Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)

 

Πέραν του Ισθμού

Πέραν του Ισθμού

Ο Σπυρίδων Παγανέλης γεννήθηκε στη Μύκονο εγκαταστάθηκε όμως από νεαρή ηλικία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα μαζί με τις αδελφές του, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Από την επαγγελματική του δραστηριότητα σημειώνεται πως διετέλεσε βουλευτής, έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη και έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με εφημερίδες όπως οι: Εστία, Εφημερίς, Ακρόπολις, Κλειώ, Σκριπ, Αθήναι, Νέα Ημέρα, Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως και περιοδικά όπως τα Εστία και Εβδομάς καθώς και ημερολόγια (Νέα Ελλάς, Κρητικόν Ημερολόγιον, Μεσσηνιακόν, Πανελλήνιον , Ηπειρωτικόν κ.α.). Πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποίησε το 1882 με την έκδοση του τόμου Οδοιπορικαί σημειώσεις. Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει άρθρα πολιτικού και οικονομικού προβληματισμού, κριτικά δοκίμια, χρονογραφήματα, ιστορικά μελετήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και διηγήματα. Ο Σπυρίδων Παγανέλης τοποθετείται χρονικά στην πεζογραφία της γενιάς του 1880, γενιά που σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα και το ρεύμα της ηθογραφίας, ωστόσο αποτελεί μια μοναχική περίπτωση ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, τόσο λόγω ιδιοσυγκρασίας, όσο και λόγω της συντηρητικής κοσμοθεωρίας του που τον έστρεψε ενάντια στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καλύπτουν τα ταξιδιωτικά κείμενα, στα οποία κυριαρχεί η νοσταλγία του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, στοιχεία που συναντώνται και στο υπόλοιπο έργο του. Ιδιαίτερα για τα διηγήματά του πρέπει να σημειωθεί η εμμονή του συγγραφέα στην έκφραση του αισθήματος της ματαιότητας και δυστυχίας που συνοδεύει τα ανθρώπινα.

Στο βιβλίο του, «Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, στις σελίδες 289-335 κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, τον Ερασίνο, την Λέρνη   και την Επίδαυρο. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.  

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

• Οδοιπορικές σημειώσειςΑ΄. Οι σεισμοί της Χίου. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Οδοιπορικές σημειώσεις Β΄. Η στρατιωτική κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Η αδελφή Μάρθα. Αθήνα, 1886.
• Ο αγωνιστής του 1821. Αθήνα, 1886.
• Ο μύθος του Προμηθέως. Αθήνα, τυπ. Θρ.Παπαλεξανδρή και Αλ. Παπαγεωργίου, 1886.
• Αθηναϊκαί Νύκτες. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1888.
• Ραγήπ· Διήγημα. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1889.
• Ευρύαλος. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1890.
• Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Αθήνα, Γ.Κασδόνης, 1891.
• Παραισθήσεις. Αθήνα, 1893.
• Εις την μνήμην της αδελφής μου Σοφίας. Αθήνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρίου, 1902.
• Ο Επιτάφιος εν τω νεκροταφείω. Αθήνα, τυπ. Νομικής Λ.Χ.Βεργιανίτου, 1903.
• Η τριλογία του μυστηρίου· Η γέννησις – Ο θάνατος – Η ανάστασις. Αθήνα, τυπ. Μιχ. Σαλίβερου, 1905.
• Πάρεργα φύλλα· Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν ·Η Άρτα · Τα Τσουμέρκα. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1905.
• Αθηναϊκαί Ημέραι. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1907.
• Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν. Νέα Υόρκη, τυπ. Ατλαντίδος, 1908.
• Δελφοί. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Ο Επιτάφιος εν τω Πτωχοκομείω. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Νύκτες Φθινοπώρου. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1911.
• Ο Επιτάφιος από της Ακροπόλεως. Αθήνα, τυπ. Παρασκευά Λεώνη, 1912.
• Ο απόστολος Παύλος. Αθήνα, τυπ. Αλ. Βιτσικουνάκη, 1924.
• Λογοτεχνήματα · Απανθισθέντα εκ των έργων τουΑ΄. Αθήνα, Ηλ. Ν. Δικαίος, 1928.

 

Πηγή

 Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Γιάκος Δημ. – Φουριώτης Άγγελος (επιμέλεια), Δημ.Βικέλας, Εμ. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, τ.21).
• Γιάκος Δημήτρης, «Παγανέλης Σπυρίδων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη – Πάτση, χ.χ.
• Μποέμ [ = Δημ. Χατζόπουλος], «Σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς· Σπυρίδων Παγανέλης», Το Άστυ, 30-31/3/1893.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Πάρεργα Φύλλα, Η Τριλογία του μυστηρίου, υπό Σπ.Παγανέλη», ΠαναθήναιαΙ΄, 15/5/1905, ετ.Ε΄, σ.86.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Σπυρίδων Παγανέλης», Νέα ΕστίαΙΔ΄, 1η/8/1933, αρ.159, σ.834-835.
• Πατσίου Βίκυ, «Σπυρίδων Παγανέλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.206-216. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Επέτειοι του 1973 στη λογοτεχνία μας», Χρονικό ’73, σ.50. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού και Πνευματικού κέντρου Ώρα, 1973.

Read Full Post »

Buchon, Jean Alexandre – Ναύπλιο

 

 

 

JEAN ALEXANDRE BUCHON (1791-1849), French scholar, was born on the 21st of May 1791 at Menetou-Salon (Cher), and died on the 29th of August 1849 . 

Από το βιβλίο του, J.A. Buchón, La Grèce continentale et la Morée. Voyage en 1840 et 44. Παρίσι 1843, διαβάζουμε για το Ναύπλιο.

 

 

[….] Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πολιτεία, κανονική και καθαρά χτισμένη ανάμεσα στα ριζά του οχυρωμένου βουνού πού φέρνει ακόμη το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναυπλίου και τής θάλασσας. «Έχει όλη την όψη μιας από τις πολιτείες μας της Δύσης, από την καλή και την κακή μεριά, την τάξη, άλλα κάποτε και την όχληση. Οι δρόμοι του είναι ίσιοι και καλά πλακοστρωμένοι, τα σπίτια έχουν ταιριαστό ύψος – στις δύο δημόσιες πλατείες είναι φυτεμένα δέντρα, τα μεγάλα μαγαζιά, τα χτισμένα άλλοτε άπα τούς Βενετσάνους στους πρόποδες του κάστρου και το Κυβερνείο, το χτισμένο από τον Καποδίστρια όταν έμενε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα, αν όχι τα κομψότερα κτίρια των μεγάλων μας πόλεων και σαν τελευταία και πλήρη απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκει κανείς εδώ αυτό πού μόνο στην Αθήνα συναντάει με υποφερτό, στην Πάτρα με ικανοποιητικό και στην Κόρινθο με υποτυπώδη τρόπο: ένα πανδοχείο… δηλαδή ένα άσυλο, όπου κάθε άτομο, υποχρεωμένο από τις υποθέσεις του, από τα γούστα ή από τα πάθη του να γυρίσει στον κόσμο, βρίσκει, μιαν ανταύγεια της σπιτικής του ευμάρειας… και πάνω άπ’ όλα ένα καταφύγιο όπου, μόνος με παρουσία του εαυτού του μπορεί ν’ αναλογιστεί όσα είδε και αισθάνθηκε, να σκεφτεί τούς μακρινούς φίλους του, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να προσβάλει αυτούς πού τον φιλοξενούν, και να μιλήσει μαζί τους με τη γλυκιά οικειότητα της επιστολικής επικοινωνίας.

 

buchon-j-a-cjean-alexandre-c1Εμείς οι άλλοι, οι χορτασμένοι άνθρωποι της Δύσης, χαιρόμαστε όλα αυτά τα αγαθά χωρίς να ρωτιόμαστε τί αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος γερός χαίρεται την υγεία του… Δεν μαθαίνει κανείς να εκτιμάει την αξία όλων αυτών των θησαυρών παρά αν τούς στερηθεί λίγες στιγμές και δυστυχώς, μόλις ταξιδεύει κανείς στην Ανατολή, είναι υποχρεωμένος πάντα να στερείται άπ’ όλα αυτά, έκτος από την διαύγεια του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ήλιου, τη χάρη τής νύχτας, το θαύμα της φύσης.Το Ναύπλιο υπήρξε, ως το τέλος του 1834, ή έδρα τής Κυβέρνησης του νέου ελληνικού κράτους. Η ξαφνική αυτή απόκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτευούσης έφτασε για να διαμορφώσει ένα πληθυσμό τόσο επιδεκτικό στον πολιτισμό τον πιο λεπτό, όπως είναι ό ελληνικός λαός. Οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στις γαλλικές μόδες– πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψότητα και πολλές θα ξεχώριζαν στις συναθροίσεις μας τις πιο λαμπρές, όχι μόνο με τον τύπο αυτό της ζωντανής και καθαρής ομορφιάς πού πήραν από την προγονή τους την Ελένη, αλλά και με την άνεση και την τέλεια χάρη των τρόπων τους, πού μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ όσο και ανάμεσα στις γυναίκες τής Γαλλίας. Επέρασα στο Ναύπλιο μερικές βραδιές με εύκολη συζήτηση, έτσι πού θα μπορούσα να πιστέψω ότι βρισκόμουν ακόμη στους δρόμους τής Anjou, της Ville-‘l Évêque και τς Astorg… Το Ναύπλιο είναι ένας τόπος ισχυρός. Έχει τις πλαγιές του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη φρουρά του, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του, πού κλείνουν, και τα συνθήματα του. Με το βασίλεμα του ήλιου οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίνονται στον διοικητή, τόσο το χειρότερο για σας αν έχετε μείνει πολύ έξω για να θαυμάσετε τα αρχαία τείχη της Τίρυνθος, της καλά οχυρωμένης (Ιλιάδος Π, 559), τη θέση όπου υπήρξε το Άργος, και τα θαυμαστά ερείπια των αρχαίων Μυκηνών… «Όταν δύσει ο ήλιος, δεν θα ξαναμπείτε στο Ναύπλιο και θα χρειαστεί να μετανοήσετε για τις χαρές της εκδρομής σας πηγαίνοντας να βρείτε ένα κατάλυμα σ’ ένα ακάθαρτο χάνι ή καραβάνσεράϊ της Πρόνοιας. […]

 

buchon-j-a-cjean-alexandre-c1791-1846Γυρίζοντας ο Buchón από την εκδρομή του «στα βασίλεια του βασιλιά Αγαμέμνονα», περιδιαβάζει στην πολιτεία και στα κάστρα του Άναπλιού και αντιγράφει λατινικές επιγραφές των Βενετσάνων. Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου προσέχει μια τοιχογραφία, αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντά Βίντσι. Κοντά στην εκκλησία του Άγιου Νικήτα (Νικολάου;), πού κατεδαφίστηκε στα χρόνια του Καποδίστρια για να γίνει ό Μεγάλος Δρόμος, προσέχει πάνω σ’ ένα σκαλί μιαν επιγραφή, με το όνομα του Francisco Grimani «supremo classis moderatori qui urbem extra monumentis firmavit». Από μιαν εκδρομή του στο Τολό γύρισε στο Ναύπλιο πριν από τη δύση του ήλιου, γιατί ό διοικητής Αλμέϊδα φροντίζει να κλείνει τις θύρες στις 8 το βράδυ, σαν σε μια πόλη πού φοβάται εχθρικές επιθέσεις, μια φροντίδα στρατιωτική ανώφελη και πολύ δυσάρεστη για όλους τούς κατοίκους και για τον μικρόν αριθμό των ξένων πού φτάνουν εκεί. ( Σέμνη Καρούζου)

 

διαβάστε περισσότερα

 

Πηγές

 

  • J.A. Buchon, « La Grèce continentale et la Morée», Voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, σελ. 380-393, Paris, 1843.
  • Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο»,  Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα, 1979.

Read Full Post »

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».

 

 

Περιγραφή:

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».Σέμνη Καρούζου (18898 Δεκεμβρίου 1994). Το Ναύπλιο, η γραφική αυτή πόλη του Μοριά, είναι γεμάτη με μνήμες ιστορικές. Η συγγραφέας, από τις πρώτες Ελληνίδες αρχαιολόγους, αφηγείται τους αρχαίους μύθους που σχετίζονται με το Ναύπλιο και προχωρεί στο ξετύλιγμα της ιστορίας, από την αρχαιότητα ως τη Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία και, τέλος, ως τα χρόνια του Κλασικισμού, στον 19ο αιώνα, όταν το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.

Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας

Χρονολογία Έκδοσης:

 1979
Σελίδες: 216

Read Full Post »

«Το Ναύπλιο των περιηγητών» της ιστορικού της τέχνης κ. Αφροδίτης Κούρια.

Περιγραφή

 

«Το Ναύπλιο των περιηγητών»[…] Το βιβλίο αυτό, καρπός πολύχρονης ενασχόλησης μου με το Ναύπλιο των Ευρωπαίων περιηγητών από τη σκοπιά του ιστορικού της τέχνης, εξετάζει όψεις και πτυχές της εικονογραφίας της πόλης με την ευρύτερη περιοχή της, στα ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της κάθε εποχής και σε συνάρτηση με την εξέλιξη του περιηγητισμού όπως αυτή γίνεται αισθητή στο θεματικό περιεχόμενο, στις διαδικασίες δημιουργίας και στη μορφολογία των έργων (χαρακτικών και ζωγραφικών). Σε αρκετές περιπτώσεις τα γραπτά ντοκουμέντα, ο πρωτογενής λόγος των περιηγητών συνεισφέρουν τη διαφωτιστική μαρτυρία τους και προσφέρουν ερεθίσματα για μια επαρκέστερη ανάγνωση των εικόνων. Στο κεφάλαιο «Το Ναύπλιο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, 16ος-18ος αιώνας» εξετάζονται οι μηχανισμοί παραγωγής των πρώιμων, εντύπων, εικόνων, οι ιδιαιτερότητές τους, η κωδικοποιημένη γλώσσα τους και η βαρύνουσα σημασία τους σε διάφορα επίπεδα. Κάποια έργα του τέλους του 18ου αιώνα, φορείς μιας νέας αντίληψης, οδηγούν στον 19ο.

 

Το επόμενο κεφάλαιο, «Περιηγητές στο Ναύπλιο και την περιοχή του στον 19ο αιώνα«, εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, όπως είναι η πολυμορφία του υλικού, η ισχυρή παρουσία της αδιαμεσολάβητης δημιουργίας (σχέδια, υδατογραφίες) με την αμεσότητα και την υποκειμενικότητα της, η βούληση τεκμηρίωσης, η ανάδειξη του πραγματικού, του προσδιορισμένου τοπικά και χρονικά. Παράλληλα με τα έργα δίνεται έμφαση και στα πρόσωπα των περιηγητών, στην εμπειρία του ταξιδιού, στη βιωματική σχέση τους με αυτά που βλέπουν, σχεδιάζουν και ζωγραφίζουν.

 

Ο ταξιδιώτης του 19ου αιώνα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος, «ευάλωτος» στο πνεύμα του τόπου (genius loci). Από αυτήν την άποψη το Ναύπλιο είναι ασφαλώς μια παραδειγματική περίπτωση. Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Σταθμοί της πολεμικής και πολιτικής ιστορίας του Ναυπλίου – Η μαρτυρία της εικόνας«, με βασικό άξονα την οπτική του περιηγητισμού εξετάζεται η μαρτυρία έντυπων και ζωγραφικών εικόνων σε σχέση με γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και την τύχη της πόλης στον 19ο αιώνα.


Πυρήνας της έκδοσης αυτής είναι τα χαρακτικά της πλούσιας συλλογής της οικογένειας Γιάννη Φωτόπουλου, της σημαντικότερης συλλογής περιηγητικών χαρακτικών του Ναυπλίου. Μια αντιπροσωπευτική επιλογή (από θεματική και μορφοπλαστική άποψη) δημοσιεύεται εδώ, πλαισιωμένη από χαρακτικά, σχέδια, υδατογραφίες και ελαιογραφίες ελληνικών και γερμανικών μουσείων, του Δήμου Ναυπλίου, του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, καθώς και άλλων ιδιωτικών συλλογών. Ορισμένα από αυτά τα έργα δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. […]


(από το προλογικό σημείωμα της συγγραφέως)

 

Εκδότης: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος

ISBN: 960-7059-18-2

Έτος έκδοσης: 2007

Read Full Post »

William Haygarth

 

 

 

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Γιος γιατρού, συμφοιτητής του Βύρωνα στο Trinity College, o λογοτέχνης και ζωγράφος W. Haygarth (1782-1825/30), ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1810 την περιήγησή του προς τις ελληνικές γαίες και έφυγε πλημμυρισμένος εντυπώσεις τον Ιανουάριο του 1811. Φορτισμένος με το αρχαιόφιλο πνεύμα της εποχής του, από το αγγλικό περιβάλλον των γραμμάτων και των Τεχνών, και πιο πλούσιος με το φιλελληνικό συναίσθημα, που αποκόμισε μετά τη δυσκολοτάξιδη εμπειρία του στον ελλαδικό χώρο, συνέθεσε ένα μοναδικό έργο, ποιητικό και εικαστικό,

Greece a poem in three parts; with notes, classical illustrations, and sketches, of   the scenery, by William Haygarth, Esq. A. M. London: printed by W. Bulmer and Co., Cleveland-Row; and sold by G. and W. Nicol, Booksellers to His Majesty. Pall Mall, London, 1814, όπου καταφέρνει να περιγράψει το ελληνικό τοπίο και περίλαμπρες αρχαιότητες σε πολύ πετυχημένες συνθέσεις, μη παραλείποντας και τα ηθογραφικά στοιχεία.

 

 

 

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Τα Ιόνια νησιά, η Ηπειρος, η Πίνδος, η Στερεά Ελλάδα, η Αττική και ο Σαρωνικός, καθώς και η Πελοπόννησος* είναι οι τόποι της περιοδείας του. Οι δύο χιλιάδες τετρακόσιοι περίπου στίχοι του ποιήματός του, που γράφηκαν κυρίως στην Αθήνα, με λεπτομερή σχόλια και παραπομπές, το ημερολόγιό του αλλά και οι εκατόν είκοσι ακουαρέλες καθώς και τα σχέδιά του τον καθιστούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιηγητικές μορφές. «Διακινδύνεψε στο στιχούργημα την πρόβλεψη για την ηθική αναγέννηση της Ελλάδας», γράφει ο ίδιος, και το ρομαντικό ύφος με αναπολήσεις, προεκτάσεις και λυρικά στοιχεία σε συνδυασμό με ρεαλιστικά και φανταστικά δεν απουσιάζουν ούτε από τη γραφίδα του ούτε απο τον χρωστήρα του. «Περήφανο μνημείο, παλαιάς μεγαλοπρέπειας», αναφωνεί για το Θησείο, «η νιότη σου είδε τη φήμη της χώρας σου», τα γηρατειά σου την αγωνία της».

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

 

*Δρομολόγιο: Suli, Pindus, Thessaly, Thermopylae, Parnassus, Delphi, Thebes, Athens, Marathon, Aegina, Nauplia, Argos, Mycenae, Arcadia, Laconia, Sparta, Achaia, Corinth.

 

Πηγές

  • ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ( 15ος – 20ος αιώνας). Το Ανθολόγιο των χρονικών των Ξένων Περιηγητών – (Συλλογή Δ. Κοντομηνά) στηρίζεται στον κατάλογο της Εκθεσης (16 Μαΐου – 16 Ιουνίου 2005) με τίτλο «Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15ος – 20ος αιώνας)».
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές VΙΙΙ», τεύχος 146, 8 Αυγούστου 2002.

 

Read Full Post »

Οπλοστάσιο του Ναυπλίου 1825

 

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1825, ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος συνταγματάρχης Αρνώ ( Arnault) συνοδευόμενος από ένα επιτελείο συμπατριωτών  του πυροτεχνουργών, απεσταλμένος από το Φιλανθρωπικό Κομιτάτο του Παρισίου. Οργάνωσε άμεσα Οπλοστάσιο, στο Ναύπλιο, στο οποίο ενσωμάτωσε και το παλιό Οπλουργείο που προϋπήρχε,  και το οποίο κατασκεύαζε λόγχες, ελαφρά όπλα και εκρηκτικές ύλες.

 

« Οι παρά του εν Παρισίοις Φιλανθρωπικού Κομιτάτου απεσταλμένοι εις την Ελλάδα μηχανουργοί έφθασαν εις Ναύπλιον προ δύο σχεδόν μηνών˙ και μετ᾽ολίγας ημέρας ήρχισαν χωρίς της παραμικράς δυσκολίας να χύνωσι σφαίρας κανονίων διαφόρου μεγέθους, το οποίον εφαίνετο έως της σήμερον αδύνατον εις την Ελλάδα δια την έλλειψιν μηχανουργών και των αναγκαίων μηχανών˙ ώστε η Ελλάς θέλει έχει εις το εξής εις αυτήν την επικράτειαν της εν των αναγκαίων εις την εαυτής υπεράσπισιν πολεμικών μέσων……… Εντός ολίγου θέλει κατασκευασθή εις την Ελλάδα και νίτρον και πυρίτις κόνις».

 

 (Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος)

 

Ο συνεπής και δραστήριος Αρνώ με την συνδρομή των Γάλλων μηχανουργών άρχισαν τις εργασίες τους με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα. Συναρμολόγησαν, επισκεύασαν, βελτίωσαν, φρόντισαν και φύλαξαν κάθε είδους όπλα, κυρίως καριοφίλια. Σχεδίασαν νέους τύπους πιο αποτελεσματικούς και περισσότερο ευθύβολους, προκειμένου να εξοπλιστούν οι άτακτοι πολεμιστές. Κατασκεύασαν πυρομαχικά και βλήματα για τις ανάγκες του πυροβολικού, χυτές σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων και ειδικά ο Αρνώ, συναρμολόγησε ένα όπλο που είχε επινοήσει στην Γαλλία, κατάλληλο για την πολιορκία και την υπεράσπιση των φρουρίων.

 

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η κατασκευή του τηλεβόλου τουφεκιού του Αρνώ, ικανοποίησε ιδιαίτερα την Κυβέρνηση, η οποία έδωσε την εντολή: Προσκαλείσαι να παραδώσης εις τον γενναιότατον πλοίαρχον Γεώργιον Σαχίνην, το παρά σοι …τουφέκι της νεωτέρας κατασκευής όπερ εκ Γαλλίας μετακόμισες με όλα του τα αναγκαία δια να το μετεφέρη εις Μεσολόγγιον όπου θέλει χρησιμεύση τους εκεί πολιορκουμένους εναντίον των εχθρών.  Στο Εθνικό ιστορικό Μουσείο, έχουν διασωθεί τουφέκια που στο μηχανισμό τους αναγράφεται ο τόπος και η χρονολογία κατασκευής τους. «ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ» ή « ΝΑΥΠΛΙΟΝ». Την δημιουργική και πολύτιμη για την Ελλάδα αυτή περίοδο, ήρθε να ανακόψει η έντονη διαφωνία του Αρνώ με τον αρχηγό του τακτικού στρατού συνταγματάρχη Φαβιέρο (Fabvier). Τον Ιανουάριο του 1826 ο Αρνώ απεφάσισε να αναχωρήσει από την Ελλάδα. Οι επανειλημμένες  απεγνωσμένες προσπάθειες  που κατέβαλε η ελληνική Κυβέρνηση – μέσω επιτροπής Βουλευτών – να τον μεταπείσει, υπήρξαν ατελέσφορες. Όμως, παρά την αναχώρηση του Αρνώ, οι Γάλλοι εργάτες παρέμειναν στο Ναύπλιο με επικεφαλής τον υπολοχαγό ιππικού Πουρχέρ (Pourcher), ο οποίος πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στο Ελληνικό κράτος. Μετά από 2 ½ χρόνια ( Μάϊος 1828) και ο Φαβιέρος υπέβαλε παραίτηση από την Διοίκηση του  τακτικού στρατού. Νέος  Διοικητής  διορίστηκε  ο Βαυαρός συνταγματάρχης Έϊδεκ (Heideck),  ο  οποίος   ανέθεσε   την  ευθύνη   της   Οπλοθήκης  στον   λοχαγό   Σνιτζλάϊν ( Schnizlein).  

Οι δύο αξιωματικοί, εργάστηκαν φιλότιμα και ο μεν Έϊδεκ ασχολήθηκε με την επίπονη εκπαίδευση των στρατιωτών στην πειθαρχία και την ορθή εκτέλεση της υπηρεσίας.

 

«Το τακτικόν σώμα, γράφει ο Έιδεκ στα απομνημονεύματα του,  μετ᾽ ου πολύ ήθελεν ελαττωθή, εκ δε των λιποτακτών άλλοι μεν ήθελον προσκολληθή προθύμως εις τα παλληκάρια, άλλοι δε επιδοθή εις τον ληστρικόν βίον ή προσέλθει παρά τοις χωρικοίς ως εργάται, ή μάλλον εις τα μοναστήρια, και ούτως ήθελον εκμηδενισθή ως προς τους σκοπούς μου. Πραεία αλλά και αυστηρά άμα μεταχείρισις και ακριβής πληρωμή του μισθού και του σιτηρέσιου συνεκράτουν το στρατιωτικόν σώμα μου, όπερ ανήρχετο κατά την αναχώρησιν μου εις 4 τάγματα πεζικού, έχοντα ανά έξ λόχους (το δ᾽ είχε πρότερον 4 τοιούτους) εις 4 ίλας ιππικού, δι᾽ων την οίκησιν διέταξα να κατασκευασθή εκ των ευρυχώρων τοίχων παλαιού χανίου εν Άργει ωραίος στρατών μετά στάβλων….  ενώ ο Σνιτζλάϊν διέταξε την καταγραφή, ταξινόμηση και τακτοποίηση των όπλων, των σφαιρών και των τηλεβόλων. Για την κατάσταση που επικρατούσε γράφει στα απομνημονεύματα του: …Προσέτι έκειντο συνεσωρευμένα όλα ομού και πολλάκις λίαν επικινδύνως χυτή πυρίτις, θείον, μόλυβδος ακατέργαστος, σφαίραι και θήκαι φυσιγγίων, λωρία, πυριτιδοθήκαι, εφίππια και αναβολείς, λόγχαι, συνελόντι δ᾽ειπείν εξ όλων ολίγα, αλλά ουδέν εντελές.

 

Στις 3 Ιουλίου του 1829 ο Έϊδεκ με αναφορά του προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος, υποβάλλει την παραίτηση του και καταθέτει λεπτομερή κατάλογο όσων έπραξε κατά την θητεία του. Μεταξύ άλλων γράφει: Δεν ημπορώ να τελειώσω το άρθρον τούτο, χωρίς να επαινέσω πρεπόντως τον έμφρονα ζήλον και την επιμέλειαν του λοχαγού κυρίου Σνίτσλεϊν, ως και του υπολοχαγού Βουρχέτου ( Pourcher) του αρχηγού των Γάλλων εργατών. Ο καταλυματίας κύριος Όδων έβαλε τάξιν και σαφήνειαν αξιομίμητον εις τα κατάστιχα της οπλοθήκης, εις τας αποθήκας και το οπλοστάσιον, το οποίον μέλλει να μετατεθή εις το Ίτζ- καλέ, διότι οι τόποι της οπλοθήκης είναι υγροί και εκ τούτου η διατήρησις των όπλων επιφέρει πολλήν δαπάνην. 

 

Στην παραίτηση του αυτή τον ακολουθεί και ο Σνιτζλάϊν.

 

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στο Άργος (11 Ιουλίου- 6 Αυγούστου 1829) η Συνέλευση …εμαρτύρησεν ευαρέστησιν και ευγνωμοσύνην προς τον επίσημον τούτον Αξιωματικόν και τους συμπράξαντας μετ᾽ αυτού, τον Λοχαγόν Κύριον Σνιτσλέϊν, τον υπολοχαγόν Βουρχέτον, αρχηγόν των Γάλλων εργατών, και τον Κύριον Όδονα…..

 

Όταν την διοίκηση του στρατού ανέλαβε ο Τρεζέλ ( Trezel), ο υπολοχαγός Pourcher ανέλαβε την διεύθυνση του οπλοστασίου.

 

Με την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα (25/01/1833) η λειτουργία του οπλοστασίου αναδιοργανώθηκε και θεσμοθετήθηκε η λειτουργία του με Βασιλικό Διάταγμα, στις 9 Ιουλίου 1833. Αμέσως μετά ιδρύεται το πυριτιδοποιείο του Κεφαλαριού, το οποίο λειτούργησε υπό την διοίκηση του οπλοστασίου. Το οπλοστάσιο του Ναυπλίου λειτούργησε με κάποιες διακοπές μέχρι τα πρώτα χρόνια την βασιλείας του Γεωργίου του Α.΄

 

Έτσι εκπληρώθηκε η ευγενής προσδοκία του Αρνώ, να δημιουργηθεί «βιοτεχνία» κατασκευής  πυρίτιδος εις κόνιν. 

 

 

 

Ο οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821

 

 

Η σύνδεση των Ελλήνων με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.


                       
Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετο οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν κοντόκανα, με λεπτή κάνη όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Φοριόντουσαν  στη ζώνη, το γνωστό «σελάχι» του πολεμιστή σε ειδικά διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και φοριόταν από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια.  Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Καριοφίλι

Καριοφίλι

Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης ενώ μια δεύτερη από το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών) όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως αυτή να είναι η πιο πιθανή. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

 
Τα παραπάνω όπλα, που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά δεν είχαν ενιαίο τύπο, χρησιμοποιήθηκαν από τα τακτικά σώματα, μέχρις όταν άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους κατά τη διάρκεια του αγώνα από ευρωπαϊκά τουφέκια. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Ανακεφαλαιώνοντας, ο οπλισμός των ατάκτων, ημιατάκτων αλλά και των τακτικών στρατευμάτων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αποτελούνταν αρχικά από καριοφίλια και πιστόλες που προέρχονταν από Τούρκους και Βαλκάνιους οπλουργούς και βιοτέχνες, ενώ κάποιοι αγωνιστές έφεραν και ευρωπαϊκά όπλα. Σταδιακά όμως το σκηνικό αυτό άλλαξε όταν άρχισαν να φθάνουν φορτία ευρωπαϊκών όπλων από τα φιλελληνικά κομιτάτα (επιτροπές) που είχαν ιδρυθεί στις χώρες της Ευρώπης και εργάζονταν για την ενίσχυση της επανάστασης, καθώς και από τα λάφυρα που κυρίευαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος είχε τα ίδια όπλα που έχουμε ήδη αναφέρει.

 
Τέλος, ο πρώτος τακτικός στρατός της επανάστασης χρησιμοποίησε το τουφέκι με λόγχη τύπου CHARLEVILLE, γαλλικής προέλευσης, μοντέλο 1777, εμπροσθογεμές, με μηχανισμό πυρόλιθου και διαμέτρημα 17,53 χιλιοστά.

 


Αναλυτική περιγραφή και σημασία όπλων

 

 

 Οι αγωνιστές εκείνων των χρόνων θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενδυμασίας τους «τα άρματά τους», όπως έλεγαν τα όπλα τους. Ήταν η τιμή τους και η αντρειοσύνη τους, τα κοσμήματά τους και η περηφάνια τους. Όταν μάλιστα ήταν λάφυρα που αποκτήθηκαν στη μάχη από το χέρι του νεκρού εχθρού, τότε ο ιδιοκτήτης τους είχε επιφανέστερη θέση.  Τα όπλα τους τα θεωρούσαν ιερά όπως και τις άγιες εικόνες. Τα είχαν σαν παιδιά τους και ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους που τα βάπτιζαν όπως και τα παιδιά τους. Ο Καραϊσκάκης το καριοφίλι του το έλεγε «Βασιλική», ο Θανάσης Διάκος «Παπαδιά», ο Δημήτρης Μακρής «Λιάρο», ο Γρίβας «Μαυρίκιο», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος «Ματζάρι».

 
Τα καριοφίλια της επανάστασης είχαν επίσης διάφορα ονόματα που προέρχονταν από την τεχνοτροπία ή τον τόπο κατασκευής τους. Μερικά από αυτά ήταν: «Λαζαρίνα», «Μιλιώνη», «Τρικών», «Αρμούτι», «Γκιζαήρ», «Νταλιάνι» (από το Ιταλιάνοι), «Σισανές», «Σαρμάς», «Χαρέ Σαρμάς», «Μουτσονίγος», «Βενετσιάνος», «Ψαλιδιάς», «Σαντέ», «Ντάνσικα», «Φιλύντρα» (ήταν το όπλο που είχε επισκευαστεί) κ.λ.π. Στα τραγούδια τους έχουν διασωθεί τα παραπάνω είδη των τουφεκιών τους: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο και αρμούτι στο σημάδι και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλικάρι».


Στο Σελάχι τους (ζώνη), σε θήκες είχαν τις πιστόλες, συνήθως με κεντήματα και ασήμια, τόσο στο «λαμνί» (κάνη) όσο και στα «παφίλια» (συνδετικοί κρίκοι) αλλά και στη λαβή. Στην έξω θήκη του σελαχιού είχαν το «χαρμπί» που χρησιμοποιούσαν για τον καθαρισμό και το γέμισμα της πιστόλας. Το χαρμπί, όταν έβγαινε από τη θήκη του, γινόταν φοβερό στιλέτο (δίσκελο ή μονόσκελο).

 

Επίσης, σε ξεχωριστή θέση στο σελάχι ήταν περασμένο το γιαταγάνι τους μέσα στη θήκη του, συνήθως και αυτό ασημοκεντημένο. Το λεπίδι του κατασκευάζονταν από γερό ατσάλι και φέρονταν σε περίτεχνη θήκη. Στο αριστερό μέρος της μέσης τους από μεταξωτό ζωστάρι ή με κορδόνια από την αριστερή ωμοπλάτη κρεμόταν η γυριστή πάλα (σπάθα), της οποίας η λαβή έμοιαζε με κεφάλι δράκοντα φτιαγμένη από ξεχωριστό κόκαλο. Η θήκη της επίσης στολισμένη με παραστάσεις και κεντήματα ήταν από ασήμι ή επίχρυση ή από μπρούντζο. Η λεπίδα της από ατσάλι ελαφρύ ήταν ο τρόμος στη μάχη.


Για τα σπαθιά των αγωνιστών αξίζει να γίνει μία μεγαλύτερη περιγραφή εφ’ όσον, αν θεωρούσαν τα άρματά τους ιερά, τα σπαθιά τους ήταν τα άγια των αγίων. Ήταν το όπλο της παλικαριάς που καταξίωνε τον αντρειωμένο στη μάχη σώμα με σώμα. Το καριοφίλι και η πιστόλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση. Τη νίκη όμως την έδινε το σπαθί και γι’ αυτό ήταν το τιμημένο όπλο της αρματωσιάς του. Οι πολεμιστές έδιναν τον όρκο τους τον ιερό πάνω στα σπαθιά τους. Ο πιο βαρύς όρκος στους Σουλιώτες ήταν «Να με κόψει το σπαθί του Μπότσαρη ή του Τζαβέλα».

 

Με το καριοφίλι «βαρούσαν» και οι γυναίκες και τα παιδιά, αν τύχαινε, το σπαθί όμως ήθελε χέρι αντρίκειο, δυνατό και ατρόμητο. Να τι λέει το ποίημα των Κολοκοτρωναίων:

 

Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε

φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους αγίους

και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

 

 

 

Πάλα

Πάλα

Η πάλα ήταν κυρίαρχο επιθετικό όπλο στις συμπλοκές και γι’ αυτό στις εικόνες των αγωνιστών που έχουμε είναι πάντα σηκωμένη, έτοιμη για κτύπημα φοβερό. Το σχήμα της (πολύ κυρτή), της έδινε τη δυνατότητα να κάνει βαθιές τομές στο ανθρώπινο σώμα, να αποκόπτει χέρια και κεφάλια με ένα μόνο κτύπημα. Στα «γιουρούσια τους» οι αγωνιστές άφηναν στα «ταμπούρια τους» τα άλλα όπλα τους και ορμούσαν στους Τούρκους με γυμνές τις πάλες. Οι περιγραφές για τα «γιουρούσια» είναι συγκλονιστικές και το θέαμα των άγριων επιτιθέμενων ανδρών κλόνιζε και τον πιο αντρειωμένο εχθρό. Ξακουστή τέτοια έφοδος ήταν η έξοδος του Μεσολογγίου, το «Μεγάλο γιουρούσι» όπως το είπαν, που συγκλόνισε όλη την οικουμένη, αφού, παρότι είχαν προδοθεί οι πολιορκημένοι Έλληνες και οι Τούρκοι τους περίμεναν πανέτοιμοι, κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά τους και να περάσουν, «θερίζοντάς τους» όπως οι αγρότες τα χωράφια τους, που μπαίνουν με το δρεπάνι από τη μία άκρη και βγαίνουν στην άλλη. Ξακουστοί επίσης έμειναν για την επιδεξιότητά τους στο σπαθί οι οπλαρχηγοί Νικηταράς, ο επονομαζόμενος Τουρκοφάγος ο οποίος στα Δερβενάκια άλλαξε τρεις πάλες που έσπαζαν από τα αδιάκοπα κτυπήματα μέχρι που «ξύλιασε» το χέρι του πάνω στη λαβή και δεν μπορούσε να το ανοίξει και ο Γκούρας που έπαθε το ίδιο στη μάχη στα βασιλικά.

 

 


Το γιαταγάνι ήταν και αυτό ξακουστό σπαθί αλλά κυρίως αμυντικό όπλο στα γιουρούσια, που έβγαινε από το σελάχι, όταν η πάλα έσπαζε ή έπεφτε κάτω. Τέλος από τους πολεμιστές όποιος σκότωνε τον εχθρό δικαιωματικά έπαιρνε λάφυρο το σπαθί του. Οι καπετάνιοι, όταν παρέδιδαν την αρχηγία στο πρωτοπαλίκαρο του «νταϊφά» τους, του έδιναν και το σπαθί τους. Έτσι πολλά σπαθιά έφτασαν από τα χέρια παλιών ξακουστών καπεταναίων στα χέρια των νεότερων που τα τιμούσαν ως κειμήλια ιερά στον αγώνα του «21».
Τη σημασία που πρέπει να έχουν για τους νεότερους Έλληνες οι εξαρτήσεις και τα όπλα των αγωνιστών της επανάστασης του 1821, μας τη δίνει ο παρακάτω στίχος του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά:

 

Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια

οι φουστανέλες, τα άρματα, η φέρμελη η χρυσή.

Τα άγιασε το αίμα κι η φωτιά, φέρτε λιβανιστήρια

τάχτε τα στα κονίσματα κι ανάφτε τους κερί.

 

 

 

Το Χαρμπί

 

Χρησιμοποιείται για το γέμισμα του όπλου, αλλά και ως λίμα για το τρόχισμα των σπαθιών.

 

 

Η Πιστόλα ή Μπιστόλα (ρόκα)

 

Πιστόλα

Πιστόλα

Κοντόκανο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση από τους αγωνιστές του 1821. Ήταν μονόκανες και δίκανες. Τις δίκανες τις έλεγαν διμούτσουνες.

Σε αντίθεση με τους στεριανούς οι Έλληνες Ναυτικοί δεν κρατούσαν τα καριοφίλια αλλά τα λεγόμενα Τρομπόνια. Βραχύκαννα δηλαδή όπλα τα οποία έβαλλαν ταυτόχρονα πολλά μικρά σφαιρίδια μαζί.

Τρομπόνι – τρομπόνια 

Τρομπόνι

Τρομπόνι

Όπλο με πλατιά κάνη με μηχανισμό πυριτόλιθου, διακοσμημένο με σταυροειδή ασημένια καρφάκια 1750-1800.

 

 

 

 

Καρυοφύλλι ή καριοφίλι  

 

Παλιό εμπροσθογεμές τουφέκι με μακριά κάνη, που είχε για την πυροδότησή του πυριτόλιθο. Το καριοφίλι διαθέτει μεγάλο κοντάκι με κοίλο περίγραμμα στην πάνω και πλαϊνή πλευρά και ελαφρά κυρτό στην κάτω. Η κάνη είναι επιμήκης, σχεδόν κυλινδρική, σιδερένια με στόχαστρο. Κάτω από την κάνη αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται το σιδερένιο οβελό γεμίσματος του όπλου. Σχεδόν όλο το ξύλινο κοντάκι καθώς και ο ξυστός καλύπτονται με ελάσματα μπρούντζου που φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση με σχέδια φυτών και ενώνονται με μικρά καρφιά. Πλατύ έλασμα περιβάλλει τη σκανδάλη, ενώ σώζεται καλά το σύστημα πυροδότησης του μπαρουτιού. Στη χειρολαβή υπάρχει κρίκος, προφανώς για το λουρί του όπλου.Την ονομασία του, την οφείλει στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, «CΑRLΟ E. FIGLI» (Κάρλο και υιοί) το οποίο και κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι. Το καριοφίλι ήταν το κλασσικό όπλο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Με αυτό δοξάστηκε η κλεφτουριά. Έγινε ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού.

Από τον ήχο του, αντηχούσαν οι απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές. Η δημοτική μούσα ύμνησε το καριοφίλι όσο κανένα άλλο όπλο, το οποίο μεταχειρίστηκαν οι Έλληνες στους τίμιους αγώνες τους. Γνωστοί οι στίχοι που φανερώνουν την επιθυμία αλλά και τη δύναμη του λαϊκού αγωνιστή: «Θα πάρω το τουφέκι μου, τ’ άγιο το καριοφίλι».

 

 

Παλάσκες 

Οι αγωνιστές του 1821 φορούσαν γύρω από την μέση τους τις Παλάσκες στις   οποίες τοποθετούσαν τα πολεμοφόδια τους . Μία μικρή μεταλλική ορθογώνια θήκη για τις τσακμακόπετρες των πυροβόλων όπλων τους και το «μεδουλάρι».

 

 

Σελάχι

Σελάχι

Σελάχι

Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη – θήκη που φοριόταν με φουστανέλα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης και αργότερα από ορισμένους αστούς στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.

 

 

Μεδουλάρι  

Το Μεδουλάρι είναι μεταλλική θήκη όπου φυλαγόταν το μεδούλι (λίπος) για την λίπανση των όπλων. Κρεμόταν από τη μέση, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.

 

Σπάθη – Σπάθα 

Ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του οπλισμού των αγωνιστών του 1821 ήταν η κυρτή ανατολικού τύπου ΣΠΑΘΗ , την οποία αναρτούσαν με μεταξωτά κυλινδρικά κορδόνια από τον ώμο τους ή σπανιότερα την αναρτούσαν με δύο λεπτά λουριά σε μία επίσης λεπτή δερμάτινη ζώνη την οποία φορούσαν στην μέση τους. Επίσης : Οι σπάθες αποτελούσαν μέρος του οπλισμού των στρατιωτών μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εντυπωσιάζει το σπαθί από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με επιμήκη λάμα, κυρτή στη ράχη της ενώ στην κόψη είναι κοίλη και προς την αιχμή γίνεται κυρτή. Η λαβή αποτελείται από δυο τμήματα ξύλου που στο κάτω άκρο τους αποκτούν πλατιά, κυρτή επιφάνεια, εσωτερικά και εξωτερικά επίπεδη. Το κενό ανάμεσά τους καλύπτει ταινιωτό έλασμα από ατσάλι που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από κυματιστές γραμμές. Το έλασμα αυτό συνεχίζεται και πάνω από την ξύλινη λαβή, καλύπτοντας ένα τμήμα πριν αρχίσει η λάμα. Στη βάση της λάμας, και στις δυο όψεις, υπάρχει διακοσμητικό εγχάρακτο έλασμα, σχεδόν τριγωνικό, του οποίου η μια πλευρά σχηματίζει καμπύλες πάνω στην ξύλινη λαβή.

Γιαταγάνι (Yatagan)

 

Γιαταγάνι

Γιαταγάνι

Είναι ένα είδος μεγάλης μαχαίρας, χωρίς φυλακτήρα στη λαβή, τουρκικής προέλευσης.  Η λεπίδα του γιαταγανιού σχηματίζει κοίλη καμπύλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Πλατιά και καμπυλωτή προς το μέρος της αιχμής. Η Μάχαιρα ή σπάθη χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Άραβες και τους Τούρκους. Η χρήση του γενικεύτηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αποτέλεσε απαραίτητο εξάρτημα του οπλισμού των Ελλήνων αγωνιστών. Ήταν διαδεδομένο γενικά στα Βαλκάνια, την Μ. Ασία, την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

 

 

 

 

 

Πηγή

  •  Γιάννης Ρούσκας, Αρχ/ρχος Πολεμικού Ναυτικού ε.α. Ιστορικός- Ερευνητής, « ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ». Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες 66.

 

Read Full Post »

Γεώργιος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι άνθρωποι – Μικροϊστορία του Ναυπλίου».

 

 

Γεώργιος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι άνθρωποι - Μικροϊστορία του Ναυπλίου».

 

 

Το νέο αυτό βιβλίο αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα του προηγουμένου «Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1» που εκδόθηκε πέρυσι. Περιέχει, πλήθος άρθρων που δημοσιεύθηκαν κυρίως στην τοπική εφημερίδα Τα Νέα της Αργολίδας, στη στήλη «Φωτογραφία – Νοσταλγία – Ιστορία» όπου επιχειρείται μια ιστορική και κοινωνιολογική ανάλυση παλαιών φωτογραφιών – ντοκουμέντων.

Επίσης, περιέχει πολλές μαρτυρίες και συνεντεύξεις κατοίκων από όλες τις γειτονιές του Ναυπλίου (παλιά Πόλη, Πρόνοια, Συνοικισμός), συχνά σε πρώτο πρόσωπο, επιφανών και αφανών, όπου διηγούνται τη ζωή τους και την καθημερινότητα στην πόλη τους. Υπάρχει επίσης μια θεωρητική εισαγωγή για την έννοια της μικροϊστορίας  του Μεξικανού ιστορικού Λουίς Γκονσάλες που την ανέπτυξε.

 

«Οι πέτρες και οι άνθρωποι – Μικροϊστορία του Ναυπλίου». Εκδ. Ναύδετο, 2009, 200 σελ., φωτογραφίες, τιμή 15 ευρώ.

 

 

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

William Martin Leake (1777-1860) 

 

 

Ο Αντισυνταγµατάρχης William Martin Leake  (Ουίλιαμ Μάρτιν Λικ), θεωρείται σήµερα από τους σηµαντικότερους περιηγητές της Ελλάδας σε αναζήτηση αρχαίων Ελληνικών Μνημείων και περιοχών.

 

Σημαντικότερα έργα του είναι:

·  Topography of Athens (1821)

·  Travels in the Morea (1830), και συμπλήρωμα, Peloponnesiaca (1846)

·  Travels in Northern Greece (1835)

·  Numismata Hellenica (1854), με συμπλήρωμα το 1859.

 

 

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Ο Leake στα ταξίδια του περιγράφει την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση της Ελλάδας στο 19ο αιώνα, τα τελευταία χρόνια της Οθωµανικής κατοχής πριν από την επανάσταση του 1821. Ο Leake έχει κάνει γενικά συνεπείς αναφορές από την περιήγησή του και αυτό επιβεβαιώνεται συχνά από την αρχαιολογική και ιστορική έρευνα. Ο Leake γεννήθηκε στο Bolton Row του Picadilly στις 14 Ιανουαρίου 1777. Στα δεκαπέντε του κατατάχθηκε στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία της Μ. Βρετανίας όπου έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση και γνώσεις µαθηµατικών, τοπογραφίας και εξερεύνησης. Το 1796 µμετατέθηκε για 3 χρόνια στην Αντίγκουα. Τον Ιούλιο του 1798, ο Γαλλικός Στρατός εισέβαλε στην Αίγυπτο που ήταν τότε Οθωµανική Κτήση. Η Βρετανία, για να αντιδράσει, έστειλε για βοήθεια στην Τουρκία Στρατιωτική Αποστολή υπό την ηγεσία του Στρατηγού Κόελερ µε τη συµµετοχή του Leake όπου παρέµεινε έως το 1803, κάνοντας περιηγήσεις στη Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο. Από το 1804 έως το 1807, ο Leake ήλθε στην Ελλάδα µε την εντολή να κάνει περιηγήσεις και να βοηθήσει την Τουρκική Στρατιωτική Διοίκηση κατοχής στο να επισηµάνει αδυναµίες στην οχύρωση ώστε να αντισταθεί σε ενδεχόμενη επίθεση από το γαλλικό Στρατό. Στην διάρκεια την περιοδείας του ο Leake επισήµανε αρχαία ερείπια και έκανε συλλογή από αρχαία νοµίσµατα. Στα 1808, ο Leake ήλθε ξανά στην Ελλάδα για να παρουσιάσει στον Αλή Πασά, νέα όπλα και πυροµαχικά που πουλούσε ο Αγγλικός Στρατός. Από το 1809 έως το 1810, ο Leake έµεινε στο Παλάτι του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, επισκεπτόμενος κατά διαστήματα την Ήπειρο και τη ΘεσσαλίαΤο 1810 επέστρεψε στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε πλέον µε τη δημοσίευση των έργων του (πάνω από 10 βιβλία και περισσότερα από 30 δημοσιεύσεις σε περιοδικά). Εκτός από νοµίσµατα ο Leake συνέλεξε µάρµαρα, µπρούτζινα αρχαία έργα και κύπελα. Τα µάρµαρα εκτίθενται στο Βρεταννικό Μουσείο και περιλαμβάνουν τµήµατα µε αρχαίες επιγραφές που του χάρισε ο Αλή Πασσάς. Τα υπόλοιπα µέρη της συλλογής του, τα δώρισε µετά θάνατον στο Πανεπιστήµιο Cambridge και βρίσκονται σήµερα στο µουσείο Fitzwilliam.

 

 

 

Ο William Martin Leake σε Άργος και Ναύπλιο

 

 

Στις 16 Φεβρουαρίου 1806 ο Άγγλος περιηγητής αρχίζει το δεύτερο ταξίδι του στο Μοριά : Πάτρα, Γαστούνη, Τρίπολη, Αργολίδα. Ο δρόμος του Αχλαδόκαμπου ήταν όλος στρωμένος. Στο Άργος, όταν έφτασε διαπίστωσε ότι επικρατούσε μεγάλη ανησυχία ανάμεσα στους Έλληνες προστατευόμενους των ξένων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας.

 

Ο πασάς είχε ζητήσει να καταγραφεί η περιουσία των μπερατλήδων και φερμανλήδων και πρόσταξε να μένουν μαζί με τους προξένους τους. Γενική ήταν ή αντίληψη ότι το μέτρο είχε στόχο τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες. Σ’ αυτά τα νησιά ο μισός αριθμός των πλούσιων εμπόρων και καραβοκύρηδων είχαν εξασφαλίσει ρωσική προστασία. Τα καράβια τους μετέφεραν με ρωσική σημαία στάρια στη Μεσόγειο με ανταλλαγή αποικιακών προϊόντων και κρασιών. Μια ομάδα μη προστατευομένων Ελλήνων αυτών των νησιών, διεκδικώντας τους χαμηλούς δασμούς και τα άλλα πλεονεκτήματα των προστατευομένων συμπατριωτών τους που εμπορεύονταν με τους Φράγκους, κατέφυγαν στην Πύλη και διαμαρτυρήθηκαν και για την ανισότητα και για τις προκλήσεις των ανταγωνιστών τους. Ο περιηγητής παραδίδει ότι το Βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλλαγή από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμα και πασάδες πού περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογά τους.

 

Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες. Αλλά κατά την περίοδο του ταξιδιού του Leake τα προνόμια είχαν καταργηθεί και η πολιτεία υπέφερε πολύ, καθώς βρισκόταν πάνω στην κεντρική αρτηρία που οδηγούσε από το βορρά στην Τριπολιτσά. Υπέφερε κυρίως από τους θρασύτατους και άνομους Τούρκους του Αναπλιού.

 

Το γειτονικό Ανάπλι βρισκόταν σε παρακμή. Ως το 1790 ήταν έδρα του πασά του Μοριά και συγκέντρωνε όλους τους αγάδες ενώ το Άργος συγκέντρωνε τους Έλληνες προεστούς. Έτσι τ’ Ανάπλι είχε μεταβληθεί σε τουρκική πρωτεύουσα και το Άργος σε ελληνική. Με τη μετακίνηση όμως της έδρας του πασά στην Τριπολιτσά το 1791 και μια φοβερή επιδημία που ακολούθησε άρχισε η παρακμή. Τ’ ‘Ανάπλι ερημώθηκε. Το 1806 είχαν απομείνει μερικοί αγάδες (τόμος Γ΄1, σ. 422-424).

 

 

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Ο William Martin Leake στα Μέθανα 

 

 

 

William Martin Leake

William Martin Leake

Το όνομα Μέθανα, αναφέρει ο Leake, εμφανίζεται να αποτελεί μία δωρική παραλλαγή του ονόματος Μεθώνη, την οποία χρησιμοποιεί αργότερα ο Θουκυδίδης γράφοντας σε αττική διάλεκτο. Ωστόσο, η δωρική ονομασία (ο πληθυντικός δηλαδή του ουδετέρου γένους) επικράτησε ως τις μέρες μας, ακριβώς στην ίδια μορφή που χρησιμοποιήθηκε από το Στράβωνα και τον Παυσανία.

Τα Μέθανα είναι χτισμένα σε ψηλό και ανώμαλο μέρος, συνεχίζει ο Leake, όπως ακριβώς τα γειτονικά νησιά της Αίγινας και της Καλαυρείας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λιγοστές και συγκεντρώνονται γύρω από τους πρόποδες του βουνού, καθώς και σε μία μικρή κοιλάδα που βλέπει στον κόλπο των αρχαίων Μεθάνων. Το 7ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι, οχυρώνοντας τον ισθμό που ενώνει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τη χερσόνησο και να τη μετατρέψουν σε στρατιωτικό σταθμό από τον οποίο εξαπέλυαν τις επιδρομές τους κατά βούληση στις περιφέρειες της Τροιζηνίας, της Ηλείας και της Επιδαύρου.

Σύμφωνα με Γάλλους γεωγράφους, συνεχίζει ο Leake, στη Χερσόνησο των Μεθάνων υπάρχουν δύο θειούχες πηγές. Η μία ονομάζεται Βρόμα και βρίσκεται στη βόρεια ακτή και η άλλη βρίσκεται κοντά σε ένα χωριό με το όνομα Βρομολίμνη, προς τα ανατολικά. Και οι δύο πηγές οφείλουν το όνομά τους στη δυσάρεστη οσμή από το θειάφι που βγαίνει από τα νερά. Και στα δύο μέρη, υπάρχουν ίχνη από τα αρχαία λουτρά, όπως μαρτυρούν τόσο ο Στράβωνας όσο και ο Οβίδιος. Οι τελευταίοι μάλιστα, θεωρούν τις πηγές αυτές ως απόδειξη της ηφαιστειακής έκρηξης των Μεθάνων. Η Γαλλική Αποστολή παρατήρησε τα απομεινάρια πέντε ή έξι διαφορετικών τόπων στη Χερσόνησο των Μεθάνων, μαζί με το Μεγάλο Χωριό, όπου εικάζεται ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη. Φαίνεται να υπήρχαν δύο οχυρωμένες πόλεις στη βόρεια πλευρά της Χερσονήσου.

Ακολούθως, αναφέρεται στο τείχος που Πελοποννησιακού πολέμου, που βρίσκεται στο Στενό, και καταλήγει ότι οι πανίσχυροι στη θάλασσα Αθηναίοι πιθανό να είχαν τη Χερσόνησο υπό τον πλήρη έλεγχό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς τα απομεινάρια που υπάρχουν σήμερα αποτελούν, όπως παρατηρεί, το προϊόν μιας πολύ πιο ανθεκτικής κατασκευής από εκείνη που συνήθιζαν οι Έλληνες κατά τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.

 

Πηγές

 

  • William Martin Leake «Travels in the Morea», 1830.
  • Β΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αργοσαρωνικού.
  • Σύλλογος Φίλων Πολιτιστικής Κληρονομίας Καλαποδίου Φθιώτιδος «Η ΕΛΑΦΗΒΟΛΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣ», Περιοδικό Καλαπόδι, Μάρτιος – Απρίλιος 2007.

 

 

 

 

Read Full Post »

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »