέρα και το περιβάλλον της – ήχους, ευωδιές, φως και χρώματα – αισθάνεται επίσης τις συγκινήσεις της, τις σκέψεις, τα βιώματά της και όλα εγγράφονται στην κυτταρική του μνήμη και δημιουργούν εντυπώματα βαθειά, δυναμικά, ως πρώτα, πάνω στα οποία η ζωή του παιδιού, αυριανού ενηλίκου, θα κυλήσει αργότερα.

Έχει επίσης αποδειχθεί η καθοριστική σημασία αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων. Η υγεία και η ψυχική ισορροπία παιδιού και ενηλίκου, η ψυχοπνευματική του ποιότητα δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά βασίζεται στην ποιότητα αυτών των πρώιμων εντυπωμάτων, διαμορφωτικών του μέλλοντος ανθρώπου. Οι επιστήμονες σήμερα συνιστούν στο ζεύγος – τους μέλλοντες γονείς – και ιδιαίτερα στην μέλλουσα μητέρα, να προσφέρουν στο μελλογέννητο παιδί τους τα θετικότερα, τα αρμονικότερα φυσικά, ψυχικά και πνευματικά υλικά για την υγιή και αρμονική διάπλασή του: την υγιεινή ζωή και διατροφή τους, την γαλήνη και χαρά της καθημερινής τους ζωής, με αρμονική μουσική, θαυμασμό της φυσικής ομορφιάς, της τέχνης και του ανθρώπου (θαυμασμό επίσης των αρετών και των χαρισμάτων) και προπαντός με την προσφορά της αμέριστης αγάπης τους και της θετικής σκέψης και ευχής τους προς το μελλογέννητο.

Οι ψυχοπνευματικές καταστάσεις της μέλλουσας μητέρας και του πατέρα (που άμεσα επηρεάζει τη μητέρα) έχει αποδειχθεί ότι άμεσα βιώνονται από το παιδί στη μήτρα: μέσω των ορμονών της μητέρας, που κατακλύζουν συγχρόνως και το παιδί, συνδεδεμένο με το αίμα της μητέρας, αλλά και βιοενεργειακά: καθώς ο ψυχισμός της μητέρας εμποτίζει και το παιδί.

 

Αρμονικές σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις μετέχουν στην δόμηση σώματος και ψυχής της νέας ύπαρξης και αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της συγκρότησής της και της διάπλασης μιας υγιούς, κοινωνικής και ισορροπημένης προσωπικότητας. Σε συλλογικό επίπεδο θεμελιώνουν μία υγιή και ειρηνική κοινωνία. «Δεν μπορεί να αγαπήσει αυτός που από την ενδομήτρια ζωή δεν έχει αγαπηθεί», εξηγεί ο ψυχίατρος Thomas Verny. «Η αγάπη αποτελεί τη βάση της ζωής και την πιο δυναμική επιστημονική ανακάλυψη», εξηγεί ο dr Michel Odent.

 

Πρόσφατες έρευνες της γενετικής επιστήμης διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις ανωτέρω γνώσεις, με την διεύρυνση των ανακαλύψεων της γενετικής επιστήμης.

Τα γονίδια εξηγεί ο dr Bruce Lipton (Caracas 2001) δεν είναι οριστικά καθορισμένα κατά την ώρα του σχηματισμού του πρώτου ζυγωτού κυττάρου – κατά την σύλληψη – αλλά υφίστανται συνεχείς επιδράσεις – μεταλλάξεις, ενεργοποιήσεις η αδρανοποιήσεις – κατά την περίοδο της κυοφορίας, μέσα από την συνεχή επίδραση των σκέψεων, συναισθημάτων, βιωμάτων της εγκύου.

Ιδιότητες γονιδιακές, ασύμφωνες προς την ποιότητα ζωής της εγκύου, δεν ευρίσκουν δυνατότητα έκφρασης, εκδήλωσης: αδρανοποιούνται η μεταλλάσσονται. Και άλλες, σύμφωνες με τον τρόπο ζωής της εγκύου ενδυναμώνονται, εκδηλώνονται, ενεργοποιούνται.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα ότι θετικές ιδιότητες των γονιδίων, αν τα συναισθήματα, οι σκέψεις, τα βιώματα της εγκύου είναι αρνητικά και ο ψυχισμός της ταραγμένος, δεν μπορούν να εκδηλωθούν: «να εκφρασθούν». Για να εκδηλωθούν «θετικά» γονίδια έχουν ανάγκη θετικού ενδομητρικού περιβάλλοντος. Ενώ αντίθετα, αρνητικές ιδιότητες των γονιδίων δεν εκδηλώνονται, αν σκέψεις, βιώματα, συναισθήματα της εγκύου είναι θετικά, αρμονικά.

Μεγάλη λοιπόν είναι η συμβολή της εγκυμοσύνης, δηλαδή της εγκυμονούσας μητέρας (και έμμεσα και του πατέρα και του περιβάλλοντος) στην τελική διαμόρφωση των γονιδίων, αφού το «περιβάλλον» της μητέρας δε μένει αμέτοχο, αλλά μετέχει στην τελική διαμόρφωσή τους και την ενεργοποίηση ή μη των ιδιοτήτων τους. Η τελευταία αυτή επιστημονική ανακάλυψη αποτελεί επανάσταση στη θεωρία της «μονοκρατορίας» των γονιδίων. «Οι μέλλοντες γονείς είναι οι γενετικοί αρχιτέκτονες της νέας γενιάς. Επείγει αυτό να το πληροφορηθούν», τόνισε ο Bruce Lipton, αμερικανός γενετιστής, σε διεθνές συνέδριο (Caracas 2001).

Νομίζουμε ότι οι επιστημονικές αυτές γνώσεις – ανακαλύψεις των τελευταίων 50 ετών, οι οποίες κατέστησαν δυνατές λόγω της προόδου της σύγχρονης τεχνολογίας, ήταν άγνωστες προηγουμένως στον πάνσοφο ελληνικό μας πολιτισμό; Η λαογραφική έρευνα της νεώτερης Ελλάδας μας πείθει για το αντίθετο. Μέσα από τα έθιμα και τις παραδόσεις του γάμου και της εγκυμοσύνης, η ελληνική λαϊκή σοφία, με συμβουλές και υπαγορευόμενους τρόπους δράσης (που μοιάζουν με τα «δρώμενα», «το θεατρικό παιχνίδι» της σύγχρονης ψυχολογίας) επιδίωκε, σ’ όλες τις εποχές, να εξασφαλίσει στο ζεύγος και την εγκυμονούσα και όλο το περιβάλλον τους ψυχική και πνευματική ζωή ικανή να φέρει το αποτέλεσμα: την γέννηση παιδιών υγιών και ωραίων, στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα.

Εξίσου ο ελληνικός πολιτισμός ενδιαφερόταν για την υγεία και ομορφιά του σώματος, για την καλοσύνη, την ευγένεια, την αρετή της ψυχής και τις πνευματικές χάρες της νοημοσύνης και ιδιοφυΐας. Όλες τις φυσικές και πνευματικές αρετές θεωρούσαν άλλωστε συνδεόμενες μεταξύ τους, αφού πίστευαν ότι:

 «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή»

και ότι:

«νους υγιής εν σώματι υγιεί».

 

Λαογραφία του Γάμου και της Ευγονίας στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα

 

Η μουσική στο γάμο της αρχαίας Ελλάδας. Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Η λαογραφία του γάμου και της ευτεκνίας – ευγονίας είναι πλουσιότατη και σοφότατη στο Άργος, κατά τον 19ο αιώνα. «Ευήλιον», κατά τον Όμηρο, το Άργος, λόγω της μεγάλης του ηλιοφάνειας, πολύπυρον και ιππόβοτον, για την άφθονη παραγωγή σίτου και τα πολλά του άλογα, κέντρον λατρείας του Ήλιου, ανέπτυξε, με κέντρο τις Μυκήνες, τον θαυμαστό μυκηναϊκό πολιτισμό, που εφώτισε τον αρχαίο κόσμο.

Αποτελούσε από τους αρχαίους χρόνους πεδίον λατρείας της θεάς Ήρας, της Ακταίας ή Αργείας Ήρας, θεάς του γάμου και της οικογένειας, επίσης γυναικείων θεοτήτων: της Αρτέμιδος, της Δήμητρας και της Κόρης, εντεταγμένων, στην υπηρεσία της ευπαιδείας, ευγονίας, καλλιγένειας. Η Ήρα, η Αργεία Ήρα με το ναό της, το Ηραίον, η Άνθεια Ήρα, όπως λεγόταν στα «Ανθεσφόρια», όπου μετείχαν ανθεσφόρες παρθένες, αποτελούσε το κέντρο των ανθεσφορίων, ετήσιας γυναικείας εορτής υπέρ του γάμου και της ευκαρπίας, ευγονίας.

Στην Λέρνη της Αργολίδος άλλες εορτές για την γονιμότητα λάμβαναν χώραν υπέρ της Δήμητρας και της Κόρης – Περσεφόνης, ενώ τα Βραυρώνια του Άργους, υπέρ της Αρτέμιδος (Βριτόμαρτης), τα Αφροδίσια υπέρ της Αφροδίτης θεάς του έρωτα και της ευκαρπίας, όλα αποτελούσαν εορτές μυητικές, (προετοιμασίας) αγοριών και προπαντός των κορασίδων στην γονιμότητα, τεκνογονία, ευτεκνία – ευπαιδεία.

Η νεώτερη ελληνική παράδοση του 19ου αιώνα βασίσθηκε στις αρχαιοελληνικές τελετές μυήσεως, έθιμα και παραδόσεις, πράγμα που μαρτυρεί για την αδιάσπαστη συνέχεια – ενότητα του ελληνικού πολιτισμού. Οι αρχαίες θεές του γάμου και της γονιμότητας  – ευγονίας έδωσαν την θέση τους στην Παναγία, που σ’ όλη την Ελλάδα λατρεύεται ως Μητέρα του ανθρωπίνου γένους, καθώς και σε σειρά προστατών Αγίων και σε σειρά εθίμων, «μαγικών» πράξεων και λέξεων, που έχουν ως σκοπό να οδηγήσουν το ζεύγος σ’ ένα ευτυχισμένο γάμο και στην δημιουργία υγιών και ωραίων απογόνων. 

Τα έθιμα του γάμου και της ευτεκνίας της εποχής του 19ου αιώνα, πολλά από τα οποία είναι ακόμη ζωντανά στη μνήμη και τη ζωή του λαού, είναι συναρπαστικά, όχι μόνο για τον πρωτότυπο, γραφικό, αισθητικό τους χαρακτήρα, αλλά προπαντός για την μεγάλη τους σοφία και τη βαθειά επιστημονική αλήθεια που εγκλείουν, παρά την αφέλεια και απλότητα της καθοδήγησης που προσφέρουν.

Μέθοδος της παράδοσης είναι η αποκαλούμενη από τους λαογράφους «μιμητική μαγεία», όπου το αποτέλεσμα – στόχος επιδιώκεται με την συμβολική μίμηση του στόχου, τούτο δε με την συνοδεία πράξεων, λόγων, ευχών, επωδών (π.χ. το έθιμο της «τουρλοποδιάς» για την επίτευξη της σύλληψης και εγκυμοσύνης, όπου η γυναίκα φορούσε ποδιά – τσέπη, που καθώς την γέμιζε με όλων των λογιών τα χόρτα – αυτά έπρεπε να φάει για να καλύψει ελλείψεις της – φούσκωνε η κοιλιά της και της έδινε την εικόνα και την αίσθηση της ήδη επιτευχθείσης εγκυμοσύνης!).

Ανάλογη μέθοδος είναι αυτή της αναλογίας: «όπως κάνω αυτό, έτσι ας γίνει κι εκείνο» (π.χ. όπως φυτεύει η γυναίκα 40 σπόρους, που φυτρώνουν σε δενδράκια, έτσι και στην μήτρα της ας «φυτρώσει» το παιδί!) Και οι δυο μέθοδοι είναι πολύ σπουδαίες, από ψυχολογική άποψη, γιατί επενεργούν στο υποσυνείδητο της γυναίκας, λύνοντας έτσι δυσκολίες και εμπόδια, ώστε να επιτευχθεί το ποθούμενο. Ενεργοποιούν συγχρόνως την φυσική και ψυχική συμμετοχή του ζευγαριού – ή της συζύγου – μέλλουσας μητέρας – διότι συνήθως, η λαϊκή εθιμική συμβουλή αποτελείται ταυτόχρονα από: λόγο + ψυχική συμμετοχή + πρακτική εφαρμογή.

Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό των εθίμων αυτών είναι ότι είναι επενδεδυμένα μ’ ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κύρος και επομένως υποκινούν συγχρόνως και την απόλυτη πίστη του ζευγαριού ότι εφαρμόζοντας θα έχει το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα έρχεται πάντα, και κάθε επιτυχής εφαρμογή δυναμώνει ακόμη περισσότερο την αυθεντία των εθίμων.

 

Γάμος

 

Σ’ όλη την Ελλάδα ο γάμος συνοδευόταν από τις ευχές όλων για ευτυχία και ευτεκνία και τα «παινέματα» του γαμπρού και της νύφης, με ποιήματα, τραγούδια και χορούς πολλές ημέρες μετά την γαμήλια τελετή. Έκδηλος ο στόχος της υποκίνησης ενός ιερού ενθουσιασμού στο ζεύγος, σπουδαίου παράγοντα για μία σύλληψη γενετικά χαρισματική. «Τα παιδιά των ερωτευμένων είναι όμορφα και έξυπνα», λέει η παροιμία και «Μην κακοπαντρευτείς, να μην κακογεννήσεις». Έριχναν ρύζι στο ζευγάρι, κατά την τελετή του γάμου, για «να ριζώσει» ο δεσμός τους και να τεθούν οι ρίζες της νέας ζωής.

Εδώ στο Άργος, στην Παναγία του Βράχου, την «Κεκρυμμένη» έριχναν στους αρραβωνιασμένους, ιδίως όμως στους νεόνυμφους, πορτοκάλια και κυρίως κατά την εορτήν των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ναός (γι’ αυτό και το παρωνύμιο της Παναγίας και «Πορτοκαλούσα», ώστε καρποφορία βασιλική να ευχηθούν στο ζεύγος, με την εικόνα αυτού του βασιλιά των καρπών, άφθονων στην γόνιμη αργειακή γη. Το έθιμο αυτό κατά τον Ιωάννη Ζεγκίνη, είναι μία συνέχεια η προέκταση, «των Βαλλαχράδων». Ένα έθιμο που είχαν οι αρχαίοι Αργείοι, ιδίως οι νέοι, να ρίχνουν ο ένας στον άλλο αχράδες (αγριάχλαδα).

Δεκαπέντε συνεχείς ημέρες διαρκούσε στο Άργος ο εορτασμός του γάμου και είχε παρατηρηθεί ότι οι γάμοι αυτής της εποχής ήταν οι ευτυχέστεροι. Σκοπός του γάμου, βαθειά ποθητός στην ελληνική συνείδηση, ήταν η δημιουργία απογόνων: «κουμπάρα που στεφάνωσες το ταιριαστό ζευγάρι, να σ’αξιώσει ο Θεός να βάλεις και το λάδι» (της βάπτισης). Πάνδημες ευχές του λαού προς τους νεόνυμφους ήταν: «να ζήσουν , ν’ αποκτήσουν παιδιά και εγγόνια».

Η στειρότητα, η απαιδία εθεωρείτο από τον λαό δυστύχημα, (κατάρα) και θεία τιμωρία. Γι’αυτό και η νιόνυμφη επιδίωκε την σύλληψη με την χρήση βοτάνων, όπως π.χ. το παναγιόχορτο. Γνωστός στην Αργολίδα ήταν ο μανδραγόρας ή μανδραγούρα, που φύεται στην περιοχή. Εθεωρείτο έντονο ερωτικό διεγερτικό, το οποίο κάνει γόνιμες και στείρες γυναίκες, αλλά επίσης εθεωρείτο φυτό με μαγικές θετικές ιδιότητες, που βοηθούσε τον πλούτο και την ευημερία.

 «Συμφέρει εις τον έρωτα

συμφέρει εις το πλούτος,

θαύματα κάνει ούτος».

 

Είναι και σήμερα γνωστές οι θαυμαστές δυναμωτικές και θεραπευτικές ιδιότητες αυτού του βοτάνου. Αλλά το ζεύγος είχε επίσης βοηθούς πολλούς αγίους, οι οποίοι με την παρετυμολογία του ονόματός τους, δηλαδή με το «νόημά» του, προσανατόλιζαν τις ευχές, την πίστη και τις ψυχικές ενέργειες του ζεύγους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ευχές στον Άγιο Προκόπιο «για να προκόψει το ζευγάρι!»

Στον Άγιο Στυλιανό «για να στυλώσει το παιδί»,

στον Άγιο Σπυρίδωνα «για να μην έχει σπυριά»,

στον Άγιο Βλάση «κατά της ευλογιάς»,

στον Άγιο Ευθύμιο «για να κάνει το ζευγάρι γόνιμο».

(Έβλεπε λοιπόν η σοφία της παράδοσης πόση σχέση υπήρχε μεταξύ της χαρούμενης ψυχικής διάθεσης του ζεύγους και της γονιμότητάς του). «Στον Άγιο Ευθύμη τάξε μου για να σ’αφήσω κλήρα»

Η νιόπαντρη έπρεπε να καθίσει πάνω στην «κυλίστρα», δηλαδή σε λεία πέτρα ενός μύλου που θα στρεφόταν για πρώτη φορά. Είχε ίσως κι αυτό το πρακτικό έθιμο τον σκοπό – πλην του συμβολικού του χαρακτήρα – να απελευθερώσει μυς σφιγμένους σ’ αυτή την ευαίσθητη γυναικεία γεννητική περιοχή της λεκάνης. Η συστηματική – από την παράδοση του 19ου αιώνα – καλλιέργεια της επιθυμίας για την πολυπόθητη μητρότητα, σ’ όλην την κοινωνία, σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις, είχε ένα επιστημονικό υπόβαθρο πολύ σημαντικό. Υποκινούσε και καλλιεργούσε συστηματικά στο ζευγάρι, προπαντός στην γυναίκα, την επιθυμία – λαχτάρα για την απόκτηση παιδιού. Αυτή η «επιθυμία παιδιού», το καλωσόρισμα του νέου ανθρώπου στην αρχή της ζωής του η και πριν απ’ αυτήν αποτελεί, κατά την ψυχολογία, τον πρώτο σπουδαίο παράγοντα για την υγεία και ισορροπία του, θεμέλιο λίθο μίας αρμονικής προγεννητικής αγωγής. Όλα τα έθιμα στόχευαν επίσης να παραμερίσουν τυχόν υποσυνείδητους φόβους για την μητρότητα και να αυξήσουν την γυναικεία αυτοπεποίθηση σ’ αυτήν.

 

Εγκυμοσύνη

 

Η επιστήμη σήμερα τονίζει την πρωταρχική σημασία για την υγεία, κοινωνικότητα, χαρίσματα του παιδιού – αυριανού ενηλίκου, της γαλήνιας, χαρούμενης ζωής της εγκύου, της χαράς και αγάπης, με την οποία η έγκυος και μητέρα περιμένουν την γέννησή του. Επίσης της ορθής διατροφής της και υγιεινής ζωής της.

 

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από την ορθή διατροφή και την ευχάριστη ψυχική διάθεση της εγκύου γυναίκας» διακηρύσσει ο διεθνώς διάσημος γυναικολόγος, ερευνητής, dr Michel Odent. Και συνεχίζει: «όλες οι ασθένειες: καρδιακές, κυκλοφορικές, διαβήτης, ψυχοπάθειες κλπ., σ’ όποια ηλικία και αν εκδηλώνονται, έχουν την αιτία τους σε καταστάσεις άγχους και ταραχής που έζησε η έγκυος κατά την εγκυμοσύνη της. Στην εγκυμοσύνη υπάρχουν περίοδοι – κλειδιά, κατά τις οποίες διαπλάθονται τα βασικά όργανα του εμβρύου – αυριανού παιδιού και ενηλίκου. Δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις της εγκύου, που εμφιλοχωρούν κατ’ αυτές τις περιόδους – κλειδιά επηρεάζουν αρνητικά την διάπλαση του συγκεκριμένου οργάνου του παιδιού, που διαμορφώνεται σ’ αυτήν περίοδο».

 

Η ελληνική παράδοση είναι κι εδώ βαθειά επιστημονική. Ως πρώτο κανόνα θέτει στην έγκυο να ζει ήρεμα και χαρούμενα: νάναι χαρούμενη ακόμη και με την πεθερά της! να πλένει τα ζιπουνάκια του μικρού στη λιακάδα κι όχι στη συννεφιά! Και πρώτιστα, θεωρώντας την μητρότητα, σαν την πρώτη αξία, ενέπνεε στις νεαρές παντρεμένες γυναίκες την μεγάλη επιθυμία της εγκυμοσύνης τους και αγάπη του μωρού που περίμεναν.

 

William-Adolphe Bouguereau 1900

 

Η επιστήμη, που ερεύνησε σήμερα την επίδραση της μουσικής στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, μας αναφέρει πόσο η αρμονική μουσική –προκλασική, δημοτική, γρηγοριανό μέλος, βυζαντινή – που σέβεται τους ρυθμούς του σώματος, είναι εποικοδομητική για την εμβρυϊκή ορθή διάπλαση του οργανισμού και του ψυχισμού (dr Tomatis, M.L. Aucher, Δρ Θ. Δρίτσας, Η. Σακαλάκ). Η μουσική παιδεία και ιδιοφυΐα δίνεται πριν από τη γέννηση. Η συμμετοχή της ελληνίδας του 19ου αιώνα στην εκκλησιαστική ζωή και τις βυζαντινές μελωδίες, η συμμετοχή της επίσης στα πανηγύρια, πάνδημους εορτασμούς, και προπαντός η ζωή της μέσα στην φύση, με τους αγνούς αρμονικούς ήχους της, εξασφάλιζαν τα πιο αρμονικά ηχητικά ακούσματα στα κυοφορούμενα παιδιά. Λαϊκοί μας συνθέτες και μουσικοί έχουν προπαντός κυοφορηθεί μ’ αυτούς τους μουσικούς ήχους.

Συγγράμματα γυναικολογίας και μαιευτικής αναφέρουν μίαν ιδιαίτερη ιδιότητα της εγκύου γυναίκας: την ιδιότητα «μορφοποίησης» του παιδιού της, σύμφωνα με ο,τι βλέπει, ακόμη και σύμφωνα με ο,τι φαντάζεται έντονα, με τη μορφή, τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες, που εκείνη φαντάζεται η επιθυμεί η εύχεται για το παιδί της. «Η έγκυος είναι μορφοποιός» εξηγεί ο γάλλος επιστήμων P. Renard. Την ίδια ιδιότητα της εγκύου ο έλληνας συγγραφέας Παπαγεωργάκης (Το μυστήριον της ζωής, 1951) ονομάζει «ιδεοπλασία της εγκύου».

Αυτήν την πίστη ότι η έγκυος διαπλάθει το παιδί της όμοιο με ο,τι βλέπει, φαντάζεται, εύχεται και σκέπτεται βρίσκουμε επίσης έντονη στην νεοελληνική παράδοση όλων των ελληνικών περιοχών, σ’όλες τις χρονικές περιόδους. Η ίδια πίστη υπάρχει έντονη στην αρχαία Ελλάδα.

Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής γράφει:

«Κατά την φαντασίαν της γυναικός, κατά την σύλληψιν μορφούνται τα βρέφη. Πολλές φορές γυναίκες ερωτεύθηκαν περικαλή αγάλματα ηρώων ή θεών και όμοια μ’ αυτούς παιδιά έφεραν στον κόσμο». «Κατά την συμπάθειαν της εγκύου γυναικός μορφούνται τα βρέφη», διδάσκουν επίσης οι στωϊκοί.

Η συμβουλή της γιαγιάς, ζωντανή ακόμη σε πολλές περιοχές ήταν: Να βλέπει η έγκυος ωραία παιδιά, ή τη φωτογραφία τους, ακόμη και να κοιμάται με μία τέτοια φωτογραφία, ώστε και αυτή να γεννήσει παιδί υγιές και όμορφο. Να θαυμάζει τις εικόνες ηρώων και ευεργετών και σπουδαίων ανθρώπων, που ειδικά για την έγκυο αναρτούσαν στο δωμάτιο όπου καθόταν, ώστε αυτών τις χάρες και αρετές να διαμορφώσει στο παιδί της (Καθηγητής Μ. Μερακλής).

Το έθιμο αυτό αποτελεί άλλωστε απλή … επανάληψη, συνέχεια του πανάρχαιου εθίμου που ήθελε την έγκυο να επισκέπτεται τον Παρθενώνα και να θαυμάζει τα περικαλή αγάλματα του Φειδία, ώστε το «κάλλος και η αρετή των θεών» να εμπνεύσει την «μορφοποιητική» γυναικεία ιδιότητα! Κι όταν συνελάμβαναν παιδί οι αρχαίες ελληνίδες, το αφιέρωναν στον θεό Απόλλωνα, ώστε καθώς εκείνες σκέπτονταν, έβλεπαν (στα αγάλματα) και φαντάζονταν τις γνωστές αρετές του θεού: το Φως, την Αρμονία, την Μουσικότητα και την Ομορφιά της Ψυχής του, τις ίδιες αρετές να εντυπώσουν, με την θαυμαστή μορφοποιητική τους ιδιότητα, στο παιδί τους. Και στην ελληνική παράδοση, πολλές ελληνίδες αφιέρωναν το παιδι τους σ’ έναν άγιο ή στην Παναγία.

Ορίστε, για την νεώτερη Ελλάδα, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινός βίος και πολιτισμός», 1970, από το κεφάλαιο που αναφέρεται στην «γέννηση των παιδιών» (απλά αποδιδόμενη στην σημερινή γλώσσα).

 

«Σήμερα πιστεύουν ότι το κυοφορούμενο θα έχει την μορφή των εικόνων που έβλεπε ή φανταζόταν η μητέρα κατά την ερωτική ομιλία ή κατά την εγκυμοσύνη. Αυτό επίστευαν και οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι… Κατά τον ΙΒ’ αιώνα ο Μιχαήλ Γλυκάς λέγει: Το γεννώμενο τέκνο πολλές φορές ομοιάζει προς εκείνον ή εκείνην που φανταζόταν η γυναίκα κατά την συνουσία. Γι’ αυτό, αναφέρει ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά, η βασίλισσα των Αιθιόπων εγέννησε λευκό τέκνο, τούτο δε ωφείλετο, ο συγγραφέας εξηγεί, στο ότι ατένιζε, κατά την ερωτική με τον άντρα της συνάντηση, τις εικόνες του Περσέα και της Ανδρομέδας, γυμνής και ολόλευκης, οι έρωτες των οποίων κοσμούσαν τον βασιλικό κοιτώνα».

 

Εκεί έλκει την καταγωγή η συνήθεια της απεικόνισης ωραίων εικόνων στις κάμαρες.

Ο Σωρανός δε (Β’ αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι «ο τύραννος των Κυπρίων, που ήταν κακόμορφος, ανάγκαζε την γυναίκα του κατά τους πλησιασμούς», να βλέπει «περικαλή αγάλματα» κι έγινε έτσι πατέρας ευμόρφων τέκνων. Αυτός ήταν γενικώτερα ο λόγος, για τον οποίο στην Αρχαία Ελλάδα οι Ελληνίδες αφιέρωναν, όπως είπαμε, το κυοφορούμενο παιδί τους στον θεό Απόλλωνα, που εκπροσωπούσε σοφία, ομορφιά, αρμονία και όλες τις ανθρώπινες αρετές – αποτελούσε ένα πρότυπο ανώτερου ανθρώπου για τους πολίτες– ώστε σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, με το οποίο ταύτιζε το παιδί της η Ελληνίδα, να το διαπλάσσει με όμορφο σώμα και ψυχή.

Έθιμα πανάρχαια όσο και σύγχρονα, σοφά, επιστημονικά –  σήμερα το ξέρουμε – που αποδεικνύουν την ελληνική βαθειά γνώση και αρετή. Έθιμα, τα οποία, αν μη τι άλλο, πάντως έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά – γιατί που αλλού παρά στην προετοιμασμένη συνειδητά μητρότητα μπορεί να οφείλεται η γέννηση εδώ στην Ελλάδα, σ’ όλες τις εποχές, τόσων ανθρώπων σπουδαίων σε ικανότητες και αρετές; Οι ίδιες οι Ελληνίδες, σ’ όλες τις εποχές, εγνώριζαν τη δύναμή τους να διαπλάθουν χαρισματικούς ανθρώπους, όπως επίσης εγνώριζαν και την ευθύνη τους, αν έδιναν γέννηση σε άτομο πονηρό, κακό και ανίκανο.

Έτσι, βλέπουμε στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνους, τον χορό των «θεσμοφοριαζουσών» γυναικών (εκείνων δηλαδή των υπάνδρων γυναικών που μετείχαν στα θεσμοφόρια: τις ειδικές μυητικές τελετές για την καλλιγένεια) να αναγγέλει:

 Έπρεπε όποια γυναίκα έχει γεννήσει

άνδρα χρήσιμο για την πόλη, στρατηγό ή ταξίαρχο,

να της δίνουν τιμητική θέση στις γιορτές

και αν έχει κάνει δειλό, τριήραρχο πονηρό ή κυβερνήτη ανίκανο

να κάθεται πίσω απ’ τήν πρώτη κουρεμένη …

και τα λεφτά της δεν θα πρεπε να δίνουν τόκο…

Δεν αξίζει να γεννούν τόκο τα λεφτά σου,

αφού έχεις γεννήσει τέτοιο γιο!

 

Η ίδια η νεώτερη παράδοση μεσ’ από την παροιμία αναφέρει:

 Από τη γης βγαίνει νερό

και απ’ την ελιά το λάδι

κι από τη μάννα την καλή

βγαίνει το παληκάρι.

Μάννα φτιάχνει τα παιδιά

και μάννα τα χαλάει.

Εκ του κόλπου το δένδρον γιγνώσκεις ουκ εκ του καρπού. Το φιλόπονον εν μήτρα εχέγγυον εν γη.

  

Επίλογος

 

Μήπως είναι αναγκαίο, αυτή η πανάρχαια και νεοελληνική, μέχρι και τον 19ο αιώνα, σοφία, ήδη διδασκόμενη από την επιστήμη, σχετικά με την μητρότητα και πατρότητα της αρχής της ζωής, … με την ομορφιά του αρμονικού γάμου, εμπνεομένου από τον έρωτα σωμάτων και ψυχών του ζεύγους, … με την αρμονία της ζωής του, … με την αμέριστη αγάπη του ζεύγους προς το αναμενόμενο παιδί, (όλα αναγκαία για την καλλιγένεια – καλλιτεκνία).

 

William-Adolphe Bouguereau (1825-1905) - Charity (1859).

 

Μήπως είναι αλήθεια αναγκαίο να εμπνεύσει και πάλι τα ζευγάρια – τους νέους μέλλοντες γονείς – ώστε η υγεία, ομορφιά, σοφία και ιδιοφυΐα της νέας γενιάς – κοινωνίας του μέλλοντος, να κοσμήσει και πάλι τις οικογένειες και την πατρίδα μας, κάνοντας τα ζευγάρια υπερήφανα και προσφέροντας νέο φως στην Ελλάδα και σ’ όλον τον κόσμο;

Το ευχόµαστε, µ’ όλη µας την ψυχή, θεωρώντας ότι η γνώση και η εφαρµογή της προγεννητικής αγωγής, όπως η ελληνική παράδοση εδίδασκε και ήδη η σύγχρονη επιστήµη έχει επαληθεύσει, αποτελεί την πιο σηµαντική πρόληψη κάθε δυσλειτουργίας – σωµατικής και ψυχικής της νέας γενιάς – αποτελεί επίσης το πιο σταθερό θεµέλιο για µία κοινωνία του µέλλοντος βασισµένη στην ειρηνική διαβίωση, στις ηθικές αξίες και στην δηµιουργικότητα.

 

Βιβλιογραφία

  •  Μ.Α. Βertin, «Η φυσική προγεννητική αγωγή, µία ελπίδα για το παιδί την οικογένεια, την κοινωνία», Ελλ. Ετ. Προγεννητικής Αγωγής, Αθήνα, 2008. Πρακτικά παγκοσµίων συνεδρίων, σεµιναρίων προγεννητικής αγωγής.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η γνώση της µήτρας, Αθήνα, Ολκός 1980.
  • Δ/ρος Αθ. Καυκαλίδη, Η δύναµη της µήτρας και η υποκειµενική αλήθεια. Αθήνα,
  • Ελεύθερος Τύπος, 1987.
  • Ι. Μαρή, Ευγονία – Προγεννητική Αγωγή – Η αγωγή του παιδιού αρχίζει από την σύλληψη. Αθήνα, Πύρινος Κοσµος, 2004.
  • Lind Neuman, Η µουσική στην αρχή της ζωής, Ρευµόνδος, Αθήνα 1987.
  • Dr. M. Odent, Η Αναγέννηση, Αθήνα, 1991
  • Του ιδίου, The scientification of love.
  • Dr. A.A. Tomatis, Εννέα µήνες στον παράδεισο, Αθήνα 2000.
  • Pr. J.P. Relier, L’aimer avant qu’il naisse, Paris, Laffont, 1993.
  • Dr. Th. Verny, and J. Kelly, The secret life of the unborn child, New York, 1981.
  • Χρήστος Οικονοµόπουλος, Γονιµότητα και εγκυµοσύνη κατά τη νεοελληνική παράδοση. Το έθιµο: Το παδί το σαραντάρι. Αρρενογονία θηλυκογονία. Εισηγήσεις κατά το Β Παγκόσµιο Συνέδριο Προγεννητικής Αγωγής. Πρακτικά. Αθήνα 1994.
  • Κ. Μέγας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρα.
  • Ι. Μαρή, Η ελληνική µέριµνα για ευγονία ανά τους αιώνες. Άρθρο στο ετήσιο λεύκωµα πολιτισµού Ι. Μονής Κουτλουµουσίου: «Η Ελληνίδα Ευρώπη».
  • Ιάµβλιχος, Πυθαγορικός Βίος, εκδ. Κάκτος.
  • Όκελλος Λευκανός, Περί Ευγονίας, Β. Λαµπρόπουλου, Αθήνα 200.
  • Πλάτωνος, Πολιτεία. Εκδ. Κάκτος.
  • Πλάτωνος, Νόμοι. Εκδ. Κάκτος.

 

 Ιωάννα Μαρή

Σύμβουλος Επικρατείας, Πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρίας Προγεννητικής Αγωγής» και της Παγκόσμιας.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Ο τοκετός, η περίοδος της λοχείας και το νεογέννητο στη λαϊκή ιατρική

Καρυώτικος Γάμος

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

Read Full Post »

Στα χνάρια του χθες – Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

Μετά την επιτυχημένη έκδοση «Άργος το Πολυδίψιον» ο Φιλόλογος – Συγγραφέας Οδυσσέας Κουμαδωράκης, μας παραδίδει άλλο ένα πόνημά του, με τίτλο «Στα χνάρια του χθες». Το βιβλίο αυτό έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά των ερευνητικών βιβλίων των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».

 

Στα χνάρια του χθες

 

Οι ιστορικές αναδρομές, που φτάνουν καμιά φορά μέχρι την αρχαία μυθολογία, και η εικόνα μιας κοινωνίας φτωχής αλλά υπερήφανης, με αρκετά λαογραφικά, οικονομικά και άλλα στοιχεία συνθέτουν το πνευματικό προϊόν μιας επίπονης και δημιουργικής αναζήτησης τριών χρόνων. Κάθε παραδοσιακό επάγγελμα έχει την ιστορία του και πολλά μαζί διαμορφώνουν τον ιστό της κοινωνίας μιας παλιότερης εποχής, όπου τα τεχνολογικά δεδομένα και το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων ήταν χαμηλού επιπέδου. Αυτό είναι το αντικείμενο του βιβλίου.

Το βιβλίο πλαισιώνεται με δεκάδες φωτογραφίες που τεκμηριώνουν την περιγραφή των επαγγελμάτων και των εθιμικών παραδόσεων στα κείμενα του συγγραφέα.

Τα όποια ιδιάζοντα τοπικά πολύμορφα στοιχεία, βιώματα και εμπειρίες εθνοχαρακτηριστικών της περιοχής, ίσως να αποτελέσουν μελλοντικά αντικείμενο έρευνας για ιστορικούς και λαογράφους και να ενταχθούν στα εθνικά εθιμικά στερεότυπα.

Στην εξαντλητική συγγραφική περιπλάνηση αυτού του έργου, βήμα προς βήμα ο συγγραφέας, τινάζοντας απαλά – σχεδόν θωπευτικά – τη σκόνη του παρελθόντος, σαν εικαστικός καλλιτέχνης, αναδύει λησμονημένες στιγμές μικροϊστορίας, θέλοντας να ανασυνθέσει τη συλλογική μας μνήμη, μέσα από μια συμβολική περιπλάνηση στο χρόνο και την ιστορία μας.

Με έναν γλαφυρό, ρέοντα λόγο, μας μεταφέρει σε άλλες εποχές, που  παραμένουν σιωπηλές σε κάποια κρυμμένη πτυχή της ψυχής μας.

 

 « Οι άνθρωποι ήταν αυ­τάρ­κεις και ο­λι­γαρ­κείς. Δεν ανα­ζη­τού­σαν την ευ­η­με­ρί­α στα πολ­λά, αλλά πε­ριο­ρί­ζο­νταν στα α­πα­ραί­τη­τα. Την έν­νοια της ευ­η­με­ρί­ας δεν τη γνώ­ρι­ζαν. Κληρονομούσαν οι α­γρό­τες α­πό τους πα­τε­ρά­δες τους τρό­πους καλ­λιέρ­γειας της γης, οι τεχνίτες τη μα­στο­ριά, οι γυ­ναί­κες τη νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη, κλη­ρο­νο­μού­σαν και δια­τη­ρού­σαν με ευλά­βεια τα λα­ϊ­κά έ­θι­μα και συ­γκε­κρι­μέ­νους τρό­πους συ­μπε­ρι­φο­ράς. Οι ξω­μά­χοι δού­λευαν σκλη­ρά με πρω­τό­γο­νους σχεδόν τρό­πους να κά­μουν τη γη να καρ­πί­σει. Στα κα­κο­τρά­χα­λα και ά­γο­να μέ­ρη ξε­λι­θά­ρι­ζαν, έχτιζαν ξερολιθιές, έ­τρι­βαν την πέ­τρα να την κά­μουν χώ­μα. Δεν ήξεραν α­πό ω­ρά­ρια. Νύ­χτα ξε­κι­νού­σαν και νύ­χτα ε­πέ­στρε­φαν στο φτω­χι­κό τους, «ά­στρι μ’ άστρι». Το ί­διο και οι μα­στό­ροι, οι χτί­στες και οι πε­τρά­δες. Το ίδιο κι άλ­λοι τε­χνί­τες κι επαγγελ­μα­τί­ες. Δε γνώ­ρι­ζαν τι ση­μαί­νει ο­χτά­ω­ρο…».

 

Και λίγο πιο κάτω μας θυμίζει σκληρές αλήθειες που ίσως σήμερα μονάχα κάποιοι υπερήλικες τις έχουν φυλαγμένες στις αναμνήσεις τους. Κι όταν αυτές ζωντανεύουν, φέρνουν μια πίκρα στο στόμα, ίδια με του ψιλοκομμένου ταμπάκου.

 

« Κά­πο­τε οι γο­νείς α­γω­νιού­σαν μην τους πε­θά­νει κα­νέ­να παι­δί α­πό την πεί­να – ι­δί­ως την κατοχή – και κοί­τα­ζαν να δώ­σουν κα­νέ­να κο­ρί­τσι σε πλου­σιό­σπι­το στην κο­ντι­νή πό­λη σαν ψυχο­κό­ρη, που έ­κα­νε ό­λες τις δου­λειές και την εί­χα­νε δου­λά­κι. Πολ­λά α­γό­ρια στην Αρ­γο­λί­δα βό­σκα­νε κο­πά­δια με α­μοι­βή το φα­γη­τό τους κι έ­να μι­κρό συμ­βο­λι­κό χαρ­τζι­λί­κι στο τέ­λος της χρο­νιάς. Στην κα­το­χή έ­να Αρ­γει­τά­κι σα­λα­γού­σε ό­λη τη μέ­ρα το μου­λά­ρι με το τυφλο­πά­νι στο μα­γκα­νο­πή­γα­δο με α­μοι­βή έ­να βρα­στό α­βγό και μια φε­τού­λα ψω­μί. Αυ­τά ή­τα­νε τα «κο­πέ­λια», οι υ­πη­ρέ­τες ή δου­λά­κια, κά­τι α­νά­λο­γο με τους φα­μέγιους στην Κρή­τη».

 

Το βιβλίο (522 σελίδες) αποτελείται από 14 θεματικές ενότητες. Για να διευ­κο­λυν­θεί ο αναγνώ­στης, πα­ρα­τί­θε­ται στο τέ­λος αλ­φα­βη­τι­κό ευ­ρε­τή­ριο «πραγ­μά­των» και ιστορικών ή μυθικών προσώπων, ό­που μπο­ρεί εύ­κολα να α­να­ζη­τή­σει το α­ντι­κεί­με­νο που τον εν­δια­φέ­ρει.

Το βιβλίο «Στα χνάρια του χθες» θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Η κεντρική διάθεση γίνεται από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» στο Άργος  (τηλ. 27510  20419).

 

Read Full Post »

Ιστορία και Πολιτισμός από τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων Αργολίδας


 

Το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ι.Δ.ΕΚ.Ε.) διαχειρίζεται και υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης (Γ.Γ.Δ.Β.Μ.)  του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Κ.Ε.Ε.) της Γ.Γ.Δ.Β.Μ.  σύμφωνα με το Νόμο  3879 (Ανάπτυξη της Δια Βίου Μάθησης) υλοποιούν στους νομούς όλης της χώρας  προγράμματα τα οποία εντάσσονται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης ( ΕΣΠΑ 2007 – 2013 ) και προσφέρονται στους πολίτες εντελώς δωρεάν.

Μετά την αξιολόγηση και ολοκλήρωση του προγράμματος οι εκπαιδευόμενοι λαμβάνουν Πιστοποιητικό Επιμόρφωσης. Τα τμήματα μάθησης ξεκινούν αφού συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος αριθμός εκπαιδευομένων όπως αυτός ορίζεται στο πλαίσιο λειτουργίας του Κ.Ε.Ε.

Πρόγραμμα και  διδακτικές ενότητες, για τον τομέα της Ιστορίας και του Πολιτισμού, εκπαιδευτικό έτος 2010-11:

 

Τοπική Ιστορία ( Διάρκεια  25 ώρες ) 

Η ιστορία του τόπου – Από τι εξαρτάται η ιστορική γνώση – πως ορίζεται ο τόπος – φυσικό τοπίο, τεχνολογία, οικονομία – δημογραφία, πολιτική ζωή, πολιτισμός – εργαλεία και μέθοδοι της ιστορικής γνώσης – τα στάδια της ιστορικής αναζήτησης κι έρευνας – ιστορικές πηγές –καταγραφή και κριτική αξιολόγηση του υλικού που συγκεντρώνουν οι εκπαιδευόμενοι ξεκινώντας μια ομαδική εργασία – σύνθεση και παρουσίαση των δεδομένων.

 

Η σοφία έρχεται με τα χρόνια!

 

 

Ελληνική Ιστορία: Σημαντικοί Σταθμοί από την Αρχαιότητα μέχρι Σήμερα ( Διάρκεια  50 ώρες )   

Πρώτοι Πολιτισμοί – Η προϊστορία του Αιγαίου, Μινωικός και Μυκηναϊκός πολιτισμός – ο ελληνικός αποικισμός – το κράτος της Σπάρτης – κλασσική περίοδος – ακμή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας – Πελοποννησιακός πόλεμος – Η άνοδος της Μακεδονίας – η ελληνιστική εποχή – η κυριαρχία της Ρώμης – από τη Ρώμη στο Βυζάντιο – η μεγάλη ακμή του Βυζαντίου –   ελληνισμός υπό Οθωμανική κυριαρχία  -η ελληνική επανάσταση – η Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα – Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος – Η μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα – Δικτατορία – μεταδικτατορική Ελλάδα.

  

Συνοπτική Ιστορία της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Διάρκεια  25 ώρες )   

Η ιστορία της Ευρώπης – Αναγέννηση (Ιστορία των επιστημών – θρησκευτικές διαμάχες στην Ευρώπη) – η συγκρότηση των εθνικών κρατών στην Ευρώπη – Γαλλική επανάσταση – τα πρώτα ελληνικά συντάγματα – αποικιοκρατία – ιστορία του εργατικού κινήματος και των γυναικείων διεκδικήσεων στην Ευρώπη – από την ΕΟΚ στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα – Εθνικές ταυτότητες, πολυγλωσσία και πολυπολιτισμικότητα.

 

Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων

 

 Λαογραφία: Παραδοσιακός Πολιτισμός ( Διάρκεια  25 ώρες )   

Παραδοσιακός πολιτισμός – Καταβολές κύρια χαρακτηριστικά – οι όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού – δημοτικά τραγούδια – παραδόσεις – παραμύθια – αινίγματα  – κατοικία – τέχνη –ενδυμασία – βίοι και επαγγέλματα – διατροφή – ήθη, έθιμα – κοινοτική οργάνωση – οικογένεια – δίκαιο λατρευτικά λαϊκά βιώματα – επισκέψεις σε τοπικά λαογραφικά μουσεία.

  

Ιστορία της Τέχνης ( Διάρκεια  50 ώρες )   

Θεωρία της Τέχνης – κυρίαρχα ρεύματα και ιδέες της Δύσης ( από την εποχή των σπηλαίων ως τον 20ο αιώνα) – η τέχνη στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο, στην Αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο – η ισλαμική Τέχνη – η Μεσαιωνική  τέχνη – η Αναγέννηση ( Ιταλία, Φλάνδρα, Ολλανδία, Γαλλία και Ισπανία,) Μπαρόκ – Ροκοκό – Η τέχνη των ιθαγενών της κεντρικής και Νότιας Αμερικής (προκολομβιανή εποχή) – η Τέχνη στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Ρωσική Αυτοκρατορία – Νεοελληνική Τέχνη (19ος αιώνας και 20ος αιώνας).

Αιτήσεις συμμετοχής – πληροφορίες, Τσώκρη 63, Άργος, τηλ. επικοινωνίας 27510 69131.   

 

Read Full Post »

Παραδοσιακά επαγγέλματα του Αχλαδοκάμπου Αργολίδας


  

Χάνια του Αχλαδοκάμπου


 

Δήμος Yσιών 1906

Ο Αχλαδόκαμπος από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το κεντρικό πέρασμα του δρόμου μεταξύ Άργους – Τρίπολης. Στα χρόνια αυτά δούλευαν τα χάνια για να εξυπηρετούν τους περαστικούς αλλά και τα τούρκικα στρατεύματα που περνούσαν. Τα χάνια αυτά ήταν:

Το χάνι στο Νταούλι ήταν στην παλιά Καζάρμα και ανήκε στην οικογένεια του Αντωνόπουλου ή Ζυγούρη. Όταν ο δρόμος άλλαξε και περνούσε από τον Κολοσούρτη εγκαταλείφθηκε.

Το χάνι του Αγά Πασά στη σημερινή θέση Παλιόχανο. Ανήκε στην οικογένεια Αντωνόπουλου – Ζυγούρη. Στα χρόνια της επανάστασης έπαιξε σημαντικό ρόλο περιθάλποντας αγωνιστές αλλά και σαν σημείο συνάντησης των οπλαρχηγών.

Το χάνι Του Γαλή, στο Μονόπορι στο σημείο που έχει σήμερα η οικογένεια Γαλή κτηνοτροφική μονάδα. Ήταν σταυροδρόμι και έπιανε τους διαβάτες που πήγαιναν από το γύρο αλλά και το Παρθένι.

Το χάνι του Κουμπαρούλια, είναι στη θέση Κουμπαρούλια. Ήταν μικρό αλλά ζεστό και πρόσφερε στους περαστικούς βραστό αλλά είχε και τζάκι για τους χειμερινούς μήνες.

Τα Σκουραίικα χάνια, στο κάτω μέρος του χωριού η οικογένεια Ψυχογιού διέθετε χάνι με φαγητό και στάβλους για τα ζώα των αγωγιατών.

Τα Μαρουτσαίικα χάνια, δίπλα από τα Σκουραίικα ήταν τα Μαρουτσαίικα με την ίδια εξυπηρέτηση.

Όταν έγινε η χάραξη του νέου δρόμου από τον Κολοσούρτη και δειλά δειλά άρχισαν να περνούν τα πρώτα αυτοκίνητα συγχρόνως με τα κάρα και τα ζώα, άρχισαν να λειτουργούν νέα χάνια. Αυτά ήταν:

Το χάνι του μπάρμπα Θόδωρου,  Θεόδωρος Ψυχογιός και στην συνέχεια ο γιος του Λευτέρης έχοντας και βενζινάδικο.

Το χάνι του Κοκού, ανήκε στην οικογένεια Ανδρέα Αναγνωστόπουλου ή Κοκανδρέα. Από εκεί πέρασαν πάρα πολλοί χανιάτορες, όπως η Γιαννούλα Αναγνωστοπούλου, Χρίστος Σούλαρης ή Ντούλας, Γιάννης Σφονδύλης ή Ψα­ρής, Γεώργιος Ψυχογιός ή Τσεκούρας.

Το χάνι Πλατάνια, δούλευε σαν εστιατόριο από την οικογένεια Αναγνω­στοπούλου για παρά πολλά χρόνια. Έκλεισε όταν ο δρόμος πέρασε πάνω από το χωριό.

Το χάνι του Κουφού, ανήκε στην οικογένεια του Τάκη Αναγνωστόπου­λου ή Κουφογιαννότακη. Υπέροχη θέα του Αργολικού αλλά και σημείο ξεκούρασης των φορτηγατζήδων μετά την δύσκολη ανάβαση του Κολοσούρτη.

Όταν ο δρόμος που περνούσε μέσα από το χωριό κόπηκε για να περάσει στο πάνω μέρος, τότε άνοιξαν δύο χάνια στα Λυκάλωνα. Το πρώτο ήταν το Πολυβολείο στο κτίριο του πολυβολείου το οποίο διαχειριζόταν ο Δημήτριος Σκούμπης από Σκαφιδάκι.

Το άλλο ήταν απέναντι και το δούλευαν οι οικογένειες Ευάγγελου Αναγνωστόπουλου και Κων/νου Μπονώρη. Όλα τα προαναφερόμενα χάνια είναι κλειστά σήμερα και πολλά είναι ερείπια.

 

 

Ελαιοτριβεία


 

Όσο αυξάνονταν οι ελιές στην περιφέρεια του Αχλαδόκαμπου, τόσο η ανάγκη να βγαίνει το λάδι γρήγορα και καλό γινόταν επιτακτική. Τα ελαιοτριβεία ξεκίνησαν σιγά-σιγά να ξεπηδούν σαν μανιτάρια. O γερο-Λαγγής ο Γεραμάς είχε ένα ελαιοτριβείο χειροκίνητο και οι πέτρες γύρναγαν με άλογα. Αυτό το αγόρασε ο παπάς Αντωνόπουλος και αργότερα το κληρονόμησε ο Ελευθέριος Παπαντωνόπουλος και έκανε συνέταιρο τον Τσιφόρο. Λειτούργησε ως το 1932.

Μετά έγινε Εταιρεία Παπαντωνόπουλος – Βέρος – Κουτούζος και άλλοι αγόρασαν του Βέρου το παλιό ελαιοτριβείο, το οποίο αργότερα εκσυγχρονίστηκε και δούλευε με πετρελαιομηχανή, εκσυγχρονίστηκε σε φυγοκεντρικό αλλά σταμάτησαν να το δουλεύουν. Κάτω από του Βέρου στο κτίριο του Θρασύβουλου, άνοιξε ένα ελαιοτριβείο  Θρασύβουλος – Τζιφόρος – Γιάννης Ψυχογιός (Κουταλιανόγιαννης).Λόγω όμως δικαστικών έριδων δεν δούλεψε πολλά χρόνια και πουλήθηκε στην Ανδρίτσα.

Στου Σουκανά το μαγαζί το οποίο είναι θόλος ήταν ελαιοτριβείο το Παραβάντη και Κολόκα. Αργότερα έκλεισε και ο Παραβάντης άνοιξε μαζί με άλλους συνεταίρους της οικογένειας το Παραβαντέικο. Αυτό λειτούργησε με πετρελαιομηχανή, ο δε Σπύρος Παραβάντης (μπρούκλης) ήταν ο πρώτος που έφερε το υδραυλικό πιεστήριο, με το οποίο δούλευε μέχρι τελευταία που έκλεισε.

Ο Στρατής Ψυχογιός είχε και αυτός ένα καλό ελαιοτριβείο που λειτούργησε για πολλά χρόνια. Έκλεισε γύρω στα 1957 όταν έγινε το συνεταιρικό.

Το 1958 έγινε ένα υπερσύγχρονο συνεταιρικό ελαιοτριβείο με διαχωριστήρες και υδραυλικά πιεστήρια. Για πρώτη φορά ο Αχλαδόκαμπος έφαγε λάδι καθαρό και διαυγές. Το συνεταιρικό λειτουργεί τώρα με φυγοκεντρικό σύστημα που σημαίνει πιο γρήγορη έκθλιψη των ελιών άρα καθαρότερο λάδι καλύτερη τιμή. Το 1974 στην περιοχή Λούτσα κτίστηκε από τον Β. Σελλή, Αθ. Ντρούλια, Διαμαντή Χιώτη, Αριστ. Ντούσια σύγχρονο ελαιοτριβείο το οποίο τώρα λειτουργεί με φυγοκεντρικό σύστημα.

  

Ταβέρνες


 

Σε μια κοινωνία από φύση με ανθρώπους γλεντζέδες και καλοκάγαθους, η οποία απέχει 30 χιλιόμετρα από τις μεγάλες πόλεις φυσικό ήταν ο κόσμος να ζητά τρόπους να ξεσκάει, να γλε­ντάει, να το ρίχνει έξω όπως έλεγαν. Στην μακραίωνη ιστορία του χωριού λειτούργησαν πάμπολλες ταβέρνες – στέκια που πήγαινε ο καθένας και έπινε μισή οκά κρασί και αν δεν είχε το πενηνταράκι του έλεγε του ταβερνιάρη, γραφτό και θα δούμε. Στη συνέχεια παρατίθενται οι ταβέρνες με το όνομα του ιδιοκτήτη και το παρατσούκλι που έγιναν γνωστές.

 

• Γεώργιος Κρίγκος (Χατζάρας) λειτούργησε στο ισόγειο του σπιτιού του Σουλαρόγιαννη.

• Δημοσθένης Μιχαλάκης (Δάσκαλος) στο σπίτι που κατέχει ο χρ. Αράλης.

• Γεώργιος Π. Ντούσιας (Σουκανάς) στην αρχή είχε απέναντι από το σταθ­μό μικρομάγαζο. Από εκεί ήλθε στο χωριό και αγόρασε το κτίριο που κατέχει η οικογένεια μέχρι σήμερα. Πριν το αγοράσει ήταν ελαιοτριβείο που κατείχε ένας Παραβάντης και ένας Κολό­κας. Το έκανε ταβέρνα και επάνω έκτισε σπίτι.

• Γεώργιος Συρεγγέλας ήλθε από τα Αγιωργίτικα σώγαμπρος και έκανε περιουσία. Το μαγαζί του λειτούργησε σα μπακάλικο – ταβέρνα – τυροκομείο.

Παναγιώτης Σιαμπάνης, (Νιουκούτας).

• Θεόδωρος Χιώτης με συνεχιστή το γιο του Δημήτριο.

• Ιωάννης Σφονδύλης (Ψαρής) και Ευστράτιος Γκάβας είχαν ταβέρνα καταρχήν στο Αντωνοπουλέικο υπόγειο και μετά στο χάνι του Κοκού.

• Χρήστος Σελλής (Κοκκινόχρηστας) το καφενείο του σταθμού.

• Επαμεινώνδας Κούρτης (Παμίνης) κατ’ αρχάς είχε στο σταθμό απέναντι από τον Νταβιλά και αργότερα ήλθε στο χωριό και έκτισε δικό του και λειτούργησε μέχρι που έφυγε για την Αμερική.

• Γεώργιος I. Μαντής στην αρχή είχε ταβέρνα μπακάλικο στου Παπουτσή και αργότερα έχτισε δικό του όπου λειτουργεί από τους κληρονόμους του.

• Νικόλαος Νταβιλάς σώγαμπρος από την Δημητσάνα, τύπος κλασσικός άφησε εποχή με τα αστεία του αλλά και με τα γλέντια που έγιναν στο μαγαζί του.

• Γεώργιος Χρ. Σελλής (Γιωργάλας) το πρώτο του ήταν το χαλκείο το οποίο ονομάστηκε έτσι από τον γέρο Έμορφο. Εννοούσε ότι χαλκεύουν τις ειδήσεις δηλαδή κατασκευάζουν τα νέα κατά τη θέλησή τους.

• Γεώργιος Αργύρης (Λούπης) είχε στο υπόγειο του σπιτιού για λίγα χρόνια μια μικρή ταβερνούλα με κρεμμύδι ελιά και το κατοστάρι.

• Κων/νος Σελλής (Κω) ταβέρνα-μπακάλικο στο κτίριο του γέρο-Στράτη Ψυχογιού.

• Ιωάννης Ψυχογιός (Χαϊδακόγιαννης) στο ισόγειο και είχε τρία τραπέζια και δύο βαρέλια κρασί και κάθε βράδυ έπιναν οι φίλοι.

• Παρασκευάς Παράσχος (Τσεβάς) φραγκοράφτης, ταβερνιάρης, πτηνοτρόφος μέχρι που έφυγε οικογενειακώς για Αμερική.

• Ηλίας Σελλής (Κατσεπολιάς) ταβέρ­να στου Τσιάγκου το ρέμα. Πρώτος έφερε το ηλεκτρόφωνο να γλεντάει η νεολαία. Κατέληξε στο δικαστήριο γιατί έπαιζε το ηλεκτρόφωνο αργά την νύχτα, και ένας πατριώτης που ερωτή­θηκε από τον δικαστή είπε: «Το ‘λεγε πικρά, κύριε πρόεδρε».

• Παναγιώτης Τσεκές μικρή ταβερνού­λα στο πέρα χωριό.

• Δημήτριος I. Λαθούρης (Γριτζιάνης), όταν έφυγε από του Παπουτσή ο Γιώργης Μαντής διατήρησε ταβέρνα για αρκετά χρόνια μέχρι που έφυγε ο αδελφός του Γεώργιος για Αμερική και κράτησε του αδελφού του το μαγαζί.

• Ευστράτιος Γκάβας στου Σουκανά το μαγαζί για πολλά χρόνια.

• Γεώργιος Ψυχογιός (Τσεκούρας) κατ’ αρχήν τσαγκάρης στου Λευτέρη του Μαντή και μετά άνοιξε το χάνι του Κοκού. Από εκεί, το χάνι του μπαρμπα-Θόδωρα. Ακολούθως όταν έφυγε ο Στρατής από τον Σουκανά ανακαίνισε το κτίριο και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του.

• Πετράκης Παναγιώτης, μικρή ταβερνούλα με το όνομα Μαρίτσα. Είχε ψιλικατζίδικο-μπακάλικο-μανάβικο.

• Μαντής Νικόλαος (Γκαρλονικολάκης) στου Παπουτσή είχε ταβέρνα για αρκε­τά χρόνια. Το καλοκαίρι έβγαζε και τρα­πεζάκια στις μουριές του Βέρου.

•Τζούρας Τάκης και Γιάννης, στην αρχή το παπουτσέικο στο σταθμό και μετά στου Γιάννη Καρβελά το ισόγειο διέθεταν άφθονο οίνον μετά ελαιών. Την Κατοχή πούλαγαν και ξυλοκάρβουνα.

• Ελευθέριος Ντρούλιας (κατσικόψοφος), στο υπόγειο του Βέρου το ελαιοτριβείο.

• Ιωάννης Ματζαβράκος (Φαρμάκης).

• Δημήτριος Ψυχογιός (Πέσης), στο ι­σόγειο του σπιτιού του είχε ταβερνάκι και κάπου-κάπου έψηνε καμιά γουρνοπούλα.

• Ανδρέας Ντρούλιας, πρώτα είχε μαζί στου Καρβελά Ιωάννη μετά στου κουνιάδου του Παναγιώτη Τζούρα, εν συνεχεία κατέβηκε στον Παρασκευά Πα­ράσχου και στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στου Φαρμάκη μέχρι θανάτου του.

• Τζιφόρος Στέλιος στο υπόγειο του σπιτιού του.

• Βασίλειος Χωματάς (Μπίλης), ταβέρ­να – μπακάλικο.

• Σπύρος Σελλής (Κουτσοσπύρος), άλλη μια ταβέρνα που δούλευε εποχιακά. Μετά την Κατοχή δεν δούλεψε για πολύ και πέρασε και αυτή στο περιθώριο.

 

Μηχανές Καθαρισμού του Σιταριού


 

Λόγω του ότι στο σιτάρι μέσα υπήρχε το ζιζάνιο ήρα και οι άνθρωποι και τα ζώα όταν έτρωγαν ζαλίζονταν, ορισμένοι κάτοικοι του χωριού αγόρασαν μηχανές καθαρισμού «για να ξεχωρίζουν την Ήρα από το σιτάρι», τις οποίες χρησιμοποιούσαν επαγγελματικά στον καθαρισμό. Πρώτος ήταν ο Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος, ο οποίος λέγεται ότι πήγε στην Λάρισα να την φέρει. Ακολούθησαν δε οι Κων/νος Αθανασούλιας, Νι­κόλαος Στέργιος, Ιωάννης Καρβελάς (Μαλιόγιαννης)

 

Τυροκομεία


 

Κτηνοτροφία

Τα μεγάλα δάση που υπάρχουν στην περιφέρεια Αχλαδοκάμπου ευνοούν την κτηνοτροφία. Πριν από τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο είχε γύρω τις 50.000 γιδοπρόβατα. Στα χρόνια της κατοχής από την πείνα και τις αρπαγές έμειναν γύρω στις 10.000. Το 1960 είχε γύρω τις 20.000. Η ανάγκη του κτηνοτρόφου, λόγω έλλειψης μεταφορικού μέσου να διαθέσει το γάλα του, επέβαλε σε πολλούς τυροκόμους να φτιάξουν τα τυροκομιά τους κοντά στις κτηνοτροφικές μονάδες. Τέτοια μεγάλα τυροκομεία ήταν στα Νερά του Σπυρόγιωργη όπως τον έλεγαν και είχε τυροκόμο τον Βασίλη Κρίγκο. Την διαχείριση δε του τυροκομείου την είχε ο Γεώργιος Σελλής (Τσιγκογιώργης).

Άλλο τυροκομείο ήταν στο χάνι του Κουμπαρούλια, το οποίο διαχειριζόταν ο Γεώργιος Παραβάντης (Λουμπογιώργης). Ο Γεώργιος ο Συρεγγέλας ίσως είχε το μεγαλύτερο τυροκομείο στο σπίτι του στη σημερινή πλατεία. Σε αυτόν έφερναν οι κτηνοτρόφοι και το τυρί πηγμένο με το τυρόξυλο. Βέβαια από όλους τους μεγάλους τυροκόμους υπήρχε τρομερή εκμετάλλευση διότι δεν υπήρχαν ψυγεία και τους έλεγαν : αν θέλεις τόσο η οκά αλλιώς βρες αλλού.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας με τον Πα­ναγιώτη Τζούρα είχαν τυροκομείο στου Παν. Τζούρα το σπίτι.

Όταν άνοιξε το συνεταιρικό τυροκομείο όλα όσα υπήρχαν έκλεισαν και λειτούργησε αυτό για κάμποσα χρόνια. Αργότερα έκλεισε για διάφορους λόγους και από τότε το γάλα το δίνουν σε διάφορους τυροκόμους εκτός Αχλαδοκάμπου.

 

Πτηνοτροφεία


  

Τη δεκαετία του ’60 υπήρχε μεγάλη ζήτηση στην Ελλάδα σε αυγά και κοτόπουλα. Οι τράπεζες έδιναν εύκολα δάνεια σε όσους ήθελαν ν’ ανοίξουν πτηνοτροφείο. Όταν όμως σταμάτησε η αγορά να ζητά, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτούς που είχαν πάρει δάνεια. Δεν υπήρχε εισόδημα άρα και τρόπος πληρωμής του δανείου. Περισσότεροι από αυτούς αναγκάστηκαν και ξενιτεύτηκαν στην Αμερική για να γλιτώσουν τα ακίνητα που είχαν βάλει υποθήκη.

 

Ηλίας Σελλής – Κατσεπολιάς

Απόστολος Γκαμίλης – Τράκας

Χρήστος Παναγάκης – Μαούνας

Δημήτριος Μερίκας

Παναγιώτης Ντρούλιας – γιατρός

Γεώργιος Ντούσιας – Ζολογιώργης

Αντώνιος Αντωνόπουλος – Σπυράντωνας

Δημήτριος Λάμπρος – Λόντος

Βασίλειος Ντρούλιας

Παρασκευάς Παράσχος – Αντριανοτσεβάς

Ελευθέριος Μαντής

 

Εμπορικά


  

Από έλλειψη μεταφορικών μέσων τις ανάγκες του χωριού σε υφάσματα και άλλα είδη εμπορίου τα κάλυπταν τα εμπορικά μαγαζιά των:

 Βασίλη Σιαμπάνη

Ιωάννη Αρ. Ντούσια (Εμπορόγιαννης)

Νικ. Σελλή (Τσαγκαρόνικας)

Κων/νου Μπονώρη (Κωστέλης)

  

Αλωνιστικές μηχανές


 

Η συνεχής αύξηση της παραγωγής σιτηρών και επειδή ο αλωνισμός στα αλώνια ήταν απαρχαιωμένος αγοράστηκαν αλωνιστικές μηχανές για γρήγορο και καλύτερο αλωνισμό. Την πρώτη μηχανή αγόρασε ο Νίκος Φλεβάρης , Παπαντωνόπουλος Ελευθέ­ριος και ο Καλκούνος. Όταν αυτή πάλιωσε ο Φλεβάρης αγόρασε μόνος μια και συνέχισαν τα παιδιά του. Αργότερα αγοράστηκε από τον Χρήστο Γαλή και Θανάση Καμπούρο.

Ο Θανάσης Ντρούλιας με τον Αρι­στείδη Ντούσια αγόρασαν αλωνιστική μηχανή την οποία δούλεψαν αρκετά χρόνια. Τώρα αναπαύεται κοντά στο νεκροταφείο και θυμίζει ότι εκεί ήταν η μεγαλύτερη στάση αλωνιστικής μηχανής με τον μπάρμπα Γιαννάκο φύλακα.

 

Μύλοι


  

Το σιτάρι έπρεπε να αλεστεί, νερό υπήρχε για να γυρίσει νερόμυλους, για το λόγο αυτό φτιάχτηκαν πολλοί από αυτούς. Όπως του Παπαντωνόπουλου Ελευθερίου μαζί με τον Πάνο τον Καγκλή, του Χατζάρα ο Μύλος μαζί με τον Παναγιώτη Φιφλή. Του Κατσιάμη ο μύλος, Αθαν. Κατσικαντάμης και αργότερα συνέταιρος ο Αντ. Σκούμπης. Του Λούπη ο μύλος. Αγοράστηκε από τον Γ. Αργύρη (Λούπη), Γεώργιο Σελλή (Τσιγκογιώργη) από την Μονή των Βαρσών.

Του Μελιόκωτσα ο μύλος ανήκε στον Νάτσιο και Τσιάγκο (Παναγάκης Κώστας). Από αυτούς το αγόρασε γύρω στο 1930 ο Μελιόκωτσας και έβαλε μυλωνά τον Γεώργιο Μερίκα, ο οποίος με το μυαλό που διέθετε κατάφερε να φτιάξει με την φτερωτή του μύλου κορδέλα να σχίζει ξύλα. Επίσης με μια γεννήτρια και αυτή με την φτερωτή φώτιζε όλες τις εγκαταστάσεις και τον περίβολο του μύλου. Ένας ακόμη μύλος είναι ο παλιόμυλος που χρονολογείται από τους βυζαντινούς χρόνους. Στο πλατάνι υπάρχουν υπολείμματα μιας κρέμασης από μύλο άγνωστης χρονολογικής περιόδου. Στο πέρα χωριό πάνω από την Αγία Κυριακή οι κάτοικοι του πέρα χωριού είχαν φτιάξει ένα μικρό μύλο για τις ανάγκες τους. Επειδή το νερό ήταν λίγο είχαν φτιάξει δεξαμενή που το μάζευαν για να μπορούν να αλέσουν άνετα.

 

Σαμαράδες – Σαμαρτζήδες


 

Πριν από την έλευση των τρακτέρ και των αυτοκινήτων τις αγροτικές εργασίες τις έκαναν τα ζώα, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και πιο παλιά βόδια. Τα ζώα αυτά είχαν ανάγκη από τα σαμάρια. Το χωριό πριν το 1940 πρέπει να είχε γαϊδουρομούλαρα και άλογα πάνω από 800. Με την επίταξη από τον στρατό ο αριθμός μειώθηκε αισθητά. Μετά τον πόλεμο άρχισε πάλι ο αριθμός να αυξάνει είτε από αγορά στο πανηγύρι της Τεγέας είτε από αυτά που έστειλαν οι συγγενείς των Αμερικανών.

Πρώτος και καλύτερος σαμαρτζής ήταν ο Γιώργης Μερίκας. Άλλος ήταν ο Γιώργης Μαντής (Γκάρλας). Αργότερα ήλθε σώγαμπρος από το Καστρί, ο Χρήστος Περεντές, ο οποίος ήταν εξαιρετικός μάστορας και σαμάρωσε τα τελευταία ζώα του χωριού.

Ο Αντώνης Γκαμίλης συγχρόνως με το ξυλουργικό επάγγελμα ασχολήθηκε με την τέχνη του σαμαρτζή. Ο Γιάννης Μπόγρης καλός μάστορας δούλευε στο υπόγειο του Χιώτη για αρκετά χρόνια μέχρι που έφυγε για την Αυστραλία. Τώρα τη θέση των ζώων έχουν πάρει τα μηχανοκίνητα. Την θέση των σαμαρτζήδων τα συνεργεία και την θέση του παχνιού τα βενζινάδικα.

  

Κεραμοποιείο


 

Στην Πηνίκοβη για μερικά χρόνια λειτούργησε κεραμοποιείο για την κατασκευή μόνο κεραμιδιών. Ιδιοκτήτης ήταν ο γερο – Πάνος Αντωνόπουλος. Λόγω όμως της κακής ποιότητος του χώματος δεν μπόρεσε να προχωρήσει η επιχείρηση και έκλεισε. Όταν ρώτα­γαν τον γερο – Πάνο αν είναι γερά τα κεραμίδια έλεγε: «Για το καλοκαίρι είναι καλά, το χειμώνα θέλουν σκέπασμα».

 

Τελάλης


 

Πριν έλθει το ρεύμα στο χωριό και πριν τοποθετηθεί μικροφωνική συσκευή στην εκκλησία με μεγάφωνο στο καμπαναριό, υπήρχε ο τελάλης του χωριού και ήταν ο Βασίλης Ανα­γνωστόπουλος (Αρνάδας). Όταν υπήρχε ανακοίνωση έβγαινε στου Βέ­ρου τις μουριές με το χωνί και φώναζε «Ακούστε ρε, ο τάδε έχασε μια προβατίνα» ή ότι υπήρχε μια ανακοίνωση του προέδρου για προσωπική εργασία ή ακόμη του νεροκράτη να ποτίσουν τα αραποσίτια.

Μετά τον πόλεμο το «ρε» αντικαταστάθηκε με το ευρωπαϊκό «Κύριοι». Ήταν τόσο σημαντικός ο τελάλης που ρώταγαν αν το τάδε νέο, το είπε το χωνί; Ο τελάλης πληρωνόταν σε είδος. Μετά τον αλωνισμό γύρναγε στο χωριό με το γαϊδουράκι και έπαιρνε από κάθε σπίτι ένα σακουλάκι σιτάρι ιδίου μεγέθους από όλους. Πολλοί ήταν τόσο φτωχοί που δεν είχαν ούτε αυτό το σακουλάκι. Ο γερο-Βασίλης το παράβλεπε και έφευγε.

  

Τσιπουριστές


 

Τα αμπέλια στο χωριό πολλά, τσιπουριές λίγες. Οι γείτονες έπαιρναν ο ένας του άλλου την τσιπουριά αλλά και πάλι δεν πρόφταιναν. Ο Θανάσης Παράσχος ή Σιούλης και ο Σπύρος Φλούτσης ή Συνεργείο ανέλαβαν την εποχή του τρύγου να γυρνούν στο χωριό με την τσιπουριά πάνω στο γαϊδούρι να τσιπουρίζουν τα σταφύλια. Ποιος δεν θυμάται τα αστεία με τον Θανάση ή ποιος δεν θυμάται τα ποιήματα του Θανάση τα τραγούδια του, τα τροπάρια.

Αυτές οι εποχές έφυγαν χωρίς επιστροφή. Ο ρομαντισμός τα καλαμπούρια έδωσαν τη θέση τους στην «Λάμ­ψη», «Καλημέρα ζωή» και τόσες άλλες σαπουνόπερες της τηλεόρασης.

 

Αγανωτές – Φαναρτζήδες


 

Τα πιο παλιά χρόνια οι άνθρωποι για να τρώνε χρησιμοποιούσαν τα ξυλοκούταλα και τις τσανάκες για πιάτα, τα σαγόνια και τα πήλινα τσουκάλια για κατσαρόλες. Αργότερα έφτιαχναν τα χαλκώματα για κουζινικά σκεύη τα οποία έπρεπε από μέσα να τα περνούν με καλάι ή κασσίτερο όπως το λένε, για να μην είναι δηλητηριώδη. Τα κουτάλια – πιρούνια – μαχαίρια ήταν από λαμαρίνα σκληρή, η οποία έπρεπε για να μην σκουριάζει να βαφτεί με καλάι. Τη δουλειά αυτή την είχαν αναλάβει οι αγανωτήδες, οι οποίοι είχαν ειδικά εργαλεία που αγάνωναν τα μαχαιροπήρουνα και ειδικό καμίνι για το αγάνωμα των χαλκωμάτων.

Στο χωριό έρχονταν πλανόδιοι αγανωτές, οι οποίοι έμεναν σε ένα σπίτι και γύρναγαν στο χωριό και μάζευαν τα χαλκώματα. Τα πιο δύσκολα ήταν τα καζάνια τα οποία ήθελαν μεγάλη φωτιά και γρήγορο πέρασμα με το καλάι. Οι ίδιοι αγανωτές πολλές φορές ήταν και φαναρτζήδες όπως τους έλεγαν, γιατί έφτιαχναν φανάρια λαδιού λαδικά, χωνιά, τρίφτες και άλλα. Εκτός από τους πλανόδιους στο χωριό ήταν μόνιμος μέχρι το θάνατό του ο Σπύρος Φλούτσης (συνεργείο). Άλλος ήταν ο Βασίλης Τσιάλτας ο οποίος έμεινε για μερικά χρόνια και αργότερα έφυγε.

 

Ξυλουργοί


 

Ξυλουργούς καλούς είχε το χωριό μας που δούλευαν το ξύλο με μεράκι και μαεστρία. Έσχιζαν τα ξύλα με τον καταράχτη, τα πλάνιζαν με την χειροπλάνη, τα σκάλιζαν με το σκαρπέλο και όλα αυτά γιατί αγαπούσαν το ξύλο και μίλαγαν με αυτό.

Ο Γιώργης ο Μερίκας στου Μελιόκοτσια το μύλο προσπάθησε να φτιάξει καινούρια τεχνολογία φτιάχνοντας κορδέλα με την φτερωτή του μύλου. Τα κατάφερνε για αρκετά χρόνια αλλά τα χρόνια είχαν βαρύνει τους ώμους του και δεν δούλεψε πολύν καιρό.

Ο Μέγγος ο Κώστας, άριστος τεχνίτης. Ο Μυτηλινός Κώστας, ξεκίνησε κοντά στον Μερίκα ξυλουργός αλλά αργότερα έγινε εργολάβος οικοδομών.

Ο Σταύρος Γκαμίλης, γνώστης της τέχνης προσπαθώντας να τα φτιάχνει γρήγορα πολλές φορές έκανε λάθη. Πολλά αστεία λέγονταν από το στόμα του τα οποία ίσως δεν ξεχαστούν ποτέ. Ο Αντώνης Γκαμίλης, πρώτος έφερε τα καινούρια μηχανήματα ξυλουργού τα οποία τα κινούσε πετρελαιομηχανή λόγω του ότι δεν είχε έλθει στο χωριό το ρεύμα. Κοντά του έμαθαν την τέχνη του ξυλουργού και ασκούν το επάγγελμα ακόμη οι Γεώργιος Κω­στάκης (Ρήγας), Κώστας Στέργιος, Δια­μαντής Κατσούδας. Μαζί με τον Αντώνη Γκαμίλη δούλευε και ο αδελφός Παναγιώτης που αργότερα έφυγε από το χωριό και εξάσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού στην Αθήνα.

 

Λιθαράδες


 

Τα πρώτα πέτρινα σπίτια του χωριού χτίστηκαν από Λαγκαδιανούς τεχνί­τες. Σιγά – σιγά όμως οι πρώτοι Αχλαδοκαμπίτες τεχνίτες, χτίστες λιθαριού έκαναν την εμφάνισή τους.

Πρώτα έχτισαν τα δικά τους σπίτια και μετά κατ’ επάγγελμα. Ο Ζιολοβασίλης, Βα­σίλειος Ντούσιας, ήταν από τους πρώτους λιθαράδες. Ο μπάρμπα Μήτσος ο έμορφος υπέροχος λιθοξόος (πελεκητής λιθαριού). Ακόμα θαυμάζουμε τα αγκωνάρια στο σπίτι του. Η αυλή του, τα πέτρινα τραπέζια του, όλα αυτά δικά του κατασκευάσματα. Ο Νικόλαος Παράσχος, (Καλιάνας) πελεκητής αγκωναριών.

Αυτός τους χειμερινούς μήνες που δεν υπήρχαν αγροτικές δουλειές πήγαινε με τα γαϊδουράκια και έβγαζε δέκα-δέκα λιθάρια και τα πήγαινε στο σπίτι του στο υπόγειο. Εκεί τα πελέκαγε, τα έκανε αγκωνάρια και τα έβαζε στην άκρη. Την άνοιξη που άνοιγαν οι δουλειές όπως έλεγαν πούλαγε τα αγκωνάρια στους ιδιοκτήτες που ήθελαν να χτίσουν σπίτι. Την τέχνη αυτών των δύο μαστόρων του Έμορφου και του Καλιάνα δεν την έμαθε κανένας τόσο καλά.

Άλλοι χτίστες που άφησαν εποχή στο χωριό ήταν ο Ανδρέας Ντούσιας, Πα­ναγιώτης Ντούσιας, Γεώργιος Λαθούρης, Βαγγέλης Θωμάς, Βασίλης Τσερμπές, Παναγιώτης Μαντής, Γιάννης Καζακλής, Αναστάσιος Αναγνωστόπου­λος (Ντούβρης). Αυτοί ήταν η νεότερη γενιά χτι­στών τους οποίους παραγκώνισε η τεχνολογία του τούβλου και του τσιμεντόλιθου. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα καλαμπούρια που γίνονταν από αυτούς τους ανθρώπους όταν έχτιζαν ένα σπίτι. Όλη η γειτονιά στο πόδι για να ακούσουν τι θα πουν να το μεταβιβάσουν στους άλλους.

  

Κοφινάδες


 

Οι ανάγκες των αγροτικών εργασιών και κυρίως η συγκομιδή αγροτικών προϊόντων τώρα καλύπτονται από μηχανικά μέσα δηλαδή τελάρα ξύλινα, κλούβες πλαστικές, τελάρα χάρτινα και άλλα. Τα παλιά χρόνια τις αγροτικές ανάγκες τις κάλυπταν με τα καλάθια, κοφίνια όπως τα έλεγαν.

Τα κοφίνια άρχιζαν από μικρά τα αυγοκόφινα, τα πανέρια, τα λιθαροκόφινα, τα χεροκόφινα, τα πολυτάρια ή κόφες που ήταν και πιο διαδεδομένα και χρησιμοποιούντο για τον τρύγο κυρίως. Οι ψωμοκοφίνες ήταν κοφίνια σε σχέδιο πιθαριού με καπάκι πλεκτό και έβαζαν μέσα το ψωμί. Ακόμα οι κοφινάδες έπλεκαν και τις μεγάλες γυάλινες μποτίλιες, νταμιζάνες, για να μη σπάζουν. Το επάγγελμα του κοφινά ήταν στο χωριό οικογενειακή παράδοση. Από γενιά σε γενιά η τέχνη διαδιδόταν μέχρι που σταμάτησε τελείως το πλέξιμο και μόνο ερασιτεχνικά τώρα ασχολείται κανένας από αυτούς τους παλιούς κοφινάδες.

Οι κοφινάδες το χειμώνα έκοβαν τα καλάμια από τα ποτάμια και τα έδεναν δεμάτια για να ξεραθούν. Τις βέργες τις έκοβαν από καναπίτσες μετά τον Ιούλιο τις ξεφύλλιζαν και τις άπλωναν στον ήλιο να ξεραθούν και αυτές για την επόμενη χρονιά. Το πλέξιμο των κοφινιών άρχιζε εντατικά μετά τον θέρο και αλωνισμό, μέχρι το τέλος του Σεπτέμβρη που τελείωνε και ο τρύγος και δεν είχαν περάσει τα κοφίνια. Τα παλιά χρόνια κάθε Σάββατο οι κοφινάδες του χωριού πήγαιναν τα κοφίνια στην Τρίπολη στο παζάρι για πούλημα. Στην αρχή πριν κυκλοφορήσουν τα φορτηγά αυτοκίνητα τα πήγαιναν από βραδύς με τα άλογα – μουλάρια – γαϊδούρια, ό,τι είχε ο καθένας. Αργότερα τα πήγαιναν στου μπάρμπα-Θόδωρου το χάνι και πέρναγαν τα φορτηγά και αντί ναύλου τα μετέφεραν στην Τρίπολη.

Οι οικογένειες που για γενιές άσκησαν το επάγγελμα του κοφινά και με αυτό το επάγγελμα μεγάλωσαν παιδιά έκαναν και περιουσία είναι:

Οι Στεργαίοι: το επάγγελμα η οικογένεια αυτή το ασκούσε μετά τα χρόνια της τουρκοκρατίας μέχρι την δεκαετία του 70. Κύριος τόπος εργασίας ήταν η Πηνίκοβη που το συνδύαζαν με την καλλιέργεια αραποσιτιού και περιβολιών.

Οι Γκαβαίοι ανήκαν στην οικογένεια Διολίτση. Όταν ξεχώρισαν από τους Διολιτσαίους με το όνομα Γκάβας άρχισαν να ασχολούνται με τα περιβόλια – αραποσίτια και το πλέξιμο των κοφινιών στη Φλεβίτσα. Εκεί έ­χτισαν πέτρινο καλύβι και πέτρινη στέρνα, για να μουσκεύουν τις βέργες και τα καλάμια και τους θερινούς μήνες έμεναν κυρίως εκεί οικογενειακώς.

Άλλη οικογένεια είναι οι Μπετσαίοι. Από το γέρο-Χρίστο το Μπέτσιο και πιο μπροστά, όλη η οικογένεια αρσενικοί και θηλυκοί ασκούσαν το επάγγελμα του κοφινά συγχρόνως και με άλλες ασχολίες. Οι Μπετσαίοι έπλεκαν στο σπίτι τους στο πέρα χωριό. Εκεί έξω στην αυλή κάτω από την σταφύλια για ίσκιο από το φώτημα της ημέρας μέχρι που βάραγε ο εσπερινός δεν σταμάταγε το εργοτάξιο «Μπέτσιος και υιοί» να δουλεύει.

Η οικογένεια Μαντή και αυτοί στο πέρα χωριό ασκούσαν το επάγγελμα. Λεπτολόγοι στην δουλειά τους πού­λαγαν πιο εύκολα τα κοφίνια γιατί όχι ότι ήταν πιο γερά απλά ήταν πιο όμορφα και ντελικάτα. Ο Θοδωρής ο Σταυράκης έφτιανε και αυτός κοφίνια άλλα ήταν μόνος του και δεν μπορούσε να φέρει βόλτα όλες τις υποχρεώσεις του κοφινά.

Κοφινάς σήμαινε εγκαταλείπω για μήνες τις άλλες αγροτικές εργασίες και καταπιάνομαι μόνο με αυτό. Τότε υπήρχε έξαρση στο φύτεμα ελιών. Αν δεν είχες ανθρώπους να ποτίζουν τις ελιές το καλοκαίρι και εσύ να πλέκεις κοφίνια, πάνε οι ελιές ξεράθηκαν.

Οι Καμπουραίοι και αυτοί μεγάλη φαμελιά. Δούλευαν τη δουλειά του κοφινά με μεράκι. Γι’ αυτό τους χειμερινούς μήνες μετά το μάζεμα των ελιών αυτοί στο υπόγειο του σπιτιού τους έπλεκαν κοφίνια και τα πούλα­γαν το καλοκαίρι. Σταμάτησαν και αυτοί μαζί με όλους τους άλλους.

 

Ράφτες


 

Μετά την φουστανέλα, την πουκαμίσα, το συλάχι και τα τσαρούχια η μόδα άλλαξε. Ήλθαν οι φράγκικες στολές και οι ράφτες που έφτιαχναν αυτές τις στολές λέγονταν φραγκοράφτες. Αυτοί ήταν:

 

Ιωάννης Καρβελλάς (μοδίστρας)

Βαγγέλης Κ. Σελλής

Δημήτριος I. Ντρούλιας

Παρασκευάς Παράσχος

Ιωάννης Μαρούτσος

Γεώργιος Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας)

Με τη βιομηχανοποίηση και την ομαδική παραγωγή ρούχων, το επάγγελμα έπαψε να υπάρχει για να μπορεί κάποιος να βγάλει μεροκάματο. Για το λόγο αυτό είτε ξενιτεύτηκαν, είτε σταμάτησαν να ράβουν αλλάζοντας επάγγελμα.

 

Μυλωνάδες


 

Οι μύλοι για να δουλέψουν χρειάζονταν και τους ειδικούς μυλωνάδες. Η δύσκολη δουλειά του Μυλωνά ήταν το τρόχισμα της πέτρας, το καλαμάτισμα. Όσο καλύτερα ήταν τροχισμένη η πέτρα τόση περισσότερη ποσότητα σιταριού άλεθε οπότε έπαιρνε περισσότερο ξάι και μεγαλύτερο μεροκάματο. Μυλωνάδες δούλεψαν οι:

Παπαντωνόπουλος Ελευθέριος

Πάνος Καγκλής

Κρίγκος Γεώργιος (Χατζάρας)

Φιφλής Παναγιώτης

Θανάσης Κατσικαντάμης

Γεώργιος Κριτσικαντάμης

Αντώνιος Σκούμπης

Χρήστος Σελλής Κοκκινόχρηστος

Ισαάκ & Άνθιμος καλόγηροι Βαρσών

Μυτηλινός Γ. πρόσφυγας από Μ. Ασία

Μυτηλινός Κων/νος

Ντρούλιας Γεώργιος

Κων/νος Αναγνωστόπουλος

Όταν η τεχνολογία είχε προχωρήσει η οικογένεια Φλεβάρη εγκατέστησε κυλινδρόμυλο ο οποίος άλεθε το σιτάρι και έβγαζε τα πίτουρα ξεχωριστά. Οι νερόμυλοι έκλεισαν, έμεινε μόνο του Κατσιάμη ο μύλος να αλέθει μπουλουγούρι για γλυκό τραχανά. Αργότερα εγκαταλείφτηκε στην φθορά του χρόνου. Του Φλεβάρη ο κυλινδρόμυλος δεν δούλεψε πολλά χρόνια για διάφορους λόγους.

  

Σιδεράδες


 

Ένας κλασικός σιδεράς (γύφτος) που ήταν στο χωριό με το αμόνι του, την φυσούνα, τις τσιμπίδες, τα σφυριά του ήταν ο Κώστας Ντούσιας ή Ενενήντα – εννιάς. Δεν θα υπήρχε αγρότης που να μην είχε ατσαλώσει το υνί του αλετριού, το ξυνιάρι, τον κασμά. Αν καμιά φορά δεν πετύχαινε το βάψιμο του υνιού την άλλη μέρα το ξαναπήγαιναν για ατσάλωμα αλλά και για παράπονα. Αυτός με το καλαμπούρι του τους έλεγε: Μήπως οργώσατε σε λιθάρια; εγώ τα ατσαλώνω μόνο για χώμα.

Όμως πολλά χωράφια στο χωριό μόνο χώμα δεν είχανε και αυτό το ήξερε ο μπαρμπα – Κώστας και γι’ αυτό τους το έλεγε. Οι φουρνελάδες ατσαλώνανε τις παραμάνες, οι χτίστες τα σφυριά και τα καλέμια. Όταν δεν είχε άλλη δουλειά έφτιαχνε βαριές και σφυριά. Τώρα τα υνιά τα αγοράζουν έτοιμα και δεν θέλουν ατσάλωμα όχι για τα αλέτρια των ζώων αλλά των τρακτέρ.

 

Τσαγκάρηδες


 

Πολλά επαγγέλματα ήταν στο χωριό για να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου πληθυσμού. Υπήρξαν πολλοί δάσκαλοι στο είδος τους και κοντά τους έγιναν και πολλοί μαθητές καλύτεροι από αυτούς. Όμως η τεχνολογία και η σταδιακή μείωση του πληθυσμού λόγω ξενιτεμού αλλά και της αστυφιλίας συνέβαλαν στην εξαφάνιση πολλών επαγγελμάτων μετά τον θάνατο των πρωτομαστόρων ή των διδαξάντων το επάγγελμα.

Τέτοια επαγγέλματα ήταν οι τσαγκάρηδες οι οποίοι όχι μόνο έφτιαχναν παπούτσια πολυτελείας αλλά επισκεύαζαν με καινούριες σόλες και φόλες όσα χάλαγαν. Τότε δεν ήταν εύκολο για τους φτωχούς συμπατριώτες να αγοράζουν καινούρια παπούτσια. Έχουμε το γεγονός ότι πολλοί γίνονταν γαμπροί με δανεικά παπούτσια ή αν ήθελαν να πάνε στο ‘Αργος για καμιά δουλειά σοβαρή έπαιρναν δανεικά τα παπούτσια του γείτονα ή του φίλου.

Οι τσαγκάρηδες που δούλεψαν στον Αχλαδόκαμπο ήταν:

 Σταματέλος Παναγιώτης

Στέργιος Κωνσταντής

Σελλής (Νίκος Τσαγκαρονίκας)

Ψυχογιός Ιωάννης (Χαϊδάς)

Μπονώρης Μήτσος

Σελλής Πέτρος (Πετράν)

Αντωνόπουλος Ανδρέας (Μπατζιάκας)

Μαντής Διαμαντής

Λίτσας Ιωάννης

Κούρτης Αριστείδης (Μπαρμπάκος)

Ψυχογιός Γεώργιος (Τσεκούρας)

Παράσχος Πέτρος (Ντούβαλης)

 

Κουρείς


 

Ο κόσμος ήταν πολύς. Τότε τα παλιά χρόνια το κούρεμα των ανδρών τις μεγάλες γιορτές ήταν υποχρεωτικό. Πολλοί κτηνοτρόφοι έρχονταν από τα μαντριά να κουρευτούν, να κάνουν μαζί με τους δικούς τους γιορτή και να ξαναφύγουν. Οι κουρείς είχαν ένα μικρό δωματιάκι με καρέκλα μπαρμπέρικη – καθρέφτη και τον πάγκο με τα χρειαζούμενα. Δεν έλειπε η κολόνια και το μπριγιόλ για μετά το κούρεμα.

Οι κουρείς που δούλεψαν στο χωριό επαγγελματικά ήταν: 

Βασίλειος Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας)

Κων/νος Κάτσουδας (Μπισμπιρίκος)

Χρήστος Αντωνόπουλος (Μπατζιάκας)

Ανδρέας Ντρούλιας

Ιωάννης Σφονδύλης (Μπαρμπέρης)

 

Οργανοπαίκτες


 

Οργανοπαίκτες – Αποκριές στα αλώνια

Το γλέντι ήταν στο αίμα του Αχλαδοκαμπίτη. Σε κάθε εκδήλωση δεν έχανε την ευκαιρία να γλεντήσει, να χορέψει, να τραγουδήσει με όργανα ή και χωρίς. Πολλές φορές σε γιορτές στα σπίτια τραγούδαγαν με το στόμα και δεν ήταν λίγες οι φορές που χόρευαν κιόλας. Στα πανηγύρια, στις απόκριες στα αλώνια ή στου Μπουζντούκου με τη συντροφιά του νταουλιού, της πίπιζας ή του κλαρίνου γλένταγαν όλη νύχτα και το πρωί πήγαιναν στις δουλειές τους ανανεωμένοι και στους γάμους έδιναν το παρόν για να φέρουν τη νύφη και το γαμπρό από τα σπίτια , αλλά και μετά για το γλέντι.

Οργανοπαίκτες είχε πολλούς το χωριό. Πολλοί αυτοδίδακτοι αλλά γνωρίζοντας τον πρακτικό ρυθμό του τραγουδιού. Όργανα όχι πάντα αρίστης ποιότητας. Έβγαζαν όμως νότες σωστές από το στόμα ή το χέρι του Αχλαδοκαμπίτη οργανοπαίκτη. Θα θυμηθούμε μερικούς από αυτούς:

Γεώργιος Κρίγκος (Χατζάρας, Νταούλι)

Αθ. Ψυχογιός (Μαδούρος, μπουζούκι)

Π. Αθανασούλιας (Μπουρτζαφάνας, πίπιζα)

Παναγιώτης Κωστάκης (Ρήγας, κλαρίνο)

Γεώργιος Μερίκας (λαούτο)

Βασ. Αναγνωστόπουλος (Αρνάδας, νταούλι)

Θ. Ψυχογιός (Κουταλιανός, μπουζούκι)

Ιωάννης Γκιγκίλος (κλαρίνο)

Βασίλειος Γκανάς (κλαρίνο)

Ευάγγελος Ντρούλιας (Βαγγέλας, πίπιζα)

Γεώργιος Χρ. Σελλής (Γιωργάλας, πάτζο)

Παν. Αναγνωστόπουλος (Ντάλας, κιθάρα)

Αθαν. Κούρτης (Μπαρμπάκος, κλαρίνο)

Ιωάννης Αλέξης (Αλεξόγιαννης, κλαρίνο)

Αθαν. Ιατρίδης (Καλοθανάσης, βιολί)

Ιωάννης Λίτσας (βιολί)

Μιχάλης Μαντής (μπουζούκι)

 

Αγροφύλακες


 

Οι μεγάλες εκτάσεις της περιοχής Αχλαδοκάμπου τα πολλά αμπέλια και τα πολλά αχλάδια έπρεπε να προστατευτούν από τους άρπαγες, όπως και οι αγροτικές καλλιέργειες και η αυξανόμενη ελαιοκαλλιέργεια. Για το λόγο αυτό ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος διόριζε κοινοτικούς φύλακες οι οποίοι προστάτευαν όλα τα κτήματα και από τους ασυνείδητους κτηνοτρόφους.

Αυτοί πληρώνονταν σε είδος. Δηλαδή κάθε Σεπτέμβρη γύρναγαν στο χωριό και έπαιρναν από τους νοικοκυραίους τα δραγατιάτικα τα οποία ήταν ένα σακούλι ορισμένου βάρους σιτάρι ή αραποσίτι. Αργότερα όταν το κράτος ίδρυσε την Αγροφυλακή το μέτρο σταμάτησε και διορίζονταν μόνιμοι αγροφύλακες οι οποίοι πληρώνονταν από το κράτος. Πολλοί κοινοτικοί δραγάτες διατέλεσαν για λίγο χρόνο γι’ αυτό είναι δύσκολο να καταγραφούν. Άλλοι όμως έκαναν πολλά χρόνια γι’ αυτό παρατίθενται παρακάτω:

Σαράντος Κατσίρης

Σελλής Αθανάσιος (Σκαλιθροθανάσης)

Χρήστος Σελλής (Κοκκινόχρηστος)

Δημήτριος Αναγνωστόπουλος (Μήτρος)

Αυτοί που διορίστηκαν στην Αγροφυλακή και πληρώνονταν από το κράτος ήταν:

Ρουσής Χρήστος

Μπονώρης Γεώργιος

Κούγιας Θεόδωρος (από Ανδρίτσα)

Βασίλειος Κούρτης

Δημήτριος Λάμπρος

Πηγή


  • Αδελφότητα Αχλαδοκαμπιτών «Άγιος Δημήτριος» 1905-2005, «100 Years of Life and Activity», Έκδοση 2005.

 

Διαβάστε ακόμα:

Read Full Post »

«Ενδύεσθαι». Για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 


  

 Η Διοικητική Επιτροπή του Μουσείου Μπενάκη και το Διοικητικό Συμβούλιο του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος σας προσκαλούν την Τρίτη 23 Μαρτίου 2010 και ώρα 8.00 μ.μ. στα εγκαίνια της έκθεσης: 

 «Ενδύεσθαι» 

για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 

  

Η έκθεση βασίζεται στην ενδυματολογική συλλογή του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Βασίλειος Παπαντωνίου», που αποτελείται από μεγάλη γκάμα μουσειακών ενδυμάτων από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αριστουργήματα σχεδιαστών παγκόσμιας εμβέλειας, όπως των Mariano Fortuny, Jeanne Lanvin, Christian Dior, Jean-Paul Gaultier, Issey Miyake κ.ά., αλλά και Ελλήνων σχεδιαστών με διεθνή ακτινοβολία, όπως των Γιάννη Ευαγγελίδη, Jean Dessès, του James Galanos, Γιάννη Τσεκλένη, Σοφίας Κοκοσαλάκη κ.ά.  

Με την παρουσίαση της μοναδικής για τα ελληνικά δεδομένα συλλογής αυτής η έκθεση φιλοδοξεί να αναδείξει την ανάγκη δημιουργίας ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό η έκθεση, πέρα από την παρουσίαση συλλεκτικών ενδυμάτων, θίγει το θέμα των διαφορετικών λειτουργιών του ενδύματος και των διαφορετικών ερμηνειών του από την επιστήμη της ενδυματολογίας. 

  

«Ενδύεσθαι». Για ένα Μουσείο Πολιτισμού του Ενδύματος 

 
 


 

  

Ενδυματολογία είναι η μελέτη των ενδυμάτων από ιστορική, οικονομική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, γεωγραφική και κατασκευαστική σκοπιά. Ένδυμα είναι καθετί με το οποίο σκεπάζουμε το σώμα, ενώ ενδυμασία το σύνολο των εξωτερικών κυρίως ενδυμάτων. Πηγές της ενδυματολογικής έρευνας είναι: τα ενδύματα αυτά καθαυτά, τα γραπτά μνημεία, ο προφορικός λόγος, οι καλλιτεχνικές απεικονίσεις, τα κάθε λογής σχέδια και, τα κάθε είδους φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα. 

Πριν εκατομμύρια χρόνια τα ανθρώπινα όντα λες και βγήκαν από το δοσμένο φυσικό τους περίβλημα για να μεταμορφωθούν σε αφύσικα όντα και να δώσουν  όψη, σε μια υπερφύση, που θα εξέφραζε την αντίληψη του εαυτού τους ως δαιμόνια, ως πνεύματα, ως αγγέλους. (Karl Gröning, “Decorated Skin”, Thames & Hudson Ltd., London, 1997). 

Κάποτε ο άνθρωπος ζωγράφισε το κορμί του για να γίνει ένα με το περιβάλλον και να κρυφτεί σ’ αυτό. Ταυτίστηκε με τ’ άγρια ζώα σκοτώνοντάς τα και μπαίνοντας στο πετσί τους. Όλα αυτά τα εξωράισε και τα μετέτρεψε κάποια στιγμή σε τέχνημα, σε στολίδι. 

Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που με τη δική του απόφαση μπορεί ν’ αλλάξει την όψη του. 

Το θέμα της έκθεσης αφορά το ένδυμα από όλες τις οπτικές γωνίες που θα μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει: 

·  Γιατί ντύθηκε ο άνθρωπος; Πότε έγινε αυτό;
·  Τι έπαιξε ρόλο; Η αιδώς ή ο τονισμός της σεξουαλικότητας; Ο στολισμός ή η προστασία;
·  Τι αναλογεί στον κάθε πολιτισμό; 

Ένα κομμάτι ύφασμα μπορεί να τυλιχτεί με πολλούς τρόπους γύρω από το σώμα. Στην Αρχαία Ελλάδα ο τρόπος που οι γυναίκες κυρίως τύλιγαν αυτό το κομμάτι ύφασμα γύρω από το σώμα τους, εμπνέει ακόμα και σήμερα τα μεγάλα ονόματα στο χώρο της μόδας. 

Κάποια στιγμή αυτό το κομμάτι ύφασμα κόπηκε στο κέντρο, από κει πέρασε το κεφάλι, για να κρεμαστεί ελεύθερα από τους ώμους. Από τη στιγμή εκείνη ανοίχτηκαν χιλιάδες δρόμοι στην κοπή και τελικά τη σύνθεση ενδυμάτων με περισσότερα του ενός κομμάτια υφάσματος. 

Μετά την απογείωση της καλαισθησίας στη δεκαετία του 1930, σήμερα βρισκόμαστε στην υπερβολή του μη φορέσιμου, όπου οι σχεδιαστές μόδας χρησιμοποιούν το σώμα με τον ίδιο τρόπο που ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τον πηλό, το καναβάτσο ή κάποιο άλλο υλικό για να παράγει τέχνη. 

Από τη σωματογραφία,  μέχρι το μη φορέσιμο, σε μία ελεύθερη εγκατάσταση, αυτό πραγματεύεται η έκθεση «ΕΝΔΥΕΣΘΑΙ». Αφορμή για τη δημιουργία ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος. 

 
Ιωάννα Παπαντωνίου
Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος
 

Πρόεδρος ΠΛΙ  

   

Συνέδριο  

 
 


 

Στα πλαίσια της έκθεσης, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα και η Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας οργανώνουν ενδυματολογικό συνέδριο με θέμα:  «Ενδύεσθαι», Ιστορικές, κοινωνιολογικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις. 9-11 Απριλίου 2010, Μουσείο Μπενάκη (Κτήριο οδού Πειραιώς). 

Το ένδυμα είναι μια μορφή έκφρασης που χαρακτηρίζει και ταυτόχρονα προσδιορίζει πρόσωπα, τόπους, κοινωνικές ομάδες, τρόπους σκέψης, χρονικές περιόδους, θρησκείες, πολιτισμούς ακόμη και εθνότητες.  

Στόχος του Συνεδρίου είναι η διερεύνηση των πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ενδυμασίας τόσο από άποψη ιστορική και καλλιτεχνική όσο και ψυχολογική και κοινωνική. 
Ως επιμέρους θεματικές του συνεδρίου έχουν ορισθεί οι ακόλουθες:  

1. Ιστορία του ενδύματος 
Ειδικές αναφορές στην ιστορία του ενδύματος, πηγές της ενδυματολογικής έρευνας. 
2. Κοινωνιολογία του ενδύματος 
Μόδα και ιδεολογία, ένδυμα και σημειολογία, ενδυματολογία και ταυτότητα, το ένδυμα ως διακριτικό στοιχείο ηλικίας, καταγωγής / προέλευσης, κοινωνικής τάξης, θρησκείας, σωματογραφία και σωματική μόδα (body art), κ.λπ. 
3. Αναθεωρήσεις και νέες προσεγγίσεις 
Θεωρητικές και εννοιολογικές τοποθετήσεις ως προς την ενδυματολογία, μεθοδολογικές προσεγγίσεις, διδακτική της ενδυματολογίας.  

Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου, τηλ. 210 3453111

Read Full Post »

Δαγρές Γιαννάκος (Λαογραφικά της Αργολίδος)


 

 

Το κείμενο δανειστήκαμε από το βιβλίο του Δημοσιογράφου Κώστα Δ. Σεραφείμ « Λαογραφικά της Αργολίδος».

  

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 η Καρυά ανέδειξε πολλά παλληκάρια με αρχηγό τον Γιαννάκο Δαγρέ του οποίου το σπίτι δεν σώζεται παρά μόνο η γνωστή τοποθεσία. Ο Γιαννάκος Δαγρές γιός του Γεωργίου Δαγρέ μετά τον θάνατο του πατέρα του αναλαμβάνει το αρματωλίκι του Αρτεμισίου. Συνεδέθη διά στενής φιλίας μετά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τον οποίον  ακολουθούσε σε διάφορες ασκήσεις, αναγνωρίσεις εδάφους, ενέδρες, συμπλοκές με τους αλλαξοπίστους Αλβανούς και σε διάφορες άλλες επιχειρήσεις.

Από όλους είχαν αναγνωρισθεί οι ικανότητες και η μεγάλη αξία του Γιαννάκου Δαγρέ. Όταν ο Κεχαγιά- Μπέης κατέβηκε στο Άργος για να περάσει προς την Τρίπολι  ο Δαγρές με τα παλικάρια του έσωσε τα γυναικόπαιδα από βέβαια σφαγή  όταν έντρομα  έτρεχαν προς τα ριζώματα της Άκοβας και του Βρουστίου γα να κρυφτούν.

Όταν ο Κεχαγιά – Μπέης φθάνει στην Τρίπολι  ο Δαγρές τον ακολουθεί. Εκεί δεν περιωρίζεται μόνο σε μικροσυμπλοκές για τρόφιμα και άλογα αλλά αναμειγνύεται και στις πλέον επικίνδυνες ενέδρες εναντίον των Τούρκων.  Σε μια ενέδρα φονεύει τον Αλήμπεη και σώζει τον Αρχιμανδρίτη Αθανασόπουλον.

Επρωτοστάτησε με υπόδειξη του Κολοκοτρώνη στην κατασκευή της περιωνύμου τάφρου της «γράνας» και έλαβε μέρος στην μάχη αυτής. Δέχεται όμως αιφνιδιαστική επίθεση από τον Κεχαγιά – Μπέη παρά την Κανίστρα που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του Χτενιά. Με αντεπίθεση όμως ο Δαγρές τον υποχρεώνει να γυρίσει πίσω και να υποστεί την συμφορά της γράνας.

Η παράδοση αναφέρει ότι περικυκλομένος ο Δαγρές καταφεύγει σε κρύπτη του βουνού για να  μην συλληφθεί ζωντανός από τους Τούρκους. Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την είσοδον διότι σε απόπειρα καθόδου των επί της κρύπτης σημαδεύονται ευστόχως και καλύπτουν την είσοδον με πτώματα. Τότε συλλαμβάνουν το σχέδιο να ρίξουν μέσα στην κρύπτη τις αναμμένες κάπες τους για να πεθάνει από ασφυξία. Βλέποντας όμως τη φωτιά ο Κολοκοτρώνης σπεύδει και ελευθερώνει αυτόν.

Πρίν της απελευθερώσεώς του προηγήθη μια συζήτηση  του Δαγρέ με τους Τούρκους η οποία έχει αποθανατιστεί στο τραγούδι:

«εχτές, προχθές που πέρναγα στα κλέφτικα λημέρια άκουσα αναστεναγμούς κι’ αντρίκια μοιρολόγια. Ποιος νάταν που βλαστήμαγε κι’ έχυνε μαύρα δάκρυα; Οι Τούρκοι τον φωνάζανε και τον παρακαλούσαν.

Έβγα Δαγρέ προσκύνησε και δός μας τ’ άρματά σου, να περπατάς ελεύθερος Τούρκος μη σε πειράζει. Μα μήπως είμαι νιόπαντρος νύφη να προσκυνήσω; Είμαι ο καπετάν Δαγρές είμαι ο Βλαχοκαρυώτης. Το Θοδωράκη καρτερώ και θα σας πολεμήσω. Ακόμα ο λόγος έστεκε και συνεχειά κρατιώταν Κολοκοτρώνης έφθασε και το Γιαννάκο κράζει. Πούσε Γιαννάκο βρ’ αδελφέ βρέ καπετάνιε;

Ποιος είσαι εσύ που μου μιλάς εσύ που μου φωνάζεις; Γιαννάκο δε με γνώρισες που είμαι ο Κολοκοτρώνης; Αν είσαι συ ο Θοδωρής, είσαι ο Κολοκοτρώνης δείξε σημάδια μυστικά άλλος να μη γνωρίζει, ιδές την ταμπακέρα μου την φούντα του φεσιού μου».

Ο Δαγρές είχε και ένα πρωτοπαλίκαρο τον Καραντζούλη ή Σκούληκα. Στο θάνατο του οποίου αναφέρεται το εξής τραγούδι; «Κλάφτε κλαριά κλάφτε δεντριά το Γιώργη Σκούληκα το Γιώργηκαραντζούλη που ήταν και κάτω στη γλυκειά βρύση με τρεις κανάλους. Μα κι’ ο Δαγρές του φώναξε κι’ ο Δαγρές του λέγει: Γιώργη μου κάτσε φρόνημα. Γιώργη μου κάτσε χάμου. Γιώργη μου μη φαντάζεσαι πως έχεις φυλαχτάρι».

Κατά το έτος 1826 πέρασε από το χωριό το μήνα Ιούλιο μέρος του στρατού του Ιμπραήμ. Οι κάτοικοι έφυγαν από το χωριό ενώ αυτός επυρπόλισε μερικές οικίες, εφόνευσε μερικούς γέροντες που έμειναν στο χωριό και τον ιερομόναχον από τα Τσιπιανά.

Τότε εφόνευσαν και την ωραία Κατερίνα Μουρτοπούλου, λεχώνα με το μικρό της. Περί αυτής η παράδοση λέγει ότι να την πάρουν αιχμάλωτη, αλλά επειδή αρνήθηκε και αντεστάθη την φόνευσαν. Σώζεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

«Νάταν ημέρα βροχερή μωρ’ Κατερίνα μωρ’ Μουρτοπούλα κι η νύχτα χιονισμένη που κίνησε ο Μπραΐμ πασάς από την Αλεξάνδρα ή από το Ναυαρίνο. Και  τρεις κολώνες γίνηκαν και οι τρεις φαρμακωμένες. Η μιά πηγαίνει απ’ το Λουκά κι’ άλλη από τις πόρτες κι’ η Τρίτη η χειρότερη απ’ την Καρυά πηγαίνει.

Μα παίρνει στάνες πρόβατα και βουρκολούς γελάδια, και παίρνει και μια νιόπαντρη τριών ημερών λεχώνα. Μπροστά την πάν δεν περπατεί πίσω την βάλουν στέκει. Κι’ ένα μικρό Μπεόπουλο την κρυφοκουβεντιάζει, νυφούλα για δεν περπατάς δεν πας κοντά στους άλλους; Μη σε βαραίνουν τα φλωριά, μη σε βαραίνει η φούντα; Δεν με βαραίνουν τα φλωριά δεν με βαραίνει η φούντα μα με βαραίνει το παιδί που άφησα στην κούνια. Της κούνιας επαρήγγειλε της κούνιας παραγγέλει, κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια μου λύστο δέστο. Μα μήπως είμαι η μάννα του για να το μεγαλώσω;»

  

Κώστας Δ. Σεραφείμ

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία του Συγγραφέα).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αργείτικη αποκριά


 

Ένα χρονογράφημα του Κώστα Δανούση στην Εφημερίδα Αναγέννηση (τ.326/1995. Άργος).

 

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

Διέφερε η αργείτικη αποκριά απ’ εκείνη άλλων πελοποννησιακών και ευρύτερα ελληνικών πόλεων; Φαίνεται πως η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική, αφού η εντοπιζόμενες ιδιαιτερότητες δεν αρκούν για να τη διαφοροποιήσουν ουσιαστικά. Υπάρχει όμως μια μαρτυρία του Π. Τημελή, που η αξιοπιστία της δεν έχει διασταυρωθεί, σύμφωνα με την οποία “οι χοροί του Άργους κατά πολύ διαφέρουσι ως προς τον ρυθμόν και τον τρόπον καθ’ ον διεξάγονται. Οι ενταύθα χοροί δεν ομοιάζουσι προς τους των Μεγάρων, της Ελευσίνος, των χωρίων της Αττικής και εν γένει προς όλους τους χορούς”.

Ενώ στην εκκλησιαστική παράδοση «Απόκρεω» καλείται η προτελευταία πριν τη Καθαρή  Δευτέρα Κυριακή, εντούτοις επεκράτησε να ονομάζονται «Αποκριές» και οι τρεις εβδομάδες πριν απ’ αυτήν, δηλαδή πριν τη νηστεία του Πάσχα. Οι απόκριες αρχίζουν την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, κατά την οποία «άρχεται το Τριώδιον». Και αυτό επειδή από τη μέρα αυτή – και μέχρι το Μ. Σάββατο – αρχίζει στην εκκλησία η χρήση του Τριωδίου, του λειτουργικού βιβλίου που ονομάσθηκε έτσι γιατί για κάθε γιορτή περιέχει αρχικά τρεις ωδές.

Στο Άργος, όπως και σ’ όλη την ελληνική επαρχία, ο λαός γιόρταζε την περίοδο αυτή με ευθυμία, τραγούδια, χορούς, μεταμφιέσεις και οικογενειακές και φιλικές συνεστιάσεις. Η πρώτη εβδομάδα ονομαζόταν και «α(μ)πολυτή», γιατί καταλύονταν και η Τετάρτη και η Παρασκευή. Τις πρώτες μέρες της εβδομάδας αυτής σφάζονταν συνήθως οι οικόσιτοι χοίροι, η σφαγή και προετοιμασία των οποίων αποτελούσε μια μικρή τελετή πολλές φορές με συγκεκριμένο τυπικό.

Η επόμενη εβδομάδα, που αρχίζει  με την Κυριακή  του Ασώτου,  ονομαζόταν «Κρεατινή» και ήταν η  κατ’ εξοχήν εβδομάδα, της  Αποκριάς. Κορύφωση της η Τσικνοπέμπτη.  

Τέλος η τρίτη εβδομάδα, την Κυριακή των Απόκρεω, ονομαζόταν “Τυρινή”, καθόσον κατ’ αυτήν δεν  έτρωγαν(;) κρέας αλλά αυγά, γιαούρτι, τυρί και φτιαχτά μακαρόνια (λευκή νηστεία). Τα τελευταία, διανθισμένα με τις «γκόκες» (τυλιγμένα μικρά τεμάχια ζύμης), πασπαλισμένα με τριμμένη μυζήθρα και ζεματισμένα με βούτυρο ή λάδι, ήσαν το αντιπροσωπευτικό πιάτο της εβδομάδας αυτής. Με το τελευταίο δείπνο των αποκριών  (της Τυρινής) συνδέονταν διάφορες προλήψεις και δεισιδαιμονίες (φτερνίσματα, λευκή λαμπρή, ωομαντεία κ.α.).

Στο Άργος το  βράδυ τα κορίτσια έπαιρναν κρυφά από το βραδινό τραπέζι ένα μακαρόνι και το έβαζαν  κάτω από το μαξιλάρι τους λέγοντας » όποιος είναι της μοίρας μου  και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», προσμένοντας φυσικά την εμφάνιση του νυμφίου στο όνειρο τους. Το τραπέζι έμενε ασήκωτο με τα φαγητά που περίσσευαν, για να ‘ρθουν να φάνε οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού.

Η περίοδος των αποκριών, όπως και η αρχαιοελληνική προκάτοχος της, ήταν στενά δεμένη με τη  λατρεία των νεκρών. Έτσι τα Ψυχοσάββατα κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο με κόλλυβα στολισμένο – συνήθως σε σχήμα σταυρού- με σπόρους ροδιού, σταφίδες (ξανθές και μαύρες) και ζάχαρι που συνοδευόταν από το ψυχοκέρι ( δέσμη νημάτων εμποτισμένων σε λιωμένο κερί).

Την Καθαρή Δευτέρα ήταν  το αποκορύφωμα των εορταστικών εκδηλώσεων της αποκριάς. Οι λαγάνες, τα  σαρακοστιανά και η περίφημη φάβα του «Νταούτσου» (γνωστότατου μπακάλη στην οδό Τσώκρη)  είχαν την τιμητική τους. Η ευθυμία, οι χοροί και οι μεταμφιέσεις έκαναν το Άργος πόλο έλξης για τους κατοίκους των γύρω χωριών και του Ναυπλίου, σε τέτοιο σημείο ώστε σχεδόν να διπλασιάζεται ο πληθυσμός του.

Η μέρα αυτή με τις συνήθεις παραβιάσεις της νηστείας (ο λαός ευφυώς σύνδεσε  το «Καθαρή» με το καθάρισμα των υπολοίπων εδεσμάτων της προηγούμενης εβδομάδας), τα άσεμνα άσματα, τα υπονοούμενα φαλλικών παραστάσεων ( πράσα, μεγάλα γουλιά, αγγινάρες, κ.α.) αλλά και της «χαρούμενες» απειλές ομάδων μασκαράδων, με ψαλίδια στα χέρια, ότι θα προβούν στην κουρά («ξεγούλιασμα») απόκρυφων σημείων των γυναικών, κάθε άλλο παρά – κατά την άποψη της Εκκλησίας – καθαρή ήταν.

Οι χοροί και οι μεταμφιέσεις ήσαν τα πλέον αντιπροσωπευτικά στοιχεία της αποκριάς. Χοροί βέβαια στο παλιό Άργος, τουλάχιστον ως τα τέλη του ΙΘ’ αιώνα δε γίνονταν μόνον τις αποκριές αλλά και τα Χριστούγεννα, του Αγίου Βασιλείου, τις μεγάλες γιορτές και το Πάσχα, κατά το οποίο γίνονταν οι «σοβαρότεροι πανηγυρική χοροί«.

Το νταούλι έδινε το σύνθημα για το ξεφάντωμα. «Με την πρώτη ημέρα του Τριωδίου» , γράφει ο Ίδμων ( Γ. Λογοθέτης), «το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Κραβασαρά  και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του και ακούραστο δεν σταματάει πειά καμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου του Βάκχους της αποκρηάς…., από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς!  Κι όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός».

 

Πρόσκληση για το χορό του Μουσικού Ομίλου Άργους το 1946. Αρχείο, Νίκου Πετρόπουλου.

 

 

Νταούλι λοιπόν και καλάμι (φλογέρα) σε μόνιμη περιοδεία ανά της γειτονιές της πόλης. Αργότερα θα προστεθούν και άλλα όργανα, κλαρίνα, λατέρνες, καθώς και τμήματα της μαντολινάτας της «Νέας Ζωής« τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου. Οι παλαιότεροι θυμούνται τον περίφημο κλαρινιτζή Φέκα που άκμασε από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως το Μεσοπόλεμο.

Οι χοροί αναρίθμητοι. «Εξέρχεται της οικίας σου και  εν αυτή σου τη συνοικία «, γράφει ο Π. Τημελής, εις δύο και τρεις χοροί εστημένοι. Τον μόνιμον πυρήνα εκάστου  χορού αποτελούσιν αι νεανίδες της συνοικίας, αίτινες ποικίλουσι κατά την ηλικίαν, το κάλλος, το ένδυμα και την κοινωνικήν τάξιν… Προβαίνεις περαιτέρω και έχεις  ενώπιον σου  τα αυτά. Περιέρχεσαι τέλος όλον το Άργος και συναντάς περί τους εκατόν τοιούτους χορούς».

Στις αρχές του αιώνα μας, το 1902, φαίνεται πως οι χοροί μειώθηκαν αισθητά. Η εφημερίδα «Μυκήναι»  γράφει πως  «χοροί  όμως δεν γίνονται όπως εγένοντο. Κάθε πέρυσι και καλήτερα. Κινδυνεύει να σβήσει το ωραίον αυτό και μεγαλοπρεπές έθιμον των πανηγυρικών ελληνικών χορών… Συγκριτικώς όμως οι μεγαλύτεροι και ωραιότεροι χοροί έγειναν εφέτος ένας εις του Καρμίρη, ο άλλος εις του Ανατολίτη και ο τρίτος και ο  τρίτος εις την πλατεία του Πηττά. Μερικοί όμως μικρότεροι χοροί είχον ωραιοτέρας χορευτρίας».

Η παράδοση εκτός απ’ εκείνους της πλατείας του Αγίου Πέτρου, διέσωσε χορούς:

  •  Στην απλά του Ξεριά, εκεί που σήμερα έχει κτισθεί ο ναός του Αγίου Νικολάου (αλώνι του Σμυρνιωτάκη, κ.α.).
  • Στην «Κουνουπίτσα» , έξω από του Αθανασάκου (στην οδό Ινάχου).
  • Στα Ταμπάκικα (συμβολή οδών Φείδωνος και Θεάτρου), έξω από την ταβέρνα του Κορομίχη.
  • Στου Μαρίνου (την ταβέρνα που κάηκε σχετικά πρόσφατα), παρά το πηγάδι του Δημοβάση  (παρά τη συμβολή οδών Ηρακλέους και Διομήδους).
  • Στα αλώνια του Πούλου, στο δρόμο για τις Πορτίτσες ( προς τον αυχένα Δειράδας), και
  • Στα Γεφύρια, έξω από την περίφημη ταβέρνα του Παρασκευά. Ο χορός στα γεφύρια ήταν από τους ξεχωριστούς χορούς της πόλης.

Οπωσδήποτε χοροί γίνονταν και σε άλλα σημεία της πόλης. Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς οι περισσότεροι χοροί των συνοικιών συγκεντρώνονταν στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, όπου το κέφι έφτανε στο απόγειό του.

Στο χορό έδινε το παρόν και ο Δήμαρχος της πόλης Κωστής Μπόμπος (1928 – 1941, 1945 – 1950) άδοντας το προσφιλές του Τουμπουρλού μωρή το σαλβάρι σου / Και το άσπρο το ποδάρι σου / είδα ΄γώ της Άκοβας τη βρύση.

Ο Παναγιώτης Δ. Σεφερλής, που στις αρχές του αιώνα κατέγραψε πολλά δημοτικά τραγούδια της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής της, αναφερόμενος  σ’ αυτά γράφει:»

«και τα μεν δια γραμμάτων ΒΧ επισημειούμενα έγραψα καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας Βασιλικής Χρυσικοπούλου, μαίας, πάντα δε τα υπόλοιπα ήκουσα εις τους δημοσίους χορούς, οι οποίοι γίνονται εις όλας τας συνοικίας του Άργους κατά τας Κυριακάς των Αποκρέω. Τους χορούς αυτούς,συρτούς πάντοτε, απαρτίζουν επί το πλείστον κόραι άδουσαι συγχρόνως, λαμβάνουσι όμως μέρος είς αυτούς και ύπανδροι γυναίκες οι δε άνδρες και οι νέοι περιερχόμενοι τας συνοικίας βλέπουν τους χορούς και συμμετέχουν αυτών “σέρνουν τον χορόν» τιθέμενοι επικεφαλής των χορευτριών κατ’ έθιμον δε επικρατούν, ουδείς θεωρεί ότι προσβάλλεται το φιλότιμόν του εάν μόλις αρχίση να σύρη τον χορόν και προτού κάμη έναν ολόκληρον γύρον μετά των χορευτριών άλλος χορευτής έλθη και τεθή επικεφαλής του χορού…” Άλλη όμως είναι η καταγραφή του Γ. Λογοθέτη (Ίδμωνος), ο οποίος αναφέρει ρητά “Αλίμονο σ’ εκείνον που θα τον κόψη ( τον επικεφαλής του χορού) πριν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες».

Αποκριάτικος χορός στην αίθουσα Θηβαίου, δεκαετία 1960.

Ο ευσεβιστής ( Μακρακιστής) της εποχής εκείνης Π. Τημελής μας πληροφορεί, ότι, εκτός από τα γνωστά αποκριάτικα τραγούδια, χορευτές και χορεύτριες απήγγελαν εναλλάξ δίστιχα. “Λαμβάνομεν δε εκ της μνήμης”, γράφει, “και δίστιχα τινά εκ των αναριθμήτων, ίνα δ’ αυτών ( ως όνυχος) κατανοήσωμεν οποίον πνεύμα διήκει εν τοις χοροίς τούτοις και τα οποία τα εκ τούτου ολέθρια αποτελέσματα:

 Περνάς και δε μας χαιρετάς, βαριέσσα να μιλήσης,

Δυο λόγια απ’ τ’ αχειλάκι σου, να μας παρηγορήσης.

***

Αναστεναγμοί μ’ ως πότε

την καρδούλα μου θα τρώτε.

***

 Ο έρωτας δεν είν’ ανθί να μαραθή, να πέση

παρά ‘ναι βάτος και κλαδί  κι αλοίμον’ όπου μπλέξη.

 ***

Έρωτα πανάθεμά ‘σαι

τυραννείς και δε λυπάσαι”.

 

Ένα από τα πλέον προσφιλή αποκριάτικα τραγούδια του Άργους είναι  “Στης Άκοβας τη βρύση”:

 

Τουμπουρλού μωρή

 Το σαλβάρι σου

κι από μακριά είδα το ποδάρι σου,

άσπρο ποδάρι που ‘δα ‘γώ

 στης Άκοβας τη βρύση

λιγοθυμιά με βάρεσε

ώσπου να ξερυπήσει

ωχ αλίμονο και πάλι

 πάρε μου – το το κεφάλι,

ωχ αλίμονο και τόσο

πάρέμε με να γλυτώσω

 

Παράλληλα με τους συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς αστικής συγκρότησης της πόλης επέρχονται και αλλαγές στους χορούς· και στον τρόπο διασκέδασης γενικότερα. Έτσι ταυτόχρονα με τις κραυγές των ευσεβιστών για τα ολέθρια”  αποτελέσματα των χορών παρατηρείται στο χώρο  της αστικής τάξης μια προοδευτικά ενισχυόμενη τάση προτίμησης ευρωπαϊκών σε βάρος των εθνικών χορών.

“Νομίζουν αι υπερφονούσαι δεσπινίδες και μερικοί γονείς” γράφει η εφημερίδα“ Μυκήναι” το 1902, ότι οι ηθικότατοι και αγνότατοι αυτοί χοροί είναι χυδαίοι!! Μάθετε λοιπόν, ω αγαθαί, ότι αυτός είναι ο εθνικός μας χορός, ότι  αν είναι άτεχνος είναι διότι δεν τον φέρομεν εις την πρόοδον αλλ’ απεναντίας τον παραιτούμεν, ότι αντιθέτως οι μέν ελληνικοί χοροί είναι οι λαμπρότεροι και υπέρ της ηθικής και της αγνότητος οι δε ευρωπαϊκοί είναι επίτηδες ανήθικοι και τεχνική μέθοδος προς διαφθοράν”.

Η αστική τάξη της πόλης από τα χρόνια του Μεσοπολέμου άρχισε να διοργανώνει χορούς  σε σπίτια αλλά και στο καφενείο του Θηβαίου. Ακολούθησαν το εστιατόριο Σαγκανά και το καφενείο “Ηραίον”. Σ’ αυτό καθοριστική θα είναι η συμβολή τηςΝέας Ζωής”, του “ΜΟΑ” και άλλων μουσικών σωματείων. Με το πέρασμα του χρόνου  ο αστικός τρόπος διασκέδασης  θα επικρατήσει και οι χοροί  των συνοικιών θα σβήσουν τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια.

Αποκριές 1964. Σε πρώτο πλάνο ο Κώστας Πετρόπουλος χορεύει με τη σύζυγό του Δήμητρα, στην αίθουσα Θηβαίου. Αρχείο, Νίκου Πετρόπουλου.

Οι μεταμφιέσεις, οι μασκαράδες, ήσαν αναπόσπαστο στοιχείο της αργείτικης αποκριάς. Οι άνδρες ντύνονταν γυναίκες και το αντίστροφο. Ποικίλα εφευρήματα επιστρατεύονταν για την επιτυχημένη μεταμφίεση χωρίς αυτό να αποκλείει και τα πλέον πρωτόγονα: τη μουτζούρα από τα τσουκάλια, το φούμο, το λουλάκι αλλά και τη φάβα. Συνεχεία παλαιοτέρων εθίμων, που απαιτούσαν οι μεταμφιέσεις  να έχουν και εθνικές αναφορές, ήσαν και οι φουστανελοφόροι. Χασάπηδες κυρίως, που ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι Μαρλαγκούτσοι, ντυμένοι με φουστανέλες γύριζαν από χορό σε χορό, πεζοί ή καβαλάρηδες σε άλογα.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφιπποι έμπαιναν στου Θηβαίου ή στου Σαγκανά, σκορπίζοντας νότες άκρας ευθυμίας. Σούστες, αραμπάδες και κάρα επιστρατεύονταν στο αποκριάτικο ξεφάντωμα. Τα τελευταία μάλιστα, για  να ταιριάζουν με το τρελό πνεύμα των ημερών, τα γύριζαν ανάποδα, βγάζοντας τον πείρο της ανατροπής. Οι φωτιές ή τα αναμμένα δεμάτια κλαδιά που έσερναν τα κάρα, τα φαλλικά σύμβολα, οι άσεμνες χειρονομίες και τα τολμηρά άσματα συμπλήρωναν τον οργιαστικό χαρακτήρα των ημερών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα περισσότερα αποκριάτικα τραγούδια είχαν σεξουαλικά υπονοούμενα. Ακόμη και το προσφιλέστατο «Λεμονάκι μυρουδάτο», μιλώντας· για την καταγωγή του παλικαριού τραγουδάει:

 

Του σειστή του λυγιστή ‘μαι

του ταβερνογυριστή ‘μαι

που γυρίζει τις ταβέρνες

και φιλεί τις παντρεμέναις

που στραγγίζει τις κανάταις

και φιλεί τις μαυρομάταις

που γυρίζει τα σοκκάκια

 και φιλεί τα κοριτσάκια

 και τους πιάνει τα βυζάκια.

 

Στις αρχές του αιώνα έκανε την εμφάνισή του στην πόλη και ο χαρτοπόλεμος. “Το ωραίον το παίγνιον του  χαρτοπολέμου”, γράφει η εφημερίδα «Μυκήναι», «εγενικεύθη και ενταύθα τόσον πολύ, ώστε δεν έμεινε νέος ή νέα, μικρός ή μεγάλος, όστις να μην έρρανε και να μη ερράνθη δια του ανθοειδούς τούτου ράσματος. Ωραίαν μάλιστα ευκαρίαν και αφορμήν ευρίσκουσι δια τούτου οι γυναικοθήρες…«

Αποκριάτικος χορός στην αίθουσα Θηβαίου, Πλατεία Αγίου Πέτρου.

Αυτή ήταν αργείτικη αποκριά. Περίοδος ξεφάντωσης αλλά και στενής συναναστροφής των ανθρώπων. Οπωσδήποτε η καταγραφή μας είναι πρόχειρη. Αξίζει όμως τον κόπο τα έθιμα της αποκριάς στον τόπο μας να απολέσουν αντικείμενο εμβριθέστερης μελέτης κα ελπίζουμε αυτό να μην αργήσει.

  

Βιβλιογραφία:


  • Π. Τημελή, «Αι αποκρέω και οι χοροί του Άργους », εφημερίδα Αγαμέμνων, αρ. φ. 21/1889, σ. 2.
  • «Αποκριάτικα», εφημερίδα Μυκήναι, αρ. φ. 46/1902, σ. 2.
  • Παναγ. Δ. Σεφερλή, «Τραγούδια της Αιγίνης, του Άργους άλλων τόπων», λαογραφία, Δ’ (1913), σσ. 12 – 13.
  • Σεραφείμ Κώστα, «Λαογραφικά Αργολίδος», Αθήνα 1981, σσ. 266 – 274.
  • Γεωργίου Χρ. Θωμόπουλου (Έρασμου), «Αφιέρωμα …», Άργος 1994, σσ. 137 – 140.

 

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας  – Αγγελική  Χατζημιχάλη


  

Η Αγγελική Χατζημιχάλη, η μάνα της ελληνικής λαογραφίας, ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα οπού   οι γνήσιοι, απλοί άνθρωποι της υπαίθρου την αγκαλιάζουν και της προσφέρουν την καθημερινότητά τους, της ανοίγουν τη ζωή τους στα μάτια της με τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο παρασκευής ή κατασκευής από φαγητά, γλυκά, υφαντά μέχρι ξυλόγλυπτα, ασημικά, κεραμικά…  στο παρακάτω άρθρο μας περιγράφει με ζωντάνια την φορεσιά της  Αργολιδοκορινθίας.

 

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ξαπλώνονταν σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά του νομού αυτού. Ο μεγάλος αυτός νομός που αρχίζει από την Περαχώρα, έχει δηλ. βορεινά τα Γεράνια όρη και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, δυτικά τα βουνά της Κυλλήνης ( Ζήρειας ), νότια τα βουνά του Αρτεμισίου και τον Αργολικό κόλπο, ανατολικά την χερσόνησο της Ερμιονίδος επί του Σαρωνικού κόλπου και φθάνει μέχρι του ισθμού της Κορίνθου, είχε μια κοινή φορεσιά. Στη μεγάλη αυτή περιοχή επικρατούσε η γνωστή φορεσιά με το σιγκούνι με παραλλαγές μονάχα στα κεντήματα που είχαν στο ποκάμισο, ο τζάκος, η τραχηλιά, η ποδιά. Τα κεντήματα αυτά γινωμένα όλα με μετάξια διακρίνονταν για τον πλούτο, την ιδιομορφία, και την ποικιλία τους. Δημιούργημα της ορεινής Κορινθίας ήταν γνωστά με την ονομασία ως κεντήματα της Στυμφαλίας, της πασίγνωστης από την αρχαιότητα θρυλικής λίμνης η οποία μαζί με την κοιλάδα του Φενεού αποτελούσαν το μεγαλύτερον και ευφορώτερον υψίπεδον της Ζήρειας.

Τα κεντήματα που επικρατούσαν σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία θεωρούνται από τα εκλεκτότερα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Έχουν παλιότατη παράδοση σε διακοσμητικά γεωμετρικά θέματα, τεχνοτροπία, χρωματισμούς και ιδιότυπη τεχνική μέθοδο. Είναι όλα μετρητά. Γίνονται δηλ. μετρώντας τις κλωστές του υφάσματος. Για τα κεντήματα αυτά απαιτείται να γίνει κάποτε εκτενής και λεπτομερής μελέτη.

Η φορεσιά διακρίνονταν σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική. Τα τμήματά της μοιάζουν με τα τμήματα των στολών της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας κλπ. Όπως και σε κείνες έτσι και σ’ αυτή κύριο τμήμα τους είναι το σιγκούνι που δεν αποχωρίζονταν ποτέ οι γυναίκες ακόμη και στον ύπνο τους. Το θεωρούσαν ντροπή να δεί ο άντρας γυναίκα χωρίς σιγκούνι.

Η καθημερινή φορεσιά είχε διαφορά από την γιορτινή και τη νυφική κυρίως στα κεντήματα. Η καθημερινή ήταν εντελώς σκέτη και είχε ολίγα ή και ελάχιστα κεντήματα, ενώ η γιορτινή και η νυφική είχαν πολλά μεταξωτά κεντίδια σε όλα τα τμήματά τους. Μόνες τους οι γυναίκες γνέθαν το μπαμπάκι, ύφαιναν τα υφάσματα και μόνες τους τα κεντούσαν.

Τα μπαμπάκια τα παίρνανε από το Άργος και τα γνέθανε μαζεμένες καμιά δεκαριά μαζί τα βράδια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι. Μετάξια δεν βγάζαν όλες οι οικογένειες. Οι πλουσιώτερες τρέφανε μεταξοσκώληκες και αυτές δίνανε στις άλλες όσα κουκούλια χρειάζονταν. Οι ίδιες κατεργάζονταν το μετάξι και το γνέθανε μόνες ρόκα – αδράχτι δηλ. στριμμένο ίσια, λεπτό, κατάλληλο για κέντημα. Ύστερα το βάφανε με διάφορα χρώματα. Για το ποκάμισο και την ποδιά προτιμούσαν το καφετί και το μαύρο και κάπου κάπου βάζανε μερικά τμήματα από κέντημα γινωμένο άλλοτε με κόκκινο άλλοτε με γαλάζιο ή κίτρινο χρώμα. Γι’ αυτό γενικός χρωματισμός σε όλα τους σχεδόν τα ποκάμισα είναι το καφετί ή το μαύρο που ποικίλλονται σποραδικά με τα λίγα παραπάνω χρώματα που αναφέραμε.

Η τραχηλιά όμως είχε άλλοτε αυστηρούς και άλλοτε ζωηρούς χρωματισμούς. Στην περιοχή της Στυμφαλίας και του Φενεού σε όλη την ψηλή περιφέρεια της Ζήρειας ήταν καφετιά σκούρα, ενώ σε όλα τα πεδινά μέρη, στο Άργος, στην Νεμέα, στην Επίδαυρο επικρατούσε το κόκκινο χτυπητό χρώμα.

Τη φορεσιά αποτελούν: Το μισοφόρι, το ποκάμισο, ο μπούστος, ο ονομαζόμενος διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι ή η σιαγκούνα, το γιουρντί, η τραχηλιά, το ζωνάρι, η ποδιά.

 

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

 

Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από το τσεμπέρι, τη μαντήλια και τη μπόλια ή το μεσάλι. Τα κοσμήματα είναι: Οι αλυσίδες ή τα λεντίκια, η καδένα με τον σταυρό, τα καρφιτσάλια (οι καρφίτσες), τα πετάλια (βραχιόλια). Γενικά τα κοσμήματα είναι παρόμοια με τα γνωστά στις φορεσιές της Αττικοβοιωτίας, και σε όλες τις φορεσιές με το σιγκούνι, κλπ. Όπως π.χ. οι αλυσίδες, η καδένα με τον σταυρό (εικ. 9), είναι αλυσίδες διάφορες με στρογγυλές πλάκες και ιδιότυπα σχέδια ( ο σταυρός, η Παναγία και πολλά άλλα) ή με τα κρεμασμένα νομίσματα και παράδες, τ’ άσπρα.

Το μισοφόρι, που βάζουνε πρώτο πρώτο είναι το εσωτερικό πουκάμισο. Μαλομπάμπακο, είχε φύλλα φαρδιά και λοξά και χρώμα ολόλευκο. Το στιμόνι γινωμένο με μπαμπάκι το γνέθαν ίσια στ’ αδράχτι για να είναι καλά στριμμένο και το μάλλινο υφάδι δρούγα στ’ αδράχτι για να είναι να είναι απαλό. Το σχήμα του ήταν όμοιο με το ποκάμισο και δεν είχε κανένα στολισμό. Το ποκάμισο, παλιότερα ήταν μακρύ. Γινόταν από χοντρό μπαμπακερό χειρίσιο ύφασμα του αργαλειού. Λεγόταν κοντό, γιατί δεν είχε μανίκια όπως δεν είχαν τα άλλα ποκάμισα της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας κλπ. Αργότερα όμως άρχισαν να βάζουν κεντητά μανίκια για ν’ αποφεύγουν τα κατωμάνικα. Στο ποδόγυρο και στα μανίκια το ποκάμισο είχε λιγώτερα ή περισσότερα κεντήματα ανάλογα με τον προορισμό του, καθημερινό, γιορτινό, νυφιάτικο. Εξαιρετικό ποκάμισο ήταν το νυφικό διακοσμημένο μπροστά με μακριές όρθιες ταινίες – κολόνες, που φθάναν έως τη μέση, και λεγόταν κολονάτο. Είχε όμως και άλλες όρθιες ταινίες ολόγυρα μικρότερες. Αλλά και στ’ άλλα ποκάμισα βάζαν κεντήματα ιδιότυπα και μοναδικά στο είδος τους των οποίων δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα ονόματα των σχεδίων.

Στα εξαιρετικά αυτά πρότυπα όλα γεωμετρικά βρίσκομε και διάφορες επιδράσεις από τις γύρω περιοχές όπως π.χ. το ποκάμισο που έχει κέντημα Αττικής στον ποδόγυρο, άλλο ποκάμισο που έχει κέντημα Αράχοβας στα μανίκια και το ποκάμισο με σχέδιο της Τανάγρας τα παιδιά που χορεύουν, στα μανίκια κλπ. Οι γριές φορούσαν ποκάμισα χωρίς κεντήματα. Το νυφικό ποκάμισο το δίνανε να το φορέσουν άλλες δύο νύφες κι’ ύστερα το κρύβανε στην κασέλα για να το βάλουν σάβανο στη νεκραλλαξιά στο μεγάλο ταξίδι.

Ο μπούστος το διμινό, είναι κοντός, παρόμοιος στο σχήμα με το τζάκο της Αττικής κλπ., συγκρατεί τα κεντητά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα, τα πανωμάνικα. Έχει κι’ αυτός στα μανίκια όμορφα και ιδιόρρυθμα κεντήματα. Το μπούστο κατάργησαν τα τελευταία χρόνια και στη θέση του βάλανε μανίκια. Τα κατωμάνικα, είναι τα μανίκια που πέφτουν κάτω από τα πανωμάνικα του διμινού και στερεώνονται πρόχειρα στα μανίκια του. Έχουν κι’ αυτά όμορφα ιδιότυπα κεντήματα, όμοια στα σχέδια με τα κεντήματα που έχουν τα πανωμάνικα. Κι αυτά καταργήθηκαν όταν βάλανε μανίκια στο ποκάμισο. Το σιγκούνι ή η σιαγκούνα ήταν ολόασπρη και μακριά. Το ύφασμά της ήταν μάλινο, δίμιτο του αργαλειού νεροτρουβιασμένο και το λέγανε ράσικο. Όταν πάλιωνε το βάφανε γαλάζιο σκούρο σαν μούρο. Η βαφή του γινόταν μ’ ένα θάμνο σαν κουμαριά τον λεγόμενο μελεγύ. Στο βάψιμο ρίχνανε αντί για στήψι, βιτριόλι. Η σιγκούνα ( το ύφασμα) είχε φάρδος 0,35 μ. πόντους όταν τη φέρνανε από τη νεροτριβή.

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Σαν την ράβανε οι ντόπιοι ραφτάδες, την κόβανε σε 7 κομμάτια, λόξες και την κεντούσαν ολόκληρη πλάκα με μαλλιά γαλαζοπράσινα. Το κέντημά της έμοιαζε με το κέντημα της παλιάς γαλάζιας σιγκούνας της Αττικής. Αυτή τη σιγκούνα τη συνήθιζαν αργότερα για καθημερινή και φτιάσανε άλλη για καλή με ωραία πολύπλοκα σχέδια γινωμένα με πολύχρωμα μεταξωτά κορδονάκια. Η σιγκούνα αυτή άρχισε σιγά σιγά να κονταίνει, να γίνεται κομψότερη ενώ κρατούσε τον ίδιο πολύχρωμο διάκοσμό της. Οι γριές δεν φορούσαν σιγκούνα αλλά γιούρντα. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα σα μαύρη και είχε φλόκια εσωτερικά σαν της Αττικής περίπου. Ολόγυρα και στις μασχάλες για να μη ξεφτάει την ρέλιαζαν με τσόχα το ρούχο, όπως και τις σιαγκούνες.

Το ρέλιασμα το λέγανε φυτιλάκι. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα ή μαύρη και άσπρο ολόγυρα το φυτιλάκι. Κάτω στο τελείωμα, στις δύο γωνίες είχε από μια φούντα άσπρη. Οι γιούρντες ήταν μακριές μέχρι τα γόνατα και οι παλιές σιαγκούνες πολύ πιο κάτω από την περιφέρεια.

Η τραχηλιά, δεν έλειπε ποτέ από καμιά φορεσιά. Ήταν γινωμένη από ύφασμα μπαμπακερό, πανί δίμιτο του αργαλειού κι’ είχε όμορφα γεωμετρικά σχέδια κεντημένα με μετάξια, σε παλιότατη παράδοση και ιδιόρρυθμα σχέδια.

Πολλών το βάθος είναι κατακόκκινο και ποικίλεται με πράσινα μετάξια. Άλλα είναι γινωμένα ολόκληρα με καφέ χρωματισμό. Τα κεντήματα αυτά αξίζουν ιδιαίτερα την προσοχή και την μελέτη μας. Το ζωνάρι, μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό, είχε στιμόνι και υφάδι διπλά στριμμένο. Το βάφαν κρεμεζί δηλ. βυσσινί σκούρο κι’ άλλοτε κόκκινο με ριζάρι. Το μάκρος του ήταν δύο οργιές ή πέντε πήχες. Η κάθε οργιά είχε μάκρος όσο είναι και τα δύο χέρια ανοιγμένα δηλ. 2,50 πήχες. Το φάρδος του ήταν 0,30 μ. Το δίπλωναν στα δύο κι’ έτσι το φάρδος γινόταν 0,15 μ. Διπλωμένο το γύριζαν αρκετές βόλτες στη μέση και τα μεγάλα κρόσια του 0.20 μάκρος και τ’ άφηναν να πέφτουν στα πλάγια.

Η ποδιά, δεν έλειπε κι’ αυτή ποτέ από τη φορεσιά. Ήταν από πανί δίμιτο του αργαλειού. Το σχήμα της και ο στολισμός της αποτελούν υπόδειγμα μοναδικό ανάμεσα στις ελληνικές ποδιές. Η καλή νυφική ποδιά είχε σχέδιο κολονάτο που έμοιαζε με του ποκάμισου.

Ο κεφαλόδεσμος. Τον καθημερινό τον αποτελούσαν το τσεμπέρι και η μαντίλια. Το τσεμπέρι, μπαμπακερό μαντίλι με σταμπωτά λουλούδια, το δίπλωναν τριγωνικά και το φορούσαν με τις άκρες στριφογυρισμένες γύρω από το κεφάλι. Πάνω από το τσεμπέρι έπεφτε η μαντίλια. Οι νιές βάζανε κίτρινη μαντίλια με λουλούδια σταμπωτά κι’ οι γριές μαύρη με λίγα χρωματιστά λουλούδια. Η νύφη κι’ όλες οι άλλες γυναίκες στο γάμο, στα πανηγύρια, στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, τη Λαμπρή, στις γιορτές των ανδρών τους, φορούσαν πάνω από το τσεμπέρι τη μπόλια ή το μεσάλι. Η μπόλια ή το μεσάλι, είχε μεγάλη διάδοση γύρω σ’ όλη την περιφέρεια.

Φαίνεται πως την φορούσαν τον παλιό καιρό από τα Βίλλια του Κιθαιρώνα ίσαμε την Τσακωνιά και σ’ όλη την Αργολιδοκορινθία. Η μπόλια ή το μεσάλι γινόταν από μπαμπακερό δίμιτο ύφασμα που είχε πλάτος 0.35. Το μάκρος της τον παλιό καιρό ήταν άλλοτε 1,95, άλλοτε 2,70 και άλλοτε 2,90. Τα πλατειά μεταξωτά κεντήματα στις δύο άκρες της μπόλιας πιάνανε όλο το πλάτος του υφάσματος. Είχαν ύψος περίπου 0,30 – 0,50 μ. ανάλογα με τον πλούτο της φορεσιάς και κατέληγαν σε πλούσια κρόσια, με φούντες 0,20 μ. μάκρος. Το κέντημα και τα κρόσια ήταν ολομέταξα σε ποικίλα χρώματα, συνήθως ολοκόκκινα ή καφέ σκούρα, πράσινα κλπ. Οι βελονιές των κεντημάτων ήταν ποικίλες: γαζοβελονιά, πισωβελονιά, σταυροβελονιά και ατζαλωτή βελονιά. Τα ιδιόρρυθμα αυτά κεντήματα έχουν πλήθος σχεδίων και χρωματισμών. Πολλά μάλιστα είναι επηρεασμένα από κεντήματα της Λειβαδιάς των Θηβών και σε αρκετά βρίσκουμε τη Σαρακατσάνικη επίδραση. Τη μπόλια δεν ξέρομε πως τη δένανε τα παλιά χρόνια που γινόταν μακριά. Αργότερα όμως σαν κόντηνε απλωνόταν πάνω στο κεφάλι. Το πλάτος του υφάσματος το σκέπαζε ολόκληρο. Η μια της άκρη η κεντημένη διπλώνονταν γύρω γύρω σαν κουλούρα και στόλιζε το κεφάλι σαν στεφάνι πάνω από το μέτωπο, ενώ οι φούντες πέφτανε πάνω στο δεξί μάγουλο. Η άλλη άκρη της μπόλιας απλώνονταν πάνω στη ράχη έτσι που το πλούσιο κέντημά της να την στολίζει. Σαν κατάργησαν τη μπόλια οι χωρικές της Αργολιδοκορινθίας βάλανε όλες τσεμπέρι και μαντίλι.

Το τσεμπέρι, άσπρο μπαμπακερό μαντίλι, δένανε σφιχτά στο κεφάλι για να συγκρατεί τα μαλλιά. Πάνω στο τσεμπέρι ρίχνανε το μεγάλο άσπρο μπαμπακερό μαντίλι που είχε στους γύρους σταμπωτό διάκοσμο λουλούδια, κλάρες κλπ. Από τα ιδιότυπα έθιμα του γάμου που μοιάζουν με τ’ άλλα ελληνικά, αναφέρομε των αδελφοποιτών, βλάμηδων. Ένα βλάμη με τους δυο γονιούς του να ζούνε, είχε η νύφη κι’ άλλον ένα ο γαμπρός. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα σε όλα τα έθιμα του γάμου. Ο βλάμης του γαμπρού όταν πέρνανε τη νύφη από το σπίτι της πήγαινε μπροστά και κρατούσε το φλάμπουρο, που αποτελούνταν από ένα καλάμι που είχε στην κορφή του ένα σταυρό, μ’ ένα μήλο στολισμένο με γαρύφαλλα. Ένα κόκκινο μαντήλι από τουλπάνι απλώνονταν σαν σημαία. Τα προικιά που πέρνανε ήταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε νύφης. Τέσσερα – πέντε σιγκούνια, τέσσερα – πέντε μισοφόρια, πέντε – έξη ποκάμισα με διάφορα σχέδια κλπ. Όταν φθάνανε οι νιόνυμφοι ύστερα από τη στέψη στο σπίτι της πεθεράς, η πεθερά τους έδινε μια κουταλιά μέλι, τους έδενε με το μαντίλι και τους τραβούσε μέσα για να είναι ενωμένοι σ’ όλη τους τη ζωή και να μη μαλώνουν.

Σήμερα η στολή έχει πολύ απλοποιηθεί. Κι αυτήν ακόμα την φοράνε μόνον μερικές και σε γιορταστικές περιστάσεις. Το ποκάμισο έγινε μια μπλούζα και μια φούστα. Την μπλούζα τη λένε μπόλκα κι’ είναι συνήθως γινομένη από αλατζά. Φοράνε ένα τριανταφυλλί μεσοφόρι και η φούστα έχει κοφτά κεντήματα ξεκινά για να φαίνεται το ρόζ μεσοφόρι. Ο μπούστος και τα κατωμάνικα φυσικά καταργήθησαν. Το σιγκούνι κόντηνε κι’ έγινε λίγο πιο κάτω από τη μέση ενώ εξακολουθεί να έχει τα παλιά του κεντήματα. Η γιούρντα καταργήθηκε όπως και το ζωνάρι. Η τραχηλιά έγινε απλουστάτη, με χασέ και με κεντήματα που τα λένε αραδίτσες.

                                                                            

Αγγελική  Χατζημιχάλη

  

Πηγή


  • Αγγελική  Χατζημιχάλη, «Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, Αθήναι, 1963.

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)

 


 

Μετά την επανάσταση του 1821, πολλοί αγωνιστές θέλησαν να καταγράψουν τα κατορθώματά τους. Άλλοι για λόγους υστεροφημίας και άλλοι επειδή θεώρησαν υποχρέωσή τους την διατήρηση της μνήμης αυτών των γεγονότων, θέτοντας τα στην υπηρεσία των επερχόμενων ιστορικών και μελετητών της περιόδου αυτής.

Πολλοί, έγραψαν τα απομνημονεύματά τους με συνέπεια και ταπεινότητα. Άλλοι μεγαλοποίησαν – είτε από εγωισμό είτε από ματαιοδοξία – την προσφορά τους, και κάποιοι άλλοι – μετά από ανάθεση των πρωταγωνιστών ή λόγω συμπάθειας προς αυτούς – συνέταξαν διθυράμβους που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα. Τέτοιων δημοσιευμάτων βρίθει η Οθωνική περίοδος. Οι εφημερίδες αποδύονται σε αγώνα δρόμου προκειμένου να στηρίξουν εκείνους τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς που είναι «φίλα προσκείμενοι» προς τις δικές τους πολιτικές επιλογές και παρατάξεις.  

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ενοχλημένος από τις υπερβολές και τις υπερφίαλες αυτές καταγραφές, θέλησε να απαντήσει και να αποδείξει « αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπιές τους κατά δύναμιν» αλλά και να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε και είδε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του ’21.

Τα Απομνημονεύματα και η Ζωγραφική, είναι οι δύο πυλώνες που στήριξαν την σκέψη του Στρατηγού και οφείλονται στο ίδιο κίνητρο. Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές.

«Η ιστορία, θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου τα καλά και τα κακά και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι όπου θα τη διαβάσουν, να μη πέφτουν σε λάθη˙ και τότε σχηματίζονται τα έθνη». 

Την ιδέα αυτή αρχικά, την σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας πάλι τα ήρεμα και σιωπηλά πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και συγκινήθηκε. Έλαβε την απόφαση.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

 

Ο Μακρυγιάννης, έμαθε γράμματα στα γεράματά του για να γράψει τα Απομνημονεύματα. Εξ’ άλλου οι περισσότεροι Έλληνες, έβγαιναν από το έρεβος της σκλαβιάς αναλφάβητοι. Ο Μπάρμπα Γιάννης  έμαθε να γράφει αλλά όχι και να ζωγραφίζει. Προσπάθησε λοιπόν να συνεργαστεί με ένα Ευρωπαίο ζωγράφο. Εκείνος θα ιστορούσε με την δική του λαϊκή, απροσποίητη και λαγαρή γλώσσα του όσα την μνήμη και την καρδιά του είχαν σημαδέψει  κι ο « Φράγκος»  θα έπρεπε να τα ζωντανέψει στο ξύλο. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα, λόγω δυσκολιών στην συνεννόηση αλλά και στην δυσκολία του ζωγράφου να αντιληφθεί όσα ο Μπάρμπα Γιάννης ήθελε να εκφράσει στους πίνακες. Η άγνοια της γλώσσας – εκείνης της γλώσσας που ξέρει να παραβιάζει τον χρόνο και τον τόπο, προτάσσοντας τα πράγματα σύμφωνα με τους μυστικούς ηθικούς κώδικες που μόνο οι Έλληνες γνωρίζουν – αποδείχτηκε μοιραία. «…έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές…» μας λέει παρακάτω ο Στρατηγός.

 « κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτό τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και  δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».            

 

 

 

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

 

                                                                                      

Ο επόμενος συνεργάτης του – όπως είδαμε-  ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του.

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία».

Αυτά  γράφει σχετικά με τον Παναγιώτη Ζωγράφο η εξαίρετη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κα Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, στο άρθρο της “ Εικονογραφία του Αγώνα” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

 

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

 

Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία αυτή 1836- 1839. Επισκέφτηκαν τα διάφορα πεδία των μαχών που είχε λάβει μέρος ο Μακρυγιάννης και ενώ ο Στρατηγός του εξιστορούσε « έτσι είναι εκείνη η θέσις, έτσι εκείνη, αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε, αρχηγός των Ελλήνων ήτο εκείνος, αρχηγός των Τούρκων εκείνος», ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα.

Το αποτέλεσμα αυτής της αρμονικής και αγαστής συνεργασίας ( έμπνευση και αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Π. Ζωγράφου) υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο. Είκοσι πέντε κάδρα σε ξύλο, διαστάσεων 0, 565 x 0,40 ζωγραφισμένα με την βυζαντινή τεχνική. Ο ένας απ’ αυτούς, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, καταστράφηκε από τους φίλους του για λόγους προστασίας του στρατηγού και αντικαταστάθηκε από μια προσωπογραφία του ίδιου.

 

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

 

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.

Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά στους φίλους του, τους οποίους είχε καλέσει σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Ο ίδιος γράφει:

Τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους Φιλέλληνας, τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και τους υπουργούς και δικούς μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους πενήντα ανθρώπους. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν

 

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

 

Από τις 4 σειρές ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς.

Για τον σκοπό αυτό συμφώνησε  με τον δάσκαλο Αλέξανδρο Ησαΐα και συνυπέγραψε την 583 συμβολαιογραφική πράξη, έτους 1839 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πίταρη. Σ’ αυτήν βεβαιώνεται η παράδοση στον Ησαΐα της σειράς των αντιγράφων, που είχε δωρίσει ο Μακρυγιάννης στον Όθωνα και την οποία δανείστηκε ο Στρατηγός για να υλοποιηθεί η έκδοση. Ο Ησαΐας υποσχέθηκε να πάει στο Παρίσι για να λιθογραφήσει τους πίνακες και αφού προβεί σε κάποιες μικροδιορθώσεις των θέσεων και των προσώπων, χωρίς να απομακρυνθεί από την ιδέα ή να παραλλάξει κάτι από τις εκθέσεις των περιστατικών και των περιγραφών, να τυπώσει κάποια αντίτυπα.

 

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

 

Παρά την συμφωνία τους, ο Ησαΐας στην Βενετία φιλοτέχνησε νέους πίνακες, δυτικού τύπου, τελείως διαφορετικούς από εκείνος των Μακρυγιάννη- Ζωγράφου και τους τύπωσε. Όταν το 1840 οι λιθογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης τις αποδοκίμασε και κατήγγειλε δημόσια ότι ο Ησαΐας νόθευσε τους πίνακές του, ότι τους πλαστογράφησε και ότι δολίως παρέβη την συμφωνία περί των πνευματικών δικαιωμάτων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία του Στρατηγού δεν ήταν σταθερή και δίκαια. Ο Ησαΐας εξέδωσε άλλους, τελείως διαφορετικούς πίνακες, που καθόλου δεν υστερούσαν σε καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

 

Πόλεμος των Βασιλικών

Πόλεμος των Βασιλικών

 

Μετά τον θάνατο του Ησαΐα στην Τεργέστη, ολόκληρη η σειρά του Όθωνα χάθηκε. Το 1909 όμως ο Ιωάννης Γεννάδιος την εντόπισε στην Ρώμη και την αγόρασε. Σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Η σειρά που χάρισε στον Άγγλο πρεσβευτή Έντμοντ Λάιονς παραδόθηκαν  στον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστον, ο οποίος τα πρόσφερε στην βασίλισσα Βικτωρία.

Από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, άλλοτε Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ. Ακόμη τρία αντίγραφα σε χαρτόνι. Τα έργα αυτά χάρισε στην Εταιρία ο Στρατηγός Κίτσος Ιωάννου Μακρυγιάννης το 1927. Οι σειρές που χαρίστηκαν στον Γάλλο Πρεσβευτή και τον Ρώσο δεν έχουν βρεθεί και αγνοούμε την τύχη τους.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, υπήρξε άριστος στρατιωτικός, πολιτικός, συγγραφέας. Σε όλα αυτοδίδακτος. Σε όλα άριστος. Ακόμη και στους πίνακες που μπορεί να μη ζωγράφισε με το χέρι του αλλά σημάδεψε με το μεγαλείο της ψυχής του.

« Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά»( Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).

 

Πηγές

 


  • Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη, «Εικόνες του Αγώνος», Έκδοσις Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήναι, 1966.
  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα / Τα Νέα, 2006.

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Καρυώτικος Γάμος

    
Σπύρος Δαμάλας & Ευσταθία Γ. Φλέσσα 1938.

Σπύρος Δαμάλας & Ευσταθία Γ. Φλέσσα 1938.

Οι αρραβώνες τελούνταν στο πατρικό σπίτι της νύφης. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού το οποίο κρατούσε έως τις πρώτες πρωινές ώρες, οι συμπέθεροι όριζαν την ημερομηνία του γάμου. Μια Κυριακή πριν από το μυστήριο επικρατούσε το έθιμο των «αλεσμάτων». Και στα δυο σπίτια των μελλόνυμφων έστρωναν στο δάπεδο μια μεγάλη κουβέρτα. Οι συγγενείς τους πήγαιναν ένα κόσκινο με σιτάρι στο οποίο είχαν ανακατέψει δεκάρες  (νομίσματα της εποχής) και ξηρούς καρπούς (αμύγδαλα και καρύδια). Κατά το ξεδιάλεγμα (διαχωρισμός του σιταριού από τα υπόλοιπα),τα παιδιά συναγωνίζονταν πιο θα πάρει τα περισσότερα ώστε να μείνει μόνο το σιτάρι στο κόσκινο. Μετά την διαλογή πήγαιναν το σιτάρι  στο νερόμυλο του χωριού το άλεθαν και με το αλεύρι έφτιαχναν τις πίττες του γάμου. Τις παραμονές ετοίμαζαν τα κρασιά και τα κρέατα για το τραπέζι. Μόλις τα σφαχτά που έπαιρναν από τις στάνες ξεπρόβαλαν στο ξαγνάντιο (τοποθεσία που φαίνεται το χωριό), έπεφταν οι πρώτοι πυροβολισμοί.

 Το Σάββατο μια μέρα πριν το γάμο ο γαμπρός με τους γονείς του και τα όργανα πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου για να τον καλέσουν. Στα καλέσματα προσέφεραν ψωμί και κρασί στο κουμπάρο και την οικογένειά του, και εκείνοι ανταπέδιδαν το κέρασμα με την ίδια διαδικασία. Η πομπή ξεκινούσε για το σπίτι του γαμπρού με τον κουμπάρο καλοντυμένο να προπορεύεται,  κρατώντας στα χέρια του το δίσκο με τα στέφανα και τις λαμπάδες σκεπασμένα με κόκκινο μαντήλι. Ακολουθούσε η κουμπάρα κρατώντας μια πίττα στολισμένη και κεντημένη με λουλούδια από ζυμάρι, καθώς και όλο το συμπεθεριό. Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού το γλέντι συνεχιζόταν με την υποδοχή του κουμπάρου με κεράσματα, χορό και τραγούδια.

Γάμος Γεωργίου Πασσά ( Φέσα ), το 1924. Ο Γιώργης Ράπτης (Γκούλιας) παίζει πίπιζα και ο γιός του Τάκης νταούλι.

Γάμος Γεωργίου Πασσά ( Φέσα ), το 1924. Ο Γιώργης Ράπτης (Γκούλιας) παίζει πίπιζα και ο γιός του Τάκης νταούλι.

Εκεί οι φίλες της νύφης έστηναν το «γιούκο» με τα προικιά ένα στρώμα, ένα στενόμακρο υφαντό μαξιλάρι για δύο άτομα, δύο τρείς βελέντζες, προκόβες χνουδάτες (φλοκάτες μάλλινες), χράμια (υφαντά χοντρά σεντόνια) με δαντέλες, πολλά κεντημένα ταγάρια ( που θα χρησιμοποιούσε το ζευγάρι στους γάμους και τα πανηγύρια), τεντζερέδες με σιδεροστιά (κατσαρόλες μπρούτζινες με την βάση τους για μαγείρεμα στη φωτιά), το καζάνι και μια εικόνα.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε και το τραγούδι που έλεγαν οι κοπέλες φορτώνοντας τα προικιά:

 

Όξου τ’ άλογα, μωρ’ νιονυφούλα μου,

Όξου τ’ άλογα ναν τα σελώσουμε.

Όξου τ’ άλογα, ναν τα σελώσουμε

τα χρυσά προικιά για να φορτώσουμε.

Τα χρυσά προικιά τα κεντησμένα

και τα μορφοσκε- , βρε , σκεπασμένα.

Και ψηλά ναν τα φορτώσουμε

να μην  πέσουνε και τα λερώσουμε.

Ειν’ η νύφη παι- , βρε , παιδεμένη

και πολύ τυρά- , τυραγνισμένη

είν’ η νύφη παι- , βρε παιδεμένη

και στο Αίγιο είναι παημένη.

 

Και αξίζει επίσης να αναφερθούμε και στους μουσικούς και τους τραγουδιστές που ήταν απαραίτητοι  στον παραδοσιακό Καρυώτικο γάμο.

 

 

Οργανοπαίκτες Καρυάς, δεκαετία 1930

Οργανοπαίκτες Καρυάς, δεκαετία 1930

Οργανοπαίχτες:

Βασίλης Παπασωτηρίου (Τσιμπουκλάρας), κλαρίνο, Γιάννης Παπαγεωργίου (Νταουλογιάννης), νταούλι, Νίκος Μπάκος, κλαρίνο, Μήτσιος Σπανός (Τρίχας), κλαρίνο, Αποστόλης Πασπαλιάρης (Πατσιαβούρας), λαγούτο, Κωστής Γαλάνης, σπέντζο, Ανδρέας Δενέζης, φλογέρα. Τραγουδιστές: Σπύρος Βασιλάκος (Κουνάβας), Χρήστος Μπλάφας, Πάνος Μποζιονέλος (Ντρέλιας), Νικολής Δελής (Μπόξας).

Το πρωί της Κυριακής (ημέρα του γάμου) τα ομορφότερα κορίτσια του χωριού πήγαιναν στα σπίτια για να καλέσουν τους συχωριανούς τους. Προσέφεραν στον καθένα τρία γαρύφαλλα και ένα κουφέτο τυλιγμένα σε κόκκινο χαρτί. Στο σπίτι του γαμπρού έστηναν το «μπαϊράκι». Σ’ ένα καλάμι στερέωναν ένα λευκό τσεμπέρι (μαντήλι κεφαλιού) με κορδέλες κόκκινες και θαλασσιές σε σχήμα σταυρού. Στην κορφή του καλαμιού στερέωναν ένα ρόδι. Κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού έβγαζαν την «κούπα».Ένα ταψί που το κρατούσαν δύο η και τρία άτομα και το περιέφεραν στους προσκεκλημένους γύρω από το τραπέζι. Εκείνοι με τη σειρά τους έριχναν χρήματα για να ενισχύσουν οικονομικά το ζευγάρι.

Το  απόγευμα πριν ξεκινήσουν για το σπίτι της νύφης ο γαμπρός έβαζε στην τσέπη του το ρόδι που είχαν κρεμάσει στο μπαϊράκι. Σαν προπομπή ξεκινούσαν τρείς καβαλάρηδες επάνω σε άσπρα άλογα οι λεγόμενοι «συχαριαρέοι», κουβαλώντας ο καθένας μια τσότρα (δοχείο) κρασί. Όταν έφταναν στο σπίτι της νύφης ρωτούσαν εάν είναι έτοιμη χωρίς να κατέβουν από τα άλογα διαφορετικά θα τους μουντζούρωναν. Κερνούσαν το σόι της νύφης με κρασί από τις τσότρες που κουβαλούσαν και στη συνέχεια πήγαιναν να προϋπαντήσουν το γαμπρό με τα συμπεθέρια, τον κουμπάρο και τα όργανα.

Καρυά δεκαετία 1950. Κωνσταντίνα Μπλάφα, αριστερά ο πατέρας της Ηλίας.

Καρυά δεκαετία 1950. Κωνσταντίνα Μπλάφα, αριστερά ο πατέρας της Ηλίας.

Πριν από τον γαμπρό έφτανε στο σπίτι της νύφης ο αδελφός του ως «ποδετής». Εκείνη τον περίμενε ντυμένη με το ασπροφούστανο (υφαντό λευκό κεντημένο φόρεμα) αλλά ξυπόλητη, τον ασήμωνε και του προσέφερε μια κουλούρα που είχε ζυμώνει μόνη της. Εκείνος την πόδενε (της φορούσε παπούτσια), και την συνόδευε στη σάλα του σπιτιού που θα γινόταν το μυστήριο. Εκεί ήταν στρωμένο το τραπέζι και πάνω του τοποθετημένα τα στέφανα και ένα εικόνισμα. Φτάνοντας οι συμπέθεροι, ο κουμπάρος και γαμπρός έσπαγαν το ρόδι εμπρός στην πόρτα του σπιτιού της νύφης για γούρι και καλοτυχία. Ενώ γινόταν ο γάμος, στην αυλή οι φίλες τις νύφης φόρτωναν τα προικιά σε τρία άσπρα άλογα. Αφού το μυστήριο τελείωνε, οι καλεσμένοι περνούσαν εμπρός από το ζευγάρι και τον κουμπάρο, τους έδιναν τις ευχές τους βάζοντας ο καθένας στο γιλέκο  του γαμπρού ένα μαντήλι.

Στη συνέχεια το ζευγάρι αποχωρούσε με προορισμό το πατρικό σπίτι του γαμπρού που θα γινόταν μετά το γάμο και σπίτι του ζευγαριού, η πεθερά τους περίμενε μελώνοντας τους με μέλι και με μια μαντίλα διπλώνοντας το ζευγάρι και τον κουμπάρο τους τραβούσε μέσα στο σπίτι. Έκτοτε ξεκινούσε επίσημα πλέον το γαμήλιο γλέντι με τους μουσικούς να συγχρονίζονται στο παρακάτω:

 

Έβγα έξω συμπεθέρα

που είσαι σαν την περιστέρα.

Έλα να δεις την κυρά- νύφη

που είναι σαν το αετονύχι.

 Συμπεθέρα, συμπεθέρα,

που είσαι σαν την περιστέρα.

Το παιδί σου έφερε ρόιδο

και τους κάναμε κορόιδο.

Συμπέθερε, ανάθεμα

τη στράτα που σε έφερε.

 Να μελώσουμε, μωρ’ νυφούλα μου,

να μελώσουμε τη νύφη.

Να μελώσουμε τη νύφη

να την μπάσουμε στο σπίτι.

 Να τιμάς, μωρ’ νιονυφούλα μου

Να τιμάς τον πεθερό σου

Να τιμάς την πεθερά σου.

   

 

Αναμνηστική νυφική φωτογραφία, όπου ξεχωρίζουν τρεις τύποι αμφίεσης.  Οι καθστές γυναίκες με ντόπια φορέματα, η στολή της νύφης και οι «φραγκοφορεμένοι» άντρες με το γαμπρό.

Αναμνηστική νυφική φωτογραφία, όπου ξεχωρίζουν τρεις τύποι αμφίεσης. Οι καθστές γυναίκες με ντόπια φορέματα, η στολή της νύφης και οι «φραγκοφορεμένοι» άντρες με το γαμπρό.

 

Το γλέντι συνεχιζόταν με όλους τους συγγενείς και τους συχωριανούς έως την Δευτέρα το μεσημέρι συνοδευόμενο με πολλές και θερμές ευχές από όλους για «βίο ανθόσπαρτο» και «καλούς απογόνους».

Η πρώτη φωτογραφία είναι από το αρχείο Ελένης Φλέσσα, η τελευταία από το βιβλίο του    Αλέκου Κακαδιάρη, « Απάνθισμα Λαογραφίας της Καρυάς», Περιστέρι 2008, ενώ οι υπόλοιπες από το ημερολόγιο για το έτος 2007, του Προοδευτικού και Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς « Το Αρτεμίσιο».

 Επιμέλεια: Ελένη Φλέσσα 

 

Πηγές 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, « Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα 1981.
  • Σπύρος Καραμούντζος, « Λόγια  Καρυάς», Αθήνα 2007.
  • Αλέκος Κακαδιάρης, « Απάνθισμα  Λαογραφίας της Καρυάς», Περιστέρι 2008.

 


Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »